Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρόσωπα & γεγονότα του΄21’ Category

Ναύπλιο: Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη (1831)


 

Το Ναύπλιο δεν είναι μόνο μια πανάρχαια πόλη, στην οποία ο Μύθος και η Ιστορία χάνονται στο βάθος του χρόνου, η πρώτη πρωτεύουσα του ελεύθερου κράτους, στους δρόμους της οποίας παίχθηκε η ιστορία του Νέου Ελληνισμού αλλά και μια τραγική και «θανάσιμη» πόλη. Το κυριακάτικο πρωινό της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 στις 6.45′ περίπου με το παλιό ημερολόγιο, στην πόρτα του Αγίου Σπυρίδω­νος δολοφονήθηκε ο πρώτος Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας.

Πλατεία Σιντριβανίου με το Παλατάκι του Καποδίστρια

Ο κυβερνήτης το πρωινό της αποφράδας εκείνης ημέρας ξεκίνησε για να εκκλησιαστεί, όπως συνήθιζε, στον Άγιο Σπυρίδωνα, προστάτη άγιο της πατρίδας του της Κέρκυρας. Βγήκε από την κυβερνητική κατοικία, το γνωστό παλατάκι, αργότερα κατοικία και του Όθωνα, (που βρισκόταν στο χώρο όπου σήμερα βρίσκεται το άγαλμα του Όθωνα), από την κύρια ανατολική καμαρωτή είσοδο προς την πλατεία Σιντριβανιού, σημερινή πλατεία Τριών Ναυάρχων, φορώντας τη βαθυγάλαζη ρεντικότα, άσπρο παντελόνι και βαθυγάλαζο καπέλο, συνοδευόμενος από τους δυο φρουρούς, τον Γ. Κοζώνη και Α. Λεωνίδα, έστριψε δεξιά και έφθασε στο Μεγάλο Δρόμο (οδό Βασ. Κων/νου), ακολούθησε πορεία προς τα δυτικά και σε λίγο συνάντησε, την σημερινή οδό Αγγέλου Τερζάκη, (πρώην Ε. Σωφρόνη), και έστριψε αριστερά κατευθυνόμενος προς τον Άγιο Σπυρίδωνα.

Σχέδιο πόλης Ναυπλίου (1834) με την πορεία του Καποδίστρια

Προχώρησε στην οδό Αγγέ­λου Τερζάκη λίγα μέτρα και στην συμβολή των οδών Δ. Πλαπούτα και Αγγέλου Τερζάκη μέσα στο μουχρωμένο πρωινό πάνω στο σταυροδρόμι συνάντησε μπροστά του κακό σημάδι, τους δυο Μαυρομιχαλαίους, Κωνσταντίνο και Γεώργιο ντυμένους με τα καλά τους, φορώντας φουστανέλες, συνοδευόμενους από δυο φρουρούς τον Ι. Καραγιάννη και τον Α. Γεωργίου διότι ήταν υπό επιτήρηση, με τον οπλισμό τους, καινούριες μπιστόλες που είχαν αγοράσει πριν από λίγες μέρες από μαγαζί του Ναυ­πλίου.

Οι Μαυρομιχαλαίοι κατοικούσαν σε μικρή απόσταση ανατολικότερα από τον τόπο συνάντησης στην οδό Γ. Τερτσέτη, πάροδο της οδού Πλαπούτα μεταξύ της πλατείας του Αγίου Γεωργίου και της οδού Αγγέλου Τερζάκη, και είχαν βγει με κακό σκοπό, αναζητώντας πρωΐ – πρωΐ την Κυριακή τον Κυβερνήτη για ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τον γνωστό μανιάτικο τρόπο για λόγους τιμής. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Touret Αύγουστος Ιλαρίων (Auguste Hilarion Touret 1797 – 1858)


 

Γάλλος φιλέλληνας, πρώην αξιωματικός των Ουσάρων. Ήρθε στην Ελλάδα το 1825 και τάχτηκε στο ιππικό σώμα του Φαβιέρου. Διακρίθηκε στις μάχες του Φαλήρου και της Χίου. Μετά την απελευθέρωση παρέμεινε στον Ελληνικό Στρατό. Στο Ναύπλιο κατοίκησε μόνιμα το 1832 και ήταν η ψύχη της καθολικής κοινότητας, έως το 1845 όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην  Αθήνα με τον τίτλο «υπασπιστή του Βασιλιά».

 

Auguste Hilarion Touret

Από τις ευγενέστερες μορφές φιλελλήνων του Εικοσιένα, ο υποσυνταγματάρχης Touret  γεννήθηκε στην πόλη Sarreguemines επί των γαλλογερμανικών συνόρων, στις 23 Αυγούστου 1797. Νέος επέλεξε τη στρατιωτική σταδιοδρομία στην οποία διακρίθηκε και ο πατέρας του Ιλαρίων.

«Τα τελευταία έτη της γαλλικής Αυτοκρατορίας, γράφει ο μνημονευθείς Ερρίκος Fornesy στις βιογραφίες Φιλελλήλων το 1860, ήταν τα πρώτα του στρατιωτικού του βίου. Εξηκολούθησε υπηρετών την πατρίδα του έως του έτους 1825. Παρητήθη τότε του βαθμού αξιωματικού των Ουσάρων όπως ακολουθήσει τους άλλους εθελοντάς τους οποίους ο ηρωισμός του ελληνικού αγώνος παρεκίνει τα συμμερισθώσι την δόξα και τους κινδύνους. Ο Φαβιέρος τον έθεσε εις το τακτικόν ιππικόν και απέκτησεν υπόληψιν εις Φάληρον και άλλας εκστρατείας, ιδίως εν Χίω, όπου η διαγωγή του και η των ιππέων του επηνεύθη κολακευτικά υπό του γενικού διοικητού την επαύριον της εξόδου των Τούρκων εις την οποίαν τόσον γενναίως αντέστησαν τα τακτικά στρατεύματα.

Ο συνταγματάρχης Touret είχε, εκτός του στρατιωτικού του ζήλου, και αληθή ικα­νότητα την οποίαν επεβεβαίου και το στρατιωτικόν του παράστημα. Ήτο ακούραστος εις την υπηρεσία, αυστηρός αλλά δίκαιος. Η ανήσυχος ενεργητικότητα του τον παρέ­συρε πολλάκις πέραν των αυστηρών ορίων των δικαιωμάτων του. Άριστος σύντρο­φος, πλήρης ευγενείας και απαράμιλλου φιλοφροσύνης ετιμάτο και ηγαπάτο. Εις αυ­τόν οφείλονται αι πρώται σημειώσεις περί Φιλελλήνων εν αις συνεργάτης του επέπρωτο μετά λύπης να γράψη και το όνομα του φίλου τόσον προώρως θανόντος».

Μετά την ίδρυση ανεξάρτητου Ελληνικού Βασιλείου το 1830, ο Touret ήρθε στο Άργος όπου νυμφεύτηκε στις 16 Μαΐου την εκ Τοσκάνης της Ιταλίας Μαρία-Θηρεσία Pelloni. Ο γάμος καταγράφηκε στο Ληξιαρχικό Βιβλίο της καθολικής Εκκλησί­ας Ναυπλίου σελ. 7 αρ. 30.

Το μυστήριο τελέστηκε από τον ιερέα Κάνδιδο Conchetti, λειτουργό γαλλικής φρεγάτας, παρουσία του γάλλου στρατηγού Gerard. Παράνυμφοι ήταν οι γάλλοι συνταγματάρχες Pellion και Paurie. Το επόμενο έτος οι νεόνυμφοι μετώκησαν στο Ναύπλιο.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια ανέλαβε καθήκοντα Διοικητού του Σώματος Πυροβολικού. Με την ιδιότητα αυτή τον επισκέφτηκε ο άγγλος ναύαρχος G. Cochrane ο οποίος έγραψε στο Ημερολόγιο του στις 3 Αυγούστου 1836:

 «Το πρωινό τούτο επισκέφτηκα τον Major Torette, Διοικητή του τόπου, παλαιό μου γνώριμο. Κατοικεί μαζί με τη σύζυγό του σ’ ένα πολύ ωραίο σπίτι, κοντά στην πύλη της πόλης. Η κυρία Torette με πληροφόρησε ότι τους επισκέφτηκαν πρόσφατα ο πρέσβης της Γαλλίας κ. Lagrenée με τη σύζυγό του. Με την ευκαιρία αυτή οργάνωσαν χοροεσπερίδα στην οποία έλαβαν μέρος 60 Ελληνίδες. Αναφέρω το γεγονός για να πω ότι κοινωνική ζωή δεν υπάρχει μόνο στην Αθήνα».

Το 1845 οι Touret ήρθαν οριστικά στην Αθήνα. Ο Αύγουστος Ιλαρίων τιμήθηκε με τα αξιώματα του αυλάρχου, του διευθυντού του Στρατιωτικού Νοσοκομείου και της οικονομικής Υπηρεσίας του Στρατού. Το 1850 ίδρυσε την πυροσβεστική Υπη­ρεσία Αθηνών σε γαλλικά πρότυπα. Οι πυροσβέστες έφεραν πολύχρωμη στολή, υψηλό ορειχάλκινο κράνος με μακρύ ερυθρό λοφίο.

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1854 απεβίωσε η Μαρία Θηρεσία Touret. Ασθενής ταξίδε­ψε ο Αύγουστος Ιλαρίων Touret στην πατρίδα του Sarreguemines για θεραπεία. Ο θάνατος τον βρήκε στον Πειραιά στις 28 Αυγούστου 1858 ενώ κατερχόταν από το πλοίο με το οποίο επέστρεψε από τη Γαλλία. Επιθυμία του ήταν να πεθάνει στην Ελλάδα στην οποία αφιέρωσε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του. Ενταφιάστηκε δίπλα στη σύζυγό του στο Νεκροταφείο «Τράχονες» (το σημερινό Α’ Νεκροτα­φείο). Είχε τιμηθεί με 5 ελληνικά και γαλλικά παράσημα.

Σημείωση Βιβλιοθήκης: Στην Καθολική Εκκλησία του Ναυπλίου υπάρχει  λιτή ξύλινη αψίδα, δωρεά του Γάλλου αξιωματικού και θερμού φιλέλληνα Αυγούστου Ιλαρίωνα Touret, που κοσμεί την εσωτερική πλευρά της εισόδου του ναού και χρονολογείται το 1841. Η αψίδα, που έμεινε γνωστή ως «αψίδα Τουρέ», είναι από ξύλο πεύκου και έχει σχήμα πρόσοψης αρχαίου ελληνικού ναού. Στους κίονες έχουν αναγραφεί, με λευκό χρώμα, ονόματα ξένων Φιλελλήνων και ο τόπος στον οποίο έπεσαν, ενώ στο αέτωμα υπάρχει ο θυρεός και το στέμμα του Όθωνα εντός του σταυρού των αγωνιστών.

 

 Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης

Επίτροπος  Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, σελ. 233-235, Δεκέμβριος 2009.

  

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ιατρική στα κείμενα του Μακρυγιάννη

 


 

Παθήματα, γιατροί και γιατρικά στου Μακρυγιάννη τα γραφτά.

Σε ηλικία 23 ετών μυείται στην φιλική εταιρεία. Από τότε έλαβε μέρος σε πολλές μάχες με  αφοβία, ανδρεία, αυτοθυσία: στην μάχη του Πέτα, στην πολιορκία της Άρτας, στην μάχη για την άλωση της Υπάτης, στην μάχη της Βελίτσας, στην πολιορκία του Νεοκάστρου, στους Μύλους του Ναυπλίου, στην άλωση και την πολιορκία της Ακρόπολης και σε όλες τις μάχες που δόθηκαν στις γύρω θέσεις του στρατοπέδου του Πειραιά με τον στρατό του Κιουταχή.

Σε μερικές από τις μάχες αυτές  ο Μακρυγιάννης παρά λίγο να χάσει τη ζωή του. Τραυματίστηκε πολλές φορές  και κέρδισε πληγές που τον βασάνισαν ως στο τέλος της ζωής του.

 

Ιωάννης Μακρυγιάννης, ξυλογραφία του Α. Τάσσου.

Στην Άρτα τον έπιασαν οι Τούρκοι και τον κλείσανε στο κάστρο, εβδομήντα πέντε μέρες τον τυράννησαν με βασανιστήρια, όμως δεν μαρτύρησε το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας. Παρά λίγο γλύτωσε το κρέμασμα. Άλλη φορά, γράφει ο ίδιος, «πήγαν να με χαλάσουνε και μ’ έβαλαν σ’ ένα μπουντρούμι κι απ’ τα χτυπήματα επρήσηκε το σώμα μου και κοντήλιασε και ήμουν εις θάνατο. Έταξα αρκετά χρήματα ενού Αρβανίτη να βγω να με ιδή γιατρός και να πάρω και γιατρικά και τα χρήματα». «Ανήρ τοιούτος δεν έμμελε ταχέως  να αποθάνη» συμπληρώνει ο Βλαχογιάννης, «τότε, και πολλάκις ύστερον, έδειξεν ότι «η ψυχή του ήτανε βαθειά».  

Σε μερικές από τις μάχες αυτές  ο Μακρυγιάννης παρά λίγο να χάσει τη ζωή του. Τραυματίστηκε πολλές φορές  και κέρδισε πληγές που τον βασάνισαν ως στο τέλος της ζωής του. Την πρώτη πληγή στη μάχη του Πέτα όπου «σκοτώθηκαν τρεις από μας και έξι πληγωμένοι. Επληγώθηκα κι εγώ ολίγον εις το δεξί ποδάρι» γράφει.

Κατά την φυγή των προσφύγων από την Άρτα, ανέλαβε να προστατεύσει τους δυστυχείς Αρτηνούς  όπου έρχονταν ξυπόλυτοι και γυμνοί και νηστικοί, τότε όπως γράφει «πούντιασα εις τον δρόμον κι από το κιντέρι μου (στεναχώρια)  αρρώστησα και πήγα να πεθάνω. Είχα πέντε γιατρούς. Άνοιξε η μύτη μου και δεν στανιάριζε, το αίμα πήγαινε  λεγένια και μόβαιναν φτήλια μέσα. Κι έκαμα εις τον κίντυνον ως το Μάρτη. Πιάστηκαν τα ποδάρια μου, δεν έβλεπα κι’ από τα μάτια. Αφού ήμουν αδύνατος πολύ και δεν μπορούσα να κινηθώ ήρθε ο αδελφός μου και με πήρε εις το Σάλωνα, σ’ ένα χωρίον ονομαζόμενον Σερνικάκι. Και εκεί αλλάζοντας τον αγέρα, ανάλαβα από αυτό και περιποίησιν συγγενική».

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας. Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη (Εικόνες του Αγώνος).

Τον Ιούνιο του 1825 δόθηκε η νικηφόρα μάχη στους Μύλους του Ναυπλίου, όπου αποφασιστική στάθηκε η συμμετοχή του Μακρυγιάννη  ο οποίος «έδειξε απαράμιλλα θαύματα ηρωισμού».

Εκεί όμως πυροβολώντας τον οι Τούρκοι τον λάβωσαν σοβαρά στο δεξί χέρι. Το μολύβι που τον χτύπησε ήταν μεγάλο «από μουσκέτο» «και τούφαγε» όλα τα κόκαλα. «Μόπεσε το σπαθί από το χέρι, δεν βαστιέταν το αίμα, τύλιξα το χέρι εις το πουκάμισο να μην ιδούνε οι άνθρωποι. Αφού ο πόλεμος τελείωσε με πήραν και με πήγαν εις την φρεγάδα την Γαλλική γύρευαν να με κρατήσουν μέσα εις την φρεγάδα για να με γιατρέψουν. Εγώ δεν θέλησα. Μόδεσαν οι γιατροί το χέρι». Όμως «η πληγή του χεριού μου πήγαινε κακά.  Πρήστηκε το χέρι μου και γίνη τούμπανο. Γύρευαν να μου το κόψουνε εις τον νώμον οι γιατροί, γιατί καγγραίνιασε, τριανταοχτώ μερόνυχτα δεν έκλεισα μάτι. Μ’ ετοίμασαν εις θάνατον, έφερε όλα τα σύνεργα ο γιατρός να μου το κόψη».

Γλύτωσε τον ακρωτηριασμό τότε στο Ανάπλι, γιατί όπως μας πληροφορεί στην συνέχεια, όταν πήγε ο γιατρός για να του κόψει το «τουμπανιασμένο» χέρι του, ο Μακρυγιάννης σηκώθηκε πάνω και τον κυνήγησε με το γιαταγάνι του «και γκρεμίστη κάτου από την σκάλα – ο γιατρός – και γλύτωσε, ειδέ θα τον πάστρευα».

Και έφυγε από το Ανάπλι και ήρθε στην Αθήνα, όπου βρισκόταν τότε ο φημισμένος εμπειρικός Τούρκος γιατρός, ο Χασάν Αγά Κούρταλης, γνωστός ιδιαίτερα στα στρατεύματα της Ανατολικής Ευρώπης όπου είχε δράσει. Ο Οθωμανός αυτός γιατρός είχε φθάσει στην Αθήνα, ακολουθώντας το σώμα του Ανδρούτσου.

Ο Μακρυγιάννης, που τον γνώριζε από  τον καιρό που πολεμούσε με τον Οδυσσέα στην Ρούμελη – τον είχε εμπιστοσύνη – και πράγματι πέρασε ο κίνδυνος και σε έξι μήνες μετά παντρεύτηκε την Αικατερίνη Σκουζέ. Το τσακισμένο χέρι του όμως δεν έγινε ποτέ εντελώς καλά γι’ αυτό όταν κατετάχθη στο τακτικό σώμα «εγυμνάζετο ως απλούς στρατιώτης δια ξύλινου όπλου ένεκα του τραύματός του».

Στις μάχες που έγιναν γύρω από την Ακρόπολη, τον Οκτώβριο του 1826 τραυματίστηκε σοβαρά από κάθε άλλη φορά στο κεφάλι. Να πως το περιγράφει ο ίδιος:

Με ντουφέκισαν οι Τούρκοι , τους ντουφέκισα κι εγώ εις τον σωρό.  Μου δίνουν ένα ντουφέκι και με πληγώνουν εις τον λαιμόν. Τότε έπεσα. Ο τόπος ήταν στενός, οι άνθρωποι τζακίστηκαν πατούσαν απάνου μου και διάβαιναν και, στενός ο τόπος μ’ άφάνισαν. Έβλεπαν και τα αίματα, έλπιζαν ότι είμαι σκοτωμένος».

Μα σε λίγο σηκώθηκε όρθιος και «μισοντραλισμένος» πολεμούσε με τους άλλους περισσότερο από τρεις ώρες . Οι Τούρκοι όμως όρμησαν και τον ξαναπλήγωσαν στο κεφάλι, «εις την κορφή. Γιόμωσε το σώμα μου αίμα». Οι άνθρωποι του γύρευαν να τον πάρουν μέσα στο κάστρο της Ακρόπολης, μα αυτός αρνιόταν. «Ξαναλαβώνομαι κι εγώ εις το κεφάλι πολύ κακά». Το μπάλωμα του φεσιού του έφτασε ως μέσα στα κόκαλα κι ακούμπησε «εις την πέτζα του μυαλού».

Την αυγή πιάστηκε  ο πόλεμος, τελείωσε το βράδυ. Η κατάστασή του ύστερα από τις λαβωματιές, ήταν τόσο άσχημη που ούτε ο γιατρός ο Κούρταλης δεν δεχόταν να τον «επιχειριστή» γιατί ήταν βαριά κι είχε στραγγίξει το αίμα του όλο.

Ο γιατρός τον ανέλαβε, αφού πρώτα ζήτησε υπογραφές όλων όσων βρίσκονταν μέσα στο κάστρο, που έγραφαν πως δεν θα είχε καμμία υποψία ο ίδιος, αν τελικά πέθαινε ο Μακρυγιάννης.

«Τότε με ́πιχειρίστη, κινδύνεψα να πεθάνω από τους πόνους του κεφαλιού και το πάτημα οπού μόκαναν εις το σώμα μου, στην μέση μου, κάτι μου χάλασε μέσα αυτό το πάτημα και με πάγει αίμα ως σήμερα».

Γι΄ αυτό και ο Βλαχογιάννης γράφει ότι:

«Σωματικός ο Μακρυγιάννης ήτο πλέον ανάπηρος ένεκα του πλήθους των πληγών. Αφ’ ης ημέρας έλαβεν επί της κεφαλής  τα βαρέα τραύματα πολέμων υπέρ της Ακροπόλεως, μέχρι τέλους το 1832 τρις και τετράκις είχεν ασθενήση σοβαρώς. Εν Πειραιεί εμάχετο έχων όλον σχεδόν το σώμα εντός επιδέσμων. Η κεφαλή, η δεξιά χείρ και η οσφύς ήταν συντετριμμέναι, υπέφερε λίαν επί της φλογώσεως των πληγών».

Οι πληγές αυτές αφόρμιζαν κάθε τόσο. «Τα τραύματά του, τα αενάως φλέγοντα και στάζοντα ήσαν προς αυτόν η τραγικώς συμβολική εικών των αστείρευτων τραυμάτων της πατρίδος».

Από σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά περιόδου 1835 – 1838 παρουσιάζουμε αποσπάσματα για την κατάσταση του Μακρυγιάννη:

«Επί του μετωπικού και του κατ’ ινίου οστού παρατηρούνται κοιλότητες άνευ σχεδόν οστών… Τοιαύτα τραύματα παράγουσι, ζάλας, συμφορήσεις, διαρκείς κεφαλαλγίας, Δρ. Λιντερμάουερ, βασιλικός ελληνικός αρχίατρος.

«Οι υποφαινόμενοι ιατροί  επισκεφθέντες των στρατηγόν Μακρυγιάννη πάσχοντα από φλεγμονών πρώτον του βραχίονος εκ των παλαιών τραυμάτων και εις εμπτύωσιν αποσταθείσαν και  ύστερον από σποραδική χολέραν, από την οποίαν μόλις δια της Ιατρικής τέχνης εσώθη, πιστοποιούμεν ότι δεν δύναται να υποφέρη κακουχίας και κόπους και να είναι μακράν ιατρικής βοηθείας». Δημ. Μαυροκορδάτος, καθηγητής, γιατρός Ν. Κωστής.

Επειδή ο Μακρυγιάννης ήταν ο εμπνευστής και βασικός εμψυχωτής της Επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που ανάγκασε τον Όθωνα να παραχωρήσει Σύνταγμα, έπεσε στη δυσμένεια της μοναρχίας.

Τον Απρίλιο του 1851 με το συκοφαντικό αιτιολογικό ότι οργάνωσε συνωμοσία εναντίον του Όθωνα ετέθη σε κατ’ οίκον περιορισμό. Τον Δεκαπενταύγουστο μεταφέρεται άρρωστος στις φυλακές του Μεντρεσέ «και τον ραπίσανε, τον προπηλακίσανε, και τον κρίνουνε σε μια δίκη που ήταν μεγάλη αδιαντροπιά» γράφει ο Σεφέρης. 

Να τι έστειλε διαμαρτυρόμενος στις εφημερίδες  ο ίδιος ο Μακρυγιάννης – καμία όμως δεν τόλμησε να δημοσίευση τη διαμαρτυρία του αυτή.

«Πότε ακούσατε ότι είμαι θηρίον εις την κοινωνίαν; Πότε έβλαψα την πατρίδα; Έχω δυο πληγάς εις την κεφαλήν, άλλην εις τον λαιμόν, άλλην εις την χείραν, ήτις ως εκ τούτου δεν έχει κόκαλα, άλλην εις την πόδα και άλλην εις την γαστέρα, και είμαι ζωσμένος με τα σίδερα και φυλάττω τα έντερα εντός αυτής. Αυτάς τας πληγάς τας έλαβον δια την πατρίδα, και όταν αλλάξη ο καιρός, οι δριμύτατοι πόνοι με καθιστώσι παράφρονα».

Μακρυγιάννης - Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Μετά από λίγες ημέρες τον μεταφέρουν από τις φυλακές στο απομονωτήριο του Στρατιωτικού Νοσοκομείου. «Αφού προηγουμένως ο μοίραρχος Πτολεμαίος τον ερράπισε, τον ωδήγησε πεζή χλευαζόμενον και ωθούμενον δια των υποκοπάνων υπό των στρατιωτών εις το Νοσοκομείον, όπου εφυλάκισεν εις στενόν και άθλιον δωμάτιον. Εν αυτώ μένων έπασχεν ο Μακρυγιάννης υπό της υγρασίας και δυσωδίας».

Τον Μάρτιο του 1853 καταδικάστηκε από το Στρατοδικείο σε θάνατο «ένοχος εσχάτης προδοσίας». Από το δικαστήριο οδηγήθηκε στην φυλακή πάλι μέσα στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Μιλώντας για την παραμονή του εκεί ο γιατρός Γούδας είπε ότι «Ο Μακρυγιάννης ετάφη ζών».

Ο αρχίατρος Τράϊμπερ που τον επισκέφθηκε γράφει πως το δωμάτιο του ήταν «δωσωδέστατον και ρυπαρότατον». Η ποινή του θανάτου μετεβλήθη και  το Σεπτέμβριο της άλλης χρονιάς, 1854, αποφυλακίστηκε.

Όμως η διαμονή του στη φυλακή και νέες αρρώστιες  – κήλη και προστάτης – τον είχαν εξαντλήσει σωματικώς. Παρ’ όλα αυτά «δεν έχασε , ψηλός και λεπτός ως ήτο, τον αέρα της λεβεντιάς της ουδέποτε γηρασκούσης, αλλά θαλούσης πάντοτε».

Παρά την αποφυλάκισή του δεν έλειψαν οι εναντίον του ενοχλήσεις. Να τι γράφει το 1859.

«Αφού με λευτέρωσαν και πήγα εις το χαλασμένο μου σπίτι… μ’ ανάδωσαν οι πληγές την μια Λαμπρή επέρσι και την Λαμπρή όπου πέρασε… πήγα εις την σπηλιά οπούνε εις το περιβόλι μου να ξανασάνω και με το στανιό και ακουμπώντα με το ξύλο έσωσα εκεί, μου ρίχνουν πέτρες και με χτυπούν και μαγαρισιές ανθρώπινες πάνω μου «Φάγε αυτές Στρατηγέ Μακρυγιάννη, να χορτάσης, οπούθελες να κάμης σύνταγμα». Και μ’ ανοίγουν τόσες νέες πληγές από τα χτυπήματα κι από τα αγκυλώματα, και με πάγει ως την σήμερον το όμπυον, και το αίμα από μπροστά και από πίσω, εσάπισα, εσκουλίκιασα. Κι ανήμερα με χτύπησαν πολύ, έμεινα νεκρός, δεν στανόμου ζωντανός είμαι η πεθαμένος »  

Στις 27 Απριλίου 1864 πέθανε «εξ υπερβαλούσης σωματικής εξαντλήσεως». Στον επικήδειο του λόγο ο ιατρός Αναστάσιος Γούδας είπε:

«Αποκαλύψατε την κεφαλήν και θέλετε εύρη του δεξιού μετώπου εν πολύτιμον παράσημον μίαν ουλήν και υπ’ αυτήν κάταγμα μετ’ εισθλάσεως, αποκαλύψατε τον τράχηλον και θέλετε εύρη πολυτιμότερον παράσημον, σφαίραν εχθρικήν εγκυστωμένην και άχρι της σήμερον εις τας σάρκας του στρατηγού. Αποκαλύψατε το στήθος και θέλετε ιδή δια μιας τρία συνάμα έτι  πολυτιμότερα παράσημα, τρεις μεγάλας ουλάς.

Αποκαλύψατε τον αριστερόν βραχίονα και θέλετε εύρη το μέγιστον ίσως των παρασήμων, απηρχαιωμένον κάταγμα μετά τινός δυσφορίας. Αποκαλύψατε τον δεξιόν μηρόν και επ’ αυτού θέλετε εύρη παράσημον πολυτιμότερον πάσης οιασδήποτε ταινίας, μίαν τεράστιαν ουλήν. Αι πληγαί συχνά ηνοίγοντο αιμορροούσαι. Ο εξ αυτών πυρετός κατεβίβρωσκεν αυτόν: Η ζωή αυτού διήρχετο σχεδόν επί της κλίνης. Βαρείαι νόσοι επήρχοντο, η δε ανάρρωσις εγίνετο βραδυτάτη.

Ταύτα ήσαν τα αγαθά ων έλαχεν ο Μακρυγιάννης  ως αμοιβής των υπέρ της πατρίδος  εξόχων υπηρεσιών αυτού. Πληγαί και ασθαίνειαι πολυώδυνοι, και μετ’ αυτών πενία δυσθεράπευτος ομοίως ως εκείναι».

Στα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη διαβάζουμε επίσης για τον θάνατο του Γκούρα  κατά την πολιορκία της Ακροπόλεως όταν «εις απάνου εις την φωτιάν τον βάρεσαν εις τον αμήλιγγα και δεν μίλησε τελείως». Επίσης για τον θάνατο του Καραϊσκάκη, στο Φάληρο.

Προηγουμένως ο Μακρυγιάννης περιγράφει πως ταμπούρια μέσα στα βαλτόνερα «ήμαστε μέσα εις το νερό νύχτα και ημέρα. Μίαν βραδειά  έβρεξε και γιόμωσε το καμίνι εις το νερόν κι από αυτό, όπου ήμουν αδύνατος μ’ έπιασε μια στένωση σαν χτικιόν (πιθανόν από βρογχόσπασμο, δύσπνοια).

Ο Καραϊσκάκης τραυματισμένος «ήταν βαρεμένος εις τ’ ασκέλι παραπάνου εις τα φτενά …Μας είπε με χωρατά. Εγώ θα πεθάνω όμως εσείς να είστε μονιασμένοι και να βαστήξετε την πατρίδα. Την νύχτα τελείωσε και τον πήγαν εις την Κούλουρη και τον τάφιασαν».

Ακόμη έχουμε στα απομνημονεύματα την περιγραφή ενός πολύ γενναίου περιστατικού που έχει ιατρικό ενδιαφέρον:

«Ένας ατρόμητος άντρας από τους Κολοβάτες (είναι του Σαλώνου χωριόν), τον λέμε Μήτρο Καθάριον (αλήθεια καθάριος κι’ ατίμητος είναι), αφού τζακιστήκαμε στη χώρα και τραβηχτήκαμε εις το ψήλωμα, οι ειδικοί μας όλοι κ’ εμείς φκειάσαμε ταμπούρι και πολεμούσαμε. Αυτός ο δυστυχής ήταν μέσα εις την χώρα σε σπίτι  μπασμένος. Αφού φύγαμε εμείς, αυτός έμεινες μόνος του. Του ρίχτηκαν οι Τούρκοι απάνου του, παίρνει ένα γιαταγάνι τούρκικον και σκοτώνει τέσσερους , κι εκεί οπού τον πολεμούσαν του δίνουν μίαν μαχαιριά εις την κοιλιά και σκοτώνει τον Τούρκον και με το μαχαίρι εις την κοιλιάν ήρθε εκεί οπού είμαστε εμείς, εις το ταμπούρι. Και δεν του πειράξαμεν το μαχαίρι, με τούτο εις την κοιλιά τον πήγαμε εκεί οπούταν οι ειδικοί μας και ήταν ο γιατρός , και τόβγαλε το μαχαίρι και με των μερμήγκων τα κεφάλια τόρραψε την κοιλιά. Και τράβηξε ο καϊμένος ένα χρόνον να γιατρευθή. Γέρευε και πάλι ξηλωνέταν, κι  έβγαιναν οι κοπριές από την κοιλία οπούταν η πληγή. Και ζή τώρα και δεν έχει ψωμί να φάγη».

Ο Βλαχογιάννης επεξηγώντας τη ραφή των τραυμάτων «δια κεφάλων μυρμήγκων» γράφει: έβαζαν μεγάλα μυρμήγκια να δαγκώσουν τα χείλη του τραύματος και μόλις αυτά κλείναν τα σαγόνια τους τα αποκεφάλιζαν. Κόβοντας το σώμα τους δηλαδή, αμέσως, έμενε το κεφάλι τους που σχημάτιζε έτσι «βελονιά ικανώς ισχυράν. Η δια κεφαλών μυρμήγκων ραφή των τραυμάτων υπάρχει και παρ’ αγρίοις λαοίς».

Το 1851 ο Μακρυγιάννης άρχισε να γράφει ένα άλλο έργο που ονομάστηκε «Οράματα και Θάματα«. Εδώ αφηγείται θαύματα που συνέβησαν στον ίδιο, σε δικούς του και στην πατρίδα.

«Τα 1837 γράφει μου άνοιξαν οι πληγές του σώματός μου και έκανα  αστενής τέσσερους μήνες. Είχα οχτώ γιατρούς, τέλος σώθηκαν οι ελπίδες και από μέναν και απ’ όλους τους γιατρούς…»

Από τους γιατρούς αυτούς που έκαμαν ό,τι μπορούσαν και ό,τι επέβαλε η επιστήμη τους και η εμπειρία τους, – επιστήμονες και εμπειρικούς – γνωστοί είναι: ο συγγενής του οικογενειακός γιατρός Αλέξανδρος, ο Πέτρος Ηπίτης , που είχε χρηματίσει και γιατρός του Υψηλάντη, ο ιατροχειρούργος   Άγγελος Οικονόμου από το Δίστομο, ο Αναστάσιος Γούδας, ο αρχίατρος Δρ. Α. Λιντερμπάουερ, ο Αν. Γεωργιάδης Λευκίας, ο Ι. Βούρος, ο Δ. Μαυροκορδάτος, ο Χασάν αγάς Κούρταλης.

Τη βελτίωση της υγείας του την αποδίδει στον Θεό «τον αληθόν γιατρόν» όπως γράφει. Και συνεχίζει:

«Τους γιατρούς τους πλερώνομεν  τον καθένα από ‘να και από δύο τάλιρα την βίζιτα, και δεν μας γιατρεύουν, μας αποφασίζουν εις θάνατον. Αυτός ο γιατρός οπού μας ανασταίνει και μας διατηρεί, δεν του δίνομεν πλερωμήν, να μην το δοξάσουμε και τον ευχαριστήσομεν;».

Η γνώμη του για τους γιατρούς της εποχής του, που όχι δεν γιάτρευαν τον άρρωστο, αν και πληρωνόνταν ακριβά, αλλά και τον είχαν ξεγραμμένο έχει βέβαια κάποια δόση υπερβολής, γράφει ο Άγγελος Παπακώστας. Όμως ο Μακρυγιάννης είχε πάθει πολλά. Οι γιατροί του Ναυπλίου όχι μόνο του αφαίρεσαν δυο πλευρές άσκοπα, αλλά και σκόπευαν να του κόψουν το χέρι, μετά την μάχη στους Μύλους.

Περιγράφει ακόμη θαυματουργική ίαση της γυναίκας του που «σάπισαν τα στήθη της την πονούσαν, οπού δεν κοιμόταν νύχτα και ημέρα.

Αδυνάτισε πολύ από τα αίματα, από πλήθος αβλέλλες και γλιστήρια (κλύσματα) και γιατρικά, πλέον φρένιασε». Όμως έγινε καλά η «χιλιδόνα του» ( η γυναίκα του) και «δεν έμειναν ορφανά τόσα αδύνατα χιλιδονάκια». Σημειώνουμε πως είχε συνολικά δώδεκα παιδιά από τα οποία σε μικρή ηλικία πέθαναν τα έξι.

Αναφέρεται και σε θαυματουργική θεραπεία από τη Μεγαλόχαρη ενός παιδιού του  «που έβγαλε το τρικούκουλο (δοθιήνες) και του άνοιξαν σε όλο του το σώμα είκοσι πέντε τρύπες και δεν μπόρεσαν να το γιατρέψουν όλ’ οι ιατροί της Αθήνας και απ’ όξω άλλοι πραχτικοί».

Αναφέρεται ακόμη σ’ ενός αγωνιστού παιδί «που όταν σκοτώθη ο πατέρας του ετρελάθη  ξέκλαγε (ξέσχιζε) τα σκουτιά του μνήσκει έτσι καθώς γεννήθη, κατάντησε να μην ζυγώνει ο άνθρωπος πλησίον του, τον είχαν δεμένο ως οχτώ μήνες, όπου ήταν και ποδάρια και χέρια πιασμένα».

Αυτό το παιδί το έστειλε με την μητέρα του και την αδελφή του στην Βαγγελίστρα της Τήνου και «ξημερώνοντας της χάρης της πάγει μια κοκκινοφόρα και το έλυσε και τότε αισθάνθη ο άνθρωπος σε τι κατάσταση ήτον, και ήβρε τα σκουτιά του μόνος του, και πήγε εις την Εκκλησίαν και θιάμαξε ο κόσμος όλος» 

Σ’ αυτό το βιβλίο περιγράφει και πάλι την μάχη στην Ακρόπολη «Όταν επληγώθηκα εις το κάστρος των Αθηνών, μίαν ημέρα πήρα τρεις πληγές. Τότε  οι άνθρωποι έλπιζαν οτ’ είμαι τελειωμένος και πατούσαν απάνω μου. Οι πληγές κι αυτό το πάτημα, ήρθα εις τον θάνατο… αυτό το μέρος εις την κοιλιάν μου έκανε ένα σύνασμα αίμα, σαν λάσπη του βαενιού.

Όταν βγήκα έξω, μετά καιρό,  εις τ’ Ανάπλι μου είχε γένει έν’ απόστημα και μια πέτρα. Μαζώχτηκαν γιατροί από τα καράβια τα  ξένα και οι ντόπιοι και μου διόρισαν μια κούρα με μαλαχτικά, με αβδέλες και άλλα μπάνια. Τέσσερους μήνες, διαλύθη αυτό. Από τότε εις τα 1849, (δηλαδή 23 χρόνια μετά), με ήβρε το ίδιον. Αίμα και συγχρόνως αδύνατος ο τόπος εκεί. Μιαν ημέρα έκανα τις μετάνοιές μου, αισθάνθηκα πόνο, βγαίνει και το ξίγκι μου (κήλη). Πλακώσανε οι γιατροί, μου το «δεσαν καλά». 

Ο Μακρυγιάννης δεν υπέφερε μόνο από «τις αστένειές του» αλλά και από τις συνέπειες τις πολεμικής του κατά της αδικίας και ιδιοτέλειας ορισμένων φορέων της  εξουσίας που άφηναν τους αγωνιστές που είχαν θυσιάσει τα πάντα για  την ελευθερία «να διακονεύσουν και να ταλαιπωρούνται ξιπόλητοι, γυμνοί, νηστικοί στα σοκάκια εκείνης της ματοκυλισμένης πατρίδος» αντίθετα με άλλους που «βάνοντας την αρετή στα σίδερα, γύμνωσαν τον τόπο με το πλιάτσικο».

Τελειώνοντας, μια συγκινητική εικόνα που δείχνει το ψυχικό του μεγαλείο. Μετά την καταδικαστική απόφαση σε θάνατο από το δικαστήριο οδηγήθηκε από τους χωροφύλακες στη φυλακή του Στρατιωτικού Νοσοκομείου.

Τότε, όπως γράφει η εφημερίδα Αιών στις 13/3/1853 «διερχόμενος όπισθεν της Ακροπόλεως και ιδών την θέσιν όπου άλλοτε επληγώθη πολεμών υπέρ της πατρίδος κατά των τυράννων αυτής, ήρξατο άδων αρματολικόν τραγούδιον ηρωϊκόν μετά καρδίας γενναίας, δια φωνής καθαράς και ατρόμου, συγκινήσας τους ακούοντας μέχρι δακρύων».

Μια από τις χάρες του Μακρυγιάννη έγραφε ο Γ. Σεφέρης, είναι το συναίσθημα πως έχουμε στο πλάι μας έναν οδηγό – τόσο ανθρώπινο – που είναι στο μέτρο των πραγμάτων και των όντων.

  

Γιάννης Πατσώνης,

Παιδίατρος

© Ιατρικά Θέματα, Τριμηνιαία έκδοση του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, τεύχος 33, 2005.

 

Πήγες  

 


  • Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα, (εκδόσεις Γαλαξίας Δωρικός, Ζαχαρόπουλος, Μέλισσα (εισαγωγή Σπύρου Ασδραχά), Μπάϋρον.
  • Γ. Σεφέρης: Δοκιμές (ένας Έλληνας: Ο Μακρυγιάννης). 
  • Δ. Σταμέλος:» Μακρυγιάννης – Το χρονικό μιας εποπιοΐας», Εστία.
  • Γ. Μαρρές: Μακρυγιάννης  – ένας γενναίος πατριδοφύλακας, Καλέντης.
  • Μακρυγιάννη: Οράματα και Θάματα (Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης).
  • Τετράδια ευθύνης: για τον Μακρυγιάννη. 

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Μίχος Αρτέμιος (1803 – 1873)

 


Μίχος Αρτέμιος

Αγωνιστής του ’21.  Ο Αρτέμιος Μίχος γεννήθηκε στα Γιάννενα. Πολέμησε σε πολλές μάχες στη δυτική Στερεά και στο Μεσολόγγι. Το 1825 κλείστηκε στο Μεσολόγγι όπου αγωνίστηκε ηρωικά μέχρι την έξοδο. Μετά ακολούθησε τον Δημήτριο  Υψηλάντη.  

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου κρατούσε σημειώσεις με τα καθημερινά συμβάντα και μετά την απελευθέρωση ολοκλήρωσε τη συγγραφή των απομνημονευμάτων του, τα οποία με τίτλο «Αρτεμίου Ν. Μίχου αντιστρατήγου Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826) και τινες άλλαι σημειώσεις εις την ιστορίαν του μεγάλου Αγώνος αναγόμεναι», κυκλοφόρησαν από τον  Σ. Π. Αραβαντινό το 1883.   

Ο Σ. Π. Αραβαντινός γράφει:

«Μεταξύ των σφριγώντων μαχητών, οίτινες μετά την καταστροφήν του Αλή Πασά προσέδραμον εις τας τάξεις των υπέρ της ελευθερίας αγωνιζομένων, ην και ο συγγραφεύς των Απομνημονευμάτων Αρτέμιος Μίχος, νεαρός ευπατρίδης των Ιωαννίνων, καταλιπών καπνίζοντα έτι τα ερείπια της πατρικής οικίας και μεταστάς εκ των ανέσεων του οικογενειακού βίου εις τας κακοπαθείας του πολέμου.

Μετά πέντε δε έτη η δίνη των μαχών περιέλαβε και αυτόν εις την πόλιν του Μεσολογγίου, όπου εγένετο κοινωνός πάντων των αγώνων, των ταλαιπωριών ως και της δόξης της φρουράς.

Διαρκούσης της πολιορκίας, ο συγγραφές κατέγραψε πιστάς σημειώσεις περί των συμβάντων, τας οποίας, συνηρμολόγησεν  ύστερον, ότε συντελεσθέντος του αγώνος απεκατεστάθη η τάξις».

Ήταν αντισυνταγματάρχης – διοικητής του 5ου τάγματος  πεζικού στο Ναύπλιο όταν έγινε η επανάσταση στην οποία έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο. Με το διάγγελμα της αμνηστίας, που υπογράφηκε στην Αθήνα την 24η Μαρτίου, εξαιρέθηκαν από αυτή οι  αξιωματικοί: Δημ. Τσόκρης, Αρτέμης Μίχος, Λουδοβίκος Στέλβαχ, Δημ. Μπότσαρης κ.α. Με τη συγκατάθεση της κυβέρνησης, όσοι εξαιρέθηκαν της αμνηστίας, επέβησαν σε γαλλικό και αγγλικό ατμόπλοιο και έφυγαν από το Ναύπλιο για την Αίγυπτο, Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη. Ο Όθωνας εκθρονίστηκε τον επόμενο Οκτώβριο (12/10/1862).

Μετά την μεταπολίτευση υπηρέτησε σαν επιθεωρητής του στρατού και σαν αρχηγός της χωροφυλακής. Πέθανε στην Αθήνα το 1873.

  

Πηγές

 


  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 5ος, Αθήνα 1930.                        
  • Αρτεμίου Ν. Μίχου αντιστράτηγου, «Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826) καί τινες άλλαι σημειώσεις εις την ιστορίαν του μεγάλου Αγώνος αναγόμεναι», εκδίδονται υπό Σ. Π. Αραβαντινού. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου της Ενώσεως, 1883.
  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα. 

  

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Κάλλας Παναγιώτης ή Τσοπανάκος (1789-1825), λαϊκός ποιητής του 1821


 

 Παναγιώτης Κάλλας ή Τσοπανάκος λαϊκός ποιητής του 1821, ο επονομαζόμενος και Τυρταίος της ελληνικής επανάστασης, με τα αυτοσχέδια ποιήματα και τραγούδια του εμψύχωνε τους αγωνιστές ή υμνούσε τα κατορθώματά τους.

 

Τσοπανάκος

Ο Τσοπανάκος γεννήθηκε το 1789 στη Δημητσάνα και πέθανε το 1825, σε ηλικία μόλις 36 ετών. Γραφή και ανάγνωση έμαθε στη σχολή της γενέτειράς του. Ο Τσοπανάκος είχε αδικηθεί από τη φύση. Ήταν ραχιτικός, δύσμορφος, κοντός και στραβοπόδης. Και καθώς στα χωριά ο περισσότερος κόσμος ήταν γνωστός με παρατσούκλια, στον Παναγιώτη Κάλλας είχαν κολλήσει το παρατσούκλι Τσοπανάκος – κατά μια εκδοχή επειδή η φωνή του έμοιαζε με του πετροκότσυφα, κατά άλλη επειδή περπατούσε ακουμπώντας σε μια γκλίτσα τσοπάνη.

Επειδή δεν μπορούσε να εργαστεί πριν την Επανάσταση του 1821 έφτιαχνε με ευχέρεια στίχους σατιρικούς για τους συμπατριώτες του. Με την κήρυξη όμως της Επανάστασης έβαλε την ικανότητά του αυτή στην υπηρεσία του Αγώνα. Και τα ποιήματά του ήταν πια θούρια που εξυμνούσαν τα κατορθώματα των αγωνιστών και τους παρακινούσαν σε νέους ηρωισμούς. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Βελεστινλής – Φεραίος Ρήγας  (1757-1798)


« Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά»

 

Ο Ρήγας  υπήρξε πρόδρομος και πρωτομάρτυρας της Ελευθερίας, αλλά και ένας από τους προδρόμους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Όπως και άλλοι φωτισμένοι ομογενείς του καιρού του, προσπάθησε, με βιβλία, με ιστορικογεωγραφικούς χάρτες και με άλλες εκδόσεις, να συμβάλει κι αυτός στην πνευματική αφύπνιση του υπόδουλου Γένους.

Είναι γνωστός σε όλους τους Έλληνες κυρίως από το εθνικό του εμβατήριο «Θούριος» :

               

Ως πότε παλικάρια, να ζούμε στα στενά,

μονάχοι, σαν λιοντάρια, στις ράχες  στα βουνά;

……………………………………………………..

Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή,

παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή!

………………………………………………….

 

Προσωπογραφία του Ρήγα, ελαιογραφία του Ανδρέα Κριεζή.

Γεννήθηκε στο Βελεστίνο της Θεσσαλίας από εύπορους γονείς. Το όνομά του Ρήγας είναι το βαπτιστικό του και το επίθετο Βελεστινλής είναι δηλωτικό του τόπου καταγωγής, που το επέλεξε ο ίδιος, αφού έτσι υπέγραφε. Οι κατοπινοί όμως λόγιοι του πρόσθεσαν και το επίθετο Φεραίος, επειδή το Βελεστίνο βρίσκεται στο χώρο που ήκμασαν οι αρχαίες Φερές. Τα νεανικά του χρόνια είναι βυθισμένα στην αχλύ του θρύλου και είναι δύσκολο να ανιχνευτούν τα πραγματικά γεγονότα. Τα πρώτα γράμματα λέγεται ότι τα διδάχθηκε από ιερέα του Βελεστίνου και κατόπιν στη Ζαγορά. Καθώς διψούσε για μάθηση, ο πατέρας του τον έστειλε στα Αμπελάκια για περαιτέρω μόρφωση.  Όταν επέστρεψε, δίδαξε για ένα χρόνο στο σχολείο άλλου πηλιορείτικου χωριού, του Κισσού.

Μετά τα πρώιμα θεσσαλικά του χρόνια, ο Ρήγας φύση ανήσυχη και τολμηρή, βγήκε στους δρόμους του κόσμου. Πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί συνδέθηκε με τα φαναριώτικα περιβάλλοντα της κοινωνίας των Ρωμιών πιθανότατα με την οικογένεια του λόγιου Μεγάλου Διερμηνέα και αργότερα ηγεμόνα της Βλαχίας Νικολάου Καρατζά.        

Στην Πόλη εκτός από τις πολλές του γνωριμίες με Φαναριώτες και λοιπούς προύχοντες διεύρυνε τις σπουδές του στη Γαλλική, στην Ιταλική και στη Γερμανική γλώσσα. Αργότερα τον βρίσκουμε στο Βουκουρέστι ως γραμματέα του ηγεμόνα της Βλαχίας Νικολάου Μαυρογένη. Μετά το Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1790), όπου ηττήθηκε η Τουρκία, ο Ρήγας κατέφυγε στη Βιέννη την οποία έκανε και έδρα της επαναστατικής του δράσης, αφού ήρθε σε επαφή και με άλλους ομογενείς.

Η Χάρτα της Ελλάδος, Βιέννη 1797.

Στη Βιέννη τυπώνει, εκτός των άλλων βιβλίων του, τη μεγάλη « Χάρτα της Ελλάδας», γεωγραφικός και ιστορικός πίνακας του αρχαίου και νέου Ελληνισμού, μνημείο πολυμάθειας και φιλοπονίας, πατριδογνωστική εγκυκλοπαίδεια προορισμένη  να ανακαλέσει στη μνήμη των ραγιάδων την προγονική ιστορία  και δόξα.

Επίσης τυπώνει κρυφά σε 3.000 αντίτυπα  το επαναστατικό του μανιφέστο, που περιείχε τα συνθήματα « Ελευθερία- Ισότης – Αδελφότης», μία Διακήρυξη των δικαιωμάτων των ανθρώπων, το Σύνταγμα του νέου πολιτεύματος  και στο τέλος τον αθάνατο Θούριο.

Μέσα από αυτές τις δραστηριότητές του, εκεί στη Βιέννη, γνωρίστηκε και συγκέντρωσε γύρω του έναν κύκλο αφοσιωμένων στις ιδέες και τα προγράμματά του. Έτσι δημιουργήθηκε μία μυστική οργάνωση που προετοίμαζε την εθνική εξέγερση. Στους μυημένους κυκλοφορούσε τα έργα του και κυρίως το «Θούριο». Τους τον έδινε χειρόγραφο και αυτοί τον αντέγραφαν και τον έδιναν σε άλλους. Έτσι χέρι με χέρι έφτανε και στην Ελλάδα.  Με τον ίδιο τρόπο τον μάθαιναν πολλοί Έλληνες ακόμη και τα παιδιά στα κρυφά σχολεία.

Στο πρόγραμμά του ήταν να κατεβεί και ο ίδιος στην Ελλάδα, να μεταφέρει όλο το έντυπο υλικό, να συνεργαστεί και να εμψυχώσει τους «σταυραϊτούς του Ολύμπου» και τα «ξεφτέρια των Αγράφων», όπως αποκαλούσε τους κλεφταρματολούς. Έπρεπε όμως πρώτα να περάσει και από την Ιταλία και να επιδιώξει συνάντηση με το Βοναπάρτη, για να τον ενημερώσει για τα σχέδιά του.

Ο Ρήγας Φεραίος στα μέρη της Εύβοιας, έργο Νίκου Εγγονόπουλου.

Τα σχέδια όμως αυτά προδόθηκαν, από έναν ονόματι Δημήτρη Οικονόμου, στην αυστριακή αστυνομία με αποτέλεσμα ο Ρήγας μαζί με άλλους επτά συντρόφους του να συλληφθεί στην Τεργέστη την 1η Δεκεμβρίου του 1797. Μετά από πολλές ανακρίσεις οι αυστριακές αρχές τους παρέδωσαν στις τουρκικές αρχές του Βελιγραδίου για να δικαστούν. Εκεί ύστερα από βασανιστήρια, στις 24 Ιουνίου 1798, αφού πρώτα τους στραγγάλισαν, πέταξαν τα σώματά τους στο Δούναβη ποταμό.

Στο σημείο αυτό χρήσιμο θα είναι οι αναγνώστες να διαβάσουν στη συνέχεια τι έγραψε για το Ρήγα Βελεστινλή ένας θαυμαστής του, ο «Ανώνυμος Έλλην»  συγγραφέας του βιβλίου  «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ», πολιτικό και κοινωνιολογικό δοκίμιο, που κυκλοφόρησε το 1806.

Θρηνεί για το χαμό του και καταριέται τον προδότη. Υπερασπίζεται με πάθος την κεντρική ιδέα του Ρήγα πως η εθνική απελευθέρωση είναι υπόθεση των ίδιων των Ελλήνων, θεωρεί το χαμό του πρωτεργάτη της ελληνικής ελευθερίας μεγάλη εθνική συμφορά και επιμένει ότι το έθνος είναι ικανό να βγάλει μέσα από τους κόλπους του αμέτρητους Ρηγάδες. Το Βιβλίο αυτό, επειδή οι ιδέες του ήταν αντίθετες με το σύστημα που επικράτησε στο ελληνικό κράτος, μετά την απελευθέρωσή του, καταχωνιάστηκε και έμεινε άγνωστο στους Έλληνες αναγνώστες κοντά στα 150 χρόνια. Ας δούμε ένα μικρό απόσπασμα :

          « Αυτός ο αξιάγαστος ανήρ ήτον εστολισμένος από την φύσιν με όλας τας χάριτας των μεγάλων υποκειμένων, ευφυής, αγχίνους και άοκνος, ωραίος τω σώματι και ωραιότερος τω πνεύματι, δίκαιος, και εξακολούθως αληθής, φιλέλλην και φιλόπατρις…

        Γνωρίζοντας την χρείαν της μαθήσεως, δεν έπαυσεν από το να αγωνισθή, ως ουδείς άλλος, εις τα επιστήμας, και εις ολίγον καιρόν έμαθεν εντελώς τας χρησιμωτέρας. Τότε λοιπόν, ήρχισε να βάλλη θεμέλιον εις το μεγάλον κτίριον, όπου ητοίμαζε. Και κατ’ αρχάς εσύνθεσε εις την ημετέραν διάλεκτον, με ακροτάτην σαφήνειαν, τους δώδεκα Γεωγραφικούς πίνακας της Ελλάδος, και διάφορα άλλα επωφελή πονήματα έδωσεν εις φως, ιδίοις αναλώμασι, προς φωτισμόν των συνάδελφών του Ελλήνων…

       Αλλά, φευ, της βασκάνου και φθονεράς τύχης των Ελλήνων! Ότε ο της Ελλάδος ελευθερωτής ήτον έτοιμος δια να μισεύση προς κατατρόπωσιν των τυράννων αυτής, και να συνθλάση τας αλύσους, οπού την φυλάττουσιν υπό της δουλείας, με μίαν γενικήν επανάστασιν και επανόρθωσιν των ταλαιπώρων συμπατριωτών του, όταν λέγω ο άξιος Ρήγας βλέποντας τα πάντα έτοιμα, ως εβούλετο, εκαλοτύχιζε τον εαυτόν του, δια μίαν τόσον τιμίαν και μεγάλην επιχείρησιν, και επρόσμενε να ιδή ογλήγορα ελευθέραν την Ελλάδα άπασαν, εξαλειμμένον δε το οθωμανικόν κράτος. Όταν, τέλος πάντων, σχεδόν βέβαιος δια το καλόν τέλος του έργου του, εστοχάζετο εις την μέλλουσαν ευτυχίαν της πατρίδος του, και ευφραίνετο, τότε ένας προδότης,ο ουτιδανώτερος των ανθρώπων, ο πλέον μιαρός σκλάβος της γης, αναιτίως και παραλόγως, τον παραδίδει εις χείρας των τυράννων, και η Ελλάς χάνει εις αυτόν  έναν αντιλήπτορα και σωτήρα της.

       Αλλά αν η φθονερά τύχη έκλεψεν την ελευθερίαν της Ελλάδος με την ζωήν τοιούτου Ήρωος, δεν ημπόρεσεν όμως να εμποδίση τον  αναγκαίον και φοβερόν κρότον, αφού η φήμη τοιαύτης επιχειρήσεως ανέπεμψεν εις τας ακοάς των Ελλήνων, ούτε ημπόρεσε, λέγω, να εκλείψη εις την όρασίν των την λαμπρότητα τοιούτου έργου. Το αθώον αίμα του Ρήγα προετοίμασε την ταχείαν εξάλειψιν των βαρβάρων τυράννων, και ογλήγορα θέλουσιν εμφανισθή, βέβαια , οι οπαδοί του. Τότε δε θέλομεν αποδείξει εμπράκτως την προς αυτόν ευγνωμοοσύνην μας, υψώνοντες εις το κέντρον της ελευθέρας Ελλάδος στεφάνους δόξης και θριάμβους εις μνημόσυνον αυτού του μεγάλου ανδρός, ως αρχηγού και πρώτου συνεργού εις την της Ελλάδος  ελευθέρωσιν.»

Σε λίγα χρόνια, από τότε, επαληθεύτηκε η προφητεία και πραγματοποιήθηκε η προσδοκία του σπουδαίου αυτού «Ανωνύμου Έλληνος». Η κληρονομιά που άφησε ο Ρήγας Φεραίος με το έργο  και τη θυσία του ήταν μεγάλη. 

Η φράση που είπε στο δήμιό του «Αρκετό σπόρο έσπειρα. Το έθνος μου γλήγορα θα θερίσει το γλυκό καρπό»  ήταν τα τελευταία λόγια του πριν πεθάνει. Και πραγματικά ο σπόρος του έβγαλε πλούσιο καρπό: Την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και τη λευτεριά στην πατρίδα του.

Για τον ίδιο το Ρήγα Φεραίο, αναγνωρίζοντας τη μεγάλη του προφορά,  ο θρυλικός Γέρος του Μοριά, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, είχε πει:«Εστάθη ο μεγαλύτερος ευεργέτης της φυλής μας.  Το μελάνι του θα είναι πολύτιμο ενώπιον του Θεού, όσον και το αίμα του το άγιον».

Και τέλος η ελεύθερη πατρίδα,  τιμώντας το μεγάλο τέκνο της  και βάρδο της ελευθερίας, έστησε τον ανδριάντα του σε περίοπτη θέση μπροστά στο Πανεπιστήμιο.

                                                                      

Σπύρος Κ. Καραμούντζος 

 

 

 

Read Full Post »

Σχέσεις Νικηταρά με το Άργος 


 

Το πιο κάτω κείμενο αποτελεί  ανακοίνωση προς το Β’ Συνέδριο Αργολικών Σπουδών* από χρέος προς τον Νικηταρά, την οικογένεια Νικηταρά και το Άργος.

                                                                                  

Nikitaras, Lithography by Karl Krazeisen.

Η ιστορία, ο θρύλος και η δράση του Νικηταρά στην Αργολίδα είναι πολύ γνωστά πράγματα και δεν θα ήθελα να αναφερθώ σ’ αυτά, παρόλο πού η επανάληψη τους όχι μόνο δεν κουράζει αλλά, αντίθετα, ευχαριστεί και ενθουσιάζει κάθε ακροατήριο. Θέλω να αναφερθώ σε δυο γεγονότα, όπως αναδύονται μέσα από τα επίσημα γραπτά κείμενα, που βρίσκονται στην κατοχή μου.

Το πρώτο: Ένα κομμάτι της Αργολικής γης, κοντά στα όρια της πόλεως του Άργους προς Ναύπλιο και Νέα Κίο, ένα αγρόκτημα στη θέση Σερεμέτι, έκλεισε μέσα του τους μόχθους και τον ιδρώτα του Νικηταρά για επιβίωση δική του και της οικογένειάς του, συγχρόνως όμως αποτέλεσε γι’ αυτόν πηγή  πικρίας, οικονομικής εξαθλιώσεως και αφορμή αποστάγματος αγνωμοσύνης του επίσημου Κράτους προς τον γενναίο στρατηγό, επιβεβαιώνοντας έτσι την τραγική μοίρα των γενναίων ν’ αμείβονται με αγνωμοσύνη!

Το δεύτερο: Ένα σπίτι στο Άργος, «οδός Νικηταρά 5», που δεν υπάρχει πια, αφού δεν άντεξε στη μάχη με το χρόνο, στέγασε τον γόνο του Τουρκοφάγου, τον Ιωάννη Νικήτα Νικηταρά, που έζησε στο Άργος και ετάφη στο Άργος για να αποκτήση η Αργείτικη γη το προνόμιο να κλείση για πάντα στα σπλάχνα της το γιο του Τουρκοφάγου.

Παρουσιάζοντας τα δυο αυτά γεγονότα, θα προτιμήσω να χρησιμοποιήσω αποσπάσματα από τα γραπτά ντοκουμέντα, περιορίζοντας τις δικές μου προσθήκες μόνο στο απαραίτητο.

  

Το κτήμα στο Σερεμέτι (περιοχή σημερινού εργοστάσιου Πελάργου)  


  

Τα γραπτά επίσημα κείμενα που έχω στα χέρια μου και θα χρησιμοποιήσω είναι:

α) Αναφορά του Νικηταρά προς το βασιλέα Όθωνα με ημερομηνία 24 Οκτωβρίου 1841.

β) Εισηγητική Έκθεση «Προς την Βουλήν» του τότε Υπουργού Οικονομικών Λ. Ι. Κρεστενίτη με ημερομηνία 25 Ιουνίου 1849.

γ) Αναφορά Νικηταρά προς την Γερουσία και την Βουλή.

δ) Απόφαση συνταξιοδοτήσεως Αγγελικής χήρας Νικήτα Σταματελοπούλου. 

Γράφει στην αναφορά του προς τον Όθωνα ο Νικηταράς, για το κτήμα στο Σερεμέτι:

Μεγαλειότατε,

Είς διαφόρους περιστάσεις και εποχάς έκαμα γνωστόν είς την Υμετέραν Μεγαλειότητα ότι δι’ αδείας της υπό της αισίας ελεύσεως της Ελληνικής Κυβερνήσεως, μοι παρεχωρήθησαν όλες οι εντός της κατά την Αργολίδα θέσεως  Σερεμέτι εθνικές γαίες, χέρσας δε ούσας, και καταπλακωμένας υπό των υδάτων.

Ηγωνίσθην, εξόδευσα, ό,τι εντίμως απελάμβανα, απεξήρανα τάς γαίας αυτάς και εγεώργησα ικανόν μέρος αυτών, ενήργησα φυτείας, αυταί δε κατεστράφησαν εκ των ώδε ανωμαλιών, επανέλαβα μετά ταύτα τας γεωργικάς εργασίας, δια να δυνηθώ να πραγματοποιήσω τον οποίον η Κυβέρνησις προέθετο σκοπόν, του να εξασφαλίση πόρον ζωής είς την πολυάριθμον οικογένειαν γηραιού στρατιωτικού, όστις τίποτε άλλο δεν απήτησε πώποτε.

Μετά την σύστασιν του ιπποφορβείου, μου αφηρέθησαν αι γαίαι αυταί, μοι αφέθη όμως μέρος αυτών κατά το τοπογραφικόν σχέδιο του αρχηγού του πυροβολικού. Τούτο συνέβη μεταξύ των ετών 1836 και 1837. Έκτοτε ασχολούμαι με την βελτίωσιν της καλλιεργείας των οποίων μοι αφέθησαν γαιών, αλλ’ επέπρωτο ίσως καθ’ ήν στιγμήν χαίρω τα αποτελέσματα της δικαιοσύνης της Υ. Μ. να ιδώ να αφαιρούν από εμέ γη ως είρηται αφεθείσαν είς την κατοχήν μου γαίας του Σερεμετίου, και να μάθω ότι ικανόν μέρος αυτών εξετέθη προ καιρού είς δημοπρασίαν.

Ο Νικηταράς δεν είχε δικούς του πόρους, δεν είχε δικά του χρήματα για να καλλιεργήση τη χέρσα γη που του παραχωρήθηκε για εκμετάλλευση και που μόνο « κατ΄ευφημισμόν»  μπορούσε να χαρακτηρισθή «κτήμα» με την σημερινή έννοια καλλιεργησίμου και ευφόρου αξιολόγου εδάφους.

Δανείστηκε λοιπόν για να κάνη καλλιεργήσιμο το κτήμα. Δανείστηκε για φτιάξη το σπίτι του. Δανείστηκε ακόμα και κατά την εποχή του Αγώνα για να συντηρή τους στρατιώτες του. Και οι τόκοι από τα χρέη τον έπνιξαν. Ιδού είς ένδειξιν δικαιολογημένης διαμαρτυρίας πως περιγράφει ο ίδιος αυτήν την κατάστασή του στην αναφορά του στη Γερουσία και την Βουλή: 

…Ως εκ τούτου κατεδαπάνησα είς αυτό πολλά είς καλλιέργειαν, οικοδομήσας οίκους, ανοίξας χάνδακας, εμφυτεύσας αμπελώνας, δένδρα και λοιπά· προς τούτοις δε και όσα εργάσιμα, ζώα και άλλα χρήματα. Αλλ’ η Αντιβασιλεία αυθαιρέτως και αυτογνωμόνως με αφήρεσεν το πλείστον μέρος αυτού· αλλά και σύρουσά με είς τας καθύγρους φυλακάς· εν αυτή τη φυλακή με κατηνάγκασε η να οικοδομήσω την έν Ναυπλίω οικίαν μου ή να την πουλήσω και ούτω με εξέθεσεν εις πολλά δυστυχήματα· διότι αναγκασθείς να εμπιστευτώ εις ξένους την φροντίδα της οικοδομής και υποπεσών είς σφετερισμούς και τόκους, αντί 30 ή 35 χιλιάδων δραχμών δαπάνης ή οικοδομή ανέβη είς 79.775, την ακρίβειαν των οποίων βλέπετε εις επισυναπτόμενον ενταύθα κατάλογον.

 Αναγκασθείς εκ τούτω να δανεισθώ εσχάτως 20.000 δρχ. από την Τράπεζαν, αδύνατο να πληρώνω το χρεώλυστρον και το μέλλον απειλεί τα χειρότερα· και δια να γνωρίζετε κάλλιον την αλήθεια σας επισυνάπτω δεύτερον ονομαστικόν κατάλογον των όσων κατά τον Αγώνα εδανείσθην δια να οικονομώ  εν μέρει τους υπ’ εμού στρατιώτας και δια τα οποία σήμερον σύρομαι καθ’ εκάστην εις τα δικαστήρια και πληρώνω ως αν έμελλον να υποβάλλωμαι δια τον πατριωτισμόν  μου  (συγχωρήσατέ με να το ειπώ) αιωνίως είς πρόστιμα.

…………………………………………………………………………………………………………………………………

 Ακολούθως δε ό,τι αποφασισθή και εγώ βέβαια υπάγομαι είς την εθνικήν θέλησιν και απόφασιν.

Την οικτρά αυτήν κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει ο γενναίος στρατηγός, περιγράφει και ο τότε Υπουργός Οικονομικών Λ. Ι. Κρεστενίτης, εξαίροντας συγχρόνως και την αφιλοχρηματία του Νικηταρά,

Εν τούτοις, Κύριοι, ο συμπολίτης μας ούτος, κεκμηκώς εκ των κακουχιών του πολέμου και των περιπετειών της τύχης, κατελήφθη υπό πολλών σωματικών ασθενειών και ήδη κείται ελεεινόν θέαμα προ των οφθαλμών της οικογενείας και οικείων του, προ των οφθαλμών του Έθνους ολοκλήρου. Ο ανήρ ούτος, όστις εκ μόνων των προ των ποδών αυτού πεσόντων λαφύρων ηδύνατο να κατασταθή βαθύπλουτος, υπήχθη είς χρέη υπέρογκα εν καιρώ του πολέμου και μετά ταύτα και ήδη ούδ’ η μικρά αυτού περιουσία, αν εκποιηθή, είναι αρκετή να αποσβέση μέρος του χρέους του, ούδ’ η πρόσοδος ταύτης, και αυτός ο μισθός του δύνανται να εξαρκέσωσιν είς μόνον των τόκων την απότισιν και ως εκ τούτου η ζωή του κατέστη βίος αβίωτος, η δε θλίψις, ήτις κατακυριεύει την καρδίαν του, ωθεί αυτόν με βήμα ταχύ προς τον τάφον.

Για να μη δημιουργηθούν πλανημένες εντυπώσεις, ότι η παραχώρηση του κτήματος του Σερεμέτι αποτελούσε δωρεά προς τον Νικηταρά και για να αποδειχθή, αντίθετα, ότι το κράτος χρωστούσε  χρήματα στον γενναίο στρατηγό, παραπεμπόμεθα στα παρακάτω από το ίδιο έγγραφο του Υπουργού Λ. Ι. Κρεστενίτη, στην Εισηγητική του Έκθεση «Προς την Βουλήν»:

Η παραχώρησις αύτη, συγχωρήσατέ μοι, Κύριοι, να παρατηρήσω, ότι δεν φέρει χαρακτήρα δωρεάς, καθ’ όσον το αντίτιμον αυτής θέλει συμψηφισθή εν καιρώ με όσα έχει λαμβάνειν ο υποστράτηγος Νικήτας δια μισθούς και έξοδα του πολέμου· αλλά και ως δωρεά εάν ήθελε προταθή, η θυσία μεγάλη δεν ήθελεν είσθαι· πρώτον, διότι και άλλοι επίσημοι άνδρες του Αγώνος έλαβον ανωτέρας αξίας κτήματα, άλλοι μεν υπό τον όρον του συμψηφισμού, και άλλοι δωρεάν· δεύτερον, διότι απέναντι των ανδραγαθημάτων του πατριωτισμού και της αυταπαρνήσεως του Νικήτα δεν δύναται να θεωρηθή μεγάλη δια το Έθνος η θυσία.

Τελικά, μετά τον θάνατο του Νικηταρά και παρά τις γραπτές εντολές της Κυβερνήσεως για αναστολή διώξεως λόγω χρεών, η οικογένεια του ενδόξου στρατηγού δεν μπόρεσε να αντέξη στο βάρος των χρεών και το κτήμα εκποιήθηκε.

  

Ο γιός του Νικηταρά στο Άργος – Ιωάννης Νικήτα Νικηταράς


  

Ο Ιωάννης Νικήτα Νικηταράς, ο γιος του Τουρκοφάγου είναι αξιοπρόσεκτο ότι δεν ονομάζεται Σταματελόπουλος, αλλά επίσημα Νικηταράς. Ήταν ηλικίας 20 χρονών, όταν πέθανε ο στρατηγός πατέρας του, όπως προκύπτει από το πρωτότυπο έγγραφον, την απόφασι συνταξιοδοτήσεως της  « Αγγελικής χήρας μετά του Ιωάννου 20ετούς ορφανού του ποτέ στρατηγού της φάλαγγος Νικήτα Σταματελοπούλου». Η σύνταξη αυτή χορηγήθηκε από τις 26 Αυγούστου 1854 και ήταν ίση προς 111 δραχμές.

Ο Ιωάννης Νικήτα Νικηταράς παντρεύτηκε μια Αργειτοπούλα, την πανέμορφη Βασιλική, το γένος Τσίπη. Έζησε στο Άργος και κατοικία του ήταν, όπως αναφέρθηκε στην αρχή, η μη υπάρχουσα πλέον παλαιά οικία της οδού Νικηταρά 5, που απετέλεσε άλλωστε και την αιτία της ονομασίας «οδός Νικηταρά».

Ο Ιωάννης δεν απέκτησε παιδιά. Πέθανε σχετικά νέος, 60 ετών, στις 9 Ιανουαρίου 1895 και ετάφη στο Άργος, στο Κοιμητήρι της Κοιμήσεως Θεοτόκου (Παναγίας), σε υπόγειο θολωτό τάφο με μαρμάρινη επιτύμβια πλάκα, που φέρει καλαίσθητο σκάλισμα, και σώζεται και υπάρχει έως σήμερα. Η σύζυγος του Βασιλική πέθανε υπεραιωνόβιος, πολύ αργότερα, κατά το έτος 1942, ετάφη στον ίδιο τάφο και οι παλαιότεροι συμπολίτες μας την θυμούνται.

Ο Ιωάννης Ν. Νικηταράς  ήταν ταγματάρχης. Όπως προκύπτει  από μία αναφορά του, που έχουμε στα χέρια μας, με ημερομηνία «Εν Άργει τη 3 Ιανουαρίου 1873 και αριθ. Πρωτ. 44 του 4ου Τάγματος Ευζώνων ήταν κατά την χρονολογία αυτή Υπολοχαγός του Ευζωνικού αυτού Τάγματος. Την αναφορά του αυτή υπογράφει με το επώνυμο «Νικηταράς» και όχι «Σταματελόπουλος».

Σύμφωνα προς αφηγήσεις της Βασιλικής Ιωάννου Ν. Νικηταρά προς παλαιοτέρους Αργείτες, το ζεύγος αποτελούσε κόσμημα για την πόλη του Άργους και εζωντάνευε την μνήμη του γενναίου Νικηταρά. Στα χέρια της Βασιλικής απέμεινε το αρχείο του στρατηγού, από το οποίον έφθασε στα χέρια μου μικρόν τμήμα, από όπου αντλώ για την παρούσα ανακοίνωση, ενώ το μεγαλύτερο τμήμα παρεδόθη από τον πατέρα μου στον γνωστόν λόγιον Αργείτη δικηγόρο και ιστορικόν ερευνητή Δημ. Βαρδουνιώτη, ο οποίος επρόκειτο να λάβει πληροφορίες για την Ιστορία του Άργους.

Μικρό τμήμα από το σύνολο του αρχείου επεστράφη τμηματικά στον πατέρα μου, αλλά το μεγαλύτερο τμήμα παρέμεινε στα χέρια του Δ. Βαρδουνιώτη, για να συνεχίση την αναζήτηση ιστορικών ειδήσεων. Πιθανολογώ ότι ένα μέρος του αρχείου αυτού «πέρασε» στο αρχείο Τσώκρη – Νικηταρά· ενώ ένα άλλο μέρος του πρέπει να χρησιμοποιήθηκε από συμπολίτη μας, που παλαιότερα ιστοριογραφούσε  σχετικά με τον Νικηταρά σε τοπικήν εφημερίδα του Άργους.

  

Επίλογος


  

Νικήτας Σταματελόπουλος, ο Τουρκολεκιώτης, υπήρξε ασφαλώς μια αγνή και σπουδαία μορφή του Αγώνος. Χωρίς να έχη ιδιαιτέρους δεσμούς με το Άργος, η μοίρα ηθέλησε να συνδεθή στενά με την πόλη μας, όπου για όσους μπορούν να το νιώσουν αντηχεί η ζωηρή φωνή του. Αυτήν την υπερήφανη φωνή προσεπάθησα με την σύντομη ανακοίνωσή μου να μεταφέρω σ’ αυτήν την αίθουσα μέσ’ από τα ίδια του ήρωα κείμενα.

Ζητώ την συγκατάθεση του Συνεδρίου να προτείνω στον «Δαναό» και στον Δήμο Άργους, να στήσουν ένα άξιον του ανδρός πνευματικό μνημείο, αφιερώνοντας ένα χωριστό τόμο στον Νικηταρά, που να περιλαμβάνη μαζί με τα έγγραφα του αρχείου του (τα εις χείρας μου στην διάθεσή τους) και τα Απομνημονεύματά του σε νέα έκδοση.

Τέλος, ας τερματισθή η ανακοίνωσή μου με τα λόγια του Λυκούργου Κρεστενίτη, παρμένα από το από 25.6.1849 έγγραφό του προς την Βουλήν των Ελλήνων:

Το όνομα του Νικήτα και το διά της σπάθης αυτού αποδοθέν είς τον ίδιον (του Τουρκοφάγου) τις δύναται να αρνηθή ότι δεν ήχησε καθ’ όλην την Ευρώπην και την Ασίαν, προφερόμενον εισέτι με σέβας και θαυμασμόν παρά πάντων; Τις δύναται να αμφιβάλη ότι ο βίος του Νικήτα θέλει καλύψει πολλάς της ιστορίας σελίδας και θέλει στολίσει αυτήν με τα ανδραγαθήματα του ήρωος τούτου, τα οποία εις τας επερχομένας γενεάς θέλουν χρησιμεύσει ώς τύπος και παραδειγματισμός του ακραιφνούς πατριωτισμού και του ηρωϊσμού, όστις αναβιβάζει τον πολίτην στρατιώτην είς την εύκλειαν της αληθούς δόξης;

Η εικών του Νικήτα, ζώντος έτι αυτού, ανήρτηται και εν Ελλάδι και εν τη αλλοδαπή μεταξύ εκείνων των μεγάλων ανδρών· μετά θάνατον δε η  προτομή αυτού θέλει κατασταθή σεβαστόν μνημείον είς πάντα τόπον.

Οι ξένοι περιηγηταί ασπάζονται σήμερον με σέβας τον Νικήταν, αλλά μετά θάνατον και ξένοι και ομογενείς, διαβαίνοντας εκ των Δερβενακίων θέλουν χαιρετά με δάκρυα το ηρώον του Νικήτα, ως σήμερον το του Μιλτιάδου τρόπαιον.

Ιωάννης. Π. Χιωτακάκος

Μηχανολόγος – Ηλεκτρολόγος

 

      * Το Β΄ Τοπικό Συνέδριο Αργολικών Σπουδών, πραγματοποιήθηκε στο Άργος από 30 Μαΐου έως την 1η  Ιουνίου του 1986, στην αίθουσα του Συλλόγου Αργείων ο «Δαναός». 

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το Ναύπλιο την ημέρα της δολοφονίας του Καποδίστρια

 


  

Στις 8 Οκτωβρίου 1831,* ο μεγάλος κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος αφιέρωσε όλη τη ζωή του στην υπηρεσία της πατρίδος του, έπεφτε νεκρός από ελληνικές, δυστυχώς, σφαίρες. Πολλοί έγραψαν για τον τραγικό θάνατο του. Μεταξύ αυτών είνε και ο Ιταλός Τζεκκίνι.

Γιατρός κι αυτός, είχε σπουδάσει στην Ιταλία μαζί με τον Καποδίστρια,  ο οποίος όταν γίνηκε κυβερνήτης, τον κάλεσε κοντά του ως γιατρό του. Ο Τζεκκίνι συνεδέετο στενώτατα με τον κυβερνήτη. Στο πολύτιμο δε, για την ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως, βιβλίο του «Εικόνες της Νεωτέρας Ελλάδος» αφιερώνει ένα σημαντικό κεφάλαιο στη δολοφονία του φίλου του.

Ο Τζεκκίνι πέρασε το βράδυ της εβδόμης Οκτωβρίου – της παραμονής δηλαδή της δολοφονίας – στην Τύρινθα, όπου τον είχαν καλέσει να δη έναν άρρωστο. Την άλλη μέρα το πρωί ξεκίνησε νωρίς – νωρίς για το Ναύπλιο, που απέχει δυο μίλια από την Τύρινθα. Ασυνήθιστη όμως κίνησις επικρατούσε στους εξοχικούς δρόμους και πολλοί άνθρωποι έτρεχαν σ’ αυτούς τρομαγμένοι και λυπημένοι. Ο Τζεκκίνι ρώτησε ένα απ’ αυτούς γνωστό του τι συνέβαινε κι αυτός του απάντησε ότι σκότωσαν το Καποδίστρια.

 

Η δολοφονία του Καποδίστρια. Έργο λαϊκού ζωγράφου μέσα στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα.

Όσο ο Τζεκκίνι προχωρούσε και σίμωνε στο Ναύπλιο, τόσο τα πλήθη που έφευγαν από την πόλι μεγάλωναν. Πανικός είχε πιάσει όλους τους Ναυπλιώτες κι έτρεχαν να σωθούν στα γειτονικά χωριά. Όταν τέλος έφθασε στην πόλι, βρήκε την πύλη κλεισμένη από στρατό που δεν άφηνε κανένα να περάση.  Αμέσως έτρεξε στο παλάτι του κυβερνήτου, επλησίασε για να κυττάξη , αν τα τραύματά του ήσαν σοβαρά, και είδε ότι ο Καποδίστριας ήταν πια νεκρός.

«Άφησα – γράφει ο Τζεκκίνι – τον σκοτωμένο μεταξύ μερικών στρατηγών του, υπουργών του και γερουσιαστών, οι οποίοι από τη λύπη τους ήσαν άφωνοι σαν τον νεκρό, κι εβγήκα στους δρόμους για να προσφέρω τις υπηρεσίες μου, αν παρουσιαζόταν ανάγκη. Διέτρεξα όλη την πόλι χωρίς να συναντήσω ψυχή ζωντανή, παρά μερικούς στρατιώτες που έστεκαν σε κάθε γωνιά δρόμου ακίνητοι, σαν αγάλματα, με το τουφέκι έτοιμο, να πυροβολήσουν όποιον θα τολμούσε να κάνει το παραμικρό.

Νεκρική σιωπή τρόμου βασίλευε σ’ όλην αυτή την έρημο που ωνομάζετο Ναύπλιο. Όλες οι πόρτες των σπιτιών ήσαν  κλειστές και τα παράθυρα κατάκλειστα. Ούτε ένα μαγαζί δεν ήταν ανοιχτό. Όλοι περίμεναν από στιγμή σε στιγμή κάποιο κίνημα, κάποια καταστροφή, γιατί ο λαός ήταν χωρισμένος σε δύο αντίθετα στρατόπεδα, τα πάθη δυνατά και ο κίνδυνος διαρπαγής των περιουσιών μέγιστος. Το κλείσιμο θυρών και παραθυριών έγινε πρώτα αυθόρμητο από το λαό, έπειτα όμως κι’ η κυβέρνησι έβγαλε προκήρυξι να μείνουν όλα κατάκλειστα. Μονάχα στους στρατώνες επικρατούσε ζωή και κίνησι, και μάλιστα υπερβολική.  Ξαναγύρισα στο Παλάτι του κυβερνήτη, όπου έμαθα από τους φρουρούς πως σκοτώθηκε ο Καποδίστριας».

Και ο Τζεκκίνι διηγείται παρακάτω την ιστορία της δολοφονίας. Μεταξύ των άλλων αναφέρει ότι, πριν φύγει ο Καποδίστριας  από το σπίτι του για να πάη στην εκκλησία του Aγίου Σπυρίδωνος, έξω από την οποία σκοτώθηκε, ένα αγαπημένο σκυλάκι του τριγύριζε ανήσυχο γύρω από τα πόδια του, γαύγιζε και δεν ήθελε να τον αφήσει να φύγη. Επέμενε μάλιστα τόσο το πιστό ζώο, ώστε ο Καποδίστριας αναγκάσθηκε να το διώξη επανειλημμένως μέσα από τα πόδια του.

Όταν σίμωσε στην εκκλησία, ο Καποδίστριας διέκρινε απέξω το Γιώργη και Κωνσταντή, παιδιά του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και σταμάτησε για μια στιγμή, αλλά αμέσως εξακολούθησε το δρόμο του. Μέσα στην εκκλησία δεν ήσαν παρά 4 – 5 γυναίκες.

Όταν ο Καποδίστριας έφθασε σιμά τους, οι δυο Μαυρομιχαλαίοι έβγαλαν το καπέλλο τους. Ο Καποδίστριας έβγαλε κι αυτός το καπέλλο του κι εχαιρέτησε πρώτα το Γιώργη κι έπειτα γύρισε να χαιρετίσει και τον Κωσταντή. Μα την ίδια  στιγμή ο Γιώργης τράβηξε το πιστόλι του και πυροβόλησε. Το πιστόλι όμως δεν πήρε φωτιά. Τράβηξε τότε ένα άλλο πιστόλι, πυροβόλησε και τον πλήγωσε στον δεξί κρόταφο. Η σφαίρα βγαίνοντας έσπασε το αριστερό μέρος το μετώπου. Συγχρόνως, την ίδια στιγμή, ο Κωσταντής του κάρφωσε το μαχαίρι του  στην κοιλιά. Αμέσως ο Καποδίστριας σωριάστηκε αναίσθητος καταγής.

«Τόσο ήσαν ξαφνικά τα χτυπήματα τους, ώστε μπορεί κανείς να πιστεύση ότι ο κυβερνήτης δεν άκουσε ούτε τον ήχο της πιστολιάς, ούτε ένιωσε τον πόνο της μαχαιριάς», λέει ο Τζεκκίνι, υποστηρίζοντας ότι ο θάνατος επήλθε ακαριαίος.

Οι δυο ακόλουθοι του Καποδίστρια τράβηξαν αμέσως τα πιστόλια των κι επυροβόλησαν. Αλλά κανένα από τα δυο δεν πήρε φωτιά. Η τρίτη όμως σφαίρα, που έρριξε κατά των δολοφόνων  ένας κουλοχέρης Κρητικός, (ο οποίος μολονότι είχε μόνο ένα χέρι, ήταν ο καλύτερος μπιλιαρδιστής στην Ελλάδα) χτύπησε τόσο καλά τον Κωσταντή, ώστε του πέρασε η σφαίρα πέρα – πέρα το θώρακα.

Μ’ όλη τη βαρειά λαβωματιά ο Κωσταντής  έτρεξε σε μια πόρτα και παρακάλεσε να του ανοίξουν. Αλλά δεν του άνοιξαν κι έτσι αναγκάσθηκε να τραπή εις φυγήν, ενώ πλήθος λαού τον κυνηγούσε. Όταν ο λαός τον έφθασε, τον βρήκε κατά γης να πλέει στο αίμα του. Την ώρα δε που το πλήθος τον χτυπούσε με τα μαχαίρια του και τον κομμάτιαζε, πριν ξεψυχίσει ο Κωσταντής είπε:

-Κάμετε μου ό,τι θέλετε αλλά ο τύραννος πέθανε!

Το πτώμα το έσυραν στο στρατώνα που ήταν στην πλατεία του Πλατάνου. Ο Τζεκκίνι το πλησίασε, το είδε και με θαυμασμό περιγράφει το λεβέντικο κορμί του:

«Ήταν ένας από τους ωραιότερους άνδρες της Ελλάδος τόσο για το αθλητικό κορμί του, όσο και για το πρόσωπο που έμοιαζε  σαν του Απόλλωνα. Τα σγουρά, ξανθά μακρυά μαλλιά του που έφθαναν ως τον ώμο του, ήσαν γεμάτα αίματα και χώματα».

Ο Τζεκκίνι πήγε κατόπιν στο εστιατόριο του Ρούσου, το καλύτερο του Ναυπλίου, όπου τις άλλες ημέρες συγκεντρωνόταν τόσο πλήθος ώστε δεν εύρισκε κανείς θέσι να καθήση. Την ημέρα όμως εκείνη ο Τζεκκίνι ήταν μονάχος με τον ξενοδόχο κι ενώ ήταν μεσημέρι έτρωγε με φως, γιατί οι πόρτες και τα παράθυρα ήσαν κατάκλειστα. Σε μια στιγμή άκουσε απ’ έξω οχλοβοή και θόρυβο. Τότε ο ξενοδόχος του είπε:

-«Ξέσπασε η επαναάστασι!».

Ο Τζεκκίνι κοίταξε από το παράθυρο κι είδε πλήθη λαού να σέρνουν στους δρόμους το πτώμα του Κωσταντή Μαυρομιχάλη με βρισιές και με κατάρες. Άλλοι τον έσπρωχναν με τις ομπρέλες των (γιατί ψιχάλιζε), άλλοι το κλωτσούσαν με τα πόδια, άλλοι το έφτυναν, άλλοι έκαναν άσεμνες χειρονομίες. Ο Τζεκκίνι μάλιστα είδε  με τα μάτια του κάποιον απ’ το πλήθος που άρπαξε το χέρι του σκοτωμένου και  του το δάγκασε με λύσσα.

Τέλος, έπειτα από πολλή ώρα το πέταξαν στη θάλασσα. Τη νύχτα, από το Ίτς- Καλέ, ο Τζεκκίνι, κάτω από το φως του φεγγαριού, διέκρινε το πτώμα του Κωνσταντή να δέρνεται από τα κύματα, να χτυπά στ’ ακρογιάλι και να ξανατραβά για την ανοιχτή θάλασσα.  

Ο Γιώργης Μαυρομιχάλης, αφού δολοφόνησε τον Καποδίστρια, έτρεξε να καταφύγει στο σπίτι του πρεσβευτού της Γαλλίας Ρουέν, αλλ’ όπως ήταν ζαλισμένος από το έγκλημα, έκαμε λάθος και μπήκε στο γειτονικό σπίτι, όπου κατοικούσε ένας Γάλλος συνταγματάρχης του πυροβολικού. Ανέβηκε τις σκάλες, μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και τον βρήκε στο κρεββάτι   με τη γυναίκα του. Δείχνοντας του το πιστόλι, χαρούμενος του είπε: – Τον σκοτώσαμε!…  – νομίζοντας ότι ήταν μπροστά στον πρεσβευτή της Γαλλίας και ότι θα τον ευχαριστούσε η είδησις αυτή, γιατί η Γαλλία πολεμούσε τον Καποδίστρια ως ρωσόφιλο.

Μόλις τ’ αντρόγυνο άκουσε τα λόγια αυτά, πήδηξε τρομαγμένο από το κρεββάτι και κατέφυγε στη Γαλλική πρεσβεία, όπου βρήκε  πάλι το Γιώργη Μαυρομιχάλη, ο οποίος εντωμεταξύ είχε πηδήσει από το παράθυρο και από την αυλή μπήκε στη Γαλλική πρεσβεία, που του έδωσε καταφύγιο.  Μόλις ο λαός έμαθε ότι ο δολοφόνος κρυβόταν στη Γαλλική πρεσβεία, αγριεμένος  έτρεξε εκεί ζητώντας από τον πρεσβευτή να του τον παραδώση.

Αλλά ο πρέσβυς αρνήθηκε με την πιο μεγάλη αναίδεια. Το πλήθος τότε αγρίεψε σε βαθμό επικίνδυνο. Τότε ευτυχώς, επενέβη ο συνταγματάρχης Αλμέϊδα,  πορτογαλικής καταγωγής, ο οποίος προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στην επαναστατημένη Ελλάδα, και ήταν στρατιωτικός  διοικητής Ναυπλίου.

Παρουσιάσθηκε στο Γάλλο πρεσβευτή Ρουέν και του εξήγησε το δίκαιο θυμό του λαού και τον κίνδυνο που απειλούσε κι αυτή ακόμη τη ζωή του πρεσβευτού από ένα θεριωμένο ασκέρι. Ο πρέσβυς κατάλαβε τότε τι τον περίμενε και δέχτηκε την πρόταση του Αλμέϊδα, δηλαδή να παραδώση σ’ αυτόν το δολοφόνο, ο δε Αλμέϊδα, του εγγυήθηκε ότι ο λαός δε θα τον αγγίξη, αλλά θα τον δικάση το νόμιμο δικαστήριο.  Κι έτσι, κρυφά ο δολοφόνος παραδώθηκε στον Αλμέϊδα, ο οποίος τον έκλεισε μέσα στο Παλαμήδι.

Ο Τζεκκίνι επαινεί τη διπλωματική ικανότητα του Αλμέϊδα, χωρίς την επέμβαση του οποίου ο λαός θα έκαιγε τη Γαλλική πρεσβεία και θα εδημιουργούντο θλιβερά επεισόδια.

Ο Τζεκκίνι μαζύ με άλλους γιατρούς έκαμε την εξέταση του πτώματος του Καποδίστρια και υπέβαλαν την έκθεσί των στην νέα κυβέρνηση, που απετελείτο από το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Ανδρέα Μεταξά, Ι. Κωλλέτη, Ανδρέα Ζαΐμη και Δημ. Βουδούρη.

Ο νεκρός τοποθετήθηκε στη Μητρόπολι, όπου πήγε ο λαός συγκινημένος και τον προσκύνησε. Η κηδεία ήταν μεγαλοπρεπέστατη. Σε είκοσι θαυμάσια προσκέφαλα που τα κρατούσαν γερουσιασταί,  βρισκόντουσαν τα παράσημα του κυβερνήτου. Έπειτα  ακολούθησαν οι υπουργοί, οι πρέσβεις, οι αρχές, ο στρατός, καθώς και τα αγήματα και οι στρατιώτες των τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων. Όλο το Ναύπλιο ακολουθούσε τον αγαπημένο του νεκρό με καταφανή θλίψι. Μουσικές των ξένων στόλων έπαιζαν πένθιμα εμβατήρια, ενώ τα κανόνια των καραβιών και του Κάστρου βροντούσαν… Όλα τα παράθυρα ήσαν στολισμένα με πένθιμα χαλιά. Ακόμα κι οι εχθροί του Καποδίστρια δεν έλειψαν από την εκδήλωσι αυτή του πόνου.

Τη νύχτα της 10ης Απριλίου 1832 ο νεκρός μετεφέρθη σ’ ένα ρωσικό πολεμικό, το οποίο μετέφερε το πτώμα του αδικοσκοτωμένου πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας στο ωραίο του νησί, την Κέρκυρα για να ταφεί εκεί.

(Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου) 

* Ως ημερομηνία θανάτου του Κυβερνήτη αναφέρεται στο κείμενο η 8η Οκτωβρίου 1831.   Κατ’ άλλους και μάλιστα κατά τον Κων/νο Τσάτσο η 27η Σεπτεμβρίου 1831. Ίσως οι διαφορετικές ημερομηνίες προκύπτουν λόγω παλαιού και νέου ημερολογίου.   

Κώστας Καιροφύλας

Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμος V, έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 2004.  

Read Full Post »

Ψωροκώσταινα


 

 

Το όνομα «Ψωροκώσταινα»[1] το χρησιμοποιούμε σήμερα, όταν θέλουμε να περιγράψουμε την ανέχεια και τη φτώχεια και ειδικότερα όταν θέλουμε να καταδείξουμε κάποιον ή κάτι ως τον «φτωχό συγγενή» ενός συνόλου, ή με άλλα λόγια τον «τελευταίο τροχό της αμάξης». Στις μέρες μας, συνήθως χρησιμοποιούμε απαξιωτικά αυτή τη λέξη όταν πρόκειται να στηλιτευθεί μια κακομοιριά, υποχωρητικότητα, ανοργανωσιά, αδυναμία και φτώχια που κάποιοι θεωρούν ότι χαρακτηρίζει την Ελλάδα της νεότερης ιστορίας.

Όμως, η Ψαροκώσταινα ή Ψωροκώσταινα, ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο της νεοελληνικής ιστορίας και μάλιστα μια ηρωική και αξιέπαινη γυναίκα στα χρόνια της Επανάστασης του 1821 η οποία αφιέρωσε τη ζωή της στην υπηρεσία της πατρίδος.

Όταν το 1821 καταστράφηκε η πόλη των Κυδωνιών, της Μικράς Ασίας, μετά από την αποτυχημένη επαναστατική κίνηση που επιχειρήθηκε, ο πληθυσμός της σφάχτηκε και το σύνολό του εγκατέλειψε την όμορφη πόλη με ντόπια ή ψαριανά καράβια. Στην χαλασιά αυτή κατάφερε να σωθεί η Πανώρεια Χατζηκώστα, μια όμορφη αρχόντισσα με μεγάλη περιουσία. Κατά αγαθή συγκυρία ένας ναύτης τη βοήθησε και μαζί με άλλους την ανέβασαν σ’ ένα καράβι που ξεμπάρκαρε στα Ψαρά.

Τόσο τον άντρα της, τον Κώστα Αϊβαλιώτη, που ήταν πάμπλουτος έμπορος, όσο και τα παιδιά της, τους έσφαξαν μπρος τα μάτια της οι Τούρκοι. Στα Ψαρά λοιπόν, όπου βρέθηκε (γι’ αυτό ονομάστηκε Ψαροκώσταινα) πάμφτωχη και ολομόναχη, οι συντοπίτες της και κυρίως ο Βενιαμίν ο Λέσβιος [2] (δάσκαλος της Ακαδημίας των Κυδωνιών) την βοήθησαν και την προστάτεψαν.

Η Πανώρεια σύντομα άφησε τα Ψαρά ακλουθώντας τον Βενιαμίν Λέσβιο στην Ύδρα και αργότερα, στην τότε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, το Ναύπλιο. Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά, αφού ζούσε από τις υπηρεσίες τις οποίες προσέφερε στον δάσκαλο και φιλόσοφο Βενιαμίν Λέσβιο, [3] ο οποίος παρέδιδε μαθήματα για να ζήσει. Τον Αύγουστο του 1824 όμως, ο Βενιαμίν ο Λέσβιος πέθανε από τύφο. Από τότε για την Πανώρεια άρχισε ένας δυσβάστακτος αγώνας επιβίωσης. Μόνη και άγνωστη, βγάζει το ψωμί της πότε κάνοντας την αχθοφόρο, πότε την πλύστρα και πότε χάρη στην ελεημοσύνη όσων την συμπονούσαν.

 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

 

Την περίοδο εκείνη η Επανάσταση δοκιμαζόταν από την επέλαση του Ιμπραήμ, ο οποίος εκτός από τις άλλες καταστροφές άφηνε στο πέρασμά του και εκατοντάδες ορφανά που συγκεντρώνονταν στο Ναύπλιο. Παρά τα προβλήματά της, η Πανώρεια ζήτησε και πήρε υπό την προστασία της παιδιά ορφανά. Για να τα θρέψει περνούσε από σπίτι σε σπίτι και ζητιάνευε. Είχε παραμελήσει σε τέτοιο βαθμό τον εαυτό της, που τα αλητάκια της παραλίας την πείραζαν και την φώναζαν Ψωροκώσταινα.

Το 1826 έγινε έρανος [4] στο Ναύπλιο για να βοηθήσουν το μαχόμενο Μεσολόγγι. Έτσι μια Κυριακή, στήθηκε στη κεντρική πλατεία ένα τραπέζι και οι υπεύθυνοι του εράνου ζητούσαν από τους καταστραμμένους, πεινασμένους και χαροκαμένους Έλληνες να βάλουν πάλι το χέρι στην τσέπη για να βοηθήσουν τους μαχητές και τους αποκλεισμένους του Μεσολογγίου. Αλλά λόγω της φτώχιας και της εξαθλίωσης κανείς δεν πλησίαζε το τραπέζι. Όλων τα σπίτια δύσκολα τα έφερναν πέρα. Τότε η φτωχότερη όλων, η χήρα Χατζηκώσταινα, η Πανώρεια, έβγαλε το ασημένιο δαχτυλίδι που φορούσε  στο δάχτυλό της και ένα γρόσι που είχε στην τσέπη της και τα ακούμπησε στο τραπέζι της ερανικής επιτροπής, λέγοντας: «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι».

Ύστερα απ’ αυτή την απρόσμενη χειρονομία, κάποιος από το πλήθος φώναξε: «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον οβολό της» κι αμέσως το φιλότιμο πήρε και έδωσε. Άρχισαν να αποθέτουν στο τραπέζι του εράνου λίρες, γρόσια και ασημικά. Αυτή ήταν η εξέλιξη της φτωχής προσφοράς της πλύστρας Χατζηκώσταινας, που από εκείνη τη στιγμή απαθανατίστηκε «επίσημα» πλέον, με το παρανόμι «Ψωροκώσταινα».

Η πλύστρα Πανώρεια όμως, δεν έδινε μόνο μαθήματα πατριωτισμού, αλλά και ανθρωπιάς, καθώς το ελάχιστο εισόδημά της το μοιραζόταν με ορφανά παιδιά αγωνιστών. Όταν μάλιστα ο Καποδίστριας ίδρυσε ορφανοτροφείο, προσφέρθηκε – γριά πια και με σαλεμένο τον νου από τον πόνο και τις στερήσεις –  να πλένει τα ρούχα των ορφανών χωρίς καμιά αμοιβή.

Και εκεί που άρχισε να χαίρεται για τα «παιδιά της» που είχαν βρει ρούχα και φαγητό, λίγους μόλις μήνες μετά τη λειτουργία του ιδρύματος η Πανώρεια πέθανε. Οι επίσημοι δεν την τίμησαν. Την τίμησαν όμως με τον καλύτερο τρόπο τα παιδιά του ορφανοτροφείου, τα οποία μέσα σε λυγμούς την συνόδευσαν ως την τελευταία της κατοικία.

Για το πώς η Ψωροκώσταινα έγινε «σύμβολο» υπάρχει και μια άλλη εκδοχή, η οποία μάλλον οφείλεται στην αγάπη που έτρεφε ο απλός κόσμος για την Πανώρεια. Σύμφωνα με αυτήν, η Ψωροκώσταινα, όπως την έλεγαν λόγω της φτώχειας της, ήταν σύζυγος αγωνιστή. Δεν είχε καμία βοήθεια από πουθενά και ζητιάνευε στους δρόμους του Ναυπλίου. Κάποια στιγμή την είδε ο Καποδίστριας και της έδωσε κάτι. Τότε εκείνη, κατανοώντας το οικονομικό αδιέξοδο της χώρας, έδωσε στον κυβερνήτη όσα χρήματα είχε συγκεντρώσει. Ο Καποδίστριας συγκινήθηκε από τη χειρονομία και έδωσε εντολή να συνταξιοδοτηθεί.

Γιατί όμως έγινε πανελλήνια γνωστό το παρατσούκλι της Πανώρειας; Στην εποχή του Καποδίστρια σε μια συνεδρίαση της Συνέλευσης, κάποιος παρομοίασε το Ελληνικό Δημόσιο με την Ψωροκώσταινα. Ο συσχετισμός «άρεσε» και κάθε φορά που αναφερόντουσαν στο θέμα του Δημοσίου το ονόμαζαν «Ψωροκώσταινα». Λίγο αργότερα όταν ανέλαβαν την εξουσία οι Βαυαροί και διέλυσαν τα άτακτα στρατιωτικά τμήματα των αγωνιστών της Επανάστασης του 1821, η φράση «τι να περιμένει κανείς από την Ψωροκώσταινα;» πέρασε στην ιστορία. Οι αγωνιστές αποκαλούσαν την αντιβασιλεία ειρωνικά «Ψωροκώσταινα» και οι Βαυαροί από την πλευρά τους όταν ήθελαν να απαντήσουν σε όσους ζητούσαν τη βοήθεια του κράτους για να συντηρηθούν έλεγαν περιφρονητικά: «Όλοι από την Ψωροκώσταινα ζητούν να ζήσουν». Το παρατσούκλι το οποίο απέδιδε την άθλια οικονομική κατάσταση της χώρας, από τότε και έως τις ημέρες μας αναφέρεται συχνά.

Μάλιστα το 1942, κατά τη συνεδρίαση της πρώτης Βουλής κάποιος βουλευτής χαρακτήρισε και πάλι την Ελλάδα Ψωροκώσταινα. Όλοι είχαν αποδεχθεί πλέον τον χαρακτηρισμό. Έναν περιφρονητικό χαρακτηρισμό ο οποίος έγινε αποδεκτός και στη σημερινή πολιτική ορολογία. Χαρακτηρισμός, που για όσους γνωρίζουν την ιστορία, δεν είναι απαξιωτικός, διότι η Πανώρεια Χατζηκώστα η επονομασθείσα Ψωροκώσταινα υπήρξε μια αξιομίμητη πατριώτισσα με λεβεντιά και φιλότιμο.

 

Υποσημειώσεις


 

 

[1] Ο Σπ. Λάμπρος δημοσίευσε το ακόλουθο σημείωμα στον «Νέον Ελληνομνήμων» 13 (1916), 368: «Ψωροκώσταινα. Περί της επωνυμίας ταύτης, δι’ ης αυτοκακίζεται το ημέτερον έθνος, εγράφησαν τα εξής εν τη εφημερίδι Έθνει τη 2 Σεπτεμβρίου 1915. Η περίφημος, η κλασσική, η πασίγνωστος προσωνυμία της ημετέρας πατρίδος λοιπόν, το σκληρόν και χαρακτηριστικόν εκείνο παρατσούκλι «ψωροκώσταινα» έχει την ιστορίαν του. Η «ψωροκώσταινα» κατήγετο από τας Κυδωνιάς, ήτο σύζυγος του εμπόρου Κώστα Αϊβαλιώτη και ωνομάζετο Πανώρεια. Τω 1821 οι Τούρκοι έσφαξαν τον σύζυγον και τα τέσσερα τέκνα της Πανώρειας, και αύτη μετεφέρθη από έναν ψαριανόν εις τα Ψαρά, όπου εύρε τον συμπατριώτην της διδάσκαλον Βενιαμίν τον Λέσβιον και τον ηκολούθησεν εις το Ναύπλιον. Εκεί έζησεν αρκετόν καιρόν, αλλά κατά την ερήμωσιν της Πελοποννήσου υπό του Ιμβραήμ περιέπεσεν εις μεγάλην πενίαν, αναλαβούσα να διατρέφη δωδεκάδα ορφανών. Ο προστάτης της διδάσκαλος είχεν αποθάνει από τύφον, και το παρατσούκλι της αυτό… την Ελλάδα… ετίμησε κατόπιν ολόκληρον». Βλ. και Τρ. Ευαγγελίδης, Η παιδεία, τ. 1ος, 297-298.

[2] «Ενταύθα αναγνωρισθείσα υπό του ομοιοπαθούς διδασκάλου των Κυδωνιών Βενιαμίν του Λεσβίου, ηκολούθησεν αυτόν εις Πελοπόννησον και βραδύτερον εις Ναύπλιον, άμα ως τούτο ηλώθη υπό των Ελλήνων. Η Πανώρεια πάσαν την στοργήν της συνεκέντρωσεν ήδη εις τον γηραιόν διδάσκαλον Βενιαμίν, τον οποίον όμως ταχέως επέπρωτο να θρηνήση αποθανόντα εκ του μαστίζοντος τότε την πόλιν του Ναυπλίου φοβερού λοιμώδους τύφου, ου τα σπέρματα κατέλιπον εις την αλωθείσαν πόλιν οι αναχωρήσαντες Οθωμανοί κάτοικοι αυτής», Ημερολόγιον Σκόκου 1905, «Πρόσωπα και πράγματα εκ της Ελληνικής Επαναστάσεως».

[3] Βενιαμίν Λέσβιος. Λόγιος και μοναχός με σαφή την επιρροή του πνεύματος του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, κατηγορήθηκε από εκκλησιαστικούς κύκλους για τη διδασκαλία της νέας φυσικής κοσμολογίας. Ως μέλος της Φιλικής Εταιρείας συμμετείχε στην οργάνωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων και στα πολιτικά δρώμενα της επαναστατημένης χώρας.

[4] Η έκκληση του Γ. Γεννάδιου στον πλάτανο της πλατείας του Ναυπλίου μετά την πτώση του Μεσολογγίου:

“Η πατρίς καταστρέφεται, ο αγών ματαιούται, η ελευθερία εκπνέει. Απαιτείται βοήθεια σύντονος. Πρέπει οι ανδρείοι αυτοί (οι ήρωες – πρόσφυγες του Μεσολογγίου), οίτινες έφαγον πυρίτιν και ανέπνευσαν φλόγας, και ήδη αργοί και λιμώττοντες μας περιστοιχίζουσιν σπεύσωσιν όπου νέος κίνδυνος τους καλεί. Προς τούτο απαιτούνται πόροι και πόροι ελλείπουσιν. Αλλ΄αν θέλωμεν να έχωμεν πατρίδα, αν ήμεθα άξιοι να ζώμεν άνδρες ελεύθεροι, πόρους ευρίσκομεν. Ας δώσει έκαστος ό,τι έχει και δύναται. Ιδού η πενιχρή εισφορά μου. Ας με μιμηθεί όστις θέλει!” 

“Αλλ’ όχι! Η συνεισφορά αύτη είναι ουτιδανή! Οβολόν άλλον δεν έχω να δώσω, αλλ΄ έχω εμαυτόν και ιδού τον πωλώ! Τις θέλει διδάσκαλον επί τέσσερα έτη δια τα παιδία του; Ας καταβάλη το τίμημα!”  

 

Πηγές


 

 

  • Τάκης Νατσούλης, «Λεξικό Λαϊκής Σοφίας», Εκδ. Σμυρνιωτάκη, σελ. 581.
  • Ευ. Δαδιώτης, «Αιγαιοπελαγίτικα», τεύχος 13.
  • «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών»,  Υπό Αναστασίου Ν. Γούδα, . Τόμος Β’: Παιδεία. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Μ. Π. Περίδου, 1870.
  • Αργυροπούλου Ρωξάνη, «Ο Βενιαμίν Λέσβιος και η ευρωπαϊκή σκέψη του 18ου αιώνα», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, 2003.

 

Διαβάστε ακόμη: Πρόσωπα και πράγματα εκ της Ελληνικής Επαναστάσεως: η Ψωροκώσταινα. Ημερολόγιον Σκόκου 1905, Μ. Γ. Λαμπρυνίδης: Η Ψωροκώσταινα

Read Full Post »

Η Κυβέρνηση στο Κρανίδι (1823)


Στα τέλη Νοεμβρίου 1823 το Βουλευτικό καταφεύγει στο Κρανίδι για να βρίσκεται πιο κοντά στα ναυτικά νησιά που το υποστήριζαν. Από εκεί κηρύσσει παράνομο το Εκτελεστικό και κηρύσσει νέο, με επικεφαλής τον υδραίο μεγαλοκαραβοκύρη Γεώργιο Κουντουριώτη και μέλη τους Παναγιώτη Μπόταση, Ιωάννη Κωλέττη, Νικόλαο Λόντο και Ανδρέα Ζαΐμη. Έτσι, δημιουργούνται δύο πόλοι εξουσίας, ο ένας με έδρα το Κρανίδι («Κυβερνητικοί») και ο άλλος με έδρα την Τριπολιτσά («Αντικυβερνητικοί»). Η μία κυβέρνηση κατηγορούσε την άλλη ως παράνομη, ενώ και οι δύο προκήρυξαν εκλογές για την ανάδειξη νέου Βουλευτικού.

Οι «Αντικυβερνητικοί» κατηγορούσαν τους «Κυβερνητικούς» ότι θέλουν να παραδώσουν την Ελλάδα στους Άγγλους, ενώ οι «Κυβερνητικοί» εξέφραζαν τους φόβους για τις δικτατορικές τάσεις των στρατιωτικών, που αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά των «Αντικυβερνητικών». Η πλάστιγγα έγειρε εύκολα υπέρ των «Κυβερνητικών», που είχαν τη δύναμη και τον πλούτο. Συσπείρωναν τους νησιώτες εφοπλιστές και κεφαλαιούχους, τους περισσότερους ρουμελιώτες οπλαρχηγούς, το μεγαλύτερο μέρος των πελοποννησίων γαιοκτημόνων, τους Έλληνες του εξωτερικού και τους περισσότερους φιλέλληνες. Ο Κολοκοτρώνης μπορεί να ήταν η ψυχή των «Αντικυβερνητικών», αλλά οι δυνάμεις που τον υποστήριζαν ήταν περιορισμένες.

  

Κουντουριώτης Γεώργιος, λιθογραφία, Εθνικόν Ημερολόγιον, Αθήνα, 1863.

Η Β’ Εθνική Συνέλευση είχε συνέλθει στο Άστρος της Κυνουρίας από τις 30 του Μάρ­τη του 1823 και είχε τελειώσει στις 18 του Απρίλη του ίδιου χρόνου. Αταξία, ανωμαλία και έλλειψη αμοιβαίας εμπιστοσύνης, ανάμεσα στους πολιτικούς και τους στρατιωτικούς που την απαρτίζανε, χαρακτήρισαν τις συνεδριάσεις της. Οι διαφορές μεταξύ των δυο κομμά­των είχαν αρχίσει πριν ακόμη από τη συνέλευση:  

«Οι πολιτικοί, οι έχοντες επιρροήν εν ταις επαρχίαις των, εστρατολόγουν και εζώννυαν το ξίφος· τούτο, ως προείρηται, δυσηρέστει τους οπλαρχηγούς, θεωρούντας αυτούς άρπαγας των δικαιωμάτων αυτών και πλεονέκτας· επεθύμουν δε οι οπλαρχηγοί, ως και επί της εν Επιδαύρω συνελεύσεως, να τους περιορίσωσιν εις τα πολιτικά καθήκοντά των, και κυρίως εις το να τροφοδοτώσι τα στρατεύ­ματα δια των εισοδημάτων των επαρχιών˙ επειδή δε επί των επαναστάσεων, τουτέστιν εν καιροίς καθ’ους δεν ισχύει ο νόμος, το ξίφος διαλέγεται άριστα περί πάντων, ήθελαν οι πολεμικοί, ιδιοποιούμενοι μόνοι το ξίφος, να έχωσι τους πολιτικούς υποχειρίους των».[i]

Μια από τις αποφάσεις της συνέλευσης του Άστρους ήταν η κατάργηση των κεντρικών Αρχών του Μοριά και της Ανατολικής και της Δυτικής Ελλάδας, όπως και η κατάργηση του τίτλου του αρχιστράτηγου που είχε ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης και που διατάχτηκε από τη συνέλευση να παραδώσει τα κάστρα του Αναπλιού, καθώς και τα έγγραφα τα σταλμένα απέξω, προς τις ελληνικές αρχές: «Ο Κολοκοτρώνης παρέδωκε τα έγγραφα, αλλ’ απεποιήθη την παράδοσιν των φρουρίων επί λόγω ότι η συνέλευσις δεν ήτο κυβέρνησις και ότι επί τη προσεχεί συστάσει αυτής τα παρέδιδε».[ii]

Η Εθνική Συνέλευση του Άστρους άρχισε και τελείωσε κάτω από την επιρροή του κόμ­ματος των πολιτικών και έδωσε όλες τις εξουσίες σ’ αυτούς, πράγμα που προξένησε αγανά­κτηση στους στρατιωτικούς, με συνέπεια να δημιουργηθεί κρίσιμη κατάσταση που οδηγού­σε σε εμφύλια σύρραξη, κάτι που για την ώρα τουλάχιστο αποφεύχθηκε την τελευταία στιγ­μή.

Κάτω από τις συνθήκες αυτές το Εκτελεστικό ή Νομοτελεστικό, κόμμα των πολεμικών, μπήκε στ’ Ανάπλι, παρά τις αντιρρήσεις του Βουλευτικού, κόμματος των πολιτικών, που εγκαταστάθηκε στο Άργος. Το Νομοτελεστικό εγκαταστάθηκε στ’ Ανάπλι στις 25 του Νοέμ­βρη του 1823.

Το Νομοτελεστικό επηρεαζόταν άμεσα από τον Κολοκοτρώνη. Αλληλοκατηγορίες άρχισαν ανάμεσα στα δυο κόμματα. Οι βουλευτές που είχαν εγκατα­σταθεί στο Άργος χαρακτήριζαν τους στρατιωτικούς του Αναπλιού παράνομους. Η ίδια κατηγορία απευθυνόταν και από τ’ Ανάπλι προς το Άργος. Έτσι καταλήξανε στις αλληλοκαθαιρέσεις.

Οι νομοτελεστικοί του Αναπλιού αποφάσισαν να προλάβουν την καθαίρεση διαλύο­ντας τα μέλη του βουλευτικού του Άργους:  

«Φοβούμενοι δε και την εαυτών έκπτωσιν εκήρυτταν ότι οι εν Άργει βουλευταί ενήργον εκτός του νόμου, ελλείποντος του απαιτουμένου αριθμού· απέστειλαν δε την επαύριον εις Άργος τον φρούραρχον Ναυπλίου Πάνον Κολοκοτρώνην, τον Νικήταν και τον Τσόκρην ίνα διαλύσωσι την βουλήν και συλλάβωσι τους πρωταιτίους ως ερεθίζοντας κατά του νομοτελεστικού τους άλλους βουλευτάς».[iii]

Στο μεταξύ στο χωριό Μέρμπακα γίνονταν προσπάθειες για συμφιλίωση και συμβιβασμό των δυο κομμάτων, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Έτσι οι τρεις στρατιωτικοί μαζί με οπλι­σμένους άντρες κατευθύνθηκαν στο Άργος: «Οι σταλέντες υπήγαν εις το Άργος εν συνοδεία 200 στρατιωτών, επάτησαν το βουλευτήριον διαρκούσης της συνεδριάσεως, ήρπασαν τα αρχεία και διεσκόρπισαν τους βουλευτάς υβρίζοντες, απειλούντες και αίροντες χείρα επί τινας αυτών˙ επάτησαν δε δια νυκτός και οικίας βουλευτών και μη ευρόντες τους ενοικούντας τας εγύμνωσαν».[iv]

Τελικά τα αρχεία σώθηκαν, γιατί ο πολιτάρχης του Άργους Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος, γιος του θρυλικού Ζαχαριά, μπόρεσε και τα πήρε επιτήδεια από τα χέρια του γυναικαδελ­φού του Νικηταρά και τα παρέδωσε στη βουλή, απόπου για ένδειξη ευγνωμοσύνης δέχτηκε ένα σπαθί.

 Ὀμως οι αποσταλμένοι από τ’ Ανάπλι, μετά τη διάλυση της βουλής, δεν φρόντισαν να πάρουν μέτρα, ώστε να μη μπορούν να ξανασυγκεντρωθούν οι βουλευτές που είχαν δια­σκορπιστεί, πράγμα που θα είχε ως συνέπεια και την πτώση τους. Έτσι οι βουλευτές μπόρε­σαν και συνεννοήθηκαν και φύγανε κρυφά από το Άργος, άλλοι από τη στεριά και άλλοι από τη θάλασσα, και συγκεντρώθηκαν στο Κρανίδι: «…επροτίμησαν δε τον τόπον εκείνον ως επί της Πελοποννήσου και υπό την επίσκεψιν της Ύδρας και των Σπετσών, ων οι κά­τοικοι ήσαν του φρονήματος αυτών».[v]

Ο Λαμπρυνίδης, αναφερόμενος σε τούτο το γεγονός, γράφει ότι στο Κρανίδι μαζεύτη­καν οι βουλευτές και οι φίλοι τους Υδραίοι και Σπετσιώτες και καθαίρεσαν μέλη του Εκτε­λεστικού. Οι καθαιρεμένοι έφυγαν τότε από τ’ Ανάπλι και πήγαν στην Τριπολιτσά. Εκεί κα­θαίρεσαν τους βρισκόμενους στο Κρανίδι. Το αποτέλεσμα ήταν να γίνουν δυο κυβερνήσεις, η μια στην Τριπολιτσά και η άλλη στο Κρανίδι.[vi]  Αυτά τον Μάρτη του 1824.

Ο Τρικούπης μας δίνει περισσότερες πληροφορίες: «Αφού συνήλθαν ένθεν κακείθεν εις την κωμόπολιν εκείνην, διεκήρυξαν επισήμως την 3 Δεκεμβρίου τα εν Αργεί συμβάντα και τα αίτια δια μετέβησαν εκεί. Ασμένως εδέχθησαν την διακήρυξίν των αι ναυτικαί νήσοι και τους ενθάρρυναν να μη αφήσωσι το έργον των ατελές, αλλά να καθαιρέσωσι και τα λοιπά μέλη του νομοτελεστικού ως παρανόμως εργαζόμενα και να εκλέξωσι νέα. Εμψυχωθέντες οι βουλευταί υπό της πανδήμως εκφρασθείσης ταύτης γνώμης των νησιωτών, και βλέπο­ντες ότι πάσα απόπειρα συμβιβασμού ήτο ματαία και ότι πάσα ελπίς επιστροφής των νομοτελεστών εις τα καθήκοντά των εξέλιπεν, εκάθηραν την 6 Ιανουαρίου 1824 και τον πρόεδρον του νομοτελεστικού Μαυρομιχάλην και το μέλος αυτού Χαραλάμπην».[vii]

Μετά την πλήρη καθαίρεση του νομοτελεστικού, στο Κρανίδι αποφασίστηκε η σύσταση κυβέρνησης όπου προσκλήθηκαν να πάρουν μέρος και οι Σπετσονυδριώτες. Έτσι εκλέχτηκε πρόεδρος της κυβέρνησης ο Γιώργης Κουντουριώτης, αφού ο μεγαλύτερος αδελφός του Λάζαρος δεν αποδέχτηκε. Εκλέχτηκαν επίσης ως μέλη ο Παναγιώτης Μπότασης και ο Νι­κόλας Λόντος και διατηρήθηκαν στη θέση τους τα δυο παλιά μέλη του νομοτελεστικού Ζαΐμης και Κωλέττης, που είχαν τα ίδια φρονήματα με τους βουλευτές του Κρανιδιού.

Πρώτη ενέργεια των νέων νομοτελεστών ήταν να καλέσουν τις επαρχίες, που οι βου­λευτές τους είχαν αποχωρήσει και είχαν καθαιρεθεί, να προβούν στην εκλογή άλλων βου­λευτών και να τους στείλουν στο Κρανίδι.

Στο μεταξύ οι νομοτελεστές του Αναπλιού προβαίνανε στις δικές τους ενέργειες: «Οι δε εν Ναυπλίω νομοτελεσταί, μαθόντες την καθαίρεσίν των, συμπαρέλαβαν τους εκεί ομόφρονάς των βουλευτάς, μετέβησαν εις Τριπολιτσάν και εκάλεσαν και ούτοι τας επαρχίας των εν Κρανιδίω βουλευτών εις εκλογήν και αποστολήν άλλων αντ’ εκείνων επί συγκροτή­σει νέου βουλευτικού».[viii]

Αποτέλεσμα λοιπόν των διαφορών, της ασυνεννοησίας και της φιλοδοξίας για το προ­βάδισμα μεταξύ των μελών του βουλευτικού και του νομοτελεστικού, ήταν ο σχηματισμός δυο κυβερνήσεων: «…ώστε εσυστήθησαν δυο κυβερνήσεις η μεν εν Κρανιδίω, η δε εν Τριπο­λιτσά και αποκαλούμεναι αμοιβαίως παράνομοι».[ix]

Πολλές προσπάθειες συμβιβασμού είχανε γίνει στο μεταξύ, χωρίς να επιτευχθεί συμφι­λίωση. Ο Υψηλάντης, που εκείνο τον καιρό είχε αποτραβηχτεί στην Τριπολιτσά, πήγε κι αυτός στο Κρανίδι με την ελπίδα να πετύχει κάποιο συμβιβασμό, αλλά τίποτε δεν μπόρεσε να πετύχει. Και στο μεταξύ τα σημάδια εμφύλιου πολέμου πλήθαιναν στην αναστατωμένη ατμόσφαιρα του Μοριά. Η κατάσταση περιπλέχτηκε ακόμη περισσότερο με την προσχώρηση στην κυβέρνηση του Κρανιδιού του Δικαίου Παπαφλέσα, που έφυγε νύχτα από την Τριπολιτσά, όπου και ήταν υπουργός των εσωτερικών στην εκεί κυβέρνηση, αποδυναμώνοντας έτσι τους ομόφρονές του.

Μέσα στην ταραγμένη ατμόσφαιρα ο Κολοκοτρώνης έδωσε οδηγίες στο γιο του Πάνο να παραδώσει τ’ Ανάπλι στους Ζαΐμη και Λόντο, με το όρο πως, παράλληλα με την παρά­δοση, η κυβέρνησή τους θα πλήρωνε τους μισθούς των στρατιωτών που ήσαν στα φρούρια. Έτσι η κυβέρνηση έφυγε από το Κρανίδι και εγκαταστάθηκε στ’ Ανάπλι, κηρύσσοντάς το πρωτεύουσά της. Μέσα στην όλη αυτή κατάσταση άρχισαν συγκρούσεις σε διάφορα μέρη του Μοριά, που δεν άργησαν να εξελιχτούν σε εμφύλιο πόλεμο.

 

Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.

  

Υποσημειώσεις


  

 [i] Τρικούπης ο.π. τομ. 3, σ. 35.

 [ii] Στον ίδιο ο.π. τομ. 3, σ. 36

 [iii] Στον ίδιο ο.π. τομ. 3, σ. 74.

[iv] Στον ίδιο και στο ίδιο.

[v] Στον ίδιο ο.π. τομ. 3, σ. 75.

[vi] Λαμπρυνίδης, Οι Αλβανοί, σ. 249.

[vii] Τρικούπης ο.π. τομ. 3, σ. 75.

[viii] Στον ίδιο ο.π. τομ.3, σ. 76.

[ix] Στον ίδιο και στο ίδιο.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »