Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άργος’ Category

Παλιοί φωτογράφοι του Άργους


 

Σήμερα, που όλοι κρατάμε στα χέρια μας αυτόματες φωτογραφικές μη­χανές και βιντεοκάμερες, η τέχνη της φωτογραφίας μάς φαίνεται πολύ απλή. Δεν χρειάζεται να υπολογίσουμε το φωτισμό, την απόσταση και την ταχύτη­τα καθώς όλα εστιάζονται και νετάρονται αυτόματα.

Κατά τον ίδιο τρόπο διεκπεραιώνονται και η εμφάνιση με την εκτύπωση. Ο φωτογράφος δεν κλείνεται στο σκοτεινό θάλαμο για να εμφανίσει το φιλμ κι όταν στεγνώσει να ξαναμπεί για να κάνει εκτυπώσεις. Τώρα έχουμε το υπερσύγχρονο εμφανιστήριο που τα κάνει όλα. Τοποθετημένο μάλιστα σε εμφανές σημείο φαντάζει σαν διακοσμητικό έπιπλο. Η διεργασία γίνεται στο εσωτερικό του. Με το πάτημα κάποιων κουμπιών και σε ελάχιστο χρόνο σου βγάζει εμφανισμένο και στεγνό το φιλμ. Μετά πατώντας άλλα κουμπιά σου παραδίδει και τις φωτογραφίες.

Σαν έρθουμε και στην ψηφιακή τεχνολογία βλέπουμε ότι καταργείται και το φιλμ. Επιπλέον, η τεχνική αυτή έχει και την εξής δυνατότητα: Σου διορθώνει και σου φρεσκάρει τις παλιές φωτογραφίες. Ακόμα μπορεί να σου καλύψει και κάποια κενά. Αν έχει γδαρθεί το ένα μάτι ή λείπει το μισό πρό­σωπο επανέρχονται στην προτέρα φυσιολογική τους κατάσταση. Και μη ρω­τάτε πλέον το φωτογράφο να σας εξηγήσει αυτό το θαύμα. Το θέμα ανάγεται στις επιτεύξεις της τεχνολογίας και πιο αρμόδιος, για τις κατάλληλες ερμη­νείες, είναι ο κατέχων περισσότερο τα ηλεκτρονικά.

Στο φωτογράφο ωστόσο παραμένει το εξής βασικό προνόμιο: Η κατάλ­ληλη ματιά την ώρα της φωτογράφισης. Δηλαδή, από ποια οπτική γωνία πρέπει να γίνει η λήψη. Σαν έχει να κάνει και με πρόσωπα, θα επιδιώξει και την ανάλογη κλίση – σε σχέση με το σχήμα του αλλά και τον φωτισμό. Πρόκειται για βασικές λεπτομέρειες που δεν τις μπορεί ακόμη η τεχνο­λογία, γι’ αυτό και οι φωτογραφίες παλιών ταλαντούχων φωτογράφων πάντα θα ξεχωρίζουν.

 

Οι δικοί μας πρωτοπόροι

 

Ίσως, πριν απ’ αυτούς που πρόκειται να περιγράψουμε, να υπήρξαν και κάποιοι άλλοι χειριστές φωτογραφικών μηχανών. Και δεν μιλάμε για κανο­νικούς επαγγελματίες με οργανωμένο στούντιο και σε συγκεκριμένη διεύ­θυνση. Σκεπτόμαστε κάποιους ταξιδιώτες του εξωτερικού που λόγω οικονο­μικής άνεσης και κάποιας κοσμοπολίτικης αντίληψης ίσως να είχαν στη χρήση τους μια «κόντακ» ή μια «άκφα».

Έτσι, αν είναι να μας επισημανθεί μια τέτοια «παράβλεψη», δεν θα είναι βέβαια σκόπιμη αλλά μόνο από έλλειψη στοιχείων. Όπως, λόγου χάρη, με τους δυο πλανόδιους του πάρκου, που αν και δούλεψαν επί δεκαετίες στο κε­ντρικότερο σημείο του Άργους, κανείς σημερινός Αργείος δε θυμάται τα ονόματά τους και πολύ περισσότερο με ποια χρονολογία συνδέεται η αρχική τους εμφάνιση. Μερικοί σου λένε πως ήταν «ο Μήτσος από τη Νεμέα….» και πως ο άλλος ήταν Ελληνορώσος και άκουγε με τ’ όνομα Χρήστος.

Έτσι σταθήκαμε πολύ τυχεροί το ότι αυτά που μάθαμε για τους άλλους είναι από αφηγήσεις οικογενειακών προσώπων που ξέρουν να σου πουν λε­πτομέρειες και να σου δείχνουν μια σειρά από φωτογραφίες που εικονίζουν τους ίδιους τους φωτογράφους.

Αλλά για ποιους, ακριβώς, μιλάμε;

Πρόκειται γι’ αυτούς που αναγνωρίστηκαν επίσημα στο Άργος σαν πρωτοπόροι και σπουδαίοι καλλιτέχνες της φωτογραφίας. Και κατά χρονολογική σειρά ήσαν: ο Ανδρέας Φίλης, ο Γεώργιος Κυριακίδης και ο Αναστάσιος Μπίρης.

 

Ανδρέας Φίλης

 

Ο Ανδρέας Φίλης με την γυναίκα του Βασιλική.

Ο Ανδρέας Φίλης με την γυναίκα του Βασιλική.

Στην αργειακή κοινωνία ήταν περισσότερο γνωστός σαν δάσκαλος του 2ου Δημοτικού Σχολείου Άργους (προηγουμένως είχε διδάξει – σαν πρωτοδιοριζόμενος – και στου Σμυρνιωτάκη). Σχολείο και αυτό του Δημοσίου αλ­λά είχε την ονομασία «Σμυρνιωτάκη» από τον ιδιοκτήτη του οικήματος.

Ο Φίλης, γεννημένος στα μέσα της δεκαετίας του 1890, είχε έμφυτη την αγάπη του προς την καλλιτεχνία. Μ’ αυτή την αδυναμία του έπαιζε ωραίο βιολί και διάβαζε ό,τι αφορούσε τη φωτογραφία. Ντυνόταν καλαίσθητα και με γούστο ενώ σε ειδικές περιπτώσεις φορούσε και παπιγιόν. Συμπεριφερό­ταν με ευγενικούς διακριτικούς τρόπους και σε όποια παρέα βρισκόταν την ομόρφαινε με την παρουσία του.

Την κλίση του στη φωτογραφική την εκδήλωσε και στην πράξη, όταν εξασφάλισε στα χέρια του μια καλή φωτογραφική μηχανή – δώρο από δι­κούς του στην Αμερική. Οργανώθηκε με κανονικό στούντιο (που το έφτιαξε στο σπίτι του – Ζαΐμη 23) και μαζί με το δασκαλίκι του έγινε και μισο – επαγγελματίας φωτογράφος.

Αυτά από το 1916 και μετά. Και παρ’ ότι από τις πρώτες φωτογραφίες θαυμάστηκε σαν σπουδαίος τεχνίτης, δεν διαφημίστηκε ωστόσο ανάλογα. Πάντως εκείνοι που τον φέρνουνε κατά νου και τον κουβεντιάζουν στην κάθε θύμηση δεν βρίσκουν να του προσάψουν κανένα ψεγάδι. Κι αν ένας τρίτος ρωτάει για να μάθει, του λένε επιγραμματικά:

Ήτανε προικισμένος δάσκαλος, χαρισματικός φωτογράφος και υπο­δειγματικός συμπολίτης. Με το γάμο του ο Ανδρέας Φίλης απόχτησε πέντε παιδιά – γόνιμος δηλαδή κι εδώ: Τη Φούλη (η πρεσβυτέρα του παπα-Βαγγέλη Στασινόπουλου), τη Σωτηρία, το Γιώργο, τη Μαρία και το Θοδωρή.

 

Γεώργιος Κυριακίδης (Απελλής)

 

Είχε σπουδάσει τη φωτογραφική στην Πόλη σ’ έναν διακεκριμένο καλλι­τέχνη ονόματι Κουριώτης. Με τη μικρασιατική καταστροφή ήρθε στην Ελλάδα σε ηλικία 22 ετών (είχε γεννηθεί το 1900). Άνοιξε το πρώτο φωτογραφείο στην Άμφισσα το 1922 με την επωνυμία -ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΕΙΟΝ – «ο Απελλής». Κι όπως λέει ο γιος του (Γιάννης Κυριακίδης) κατέφυγε στον αρχαίο ζωγράφο όχι από λόγους υπεροψίας. Δεν ήθελε να φαίνεται η προσφυγική του καταγωγή και επιπλέον θεώρησε το «Κυριακίδης» κακόηχο.

Αλλά οι περισσότεροι Έλληνες μη γνωρίζοντας τί εστί «Απελλής» μετέ­φεραν τον τόνο στην παραλήγουσα γιατί τους έπεφτε πιο εύκολο ν’ αποκα­λούν το φωτογράφο «Απέλη». Κατά τον ίδιο τρόπο σκέφτηκαν και οι Αργείτες, όταν ο Κυριακίδης άφησε την Άμφισσα και το 1924 ήρθε στο Άργος. Πίσω στη Άμφισσα, εκτός από τη φήμη του σαν καλός φωτογράφος έμεινε και μια τεράστια διαφημιστική ταμπέλα τοποθετημένη όξω από την Άμφισσα. Ακόμη και σήμερα οι κάτοικοι της περιοχής, όταν θέλουν να προσδιορί­σουν εκείνη τη συγκεκριμένη στροφή λένε: Στο βράχο του «Απέλη».

 

Ο Γεώργιος Κυριακίδης με την γυναίκα του Ουρανία.

Ο Γεώργιος Κυριακίδης με την γυναίκα του Ουρανία.

 

Στο Άργος

Όλη η καλλιτεχνική διαδρομή του – από το 1924 και ως το 1960 – σημα­τοδοτήθηκε από τρία φωτογραφεία: Το πρώτο λειτούργησε στη θέση που εί­ναι το καφενείο του «Φασαρία», το δεύτερο επί της Δεντροστοιχίας (Δαναού) και στο σημείο που ήταν το πρώτο υποκατάστημα της Πίστεως, ενώ το τρίτο επί της Βασιλίσσης Σοφίας 23 – στο τότε κατάστημα ηλεκτρικών ειδών του Δ. Ρουσόπουλου.

Σύμφωνα με την πελατεία που τον προτιμούσε τού είχε αποδοθεί ο χαρα­κτηρισμός «ο οικογενειακός φωτογράφος του Άργους». Δούλευε με πολλή σχολαστικότητα το ρετούς και σαν ποικιλία, την καφέ φωτογραφία. Εμφά­νιζε και πράσινες φωτογραφίες, αλλά τελικά περιορίστηκε στη «σέπια» από επιμονή των πελατών.

Κατά τη φωτογράφηση χρησιμοποιούσε φυσικό φως. Όλη η βορεινή πλευρά της οροφής του φωτογραφείου ήταν τζαμένια και με διάφορες κουρ­τίνες που τις μετακινούσε συνεχώς έσπαζε το φως όπως ήθελε και πετύχαινε αυτό που επεδίωκε.

Στην πρώτη χρονολογική περίοδο χρησιμοποίησε γυάλινες πλάκες και μετά ζελατινένιες, ενώ για στάμπα είχε μια πρεσσούλα μεταλλική και η σφραγίδα έβγαινε ανάγλυφη. Το ρετούς τον απασχολούσε κάπου οχτώ ώρες την ημέρα κι όπως έκλεινε συνεχώς το ένα μάτι έδειχνε μικρότερο από το άλλο κι έμοιαζε ελαττωματικό.

Η αντίστροφη μέτρηση

Μια πρώτη κάμψη στη δουλειά του παρατηρήθηκε στην Κατοχή. Δύσκο­λα τα χρόνια, δεν περίσσευαν λεφτά και διάθεση για φωτογραφίες. Σαν έφυ­γαν όμως οι Γερμανοί – Ιταλοί αυξήθηκε πάλι η πελατεία καθώς οι ξενιτεμένοι συγγενείς γύρευαν επιμόνως φωτογραφίες των δικών τους. Όπου στο γύρισμα της δεκαετίας του 1950 επακολουθεί νέα πτώση. Αυτή τη φορά η αι­τία ήσαν οι στρασαδόροι (φωτογράφοι του δρόμου) που τραβούσαν όλους τους περιπατητές χωρίς να ρωτάνε. Σ’ αυτή τη νέα κατάσταση ο «Απελλής» δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί και το 1960 έκλεισε το φωτογραφείο του. Πέθανε στις 23 Ιουνίου 1992.

 

Αναστάσιος Μπίρης

 

Αναστάσιος Μπίρης

Αναστάσιος Μπίρης

Ήταν ένα από τα τέσσερα παιδιά του Αντώνη Μπίρη από την Ανδρί­τσαινα. Με εξαίρεση τον Παναγιώτη, που ακολούθησε δικό του δρόμο, οι άλλοι τρεις αδερφοί έγιναν επαγγελματίες φωτογράφοι.

Ο Αναστάσιος Μπίρης ρίζωσε στο Άργος, ο Χαράλαμπος στην Κόρινθο και ο Ιωάννης στην Αθήνα. Ο τελευταίος διετέλεσε πρόεδρος των φωτορεπόρτερ της Αθήνας και ήταν ο επιλεγμένος φωτογράφος της βασιλικής οικο­γένειας. Ειδικευμένος στα μεγάλα πορτραίτα ήξερε να χειρίζεται καταλλή­λως τους προβολείς και να τονίζει τα σημεία εκείνα που κολάκευαν το κάθε πρόσωπο.

Αλλά και οι άλλοι Μπίρηδες (που δεν βρίσκουμε άκρη να τους αναφέ­ρουμε έναν προς έναν, καθώς αραδιάστηκαν ένα σωρό Αντώνηδες και Αναστάσηδες) δούλεψαν πολύ τις μπούστο φωτογραφίες. Μόνο που αυτοί σε άλ­λο επίπεδο δουλειάς κυνήγησαν το καθημερινό κέρδος με όλα τα είδη της φωτογραφίας: «Αναμνηστικές», ταυτοτήτων, πιστοποιητικών, όπως και με τις κατ’ οίκον παραγγελίες που αφορούσαν γάμους, βαπτίσεις, εκδρομές και κηδείες.

Ο Αναστάσιος Μπίρης, που μας αφορά ιδιαίτερα, είχε στήσει το φωτο­γραφείο του επί της οδού Βασιλίσσης Όλγας 15 – απέναντι από το μουσείο και όπου σήμερα είναι το χρυσοχοείο του Γ. Καπουράλου. Η μόστρα του φω­τογραφείου όχι ιδιαίτερα εντυπωσιακή. Είχε γεμίσει δυο παράθυρα του μπροστινού τοίχου με διάφορες φωτογραφίες, ενώ το υπόλοιπο – της επάνω επιφάνειας της πρόσοψης – το κάλυπταν η επιγραφή του φωτογραφείου «ΦΩΤΟ – ΜΟΔΕΡΝΟ» και τα είδη της εργασίας που εκτελούντο.

Σ’ αυτό το φωτογραφείο δούλεψε από το 1927 και για περισσότερο από τρεις δεκαετίες. Στο μεταξύ η δουλειά περνούσε διαδοχικά στο γιο του τον Αντώνη (ένας από τους τρεις γιους του) και σαν πέθανε έχουμε μετακόμιση και του φωτογραφείου. Μετεφέρθη στη Βασιλέως Γεωργίου 1 στο Πάρκο του Αγίου Πέτρου με την ονομασία «ΦΩΤΟ – ΗΡΑΙΟΝ». Ακολουθεί ο πρόωρος θάνατος και του Αντώνη, για να τον διαδεχθούν οι γιοι του αλλά και ο εγγονός – ένας άλλος Αντώνης. Όπου τώρα μαζί με τις φωτογραφίσεις έχουμε και τις βιντεοσκοπήσεις – κατά την παγκόσμια πλέον συνήθεια όλων των σημερινών φωτογράφων.

 

Παλιές και σημερινές επιγραφές

 

Εάν τις προσέξει κανείς – σε πανελλήνια κλίμακα και σε όλη την πορεία τους – θα παρατηρήσει ότι οι παλιοί φωτογράφοι προτιμούσαν τις φαντα­χτερές ονομασίες για τις επιγραφές τους: «ΦΩΤΟ – ΑΠΕΛΛΗΣ», «ΦΩΤΟ – ΜΟΔΕΡΝΟ», «ΦΩΤΟ – ΠΑΡΘΕΝΩΝ», «ΦΩΤΟ – ΛΟΥΞ», «ΦΩΤΟ – ΣΤΑΡ», «ΦΩΤΟ – ΑΙΓΛΗ», «ΦΩΤΟ – ΠΑΡΙΣ» θέλοντας έτσι να συνδυάσουν την τέ­χνη τους με κάτι το υψηλό, το ονειρικό και μεγαλειώδες. (Χρησιμοποιούμε τον κανόνα).

Στα επόμενα χρόνια, που η τέχνη της φωτογραφίας άπλωσε και πλήθυ­ναν κατά πολύ τα φωτογραφεία, εκδηλώνεται ένα τοπικιστικό πνεύμα, μέ­χρι που μερικοί το περιορίζουν στο ατομικό. Έχουμε δηλαδή «ΦΩΤΟ – ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ», «ΦΩΤΟ – ΗΡΑΙΟΝ», «ΦΩΤΟ – ΑΙΤΩΛΙΚΟΝ» αλλά και «ΦΩΤΟ – ΦΩΤΗΣ», «ΦΩΤΌ – ΜΙΧΑΛΗΣ», «ΦΩΤΟ – ΓΙΩΡΓΟΣ» «ΦΩΤΟ – ΚΑΖΑΣ» κλπ.

Επίσης, σαν περιοδεύσουμε σήμερα στις διάφορες πόλεις και κωμοπό­λεις, θα παρατηρήσουμε πως όλα τα νεοσύστατα φωτογραφεία, αντίς να ρεκλαμάρουν τις ειδικές ικανότητες του κάθε φωτογράφου, έχουν σαν κύρια προβολή τους τα μεγάλα εργοστάσια φωτογραφικών μηχανών, αυτομάτων εμφανιστηρίων και φίλμς που σαν ξέρεις να τα χειρίζεσαι, αυτομάτως χρήζεσαι και φωτογράφος. Όμως με την παλιά έννοια που ξέραμε – ουδεμία σχέση! Το εμπνευσμένο ταλέντο και το έμπειρο καλλιτεχνικό μάτι είναι προσόντα που δεν διδάσκονται με προσπέκτους και σε ειδικές σχολές, κι ού­τε αντικαθίστανται με το πάτημα κάποιων κουμπιών.

Είναι ζήτημα ευαισθησίας, ειδικού γούστου και ξόδεμα ψυχικής διάθεσης. Δηλαδή, χαρίσματα που διακρίνουν μόνο τον άνθρωπο.

 

Γιώργος Καραμάνος

 «Αργείων Πνεύμα», Έκδοση Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, τεύχος 3, Ιανουάριος 2002. 

Read Full Post »

Εικόνες και εντυπώσεις δύο φιλελλήνων Γερμανών διανοητών για το Άργος και την ελεύθερη Ελλάδα σε επιστολές τους προς τον Αργείο λόγιο Δημήτριο Βαρδουνιώτη (τέλη 19ου αι.)


 

O ευρωπαϊκός περιηγητισμός, συναρτώμενος άμεσα με την εντατικοποίηση της μελέτης της κλασικής αρχαιότητας και τη συστηματοποίηση της αρχαιολογικής έρευνας, γνώρισε μεγάλη άνθηση σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, κατακλύζοντας τον ελλαδικό χώρο. Το περιηγητικό ρεύμα προς την Ελλάδα, εκδηλούμενο με ιδιαίτερη ένταση μετά το 1800, μας κληροδότησε ένα σπουδαίο είδος της νεοελληνικής γραμματείας, τη γνωστή ταξιδιωτική λογοτεχνία. Ο όγκος του πληροφοριακού υλικού που συνέλεξαν οι ξένοι ταξιδιώτες κατά τον 19ο αιώνα και οι προσωπικές μαρτυρίες τους, αποτελούν σημαντική συμβολή στην ιστορική και λογοτεχνική γραμματεία της εποχής· μιας εποχής κατά την οποία ο ρομαντισμός συμπλέκεται με τον φιλελληνισμό και ο περιηγητισμός διασταυρώνεται με τον νεοκλασικισμό και την αρχαιομανία.[1]

Τότε παρατηρείται μεγάλη στροφή προς τις κλασικές σπουδές (φιλολογία, αρχαιολογία), ενώ η ενασχόληση γενικότερα με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο γίνεται για πολλούς ευρωπαίους – λογίους και όχι μόνο – ρεύμα, μόδα, συχνά και πάθος. [2] Μετά την απελευθέρωση και τη συγκρότηση του νεοσύστατου κράτους, η κίνηση προς την Ελλάδα γίνεται εντονότερη, αφενός για συστηματικότερη μελέτη των λειψάνων του αρχαίου πολιτισμού και αφετέρου για πληρέστερη πληροφόρηση γύρω από την κοινωνία, την εξουσία και τις δομές του νεοελληνικού κράτους. Ο θαυμασμός των ευρωπαίων ταξιδιωτών για την κλασική αρχαιότητα, η πρόσληψη του σύγχρονου κόσμου μέσα από την καθημερινή ζωή στην πόλη και την ύπαιθρο, από την οικονομία, την παιδεία, την ασφάλεια, τα τοπικά ήθη και έθιμα αλλά και η απόλαυση από την ομορφιά του ελληνικού τοπίου, διασταυρώνονται μεταξύ τους και αποτυπώνονται με αριστοτεχνικό τρόπο σε περιηγητικά βιβλία, σε επιστολές, σε άρθρα και ταξιδιωτικές εντυπώσεις που δημοσιεύονται στον Τύπο της Ευρώπης.[3]

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Στους ευρωπαίους περιηγητές του ελλαδικού χώρου μπορούμε να συμπεριλάβουμε πλέον και δύο Γερμανούς λογίους, άγνωστους έως σήμερα στην ελληνική ταξιδιωτική γραμματεία. [4] Πρόκειται για τον ελληνιστή και λατινιστή καθηγητή Ernste Richard Schulze από την πόλη Bautzen της Σαξονίας [5] και τον διάσημο στην εποχή του καθηγητή γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου Eduard Engel, [6] οι οποίοι επισκέφθηκαν την ελεύθερη Ελλάδα κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Η γνώση μας για τους δύο αυτούς σπουδαίους διανοητές και την περιηγητική εμπειρία τους από την Ελλάδα οφείλονται στον εντοπισμό σειράς επιστολών τους προς τον Αργείο λόγιο του 19ου αιώνα Δημήτριο Βαρδουνιώτη, [7] οι οποίες περιέχονται στο αρχείο της ανέκδοτης έως σήμερα αλληλογραφίας του. [8]

Οι επιστολές του Engel – 6 τον αριθμό – χρονολογούνται από το 1886 έως το 1896 και του Schulze, πολύ περισσότερες, – 45 τον αριθμό -, από το 1898 έως το 1923, όταν ο Βαρδουνιώτης, ένα χρόνο πριν το θάνατό του, λαμβάνει την τελευταία επιστολή του Γερμανού φίλου και ομοτέχνου του. [9] Και οι δύο Ευρωπαίοι λόγιοι, στη διάρκεια του ταξιδιού τους [10] -άγνωστος ο χρόνος παραμονής τους στην Ελλάδα- επισκέφθηκαν το Άργος. O ένας εκ των δύο, ο Engel, κατά την επίσκεψή του στο Άργος γνώρισε τον Βαρδουνιώτη, τον λόγιο εκπρόσωπο της πόλης, όπως προκύπτει από τις επιστολές του, ενώ ο έτερος φαίνεται πως δεν τον γνώρισε προσωπικά, αλλά συνδέθηκε πνευματικά και φιλικά μαζί του, μέσω της αλληλογραφίας τους.

Γνώστες, λάτρεις και θαυμαστές της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς – γραπτής και πολιτιστικής -, οι δύο Γερμανοί διανοούμενοι, κατά την περιήγησή τους ανά την Ελλάδα, δεν περιορίστηκαν μόνο στην αναζήτηση των αρχαίων καταλοίπων. Το ενδιαφέρον τους στράφηκε και προς τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, στοιχεία της οποίας αναδεικνύουν μέσ’ από τις επιστολές τους. Παρατηρούν και καταγράφουν προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας κατά τη μετεπαναστατική περίοδο καθώς και τρέχοντα ζητήματα της πολιτικής ζωής στην ελεύθερη τότε Ελλάδα. Εστιάζουν στον Τύπο της εποχής εκείνης (αντικειμενικότητα, εγκυρότητα και γλώσσα ως μέσου ενημέρωσης και επικοινωνίας), στο επίπεδο της εκπαίδευσης και στα κενά του, στην οικονομική ανέχεια και την ανυπαρξία κοινωνικών δομών, στην καθυστέρηση δημιουργίας κρατικών δομών και θεσμών για τον εκσυγχρονισμό του κράτους, στην ολιγωρία των αρχών για την εντατικοποίηση των αρχαιολογικών ανασκαφών και την προστασία των πολύτιμων ευρημάτων.

Παράλληλα, εκφράζουν τον απεριόριστο θαυμασμό τους για την απλόχερη ελληνική φιλοξενία και την ασύγκριτη ομορφιά του ελληνικού τοπίου. Αναγνωρίζουν επίσης την προσπάθεια του πνευματικού κόσμου ν’ αναδείξει τον αρχαίο πολιτισμό αλλά και να δημιουργήσει καινούργιο κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα της εποχής.

Αν και οι αναφορές τους σχετίζονται κυρίως με το Άργος και την ευρύτερη περιοχή, είναι βέβαιο ότι οι παρατηρήσεις τους απηχούν τις γενικότερες εντυπώσεις που αποκόμισαν από την ελεύθερη Ελλάδα και τα μέρη που επισκέφθηκαν.

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον ωστόσο, έγκειται στο γεγονός ότι οι ίδιοι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των επιστολών τους, με σειρά δημοσιευμάτων τους κατά την επιστροφή τους στη Γερμανία, προσπάθησαν να συμβάλουν στην ενημέρωση της κοινής γνώμης για τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα, και κυρίως στην αποκατάσταση της εικόνας της. Σε μια επιστολή του προς τον Βαρδουνιώτη ο Eduard Engel, αναφερόμενος στην συγγραφή τού ταξιδιωτικού του πονήματος για την Ελλάδα, του εφιστά την προσοχή στο περί Άργους κεφάλαιο: έχετε ήδη βλέψει [δει] πώς άλλαξα στο κεφάλαιον περί του Άργους την « αλήθειαν». Αλλά το βιβλίον μου δεν το ήθελα να ήτο μία φωτογραφία της περιηγήσεώς μου αλλά μία ζωγραφία,-όπως ο Goethe ελάλησε την αυτοβιογραφίαν του: Αλήθεια και Ποίησις! Ήθελα να δείξω στους Γερμανούς, τους Έλληνας πώς τους έβλεπον με τα μάτια της ψυχής όχι μόνον με τα της κεφαλής.[11]

Κοινό στοιχείο στις επιστολές των δύο αγνώστων μεταξύ τους αλληλογράφων τού Βαρδουνιώτη, αποτελεί η δημοσιοποίηση και προβολή στον γερμανικό κόσμο της θετικής εικόνας του ελληνικού γίγνεσθαι εκείνης της εποχής ή τουλάχιστον μια προσπάθεια αλλαγής και βελτίωσης της ήδη υπάρχουσας. Στην πρώτη επιστολή του ο Engel, μαζί με τις ευχαριστίες του για την φιλοξενία στο σπίτι της οικογένειας Βαρδουνιώτη, διατυπώνει και την έμπρακτη αγάπη του για την Ελλάδα με την φράση που ακολουθεί: Έχω γράψει πολλά άρθρα περί της Ελλάδος δια τας γερμανικάς εφημερίδας. Και ο Έσπερος, εφημερίς με εικόνας εκδοθείσα εν Λειψία θα δημοσιεύσει όλα εις μετάφρασιν ελληνικήν. Σας στέλλω μόνον το ένα «περί της δημοσίας ασφαλείας εις την Ελλάδα«, δημοσιευθέν εις περισσότερον παρά [από] είκοσι εφημερίδας γερμανικάς και άλλας. Τοιουτοτρόπως ελπίζω ότι η γνώμη των ξένων περί «των ληστών της Ελλάδος» θ’ αλλάξη.[12]

Σε άλλη επιστολή του, εκφράζοντας τη μεγάλη του επιθυμία να επισκεφθεί εκ νέου την Ελλάδα και κυρίως το φιλόξενον Άργος πληροφορεί τον φίλο του Βαρδουνιώτη ότι δημοσιεύει συνέχεια άρθρα για την Ελλάδα, τόσο στον γερμανικό όσο και στον ελληνόφωνο Τύπο της πατρίδας του. [13] Στην ίδια επιστολή (29/4/1887), του ανακοινώνει την έκδοση του βιβλίου του «Εαριναί Ελληνικαί Ημέραι», [14] προϊόν της περιήγησής του στην Ελλάδα, στο οποίο αναφέρει ότι συμπεριέλαβε και ένα ξεχωριστό κεφάλαιο περί Άργους. [15] Στη συγκεκριμένη αναφορά της ανέκδοτης επιστολής του οφείλεται η αναζήτηση, ο εντοπισμός και η απόκτηση εν τέλει του προαναφερόμενου περιηγητικού βιβλίου, άγνωστου έως σήμερα στη σχετική ελληνική βιβλιογραφία.

Ο έτερος Γερμανός ελληνιστής και φιλέλληνας, ο Schulze, ο οποίος επισκέφθηκε την Ελλάδα λίγα χρόνια μετά τον Engel, [16] από τις πολυάριθμες επιστολές του προς τον φίλο του Βαρδουνιώτη φαίνεται να έχει δημιουργήσει μαζί του ένα δίαυλο μακράς και σταθερής επικοινωνίας σε πολλαπλά επίπεδα, με κορυφαίο το πνευματικό. Μεταφράζει στα γερμανικά λογοτεχνικά έργα του αλληλογράφου του και τα δημοσιεύει στον Τύπο της πόλης του· [17] διαβάζει τα συγγράματά του και διατυπώνει την κριτική του·[18] ενημερώνεται διαρκώς για την πνευματική κίνηση, την κοινωνική και πολιτική ζωή στο Άργος και τον ευρύτερο ελλαδικό χώρο, μέσω των ελληνικών εφημερίδων και των φιλολογικών-λογοτεχνικών περιοδικών που ανελλιπώς λαμβάνει από τον Βαρδουνιώτη και άλλους Έλληνες λογίους. [19] Με αφορμή την άποψη που εκφράζει για τον ελληνικό πολιτικό Τύπο της εποχής, [20] επισημαίνει την απουσία στοιχειώδους εκπαίδευσης και την αδυναμία των πολιτών να διαβάσουν εφημερίδες. Μεταφέρει στον Βαρδουνιώτη δύο σχετικές προσωπικές μαρτυρίες του: πολλοί Έλληνες φαίνεται να μη ηξεύρουν γράμματα· -δύο φοράς, και εις Ναύπλιον και εις Ολυμπίαν, στρατιώται μοι απεκρίθησαν «δεν ξέρω γράμματα», και έν κορίτσιον εις Χαρβάτι [Μυκήνες] μοι αφηγήθη ότι εις το σχολείον πηγαίνουν τα αγόρια αλλ’ όχι τα κορίτσια. [21]

 Με τον ακαταπόνητο Αργείο λόγιο ανταλλάσσει πληροφορίες επιστημονικού και λογοτεχνικού ενδιαφέροντος και του αποστέλλει δυσεύρετα στην Ελλάδα βιβλία. Εκφράζει προς τον αλληλογράφο του τον απεριόριστο θαυμασμό του για το πολύπλευρο λογοτεχνικό έργο του, την πολυμάθεια και την εργατικότητά του· ακόμη για το ζωηρό ενδιαφέρον και την εμπλοκή του σε ζητήματα αρχαιολογίας, ανασκαφών στην περιοχή του Άργους και προστασίας των αρχαιοτήτων. Επίσης τον συγχαίρει για τα άρθρα του (τας διατριβάς, όπως λέει) στον Τύπο περί των ανασκαφών και περί του εν Άργει αρχαιολογικού μουσείου, τα οποία ανέγνωσε στον Τύπο μετά μεγάλου ενδιαφέροντος. [22] Πληροφορούμενος από εφημερίδες για τις νέες αρχαιολογικές έρευνες και την ανεύρεση τάφων στο Άργος, εκφράζει την ευχή όπως αυτοί μεταφερθούν στο σχεδιαζόμενο μουσείο του Άργους, γεγονός που, κατά την άποψή του, θα προσελκύσει το ενδιαφέρον πολλών περιηγητών. [23] Δυστυχώς, όπως λέει, δεν υπάρχει σχεδιάγραμμα της πόλης του Άργους ούτε στον ταξιδιωτικό οδηγό του Μπαίντεκερ, σε αντίθεση με τις Μυκήνες, το Ναύπλιο και τη Σπάρτη. [24] Και συνεχίζει με τη διαπίστωση ότι το Άργος παραμελείται από την Πολιτεία, παρά το γεγονός ότι αι ανασκαφαί αποδεικνύουν ότι ισοδύναμος είνε η πόλις του Διομήδους μετά των Μυκηνών.[25] Σε προγενέστερη επιστολή του μάλιστα είχε ζητήσει από τον Βαρδουνιώτη να του αποστείλει εικόνες του Άργους μετά της Λαρίσης (καρτ-ποστάλ, δηλαδή), καθώς αντίστοιχες του Ναυπλίου είχε αγοράσει ο ίδιος από τη συγκεκριμένη πόλη κατά την προ επτά ετών περιήγησή του στην Πελοπόννησο. [26] Επιθυμώ, όπως λέει, να αποκτήσω ταύτας, δια να τας δείξω εις τους μαθητάς του γυμνασίου, όταν μνημονεύεται το Άργος, ό συμβαίνει συχνάκις. [27] Αξιοσημείωτο είναι, όπως προκύπτει από άλλη απαντητική επιστολή του Schulze προς τον Βαρδουνιώτη, ότι ο τελευταίος παρά τους ακουράστους κόπους του, ερευνών εικόνας του Άργους σχεδόν εις την Ελλάδα όλην, δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει την επιθυμία τού εκλεκτού φίλου του.

Αυτά συμβαίνουν το 1901. Ένα χρόνο αργότερα, το 1902, ο Schulze, διαρκώς ανήσυχος για την πορεία των ανασκαφών στο Άργος, εκφράζει στον Βαρδουνιώτη τας απείρους ευχαριστίας του δια το σχεδιάγραμμα των επί του λόφου Ασπίδος ανασκαφών. [28] Τον Ιανουάριο του 1904, τον ευχαριστεί απείρως δια τας εφημερίδας και την επιστολήν που του απέστειλε μετά των εικόνων του Άργους, τις οποίες εκλαμβάνει ως πρωτοχρονιάτικον δώρον, συμπληρώνοντας μάλιστα ότι είναι κειμήλιον δι’ εμέ ός ενθυμούμαι σχεδόν καθ’ εκάστην το Άργος και τους φίλους μου οι οποίοι ζώσιν εις την πόλιν ταύτην. [29] Φαίνεται λοιπόν από την παρατιθέμενη πιο πάνω αλληλογραφία ότι οι πρώτες καρτ-ποστάλ της πόλης του Άργους κυκλοφόρησαν προς το τέλος του 1903.

Η αγάπη και το ενδιαφέρον τού Schulze για το Άργος και τα εκεί τεκταινόμενα εκδηλώνεται παντοιοτρόπως. Σε επιστολή του 1899 επαινεί με πολύ θερμά λόγια τον φίλο του Βαρδουνιώτη για τους αγώνες που δίνει προκειμένου να γίνει «η απόφραξις της υπώρυχος» από την Στυμφαλίδα λίμνη έως τον Ερασίνο ποταμό, το γνωστό μας σήμερα Κεφαλάρι. Ενθαρρύνει μάλιστα τον πολυπράγμονα Αργείο να συνεχίσει τις σχετικές προσπάθειες με τα παρακάτω λόγια: Σας συγχαίρω δια την δουλείαν ταύτην, ήν εκάμετε όχι μόνον εις την πατρίδα Σας αλλά και εις τους επιστήμονας. [30]

Με μια σύντομη αναφορά σε κάποια άλλη επιστολή του, εκφράζει τη χαρά του για την πρόοδο που έχει σημειώσει η γυμναστική στο Άργος, μέσω του γυμναστικού συλλόγου Αριστέας, φιλικά προσκείμενου προς τον λαϊκό φιλολογικό σύλλογο Ίναχο, τον οποίο ίδρυσε ο Βαρδουνιώτης, μετά την αποχώρησή του από το Δαναό. [31]

Χρήστος Παπαοικονόμος

Χρήστος Παπαοικονόμος

Σχετικά με το ζήτημα αυτό μεγάλο ενδιαφέρον για την πνευματική ζωή της πόλης του Άργους παρουσιάζουν οι μακρές αναφορές σε σειρά επιστολών και η θέση που παίρνει ο ίδιος ο Schulze στο ζήτημα της διάσπασης του Συλλόγου Δαναός, περί το 1900, μετά τη διάσταση που επήλθε ανάμεσα στους δύο κορυφαίους λογίους της πόλης και ιδρυτές του φιλολογικού και φιλανθρωπικού συλλόγου Δαναός, Χρήστο Παπαοικονόμο και Δημήτριο Βαρδουνιώτη. [32]

Αυτό που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα το Γερμανό φιλέλληνα, μέσ’ από το σύνολο σχεδόν των επιστολών του, είναι η κοινωνική ευαισθησία και τα φιλανθρωπικά του αισθήματα απέναντι στα σοβαρά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η πόλη του Άργους και ευρύτερα η Ελλάδα. Ως επίτιμο μέλος του συλλόγου Δαναός, αποστέλλει ανελλιπώς τη συνδρομή του υπέρ της Σχολής των απόρων παίδων, την οποία θεωρεί ευεργικωτάτη για την εκπαιδευτική και κοινωνική προσφορά της. [33] Τη συνδρομή του (20 μάρκα επίσης) στέλνει και στον λαϊκό σύλλογο Ίναχο, ευθύς μετά την ίδρυσή του, προκειμένου να ενισχύσει το πνευματικό και φιλανθρωπικό έργο του. [34] Για τον ίδιο σκοπό διαθέτει την αμοιβή που λαμβάνει από τον εκδότη της εφημερίδας Bautzen Nachrichten για τις μεταφράσεις των έργων του Αργείου ομοτέχνου του, με την παράκληση να τα διαθέσει εκείνος όπου επιθυμεί, είτε μέσω των δύο συλλόγων είτε κατά την προσωπική του κρίση προς όφελος πάντως των Αργείων. [35] Υπέρμαχος της κοινωνικής αλληλεγγύης, όταν πληροφορείται από την εφημερίδα «Μυκήναι» το θάνατο από ασιτία μιας Αργείας, της Παρασκευής Ζαήμη, στηλιτεύει με έκπληξη και θυμό την αδιαφορία των συμπολιτών και των γειτόνων της, και διερωτάται:

 

εις πόλιν δέκα χιλιάδων κατοίκων κανείς δεν ηυρέθη που να φροντίζη περί την πτωχήν ταύτην γυναίκα; Δεν έχετε φιλοπτώχους; Δεν ευσπλαχνίζεσθε τον πτωχόν και πεινασμένον γείτονα; Το κράτος, όπως λέει, αδυνατεί ν’ ανταποκριθεί σε όλα, γι’ αυτό πρέπει να φροντίζη καθείς περί των γειτόνων … τουλάχιστον εις μικράν πόλιν, όπου οι άνθρωποι είνε ευσπλαγχνότεροι παρά οι μεγαλουπόλεων κάτοικοι.[36]

 

Σημαντικές είναι, επίσης, οι πληροφορίες που εμπεριέχονται στις επιστολές του Schulze για το έργο του Βαρδουνιώτη. Σε αρκετές επιστολές του ονοματίζει με τον τίτλο τους διηγήματα, ποιήματα και ιστορικά έργα του, μερικά γνωστά αλλά και κάποια άγνωστα ακόμη έως σήμερα, τα οποία θ’ αναζητήσουμε στον ελληνικό ημερήσιο και περιοδικό τύπο της εποχής.

Αναφορικά με τον Engel, τον έτερο των Γερμανών λογίων, τις περιορισμένες πληροφορίες που εμπεριέχονται στις ολιγάριθμες και σύντομες επιστολές του προς τον Βαρδουνιώτη, συμπληρώνει αναμφίβολα το περιηγητικό του βιβλίο, στο οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω με τον ποιητικό τίτλο, «Εαριναί Ελληνικαί Ημέραι». Περιλαμβάνει ειδικά κεφάλαια περί Άργους, Ναυπλίου, πολλών άλλων αρχαιολογικών τόπων και πόλεων της Πελοποννήσου, της Κέρκυρας και της Αθήνας. [37]

Κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω το ρόλο του Αργείου Δημητρίου Βαρδουνιώτη, όπως προκύπτει από τη μονομερή αλληλογραφία που κατέχω. Ο Βαρδουνιώτης είναι αναμφίβολα ο πρωταγωνιστής αυτής της αμφίδρομης σχέσης με τους δύο Γερμανούς διανοητές-περιηγητές. Δεν γνωρίζουμε κάτω από ποιές συνθήκες ο Αργείος λόγιος γνώρισε, δέχθηκε και φιλοξένησε τους υψηλούς επισκέπτες της πόλης. Συνδέθηκε μαζί τους φιλικά και πνευματικά και στη συνέχεια δημιούργησε αυτό το σημαντικό δίαυλο επικοινωνίας, μέσω της αλληλογραφίας και της συνεχούς αποστολής πληροφοριακού υλικού, από βιβλία και φιλολογικά περιοδικά έως εφημερίδες -τοπικές και αθηναϊκές- αλλά και δικά του λογοτεχνικά και ιστορικά άρθρα. Γενικότερα, ας τονιστεί ότι η συμβολή αυτού του αδικημένου έως σήμερα πνευματικού ανθρώπου υπήρξε πολύ μεγάλη στο πνευματικό και ιστορικό γίγνεσθαι της εποχής, όχι μόνο σε τοπικό επίπεδο αλλά κυρίως σε εθνικό. [38]

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] H ταξιδιωτική λογοτεχνία του 19ου αιώνα είναι πολύ πλούσια. Παραθέτω επιλεκτικά ορισμένα αντιπροσωπευτικά του είδους βιβλία με αναφορά στην Ελλάδα γενικά, αλλά και ειδικότερα στην Πελοπόννησο: Κ. Σιμόπουλος Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1700-1800, τ. Β’ Αθήνα 1995· Τρεις Γάλλοι ρομαντικοί στην Ελλάδα: Λαμαρτίνος, Νερβάλ, Γκωτιέ, πρόλ. Π. Μουλλάς, μτφρ. Βάσω Μέντζου, Αθήνα 1990· Ο πυρετός των μαρμάρων (συλλ. τόμος), επιμέλεια-εισαγωγή Γ.Τόλιας, μτφρ. Γ. Δεπάστας – Βούλα Λούβρου, Αθήνα 1996, σσ. 27-30· F. Aldenhover, Itinéraire descriptif de l’Attique et du Peloponnése, Athènes 1841· K. Baedeker, Greece, Leipzig 1884· J. A. Buchon, La Gréce continentale et la Morée: voyage, séjour et études historiques en 1840 et 1841, Paris 1843

[2] H. Omont, Misssions archéologiques françaises en Orient aux XVII-XVIII siècles, Paris 1902· R. Baladie, Le Peloponnése de Strabon. Étude de Geographie historique, Paris 1980· E. Boblaye Puillion, Recherches geographiques sur les Ruines de la Morea, Paris 1836· J. A. Cramer, A geographical and historical description of ancient Greece, t. I-III, Oxford 1828· E. Dodwell, A classical and topographical Tour through Greece during the years 1801, 1805 and 1806, t. 2, London 1819.

[3] Βλ. R. Eisner, Travellers to an Antique Land: The History and Literature of Travel in Greece, Princeton 1991· Α. Ταμπάκη, Η μετάβαση από τον Διαφωτισμό στον ρομαντισμό στον ελληνικό 19ο αιώνα. Η περίπτωση του Ιωάννη και του Σπυρίδωνα Ζαμπέλιου, Πρακτικά του Ε’ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου, τ. 4, Αργοστόλι 1991, σσ. 199-211· Α. Πολίτης, Ρομαντικά χρόνια. Ιδεολογίες και νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880, Αθήνα 1993· O. Augustinos, Greece in French Travel Literature from the Renaissance to the Romantic Era, Baltimore 1993· Ένας νέος κόσμος γεννιέται. Η εικόνα του ελληνικού πολιτισμού στην γερμανική επιστήμη κατά τον 19ο αι., (έκδ.) Ευ. Χρυσός, Αθήνα 1996.

[4] Ορισμένοι από τους γνωστούς στην ελληνική βιβλιογραφία Γερμανούς λόγιους περιηγητές, οι οποίοι κατέγραψαν τις ταξιδιωτικές εμπειρίες τους από την Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένης της Πελοποννήσου, κατά τον 19ο αιώνα, είναι οι παρακάτω: L. Ross, Reisen und Reiserouten durch Griechenland, I Reisen im Peloponnes, Berlin 1841· Er. Curtius, Peloponnesos. Eine historisch-geographische Beschreibung der Halbinsel, Gotha, t. I 1851, t. II 1852· Al. Philippson – E. Kirsten, Die griechischen Landschaften, Eine Landeskunde, t. III, 1 Der Peloponnes, Frankfurt am Main, 1959· C. Bursian, Geographie von Griechenland, t. II, Leipzig 1868-1872· L. Ross, Erinnerungen und Eindrücke aus Griechenland, Basel 1875· Al. Philippson, Der Peloponnes. Versuch einer Landes-Kunde auf geologischer Grundlage, Berlin 1892.

[5] Καθηγητής ελληνικής και λατινικής φιλολογίας σε Γυμνάσιο της πόλης Bautzen της Σαξονίας, συγγραφέας πολλών επιστημονικών βιβλίων, κυρίως της λατινικής φιλολογίας και γλώσσας (βλ. http://www.readings.com.au/search/results?query=Ernst%20Richard%20Schulze&author=1&books=1&m)

[6] Καθηγητής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και επικεφαλής της Υπηρεσίας Στενογραφίας του γερμανικού βασιλείου. Εκδότης του επιστημονικού περιοδικού «Magazin für die Literatur des Auslandes«, κριτικός έργων μεγάλων Ευρωπαίων λογοτεχνών, όπως του Emile Zola, του Edgar Alan Poe, του Théodor Fontane, κ. ά. Λογοτέχνης και συγγραφέας πολλών επιστημονικών έργων με κορυφαίο το «Geschichte der deutschen Literatur von der Anfangen bis zur Gegenwart«. Υπήρξε πολέμιος της μοντέρνας Λογοτεχνίας και ένθερμος υποστηρικτής της θεωρίας περί γλωσσικής καθαρότητας. Λάτρης της Ελλάδας και του ελληνικού πολιτισμού, το 1912 έγραψε το έργο «Η Πατρίδα του Οδυσσέα: Λευκάδα ή Ιθάκη» (Der Wohnsitz des Odysseus), ενώ πολύ νωρίτερα, μετά από την περιήγηση που πραγματοποίησε στην Ελλάδα, το έτος 1886 συνέγραψε το ταξιδιωτικό βιβλίο «Ελληνικαί Εαριναί Ημέραι» (Griechische Frullingstage), στο οποίο θ’ αναφερθώ αναλυτικότερα πιο κάτω. Το 1933, μετά την άνοδο του Εθνικοσοσιαλισμού στη Γερμανία, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για τον Eduard Engel λόγω της εβραϊκής καταγωγής του, η οποία απέβη γι’ αυτόν μοιραία. Παρά τη φανατική σχεδόν υποστήριξή του στην καθαρότητα της γερμανικής γλώσσας, τού απαγορεύθηκε να δημοσιεύσει άλλα έργα, ενώ τα κορυφαία του βιβλία δυσφημίστηκαν και απαγορεύτηκε η επανέκδοσή τους. Επί πλέον του αφαίρεσαν τη σύνταξη και τον αποστέρησαν απ’ όλες τις νόμιμες πηγές εσόδων. Έζησε ως το θάνατό του (1938) πάμπτωχος με μόνη την αρωγή των φίλων του (βλ. https://de.wikipedia.org/wiki/Eduard Engel).

[7] Για την προσωπικότητα και το έργο του Βαρδουνιώτη διαθέτουμε δύο μόνο ad hoc παλαιές μελέτες: Γεωργίου Ξ. Λογοθέτου (Ίδμωνος), Κριτικό Σημείωμα, Δημήτριος Βαρδουνιώτης, Αθήναι 1928, σσ. 1-16 και Σπύρου Παναγιωτόπουλου, Δ. Βαρδουνιώτης, ο Ιστορικός: η ζωή και το έργο του, Ανάτυπο από την Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, 1960, σσ. 74-82. Αναφορές, ωστόσο, στο λογοτεχνικό και ιστορικό έργο του υπάρχουν αρκετές στη νεότερη βιβλιογραφία

[8] Σχετικά με την ανέκδοτη αλληλογραφία τού Βαρδουνιώτη, βλ. Σοφία Πατούρα-Σπανού, Πνευματικές διαδρομές στο β’ μισό του 19ου αιώνα μέσα από την ανέκδοτη αλληλογραφία του Αργείου λόγιου και ιστορικού Δημητρίου Βαρδουνιώτη: πρόδρομη παρουσίαση, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, Ελληνικότητα και Ετερότητα: πολιτισμικές διαμεσολαβήσεις και εθνικός χαρακτήρας στον 19ο αιώνα (Αθήνα, 14-16 Μαΐου 2015, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών), Αθήνα 2015 (υπό εκτύπωση).

[9] Οι παραπομπές στις ανέκδοτες επιστολές των δύο Γερμανών αλληλογράφων του Βαρδουνιώτη ακολουθούν αύξοντα αριθμό με χρονολογική κατάταξη από το 1 έως το 6 για τις αναφορές στον Engel και από το 1 έως το 45 για τις αναφορές στον Schulze.

[10] Ο χρόνος επίσκεψης στην Ελλάδα των δύο λογίων Γερμανών δεν αναφέρεται με σαφήνεια αλλά προκύπτει έμμεσα μέσα από την αλληλογραφία τους. Ο Eduard Engel έστειλε την πρώτη επιστολή στον Βαρδουνιώτη στις 4/6/1886 με πολλές ευχαριστίες για την φιλοξενία που του παρέσχε ο δεύτερος κατά τις ημέρες του Πάσχα (ανέκδ. επιστ. 1 4/6/1886). Προκύπτει επομένως έμμεσα ότι η επίσκεψή του στην Ελλάδα, και πιο συγκεκριμένα στο Άργος, πραγματοποιήθηκε λίγο νωρίτερα, κατά την εορτή του Πάσχα, πιθανότατα Απρίλιο ή Μάϊο του 1886. Αναφορικά με τον Schulze, από δύο επιστολές του προκύπτει ότι δεν γνώρισε ποτέ προσωπικά τον Βαρδουνιώτη. Από την ανέκδ. επιστ. 1, 8/4/1898 φαίνεται ότι η γνωριμία τους δι’ αλληλογραφίας έγινε μέσω του κοινού τους φίλου συγγραφέα Παναγιώτη Τσίληθρα, ο οποίος έστελνε λογοτεχνικά έργα του Βαρδουνιώτη στον Schulze. Στην ανέκδ. επιστ. 7, 6/18/1898, ο Schulze εκφράζει τη χαρά του για την φωτογραφία του Βαρδουνιώτη που έλαβε σε επιστολή του, «η οποία«, όπως αναφέρει, «παρισταίνει άνδρα οριστικόν και δραστήριον«, πράγμα που σημαίνει ότι τότε, για πρώτη φορά, αντικρίζει τη φυσιογνωμία του μέσω της φωτογραφίας. Όσο για το έτος του ταξιδιού του στην Ελλάδα προκύπτει από σαφή αναφορά του στην ανέκδ. επιστ. 22, 15/4/1901, ότι αγόρασε προ επτά ετών φωτογραφία του Ναυπλίου, κατά την εκεί επίσκεψή του. Κατά συνέπεια το ταξίδι του στην Ελλάδα τοποθετείται στα 1894.

[11] Engel, ανέκδ. επιστ. 3, 5/11/87.

[12] Εngel, ανέκδ. επιστ. 1, 4/6/1886.

[13] Engel, ανέκδ. επιστ. 2, 29/4/1887.

[14] Eduard Engel, Griechische Frühligstage, Elibron Classics series, Adamant Media Corporation 2006 (ανατύπωση της έκδοσης του 1887, Hermann Costenoble, Jena).

[15] Στο ίδιο, σελ. 280-300.

[16] Βλ. πιο πάνω, σημ. 10.

[17] Στην ανέκδ. επιστ. 1 (8/4/1898), ο Γερμανός λόγιος ενημερώνει τον Βαρδουνιώτη ότι άρχισε τη μετάφραση του διηγήματός του «Επί του Ακροκορίνθου«, την οποία θα δημοσιεύσει τμηματικά ο φίλος του, εκδότης της εφημερίδας Bautzen Nachrichten της πόλης του Bautzen, κ. Mόνσε. Στην ανέκδ. επιστ. 14 (1/9/1900), τού ανακοινώνει τη μετάφραση του διηγήματός του «Επεισόδιον του βίου της Μαργαρίτας» (Μετέφρασα το «Επεισόδιον του βίου της Μαργαρίτας» και σήμερον πλέον τούτο αναγινώσκεται εις το Παράρτημα των Ειδήσεων του Μπάουτσεν).

[18] Στις ανέκδ. επιστ. 8 (25/8/1998), 9 (2/5/1899), 13 (16/2?1900), 21 (16/1/1901), 30 (15/7/1902), 35 (12/11/1903), 36 (20/12/1904), 39 (17/7/1905), 41 (22/12/ 1906), 43 (3/1/1914) ο Schulze αναφέρει συγκεκριμένα διηγήματα, άρθρα σε εφημερίδες και το ιστορικό βιβλίο του Βαρδουνιώτη «Η καταστροφή του Δράμαλη«, για τα οποία διατυπώνει πολύ θετική κριτική και τού εκφράζει τον απεριόριστο θαυμασμό του.

[19] O Schulze, σε πολλές από τις επιστολές του προς τον Βαρδουνιώτη, αναφέρει ότι λαμβάνει εφημερίδες και φιλολογικά περιοδικά από εκείνον αλλά και άλλους λογίους φίλους του από την Αθήνα, όπως για παράδειγμα, από τον κοινό φίλο τους, Π. Τσίληθρα.

[20] Schulze, ανέκδ. επιστ. 9, 2/5/1899. Σε αυτή την επιστολή ο Γερμανός λόγιος εκθέτει δια μακρών την άποψή του για τις ελληνικές εφημερίδες της εποχής, για τις οποίες δεν έχει την καλύτερη γνώμη!

[21] Schulze, ανέκδ. επιστ. 9, 2/5/1899. Για το επίπεδο της εκπαίδευσης στο Άργος του 19ου αιώνα, σημαντικές είναι δύο πρόσφατες σχετικά μελέτες, δημοσιευμένες στα Πρακτικά του Α’ Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα (Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004), Άργος 2009: α) Γ. Κόνδης, Εκδόσεις και αναγνωστικό κοινό στο Άργος του 19ου αιώνα, ό. π., σελ. 89-105 και β) Α. Τότσικας, Η εκπαίδευση στο Άργος τον 19ο αιώνα. Οργάνωση και προσανατολισμοί, ό. π., σελ. 421-431. Η εκπαίδευση των Θηλέων σε αστικά σχολεία, στο Άργος και το Ναύπλιο, καθιερώθηκε με το νόμο 770/1937 για να καταργηθεί δύο χρόνια αργότερα (βλ. Α. Σκορδά-Παπαγιαννοπούλου, Τα αστικά σχολεία Θηλέων Ναυπλίου και Άργους, Πρακτικά του ΣΤ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (Τρίπολις 24-29 Σεπτεμβρίου 2000), τόμ. 3, Νεώτερος Ελληνισμός, Αθήναι 2001-2002, σελ. 360-368.

[22] Schulze, ανέκδ. επιστ. 30, 15/7/1902. Για την ιστορία του αρχαιολογικού μουσείου του Άργους, τις απαρχές της ίδρυσής του, σε εμβρυακή έστω μορφή, και τους αγώνες τού Βαρδουνιώτη για το σκοπό αυτό, βλ. τη μελέτη του Β. Δωροβίνη, 1961-2011: μισός αιώνας λειτουργίας του Μουσείου Άργους, Αργειακή Γη (Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση της Κοινωφελούς Επιχείρησης Δήμου Άργους-Μυκηνών), τεύχος 5, σελ. 17-44.

[23] Schulze, ανέκδ. επιστ. 30, 15/7/1902.

[24] Στο ίδιο.

[25] Στο ίδιο.

[26] Schulze, ανέκδ. επιστ. 22, 15/4/1901. Από την αναφορά αυτή προκύπτει ο χρόνος επίσκεψης του Schulze στην Ελλάδα, και ακριβέστερα στο Ναύπλιο και στο Άργος, που όπως φαίνεται πραγματοποιήθηκε το 1894.

[27] Στο ίδιο.

[28] Ανέκδ. επιστ. 32, 12/12/1902.

[29] Ανέκδ. επιστ. 37, 7/1/1904.

[30] Ανέκδ. επιστ. 10, 1/9/1899. Πρβλ. τη μελέτη του Κ. Ρωμαίου, Ο Ερασίνος ποταμός και ο ρόλος του για την προστασία του Άργους κατά την αρχαιότητα, Πρακτικά Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Άργος 30 Μαΐου – 1 Ιουνίου 1986), Αθήναι 1989, σελ. 129-137.

[31] Ανέκδ. επιστ. 30, 15/7/1902.

[32] Βλ. Schulze, ανέκδ. επιστ. 15, 12/11/1900· 16, 13/11/1900· 18, 12/12/1900· 19, 2/1/1901.Σχετικά με την ίδρυση, την ιστορία και τους σκοπούς του Συλλόγου «Δαναός», βλέπε: Χρ. Παπαοικονόμος, «Δαναός», Ο εν Άργει σύλλογος των Αργείων, Αργολικόν Ημερολόγιον, εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων του έτους 1910, Αθήναι 1910 (Αναστατικές εκδόσεις – 1, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού), σελ. 128-141· Ευάγγ. Στασινόπουλος, Σκοποί, πορεία, σταθμοί και προσανατολισμοί του «Δαναού», Πρακτικά του Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Άργος 30 Μαΐου – 1 Ιουνίου 1986), Αθήναι 1989, σελ. 369-376. Για το ζήτημα της διάσπασης του συλλόγου δεν θα επεκταθώ περισσότερο στην παρούσα εργασία γιατί θ’ αποτελέσει αντικείμενο ειδικής μελέτης με διεξοδικότερη έρευνα και στα αρχεία του Δαναού.

[33] Schulze, ανέκδ. επιστ. 18, 12/12/1900.

[34] Schulze, ανέκδ. επιστ. 19, 2/1/1901· 27, 16/10/1901·28, 8/5/1902· 32, 12/12/1902· 33, 26/2/1903· 34, 14/4/1903. Στην ανέκδοτη επιστολή του αρ. 38, 15/1/1905, ο Schulze μάς δίνει εμμέσως την πληροφορία ότι έχει διακοπεί η έκδοση της εφημερίδας «Ίναχος».

[35] Schulze, ανέκδ. επιστ. 17, 8/12/1900. Στην επιστολή αρ. 4, 18/5/1898 ο Schulze συστήνει στον Βαρδουνιώτη να διαθέσει τα χρήματα από τη μετάφραση ή υπέρ των δυστυχών θεσσαλών ή υπέρ των ταλαιπωρούντων προσφύγων. 

[36] Schulze, ανέκδ. επιστ. 36, 20/12/1904. Βλ. Ευρυδίκη Μπέσιλα-Βήκα, Η επιρροή του θεσμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στη διαμόρφωση της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής της τοπικής κοινωνίας του Άργους τον 19ο αιώνα, Πρακτικά του Α’ Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα» (Άργος 5 – 7 Νοεμβρίου 2004), Άργος 2009, σελ. 195-200.

[37] βλ. σημ. 14. Η μετάφραση και η πιθανή έκδοση του άγνωστου αλλά πολύτιμου για τη νεότερη ελληνική ιστορία βιβλίου τού Engel, θα συμβάλει στον εμπλουτισμό των γνώσεών μας γύρω από την ιστορία και την κοινωνία της Πελοποννήσου και όχι μόνο, στο β’ μισό του 19ου αιώνα, καθώς η περιηγητική λογοτεχνία αποτελεί πλέον πρωτογενές υλικό για τη μελέτη της ιστορίας του Νέου Ελληνισμού.

[38] Σε τρεις επιστολές που είχαν αποσταλεί από την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία προς τον Βαρδουνιώτη (περιλαμβάνονται στο σώμα της ανέκδοτης αλληλογραφίας του) αποκαλύπτεται η μεγάλη εθνική προσφορά τού Αργείου λογίου. Μέχρι το 1915 ο Βαρδουνιώτης είχε αποστείλει στην Εταιρεία 10.625 έγγραφα που αφορούσαν στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, πολύτιμα κειμήλια για τη μελέτη και συγγραφή της νεότερης ιστορίας μας.

Σοφία Πατούρα- Σπανού                     

Διευθύντρια Ερευνών/Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το Ορφανοτροφείο του Άργους


 

Προλογικά

 

Όταν έγραφα με τους μαθητές μου τα οδωνύμια του Άργους, εκείνος που με βοήθησε ξεχωριστά ήταν ο μακαριστός π. Ευάγγελος Στασινόπουλος, ο οποίος μου υπέδειξε – συν τοις άλλοις – και ποιος ήταν ο Ιωάννης Λαλουκιώτης.[1]

Στην πορεία του χρόνου έτυχε να γίνω μέλος της Συντακτικής Επιτροπής (Σ.Ε.) του περιοδικού του Δήμου μας (2000). Και θεωρήσαμε σκόπιμο να ασχολούμαστε με τη μικροϊστορία του Άργους, όπως συμβαίνει άλλωστε σε πολλά περιοδικά τοπικού ενδιαφέροντος. Ενδεικτικά μνημονεύω την εργασία του Βασίλη Ζάχου Χριστιανική Ένωση Άργους (ανδρών), [2] την οποία ετοίμασε ο αγαπητός συνάδελφος κατά παράκληση της Σ.Ε. Η πρόταση ανήκε στο μέλος της Σ.Ε. και αγαπητό συνάδελφο Γιώργο Τασσιά.

Πρόθεσή μου ήταν να φιλοξενήσω την εργασία μου για το Ορφανοτροφείο Άργους στο επόμενο τεύχος του περιοδικού, αλλά δυστυχώς αναστέλλεται επ’ αόριστον η επανέκδοσή του για οικονομικούς λόγους. [3] Όμως ο ερευνητικός λόγος, πριν ακόμη πάρει σάρκα και οστά, δεν μπορεί ν’ αναζητεί στέγη… Γι’ αυτό και συνεχίζω.

 

Ο ιδρυτής του Ορφανοτροφείου Ιωάννης Λαλουκιώτης [4]


Ιωάννης και Αρτεμισία Λαλουκιώτη, δεκαετία 1930. Αρχείο: Γηροκομείο Άργους.

Ιωάννης και Αρτεμισία Λαλουκιώτη, δεκαετία 1930. Αρχείο: Γηροκομείο Άργους.

Ο Ιωάννης Λαλουκιώτης γεννήθηκε στο Άργος το 1879 από γονείς αγρότες, τον Νικόλαο και την Ελισάβετ. [5] Ο βιογραφούμενος αποδήμησε στις ΗΠΑ για λίγα χρόνια και επιστρέφοντας ίδρυσε εργοστάσιο υφαντουργίας. Στην αρχή έδινε δουλειά σε γυναίκες, οι οποίες ύφαιναν στα σπίτια τους σε αργαλειούς, που τους κατασκεύαζαν οι τεχνίτες συνήθως εδώ στο Άργος. Στη συνέχεια, σε κτήριο της οδού Ζαΐμη 25, εγκατέστησε σιδερένιους ιστούς, οι οποίοι κινούνταν με ντιζελομηχανή. Αυτό έγινε πριν από τον πόλεμο. Πάντως, τη μεγάλη ανάπτυξη της υφαντουργίας δεν τη γνώρισε λόγω του θανάτου του. Το 1960 περίπου οι σιδερένιοι ιστοί θεωρούνται πια ξεπερασμένοι και ασύμφοροι. Οι παραπάνω αργαλειοί αντικαθίστανται από αυτόματους ηλεκτροκίνητους. [6] Μετά το θάνατο του Ι. Λαλουκιώτη ανέλαβε εξ ολοκλήρου την επιχείρηση ο γαμπρός του Γεώργιος Ρασσιάς (1909 – 1995), ο οποίος κατέφθασε στο Άργος από την Κεφαλονιά, εργάστηκε ως έμπορος – πλασιέ στο εργοστάσιο Λαλουκιώτη, και εκτιμώντας ο τελευταίος τις ικανότητές του, τον έκανε γαμπρό, δίνοντάς του τη θετή κόρη του Έλλη. Ο ίδιος, παντρεμένος με την Αρτεμισία, δεν είχε αποκτήσει παιδιά και είχε υιοθετήσει την ψυχοκόρη  του Έλλη Τσεκούρα. Ο Ιωάννης Λαλουκιώτης πέθανε στις 16 Μαρτίου 1951 σε ηλικία 72 ετών από καρκίνο.[7]

 

Η προσωπικότητα του Ι. Λαλουκιώτη

 

Οικογενειακή φωτογραφία. Αριστερά διακρίνεται ο Ιωάννης Λαλουκιώτης και μπροστά του (λίγο αριστερά) η θετή του κόρη Έλλη.

Οικογενειακή φωτογραφία. Αριστερά διακρίνεται ο Ιωάννης Λαλουκιώτης και μπροστά του (λίγο αριστερά) η θετή του κόρη Έλλη.

Ο Ιωάννης Λαλουκιώτης ήτανε φιλάνθρωπος, ξύπνιος και πολύ εργατικός, αλλά ταυτόχρονα ματαιόδοξος,  και  φιλάργυρος. [8] Η ματαιοδοξία του φαίνεται από το γεγονός ότι μετά το θάνατο της γυναίκας του Αρτεμισίας (1942), επάνω στο μαυσωλείο που δέχτηκε τη σορό της, τοποθέτησε δύο ολόσωμα αγάλματα, το δικό του (δεξιά) και της Αρτεμισίας (αριστερά από το δικό του). Και κάθε βράδυ έπαιρνε ταξί, από το σπίτι του (Ζαΐμη 19) για να επισκεφθεί το μαυσωλείο και να καμαρώσει τα δύο αγάλματα στο κοιμητήρι της Παναγίας. Όμως, συχνά κάποιοι λέρωναν τα αγάλματα, όχι μόνο το δικό του αλλά και της νεκρής Αρτεμισίας. Και ο Ι. Λαλουκιώτης αναρωτιόταν: Μα γιατί τα κάνουν όλα αυτά στον τάφο μου; Δε σκέφτονται ότι πολλές οικογένειες τρώνε ψωμί από το εργοστάσιό μου; Έβαλε τότε κάποιον βιομηχανικό εργάτη από τον Συνοικισμό, τον Γιώργη Β., να προσέχει τον τάφο και τα αγάλματα τη νύχτα, γιατί είχε την υποψία ότι οι δράστες ήτανε οι θαμώνες ενός ταβερνείου (σκυλάδικου) απέναντι από το νεκροταφείο, εκεί όπου βρίσκεται το βενζινάδικο του Λιλή. Το ταβερνείο το είχε ενοικιάσει η γριά Μηλιά και για τους νεαρούς έπαιζε μπουζουκάκι ο μπαρμπα – Διονύσης. Οι νεαροί ερχόντουσαν σε κέφι και οι υποψίες του Ι. Λαλουκιώτη ήταν βάσιμες. Φυσικά, το περιβάλλον γύρω από το ταβερνείο και στο νεκροταφείο ήταν αλλιώτικο. Τα αγάλματα προφανώς θεωρούνταν πρόκληση, τη στιγμή που υπήρχε ανέχεια και πολύ μεγάλη πείνα. Δεν γνωρίζω εάν τα αγάλματα τοποθετήθηκαν λίγο μετά το θάνατο της Αρτεμισίας, δηλαδή επί γερμανικής κατοχής. [9] Δεν μπόρεσα να εκμαιεύσω αυτή τη λεπτομέρεια, αν και κατά τη γνώμη μου δεν πρέπει να είχε σχέση με την απόφαση του Ι. Λαλουκιώτη να ιδρύσει ορφανοτροφείο.

 

Νεκροταφείο Παναγίας, τάφος οικογένειας Ιωάννου Ν. Λαλουκιώτη (+1951). Πάνω σε κιβωτιόσχημη βάση, που καλύπτει τον τάφο, και μπρος σε κατασκευή που μιμείται κλασσική πρόσοψη οικίας (πεσσοί, επιστύλιο) τα ολόσωμα αγάλματα των Αρτεμισίας I. Λαλουκιώτη (1887-1942) και Ιωάννου Ν. Λαλουκιώτη (1882-1951). Ανάμεσα στα δυο αγάλματα κυκλική πλάκα με τις μορφές κατά κρόταφο και σε ελαφρό ανάγλυφο γέροντα με φέσι και γερόντισσας με τσεμπέρι. Υπογραφή: «Ε. ΤΖΩΡΤΖΑΚΗΣ ΕΠΙΟΙΕΙ». (Κώστα Δανούση, Έργα τηνιακών έντεχνων και λαϊκών γλυπτών στα νεκροταφεία της Ελλάδας, Αθήνα 1988). Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος, 2015.

Νεκροταφείο Παναγίας, τάφος οικογένειας Ιωάννου Ν. Λαλουκιώτη (+1951). Πάνω σε κιβωτιόσχημη βάση, που καλύπτει τον τάφο, και μπρος σε κατασκευή που μιμείται κλασσική πρόσοψη οικίας (πεσσοί, επιστύλιο) τα ολόσωμα αγάλματα των Αρτεμισίας I. Λαλουκιώτη (1887-1942) και Ιωάννου Ν. Λαλουκιώτη (1882-1951). Ανάμεσα στα δυο αγάλματα κυκλική πλάκα με τις μορφές κατά κρόταφο και σε ελαφρό ανάγλυφο γέροντα με φέσι και γερόντισσας με τσεμπέρι. Υπογραφή: «Ε. ΤΖΩΡΤΖΑΚΗΣ ΕΠΙΟΙΕΙ». (Κώστα Δανούση, Έργα τηνιακών έντεχνων και λαϊκών γλυπτών στα νεκροταφεία της Ελλάδας, Αθήνα 1988). Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος, 2015.

 

Έκανα δηλαδή την εξής τολμηρή σκέψη: Μήπως η κακοποίηση των αγαλμάτων ήταν μία ενέργεια των δραστών, οι οποίοι διέκριναν ένα χάσμα ανάμεσα στην πλουτοκρατία και στον πεινασμένο λαό; Εάν αυτή τη σκέψη έκανε και ο Ι. Λαλουκιώτης, μήπως θα έπρεπε να αντιδράσει με μία δαπανηρή αγαθοεργία;

 

Νεκροταφείο Παναγίας, τάφος οικογένειας Ιωάννου Ν. Λαλουκιώτη (+1951), λεπτομέρεια. Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος, 2015.

Νεκροταφείο Παναγίας, τάφος οικογένειας Ιωάννου Ν. Λαλουκιώτη (+1951), λεπτομέρεια.
Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος, 2015.

 

Η φιλανθρωπία του φαίνεται από πολλά περιστατικά. Μνημονεύω το γεγονός ότι επί γερμανικής κατοχής έδινε στους εργάτες του (που ήταν όλοι σχεδόν από το Συνοικισμό, πολλοί Πόντιοι) ψωμί και κρεμμύδια και ό,τι άλλο είχε. Ήταν πολύ εργατικός, ιδιόρρυθμος και αυστηρός με τους βιομηχανικούς του εργάτες και έβαζε τους δείχτες του ρολογιού πίσω, για να τους ξεγελάει και να δουλεύουν περισσότερο χρόνο. Δεν υπήρχαν τότε ρολόγια χεριού. Σημειωτέον ότι το ορφανοτροφείο έκλεισε λίγο μετά το θάνατό του, γιατί αυτός το συντηρούσε σε τρόφιμα και ρουχισμό.

 

Το Λαλουκιώτικο Ορφανοτροφείο Άργους (1947 – 1952)

Έναρξη – Παύση

Πότε ακριβώς λειτούργησε το ορφανοτροφείο δεν γνωρίζουμε, γιατί είναι γνωστό ότι τα εγκαίνια ενός μεγάλου έργου γίνονται συνήθως αργότερα. Πιθανότατα να λειτούργησε τον Σεπτέμβριο 1947, αλλά τα εγκαίνια έγιναν ανήμερα του Αγ. Πέτρου, 3 Μαΐου 1948, όπως μας πληροφορεί η εφ. «Ασπίς» (30 – 4 -1950): Προ δύο ακριβώς ετών, ήτοι κατά την εορτήν του Πολιούχου μας Αγίου Πέτρου του έτους 1948 μία σεμνή και περίλαμπρος τελετή εχάρισεν εις την Αργολίδα και εις το κοινωνικό σύνολον εν έργον μεγίστης χριστιανικής και κοινωνικής σημασίας.[10] Και έκλεισε τον Ιούνιο 1952, όπως δείχνουν οι σημειώσεις στις φωτογραφίες και όπως μαρτυρούν πολλοί τρόφιμοι του Ορφανοτροφείου, που δέχτηκαν να μου παραχωρήσουν συνέντευξη.[11]

 

Εντοιχισμένη μαρμάρινη πινακίδα στο σημερινό Γηροκομείο. …Υπό την παρακολούθησιν των συγκινητικών βλεμμάτων πάντων των παρευρισκομένων παρέδωκεν (ο Ι. Λαλουκιώτης) τας κλείδας του ιδρύματος εις τον Μητροπολίτην Αργολίδος κ. Χρυσόστομον, ειπών ότι έχει την πεποίθησιν ότι υπό την άγρυπνον παρακολούθησίν του και το πατριωτικόν ενδιαφέρον του, το ίδρυμα τούτο θέλει καταστεί φωλεά χαράς, στοργής και περιθάλψεως εις τα τρυφερά εκείνα της φυλής βλαστάρια, τα οποία τόσον τα κτυπήματα της Μοίρας, όσον και η αστοργία ασυνειδήτων γονέων αφήνουν μακράν πάσης φροντίδος… (Από τα εγκαίνια του Λαλουκιώτειου Ορφανοτροφείου. Εντοιχισμένη μαρμάρινη πινακίδα του σημερινού Γηροκομείου).

Εντοιχισμένη μαρμάρινη πινακίδα στο σημερινό Γηροκομείο.
…Υπό την παρακολούθησιν των συγκινητικών βλεμμάτων πάντων των
παρευρισκομένων παρέδωκεν (ο Ι. Λαλουκιώτης) τας κλείδας του ιδρύματος
εις τον Μητροπολίτην Αργολίδος κ. Χρυσόστομον, ειπών ότι έχει την πεποίθησιν ότι υπό την άγρυπνον παρακολούθησίν του και το πατριωτικόν ενδιαφέρον του, το ίδρυμα τούτο θέλει καταστεί φωλεά χαράς, στοργής και περιθάλψεως εις τα τρυφερά εκείνα της φυλής βλαστάρια, τα οποία τόσον τα κτυπήματα της Μοίρας, όσον και η αστοργία ασυνειδήτων γονέων αφήνουν μακράν πάσης φροντίδος…
(Από τα εγκαίνια του Λαλουκιώτειου Ορφανοτροφείου. Εφ. «Σύνταγμα», φ. 2098/8-5-1948)

 

Το κτήριο

Το ορφανοτροφείο κτίστηκε στην Αγιά Σωτήρα, – ναός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος- νότια της πόλης του Άργους, δίπλα στο πάρκο του Ελληνοαμερικανικού Συλλόγου, το οποίον και αυτό κατά το πλείστον οφείλεται εις τον ίδιον κ. Ιωάννην Λαλουκιώτην. [12] Σύμφωνα με μαρτυρία Αργείου, εκεί όπου κτίστηκε το Ορφανοτροφείο, υπήρχε τούρκικο νεκροταφείο. Και οι τελευταίοι Τούρκοι πήρανε τα κόκαλα των πεθαμένων τους κατά την αναχώρησή τους. Το οικοδόμημα είχε κάτοψη ορθογώνια παραλληλόγραμμη, όχι Γ, και ήταν τριώροφο από μπετόν αρμέ με εξωτερική σκάλα. Τα παιδιά κοιμούνταν στον 2ο όροφο, ενώ στον 3ο όροφο έμενε καμιά φορά ο δεσπότης (Δεσποτικό). Στο ισόγειο υπήρχαν πλυντήρια, αποθήκες, ιματιοθήκες, λουτρά και τουαλέτες (δεν υπήρχαν τουαλέτες στους κοιτώνες), καθώς επίσης και αίθουσα εστιατορίου, ενώ στον 1ο όροφο υπήρχε αίθουσα υποδοχής «σαλονάκι» και αίθουσα επιστασίας. Τη Στέγην Ορφανών Μητροπόλεως Αργολίδος παρέδωσε ο Ι. Λαλουκιώτης στον Μητροπολίτη Χρυσόστομο Ταβλαδωράκη με πλήρη εξοπλισμό. Το οικοδόμημα με τον εξοπλισμό του στοίχισε στον δωρητή 2000 χρυσές λίρες περίπου.

 

Το Ορφανοτροφείο του Άργους

Το Ορφανοτροφείο του Άργους

Το διοικητικό και εκπαιδευτικό προσωπικό του Ορφανοτροφείου.

 

Διευθύντρια του ορφανοτροφείου ήταν η νεαρή τότε Μαγδαληνή Σικαλίδου, η οποία παντρεύτηκε το φθινόπωρο 1952 και έμεινε στην ιστορία του Άργους με το επώνυμο του άνδρα της (Τσιωτάκη). Η Μαγδαληνή Τσιωτάκη, λοιπόν, ανήκε στη Χριστιανική Ένωση Νεανίδων Άργους (ΧΕΝΑ) Αγία Φωτεινή η Σαμαρείτις και ο Σύλλογος της ΧΕΝΑ τη διόρισε Διευθύντρια του ορφανοτροφείου.

 

Αναμνηστική φωτογραφία (1952). 1. Μαγδαληνή Σικαλίδου –Τσιωτάκη, Δ/τρια Ορφανοτροφείου, 2. Μαριγώ Σικαλίδου, μητέρα της Δ/τριας, 3. Δημήτρης Δρίτσας από την Άρια, 4. Ελένη Κιντζίρη, 5. Αδελφή της Ελένης Κιντζίρη.

Αναμνηστική φωτογραφία (1952). 1. Μαγδαληνή Σικαλίδου –Τσιωτάκη, Δ/τρια Ορφανοτροφείου, 2. Μαριγώ Σικαλίδου, μητέρα της Δ/τριας, 3. Δημήτρης Δρίτσας από την Άρια, 4. Ελένη Κιντζίρη, 5. Αδελφή της Ελένης Κιντζίρη.

 

Η μητέρα της Μαγδαληνής Τσιωτάκη κυρα – Μαριγώ Σικαλίδου ήταν η μαγείρισσα του ορφανοτροφείου. Η κυρα – Βάσω, η Βασιλική Παρασκευοπούλου, μοδίστρα στο επάγγελμα, ήταν η πλύστρα. Έπλενε και σιδέρωνε. Η μητέρα της κυρα – Ελένη βοηθούσε κι αυτή όσο μπορούσε. Στο (βοηθητικό;) προσωπικό ήταν ο Δημήτρης Δρίτσας από την Άρια. Εκτελούσε χρέη παιδονόμου και έτρεχε για εξωτερικές δουλειές. Η Ρόζα Τσεκούρα έκανε Γαλλικά στα ορφανά. Επίσης, δίδαξε η Φωτεινή Φίλη, η μετέπειτα σύζυγος του π. Ευάγγελου Στασινόπουλου. Επίσης, υποθέτω πως δίδαξε και η Σταυρούλα Σέρφα. (Δεν μπόρεσα να μιλήσω με την ίδια, αλλά ο άνδρας της Σπύρος Κυριάκου μου είπε: Ξέρω ᾽γω τι έκανε; Πήγαινε στο ορφανοτροφείο, αλλά δεν ξέρω τι έκανε εκεί πέρα. Η Σέρφα Σταυρούλα πέθανε τον Οκτώβριο 2015). Ακόμη, ας μνημονεύσω τη Σοφία Κλησιάρη (1921 -2015), τη γνωστή ράπτρια, η οποία έραβε παντελονάκια με λάστιχο και μπλουζάκια με υφάσματα από το εργοστάσιο Λαλουκιώτη ή με ρετάλια δικά της για τα ορφανά.

Το ορφανοτροφείο διοικείτο από 13μελές Συμβούλιο. Υπήρχαν 12 Σύμβουλοι και ένας ακόμη, ο τότε αρχιμανδρίτης π. Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος, μετέπειτα Δεσπότης ως Χρυσόστομος Β’. Μερικά ονόματα ήταν ο Νικόλαος Παπανικολάου, φαρμακοποιός, πατέρας του Άγγελου, ο Κωνσταντίνος Μποβόπουλος, καθηγητής καλλιτεχνικών, και ο Γεώργιος Βούλγαρης, έμπορος.[13]

Στην εφ. «Ασπίς» (22 – 4 – 1951) δημοσιεύονται για το Λαλουκιώτειον Εκκλησιαστικόν Ορφανοτροφείον Ι. Μητροπόλεως Αργολίδος δωρεές στη μνήμη Ιωάννου Λαλουκιώτη:

  • Κωνσταντίνος Καραλλής, δρχ. 100.000
  • Δήμος Λεβέντης (Δολλάρια 15), δρχ. 225.000
  • Εμμανουήλ Μαγκολέτσης (Θεσσαλονίκη), δρχ. 100.000
  • Αστέριος Αστεριάδης (Καβάλα), δρχ. 100.000
  • Εμπορικός Σύλλογος Άργους, δρχ. 200.000
  • Ανδρέας Ζέης (Ηράκλειο), δρχ. 200.000
  • Γεώργιος Ρασσιάς (δωρεά που αντιστοιχεί για την επένδυση των ορφανών του ιδρύματος) δρχ. 2.100.000
  • Σύλλογος Βιομηχάνων, δρχ. 500.000

Οι τρόφιμοι ήταν μόνο αγόρια και φοιτούσαν στο 1ο Δημοτικό (Καποδιστριακό) Άργους.

Δε θα ήταν δύσκολο να βρεθούν τα ονόματα όλων των τροφίμων, ίσως από το αρχείο του 1ου Δημοτικού Σχολείου. Όμως, με δυσφορία τους ανάγκαζα να θυμηθούν, γιατί όπως εύκολα διαπίστωνα, δεν ήθελαν να θυμούνται. Ποιο το όφελος για τους παλιούς τρόφιμους;

Όταν αποφοιτούσαν, έπρεπε να δουλέψουν για να ζήσουν. Πολλά παιδιά γίνανε πολύ καλοί τεχνίτες (επιπλοποιοί, υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι). Δύο παιδιά βγήκαν τεχνίτες στο νησί της Λέρου, δύο άλλα παιδιά (αδέλφια, αφοί Τσολάκου) αποδήμησαν στον Καναδά. Φαίνεται πως κάποιος δικός τους άνθρωπος τους έκανε πρόσκληση, αλλά τα ναύλα ήταν υψηλά. Και ήταν ατυχία να μην τους συναντήσω το καλοκαίρι που μας πέρασε, γιατί η πληροφορία μου ήταν πως είχανε έρθει.

Μερικοί από τους τρόφιμους υιοθετήθηκαν στη συνέχεια. Να και μερικές υιοθεσίες, όσες μπόρεσα να επισημάνω: Πέτρος Κοτζιάς, Δημήτρης Λαμπρινός, Μιχάλης Τσαγκαρέλης, Γιάννης Δωρής.

 

Τα πριν

 

Το πρώτο ορφανοτροφείο στεγάστηκε στο 3ο Δημοτικό Σχολείο Άργους [14] στην οδό Γούναρη, λίγο νοτιότερα από το φούρνο του Τσαμπάση, το καλοκαίρι 1943. Ο πατήρ Χρυσόστομος, ο ιεροκήρυκας και αρχιμανδρίτης, ήταν αυτός που το ίδρυσε και η Διεύθυνση του 3ου Δημοτικού παραχώρησε ευγενώς το κτήριο για το σκοπό αυτό. Οι γυναίκες του Άργους φρόντιζαν τα παιδιά, γύρω στα 100, που ήταν ορφανά και απροστάτευτα.

Μετά τη μάχη του Αχλαδόκαμπου, όταν το ΕΑΜ κατέλαβε το Άργος, πήρε εντολή ο μακαριστός Δεληγιαννόπουλος να μεταφέρει το Ορφανοτροφείο στο κτήριο του Γ. Ρούσσου (1944). [15] Το οίκημα του φαρμακοποιού Γ. Ρούσσου κατεδαφίστηκε και στη συνέχεια κτίστηκε η καφετερία του Σπ. Μήλια, στην οδό 28ης Οκτωβρίου 4, που τότε δεν υπήρχε η οδός. Νότια ονομαζόταν πάροδος Καποδιστρίου και βόρια πάρ. Βασ. Γεωργίου Α’. Τα παιδιά υποθέτω πως πηγαινοέρχονται στο ορφανοτροφείο Δεληγιαννόπουλου από τη Βασ. Γεωργίου Α’, γιατί ο ενδιάμεσος χώρος ήτανε χωράφι. Η οδός ονομάστηκε σε οδό 28ης Οκτωβρίου με την αρ.244/1990 Πράξη του Δημοτικού Συμβουλίου.

Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο είναι το εξής: ενώ στο Λαλουκιώτειο Ορφανοτροφείο υπήρχαν μόνο αγόρια, στο Ορφανοτροφείο Δεληγιαννόπουλου οι τρόφιμοι ήταν αγόρια και κορίτσια. Διευθυντής δεν υπήρχε. Εκείνος, ο οποίος εκτελούσε χρέη διευθυντή, ήταν ο τότε ιεροκήρυκας και αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος, η προσφορά του οποίου ήτανε πολύ μεγάλη.

Αρχιμ. Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος

Αρχιμ. Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος

Τα παιδιά που φιλοξενούνταν εκεί, στο Ορφανοτροφείο Δεληγιαννόπουλου, [16] ήταν πάρα πολλά, γύρω στα 100 (!), όπως μου είπαν πολλοί τρόφιμοι. Και φοιτούσαν στο 1ο (Καποδιστριακό) Δημοτικό Σχολείο. Έπιναν γάλα σε μορφή σκόνης και έτρωγαν κίτρινο τυρί, κονσέρβες, λουκάνικα και μακαρόνια με….σκουληκάκια. Καθημερινά έπαιρναν ένα καφέ χάπι, προφανώς για να μην αρρωσταίνουν. Και όταν έφτανε ο πατέρας Δεληγιαννόπουλος κατακουρασμένος, οι κοπέλες που πρόσεχαν και φρόντιζαν τα…ζουζούνια, έβγαζαν το άχτι τους, γιατί ο κ. Διευθυντής έβγαζε τη λούρα του και πού σε πονεί και πού σε σφάζει!

Μόνο μια υιοθεσία μπόρεσα να βρω, την υιοθεσία Παρασκευής Λειβαδίτου. Επίσης, μια κοπελίτσα, εννέα ετών τότε, η Μαρίκα Δωρή, όταν είδε το υπέροχο περιβάλλον στο Μοναστήρι του Αγίου Ανδριανού, αποφάσισε να μείνει εκεί. Και ήταν πολύ γνωστή στην Αργοναυπλία, γιατί έμεινε μόνη στο μοναστήρι ύστερα από τόσα χρόνια. Το μοναστικό της όνομα ήτανε Ζωή. Πέθανε το 2014.

 

Το Γηροκομείο Άργους, πρώην Ορφανοτροφείο. Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος, 2015.

Το Γηροκομείο Άργους, πρώην Ορφανοτροφείο. Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος, 2015.

 

Ο Δήμος Άργους, τιμώντας τον ευεργέτη του, του χάρισε μια οδό, από Τριπόλεως 56 έως Σταδίου, στο σημερινό Γηροκομείο. Το 1981 το άλλοτε Ορφανοτροφείο λειτουργεί ως Γηροκομείο, αφού προστέθηκε και νέα πτέρυγα, η οποία κτίστηκε κυρίως από εθελοντικές προσφορές σε χρήματα και οικοδομικά υλικά. Από το 1953 έως το 1981 γίνονταν διάφορες χριστιανικές εκδηλώσεις ή φιλοξενούνταν παιδιά για θερινές διακοπές. [17]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γνωριμία με το Άργος (οδοί, πλατείες, προτομές, διατηρητέα μνημεία, έκδ. Δήμου Άργους, 1997, εξαντλημένο. Επανέκδοση με τον τίτλο Άργος το Πολυδίψιον, εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

[2] Αργειακή Γη, τχ. 5, σσ. 163 -170.

[3] Στα Διονύσια Άργους (14-5-2015) είπα κατ΄ ιδίαν στον κ. Δήμαρχο: «Ντροπή για το Δήμο μας, να μην μπορούμε να εκδώσουμε την «Αργειακή Γη», μια και ο Δήμαρχός μας επανεξελέγη με τόσα ποσοστά επιτυχίας!» Και αυτός μου απάντησε: «Αφού δεν υπάρχουν λεφτά!» Ήταν η τελευταία μας κουβέντα. Ας μην επεκταθώ σε όσα είχαν προηγηθεί, γιατί δεν είναι το αντικείμενο της εργασίας μου.

Παρεμπιπτόντως, ας μου επιτραπεί να εκφράσω την άποψή μου, ότι πρόθεσή μου ήταν να παραιτηθώ λόγω ηλικίας και για λόγους υγείας και να αναλάβουν κάποιοι νεότεροι και αξιότεροί μου. Το να επιμένεις να κατέχεις μία θέση τόσο σημαντική – ασήμαντη ίσως για τους ιθύνοντες – και μάλιστα ύστερα από….διορισμό, αποτελεί «’Υβριν». Πέραν τούτου, θεωρώ προσωπικά ότι η Σ.Ε. απέτυχε, γιατί στόχο μας ήταν να αποδεσμεύσουμε το περιοδικό του Δήμου από την πολιτική και ο Δήμος να είναι απλώς υποχρεωμένος για την έκδοσή του. Φαίνεται πως το είχαμε επιτύχει λίγο, μια και δεν υπήρξε εκ μέρους της ΚΕΔΑΜ αντίδραση στη σύσταση νέας Συντακτικής Επιτροπής. Αλλά αυτό συνέβη προφανώς όχι από παραχώρηση δικαιωμάτων και απεξάρτηση από την πολιτική, αλλά από αδιαφορία των ιθυνόντων. Λυπάμαι πολύ γι’ αυτή την εξέλιξη. Αφού πρώτα ζητήσω συγγνώμη από τους συγγραφείς και συνεργάτες του περιοδικού μας, ξαναβυθίζομαι στη σιωπή μου.

[4] Απαραίτητη διευκρίνιση. Πριν μπω στο θέμα μου, οφείλω να διευκρινίσω ότι η εργασία μου, καθαρά – θα έλεγα – ερευνητική, καθυστέρησε πολύ για διάφορους λόγους και κυρίως γιατί οι δυσκολίες που αντιμετώπισα ήταν πολλές. Και ενώ έχω δώσει δείγματα καλής γραφής και δεν έχω θίξει ποτέ και κανέναν, – δεν ασχολούμαι για το Άργος πρώτη φορά – αυτοί που θα μπορούσαν να με βοηθήσουν δεν το έκαναν, λες και εγώ θα γινόμουν πλουσιότερος. Η εργασία μου, λοιπόν, που ακολουθεί είναι ελλιπέστατη και αφήνω περιθώρια στον μελλοντικό ερευνητή να τη συνεχίσει και να με διορθώσει, αν χρειαστεί. Ευχαριστώ πάντως όσους μου έδωσαν λιγοστές πληροφορίες για το Ορφανοτροφείο Άργους, – και δεν είναι λίγοι – τα ονόματα των οποίων δεν δημοσιεύονται για λόγους ευνόητους. Την ευθύνη των όσων καταγράφονται παρακάτω την έχω εξ ολοκλήρου εγώ. Επίσης, σχεδόν πέντε χρόνια έψαχνα να εντοπίσω κάποιον φάκελο με το αρχείο του Ορφανοτροφείου. Δυστυχώς, δεν υπάρχει. Και είναι μάταιο να ψάχνει και ο μελλοντικός ερευνητής. Και η εργασία μου βασίστηκε σε συνεντεύξεις.

[5] Από τη Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου (Λ.Π.Θ.). Θα έπρεπε οι γονείς του τουλάχιστον να κατάγονται από τον Λάλουκα (πρβλ. Λεβιδιώτης από το Λεβίδι Αρκαδίας, Αλωνιστιώτης από την Αλωνίσταινα, Τριπολιτσιώτης από την Τρίπολη). Πάντως οι Λαλουκιώτηδες κατάγονταν από τα Βίτολα της Σερβίας ή Μοναστήρι (Σκόπια). Βλ. Οδ. Κουμαδωράκη, Στα χνάρια του χθες, εκδ. Εκ Προοιμίου, σ. 203. Η όμορφη πόλη των Βιτόλων ή Μπιτόλων, με τα πολλά και όμορφα παραδοσιακά κτίσματα, απέχει λίγα μόνο χιλιόμετρα από τη Φλώρινα. Και σήμερα πολλοί Βορειοελλαδίτες την επισκέπτονται για ψώνια επειδή είναι φτηνά!

[6] Βλ. Οδ. Κουμαδωράκη, Στα χνάρια του χθες, εκδ. Εκ Προοιμίου σ. 175. Στο βιβλίο αυτό υπάρχει εκτενές αφιέρωμα για την κλωστοϋφαντουργία Άργους και για το εργοστάσιο Λαλουκιώτη – Ρασσιά (σσ. 168-191).

[7] Προφανώς, αυτό εννοεί η «Ασπίς» (22 – 4 -1951), γράφοντας: Ατυχώς όμως η επάρατος νόσος του έκοψε το νήμα της ζωής. Πάντως, στη Λ.Π.Θ. πιστοποιεί ο ιατρός Φ. Πετρόπουλος ότι ο θάνατός του επήλθεν εκ Γριππώδους Βρογχοπνευμονίας.

[8] Όταν εξέφρασα την ανησυχία μου για το αποτέλεσμα της έρευνάς μου σε μια κυρία (φίλη μου), πήρα την εξής αποστομωτική απάντηση: Και λοιπόν; Πού είναι το πρόβλημά σου; Έπρεπε να το περιμένεις. Η γιαγιά μου π.χ. ήταν πολύ τσιγκούνα. Όμως, κατάφερε να φτιάξει διαμερίσματα για όλα τα παιδιά της…

[9] Στη βάση των αγαλμάτων, στο νότιο τμήμα, υπάρχει η επιγραφή Ε. Τζωρτζάκης εποίει, αλλά χωρίς χρονολογία. Για τον Εμμανουήλ Τζωρτζάκη ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε. Πιθανότατα είναι τηνιακής καταγωγής. Στον Πύργο της Τήνου μαρτυρείται οικογένεια Τζωρτζάκηδων με μαρμαρογλυπτική παράδοση και σώζεται μέχρι σήμερα το σπίτι της (θαυμάσια μαρμάρινη πορτοσιά και υπέρθυρο). Φοίτησε στην Α.Σ.Κ.Τ. και έλαβε μέρος στις εκθέσεις του Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών στα 1916 και 1917. (Κώστα Δανούση, Έργα τηνιακών έντεχνων και λαϊκών γλυπτών στα νεκροταφεία της Ελλάδας, Αθήνα 1988).

[10] Απαραίτητη διευκρίνιση: Ο Σύλλογος «Δαναός» δεν λειτουργούσε τότε. Το σημειώνω αυτό, γιατί όλες οι αρχές παρευρίσκονταν στα εγκαίνια του Ορφανοτροφείου. Ο «Δαναός» ξαναλειτούργησε στις 30 Οκτωβρίου 1949 με ομιλητή τον τότε Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Χρυσόστομο Ταβλαδωράκη, έπειτα από σιγήν εννέα ολοκλήρων ετών, δηλαδή 1940 – 1949. (Από το βιβλίο των ομιλητών του Δαναού).

[11] Ας μου επιτραπεί ένα πικρό σχόλιο: για τα εγκαίνια ασχολήθηκε ο Τύπος, αναφερόμενος με ιδιαίτερη γλαφυρότητα στα εγκαίνια της τελετής, παρόντων όλων των επισήμων. Για την παύση της λειτουργίας δε γίνεται καθόλου λόγος. Γιατί; Δεν υπήρξε «Δελτίο Τύπου» για τις εφημερίδες;

[12] Εφ. «Ασπίς», φ. 480/39 Κυριακή 30 Απρ. 1950.

[13] Μαρτυρία Μαγδαληνής Τσιωτάκη (μέσω τρίτου προσώπου. Η ίδια αρνήθηκε να μου παραχωρήσει συνέντευξη). Θα έλεγα πως κάθε τρόφιμος είχε τη δική του τύχη.

[14] Διονυσίου Χ. Στραβόλεμου, Ο Αργολίδος Χρυσόστομος ο Β’ ( Δεληγιαννόπουλος), βίος και προσφορές του, έκδ. Χριστ. Αδελφότητος Άργους Η «Αγία Μακρίνα», Θεσσ/κη 1985, σ. 148.

[15] ό.π. σ. 148

[16] Η ονομασία του ορφανοτροφείου είναι δική μου.

[17] Οδ. Κουμαδωράκης, Άργος το πολυδίψιον, εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Άργος 14 Νοεμβρίου 2015

Οδυσσέας Κουμαδωράκης

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου του Άργους, κάτω αριστερά τα Ρωμαϊκά Λουτρά και στο βάθος το Ναύπλιο, επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου Άργους, κάτω αριστερά τα Ρωμαϊκά Λουτρά και στο βάθος το Ναύπλιο, επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου Άργους, κάτω αριστερά τα Ρωμαϊκά Λουτρά και στο βάθος το Ναύπλιο, επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

Ο Γάλλος ζωγράφος Étienne Rey (1789-1867), από τους πρώτους καθηγητές της Σχολής Καλών Τεχνών στη Λυών και διευθυντής του Μουσείου και της Σχολής Σχεδίου στη Βιέννη, έφτασε στο Άργος στις 18 Σεπτεμβρίου 1843, με τον αρχιτέκτονα Αntoine Marie Chenavard, από τη Λυών και οι δύο, όπου ο Rey φιλοτέχνησε ένα σχέδιο, ενώ ο Chenavard αποτύπωσε την κάτοψη του θεάτρου. Δημοσίευσαν και οι δύο από έναν τόμο αναμνήσεων, ο Rey το 1867 με τίτλο: «Voyage pittoresque en Grèce et dans le Levant fait en 1843-1844. Par E. Rey, peintre, & Chenavard, architecte, Professeurs à l’Ecole des Beaux-Arts de Lyon, membres de l’Academie des Sciences, Belles-Lettres Arts de ladite Ville, correspondants de plusieurs autres sociétés savantes, et Dalgabio, architecte. Journal de Voyage. Dessins et planches lithographiées par Etienne Rey, Louis Perrin, Lyon (1867)», στον οποίο περιλαμβάνεται και το σχέδιο του Αρχαίου Θεάτρου Άργους.

Read Full Post »

Πνευματικές διαδρομές στο β’ μισό του 19ου αιώνα μέσα από την ανέκδοτη αλληλογραφία του Αργείου λόγιου και ιστορικού Δημητρίου Βαρδουνιώτη: Πρόδρομη παρουσίαση.


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» πρόδρομη ανακοίνωση της Δρ. Σοφίας Πατούρα- Σπανού με θέμα: «Πνευματικές διαδρομές στο β’ μισό του 19ου αιώνα μέσα από την ανέκδοτη αλληλογραφία του Αργείου λόγιου και ιστορικού Δημητρίου Βαρδουνιώτη», στα πλαίσια του επιστημονικού Συμποσίου: Ελληνικότητα και ετερότητα: Πολιτισμικές διαμεσολαβήσεις και «Εθνικός Χαρακτήρας» στον 19ο αιώνα. 14-17 Μαΐου 2015, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα.

Είναι γνωστό ότι ιστορικά πρόσωπα, αφανή και σχεδόν άγνωστα έως κάποια χρονική στιγμή, αναδύθηκαν από τη σιωπή και εμφανίσθηκαν στο προσκήνιό της ιστορίας, είτε λόγω της φυσικής εξέλιξης της έρευνας και των δυνατοτήτων της, είτε συχνά από τυχαίους παράγοντες. Εν προκειμένω συντρέχουν και οι δύο λόγοι. Από τη μια, η σταδιακή ψηφιοποίηση των φιλολογικών περιοδικών και των άλλων εντύπων του 19ου και 20ού αιώνα, παρέχει την ευκαιρία στους ερευνητές να γνωρίσουν και να καταγράψουν, μαζί με τα ονόματα και τα έργα των γνωστών λογίων, και εκείνα των αδικημένων από την νεότερη έρευνα, ανάμεσα στα οποία περίοπτη θέση κατέχει το όνομα και το έργο του Δημητρίου Βαρδουνιώτη.

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Από την άλλη, αναφορικά με το συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο, η συμπτωματική δωρεά, η προσεκτική φύλαξη και η απόφαση, από την πλευρά μου, της αξιοποίησης του αρχείου της προσωπικής του αλληλογραφίας, έρχεται να φωτίσει ακόμη περισσότερο το πορτρέτο μιας σημαντικής μορφής της μετεπαναστατικής γενιάς του β’ μισού του 19ου αιώνα. Η απουσία εκτενούς βιβλιογραφίας και ο περιορισμένος αριθμός αναφορών στο όνομά του, δεν μπορούν να μειώσουν κατά κανένα τρόπο την αξία του. Γιατί ο Αργείος λόγιος υπήρξε σπουδαίος ιστορικός, λογοτέχνης, λαογράφος, δημοσιογράφος κυρίως όμως ακούραστος σκαπανέας του παρελθόντος. Κυνηγητής της γνώσης και της δόξας, από τη μια μεριά τρυγάει αχόρταγα το μέλι των βιβλίων κι από την άλλη σκαρώνει στίχους, διηγήματα, σκαλαθύρματα, κριτικές, μελετήματα κάθε λογής μπαίνοντας δικαιωματικά στη χορεία των αττικιζόντων παντoιογράφων, αναφέρει χαρακτηριστικά ο Σπύρος Παναγιωτόπουλος σε μια από τις λίγες μελέτες που έχουν γραφτεί για τη ζωή και το έργο του.

Την εξήγηση της αγνοημένης ως σήμερα λογιοσύνης του, δίνει προφητικά, 90 περίπου χρόνια πριν, ο σύγχρονός του Γεώργιος Λογοθέτης, το 1928, σ’ ένα κριτικό σημείωμα, αφιερωμένο στη μνήμη του: Σε μια αποστροφή του λόγου του για τον Ζαν-Μωρεάς, που έγινε πασίγνωστος και διάσημος λόγω της εγκατάστασης και της λογοτεχνικής δημιουργίας του στο Παρίσι, κλείνοντας τη μελέτη του επισημαίνει: Ο Βαρδουνιώτης δεν θα περνούσε ασφαλώς τόσον αγνοημένος, αν δεν αγαπούσε τόσο την μικρή του πατρίδα, το Άργος και δεν περιωρίζετο στη ζωή της και την ιστορία της. Ο επαρχιώτης λοιπόν λόγιος, μακριά από τα φιλολογικά σαλόνια της εποχής, μακριά από τις δημόσιες σχέσεις και τις ζυμώσεις που συντελούνταν στους λογοτεχνικούς συλλόγους, στα πνευματικά κέντρα και στα εκδοτικά στέκια της Πρωτεύουσας, ζούσε μόνιμα στη μικρή του πόλη. Δούλευε ακούραστα, σχεδόν υπεράνθρωπα, για την πνευματική προαγωγή του τόπου του αλλά και του Έθνους, ασκώντας παράλληλα με επιτυχία το επάγγελμα του δικηγόρου.

Παρά ταύτα, οι σύγχρονοι ομότεχνοί του Αθηναίοι φαίνεται πως τον γνώριζαν καλά, αναφέρονταν συχνά σε εκείνον και συζητούσαν για το έργο του, παρά τη φυσική του απουσία από το Κέντρο. Εκτιμώντας τη φιλεργατικότητά του, τη φιλοτιμία του και την αξία του πολυδιάστατου έργου του, δεν φείδονταν ευμενών και επαινετικών σχολίων και δεν δίσταζαν να ζητούν τη συνδρομή του για ποικιλία θεμάτων. O εκδότης της Ποικίλης Στοάς Ιωάννης Αρσένης, σε επιστολή του προς τον Βαρδουνιώτη το 1882, αφού του μεταφέρει την μεγάλη απήχηση που είχε στο αναγνωστικό κοινό το δημοσίευμά του στο Ημερολόγιο του ’82, το οποίο αναδημοσιεύθηκε από την Εστία, του εκφράζει επίσης πολλών τα ειλικρινή συγχαρητήρια δια το σοβαρόν έργον των εθίμων.

Νικόλαος Πολίτης

Νικόλαος Πολίτης

Δέκα χρόνια αργότερα ο Μπάμπης Άννινος, ζητώντας του επίμονα να του αποστείλει εγκαίρως και καμμίαν άλλην πραγματείαν ωσάν την πρώτην προσθέτει στην επιστολή του: Ο Άγγελος Βλάχος, προχθές εις του Σουρή το σπίτι μού ωμίλησε πολύ επαινετικά περί της πραγματείας σου. Την ίδια εκτίμηση εκφράζει και ο Νικόλαος Πολίτης σε επιστολή που του απευθύνει, το 1890: παρηκολούθησα πάντοτε την ακαταπόνητον φιλολογικήν και δημοσιογραφικήν εργασίαν σας, τοσούτο μάλλον αξίαν τιμής, καθ’ όσον δεν παρεμποδίζει αυτήν, ουδέ μαραίνει τον προς ταύτην αναγκαίον ζήλον και ενθουσιασμόν -ας μοι επιτραπή δέ η λέξις αύτη προκειμένου περί της διαμονής σας εν πόλει εστερημένη ως αι πλείσται δυστυχώς των ελληνικών πόλεων, φιλολογικής κινήσεως και οιουδήποτε κέντρου εκ των απαραιτήτων προς πνευματικήν εργασίαν. Ας σημειωθεί ότι ο Βαρδουνιώτης τροφοδοτούσε συνεχώς το έργο του μεγάλου λαογράφου με ανέκδοτο λαογραφικό υλικό, όπως δημοτικά τραγούδια, παροιμίες, έθιμα και άλλα «μνημεία» της δημώδους φιλολογίας. Σε μία από τις πρώτες επιστολές του προς τον Βαρδουνιώτη, ο τακτικός αλληλογράφος του Αρσένης, πέρα από τον προσωπικό του θαυμασμό, τού μεταφέρει την εντύπωση του Ιωάννη Καμπούρογλου για τη συμβολή του στη Νέα εφημερίδα, αλλά και τη γενικότερη εικόνα που είχε για εκείνον: Σε ηγάπησε πολύ ο κ. Καμπούρογλου – καίτοι ως μοι είπεν προτού να σε γνωρίση είχε ακούσει πολλά λαμπρά δι εσέ, και δημοσία επήνεσε την φιλοπονίαν σου, την ευφυΐαν σου, τον ευγενή σου χαρακτήρα, την αγαθήν σου ψυχήν και τας γνώσεις σου. Σε δική του επιστολή προς τον Βαρδουνιώτη, ο Ιωάννης Καμπούρογλου, εξαίροντας την ακαταπόνητη ερευνητική του δραστηριότητα, αναφωνεί: Εύγε τη ιχνηλατική σου δυνάμει εις τ’ άδυτα παρελθόντα.

Η παροιμιώδης φράση του Βαρδουνιώτη ανάπαυσις δεν είναι η αποχή από την εργασία, αλλά η αλλαγή εργασίας καταδεικνύει τη σιδερένια του θέληση για γνώση και πνευματική δημιουργία και επιβεβαιώνει τη γνώμη που είχαν γι αυτόν οι ομότεχνοι αλληλογράφοι του. Είναι δύσκολον να γεννηθεί μία τοιαύτη ιδιοφυΐα και να ακμάση δια τόσον εμμόνου, φωτεινής, ακριβοδικαίας, εμπνευσμένης και ευθικριτικής φιλοπονίας θα γράψει σε αφιέρωμα στον Αργείο λόγιο τού περιοδικού Ηραία το 1939, αρκετά δηλαδή χρόνια μετά το θάνατό του, ο στενός του φίλος και συνεργάτης Δημήτριος Καμπούρογλου.

Ο Βαρδουνιώτης, γεννημένος το 1947 σε μια προνομιούχο ιστορικά πόλη και ανήκοντας στη μετεπαναστατική γενιά των εντατικών εθνικών διεργασιών, με έμφυτη κλίση στην ιστορική έρευνα, τη λογοτεχνία και την πολιτική δράση, μετέσχε καθολικά στα δρώμενα της εποχής του. Συντάκτης και εκδότης πολλών τοπικών εφημερίδων, συνιδρυτής και αντιπρόεδρος του ιστορικού φιλολογικού συλλόγου Δαναός και αργότερα ιδρυτής του Ινάχου, πατριάρχης των γραμμάτων και αριστοτέχνης του καλάμου κατά τον συντοπίτη του λόγιο Νικόλαο Γκινόπουλο, δεν μπορούσε να περιοριστεί πνευματικά στα στενά όρια της τότε Αργολιδοκορινθίας.

Ο συγγραφέας των έργων Εκδρομαί εις Μυκήνας, Καταστροφή του Δράμαλη, Αφνειός Κόρινθος, Φρύνη, Μπουμπουλίνα, Εδουάρδος Μάσσων, Εμμανουήλ Καλλέργης, έγινε γρήγορα γνωστός στους αθηναϊκούς κύκλους και απέσπασε σπουδαίες κριτικές από τον τότε κυρίαρχο Τύπο της Πρωτεύουσας. Εφημερίδες όπως οι Καιροί του Κανελλίδη, η Πόλις, η Εστία, η Νέα Εφημερίς, ο Νέος Τύπος κ. α., τού έπλεξαν το εγκώμιο μετά τη γοητευτική διάλεξη που έδωσε στον φιλολογικό σύλλογο Παρνασσό περί της Αφνειού Κορίνθου στις 9 Δεκεμβρίου του 1894. Στις 13 του ίδιου μήνα η εφημερίδα Πόλις έγραψε: Σπανίως ανάγνωσμα δημόσιον έτυχε τόσον ομοθύμου επιδοκιμασίας όσον το εν τω συλλόγω «Παρνασσώ» γενόμενον παρά του Δ. Βαρδουνιώτου δικηγόρου εξ Άργους, κατά την εσπέραν της Παρασκευής. … Ο κ. Βαρδουνιώτης, γνωστός και πρότερον, … κατέκτησε την συμπάθειαν και την εκτίμησιν των μέχρις ασφυξίας συνωθουμένων άνω και κάτω εν τη μεγάλη αιθούση του συλλόγου «Παρνασσού» επιλέκτων ακροατών του.

Το ιστορικό έργο, βέβαια, με το οποίο είναι ταυτισμένο το όνομά του, πρωτότυπο και δυνατό, βασική πηγή της νεότερης ιστορίας μας, είναι η Καταστροφή του Δράμαλη. Κάτοχος του μεγαλύτερου μέρους του αρχείου του Νικηταρά και του στρατηγού Τσώκρη και αυτήκοος μάρτυς ζωντανών αφηγήσεων των πρεσβυτέρων τού περιβάλλοντός του, συνέθεσε την ιστορία της μάχης των Δερβενακίων με αξιόπιστο και αριστοτεχνικό τρόπο. Ο Δημήτριος Καμπούρογλου, χαρακτηρίζοντας αυτή τη μονογραφία «μνημειώδη», σημείωνε: εις τα Δερβενάκια, που κάποτε θα στολισθούν με δάσος ανδριάντων, πρέπει ξεχωριστή, απόμακρα, αλλά περίοπτος να σελαγίση και η μορφή του Βαρδουνιώτη.

Η ευρυμάθεια, η πνευματική του εμβέλεια, ο ακάματος ζήλος του για την ιστορική και λογοτεχνική παραγωγή, η εθνική προσφορά του και η εμπλοκή του στα πολιτικά πράγματα, ξεδιπλώνονται στις πολυάριθμες σελίδες των ανέκδοτων επιστολών τού προσωπικού του αρχείου. Πρόκειται για έναν μεγάλο αριθμό επιστολών προς τον Βαρδουνιώτη (350 περίπου) από πλήθος αλληλογράφων, γνωστών λογίων, πολιτικών και νομικών της εποχής. Χρονολογικά η αλληλογραφία εκτείνεται από το 1869, έτος της πρώτης επιστολής από τον λόγιο, διευθυντή της Βιβλιοθήκης της Ανδρίτσαινας, Αναστάσιο Παπαδήμο, έως το 1924, χρονιά του θανάτου του, κατά την οποία λαμβάνει την τελευταία επιστολή από τον επιστήθιο φίλο του Δημήτριο Καμπούρογλου.

Το μεγαλύτερο μέρος των επιστολών προέρχεται από κύκλους λογίων της Αθήνας αλλά και άλλων κέντρων της εποχής, ακόμη και από τον τουρκοκρατούμενο Ελληνισμό: την Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη, τη Δράμα, τη Σμύρνη, την Αλεξάνδρεια, τα Ιεροσόλυμα. Οι επιστολές υπογράφονται από εκδότες, διευθυντές και αρθρογράφους των κορυφαίων τότε λογοτεχνικών δελτίων και φιλολογικών περιοδικών, Ημερολογίων, εφημερίδων και συγγραμμάτων. Οι συνεχείς και επίμονες προσκλήσεις τους προς τον Βαρδουνιώτη για συμμετοχή στη σύνθεση της ύλης των εντύπων τους, συχνά μάλιστα από το ξεκίνημά τους, δείχνει την αναγνώριση και την εκτίμηση που είχε κερδίσει ως συγγραφέας και πνευματικός δημιουργός. Από το περιεχόμενο των επιστολών προκύπτει ότι ο Βαρδουνιώτης, ξεπερνώντας τα τοπικά όρια της πνευματικής δράσης του, τροφοδοτούσε αδιάλειπτα πολλά από τα έντυπα της εποχής εκείνης με τις δικές του συμβολές: διηγήματα, άρθρα, κριτικά σημειώματα, ποιήματα, ιστορικές αναφορές, δοκίμια, σατιρικά και λαϊκά αφηγήματα, έγγραφα, κ. ά.

Δεσμίνης Δημοσθένης

Δεσμίνης Δημοσθένης

Τα Ημερολόγια του Σκόκου και της Σβορώνου, η Ποικίλη Στοά του Αρσένη, το Αττικόν Ημερολόγιον του Ειρηναίου Ασώπιου, ο Παρνασσός, η Εστία, το Εγκυκλοπαιδικόν Ημερολόγιον του Κουτούβαλη στη Σμύρνη, ο Απόλλων του Σακελλαρόπουλου, το Ελληνικόν Ημερολόγιον στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, το Αθηναϊκόν Ημερολόγιον των Μαυρογένη-Πρίντεζη, ο Βόσπορος και οι Αναμνήσεις στην Κωνσταντινούπολη, και πολλά ακόμη, φιλοξένησαν στις σελίδες τους κείμενα του Βαρδουνιώτη. Ως αρθρογράφος και ανταποκριτής, συνεργάσθηκε επίσης με πολλές εφημερίδες όπως, την Πρωτεύουσα εφημερίδα του Δημητρακόπουλου, την Δαναΐδα του Δεσμίνη, την Ηχώ των Αθηνών του Πασσαγιάννη, την εφημερίδα Καιροί του Πέτρου Καννελίδη, τις εφημερίδες Λαός και Έθνος, το Άστυ και τον Νεολόγο του Άννινου, τη Νέα Εφημερίδα των Δημητρίου και Ιωάννη Καμπούρογλου, ακόμη και με την βραχύβια Καθημερινή του Μίκιου Λάμπρου, κ. ά.

Συντάκτες επιστολών όπως ο Σκόκος, ο Άννινος, ο Αρσένης, ο Καννελίδης, ο Τιμολέων Φιλήμων, ο Ν. Πολίτης, ο Γεώργιος Σουρής, ο ανασκαφέας των Μυκηνών Χρ. Τσούντας, οι Ιωάννης και Δημήτριος Καμπούρογλου, η Ελένη Σβορώνου, ο Ειρηναίος Ασώπιος, ο Αναστάσιος Παπαδήμος, ο Νεοκλής Καζάζης, ο Ιάκωβος Τομπάζης, η Άννα Σερουΐου, οι ιστορικοί Σπ, Λάμπρος και Νικόλαος Βέης και πολλοί άλλοι – αδύνατο ν’ αναφερθώ σε όλους- ανταλλάσσουν μαζί του πληροφορίες και απόψεις ιστορικού και λογοτεχνικού ενδιαφέροντος. Ανταλλάσσουν βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες, συχνά κριτικές σκέψεις και ιδέες για τα νέα λογοτεχνικά ρεύματα, τις νέες εκδόσεις, και φυσικά τις πολιτικές εξελίξεις και τις κοινωνικές αλλαγές. Οι ιδρυτές της νεοελληνικής κωμωδίας Πολύβιος Δημητρακόπουλος και Νικόλαος Λάσκαρης σε πολυσέλιδες επιστολές τους, ζητούν τη γνώμη του για τα δικά τους έργα, συχνά όμως και τη συγγραφική συνδρομή του. Ευρωπαίοι Ελληνιστές, όπως ο γλωσσολόγος και φιλόλογος Eduard Engel από το Βερολίνο, ο λατινιστής και ελληνιστής Ernste Schulze από το Bautzen της Σαξονίας και η πρωτοπόρος γαλλίδα Julliette Αdam ζητούν και παρέχουν αμοιβαία, ιστορικό, αρχαιολογικό και φιλολογικό υλικό δυσεύρετο στη μία ή την άλλη πλευρά. Ας σημειωθεί μάλιστα ότι ο Schulze, με τον οποίο είχε πολύχρονη μεγάλη αλληλογραφία, μεταφράζει άρθρα και δοκίμια του Βαρδουνιώτη και τα δημοσιεύει στο τοπικό γερμανικό Τύπο.

Το στοιχείο όμως που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα την πολυδιάστατη προσωπικότητα και το πολύπλευρο έργο του Βαρδουνιώτη είναι η εθνική προσφορά του. Ακούραστος συλλέκτης και πιστός θεματοφύλακας των μνημείων του ιστορικού παρελθόντος, δίνει προσωπικούς αγώνες για τη διάσωση των πολλών και ποικίλων αρχαιοτήτων της Αργολίδας, η οποία στερούνταν εκείνη την εποχή ενός στοιχειώδους χώρου φύλαξης των σπουδαίων αρχαιολογικών καταλοίπων της περιοχής. Ο Βαρδουνιώτης ωστόσο δεν αρκείται μόνο στο μακρινό ιστορικό παρελθόν. Εργάζεται με πάθος και μεθοδικότητα, όπως αργότερα ο Βλαχογιάννης στην Αθήνα, για τη συλλογή και τη διάσωση των νεότερων ιστορικών τεκμηρίων της πατρίδας, τεκμήρια που θ’ αποτελέσουν τον πυρήνα της νεότερης ιστορίας της Ελλάδας. Στο περιεχόμενο τριών επιστολών που λαμβάνει από την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία μαρτυρείται και αναγνωρίζεται δεόντως από τους ιθύνοντες, η μεγάλη εθνική προσφορά του με την αποστολή πλήθους εγγράφων αφορώντων στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Μία εκτενής φράση του προέδρου της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας Ιωάννου Μπόταση σε επιστολή του προς τον Βαρδουνιώτη καταδεικνύει τη γενναιόδωρη έναντι του ιστορικού του χρέους στάση του: βεβαίως είσθε πρώτος εν τη πρώτη γραμμή εκείνων οίτινες κατήρτισαν την πλουσίαν συλλογήν ιστορικών πηγών ας η καθ’ ημάς Εταιρεία δύναται να θέση εις την διάθεσιν των ερευνητών επ’ ωφελεία της ευκλεούς ιστορίας του Έθνους. Ο αριθμός των 10.625 εγγράφων που ο μεγάλος συλλέκτης των γραπτών εθνικών κειμηλίων είχε αποστείλει στην Εταιρεία έως το 1915, προκαλούν τη συγκίνηση και το θαυμασμό του προέδρου και του γραμματέως της Εταιρείας, Μπόταση και Ράδου. Τον Απρίλιο του 1909, ο Κωνσταντίνος Ράδος του ανακοινώνει ότι το Διοικητικόν Συμβούλιον της Εταιρείας έκανε διάβημα προς τον Υπουργό των Εξωτερικών εγγράφως τε και προφορικώς όπως ούτος προβή εις την αρμόζουσαν, τη φιλοπονία της φιλεπιστημοσύνης υμών, ηθικήν εκ μέρους του κράτους ικανοποίησίν σας· και συμπληρώνει: Τούτο το διάβημα εθεώρησεν καθήκον της η Εταιρεία ημών να κάμη, ανθ’ ων υπέρ της Εθνικής Ιστορίας κοπιάτε.

Η εθνική προσφορά του Βαρδουνιώτη δεν περιορίζεται στα σύνορα της ελεύθερης μόνο Ελλάδας. Το ταξίδι του στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη το 1890 και η γνωριμία του με σημαίνουσες προσωπικότητες της ελληνικής κοινότητας της πόλης, τον ευαισθητοποιούν γύρω από το Μακεδονικό και το επιτακτικό αίτημα της απελευθέρωσης του υπόδουλου ακόμη ελληνισμού. Η αλληλογραφία του μαζί τους, κυρίως δε οι εκτενείς επιστολές που επί 15ετία λαμβάνει από τον γιατρό και μακεδονομάχο στη συνέχεια Δημήτριο Ρίζο (τον επονομαζόμενο Ευμένη), αποκαλύπτουν την εναγώνια προσπάθεια του Βαρδουνιώτη να βοηθήσει με όποιο τρόπο μπορεί και με όσα μέσα διαθέτει, τη μεγάλη εθνική υπόθεση. Στέλνει με δυσκολία αθηναϊκά και άλλα έντυπα στη Θεσσαλονίκη και συμβάλλει στην δημοσιοποίηση και προβολή των εθνικών θεμάτων και των εσωτερικών προβλημάτων της ελληνικής κοινότητας της πόλης, είτε προσωπικά είτε με τη βοήθεια φίλων και γνωστών του.

Σε ιδιαίτερη ενότητα μπορεί κανείς να εντάξει τις επιστολές προς τον Βαρδουνιώτη από λογίους συντοπίτες του, όπως ήταν οι εκπαιδευτικοί Ιωάννης Κοφινιώτης, Γεώργιος Δαλδάκης, oι νομικοί και λόγιοι Δημοσθένης Δεσμίνης και Νικόλαος Δημαράς, κ. .α., οι οποίοι αναδεικνύουν στο περιεχόμενό τους ζητήματα της εκπαίδευσης αλλά και τοπικά προβλήματα από την έλλειψη υποδομών όπως ήταν η μή συντήρηση του σιδηρόδρομου και των τρένων καθώς και η απουσία δικτύου άρδευσης της αργολικής πεδιάδας. Σημαντικές είναι και οι επιστολές ανδρών της γενιάς του Βαρδουνιώτη, υιών κατά κύριο λόγο και συγγενών αγωνιστών και πολιτικών της Επανάστασης, με δράση κυρίως στο Ναύπλιο και το Άργος: του Ιωάννη Νικηταρά, του Αναστασίου Γενναδίου, του Εμμανουήλ Καλλέργη και του ανεψιού του πολιτικού Δημητρίου Καλλέργη, του Ψύλλα, του Ιωάννη Τρικούπη. Από τις επιστολές ορισμένων από αυτούς καθώς και από εκείνες κορυφαίων πολιτικών που πρωταγωνίστησαν στον πολιτικό στίβο της εποχής, αποκαλύπτεται η πολιτική επιρροή που μπορούσε ν’ ασκήσει ο Βαρδουνιώτης στο εκλογικό σώμα της ιδιαίτερης πατρίδας του, λόγω του κύρους του και της ισχυρής προσωπικότητάς του.

Το ευρύ ιδεολογικό φάσμα που καλύπτουν οι επιστολές των πολιτικών αλληλογράφων του δεν επιτρέπουν τον ακριβή προσδιορισμό του δικού του πολιτικο-ιδεολογικού στίγματος. Εμφανίζεται μάλλον μετριοπαθής στο πολιτικό πεδίο, το οποίο πρέπει να είχε επισκιασθεί από την αφοσίωσή του στη δικηγορία και την εντατική ενασχόλησή του με την έρευνα και τη συγγραφή. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, πάντως, δύο έγκριτοι δημοσιολόγοι της εποχής, οι εκδότες Σκόκος και Άννινος επιζητούν την συνεργασία του για τα νεότευκτα έντυπά τους λόγω των φιλελευθέρων και προοδευτικών αρχών του, τις οποίες, όπως του υπενθυμίζει ο πρώτος, δημοσία πολλάκις κηρύττετε. Όλα αυτά βέβαια μέχρι την περίοδο του εθνικού διχασμού, όταν κατά τρόπο ανεξήγητο, όπως σημειώνει ο Σπύρος Παναγιωτόπουλος που τον γνώριζε προσωπικά, συντάσσεται ενεργά με τους βασιλόφρονες, αναδεικνύεται σε ηγετική μορφή τους στο Άργος, και στη συνέχεια το 1918 εκτοπίζεται στη Χίο και τη Μυτιλήνη. Η εξορία και η άφατη λύπη του για τη Μικρασιατική καταστροφή που επακολούθησε, κλόνισαν σοβαρά την υγεία του και επηρέασαν την πνευματική παραγωγή του. Τον Μάρτιο του 1924 πέθανε στην αγαπημένη του πατρίδα, το Άργος, αφήνοντας πίσω του ένα μεγάλο και πολυσύνθετο έργο. Χρέος δικό μας είναι να το αναζητήσουμε, να το εντοπίσουμε και να το αναδείξουμε.

Αθήνα 15/5/2015

Σοφία Πατούρα- Σπανού                                        

Διευθύντρια Ερευνών/Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

Επιστημονικό Συμπόσιο: Ελληνικότητα και ετερότητα: Πολιτισμικές διαμεσολαβήσεις και «Εθνικός Χαρακτήρας» στον 19ο αιώνα. 14-17 Μαΐου 2015, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα.


Read Full Post »

Το Άργος και το Κάστρο της Λάρισας, τέλη 19ου αιώνα. John Fulleylove (1845-1908)


 

Το Άργος και το Κάστρο της Λάρισας, τέλη 19ου αιώνα. Έργο του John Fulleylove (1845-1908), Άγγλου αρχιτέκτονα, ζωγράφου και εικονογράφου ταξιδιωτικών βιβλίων. Δημοσιεύεται στο: «Greece painted by John Fulleylove, R.I. Described by the Rev. J.A. M’ Clymont, M.A., D.D., Published, A & C Black, London, 1906».

 

Το Άργος και το Κάστρο της Λάρισας, τέλη 19ου αιώνα. Έργο του John Fulleylove (1845-1908), Άγγλου αρχιτέκτονα, ζωγράφου και εικονογράφου ταξιδιωτικών βιβλίων.

Το Άργος και το Κάστρο της Λάρισας, τέλη 19ου αιώνα. Έργο του John Fulleylove (1845-1908), Άγγλου αρχιτέκτονα, ζωγράφου και εικονογράφου ταξιδιωτικών βιβλίων.

 

Αριστερά ο Καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Πέτρου, στο κέντρο η σημερινή Πλατεία του Άργους, στο βάθος διακρίνεται το καμπαναριό του Αγίου Ιωάννη, στην πλάγια του βουνού η Παναγία η Κατακεκρυμμένη ή Πορτοκαλούσα και στην κορυφή το Κάστρο της Λάρισας.

Read Full Post »

«Αργολικόν Ημερολόγιον 1910»


 

 

Στην εκδοτική δραστηριότητα της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, προστίθεται ένα ακόμη σημαντικό βιβλίο. Πρόκειται για την αναστατική έκδοση του βιβλίου με τίτλο: «Αργολικόν Ημερολόγιον του έτους 1910,  Εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων» και τυπωμένο «Εν Αθήναις – Εκ του τυπογραφείου των καταστημάτων Δημ. Τερζόπουλου – 1910».

 

Αργολικόν Ημερολόγιον 1910

Αργολικόν Ημερολόγιον 1910

Στην «αναστατική» έκδοση με τίτλο «Αργολικόν Ημερολόγιον 1910, Εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων» και τυπωμένο «Εν Αθήναις – Εκ του τυπογραφείου των Καταστημάτων Δημ. Τερζόπουλου – 1910», συναντάμε σημαντικούς λόγιους του 19ου αιώνα του Άργους αλλά και του γειτονικού Ναυπλίου, όπως ο Ιωάννης Κοφινιώτης, ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης, ο Μιχαήλ Λαμπρυνίδης, ο Ιερέας και ιδρυτής του Συλλόγου «Ο Δαναός» Χρήστος Παπαοικονόμος και άλλους πολλούς, που οι εργασίες τους φιλοξενούνται στις 356 κιτρινισμένες και φθαρμένες από το χρόνο σελίδες του βιβλίου.

Αυτούς τους πνευματικούς δημιουργούς, η προστάτιδα της Ιστορίας Κλειώ τους έσυρε νωρίς προς την ιστοριοδιφική έρευνα κυρίως, παράλληλα όμως και σε άλλους τομείς της ζωής. Με άρθρα τους και σχόλια στις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής- τοπικά και πανελλαδικά- αναφέρθηκαν σε θέματα που αφορούσαν στην πολιτική, τη θρησκευτική, την πνευματική ή καλλιτεχνική ιστορία της Αργολίδας. Όμως γενικότερα, θα λέγαμε, ότι ο τόπος μας ανέδειξε πλήθος ποιητών και λογοτεχνών με αξιόλογη λογοτεχνική δημιουργία στον έμμετρο και πεζό λόγο.

Η «αναστατική» αυτή έκδοση έχει ιδιαίτερη συναισθηματική αξία γιατί, μέσα από την ανάκληση της μνήμης απεικονίζει την ιστορία της πόλης του Άργους και της ευρύτερης περιοχής, ενώ παράλληλα αποτελεί ένα οδοιπορικό στο πολιτισμικό περιβάλλον της εποχής.

Οι κοιμισμένοι ήχοι και λόγοι αντηχούν πάλι, αψευδείς μάρτυρες ενός λαμπρού πολιτισμού, που αποκαλύπτεται με την έρευνα, σ’ όλα τα επίπεδα του δημόσιου και ιδιωτικού βίου, στα γράμματα, τις τέχνες, την πολιτική ζωή.

Αναφέρουμε ενδεικτικά μερικά από τα κείμενα που φιλοξενούνται σ’ αυτό το σπουδαίο βιβλίο:

  • Δημήτριος Βαρδουνιώτης, «Η πικρή ιστορία του Εμμανουήλ Καλλέργη – Το εν Άργει Κεντρικόν Σχολείον της Ελλάδος».
  • Ιωάννης Κοφινιώτης, «Λόγος επί τη εορτή του Αγίου Πέτρου – Αι Δαναΐδες- Κλέοβις και Βίτων».
  • Δ. Χρ. Δουκάκης, «Επίσκοποι Άργους – Ναυπλίου».
  • Χρ. Παπαοιονόμου, «Ο Δαναός».
  • Δ. Θ. Καμαρινός, «Ο φόνος του Καποδίστρια».
  • Αντ. Γ. Δαρλάκος, «Ο εν Άργει Ναός του Τιμίου Προδρόμου».
  • Σωτ. Χρονόπουλος , «Το εν Άργει Ιπποφορβείον».
  • Γεώργιος Ηλ. Σιμιτζόπουλος, «Ανασκαφαί εν Άργει υπό W. Vollgraff».
  • Εις Αργείος, «Το Άργος και η Κυριακή Αργία».
  • Σ. Μηλιαράκης, «Η Μελισσανδρού του Άργους».

Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η επίσημη Ιστορία δε θα ήταν δυνατό να γραφεί σωστά χωρίς τη γνώση και της «μικροϊστορίας», αυτής δηλαδή που αναφέρεται σε επί μέρους ή και σε ασήμαντα – εκ πρώτης όψεως – γεγονότα ή πρόσωπα, που αποτελούν όμως τον συνδετικό κρίκο μιας κοινωνίας.

Από την άποψη αυτή, το «Ημερολόγιο του 1910» αποκτά το δικό του ειδικό βάρος τόσο για το Άργος αυτό καθ’ εαυτό, όσο και για την ταυτότητα των εν Αθήναις διαβιούντων Αργείων.

 

Άργος, οδός Ερμού, σημερινή Παν. Τσαλδάρη, περ. 1910

Άργος, οδός Ερμού, σημερινή Παν. Τσαλδάρη, περ. 1910

 

Πολύτιμος αρωγός στην προσπάθεια αυτής της  «αναστατικής» έκδοσης υπήρξε η Περιφερειακή Ενότητα Αργολίδας και ειδικότερα ο Αντιπεριφερειάρχης κ. Τάσσος Χειβιδόπουλος, τον οποίο και ευχαριστούμε από το βάθος της καρδιάς μας, για την προσωπική και αμέριστη βοήθεια και συμπαράστασή του.

Η Περιφερειακή Ενότητα Αργολίδας και  η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού προσφέρουν σήμερα στην Αργολίδα μία από τις σημαντικότερες εκδόσεις στην ιστορία του τόπου μας, πολύτιμο οδηγό για κάθε ερευνητή και ιστορικό.

Τα Αρωγά Μέλη της βιβλιοθήκης, προκειμένου να προμηθευτούν δωρεάν τη νέα αυτή έκδοση, μπορούν να απευθύνονται στην Αργολική Βιβλιοθήκη, τηλέφωνο 27510 61315, τις εργάσιμες ώρες και ημέρες.

«Αργολικόν Ημερολόγιον 1910»

Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

Αναστατικές εκδόσεις – 1

Άργος, Δεκέμβριος, 2014.

356 σελίδες

ISBN 978-960-9650-13-7

 

«Αργολικόν Ημερολόγιον 1910»

«Αργολικόν Ημερολόγιον 1910»

 

Στην παρουσίαση του βιβλίου που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», την Κυριακή 29 Μαρτίου 2015, μίλησαν για την έκδοση, η Σοφία Πατούρα, Διευθύντρια Ερευνών – Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και ο Γεώργιος Κόνδης, Δρ. Κοινωνικών Επιστημών, Συγγραφέας, των οποίων τις ομιλίες παραθέτουμε αυτούσια παρακάτω:

 

 

Παρουσίαση του Τόμου και επισκόπηση της Ιστορίας του Ημερολογίου ως ιδιαίτερου έντυπου, από την εμφάνισή του έως σήμερα


Σοφία Πατούρα

Διευθύντρια Ερευνών

Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

Σήμερα νοιώθω μεγάλη χαρά και συγκίνηση γιατί είναι η πρώτη φορά, μετά από 34 χρόνια συνεχούς ενασχόλησης με την ιστορική έρευνα, που μου δίδεται η ευκαιρία να μιλήσω στη γενέτειρά μου. Επιτρέψτε μου να ευχαριστήσω καταρχήν τον Πρόεδρο και τα μέλη του Δ. Σ. του Δαναού για τη ζεστή φιλοξενία που μας προσφέρουν απόψε σε αυτόν τον μοναδικό ιστορικό χώρο.

Θέλω να ευχαριστήσω ιδιαίτερα τον κ. Τάσο Τσάγκο, γραμματέα της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης για τη μεγάλη τιμή που μου έκανε με την πρότασή του να παρουσιάσω μαζί με τον εκλεκτό συνάδελφο, κοινωνιολόγο και συγγραφέα κ. Γιώργο Κόνδη, αυτό το πολύτιμο ιστορικό τεκμήριο.

Συγχαίρω θερμά και ειλικρινά όλους τους συντελεστές της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης για την υλοποίηση αυτής της σπουδαίας πρωτοβουλίας αλλά και για το εξαιρετικό έργο που επιτελούν γενικότερα. Οι εκδόσεις της Αργολικής Βιβλιοθήκης και η ηλεκτρονική πληροφόρηση του κοινού με το πλήθος του πολύτιμου και αξιόπιστου ιστορικού υλικού, με το οποίο εμπλουτίζουν καθημερινά την ιστοσελίδα της, αποτελούν σημαντικά εργαλεία για την ιστορική έρευνα.  Στην παρούσα έκδοση και γενικότερα στην προσπάθεια αναβίωσης και ανάδειξης του ιστορικού και πνευματικού παρελθόντος της πόλης και του νομού μας, πολύτιμος αρωγός και συμπαραστάτης στέκεται ο Διοικητικός φορέας του Νομού μας, η Περιφερειακή Ενότητα Αργολίδας, με πρωτεργάτη στην ενίσχυση του πολιτισμού και των γραμμάτων τον Αντιπεριφερειάρχη, κ. Τάσσο Χειβιδόπουλο. Του εκφράζω και εγώ από τη θέση της ιστορικού, της συμπολίτισσας και της απλής αναγνώστριας τις πιο θερμές ευχαριστίες μου.

Η κα Σοφία Πατούρα, Διευθύντρια Ερευνών /Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, στο βήμα του «Δαναού».

Η κα Σοφία Πατούρα, Διευθύντρια Ερευνών /Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, στο βήμα του «Δαναού».

Το Αργολικό Ημερολόγιο, δυσπρόσιτο έως σήμερα στο ευρύ αναγνωστικό κοινό αλλά και στους επαγγελματίες ερευνητές και ιστορικούς, μέσα από τις 356 σελίδες του, ζωντανεύει το ιστορικό και πνευματικό παρελθόν της πόλης μας.  Μας δίδει το έναυσμα να κοιτάξουμε πίσω και ν’ αποτίσουμε φόρο τιμής σε όλους εκείνους τους πνευματικούς ανθρώπους που συμμετέχουν στον τόμο, για τη μικρή ή μεγαλύτερη συμβολή τους στο ιστορικό, κοινωνικό και πνευματικό γίγνεσθαι της εποχής. Με πολύ αγάπη και σεβασμό στη γενέτειρά τους και σε συνθήκες δύσκολες, μας κληροδότησαν πολύτιμες πληροφορίες για την πολιτική, στρατιωτική και εκκλησιαστική ιστορία της πόλης μας, τις θρησκευτικές παραδόσεις, την ιστορική γεωγραφία, τη λαογραφία, τη λογοτεχνία και τη λαϊκή σοφία των ανθρώπων της περιοχής μας. Όλο αυτό το πλέγμα συνιστά ένα πλούσιο πρωτογενές υλικό, πολύ χρήσιμο για τη σύγχρονη έρευνα.

Αναλυτικά για το περιεχόμενο του Ημερολογίου θα σας μιλήσει ο συνάδελφος κ. Κόνδης.

Εμένα θα μου επιτρέψετε να σας παρουσιάσω το πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται η συγκεκριμένη πρωτότυπη έκδοση του παρόντος Ημερολογίου, στο πεδίο του έντυπου λόγου. Δηλαδή, την ειδική κατηγορία στην οποία ανήκε, καθώς τα Ημερολόγια αποτελούσαν ένα ιδιαίτερο είδος στο χώρο του Τύπου -ημερήσιου και περιοδικού- επίσης την ιστορία, την εξέλιξη και μετεξέλιξή τους και γενικότερα το λογοτεχνικό και πνευματικό κλίμα μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε το συγκεκριμένο είδος εντύπου, κυρίως κατά το β’ μισό του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα.

Ο 19ος αιώνας αποτελεί, ως γνωστόν, μία περίοδο έντονων ιδεολογικών, πνευματικών, πολιτισμικών και κοινωνικο-πολιτικών αναζητήσεων. Οι αναζητήσεις αυτές ήταν άμεσα συνυφασμένες με τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας και του αυτοπροσδιορισμού του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Διατυπώνονταν και διοχετεύονταν στο ευρύ κοινό μέσα από τον Τύπο της εποχής, ο οποίος στο β’ μισό του 19ου αι. γνώρισε σημαντική άνθηση. Τα Εγκυκλοπαιδικά περιοδικά, οι Εφημερίδες, τα Φιλολογικά και Οικογενειακά έντυπα και τα Ημερολόγια, με το εύρος των θεματικών πεδίων που καλύπτουν, συνέβαλαν στην ανασυγκρότηση της συλλογικής μνήμης, καθώς απευθύνονταν σε ένα ευρύ και συχνά λιγότερο λόγιο αναγνωστικό κοινό από εκείνο των Βιβλίων.

Στον 19ο αιώνα, και ιδιαίτερα στις τελευταίες δεκαετίες του, η Εφημερίδα και το Περιοδικό (Φιλολογικό, Εγκυκλοπαιδικό, Ημερολόγιο ποικίλης ύλης κ.λπ.), εκτός του ότι αποτελούσαν ιδιαίτερα πολιτισμικά προϊόντα, είχαν πλέον σταθεροποιηθεί και ως διακριτές κατηγορίες, τόσο στο μορφολογικό όσο και στο θεματολογικό πεδίο.

Ο συμβατικά λεγόμενος ημερήσιος Τύπος της εποχής, δηλ. οι Εφημερίδες, παρά τις αποκλίσεις και διαφοροποιήσεις που εμπεριείχαν μεταξύ τους, στόχευαν στην υπεράσπιση και προαγωγή των εθνικών θεμάτων, στην προάσπιση της συνταγματικής τάξης, στη διαπαιδαγώγηση του αναγνωστικού κοινού σε ζητήματα θεσμών, πολιτικών συμπεριφορών και δημοκρατικών κανόνων. Ο περιοδικός Τύπος από την άλλη, στόχευε κυρίως στην πνευματική αφύπνιση του κοινού και είχε χαρακτήρα, πρωταρχικά, εκπαιδευτικό και εγκυκλοπαιδικό. Η ιστορία, η ανθρωπογεωγραφία, οι αρχαιολογικές ανακαλύψεις, οι εξερευνήσεις, οι περιηγητικές περιγραφές, οι εφευρέσεις, οι επιστήμες, οι κατακτήσεις στα γράμματα και τις τέχνες αλλά και η δεκτικότητα στο «αξιοπερίεργο» και το «εξωτικό», σφράγισαν με την πληθωρικότητά τους τα περιοδικά έντυπα του Ελληνικού Διαφωτισμού. Η εξελικτική πορεία που ακολούθησε το «περιοδικό έντυπο», οδήγησε στην ωριμότητα του είδους και στη δημιουργία των μεγάλων «φιλολογικών» και «οικογενειακών περιοδικών» του β’ μισού του 19ου αιώνα.

Ανάμεσα σε αυτά ξεχωριστή θέση κατείχαν τα Ημερολόγια. Διάνυσαν μακρύ δρόμο και πολλά στάδια έως ότου καταλήξουν σε έντυπα ψυχαγωγικού, μορφωτικού και παιδευτικού τύπου, με στόχο την πνευματική καλλιέργεια του αναγνωστικού κοινού. Αν και αποτελούν πολύτιμη πηγή πληροφοριών και έχουν εξαιρετικό γραμματολογικό, ιστορικό και κοινωνιολογικό ενδιαφέρον, τα Ημερολόγια παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αδιερεύνητα, εν πολλοίς άγνωστα και απρόσιτα στο κοινό των ερευνητών.

Οι συνηθέστεροι όροι με τους οποίους παρουσιάζονται στην ιστορία του Ελληνικού Τύπου, από την εμφάνισή τους στον ελληνικό χώρο, είναι οι παρακάτω:  Ημερολόγιον, Καλενδάριον, Μηνολόγιον, Σεληνοδρόμιον, Αλμενάχιον, Εφετηρίς και Καζαμίας. Το 1928 τυπώνεται το πρώτο Μηνολόγιον της Αίγινας, το 1835 το Ημερολόγιον ήτοι καλανδάριον  του Δ. Μπίστη στην Αθήνα, και το 1842 κυκλοφορεί στο Ναύπλιο ιταλικό Μηνολόγιο μεταφρασμένο στα ελληνικά και μετονομαζόμενο από τον εκδότη του σε Καζαμία. Έως το 1863 έχουν καταγραφεί 57 εκδόσεις Ημερολογίων στην ελληνική επικράτεια.

Η ύλη τους, στο α’ μισό του 19ου αι., δεν χαρακτηρίζεται από το λογοτεχνικό πλούτο και την πολυφωνία που θα γνωρίσει το είδος αυτό κατά το β’ μισό του αιώνα. Στο βασικό περιεχόμενό τους, καταγράφονταν το Εορτολόγιον, το Πασχάλιον, το Κανόνιον των μηνών και ημερών, το Νέον Φεγγάριον, τα Σημεία του Ζωδιακού και οι Προγνώσεις, τα Πανηγύρια, Αποφθέγματα, Ανέκδοτα, πρακτικές και ιατρικές συμβουλές και γενικότερα θέματα που εύρισκαν μεγάλη απήχηση στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Τα φυλάδια αυτά, γνωστά ως τις μέρες μας με τη ονομασία Καζαμίες, ήταν ευχάριστα αναγνώσματα, προσιτά και δημοφιλή σε όλες τις κοινωνικές ομάδες.

 

Αργολικόν Ημερολόγιον 1910

Αργολικόν Ημερολόγιον 1910

 

Με την πάροδο των χρόνων, στην ύλη τους προστέθηκαν και άλλα θέματα, όπως για παράδειγμα αφιερώματα σε εμποροπανηγύρεις και αυλικές τελετές, δρομολόγια μεταφορικών μέσων, αλλά και άρθρα εκλαϊκευτικού χαρακτήρα, απλές δηλαδή ιστορικές μελέτες, περιηγητικές εντυπώσεις, αινίγματα, γρίφοι και παιγνίδια. Εγκατέλειψαν σταδιακά τον κατεξοχήν προγνωστικό και προφητικό χαρακτήρα και έγιναν πρόδρομοι της επόμενης και σαφώς εξελιγμένης γενιάς Ημερολογίων του β’ μισού του 19ου και των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Από λαϊκά, αναβαθμίσθηκαν σε πιο ποιοτικά έντυπα, αύξησαν την κυκλοφορία τους και στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα γνώρισαν άνθηση και διάδοση τόσο στα αστικά κέντρα όσο και στην περιφέρεια του Ελληνισμού. Από το 1860 τα Ημερολόγια που εκδίδονται στον ελληνικό χώρο, εγκαινιάζουν μια νέα φάση της εξελικτικής πορείας και διαδρομής του συγκεκριμένου είδους. Αποστασιοποιούνται από το περιεχόμενο και τον χαρακτήρα των προηγούμενων και επιδιώκουν να δώσουν απάντηση στα αιτήματα της εποχής περί ωφελιμότητας, τερπνότητας, αλλά κυρίως πνευματικής αφύπνισης. Ως προάγγελο αυτής της κατηγορίας μπορούμε ν’ αναφέρουμε το Ημερολόγιον της Χρυσαλλίδος (1857-1863), το οποίο εγκαινιάζει αυτή τη νέα εποχή για το συγκεκριμένο έντυπο. Ο στόχος του γίνεται πιο σύνθετος, γιατί όπως δηλώνει ο εκδότης του Σπυρίδων Βλαντής, «παρεκτός του καλλωπισμού του ημετέρου Ημερολογίου, ό και Χρυσσαλίς επεγράψαμεν, και έτερον προσάπτεται, το ηθικόν, η ένωσις δηλαδή της πατρίδος μετά της Θρησκείας. καθότι χωρίς θρησκείας, κενόν και ανύπαρκτον η πατρίς».

Αμέσως μετά κάνει την εμφάνισή του και αναπτύσσεται ραγδαία το λογοτεχνικό Ημερολόγιο, μέσω του οποίου δίνεται η δυνατότητα σε πνευματικούς ανθρώπους της εποχής να υπηρετήσουν το λόγο και την τέχνη. Θ’ αναφέρω τα σημαντικότερα από αυτά που μαζί με τα καθαρώς λογοτεχνικά Περιοδικά και τις Εφημερίδες αποτελούν σημαντικές πηγές για τη μελέτη της πολιτικής, πολιτιστικής και κοινωνικής ζωής εκείνης της περιόδου. Το Αθηναϊκόν Ημερολόγιον, το του διασήμου αστρονόμου Καζαμία Ημερολόγιον (1865),  το Αττικόν Ημερολόγιον (1867-1895 με ενδιάμεσες διακοπές στην έκδοσή του), το Εθνικόν Ημερολόγιον, γνωστό και ως Ημερολόγιον του Σκόκου (1886-1918) και η Ποικίλη Στοά Αρσένη με υπότιτλο Ετήσιον Ημερολόγιον (1881-1914), είναι τα αντιπροσωπευτικότερα του είδους. Τα δύο τελευταία θεωρούνται ως τα μακροβιότερα, καθώς η έκδοσή τους συνεχίστηκε και στον 20ό αι., του πρώτου ως το 1918 και του δεύτερου ως το 1914. Συνεργάτες τους υπήρξαν σημαντικές πνευματικές φυσιογνωμίες από το χώρο της λογιοσύνης, όπως για παράδειγμα, ο Ειρηναίος Ασώπιος,  ο Άγγ. Βλάχος, ο Ι. Καμπούρογλου, ο Αρ. Προβελέγγιος, ο Αχ. Παράσχος, ο Ι. Πολέμης, ο Α. Λασκαράτος και ανάμεσά τους και ο συμπολίτης μας λόγιος Δημ. Βαρδουνιώτης. Τόσο ο Αρσένης όσο και ο Σκόκος, φίλοι του Βαρδουνιώτη, του ζητούσαν επίμονα, μέσω των επιστολών τους, τη δική του συμβολή.

 

Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης

Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης

 

Από πολύ νωρίς φαίνεται πως τα λογοτεχνικά Ημερολόγια αποτελούσαν πολύτιμο δώρο για το νέο έτος ανάμεσα στους κύκλους των μορφωμένων και λογίων της εποχής. Ο Αναστάσιος Παπαδήμος, για παράδειγμα, διευθυντής αργότερα της φημισμένης Βιβλιοθήκης της Ανδρίτσαινας, λόγιος και γλωσσομαθής της εποχής, σε επιστολή του προς τον Δ. Βαρδουνιώτη, νεαρό τότε φοιτητή, στις 31 Δεκεμβρίου του 1869, μεταξύ άλλων αναφέρει: Νυν δε σοι στέλλω εν ημερολόγιον απλούν, ουδέν άλλο υποτιθέμενον ή το υποδείξαι τας ημέρας του έτους 1870. Δια δε την ποικιλίαν, προσετέθη και εν επίσης απλούν, μυθιστορίας τινάς μόνον, και γνωμικόν περιέχον. Ο Ασώπιος δεν εξέδωκεν εφέτος, ο δε Κωνσταντίνος (των Παρισίων) είναι μόνον δια τους εφημεριδογράφους. Ο Ασώπιος, στον οποίο αναφέρεται ο Παπαδήμος είναι ο Ειρηναίος Ασώπιος ο οποίος συγκαταλέγεται στους πρώτους εκδότες λογοτεχνικών Ημερολογίων. Το 1866 εγκαινίασε το Αττικόν Ημερολόγιον, του οποίου κυκλοφόρησαν συνολικά 25 τόμοι. Το 1870 δεν εκδόθηκε πράγματι το Ημερολόγιο του Ασώπιου, και έτσι ο Παπαδήμος αναγκάζεται να στείλει στον Βαρδουνιώτη ημερολόγιον απλούν.

Ο ίδιος ο Βαρδουνιώτης, ώριμος πλέον λόγιος, μέσα από την αλληλογραφία του με τον Παπαδήμο, εμφανίζεται το 1882 να ζητεί από τον δεύτερο πληροφορίες για την ιστορία του Ημερολογίου, του Καλενδαρίου, του Αλμεναχίου. Σε επιστολή του προς τον Βαρδουνιώτη, στις 8/8/1882, ο Παπαδήμος επισυνάπτει δύο χειρόγραφες σελίδες, στις οποίες καταγράφει περιληπτικά τη διαδρομή του Αλμανάχ-Καλενδαρίου-Ημερολογίου στην Ευρώπη, από την πρώτη έντυπη εμφάνισή του στη Βιέννη το 1460, τη διάδοσή του στις άλλες χώρες, έως την λογοτεχνική ακμή του κατά τον 19ο αιώνα, κυρίως στη Γερμανία, την Αγγλία και τη Γαλλία.

Στον ελλαδικό χώρο το λογοτεχνικό Ημερολόγιο, θα γνωρίσει, όπως προανέφερα, τη μεγίστη ακμή του στο β’ μισό του 19ου αι. Θ’ αποβάλλει από νωρίς το αμιγές ημερολογιακό ύφος, στο οποίο θα παραχωρήσει πολύ μικρό χώρο και θ’ ακολουθήσει στην ύλη του τις τρέχουσες φιλολογικές και πολιτισμικές εξελίξεις. Με τη δημοσίευση δηλαδή απλουστευμένων επιστημονικών άρθρων, θεατρικών και μουσικών δρώμενων, πλήθους λογοτεχνικών κειμένων, κειμένων από τη λαογραφική και ελληνική πολιτισμική κληρονομιά, θέλει να συνδυάσει το τερπνό με το ωφέλιμο για τον αναγνώστη. Πρόκειται δηλαδή για ένα είδος εγκυκλοπαιδικού Ημερολογίου που στόχο είχε να συμβάλει στην αναγέννηση της χώρας.

Την ίδια περίοδο, παράλληλα με το ποιοτικό, λογοτεχνικό Ημερολόγιο, το Ημερολόγιο ως έντυπο παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία και καλύπτει το φάσμα όλης της κοινωνικής κλίμακας: από τα λαϊκά στρώματα που θέλγονται από τις αστρολογικές προβλέψεις και τις εγκυκλοπαιδικές γνώσεις των ευρείας κυκλοφορίας Καζαμιών, έως το λόγιο κοινό που αναζητεί την αξιόπιστη φιλολογική και ιστορική ενημέρωση στο Ημερολόγιο του Σκόκου, για παράδειγμα, και στην Ποικίλη Στοά του Αρσένη.

Ημερολόγια κάθε είδους (λογοτεχνικά, λαϊκά, ποικίλης ύλης, κ. λπ.) θα συνεχίσουν να εκδίδονται και στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι., χωρίς ωστόσο να σταματήσει η σποραδική εμφάνισή τους και αργότερα. Συχνά η δημιουργία τους στοχεύει στη συσπείρωση μιας εθνικής μειονότητας, εντός ή εκτός των εθνικών ορίων, όπως στόχευε για παράδειγμα το Μικρασιατικόν Ημερολόγιον της Ελένης Σβορώνου, της οποίας ο Αργείος λόγιος Βαρδουνιώτης υπήρξε επίσης στενός φίλος και συνεργάτης. Άλλοτε πάλι ο τίτλος τους προσδιορίζει τη θρησκευτική ή ιδεολογική ταυτότητα μιας κοινότητας, π.χ. Βυζαντινόν Ημερολόγιον, Καθολικόν Ημερολόγιον· άλλοτε παραπέμπει σε επαγγελματική συντεχνία ή ομάδα π. χ. Μουσικόν Ημερολόγιον, Ημερολόγιον Υγείας κ.λπ., και άλλοτε σε τοπικούς ή ευρύτερα γεωγραφικούς συλλόγους, όπως συμβαίνει και με την ανά χείρας έκδοση του Αργολικού Ημερολογίου.

Ημερολόγια εκδίδονταν καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, αλλά και ως τις μέρες μας, σε μια διαρκή ωστόσο μεταμόρφωση και προσαρμογή στους σκοπούς και τους στόχους που έθετε  η κατά περίπτωση έκδοσή τους. Μπορώ να σας αναφέρω μια σειρά λιγότερο σοβαρών από φιλολογική και λογοτεχνική άποψη Ημερολογίων, συνηθισμένων παλαιότερα, όπως τα παρακάτω: Ημερολόγια σχολείων, τοπικών και επαγγελματικών συλλόγων, ενοριών, εταιρειών, συνεταιρισμών κ.λπ. Και αυτά, ωστόσο, τα ταπεινά έντυπα αποτελούν σήμερα πολύτιμες πηγές της ιστορίας -κυρίως της μικροϊστορίας-, είναι όμως δυσεύρετα από την κοινότητα των ειδικών. Έντυπα με τον τίτλο Ημερολόγια εξακολουθούν να κυκλοφορούν και να αποτελούν αναγνώσματα προσφιλή έως σήμερα, με εμφάνιση και περιεχόμενο πρωτότυπα και ιδιαίτερα ευρηματικά: προσωπικά και συλλογικά Ημερολόγια λογοτεχνίας και ποίησης (ανθολόγια), επετειακά, Ημερολόγια-ανεκδοτολόγια, χιουμοριστικά-γελοιογραφικά, ερωτικά, λαϊκών παραδόσεων, αλμανάκ καλοτυχίας, κ. λπ. Όλα τα παραπάνω και πολλά ακόμη αποτελούν πεδίο ελεύθερης δραστηριότητας και έκφρασης για εκδότες, συγγραφείς και επιμελητές. Είναι βέβαιο ότι σήμερα που η ηλεκτρονική επανάσταση τείνει να εξαφανίσει το βιβλίο στην έντυπη μορφή του, αλλοιώνοντας το χαρακτήρα του, οι παραδοσιακές εκδόσεις θα αντέξουν περισσότερο μέσα στο χρόνο.

Τρανή απόδειξη της παραπάνω εκτίμησης αποτελεί η παρούσα αναστατική έκδοση που πραγματοποιήθηκε χάρη στη διάσωση ως τις μέρες μας αυτού του δυσεύρετου πράγματι αλλά ανθεκτικού στον μακρύ χρόνο αντιτύπου του Αργολικού Ημερολογίου. Αξίζει να σημειώσω σχετικά τη διαπίστωση του μεγάλου λαογράφου μας Νικολάου Πολίτη, σε μια αποστροφή του για την παντοτινή επικαιρότητα του Αττικού Ημερολογίου. Λέει λοιπόν χαρακτηριστικά ο Ν. Πολίτης ότι το Αττικόν Ημερολόγιον «διέψευσε την γαλλικήν παροιμίαν καθ’ ήν γυνή και ημερολόγιον είναι μόνον δι’ έν έτος· διότι πάντοτε δύναταί τις να το αναγιγνώσκη μετ’ ίσης ευχαριστήσεως, επειδή ο κύριος Ασώπιος (ο εκδότης του) κατέστησεν αυτό ταμείον, εν ώ εναποθέτουσι τα καλύτερα του καλάμου αυτών προϊόντα οι διασημότεροι των λογίων».

Επικεντρώνοντας, λοιπόν, το ενδιαφέρον μας στην ανά χείρας έκδοση του Αργολικού Ημερολογίου, η οποία αποτέλεσε την αφορμή για το σύντομο ιστορικό που σας παρουσίασα, θα προσπαθήσω να δώσω κάποιες σύντομες απαντήσεις σε ερωτήματα σχετικά με τον χρονικό ορίζοντα της έκδοσής του, τη μορφή και το περιεχόμενό του. Είναι αλήθεια ότι η χρονική έκδοση του Αργολικού Ημερολογίου ταυτίζεται με μια εποχή που αυτό το είδος του έντυπου λόγου γνώριζε μεγάλη ωριμότητα και άνθηση. Εξάλλου η σύνδεση της ωφέλειας με την τέρψη, η νέα μορφολογία του είδους (δηλ. το σχήμα και η εικονογράφηση) και η έντονη εστίαση του ενδιαφέροντος σε ιστορικά και λογοτεχνικά κείμενα που κυριαρχούν στα Ημερολόγια της εποχής, είναι αυτά ακριβώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα και του δικού μας Ημερολογίου. Παρά το γεγονός της συγκυριακής έκδοσής του για την ενίσχυση των οικονομικών του εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων, όπως αναφέρεται στο ιστορικό της ίδρυσής του, το περιεχόμενο του Ημερολογίου δεν υπολείπεται σε ποιότητα και σπουδαιότητα των συγχρόνων του, αθηναϊκών και μή.

Το καθαρώς ημερολογιακό τμήμα του περιορίζεται σε 11 μόνο σελίδες με την παράθεση ενός απλού μηνολογίου και των εορτών του έτους. Όλο το υπόλοιπο μέρος, χωρίς βέβαια συγκεκριμένη διάταξη και ειδικές στήλες, παρέχεται ελεύθερα  ως βήμα έκφρασης σε μια σειρά Αργείων κυρίως λογίων, ιστορικών και επιστημόνων της εποχής. Σπουδαίες πραγματείες και ιστορικές αναφορές, ζητήματα της τοπικής εκκλησιαστικής ιστορίας, καταγραφές ανασκαφών και αρχαιολογικών ευρημάτων, επετειακοί Λόγοι, σπάνιες αφηγήσεις σημαντικών ιστορικών συμβάντων, ιστορικο-γεωγραφικά της ευρύτερης περιοχής, ιστορικές βιογραφίες, αλλά και προσεγγίσεις επιστημονικών θεμάτων, προσδίδουν στον ανά χείρας τόμο το χαρακτήρα μιας πρωτογενούς ιστορικής πηγής. Δίπλα σε αυτά, συμπολίτες μας της εποχής εκείνης, με λογοτεχνικές, ποιητικές και λαογραφικές ανησυχίες, δοκιμάζουν την πέννα τους στη συγγραφή διηγημάτων και ποίησης, ιστορικών ανεκδότων, παροιμιών, αποφθεγμάτων και συμβουλών.

Ανάμεσα σ’ εκείνους που με τη γραφίδα τους συνέβαλαν στην έκδοσή του, συγκαταλέγονται λόγιοι, των οποίων η πνευματική εμβέλεια και δράση είχε ξεπεράσει κατά πολύ τα τοπικά όρια της Αργολίδας. Για την οικονομία του χρόνου θ’ αναφερθώ σύντομα στους σημαντικότερους από αυτούς, χωρίς να υποτιμώ καθόλου την ευρυμάθεια και τη συμβολή των υπολοίπων.

Χρήστος Παπαοικονόμος

Χρήστος Παπαοικονόμος

Αποτίοντας φόρο τιμής και εκφράζοντας τη δέουσα ευγνωμοσύνη στον εμπνευστή και επί σειρά ετών Πρόεδρο του ιστορικού μας Συλλόγου «Δαναός», θα μνημονεύσω πρώτον απ’ όλους τον ιερέα και σχολάρχη τότε του Άργους Χρήστο Παπαοικονόμο. Ο Χρήστος Παπαοικονόμος (1853-1922), πολυγραφότατος λόγιος, αναδείχθηκε στις τάξεις των κληρικών, καταλαμβάνοντας υψηλές διοικητικές θέσεις στην Εκκλησία και την Εκπαίδευση χάρη στην  εκκλησιαστική του δράση, κυρίως όμως χάρη στο πλούσιο συγγραφικό του έργο. Κορυφαία θέση σε αυτό κατέχει το τεκμηριωμένο επιστημονικά βιβλίο του πάνω στον Βίο του Αγίου Πέτρου, πολιούχου της πόλης του Άργους. Στην περίοδο της θητείας του, ως σχολάρχης του Άργους ο ιερέας Παπαοικονόμος εμπνεύσθηκε και ίδρυσε, με τη βοήθεια και άλλων φιλοπρόοδων Αργείων τον φιλολογικό Σύλλογο «Δαναός» τον μικρό Παρνασσό, όπως λεγόταν τότε, έναν από τους παλαιότερους φιλολογικούς συλλόγους της χώρας. Στον παρόντα τόμο ξεδιπλώνει με την πέννα του το ιστορικό της ίδρυσης και δράσης του Συλλόγου από το 1894 έως το 1907, «χάριν των επιγιγνομένων’ όπως αναφέρει ο ίδιος στον πρόλογο του χρονολογίου του.

Ιωάννης Κοφινιώτης

Ιωάννης Κοφινιώτης

Με τρία άρθρα του από τον χώρο της ιστορίας και μυθιστορίας και έναν ιστορικό επετειακό Λόγο, συμμετέχει στο Ημερολόγιο ο γνωστός εκπαιδευτικός και πολιτικός της εποχής Ιωάννης Κοφινιώτης (1851-1921). Συγγραφέας πολλών σχολικών εγχειριδίων και μεγάλου αριθμού άρθρων σε έντυπα εκείνης της περιόδου, ο Κοφινιώτης δοκίμασε την τύχη του και στην πολιτική. Εξελέγη βουλευτής Αργολιδοκορινθίας μία φορά στην Α’ Αναθεωρητική Βουλή του 1910. Το σημαντικότερο ιστορικό έργο του είναι η δίτομη Ιστορία του Άργους από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών. Οι εκδόσεις «Εκ προοιμίου» συμμετέχοντας ενεργά στην προσπάθεια διάσωσης ιστορικών τεκμηρίων της πόλης μας ανατύπωσαν πριν από λίγα χρόνια τον διασωθέντα πρώτο τόμο του Έργου.

Στο Αργολικό Ημερολόγιο αναδημοσιεύεται  Ανοικτή Επιστολή του Δημοσθένη Δεσμίνη προς τους «εν Αμερική εγκατεστημένους Αργείους», σε μια προσπάθεια αναζήτησης οικονομικής βοήθειας προς τον Σύλλογο «Δαναός». Ο γνωστός στους Αργείους ευεργέτης της πόλης Δημοσθένης Δεσμίνης (1868-1936), λόγω της δωρεάς του για την ίδρυση του νοσοκομείου, με καταγωγή από το Άργος, έζησε και εργάσθηκε στην Αθήνα, χωρίς ποτέ βέβαια να λησμονήσει την ιδιαίτερη πατρίδα του. Στην Αθήνα εξέδιδε επί τέσσερα έτη την εφημερίδα Δαναΐς, μια από τις καλύτερες αθηναϊκές εφημερίδες της εποχής σε ύλη και ποιότητα. Μέσα από τις σελίδες της έδωσε σκληρό αγώνα για την επίλυση του αρδευτικού και του γεωργικού ζητήματος της αργολικής πεδιάδας. Άνθρωπος με σπουδαία νομική παιδεία και υψηλή μόρφωση, ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα και για την πνευματική αναγέννηση της πόλης. Για τον εμπλουτισμό της βιβλιοθήκης του Δαναού, κληροδότησε στο Σύλλογο την προσωπική του βιβλιοθήκη. Επίσης, με την ισχυρή παρέμβασή του προς τον εθνικό ευεργέτη Γρηγόριο Μαρασλή (1831-1907) πέτυχε να εξασφαλίσει για τον Δαναό πλήρη σειρά της βιβλιοθήκης Μαρασλή, με πολύτιμα βιβλία για την ιστορία και τον πολιτισμό της Ευρώπης και της Ελλάδας.

Ένας άλλος λόγιος και νομομαθής από το Ναύπλιο, ο γνωστός για τα ιστορικά του συγγράμματα Μιχαήλ Λαμπρυνίδης (1850-1915), συμμετέχει στον τόμο με μία μελέτη με τον τίτλο «Η 13η Ιανουαρίου 1833 εν Άργει». Αν και αμφιλεγόμενη ως προς την αποτίμηση των γεγονότων, η μελέτη αυτή είναι σημαντική πηγή για τη σύγχρονη έρευνα, λόγω της αλληλογραφίας που παραθέτει μεταξύ των εμπλεκόμενων στα γεγονότα προσώπων. Η καλλιέργεια και η ευρυμάθεια του Μ. Λαμπρυνίδη αποτυπώνονται στο πλούσιο συγγραφικό του έργο, με σημαντικότερο απ’ όλα το ιστορικό του σύγγραμμα Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τα καθ’ ημάς.

Στον τόμο συμμετέχουν με μικρές ή μεγαλύτερες συμβολές συγγραφείς ή διανοούμενοι που δεν κατάγονταν από την Αργολίδα, αλλά πιθανότατα συνδέονταν με μέλη του εν Αθήναις Συλλόγου «Ατρεύς». Ασφαλώς θ’ αποτέλεσε τιμή για τους συντελεστές της έκδοσης του Ημερολογίου η συμμετοχή σε αυτό, του κορυφαίου τότε καθηγητή της Φυτολογίας και Βοτανικής, Σπυρίδωνος Μηλιαράκη. Ο Σπυρ. Μηλιαράκης υπήρξε ένας από τους πρώτους θιασώτες και «εισαγωγείς» της δαρβίνειας θεωρίας στην Ελλάδα και ο πρώτος μεταφραστής του έργου του Δαρβίνου στα Ελληνικά. Αξίζει να σας αναφέρω ότι ήταν αδελφός του πρωτοπόρου για την εποχή Ιστορικο-γεωγράφου, Αντωνίου Μηλιαράκη, ιδρυτικού μέλους της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, επίτιμου μέλους του Δαναού και γνωστού στην ιστορία της πόλης μας από το έργο «Γεωγραφία πολιτική  νέα και αρχαία του νομού Αργολίδος και Κορινθίας». Στον παρόντα τόμο, με ένα επιστημονικό σύντομο άρθρο του, ο Σπυρ. Μηλιαράκης καταρρίπτει τον εκ της λαϊκής φαντασίας προερχόμενο μύθο περί της Μελισσανδρούς, φυτού φυόμενου στην αργολική πεδιάδα και αλλού.

Ανάμεσα στους άλλους, στον τόμο συμμετέχει και ο γνωστός μας ποιητής και θεατρικός συγγραφέας Ιωάννης Πολέμης (1862-1924) μ’ ένα σύντομο διήγημα και ένα γεμάτο συγκίνηση και πατριωτική φλόγα ποίημα. Ο Πολέμης που μαζί με πολλούς λογίους του β’ μισού του 19ου αι. είχε ενταχθεί λογοτεχνικά στη Νέα Αθηναϊκή Σχολή, αντιτάχθηκε στην υπερβολή και τον άκρατο ρομαντισμό και καθιέρωσε, όπως ο Παλαμάς και ο Δροσίνης τη δημοτική γλώσσα στην ποίηση. Στη δημοτική είναι γραμμένο και το ποίημά του «η σούβλα του πασσά», με το οποίο εμπλούτισε λογοτεχνικά το Αργολικό Ημερολόγιο του 1910.

Τελευταίον, όχι τυχαία βέβαια, άφησα τον «πατριάρχη και παλαίμαχο των γραμμάτων, εργάτη και αριστοτέχνη του καλάμου», όπως τον χαρακτηρίζει ο Νικόλαος Γκινόπουλος, τον μεγάλο μας λόγιο Δημήτριο Βαρδουνιώτη. Οι δύο συμβολές του στο Ημερολόγιο για την ιστορία του «εν Άργει Κεντρικού Σχολείου της Ελλάδος» και της «εν Άργει επαναστάσεως’ είναι πολύτιμες ιστορικά, αποτελούν όμως ένα  μικρό, πολύ μικρό δείγμα της γραφίδας του.

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης (1847-1924) αδικημένος έως σήμερα ιστορικός και λόγιος, παρότι έζησε ολόκληρη τη ζωή του στη μικρή ιστορική μας πόλη, ήταν στην πραγματικότητα ισότιμο μέλος της πνευματικής ελίτ της Αθήνας, με τους εκπροσώπους της οποίας είχε δημιουργήσει πολύ στενές σχέσεις. Υπήρξε καταξιωμένος νομικός, δημοσιογράφος, δοκιμιογράφος και ποιητής, μα πάνω απ’ όλα σπουδαίος ιστορικός. Ασκητικός στη φιλοσοφία για τη ζωή και υπέρμετρα εργατικός, συνήθιζε να λέει ότι «η ανάπαυση δεν είναι αποχή από την εργασία αλλά αλλαγή εργασίας».

Κοντά στο πλήθος των λογοτεχνικών του έργων (πεζά και ποιήματα), στις πολλές ανταποκρίσεις του σε αθηναϊκές και άλλες εφημερίδες, κορυφαίο είναι το ιστορικό του έργο με προεξάρχουσα τη σπουδαία μονογραφία του για την καταστροφή του Δράμαλη. Το έργο αυτό, που για τη σύγχρονη έρευνα αποτελεί πλέον ιστορική πηγή, ο Δημήτριος Καμπούρογλου το χαρακτήρισε μνημειώδες, σημειώνοντας μάλιστα πως «εις τα Δερβενάκια, που κάποτε θα στολισθούν με δάσος ανδριάντων, πρέπει ξεχωριστή, απόμακρα, αλλά περίοπτος να σελαγίση και η μορφή του Βαρδουνιώτη».

Με αφορμή την αποψινή εκδήλωση, επιτρέψτε μου να σας αποκαλύψω την ιδιαίτερη σχέση που έχω αναπτύξει τελευταία με αυτό το ιστορικό πρόσωπο της πόλης μας, τον κορυφαίο, θα έλεγα, λόγιο που με τη συνολική του δράση ετίμησε και τιμά την πόλη μας. Θεωρώ μεγάλη για μένα τύχη το ότι από πολλών ετών έχω στην κατοχή μου ένα σημαντικό τμήμα του αρχείου του Βαρδουνιώτη, αυτό της προσωπικής αλληλογραφίας του. Παρά το γεγονός ότι είμαι βυζαντινολόγος, αποφάσισα τώρα, και αφού έχω διανύσει το μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής πορείας μου, να ασχοληθώ με το συγκεκριμένο αρχείο και να το αξιοποιήσω επιχειρώντας ένα τεράστιο επιστημονικό άλμα.

Πρόκειται για ένα μεγάλο αριθμό επιστολών  με παραλήπτη τον Βαρδουνιώτη, προερχομένων από πολλούς γνωστούς και σημαντικούς λογίους της εποχής του. Πολλές από αυτές υπογράφονται από εκδότες, διευθυντές και συγγραφείς κορυφαίων τότε λογοτεχνικών δελτίων, φιλολογικών περιοδικών, εφημερίδων και ιστορικών συγγραμμάτων. Άλλες από πολιτικούς και πολιτευόμενους της εποχής που ζητούν τη συνδρομή του, άλλες από το κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον του και λίγες μόνο από ανθρώπους του επαγγελματικού του χώρου. Στο περιεχόμενό τους απεικονίζεται με ενάργεια η πνευματική και πολιτική κίνηση της εποχής, ξεδιπλώνονται πτυχές της ιστορίας του τόπου μας, διαγράφονται οι διαδρομές μιας αέναης λογοτεχνικής, ιστορικής και φιλολογικής πληροφόρησης ένθεν και ένθεν, κυρίως όμως σκιαγραφείται η πολυσύνθετη προσωπικότητα του Βαρδουνιώτη και αναδεικνύεται η συμβολή του σε όλα τα επίπεδα: στο πνευματικό, το πολιτικό, το πατριωτικό, το επαγγελματικό. Αξίζει να σας αναφέρω ακόμη ότι η πνευματική και πατριωτική δραστηριότητα του Βαρδουνιώτη, όπως προκύπτει από σχετικές επιστολές, είχε επεκταθεί και πέραν των συνόρων της επικράτειας του τότε νεοελληνικού κράτους: στη Θεσσαλονίκη, τη Δράμα, την Έδεσσα, την Κωνσταντινούπολη, την Αλεξάνδρεια, τη Σμύρνη, τα Ιεροσόλυμα, το Παρίσι, το Βερολίνο, τη Σαξονία, κ.λπ.

Σε συνεργασία, λοιπόν, με την εκλεκτή συνάδελφο και διακεκριμένη νεοελληνίστρια, κυρία Ρωξάνη Αργυροπούλου, με αργείτικες επίσης ρίζες και εκείνη,  αποφασίσαμε ν’ αναλάβουμε το εγχείρημα της έκδοσης αυτού του σημαντικού αρχείου. Αρωγό σε αυτή την προσπάθεια έχουμε την Αργολική αρχειακή Βιβλιοθήκη, η οποία αγκάλιασε εξαρχής με πολύ ενθουσιασμό και αμέριστο ενδιαφέρον αυτή την πρωτοβουλία. Με τη βοήθεια και των επίσημων φορέων του νομού μας, στην οποία όντως προσδοκούμε, ελπίζουμε να τα καταφέρουμε. Νομίζω ότι το οφείλουμε όλοι μας στο Βαρδουνιώτη, ο οποίος, όπως ευφυώς έλεγε ο φίλος του, Δημήτριος Καμπούρογλου, πρόεδρος της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, ήταν στην συνείδηση των γνωστών και φίλων του, τόσο ταυτισμένος με το Άργος ώστε «ο Βαρδουνιώτης να υπενθυμίζη το Άργος και το Άργος τον Βαρδουνιώτη».

Κλείνοντας, ελπίζω και εύχομαι η προσπάθεια της διάσωσης και διάδοσης των ιστορικών τεκμηρίων της πόλης και του νομού μας να συνεχισθεί και η παρούσα αναστατική έκδοση του Αργολικού Ημερολογίου ν’ αποτελέσει το έναυσμα για την περαιτέρω ανακάλυψη του ιστορικού παρελθόντος της περιοχής μας.

 

Παρουσίαση Αναστατατικής Έκδοσης Αργολικού Ημερολογίου 1910


 

 Γεώργιος Κόνδης,

Δρ. Κοινωνικών Επιστημών,

Συγγραφέας.

 

Η σημασία της αναστατικής έκδοσης του Αργολικού Ημερολογίου 1910 από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δεν έγκειται μόνο στη διάσωση ενός πολύτιμου αρχειακού υλικού αλλά και στο ότι ανανεώνει το ενδιαφέρον για την έρευνα στην Αργολίδα και ιδιαίτερα στο Άργος όπου η αρχειακή έρευνα αποτελεί, όταν γίνεται, έναν πραγματικό άθλο.

Ο κος Γεώργιος Κόνδης, Δρ. Κοινωνικών Επιστημών, στο βήμα του «Δαναού».

Ο κος Γεώργιος Κόνδης, Δρ. Κοινωνικών Επιστημών, στο βήμα του «Δαναού».

Το Αργολικό Ημερολόγιο του 1910 αποτελεί  μια σημαντική πηγή πληροφοριών για πρόσωπα, χώρους και καταστάσεις, που θα σας παρουσιάσω στη συνέχεια θεματικά. Κάθε παρουσίαση αποτελεί και ευκαιρία μνημόνευσης όλων εκείνων των οποίων οι προσπάθειες αποτέλεσαν, σε δύσκολους μάλιστα καιρούς, την βάση για την πολιτισμική και κοινωνική ανάπτυξη αυτού του τόπου. Πολιτισμική διότι οι πρώτες σύγχρονες καταγραφές της ιστορίας, της λαογραφίας, της οικονομίας, αποτελούν ακόμη και σήμερα τη βάση εκκίνησης κάθε νέας ερευνητικής προσπάθειας. Το Ημερολόγιο που σας παρουσιάζουμε σήμερα είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα.

Είναι φυσικά αδύνατο να μνημονευτούν όλοι οι συγγραφείς αυτού του Ημερολογίου. Ο αναγνώστης θα ανακαλύψει στις σελίδες του το εύρος των ενδιαφερόντων που καλύπτουν με την συγγραφή επιστημονικών άρθρων και φιλολογικών κειμένων.

Θα αναφερθώ πολύ συνοπτικά στους πρωτεργάτες της προσπάθειας. Στον Δημήτριο Βαρδουνιώτη. Καταξιωμένος νομικός, δημοσιογράφος, ποιητής, δοκιμιογράφος και κυρίως ιστορικός, εξέχουσα προσωπικότητα του Άργους. Γεννήθηκε στο Άργος και καταγόταν από πολύ φτωχή οικογένεια. Εντούτοις, σπούδασε νομικά στην Αθήνα και άσκησε μέχρι το θάνατό του δικηγορία στην ιδιαίτερή του πατρίδα. Του οφείλουμε εξαιρετικά κείμενα και καταγραφές για την κοινωνία της εποχής, με μερικά από αυτά όπως το εμφανιζόμενο στην οθόνη συμμετέχει στην έκδοση.

Δεσμίνης Δημοσθένης

Δεσμίνης Δημοσθένης

Ο Δημοσθένης Δεσμίνης αποφοίτησε από το Βαρβάκειο, σπούδασε νομικά στη Λειψία και εργάσθηκε πολλά χρόνια στην Τράπεζα της Ελλάδος και ήταν εκδότης και διευθυντής της εφ. «Δαναίς» και ευεργέτης του Άργους. Γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα. Με τη διαθήκη του η πλούσια βιβλιοθήκη του προσφερόταν στο «Δαναό». Δεν διαθέτουμε πολλά κείμενά του. Συμμετέχει στην έκδοση με το κείμενο που βλέπετε στο οποίο γίνεται λόγος για τη σημαντική προσπάθεια που καταβάλει για την ενίσχυση του Συλλόγου «Δαναός».

Ο Ιωάννης Κοφινιώτης (1851 – 1921) ήταν εκπαιδευτικός και πολιτικός. Διετέλεσε γυμνασιάρχης στα σχολεία Τριπόλεως, Πύργου, Ναυπλίου και Αθήνας καθώς και τμηματάρχης του υπουργείου εκκλησιαστικών. Ήταν διδάκτωρ της Φιλοσοφικής σχολής και αρκετά από τα βιβλία που έγραψε χρησιμοποιήθηκαν στη μέση εκπαίδευση. Σημαντικότερο έργο του η «Ιστορία του Άργους μετ’ εικόνων : Από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών» (Εκδόσεις «ο Παλαμήδης», 1892). Το 1910 εξελέγη βουλευτής της Α΄ αναθεωρητικής βουλής με την υποστήριξη των «ηνωμένων κομμάτων». Απέτυχε όμως να επανεκλεγεί στις επόμενες εκλογές. Παράλληλα με την πολιτική του δραστηριότητα αρθρογραφούσε σε διάφορα περιοδικά της εποχής. Επίσης διετέλεσε πρόεδρος του συλλόγου Αργείων εν Αθήναις «Ατρεύς». Έχει τις περισσότερες συμμετοχές στο Ημερολόγιο και ιδιαίτερα ο «Λόγος επί τη εορτή του Αγίου Πέτρου»

Μιχαήλ Λαμπρυνίδης

Μιχαήλ Λαμπρυνίδης

Ο Μιχαήλ Λαμπρυνίδης ήταν Λόγιος, συγγραφέας, πολιτικός και νομομαθής (διδάκτωρ της νομικής) από το Ναύπλιο. Διετέλεσε βουλευτής Ναυπλίας, σύμβουλος της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας και συγγραφέας ιστορικών μελετών. Ήταν ανεψιός της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου. Εργασίες του δημοσιεύτηκαν σε επιστημονικά περιοδικά της εποχής του και στην εφημερίδα «Αθήναι». Το πλούσιο έργο του επιβεβαιώνει την καλλιέργεια, την μεθοδικότητα και την ευρυμάθεια που τον χαρακτηρίζουν. Ιδιαίτερα το έργο του «Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς», Μια ιστορική μελέτη που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1898, περιμένει την επανέκδοσή του καθώς το χειρόγραφο φυλάσσεται σήμερα από τον Προοδευτικό Σύλλογο «Ο Παλαμήδης».

Από την άλλη όπως σημείωσα προηγουμένως είναι διακριτή και η κοινωνική διάσταση της προσπάθειας. Βρισκόμαστε σε μια περίοδο κατά την οποία η οργάνωση και λειτουργία Συλλόγων αποβλέπει και στην άνοδο του πνευματικού και βιοτικού επιπέδου των τοπικών κοινωνιών. Εγκαινιάζονται σχολές απόρων, επαγγελματικές σχολές, βιβλιοθήκες, τακτικές διαλέξεις. Όλα αυτά συμβάλουν στη συνεκτική λειτουργία των τοπικών κοινωνιών και δημιουργούν προϋποθέσεις εξέλιξης αλλά και μεταβολής των όρων διαβίωσης φυσικά προς το καλύτερο. Το σημαντικότερο παράδειγμα στο οποίο θα αναφερθώ είναι η ίδρυση του Συλλόγου Αργείων ο «Δαναός» με πρωτοβουλία μιας μεγάλης προσωπικότητας όπως ο Χρήστος Παπαοικονόμου. Θα αναφερθώ δε ιδιαίτερα στο κεφάλαιο «Κυριακή αργία», για να τεκμηριώσω τις προϋποθέσεις εξέλιξης και μεταβολής στις οποίες αναφέρθηκα.

«Ενθουσιώδης της φύσεως λάτρης είδον και απήλαυσα πολλάς και ποικίλας απόψεις και σκηνογραφίας· αλλ’ομολογώ, ότι η από της Ακροπόλεως του Άργους άποψις είναι κάτι ξεχωριστόν, μοναδικός εκπληκτικόν και γοητευτικώς γλυκύ και ονειρώδες· κάτι που δεν θα συναντήσω – είμαι βέβαιος – δυο φοράς, κάτι, που θα θυμούμαι πάντα, σαν όνειρο, που εγέμισε μ’ άνθινη ευωδία το στήθος και επότισε μ’άσβεστη γλύκα τη ζωή μου…»

(Πειραιεύς 1909)

Με τα λόγια αυτά τελειώνει την παρουσίαση του Άργους ο Νικολ. Σ. Γκινόπουλος ανοίγοντας ταυτόχρονα την δεύτερη ομάδα κειμένων στην οποία μπορούμε να κατατάξουμε εκείνα τη κοινωνικής τοπογραφίας και ανθρωπογεωγραφίας καθώς συνδυάζουν μια σειρά από στοιχεία κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης και λαογραφίας. Ο ίδιος στο κείμενό του, ανάμεσα στις άλλες περιγραφές, παρουσιάζει :

Γαληνιαία και ήρεμος, σαν ρυάκι σιγανό, περνά η ζωή της πόλεως· οι επιστήμονες, οι υπάλληλοι, οι έμποροι, οι καταστηματάρχαι και ολίγοι, – μα πολύ ολίγοι – αργόσχολοι, είνε ο μόνος πληθυσμός, που παρουσιάζεται τας καθημερινάς εις τα όμματα του ξένου. Οι δρόμοι είνε σχεδόν ήσυχοι και ερημικοί· εδώ κι εκεί κανένας διαβάτης τας διασχίζει κάποτε βιαστικός… Διότι οι Αργείοι είνε οι εργατικώτεροι άνθρωποι του κόσμου…

Η κίνησις και η ζωή ανανήφει απότομος και ορμητική εκεί κάτω μόνον κατά τας σαββατιαίας αγοράς, κατά τας οποίας το Άργος, η πόλις της γαλήνη και της ηρεμίας, μεταβάλλεται έξαφνα εις κυψέλην βομβούσαν… Επίσης κατά τας Κυριακάς και εορτάς…

Θα ήθελα να σημειώσω εδώ πως, μέσα στο πνεύμα της εποχής και τον διάχυτο ρομαντισμό, παρουσιάζονται τα στοιχεία αυτά εν είδη φιλολογικού κειμένου, χωρίς αυτό να μειώνει τη σημασία των στοιχείων που παραθέτει το κάθε κείμενο.

Για παράδειγμα στο κείμενο για το κάστρο της Λάρισσας, αγνώστου συγγραφέως, αφού δίνονται πολλά στοιχεία ιστορικού και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος,  διαβάζουμε επίσης:

Εκ της κορυφής της Λαρίσης βλέπει τις τους χλοερούς λειμώνας της ωραίας και ευφόρου πεδιάδος του Άργους, ους δια ποικιλοχρόων ανθέων και ευωδών κοσμεί το έαρ….Εντεύθεν ακούει τις τα εν τοις δένδροις  διαιτώμενα γένη των ορνίθων, την εύστομον αηδόνα, τον τετερίζοντα τέττιγα, την βομβούσαν μέλισσαν την άγγελον του έαρος.

Και με τον τρόπο αυτό συμπληρώνεται, με τον ιδιαίτερο κειμενογραφικό τρόπο της εποχής, μια εξαιρετική εικόνα της τοποθεσίας.

Στο ίδιο κείμενο διαβάζουμε: «Κατά δε τους πρόποδας της ακροπόλεως σώζεται υδραγωγείον Ρωμαϊκόν, δι’ού διωχετεύετο εις το Άργος το εν τω χωρίω Επάνω Μπέλεσι Ύδωρ της Τσιρίστρας». Σε άλλο κείμενο για το Άνω Μπέλεσι (κεφαλόβρυσο) που το υπογράφει ο ιερέας και δημοδιδάσκαλος του χωριού Δορής σημειώνεται : «Η κατά διαλείμματα εν τη προς Άργος καθόδω παρουσία εσκαμμένων και προσηρμοσμένων εν είδη αύλακος λίθων ογκωδών και αι εκ παραδόσεως επί το μυθικότερων πλασθείσαι διηγήσεις μαρτυρούσι την ύπαρξιν αρχαίου υδραγωγείου δι’ ού μετεφέρετοτο ύδωρ τούτο προς την ανωτέρω πόλιν».

Η ιστορική γεωγραφία που επιχειρεί το Αργολικό Ημερολόγιο ολοκληρώνεται με το κείμενο του Ιω. Σκουτερόπουλου για το Κουτσοπόδι το οποίο αναφέρω ως ενδεικτικό των πληροφοριών που καταγράφονται για τις τοπικές κοινωνίες. Εκτός λοιπόν από το πλήθος των πληροφοριών για την γεωγραφία, την οικονομία και άλλα, ο συγγραφέας του κειμένου σημειώνει :

Οι κατηγορούντες των Κουτσοποδιωτών ότι η μεγάλη περί των ιδιωτικών αυτών συμφερόντων φροντίς πάσαν ευγενή σκέψιν απορροφά ερχόμενοι εις Κουτσοπόδι, θα εύρωσιν έργα παντελώς προς την κατηγορίαν ασύμφωνα.» Και αφού παραθέτει την ανέγερση ναών ως απόδειξη για το ότι οι Κουτσοποδιώτες δεν είναι ατομικιστές συνεχίζει:

«… υπάρχει εν Κουτσοποδίω  πλήρες τριτάξιον σχολείον αρρένων και μονοτάξιον θηλέων… Είναι σχεδόν απίστευτον ότι εν Ελληνικώ συνοικισμώ 1500 ανθρώπων βλέπομεν εγγεγραμμένους  εις το σχολείον αρρένων, μαθητάς 184, σχεδόν πάντας φοιτώντας και εις το σχολείον θηλέων 90, επίσης φοιτώντας.

 

«Άριστα ενθυμούμαι ότε προ δεκαεννέα ετών διδασκόμενος εν Κουτσοποδίω, ένθα από Φιχτίων καθ’εκάστην επί τινα χρόνον μετέβαινον, μόνον ουχί την πρώτην ανάγνωσιν ήκουον την Αλβανικήν ου μόνον υπερισχύουσαν της Ελληνικής,αλλά και μόνην σχεδόν γλώσσαν εν ταις μεταξύ των εκ Κουτσοποδίου συμμαθητών μου συνομιλίαις. Ήδη ουδείς μεταχειρίζεται αυτήν, ουδ’ αυτοί οι εσχατόγηροι, οι εγγηράσαντες εν αυτή…. Εις την σχεδόν απίστευτην ταύτην εν Κουτσοποδίω περί την γλώσσαν μεταβολήν βεβαίως συνετέλεσαν, αλλ’ουδέν ίσως τόσον όσον το δημοτικόν σχολείον, οποίου σχεδόν ουδέποτε εστερήθη το Κουτσοπόδι».

Επιστρέφοντας στο Άργος για να ολοκληρώσω την εικόνα της πόλης, παρατίθενται τα εξαιρετικά κείμενα του Δ. Βαρδουνιώτη για το «εν Άργει Κεντρικόν Σχολείον της Ελλάδος», τον «εν Άργει ναό του Τιμίου Προδρόμου» Αντωνίου Δαρλάκου,  «Το εν Αργει Ιπποφορβείον του Σ. Χρονόπουλου και κυρίως το σημαντικό κείμενο του Γεωργ. Σιμιτζόπουλου για τις ανασκαφές του Vollgraff στο Άργος.

Μεταξύ όλων αυτών, θα παρουσιάσω συνοπτικά το γεγονός της ίδρυσης του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», που αποτελεί και ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα του τέλους του 19ου αιώνα για το Άργος και γενικότερα για την Αργολίδα. Το κείμενο υπογράφει ο πρωτεργάτης της ίδρυσης του Συλλόγου Χρ. Παποικονόμος, ο οποίος συλλαμβάνει την ιδέα «ιδρύσεως  Συλλόγου σκοπόν έχοντος την ηθικήν και πνευματικήν προαγωγήν του λαού και την περίθαλψιν δυστυχούντων».

Ο Δαναός θα αποτελέσει το κέντρο της περιοχής για μια σειρά από πολιτισμικές δράσεις και δράσεις παιδαγωγικού περιεχομένου καθώς εδώ θα λειτουργήσουν η πρώτη και μοναδική, έναν αιώνα μετά την ίδρυσή της, βιβλιοθήκη- αρχείο για την ιστορία της πόλης. Ταυτόχρονα θα δημιουργηθεί εδώ και θα λειτουργήσει η Λαϊκή σχολή που απευθύνεται στους κατοίκους της πόλης και η βραδινή σχολή για τα άπορα παιδιά, ενώ το κτίριο του Δαναού θα φιλοξενήσει δεκάδες άλλες κοινωφελείς δραστηριότητες μεταξύ των οποίων και την μετατροπή του σε νοσοκομείο κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1940.

Τα τέσσερα κείμενα για την ίδρυση Συλλόγων Αργείων αποτελούν μια πολύτιμη ολοκληρωμένη συνεισφορά στην έρευνα για τις σωματειακές ενώσεις και τους Συλλόγους σε ολόκληρη τη διάρκεια του 19ου και του 20ου αιώνα. Μας δίνουν τέλος ένα πλήθος πληροφοριών για την προσπάθεια των Αργείων να διατηρήσουν δεσμούς ανάμεσα στη γενέθλια πόλη και την ιστορία της από τη μια, και τις νέες πραγματικότητες που συναντούν στους τόπους μετανάστευσης και υποδοχής.

Τέλος, σημαντική πηγή πληροφοριών θα παραμείνει και η ομώνυμη εφημερίδα του συλλόγου.

Θα τελειώσω την παρουσίαση των βασικότερων περιεχομένων του Ημερολογίου χωρίς ιδιαίτερες αναφορές στις φιλολογικές συμμετοχές (διηγήματα και ποιήματα) τα οποία, όπως ήδη σημείωσα, ξεχειλίζουν από τον ρομαντισμό της εποχής και έχουν αρκετό ενδιαφέρον, για να υπογραμμίσω τα ιστορικά γεγονότα στα οποία αφιερώνονται εξαιρετικά κείμενα.

Το σημείωμα του Δημ. Βαρδουνιώτη που μας δίνει μια πρώτη εικόνα για το πώς ξεκίνησε η επανάσταση στο Άργος στις 23 Μαρτίου 1821 «εξ ενός απροόπτου συμβάντος» καθώς «πυροβολισμός δημοσία κατά τους καιρούς εκείνους ήτο ανήκουστον και σημαντικώτατον γεγονός. Δια τούτο εθορύβησεν πάντας εις άκρον…. Και δια τούτο οι Τούρκοι μετά των οικογενειών αυτών έσπευσαν ν’απέλθωσιν εις Ναύπλιον….».

Το δεύτερο από αυτά με τίτλο η «13η Ιανουαρίου 1833 εν Άργει», υπογράφεται από τον Μιχαήλ Λαμπρινίδη και αναφέρεται στα γεγονότα «της αιματηράς εν Άργει συρράξεως» μεταξύ των Γάλλων στρατιωτών και ατάκτων Ελλήνων στρατιωτών που κατέληξε σε σφαγή των πολιτών του Άργους. Είναι ένα από τα σημαντικότερα κείμενα που διαθέτουμε για τα γεγονότα αυτά.

Τέλος, ένα νεότερο χρονικά κείμενο στο οποίο θέλω να αναφερθώ γιατί θεωρώ πως έχει μεγάλη σημασία ιστορική και κοινωνική, αναφέρεται στις κινητοποιήσεις για τη θέσπιση της Κυριακής αργίας και η υπογραφή γίνεται με το «Εις Αργείος».

Θέλω να θυμίσω πως τρία χρόνια πριν, το 2012, σε μια επετειακή εκδήλωση για τον ιδρυτή του Δαναού Χρ. Παπαοικονόμου που έγινε στην αίθουσα αυτή είχα παρουσιάσει τα γεγονότα και συνοψίζω σήμερα ως προς τη σημασία της διεκδίκησης την εποχή εκείνη.

  • 1ον διότι στο αίτημα της Κυριακής αργίας συναντήθηκαν οι πολίτες από διαφορετικές πόλεις της Πελοποννήσου
  • 2ον συναντήθηκαν επίσης διαφορετικοί φορείς και ως προς τις κοινωνικές απόψεις και ως προς το αντικείμενο για το οποίο είχαν δημιουργηθεί:

Κατά την 8ην Αυγούστου 1889 εν τη πλατεία του Αγίου Πέτρου συνελθών ο Λαός του Άργους ήκουσεν επί δίωρον την αγόρευσιν του Αργείου Π. Τημελή…. οι υπογράψαντες ως εκπρόσωποι του Λαού ήσαν ο Πρόεδρος του «Δαναού» κ. Χρ. Παπαοικονόμου, ο της Φιλαρμονικής κ. Αγ. Φικιώτης, ο των Εμποροβιομηχάνων κ. Β. Σακελλαρόπουλος, ο των Κουρέων κ. Ι. Ηλιόπουλος, ο των Φανοποιών κ. Γ. Σαββόπουλος, ο των Υποδηματοποιών και Ραπτών κ. Γ. Ντάνος και ο των Σανδαλοποιών κ. Κ. Μπλακούτσος.

Πρόκειται για την αρχή μιας καθολικής διεκδίκησης στην οποία συμμετέχει και η εκκλησία  ενώ το Άργος έχει έναν ιδιαίτερο ρόλο στα γεγονότα που θα οδηγήσουν στην απόφαση της Βουλής των Ελλήνων στις 11 Νοεμβρίου 1909. Η Κυριακή Αργία είναι από την 1η Ιανουαρίου του 1910 νόμος του κράτους.

Ανάμεσα στους άλλους λόγους  που θα εκφωνηθούν για τη σημασία του γεγονότος αξίζει να μνημονεύσω ιδιαίτερα τον Αρχιερατικό Λόγο της πρώτης του Έτους στην Μητρόπολη Αθηνών από τον Χρήστο Παπαοικονόμου και ο οποίος αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κείμενα, άγνωστα δυστυχώς στο ευρύ κοινό αλλά και την έρευνα, για το κοινωνικό ζήτημα στη χώρα μας. Ίδια παραμελημένο παραμένει το κείμενο του Αργείου στο Αργολικό Ημερολόγιο, παρότι είναι ένα από τα πιο κατατοπιστικά για το θέμα αυτό.

Κυρίες και κύριοι

Η αναστατική έκδοση είναι μια από τις σημαντικότερες προσπάθειες που έγιναν τον τελευταίο καιρό για την διατήρηση των αρχειακών πηγών αυτής της πόλης. Είναι ένα πολύτιμο βοήθημα όχι μόνο για τους ειδικούς, αλλά για όλους τους πολίτες και αξίζουν συγχαρητήρια στους συντελεστές της έκδοσης.

Read Full Post »

Ερασίνος (Αρσίνος ή Χάρης;)


 

 «…στην Αργολική υπάρχουν οι γνωστοί ποταμοί

Ερασίνος και Ίναχος…»

Πομπώνιος Μέλας, II, i.

 

Οι Απολλόδωρος και Παυσανίας [1] αδικούν τον Ερασίνο. Κατ’ αρχήν, από τη γενική ξηρασία της Αργολίδας, εξαιρούν μόνο τη Λέρνα αγνοώντας τα πλούσια νερά του Ερασίνου. Ύστερα ο δεύτερος, τον υποβιβάζει σε παραπόταμο κάποιου ποταμού Φρίξου [2], ανύπαρκτου σήμερα.

 

Η Στυμφαλία και ο Ερασίνος 

 

«ούτος δε τας αρχάς

εκ Στυμφάλου της Αρκαδίας λαμβάνει

και της εκεί λίμνης

της καλουμένης Στυμφαλίδος»

Στράβων 8, 371.

 

Ο Ερασίνος αναβρύζει από τους πρόποδες του μικρού όρους Χάον, θεωρούμενος από τους αρχαίους ως εκροή του ποταμού Στύμφαλου και της Στυμφαλίας λίμνης, Ερασινής κατά τον Μελέτιο, εκδοχή λίγο αυθαίρετη που πρέπει να την αμφισβητήσουμε. Ο Ηρόδοτος λέει ότι ο Στύμφαλος πέφτει σε αθέατο χάσμα και επανεμφανίζεται στο Άργος ως Ερασίνος: Λέγεται ρέειν εκ της Στυμφαλίδος λίμνης. Την γαρ δη λίμνην ταύτην ες χάσμα αφανές εκδιδώσαν, αναφαίνεσθαι εν Άργει, το εντεύθεν δε το ύδωρ ήδη τούτο υπ’Αργείων Ερασίνον καλέεσθαι [3].

Ο Παυσανίας αναφέρει ποταμό Στύμφαλο [4], που σχηματίζει τη λίμνη και αφού πέσει σε καταβόθρα [5], συνεχίζει ως Ερασίνος, στην Αργολίδα. Ο Στράβων [6] ονομάζει και τον Στυμφάλιο ποταμό Ερασίνο ή Αρσίνο και λέει ότι βγαίνει κάτω από το βουνό στη χώρα των Αργείων, γεμίζοντας το πεδίο με νερό. Ο ίδιος εκτιμά την υπόγεια διαδρομή σε 200 στάδια [7]. Την ίδια απόσταση αναφέρει και ο Διόδωρος ο Σικελιώτης [8], αποδίδοντας τη λατρεία των Πελοποννησίων στον Ποσειδώνα στο γεγονός της ύπαρξης υπόγειων στρωμάτων νερού λόγω της υποχθόνιας ροής του Στύμφαλου και της Φενεατικής λίμνης. Ο Οβίδιος στις «Μεταμορφώσεις» του γράφει: Έτσι καταπίνεται ρέοντας σε αφανές βάραθρο και επανεμφανίζεται ο πελώριος Ερασίνος στην Αργολική Γη [9]. Αλλά και ο Πλίνιος[10] τον αναφέρει μαζί με άλλα ποτάμια ως παράδειγμα ποταμού, που ρέει υπόγεια και έρχεται πάλι στην επιφάνεια.

 

Αρχαίο Άργος. Στο χαρακτικό αυτό απεικονίζεται μια φανταστική εικόνα του αρχαίου Άργους. Ο σχεδιαστής Chaiko (1790), αγνώστων λοιπών στοιχείων, φαίνεται να έχει επισκεφτεί την Αργολίδα, όπως προκύπτει από την αρκετά, αλλά όχι εντελώς ακριβή αναπαράσταση της γενικότερης τοπογραφίας. Προφανώς, όταν αντίκρισε τα θλιβερά ερείπια της πόλης, προτίμησε να δημιουργήσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία στα «Κορινθιακά». Στην εικόνα καταγράφονται τρεις ποταμοί του Άργους. Ο παραπόταμος Αστερίων ( Νο24) ο οποίος ενώνεται με τον Ίναχο (Νο 20) αλλά και οι πηγές του Ερασίνου (19).

Αρχαίο Άργος. Στο χαρακτικό αυτό απεικονίζεται μια φανταστική εικόνα του αρχαίου Άργους. Ο σχεδιαστής Chaiko (1790), αγνώστων λοιπών στοιχείων, φαίνεται να έχει επισκεφτεί την Αργολίδα, όπως προκύπτει από την αρκετά, αλλά όχι εντελώς ακριβή αναπαράσταση της γενικότερης τοπογραφίας. Προφανώς, όταν αντίκρισε τα θλιβερά ερείπια της πόλης, προτίμησε να δημιουργήσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία στα «Κορινθιακά». Στην εικόνα καταγράφονται τρεις ποταμοί του Άργους. Ο παραπόταμος Αστερίων ( Νο24) ο οποίος ενώνεται με τον Ίναχο (Νο 20) αλλά και οι πηγές του Ερασίνου (19).

 

Χίλια εξακόσια χρόνια μετά (12 Μάη 1691), ο έγκυρος παρατηρητής και καταγραφέας Βενετός Προβλέπτης Μαρίνος Μικιέλ, που πήρε μέρος στον Τουρκοενετικό πόλεμο, σε αναφορά του προς τη Γαληνότατη Δημοκρατία, γράφει για τον Ερασίνο: Το Άργος αρδεύεται από ένα ποταμάκι που έρχεται κάτω από τη γη από την πεδιάδα του Καίσαρι.

Ο Λουδοβίκος Ρος βρήκε την παράδοση αυτή ζωντανή: Ο Ερασίνος πηγάζει από τη λίμνη Ζάρακος (Στυμφαλία). Ο Ηenri Belle (1874) βρίσκει πιθανή την εκδοχή και υιοθετεί την εκτίμηση της υποχθόνιας ροής σε 38 Κm. O σύγχρονός μας (+2007) Αμερικανός καθηγητής W. K. Pritcett σημειώνει: Αφού τα υπόγεια περάσματα των υδάτων είναι συχνά στην Ελλάδα, δεν είναι διόλου απίθανο ότι η πηγή του Κεφαλαρίου αντλεί το νερό της από τη Στυμφάλια λίμνη. Η σύνδεση μεταξύ τους υποστηρίζεται από σύγχρονους τοπογράφους και γεωλόγους. Ο Ληκ σημειώνει ότι οι Στυμφάλιοι κατέγραψαν την πίστη τους για ταυτότητα του ποταμού τους με τον Ερασίνο, λατρεύοντάς τους και τους δύο με τη μορφή βοδιών. Τέλος στη «Χάρτα» του Ρήγα Φεραίου, ο Ερασίνος απεικονίζεται να αρχίζει από τη Στυμφαλία, αλλά σχεδιάζεται να καταλήγει στον Αλφειό, πράγμα εντελώς αδιανόητο. Ίσως το λάθος αυτό να οφείλεται στο αναφερόμενο από τον Ψευδοπλούταρχο, πως ο Αλφειός ονομαζόταν προηγουμένως Στύμφηλος.

Η αρχαία και νεώτερη αυτή δοξασία δεν φαίνεται να έχει αντικειμενική υπόσταση. Ο Ερασίνος κατά περιόδους ξηραίνεται σχεδόν για ένα τρίμηνο χωρίς να παρατηρείται αντίστοιχη ξηρασία στη λίμνη ή έστω υπερχείλιση, αν θεωρήσουμε ότι η ανυδρία στο ποτάμι οφείλεται σε απόφραξη των καταβοθρών.

Πιθανό είναι η πηγή να εμπλουτίζεται από πολλούς τροφοδότες. Βέβαιο είναι κατ’ αρχήν ότι στο Κεφαλάρι εκρέουν τα νερά της καταβόθρας της Σκοτεινής, νότια της Στυμφαλίας, τα οποία όμως τροφοδοτούν παράλληλα τις πηγές του Ποντίνου και της Αμυμώνης. Οι κάτοικοι του οροπεδίου της αρχαίας αργολικής πόλης Aλέας θεωρούν πως τα λιμνάζοντα νερά τους καταλήγουν στο Κεφαλάρι μέσα από την καταβόθρα που βρίσκεται στους πρόποδες του Μαυροβουνίου. Εκεί σχηματίζεται τον χειμώνα λίμνη, μέγιστων διαστάσεων 3×2 χμ., που στραγγίζει αργά.

 

Κεφαλάρι

 

Σύμφωνα με τον Ελλάνικο [11], ο βασιλιάς Τριόπας ή ο βασιλιάς Φορωνέας μοίρασε την Αργεία στους τρεις γιους του. Από αυτούς, στον Πελασγό έλαχαν τα προς Ερασίνον μέρη. Έτσι, προσδιόριζε ο Λέσβιος συγγραφέας την περιφέρεια του Άργους, αφού ο Πελασγός φέρεται να έχτισε την ακρόπολη της πόλης, τη Λάρισα. Είναι γεγονός πως οι πηγές του ποταμού αυτού είχαν βαρύνοντα ρόλο στο αργολικό πεδίο.

Πάνω από αυτές υπάρχουν δυο σπηλιές, κατοικημένες τη νεολιθική εποχή, αφιερωμένες αργότερα στον Πάνα και στο Διόνυσο. Στο μέρος που βγαίνουν τα νερά θυσίαζαν για τους δύο θεούς και γινόταν και η γιορτή Τύρβη προς τιμήν του δευτέρου [12]. Τα σπήλαια, το βουνό, τα ήμερα δέντρα που αναφέρει ο Παυσανίας και προ παντός οι πλούσιες πηγές καθιέρωσαν το χώρο ως λατρευτικό. Σήμερα τη θέση των αρχαίων θεοτήτων των δασών και του κρασιού κατέχουν η Ζωοδόχος Πηγή Κεφαλαρίου ή Παναγία η Κεφαλαριώτισσα.

 

Οι πηγές του Ερασίνου και ο Ιερός Ναός της Ζωοδόχου Πηγής Κεφαλαρίου. (Δεκαετία, 1930)

Οι πηγές του Ερασίνου και ο Ιερός Ναός της Ζωοδόχου Πηγής Κεφαλαρίου. (Δεκαετία, 1930)

 

Η πηγή του Ερασίνου πρέπει να είναι η «Ισάκφισα με το πολύ νόστιμο και ζωοδόχο νερό, που χύνεται κατά τα μέρη του Άργους», πέντε ώρες βόρεια από το πέρασμα του χωριού Μοχόλι (Μουχλί), που καταγράφει ο Κωνσταντίνος Διοικητής, Έλληνας λόγιος των αρχών του 18ου αιώνα που κατ’ εντολήν του Ρωμιού ηγεμόνα της Βλαχίας παρακολούθησε την τουρκική εκστρατεία του 1715 για την ανακατάληψη της Πελοποννήσου (γαλλική μτφρ. Jiorga).

Η πηγή έδωσε το όνομά της στο χωριό Κεφαλάρι, 7Κm Ν.Δ. του Άργους. Ο Πουκεβίλ ισχυρίζεται ότι λέγεται Κεφαλόβρυσο και η παραλλαγή της ονομασίας του σε Κεφαλάρι οφείλεται στον Μελέτιο. Ο αββάς Φουρμόν μέτρησε εδώ είκοσι νερομάνες. Ο Morrit έγραψε σε μια από τις πολλές επιστολές του που στάλθηκαν από την Ελλάδα (1796): Aπευθείας από τα πόδια ενός λόφου, ένας ορμητικός ποταμός αναδύεται σε πολλά τμήματα. Έχοντας τρεις κοίτες, με τη φαρδύτερη να είναι πάνω από 8 γυάρδες, ισοδύναμου με τις άλλες βάθους και κυλώντας με τη μεγαλύτερη ορμή, αδειάζει τουλάχιστον τόσο νερό όσο και ο Tees[13].

Ο Ρος βρήκε να σχηματίζεται μικρή υδατόπτωση και το νερό να χωρίζεται σε κανάλια, να κινεί μύλους, ίσως τους ίδιους που είδε πριν εκατόν τριάντα χρόνια ο Μικιέλ [14], και να ποτίζει χωράφια. Ο Πρώσος αριστοκράτης, λόγιος και στρατιωτικός Hermann von Pückler-Muskau δίνει την ακόλουθη περιγραφή (1835): Μισή ώρα από το Άργος, διαβήκαμε τον Ερασίνο, ο οποίος μετά από αρκετή υπόγεια ροή, εδώ με πλούσια πληρότητα νερού και με αρκετούς βραχίονες κρυσταλλικής καθαρότητας γλιστρά πάνω από πράσινα φύκια, ενώ κοντά στο δρόμο κινεί διάφορους μύλους.

Το 1829 ιδρύθηκε εδώ το πρώτο εργοστάσιο χαρτοποιϊας στην Ελλάδα από τον ιερέα και γιατρό Διονύσιο Πύρρο το Θεσσαλό. «Εσυμφώνησα με τον Νικηταρά και εσύστησα χαρτοποιείον εις ένα μύλον του Ερασινού ποταμού», διηγείται ο ίδιος. Από το 1833 μέχρι την 4η Ιουνίου του 1868, οπότε η έκρηξη πυρίτιδας προκάλεσε μεγάλες καταστροφές, λειτουργούσαν με τα νερά του ανθρακείο, αναμιγνυτήριο, ζυμωτήριο, κοκκοτείο, στιλβωτήριο και ξηραντήριο. Ο Τραντ δίνει διεξοδικές πληροφορίες για τα νερά:

 

Η μάζα του νερού είναι πολύ υπολογίσιμη και τόσο ψηλότερα από την πεδιάδα, ώστε θα μπορούσε με ευκολία να χρησίμευε σε αρδευτικούς σκοπούς, αν και προς το παρόν απλώς χρησιμεύει στο να γυρνά μερικούς μύλους. Ένα υδραγωγείο συντηρείτο επισκευαζόμενο από Έλληνες, Ρωμαίους και Ενετούς και χρησίμευε στο να προμηθεύει την πόλη (το Άργος) με νερό από εδώ. Τώρα όμως το ρυάκι οδηγείται κάτω στην πεδιάδα, κοντά στον βάλτο της Λέρνας….

 

Σήμερα μέρος του νερού, ενισχυόμενο και με τα νερά του Ποντίνου, διοχετεύεται στην ύδρευση του Άργους. Παλιότερα περνούσε μέσα σε χτιστό αγωγό. Στους πρόποδες της Λυκώνης σώζονται ίχνη του κατασκευασμένου από τον Αδριανό υδραγωγείου, που μετέφερε νερά του Ερασίνου στο Άργος.

Η σπηλιά στο Κεφαλάρι, πάνω από τις πηγές του Ερασίνου.

Η σπηλιά στο Κεφαλάρι, πάνω από τις πηγές του Ερασίνου.

Στην ουσία ο Ερασίνος, είναι μαζί με την Αμυμώνη και τον Ποντίνο οι μόνοι ποταμοί της Α. Πελοποννήσου, με διαρκή ρου σ’ όλη την, μικρή έστω, διαδρομή τους, που φέρνουν τα νερά τους ακόμη και το καλοκαίρι στη θάλασσα. Το πιθανότερο είναι να τροφοδοτούνται από την ίδια ορεινή δεξαμενή, η οποία αδειάζει σε τρία σημεία. Ο Ερασίνος είναι ένα όμορφο ποταμάκι μήκους 5Κm με στενή κοίτη, γεμάτη νερό τον περισσότερο καιρό, με πλούσια βλάστηση στις όχθες, που περνώντας δίπλα και μέσα από καμάρες κάτω από τα σπίτια του χωριού και διανύοντας πεδινή διαδρομή, χύνεται πολύ κοντά στις εκβολές του Ινάχου, νοτιοδυτικά του αρχαίου και του σημερινού Τημένιου. To καλοκαίρι το νερό εκτρέπεται σε αυλάκια, ώστε η γόνιμη κοίτη να χρησιμοποιηθεί για καλλιέργεια.

Εδώ κατά την παράδοση αντιστάθηκαν οι Αχαιοί στην κάθοδο των Δωριέων, που είχαν αρχηγό τον Τήμενο, λίγο πριν το 1100 π.Χ. Επίσης, περιοδεύοντας ανά την Πελοπόννησο ο Όθωνας, έτυχε υποδοχής στον δρόμο Ναυπλίου – Μύλων στη γέφυρα του ποταμού. Γράφει ο υπασπιστής του Παλαμήδης: Μιαν ώραν εκ της Ναυπλίας κατά την προς την παραλίαν γέφυραν του ποταμού του Άργους Κεφαλάρι καλουμένου (το πάλαι Ερασινόν), παρευρέθησαν ο Έπαρχος Αργολίδος

Τον προηγούμενο αιώνα το τοπίο των πηγών ήταν άδενδρο, γι αυτό οι Βαβαροί και το 1844 ο αντιστράτηγος Κορωναίος πραγματοποίησαν εκτεταμένες δενδροφυτεύσεις. Σήμερα ευκάλυπτοι παρακολουθούν την πορεία του ποταμού. Τα τελευταία εκατό μέτρα του είναι αγκυροβόλιο για μικρές βάρκες, αφού η θάλασσα ανεβαίνει στην κοίτη του, καθιστώντας τον πλωτό. Η ήρεμη ροή του σε χώρα πεδινή, αφήνει έκθετο τον Ρωμαίο ποιητή που λέει: «…κι ο Ερασίνος που πλημμυρίζοντας σαρώνει τη σοδειά των Δρυόπων» [15].

Ένας άλλος Λατίνος, ο Σενέκας, είναι πιο τυχερός όταν βάζει τον χορό των Αργείων γυναικών να πει: «και συ που πίνεις του Ερασίνου τα δροσερά νερά …»[16], συμφωνώντας εδώ με τον Στάτιο που λέει: «κρύος τρέχει ο Ερασίνος στο βορρά»[17].

 

Η θεότητα του ποταμού

 

Πολλοί χάρτες τον αγνοούν επιπόλαια, λόγω του μικρού του μήκους, ενώ σημειώνουν πολλά ξεροπόταμα με μακρύτερη κοίτη. Στην αρχαιότητα όμως θεωρήθηκε κατοικία Θεών. Έτσι στις Ικέτιδες του Αισχύλου ο χορός λέει:[18]

Με ύμνους

τους μακαρίους ας δοξάσουμε

τρανούς θεούς τους πολιούχους

κι αυτούς που ολόγυρα

στο αρχαίο ρέμα

του Ερασίνου κατοικούνε[19]

 

Και ο ίδιος όμως ο Ερασίνος είχε θεοποιηθεί, αναφέρονται μάλιστα και τέσσερεις θυγατέρες του: η Βύζη, η Μελίτη, η Μαίρα και η Αγχιρρόη, [20] φίλες της Βριτομάρτιδος, η οποία ήλθε στο Άργος από την Φοινίκη, «παρά τας Ερασίνου θυγατέρας» [21].

Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο Κλεομένης ο Α΄ της Σπάρτης, βαδίζοντας περί το 500 π.Χ. κατά του Άργους, θυσίασε στις όχθες του και είδε σημάδια, που τον εμπόδισαν να διαβεί τον ποταμό. Τότε θαύμασε τον Ερασίνο, που αρνιόταν να προδώσει τους κατοίκους της χώρας του. Φοβήθηκε λοιπόν και προτίμησε να συνεχίσει διά θαλάσσης, παρά να τον διαβεί [22]. Ο «πατριωτισμός» του ποταμού εκδηλώθηκε και τον Ιούλιο του 1822 οπότε και ξεράθηκε, συνεργώντας στο να διψάσει ο στρατός του Δράμαλη. Το γεγονός αποδόθηκε αυτή τη φορά σε θαύμα της Παναγίας της Κεφαλαριώτισσας. Πάντως για κάθε ενδεχόμενο, στις πηγές του είχε στρατοπεδεύσει ένα ελληνικό απόσπασμα, το οποίο με αρχηγό τον Πλαπούτα πήρε μέρος στη μάχη της Άκοβας [23].

 

Τι σημαίνει Ερασίνος, ποιος είναι ο ποταμός Χάρης.

 

Στους νεότερους χρόνους λεγόταν και Βαλκαριά, ένα όνομα που έχει ξεχαστεί και παραπέμπει στη λίμνη Βουλκαριά της Αιτωλοακαρνανίας (στο Μυρτούντιον του Στράβωνα). Η προέλευση της αρχαίας ονομασίας του είναι πελασγική και σημαίνει πράσινος, δηλαδή ποταμός με πράσινες όχθες, κάτι που και σήμερα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Είναι όμως πολύ πιθανόν να προέρχεται από το εράσω-εράω (= αγαπώ) δηλαδή ο αξιαγάπητος, ο αγαπητός και από την έρση (=δρόσος) που η ρίζα τους είναι σανσκριτική ετυμολογούμενη από το rasa (=υγρότης) και rasha (=χυμός) και varsam (=βροχή). Κι άλλοι ποταμοί είχαν το ίδιο όνομα: ο Βουραϊκός, ο Βραυρώνιος, ο Ερετριακός και ίσως η σημερινή Ρασίνα, αριστερός παραπόταμος του Ευρώτα, που όμως το πιθανότερο είναι να πρόκειται για σλαβικό όνομα. Ο Στράβων [24] απαριθμεί τους τρεις πρώτους. Ακόμη, ένας γιος του Ηρακλή και της Θεσπιάδας Λυσίππης είχε το όνομα Ερασίνος ή Εράσιππος. Αναφέρονται και δύο στρατηγοί με το όνομα Ερασινίδης, ένας Αθηναίος και ένας Κορίνθιος. Ο Αυσόνιος [25], τέλος, αναφέρει κάποιον άγνωστο Ερασίνο, για τον οποίο δεν δίνει κάποιο στοιχείο.

Ο Πλούταρχος αναφέρει αργολικό ποταμό Χάρητα, στις όχθες του οποίου συγκρούστηκαν οι στρατοί του στρατηγού της Αχαϊκής συμπολιτείας Άρατου και του Αρίστιππου: «..και περί τον Χάρητα ποταμόν ισχυράς μάχης γενομένης προς Αρίστιππον» [26]. Η επωνυμία Χάρης δεν πρέπει να μας ξενίζει αφού τη συναντάμε και σε ποταμό της Διοσκουριάδος, αποικίας στον Εύξεινο [27].   Ποίος είναι όμως ο ποταμός αυτός, που το όνομά του δεν καταγράφεται πουθενά αλλού, στα πολλά αρχαία κείμενα που σώζονται για την Αργολίδα; Ο Αδαμάντιος Κοραής, σχολιάζοντας το Στράβωνα [28], παρατηρεί κατ’ αρχήν ότι ο Ερασίνος δεν μπορεί να είχε αλλάξει όνομα την εποχή του Πλούταρχου. Η επισήμανση αυτή είναι απόλυτα σωστή, αφού ο Βοιωτός συγγραφέας έζησε ανάμεσα στις εποχές του Στράβωνα και του Παυσανία, οι οποίοι αναγνωρίζουν τον ποταμό ως Ερασίνο. Συνεχίζοντας διαπιστώνει ότι Χάρης και Ερασίνος, δηλαδή χαριτωμένος και αξιαγάπητος, είναι έννοιες σχεδόν συνώνυμες, εννοώντας προφανώς ότι μπορούσαν να αποδοθούν στον ίδιο ποταμό. Η γνώμη αυτή του Κοραή ενισχύεται, αν λάβουμε υπόψη το γεγονός της ύπαρξης παραπόταμου του Ερασίνου με το προερχόμενο από τον Βοιωτικό Ορχομενό όνομα Φρίξος. Στην ίδια πόλη υπήρχαν και υπάρχουν οι εξ ίσου με το Κεφαλάρι πλούσιες πηγές των Χαρίτων, που σχηματίζουν τον ποταμό Μέλανα της Βοιωτίας. Άρα, είναι πολύ πιθανόν οι Ορχομένιοι αποικιστές της Αργολίδας, που έδωσαν το δικό τους όνομα Φρίξος στον παραπόταμο, να έδωσαν είτε παράλληλα με το ήδη υφιστάμενο όνομα Ερασίνος, είτε αποκλειστικά αν το Ερασίνος είναι μεταγενέστερο, στο Κεφαλάρι και στον ποταμό του το σχετιζόμενο με τις Χάριτες όνομα Χάρης.

Ο Κοραής, ο οποίος σημειωτέον ζώντας στο Παρίσι δεν είχε άμεση επαφή με τα πράγματα, καταλήγει παρατηρώντας ότι σύμφωνα με τον πρόσφατο χάρτη του Μοριά, ο ποταμός διατήρησε το αρχαίο όνομά του, αλλά ο Μελέτιος τον αποκάλεσε Κεφαλάρι. Σ’ αυτό όμως δεν έχει δίκιο, αφού η διάσωση ενός αρχαίου ονόματος από έναν λόγιο χαρτογράφο, δεν σημαίνει αυτόματα ότι αυτό είναι και σε λαϊκή χρήση.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] 2, 1, 4 & 2, 15, 5 αντίστοιχα.

[2] 2, 36, 6.

[3] VI, 76

[4]  2, 24, 6.

[5] Oι καταβόθρες είναι καρστικοί σχηματισμοί, που οφείλονται στην ασβεστολιθικότητα του εδάφους. Πολλοί ποταμοί της Κεντρικής κυρίως Πελοποννήσου βρίσκουν διέξοδο μέσω των υπόγειων αυτών διαδρομών, εμφανιζόμενοι αλλού υπό μορφή πηγών, συνήθως με νέο όνομα. Σπουδαιότερες από αυτές στην Πελοπόννησο είναι του Σαρανταπόταμου, του Στύμφαλου, του Όφη, του Όλβιου, της λίμνης Τάκκας (π. Ευρώτας), του Αλφειού κ.ά.

[6] 8, 371, 8, 389 και 6, 275.

[7] Ένα στάδιο αντιστοιχεί σε 180 μέτρα.

[8] 15, 49, 5-6.

[9] Β15, σ.275-276

[10] II, 225.

[11] Hellanici Fragmenta VII, «Αργολικά». Έτσι προκύπτει από τα Σχόλια στον Όμηρο, II, γ, 75 και από τον Ευστάθιο. Ο πολυγραφότατος ιστοριογράφος έζησε το δεύτερο μισό του 5ου π.Χ. αιώνα και στην καταγραφική του εργασία της οποίας σώθηκαν αποσπάσματα, γεφυρώνει την προϊστορία με την ιστορία.

[12] Παυσανίας 2, 24, 6.

[13] Ποταμός της γενέτειράς του, κοντά στο Durham.

[14] Μύλους αναφέρουν και οι: Πουκεβίλ, Μηλιαράκης κ.ά.

[15] Στάτιου «Θηβαΐς», IV, 122. Οι Δρύοπες πάντως κατοικούσαν ανατολικότερα, απέναντι από τις εκβολές του Ερασίνου, στην άλλη μεριά του Αργολικού κόλπου, κοντά στις όχθες του π. Μπεντένι.

[16] «Αγαμέμνων», 318.

[17] «Θηβαΐς», (I, V), 357

[18] στ.1006

[19] Mετάφραση Τάσου Ρούσσου.

[20] Όνομα νυμφών των υδάτων. Αναφέρεται και κόρη του Νείλου. Ο Παυσανίας (8,31, 4) είδε άγαλμα ομώνυμης Αρκαδικής νύμφης, στο ιερό των μεγάλων θεών στην Αγορά της Μεγαλόπολης, να κρατάει υδρία από την οποία κυλούσε κάτω νερό.

[21] Τα ονόματα καταγράφει ο Έλληνας γραμματικός Αντωνίνος Λιβεράλης (150 π.Χ.) στο 32 της «Μεταμορφώσεων Συναγωγής». Βλ. Westermann.

[22] vi 76. Τα λεγόμενα «Διαβατήρια», θυσίες, προκειμένου να εξακριβωθούν οι διαθέσεις των θεών. Στην αντίληψη των αρχαίων, η συμμετοχή του ποταμού ήταν κάτι φυσικό, αφού ο Όμηρος περιγράφει (Ιλ. Φ΄), πως ο ποταμός Σκάμανδρος υπερασπίστηκε την Τροία. Με αφορμή το περιστατικό ο καθηγητής Κ. Ρωμαίος («Ο Ερασίνος…»), οδηγήθηκε στο συμπέρασμα πως οι Σπαρτιάτες που εδώ θυσίασαν πολύτιμο χρόνο, ήταν ειλικρινείς στις θρησκευτικές τους προλήψεις, οπότε και η καθυστέρησή τους λίγα χρόνια μετά να βοηθήσουν στον Μαραθώνα, δεν ήταν προσχηματική.

[23] Τη μάχη περιγράφει ο Σπηλιάδης.

[24] 8, 371.

[25] Βιβλ. IX, «De Bissula», II, 5.

[26] Άρατος, 28.

[27] Στράβων, XI499;

[28] 8, 371.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Read Full Post »

Το Αργειακό εργαστήριο κεραμικής, κατά την Πρωτογεωμετρική και Γεωμετρική περίοδο – Δημήτριος Αθ. Κούσουλας, Αρχαιολόγος


 

 

Α Εισαγωγή: Η παρούσα μελέτη αποσκοπεί σε μία συνοπτική θεώρηση των κυρίων χαρακτηριστικών του Πρωτογεωμετρικού (ΠΓ) και γεωμετρικού αργειακού εργαστηρίου [1] κεραμικής. Η διαμόρφωση ενός ιδιάζοντος κεραμικού ρυθμού στο Άργος και τις όμορες περιοχές, κατ’ αυτήν την περίοδο, βασίζεται στην μειξογενή απόδοση εγχωρίων και εισηγμένων στοιχείων. H αργειακή ΠΓ και Γεωμετρική παράδοση, τόσο στην αγγειοπλαστική όσο και στην αγγειογραφία, έχει τις ρίζες της στην αντίστοιχη της Μυκηναϊκής (ΥΕ) και Υπομυκηναϊκής περιόδου.

 

Α.1 Μυκηναϊκός πολιτισμός: Ο πρώτος, βεβαιωμένα ελληνικός πολιτισμός θεωρείται ότι είναι ο Μυκηναϊκός, ο οποίος εμφανίζεται μετά το τέλος της ΜΕ περιόδου (γύρω στο 1650 π. Χ) [2]. Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός οφείλει την ονομασία του στο σημαντικότερο κέντρο της περιόδου, τις Μυκήνες στην Αργολίδα. Εκτείνεται χρονολογικά κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, δηλ. μεταξύ 1650 και 1120 π. Χ. Η περίοδος αυτή καλείται Υστεροελλαδική (ΥΕ), στην ηπειρωτική Ελλάδα. Γι’αυτόν τον λόγο, ο όρος «μυκηναϊκή περίοδος» χρησιμοποιείται συχνά έναντι του ορθοτέρου ΥΕ.

 

Κατ’ αντιστοιχία με τον Μινωικό πολιτισμό [3], ο Μυκηναϊκός εξαπλώθηκε συνεπεία του κεντρικού συστήματος διακυβερνήσεως, καθώς ο διοικητικός και οικονομικός έλεγχος ασκείται από το ανάκτορο, την έδρα του τοπικού ηγεμόνα (ἄνακτος) [4]. Οι ανασκαφικές έρευνες κατέδειξαν ότι τα σπουδαιότερα ΥΕ ανακτορικά κέντρα βρίσκονταν στις Μυκήνες, την Πύλο (εικ. 1), την Τίρυνθα, την Ασίνη και τον Ορχομενό (εικ. 2), ενώ σημαντικές εγκαταστάσεις των ΥΕ χρόνων έχουν βρεθεί σε ολόκληρο τον αιγαιακό χώρο (εικ. 3). Την ύπαρξη διοικητικής οργάνωσης στα μυκηναϊκά ανάκτορα επιβεβαιώνουν τα αρχεία πινακίδων Γραμμικής Β΄, που αφορούν κυρίως οικονομικούς καταλόγους και καταγραφή εμπορευμάτων [5]. Τα εκτενέστερα αρχεία βρέθηκαν στην Κνωσσό και την Πύλο.

 

Εικ.1: Ζωγραφική αναπαράσταση της αίθουσας του θρόνου, στο ανάκτορο της Πύλου (κατά: Kruse 1999, 69 εικ. 5).

Εικ.1: Ζωγραφική αναπαράσταση της αίθουσας του θρόνου, στο ανάκτορο της Πύλου (κατά: Kruse 1999, 69 εικ. 5).

 

Εικ. 2: Χάρτης με τις μυκηναϊκές θέσεις στην ΒΑ. Πελοπόννησο (κατά: Eder 1998, 26 εικ. 3).

Εικ. 2: Χάρτης με τις μυκηναϊκές θέσεις στην ΒΑ. Πελοπόννησο
(κατά: Eder 1998, 26 εικ. 3).

 

Εικ. 3: Χάρτης με τις κύριες ΥΕ θέσεις στον Αιγαιακό χώρο (κατά: Badisches Landesmuseum Karlsruhe  2008, 59).

Εικ. 3: Χάρτης με τις κύριες ΥΕ θέσεις στον Αιγαιακό χώρο (κατά: Badisches Landesmuseum Karlsruhe 2008, 59).

 

Χρυσή Προσωπίδα "του Αγαμέμνονα"

Χρυσή Προσωπίδα «του Αγαμέμνονα»

Ιστορικά, η εξάπλωση των Μυκηναίων [6] οφείλεται στην παρακμή του γειτνιάζοντος μινωϊκού κράτους, προς τα τέλη της Νεοανακτορικής περιόδου (1700-1400 π. Χ.) και στην υπηρεσία των στην μακρινή Αίγυπτο ως μισθοφόρων [7]. Γύρω στο 1400 π.Χ., η περίφημη μινωϊκή θαλασσοκρατία καταρρέει, καθώς τα μινωϊκά ανάκτορα καταστρέφονται λόγω της εκρήξεως του ηφαιστείου της Θήρας (Σαντορίνη) [8]. Οι Μυκηναίοι άδραξαν την ευκαιρία και εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη, αναπτύσσοντας επαφές με την Αίγυπτο. Από την Αίγυπτο, εισήγαγαν πιθανώς τον χρυσό που βρέθηκε στον Ταφικό Κύκλο Α΄ των Μυκηνών (εικ. 4), ενώ εξήγαγαν, ως μεταπρατικό αγαθό, τάλαντα χαλκού (26.2 χγμ.), την αρχαιότερη, γνωστή σταθερή μονάδα οικονομικών συναλλαγών, στον Αιγαιακό χώρο (εικ. 5). Η εκμετάλλευση των μεταλλοφόρων κοιτασμάτων χαλκού συνέβαλε στην κατασκευή κραταιών μεταλλίνων όπλων, χάρη στα οποία οι Μυκηναίοι εξαπλώθηκαν στον Μεσογειακό χώρο.

 

Εικ. 5: Παράσταση του Αμένοφι Β΄, από τον ναό του Karnak στην Αίγυπτο. Εικονίζεται ο Αιγύπτιος Φαραώ να βάλλει με τόξο εναντίον ταλάντου Μυκηναϊκού τύπου ΙΙ. Χρονολόγηση: 1427-1401 π. Χ.  (κατά: Pulak - Slotta - Yalcin 2005, 135 εικ. 3).

Εικ. 5: Παράσταση του Αμένοφι Β΄, από τον ναό του Karnak στην Αίγυπτο. Εικονίζεται ο Αιγύπτιος Φαραώ να βάλλει με τόξο εναντίον ταλάντου Μυκηναϊκού τύπου ΙΙ. Χρονολόγηση: 1427-1401 π. Χ. (κατά: Pulak – Slotta – Yalcin 2005, 135 εικ. 3).

 

Ο θαυμασμός που προκαλεί η Μυκηναϊκή περίοδος στους συγχρόνους μελετητές έγκειται όχι μόνο στην αυστηρά δομημένη διοικητική διάρθρωση όσο και στα καλλιτεχνικά επιτεύγματα του. Η επιβλητική αρχιτεκτονική συνυπάρχει χρονολογικά με τοιχογραφίες και κεραμική εξόχου τέχνης. Στην αγγειογραφία της ΥΕ ΙΙΙ περιόδου, κυριαρχεί ο λεγόμενος εικονιστικός ρυθμός (Pictorial Style), ο οποίος χαρακτηρίζεται από την φυσιοκρατική απεικόνιση ανθρωπίνων κυρίως και ζωϊκών μορφών [9]. Χαρακτηριστικό δείγμα του ΥΕ εικονιστικού ρυθμού είναι ο λεγόμενος «Κρατήρας των Πολεμιστών» (εικ. 6), που απόκειται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών (αρ. ευρ. Π 1426). Στην κοιλιά του αγγείου, αποδίδεται εφόρμηση οπλιτών προς τα δεξιά. Μία αντίστοιχη στρατιωτική εφόρμηση περιγράφει ο Όμηρος, στην ραψωδία Δ της Ιλιάδας [10]:

 

«ὣς τότ’ ἐπασσύτεραι Δαναῶν κίνυντο φάλαγγες
νωλεμέως πόλεμον δέ· κέλευε δὲ οἷσιν ἕκαστος
ἡγεμόνων· οἳ δ’ ἄλλοι ἀκὴν ἴσαν, οὐδέ κε φαίης
τόσσον λαὸν ἕπεσθαι ἔχοντ’ ἐν στήθεσιν αὐδήν,      
σιγῇ δειδιότες σημάντορας· ἀμφὶ δὲ πᾶσι
τεύχεα ποικίλ’ ἔλαμπε, τὰ εἱμένοι ἐστιχόωντο.…»

Μτφρ. (Νικ. Καζαντζάκη – Ι. Θ. Κακριδή):

«Όμοια κι οι φάλαγγες οι αργίτικες απανωτές τραβούσαν

δίχως σωμό στη μάχη· στο ασκέρι το δικό του

κάθε ρηγάρχης· οι άλλοι αμίλητοι τραβούσαν (τόσα πλήθη

πως ακλουθούν ποτέ δε θα’λεγες κι έχουν φωνή στο στήθος)

βουβοί, από φόβο στους ρηγάρχες τους μπροστά· κι ολόγυρα τους

οι πλουμιστές αρμάτες έλαμπαν, που ως όδευαν φορούσαν….»

 

Εικ. 6: Ο λεγόμενος Κρατήρας των Πολεμιστών, από τις Μυκήνες. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Αρ. ευρ. Π 1426. Τέλη ΥΕ ΙΙΙΒ (γύρω στο 1200 π. Χ.). (κατά: Marinatos - Hirmer 1959 πίν. 233).

Εικ. 6: Ο λεγόμενος Κρατήρας των Πολεμιστών, από τις Μυκήνες. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Αρ. ευρ. Π 1426. Τέλη ΥΕ ΙΙΙΒ (γύρω στο 1200 π. Χ.). (κατά: Marinatos – Hirmer 1959 πίν. 233).

 

A.2 Υπομυκηναϊκή περίοδος: Η πτώση του Μυκηναϊκού ανακτορικού συστήματος, κατά την ΥΕΙΙΙΓ ύστερη φάση (1150-1120 π. Χ.), συνοδεύτηκε από παρακμή των καλών τεχνών. Ο αγγειογραφικός ρυθμός της ΥΕΙΙΙΓ, γνωστός ως «Ρυθμός του Σιτοβολώνος [11]», διακόπτεται απότομα και αντικαθίσταται από την ταπεινή καλλιτεχνικά, υπομυκηναϊκή κεραμική. Κύρια χαρακτηριστικά της είναι τα μη ισόρροπα σχήματα, η λιτότητα και προχειρότητα της διακόσμησης και η κακής ποιότητας βαφή, ενώ τα επιμέρους τμήματα του αγγείου δεν διαρθρώνονται τεκτονικά (εικ. 7). Tα σχήματα αγγείων που επικρατούν, κατά την υπομυκηναίκή περίοδο, είναι ο ψευδόστομος αμφορίσκος, ο αμφορέας (επιλαίμιος και επιγάστριος), η λήκυθος, ο σκύφος, ο κρατήρας, η οινοχόη και η οινοχόη με τριφυλλόσχημο στόμιο (εικ. 8).

 

Εικ. 7: Επιγάστριος αμφορέας υπομυκηναϊκών χρόνων, από τον Κεραμεικό. (κατά: Mountjoy 1994, 204 εικ. 259).

Εικ. 7: Επιγάστριος αμφορέας υπομυκηναϊκών χρόνων, από τον Κεραμεικό. (κατά: Mountjoy 1994, 204 εικ. 259).

 

Εικ. 8: Σχηματολόγιο αγγείων, κατά την ΥΕΙΙΙΓ και την υπομυκηναϊκή περίοδο (κατά: Badisches Landesmuseum Karlsruhe 2008, 212).

Εικ. 8: Σχηματολόγιο αγγείων, κατά την ΥΕΙΙΙΓ και την υπομυκηναϊκή περίοδο
(κατά: Badisches Landesmuseum Karlsruhe 2008, 212).

 

H ύπαρξη ενός ενιαίου υπομυκηναϊκού ρυθμού, στην παράδοση του αντιστοίχου της ΥΕ ΙΙΙΓ, αμφισβητείται, καθώς τα στρωματογραφημένα σύνολα διαφοροποιούνται ανά θέση. Στον Κεραμεικό, η κεραμική ακολουθία των υπομυκηναϊκών χρόνων επιβεβαιώνεται μέσα από τα ευρήματα των τάφων. Σημαντικά κέντρα παραγωγής υπομυκηναϊκών αγγείων εντοπίζονται στον Κεραμεικό, την Εύβοια και την Αργολίδα. Στο Άργος, ο εγχώριος υπομυκηναϊκός ρυθμός επιβεβαιώνεται μέσω μιας σειράς κτερισμάτων σε κιβωτιόσχημους τάφους, καθώς και σε ορισμένα ευρήματα από στρωματογραφημένα σύνολα. Την σύντομη χρονικά υπομυκηναϊκή περίοδο διαδέχονται οι Πρωτογεωμετρικοί χρόνοι, με μία ακμάζουσα κεραμική παράδοση που αναγνωρίζεται σε διάφορες θέσεις.

 

Β. Γεωμετρικοί Χρόνοι: Ο όρος «γεωμετρικός» χαρακτηρίζει την τέχνη των πρώιμων ιστορικών χρόνων, που ακολουθούν την κατάρρευση του μυκηναϊκού ανακτορικού συστήματος. Καθιερώθηκε από τον Γερμανό αρχαιολόγο Alexander Conze το 1870, λόγω της χρήσης γεωμετρικών μοτίβων στην διακόσμηση των αγγείων της περιόδου. Το κύριο χαρακτηριστικό των γεωμετρικών αγγείων, εκτός από την διακόσμηση με γεωμετρικά κοσμήματα, είναι η χρήση ταχύστροφου τροχού, το συμμετρικό σχήμα και η τεκτονική δομή των τμημάτων του αγγείου (βάση, πόδι, κοιλιά, ώμοι, σώμα, χείλος). Αυτό το χαρακτηριστικό γίνεται ιδιαιτέρως αντιληπτό, εάν συγκριθεί ένα γεωμετρικό αγγείο με ένα υπομυκηναϊκό (1150-1050/1020 π. Χ.), του ιδίου σχήματος (εικ. 9).

 

Εικ. 9: Πρώιμος ΠΓ αμφορέας από την Τίρυνθα, Τάφος 1974/3 (Κατά: Lemos 2002 εικ. 20.1).

Εικ. 9: Πρώιμος ΠΓ αμφορέας από την Τίρυνθα, Τάφος 1974/3 (Κατά: Lemos 2002 εικ. 20.1).

 

Οι Γεωμετρικοί χρόνοι έχουν χαρακτηριστεί ως «Σκοτεινοί Αιώνες» (Dark Ages), από τους Vincent R. d’ A. Desborough και Αnthony Snodgrass. Εν τούτοις, ο πλούτος των ευρημάτων της περιόδου, σε συνδυασμό με την ακμή του εξαγωγικού εμπορίου και προπάντων την σύνθεση των εναργεστέρων έργων της επικής ποιήσεως, της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, προς το τέλος της περιόδου, αποδεικνύουν την αστοχία του χαρακτηρισμού. Παρόλο που ο όρος «Γεωμετρικός» χρησιμοποιείται γενικευμένως για την ελληνική τέχνη μεταξύ 1050/1020 και 700/680 π.Χ., η περίοδος υποδιαιρείται σε ορισμένες εξελικτικές φάσεις (πίν. Ι), οι οποίες έχουν ιδιαίτερα γνωρίσματα. Τα ιδιαίτερα γνωρίσματα κάθε φάσεως αναλύω κατωτέρω. Οφείλω να επισημάνω ότι τα ως ανωτέρω χρονολογικά πλαίσια αφορούν το αττικό εργαστήριο, που είναι το καλλίτερα μελετημένο.

 

Β.1 Το αργειακό εργαστήριο κεραμικής των πρωίμων ιστορικών χρόνων: Ο αργειακός ΠΓ και Γεωμετρικός ρυθμός αναγνωρίζεται σε ευρήματα τόσο από την πόλη του Άργους, όσο και από τις όμορες θέσεις της Ασίνης, Τίρυνθας και Μυκηνών. Ωστόσο, θεωρείται πως το κέντρο της καλλιτεχνικής έμπνευσης του βρισκόταν στο Άργος. Πρέπει να επισημανθεί ότι οι επαφές με την Αττική έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην διαμόρφωση του ΠΓ ρυθμού στο Άργος, όπως γίνεται αντιληπτό μέσα από την σύγκριση ευρημάτων.

Paul Courbin

Paul Courbin

Η ακμάζουσα καλλιτεχνική παράδοση του αργειακού ΠΓ και Γεωμετρικού ρυθμού κεραμικής επιβεβαιώνεται από τα ευρήματα των πρώιμων ιστορικών χρόνων, τα οποία ήλθαν στο φως μέσω των ανασκαφικών ερευνών. Η χρονολόγηση τους βασίζεται αφ’ ενός στον τεχνοτροπικό συσχετισμό με τα αντίστοιχα δεδομένα από την Αθήνα, αφ’ ετέρου στα λιγοστά συνευρήματα αιγυπτιακής προελεύσεως, τα οποία δύνανται να χρονολογηθούν με ασφάλεια. Ο Paul Courbin (εικ. 10) αναφέρει τρείς σκαραβαίους σε γεωμετρικά στρώματα [12] – δύο από το Ηραίο και έναν από την Λάρισσα [13]– καθώς και ένα αγαλμάτιο του θεού Βήσα (ευρεθέν το 1954), για το οποίο, δυστυχώς, οι υπάρχουσες χρονολογικές ενδείξεις είναι ανεπαρκείς. Επομένως, πολύτιμος είναι ο τεχνοτροπικός συσχετισμός της αργειακής γεωμετρικής κεραμικής με καλλίτερα μελετημένα εργαστήρια, όπως το Αττικό, το Ευβοϊκό και το Κορινθιακό. Με βάση την εξελικτική πορεία του αργειακού ΠΓ και Γεωμετρικού ρυθμού, σχηματίζεται η ακολουθία των φάσεων (πίν.2), κατ’ αντιστοιχία με καλλίτερα μελετημένα εργαστήρια:

 

ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΕΣ ΦΑΣΕΙΣ ΠΡΩΤΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗΣ ΚΕΡΑΜΙΚΗΣ
ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ         ΑΡΓΕΙΑΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ
ΠΕΡΙΟΔΟΙ-ΦΑΣΕΙΣ     ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗ     ΠΕΡΙΟΔΟΙ-ΦΑΣΕΙΣ  
ΠΡΩΤΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: 1050/1020-900 π. Χ.      
Πρώιμη ΠΓ φάση:           Πρώιμη ΠΓ φάση  
Ώριμη ΠΓ φάση:           Ώριμη ΠΓ φάση  
Ύστερη ΠΓ φάση:           Ύστερη ΠΓ φάση  
ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ:   900-700/680 π. Χ.      
Πρώιμη Γεωμετρική φάση:   900-850 π. Χ. Πρώιμη Γεωμετρική φάση
Μέση Γεωμετρική (ΜΓ) φάση Ι:   850-800 π. Χ. Μέση Γεωμετρική (ΜΓ) Ι φάση
Μέση Γεωμετρική (ΜΓ) φάση ΙΙ:   800-760 π. Χ. Μέση Γεωμετρική (ΜΓ) ΙΙ φάση
Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση Ια:   760-750 π. Χ. Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση Ια
Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση Ιβ:   750-735 π. Χ. Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση Ιβ
Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση ΙΙα:   735-720 π. Χ. Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση Ιια
Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση ΙΙβ:   720-700/680 π. Χ. Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση ΙΙβ

 

 

 

Κύριο χαρακτηριστικό της γεωμετρικής αγγειογραφίας είναι η χρήση κανόνα και διαβήτη με πολλαπλό πινέλο (εικ.11) στην διακόσμηση των αγγείων, εν αντιθέσει με την ελεύθερη απόδοση των γεωμετρικών κοσμημάτων της υπομυκηναϊκής περιόδου.

 

Εικ. 11: Χρήση διαβήτη με πολλαπλό πινέλο, στην διακόσμηση Γεωμετρικού αγγείου (Σχέδιο: Δημ. Αθ. Κούσουλας, 2014).

Εικ. 11: Χρήση διαβήτη με πολλαπλό πινέλο, στην διακόσμηση Γεωμετρικού αγγείου (Σχέδιο: Δημ. Αθ. Κούσουλας, 2014).

 

Προτού εξεταστούν χαρακτηριστικά ευρήματα από τις ανασκαφικές έρευνες στην Αργολίδα, κρίνεται σκόπιμο να παρουσιαστεί η ιστορία της έρευνας, με επισήμανση στις κυριότερες δημοσιεύσεις που αφορούν τον αργειακό ΠΓ και Γεωμετρικό ρυθμό.

 

Β.2 Ιστορία έρευνας: Οι αρχαιολογικές έρευνες στην Αργολίδα κατέδειξαν την ισχυρή παρουσία του γεωμετρικού ρυθμού, στα εργαστήρια της περιοχής. Τα ευρήματα προέρχονται από τις ανασκαφές της οικείας Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και των ξένων αρχαιολογικών αποστολών – Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, Σουηδικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο. Οι σχετικές μελέτες δημοσιεύτηκαν στις επιστημονικές επετηρίδες των φορέων. Το 1953, η Anne Roes δημοσίευσε το άρθρο Fragments de poterie géométrique trouvés sur les citadelles d’Argos, στο ΒCH [14]. Ο Γάλλος καθηγητής Αρχαιολογίας Paul Courbin, στον οποίο οφείλεται η πρώτη επέκταση του Αρχαιολογικού Μουσείου Άργους, κατά την δεκαετία του 1950, ανέλαβε την εποπτεία των γαλλικών ανασκαφών στην πόλη και ενδιαφέρθηκε ιδιαιτέρως για τα realia της γεωμετρικής περιόδου. To 1957, μελέτησε έναν γεωμετρικό τάφο του Άργους, στο εκτενές άρθρο του Une Tombe géométrique dArgos [15]. Το 1966, εξέδωσε την δίτομη μελέτη του, La Céramique géométrique de lArgolide. Στο έργο αυτό, παρουσίασε μία συνολική θεώρηση του αργειακού εργαστηρίου, κατά τους ΠΓ και Γεωμετρικούς Χρόνους, με βάση τα ευρήματα κυρίως των Γαλλικών Ανασκαφών. Το αργειακό εργαστήριο εξετάζει συνοπτικά και ο καθηγητής Αρχαιολογίας (University College London) Nicolas Coldstream στην μονογραφία του, Greek Geometric Pottery. A Survey on Ten Local Styles and their Chronology (1968). 6 χρόνια αργότερα, ο Courbin παρουσίασε τα ευρήματα της γεωμετρικής περιόδου από τους τάφους του Άργους, στο Tombes géométriques d’Argos I (1952-1958). Η μελέτη δημοσιεύθηκε στην σειρά Études Peloponnesiennes, στον τόμο 7.

 

Το 1987, η Άλκηστη Παπαδημητρίου υποστήριξε την διδακτορική της διατριβή, στο Πανεπιστήμιο του Freiburg, με θέμα Die früheisenzeitliche bemalte Keramik aus Tiryns. Die Phasen IIV. Το 1988, η ίδια συγγραφέας εξέτασε την κεραμική της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου από την Τίρυνθα, στο Archäologischer Anzeiger [16]. To 1997, η Isabelle Ratinaud εξεπόνησε την διδακτορική της διατριβή, από το Paris IV. Το θέμα της εργασίας είναι η Αργολίδα και η Πελοπόννησος, κατά τον 9ο και 8ο αι. π. Χ., δηλ. κατά την καθαυτό Γεωμετρική περίοδο.

 

Aπό την νεώτερη βιβλιογραφία, μία αξιόλογη παρουσίαση των ΠΓ ευρημάτων από τις διάφορες θέσεις της Αργολίδας σε συνάρτηση με την ΠΓ κεραμική άλλων περιοχών βρίσκεται στην μονογραφία της Καθηγήτριας Κλασικής Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ, Άννας Λαιμού, με τίτλο The Protogeometric Aegean. the archaeology of the late eleventh and tenth centuries BC. Σημαντική συμβολή στο θέμα γίνεται από την Άλκηστη Παπαδημητρίου, στο άρθρο της The early iron age in the Argolid: some new Aspects (2006). Το άρθρο δημοσιεύεται στον συλλογικό τόμο, Ancient Greece: from the Mycenaean Palaces to the Age of Homer (Edinburgh Leventis studies 3).

Β.3 Σχηματολόγιο του αργειακού κεραμικού ρυθμού, κατά την ΠΓ και Γεωμετρική περίοδο: Ήδη κατά την ΠΓ περίοδο, διαμορφώνεται το σχηματολόγιο των αγγείων, τόσο στο αττικό εργαστήριο όσο και στα υπόλοιπα. Οι τύποι αγγείων (εικ. 12α-β) που συναντούμε στην ΠΓ κεραμική του Άργους είναι ο μόνωτος σκύφος, ο δίωτος σκύφος με διακόσμηση από κυματοειδή γραμμή (γερμ. Wellenbandskyphos), ο σκύφος, ο αμφορέας (επιλαίμιος και επιγάστριος), ο κρατήρας, ο αβαθής κύαθος, ο κάλαθος, ο αμφορέας με λαβές στα χείλη, ο αμφορίσκος, η υδρία, η οινοχόη με τριφυλλόσχημο στόμιο, η λήκυθος, η πρόχους, η σφαιρική πυξίδα, η πυξίδα με ψηλές λαβές, ο πτηνόμορφος ασκός, ο τριποδικός κρατηρίσκος, ο πίθος και ο τριποδίσκος.

 

Εικ. 12α-β: Σχηματολόγιο του αργειακού ΠΓ και Γ κεραμεικού ρυθμού (© Δημἠτριος Αθ. Κούσουλας, 2014).

Εικ. 12α-β: Σχηματολόγιο του αργειακού ΠΓ και Γ κεραμεικού ρυθμού
(© Δημἠτριος Αθ. Κούσουλας, 2014).

 

Εικ. 12α-β: Σχηματολόγιο του αργειακού ΠΓ και Γ κεραμεικού ρυθμού (© Δημἠτριος Αθ. Κούσουλας, 2014).

Εικ. 12α-β: Σχηματολόγιο του αργειακού ΠΓ και Γ κεραμεικού ρυθμού
(© Δημἠτριος Αθ. Κούσουλας, 2014).

Γ. Εξελικτικές φάσεις του αργειακού ΠΓ και Γεωμετρικού ρυθμού

 

Εικ.13: Bernhard Schweitzer (1892-1966)

Εικ.13: Bernhard Schweitzer (1892-1966)

Γ.1 Πρωτογεωμετρικός Ρυθμός: Ο όρος «πρωτογεωμετρικός ρυθμός» εισήχθηκε από τον Γερμανό αρχαιολόγο Bernhard Schweitzer (εικ. 13), ο οποίος, το 1917, υποστήριξε την διδακτορική διατριβή του στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, με θέμα Untersuchungen zur Chronologie der geometrischen Stile in Griechenland I. Ο πρωτογεωμετρικός ρυθμός του αργειακού εργαστηρίου διαμορφώθηκε υπό την επίδραση της αττικής κεραμικής. Στην Αττική, η ΠΓ περίοδος χρονολογείται μεταξύ 1050/20 και 900 π.Χ. Στην πρώιμη φάση της ΠΓ περιόδου (1050/1020-980 π.Χ.), επικρατούν τα κλειστού σχήματος αγγεία με υψηλό πόδι καθώς και ένας τύπος μικρής οινοχόης. Χαρακτηριστικό σχήμα της περιόδου είναι ο αμφορέας (εικ. 15).

 

Τυπικό σχήμα των ΥΕ χρόνων, που επιβιώνει στην ΠΓ αγγειοπλαστική παράδοση είναι ο σκύφος με ψηλό κωνικό πόδι και δακτυλιόσχημη λαβή (εικ. 14). Η κοιλιά διακοσμείται με μελανό γάνωμα, ενώ, στο ύψος των ώμων, γραμμικά κοσμήματα εξαίρονται πάνω σε εδαφόχρωμη επιφάνεια. Μιά παραλλαγή αυτού του αγγείου αποτελεί ο λεγόμενος Wellenbandskyphos, ο οποίος φέρει διακόσμηση από κυματοειδή ταινία στο ύψος των ώμων. Ορισμένα όστρακα από τέτοιου είδους σκύφους βρέθηκαν στην Τίρυνθα και έχουν ήδη μελετηθεί [17]. Αυτός ο τύπος διακόσμησης προϋπάρχει από την ΥΓ ΙΙΙ παράδοση (1200-1100 π. Χ.) στην Αργολίδα [18].

 

Εικ. 14: ΠΓ σκύφοι, ως κτερίσματα σε τάφους της οδού Περρούκα. (κατά: Κόκκου-Βυριδή 1979 πίν. 55δ-στ).

Εικ. 14: ΠΓ σκύφοι, ως κτερίσματα σε τάφους της οδού Περρούκα. (κατά: Κόκκου-Βυριδή 1979 πίν. 55δ-στ).

 

 

Eικ. 15: Πρώιμος ΠΓ αμφορέας από την Τίρυνθα, Τάφος 1974/3 (κατά: Lemos 2002 εικ. 20.1).

Eικ. 15: Πρώιμος ΠΓ αμφορέας από την Τίρυνθα, Τάφος 1974/3 (κατά: Lemos 2002 εικ. 20.1).

 

Την πληρέστερη μέχρι στιγμής εικόνα για την διαμόρφωση του ΠΓ ρυθμού στην Αργολίδα διαμορφώνουν τα ευρήματα των τάφων. Χαρακτηριστική είναι η κεραμική τεσσάρων ΠΓ τάφων (τάφοι Ι-IV), από την οδό Περρούκα 66 (Ιδιοκτησία Β. Κωνσταντοπούλου) [19]. Τα αγγεία (εικ. 16α-ιδ), που απόκεινται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους, είναι διακοσμημένα με την τεχνική darkonlight. Πρόκειται για δύο οινοχόες με τριφυλλόσχημο στόμιο (αρ. ευρ. Ε 1907 και Ε 1908), δύο υδρία (αρ. ευρ. Ε 1909 και Ε 1910), δύο αμφορείς (αρ. ευρ. Ε 1911 και Ε 1912), δύο ληκύθους (αρ. ευρ. Ε 1913 και Ε 1914), μία πρόχου (αρ. ευρ. Ε 1915), έναν πτηνόμορφο ασκό (αρ. ευρ. Ε 1919), έναν τριποδικό ασκό (αρ. ευρ. Ε 1920) και τρία κύπελλα (αρ. ευρ. Ε 1916, Ε 1917 και Ε 1918). Στα αγγεία, είναι εμφανείς οι ΥΕ και υπομυκηναϊκές καταβολές. Στους τάφους Ι, ΙΙΙ και IV βρέθηκαν επίσης χάλκινοι δακτύλιοοι και περόνες.

 

Εικ. 16: Ευρήματα από τις ΠΓ ταφές, στην οδό Περρούκα 66 (κατά: Κόκκου-Βυριδή 1979 πίν. 54 κ. εξ.).

Εικ. 16: Ευρήματα από τις ΠΓ ταφές, στην οδό Περρούκα 66 (κατά: Κόκκου-Βυριδή 1979 πίν. 54 κ. εξ.).

 

 

Ο ΠΓ ρυθμός έχει αναγνωριστεί σε σειρά αγγείων και οστράκων, που προέρχονται από τις ανασκαφικές έρευνες στην Τίρυνθα. Οι δυσκολίες που ανακύπτουν στον μελετητή της ΠΓ αργειακής κεραμικής οφείλονται στην διαταραχή των αρχαιολογικών στρωμάτων, τον αποσπασματικό χαρακτήρα των δημοσιεύσεων και την απουσία μίας συνολικής θεωρήσεως της κεραμικής, από τις αντίστοιχες θέσεις της Αργολίδας. Σε ορισμένα όστρακα, από την περιοχή νοτίως της Κάτω Ακροπόλεως, κυριαρχεί το διακοσμητικό μοτίβο της κυματοειδούς γραμμής (Wellenband).

 

Στην πρώιμη ΠΓ φάση, ανήκει ένας αμφορέας, με διακόσμηση από επάλληλες οριζόντιες ή κυματοειδείς, μελανές ταινίες επάνω σε εδαφόχρωμο επίχρισμα (εικ. 15). Το αγγείο βρέθηκε στον τάφο 1974/3, στην Τίρυνθα και έχει ύψος 43.2 εκ. Το σώμα είναι συμμετρικό, ωοειδές και ο λαιμός ψηλός. Στον ώμο, υπάρχει σειρά ομόκεντρων κύκλων, που ενώνονται με ευθείες γραμμές. Οι κύκλοι βαίνουν σε τρείς επάλληλες οριζόντιες ταινίες, εκ των οποίων η μεσαία είναι φαρδύτερη. Την επιφάνεια της κοιλιάς μεταξύ των λαβών διακοσμεί σειρά τριών επαλλήλων κυματοειδών γραμμών. Στο υπογάστριο, υπάρχει σειρά τριών επαλλήλων ταινιών.

 

Τόσο το σχήμα όσο και η διακόσμηση του αγγείου με ομόκεντρους κύκλους και οριζόντιες ταινίες παραπέμπουν σε έναν αμφορέα από το ΠΓ νεκροταφείο του Κεραμεικού (Εικ. 17). Αυτός ο αμφορέας βρέθηκε στο εσωτερικό ΠΓ τάφου και απόκειται στο Μουσείο Κεραμεικού (αρ. ευρ. 569) [20]. Στο αγγείο, κυριαρχεί η διακόσμηση με μελανό γάνωμα, επάνω σε εδαφόχρωμη επιφάνεια. Οι ομόκεντροι κύκλοι και τα ημικύκλια έχουν περιγραφεί με διαβήτη. Το σχήμα και η διακόσμηση του αγγείου είναι ενδεικτική για την χρονολόγηση στα μέσα του 10ου αι. π. Χ.

 

Εικ. 17: ΠΓ επιγάστριος αμφορέας (Bauchhenkelamphora) από τον Κεραμεικό (κατά: Schweitzer 1969 πιν. 3)

Εικ. 17: ΠΓ επιγάστριος αμφορέας (Bauchhenkelamphora) από τον Κεραμεικό (κατά: Schweitzer 1969 πιν. 3)

 

Γ.2 Πρώιμη Γεωμετρική περίοδος:

Η πρώιμη Γεωμετρική περίοδος στο Άργος είναι λιγότερο γνωστή, καθώς τα σχετικά αρχαιολογικά ευρήματα σπανίζουν, εν συγκρίσει με την Μέση και Ύστερη Γεωμετρική περίοδο. Κυρίαρχο σχήμα του Αργειακού εργαστηρίου κατά την πρώιμη Γεωμετρική περίοδο είναι ο αμφορέας και εκπροσωπείται από το αγγείο με αρ. ευρ. C 51, στο Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους (εικ. 18) [21]. Το σώμα του είναι μελαμβαφές. Σε δύο εδαφόχρωμες ζώνες, γράφονται μελανές ταινίες που περισφίγγουν το σώμα του αμφορέα. Στον λαιμό, η εδαφόχρωμη ταινία φέρει ενάλληλα γραμμικά μοτίβα. Το σχήμα και η διακόσμηση θυμίζουν αντίστοιχα έργα του αττικού εργαστηρίου, όπως ένας γεωμετρικός αμφορέας από τον Κεραμεικό (εικ. 19).

 

Εικ.18: Πρώιμος Γεωμετρικός Αμφορέας από το Άργος (Κατά: Courbin 1966 εικ. Ια).

Εικ.18: Πρώιμος Γεωμετρικός Αμφορέας από το Άργος (Κατά: Courbin 1966 εικ. Ια).

 

Εικ. 19: Πρώιμος Γεωμετρικός Αμφορέας από τον Κεραμεικό  (Κατά: Σημαντώνη-Μπουρνιά 1997, 85 εικ. 49).

Εικ. 19: Πρώιμος Γεωμετρικός Αμφορέας από τον Κεραμεικό (Κατά: Σημαντώνη-Μπουρνιά 1997, 85 εικ. 49).

Γ.3 Μέση Γεωμετρική Ι: Με βάση την στρωματογραφική ακολουθία, έχει τεκμηριωθεί η ΜΓ Ι φάση στην Αργολίδα. Κύριο χαρακτηριστικό των ΜΓ αγγείων είναι η κάλυψη του σώματος τους με μελανό γάνωμα και η διακόσμηση του με την τεχνική darkonlight. Στο ύψος του λαιμού, ένα γραμμικό κόσμημα εξαίρεται σε ορθογώνια μετόπη.

Γ.4 Μέση Γεωμετρική ΙΙ: Οι πρώτες εικονιστικές ζωφόροι στο αργειακό εργαστήριο εμφανίζονται σε σειρά αγγείων, που χρονολογούνται στα τέλη της ΜΓ ΙΙ περιόδου. Στις παρυφές του προφήτη Ηλία, σε πάροδο της οδού Ηρακλέους, βρέθηκε μία οινοχόη, με εικονιστική παράσταση λατρευτού (εικ. 20) [22]. Η οινοχόη βρέθηκε στο εσωτερικό του κιβωτιόσχημου τάφου αρ. ΙΙΙ, στο οικόπεδο Δημητρίου Τότσικα, την άνοιξη του 1976. Έχει ύψος 15 και διάμετρο βάσης 3.8 εκ. Το στόμιο είναι τριφυλλόσχημο, ο λαιμός κοντός. Μαύρο χρώμα καλύπτει την επιφάνεια του χείλους και του λαιμού. Η λαβή φέρει διακόσμηση από γεωμετρικά μοτίβα. Μια μαύρη οριζόντια γραμμή βρίσκεται στην σύμφυση του λαιμού και κοιλιάς. Παράλληλες μελανές ταινίες σε οριζόντια διάταξη διακοσμούν το σώμα του αγγείου. Στο ύψος των ώμων, σκιαγραφούνται δύο ιστάμενες ανδρικές μορφές, με υψωμένα τα χέρια. Οι μορφές κοιτάζουν προς το κέντρο. Κατά τα πρώτα στάδια της αρχαίας ελληνικής εικονιστικής αγγειογραφίας, αξιοσημείωτος είναι ο στιλιζαρισμός (ιταλ. stilizzare), δηλ. η σχηματοποίηση των μορφών. Οι στιλιζαρισμένες μορφές εμφανίζονται και σε άλλα εργαστήρια κατ’ αυτήν την περίοδο, όπως το αττικό και το κορινθιακό.

 

Εικ. 20: Οινοχόη με τριφυλλόσχημο στόμιο, από τον κιβωτιόσχημο τάφο αρ. 3. Πάροδος Ηρακλέους (Ιδιοκτησία Δημ. Τότσικα). (Κατά: Paléologou 1980, 76 εικ. 1).

Εικ. 20: Οινοχόη με τριφυλλόσχημο στόμιο, από τον κιβωτιόσχημο τάφο αρ. 3. Πάροδος Ηρακλέους (Ιδιοκτησία Δημ. Τότσικα). (Κατά: Paléologou 1980, 76 εικ. 1).

 

 

Η σύγκριση με τα σύγχρονα έργα τορευτικής, όπως το χάλκινο ειδώλιο ιππηλάτου από το Ηραίο Αργους (εικ. 21), επιβεβαιώνει ασφαλώς την σχέση του εικονογραφικού τύπου στα αγγεία με τα χάλκινα ειδώλια. Κοινά στοιχεία και των δύο κατηγοριών είναι η ασύμμετρη κεφαλή, ο ψηλός λαιμός, το τριγωνικό περίγραμμα του άνω κορμού, η στενή μέση, τα επιμηκυσμένα άκρα, καθώς και η απουσία υποδήλωσης των ανατομικών λεπτομερειών.

 

Εικ. 21: Χάλκινο ΜΓ ειδώλιο ιππηλάτου, επιθέτου σε χάλκινο τριποδικό λέβητα. Από το Ηραίο. (κατά: Bol 2002 εικ. 33b).

Εικ. 21: Χάλκινο ΜΓ ειδώλιο ιππηλάτου, επιθέτου σε χάλκινο τριποδικό λέβητα. Από το Ηραίο. (κατά: Bol 2002 εικ. 33b).

 

 

Γ.4 Ὕστερη Γεωμετρικὴ περίοδος: Η Ύστερη Γεωμετρική περίοδος συνδέεται με δύο σημαντικά γεγονότα του ελληνικού πολιτισμού: την σύνθεση των ομηρικών επών και την εμφάνιση της αλφαβητικής γραφής. Κατά ευφυή σύμπτωση, η πρώτη γνωστή επιγραφή σε ελληνικό αλφάβητο χαράχτηκε επάνω σε μία ΥΓ οινοχόη, από την περιοχή του Διπύλου στον Κεραμεικό (εικ. 22) [23]. Στην επιγραφή, αναφέρεται ότι «ΗΟΣΝΥΝΟΡΧΕΣΤΟΝΠΑΝΤΟΝΑΤΑΛΟΤΑΤΑΠΑΙΖΕΙΤΟΤΟΔΕΚΛΜΙΝ – ὃς νῦν | ὀρχη|στῶν πάν|των ἀτα|λώτατα | παίζει τῶ τόδε καμιν)», που σημαίνει σήμερα, ότι «την κανάτα αυτή θα την πάρει ο χορευτής που θα χορέψει πιο χαριτωμένα». Ήταν δηλαδή έπαθλο χορευτικών αγώνων. Πρόκειται για την πρώτη έκφραση του λυρισμού σε ελληνική γλώσσα, καθώς μιλάει το ίδιο το αγγείο σε πρώτο πρόσωπο. Το στοιχείο αυτό έρχεται σε αντίθεση με τα ομηρικά έπη, που είναι γραμμένα σε αφηγηματικό (τρίτο) πρόσωπο.

 

Εικ. 22: Η λεγομένη «Οινοχόη του Διπύλου» (κατά: Simon 1981 πίν. 11).

Εικ. 22: Η λεγομένη «Οινοχόη του Διπύλου» (κατά: Simon 1981 πίν. 11).

 

 

Την εποχή αυτή, συμβαίνουν επίσης σημαντικές γεωπολιτικές αλλαγές στον ελλαδικό χώρο. Οι αλλαγές αυτές επισφραγίζονται με τον β΄ αποικισμό (εικ. 23), που ξεκινά κατά το α΄ ήμισυ του 8ου αι. π. Χ. Την περίοδο αυτή, οι διαπολιτισμικές επαφές στην Ανατολική Μεσόγειο είναι έντονες, ευνοώντας την ανταλλαγή πολιτισμικών στοιχείων. Δεν είναι γνωστό, αν αυτή η ανταλλαγή επηρέασε άμεσα το αργειακό εργαστήριο, καθώς η υποτιθέμενη συμμετοχή των Αργείων στον αποικισμό των Μεγάρων Υβλαίων αμφισβητείται. Ωστόσο, οι Αργείοι αγγειογράφοι γνώρισαν ασφαλώς τις εξωγενείς επιρροές μέσα από την σπουδή των Αθηναϊκών ΥΓ έργων τέχνης.

 

Εικ. 23: Χάρτης του Β΄ αποικισμού (κατά: Sweeney - Curry - Tzedakis 1988, 30 κ.εξ.).

Εικ. 23: Χάρτης του Β΄ αποικισμού (κατά: Sweeney – Curry – Tzedakis 1988, 30 κ.εξ.).

 

 

Κατά την ΥΓ περίοδο, κυριαρχεί η τεχνική της σκιαγραφίας, η απόδοση δηλ. της σκιάς μίας μορφής, με βάση την αρχή pars pro tottο (εικ. 24). Ο καλλιτέχνης αποδίδει περιληπτικά την μορφή, αποφεύγοντας τις ανατομικές λεπτομέρειες όπου δεν χρειάζεται. Στόχος του είναι η απόδοση της ανθρώπινης μορφής ως μετέχουσα σε μία κατάσταση, χωρίς καμία διάθεση φυσιογνωμικής προσέγγισης. Σε αυτό το σημείο, η αντίληψη του ζωγράφου της γεωμετρικής περιόδου διαφοροποιείται από την καλλιτεχνική προσέγγιση των ΥΕ χρόνων, όπου οι ανατομικές λεπτομέρειες περιγράφονται με το πινέλο. Η τεχνική της σκιαγραφίας αναφέρεται και στους αρχαϊκούς χρόνους, καθώς ο Σικυώνιος Παυσίας έγραψε την σκιά ενός ίππου [24].

 

Εικ. 24: Σκηνή προθέσεως, από τον λεγόμενο «αμφορέα του Διπύλου» Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα. Αρ. ευρ.: 804 (κατά: Demargne 1965, 291 εικ. 378).

Εικ. 24: Σκηνή προθέσεως, από τον λεγόμενο «αμφορέα του Διπύλου» Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα. Αρ. ευρ.: 804 (κατά: Demargne 1965, 291 εικ. 378).

 

 

Γ.5 Ύστερη Γεωμετρική ΙΙ φάση (735-700/680 π. Χ.): Ο εξαιρετικός ΥΓ ΙΙ κρατήρας που απόκειται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους (αρ. ευρ. ΜΑ 5661) [25] βρέθηκε στο οικόπεδο Ευστρατιάδη, στην οδό Θεάτρου (εικ. 25). Το αγγείο, μνημειακών διαστάσεων, αποδόθηκε, από τον P. Courbin, στον ζωγράφο του κρατήρα της Κορίνθου[26]. Η χαμηλή βάση είναι κωνική, το ωοειδές σώμα διαμορφώνεται συμμετρικά προς τα άνω, ενώ πλατιές ταινιόσχημες λαβές συνδέουν τους ώμους του αγγείου με το έξω νεύον χείλος. Το χείλος διακοσμείται με δύο μικρά κομβιόσχημα πλαστικά εξάρματα.

 

Εικ. 25: ΥΓ κρατήρας. Μουσείο Άργους. Αρ. ευρ. 5661. (κατά: Κrystalli-Votsi 1980, 86 εικ. 2).

Εικ. 25: ΥΓ κρατήρας. Μουσείο Άργους. Αρ. ευρ. 5661. (κατά: Κrystalli-Votsi 1980, 86 εικ. 2).

 

Η γραπτή διακόσμηση του αγγείου διατείνεται σε τρεις ζώνες: στην ανώτερη ζώνη, τα κοσμήματα ξεκινούν από τον λαιμό και γεμίζουν όλη την επιφάνεια των ώμων, μεταξύ των λαβών και επεκτείνεται στο κάτω μέρος, μέχρι την κύρτωση της κοιλιάς. Σε αυτήν την περιοχή, βρίσκεται το κυρίως εικονιστικό θέμα του αγγείου: στις μετόπες με εικονιστική παράσταση, εγγράφεται σκηνή γυναικείου χορού. Οι μορφές κρατούν κλαδιά. Η παράσταση θυμίζει αντιστοίχους κυκλίους χορούς, που εκτελούνται σήμερα στην ορεινή Αρκαδία (εικ. 26), κατά τους οποίους οι χορευτές και χορεύτριες κρατούν κλαδιά [27]. Στις υπόλοιπες μετόπες, διακρίνονται τα γεωμετρικά μοτίβα του τρέχοντος μαιάνδρου και της τεθλασμένης γραμμής.

 

Εικ. 26: Κύκλιος χορός, στην Νεστάνη (κατά: Krystalli-Votsi 1980 εικ. 5).

Εικ. 26: Κύκλιος χορός, στην Νεστάνη (κατά: Krystalli-Votsi 1980 εικ. 5).

 

 

Η μεσαία ζώνη, στην κοιλιά του αγγείου, διακοσμείται με οριζόντιες ταινίες: στο ανώτερο τμήμα, διακρίνεται ζωφόρος με επάλληλα πτηνά. Στην συνέχεια, δύο διαζώματα με το κόσμημα των συνεχών επάλξεων περικλείουν ένα διάζωμα με συνεχείς ρόμβους, στο κέντρο των οποίων υπάρχει στιγμή εν είδει οφθαλμού. Τα διαζώματα οριοθετούνται από επάλληλες μελανές ταινίες.

 

Το κατώτερο τμήμα της κοιλιάς είναι μελαμβαφές και διακοσμείται με σειρά επαλλήλων μελανών ταινιών σε οριζόντια διάταξη ανά δύο, πού εξαίρονται επάνω στο χρώμα του πηλού. Η χρονολόγηση του αγγείου στην ΥΓ ΙΙ φάση [28] αποτελεί ένα terminus post quem για την χρονολόγηση του τάφου και υποδηλώνει την κατασκευή του στα τέλη των ΥΓ χρόνων. Ένα από τα αγαπημένα μοτίβα του αργειακού εργαστηρίου κατά την Ύστερη Γεωμετρική περίοδο, είναι ο πεζός πολεμιστής που κρατά δύο εραλδικά τοποθετημένους ίππους από τους χαλινούς. Η ποικιλία των σχετικών παραστάσεων (εικ.27) επιβεβαιώνει τον χαρακτηρισμό «Άργος ιπποβότοιο (: ιππότροφο Άργος)» του Ομήρου [29]. Στους ομηρικούς χρόνους, ο ίππος αποτελεί ένδειξη πλούτου και αφορμή κοινωνικής προβολής, ενώ παρέμενε ο πιστός σύντροφος του πολεμιστή:

 

Ξάνθέ τε καὶ σὺ Πόδαργε καὶ Αἴθων Λάμπέ τε δῖε

νῦν μοι τὴν κομιδὴν ἀποτίνετον, ἣν μάλα πολλὴν

Ἀνδρομάχη θυγάτηρ μεγαλήτορος Ἠετίωνος

ὑμῖν πὰρ προτέροισι μελίφρονα πυρὸν ἔθηκεν

οἶνόν τ’ ἐγκεράσασα πιεῖν, ὅτε θυμὸς ἀνώγοι,

ἢ ἐμοί, ὅς πέρ οἱ θαλερὸς πόσις εὔχομαι εἶναι.

Θ 185-90

 Μετάφραση:

“Αίθωνα, Λάμπε αρχοντογέννητε, και Πόδαργε και Ξάνθε,

καιρός σας τώρα να πληρώσετε την τρισμεγάλη έγνοια

που’ χει η Ανδρομάχη, του Ηετίωνα του ψυχωμένου η κόρη,

που πρώτα εσάς ακριβοτάγιζε το στάρι το μελένιο,

για σας κρασί καθώς διψούσατε, πιο πρώτα συγκερνούσε,

παρά για μένα , λεβεντόκορμο που ταίρι της λογιέμαι.”

(μετ, Ν. Καζαντζάκη- Ι.Θ. Κακριδή)

 

Εικ. 27: ΥΓ κάνθαρος από το Άργος, με παράσταση πεζού ιππηλάτη εν μέσω αντωπών ίππων. Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους, αρ. ευρ. C1. Ύ.: 0.31 μ. (κατά: Coldstream 1977, 192 εικ. 46α).

Εικ. 27: ΥΓ κάνθαρος από το Άργος, με παράσταση πεζού ιππηλάτη εν μέσω αντωπών ίππων. Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους, αρ. ευρ. C1. Ύ.: 0.31 μ. (κατά: Coldstream 1977, 192 εικ. 46α).

 


Δ. Επίλογος – Συμπεράσματα

 

Στην σύντομη αυτή παρουσίαση του αργειακού εργαστηρίου, παρουσιάσαμε την εξελικτική πορεία του ΠΓ και Γ ρυθμού, με βάση τα διαθέσιμα αρχαιολογικά δεδομένα. Στα πλαίσια αυτά εξετάστηκαν αντιπροσωπευτικά δείγματα των διαφόρων φάσεων, από τις κύριες ανεσκαμμένες θέσεις.

 

Όπως έγινε σαφές, τόσο το σχηματολόγιο όσο και η διακόσμηση της αργειακής ΠΓ και Γ κεραμικής έχουν επηρεαστεί από την Αττική. Στην άποψη αυτή συναινούν η χρονολογική και τεχνοτροπική συσχέτιση δειγμάτων των δύο εργαστηρίων, όσο και η υιοθέτηση από τους Αργείους αγγειογράφους, των διακοσμητικών μοτίβων και των εικονογραφικών θεμάτων του Αττικού εργαστηρίου. Οι όποιες επιρροές εξασφαλίστηκαν κυρίως μέσω του εμπορίου, καθώς έχουν βρεθεί αθηναϊκά αγγεία στην Αργολίδα, αλλά και μέσω τις μετακίνησης των καλλιτεχνών. Η τελευταία αυτή άποψη ενισχύεται από την παρουσία αγγείων καθαρά αθηναϊκής τεχνοτροπίας κατασκευασμένα από αργειακό πηλό. Αυτό σημαίνει ότι οι Αθηναίοι αγγειογράφοι, που ήταν ίσως και οι κεραμείς, κατασκεύαζαν αγγεία στο Άργος και τα διακοσμούσαν εκεί, με βάση τον αθηναϊκό ρυθμό.

 

Παράλληλα, πρέπει να επισημανθεί ότι ορισμένα σχήματα αγγείων, που ευδοκιμούν στο αθηναϊκό εργαστήριο, όπως ο επιγάστριος αμφορέας, εμφανίζονται και στην Αργολίδα ήδη από την ΠΓ περίοδο. Kύριες θέσεις: Άργος, Τίρυνθα, Ασίνη, Μυκήνες. Συνεπώς, αναγνωρίζεται μία διαλογική σχέση ανάμεσα των διαφόρων εργαστηρίων κεραμικής. Αυτό το στοιχείο διευκολύνει την αναγνώριση των εξελικτικών φάσεων, στον αργειακό ρυθμό διακόσμησης. Όπως επισημάνθηκε, αυτή η αναγνώριση διευκολύνεται από τα αιγυπτιακά συνευρήματα, στα στρωματογραφημένα ανασκαφικά σύνολα του Άργους.

 

Πρέπει τέλος να αποσαφηνιστεί, ότι στην ΠΓ και γεωμετρική αργειακή αγγειογραφία εμφανίζονται ορισμένα χαρακτηριστικά κοσμήματα, όπως η κυματοειδής γραμμή (Wellenband) και ο πεζός οπλίτης που κρατά άλογα από χαλινούς. Αυτά αποτελούν ίδιο γνώρισμα του αργειακού ρυθμού. Η ανεύρεση αργειακών ΠΓ και Γεωμετρικών οστράκων σε θέσεις εκτός Αργολίδας υποδηλώνει ότι τα αργειακά κεραμικά προϊόντα ήταν ιδιαιτέρως αγαπητά ως ανταλλάξιμο προϊόν.

 

Υποσημειώσεις


 

 

[1] Ο όρος «εργαστηρίο» (αγγλ. Workshop, γερμ. Werkstatt) χρησιμοποιείται ευρέως, περιγράφοντας όχι μία συγκεκριμένη βιοτεχνική εγκατάσταση, αλλά τον καλλιτεχνικό ρυθμό που επικρατεί σε μία περιοχή, κατά ορισμένη χρονική περίοδο.

[2] Για τον Μυκηναϊκό πολιτισμό, θεμελιώδεις είναι οι μελέτες των Sp. Marinatos – M. Hirmer, Kreta und das mykenische Hellas (Μόναχο 1959) και Ο. T. P. K. Dickinson, The Οrigins of the Mycenaean civilisation (Göteborg 1977). Πρβλ. επίσης Bequignon 1960, 87 κ. εξ.; Chamoux 1963, 161-75; Ακαδημία Αθηνών 1970, 232-93.

[3] Για τον Μινωϊκό πολιτισμό, βλ. Ακαδημία Αθηνών 1970, 108-120, 166-218 και 221-31.

[4] Η λέξη «ἄναξ», εκ της οποίας ετυμολογείται η λέξη «ανάκτορο», είναι γνωστή ήδη από τις πινακίδες της Γραμμικής Β΄ γραφής. Βλ. Hooker 1979, 100-11; Kilian 1988, 291-302; Palaima 1995, 119-39; Yamagata 1997, 1-14; Willms 2010, 232-271.

[5] Ventris – Chadwick 1953, 84–103.

[6] Ακαδημία Αθηνών 1970, 330. Με τον όρο αναφέρονται συνεκδοχικά όλοι οι αιγαιακοί πληθυσμοί που ήταν φορείς του μυκηναϊκού πολιτισμού.

[7] Kelder 2010, 125-37.

[8] Βλ. Μαρινάτος 1968, 198-216; Furumark 1978, 667-74.

[9] Για τον εικονιστικό ρυθμό, βλ. Immerwahr 1993, 217-23; Crouwel – Morris 1996, 197-219; Steel 1999, 803-11; Karageorgis 2001, 91-3; Crouwel – Morris 2006, 15-22; Dakoronia 2006, 171-5; Rystedt 2006, 123-9.

[10] Ραψ. Δ, 427-33.

[11] Mountjoy 1994, 162.

[12] Courbin 1966, 25.

[13] Vollgraff 1930, 480; Courbin 1966, 25 υποσ. 2.

[14] Roes 1953, 90-104.

[15] Courbin 1957, 322-86.

[16] Papadimitriou 1988, 227-43.

[17] Βλ. Kardamaki 2009, 221 κ. εξ. (με σχετική βιβλιογραφία).

[18] Papadimitriou 1988, 228 κ. εξ. εικ. 1.

[19] Κόκκου-Βυρίδη 1979, 179-88.

[20] [Kraiker – Kübler 1939 πιν. 55; Schweitzer 1969 πιν. 3; Tiverios 1996, 49. 239 εικ. 1.

[21] Courbin 1966 εικ. Ιa.

[22] Paléologou 1980, 75.

[23] Coulié 2013, 64 εικ. 32.

[24] Πλίνιος, Nat. Hist. 35. 123-7. 137.

[25] Krystalli-Votsi 1980, 85.

[26] Courbin 1966, 449; Krystalli-Votsi 1980, 85 υποσ. 1.

[27] Krystalli-Votsi 1980, 91 εικ. 5.

[28] Krystalli-Votsi 1980, 92.

[29] Βλ. ενδεικτικά ραψ. Β, 286-8: «οὐδέ τοι ἐκτελέουσιν ὑπόσχεσιν ἥν περ ὑπέσταν / ἐνθάδἔτι στείχοντες ἀπἌργεος ἱπποβότοιο / Ἴλιον ἐκπέρσαντεὐτείχεον ἀπονέεσθαι….» (Μτφρ.: …..το λόγο δεν κρατούν που σου’δωκαν, ακόμα ως ξεκινούσαν / πέρα από το Άργος το αλογόθροφο στα μέρη εδώ, πριν πάρεις / την Τροία την ωριοτείχιστη, να μην διαγείρουν πίσω).

 

Κατάλογος συντομογραφιών


 

 

  • Ακαδημία Αθηνών, εκδ., 1970= Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Α (Αθήνα).
  • Badisches Landesmuseum Karlsruhe (Hrsg.), 2008= Zeit der Helden. Die dunklen Jahrhunderte Griechenlands 1200-700 v. Chr. Ausstellungskatalog Badisches Landesmuseum Karlsruhe (Darmstadt).
  • Bequignon, Υ. 1960= Recherches sur la civilisation mycénienne en Péloponnèse, RA, 87 κ. εξ.
  • Betancourt et al. 1999= Ph. Betancourt – V. Karageorghis – R. Laffineur – W.-D. Niemeier, Aegeum 3. Annales d’archéologie égéenne de l’Université de Liège 20 (Λιέγη).
  • Bol 2002= P. C. Bol, εκδ., Die Geschichte der antiken Bildhauerkunst, Bd. 1. Frühgriechische Plastik (Mainz).
  • Borbein, Α. Η. 1995= Das alte Griechenland. Geschichte und Kultur der Hellenen (Μόναχο).
  • Chamoux, F. 1963= La Civilisation Grecque a l’ Époque archaique et classique (Παρίσι).
  • Coldstream, J. N. 1977= Geometric Greece (Λονδίνο).
  • Coulié, Α. 2013= La céramique grecque aux époques géométrique et orientalisante. XIe – VIe siècle av. J.-C., Les manuels d’art et d’archéologie antiques. La céramique grecque 1 (Παρίσι).
  • Courbin, P. 1966= La céramique géométrique de l’Argolide, I-II (Παρίσι).
  • Crouwel, J. H. – Morris, C.E. 1996= The Beginnings of Mycenaean Pictorial Vase Painting, AA, 197-219.
  • Crouwel, J. H. – Morris, C.E. 2006= Late Mycenaean Pictorial Pottery. A Brief Review, in: Rystedt – Wells 2006, 15-22.
  • Dakorōnia, Ph. 2006= Bronze Age pictorial tradition on Geometric pottery, in: Rystedt – Wells 2006, 171-5.
  • Deger-Jalkotzy, S. – Lemos, I. S. eds., 2006= Ancient Greece from the Mycenaean palaces to the age of Homer, Edinburgh Leventis studies 3 (Edinburgh),
  • Demargne, P. 1965= Die Geburt der griechischen Kunst. Die Kunst im ägäischen Raum von vorgeschichtlicher Zeit bis zum Anfang des 6. vorchristlichen Jahrhunderts, Universum der Kunst (μτφ., Μόωαχο).
  • Desborough, V.R. d’A. 1972= The Greek dark ages (London).
  • Dickinson, O. T. P. K. 1977= The Origins of Mycenaean Civilisation, SIMA 49 (Göteborg).
  • Eder, B. 1998= Argolis, Lakonien, Messenien. Vom Ende der mykenischen Palastzeit bis zur Einwanderung der Dorier (Wien).
  • Furumark, A. 1978= The Thera catastrophe. Consequences for European civilisation, in: Doumas, Chr., εκδ., Thera and the Aegean world, 1. Papers presented at the Second International Scientific Congress, Santorini, Greece, August 1978 (Λονδίνο), 667-674.
  • Hooker, J. T. 1979= The Wanax in Linear B Texts. Kadmos 18 (2): 100–111. 
  • Immerwahr, S. A. 1993= The Mycenaean pictorial style 50 years later, in: Zerner et al. 1993, 217-3.
  • Karageorgis, V. 2001= The Mycenaean pottery of the pictorial style. Achievements and Perspectives, OpAth 25: 91-3.
  • Kardamaki 2009= Ein neuer Keramikfund aus dem Bereich der Westtreppe von Tiryns. Bemalte mykenische Keramik aus dem auf der Westtreppenanlage deponierten Palastschutt, τόμ. 1-2 (Ph. D. Diss. Ruprecht-Karls-University of Heidelberg).
  • Kelder, J. M. 2010= The kingdom of Mycenae. A great Kingdom in the Late Bronze Age Aegean (Bethesda, Md).
  • Kilian, K. 1988= The Emergence of Wanax Ideology in the Mycenaean Palaces». OxfJA 7: 291–302. 
  • Knigge, U. 1988= Der Kerameikos von Athen. Führung durch Ausgrabungen und Geschichte (Athen).
  • Κόκκου-Βυριδή, K. 1979= Τέσσερις Πρωτογεωμετρικοί Τάφοι στο Άργος, ΑΕ 1977, 171-94.
  • Kraiker, W. – Kübler, W. 1939= Die Nekropolen des 12. bis 10. Jahrhunderts. Kerameikos I (Βερολίνο).
  • Kruse 1999= P. Kruse, Hrsg., Götter und Helden der Bronzezeit. Europa im Zeitalter des Odysseus. Ausstellungskatalog Kopenhagen (Bonn 1999).
  • Krystalli-Votsi, Κ. 1980= Cratère géométrique d’Argos, BCH Suppl. 6, 85-92.
  • Lemos 2002= The Protogeometric Aegean. Τhe archaeology of the late eleventh and tenth centuries BC, Oxford monographs on classical archaeology (Οξφόρδη).
  • Marinatos, S. – Hirmer, L. 1959= Kreta und das mykenische Hellas (Μόναχο).
  • Μαρινάτος, Σπ. 1968= To ηφαίστειoν της Θήρας και oι πoλιτισμoί τoυ Aιγαίoυ, Πεπραγμένα τoυ B’ Διεθνoύς Kρητoλoγικoύ Συνεδρίoυ, τόμ. Α (Χανιά), 198-216.
  • Mountjoy, P. A. 1994= Μυκηναϊκή Γραπτή Κεραμική. Οδηγός Ταύτισης (Αθήνα).
  • Palaima, Th. G. 1995= The Nature of the Mycenaean Wanax: Non-Indo-European Origins and Priestly Functions. In: Rehak 1995, 119–39.
  • Paléologou, H. 1980= Un vase géométrique figuratif d’Argos, BCH Suppl. 6, 75-84.
  • Papadimitriou, A. 1988= Bericht zur früheisenzeitlichen Keramik aus der Unterburg von Tiryns. Ausgrabungen in Tiryns, 1982-8, AA, 227-43.
  • Papadimitriou, A. 2006= The Early Iron Age in the Argolid. Some New Aspects, in: Deger-Jalkotzy – Lemos 2006, 531-47.
  • Pulak, C. – Slotta, R. – Yalcin, U., Hrsg., 2005= Das Schiff von Uluburun. Welthandel vor 3000 Jahren. Ausstellungskatalog (Bochum).
  • Rehak, P. 1995= The Role of the Ruler in the Prehistoric Aegean. Aegaeum 11 (Λιέγη).
  • Roes, Α. 1953= Fragments de poterie géométrique trouvés sur les citadelles d’Argos, BCH 77, 90-104.
  • Rystedt, E. 2006= Tracing Stylistic Evolution in Mycenaean Pictorial Vase Painting, in: Rystedt – Wells 2006, 123-9.
  • Rystedt, E. – Wells, B., eds. 2006= Pictorial Pursuits. Figurative Painting on Mycenaean and Geometric Pottery. Papers from two Seminars at the Swedish Institute at Athens in 1999 and 2001 (Stockholm)
  • Schweitzer, B. 1969= Die geometrische Kunst Griechenlands (Kολωνία).
  • Simon 1981= E. Simon, Die griechischen Vasen 2(Μόναχο).
  • Σημαντώνη-Μπουρνιά, Ε. 1997= Αρχαιολογία των πρώιμων ελληνικών χρόνων. Οι αιώνες της διαμόρφωσης 1050-600 π.Χ. (Αθήνα).
  • Snodgrass, A. 1971= The Dark Age of Greece. An Archaeological Survey of the 11th to the 8th Centuries BC. (Edinburgh).
  • Steel, L. 1999= Wine Kraters and Chariots. The Mycenaean pictorial style reconsidered, in: Betancourt et al. 1999, 803-11.
  • Sweeney, J. – Curry, T. – Tzedakis, Y. 1988= The human figure in early Greek art. Catalogue of an Exhibition (Athens – Washington).
  • Tιβέριος, Μ. 1996= Αρχαία αγγεία, Ελληνική Τέχνη (Αθήνα).
  • Ventris, M. – Chadwick, J. 1953= Evidence for Greek Dialect in the Mycenaean Archives, JHS 73, 84–103.
  • Willms, L. 2010= On the IE Etymology of Greek (w)anax, Glotta 86: 232–271.
  • Yamagata, N. 1997= ἄναξ and βασιλεύς in Homer, CQ 47 (1): 1–14.
  • Zerner, P. et al. 1993= Zerner, P. – Winder, J. – Zerner, C., Wace and Blegen. Pottery as evidence for trade in the Aegean Bronze Age, 1939-1989. Proceedings of the International Conference held at the American School of Classical Studies at Athens, december 2-3, 1989 (Amsterdam).

Read Full Post »

Ο Καποδίστριας στο Άργος – Επισκέψεις και διαμονή του στην πόλη από το 1828 ως το 1831. Βασίλης Κ. Δωροβίνης.


 

 

Στα πλαίσια ευρύτερης εργασίας μου, που περιέλαβε αποδελτίωση βι­βλιογραφίας και πολυετή έρευνα σε αρχειακές πηγές, στην Ελλάδα και στο Παρίσι, βρέθηκα να εξετάσω, παρεμπιπτόντως, τη σχέση του Κα­ποδίστρια με την πόλη του Άργους, σχέση που αποδεικνύεται άμεση και συνεχής. Σε άλλη μελέτη μου [1] έδειξα την προσωπική ανάμιξη του Κυ­βερνήτη στο σχεδιασμό και στην ανέγερση δημοσίων κτηρίων στην πόλη αυτή, σε επιμέρους μελέτες που ήδη προγραμμάτισα τη δημοσίευση τους, με αντικείμενο τα δημόσια κτήρια και του Άργους, η ανάμιξη αυ­τή θα φανεί σε όλες τις λεπτομέρειες της [2], ενώ σε χωριστό άρθρο που ετοιμάζω για προσεχές τεύχος του «Ελλέβορου» θα αναφερθώ στην ορ­γάνωση και διεξαγωγή της Δ’ Εθνοσυνέλευσης του 1829 στο Άργος.

Στο παρόν άρθρο έχω συγκεντρώσει τις βεβαιωμένες και διασταυρω­μένες πληροφορίες για τις επισκέψεις και τη διαμονή του Καποδίστρια στο Άργος, από το 1828 μέχρι τη δολοφονία του (27-9-1831). Λίγους μήνες, λοιπόν, μετά την άφιξή του στην Ελλάδα (7-1-1828) και ενώ η έδρα της Κυβερνήσεως και, επομένως, η «κύρια κατοικία» του Κυβερνή­τη, μέχρι το φθινόπωρο του 1829 (οπότε η έδρα μεταφέρθηκε στο Ναύ­πλιο), βρισκόταν στην Αίγινα, δεν είχε ακόμα οριστικά αποφασιστεί αν η μεταφορά της πρωτεύουσας θα γινόταν στο Ναύπλιο ή στο Άργος.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

Τού­το φαίνεται από ενέργειες του πρώτου συμβουλευτικού σώματος που ιδρύθηκε επί Καποδίστρια, του «Πανελληνίου», αλλά και από έγγραφα του ίδιου. Έτσι, από απάντησή του στο τελευταίο, με ημερομηνία 21-8-1828 [3], πληροφορούμαστε ότι είχε λάβει έγγραφο του Πανελληνίου της προηγουμένης (με αρ. 35), στο οποίο εκφραζόταν η επιθυμία να γίνει μεταφορά της πρωτεύουσας σε μία από τις δυο πόλεις, πράγμα που εκ­φράστηκε και «δια ζώσης», από τον Α. Δεληγιάννη και τον Ζαΐμη, «Προβούλους» (μέλη) του Πανελληνίου, που και του εγχείρησαν το έγ­γραφο αυτό. Ο Κυβερνήτης απαντούσε ότι ήταν απόλυτα σύμφωνος με τη μεταφορά, αλλά ότι επρόκειτο για σημαντικό θέμα με το οποίο όφει­λε να ασχοληθεί η Κυβέρνηση, όπως επίσης και ότι «εις ολίγον διάστημα καιρού» θα έπρεπε να βρεθεί κατοικία για τον ίδιο στο Ναύπλιο ή στο Άργος.

Στην τοπική ιστορική μνήμη, όπως παρέμεινε ζωντανή μέσα από τα γραπτά σοβαρών λογίων, πέρασε το γεγονός ότι ο Καποδίστριας επι­σκεπτόταν κατά καιρούς και διέμενε στο Άργος. Έτσι, ο Βαρδουνιώτης, στο έργο του «Καταστροφή του Δράμαλη» [4], αναφέρει ότι «Ο Κυ­βερνήτης Καποδίστριας ετίμα εξόχως και υπερηγάπα τον Τσώκρην. Ως εκ τούτου, οσάκις ήρχετο εις Άργος, τούτο δε έπραττε συνεχώς, διέμενεν εις την οικίαν του Τσώκρη, εν η τω παρεχωρήθη αίθουσα, η νοτιοδυ­τική, και σώζεται εν μικρόν γραφείον του Κυβερνήτου, ως πολύτιμον κειμήλιον της οικογενείας». Η πληροφορία αυτή επαναλαμβάνεται, κατά λέξη, από τον Κ. Ολύμπιο, σε μεταγενέστερο άρθρο του [5].

Ας δούμε, όμως, κατά χρονολογική σειρά, τις βεβαιωμένες επισκέψεις του Καποδίστρια στο Άργος, οπότε και θα διευκρινισθεί το θέμα της παραμονής και φιλοξενίας του στο σπίτι του Τσώκρη. Με έδρα την Αίγι­να, η επαφή και παραμονή στην Αργολίδα γινόταν συνήθως με πλοίο, που έπιανε στο λιμάνι του Ναυπλίου. Εκεί ο Καποδίστριας φιλοξενείτο στο σπίτι του Εμμ. Ξένου, στο οποίο επισκευές είχε φροντίσει να γίνουν ο Φρούραρχος της πόλης Χάιντεκ [6].

Η πρώτη επίσκεψή του στο Άργος μαρτυρείται από δημοσίευμα της τότε εφημερίδας της Κυβερνήσεως, δη­λαδή της «Γενικής Εφημερίδος», τον Απρίλιο του 1828 [7]. Σε αυτό αναφέ­ρεται ότι:

 

«Ο Κυβερνήτης επέρασε την νύκτα εις το χωρίον Άγιον Γεώργιον, και την 6 (Απριλίου) έφθασεν εις το Άργος, όπου έμεινεν έως σήμερον πολλά πρωί. Ενησχολήθη επίσης εις το να επισκεφθή καθ’ όλα της τα μέρη ταύτην την πόλιν, ήτις εξέρχεται καθ’ ημέραν εκ των ερειπίων της, και ήτις παριστάνει δια της κινήσεως της φιλοτεχνίας και του εμπορίου πολλά παρηγορητικόν θέαμα. Ο Κυβερνήτης έδωκεν επίσης και εις το Άργος διαφόρους ακροάσεις, και εδέχθη πολλάς αναφοράς. Κατά δε την 8 ώραν το πρωί (Σημ. Σ. της 11 Απριλίου, δηλαδή μετά πέντε μέρες παραμονής στο Άργος) έφθασεν εις Ναύπλιον».

 

Σημειώνω ότι, τότε, το σπίτι του Δημ. Τσώκρη είχε οικοδομηθεί, τουλάχιστο κατά κύριο μέρος του, στην πόλη [8].

Πάλι από τη «Γεν. Εφημερίδα» πληροφορούμαστε [9] ότι από τις 7 Ιου­λίου είχε επιβιβαστεί ο Καποδίστριας στο ρωσικό πλοίο «Αζόφ», ότι στις 8 έφτασε στη Μεσσηνία κι ότι από κει, δια ξηράς, έφτασε στις 13 στους Μύλους. «Αποφασίσας να κάμη την οδοιπορίαν του δια ξηράς εις Ναύπλιον, δια να επισκεφθή τας κατειρηπωμένας πόλεις και χωρία της Πελοποννήσου». Και ασφαλώς, τότε, θα πέρασε από το Άργος, δεδομέ­νου ότι η επαφή από Μύλους προς Ναύπλιο γινόταν οδικά μέσω Άρ­γους, αφού δεν υπήρχε παραλιακός δρόμος και, επιπλέον, από πολλές γραπτές μαρτυρίες είναι γνωστό ότι τα έλη στην παραλία Μύλων – Ναυπλίου ανέδιδαν τόσην αποφορά, που πρακτικά ήταν σχεδόν αδύνατο να πραγματοποιηθεί ομαλή πορεία από την παραλία. Στις 16 έφτασε στην Ελευσίνα.

Για το 1829, και σύμφωνα με άλλο δημοσίευμα της ίδιας εφημερί­δας [10], φαίνεται να είχε επισκεφθεί ο Καποδίστριας πρόσφατα το Άργος, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό, ενώ λίγες μέρες αργότερα (Απρίλιος) οι Αργείοι, πρώτοι από τους κατοίκους όλων των άλλων πόλεων και με την προοπτική της σύγκλισης της Δ’ Εθνοσυνέλευσης στην πόλη, τον εξέλεξαν ομόφωνα πληρεξούσιό τους, σε «εκλεκτικήν συνέλευσιν».

Κατά την προετοιμασία της Εθνοσυνέλευσης, ο Κυβερνήτης ασχολεί­ται προσωπικά με το θέμα του καταλύματος του στο Άργος, που είναι το σπίτι του Δ. Τσώκρη. Έτσι, σε έγγραφό του της 30 Μαΐου [11], γράφει: «Διατάττεται ο παρ’ ημίν κύριος Σκαρλάτος Παπαρρηγόπουλος να μέ­τρηση εις τον πολιτικόν αρχιτέκτονα κύριον Θ. Βαλλιάνον γρόσια χίλια, γρ. 1.000, δια να συμπληρωθώσιν αι αναγκαίαι επιδιορθώσεις της εν Άργει οικίας του Τζόκρη, ήτις είναι προσδιορισμένη εις χρήσιν μας». Συναφής προς αυτό είναι η αναγραφή, με αύξοντα αριθμό 213, σε ανα­λυτική κατάσταση εξόδων του Χάιντεκ, με ημερομηνία 1 Ιουλίου 1829 [12], δαπάνης 2280 πιάστρων, «για το σπίτι της Α.Ε. του Προέδρου στο Άργος» (η αναγραφή στα γαλλικά). Εξάλλου, με το με αρ. 4963 έγγρα­φο του, της 11 Ιουνίου [13], ο Γραμματέας της Επικρατείας (αντίστοιχος προς τον σημερινό πρωθυπουργό) Ν. Σπηλιάδης, πληροφορεί τους Εκτά­κτους Επιτρόπους και τους Προσωρινούς Διοικητές ότι «Κατ’ επιταγήν της Α.Ε. του Κυβερνήτου, υπ’ αριθ. 12883, η Γενική Γραμματεία μετα­βαίνει περί τας 25 του ήδη μεσούντος εις Άργος, και θα παραμείνη εκεί καθ’ όλην την διάρκειαν της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως», δηλαδή μεταφέ­ρεται στο Άργος και το πρωθυπουργικό γραφείο.

Αλλά και ο Κολοκοτρώνης, στα Απομνημονεύματα του [14], αναφέρει σχετικά ότι ο Κυβερνήτης «έστειλε και μένα και εκατέβηκα και εγώ εις το Άργος, και εβγήκε και ο Κυβερνήτης και κόνευσε εις του Τσώκρη το σπίτι». Το ότι ο Καποδίστριας, σε όλη τη διάρκεια της Δ’ Εθνοσυνέλευ­σης, διέμεινε στο Άργος επιβεβαιώνεται και από τα κείμενά του Bory de Saint Vincent.

Στο πρώτο [15], γράφει ότι «Ο Πρόεδρος διέμενε τότε στο Άργος (Σημ. Σ. τον Ιούλιο του 1829), όπου βιάστηκα να μπω στην ακολουθία που τον συνόδευε, όταν άνοιξε τις εργασίες του Πανελληνίου (sic, εννοεί της Εθνοσυνέλευσης), σ’ ένα από τα παλαιότερα αρχαία θέα­τρα». Στην λεπτομερέστερη «Αφήγησή» του για το ταξίδι της γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής στην Πελλοπόννησο [16], βρίσκουμε πολλές πληροφορίες για τον Καποδίστρια και τη διαμονή του στο Άργος. Συ­γκεκριμένα αναφέρει ότι στις 13 Ιουλίου, μ’ ένα από τα καλύτερα άλογα του Χάιντεκ, πήγε στον αρχηγό του κράτους, «που τότε διέμενε στο Άργος (…). Ο κ. Καποδίστριας, αρχίζοντας κάθε πρωί να εργάζεται στις τέσσερεις η ώρα, βρισκόταν στο γραφείο του όταν με ανήγγειλαν στις έξι». Και παρακάτω αναφέρει ότι «Το σπίτι που οικοδόμησαν για τον πρόεδρο (sic), μικρό αλλά βολικό, με ένα όροφο και άνετη διάταξη στο εσωτερικό του, ήταν το μόνο στο Άργος το οποίο θα δεχόταν, για εξοχική κατοικία, ο υποδεέστερος των επικεφαλής του γραφείου ενός των υπουργών μας. Με την ταπεινή αλλά κομψή μορφή του και με την καθα­ριότητά του μου θύμισε εκείνους τους πύργους τραπουλόχαρτων που κα­νονικοί αστοί θέλουν να κτίσουν στα κτήματά τους και αριθμός από τους οποίους αυξάνει γρήγορα στα προάστεια του Παρισιού, ιδιαίτερα γύρω στο δάσος της Βουλόνης» (οι αναγνώστες ας έχουν υπόψη τους το σύγ­χρονο χάλι του «Τσώκρειου»…). Και για την ίδια την πόλη του Άργους σημειώνει ότι, όταν την επισκέφθηκε, δεν ήταν κατά κυριολεξία πόλη, αλλά μεγάλη κωμόπολη, με πληθυσμό καθώς έλεγαν οκτώ χιλιάδων κα­τοίκων, από τους οποίους τα τέσσερα πέμπτα, δίχως μόνιμη κατοικία, ζούσαν σε υπόστεγα.

Η «Γεν. Εφημερίς» της 13 Ιουλίου [17] αναφέρει ότι, στις 11 Ιουλίου, ο Κυβερνήτης, πεζός και δίχως φρουρά, πήγε με τους πληρεξουσίους, στις 5 το πρωί, στη λειτουργία (στο ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου) και μετά πέρασαν στο διαρρυθμισμένο για την Εθνοσυνέλευση χώρο του αρ­χαίου θεάτρου. Άνοιξε τις εργασίες της Συνέλευσης και, στις 7 το πρωί, «απήλθεν έφιππος εις την οικίαν του».

Μετά ένα, περίπου, μήνα έγινε το κλείσιμο των εργασιών της Συνέ­λευσης. Όπως αναφέρει η «Γεν. Εφημερίς» της 7 Αυγούστου [18], «Χθες έγινεν η απόλυσις της Εθνικής Συνελεύσεως. Από την 5 ώραν το πρωί οι πληρεξούσιοι ήσαν συνηγμένοι εις το συνέδριον. Πλήθος θεατών κατείχε το θέατρον και την παρακειμένην πεδιάδα. Εν ημίταγμα πεζικού, μία ίλη ιππικού και η εθνική φρουρά περιεστοίχουν τον δρόμον και τον υπέρ το θέατρον λόφον. Προαγορεύσαντος λοιπόν του Προέδρου της Συνελεύσεως ότι η πρώτη περίοδος των εργασιών αυτής ετελείωσεν, εστάλη εννεαμελής επιτροπή εις την οικίαν του Εξοχωτάτου Κυβερνήτου να τον προσκαλέση να υπάγη να απολύση την σύνοδον». Ο Καποδίστριας, συνο­δευόμενος από τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου «και τινας άλλους των ευδοκίμων» (μεταξύ τους ο Μιαούλης και ο στρατηγός Τρεζέλ, αρ­χηγός του στρατού), έφτασε στο αρχαίο θέατρο, κάθησε στην προεδρική έδρα και μετά από λίγο εκφώνησε τον λόγο του, που η εφημερίδα δημο­σιεύει παρακάτω.

Με νέο έγγραφό του, προς τους ίδιους παραλήπτες, ο Σπηλιάδης τους κοινοποίησε, στις 10 Αυγούστου, ότι στις αρχές της προσεχούς εβδομά­δας, η κυβέρνηση θα ξαναγύριζε στην Αίγινα [19]. Στις 29 Αυγούστου, σε αναλυτικό λογαριασμό τους Εκτάκτου Επιτρόπου Αργολίδας Κ. Ράδου, για τα έξοδα που έγιναν, με διαταγή του Καποδίστρια, για την Εθνοσυ­νέλευση, σημειώνεται το ποσό των 17522 γροσιών και 23 παράδων για τα έργα που έκανε ο Βαλλιάνος στη διαμόρφωση του αρχαίου θεάτρου («δια την οικοδομήν του Συνεδρίου») και «δι’ επισκευήν της οικίας εν η εκατοίκησεν η Α. Εξοχ.», σύμφωνα με τον λογαριασμό του Βαλλιάνου.

Όπως αναφέραμε, από τον Οκτώβριο του 1829 η Διοίκηση αρχίζει να μετακομίζει στο Ναύπλιο. Νέες αναφορές, γραπτές εννοείται, για διαμονή του Καποδίστρια στο Άργος έχουμε, πάλι, στη «Γεν. Εφημερί­δα». Έτσι αναφέρει [20] ότι, στο τέλος της περιοδείας του στην Πελοπόννη­σο, ο Κυβερνήτης φτάνει στο Άργος στις 31 Οκτωβρίου, όπου διανυκτε­ρεύει, και το μεσημέρι της 1 Νοεμβρίου μπαίνει στο Ναύπλιο. Προς το τέλος του μήνα ξαναγυρίζει στο Άργος και διαμένει εκεί. Στη στήλη «Εγχώριοι ειδήσεις» της ίδιας εφημερίδας, της 29 Νοεμβρίου [21], αναφέ­ρεται ότι «Από την Δευτέραν της παρούσης εβδομάδος ο Εξοχώτατος Κυβερνήτης διατρίβει εις Άργος. Σήμερον ήλθε να περάση ώρας τινάς ενταύθα (ενν. στο Ναύπλιο) προς ενέργειαν των αξιόλογων υποθέσεων, περί τας οποίας ανενδότως καταγίνεται, και αυθημερόν επέστρεψεν εις την πόλιν εκείνην». Στο επόμενο φύλλο της[22], στην ίδια στήλη, πληροφο­ρεί ότι, την προηγουμένη, ο Καποδίστριας επέστρεψε στο Ναύπλιο.

Το 1830, ο Καποδίστριας συνεχίζει να μεταβαίνει και να διαμένει στο Άργος, όπου είχαν κτίσει σπίτια επιφανείς της αντιπολίτευσης, όπως ο Σπ. Τρικούπης, ο άγγλος στρατηγός Ρ. Τσερτς και ο άγγλος πρεσβευτής Ντώκινς. Πάλι από τη «Γεν. Εφημερίδα» πληροφορούμαστε ότι, κατά το επόμενο έτος, το βράδυ της 10 Ιουνίου 1831, ο Καποδίστριας πάει στο Άργος [23], για τα εγκαίνια του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου, που γίνο­νται το πρωί της 11 Ιουνίου. Στα εγκαίνια αυτά δόθηκε μεγάλη επιση­μότητα [24]. Μαρτυρία της ίδιας εφημερίδας [25] αναφέρει νέα επίσκεψη του στις 13 Ιουλίου, και ότι επιστρέφει στο Ναύπλιο την επομένη το βράδυ.

Τελευταία αναφορά της εφημερίδας αυτής, για άλλη επίσκεψη του Καποδίστρια στο Άργος, υπάρχει στα τέλη Αυγούστου [26], όπου γίνεται μνεία για μετάβασή του στην πόλη το δειλινό της 27 Αυγούστου, καθώς και επιστροφή του στο Ναύπλιο το βράδυ της 28, δηλαδή ένα μήνα πριν από τη δολοφονία του.

Οι μαρτυρίες αυτές επιβεβαιώνουν τη συχνή επαφή του Καποδίστρια με την πόλη του Άργους, της οποίας την εξέλιξη παρακολουθούσε και, συχνά, συνέβαλε στη διαμόρφωσή της. Στο Άργος σαφώς υπερείχαν οι φιλοκαποδιστριακοί, με επικεφαλής τον Δ. Τσώκρη, αν και είχαν μετα­κομίσει επιφανείς αντικαποδιστριακοί που, σύμφωνα με μαρτυρία του ί­διου του Καποδίστρια, δεν έπαυαν να συνωμοτούν εναντίον του. Η δη­μιουργία «Παλατιού της Κυβερνήσεως» και στο Άργος (το σημερινό «Καλλέργειο») επισημοποίησε την παρουσία της κυβέρνησης στην πόλη αυτή, σε συνδυασμό, βέβαια, με τη δημιουργία των Στρατώνων του Κα­ποδίστρια και του συγκροτήματος των κτηρίων του «Δημοσίου Κατα­στήματος» (σημερινού Δημαρχείου και των δύο παρακειμένων κτηρίων). Πιθανώς στο Άργος να έβρισκε την απαραίτητη ανάσα από την εντατι­κή εργασία του και από τα καθημερινά κρατικά καθήκοντα. Η είδηση της 29-11-1829, στη «Γεν. Εφημερίδα», που ήδη αναφέραμε, ακριβώς αυτό μας αφήνει κα υποθέσουμε.

 

 Υποσημειώσεις


[1] Βλ. τη μελέτη μου στα γαλλικά «Ο Καποδίστριας και ο σχεδιασμός του Άργους» στο «BULLETIN DE CORRESPONDANCE HELLENIQUE» της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, συμπλήρωμα VI, «Αργειακές Μελέτες», 1980.

[2] Βλ. ήδη τους «Στρατώνες Καποδίστρια στο ‘Αργος», στα «Αρχιτεκτονικά Θέματα», τόμος 13, 1979 και σειρά άρθρων στο περιοδικό «Αρχαιολογία» (1989 και 1990).

[3] Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), Γεν. Γρ., φ. 114.

[4] Εκδόθηκε το 1915, σελ. 251-252.

[5] Σε τμήμα σειράς άρθρων του, με τον γενικό τίτλο «Περί την Εκατονταετηρίδα», Δ’ Συνέχεια, για την οικογένεια Τσώκρη, στην εφημ. «Τελέσιλλα», 1-6-1930.

[6] ΓΑΚ, Γεν. Φροντ., φ.11.

[7] Φύλλο της 11- 4 – 1828, αρ. 25, σελ.105.

[8] Βλ. ειδικότερες παρατηρήσεις και πληροφορίες στη μελέτη μου «Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική στο ‘Αργος», στα «Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών», 1980.

[9] Φ. της 18-7-1828, αρ. 51, σελ. 209.

[10] Φ. της 6-4-1829, αρ. 27, σελ. 105.

[11] ΓΑΚ, Γεν. Γρ., φ. 203.

[12] ΓΑΚ, Γεν. Φροντ., φ.47.

[13] ΓΑΚ, ‘Εκτ. Επ, και Πρ. Δ., φ.83.

[14] ‘Εκδ. μηνιαίου «Νέου Κόσμου», 1934, σελ. 95.

[15] Πρώτος της «EXPEDITION SCIENTIFIQUE DE MOREE», Παρίσι, 1836, σελ. 467.

[16] Τόμος 2ος , Παρίσι, 1837-8, σελ. 391-406.

[17] Αρ. φ. 49.

[18] Αρ. 54 σελ. 220.

[19] Εγκύκλιος αρ. 6189, ΓΑΚ, ‘Εκτ. Επ. και Πρ, Δ., φ. 85.

[20] Φύλλο της 1 Νοεμβρίου, αρ. 86. Η ίδια πληροφορία και στο φ. της 15 Νοεμβρίου.

[21] Αρ. 93-94, σελ. 441.

[22] Αρ. 95, της 3 Δεκεμβρίου. Η ανταπόκριση από το Ναύπλιο, με ημερομηνία 2-12-29.

[23] Φ. της 13-6-1831, αρ. 44, σελ.247.

[24] Βλ. σχετικό άρθρο μου στην τοπική εφημερίδα «Θάρρος» (29/8 και 4/9/1984). Ο Καποδίστριας αναφέρεται στο γεγονός, σε επιστολή του προς τον έλληνα επιτετραμ­μένο στο Παρίσι, Σούτζο, με ημερομηνία 15-6-1831 (δημοσιεύθηκε στον Δ’ τόμο των Ε­πιστολών του).

[25] Φ. της 15-7-1831, αρ. 53.

[26] Φ. της 29-8-1831, σελ. 414.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης*

 * Ο Βασίλης Κ. Δωροβίνης είναι δικηγόρος, και πολιτικός επιστήμονας, με ερευνητικές εργασίες στον τομέα της νεότερης ιστορίας. Το 2012 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για τη δράση και τις μελέτες του στον τομέα της πολιτισμικής κληρονομιάς.

Περιοδικό Ελλέβορος, σελ. 84-90, τεύχος 6-7, Άργος 1990.

Διαβάστε ακόμη: Ιωάννης Καποδίστριας

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »