Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Αναπλιώτες Κανταδόροι 1920 -1970 | Ιδεολόγοι ερασιτέχνες.  [Βασίλης Κορολής – Αλέξανδρος Φουκαράς. Απόφοιτοι του Τμήματος Λαϊκής & Παραδοσιακής Μουσικής, Μουσικού Τμήματος Πανεπιστημίου Ιωαννίνων]


       

Αστική Μουσική Κουλτούρα και Ερασιτεχνισμός (μπάντα, χορωδίες, καντάδα) – Καταγωγή των Κανταδόρων (συνοικίες, επαγγέλματα, γενιές κανταδόρων) – Πώς Μάθαιναν Μουσική (ο θεσμός της μουσικής παρέας) – Το Γλέντι (στέκια, μουσικά όργανα).

 

Πρόλογος

 

Ο μεγάλος Ναυπλιώτης ποιητής Νίκος Καρούζος το 1982 σε συνέντευξη που έδωσε στα πλαίσια τηλεοπτικής εκπομπής, μνημονεύοντας το φίλο του και έτερο μεγάλο Ναυπλιώτη λογοτέχνη Άγγελο Τερζάκη, ανέφερε μεταξύ άλλων:

 

«Tα χρόνια περνούν και φεύγουμε ένας ένας από τον κόσμο. Να! θυμάμαι τον Τερζάκη. Στη δεκαετία του ’70  ερχότανε και αυτός συχνότατα στ’ Ανάπλι για διακοπές. Συναντιόμασταν τα βράδια στη θερινή βαβούρα των καφενείων της παραλίας. Αυτό το Ναύπλιο όπως είναι πια τουριστικά διαμορφωμένο δεν είναι ούτε το δικό του πολύ παλιότερο Ναύπλιο ούτε το δικό μου λιγότερο παλιό. Είναι ένα Ναύπλιο σε σχετική παραμόρφωση. Κουβεντιάζαμε και νοσταλγούσαμε την παλιά φυσιογνωμία της πόλης. Θυμάμαι μια ωραία σκέψη του Τερζάκη σε αυτές τις πολύωρες καλοκαιρινές συζητήσεις. Το Ναύπλιο έχασε την δραματική του διάσταση.[1] Είναι η φράση του.[2]

 

Κομμάτι αυτής της δραματικής διάστασης που εκτόπισε η τουριστικοποίηση ήταν και οι κανταδόροι του Ναυπλίου.[3] Ο τουρισμός τους άφηνε πλέον χώρο μόνο ως διασκεδαστές των τουριστών. Σταδιακά, τα αυθόρμητα γλέντια στο δημόσιο χώρο του τουριστικού πλέον Ναυπλίου άρχισαν να εκλαμβάνονται ως ενόχληση. Χαρακτηριστική είναι η αφήγηση ενός από τους παλιούς κανταδόρους:

 

«Να σας πω μια περίπτωση. Επί διχτατορίας ένα βράδυ παίζαμε με τον συχωρεμένο τον Κατσίγιαννη στο μαγαζί κάτω. Στο καφενείο εκεί μαζευόντουσαν όλοι οι αντιεισαγγελείς ‒ ο Καράπαυλος, ο Μητρομάρας‒[4] και μας ακούγανε … ένας Χρονόπουλος αντιεισαγγελέας που έμενε στην Παναγία. Και είχαμε πάει προς την θάλασσα κοντά εγώ, ο Δοροβίνης, ο Κατσίγιαννης, και ένας άλλος. Ξαφνικά έρχεται η αστυνομία με ένα αυτοκίνητο και μας βάζει μέσα. Μας βάζουν μέσα και μας πάνε στον Αγιώργη που ήτανε το τμήμα. Εκείνη την ώρα που μας πέρνανε τα στοιχεία χτυπάει το τηλέφωνο και είχανε πάρει από το Ξενία από τα δύο ξενοδοχεία εκεί πέρα απάνω. Μου λέει ο Κατσίγιαννης ″Πάρε το Δήμαρχο τηλέφωνο″.  Μόλις είχε φύγει ο Μητρομάρας από το μαγαζί.  Όταν ενημερώθηκε παίρνει τηλέφωνο την αστυνομία. ″Μην τολμήσετε και πειράξετε τους ανθρώπους αυτούς″, τους λέει, ″Το Ανάπλι έχει ιστορία. Σε όποιον δεν αρέσει να πάει να χτίσει σκηνή στις παλιές μπανιέρες κάτου να κοιμάται. Έχουμε παράδοση″».[5]

 

Αυτή την άγνωστη πλέον στις νεότερες γενιές παράδοση του Αναπλιού θέλουμε να τιμήσουμε μ’ αυτή την εργασία, μια παράδοση που, όπως φαίνεται από τις αφηγήσεις των παλιών, δε δημιουργήθηκε κάτω από ρόδινες συνθήκες. Αν δούμε πέρα από τη ματιά του λογοτέχνη, οι νέοι παλιότερων γενεών που ανατράφηκαν και μεγάλωσαν σ’ αυτό το προ-τουριστικό Ναύπλιο[6] με τη «δραματική διάσταση» που αναφέρει ο Άγγελος Τερζάκης στερούνταν ανέσεις και διεξόδους, ζώντας ουσιαστικά σε μια κλειστή και συντηρητική κοινωνία, όπου οι νέοι δεν είχαν την ελευθερία να φλερτάρουν και να εκφράσουν ελεύθερα το ερωτισμό τους.

Παρόλ’ αυτά, είναι αξιομνημόνευτο το γεγονός ότι, αντί να απομονωθούν ή να στραφούν στις ουσίες (μεγάλο πρόβλημα του σύγχρονου τουριστικού Ναυπλίου από τη δεκαετία του 1990 μέχρι σήμερα) και το μηδενισμό, κινητοποιούνταν συλλογικά, δημιουργώντας οι ίδιοι διεξόδους. Αυτοσχεδίαζαν γλέντια και μάθαιναν ερασιτεχνικά μουσική, ώστε να δημιουργήσουν συλλογικές εμπειρίες και να δώσουν νόημα στη συνύπαρξή τους. Σ’ αυτή την προ-τουριστική εποχή οι νέοι κυρίως από τις λαϊκές συνοικίες του Ναυπλίου, μαθητές, μαθητευόμενοι τεχνίτες, καλφάδες σε διάφορες τέχνες, υπάλληλοι[7] κατάφεραν να δημιουργήσουν μια δική τους πολιτισμική ταυτότητα με βασικό στοιχείο την έντονη κλίση προς τη μουσική. Δημιούργησαν δίκτυα προσώπων, που είχαν τα δικά τους στέκια και διοργάνωναν αυθόρμητα γλέντια, προσπαθώντας «να αποτινάξουν το ζυγό της καθημερινότητας».

Θελήσαμε λοιπόν μέσα από προφορικές μαρτυρίες, φωτογραφικό υλικό αλλά και ηχογραφήσεις να συμβάλουμε κι εμείς στη διατήρηση της μνήμης γύρω από τη μουσική ιστορία του Ναυπλίου. Σε αντίθεση με τη σημερινή καταναλωτική κοινωνία, τα γλέντια αυτά ήταν αυτοσχέδια και στο κέντρο τους βρισκόταν πάντα η αγάπη των κατοίκων του Ναυπλίου για τη μουσική. Παρότι έχει γίνει ήδη προσπάθεια για την καταγραφή της μουσικής παράδοσης του Ναυπλίου, με σημαντικότερη και ευρέως γνωστή στους κατοίκους του Ναυπλίου την εργασία του Γεωργίου Χώρα,[8] εμείς, έχοντας τη διάθεση να προσθέσουμε ένα λιθαράκι σ’ αυτή την προσπάθεια, θεωρήσαμε απαραίτητο να συμπεριλάβουμε συνεντεύξεις και ηχογραφήσεις, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να αντλήσει γνώση για το παρελθόν απευθείας μέσα από τις διηγήσεις και τις φωνές των πρωταγωνιστών αυτής της περασμένης εποχής.[9]

 

Αστική μουσική κουλτούρα και  ερασιτεχνισμός

 

Στο Ναύπλιο ήδη από τη δεύτερη βενετοκρατία[10] δημιουργήθηκε ισχυρή αστική κοινότητα[11] στα πρότυπα των Ιονίων Νήσων, δεδομένου ότι ήταν έδρα της βενετσιάνικης διοίκησης[12] και σημαντικό λιμάνι της εποχής. Ο πληθυσμός της πόλης από εκείνα τα χρόνια αποτελούνταν από γαιοκτήμονες, εμπόρους, κρατικούς υπαλλήλους, στρατιωτικούς, ιερείς, δασκάλους, μικροεμπόρους, τεχνίτες και εργάτες.[13] Μέσα στα χρόνια της δεύτερης οθωμανικής περιόδου,[14] όπως αναφέρει ο ιστοριογράφος του Ναυπλίου Μιχαήλ Λαμπρυνίδης, «το Ναύπλιον από της εποχής ταύτης παρέμεινε καθαρώς στρατιωτική πόλη».[15]

Αυτός ο αστικός χαρακτήρας του Ναυπλίου παρέμεινε διαχρονικά ίδιος και μετά την Ελληνική Επανάσταση. Όπως καταγράφεται σε απογραφή του πληθυσμού της πόλης το 1861 σε σύνολο 6.024 ατόμων υπήρχαν 1.032  στρατιωτικοί, 363 βιομήχανοι (βιοτέχνες), 87 έμποροι, 103 δημόσιοι υπάλληλοι, 53 επιστήμονες, 12 κληρικοί και 32 δικηγόροι.[16]

Όπως γίνεται σαφές από τα παραπάνω, το  κυρίαρχο στοιχείο ήταν οι στρατιωτικοί. Ωστόσο, οι έμποροι αλλά και οι εξασκούντες ταπεινά επαγγέλματα, όπως αποκαλούνταν τότε (τεχνίτες, ταβερνιάρηδες και ψαράδες), είχαν εξίσου ισχυρή παρουσία. Σύμφωνα με τη μελέτη του ερευνητή Γιώργου Αντωνίου γύρω από το εμποροβιοτεχνικό παρελθόν του Ναυπλίου, μόνο στην Πρόνοια, μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, λειτουργούσαν 23 ταβέρνες και συνολικά στην πόλη 58 οινοπωλεία. Ενώ στο Ναύπλιο υπήρχαν μεταξύ άλλων 35 παντοπωλεία, 24 μανάβικα, 10 ραφεία, 13 σιδηρουργεία, 31 υποδηματοποιεία, 11 επιπλοποιεία κ.λπ.[17]

Ένα ακόμα στοιχείο που παρέμεινε σταθερό διαχρονικά[18] ήταν η εγκατάσταση προσφύγων και εποίκων στην πόλη, αλλάζοντας διαρκώς τη δημογραφική σύνθεση της.[19] Παρόλ’ αυτά, τα στατιστικά και δημογραφικά στοιχεία δεν είναι αρκετά για να μας φανερώσουν τι ακριβώς συνέβαινε με την κουλτούρα και την πολιτισμική ταυτότητα όλων αυτών των κατοίκων σε όλες αυτές τις διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Για παράδειγμα, δε μας λένε τίποτα για το πώς και πού γλεντούσαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, ποια ήταν τα στέκια τους, ποιες μουσικές προτιμήσεις είχαν, ποια δίκτυα προσώπων οργάνωναν τα γλέντια κ.λπ. Δυστυχώς, ελάχιστα έως ανύπαρκτα είναι τα στοιχεία που  έχουμε για όλα αυτά τα ζητήματα. Λίγες αναφορές αρχίζουμε να βρίσκουμε καταγεγραμμένες μόνο από την Επανάσταση και έπειτα. Από αυτές τις πληροφορίες φαίνεται πως ο βασικός μουσικός θεσμός του μετεπαναστατικού  Ναυπλίου (από τον Καποδίστρια και έπειτα)  ήταν η μπάντα.[20] Αρχικά επρόκειτο για στρατιωτική μπάντα και πολύ αργότερα, μετά το 1890, για φιλαρμονική «αστική» μπάντα.[21]

 

Η Φιλαρμονική του Δήμου Ναυπλίου τη δεκαετία του 1950. Στο μέσο όρθιος ο αρχιμουσικός Β. Χαραμής. Φιλαρμονική Ναυπλίου, 1948. Φωτογραφία από το αρχείο Δέσποινας Θ. Κοΐνη.

 

Όσον αφορά τις αντιλήψεις ενός μέρους του πληθυσμού γνωρίζουμε ότι μέσα στην πολυπληθή κοινότητα των δικηγόρων του Ναυπλίου υπήρχε μια ισχυρή ομάδα που διαπνεόταν από δημοκρατικές αντιλήψεις και ήταν επηρεασμένη από τα δημοκρατικά κινήματα της Ευρώπης με αποτέλεσμα το 1862 να πρωτοστατήσει στην εξέγερση κατά του Όθωνα. Τουλάχιστον 10 από τους 32 δικηγόρους της εποχής εκείνης συμμετείχαν ως ηγέτες σ’ αυτή την εξέγερση.[22] Σύμφωνα με μια περιγραφή της κατάστασης την περίοδο της εξέγερσης: (περισσότερα…)

Read Full Post »

Οι μεταφράσεις του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και η ιστορία του Thomas Gordon


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», την πραγματικά ενδιαφέρουσα ανακοίνωση της κυρίας Λαμπρινής Τριανταφυλλοπούλου, φιλολόγου, και φιλολογικής επιμελήτριας της «Ιστορίας» του Γκόρντον, στην ημερίδα-αφιέρωμα στον μεγάλο Σκώτο στρατηγό, μεγαλοκτηματία και περιηγητή, Τόμας Γκόρντον που πραγματοποιήθηκε, το Σάββατο, 5 Απριλίου 2025, στην αίθουσα εκδηλώσεων του Βυζαντινού Μουσείου, στους Στρατώνες του Καποδίστρια, στο κέντρο του Άργους, με θέμα «Η ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης του Σκώτου Στρατηγού Τόμας Γκόρντον», και σκοπό να αναδείξει την ιστορική σημασία του έργου, την προσφορά του Γκόρντον στον ελληνικό Αγώνα, καθώς και τη σπουδαία συμβολή του Παπαδιαμάντη στη διατήρηση και διάδοσή του.

Από τους πρώτους φιλέλληνες ο Γκόρντον συμμετείχε ενεργά και ποικιλότροπα στον ελληνικό αγώνα. Επιστρέφοντας το 1831 στη Σκωτία άρχισε ως αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων τη συγγραφή εκτεταμένης, δίτομης εντέλει, ιστορίας: την «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» από την οποία μεταφρασμένη το 1840 στη Λειψία άντλησε πληροφορίες ο Πέτερ Φον Ες, όταν στο Μόναχο δούλευε τον κύκλο έργων γύρω από την Επανάσταση.

Στο Άργος έκτισε την περίφημη οικία Γόρδωνος το 1829 και γι’ αυτό μερικά χρόνια αργότερα η γειτονιά ονομαζόταν συνοικία Γόρδωνος, πρώην Αρβανιτιά επί τουρκοκρατίας.

Το πλήρες έργο του μεταφράστηκε με ιδιαίτερη λογοτεχνική δεξιότητα από τον κορυφαίο Έλληνα πεζογράφο Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη το 1904 και παρέμεινε ανέκδοτο για περισσότερο από έναν αιώνα, έως ότου κυκλοφορήσει σε έκδοση το 2015.

Στην ημερίδα μίλησαν και οι κύριοι Πασχάλης Κιτρομηλίδης, καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και ακαδημαϊκός, με θέμα: «Η συμβολή του έργου του Γκόρντον στην Επανάσταση του 1821», και Βασίλης Δωροβίνης, πολιτικός επιστήμονας και ιστορικός, με θέμα: «Το αρχείο του Γκόρντον και το σπίτι του στο Άργος».

 

«Οι μεταφράσεις του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και η ιστορία του Thomas Gordon»

 

Στη μνήμη του Άγγελου Μαντά  και της Αγλαΐας Κάσδαγλη

 

Ο Αλεξάνδρος Παπαδιαμάντης εργαζόταν ως μεταφραστής σε εφημερίδες, από τα γαλλικά και τα αγγλικά. Ήταν αυτοδίδακτος, ως επί το πλείστον, στις ξένες γλώσσες (είχε διδαχθεί μόνο λίγα γαλλικά στο Ελληνικό Σχολείο και το  Γυμνάσιο). Παρακολούθησε τις πρώτες σχολικές τάξεις στη Σκιάθο, την τελευταία τάξη του Ελληνικού Σχολείου στη Σκόπελο, τις γυμνασιακές τάξεις στη Χαλκίδα, τον Πειραιά και την Αθήνα. Η σχολική εκπαίδευσή του ήταν άτακτη, με δύο τριετείς παύσεις και άλλες μικρότερες διακοπές, που οφείλονταν κυρίως σε οικονομικές δυσχέρειες.

 

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης το 1908. Κάτω δεξιά η υπογραφή του. Συλλογή Δ. Φιλάρετου.

 

Πήρε το  απολυτήριό του  από το Βαρβάκειο  Γυμνάσιο τον Σεπτέμβριο του 1874, σε ηλικία 23 ετών. Το ίδιο έτος γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, όπου  παρακολούθησε μερικά μαθήματα. Είχε φιλικές σχέσεις με τον εκδότη και βιβλιοπώλη Σπυρίδωνα Κουσουλίνο  και στο βιβλιοπωλείο του είχε την ευκαιρία να μελετήσει και ξενόγλωσσα βιβλία και να γνωρίσει τα έργα ξένων συγγραφέων από το πρωτότυπο. Συντηρήθηκε κατά τα φοιτητικά του χρόνια στην Αθήνα με οικονομική βοήθεια από την οικογένειά του και με παραδόσεις μαθημάτων. Πτυχίο δεν πήρε, καθώς δεν προσήλθε ποτέ στις εξετάσεις του Πανεπιστημίου. Κλήθηκε στο στρατό σχεδόν τριαντάχρονος, κατά την επιστράτευση του 1880 και υπηρέτησε μέχρι το καλοκαίρι του 1881.

Το 1882 προσλαμβάνεται στην Εφημερίδα και μέχρι το 1908 που επιστρέφει οριστικά στο νησί του, βιοπορίζεται ως μεταφραστής στα αθηναϊκά δημοσιογραφικά γραφεία. Σ᾽ ένα όψιμο διήγημά του, με τίτλο «Το γράμμα στην Αμερική», γράφει:

 

«[…] ὅπως κυβερνᾶται, ἢ μᾶλλον ὅπως φέρεται ὁ κόσμος, μὲ τὴν ψευδομανίαν, μὲ τὴν τυφλὴν πρόληψιν, μὲ τὴν κωφὴν φήμην, εἶχε διαδοθῆ καὶ πιστευθῆ εἰς τὸ χωρίον ὅτι τάχα ἐγὼ ἤξευρα πολλὲς γλῶσσες.“ Ὅλες μὲ τὰ γράμματά τους καὶ τὶς μιλιὲς φαρσί”.

Κ᾿ ἐγὼ πράγματι δὲν ἤξευρα οὔτε μισὴν γλῶσσαν νὰ μιλήσω, εἶχα δὲ ἐκμελετήσει κατ᾿ ἰδίαν ὅ,τι ἐκ τῶν ξένων γλωσσῶν εἶχα μάθει, χάριν φιλολογικῆς ἀπολαύσεως, εἶτα ἐξ ἀνάγκης καὶ πρὸς βιοπορισμόν, καὶ εἰργαζόμην ὡς μεταφραστὴς εἰς τὰς ἐφημερίδας, οὐδέποτε ὡς κουριέρης εἰς τὰ ξενοδοχεῖα ἀλλ᾿ οὔτε εἶχον ἀνατραφῆ μὲ γκουβερνάνταν διὰ νὰ ὁμιλῶ ξένας γλώσσας».

 

Στις εφημερίδες μετέφραζε κάθε λογής κείμενα, ό,τι του ανέθεταν κάθε φορά οι εργοδότες. Άλλοτε τηλεγραφήματα, ειδήσεις και άρθρα, άλλοτε μυθιστορήματα που δημοσιεύονταν σε συνέχειες. Οι μεταφράσεις του δημοσιεύονταν ανυπόγραφες στις εφημερίδες, αλλά ορισμένα μυθιστορήματα κυκλοφόρησαν  έπειτα σε τομίδια και αναφέρεται  εκεί το όνομά του. Με τον Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλο (τον πατέρα μου) είχαμε πραγματοποιήσει παλαιότερα έρευνα στις ανυπόγραφες μεταφράσεις των εντύπων που συνεργάστηκε. Συνδυάζοντας τις εξωτερικές μαρτυρίες που συγκεντρώσαμε με τα εσωτερικά τεκμήρια που μας παρέχει το ίδιο το κείμενο των μεταφράσεων, έχουμε σε μεγάλο μέρος ιχνηλατήσει  τη μεταφραστική του διαδρομή, επιβεβαιώνοντας την πατρότητα πολλών ανυπόγραφων μεταφρασμάτων. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Στρατηγός Guillaume Henri Dufour και ο κόμης  Ιωάννης Καποδίστριας στην Ευρώπη του 19ου αιώνα – Δρ Σοφία Κ. Μωραΐτη


 

Τον 19ο αιώνα ο γεωπολιτικός χάρτης της Ευρώπης διαμορφώθηκε από τους πολέμους του Ναπολέοντα και τους πολυάριθμους άλλους επιμέρους πολέμους. Η αφύπνιση των εθνικών συνειδήσεων και των πολύ δυνατών πατριωτικών συναισθημάτων, η ενοποίηση της Ιταλίας και η απελευθέρωση βαλκανικών περιοχών καθώς και οι βιομηχανικές επαναστάσεις έδωσαν το έναυσμα για συζητήσεις σχετικές με το νέο πρόσωπο της Ευρώπης. Από το 1815 έως το 1871 η Ευρώπη των Εθνών κυριαρχεί στην πολιτική ζωή της εποχής: από το συνέδριο της Βιέννης και την Ιερά Συμμαχία στην ενοποίηση της Ιταλίας και της Γερμανίας, οι λαοί προσδοκούσαν την δημιουργία εθνικών Κρατών υπό το ανεκτικό ή εχθρικό βλέμμα των μεγάλων δυνάμεων.

Ο 19ος αιώνας ήταν επίσης ο αιώνας κατά την διάρκεια του οποίου οι πνευματικές ελίτ μετέτρεψαν την γηραιά ήπειρο σε έναν τεράστιο λέβητα μέσα στον οποίο σφυρηλατήθηκαν και διαμορφώθηκαν όλες οι ιδέες και όλες οι τέχνες. Οι σοφοί του, οι καλλιτέχνες του, οι διανοούμενοί του στήριξαν την τεχνολογική έρευνα, την επιστημονική έρευνα, την αναζήτηση ιδεών σε επίπεδο που ποτέ πριν δεν είχαν αγγίξει.

Ο Ναπολέων, που θεωρείται στρατηγική και πολιτική ιδιοφυΐα, ιδρυτής βασιλικής δυναστείας, καταλύτης αλλά και οικοδόμος ευρωπαϊκών βασιλείων και εθνών, πάνω στα οποία άφησε το βαθύ αποτύπωμα της προσωπικότητάς του, κυριάρχησε τόσο στη γαλλική όσο και στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή. Μετά την πτώση της Γαληνοτάτης και την διανομή των εδαφών της με την Αυστρία, ο Ναπολέων στράφηκε προς τα Επτάνησα. Στις 16 Αυγούστου 1797 έγραφε στο Διευθυντήριο ότι τα νησιά της Κέρκυρας, της Ζακύνθου και της Κεφαλονιάς ήταν πιο ενδιαφέροντα από όλη την Ιταλία, καθώς τα θεωρούσε πηγή πλούτου και ευημερίας για το γαλλικό εμπόριο. Με την Συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο της 17ης Οκτωβρίου 1797, τα Επτάνησα «και όλα τα μέχρι πρότινος ενετικά εδάφη στην Αλβανία» έγιναν γαλλικά. Αργότερα, με τα δύο μυστικά άρθρα της ειρηνευτικής συνθήκης του Τιλσίτ, που υπογράφηκε στις 8 Ιουλίου 1807 και επικυρώθηκε την επόμενη μέρα, τα ρωσικά στρατεύματα θα παρέδιδαν στα γαλλικά στρατεύματα «την χώρα που είναι γνωστή ως Kόλποι του Κοτόρ» και «τα επτά Ιόνια νησιά θα ανήκουν πλήρως και κυριαρχικά στη Α.Μ. τον αυτοκράτορα Ναπολέοντα». Έτσι ο Βοναπάρτης εκδίωξε τους Ρώσους από την Μεσόγειο. Χωρίς να εγκαταλείψει την ανατολική του πολιτική, ο Βοναπάρτης θεωρούσε την Κέρκυρα ως «το κλειδί της Αδριατικής».

 

Η πόλη και το λιμάνι της Κέρκυρας από το νησί Βίδο. Χαλκογραφία, έργο του Άγγλου ζωγράφου Joseph Cartwright (Τζόζεφ Κάρτραϊτ 1789;-1829), Λονδίνο, 1821.

 

Στις 7 Φεβρουαρίου 1808, σε επιστολή του προς τον βασιλιά της Νάπολης, ο Ναπολέων έγραφε ότι η Κέρκυρα ήταν τόσο σημαντική για εκείνον, ώστε η απώλειά της θα έδινε ένα μοιραίο πλήγμα στα σχέδιά του. Πρόσθετε ότι η Αδριατική θα έκλεινε και ότι το βασίλειο του βασιλιά της Νάπολης θα είχε στα αριστερά του  ένα λιμάνι απ’ όπου ο εχθρός θα στρατολογούσε Αλβανούς και άλλες δυνάμεις για να τους επιτεθεί. Ο Ναπολέων κατέληγε λέγοντας πως ο βασιλιάς της Νάπολης όφειλε να θεωρεί την Κέρκυρα πιο σημαντική και από την Σικελία, και ότι, με βάση την τότε κατάσταση της Ευρώπης, η μεγαλύτερη συμφορά που θα μπορούσε να του συμβεί ήταν η απώλεια της Κέρκυρας.

 

Το πορθμείο στο Πέραμα της Κέρκυρας. Χαλκογραφία, έργο του Άγγλου ζωγράφου Joseph Cartwright (Τζόζεφ Κάρτραϊτ 1789;-1829), Λονδίνο, 1821.

 

Ο Γάλλος Αυτοκράτορας ενδιαφέρθηκε να μετατρέψει την Κέρκυρα σε στρατιωτική βάση, ικανή να ελέγχει την Αδριατική – την οποία θεωρούσε «γαλλική λίμνη» – και να ανταγωνιστεί αυτήν που κατείχαν οι Άγγλοι στην Μάλτα. Για να το επιτύχει, έστειλε στο νησί στρατιώτες, κανόνια και όλμους, πυρομαχικά, τρόφιμα, χρήματα, και στρατιωτικούς μηχανικούς, μαζί με φρουρά 13.000 ανδρών υπό την ηγεσία του στρατηγού Donzelot. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η αποστολή του Ντυφούρ. Αλλά πώς θα ξεπερνούσαν τις δυσκολίες και θα απέφευγαν τα αγγλικά πλοία, που ήταν πιο γρήγορα και περιπολούσαν στο Ιόνιο; (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η ερμιονίτικη οικογένεια του Γιάννη Φασιλή – Τουτούνη | Ήρα Φραγκούλη – Βελλέ


 

Στην Κωνσταντινούπολη

 

Ήταν περίπου τη 10ετία του 1850, όταν δυο ερμιονίτικα ιστιοφόρα άραξαν στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης. Οι δυο καραβοκύρηδες έτρεξαν αμέσως στο τελωνείο να δηλώσουν την άφιξή τους και να αναζητήσουν γράμματα και τηλεγραφήματα από την πατρίδα. Και οι δυο έχουν την ίδια αγωνία: Έχουν αφήσει τις γυναίκες τους στην Ερμιόνη σε κατάσταση εγκυμοσύνης και περιμένουν την έκβασή της.

Η χαρά ήταν και για τους δυο: Ο καπεταν – Γιάννης Φασιλής – Τουτούνης απέκτησε τον πρωτότοκο γιο του και ο καπεταν – Βασίλης Μπούρλας ένα κοριτσάκι. Μετά τα αμοιβαία κεράσματα οι δυο άνδρες υποσχέθηκαν ή ονειρεύτηκαν τα νεογέννητα παιδιά τους να ζευγαρώσουν. Η ζωή πραγματοποίησε την επιθυμία τους. Ο Πάνος Γιάννη Φασιλής παντρεύτηκε – από έρωτα – την Θεοδωρούλα Βασιλείου Μπούρλα.[1]

 

Αργυρώ και Κατίνα Φασιλή, Πειραιάς περ. 1890. Φωτογραφείο: Γαζιάδη. Αρχείο: Ανθούλα Λαζαρίδου-Δουρούκου.

 

Τον Ιωάννη Φασιλή, τον επονομαζόμενο Τουτούνη, συναντάμε στον εκλογικό κατάλογο ψηφοφόρων Ερμιόνης του 1906, πλοίαρχο, ετών 86 συμπεραίνοντας ότι γεννήθηκε το 1820. Εκτός από τον πρωτότοκο Πάνο απέκτησε δύο ακόμα αγόρια, τον Αγγελή και τον Σπύρο και δύο κορίτσια την Κατερίνα και την Αργυρώ. Αναγνωρίζουμε ακόμα τον Ιωάννη Φασιλή σε ναυλοσύμφωνο του 1874[2] με το οποίο το καΐκι «Πανωραία» των Νικολάου και Ιωάννου Φασιλή μεταφέρει 61000 οκάδες λεμόνια προς Κωνσταντινούπολη. Ο καπεταν-Γιάννης έκτισε το σπίτι του στο νότιο λιμάνι της Ερμιόνης και κατασκεύασε μπροστά του δικό του μαντράκι, που άραζε το πλεούμενό του. Τα εμπορικά του ταξίδια που μετέφεραν αγαθά από την Ερμιόνη και τον Πειραιά σε όλα τα λιμάνια της Μεσογείου, τον έφεραν και στην Αλεξάνδρεια, γι’ αυτό βρίσκουμε τους απογόνους του να σταδιοδρομούν στην Αίγυπτο, ωραίοι και καλοζωισμένοι. (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Ανακτορική, Βασιλική, Προεδρική Φρουρά. Πολιτειακοί συμβολισμοί»[1]MSc Μαρίνα Σπ. Τσιρτσίκου, Ιστορικός ΓΕΣ/Δ4 (ΔΙΣ), Υπ. Διδακτόρισσα Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων


 

Η ιστορία της Προεδρικής Φρουράς, καθώς και οι συνεχείς μετονομασίες της από το 1868 έως το 1974, αντανακλά την εξέλιξή της σε συνάρτηση με τις πολιτειακές αλλαγές της Ελλάδας, και ιδιαίτερα τις μεταβολές του πολιτεύματος, από τη Βασιλευομένη Δημοκρατία μέχρι την Προεδρευομένη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία.

Το Στρατόπεδο της Προεδρικής Φρουράς «Γεώργιος Τζαβέλας» έχει σημαντική ιστορική αξία, καθώς συνδέεται με την ελληνική πολιτειακή και στρατιωτική – πολεμική ιστορία της χώρας. Το γεγονός ότι το όνομά του τιμά έναν ήρωα της Επανάστασης, τον Σουλιώτη οπλαρχηγό Γεώργιο Τζαβέλα, δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στον χαρακτήρα του στρατοπέδου. Ενώ, η θέση του κοντά στο Προεδρικό Μέγαρο, υποδηλώνει τη συμβολική του σχέση με την κεντρική εξουσία της χώρας.

 

Εύζωνες της Βασιλικής Φρουράς παρουσιάζουν όπλα στο στρατόπεδό τους, 1948. Φωτογραφία: Chris Ware.

 

Η Προεδρική Φρουρά ιδρύθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1868, με την αρχική ονομασία «Άγημα», ως στράτευμα αυθύπαρκτο. Από την ίδρυσή της είχε έναν ιδιαίτερο και ξεχωριστό ρόλο, ως τμήμα του μόνιμου στρατού με αποστολή την προστασία του βασιλιά.

Η πρόθεση του βασιλιά Γεώργιου Α’ να εξασφαλίσει την άριστη εκπαίδευση των υπαξιωματικών και να δημιουργήσει ένα πρότυπο στρατιωτικής αρετής για τον υπόλοιπο στρατό ήταν καθοριστική για τον σχηματισμό και τη λειτουργία της Φρουράς. Από την αρχή της ίδρυσής της, η δομή και η εκπαίδευση των ευζώνων προσανατολίζονταν στην ανάπτυξη της στρατιωτικής αριστείας. Ειδικότερα, η θέσπιση ειδικών κανονισμών για τη λειτουργία της και την εκπαίδευση των μελών της, αλλά και η καθιέρωση ξεχωριστής στολής, προσδίδουν στην Προεδρική Φρουρά έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, συνδυάζοντας τη στρατιωτική πειθαρχία με την αυστηρότητα και την αριστεία. (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Περίτεχνοι και περίβλεπτοι συμβολισμοί για τις στολές των Ευζώνων στην Προεδρική Φρουρά»,[1]  – MSc Μαρίνα Σπ. Τσιρτσίκου, Ιστορικός ΓΕΣ/Δ4 (ΔΙΣ) – Υπ. Διδακτόρισσα Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων


 

Η παραδοσιακή ευζωνική ενδυμασία, με κύρια χαρακτηριστικά: τη ζώνη, που δηλώνει τον «καλά – ζωσμένο» μαχητή και τη φουστανέλα, αποτελεί σημείο ταύτισης του άτακτου και του τακτικού στρατού, καθώς χρησιμοποιήθηκε από τα άτακτα σώματα κατά τα επαναστατικά χρόνια του 1821 και διατηρήθηκε και στις πρώτες προσπάθειες συγκρότησης τακτικού στρατού.

 

Έμβλημα Προεδρικής Φρουράς. Παράσταση: Εύζωνας με επίσημη Ευζωνική στολή ο οποίος προβάλλεται μεταξύ του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη και της Ακρόπολης, καθώς και μπροστά από την Ελληνική Σημαία. Περιβάλλονται όλα από κυκλικό πλαίσιο με μαιάνδρους, από το εθνόσημο με δάφνες και από τις επιγραφές «ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ» – «ΠΡΟΕΔΡΙΚΗ ΦΡΟΥΡΑ».
Ο Εύζωνας μέσα στο πλαίσιο σεβασμού και διατήρησης της εθνικής μας παράδοσης συμβολίζει τη συνέχιση της ζωντανής παρουσίας των Ευζώνων, οι οποίοι πρωτοστάτησαν σ’ όλους τους εθνικούς αγώνες από το 1821 μέχρι το 1940 και με τις ηρωικές τους πράξεις κατέστησαν σύμβολα ηρωισμού, θυσίας και νίκης. Μαζί με τη Σημαία, την Ακρόπολη και το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη αποτελούν ενιαίο σύμβολο της πατρίδας μας.

 

Παρέλαση Ευζώνων στα Γιάννενα. Φωτογραφία Χατζηαδάμ Δήμητρα, «Εύζων», Λεύκωμα φωτογραφιών, Λυχνία, Αθήνα (υπό έκδοση).

 

Στις 12 Δεκεμβρίου του 1868, συστήθηκε ανεξάρτητη μονάδα ευζώνων με την ονομασία «Άγημα», όπως ήταν η αρχική ονομασία της Προεδρικής Φρουράς, και τέθηκε στην αποκλειστική υπηρεσία του βασιλιά Γεώργιου Α’. Έφερε τη «λευκή στολή» των ευζωνικών ταγμάτων του τακτικού στρατού – φάριο (φέσι), φέρμελη, φουστανέλα, ζώνη, κάπα περικνημίδες, καλτσοδέτες, τσαρούχια. Η συγκρότησή του στόχευε στη δημιουργία ενός στρατιωτικού σώματος, πρότυπο στρατιωτικής εκπαίδευσης και αρετής για τον υπόλοιπο στρατό.

 

Βασιλικό Διάταγμα Άγημα ΦΕΚ 63, 19.12.1868. Δημοσιεύεται στο: Γενικό Επιτελείο Στρατού, «Στρατιωτική Επιθεώρηση», τ. Ιαν – Απρ 2016.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Η επιτέλεση της ελληνικότητας και της ετερότητας. Η τελετή για την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο | Μαρία Βελιώτη – Γεωργοπούλου, Κοινωνική Ανθρωπολόγος. Επίκουρη Καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου


 

Ο Όθωνας (1815-1867), πρίγκιπας της Βαυαρίας και βασιλιάς της Ελλάδας 1832-1862, με ελληνική εθνική φορεσιά, φέροντας στο στήθος του το Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Σωτήρος, έργου του Ernst Wilhelm Rietschel, 1850.

Στις 25 Ιανουαρίου 1833 με το παλιό ημερολόγιο ή στις 6 Φεβρουαρίου με το νέο ο Όθωνας πατά το ελληνικό έδαφος στο Ναύπλιο ως βασιλεύς της Ελλάδος. Το γεγονός εορτάζεται με μεγαλειώδη για τα δεδομένα του τόπου και της εποχής τελετή.

Η μελέτη αυτή, η οποία εγγράφεται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης έρευνας για τις οθωνικές τελετές,[1] προσπαθεί να ανιχνεύσει, να εντοπίσει και να αναλύσει τα στοιχεία της ελληνικότητας και της ετερότητας που εμπεριέχονται στο τυπικό της τελετής της άφιξης του Όθωνα και να αποκωδικοποιήσει τον συμβολισμό τους. Στηρίζεται δε κυρίως σε αρχειακό υλικό που απόκειται στις συλλογές της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους (στο εξής ΓΑΚ) καθώς και στα ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Αργολίδας,[2] το οποίο διερευνάται υπό την οπτική της ιστορικής ανθρωπολογίας.

Η τελετή της «επισήμου εισόδου της Αυτού Μεγαλειότητος του Βασιλέως της Ελλάδος και της Αντιβασιλείας εις Ναύπλιον»,[3] «οργανώθηκε λεπτομερώς με βάση το τυπικό των ευρωπαϊκών αυλών»,[4] αν και από ένα σχέδιο υποδοχής της αντιβασιλείας αναδύονται στοιχεία τελετουργικού τυπικού με βάση την ελληνική παράδοση.[5] Πρόκειται για μια κοσμική/πολιτική κατά το μεγαλύτερο μέρος της τελετή, σπάνιο γεγονός στον ελληνικό χώρο της εποχής,[6] όπου οι τελετές ήσαν κατά το πλείστον θρησκευτικές.

Σύμφωνα με το επίσημο πρόγραμμα τα κυριότερα μέρη του τυπικού ήσαν: η επιδεικτική παράταξη των βαυαρικών στρατευμάτων από το σημείο της αποβίβασης του Όθωνα ως την πόλη, η πανηγυρική αποβίβαση του βασιλιά και της αντιβασιλείας, η υποδοχή τους από τις ελληνικές αρχές, η μετάβασή τους εν πομπή ως την πόλη, η υποδοχή τους προ της κεντρικής πύλης από τις τοπικές αρχές, η υποδοχή του βασιλιά από τις εκκλησιαστικές αρχές στον μητροπολιτικό ναό, η τέλεση δοξολογίας, η επίδοση σε αυτόν όρκου πίστεως εκ μέρους των πολιτικών και των στρατιωτικών αρχών, ο σημαιοστολισμός των φρουρίων και η εκτέλεση πολεμικής μουσικής.[7] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ονοματολογία και ονοματολογικά Πελοποννήσου | Γεώργιος Η. Κόνδης Κοινωνιολόγος, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Γεωργίου Κόνδη με θέμα:«Ονοματολογία και ονοματολογικά Πελοποννήσου», στο οποίο παρουσιάζει το 8ο Πανελλήνιο Ονοματολογικό Συνέδριο το οποίο διεξήχθη στην εμβληματική Δημόσια Ιστορική Βιβλιοθήκη της Ανδρίτσαινας και ιδιαίτερα την έρευνα της κ. Μαρίνας Σπ. Τσιρτσίκου σχετικά με την «προέλευση των Κρανιδιώτικων επωνύμων, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. (Ρίζα: ελληνική, αρβανίτικη, τουρκική, λατινική)».

 

«Ονοματολογία και ονοματολογικά Πελοποννήσου»

 

Σκοπός του παρόντος κειμένου είναι η παρουσίαση της 25ης Επιστημονικής Επετηρίδας της Ελληνικής Ονοματολογικής Εταιρείας (2024) και ιδιαίτερα της έρευνας της κ. Μαρίνας Σπ. Τσιρτσίκου σχετικά με την «προέλευση των κρανιδιώτικων επωνύμων, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. (Ρίζα: ελληνική, αρβανίτικη, τουρκική, λατινική)»[1]. Η έρευνα έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς συμβάλει στην καταγραφή άγνωστων  στοιχείων της τοπικής ιστορίας, συμβάλλοντας στη γενικότερη εθνική ιστοριογραφία και μελέτη.

Από την άποψη αυτή, η «ονοματολογία» είναι ένας ιδιαίτερος επιστημονικός κλάδος άμεσα συνδεμένος με τη γλωσσολογία, την ιστορία και τις άλλες κοινωνικές επιστήμες, ιδιαίτερα διαδεδομένη στην Ευρώπη, αλλά σχετικά άγνωστη στη χώρα μας. Διδάσκεται μάλιστα ως αυτόνομο επιστημονικό αντικείμενο, σε πολλά Πανεπιστήμια σε όλο τον κόσμο. Αρκετοί επίσης είναι οι ερευνητές που ασχολούνται με τον κλάδο αυτό όπως και με την «γενεαλογία», προσφέροντας σημαντικά ερευνητικά αποτελέσματα για την κοινωνική δομή και εξέλιξη μέσω της μελέτης ονομάτων και οικογενειακών διακλαδώσεων οι οποίες ορίζουν, σε ορισμένες περιπτώσεις, ολόκληρους γεωγραφικούς χώρους. Ταυτόχρονα, μια σειρά από αναδυόμενα ερευνητικά στοιχεία τα οποία αφορούν στην οικονομία, την εργασία, το επάγγελμα, ενισχύουν τη σημασία της έρευνας στο πλαίσιο των επιστημονικών αυτών κλάδων. Γι’ αυτό και είναι σημαντικό το έργο της Ελληνικής Ονοματολογικής Εταιρείας.

 

Ονόματα, επιστημονική επετηρίδα της ελληνικής ονοματολογικής εταιρείας, τόμος 25, Ιανουάριος 2024. «Ονοματολογικά Πελοποννήσου», Πρακτικά 8ου Πανελλήνιου Ονοματολογικού Συνεδρίου (Ανδρίτσαινα, 28-30/08/2023),

 

Η ονοματολογία: έρευνα και προσανατολισμοί

 

Στη γενική της θεώρηση η «Ονοματολογία» αποτελεί την επιστήμη του «κυρίου ονόματος», είτε πρόκειται για πρόσωπα, είτε για πράγματα, είτε για τοποθεσίες. Ως ιδιαίτερη ερευνητική τάση θέτει στο επίκεντρο των αναζητήσεών της τα ονόματα των προσώπων, τα ανθρωπωνύμια[2], επομένως βασίζεται κυρίως στην ετυμολογία και την ερμηνεία των επωνύμων και, κατ’ επέκταση, στα τοπωνύμια που συνδυάζουν άμεσα το ανθρωπωνύμιο με τον γεωγραφικό χώρο, τον τόπο. Σήμερα όμως, η ανάπτυξη του επιστημονικού κλάδου είναι τέτοια που επιτρέπει στους ερευνητές να διαμορφώσουν νέα ερευνητικά πεδία με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η προέλευση των κρανιδιώτικων επωνύμων στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα (Ρίζα: ελληνική, αρβανίτικη, τουρκική, λατινική)[1] | Μαρίνα Τσιρτσίκου, Ιστορικός, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ/ΔΙΣ) – Υποψήφια Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων


 

Το Κρανίδι ανήκει στον νομό Αργολίδας, είναι πρωτεύουσα του Δήμου Ερμιονίδας και βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα της Πελοποννήσου. Με την παρούσα έρευνά μου αναλύω την ετυμολογική προέλευση των κρανιδιώτικων επωνύμων στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα με ρίζα: ελληνική, αρβανίτικη, τουρκική και λατινική.

Ως εργαλείο της έρευνάς μου χρησιμοποιώ τα επώνυμα από το «Μητρώο Αρρένων Κρανιδίου». Συγκεκριμένα, έχω δημιουργήσει μια βάση δεδομένων με το πρόγραμμα εισαγωγής δεδομένων Excel και τους τύπους συναρτήσεων (IF, SUM) από το 1842 έως το 1890 με ποιοτικό δείγμα διακοσίων επωνύμων, από τους εγγεγραμμένους στο μητρώο. Τα επώνυμα διακρίνονται ποιοτικά και ποσοτικά ανάλογα με την ετυμολογική ρίζα τους: ελληνική, αρβανίτικη, τουρκική και λατινική. Επίσης, για την έρευνά μου χρησιμοποίησα βιβλιογραφία, λεξικά και προφορικές μαρτυρίες.

 

1. Το Κρανίδι και οι κάτοικοι του

 

Το Κρανίδι συνιστά την έδρα του δήμου Ερμιονίδας – Ερμιόνη, Ηλιόκαστρο, Θερμήσι, Πορτοχέλι, Κοιλάδα, Φούρνοι, Δίδυμα Λουκαΐτη – και περικλείεται από το όρος Δίδυμο. Από τον 12ο αιώνα έως τις αρχές του 19ου αιώνα, Έλληνες, Αλβανικές φάρες, Τούρκοι, Ενετοί και άλλες ευρωπαϊκές ομάδες στην Πελοπόννησο και ειδικότερα στην Αργολίδα δημιούργησαν ένα πολυπολιτισμικό αμάλγαμα στις τοπικές κοινωνίες της περιοχής.

Σημαντικές πληθυσμιακές εισροές σημειώθηκαν, κατά τη διάρκεια της πρώτης και δεύτερης Ενετοκρατίας (1388-1540, 1686-1715) στο Ναύπλιο και την αργολική πεδιάδα, όταν οι Ενετοί συγκρότησαν ένα μισθοφορικό σώμα (stradioti) από Έλληνες, Αλβανούς, Ιταλούς, Γερμανούς, Γάλλους, Φλαμανδούς κ.τ.λ, με σκοπό την προστασία των συνόρων και της αργολικής υπαίθρου από τους Τούρκους, στους οποίους παραχώρησαν γαίες για τη συντήρηση των ίδιων, αλλά και των οικογενειών τους[2].

Ορόσημο όμως στον εποικισμό της Πελοποννήσου θεωρείται η εγκατάσταση 10.0000 χιλιάδων Αλβανών ποιμένων, τους οποίους έφερε ο δεσπότης του Μυστρά Θεόδωρος Παλαιολόγος (1383-1407), λίγο πριν την πτώση της Κωνσταντινούπολης, και τους τοποθέτησε σε περιοχές του δεσποτάτου του για να αυξήσει τον πληθυσμό της επικράτειάς του, που είχε ερημωθεί εξαιτίας των τουρκικών επιθέσεων, αλλά και για να ενισχύσει τη στρατιωτική δύναμη των Βυζαντινών. Ωστόσο, με την πτώση του Δεσποτάτου του Μορέως (1461), πολλοί από αυτούς μετοίκησαν μαζικά προς την Τροιζηνία, την Ερμιονίδα και τα νησιά Ύδρα και Σπέτσες, συμβάλλοντας μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα και στη μαζική αύξηση των κατοίκων του Κρανιδίου. Προσφυγικές εισροές στην περιοχή σημειώθηκαν και στις αρχές του 19ου αιώνα, από τη Μικρά Ασία, την Κρήτη, την Ήπειρο (Άρτα και Σούλι), τη Χίο και την Κάσο[3].

Το 1530, δημιουργείται η πρώτη μεγάλη, οργανωμένη κρανιδιώτικη κοινότητα. Οι Κρανιδιώτες ασχολούνταν με τη γεωργία και τη κτηνοτροφία. Ιδιαίτερα, κατά την περίοδο της δεύτερης Ενετοκρατίας (1686-1715), στην περιοχή είχε ενισχυθεί η αμπελοκαλλιέργεια, η ελαιοκαλλιέργεια και η επεξεργασία του σταριού, ενώ σημαντική ήταν και η ιχθυοκαλλιέργεια τόσο στην ανοικτή θάλασσα όσο και στη λιμνοθάλασσα της Βερβερόντας. Όμως, υπήρχε σημαντική έλλειψη εργατικών χεριών, καθώς οι Τούρκοι, αποχωρώντας από την αργολική πεδιάδα, είχαν εκπατρίσει βίαια ντόπιο πληθυσμό για να τον πουλήσουν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής (1687). Τότε, οι Ενετοί ενίσχυσαν τον εργατικό πληθυσμό με μετοικεσίες Ελλήνων από τουρκοκρατούμενες περιοχές (Αττική, Βοιωτία, Εύβοια, νησιά του Αιγαίου)[4].

 

Κρανίδι

 

Η Ερμιονίδα προμήθευε τον βενετικό στόλο με ξυλεία από το δάσος της Κορακιάς για ναυπηγική χρήση και καυσόξυλα από το Πόρτο Χέλι (Porto Bizato), ένα από τα σημαντικά απάνεμα λιμάνια της αργολικής περιοχής για την προστασία της βενετικής αρμάδας. Επίσης, οι ακτές της περιοχής φυλάσσονταν από την ενετική πολιτοφυλακή για την προστασία τους από τις επιδρομές κουρσάρων και την αντιμετώπιση του λαθρεμπορίου μεταναστών και αλατιού από τις πλούσιες αλυκές της[5]. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η πόλη και ο βασιλιάς – Εορτές και Τελετές για τον Όθωνα στο Ναύπλιο | Μαρία Βελιώτη – Γεωργοπούλου, Κοινωνική Ανθρωπολόγος. Επίκουρη Καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου


 

Ο Όθωνας, σε νεαρή ηλικία. Έργο, εκ του φυσικού, του Άγγλου ζωγράφου και περιηγητή Francis Hervé (1781-1850), ο οποίος συνάντησε των Όθωνα στο Ναύπλιο το 1833.

Η μεγαλειώδης τελετή που έλαβε χώρα κατά την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο στις 25 Ιανουαρίου/6 Φεβρουαρίου 1833 μπορεί να ήταν η πρώτη προς τιμήν του βασιλέα στην πόλη αλλά δεν ήταν η τελευταία. Στο Ναύπλιο τελούνταν κατ’ έτος – από την έλευση μέχρι την έξωση του Όθωνα – μια σειρά βασιλικών εορτών και τελετών, όπως προκύπτει από την πληθώρα των σχετικών εγγράφων που απόκεινται στο Αρχείο του Δήμου Ναυπλιέων της περιόδου 1835-1862,[1] και σποραδικά από άλλες αρχειακές πηγές.

Με αυτό το θέμα, λοιπόν, θα ασχοληθώ στην παρούσα μελέτη, τονίζοντας πως όσα θα ειπωθούν δεν αποτελούν εξαντλητική διερεύνηση του θέματος αλλά μια πρώτη προσέγγιση. Η σχετική έρευνα δεν έχει ολοκληρωθεί, καθώς αφορμή για ενασχόληση με το συγκεκριμένο θέμα, που με απασχολούσε, ωστόσο, από καιρό, υπήρξε τούτο το Συμπόσιο.

Μια επισήμανση: επειδή η παρούσα μελέτη βασίζεται κατ’ εξοχήν σε αρχειακό υλικό, είναι σίγουρο πως από την ανάλυση διαφεύγουν πολλά σημεία, κυρίως όσα έχουν σχέση με την πραγμάτωση των τελετών. Το πρόβλημα μετριάζεται κάπως, καθώς ένα μεγάλο μέρος των μελετηθέντων εγγράφων έχει συνταχθεί από τις Δημοτικές Αρχές. Τα έγγραφα αυτά, επειδή σχετίζονται άμεσα με τους πολίτες (πρόκειται για προσκλήσεις, αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου, εντάλματα πληρωμών κ.λπ.), δίνουν τη δυνατότητα προσέγγισης του ζητήματος «εκ των έσω».

Η ανθρωπολογική σκέψη αρχικά συνέδεσε τις τελετές με τη θρησκεία στις «εξωτικές»/«πρωτόγονες», ως επί το πλείστον, κοινωνίες. Σχετικά πρόσφατα ασχολήθηκε και με τις μη θρησκευτικές, δηλαδή με τις κοσμικές τελετές των σύγχρονων «δυτικών» κοινωνιών, μέσα στη γενικότερη στροφή του ενδιαφέροντός της προς αυτές. Επιχειρώντας μια προσπάθεια οριοθέτησης,[2] μπορούμε να πούμε ότι οι τελετές συνίστανται σε ιδιαιτέρως επεξεργασμένες πολιτισμικές δημιουργίες με τυποποιημένο σε μεγάλο βαθμό περιεχόμενο, η οποιαδήποτε αλλαγή του οποίου είναι αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής. Συνοδεύονται από πράξεις συμβολικές, στις οποίες χρησιμοποιούνται, επίσης κατά τρόπο συμβολικό, αντικείμενα και είδη λόγου που ορισμένες φορές ανάγονται στο απώτατο παρελθόν. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »