Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Εκπαίδευση’ Category

Κουσκούρη Πολυτίμη (1820-1854) – Βιογραφία & Εργογραφία


 

 

Η δασκάλα Πολυτίμη Κουσκούρη γεννήθηκε στο Μυστρά, τον Νοέμβριο του 1820 και γαλουχήθηκε μέσα σε μια οικογένεια πατριωτών. Πατέρας ήταν ο Ηλίας Κουσκούρης, ένας από τους πρωτεργάτες της Ελληνικής Επανάστασης του ’21 και μητέρα της η Φλωρεντία Κουσκούρη. Ο καθαρισμός των όπλων του πατέρας της και η ανάγνωση  βιβλίων [1] στα «κρυφά», ήταν οι κύριες ενασχολήσεις της νεαρής Πολυτίμης.         

Αν και η Πολυτίμη Κουσκούρη δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των αγωνιστριών του ’21, εργάστηκε με ζήλο και ενθουσιασμό μετά την εθνική ανεξαρτησία. Έτσι, το 1834 γράφτηκε στο Πρότυπο Σχολείο Κορασίων Ναυπλίου. Ήταν μία από τις 134 μαθήτριες που παρακολούθησαν μαθήματα και η αγαπημένη μαθήτρια της διευθύντριας της Σχολής και δασκάλας τότε Πιτταδάκη Ελένης.          

Σε ηλικία δεκαέξι ετών η Πολυτίμη παρουσιάστηκε στην Κεντρική Εκπαιδευτική Επιτροπή Ναυπλίου και υποβλήθηκε σε εξετάσεις [2] για την απόκτηση του διδασκαλικού πτυχίου. Από τη στιγμή που διορίστηκε, στις 3 Μαΐου 1837 στο Παρθεναγωγείο στο Ναύπλιο, στήριζε την οικογένειά της οικονομικά. Μάλιστα, για να καταφέρει να καλύψει όλες τις οικογενειακές ανάγκες, αφού ολοκλήρωνε τις υποχρεώσεις της στο Παρθεναγωγείο, παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα.

Το σχολείο υπό τη διεύθυνση της Κουσκούρη λειτούργησε τέλεια και χαρακτηρίστηκε ως υποδειγματικό. Το γεγονός επιβεβαιώνει η επίσκεψη της βασίλισσας Αμαλίας, η οποία έμεινε έκπληκτη από την άριστη λειτουργία του και χάρισε στην Πολυτίμη μία «μικράν πόρπην ην έφερεν πάντοτε επί του στήθους της» ως ένδειξη της ευαρέσκειάς της προς τη νεαρή δασκάλα. Επιπλέον, έδωσε εντολή στο Υπουργείο να προαγάγει την Πολυτίμη σε διδασκάλισσα Β΄ βαθμού [3], αφού πρώτα όμως έδωσε εξετάσεις ενώπιον των διευθυντών των δημοτικών σχολείων και των καθηγητών του Γυμνασίου το 1837. 

Στις 10 Απριλίου 1840 βραβεύτηκε από τον διευθυντή των σχολείων της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας του Αρσακείου. Τον Ιούνιο του 1843, η μισθοδοσία της Κουσκούρη μεταβιβάστηκε από το Εκκλησιαστικό Ταμείο στο Δημοτικό Ταμείο Ναυπλίου. Από τότε η διδασκάλισσα σταμάτησε να πληρώνεται, παρ’ όλα τα παρακλητικά έγγραφα που απεύθυνε προς τη Γραμματεία για να λαμβάνει τακτικά το μισθό της. Οι προσπάθειες της έπεσαν στο κενό και λόγω ότι βρισκόταν πλέον σε άθλια οικονομική κατάσταση, ζήτησε τη μετάθεση της από το σχολείο. Η αίτησή της δεν έγινε αποδεκτή, αλλά τελικά στις 3 Οκτωβρίου μετατέθηκε στο δημοτικό σχολείο κορασίων του Πειραιά, όπου ανέλαβε τη διεύθυνσή του.

Η Κουσκούρη έφυγε από το Ναύπλιο αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις στους πολίτες αλλά και στις αρχές του τόπου. Ο ίδιος ο Δήμαρχος Ναυπλίου έστειλε επιστολή, στην οποία εξέφραζε την απώλεια από την απουσία της Κουσκούρη και τη βαθειά ευγνωμοσύνη του προς το πρόσωπο της για το πολύτιμο έργο που είχε πράξει.

Γεωγραφία της Αρχαίας Ελλάδος. Υπό Πολυτίμης Κούσκουρη, 1854.

Συνέχισε την διδασκαλική της καριέρα στον Πειραιά. Τέσσερα χρόνια μετά το καλοκαίρι του 1849 ο Υπουργός Εκκλησιαστικών και ο Διευθυντής των δημοτικών σχολείων εξέφρασαν δημοσίως την ικανοποίησή τους για το έργο της Κουσκούρη και την προβίβασαν στο βαθμό της Επαρχιακής δασκάλας. Δυο χρόνια μετά προσκλήθηκε από το Υπουργείο για να διοργανώσει το πρώτο σχολείο κορασίων που ίδρυσε ο δήμος στην Αθήνα κατά την Οθωνική περίοδο. Την 1η Οκτωβρίου του 1851, ημέρα έναρξης της λειτουργίας της εν λόγω σχολής, ο Υπουργός Παιδείας εξέφρασε δημοσίως την ευχαρίστηση-ικανοποίηση του για το έργο της Κουσκούρη και την προήγαγε στον ανώτερο βαθμό που μπορούσε να πάρει εκείνη την εποχή ένας δάσκαλος ή μία δασκάλα, δηλαδή σε Α΄ τάξης Νομαρχιακή Δασκάλα. 

Η διεύθυνση της σχολής υπό την Κουσκούρη φαίνεται πως ξεπέρασε τις προσδοκίες των αρχών και των πολιτών. Η νεαρή αλλά έμπειρη πια δασκάλα προσέλαβε ικανές και ικανούς δασκάλες/ους και βοηθούμενη από την υποδιευθύντρια Μαριέτα Ανδριέτου, δημιούργησε Νηπιαγωγείο, Αλληλοδιδακτικό και με το πέρας του χρόνου Συνδιδακτικό και τρεις τάξεις του Ελληνικού Σχολείου, από το οποίο έβγαιναν πτυχιούχες μαθήτριες. Επιπρόσθετα, εισήγαγε τα μαθήματα της μουσικής, της ζωγραφικής, του χορού και της γυμναστικής (Ασημάκη, 2007: 55-56, Φουντουκλή, 1890: 2-3).

Ένα χρόνο αργότερα, το 1852, στις πρώτες θερινές εξετάσεις [4] των κοριτσιών, η βασίλισσα Αμαλία βρέθηκε εκεί και εξέφρασε στην Πολυτίμη ξανά την «ευαρέσκειά της για την απόδοση του σχολείου». Επίσης, η Δημοτική Αρχή έστειλε εγγράφως τα συγχαρητήρια στην Πολυτίμη συνοδευόμενο από ένα σπουδαίο χρηματικό ποσό.

Το 1854 η Πολυτίμη αποφάσισε να δεχτεί την υποτροφία της βασίλισσας Αμαλίας για τη μετεκπαίδευσή της σε «εκπαιδευτικά καταστήματα» της Γερμανίας. Ενώ, όμως ετοιμαζόταν για το ταξίδι της, αρρώστησε από την επιδημία της χολέρας και πέθανε σε ηλικία 34 χρονών τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου. Όπως μας πληροφορεί η Φουντουκλή, τόσο η οικογένειά της όσο και το έθνος [5] θρήνησε για το χαμό της Πολυτίμης, που υπηρέτησε για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια την εκπαίδευση (Ασημάκη, 2007: 57, Φουντουκλή, 1890: 4).

Από τον επικήδειο λόγο που συντάχθηκε από τον Κ. Δ. Ιωαννόπουλο, συνάδελφου της Πολυτίμης και εκφωνήθηκε στην κηδεία της από τον ίδιο, πληροφορούμαστε πολλά στοιχεία για τις αρετές, τα χαρίσματα και τον χαρακτήρα της Σπαρτιάτισσας. Όπως αναφέρει ο συνάδελφος και φίλος Ιωαννόπουλος, η Πολυτίμη ήταν μια ενάρετη γυναίκα, καταγόμενη από μια έντιμη οικογένεια που είχε μοχθήσει πολύ στο αγώνα κατά την Επανάσταση. Ο συνάδελφός της αναγνώριζε στην Πολυτίμη την έφεση που είχε στη διδασκαλία και παράλληλα στην διοίκηση του σχολείου. Πολλές από τις μαθήτριές της ακολούθησαν το παράδειγμά της και διορίστηκαν δασκάλες.

Η Πολυτίμη Κουσκούρη όπως αναφέρει ο Ιωαννόπουλος είχε συνεχή επαφή με τη νέα γνώση και δεν περιόριζε τη διδασκαλία της στην απλή διάλεξη. Για τον συντάκτη της Νεκρολογίας, η Πολυτίμη, αποτέλεσε άριστη συνάδελφος και ειλικρινής φίλη. Επιπλέον, η Πολυτίμη χαρακτηρίζεται για την χρηστότητα των ηθών της και την πιστή εκπλήρωση των θρησκευτικών της καθηκόντων. Τέλος, ο ομιλητής θεωρεί ότι το συγγραφικό και διδασκαλικό της έργο ωφέλησε το κοινωνικό σύνολο και τίμησε τη ελληνική γυναικεία ευφυΐα (Ιωαννόπουλος, 1855: 436-437).

Η Πολυτίμη γνώριζε Γαλλικά, Ιταλικά και Γερμανικά. Έγραψε πολλά πρωτότυπα άρθρα και μεταφράσεις που εκδόθηκαν στα περιοδικά της εποχής Ευτέρπη (Περί προκαταρκτικής παιδείας, Αθήναι, 1854), Νέα Πανδώρα (Περί της των κορασίων ανατροφής, 1853, Περί της των Αρχαίων Φιλοσοφίας και των διαφόρων αιρέσεων αυτής, 1854, Περί της εκπαιδεύσεως του γυναικείου φύλου, 1853), Χρυσσαλίς και στην Εφημερίς των Μαθητών.

Συγχρόνως, έγραψε και δημοσίευσε πολλά εκπαιδευτικά βιβλία όπως: Περί αλληλοδιδακτικής μεθόδου, 1854 Ο Κυνηγός και Γεωγραφία της Αρχαίας Ελλάδος [6], 1854. Το τελευταίο φαίνεται πώς είναι το σημαντικότερο έργο που έγραψε η Κουσκούρη, το οποίο αφιέρωσε στη βασίλισσα Αμαλία και αντίτυπα αυτού δώρισε επίσης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Αρσάκειο σχολείο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας (Ασημάκη, 2007: 56, 59, Ριζάκη, 2007: 55, Φουντουκλή, 1890: 4). 

Πέρα από την επίδοσή της στα γράμματα, ασχολήθηκε με τη ζωγραφική, τη χειροτεχνία, τη μουσική και τη ραπτική. Μεγάλη αγάπη έτρεφε η Πολυτίμη για τη φύση και λάτρευε τα άνθη. Όπως μας πληροφορεί η Φουντουκλή, το μικρό της δωμάτιο κοιτούσε πάντα σε ένα μικρό κήπο, τον οποίο επισκεπτόταν πριν κοιμηθεί. Λέγεται ακόμα ότι έπαιζε κιθάρα, τραγουδούσε και υμνούσε το Θεό (Φουντουκλή, 1890: 3).

Την Πολυτίμη Κουσκούρη θαύμαζαν [7] οι φιλόλογοι Φίλιππος Ιωάννου και  Σκαρλάτος Βυζάντιος. Επίσης, η συγγραφέας της εποχής Dora dIstria στο σύγγραμμά της Η περιήγησίς μου στην Ανατολή σχολιάζει θετικά το βιβλίο της Κουσκούρη ‘Γεωγραφία της Αρχαίας Ελλάδος’, χαρακτηρίζοντάς το ως «άριστα καταρτισμένον» (Φουντουκλή, 1890: 4).          

Το έργο της Πολυτίμης Κουσκούρη αποτελεί ωδή προς την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, εμπλουτισμένη με διαφωτιστικές επιρροές, όπου σε συνδυασμό με τη σπουδή της φύσης και της αρετής, βοηθά τον άνθρωπο να εξευγενίσει την ψυχή του και μέσω της αλήθειας και της ορθής σκέψης να οδηγηθεί σταδιακά στην ευδαιμονία (Κουσκούρη, 1854: 238-239, 94-96).                

 

Μπούμπουρα Μαρία

Δασκάλα – Ηράκλειο, Κρήτης. 

 

 Υποσημειώσεις


[1] Η Πολυτίμη προμηθευόταν βιβλία και διάβαζε στα κρυφά, παρ’ όλες τις επιπλήξεις της μητέρας της για την εγκατάλειψη της ραπτικής και την παραμέληση των άλλων οικιακών εργασιών. Την εποχή εκείνη η ενασχόληση των γυναικών με τα γράμματα θεωρούταν επιβλαβής και τρόπον τινά πολυτέλεια. Ωστόσο, η διαφωνία της μητέρας δεν κατάφερε να αλλάξει γνώμη στην φιλομαθέστατη κόρη, η οποία είχε άριστη επίδοση στο σχολείο και περνούσε ώρες ατέλειωτες παρέα με τα βιβλία της   (Ασημάκη, 2007: 55, Φουντουκλή, 1890: 2).    

[2] «Η Πολυτίμη ήταν η πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα που έδωσε εξετάσεις στην τότε εκπαιδευτική επιτροπή, προκείμενου να αποκτήσει δίπλωμα διδασκάλισσας» (Ασημάκη, 2007: 56).

[3] «Ο νόμος του 1834 διαιρούσε το διδακτικό προσωπικό σύμφωνα με τις γνώσεις του σε τρεις κατηγορίες-τάξεις: α) σε διδασκάλους πρωτευουσών, νομών και επαρχιών, β) σε διδασκάλους δήμων Α’ τάξης και γ) σε διδασκάλους δήμων Β’ και Γ’ τάξης. Ανάλογος με το βαθμό ήταν και ο μισθός: 100 δραχμές Α’ τάξης διδάσκαλοι, 80 Β΄ τάξης, 50 Γ’ τάξης» (Κλάδος, 1860: 533).

[4] «Την Κυριακήν εγένετο έναρξις των ενιαυσίων εξετάσεων των μαθητριών του δαπάνη του δήμου Αθηνών συντηρούμενου εκπαιδευτηρίου των κορασίων, διευθυνομένου παρά της Κυρίας Πολυτίμης Κουσκούρη, παρήσαν εν αυταίς αι αρμόδιαι Κυβερνητικαί και Δημοτικαί αρχαί, η εφορευτική και εξεταστική επιτροπή και άλλοι φιλόμουσοι πολίται. Προ των εξετάσεων εξεφώνησεν η Κ. διευθύντρια λόγο, αρμόδιον εις την περίστασιν ταύτην, ευαρεστον εντύπωσιν εις το εκλεπτόν ακροατήριον εμποιήσαντα. Το αποτέλεσμα των εξετάσεων τούτων θέλομεν δημοσιεύσει μετά το πέρας αυτών και την δήλωσιν της περί αυτών κρίσεως της Εξεταστικής Επιτροπής, συγκροτουμένης εκ λογίων και ευϋπόληπτων ανδρών. Και ο ζήλος των διδασκουσών εν τω διδακτηρίω τούτω, και η επιμέλεια των εις τούτο φοιτώντων κορασίων πιστεύομεν ότι θέλει να αποδείξει καρπόν ανάλογον προς τας ευχάς της Σεβ. Κυβερνήσεως και τας προσδοκίας του δήμου και των φιλοτίμως τα αυτού διεπόντων δημοτικών αρχών. Την προσεχή Κυριακήν 13 περαιουμένων των ανωτέρων εξετάσεων διανέμονται τα βραβεία» (Κουσκούρη, 1853: 184).

[5] Μάλιστα το Υπουργείο Εκκλησιαστικών έστειλε συλλυπητήριο έγγραφο στον πατέρας της, υπογεγραμμένο από τον Υπουργό Π. Αργυρόπουλο, με το οποίο επευφημούσε την Πολυτίμη ως την πιο ικανή και πρόθυμη δασκάλα. Επιπλέον, χορήγησε 200 δραχμές στην μικρότερη αδελφή της ως βοήθεια για τις σπουδές της πιθανότατα στη ζωγραφική (Φουντουκλή, 1890: 5).       

[6] Η Γεωγραφία της Π. Κουσκούρη εκδόθηκε το 1854 και είναι αφιερωμένη στη βασίλισσα Αμαλία. Πρόκειται για γεωγραφία της αρχαίας Ελλάδας, που σκοπό έχει να διδάξει τη νεολαία, να αυξήσει το ζήλο για αγώνες έτσι ώστε να ξαναζήσει η Ελλάδα το αρχαίο μεγαλείο. Το βιβλίο διαιρείται σε πέντε μέρη, αναφέρεται αρχικά στην καταγωγή των Ελλήνων και το γεωγραφικό χώρο που ονομαζόταν Ελλάδα, συνεχίζει με τα γεωγραφικά διαμερίσματα ξεκινώντας από την Πελοπόννησο (Πατριδογνωσία). Η Κουσκούρη στον πρόλογο του έργου δε χάνει την ευκαιρία να μιλήσει για την αγωγή των παιδιών, η οποία είναι και αποτέλεσμα της επιρροής που δέχονται οι άνθρωποι μέσα στην κοινωνία. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι για να δημιουργηθεί ένας ανώτερος πολίτης, σ’αυτό συντελούν παράγοντες όπως: οι νόμοι του κράτους όταν οδηγούν στην ευημερία και στην ευτυχία, η οικογένεια, το εύκρατο κλίμα και η θρησκεία (Κουσκούρη, 1854: ε΄- ή).

[7] Από τους συνδρομητές του βιβλίου της «Γεωγραφίας της αρχαίας Ελλάδος» (περίπου τετρακόσιοι τριάντα στον αριθμό), συμπεραίνουμε ότι μια μεγάλη μερίδα πολιτών γνώριζε την Πολυτίμη Κουσκούρη και θαύμαζε το έργο της. Μάλιστα μέσα στον ονομαστικό κατάλογο των συνδρομητών βρίσκουμε τη Μαρία Κόρκ, τον Σκαρλάτο Βυζάντιο και τον Ιωάννη Κοκκώνη. Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να αναφέρουμε ότι τον ίδιο χρόνο (1854) ο Ιάκωβος Ραγκαβής εκδίδει και εκείνος τρίτομο εγχειρίδιο γεωγραφίας «Τα Ελληνικά», ενώ ο Ιωάννης Κοκκώνης είχε εκδώσει βιβλίο γεωγραφίας «Γεωγραφία στοιχειώδης παλαιά και νεοτέρα» από το 1839, τα οποία χρησιμοποιεί η συγγραφέας μας ως πηγές του πονήματός της. Επιπλέον πηγές που χρησιμοποίησε για τη συγγραφή του εν λόγω εγχειριδίου ήταν το λεξικό του Σκαρλάτου, η γεωγραφία του Κούμα και τα έργα των: Στράβων, Παυσανία, Πολύβιου, Ηροδότου, Θουκυδίδη, Thurot  και  Heeren  (Κοκκώνης, 1839, Ραγκαβή, 1854).       

 

Πηγή


  • Γυναικεία Εκπαίδευση, «Η Παιδαγωγός Πολυτίμη Κουσκούρη», Μαρία Μπούμπουρα, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Τμήμα Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών, Ρέθυμνο, 2011.  

 

Σχετικά θέματα:

 

 

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Θεοφανόπουλος  Δημήτριος  (1842-1922)


  

Θεοφανόπουλος Δημήτριος

Καθηγητής Ρωμαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Γεννήθηκε στο Άργος και ήταν απόγονος του Αργείου οπλαρχηγού Δημ. Θεοφανόπουλου. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στη Γερμανία για έξι χρόνια, καθώς επίσης στο Παρίσι και στη  Bιένη.* Το 1875 εξελέγη υφηγητής, το 1876 έκτακτος και το 1879 τακτικός καθηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας** όπου δίδαξε 38 χρόνια. Διετέλεσε επίσης και Β’ Αντιπρόεδρος και σύμβουλος της αρχαιολογικής εταιρείας.

Από το συγγραφικό του έργο, ξεχωρίζει η εργασία του, «Πραγματεία περί αιρέσεων κατά το ρωμαϊκόν και βυζαντινόν δίκαιον,1875 ». Ήταν άριστος πανεπιστημιακός δάσκαλος και διακρινόταν για τη σαφήνειά του στη διδασκαλία και τη βαθιά επιστημονική του γνώση.

Με την πολιτική ασχολήθηκε μόνο μια φορά εντελώς περιστασιακά, στις 18 Σεπτεμβρίου 1894,  όταν μετά το θάνατο του Άγγ. Γεωργαντά έγιναν τοπικές εκλογές για την  πλήρωση της βουλευτικής έδρας και προτάθηκε ως υποψήφιος από την Τρικουπική παράταξη, αλλά δεν εκλέχτηκε.***

 

Υποσημειώσεις


 

* Εφ. «Η Αργολίς», φ. 211/3-10-1873.

** Κακώς αναφέρεται ως καθηγητής Αστικού Δικαίου σε διάφορες εγκυκλοπαίδειες. Οι πηγές τον αναφέρουν ως καθηγητή Ρωμαϊκού Δικαίου ( βλ. εφ.«Αγαμέμνων», φ. 29/25-3- 1889  κ.α. ).

*** Εκλέχτηκε ο Ιωάννης Ζωγράφος ( βλ. εφ. «Αγαμέμνων», φ. 105/16-10-1894 ).

  

Πηγές


  • Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών, «Εκατονταετηρίς 1837-1937», Πυρσός, Αθήναι, 1937.
  • Λεύκωμα της Eκατονταετηρίδος της εν Aθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 1837-1937, Αθήνα χ.χ. 
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

Read Full Post »

Δωροβίνης Β. Ηλίας (1902-1979)   

 


Διαπρεπής φιλόλογος και γυμνασιάρχης Μέσης εκπαίδευσης και απόφοιτος της Οδοντιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Γεννήθηκε στο χωριό Μπούντια (σήμερα Ήρα) της επαρχίας Άργους, το 1902, και απεβίωσε σε θερινές διακοπές στο Λουτράκι, την 29-7-1979. Αδελφός του Κώστα Β. Δωροβίνη, νυμφεύθηκε την πρεσβύτερη κόρη του Γυμνασιάρχη Ν. Παπαδιαμαντόπουλου Τούλα (Χάιδω) το 1039 και απέκτησαν γιο, που απεβίωσε σε μικρή ηλικία.

Μετά από σύντομη άσκηση του οδοντιατρικού επαγγέλματος, στράφηκε οριστικά στο εκπαιδευτικό έργο, ως κλασικός φιλόλογος, που άφησε εποχή κυρίως σε δύο Γυμνάσια της Αθήνας, στο δημόσιο Β’ Αθηνών, επί της οδού Χέυδεν, και στο ιδιωτικό του Τυχόπουλου. Πολλοί από τους μαθητές του διακρίθηκαν, μέχρι σήμερα, στο δημόσιο βίο της χώρας (όπως οι Αν. Γιαννουλάτος, σήμερα αρχιεπίσκοπος Αλβανίας, ο κινηματογραφιστής Θ. Αγγελόπουλος, ο γιος του βυζαντινολόγου Φ. Κουκουλέ Γιώργος Κουκουλές, καθηγητής Εργατικού Δικαίου κ.π.ά)

Ως καθηγητής διακρίθηκε για τις προοδευτικές αντιλήψεις του ως προς την παιδαγωγική μέθοδο και για την απόλυτη συνέπεια διδασκαλίας και προσωπικής ζωής, δείχνοντας κατανόηση αλλά και αυστηρότητα – εκφρασμένη ιδίως με λεπτή ειρωνεία -, αγάπη και στήριξη προς τους μαθητές του, ακόμα και στα προσωπικά προβλήματα του καθενός.

Συνέταξε πολλές μελέτες και έδωσε διαλέξεις στην Αθήνα και το Άργος, ενώ συνεντεύξεις του για εκπαιδευτικά θέματα δημοσιεύθηκαν σε αθηναϊκές εφημερίδες και περιοδικά.

Μια μικρή συλλογή μελετών και άρθρων του έχει διασωθεί στο αρχείο του ανιψιού του Βασίλη Δωροβίνη και αποτελείται από τα εξής:

 

  1. Τον Αύγουστο του 1935 έκαμε ομιλία στο νεοσύστατο, τότε, προοδευτικό σωματείο του Άργους «Νέα Ζωή», με θέμα τον ρόλο των μελών των σωματείων (μνεία στην εφημ. «Ασπίς του Άργους» 4-8-35).
  2. Για το ίδιο σωματείο και στην αρχή του 1936 έδωσε διάλεξη στην αίθουσα του «Δαναού», με θέμα «Πως θεμελιώνεται ο χαρακτήρας κατά την άποψη της ατομικής ψυχολογίας». Σε φύλλα του Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου 1936 της «Ασπίδας» δημοσιεύθηκε το κείμενο της διάλεξης, πρωτοσέλιδα, ενώ το πλήρες δακτυλόγραφο κείμενο βρίσκεται στο αρχείο Β. Δωροβίνη.
  3. Στο ίδιο αρχείο, βρίσκεται το κείμενο άλλης διάλεξής του, που έδωσε άγνωστο πότε στον «Δαναό», με θέμα το «Έχουμε ανάγκη από μητέρες μορφωμένες» (το δακτυλόγραφο έχει χαριστεί στη Νίτσα Δωροβίνη, από την Κόρινθο όπου τότε υπηρετούσε ο Η.Β.Δ., με ημερομηνία «Μάρτιος 1938»).
  4. Δακτυλόγραφο κείμενο της διάλεξής του, με θέμα «Προβλήματα στην αγωγή των παιδιών», που έδωσε στο Β’ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών, την 11-3-1956.
  5. Στο περιοδικό «Το Βήμα του Καθηγητού» (όργανο της Ο.Ε.Λ.Μ.Ε.), τεύχη Απριλίου και Μαΐου – Ιουνίου 1956, δημοσιεύθηκε το κείμενο της διάλεξης που είχε δοθεί την 11-3-1956 στο Β’ Γυμνάσιο Αθηνών.
  6. Η μελέτη του «Μητέρα και παιδί» (εκδόθηκε χ.χ. από τις αθηναϊκές εκδόσεις του Ιω. Σιδέρη). Συναφές είναι το χρονογράφημα του Παύλου Παλαιολόγου, στο «Βήμα» φύλλου Ιανουαρίου του 1953 (πιθανώς της 23-1-53), άρα η έκδοση της μελέτης μπορεί να χρονολογηθεί στα 1952.
  7. Δακτυλόγραφο συγκλονιστικό κείμενό του, για τον θάνατο του παιδιού του Άγγελου (1954).
  8. Δακτυλόγραφο κείμενο διάλεξής του με θέμα «Πιο πολλή κατανόηση μεταξύ σχολείου και οικογένειας», που έδωσε στο Β’ Γυμνάσιο Αθηνών τον Ιανουάριο του 1958.
  9. Απόκομμα της εφημερίδας «Το Βήμα», της 5-5-1963, που αναγγέλλει διάλεξη του Η.Β.Δ. την ίδια μέρα, στην «Εταιρεία Φίλων του Λαού», στα πλαίσια της γιορτής του συλλόγου Αργείων «Ο Ατρεύς».
  10. Το 1958 το αθηναϊκό περιοδικό «Εικόνες», που εξέδιδε η Ελ. Βλάχου, δημοσίευσε έρευνα με αντικείμενο «Το πρόβλημα του κακού μαθητή» (τεύχος αρ. 155, της 13-10-1958). Μεταξύ άλλων, δημοσιεύονται και οι απόψεις του Ηλία Δωροβίνη, που μέχρι σήμερα παραμένουν εν πολλοίς άκρως επίκαιρες, γι’ αυτό αναδημοσιεύονται στον ιστότοπο της Α.Α.Β.Ι.Π.

 

Πηγή

  • Βασίλης Κ. Δωροβίνης    

Read Full Post »

Παλαιότεροι Μουσικοί στο Ναύπλιο (ΙΣΤ΄ – ΙΗ΄ αι.)– Η Μουσική στα χρόνια της Ξενοκρατίας 


 

 «Μουσική είναι η ομορφιά του σύμπαντος» (Πλάτων)

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

Μουσικές προσωπικότητες στο Ναύπλιο είναι γνωστές από τα παλαιότερα χρόνια, κυρίως όμως από της απελευθερώσεως του 1821. Μνημονεύομε πρωτίστως τον γνωστό λόγιο υμνογράφο Νικόλαο Μαλαξό, πρωτοπαπά Ναυπλίου (1538 μ.Χ.) και μετέπειτα εφημέριο της ελληνικής κοινότητος Βενετίας (1552-1573), όπου ανεδείχθη σπουδαίος κοινωνικός παράγων, διορθωτής και επιμελητής τυπογραφικών δοκι­μίων, κυρίως λειτουργικών βιβλίων, γενικώς ακαταπόνητος εργάτης του πνεύματος, τόσον εκεί όσο και στην Κρήτη και την Ζάκυνθο, όπου έζησε διαδοχικά μαζί με την πολυμελή του οικογένεια, εγκαταλείποντας το Ναύπλιο, μετά την επικράτηση των Τούρκων (21 Νοεμβρίου 1540).

Ο Μαλαξός έγραψε, με πηγαίο υμνογραφικό τάλαντο, κανόνες σε εορτές αγίων, μακαριστάρια και ευλογητάρια, πεντηκοστάρια, στιχηρά προσόμοια, ιδιόμελα, κοντάκια και απολυτίκια, εγκώμια και βίους αγίων, αφηγήσεις θαυμάτων, από τα οποία προκύπτει ότι ήταν «μεστός παιδείας ορθόδοξος λόγιος» και αντάξιος γόνος της λογιωτάτης Ναυπλιακής οικογενείας των Μαλαξών. Στα υμνογραφήματα του φιλόπονου Μαλαξού ανήκει και το γνωστό Απολυτίκιο της Περιτομής του Σωτήρος (Πρωτοχρονιάς): «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες, θεός ων κατ’ ουσίαν, πολυεύσπλαχνε Κύριε…» και ή «ερμηνεία της ευλογούσης του Ιερέως χειρός», όπως καταχωρίζεται στα λειτουργικά βιβλία: «Ειρμολόγιον» και «Αγιασματάριον».

Ενδεικτικό της μουσικής κατάρτισης του Μαλαξού είναι και το γεγονός, ότι δίδει λεπτομερείς οδηγίες για την σειρά, τους ήχους και τον τρόπο εκτέλεσης των εκκλησιαστικών ύμνων, όπως προκύπτει από τις ιδιόγραφες σημειώσεις του στα περιθώρια των σωζομένων χειρογράφων του με τον χαρακτηριστικά ωραίο γραφικό του χαρακτήρα [1].

Στον ίδιο χώρο των υμνογράφων και μουσικών ανήκει και ο λόγιος ιερομόναχος Μητροφάνης ο Ναύπλιος, που εξέδωσε στην Βενετία με τον τίτλο: «Ακολουθία του Οσίου πα­τρός ημών Γερασίμου του νέου ασκητού, του εν τη νήσω Κεφαλληνίας, ψαλλομένη τη κ’ του Οκτωβρίου μηνός, συγγραφείσα παρά Μητροφάνους ιερομονάχου του Ναυπλίου. Νεωστί τυπωθείσα και επιμελώς διορθωθείσα, ης εν τω τέλει και έκθεσις σύντομος της ορθοδόξου ημών πί­στεως εις ωφέλειαν των χριστιανών. Ενετίησιν παρά Αντωνίω τω Βόρτολι, 1750».

Στον ίδιο εκδότη έγινε επανέκδοση του βιβλίου αυτού τα επόμενα χρόνια: 1768, 1778, τέταρτη και πέμπτη έκδοση το έτος 1789 και 1819 αντίστοιχα από το τυπογραφείο «Νικολάου του Γλυκέως του εξ Ιωαννίνων» και έκτη, το 1861 «εκ του τυπογραφείου Φοίνικος». Ας θυμηθούμε τον παληό αυτό λόγιο Ναυπλιώτη του 18ου αιώνα, όπως αυτός εύχεται με τους ιαμβικούς στίχους του, που αντιγράφομε από την σελίδα 76 της τρίτης έκδοσης της Ακολουθίας (Βενετία 1778), τυπωμένης με κόκκινα και μαύρα γράμματα:

 

«Τλήμων, ταπεινός, ευτελής, ρακενδύτης,

Μητροφάνης, Ναύπλιος έξυσ’ ευτόνως,

πόνον τε μόχθον της δε συγγραφής όλον.

Όν οι άδοντες εν ψυχής καταστάσει,

Μέμνησθέ μου βέλτιστοι αξιώ πάνυ,

όπως λάβοιμε αμπλακιών την λύσιν,

εν ώρα φρικτής της δίκης του Δεσπότου,

προστασίαις Γερασίμου του εν Μάλα

Άνακτι Χριστώ δόξα, τιμή και κράτος».

 

Έναν άλλο Ναυπλιώτη, μουσικολογιώτατο του ιδίου αιώνος, γνωρίσαμε μετά από ευγενή σύσταση του καθηγητού της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κυρίου Γρηγορίου Στάθη, στο Άγιον Όρος. Εκεί στην Μονή Παντελεήμονος φυλάσσεται σε καλή κατάσταση το μουσικό χειρόγραφο του «Κυριάκου Κουλιδά Ναυπλιώτη». Είναι γραμμένο με μαύρη ζωηρή μελάνη και με ζωηρή κόκκινη για τους τίτλους και τις μουσικές ενδείξεις (υποστά­σεις, φθοραί, μαρτυρίαι), με ωραία αρχιγράμματα.

Το χειρόγραφο αυτό με δερμάτινα μαύρα εξώ­φυλλα φέρει τίτλο: «Αναστασιματάριον μετά κεκραγαρίων, συν Θεώ αγίω, πολλά ωφέλιμον εις ψάλτην, όπου αγαπά να ψάλη εύμορφον χύμα, τόσον τα αναστάσιμα ωσάν και το Στιχάριον. Ψάλλεται δε χύμα. Νέα σύνθεσις εμού ταπεινού Κυριάκου Κουλιδά του Ναυπλιώτη’ ήχος α’, Κύριε εκέκραξα» [2].

Για την εκκλησιαστική πάντως μουσική και την καλλιέργειά της στην ευρύτερη του Ναυ­πλίου περιοχή μαρτυρούν και τα όσα απέμειναν μουσικά χειρόγραφα και παλαιές μουσικές εκ­δόσεις της βιβλιοθήκης της Μονής Ταξιαρχών Επιδαύρου, όπου έζησαν παλαιότερα μουσικά κατηρτισμένοι μοναχοί, όπως φαίνεται από τις σημειώσεις τους στα περιθώρια των σελίδων των μουσικών αυτών βιβλίων [3].

 

Η Μουσική στα χρόνια της Ξενοκρατίας

  

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

Είναι γνωστόν ότι επί Τουρκοκρατίας η μουσική παιδεία ήταν εκκλησιαστική, αφού τα όσα και όπου λειτουργούσαν υποτυπώδη σχολεία ευρίσκονται σε χέρια εκκλησιαστικά, με κύρια μάλιστα διδακτικά βιβλία την Οκτώηχο και το Ψαλτήρι. Η τακτική αυτή συνεχίζεται και μετά την απελευθέρωση του 1821, οπότε οι γονείς και κηδεμόνες, η τοπική αυτοδιοίκηση και οι πρώτες ελληνικές εκπαιδευτικές αρχές προτιμούσαν να διορίζουν στα ιδιωτικά, τα κοινοτικά, τα αλ­ληλοδιδακτικά σχολεία μεταξύ των υποψηφίων δασκάλων εκείνους, που γνώριζαν μουσική, ώστε να διδάσκουν ανάλογα τα παιδιά, αλλά και για να ψάλλουν, τις Κυριακές και εορτές, στην εκκλησία [4].

Ο Ιωάννης Κοκκώνης, επιθεωρητής των Σχολείων στο Ναύπλιο και μετέπειτα Διευθυντής του Διδασκαλείου στην Αθήνα, ενημερώνει με το από 2 Μαρτίου 1839 έγγραφό του τον τότε Υπουργό Παιδείας Γεώργιο Γλαράκη, ότι με αφορμή τις προτιμήσεις των σπουδαστών και τις διαφωνίες μεταξύ των καθηγητών της Βυζαντινής Μουσικής Ζαφ. Ζαφειροπούλου και της Ευρωπαϊκής Αθ. Αβραμιάδη, έδωσε ρητή εντολή και τα δύο μαθήματα να είναι υποχρεωτικά, δε­δομένου ότι οι σπουδαστές θα εξετασθούν και στα δύο αυτά μαθήματα «κατά την υπάρχουσαν τάξιν».

Ο ίδιος βεβαιώνει τον Υπουργό, ότι δεν μεροληπτεί υπέρ του μαθήματος της Ευρωπαϊκής Μουσικής, διότι «έχει την πεποίθησιν ότι και τούτο το μάθημα (της Βυζαντινής Μουσικής) είναι εν μέσον προς εξάπλωσιν της Δημοδιδασκαλίας μεταξύ των Δήμων, εκ των οποίων πολλοί δια μόνην την εκκλησιαστικήν μουσικήν, προτιμούν να έχωσι Γραμματοδιδασκάλους»[5]. Δηλαδή οι Δήμοι τότε ενεθάρρυναν τους νέους με υλική συνδρομή και συμβουλές για το διδασκαλικό επάγ­γελμα, με στόχο να τους έχουν μελλοντικά ψάλτες στους καθεδρικούς και άλλους ενοριακούς ναούς τους.

Σκηνή από τη μουσική ζωή των Ελλήνων, Paris,1858.

Έναν τέτοιο παραδοσιακό πρωτοψάλτη και μουσικοδιδάσκαλο γνωρίζομε αρχικά στα Σχο­λεία της Αίγινας και την μετακαποδιστριακή εποχή στο Ναύπλιο, τον Ζαφείριο Ζαφειρόπουλον, όπως επίσης και τους διαδόχους του: Αναστάσιο Ταπεινό και Κωνσταντίνο Κηρύκου, κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνος (1833-1862).

Είχαμε όμως στο Ναύπλιο, από τα παλαιότερα χρόνια, εκτός της εκκλησιαστικής, και κοσμική δυτική, ξενόφερτη μουσική. Βεβαίως ο πολύς κόσμος διασκέδαζε με τραγούδια, που έλεγαν οι συμποσιαστές ή όσοι συμμετείχαν σε χο­ρούς ή άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις, με συνοδεία λαϊκών οργάνων, τα οποία μερικοί περιηγη­τές περιγράφουν λεπτομερέστερα. Το ίδιο συνέβαινε στο στρατό, όπου οι μαχητές περιποιού­νταν προ της μάχης την καθαριότητά τους και πολλές φορές διασκέδαζαν με χορούς και τραγού­δια.

Είναι γνωστό ότι βιολιτζήδες ακολουθούσαν τα στρατόπεδα· οι ίδιοι μετακινούνται με τα εκστρατευτικά σώματα προς εμψύχωση των αγωνιζομένων «για του Χριστού την πίστη την αγία και της Πατρίδος την ελευθερία».

Μαρτυρείται επίσης ότι τα στρατιωτικά σώματα των ατάκτων αγωνιστών ακολουθούσαν μουσικοί, όχι βεβαίως επαγγελματίες, με τύμπανα, ζουρνάδες και κλαρίνα, που έπαιζαν ηχηρότατα προ της μάχης και μετά την νίκη. Την ίδια τακτική εφήρμοσε ο Κολοκοτρώνης στην μάχη του Βαλτετσίου και σ’ εκείνη των Δερβενακίων και ο Καραϊσκάκης στην εκστρατεία της Στερεάς Ελλάδος. Οι δε καπεταναίοι στις περιστασιακές στρατολογίες τους, κατά την διάρκεια της Επαναστάσεως, συνοδευόταν από ζουρνάδες και νταούλια, για να αφυπνί­ζουν τον πατριωτισμό των νέων.

Παράλληλα, τα δημοτικά μας τραγούδια, τα κλέφτικα, τα καθιστά – τα επιτραπέζια (της τάβλας) ή εκείνα της χαράς του γάμου κ.λ.π., ακούγονταν συχνά στο Ναύπλιο συνοδευόμενα μάλι­στα με τον συρτόν, «την πάτριον των Ελλήνων όρχησιν». Για τις μουσικές αυτές εκδηλώσεις έχομε τα απομνημονεύματα των συγχρόνων, τις μαρτυρίες των περιηγητών, να εκθειάζουν τον λυρισμό, τα γνωστά γυρίσματα και τσακίσματα των τραγουδιών αυτών, σε μεγάλη ποικιλία. Θαυμαστής των δημοτικών μας τραγουδιών, που ενωρίς εδημοσιεύτηκαν, αρχικά από ξένους σε χωριστές συλλογές – ανθολογίες, ήταν και ο θείος Γκαίτε [6], ενώ άλλοι ξένοι όπως ο Edmond About [7] κάμουν άδικες κρίσεις, παρασυρμένοι από την μέτρια, σε όσες παρακολούθησαν περι­πτώσεις, απόδοσή τους.

Πρόβλημα ήταν τότε και τώρα η καλή μουσική, η σωστή απόδοση είτε της φωνητικής είτε της ενόργανης μουσικής. Αυτό είναι το ζητούμενο. Και αυτά που γράφουμε εδώ συνέβαιναν mutatis mutandis σχεδόν παντού στον ελληνικό χώρο. Ειδικότερα το ερώτημά μας είναι: πότε εισήχθη στο Ναύπλιο η ξένη, η δυτική, η λεγόμενη ευρωπαϊκή μουσική; Από πότε απετέλεσε διδασκόμενο μάθημα στα Σχολεία της πόλεως και πότε εισήχθη η ευρωπαϊκή μουσική στην θεία λατρεία;

Ο Θεσσαλός ιατροφιλόσοφος Διονύσιος ο Πύρρος, που επεσκέφθη την περιοχή, το έτος 1815, γράφει στις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις: «Εις αυτάς τας δύο ωραίας πόλεις (Ναύ­πλιον και Άργος) διατρίβουσι και διάφοροι ευγενείς και φιλέλληνες Ευρωπαίοι, μάλιστα χάριν ψυχαγωγίας ή ξεφαντώσεως»[8], η οποία πάντως συμπορεύεται συνήθως με οινοποσία και απαραί­τητα με μουσική από όργανα, που θα συναπεκόμιζαν από την γενέτειρά τους οι ρομαντικοί εκείνοι ξένοι στο Ναύπλιο.

Οι ξένοι όμως στο Ναύπλιο ήταν φαινόμενο ενδημικό επί αιώνες πριν, αφού η ξενοκρατία της περιοχής καλύπτει συνολικά εξακόσια είκοσι οκτώ συνεχή χρόνια: Φραγκοκρατίας (1212-1389), Βενετοκρατίας (1389-1540), Τουρκοκρατίας (1540-1686), Β’ Βενετοκρατίας (1686-1715) και Β’ Τουρκοκρατίας (1715-1822). Σε όλα αυτά τα χρόνια η ξενική των Φράγκων και Βενετών κατοχή του Ναυπλίου έφερε, μαζί με τους ανθρώπους της, και τις συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμα των κατακτητών και πολλά έχουν γραφή για τις επιδράσεις τους στην ενδυμασία, την γλώσσα, την κοινωνική ζωή των Ναυπλιωτών [9].

Οι ίδιοι κατακτητές έφεραν από τις πατρίδες τους κυρίως Ιταλία, Γαλλία και Ισπανία την μουσική και τα όργανά τους, τους σαλπιγκτές τους στα στρατόπεδα κατοχής, τις φρουρές στην πάνω (Ακροναυπλία) και την κάτω πόλη, την στοιχει­ώδη για την εποχή φιλαρμονική τους ορχήστρα. Έκαναν στην γιορτή του Αγίου Μάρκου λαμπαδοφορίες και παρελάσεις με συνοδεία μουσικής, ενώ από το λιμάνι του Ναυπλίου, έκτος από τα πολεμικά πλοία, εμπορικά πλοία επώνυμων Ναυπλιωτών διενεργούσαν διαμετακομιστικά τα­κτικά ταξίδια, μεταξύ της μητροπολιτικής Βενετίας και των άλλων βενετοκρατούμενων λιμα­νιών και έφεραν επομένως στο Ναύπλιο πολιτιστικά αγαθά, μεταξύ των οποίων και μουσικά.

Οι ήχοι, λοιπόν, και ο ρυθμός της δυτικής – ευρωπαϊκής μουσικής δεν ήσαν ξένοι στις ακοές των πε­ρισσοτέρων Ναυπλιωτών. Ενώ πολύ λίγοι ήσαν οι σπουδαστές  [10] από το Ναύπλιο και το Άρ­γος, που γνωρίζομε ότι φοίτησαν στα πανεπιστήμια της Πάδοβας και της Ρώμης και έγιναν οι αυτοί μέτοχοι και της εκεί μουσικής ζωής. Υπενθυμίζομε ακόμη την παρουσία ιερωμένων δυτικών μοναχικών ταγμάτων στο Ναύπλιο, όπου έψαλλαν καθημερινά την λατινική λειτουργία με δυτική εκκλησιαστική μουσική σε γρηγοριανό ή άλλο μέλος, όπως οι Καπουτσίνοι (1640), που διατηρούσαν και Σχολείο, ενώ οι Ιησουΐτες είχαν στο Ναύπλιο μικρόχρονη μόνον παραμονή [11].

Επομένως είχαμε από τότε στο Ναύπλιο, με όλη αυτή την συνεχή παρουσία ξένων έναν inter- culturalisme (διαπολιτισμός), δηλαδή έναν αμοιβαίο πολιτισμικό επηρεασμό, φαινόμενο που παρετηρήθη και σε άλλες κοινωνίες περιοχών[12] με εύκολη ή αναγκαστική επικοινωνία με τον έξω κόσμο, με ξένους μόνιμους ή περαστικούς· εννοούμε την πολιτιστική και κοινωνική επίδραση των ξένων στις φραγκοκρατούμενες – ενετοκρατούμενες περιοχές, μεταξύ των οποίων και το Ναύπλιο αυτό φαίνεται στην γλώσσα, στην ενδυμασία, στα δημοσιεύματα Ναυπλιωτών από γνωστούς τυπογραφικούς οίκους της Βενετίας, από τα ποιήματα και τα έγγραφα της εποχής, δε­δομένα τα οποία έχουν από μακρού αξιολογηθή, όπως επίσης οι ξενικές επιδράσεις στις αγροτοκαλλιέργειες και την οικονομική ζωή.

Στον χώρο της Μουσικής, που ειδικότερα μας ενδιαφέρει, δεν ευρίσκομε βέβαια Ναυπλιώτες με ειδικές μουσικές σπουδές ή με τίτλους μουσικής δημιουργίας, αλλά πάντως δικαιούμεθα να συμπεράνουμε ότι δεν ήταν άγνωστη, ούτε «ξένον άκουσμα» η μουσική των ξένων στο Ναύπλιο. Οι Ναυπλιώτες είχαν ευκαιρίες να ακούσουν ξενόφερτη μουσική είτε στα σχολεία και τις εκκλησίες των ξένων εδώ μοναχικών ταγμάτων είτε έξω, μέσα στο ανοιχτό σχολείο της ζωής. Συγκεκριμένες πληροφορίες για την διάδοση της μουσικής αυτής στο Ναύπλιο έχομε από τα  πρώτα χρόνια της ελευθέρας Ελλάδος.

  

Γεώργιος Αθ. Χώρας

Δρ Θεολογίας τ. Διευθυντής Υπ. Παιδείας

Υποσημειώσεις

 

[1] Βλέπε «Κανών εις τον άγιον Θεοδόσιον Άργους τον νέον και ιαματικόν ποίημα Νικολάου ιερέως του Μαλαξού, μεγάλου πρωτοπαπά Ναυπλίου», επιμέλεια Γ.Α. Χώρα, έκδ. της ομώνυμης Μονής, Αθήναι 1992, όπου και βιβλιογραφία. Πρβλ. Γ.Ι. Παπαδοπούλου, Συμβολαί εις την Ιστορίαν της παρ’ ημίν εκκλησιαστικής μουσικής, εν Αθήναις 1890, σ. 293.

[2] Γρηγορίου Στάθη, Τα χειρόγραφα της Βυζαντινής Μουσικής – Άγιον Όρος, τόμ. Β’, Αθήναι 1976, σσ. 251-253 (Νο 411) και τόμ. Γ’, Αθήναι 1993, σ. 599.

[3] Γ.Α. Χώρα, Ιστορία της Μονής Ταξιαρχών Επιδαύρου, Αθήναι 1991, σσ. 42, 75.

[4] Ελένης Μπελιά, Η εκπαίδευσις εις την Λακωνίαν και την Μεσσηνίαν κατά την Καποδιστριακήν περίοδον (1828-1832), εν Αθήναις 1970, σσ. 21, 97, 161.

[5] Βλέπε την από 2 Μαρτίου 1839 αναφοράν του Ι. Κοκκώνη, προς την επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Β(ασιλικήν) Γραμματείαν της Επικρατείας, εις Γ. Α . Κράτους – Υπ. Παιδείας, Φάκ. 164.10 «Σχολή Εκκλησ. Μουσικής Αθηνών» (ενότης 1833-1848).

[6] Βλέπε Φρ. Τίρς, μτφρ. Α. Σπήλιου, Η Ελλάδα του Καποδίστρια, τόμ. Β’, σ. 113 (εκδ. Τολίδη) Λίνου Πολίτη, Ιστορία τής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα 1980 σσ. 116, 118. Πρβλ. Φοίβου Ανωγειανάκη, Ελληνικά λαϊκά μουσικά όργανα, Αθήναι 1976 και του ιδίου, Η Μουσική στην Νεώτερη Ελλάδα, Αθήνα 1960. Αλεξάνδρας Γουλάκη – Βουτυρά, Μουσική, Χορός και Εικόνα, Αθήνα 1990. Μιχ. Α. Ράπτη, Επίτομη Ιστορία του Ελληνικού Μελοδράμματος και της Ε. Λ. Σκηνής, Αθήνα 1989 S. Baud – Bovy, Δοκίμιο για το Ελληνικό Τραγούδι, Ναύπλιο 1984, σσ.15 και επ.

[7] Εντμόντ Αμπού μτφρ. Α. Σπήλιου, Η Ελλάδα του Όθωνος, Αθήνα (έκδ. Τολίδη). σσ. 268-275.

[8] Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού, Αργολικά, επιμ. Ανδρέα Κεραμίδα, Άργος 1981, σ. 40.

[9] Βλέπε Μ. Λαμπρυνίδου. Η Ναυπλία, Αθήναι 1950, σσ. 110 κ. έπ. και τις μελέτες Γ. Πλουμίδη, Κ. Ντόκου κ.α.

[10] Γ. Πλουμίδη, Αι πράξεις εγγραφής των Ελλήνων σπουδαστών τού Πανεπιστημίου της Παδούης, Ε. Ε. Β. Σ.. τόμ. ΙΖ’ ( 1969-1970), σσ. 267, 269, 290, 293, 302. Πρβλ. «Θησαυρίσματα», τόμ. Η’ (1971), σσ. 191, 200. Αθ. Καραθανάση, Η Φλαγγίνειος Σχολή της Βενετίας, Θεσσαλονίκη 1976. σσ. 133, 292, 293, 298. Ant. Fyrigos, II collegio Greco di Roma, Roma 1983, σσ. 7, 8, 43.

[11] Βλέπε, Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νεωτέρου Ελληνισμού, τόμ. Γ’, Θεσσαλονίκη 1968, σ. 430, Π. Γρηγορίου, Σχέσεις Καθολικών και Ορθοδόξων, Αθήναι 1958, σσ. 319, 321. Μ.Ν. Ρούσσου – Μηλιδώνη, Ιησουΐτες του 17ου και 18ου αιώνα περιγράφουν το Αιγαίο, Αθήνα 1989, σ. 32.

[12] Γιάννη Φιλόπουλου, Εισαγωγή στην Ελληνική Πολυφωνική Εκκλησιαστική Μουσική, Αθήνα 1990, σ. 17.

  

Πηγή

  • Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Μουσική Παιδεία και Ζωή στο Ναύπλιο / 18ος – 20ος αιώνας», Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον, 1994.

 

Σχετικά θέματα:

  

Read Full Post »

Μουσικοδιδάσκαλοι – πρωτοψάλτες στο Ναύπλιο (1825-1833)


Το μουσικό κενό, που προέκυπτε από την μη συστηματική διδασκαλία της Μουσικής στην πόλη του Ναυπλίου, κάλυψαν μερικώς μουσικοδιδάσκαλοι πρωτοψάλτες. Οι μουσικοί αυτοί, κατά κανόνα της Σχολής Κωνσταντινουπόλεως, μετά μικρά διδακτική θητεία επί Καποδίστρια στα Σχολεία της Αίγινας, έζησαν ως μουσικοδιδάσκαλοι και πρωτοψάλτες στο Ναύπλιο, κατά τα Οθωνικά χρόνια και τελικά μετοίκησαν στην Αθήνα, όπου δίδαξαν σε πρωτεύοντα εκεί εκπαιδευτικά ιδρύματα και διηύθυναν τον εκκλησιαστικό χορό της Αγίας Ειρήνης, πρώτου καθεδρικού ναού των Αθηνών.

Δηλαδή ακολούθησαν οι μουσικοδιδάσκαλοι αυτοί την ιστορική και κοινωνική συγκυρία της Νεωτέρας Ελλάδος, κατά την οποία η Αίγινα, το Ναύπλιο και τελικά η Αθήνα απετέλεσαν κέντρα της πολιτικής, διοικητικής και κοινωνικής ζωής και έγιναν διαδοχικά πόλοι έλξεως διανοουμένων, εκπαιδευτικών, εμπόρων, στρατιωτικών, πολιτικών και άλλων ανήσυχων και φιλοπρόοδων πολιτών, οι οποίοι και αυτοί με την σειρά τους ακολουθούσαν τα γυρίσματα της ζωής.

Παλαιότερο πρωτοψάλτη γνωρίζομε στο Ναύπλιο τον Πασχάλη Παΐσιο και ξέρομε τόσα μόνον περί αυτού, όσα διασώζει η σημείωση του απογραφέως της γενικής απογραφής των κατοίκων Ναυπλίου (1825), όπου συμπεριλαμβάνεται με την ένδειξη: «Πασχάλης Παΐσιος μουσικός, ψάλτης του Αγίου Γεωργίου», δηλαδή του καθεδρικού ναού Ναυπλίου.

 

Ο ιστορικός ναός του Αγίου Γεωργίου.

 

Επί Καποδίστρια δίδασκε βυζαντινή μουσική και έψαλλε στο Ναύπλιο ο Κωνσταντίνος Κηρύκου. Ο ίδιος είχε συνεχή δραστηριότητα επί τεσσαρακονταετία σε διάφορα μέρη.  Μετά την αποχώρησή του από το Ναύπλιο έψαλλε στην Σύρο και τελικά στην Αθήνα ως αριστερός ψάλτης του καθεδρικού τότε Ναού της Αγίας Ειρήνης. Ο Κηρύκου διορίσθηκε, με διάταγμα του Όθωνος (12-24 Φεβρουαρίου 1843), διδάσκαλος της Μουσικής, βοηθός του καθηγητού Ζαφ. Ζαφειροπούλου στο Διδασκαλείο Αθηνών, μετά τον θάνατο του βοηθού διδασκάλου ιεροδιακόνου Θεοδώρου Ρεοντάκη, «αντί μισθού 70 δραχμάς κατά μήνα». Παράλληλα δίδασκε στην Ριζάρειο Σχολή, μέχρις ότου τον διδέχθη εκεί ο Άνθιμος Νικολαΐδης [1].

Την ίδια εποχή με τον Κ. Κηρύκου, δρα στο γειτονικό Άργος ως μουσικοδιδάσκαλος και πρωτοψάλτης του καθεδρικού ναού του Αγίου Πέτρου ο Παναγιώτης Αγαθοκλέους. Ο Αγαθοκλέους, γεννημένος στον Αίνο και αναθρεμμένος στην Κίο της Μικράς Ασίας είναι πολύ κατηρτισμένος μουσικός, δίδαξε και συνέγραψε «Θεωρητικόν της εκκλησιαστικής μουσικής», που εξεδόθη στην Αθήνα το 1855, δια του τυπογραφείου Χ. Νικολαΐδου, του Φιλαδελφέως [2]. 

Τον Νοέμβριο 1832 εγκατεστάθη στο Ναύπλιο, προερχόμενος από την Αίγινα, ο σπουδαίος Ζαφείριος Απ. Ζαφειρόπουλος. Ο Ζαφειρόπουλος, γνωστός και ως «Ζαφείριος ο Σμυρναίος», είχε αποφοιτήσει της Πατριαρχικής Μουσικής Σχολής Κωνσταντινουπόλεως και είχε διδάξει στο Αϊβαλί της Σμύρνης, από δε το 1826 κατέφυγε με άλλους Μικρασιάτες στην Αίγινα, όπως πολλοί τότε άφησαν τα τουρκοκρατούμενα μέρη για να εγκατασταθούν στην ελεύθερη Ελλάδα. Εδώ διωρίσθη ο Ζαφειρόπουλος μουσικοδιδάσκαλος των παιδιών του Ορφανοτροφείου, που συνέστησε ο Καποδίστριας για να περιμαζέψη τα ορφανά του πολέμου και να εξασφάλιση εκεί την μόρφωση και την αγωγή τους.

Ήταν μάλιστα παράλληλα στην Αίγινα μουσικοδιδάσκαλος, αλλ’ αυτός της ευρωπαϊκής μουσικής, ο Αθανάσιος Αβραμιάδης, ενώ ο περίφημος Γεώργιος ο Λέσβιος, εισηγητής του ομώνυμου νέου συστήματος γραφής της βυζαντινής μουσικής, διωρίσθη, από τους πρώτους μήνες του 1828 πρώτος μουσικοδιδάσκαλος του πρώτου Σχολείου Εκκλησιαστικής Μουσικής, που ιδρύθη στην Αίγινα με διάταγμα του Καποδίστρια.

Μετά τον θάνατο του κυβερνήτη (1831) και από τα προβλήματα, που ανέκυψαν στην συνέχεια μεταξύ Εφορευτικής Επιτροπής, καθηγητών και μαθητών και τα οποία τελικά οδήγησαν στο κλείσιμο του Ορφανοτροφείου, ο Ζαφειρόπουλος δυσαρεστημένος και έχοντας προσωπικές αφορμές υπέβαλε την παραίτησή του και προτίμησε το Ναύπλιο. Εδώ τον συναντούμε πρωτοψάλτη «εις την πρωτεύουσαν των εν Ναυπλίω εκκλησιών» δηλαδή τον μητροπολιτικόν Ιερόν Ναόν Αγίου Γεωργίου. Από αναφορά του, της 30 Νοεμβρίου 1832, μαθαίνομε ότι ο Ζαφειρόπουλος αντιμετώπισε στο Ναύπλιο οικονομικά και πρόσθετα δυσάρεστα οικογενειακά προβλήματα. Γι’ αυτό εζήτησε αύξηση του μισθού του, αλλά προσέκρουσε στην αρνητική διάθεση των επιτρόπων του ναού, που έφθασαν μέχρι και να τον παραιτήσουν.

Επενέβησαν όμως «διάφοροι εκ των επισημοτέρων κατοίκων του Ναυπλίου με συγκεκριμένην πρότασιν: «αφού η εκκλησία αδυνατή, να διορισθή ο Ζαφειρόπουλος επίσημος κρατικός μουσικοδιδάσκαλος, πληρωνόμενος από το Κρατικόν Ταμείον». Η σωζόμενη, από 30 Δεκεμβρίου 1832, αναφορά  [3], υπογράφεται από μεγάλα γνωστά ονόματα: Ν. Πονηρόπουλος, Αθ. Σέκερης, Α. Κονδάκης, Ν. Οικονόμου, Ηλίας Ασημακόπουλος, Αναγνώστης Δηλιγιάννης, Κανέλος Καστόρχης, Πανούτσος Νοταράς, Ρήγας Παλαμήδης, Ν. Αλεξόπουλος, Σ. Σπηλιωτόπουλος κ.α.

Υπέρ του Ζαφειροπούλου συνηγόρησε με χωριστό έγγραφό του προς τον Υπουργόν ο Δαμαλών Ιωνάς, εκκλησιαστικός τότε τοποτηρητής Ναυπλίου και Άργους. Ο τότε Υπουργός Παιδείας, Ιακωβάκης Ρίζος – Νερουλός υιοθέτησε την πρόταση των Ναυπλιωτών και εισηγήθη να επαναδιορισθή ο Ζαφειρόπουλος «με ανάλογον μισθόν, χορηγούμενον από την Κυβέρνησιν, δημόσιος της εκκλησιαστικής μουσικής διδάσκαλος εις την καθέδραν της Κυβερνήσεως, υποχρεούμενος να διδάσκη την τέχνην ταύτην αμισθί εις τους καλλιφωνοτέρους των μαθητών του ενταύθα αλληλοδιδακτικού σχολείου και άλλους όσοι έχουν έφεσιν και διάθεσιν προς το επάγγελμα τούτο, υποχρεουμένους όμως και αυτούς να συγχοροστατούν μετ’ αυτού εις την εκκλησίαν, όπου θέλει εκτελεί συγχρόνως και τα χρέη του πρωτοψάλτου. Τον δε μισθόν, τον οποίον ελάμβανεν από την εκκλησίαν να προσκληθούν παρά της Γραμματείας ταύτης οι Επίτροποι να τον δίδουν εις τον αριστερόν ψάλτην, προς αποφυγήν των κακοφωνιών και χασμωδιών, αι οποίαι χωρίς τούτου δεν θέλουν λείψει από την εκκλησίαν»[4].

Δηλαδή έπασχε τότε και το Ναύπλιο από κακή μουσική, που οφείλονταν στην μουσική αμάθεια ή ημιμάθεια των «αυτοχειροτόνητων» και εθελοντών ψαλτών, συνηθισμένο φαινόμενο της εποχής εκείνης, όπως πληροφορούμεθα από περιηγητές, που περιγράφουν τελετές και εορτές σε ορθόδοξους ναούς των πόλεων και της υπαίθρου.

Τελικά η συνδυαστική πρόταση του Υπουργού Παιδείας έγινε ομόφωνα δεκτή από τα μέλη της Διοικητικής Επιτροπής, Ανδρέα Ζαΐμη, Ιωάννη Κωλέττη και Ανδρέα Μεταξά, που υπογράφουν με την ένδειξη: «Εγκρίνει (η Διοικητική Επιτροπή) να προσδιορισθή εις τον κύριον Ζαφείριον Ζαφειρόπουλον λόγω μισθού μουσικοδιδακτικού φοίνικες εκατόν πεντήκοντα αρ. 150 κατά μήνα». Πάντως ο μισθός αυτός συνέχιζε να είναι χαμηλός, όταν σκεφθούμε ότι τα χρόνια εκείνα ο περίφημος διδάσκαλος του Γένους Γεώργιος Γεννάδιος έπαιρνε στην Αθήνα 500 γρόσια τον μήνα, ο δε μουσικοδιδάσκαλος Γεώργιος ο Λέσβιος απαιτούσε για το διδακτικό του έργο 1.200 γρόσια τον μήνα.

Στο τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου  [5] βλέπομε ότι τον επόμενο χρόνο (1834) αύξησαν τον μισθό του Ζαφειρόπουλου σε 160 δραχμές και ότι του έδωσαν γραπτές «ομολογίες», χρεωστικά δηλαδή έγγραφα, για οφειλόμενα χρήματα από καθυστερούμενους μισθούς του. Στην από 10 Ιανουαρίου 1833 κοινοποίηση του διορισμού του, ο Υπουργός καλεί τον Ζαφειρόπουλο να αναλάβη αμέσως τα καθήκοντά του και «να φροντίση εγκαίρως περί της εκλογής των μαθητών του, κοινοποιών συγχρόνως δι’ ιδιαιτέρας του προσκλήσεως τον καιρόν και τον τόπον, εις τον οποίον θέλει παραδίδει τα μαθήματα της τέχνης του».

Το Υπουργείο αισθάνθηκε τότε εντονώτερη την ανάγκη καλής μουσικής, εν όψει της τελετής – δοξολογίας της επισήμου υποδοχής του Όθωνος, στην οποία σαφώς η ψαλτική του Ζαφει­ρόπουλου συνέβαλε θετικά. Και επί πλέον ανέμενε το Υπουργείο να χρησιμεύση «η όλη περί τον Ζαφειρόπουλον μουσική κίνησις ως φυτώριον παραγωγής μουσικών».

Του έγραφε χαρακτηριστικά ο Υπουργός:

«Η Γραμματεία, πεπεισμένη περί της ικανότητός σου, δεν αμφιβάλλει, Κύριε, ότι θέλεις αναδείξη εν δέοντι μαθητάς ικανούς να διαδώσωσι και εις άλλας του βασιλείου επαρχίας την αναπόφευκτον προς την εκκλησιαστικήν ευπρέπειαν μουσικήν τέχνην, κατά το παραδεδεγμένον προ χρόνων εις την εκκλησίαν σύστημα».

Σώζεται ακόμη η ευχαριστήριος επιστολή (12 Ιανουαρίου 1833) του Ζαφειρόπουλου, με την οποία αποδέχεται το διορισμό του και βεβαιώνει για τις προθέσεις του να εργασθή εντός και εκτός του Ναού, προς διάδοση της βυζαντινής μουσικής. Γράφει μάλιστα ότι ετοίμαζε ανακοίνωση, με την οποία θα καλή τους βουλομένους να μάθουν μουσική, ζητεί χώρο διδασκαλίας και προτείνει γι’ αυτό «την κατά τον ‘Αγιον Γεώργιον οικίαν… ως χωρητικήν ούσαν και δια τούτο κατάλληλος να χρησιμεύση και ως τόπος της των μουσικών μαθημάτων παραδόσεως».

Πρόκει­ται για το λεγόμενο σε άλλα έγγραφα «το οσπήτιον», το συνεφαπτόμενο του Αγίου Γεωργίου ή αλλού «τα κελλία του Αγίου Γεωργίου» [6] «που επακουμβούν εις την αυτήν εκκλησίαν», τα οποία όμως η αμεριμνησία των υπευθύνων άφησε, τα τελευταία χρόνια, να καταρρεύσουν, ευτυχώς μό­νον η στέγη τους. Το πόσο δικαίωσε ο Ζαφειρόπουλος «τας χρηστάς ελπίδας» του υπουργού, φαίνεται από την μετέπειτα σταδιοδρομία του και την πρόοδο των μαθητών του, που ανεδείχθησαν στο Ναύ­πλιο και μετά στην Αθήνα σε μουσικολογιώτατους πρωτοψάλτες.

 

Γεώργιος Αθ. Χώρας

Δρ Θεολογίας τ. Διευθυντής Υπ. Παιδείας

  

Υποσημειώσεις

 [1] Βλέπε, Γ.Α.Κ. – Υπ. Παιδείας, Φάκ. 164.10 «Σχολή Εκκλησ. Μουσικής Αθηνών» (ενότης 1883-1848. Πρβλ. Γ. Παπαδοπούλου, Συμβολαί εις την Ιστορίαν της παρ’ ημίν εκκλησιαστικής μουσικής, σ. 451.

 [2] Γ. Παπαδοπούλου, όπου ανωτέρω, σ. 444.

 [3] Βλέπε Γ.Α.Κ. – Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 54 (Νοέμβριος 1832), Υποφάκ. «Εκκλησιαστικά» και Φάκ. 55 (Δεκέμβριος 1832), Υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[4] Βλέπε Γ.Α.Κ. – Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 56 (Ιανουάριος 1833), Υποφάκ. «Εκκλησιαστικά».

[5] Βλέπε εις Τοπ. Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Εκκλησιαστικά, Φάκ. 6 (Δημογεροντίας Ναυπλίου). Πρβλ. Τρ. Σκλαβενίτη, Ευρετήριο Δημοτικού Αρχείου Ναυπλίου 1828-1899, Αθήνα 1894, σ. 5.

[6] Βλέπε εις Γ.Α.Κ. – Υπ. Εσωτερικών, Φάκ. 94 (την από 21 Ιουνίου 1827 αναφοράν πολιτών Ναυπλίου). Πρβλ. την από 4 Σεπτεμβρίου 1824 αναφοράν «των εν Ναυπλίω ιερέων», προς το Υπουργείον της Θρησκείας και ομοίαν από 18 Οκτωβρίου 1824 και έγγραφο του Υπουργού Ανδρούσης Ιωσήφ υπ’ αριθ. 87 της 21 Οκτωβρίου 1824, εις Γ.Α.Κ. – Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 6, Υποφάκ. «Εκκλησιαστικά» (έγγραφον 4380/9 Μαρτίου 1826). Πρβλ. Φάκ. 53 (Σεπτέμβριος 1832) και Φάκ. 50 (Ιούνιος 1832).

 

Πηγή


 

  • Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Μουσική Παιδεία και Ζωή στο Ναύπλιο / 18ος – 20ος αιώνας», Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον, 1994.

 

Σχετικά θέματα:

 

  

Read Full Post »

Η μουσική στα σχολεία του Ναυπλίου (1826)


 

«Στην αρχαιότητα το να αγνοούσε κανείς μουσική,

εθεωρείτο σαν μια έλλειψη της εκπαιδεύσεώς του»   (Ρ. Ρολλάντ)

 

Το πρώτο συστηματικό σχολείο, στο Ναύπλιο, είναι το «Αλληλοδιδακτικόν» συνεστήθη το 1826, με πρωτοβουλία της εκεί Φιλανθρωπικής Εταιρείας υπό την προεδρεία του Π. Πατρών Γερμανού και εστεγάσθη στο τζαμί της Πλατείας Συντάγματος, με δάσκαλο τον ιεροδιάκονο Νεόφυτο Νικητόπουλο, που μετετέθη το 1829 με τους μαθητές του, κυρίως ορφανόπαιδα, στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας για να κατάληξη αργότερα στην γενέτειρά του Δημητσάνα. Στο σχολείο όμως του Ναυπλίου δεν εδιδάσκετο η Μουσική.

Μάλιστα στις 26 Ιουλίου του κρίσιμου έτους της Επαναστάσεως 1826 (επιδρομή Ιμπραήμ – έξοδος Μεσολογγίου) έγινε ευρεία συζήτηση μεταξύ των μελών της Φιλανθρωπικής Εταιρείας για το μάθημα της Μουσικής, μετά από εμπεριστατωμένη εισήγηση του εκ των μελών της περιφήμου διδασκάλου του Γένους, Γεωργίου Γενναδίου. «Ο Γ. Γεννάδιος επρόβαλεν ως αναγκαίον εις την εξημέρωσιν της ψυχής της νεολαίας να ευρεθή διδάσκαλος δια να παραδίδη την μουσικήν εις το σχολείον. Ο κ. Γ. Γλαράκης (μετέπειτα Υπουργός Παιδείας) δεν ήτο αυτής της γνώμης, παρασταίνων ότι η σημερινή των Ελλήνων μουσική δεν έχει την δύναμιν να εξημερώνη τα πάθη. Έμεινεν όμως η πρόταση αύτη να εξετασθή, όταν της Εταιρείας οι πόροι γίνωσι σημαντικώτεροι και προς το παρόν να περιωρισθή το σχολείον εις μόνην την παράδοσιν των πινάκων της αναγνώσεως»[1].

Εν τω μεταξύ απέθανε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, τα οικονομικά χειροτέρευσαν και το μάθημα της Μουσικής, ανεξάρτητα από τις μουσικές προτιμήσεις του Γλαράκη, εφαίνετο ανεπίτρεπτη πολυτέλεια για την τότε πραγματικότητα. Γι’ αυτό και δεν αναφέρεται στα σωζόμενα προγράμματα διδασκομένων μαθημάτων, ούτε στις εκθέσεις πεπραγμένων των δασκάλων της εποχής, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων [2].

 

Από τη μουσική ζωή της γενιάς του 1821.

 

Πράγματι, με τα αλληλοδιδακτικά σχολεία εστόχευεν η Κυβέρνηση να δοθούν στους μικρούς μαθητές στοιχειώδεις γνώσεις και ηθική μόρφωση – φρονηματισμός, ανάλογα με τις υπάρχουσες δυνατότητες και τις κοινωνικές ανάγκες. Κύρια, λοιπόν, μαθήματα ωρίστηκαν: η Αριθμητική, η Κατήχηση, η Ιχνογραφία – το Σχέδιο, για να γίνουν μελλοντικά οι μαθητές καλοί τεχνίτες, η Καλλιγραφία για να γίνουν καλοί γραμματικοί – στελέχη των Δημοσίων Υπηρεσιών. Δεν υπήρχαν τότε γραφομηχανές, ούτε πολύγραφοι και φωτοτυπίες. Το δε σχολικό πρόγραμμα διέφερε από σχολείου σε σχολείο, ανάλογα με τις τοπικές δυνατότητες: έλλειπαν τα αναγκαία εποπτικά μέσα, η κατάρτιση μάλιστα των όσων ονομάστηκαν, μετά κάποιες εξετάσεις, «διδάσκαλοι» ήταν διαφορετική. Έτσι μοιραίος η διδασκόμενη ύλη μεταξύ των Σχολείων ήταν διαφορετική.

Ο Καποδίστριας σε παρόμοιες περιπτώσεις έλεγε: «Με ό,τι χώμα έχομε, τέτοια κανάτια θα κάνωμε». Πάντως και όπου εδιδάσκετο η Μουσική ήταν η πατροπαράδοτη βυζαντινή – εκκλησιαστική Μουσική.

Με νότες βυζαντινής μουσικής έγραφαν τότε τα δημοτικά και τα κοσμικά τραγούδια οι μουσικοί – διδάσκαλοι της εποχής [3]. Η μουσική αυτή, σε όσες λίγες περιπτώσεις ευρήκαμε, διδάσκονταν σαν μάθημα προαιρετικό και μάλιστα όχι πάντοτε από τον κανονικό γραμματοδιδάσκαλο αλλά και από εξωσχολι­κό, κατηρτισμένο μουσικά κληρικό ή λαϊκό, που προσφέρονταν και εθελοντικά. Από τον αριθ­μό των μαθητών της Μουσικής, που δίδουν οι σχετικές εκθέσεις, φαίνεται ότι το μάθημα δεν πα­ρακολουθεί όλη η τάξη του Σχολείου. Παρόμοια περίπτωση έχομε στο Ναύπλιο με τον μουσικο­διδάσκαλο Ζαφείριο Ζαφειρόπουλο, πρωτοψάλτη του Αγίου Γεωργίου Ναυπλίου (1832-1837).

 

Σκηνή από τη μουσική ζωή των Ελλήνων του 18ο αιώνα.

 

Μόνιμο πρόβλημα των δασκάλων ήταν τότε ο χαμηλός μισθός τους και η καθυστερούμενη καταβολή του, ανάλογα με την ανέχεια του Εθνικού Ταμείου. Κατά την επίσημη από 29 Νοεμβρίου 1829 έκθεση του «κατά την Αργολίδα εκτάκτου Επι­τρόπου» (Διοικητού) Κωνσταντίνου Ράδου, προς τον Κυβερνήτη, λειτουργούσαν τότε στο Ναύπλιο «εν Σχολείον Αλληλοδιδακτικόν Κεντρικόν και δυο Ελληνικά ιδιαίτερα και επί τούτοις εν κορασίων»[4].

Αλλ’ ούτε και στο Σχολείο Θηλέων της γνωστής μας και από άλλες πη­γές Χανιώτισσας δασκάλας Ελένης Δανέζη ούτε στο ιδιωτικό σχολείο αργότερα της Γαλλίδας Volmèrange διδάσκεται η Μουσική, ενώ διδάσκεται, εκτός από τα μαθήματα που προαναφέραμε, το κέντημα. Τέσσαρες πάντως συνεχίζουν να είναι οι εκπαιδευτικές μονάδες στο Ναύπλιο και το έτος 1830, με γνωστούς διδασκάλους τον Σμυρνιό Αλέξανδρο Ησαΐα, τον Λεωνιδιώτη Γεώργιο Λιόνδα, ενώ περί το τέλος του 1833 ιδρύεται, με διάταγμα του Όθωνος, το «Βασιλικόν Γυμνάσιον Ναυπλίου» με προσαρτημένο σε αυτό «Ελληνικόν Σχολείον».

Ούτε όμως στον οργανισμό του Σχολείου αυτού, ούτε στις εκθέσεις επιθεωρήσεως Σχολείων συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των δι­δασκομένων και εξεταζομένων μαθημάτων η Μουσική και για τον έξης βασικό λόγο: έλειπαν οι μουσικοδιδάσκαλοι και τα οικονομικά κίνητρα. Έτσι, λοιπόν, το μάθημα της Μουσικής παρέ­μενε ακόμη πολυτέλεια για την Ναυπλιακή σχολική παιδεία, αλλά και γενικώτερα, όπως επίσης προαιρετικά παραμένουν τα μαθήματα της Ιχνογραφίας και της Ζωγραφικής (1841).

Ο εκ των μελών της Αντιβασιλείας Γεώργιος Λουδοβίκος Μάουρερ το ομολογεί ρητώς, αναφερόμενος στην σύσταση του Γυμνασίου Ναυπλίου: «Ψάχναμε για καθηγητές!».

Και λέει ακόμη ότι, όσους ευρήκαν, οι μισοί τελικά δεν απεδέχθησαν τον διορισμό τους, με διάφορες δικαιολογίες ο καθέ­νας. Έτσι, συνεχίζει ο Maurer, «αρχίσαμε πάλι να ψάχνουμε για καθηγητές». Τελικά λειτούργησε το Γυμνάσιο Ναυπλίου, το επόμενο έτος 1834, αλλά με ελλείψεις και δεν φαίνεται να διδά­σκεται η Μουσική ούτε και τα επόμενα χρόνια[5]. Για πρώτη φορά βλέπομε καθηγητή της Ωδικής στο Γυμνάσιο Ναυπλίου με την εκπαιδευτική αλλαγή του σχολικού έτους 1929-1930, οπότε κατηργήθη ο θεσμός του Ελληνικού Σχολείου και συνεχωνεύθη με το Γυμνάσιο, που έγινε πλέον Εξατάξιο.

Τότε διωρίσθη στο Γυμνάσιο Ναυπλίου, μετά εκατό έτη ελευθέρου βίου, καθηγητής της Ωδικής, το δε επόμενο σχολικό έτος και καθηγητής Τεχνικών Μαθημάτων. Ήσαν δε, κατά χρονολογική σειρά, οι παληοί καθηγηταί Ωδικής στο Γυμνάσιο Ναυπλίου: η καθηγήτρια Μ. Καρύδη, ο καθηγητής Κ. Παπαδόπουλος και ο καθηγητής Γρ. Καρίπης, τον όποιο διεδέχθη ο Βασίλειος Χαραμής. Ο διορισμός, το 1939, του Β. Χαραμή και η συνεχής έκτοτε σχολική και εξωσχολική του μουσική δραστηριότητα συνιστούν σταθμό στην πνευματική ιστορία του Ναυπλίου.

 

Σκηνή από τη μουσική ζωή των Ελλήνων του 18ο αιώνα, Paris,1858.

 

Η Μουσική πάντως, ως υποχρεωτικό μάθημα, εδιδάχθη από τα Καποδιστριακά χρόνια στα Σχολεία [6] της Αίγινας: Κεντρικό Σχολείο (1830) και Ορφανοτροφείο και επί Όθωνος στο Διδασκαλείο της Αθήνας (1834), δηλαδή στα παραγωγικά δασκάλων ανώτερα εκπαιδευτήρια και τούτο έχει μεγάλη σπουδαιότητα. Δηλαδή, όταν οι απόφοιτοι των Διδασκαλείων αυτών ανελάμβαναν διδακτικά καθήκοντα σε κατά τόπους σχολεία, προσέφεραν στα παιδιά, εκτός προγράμματος, ανάλογα με τον προσωπικό τους ενθουσιασμό και την μουσική τους κατάρτιση, αυθόρμητη μουσική διδασκαλία. Έπ’ αυτού έχομε συγκεκριμένες μαρτυρίες. Μόνον μη ζητήσωμε παρτιτούρες και άλλα τεκμήρια, γιατί αρχικά έλλειπαν από τα στοιχειώδη Σχολεία τα στοιχειώδη βιβλία, εκτός από μερικές στερεότυπες εκδόσεις Ελλήνων Αρχαίων Συγγραφέων και διότι η εθελοντική μουσική προσφορά, για την οποία μιλούμε, είχε εμπειρικό χαρακτήρα, όπως συμβαίνει στα Δημοτικά Σχολεία μέχρι των ημερών μας [7], όπου τα τραγούδια διδάσκονται χωρίς μουσικές νότες.

Πάντως, ο δημοδιδάσκαλος Ναυπλίου Ν. Ψαραύτης, τον Απρίλιο 1839, συμπληρώνοντας το σωζόμενο standard έντυπο με τίτλον: «Έλεγχος της μηνιαίας καταστάσεως του Σχολείου» [8] αναφέρει ότι επί συνόλου 161 μαθητών, οι 10 διδάσκονται Μουσική. Τούτο γινόταν προφανώς από τον ίδιον ή από άλλον διδάσκοντα, που είχε εν τω μεταξύ ευρεθή και εδίδασκε το προαιρετικό μάθημα της Μουσικής. Μη λησμονούμε ότι είχαμε πολύ ενωρίτερα του 1839 τους πρώτους αποφοίτους του Διδασκαλείου της Αίγινας και συνέχεια της Αθήνας, όπου καταρτίζονταν και στην Μουσική. Ούτε ακόμη στον προγενέστερο πίνακα «παραδόσεως κινητού υλικού του αυτού ως ανωτέρω σχολείου» περιλαμβάνεται κανένα μουσικό όργανο, παρ’ εκτός «εις κώδων και μία συρίστα» (έτος 1829).

Στην «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» (Εν Αιγίνη, 24 Νοεμβρίου 1828), διαβάζομε ότι ο γνωστός Γάλλος νομοδιδάσκαλος Henri Auguste Dutróne, σύμβουλος (1828-1830) του Καποδίστρια σε εκπαιδευτικά ζητήματα, «επισκεφθείς κατά τον παρελθόντα Οκτώβριον τα εν Ναυπλία Σχολεία και επικοινωνήσας μετά καθηγητών και μαθητών», εζήτησε επειδή η επιθεώρηση του εκάλυψε το μεγαλύτερο μέρος του ωραρίου εργασίας «να σχολάσωσιν το επίλοιπον της ημέρας οι μαθηταί» ενωρίτερα του κανονικού. Τότε «οι παίδες του αλληλοδιδακτικού σχολείου επεριπάτησαν έξω της πόλεως και έψαλλον θρησκευτικούς και πατριωτικούς ύμνους», τους οποίους προφανώς είχαν διδαχθή από τον διδάσκαλό τους, να ψάλλουν «εν χορώ», δηλαδή ομαδικά.

Δώδεκα από τους καλλιφωνότερους μαθητές του ίδιου αλληλοδιδακτικού σχολείου προετοιμάστηκαν επειγόντως από τον πρόσφατα διωρισμένο πρωτοψάλτη στον Άγιο Γεώργιο Ναυπλίου και «εσυγχοροστάτησαν» εκεί μαζί του στο αναλόγιο, την ήμερα της δοξολογίας για την υποδοχή του Όθωνος (25 Ιανουαρίου 1833).  

Επίσης, κατά τις λαμπρές εορτές στο Ναύπλιο για την δευτέρα επέτειο των «αποβατηρίων» του Όθωνος (25 Ιανουαρίου 1835), στις οποίες παρευρέθη και ο ίδιος «αι μαθήτριαι του Παρθεναγωγείου έψαλλαν τον βασιλικόν ύμνον και προσήνεγαν Αυτώ στέφανον», γράφει ο ιστορικός της πόλεως Μιχαήλ Λαμπρυνίδης.

Κατά τον ίδιον απομνημονευτή, είχε συσταθή στο Ναύπλιο από 8 Απριλίου 1834 «Δημοτική Λέσχη», δηλαδή ένα εντευκτήριο των πολιτών, «όπου δις της εβδομάδος επαιάνιζε και η στρατιωτική μουσική»[9]. Επομένως οι Ναυπλιώτες είχαν τότε έναν ευχάριστο τόπο φιλικής συναναστροφής μέσα σε ατμόσφαιρα μουσικής. Τούτο ήταν ακόμη μια ευκαιρία μουσικής παιδείας στο Ναύπλιο της Οθωνικής περιόδου.

 

Γεώργιος Αθ. Χώρας

Δρ Θεολογίας τ. Διευθυντής Υπ. Παιδείας

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ξ. Αναστασιάδου, Γεωργίου Γενναδίου βίος – έργα – επιστολαί. Αθήναι 1926. σσ. 295-296.

[2] Ελένης Μπελιά, Η Εκπαίδευσις εις την Λακωνίαν και την Μεσσηνίαν κατά την Καποδιστριακήν περίοδον, σσ. 97, 98, 169. 163.

[3] Βλέπε προχείρως Betrand Bouvier. Δημοτικά τραγούδια από χειρόγραφο της Μονής Ιβήρων, Αθήνα 1960. Πρβλ. Μάρκου Δραγούμη, Το φαναριώτικο τραγούδι, επίμετρο εις Άντειας Φραντζή, Μισμαγιά. Ανθολόγιο Φαναριώτικης Ποίησης, κατά την έκδοση Ζήση Δαούτη (1818), Αθήνα 1993, όπου γίνεται λόγος για τραγούδια κοσμικά, γραμμένα από άρχοντες πρωτοψάλτες σε βυζαντινή παρασημαντική και για συλλογές «διαφόρων τραγωδίων εις χορόν παλαιών τε και νέων», που συναντούμε γραμμένες συνήθως ανώνυμες σε τεύχη. Τα χειρόγραφα αυτά διαφόρων μερακλήδων περιέχουν τους στίχους αλλά και τονισμένους σε βυζαντινές νότες κοσμικών τραγουδιών, χορευτικών και άλλων- πρόκειται για κείμενα, που αναβλύζουν τα αισθήματα των ανθρώπων της εποχής.

[4] Απ. Δασκαλάκη , Τα περί Παιδείας, μέρος Α’, Αθήναι 1968, σ. 535.

[5] Γ. Λ. Μάουρερ – μτφρ. Όλγ. Ρομπάκη, Ο Ελληνικός Λαός, σσ. 527, 533, 538. Γ. Δεμοίρου, Ιστορία του Γυμνασίου Ναυπλίου. Αθήναι 1939, σσ. 18. 66, 30, 69, 72. 73, 117, 128, 129.

[6] Βλέπε Δαβίδ Αντωνίου. Τα προγράμματα της Μέσης Εκπαιδεύσεως (1833-1929), τόμ. Α’, Αθήνα 1987, σσ. 12, 23,33,72-81.

[7] Με την αναδιάρθρωση των Σχολείων κατά τον Νόμο της 6/18 Φεβρουαρίου 1834 ενομοθετήθη η υποχρεωτική φοίτηση των παιδιών από 7-12 ετών στα Δημοτικά Σχολεία, Φύλλον 11 της Εφημ. Κυβερνήσεως (σσ. 73-87). Τότε καθιερώθη μεταξύ των υποχρεωτικών μαθημάτων να διδάσκωνται και «γνώσεις φωνητικής μουσικής» και η ρύθμιση αυτή εφηρμόσθη σε μεγάλη κλίμακα εμπειρικά. Πρβλ. Μάουρερ, όπου ανωτέρω, σ. 535. 538.

[8] Βλέπε Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, (Παράρτημα Γ. Α. Κράτους),  Φακ. Ρ36 (2) (έτ. 1839), υποφάκ. «Αλληλοδιδακτικόν Σχολείον Ναυπλίας).

[9] Μ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία, Αθήναι 1950, σσ. 325, 327.

 

Πηγή


  • Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Μουσική Παιδεία και Ζωή στο Ναύπλιο / 18ος – 20ος αιώνας», Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον, 1994.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Το μουσικό ενδιαφέρον του Καποδίστρια


 

 «Η αγάπη προς την ποίηση και την μουσική είναι, όπως την θεωρούσαν οι αρχαίοι, αρετή των εξαιρετικών  ανθρώπων και μάλιστα από τις μεγαλύτερες»  (Λ.Ραζέλος)

 

Ιωάννης Καποδίστριας, πίνακας του Σερ Thomas Lawrence (1769-1830). Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε στη Βιέννη, ανήκει στη Βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ Β΄ και είναι εκτεθειμένος στον Πύργο του Windsor στην αίθουσα του Βατερλώ.

Το μουσικό κλίμα της εποχής κατά την Καποδιστριακή περίοδο, οι μουσικές και κοινωνικές εκδηλώσεις στο Ναύπλιο έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο προσοχής και έχουν λεπτομερέστερα περιγραφεί [i], αρχικά από τους ίδιους τους «πρωταγωνιστές» από ξένους και «ετερόχθονες»: Φαναριώτες και Επτανήσιους, που δίνουν τότε τον τόνο στην Ναυπλιακή κοινωνική ζωή, της Καποδιστριακής περιόδου (1828-1831). Οι μη ντόπιοι αυτοί Ναυπλιώτες ήσαν φορείς του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και διέδωσαν στο Ναύπλιο μαζί με την παιδεία τους, την ευρωπαϊκή μουσική, έφεραν για πρώτη φορά πιάνο και άλλα μουσικά όργανα, όπως η σύζυγος Κ. Καρατζά, κόρη της Κερκυραϊκής οικογενείας Κόντη και άλλοι.

Τα δε φιλολογικά περιοδικά του Ναυπλίου «Ηώς» (1830) και «Αθηνά» (1831) ασχολούνται με την ποίηση, δημοσιεύουν δημοτικά τραγούδια. Συμβάλλονται δηλαδή και αυτά στο μεγάλο αίτημα της εποχής: «παιδεία – παλιγγενεσία» και μάλιστα επίμονα, «εις αναζήτησιν του χαμένου χρόνου» της απαιδευσίας και ανελευθερίας. Υπενθυμίζομε ακόμη την χωριστή μέριμνα του Κυβερνήτη για την μουσική και μάλιστα την σχολική. Ο ίδιος γνώριζε ευρωπαϊκή μουσική και, ερχόμενος στην Ελλάδα, έφερε μαζί του και το προσωπικό του πιάνο. Ένα βιεννέζικο πιάνο έφερε το 1833 στο Ναύπλιο με την υπόλοιπη οικοσκευή του ο πρόεδρος των μελών της Αντιβασιλείας του Όθωνος, κόμης JosephLudwig von Armansperg  [ii].

Κατά τον Καποδίστρια, η συστηματική διδασκαλία της Μουσικής η όπως ο ίδιος έγραφε: «η επιστημονική μουσική είναι μέρος ουσιώδες της ελευθέρας αγωγής, ρυθμίζουσα και ηθοποιούσα τας φυσικάς και ηθικάς δυνάμεις των παίδων». Ο δε εκ των – πρώτων συνεργατών του και «έφορος της Κοινής Παιδείας» Γρηγόριος Κωνσταντάς, σε αναφορά του προς τον Κυβερνήτη για την καλλίτερη αγωγή των τροφίμων του Ορφανοτροφείου Αίγινας, που αριθμούσε τότε «περί τους πεντακόσιους ορφανόπαιδας», επισυνάπτει χειρόγραφο χωριστό κείμενο με τίτλο: «Αξιώματα Παιδαγωγίας». Εκεί διαβάζομε: «Η μουσική ευρυθμίζει την ψυχήν, την κάμνει δεκτικωτέραν γενναίων αισθημάτων, συντείνει δε όχι ολίγον εις την διατήρησιν της υγείας» [iii].

Με αυτή, λοιπόν, την φιλοσοφία κατέβαλαν οι μακαριστοί εκείνοι πρωτεργάτες των καλών έργων και οι συνεργάτες τους γνωστές προσπάθειες σχολικής μουσικής παιδείας, συνέχεια της οποίας είναι η σημερινή μουσική κίνηση στο Ναύπλιο. Ο Καποδίστριας εζήτησε από τον πρίγκιπα Calitzin στην Αγία Πετρούπολη παρτιτούρες με εκκλησιαστικούς ύμνους και είναι γνωστό ότι ο πρίγκιπας εκπληρώνοντας την επιθυμία του Κυβερνήτη, του έγραφε ότι «τα τοσούτον κατανυκτικά και παθητικά άσματα θέλουν αντηχήσει και εις τους κόλπους της κλασσικής εκείνης γης, αφ’ ης μας ήλθον του ευαγγελίου τα φώτα».

Δηλαδή εδώ έχομε να κάνουμε με καθαρά ευρωπαϊκή μουσική, την οποία προτιμούσε ο Κυβερνήτης, ως γνήσιος Επτανήσιος. Είναι δε γνωστό ότι η πολυφωνική μουσική εισήλθε όχι χωρίς αντιδράσεις στους ναούς της κυρίως Ελλάδος αρχικά δια του παρεκκλησίου των Ανακτόρων, δια των ενοριών των ελληνικών παροικιών του Εξωτερικού (Βιέννης, Τεργέστης κ.λπ.) και της Επτανήσου. Είναι ακόμη γνωστό ότι ο μουσικοδιδάσκαλος Αθανάσιος Aβραμιάδης δίδασκε στην Αίγινα και ευρωπαϊκή μουσική· ο ίδιος, κατήρτισε χορωδία από τροφίμους του εκεί Ορφανοτροφείου και σπουδαστές του Κεντρικού Σχολείου Αίγινας, που έψαλλαν σε εορταστικές εκδηλώσεις, αλλά και στο παρεκκλήσιο του Ιδρύματος, με έργα των: Paisiello, Sarti, Cimarosa και άλλων.

Όταν μάλιστα τους άκουσε ο Καποδίστριας εξέφρασε την ικανοποίησή του με ειδική επιστολή και υπεσχέθη να εφοδιάση την χορωδία αυτή με δώδεκα μουσικά όργανα και ειδική στολή («λευκόν ποδήρες ένδυμα και ζώνην κυανόχρουν»).

Η χορωδία αυτή, με δώδεκα από τους καλλιφωνότερους σπουδαστές υπό την διεύθυνση του μουσικοδιδάσκαλου Αθαν. Αβραμιάδου μετεκλήθη αργότερα στο Ναύπλιο και έψαλε στην δοξολογία, που ετελέσθη στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου, την 25η Ιανουαρίου 1833, ημέρα επίσημης υποδοχής του βασιλέως Όθωνος τα Αποβατήρια»).

Μουσικά βιβλία, σπάνιο για την εποχή πολιτιστικό αγαθό, εισέρρευσαν το έτος 1830 στο Ναύπλιο. Μέχρι τότε φυλάσσονταν σε μυστική κρύπτη της Μονής Παναχράντου Άνδρου· τα είχε μάλιστα ιδή και ο Θεόφιλος Καΐρης. Τα βιβλία αυτά επεδείχθησαν στον Καποδίστρια, όταν περιώδευσε στα νησιά των Κυκλάδων. Ο ίδιος εζήτησε αργότερα να τα διασφάλιση και γνωρίζομε ότι με εντολή του εστάλησαν στο Ναύπλιο. Δεν γνωρίζομε όμως πως τότε χρησιμοποιήθηκαν τα χειρόγραφα αυτά και ποια ήταν η μετέπειτα τύχη τους [iv]. Υπενθυμίζομε ακόμη, ότι επί Καποδίστρια συνεχίζεται η παρουσία στο Ναύπλιο Φιλαρμονικής Ορχήστρας, η οποία απεκλήθη «μουσικός θίασος». Είχε δε μουσικούς εξ επαγγέλματος εκ του Εξωτερικού, μεταξύ των οποίων και οι ομογενείς: Ν. Παπαδόπουλος, Λασκαρόνης Πλατσαράς, Ιω. Πλατσαράς, με αρχιμουσικό τον Μιχαήλ Maggel  [v].

 

Υποσημειώσεις


  

 [i] Βλέπε Α. Μπουντζουβή – Μπανιά. Το Ναύπλιο στα χρόνια 1828-1833. Σκιαγράφηση της κοινωνικής, πολιτισμικής και πνευματικής ζωής, εις περ. «Ερανιστής» τόμ. ΙΗ’ (1986). σσ. 106-135, όπου και παραπομπές σε σύγχρονους απομνηματογράφους: Αλ. Ρ. Ραγκαβή, Ν. Δραγούμη κλπ.

 [ii] Γ. Λ. Μάουρερ, Ο Ελληνικός Λαός. μτφρ. Όλγας Ρομπάκη. Αθήνα 1976, σ. 430. Πρβλ. Λουδοβίκου Ρός – μτφρ. Α. Σπήλιου, Αναμνήσεις και ανακοινώσεις από την Ελλάδα (1832-1833), εκδ. Τολίδη, Αθή­να 1976, σσ. 84, 88.

 [iii] Ελένης Κούκκου. Ο Καποδίστριας και η Παιδεία, τόμ. Β’ Αθήναι 1972, σσ. 74-75. Γιάννη Φιλόπουλου. Ρωσσικές επιδράσεις στην ελληνική πολυφωνική μουσική. Αθήνα 1994. σ.23.

[iv] Γ. Παπαδοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της παρ’ ημίν εκκλησιαστικής μουσικής, σ.171.

[v] Θ. Συναδινού, Ιστορία της Νεοελληνικής Μουσικής, σ. 10.

 

Πηγή


  • Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Μουσική Παιδεία και Ζωή στο Ναύπλιο / 18ος – 20ος αιώνας», Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον, 1994.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Ιάκωβος ο Αργείος – Σχολάρχης της Πατριαρχικής Μεγάλης του Γένους Σχολής


Η Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή

 

Σημαντική προσωπικότητα  των ελληνικών γραμμάτων του τέλους του 17ου και του πρώτου τρίτου του 18ου αιώνα. Καταγόταν από το Άργος από οικογένεια που ζούσε εδώ από τριακόσια χρόνια πριν. Το όνομά του ήταν Ιάκωβος ή Γιακουμής Μάν(ν)ας. Πρέπει να γεννήθηκε μεταξύ των ετών 1645-1650. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στο Άργος. Στην Κωνσταντινούπολη ίσως φοίτησε στην Μεγάλη του Γένους Σχολή. Για κάποιο διάστημα άσκησε ως βιοποριστικό επάγγελμα αυτό του Γραμματικού ή του αντιγραφέα κωδίκων.

Περί το 1692 ή 1693 ανέλαβε ιδιωτικός διδάσκαλος των παιδιών του διδασκάλου του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου του εξ Απορρήτων, Ιωάννου και Νικολάου. Χρημάτισε μάλιστα και διδάσκαλος του γιου του Νικολάου, Κωνσταντίνου.

Στα 1707 ή 1708 «καλύπτει κενόν» Σχολάρχη στην Πατριαρχική Μεγάλη του γένους Σχολή, μετά την πρώτη αποχώρηση του Σπαντωνή από τη Σχολαρχία. Πριν αναλάβει τη Σχολαρχία υπήρξε στη Σχολή διακεκριμένος καθηγητής των φιλοσοφικών μαθημάτων. Στα χρόνια της υπηρεσίας του στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, του δόθηκε από το Πατριαρχείο ο τιμητικός τίτλος του «Υπάτου των Φιλοσόφων της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας». Σχολάρχης παρέμεινε τουλάχιστον μέχρι το 1714-15.

Δείγμα γραφής του Ιάκωβου του Αργείου από τον κώδικα ΜΠΤ 679.

Στα 1715 έως 1719 βρίσκεται στη Μολδαβία και συγκεκριμένα στο Ιάσιο κοντά στο φίλο του ηγεμόνα (βοεβόδα) Νικόλαο Μαυροκορδάτο. Επιστρέφοντας γύρω στα 1719 ο Ιάκωβος στην Κωνσταντινούπολη διηύθυνε για κάποιο μικρό διάστημα τη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Πρώτος γνωστός διάδοχός του φέρεται ο Δωρόθεος ο Λέσβιος κατά το 1726.

Ο Ιάκωβος είχε σημαντικούς μαθητές που αργότερα διακρίθηκαν για τις σπουδαίες υπηρεσίες τους στην Εκκλησία και στα γράμματα. Μαθητές μεταξύ άλλων υπήρξαν ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Παρθένιος, ο Δωρόθεος ο Λέσβιος, ο Αντώνιος Βυζάντιος, ο Κριτίας, ο Δημήτριος Προκοπίου, ο Διαμαντής Ρύσιος, ο Αλέξανδρος Ελλάδιος, ο Ιερόθεος Ιβηρίτης, ο Δημήτριος Νοταράς, ο Μακάριος Καλογεράς.

Έπασχε από «οφθαλμίαν» και έχασε το φως του. Απεβίωσε μετά το 1730 στην Κωνσταντινούπολη λόγω γήρατος σε ηλικία περίπου 80-85 ετών. Δεν ήταν νυμφευμένος ούτε είχε παιδιά. Διατηρούσε επαφές με τους Βενετούς της Κωνσταντινούπολης, από τους οποίους ζητούσε εξυπηρετήσεις για τον αδελφό του Γιάννη που είχε τέσσερα παιδιά και ο οποίος έμενε στην Πελοπόννησο.

Το γνωστό συγγραφικό του έργο αποτελείται από εγκωμιαστικούς λόγους, ένα επίγραμμα και επιστολές:

Α. Εγκωμιαστικοί λόγοι

α.«Λόγος συντεθείς παρά του Εντιμοτάτου και Λογιωτάτου, Υπάτου των Φιλοσόφων της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας κυρ Ιακώβου του Αργείου».

β.«Προσφώνησις τον Οικουμενικόν Πατριάρχην Καλλίνικον Β΄ τον Ακαρνάνα».

γ.«Λόγος εγκωμιαστικός εις Ιωάννην Κωνσταντίνον Μπασαράμπαν, ηγεμόνα της Ουγγροβλαχίας».

Β. Επίγραμμα

«Επίγραμμα εις τον Κωνσταντίνον Ραφαήλ».

Γ. Επιστολές

Σώζονται ή μαρτυρούνται γύρω στις 35 επιστολές.

 

Πηγές


 

  • Σοφοκλής Γ. Δημητρακόπουλος, «Ο Σχολάρχης της Πατριαρχικής Μεγάλης του Γένους Σχολής Ιάκωβος ο Αργείος», Πρακτικά Γ΄ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιο 18-20 Φεβρουαρίου 2005), Αθήναι, 2006.
  • Αγαμέμνων Τσελίκας, «Νέα στοιχεία για την προσωπικότητα του διδασκάλου Ιακώβου του Αργείου, σύμφωνα με άγνωστες επιστολές του», Πρακτικά Β΄ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Άργος 30 Μαΐου – 1 Ιουνίου 1986), Αθήναι, 1989.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »