Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ναύπλιο – Ιστορικά’ Category

Ξένος παρατηρητής στην παράδοση του Ναυπλίου το 1822


karl krazeisen – Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Η άλωσις του Παλαμηδίου και στη συνέχεια η παράδοσις του Ναυπλί­ου στους Έλληνες το τέλος του έτους 1822 ήταν σύμφωνα με τον χαρακτηρι­σμό του Καποδίστρια, ένα γεγονός μεγάλης σημασίας για την εξέλιξη του Ελληνικού Αγώνα Απελευθερώσεως [1]. Πολλοί Έλληνες αγωνιστές όπως επί­σης ξένοι εθελοντές έχουν διηγηθή με αρκετές λεπτομέρειες τα συμβάντα αυτών των ημερών στα απομνημονεύματά τους απ’ όπου πέρασαν μετά στις μεγάλες Ιστορίες της Ελληνικής Επαναστάσεως.

Και όμως, ειδικά για την άλωση του Παλαμηδίου την νύχτα της 29ης-30ής Νοεμβρίου του 1822 έχομε, απ’ ότι γνωρίζομε, μία μόνο έκθεση που προ­έρχεται από πραγματικό αυτόπτη μάρτυρα, τον Γερμανό αξιωματικό Gustav Friedrich von Mandelsloh.

Ο εθελοντής von Mandelsloh από τη Σαξωνία έφθα­σε τον Ιανουάριο του 1822 στην Ελλάδα. Ως λοχαγός στο Σώμα των Φιλελ­λήνων έλαβε μέρος στην Ηπειρωτική Εκστρατεία και επέζησε κατά τη μοι­ραία μάχη του Πέτα. Δια μέσου Αθηνών έφθασε τον Οκτώβριο του 1822 στο Ναύπλιον όπου έμεινε, κατά τη μαρτυρία του Γερμανού γιατρού Heinrich Treiber, τουλάχιστον μέχρι τον Αύγουστο του 1822 [2]. Μετά την επιστροφή στην πατρίδα του ο von Mandelsloh δημοσίευσε, τον Νοέμβριο του 1824, στη «Βραδινή Εφημερίδα» της Δρέσδης τρεις μεγάλες επιστολές με τον τίτλο «Ματιές ενός αυτόπτη μάρτυρα στον Απελευθερωτικόν Αγώνα των Ελλήνων» [3].

Στην πρώτη επιστολή ο von Mandelsloh μιλά για τη συμμετοχή των ξένων στον Αγώνα του ’21, για τις δύσκολες συνθήκες που ευρήκαν αυτοί στην Ελλάδα, αλλά και για τη συχνή απαράδεκτη συμπε­ριφορά τους. Αρχίζει μια σφοδρή πολεμική ειδικά εναντίον του συμπατριώτη του, του ανθυπολοχαγού von Kotsch ο οποίος είχε δημοσιεύσει απομνημονεύματα για το ταξίδι του στην Ελλάδα  [4].

Στη δεύτερη επιστολή ο von Mandelsloh περιγράφει την επιχείρηση κατακτήσεως του Παλαμηδίου, κάτω από την ηγεσία του Στάικου Σταϊκόπουλου, στην οποία συμμετείχε ο ίδιος και μάλιστα ως αρχηγός της εμπροσθοφυλακής που πρωτομπήκε στο φρού­ριο [5].

Η τρίτη και τελευταία επιστολή στη «Βραδινή Εφημερίδα» της 25ης Νοεμβρίου του 1824 έχει τον υπότιτλο «Παράδοσις του Ναυπλίου την 22αν Δεκεμβρίου του 1822 (3ην Ιανουαρίου του 1823)». Ενώ στην άλωση του Παλαμηδίου, ο van Mandelsloh έλαβε μέρος προσωπικά, στην παράδοση του Ναυπλίου δεν είχε πια άμεση ανάμιξη. Δεν συμμετείχε, φυσικά, στις διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους για τους όρους παραδόσεως. Άλλωστε οι διαπραγματεύσεις αυτές με αποτέλεσμα την υπογραφή συνθήκης έγιναν τα­χύτατα και με τη σχεδόν αποκλειστική ενέργεια του Κολοκοτρώνη, ο οποίος, κατά την κατηγορία του Αναστασίου Μαυρομιχάλη, έδρασε σαν ένας απόλυ­τος μονάρχης [6].

Επίσης ο von Mandelsloh δεν ανήκε στην φρουρά που ωρίστηκε από τον Κολοκοτρώνη για να επίβλεψη την διαφύλαξη των λαφύρων μέσα στα τείχη του Ναυπλίου. Ήταν απλώς ένας από τους πάρα πολλούς στρατιώτες που περίμεναν, τρεις ολόκληρες εβδομάδες, έξω από την πύλη της πόλεως μέχρις ότου ν’ άνοιξη. Παρά ταύτα η έκθεσις του ξένου παρατηρητή προσφέρει πολλά ενδιαφέ­ροντα στοιχεία. Μας δίνει μεταξύ άλλων λεπτομέρειες σχετικά με τα μέτρα του Κολοκοτρώνη για τη φρούρηση της πόλεως που επιβεβαιώνουν τις σημε­ρινές μας γνώσεις, ενώ άλλες λεπτομέρειες, που αφορούν την ποσότητα και την διανομή των λαφύρων, τις συμπληρώνουν [7].

Συγκινητικές είναι οι εικόνες που περιγράφει ο von Mandelsloh από την άθλια κατάσταση των στρατευμά­των στην αναμονή, και απολαυστικά τα μικρά επεισόδια που εντυπωσίασαν τον ξένο, όπως π.χ. η εμφάνισις του Κολοκοτρώνη που κατεβαίνει με κραυγές και πετροπόλεμο από το άνω φρούριο για να καθησύχαση την μάζα των φιλονεικούντων.

Επίσης ο von Mandelsloh αναφέρει αυτά που λέγονταν τότε και αυτά που ακούγονταν. Ερμηνεύει όλες αυτές τις φήμες και κάνει τις δικές του σκέ­ψεις. Και αφού απευθύνεται στο γερμανικό κοινό συνθέτει μια εικόνα της γε­νικής καταστάσεως που επικρατούσε τότε στην Ελλάδα. Οι κρίσεις και σκέ­ψεις του συγγραφέα όπως και το στυλ εκφράσεώς του αποδεικνύουν ότι πρό­κειται για τις εκτιμήσεις ενός έξυπνου και μετριοπαθή άνδρα που δεν προ­σπαθεί να παρουσίαση τις δικές του γνώσεις σαν απόλυτες [8]. Τελικά, η έκθεσις του Γερμανού λοχαγού στο σύνολό της δείχνει ακόμα με ποιο ζήλο ένας φιλέλληνας συμμετείχε στον Αγώνα και με ποια πραγματική συμπάθεια συμ­μερίσθηκε την τύχη των Ελλήνων.

 

Μετάφρασις από τη «Βραδινή Εφημερίδα» της Δρέσδης, αρ. 283, της Πέμπτης 25ης Νοεμβρίου 1824:

Ματιές ενός αυτόπτη μάρτυρα στον Απελευθερωτικόν Αγώνα των Ελλήνων. 

Τέλος) Μέρος 3: Παράδοσις του Ναυπλίου [Napoli di Romania] την 22αν Δεκ. 1822 (3ην Ιαν. 1823) Δρέσδη, την 8ην Νοεμβρίου 1824.

 

Μόλις το φρούριο του Παλαμηδίου περιήλθε στα χέρια των Ελλήνων ο Κολοκοτρώνης, ο τότε αρχιστράτηγος ή στρατάρχης του Μοριά, άρχισε τις διαπραγματεύσεις σχετικά με την παράδοση του Ναυπλίου. Στη συνθηκολό­γηση ωρίσθηκε ότι η τουρκική φρουρά όπως και οι κάτοικοι, όλοι μαζί περί­που 4.000 ψυχές, θα άφηναν πίσω το πιο μεγάλο μέρος των υπαρχόντων τους και θα μεταφερόντουσαν με ελληνικά πλοία στην ακτή της Μικράς Ασίας.

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Karl Krazeisen, 1828.

Έτσι 200 Έλληνες μπήκαν στην πόλη και κατέλαβαν την Αρβανιτιά, αυτό το τέως κάτω φρούριο των Βενετών που κείται στο βραχώδη διάσελο μεταξύ της πόλεως και του κόλπου και το οποίο, λόγω παλαιοτέρων οχυρωμάτων, είναι εντελώς αποκομμένο από την πόλη. Εκεί βρίσκονται οι κύριες πυροβολαρχίες προς τον κόλπο, όπως επίσης μερικές υψηλές πυροβολαρχίες προς τη στεριά και την πόλη. Συγχρόνως 50 επίτροποι μπήκαν στο φρούριο για να παραλάβουν όλα τα εντός ευρισκόμενα πυρομαχικά, πυροβόλα και πο­λεμοφόδια και για να κατασχέσουν από τα χρήματα, τους πολύτιμους λίθους, τα όπλα και τ’ άλλα αξιόλογα πράγματα το μερίδιο που ανήκε στους Έλληνες και το οποίο θα διαφύλατταν στα πιο μεγάλα τουρκικά τζαμιά. 

Όλες αυτές οι εργασίες μπορούσαν να τελειώσουν σε μία εβδομάδα. Επί πλέον η Ύδρα και οι Σπέτσες είναι κοντά και ο στόλος δεν είχε απο­πλεύσει αυτή την περίοδο, έτσι ώστε ο αναγκαίος αριθμός πλοίων συγκεντρώθηκε γρήγορα. Επίσης εμφανίστηκε ακόμα μία αγγλική φρεγάδα με τον πλοίαρχο Hamilton, ο οποίος προσφέρθηκε όχι μόνο να συνοδεύση αυτή τη μεταφορά μέχρι την ακτή της Μικράς Ασίας, για την ασφάλεια των δύο πλευρών, αλλά και να δεχθή ένα σημαντικό αριθμό Τούρκων στο πλοίο του.

Εκτός απ’ αυτό ένα σημαντικό σώμα Τούρκων ευρισκόταν ακόμα κοντά στην Κόρινθο το οποίο θα μπορούσε, σε μια μέρα, να εμφανισθή στο Ναύ­πλιο. Αυτό το σώμα, αν θα ερχόταν πραγματικά, μάλλον δεν θα μπορούσε εύκολα να καταλάβη εκ νέου όλο το κάστρο, όμως θα δημιουργούσε μεγάλη αταξία, διότι θα μπορούσε όχι μόνο να ελευθέρωση την ενεργό ομάδα της τουρκικής φρουράς και να την πάρη μαζί του στην Κόρινθο, αλλά θα μπο­ρούσε επίσης να αχρηστεύη όλα τα πυροβόλα και τα πυρομαχικά. 

Δεν θα έπρεπε επίσης οι Έλληνες να συλλογίζωνται ότι πριν από μισό χρόνο περίπου ευρίσκονταν στο ίδιο σημείο; και ότι μόνο ο διχασμός τους έφταιγε που έπρεπε να αποσυρθούν με άδεια χέρια από το κάστρο του Ναυπλίου, την κατάκτηση του οποίου θεωρούσαν κιόλας σαν δεδομένη. Δεν είχαν τότε το Παλαμήδι στα χέρια τους, αλλά το θαλασσινό κάστρο τους είχε παραδοθή (και το κρατούσαν μετά συνεχώς στην κατοχή τους), οι όμηροι είχαν ανταλλαχθή για την εγγύηση της συμβάσεως και η τουρκική φρουρά διατρεφόταν από τους Έλληνες. 

Δηλαδή όλα ήταν καθωρισμένα και έτοιμα, μόνο που δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν με τους Υδραίους και Σπετσιώτες για το κόστος της διατροφής και της μεταφοράς. Και ενώ μάλωναν και παζάρευαν ακόμη, ο Δράμαλης πασάς εισέβαλε στο Μοριά, έδιωξε τους Έλληνες από το κάστρο, ακύρωσε τη συνθηκολόγηση, διώρισε καινούργιο φρού­ραρχο, τον Αλή πασά, ενίσχυσε τη φρουρά και εφοδίασε το φρούριο με τρό­φιμα. 

Πόσοι λόγοι λοιπόν για τους Έλληνες για να επισπεύσουν τώρα όσον το δυνατόν την επιβίβαση των Τούρκων! Όμως, παρά αυτό το μάθημα, και παρά το κόστος που δημιούργησε η διατροφή των Τούρκων, δεν μπόρεσαν, ούτε αυτή τη φορά, να συμφωνήσουν και να τελειώσουν με τους πλοιοκτήτες σχετικά με τη μεταφορά. Τελικά, οι δαπάνες αυτές καλύφθηκαν με ένα μέρος των λαφύρων και έτσι, 22 μέρες μετά την άλωση του Παλαμηδίου, την 22αν Δεκεμβρίου του 1822 (3ην Ιανουαρίου του 1823) η παράδοσις του Ναυπλίου πραγματοποιήθηκε με σχετική τάξη, γεγονός στο οποίο μάλλον η παρουσία των Άγγλων συνέβαλε αρκετά. 

Γι’ αυτήν την καθυστέρηση όμως δεν έφταιγε μόνο ο κανονισμός των δαπανών της μεταφοράς, αλλά πιο πολύ ακόμα οι εσωτερικές κάπως ανώμα­λες συνθήκες της Ελλάδος και πριν απ’ όλα η επίδρασις των κομμάτων, τα οποία ευρίσκονταν σε ακραία αντίθεση μεταξύ τους. Γι’ αυτό το λόγο δεν είναι άσκοπο ν’ αναφερθούν μερικά συμβάντα που συνδέονται με αυτό το γε­γονός. Διότι ή συμπεριφορά των δύο κομμάτων, δηλαδή ο σφετερισμός του ενός και η παθητικότητα και δειλία του άλλου δίνει μία αρκετά χαρακτηριστική εικόνα της τότε καταστάσεως των εσωτερικών συνθηκών της Ελλάδος και αποδεικνύουν ειδικά την αδυναμία της τότε κυβερνήσεως.

Η κυβέρνησις της οποίας τα κύρια μέλη ήταν ο αντιπρόεδρος Θάνος, ο υπουργός του πολέμου Ιωάννης Κωλέττης και ο υπουργός των εξωτερικών Νέγρης (ο πρόεδρος του Εκτελεστικού πρίγκιψ Μαυροκορδάτος και ο πρόε­δρος του Βουλευτικού πρίγκιψ Υψηλάντης απουσίαζαν), μετά την εισβολή των Τούρκων στο Μοριά, είχε μεταβή στο Καστρί απέναντι της Ύδρας. Εκεί η κυβέρνησις, λόγω της τοποθεσίας και λόγω της αφοσιώσεως όλης της γύρω περιοχής σε αυτήν, προστατευόταν από τις εχθροπάθειες του Κολοκοτρώνη και του κόμματός του.

Ο Σταϊκόπουλος κυριεύει το Παλαμήδι. Peter Von Hess, επιχρωματισμένη λιθογραφία.

Ο Κολοκοτρώνης, που εσκόπευε πάντα να ενώση την πολιτική εξουσία με τη στρατιωτική, επιτηδείως επωφελήθηκε από την άτυχη καταστροφή αυτή για να διασπείρη την φήμη ότι ειδικά ο Θάνος και ο Νέγρης όχι μόνο δεν εμπόδισαν την εισβολή των Τούρκων, αλλά ότι αυτή η εισβολή έγινε εις γνώ­ση των και την διευκόλυναν, και ήθελαν, για να ευνοηθούν, να υποκύψη ο Μοριάς πάλι στους Τούρκους. 

Κάθε λαός που βρίσκεται στην ατυχία και στην μεγάλη ανάγκη γίνεται ευκολόπιστος, έτσι ήταν εύκολο οι Έλληνες να πεισθούν για την αλήθεια της φήμης αυτής. Επομένως ο Κολοκοτρώνης μπό­ρεσε να τολμήση να δηλώση δια μέσου προκηρύξεως προς το λαό τους δύο επικεκηρυγμένους. Με την φυγή τους στο Καστρί, όπου μετέβη όλη η κυβέρνησις, απέφυγαν μεν τις συνέπειες της προκηρύξεως αυτής ο δε Κολοκοτρώ­νης επέτυχε δι’ αυτού πράγματι να μονοπώληση την πολιτική εξουσία και να τη μοιράση μόνο με τη Γερουσία, δηλαδή την τοπική κυβέρνηση του Μοριά, η οποία με πρόεδρο τον Παπαφλέσα, είχε υποκύψει από καιρό στα συμφέροντα του Κολοκοτρώνη.

Εν τω μεταξύ η άλωσις του Ναυπλίου παρουσίασε στην κυβέρνηση την καλή ευκαιρία να ξαναποκτήση, τουλάχιστον εν μέρει, το παλαιό κύρος της και την εξουσία που της άνηκε διότι εκτός από το γεγονός ότι η Γερμανική Λεγεών με 150 άνδρες που μόλις είχε φθάσει, ήταν αποκλειστικά στη διάθεσή της, η κυβέρνησις μπορούσε να βασισθή με σιγουριά στο Σύνταγμα (των τα­κτικών) και στο πλήθος των προσελευσομένων στο Ναύπλιον Καστριωτών και Κρανιδιωτών και κυρίως στους Υδραίους και Σπετσιώτες που είχαν έλθει με πολυάριθμα καράβια. Παρά ταύτα δεν τόλμησε να στείλη επιτρόπους στις διαπραγματεύσεις για την παράδοση του Ναυπλίου, αν και ο διοικητής του Συντάγματος συνταγματάρχης Gubernati όχι μόνο την ειδοποίησε την ίδια νύχτα σχετικά με την άλωση του Παλαμηδίου αλλά της ζήτησε να στείλη αμέσως απεσταλμένους, για την ασφάλεια των οποίων το Σύνταγμα θα εγγυάτο.

Ο Κολοκοτρώνης ως αρχιστράτηγος του Μοριά συνήψε μόνος του την συμφωνία και μόνο κατόπιν εμφανίσθηκαν μερικοί Υδραίοι, οι οποίοι ήταν μέλη της κυβερνήσεως αλλά δεν την αντιπροσώπευαν και που ήθελαν απλώς να φροντίσουν τα ιδιωτικά συμφέροντα της Ύδρας και του στόλου. Η κυβέρνησις, που στην αρχή από φόβο δεν έστειλε αντιπροσώπους, ήταν μετά αρκετά ασύνετη να αρνηθή επιμόνως την επικύρωση της συνθηκολογήσεως που είχε συνάψει ο Κολοκοτρώνης. Έτσι έχασε σχεδόν όλο το μερίδιο των λαφύρων που της ανήκε, αλλά και τα στρατεύματα που ήταν υπό τας διαταγάς της, πριν απ’ όλα το Σύνταγμα, παραμελήθηκαν. Επί πλέον δημιουργή­θηκε η στιγμιαία δυσχέρεια ότι οι Υδραίοι και οι Σπετσιώτες που ήταν ανέ­καθεν με το μέρος της κυβερνήσεως, αρχικά δεν ήθελαν να προμηθεύσουν τα αναγκαία πλοία για τη μεταφορά της τουρκικής φρουράς, όπως το είχε απαι­τήσει ο Κολοκοτρώνης. Τελικά όμως πείσθηκαν με το επιχείρημα ότι ένας πε­ρισσότερος δισταγμός θα μπορούσε εύκολα να βλάψη υπερβολικά το καλό της Ελλάδος.

Ο καπετάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος

Η επιβίβασις των Τούρκων στα πλοία πραγματοποιήθηκε τελικά, αλλά προτού τελείωση οι Έλληνες, γύρω στους 10.000 άνδρες, εισέβαλαν στην πό­λη και όλα αυτά που δεν είχαν διαφυλαχθή στα τζαμιά αφέθηκαν στο έλεός τους. Και όμως αυτό πού θα φαινόταν απίστευτο ακόμα με ευρωπαϊκά στρα­τεύματα, συνέβη εδώ, δηλαδή δεν έλαβε μέρος ούτε μία φιλονεικία με σοβαρές συνέπειες. Αυτό είναι πάρα πολύ αξιοθαύμαστο, διότι πρέπει να συλλογισθή κανείς ότι το σώμα που εισέβαλε απετελείτο από τους οπαδούς δύο εχθρικών κομμάτων, από τρεις διαφορετικές φυλές, δηλαδή τους Έλληνες, τους Αλβα­νούς και τους Βλάχους, και από τα στρατεύματα της ξηράς και τους ναυτι­κούς. Επίσης κανένας Τούρκος δεν σκοτώθηκε, αλλά μερικοί μαύροι, άνδρες και γυναίκες, επέθαναν μεταξύ των πολλών ατύχων, τους οποίους οι Τούρκοι μεταχειρίζονταν κατά βούληση και τους οποίους είχαν αφήσει πίσω μισοπε­θαμένους, ελεεινούς και απογυμνωμένους.

Στο Ναύπλιο και στο Παλαμήδι μαζί βρέθηκαν πάνω από 300 πυροβό­λα μεταξύ των οποίων ήταν μερικές πολύ καλές πυροβολαρχίες των 36 και 24 λιβρών, μόνο που εξ αιτίας της κακής καταστάσεως του τροχισμού τους όλες ήταν σχεδόν μη χρησιμοποιήσιμες. Επίσης τα αποθέματα από πολεμοφόδια υπήρξαν σημαντικά, και τα πραγματικά λάφυρα ήταν εξαιρετικά πολλά αλλά δυστυχώς οι πιο δυνατοί καπεταναίοι κατακράτησαν πολλά απ’ αυτά έτσι ώστε τα στρατεύματα πήραν μόνο ένα μικρό μερίδιο από τα πράγματα, τα οποία επί πλέον έπρεπε πρώτα να πωληθούν για να μοιρασθούν μετά. 

Του Συντάγματος π.χ. ο απλός στρατιώτης έλαβε 90 γρόσια, ο υπαξιωματικός 120, ο δεκανεύς 200, ο λοχαγός 300 κλπ. Ο Κολοκοτρώνης, φυσικά, πήρε κά­τι παραπάνω μεταξύ άλλων πήρε για τον εαυτό του το στιλέττο του πασά, του οποίου η αξία εκτιμόταν σε 200.000 γρόσια. Το πόσο συνολικά πήρε για τον εαυτό του σε αυτή την περίπτωση ούτε περίπου μπορεί κανείς να το εκτί­μηση. Αλλά μάλλον είναι σημαντικό, διότι ήδη λίγες μέρες μετά την άφιξη των επιτρόπων στην πόλη ο ένας απ’ αυτούς ο προσωπικός ιατρός του Κολοκοτρώνη, διαπίστωσε ότι εκτός από τα μετρητά χρήματα παρελήφθησαν πολύτιμοι λίθοι αξίας μερικών εκατομμυρίων γροσίων αργότερα όμως ούτε για το μεν ούτε για το δε έγινε ποτέ πια λόγος. Αν υποτεθή ότι ο Κολοκο­τρώνης έδωσε ένα μερίδιο ειδικά στην Μπουμπουλίνα, όπως και στον Νική­τα, τον Στάικο και μερικούς άλλους καπετάνιους, το μεγαλύτερο μερίδιο σί­γουρα θα το κράτησε για τον εαυτόν του.

Αυτές οι 22 μέρες μεταξύ της αλώσεως του Παλαμηδίου και της παρα­δόσεως του Ναυπλίου ήταν για τα στρατεύματα που περίμεναν, από τις πιο φοβερές όλης της εκστρατείας. Η ασταμάτητη δυνατή βροχή ανάγκασε τους στρατιώτες να προστατευτούν σε σπηλιές, αλλά κυρίως σε μία ελληνική εκκλησία και στο μνημείο ενός Τούρκου άρχοντα, που ήταν τα δύο σκαλισμέ­να και κτισμένα στο βράχο κοντά στην πόλη. Εδώ προφυλάσσονταν μεν αρχικά από τη βροχή, αλλά εκάθονταν ο ένας επάνω στον άλλον, και όταν αργότερα τα πολλά νερά μπήκαν μέσα και εκεί, η κατάστασίς τους έγινε απελ­πιστική. Εκτός απ’ αυτό για μερικές μέρες τα τρόφιμα έλλειπαν σχεδόν εξ ολοκλήρου, ενώ πολλές φορές τη νύχτα τα στρατεύματα έπρεπε να μπουν στη γραμμή λόγω της μικρής αποστάσεως του τουρκικού σώματος που ευρίσκετο στην Κόρινθο.

Πρέπει να τονισθή επίσης ότι η παρουσία του Συντάγματος «Τακτικών» ήταν και σε αυτά τα γεγονότα πάρα πολύ χρήσιμη διότι, πράγματι, το Σύν­ταγμα εφύλαξε το φρούριο από τους ίδιους τους Έλληνες, οι οποίοι, χωρίς αυτό τον έλεγχο, θα είχαν πιθανώς εισβάλει πιο γρήγορα και θα είχαν δημι­ουργήσει αταξίες. Αλλά και ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης έκανε συχνά την αστυνόμευση όταν η αναταραχή στην πόλη υπερέβη τα όρια. 

Σε ένα Ευρωπαίο θα φανή παράξενο ν’ ακούση ότι σε τέτοια περίπτωση ο αρχιστράτηγος του Μο­ριά που αρχικά εζήτησε ησυχία από το άνω φρούριο με διαπεραστική φωνή, αλλά ματαίως, και που διέταξε μάλιστα να πυροβολήσουν μερικές φορές ανά­μεσα στους ταραξίες, τελικά κατέβηκε από τους βράχους, επικεφαλής 100 πα­λικαριών (τιμητική ονομασία για ικανούς πολεμιστές) και δεν σταμάτησε να ρίξη τη ράβδο του, πέτρες και ό,τι αντικείμενο βρήκε μπροστά του μέσα στο πλήθος, μέχρις ότου εχώρισε τους καυγαδίζοντες και αποκατέστησε την ησυχία.

Ήδη στην αφήγηση για την άλωση του Παλαμηδίου ανέφερα ότι η κα­τοχή του φρουρίου του Ναυπλίου είχε ένα απίστευτο όφελος για τους Έλλη­νες, διότι αυτοί όπως και οι Τούρκοι πίστευαν με σιγουριά πως από την τύ­χη του φρουρίου αυτού εξαρτιόταν η έκβασις όλου του πολέμου. Επίσης λόγω της θέσεώς του είναι ειδικά κατάλληλο για εμπορικό κέντρο. Πράγματι, λίγο μετά την κατάληψή του, οι εισπράξεις από δασμούς επαρκούσαν για τη συντήρηση μιας σημαντικής φρουράς. Αλλά κυρίως από στρατιωτικής απόψεως το Ναύπλιον προσφέρει το πλεονέκτημα ότι προστατεύει σχεδόν όλο το Μοριά από την εισβολή των Τούρκων. Διότι αυτοί, όσο πολυάριθμοι και αν ήταν και όσο καιρό κατείχαν την Κόρινθο, κράτησαν μόνο μία στενή λωρίδα, μεταξύ Κορίνθου και Πατρών και μετά την πτώση της Κορίνθου μό­νο πια τα περίχωρα των Πατρών*.

 

ν. Mandelsloh

* Πόσο διαφορετική ακούγεται αυτή η εκθεσις ενός αυτόπτη μάρτυρα που συμμετείχε σε πολλά γεγονότα αν τη συγκρίνωμε με τις προφανώς πολύ επιπολαίως συλλαμβανόμενες περιγραφές φόνων και ερωτικές περιπέτειες με λαφυραγωγημένες Τούρκισσες, οι οποίες μας παρουσιάζονται τόσο γεναιόδωρα στο «Ταξίδι ενός αξιωματικού του πυροβολικού». (Essen, Bädeker, 1824) στη σελ. 54 και επ.![9]

 

Regina Quack – Μανουσάκη

Διατηρήθηκε η ορθογραφία της συγγραφέως (εκτός του πολυτονικού)

Μνημοσύνη, τόμος δέκατος τέταρτος 1998-2000, Εν Αθήναις. 

 

Υποσημειώσεις


[1] Βλ. Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Θεσσαλονίκη 1982, τόμ. ΣΤ, σ. 277.

[2] Τράϊμπερ Ερρίκου, Αναμνήσεις από την Ελλάδα 1822-1828, εκδ. Χρήστου Ν. Αποστολίδου, Αθήναι (1960), σ. 55.

[3]Abend-Zeitung, αρ. 278, 279, 283, 19./20./25. November 1824.

[4] Τον πλήρη τίτλο του βιβλίου αυτού βλ. κατωτέρω, υποσ. 9.

[5]Για αυτή την δεύτερη επιστολή έκανα μια ανακοίνωση στο Α’ Διεθνές Συνέδριο Πελοπ. Σπουδών στη Σπάρτη το Σεπτ. του 1975, η οποία δημοσιεύθηκε στα Πρακτικά (Αθήναι 1976, τόμ. Γ’, σσ. 124-144) μαζί με τη δική μου μετάφραση ολοκλήρου του κειμέ­νου. Εκεί βλ. επίσης περισσότερες λεπτομέρειες για τη σταδιοδρομία του von Mandelsloh στην Ελλάδα και για την πολεμική του εναντίον του von Kotsch, όπως επίσης στοιχεία για την εξακρίβωση της αυθεντικότητας των γραφομένων του von Mandelsloh (σσ. 135-136).

[6] Βλ. Κ. Λ. Κοτσώνη, Συμβάντα μετά την κατάληψη του Ναυπλίου (1822), Πρα­κτικά Α’ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Αθήναι 1979, σσ. 164, 170.

[7]Για τα αποτελέσματα της έρευνας βλ. την κατανοητή περίληψη των γεγονότων με βάση τιςπηγές από τον Κ. Κοτσώνη, ενθ’ ανωτ., σσ. 168 και επ. και το σχετικό κεφά­λαιο του Απ. Βακαλοπούλου, ενθ’ ανωτ., σσ. 273 και επ.

[8]Αν συγκρίνωμε τις γενικές εκτιμήσεις του von Mandelsloh από τότε με τις σημε­ρινές μας γνώσεις, συμπεραίνομε ότι αυτός δεν έπεσε πολύ έξω.

[9]Ο εκδότης των επιστολών του von Mandelsloh στη «Βραδινή Εφημερίδα» της Δρέσδης, αναφέρεται εδώ στο ημερολόγιο του ανθυπολοχαγού Maximilian von Kotsch «Τα­ξίδι ενός Γερμανού αξιωματικού του πυροβολικού στην Ελλάδα και διαμονή του επί τό­πον από τον Αύγουστο του 1822 μέχρι τον Ιούλιο του 1823. Ακολουθώντας τα ημερολό­για και τις σημειώσεις αυτού σε επεξεργασία του F. Μ. von Mauvillon». (Το βιβλίο αυτό «Reise eines deutschen Artillerie affiriers nach Griechenland…» εμφανίστηκε στο Essen το 1824, ανώνυμα). Για την πολεμική μεταξύ των δύο εθελοντών, του von Mandelsloh και του von Kotsch βλ. τη μελέτη μου, ενθ’ ανωτ., υποσ. 5, σσ. 135, 139-140.

Read Full Post »

Η ζαχαροπλαστική στα χρόνια του Όθωνα


 

Η ζαχαροπλαστική στα χρόνια του Όθωνα – Μαγειρική και διπλωματία – Άφιξη του συγγραφέα στο Ναύπλιο το 1833 – Το ζαχαροπλαστείο του κ. Δημητρίου Λέρη

 

Ένα σπάνιο βιβλίο στη Βιέννη μας αποκαλύπτει τα πρώτα ελληνικά ζαχαροπλαστεία και τα μυστικά τους. Ο Bασιλιάς Όθων δεν είχε έρθει μόνος του στην Ελλάδα. Προνοητικοί και έμπειροι καθώς ήσαν οι σύμβουλοι της βαυαρικής αυλής, του συνέστησαν, να πάρει μαζί του εκτός από τους  4.000 περίπου Βαυαρούς στρατιώτες με την παραδοσιακή γαλανόλευκη στολή τους και έναν άλλο στρατό, αθέατο προς το παρόν, αλλά τελικά αναρίθμητο και μονίμως εγκατεστημένο στους υψηλούς και χαμηλότερους κρατικούς Θώκους: τον στρατό των Ελλήνων δημοσίων υπαλλήλων βαυαρικής προελεύσεως. Γνωρίζουμε ότι ο εξομολογητής του νεαρού βασιλέα ήταν συμπατριώτης του, και ήταν φυσικό και ο μάγειρος του να είναι Βαυαρός, τουλάχιστον στην αρχή έως ότου εγκλιματισθεί ο άναξ στη νέα ελληνική ατμόσφαιρα και επισημαίνει τη γεύση και των λιχουδιών της ελληνικής κουζίνας.

Ο άνθρωπος που πουλούσε σερμπέτι.

Σήμερα θα μάθουμε ότι και ο ζαχαροπλάστης του, όπως και ο μάγειρος του, δε λεγόταν Τσελεμεντές αλλά ήταν γνήσιος Γερμανός και με περήφανο γερμανικό όνομα και τίτλο: «Φρειδερίκος Unger, Αυλικός ζαχαροπλάστης της Α. Μεγαλειότητος του βασιλέως των Ελλήνων» αναγράφει το επισκεπτήριό του και με το ίδιο όνομα εμφανίζεται και ως συγγραφέας σχετικού έργου που θα μας απασχολήσει εδώ.

Αφορμή υπήρξε μια δημοπρασία σπανίων και άλλων βιβλίων στο διεθνώς πλέον γνωστό κρατικό δημοπρατήριο της Βιέννης «Dorotheum». Σε μια από τις τελευταίες του δημοπρασίες πουλήθηκε με ζωηρή πλειοδοτική άμιλλα ένα κατά την εμφάνιση την εξωτερική και την υπόσχεση που έδινε ο τίτλος του ως προς το περιεχόμενό του, καθόλου εντυπωσιακό βιβλιαράκι 112 σελίδων και διαστάσεων 12×17. Το δημοσίευμα είναι γραμμένο στη γερμανική γοτθική γραφή, έχει τον τίτλο: «Η ζαχαροπλαστική της Ανατολής» και συγγραφέα τον Φρειδερίκο Ούνγκερ που προαναφέραμε με τη μεγαλοπρεπή του ιδιότητα.

  

Μαγειρική και διπλωματία

 

Ο σαλεπιτζής

Την αξία και τη σπανιότητα του βιβλίου τη συνιστούν οι πρώιμες λιθογραφίες του. Είναι απεικονίσεις έμπειρου σχεδιαστή, ίσως του ίδιου του συγγραφέα, του εσωτερικού των πρώτων ελληνικών ζαχαροπλαστείων της Αθήνας, της Κωνσταντινούπολης, Σμύρνης και των πλανόδιων πωλητών αναψυκτικών όπως τους γνώρισαν οι Έλληνες στους δρόμους των ελληνικών πόλεων σαν απομεινάρια της τουρκοκρατίας, αλλά και της ελληνοτουρκικής συμβίωσης στις μικρασιατικές πόλεις, όταν οι μορφές καθημερινής ζωής στον τομέα των φαγητών και των ποτών μεταφέρθηκαν με τον εκτοπισμό των ελληνικών πληθυσμών από το 1923 και στο έδαφος της Ελλάδας. Οι μόνιμες ελληνοτουρκικές διαφορές και κρίσεις ίσως να οδηγούντο σε θετικότερα αποτελέσματα, αν ξεκινούσαν οι διαπραγματεύσεις όχι από τα υπουργεία Εξωτερικών αλλά από την ελληνοτουρκική κουζίνα που με τα περισσότερα κοινά στοιχεία μεταξύ των πληθυσμών των δύο χωρών έτρεφε στο παρελθόν επί αιώνες τη  συμβίωση και την έκανε ανεκτή.

 

Άφιξη του συγγραφέα στο Ναύπλιο το 1833

 

Και η μεγάλη περιπέτεια αρχίζει ήδη κατά την κάθοδό του από τη Γερμανία στην Ελλάδα. Πρέπει να τοποθετήσουμε τη διήγησή του χρονικά στις αρχές Φεβρουαρίου του 1833, αφού η αποβίβαση του νεαρού Όθωνα στο Ναύπλιο έγινε στις 6 Φεβρουαρίου του ίδιου χρόνου.

Γράφει, λοιπόν, ο συμπαθητικός αυτός συνοδοιπόρος της ομαδικής εξόδου των Βαυαρών προς την Ελλάδα των ονείρων τους, μεταξύ άλλων:

 

 «Αμέσως λοιπόν μετά την άφιξή μου στο Ναύπλιο επισκέφθηκα τα εκεί ζαχαροπλαστεία, από τα οποία μου χαρακτήρισαν ως το καλύτερο και το εκλεκτότερο σε όλη την Ελλάδα το ζαχαροπλαστείο του Λέρη. Και πράγματι κατά τα ταξίδια που έκανα αργότερα στην Πελοπόννησο, στην ανατολική Ρούμελη, τα νησιά του Ιονίου πελάγους και τις Κυκλάδες, πείσθηκα ότι η φήμη ανταποκρινόταν στα πράγματα και ότι μεταξύ των τυφλών βασιλεύει ο μονόφθαλμος. Για να δώσω στους αναγνώστες μου μια εικόνα αυτού του πρώτου ναού ανατολίτικης ζαχαροπλαστικής τέχνης στην Ελλάδα, προβαίνω στην περιγραφή του καταστήματος Λέρη, που αναφέραμε παραπάνω».

 

Το ζαχαροπλαστείο του κ. Δημητρίου Λέρη

 

Σ’ ένα σκοτεινό πλακωτό ισόγειο έχει στήσει ο επιτήδειος Ελληνοανατολίτης καλλιτέχνης της ζαχαροπλαστικής το εργαστήρι του. Ο περαστικός διαβάτης διακρίνει τον τόπο αυτόν όπου παρασκευάζονται λιχουδιές πολυτελείας, από τις γυάλες με τα κόκκινα και λευκά ζαχαρωτά φρούτα, τις τοποθετημένες πίσω από βρώμικα τζάμια παραθυριών. Μερικά άλλα ζαχαροπλαστικά είδη σε άλλα σχήματα και από άλλα υλικά, πάντως χαμηλής ποιότητας, αυξάνουν τα θέλγητρα της προθήκης αυτής. Χωρίς η θέα να τραβάει πολύ τον ξένο, μπαίνει μέσα και βρίσκει και το εσωτερικό του καταστήματος ν’ ανταποκρίνεται πλήρως στην εξωτερική του εμφάνιση. Και στις δυο πλευρές του μαγαζιού είναι τοποθετημένα μικρά τραπέζια, βαμμένα με γαλάζιο χρώμα, που μαρτυρούν, όπως και οι ψάθινες καρέκλες, τη συχνή χρήση και την απουσία της καθαριότητας.

Ένα σμήνος αργόσχολων πολιτικολόγων με το μακρύ τσιμπούκι στο στόμα που συνεχώς καπνίζει ή το στριμμένο τσιγάρο, κάθονται συνήθως στις καρέκλες ασάλευτοι. Οι μαυρισμένοι από τους καπνούς τοίχοι είναι διακοσμημένοι με τις κορνιζομένες εικόνες των Ελλήνων ηρώων. Ένας ξύλινος τοίχος που φτάνει στο μισό ύψους του δωματίου και είναι καμιά φορά επενδυμένος με χαρτί, κρύβει από τα βλέμματα των περίεργων θαμώνων τους κοιτώνες μερικών υπαλλήλων του καταστήματος και συνάμα και τα μυστικά του παρασκευαστηρίου των γλυκισμάτων.

Ο πλανόδιος χαλβατζής.

Ευτυχής είναι, όποιος δεν τόλμησε να ρίξει βλέμμα μέσα σ’ αυτό το μυστικό άσυλο της ζαχαροπλαστικής αλχημείας – η όρεξή του θα χανόταν αμετάκλητα. Στην μπροστινή πλευρά του ξύλινου τοίχου που προαναφέραμε έχουν τοποθετηθεί ράφια, και εμπρός με βάση μια σταθεροποιημένη ζυγαριά και κολλητά ένα τραπέζι που έχει πάνω ένα γυάλινο κιβώτιο. Σ’ αυτές τις θέσεις έχουν εκτεθεί υπερήφανα τα προϊόντα του μυστηριώδους οπίσθιου χώρου, ενώ αναρίθμητα σμήνη μυγών βουίζουν γύρω τους. Τα ράφια του ξύλινου τοίχου έχουν πάνω τους γυάλινα δοχεία με το ίδιο περιεχόμενο όπως κι εκείνα που είναι τοποθετημένα στα παράθυρα και άλλα πάλι που είναι γεμάτα με κυδωνόπαστα και γλυκό από τριαντάφυλλο, βύσσινο, φλοιό κέδρου και πορτοκαλιού, από βερίκοκο και ροδάκινο, αχλάδι και καρύδι.Η γυάλινη προσθήκη περιέχει μερικά ευρωπαϊκά κουλουράκια με αμύγδαλο (χαλβά και πατισερί σε σχήμα καρδιά).

Σ’ ένα τραπέζι που είναι δίπλα υπάρχουν ακόμη εκτός από τα παραπάνω και πιάτα με μπακλαβά κι ένα είδος πάστας από ψίχουλα ζυμαρικού. Με τα είδη αυτά, μπορούμε να πούμε ότι εξαντλείται πάνω κάτω ο κατάλογος των προϊόντων της ελληνικής ζαχαροπλαστικής.

Βέβαια παρασκευάζονται και ορισμένα είδη επί παραγγελία, που δεν ξεχωρίζουν όμως και πολύ από τα είδη που είχε το κατάστημα Λέρη στο Ναύπλιο, και τα οποία ωστόσο θα τα αναφέρουμε αργότερα εφόσον αξίζουν τον κόπο να αναφερθούν. Όλα τα άλλα ελληνικά ζαχαροπλαστεία δε διαφέρουν ως προς την τελειότητα των ειδών και της τέχνης από αυτό που περιγράψαμε.

Και όμως τα καταστήματα αυτά τα επισκέπτονται συχνότατα και ντόπιοι και ξένοι επειδή προσφέρονται σ’ αυτά εκτός από γλυκά: καφέδες, σοκολάτες, πουντς, λεμονάδα, αμυγδαλόγαλο και παγωτό. Το παγωτό είναι αρκετά καλό, φτηνό, και επειδή στην κάψα του καλοκαιριού προσφέρει μεγάλη ανακούφιση, το απολαμβάνουν πολλοί και συχνά.

Τα βράδια του καλοκαιριού κάθονται οι πελάτες μπροστά από τα ζαχαροπλαστεία πάνω στο δρόμο και η ζωηρή κίνηση και γενικά η ζωή αποτελούν τότε ένα διασκεδαστικό θέαμα. Αυτή είναι περίπου η εικόνα ενός ελληνικού ζαχαροπλαστείου, γράφει ένας από τους πρώτους ξένους ιστορικούς της. Και επεκτείνεται στη συνέχεια στα μικρασιατικών πόλων όπου διαπιστώνει και αυτός στο «φαγείν και πίνειν» των διαφόρων λαών απόλυτη σύμπνοια.

Ἀννα Δερέκα

Πηγή


  • Εφημερίδα, «Νέοι Αγώνες Ηπείρου», 24 Ιανουαρίου 2012.

Read Full Post »

Ζυμβρακάκης Χαράλαμπος (1812-1880)


 

Χαράλαμπος Ζυμβρακάκης (1812- 1880)

Στρατιωτικός και πολιτικός. Ο Χαράλαμπος Ζυμβρακάκης γεννήθηκε στο Περιβόλι Κυδωνίας Κρήτης του νομού Χανίων το 1812. Αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1832 ως ανθυπασπιστής του πυροβολικού. Κατά την Κρητική Επανάσταση του 1841 κατέβηκε στην Κρήτη με σώμα εθελοντών. Μετά την επιστροφή του στην ελεύθερη Ελλάδα διετέλεσε διοικητής του Οπλοστασίου του Πόρου, κατόπιν του Οπλοστασίου του Ναυπλίου και τέλος φρούραρχος Αθηνών.

Πήρε ενεργό μέρος το 1862 στη Ναυπλιακή Επανάσταση. Εξαιρέθηκε από το διάγγελμα αμνηστίας και  απελάθηκε στη Σμύρνη. Επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την πτώση του Όθωνα και πήρε μέρος στη Β’ Εθνική Συνέλευση του 1864-65.

Στη συνέχεια, αν και δεν ήταν πολιτικός, διετέλεσε πέντε φορές υπουργός Στρατιωτικών στις κυβερνήσεις Ζαφειρίου Βάλβη το 1864, Δημητρίου Βούλγαρη το 1866, Επαμεινώντα  Δεληγεώργη το 1870, Θρασύβουλου Ζαΐμη το 1871 και στην Οικουμενική Κυβέρνηση του 1877. Δεν αποδέχθηκε την αρχηγία της Κρητικής Επανάστασης του 1861, που του πρότεινε η Συνέλευση των Κρητών, επειδή τότε ήταν υπουργός. Πέθανε στην Αθήνα έχοντας το βαθμό του αντιστρατήγου.

Ιωάννης Ζυμβρακάκης (1818-1913).

Περίπου παράλληλη σταδιοδρομία είχε και ο επίσης στρατηγός αδελφός του Ιωάννης Ζυμβρακάκης (1818-1913), ο οποίος υπηρέτησε και αυτός στο Οπλοστάσιο του Ναυπλίου και πήρε ενεργό μέρος στα «Ναυπλιακά». Έλαβε μέρος στην Κρητική Επανάσταση του 1866-1869 και στην ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1886. Επίσης διετέλεσε δύο φορές (το 1869-77 και το 1878-81) διοικητής της Σχολής Ευελπίδων. Έφτασε στον βαθμό του Υποστρατήγου. Γιος του ήταν ο Εμμανουήλ Ι. Ζυμβρακάκης αρχηγός της Χωροφυλακής ενώ είχε και μια κόρη.

Στην αναπαλαιωμένη έπαυλη Ζυμβρακάκη, που βρίσκεται στην οδό Ασκληπιού και έχει δωρηθεί στο Δήμο Ναυπλίου, έχει στεγαστεί το «Πνευματικό Ίδρυμα Ιωάννης Καποδίστριας», που συστήθηκε το 1990 με σκοπό τη μελέτη του έργου του πρώτου Κυβερνήτη.

 

Πηγή


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862 – Το ιστορικό πλαίσιο


 

Είναι δυστυχία να αγνοείς την ιστορία του τόπου σου, θα μπορούσε να πει κανείς παραφράζοντας τη γνωστή ρήση του Πολύβιου.* Πολύ περισσότερο την πρόσφατη ιστορία που με τους όρους που δημιούργησε εξακολουθεί να επηρεάζει τη ζωή και τις εξελίξεις σε όλα τα επίπεδα. Οι ανιστόρητοι δεν έχουν αυτή την επίγνωση και γι’ αυτό δεν ερμηνεύουν σωστά την πραγματικότητα. Τους διαφεύγουν οι εξηγητικοί λόγοι που δημιούργησαν την α ή την β νοοτροπία, την συγκεκριμένη πολιτική και κοινωνική στάση. Και με τη στενοκεφαλιά που δημιουργεί η άγνοια αποφαίνονται με αυτοπεποίθηση για όλα τα ζητήματα: εθνικά, πολιτικά, ιδεολογικά κ.α.

 

Το ιστορικό πλαίσιο

 

Ο Όθωνας Βίττελσμπαχ ήταν ήδη 29 χρόνια βασιλιάς των Ελλήνων και της μικρής Ελλά­δας. Τα σύνορα της χώρας μόλις περνούσαν τα βουνά της Λαμίας και ο πληθυσμός των ελεύθερων Ελλήνων ήταν 1.096.810 (απογραφή του 1861). Στις αλύτρωτες περιοχές, ο ελληνισμός στέναζε ακόμα κάτω από τον Τουρκικό ζυγό και καμιά σοβαρή προετοιμασία για την απελευθέρωσή του δεν γινόταν από το Ελληνικό κράτος. Ποιο ήταν όμως το Ελληνικό κράτος; και σε ποιο βαθμό ανταποκρινόταν στις ανάγκες και τους πόθους του Ελληνικού λαού; – Οι πρωτοπόρες και υγιείς πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που ενσάρκωσαν την ιδέα της ανεξαρτησίας και πέτυχαν την απελευθέρωση από τους Τούρκους αποκλείστηκαν από την πολιτική ζωή.

 

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833.

 

Ο Όθωνας κυβέρνησε, από το 1833 έως την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843, ως «ελέω Θεού» μονάρχης στελεχώνοντας τον κρατικό μηχανισμό με Βαυαρούς και αυλοκόλακες. Οι έμπειροι οπλαρχηγοί, οι φιλελεύθεροι και προοδευτικοί πολίτες που μπορούσαν να προσφέρουν πολλά στην οικοδόμηση του πρώτου Ελληνικού κράτους, όχι μόνο αγνοήθηκαν από τον Όθωνα αλλά καταδιώχτηκαν, προπηλακίστηκαν και φυλακίστηκαν. Τα παραδείγματα της φυλάκισης του Κολοκοτρώνη, του Πλαπούτα και του Μακρυγιάννη είναι χαρακτηριστικά.

Ο βασιλιάς Όθων έφιππος, ως συνταγματάρχης του 10ου συντάγματος πεζικού.

Η αυταρχική αγωγή και η ιδιοσυγκρασία του δεν ανεχόταν – φοβόταν- κάθε φωνή αντίθετη με τη δική του, κάθε ιδέα δημοκρατική. Ακόμα και μετά τον εξαναγκασμό του σε παραχώρηση συντάγματος το 1884 καμιά ουσιαστική μεταβολή δεν έγινε στον τρόπο που ασκούσε τα καθήκοντά του. Ο απολυταρχισμός του εξακολούθησε να εκδηλώνεται σε κάθε περίσταση κατά παράβαση του συντάγματος. Όταν η Γερουσία δε συμφωνούσε με τις απόψεις του, άλλαζε τη σύνθεσή της. Όταν ο πρωθυπουργός που διόριζε, έπαυε να του είναι αρεστός, τον απέλυε. Όταν η Βουλή δεν ήταν πειθήνιο όργανό του, τη διέλυε. Εξουσίαζε με το μαστίγιο, τον εκφοβισμό και τον εκμαυλισμό. Όπως ήταν φυσικό η δυσαρέσκεια των Ελλήνων διογκωνόταν.

Πολύ περισσότερο που η οικονομική κατάσταση ήταν απελπιστική για τους πολλούς. Τα εθνικά δάνεια κατασπαταλήθηκαν, κανένα σοβαρό έργο υποδομής δεν γινόταν, μέτρα για την αξιοποίηση των εθνικών γαιών -πρώην Τουρκικά κτήματα- δεν λαμβάνονταν, και ο μαρασμός ενδημούσε στην ελληνική κοινωνία. Το μόνο που δινόταν στον ελληνικό λαό ήταν η Μεγάλη Ιδέα. Φρούδες ελπίδες δηλαδή, για την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης και τη σύσταση ελληνικής αυτοκρατορίας.

Στην πραγματικότητα όμως υπήρχε αδυναμία ακόμα και για την οργάνωση ενός σοβαρού κινήματος, που θα ελευθέρωνε τουλάχιστον τη Θεσσαλία και την Ήπειρο από τις ασθενείς Τουρκικές δυνάμεις, όταν η Τουρκία βρέθηκε σε πόλεμο με τη Ρωσία το 1853-56 (Κριμαϊκός πόλεμος). Η άφρονη και θορυβώδης τακτική του παλατιού (με τα μεγαλεπήβολα οράματα και την οργανωτική ανικανότητα) οδήγησαν σε αποτυχία την επανάσταση σε Ήπειρο, Θεσσαλία και Μακεδονία και ενώ, η δημοτικότητα του Όθωνα ήταν στο ναδίρ και η αντιπολίτευση τον σφυροκοπούσε, ένα επαχθές για τη χώρα γεγονός ήρθε να κάνει το βασιλιά δημοφιλή και να του δώσει πρόσκαιρη παράταση. Ήταν η κατοχή του Πειραιά και ο ναυτικός αποκλεισμός της Αθήνας από τους Αγγλογάλλους (1854-57).

Ο λαός μας, μπροστά στην εχθρική ενέργεια των «συμμάχων» που (εκτός από τα δάνεια που επισώρευε στη χώρα μας) έθιγε βάναυσα την εθνική υπόσταση ενός ανεξάρτητου κράτους, συσπειρώθηκε γύρω από το βασιλιά. Αυτόν εξάλλου πρόσβαλλαν και εξευτέλιζαν καθημερινά αξιωματικοί και στρατιώτες των δυνάμεων κατοχής. Ήταν φυσικό λοιπόν να περιβάλλουν οι Έλληνες με συμπάθεια τον Όθωνα, αφού στο πρόσωπό του ατιμαζόταν η Ελλάδα.

Αθανάσιος Μιαούλης

Η δημοτικότητα του Όθωνα και της Αμαλίας κράτησε λίγο καιρό ακόμα μετά την αποχώρηση των Αγγλογάλλων, το Φεβρουάριο του 1857. Δεν ξέχασαν όμως τις κακές συνήθειες του παρελθόντος. Σε λίγο σπρώχνουν την κυβέρνηση Βούλγαρη σε παραίτηση με τις απροκάλυπτες παρεμβάσεις τους και ο Όθωνας, αγνοώντας τις συνταγματικές του δεσμεύσεις, ορκίζει πρωθυπουργό τον υπασπιστή του Αθανάσιο Μια­ούλη. Από τις αρχές του 1859 η αντιπολιτευτική κίνηση απέναντι στο καθεστώς παίρνει πιο ενιαία και πιο αποτελεσματική μορφή. Αρχικά ιδρύεται, πιθανόν με πρωτοβουλία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, εγγονού του Γέρου του Μοριά, μυστική πολιτική εταιρία με σκοπό «τη διαμόρφωση των κακώς κειμένων και κυρίως την ελευθερία των βουλευτικών εκλογών» στην οποία συμμετέχουν δημοσιογράφοι, φοιτητές, μαθητές, βουλευτές κ.α.

Το Μάη του 1859 συνέβησαν σοβαρά γεγονότα που δυνάμωσαν το αντικαθεστωτικό φρόνημα. Είναι τα γνωστά Σκιαδικά, που εντελώς απρόσμενα αποτέλεσαν τον καταλύτη στις σχέσεις λαού – παλατιού. Από τα Σκιαδικά έως τη Ναυπλιακή επανάστα­ση έχουμε αλλεπάλληλες κυβερνήσεις του Αθανάσιου Μιαούλη και δυο εκλογικές αναμετρήσεις βίας και καλπονοθείας, με αποκορύφωμα τις εκλογές που η διεξαγωγή τους κράτησε από το Δεκέμβρη του 1860 έως τον Μάρτη του 1861, καθώς γίνονταν διαφορετική ημερομηνία σε κάθε περιοχή για να μεταφέρεται ο Οθωνικός μηχανισμός της βίας, της φοβίας και της νοθείας σε κάθε πόλη και χωριό, ώστε να εξασφαλίζεται η «νίκη».

Από το 1861 το αντιδυναστικό ρεύμα καθημερινά μεγάλωνε. Η κατάσταση ήταν εκρηκτική σ’ ολόκληρη τη χώρα και στον εορτασμό της 25ης Μαρτίου οργανώθηκαν σε όλες τις μεγάλες πόλεις (Αθήνα, Πάτρα, Άργος, Ναύπλιο) συνωμοτικά συμπόσια με εθνικό και αντικαθεστωτικό περιεχόμενο. Η αστυνομία παρακολουθούσε και τρομοκρατούσε τους πολίτες πραγματοποιώντας συλλήψεις, φυλακίσεις και εκτοπίσεις.

Επαμεινώνδας Δεληγιώργης (1829-1879)

Οι περισσότερες εφημερίδες των Αθηνών είχαν ταχθεί με το μέρος της αντιπολίτευσης και της «Χρυσής Νεολαίας» την οποία εκπροσωπούσε επάξια ο νεαρός δικηγό­ρος Επαμ. Δεληγιώργης. Ξεχώριζαν για τα πύρινα άρθρα τους οι εφημερίδες «Αιών» και «Αθήνα». Η πιο μαχητική όμως ήταν η εφημε­ρίδα της «Χρυσής Νεολαίας» με τον εύγλωττο τίτλο «Το Μέλλον της Πατρίδος», που κατα­σχέθηκε πολλές φορές.

Το Μάιο συλλαμβάνονται ως συνωμότες εναντίον του καθεστώτος όχι μόνο πολίτες αλλά και αρκετοί αξιωματικοί που στέλνονται στο Ναύπλιο, στις φυλακές του Παλαμηδίου και της Ακροναυπλίας. Κι ενώ η κατάσταση καθημερινά οξυνόταν, στις 6 Σεπτεμβρίου ο 18χρονος Δόσιος επιχειρεί να δολοφονήσει τη βασίλισσα Αμαλία (Ύαινα την ονόμαζε τότε ο λαός). Η απόπειρα απέτυχε και ακολούθησαν δοξολογίες «επί τη διασώσει» και πανηγυρισμοί στη χώρα. Προσωρινά το αντιδυναστικό μένος του λαού μειώθηκε. Μόνο στο Ναύπλιο κυκλοφόρησαν προκηρύξεις που έγραφαν «άθλιοι μάλ­λον κλαύσατε παρά να πανηγυρίζετε δια την αποτυχίαν».

Ο Όθωνας με πολιτική περιβολή κατά την εποχή της εκθρόνισής του.

«Στις αρχές του 1862 το πολιτικό βαρόμετρο έδειχνε θύελλα σ’ όλη την Ελλάδα», γράφει ο Γιάννης Κορδάτος. «Από κάθε γωνιά της μικρής Ελλάδας έφταναν πληροφορίες για ερεθισμό του λαού». Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα κυκλοφορούσαν φήμες ότι θα γινόταν κυβερνητική αλλαγή. Θα αναλάμβανε πρωθυπουργός ο παλαίμαχος ναύαρχος Κωνσταντίνος Κανάρης «είδωλον της κοινής γνώμης» και από τους πρωτοστάτες του αντιδυναστικού αγώνα την τελευταία τριετία.

Πράγματι ο Όθωνας κάλεσε τον Κανάρη και του ανέθεσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, αφού προηγουμένως συμφώνησε με το περιεχόμενο του υπομνήματος που του υπέβαλε ο γηραιός ναύαρχος. Το υπόμνημα περιείχε τους αναγκαίους όρους εκδημοκρατισμού και εφαρμογής του συντάγματος. Όμως σύνταγμα και δημοκρατία προκαλούσαν αλλεργία στον Όθωνα και τη βασιλική καμαρίλα. Γι’ αυτό ο Όθωνας, με το πρόσχημα πως δε συμφωνούσε με τους υπουργούς που επέλεξε ο Κανάρης, του αφαίρεσε μετά από δύο μέρες την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης και ξανα-όρκισε πρωθυπουργό τον Αθ. Μιαούλη. Η τελευταία αυτή κυβέρνηση του Μιαούλη έμεινε γνωστή ως «υπουργείο του αίματος». Υπουρ­γείο έλεγαν τότε την κυβέρνηση.

 

Η επαναστατική προετοιμασία στο Ναύπλιο

 

Το Ναύπλιο ήταν στις αρχές του 1862 μια πόλη 10.000 περίπου κατοίκων, μια από τις μεγάλες πόλεις της τότε Ελλάδας. Η Αθήνα μόλις που ξεπερνούσε τις 30.000 και η ακμάζουσα Ερμούπολη της Σύρου τις 25.000. Πάνω απ’ όλα όμως το Ναύπλιο ήταν πόλη στρατηγικής και πολι­τικής σημασίας. Αποτελούσε το σημαντικότερο αντιδυναστικό κέντρο μετά την Αθήνα με δραστήριες πολιτικές οργανώσεις και μυστικούς συνδέσμους αντικαθεστωτικών αξιωματικών.

Γεώργιος Πετιμεζάς

Τα επιβλητικά κάστρα Παλαμήδι και Ακροναυπλία, το οχυρό λιμάνι του με το Μπούρζι και τα ισχυρά τείχη του, το καθιστούσαν σχεδόν απόρθητο με τα μέσα της εποχής εκείνης. Υπήρχαν επομένως οι πολιτικές και στρατηγικές προϋποθέσεις για την κυοφορία της επανάστασης, προπάντων εδώ. Επιπλέον οι Ναυπλιείς είχαν ακόμα νωπές τις μνήμες από τα ένδοξα χρόνια του απελευθερωτικού αγώνα καθώς το Ναύπλιο, πόλη εγκέφαλος του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, έζησε όλες τις μεγάλες στιγμές του Γένους. Ήταν ευαίσθητοι λοιπόν σε εθνικά και πολιτικά ζητήματα και δύσκολα έκρυβαν τη δυσαρέσκειά τους για «τη μετάθεση της πρωτευούσης». Πώς θα μπορούσαν, λοιπόν, να μείνουν αδιάφοροι στις συνταγματικές εκτροπές του Όθωνα, τις αυταρχικές μεθόδους της Αυλής του, τον εμπαιγμό του θρυλικού Κανάρη (το ζωντανό ’21) και τις ανομίες της κυβέρνησης Μιαούλη; Και ασφαλώς δεν έμει­ναν.

Οργανώθηκε «Σύλλογος Νεολαίας» και πυρήνες αντικαθεστωτικών, στους οποίους διακρίθηκαν για τη δράση τους οι δικηγόροι Γ. Δημητριάδης, I. Παπαζαφειρόπουλος και ο κ. Αντωνόπουλος, ο εφέτης Γ. Πετιμεζάς, ο πρω­τοδίκης Π. Μαυρομιχάλης, ο υποπρόξενος του Βελγίου Σπυρ. Ζαρβιτσάνος και ο δήμαρχος του Ναυπλίου Πολυχρόνης Ζαφειρόπουλος.

Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου

Ιδιαίτερη όμως συμβολή στην επαναστατική προετοιμασία είχε η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, χήρα του πρώτου Δημάρχου του Ναυπλίου (και αργότερα γερουσιαστή) Σπύρου Παπαλεξόπουλου. Γυναίκα ιδιαίτερα μορφωμένη, γνώριζε ιταλικά, αγγλικά και γαλλικά στην εντέλεια. Είχε σπουδάσει στην Ιταλία, όπου εγκολπώθηκε τις αρχές της γαλλικής επανάστασης και επηρεάστηκε από το κίνημα των Καρμπο­νάρων. Εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο το 1825 και βρέθηκε πάντοτε αντιμέτωπη στον αυταρχισμό της εξουσίας, είτε την εκπροσωπούσε ο Καποδίστριας είτε ο Όθωνας. Μετέδωσε τις ιδέες της σε πολλές από τις κυρίες του Ναυπλίου και έγινε η πρόδρομος των Ελληνίδων που διεκδίκησαν ίσα δικαιώματα με τους άντρες. Στο σπίτι της συγκεντρώνονταν οι ηγέτες της επανάστασης, που θα ξεσπούσε και με την ευγλωττία της έκανε τους πάντες οπαδούς των απόψεών της, προτρέποντας και ενθαρρύνοντας τη νεολαία. Με λίγα λόγια «η κυρά τ’ Αναπλιού υπήρξε ιεροφάντις κάθε επαναστατικής ιδέας και Μη­τέρα της Επαναστάσεως», η Ελληνίδα μαντάμ Ρολάν, όπως την ονόμασαν οι σύγχρονοί της.

Πάνος Κορωναίος

Ο άλλος πόλος των αντικαθεστωτικών ήταν οι αξιωματικοί της φρουράς Ναυπλίου. Ιδιαίτερα μετά το Μάιο του 1861 που εξορίστηκαν στο Ανάπλι ή φυλακίστηκαν στα κάστρα του Δημοκρατικοί αξιωματικοί, με την κατηγορία της συνομωσίας, ενισχύθηκε το αντιδυναστικό φρόνημα των αξιωματικών. Πολλοί απ’ αυτούς ήταν εξόχως δραστήριοι και σε σύντομο χρόνο δημιούργησαν δίκτυα επαφών και με τους αντικαθεστωτικούς πολίτες του Ναυπλίου αλλά και της Αθήνας. Διακρίθηκαν ο αντισυνταγματάρχης Δ. Μπό­τσαρης, ο ταγματάρχης Χ. Ζυμβρακάκης, ο υπολοχαγός Χρ. Κατσικογιάννης, ο υπίλαρχος Τριτάκης, ο ικανότατος και εμπειροπόλεμος (από τον Κριμαϊκό πόλεμο) αντισυνταγματάρχης Πάνος Κορωναίος αλλά και ο Διοικητής του Ε’ τάγματος πεζικού της Φρουράς Ναυπλίου Αρτέμης Μίχου. Ξεχωριστή πνοή στην επαναστατική προετοιμασία έδωσε ο υπολοχαγός Δημ. Γρίβας, γιος του Ακάρνανα οπλαρχηγού του ’21 Θεοδωράκη Γρίβα  και εγγονός της Μπουμπουλίνας, ο οποίος εξορίστηκε στ’ Α­νάπλι το Γενάρη του 1862.

 

Σκηνή από τη Ναυπλιακή Επανάσταση, 1862.

 

Οι συνωμότες διακινούσαν την αλληλογραφία τους με τους συνωμότες της Αθήνας, για λόγους ασφαλείας, με το διπλωματικό σάκο του υποπρόξενου του Βελγίου Σπ. Ζαβιτσάνου. Όταν η προετοιμασία προχώρησε ορίστηκε ως ημέρα ταυτόχρονης εξέγερσης στο Ναύπλιο, την Αθήνα και αλλού η 4η Φεβρουαρίου. Η τελευταία συνεννόηση θα γινόταν με επιστολές του Αρτέμη Μίχου που ταχυδρομήθηκαν (πάντα με το διπλωματικό σάκο) στις 31 Ιανουαρίου. Ο σάκος όμως παραδόθηκε στο νομάρχη και ο δικαιολογημένος φόβος πως θ’ ανοίξει τις επιστολές και θα γίνει γνωστό το περιεχόμενό τους, με συνέπεια όχι μόνο τη σύλληψη του αποστολέα και των παραληπτών αλλά και τη ματαίωση της επανάστασης, οδήγησε στην επίσπευσή της και την κήρυξή της την 1η Φεβρουαρίου.

Από 5 Φεβρουαρίου έως 9 Μαρτίου κυκλοφορούσε η εφημερίδα της επαναστάσεως «Ο ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝ»** με υπότιτλο «ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΠΡΩΤΗΣ ΦΕ­ΒΡΟΥΑΡΙΟΥ». Συντάκτης της ήταν ο Θ. Φλογαΐτης, παλαιότερο μέλος της «Χρυσής Νε­ολαίας» των Αθηνών και της συντροφιάς που εξέδιδε «Το Μέλλον της Πατρίδος». Η εφημερίδα κατέγραψε αρκετά από τα γεγονότα εκείνων των ημερών, από την 5η Φεβρουαρίου έως την 10η Μαρτίου που κυκλοφορούσε.

 

Γιώργος Αναστασόπουλος

[Από τον πρόλογο, για την επανέκδοση του βιβλίου «Τα Συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως / της πρώτης Φεβρουαρίου 1862, Υφ’ ενός Ναυπλιέως», από τη μη κερδοσκοπική εταιρεία «Απόπειρα», τον Ιανουάριο του 1996].

 

Υποσημειώσεις


 * Όλβιος όστις ιστορίας έσχε μάθησιν

** Τα τεύχη της εφημερίδας αυτής τα ανατύπωσε και τα εξέδωσε σ’ ένα καλαίσθητο τόμο η Απόπειρα, με σύντομο ιστορικό της Ναυπλιακής επανάστασης.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ιατρός Μιχαήλ (1779;-1868)


 

Ο Μιχαήλ Ιατρός ήταν αγωνιστής του 1821, πολιτικός, οικονομικός παράγοντας, δημοτικός άρχοντας και μέγας δωρητής της πόλης του Ναυπλίου. Καταγόταν από κλάδο των Μεδίκων της Φλωρεντίας, που εγκαταστάθηκε στη Μάνη (πριν ή – κατ’ άλλους- μετά τα Ορλωφικά, 1769-1770) και εξελλήνισε το επώνυμό του σε Ιατρός ή Ιατρόπουλος.

Μιχαήλ Ιατρός, ελαιογραφία Δ. Τσόκου, 1848, συλλογή Κ. Κ. Σπηλιωτάκης.

Γεννήθηκε στο χωριό Λογκανίκο της Λακωνίας γύρω στο 1779. Από τις επιχειρήσεις του (εμπόριο, μεταξοβιομηχανία, ναυτιλία, τραπεζικές εργασίες) απέκτησε μεγάλη περιουσία. Μόλις κηρύχθηκε η Επανάσταση του 1821 διέθεσε χρήματα και το πλοίο του για τις ανάγκες του Αγώνα και αργότερα πήρε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Ασχολήθηκε επίσης με τα κοινά και διετέλεσε εκπρόσωπος των Υδραίων στη Συνέλευση της Ζαράκοβας (Ιούλιος 1821) και βουλευτής Μυστρά το 1824. Ανέλαβε με επιτυχία εμπιστευτικές αποστολές και ήταν σχεδόν πάντοτε μέλος επιτροπών που είχαν σχέση με οικονομικά θέματα.

Εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο όταν έφθασε εκεί ο Καποδίστριας, αλλά δεν δέχθηκε διάφορες κυβερνητικές θέσεις που του πρότεινε ο Κυβερνήτης. Διετέλεσε μέλος της επιτροπής σύστασης σχολείου στην πόλη (1832), Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου το 1835-1837, Δημοτικός Σύμβουλος το 1837-1842, Βουλευτής Ναυπλίας το 1844-50 και κατόπιν αντιπρόεδρος της Βουλής και αντιπρόεδρος του Εμπορικού Επιμελητηρίου.  

Έλαβε ενεργό μέρος στη Ναυπλιακή Επανάσταση. Ήταν πρόεδρος της Επαναστατικής Επιτροπής (1862) και πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση, που συνήλθε στην Αθήνα τον ίδιο χρόνο, λίγο μετά την έξωση του Όθωνα. Ο Μιχαήλ Ιατρός είχε μεγάλη κτηματική περιουσία σε διάφορες περιοχές. Με τη διαθήκη του άφησε ακίνητα στο Ναύπλιο, στην ιδιαίτερη πατρίδα του κ.α.

Οι μεγάλες δωρεές του στο Ναύπλιο είναι δύο: η Αγία Μονή και το Νεκροταφείο. Σκοπός της δωρεάς του στην Αγία Μονή ήταν η ανασύσταση του τότε ερειπωμένου μοναστηριού. Το κληροδότημα συμπεριελάμβανε όλα τα κτήματα γύρω από τη Μονή, ιδιοκτησίας του δωρητή.  

Σχετικά με τη δεύτερη δωρεά του αναφέρεται το εξής: Κάποια μέρα, που έκανε έφιππος περίπατο στην εξοχή με την κόρη του, βρέθηκαν εμπρός σε ένα άταφο πτώμα που το κατασπάρασσαν τα όρνια. Επειδή αυτό έκανε φοβερή εντύπωση στην κοπέλα, ο Μιχαήλ Ιατρός αποφάσισε να δωρίσει έκταση για νεκροταφείο, για να μη ξαναπαρουσιαστεί στο μέλλον η μακάβρια αυτή σκηνή. Στη δωρεά του, εκτός από την έκταση αυτή, περιλαμβανόταν η περιτοίχισή της και ο μικρός ναός των Ταξιαρχών. Η κατασκευή άρχισε το 1848 και οι εργασίες ολοκληρώθηκαν το 1852. Αργότερα, το 1856, μετέφερε στη σημερινή του θέση το νεκροταφείο των Χριστιανών από την περιοχή που είχαν διαθέσει γι’ αυτό οι Τούρκοι στην Πρόνοια, κοντά στον (τότε) μικρό ναό των Αγίων Πάντων.

Ο Μιχαήλ Ιατρός παντρεύτηκε τη Μαγδαληνή (Χατζή) Νικολάου Σέκερη († Άργος 1871) και απέκτησε δύο γιούς, τους Αναστάσιο και Παναγιώτη, και τρεις κόρες, τις Μαρία ή Μαριγώ, Φλωρεντία και Ελένη. Ένα χρόνο πριν το θάνατό του, ο Ιατρός ασθένησε με συμπτώματα αιματουρίας και στις 14 Οκτωβρίου 1868, ενενήντα σχεδόν χρόνων, πέθανε στην Αθήνα  στο οικοδόμημα του μεταξουργείου, που είχε ιδρύσει με τον Κωνσταντίνο Δουρούτη, σύζυγο της κόρης του Ελένης, στην οδό Γιατράκου (το κτίριο σώζεται μέχρι σήμερα στη συνοικία Μεταξουργείου).

Αμέσως μετά το θάνατό του, του απονεμήθηκε ο Χρυσούς Σταυρός του Σωτήρος. Το σπίτι και το γραφείο του στο Ναύπλιο βρίσκονταν στο άκρο της σημερινής Λεωφόρου Αμαλίας, αλλά κάηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Στο Κιβέρι σώζεται το εξοχικό του σπίτι.

 

Πηγές


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • Κ. Κ. Σπηλιωτάκης, «Αρχείον Μιχαήλ Ιατρού 1802-1893», τετράδια εργασίας, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα, 1983.

 

Read Full Post »

Παπαζαφειρόπουλος Ιωάννης (1829-1879)


 

Προκήρυξη της Κυβέρνησης Βάλβη (1863), η οποία αναγορεύει Συνταγματικό Βασιλέα τον Γεώργιο Α'. Φέρει την υπογραφή του Ιωάννη Παπαζαφειρόπουλου.

Ο Ιωάννης Παπαζαφειρόπουλος γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1829. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και τη Λειψία. Το 1862 ήταν δικηγόρος στο Ναύπλιο. Φανατικός αντιμοναρχικός, πήρε μέρος στην Ναυπλιακή επανάσταση. Μετά την αποτυχία της εξορίστηκε και μέχρι την Οκτωβριανή επανάσταση διέμεινε στην Αλεξάνδρεια.

Όταν επανήλθε, μετά την έξωση του Όθωνα, αναδείχτηκε πληρεξούσιος της Τρίπολης στην Συνέλευση της Αθήνας, όπου, νεότατος, αναρριχήθηκε στην θέση του υπουργού Δικαιοσύνης στην Κυβέρνηση Ζηνοβίου Βάλβη (1863) και στην Κυβέρνηση Θρασύβουλου Ζαΐμη (1871). Έκτοτε αντιπροσώπευε διαρκώς την επαρχία του στη Βουλή. Ο Ιωάννης Παπαζαφειρόπουλος υπήρξε ένα από τα επιφανέστερα μέλη του Ελληνικού Κοινοβουλίου και απολάμβανε της αγάπης όσων των γνώριζαν. Πέθανε στην Τρίπολη στις 5 Αυγούστου 1879 από τυφοειδή πυρετό.

  

Πηγές


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα, χ.χ. 
  • Δελτίον της Εστίας – αριθ. 137, 12 Αυγούστου 1879.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ποταμιάνος Ηλίας (1844-1911)


 

Ηλίας Ποταμιάνος

Ο Ηλίας Ποταμιάνος, νομικός, πολιτικός και δημοσιογράφος, γεννήθηκε το 1844 στο Ναύπλιο, όπου σπούδασε τα εγκύκλια μαθήματα και έφηβος μόλις, έλαβε ενεργό μέρος στην Ναυπλιακή Επανάσταση (1862). Ο πατέρας του Ευάγγελος Ποταμιάνος καταγόταν από την Κεφαλονιά και ήταν πλοίαρχος στον επικουρικό στόλο της Αγγλίας κατά τους Ναπολεόντιους πολέμους μέχρι το 1815. Αργότερα ως μέλος της Φιλικής Εταιρείας ήρθε και πολέμησε στην Ελλάδα και επί Καποδίστρια έγινε διευθυντής της Αστυνομίας.  

Ο Ηλίας Ποταμιάνος σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εξάσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου με μεγάλη επιτυχία. Δίδαξε Στρατιωτικό Δίκαιο στη Σχολή Ευελπίδων τα έτη 1870-73, και διετέλεσε διευθυντής της εφημερίδας «Αυγή» και συντάκτης της «Εφημερίδος των Συζητήσεων», ήταν φίλος και συνεργάτης του Επαμεινώντα Δεληγιώργη. Ανέλαβε επίσης αποστολές στο εξωτερικό: το 1872 στην Κωνσταντινούπολη σχετικά με το Βουλγαρικό Σχίσμα και το 1905 στην Κρήτη (που τότε δεν είχε ακόμα απελευθερωθεί) για προβλήματα της εκεί Ελληνικής Διοικήσεως.

Εκλέχθηκε πολλές φορές βουλευτής και διακρίθηκε για τη ρητορική του δεινότητα. Στην επαρχία Ναυπλίας εκλέχτηκε τα έτη 1881, 1891 και 1892. Το 1901, ως βουλευτής Ηλείας, κατέθεσε στη Βουλή πρόταση για την πρόσληψη γυναικών στα ταχυδρομεία και τα τηλεγραφεία. Η Βουλή όμως, με το σκεπτικό ότι «τα ήθη μας δεν το επιτρέπουν», την απέρριψε. Έγραψε τις μελέτες «Περί των παρά τω Ρωμαϊκώ στρατώ ποινών» (1874), «Αι Συρακούσαι» (1878) στο περιοδικό «Βύρων», κ.ά. Απεβίωσε το 1911.

Πηγές


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα, χ.χ. 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το έργο του Wulf Schaeffer  για το Ναύπλιο  (Λίγα στοιχεία για τη ζωή και το έργο του)


 

Στις 4 Αυγούστου του 1994 πέθανε στη Βρέμη ο γερμανός αρχιτέκτονας Wulf Schaeffer  ή Θόδωρος Τσοπανόπουλος, όπως συνήθιζε χαριτολογώντας να μεταφράζει στα ελληνικά το όνομά του.

Ο Wulf Schaeffer γεννήθηκε στο Portenkerchen στις Άλπεις, στις 4 Νοεμβρίου του 1907. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στο Kellerau κοντά στη Δρέσδη. Εκεί πρωτοπήγε σχολείο. Συνέχισε τις σπουδαίες του στο παιδαγωγικό σχολείο Landschuleheim, απ’ όπου απεφοίτησε το 1926. Λίγο αργότερα άρχισε τις αρχιτεκτονικές του σπουδές στη Στουτγάρδη κοντά στους καθηγητές Schmitthenner και Bonalz. Στη Στουτγάρδη γνωρίζει τον αρχιτέκτονα Fritz Hoger από το Αμβούργο. Λίγο αργότερα επεξεργάζεται μαζί του το σχέδιο ενός πρεβαντορίου  στο Danzig, ένα μνημειώδες κτίριο, με κλασσική μορφολογία. Παράλληλα συνεχίζοντας τις σπουδές του, παρακολουθεί τα μαθήματα των Karl Gruber και Freietz Krischen. Παρακολουθώντας τα ενδιαφέροντα του νεαρού μαθητού του, ο  Krischen του συνιστά να επισκεφθεί την Ελλάδα και να μελετήσει από κοντά την αρχιτεκτονική της. Έτσι την άνοιξη του 1933 ο Schaeffer, φθάνει στην Ελλάδα. 

O Schaeffer σπάνια μιλούσε για τα παιδικά του χρόνια, αλλά και τότε ουδέποτε ανάφερε τον πατέρα του. Φαίνεται ότι κάποια στιγμή οι γονείς του ήρθαν  σε διάσταση και η μητέρα του εγκατέλειψε το σπίτι. Το 1930 η Μαργαρίτα Schaeffer εγκαθίσταται στην Αθήνα, όπου εργάζεται στο studio του γνωστού Έλληνα φωτογράφου «Ζωγράφου», ενώ παράλληλα παραδίδει μαθήματα γερμανικών. Φθάνοντας στην Αθήνα, μητέρα και γιος ξανασυναντιόνται μετά από πολλά χρόνια και συνδέονται στενά. Η συνάντησή τους υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική και για τους δύο.

 

Κάτοψη του Ναυπλίου, γύρω στο 1862, Venezianische Festungsbaukunst in Griechenland. Zum Ausbau der Festung Nauplia, από το περιοδικό “architectura, Journal of the History of Architecture”, Deutscher Kunstverlag Munchen Berlin, 1988.

 

O Schaeffer εγκαθίσταται στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο και λαμβάνει μέρος στις ανασκαφές του ναού της Αφαίας στην Αίγινα, κοντά στο Γερμανό Αρχαιολόγο Γαβριήλ Βέλτερ. Στην Αίγινα ο Schaeffer κτίζει μερικές μικρές εξοχικές κατοικίες. Λίγο αργότερα συμμετέχει στις ανασκαφές του ναού του Απόλλωνα στην Κόρινθο με την Αμερικάνικη Αρχαιολογική Σχολή και αναλαμβάνει με εντολή της Ελληνικής Κυβέρνησης τη συντήρηση του κρηπιδώματος του ίδιου ναού. Την ίδια περίοδο κτίζει την κατοικία του γνωστού αμερικάνου αρχαιολόγου Wanderpool.

Καθοριστική για τη μετέπειτα σταδιοδρομία του, υπήρξε η πρόταση του Διευθυντού του Γερμανικού Ινστιτούτου Georg Karo, να επιμετρήσει την Ακροναυπλία. Ο Schaeffer  δέχεται. Η εργασία αυτή θα τον φέρει σε στενή επαφή με το Ναύπλιο, τα κάστρα, την πόλη, την ιστορία του. Με τη βοήθεια και την προτροπή του Αναστασίου Ορλάνδου, τον οποίο γνωρίζει μέσω του Κουγέα, οικογενειακού φίλου της μητέρας του, αρχίζει τη διδακτορική του διατριβή «Baugeschichte der Stadt Nauplia im Mittelalter», την οποία υποβάλει το 1936 στο Πολυτεχνείο του Danzig.

 

Η τραβέρσα Gambello, enezianische Festungsbaukunst in Griechenland. Zum Ausbau der Festung Nauplia, από το περιοδικό “architectura, Journal of the History of Architecture”, Deutscher Kunstverlag Munchen Berlin, 1988.

 

Ο επόμενος διευθυντής του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Dr Wrede του προτείνει να συνεργαστούν σε μία ευρύτερη έρευνα με θέμα την πολεοδομική εξέλιξη του Ναυπλίου από την Αρχαιότητα μέχρι της αρχές του 19ου αιώνα. Ο Wrede αναλαμβάνει να μελετήσει τους αρχαίους χρόνους, ενώ ο Schaeffer τους μεσαιωνικούς και τους νεότερους.  

Ήμουν μάρτυρας, γράφει σε επιστολή του, ο Wrede, του ενθουσιασμού με τον οποίο ανέλαβε Schaeffer την τεράστια αυτή εργασία. Η μελέτη του δεν περιορίζεται στα κάστρα, Ακροναυπλία, Μπούρτζι, Παλαμήδιαλλά επεκτείνετε  και στην έξω από τα τείχη της Ακροναυπλίας πόλη, στις επιθαλάσσιες οχυρώσεις, στα δημόσια κτίρια, στους ναούς, στα τεμένη, στις ιδιωτικές κατοικίες. Παρατηρεί, σκιτσάρει, αποτυπώνει, σχεδιάζει. Βήμα – Βήμα προσπαθεί να ανακαλύψει και να φέρει στο φως τα διαδοχικά ίχνη των τριών πολιτισμών, που σημάδεψαν την ιστορία της πόλης. Έλληνες, Βενετοί, Τούρκοι τρεις λαοί, τρεις πολιτισμοί με πολλά κοινά στοιχεία αλλά και με μεγάλες διαφορές, εναλλάσσονται μεταξύ τους στην κυριαρχία της πόλης.

Τους Βυζαντινούς Έλληνες διαδέχονται οι Φράγκοι (1212 – 1389), τους Φράγκους οι Ενετοί (1389 – 1540), τους Ενετούς οι Τούρκοι (1540 – 1686) κι ύστερα πάλι οι Ενετοί (1686 -1715) και πάλι οι Τούρκοι (1715 – 1822).  Άλλοτε ειρηνικά κι άλλοτε με πολιορκίες σκληρές και καταστροφικές για την πολιτεία, το Ναύπλιο περνά διαδοχικά από τον ένα στον άλλο. Τα τείχη των κάστρων ενισχύονται και επανακατασκευάζονται, σύμφωνα με τις νεότερες τάσεις της οχυρωματικής αρχιτεκτονικής, τα κτίρια καταστρέφονται, γκρεμίζονται, ξανακτίζονται, αλλοιώνονται, δέχονται προσθήκες και επεμβάσεις. Οι ορθόδοξοι ναοί μετατρέπονται σε τεμένη και καθολικούς ναούς και αντιστρόφως. Τα δημόσια και τα ιδιωτικά κτίρια αλλάζουν  συνεχώς ιδιοκτήτες και χρήσεις. Ο καθένας βάζει την προσωπική του σφραγίδα. Ο Schaeffer σκύβει μ’ επιμονή και υπομονή πάνω στα ίχνη τους. Ίχνη που αλλού είναι ευανάγνωστα και εύκολα αναγνωρίσιμα  και αλλού εμπλέκονται τόσο σφικτά μεταξύ τους, που δύσκολα μπορεί κανείς να τα ξεχωρίσει.  

 

Το καστέλο των Φράγκων, Venezianische Festungsbaukunst in Griechenland. Zum Ausbau der Festung Nauplia, από το περιοδικό “architectura, Journal of the History of Architecture”, Deutscher Kunstverlag Munchen Berlin, 1988.

 

Όποιος έχει ασχοληθεί με  τη μελέτη του ιστορικού κέντρου του Ναυπλίου γνωρίζει καλά ότι είναι πολύ δύσκολο να καθορίσει με ακρίβεια, αν ένα κτίριο είναι τούρκικο με ενετικές επιρροές ή ενετικό με τούρκικες επεμβάσεις. Με γνώση και ευαισθησία ο Schaeffer προσπαθεί να ανακαλύψει φάσεις, να βρει την ιστορική συνέχεια.

Κάποια από τα στοιχεία αυτά ενσωματώθηκαν στις μεταγενέστερες δημοσιεύσεις του:

  • « Das Stadttor von Akronauplia, Neue Ausgrabungen in Nahen Osten Mittelmeerraum  und in Deutschland. Bericht uber die Tagung der Koldewey – gesellschaft – Vereinigung fur baugeschichtliche Forschung e.v. in Xanten von 19 bus 23 Mai 1959».
  • «Neue Untersuchungen uber die baugeschichte Nauplias im Mitelalter AA 76/1961». «Venezianische Festugbaukunst in Griechenland zum Ausbau der Festung Nauplion, Architectura 1988».

Οι μελέτες αυτές όπως φαίνεται και από τους τίτλους τους, αφορούν κυρίως τις οχυρώσεις του Ναυπλίου. Αντίθετα η έρευνα η σχετική με την κάτω πόλη, του Ναυπλίου, δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Οι αποτυπώσεις των κτιρίων του ιστορικού κέντρου της περιόδου αυτής, είναι ιδιαίτερα σημαντικές, πολύ περισσότερο που το Ναύπλιο τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας διατηρούσε σχεδόν στο ακέραιο, τη μορφή που είχε στα τέλη του περασμένου αιώνα.

Παράλληλα  με την εργασία του αυτή ο Schaeffer αναλαμβάνει με εντολή της Ελληνικής Κυβέρνησης, την αποκατάσταση του επιθαλάσσιου οχυρού που έκτισε το 1471 ο Pasgualiggo, του γνωστού ως «Μπούρτζι», και τη μετασκευή του σε ξενοδοχείο, καθώς και την κατασκευή του πεζοδρόμου που οδηγούσε στην Ακροναυπλία.

 

Σχεδιαστική αναπαράσταση του καστέλο της θάλασσας (Μπούρτζι), Venezianische Festungsbaukunst in Griechenland. Zum Ausbau der Festung Nauplia, από το περιοδικό “architectura, Journal of the History of Architecture”, Deutscher Kunstverlag Munchen Berlin, 1988.

 

Το 1939 ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος  έχει πια αρχίσει. Τα πρώτα μηνύματα φθάνουν και στην Ελλάδα. Η μητέρα του Scaheffer εβραϊκής καταγωγής, εξαφανίζεται. Ο Schaeffer  συγκεντρώνει τα πράγματα της μητέρας του, τη φωτογραφική της μηχανή και το αρχείο της και τα παραδίδει σε στενή της φίλη. Στη συνέχεια εγκαταλείπει την Ελλάδα και μέσω Αλβανίας επιστρέφει στη Γερμανία, όπου εξ αιτίας των φρονημάτων του και ίσως της εβραϊκής του καταγωγής, από την πλευρά της μητέρας του, παρ’ όλο ότι ο ίδιος ήταν ευαγγελικός, κλείνεται σε στρατόπεδο και υπηρετεί ως μηχανικός. Εκεί τον βρήκαν οι σύμμαχοι στα χρόνια της απελευθέρωσης και τον χρησιμοποίησαν ως διερμηνέα.

Μετά τον πόλεμο ο Schaeffer εργάστηκε ως καθηγητής σε μια ανώτερη τεχνική σχολή στη Βρέμη. Παρ’ όλο ότι δεν επέστρεψε ξανά στην Ελλάδα βρισκόταν πάντα σε επαφή με τους έλληνες φίλους του και δεν έπαψε ποτέ να ενδιαφέρεται για το Ναύπλιο και την τύχη του αδημοσίευτου υλικού του. Κάποιες προσπάθειες που κάναμε για να έρθουμε σε επαφή μαζί του δεν οδήγησαν σε μια συνάντηση που θα βοηθούσε σημαντικά στην αξιοποίηση του αρχείου του. Πλησίαζε πια τα 90 και ήταν αρκετά κουρασμένος.

Λίγους μήνες μετά το θάνατό του, η γυναίκα του llse Schaeffer παρέδωσε στο   Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο όλο το αρχείο του, το σχετικό με το Ναύπλιο, όπου φυλάσσεται με υπευθυνότητα, ταξινομείται και μελετάται από τους συνεργάτες του Ινστιτούτου.

Το αρχείο Schaeffer περιλαμβάνει εκτός από τα γραπτά του κείμενα σειρά από σχέδια. Τα περισσότερα αφορούν τις οχυρώσεις και είναι ήδη δημοσιευμένα. Υπάρχει όμως και ένας σημαντικός αριθμός αποτυπώσεων των σημαντικότερων κτηρίων της Κάτω Πόλης, του Αγίου Γεωργίου, του Ενετικού Σχολείου, του Τελωνείου κ.ά. Μερικά από τα κτίρια αυτά, όπως π.χ. το Χάνι στην Πρόνοια ή το Παλατάκι του Καποδίστρια, δεν υπάρχουν πια σήμερα. Άλλα υπάρχουν, αλλά με σημαντικές αλλοιώσεις. Το γεγονός αυτό κάνει το αρχείο του Schaeffer ιδιαίτερα σημαντικό. Τα σχέδια του Schaeffer θα αποτελέσουν ουσιαστική βοήθεια για τη σωστή αποκατάσταση των κτιρίων αυτών. Ένας αριθμός των σχεδίων αυτών δημοσιεύτηκαν με την άδεια του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στο Ναυπλιακό Ημερολόγιο το 1977 που εξέδωσε η «Απόπειρα». Όταν ολοκληρωθεί η ταξινόμηση και η μελέτη του αρχείου, είναι πολύ πιθανόν να βρεθούν και σχετικές επεξηγηματικές σημειώσεις. Χρέος, όσων μελετάμε και αγαπάμε το Ναύπλιο, είναι να συνεχίσουμε και να τελειώσουμε το έργο του μεγάλου επιστήμονα που έφυγε από κοντά μας, χωρίς να προλάβει να το ολοκληρώσει.

 

Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη

Επ. Καθηγήτρια του  Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου  

 

Πηγή


  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΙΙ, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1998.

 

Read Full Post »

Βουλευτικό – Πότε χτίστηκε το μεγάλο Τζαμί «Βουλευτικό» στο Ναύπλιο


 

Ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της Τουρκοκρατίας στην παλιά πόλη του Ναυπλίου είναι το μεγάλο τζαμί με το μοναδικό τριώροφο Μεντρεσέ (ιεροδιδασκαλείο) κτισμένο στα νότια πλευρά του. Το τζαμί αυτό είναι γνωστό ως «Βουλευτικό», από την πρώτη βουλή των Ελλήνων που λειτούργησε κατά την Ελληνική Επανάσταση στο χώρο αυτό από το 1825. Πρόκειται για ένα μοναδικό υπερυψωμένο μνημείο με κάλλος και μέγεθος, έργο σπουδαίου άγνωστου αρχιτέκτονα από τη μέχρι τώρα έρευνα, αλλά και ενός σπουδαίου πρωτομάστορα, όπως θα γίνει φανερό στη συνέχεια. Το μνημείο κτισμένο με πελεκητή πέτρα από γκριζόλευκο ασβεστόλιθο εντυπωσιάζει τον επισκέπτη της παλιάς πόλης, η οποία σαν ένα παλίμψηστο διατηρεί εναρμονισμένα μεταξύ τους μουσουλμανικά και χριστιανικά μνημεία,   ενσωματωμένα   στον   πολεοδομικό   ιστό, αψευδείς μάρτυρες της ιστορικής της διαδρομής.

 

Βουλευτικό Ναυπλίου (Τέμενος - Τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.)

 

Σε κάθε εποχή ανάλογα με τον κυρίαρχο της πόλης τα λατρευτικά κτίρια «άλλαζαν θρησκεία». Γιατί όπως έχει επισημάνει ο μεγάλος τραγικός ποιητής Αισχύλος στους «Πέρσες», όταν μια πόλη κυριευθεί όχι μόνο οι άνθρωποι αλλά και οι θεοί παίρνουν το δρόμο της προσφυγιάς. Άλλωστε, είναι αξιοσημείωτο ότι σημαντικά μνημεία της πόλης του Ναυπλίου, το τζαμί της πλατείας (Τριανόν), ο Άγιος Γεώργιος και η Φραγκοκκλησιά κτίστηκαν ως τζαμιά στη θέση χριστιανικών ναών. Η αρχιτεκτονική μορφή των τζαμιών έχει ως πρότυπο τις εκκλησίες βυζαντινού ρυθμού με τρούλο, διότι οι Οθωμανοί Τούρκοι όταν κατέκτησαν τη Βυζαντινή αυτοκρατορία δεν είχαν δική τους τέχνη και μιμήθηκαν, όπως ήταν φυσικό επακόλουθο, την τέχνη των κατακτημένων.

Το μνημείο χρονολογείται στη δεύτερη Τουρκοκρατία. Οι παραδόσεις που σχετίζονται με το μνημείο προφανώς απηχούν την ιστορική πραγματικότητα μέσα από την προφορική παράδοση. Το «Βουλευτικό» παρά το ότι πρόσφατα ανακαινίστηκε από το Δήμο Ναυπλίου (1994 – 1999) με την εποπτεία των αρμοδίων υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού, δεν έχει μελετηθεί διεξοδικά και δημοσιευθεί. Διεξοδική έρευνα για το σημαντικό κτίριο του Μεντρεσέ (ιεροδιδασκαλείο), τις γνωστές φυλακές Λεονάρδου στα νότια του μεγάλου τζαμιού – «Βουλευτικού», με το οποίο αποτελεί ενιαία αρχιτεκτονική ενότητα, εκπονήθηκε πρόσφατα σε διπλωματική εργασία από την αρχιτέκτονα Β. Μαυροειδή[1]. Το μνημείο είναι γνωστό, λόγω μεγέθους, ως Μεγάλο Τζαμί και σύμφωνα με την παράδοση κτίστηκε στο τέλος του 18ου αιώνα από τον Αγά – Πασά του Ναυπλίου, που κατείχε πλούτο και πολλές αστικές και αγροτικές ιδιοκτησίες. Η μεγαλοπρεπής κατοικία του σώζεται νοτιότερα από το τζαμί και τον μεντρεσέ, η οποία στα χρόνια της επανάστασης χρησιμοποιήθηκε ως έδρα του Εκτελεστικού [2].

 

Η πλατεία Πλατάνου ( Συντάγματος) με το Σεράι του Μορά Πασά και το Βουλευτικό, σχέδιο σε μολύβι, L. Lange, 1834.

 

Σύμφωνα με την παράδοση, δύο νέοι από τη Βενετία απόγονοι του τελευταίου Βενετού προβλεπτή του Ναυπλίου της Β’ Ενετοκρατίας (1686-1714), έφτασαν στο Ναύπλιο για να αναζητήσουν ένα κρυμμένο μεγάλο θησαυρό στην κατοικία του πρώην Ενετού προβλεπτή, όπου κατοικούσε ο Αγά Πασάς [3]. Μετά από συμφωνία μαζί του, οι δύο νέοι κατέβηκαν μια νύχτα στο υπόγειο του σπιτιού όπου ανακάλυψαν την κρύπτη με το μεγάλο θησαυρό. Ο Αγά-Πασάς θαμπώθηκε από το θησαυρό, σκότωσε τα δύο παιδιά και τα έθαψε στην κρύπτη. Μετά από αυτό το ανοσιούργημα για να απαλλαγεί από τις τύψεις αλλά και τις συμφορές που τον βρήκαν, ένας σοφός Σεΐχης ή Δερβίσης τον συμβούλευσε να κτίσει τζαμί ή τεκέ και να προσεύχεται επτά φορές την ημέρα. Αλλά ο Πασάς δεν επέζησε για να προσευχηθεί στο τζαμί που έκτιζε. Καθώς παρακολουθούσε καθημερινά τις εργασίες από το μπαλκόνι του σπιτιού του, μια μέρα το μπαλκόνι κατέρρευσε και σκοτώθηκε.

Σύμφωνα με παράδοση των μοναχών της Ιεράς Μονής Αγίου Δημητρίου Καρακαλά, ο τεκές κατασκευάστηκε από πωρόλιθους της παλιάς εκκλησίας της Ι. Μ. Αγίου Δημητρίου Καρακαλά, την οποία κατεδάφισε ο Βελή Πασάς του Ναυπλίου (1807 – 1812), γιος του Αλή Πασά, ο οποίος είχε διοριστεί Μουχαβούζης (γενικός επόπτης των φρουρίων) όλης της Πελοποννήσου. Η χήρα του Αγά – Πασά Φατιμέ μετά το θάνατο του συζύγου της και για εξαγνισμό της ψυχής της ανακαίνισε με δικές τις δαπάνες ερειπωμένο ενετικό ναό και τον μετέτρεψε σε οθωμανικό προσκύνημα, το πιθανότερο τη γνωστή σήμερα Καθολική Εκκλησία (Φραγκοκκλησιά), η οποία παραχωρήθηκε από το Βασιλιά Όθωνα για τις λατρευτικές ανάγκες των καθολικών του Ναυπλίου. Η παράδοση αυτή σε συνδυασμό με άλλες παρατηρήσεις βοηθάει να προσεγγίσουμε κατά το δυνατόν την πραγματικότητα.

 

L. Lange, Η Φραγκοκκλησιά.

 

Είναι αξιοσημείωτο ότι στο υπέρυθρο (ανώφλι) της μιας από τις τρεις δυτικές πόρτες εισόδου του Βουλευτικού είχε κτιστεί τμήμα κίονα από το θησαυρό του Ατρέα (θολωτό τάφο) των Μυκηνών [4]. Ωστόσο, ως προς την ακριβή χρονολόγηση του «Βουλευτικού» έχουν εκφραστεί διάφορες απόψεις. Σύμφωνα με την ανηρτημένη πινακίδα εσωτερικά του ανακαινισμένου κτιρίου, το μνημείο αυτό κτίστηκε το 1730 από τον Αγά Πασά -Δελβινακιώτη.

Η Σέμνη Καρούζου, το τζαμί – Βουλευτικό με βάση την τοιχοδομία, το χρονολογεί στα τέλη του 18ου αρχές 19ου αιώνα και επισημαίνει ότι το τζαμί είναι κτισμένο από γκριζόλευκη πολύ καλής ποιότητας πελεκητή πέτρα, χαρακτηριστικό δείγμα της λαμπρής λαϊκής αρχιτεκτονικής [5]. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο είναι κτισμένο και το ισόγειο του Μεντρεσέ, με τον οποίο το Βουλευτικό αποτελεί ενιαίο αρχιτεκτονικό  σύνολο. Το ανώτερο τμήμα του Μεντρεσέ ο πρώτος και δεύτερος όροφος είναι κτισμένος με διαφορετικό τρόπο, με γκρίζες ασβεστολιθικές πέτρες, ενώ η στοά του τρίτου ορόφου είναι κτισμένη με πωρόλιθους.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι δύο ανώτεροι όροφοι του Μεντρεσέ χτίστηκαν σε δεύτερη φάση, ενώ οι πωρόλιθοι με τους οποίους είναι κτισμένος ο τρίτος όροφος συμφωνεί με την παράδοση ότι χτίστηκαν από τους πωρόλιθους του παλιού ναού του Ι. Ν. Αγίου Δημητρίου Καρακαλά, που κατεδάφισε ο Βελή Πασάς του Ναυπλίου (1807 – 1812). Η δεύτερη φάση ανοικοδόμησης του Μεντρεσέ (2°ς -3ος όροφος) φαίνεται ότι συνεχίστηκε από τη χήρα του Αγά Πασά, Φατιμέ, το πιθανότερο στις αρχές του 19ου αιώνα.

 

Μεντρεσές Ναυπλίου.

 

Στο βιβλίο του Χρ. Κωνσταντινόπουλου αναφέρεται η σημαντική πληροφορία ανώνυμου λόγιου του 19ου αιώνα από τα Λαγκάδια της Αρκαδίας, σύμφωνα με την οποία το «Βουλευτικό» το έκτισε ο ξακουστός λαγκαδινός πρωτομάστορας Αντώνης Ρηγόπουλος, ο οποίος «αυτοσχεδίως ανοικοδόμησε τους μεγαλοπρεπείς της εποχής εκείνης ναούς και προπύργια και το μέγα ειδωλείον (= ναό των ειδώλων) των Οθωμανών εις Ναύπλιον, όπου και προνόμιον εις αυτόν εχορηγήθη»[6].

Το «μέγα ειδωλείον των Οθωμανών» δεν είναι άλλο από το τζαμί του Αγά Πασά, που χρησιμοποιήθηκε για τη στέγαση του Βουλευτικού στα χρόνια της Ανεξαρτησίας (1825). Ο ξακουστός πρωτομάστορας Αντώνης Ρηγόπουλος  μας είναι γνωστός  από μια επιγραφή του 1808 στο υπέρθυρο της πόρτας του Τιμίου Προδρόμου Λαγκαδιών: «Επιστασία Αντωνίου Ρηγόπουλου, πρωτομάστορα, χειρ δε Ευσταθίου Θεοδώρου, 1808». Ωστόσο, δεν είναι γνωστή η ακριβής χρονική περίοδος δράσης του. Η αναφερόμενη χρονολογία 1808 το πιθανότερο απηχεί την τελευταία περίοδο της ενεργού δράσης του.

Σημαντικές πληροφορίες για την ανέγερση ενός Τζαμιού του Ναυπλίου μας δίνει ένα σημαντικό έγγραφο, το οποίο έστειλε ο μουχαβούζης (φρούραρχος) του Ναυπλίου Ραγκή(π) Πασάς προς τους προεστούς της Ύδρας το Μάρτιο του 1816, με το οποίο τους ζητάει να του βρουν καΐκι ή άλλο καράβι για την Πόλη (Κωνσταντινούπολη), το οποίο θα μεταφέρει μαστόρους για να εξασφαλίσει κατάλληλη ξυλεία για την ανέγερση ενός τζαμιού. Το σημαντικό αυτό έγγραφο αναδημοσίευσε ο Τάκης Μαύρος στην τοπική εφημερίδα «Ειδήσεις» 23/2/1992.

«Τοις προεστώσιν της Ύδρας Ευγενέστατοι περιπόθητοι φίλοι μου ακριβοί προεστώτες καπετάν Νικόλαε και επίλοιποι, φιλικώς και ακριβώς σας χαιρετώ, ερωτώ το επιθυμητό μου χατήρι σας. Μετά τον ακριβόν μου φιλικόν χαιρετισμόν, ερωτώ δια την ευτυχή υγείαν σας όπου μου είναι επιθυμητή, αν ρωτάτε και δια μέρος μας, με την χάριν του Θεού υγιαίνομεν, όθεν σας φανερώνω, φίλοι μου, ότι πολλές φορές σας ενόχλησα με γράμματά μου, και πολλές δούλεψες και καλοσύνες είδα από το χέρι σας, και έμεινα υποχρεωμένος, όθεν και τώρα με θάρρος σας γράφω, ότι με το να ηκουλούθησεν και έχω νιγέτι (πρόθεση), ισαλά (πρώτα ο θεός) να φτιάσω ένα τζαμί εδώ εις την πατρίδα μου εις το Ανάπλι και μάζους (επίτηδες) και ήφερα τους παρόν μαστόρους από την πόλιν, λοιπόν με το να μην είχε ινταρέ (πρόβλεψη) από κεραστέ (ξυλεία), πάλι τους στέλνω μαξούς εις βασιλεύουσαν, δια να φέρουν ότι κερεστές χρειάζεται του Τζαμιού, και με το να μην έφτασε καΐκι οκαζιόν να μισεύουν από έδωθεν, τους στέλνω αυτού, όπου μπορεί να τύχη καράβι να μισεύση ή καμμίαν σακολέβαν δια βασιλεύουσαν, δια τούτο κάνω ριτζά (ζητώ, παρακαλώ) προς τους ακριβούς φίλους μου, όπου δια χατήρι μου, αμέσως όπου τύχη κανένα καΐκι ή καράβι να προστάζετε με το μέσον σας να πάρουν και αυτούς τους μαστόρους, δια να πάνε σιγούρως εις την Πάλιν, και είμαι βέβαιος εις την στενήν φιλίαν όπου έχομεν, καθώς και άλλες φορές μου εκάματε την χάριν και τώρα να επιτύχω της αιτήσεως μάλιστα όπου είναι εδική μου χρεία, και μεγάλως με υποχρεώσεις γράφω, να ακολουθήσετε, και τα κουσούρια (τις ζημιές, τα έξοδα) αφι (άφεριμ, καλά. Δηλαδή: ότι έζοδα γίνουν βάλτε τα στο λογαριασμό μου), γράφοντας σας την καλήν σας υγεία. Ταύτα και μένω.  1816 Μαρτίου Ανάπλι. Τον ενδοξοσοφολογιώτατον αδελφόν μου Ισούφ Χόντζα τον ακριβοχαιρετώ, ερωτώ το χατήρι σερίφι   του  (την  πολύτιμη   υγεία   του).   Ηγαπημένος   σας   Ραγκή   πασσάς μουχαφούζης Αναπλίου».

 (Αρχείο της κοινότητας Ύδρας 1778 – 1832 τ. 5 (1813 – 1817), εν Πειραιεί 1924 σ. 256).

Ο Ραγκή Πασάς, όπως αναφέρει ο Τάκης Μαύρος στην τοπική εφημερίδα «Ειδήσεις» 23/2/1992, ήταν σημαντική φυσιογνωμία του τουρκοκρατούμενου Ναυπλίου και όπως προκύπτει από το αρχείο του οπλαρχηγού της Επανάστασης Αναστασίου Νέζου, αναφέρεται ως Ραγκίπ Πασάς και ήταν ιδιοκτήτης εκτεταμένων εκτάσεων (χωραφιών) στην περιοχή μεταξύ Κουτσοποδίου και Πασσά (Ινάχου). Με τον Ραγκίπ Πασά ο Α. Νέζος είχε στενή φιλία. Το παλιό όνομα Πασσάς του χωριού Ινάχου προφανώς έχει λάβει το όνομά του από τον ιδιοκτήτη των εκτάσεων της περιοχής Ραγκίπ Πασά του Ναυπλίου.

Ο Τάκης Μαύρος με την παραπάνω αναδημοσίευση του εγγράφου απλώς υπέθεσε ότι το έγγραφο σχετίζεται με το μεγάλο Τζαμί του Ναυπλίου, «το Βουλευτικό», αλλά άφησε το θέμα ανοιχτό για περαιτέρω έρευνα. Το έγγραφο αυτό με την ακριβή χρονολόγησή του το Μάρτιο του 1816 προφανώς δεν σχετίζεται με το «Βουλευτικό» και το πιθανότερο αναφέρεται στο κτίσιμο του Τζαμιού – καθολική εκκλησία της Φραγκοκκλησιάς. Με Βάση τα παραπάνω το τζαμί – Φραγκοκκλησιά προφανώς κτίστηκε μετά το μεγάλο Τζαμί – Βουλευτικό, λίγα χρόνια πριν την επανάσταση στα 1817 – 1820 περίπου.

 

Καθολική Εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος

 

Τέλος, είναι αξιοσημείωτη μια άλλη αδημοσίευτη πληροφορία που προέρχεται από το αρχείο του Δ. Περρούκα, σύμφωνα με την οποία η Δημογεροντία του Άργους πλήρωσε χρήματα για τη μεταφορά ξυλείας με ζώα από το Άργος στο Ναύπλιο για την ανέγερση ενός τζαμιού[7]. Η δεύτερη αυτή γραπτή αναφορά το πιθανότερο σχετίζεται με το Τζαμί – Φραγκοκκλησιά, αλλά κρίνεται απαραίτητη η δημοσίευση του αρχείου Δ. Περρούκα και η ακριβής χρονολόγηση του σχετικού εγγράφου.

Το Μεγάλο Τζαμί – «Βουλευτικό» του Ναυπλίου από τα παραπάνω φαίνεται ότι είναι δημιούργημα της λαϊκής αρχιτεκτονικής των λαγκαδινών μαστόρων και προοίμιο της καθαρής γραμμής του νεοκλασικισμού, που δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα στο Ναύπλιο τα χρόνια της Ανεξαρτησίας. Μια συγκριτική μελέτη της λαϊκής αρχιτεκτονικής της Πελοποννήσου είναι πιθανόν να καταλήξει σε ακριβέστερα συμπεράσματα.

Στην ίδια παράδοση και συνέχεια ανήκει η Φραγκοκκλησιά, το μοναδικό κτίριο της Πλατείας Συντάγματος, το «Εστιατόριο Ελλάς» πρώην ξενοδοχείο «ΜΥΚΗΝΑΙ», η οικία Άρμανσπεργκ στην αρχή της οδού Πλαπούτα, καθώς και τα άλλα κτίρια της πόλης, αλλά και ο μεγαλοπρεπής ναός του Αγίου Ιωάννη στο Άργος.

Είναι αξιοσημείωτο ότι δίπλα ακριβώς στο λαμπρότερο ενετικό κτίριο, κόσμημα (ornamentum) της Πλατείας Συντάγματος, την Αποθήκη του Στόλου του 1713, οι Οθωμανοί έκτισαν αρκετά χρόνια αργότερα ένα Τζαμί με μεντρεσέ ανάλογου μεγέθους με το ενετικό κτίριο.

Το Τζαμί – «Βουλευτικό» προφανώς κατασκευάστηκε υπερυψωμένο λόγω της φυσικής διαμόρφωσης του εδάφους, αλλά και του πρωτοφανούς σε μέγεθος ενετικού κτιρίου. Το ενιαίο μουσουλμανικό τέμενος καταλαμβάνει μεγάλη έκταση μεταξύ των παράλληλων οδών Σταϊκοπούλου και Κων/λεως, καθώς και την ενδιάμεση οδό Καποδιστρίου, την οποία διέκοψε βάναυσα, έναν από τους παλαιότερους δρόμους του Ναυπλίου, που συνεχίζεται δυτικότερα με την οδό Σπετσών σε όλο το μήκος της πόλης.

Το Μεγάλο Τζαμί – «Βουλευτικό» και ο Μεντρεσές επισκευάστηκαν στα 1825 από τον Κερκυραίο συνταγματάρχη – μηχανικό Θ. Βαλλιάνο και μετατράπηκε σε Βουλή των Ελλήνων [8]. Στη συνέχεια επισκευάστηκε το 1826 ο τρούλος, όταν χτυπήθηκε από οβίδα κατά τη διάρκεια του εμφυλίου μεταξύ των φρουράρχων του Παλαμηδίου και της Ακροναυπλίας, Γρίβα και Φωτομάρα. Στις αρχές του 20ου αιώνα κατέρρευσε από σεισμό το προστώο του κτιρίου, του οποίου σώζονται τμήματα των κιόνων και τα κιονόκρανα στην αυλή του.

Στη μεγαλόπρεπη αίθουσα γίνονταν οι δεξιώσεις και χοροί της εποχής της Αντιβασιλείας του Όθωνα καθώς και σημαντικές εκδηλώσεις της πόλης. Ο μεντρεσές, γνωστός ως φυλακές Λεονάρδου, και το ισόγειο του Βουλευτικού χρησιμοποιήθηκαν ως χώρος φυλακών υποδίκων το 19° έως τις τρεις πρώτες δεκαετίας του 20ού αιώνα. Εδώ φυλακίστηκε και ο πορθητής του Ναυπλίου Στάϊκος Σταϊκόπουλος. Στις φυλακές αυτές πρέπει να αναφέρεται ένα δημοτικό τραγούδι που το τραγουδάνε ακόμα σε παραδοσιακά γλέντια οι κάτοικοι της Αργολίδας:

Στ’ Ανάπλι στο Βουλευτικό

Μαρία – Μαριγώ τι γύρευες εδώ;

ήρθα να δω τ’ αδέλφια μου

τ’ αδέλφια τα δικά μου

τα φύλλα της καρδιάς μου.

Τ’ αδέλφια σου τα σκότωσαν

στ’ Ανάπλι όξω στην Πρόνοια

που στήσαν τα κανόνια

στ’ Ανάπλι όξω στην Άρεια

με τ’ άλλα παλλικάρια.

Κι η Μαριγώ σαν τ’ άκουσε

το μοιρολόι άρχισε

 

Το «Βουλευτικό» από το 1915 έως το 1932 λειτούργησε ως αρχαιολογικό μουσείο και στη συνέχεια ως ωδείο. Πρόσφατα, 1994-1998, ανακαινίστηκε και αποτελεί πνευματικό κέντρο του Δήμου Ναυπλίου, μια λειτουργική χρήση αντάξια της ιστορίας του και της πολιτιστικής παράδοσης της πόλης του Ναυπλίου.

 

Στη μνήμη του Τάκη Μαύρου

Χρήστος Ι. Πιτερός

αρχαιολόγος της Δ’ ΕΠΚΑ

 

Υποσημειώσεις


[1] Β. Μαυροειδή, «Φυλακές Λεονάρδου». Μελέτη, αποτύπωση, αποκατάσταση, επανάχρηση και αρχιτεκτονική φωτισμού. Διπλωματική Εργασία, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Αθήνα 2006.

[2] Κ. Σπηλιωτάκη, «Τα εν Ναυπλίω κτήρια του Βουλευτικού και του Εκτελεστικού (1824 – 1826)», Δελτίο Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τ.20, Αθήνα 1973, 54-69. Χ. Δημακοπούλου, «Θεόδωρος Βαλλιάνος, Αγωνιστής και Αρχιτέκτων», Επετηρίς Ιδρύματος Νεοελληνικών Σπουδών τ.2ος Αθήνα 1981-1982, 110-122.

[3] Μ. Λαμπρυνίδου, «Η Ναυπλία», Γ’ έκδοση, Ναύπλιο, 1975, 191.

[4] Μ. Λαμπρυνίδου ο.π. 190 Λ. Ρος. Αναμνήσεις και ανακοινώσεις από την Ελλάδα (1832-1833), Αθήνα 1976, 69. Χ. Πιτερός, Ναύπλιο, Αρχαιολογικό Δελτίο 54 (1999) Β1 χρονικά, 148.

[5] Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιο, Αθήνα 1979, 58, φωτ. 69, 86, 87.

[6] Χρ. I. Κωνσταντινόπουλου, Οι παραδοσιακοί κτίστες της Πελοποννήσου, Αθήνα 1983, σελ. 18, 24.

[7] Σ. Σπέντζας «φορολογικές και οικονομικές πληροφορίες από το Αρχείο Περρούκα», Συνέδριο Αργειακών Σπουδών «Το Άργος κατά τον 19° αιώνα» Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004 (Σύλλογος Αργείων ο Δαναός) υπό έκδοση. Πρέπει να επισημάνουμε ότι στο Ναύπλιο την περίοδο της Τουρκοκρατίας υπήρχαν περισσότερα τζαμιά.

[8] Δ. Βαρδουνιώτη, Το Βουλευτικόν, τοπική εφημερίδα ΑΡΓΟΛΙΣ έτος Η’ αρ. φύλλου 168, 1-1 1-1872, του ιδίου «Αι φυλακαί του Ναυπλίου», Εφημερίς ΑΡΓΟΛΙΣ 1 877. Ανδρ. Καρκαβίτσα, «Το Βουλευτικό», «Ταξιδιωτικά», Ναύπλιο 1892.

Read Full Post »

Η παράδοση για τα σκαλιά του Παλαμηδίου


 

 

Εισαγωγικά

Το Παλαμήδι, το θρυλικό βενετσιάνικο [i] κάστρο τ’ Αναπλιού, είναι αναμφισβήτητα το πιο γνωστό από τα κάστρα μας. Χίλιους να ρωτήσομε για το πρώτο κάστρο που τους έρχεται στο νου, οι 999 θ’ απαντήσουν: – Το Παλαμήδι…! Αν συνεχίσομε και ζητήσομε να μας πουν πόσα σκαλιά έχει η περίφημη, σχήματος διαδοχικών ζήτα, σκάλα του, οι απαντήσεις εδώ θα ‘ναι, στους 999 από τους χίλιους: – 999 σκαλιά…! Επίδραση της παράδοσης, που θέλει τα σκαλιά του Παλαμηδιού 999 και που αποτελεί μια πρόσθετη απόδειξη της διάδοσής της, βρίσκομε σ’ ένα σύγχρονο έντεχνο ερωτικό τραγούδι. Μερικοί στίχοι του τραγουδιού [ii], που στιχουργός του είναι ο Θοδωρής Γκόνης:

Εννιακόσια ενενήντα εννέα σκαλιά

με φέρανε κοντά σου,

κάθε σκαλί κι ένα φιλί.

Εννιακόσια ενενήντα εννέα φιλιά

στα χείλη τα δικά σου,

κάθε σκαλί κι άλλο φιλί.

……………………………………………..

Εννιακόσια ενενήντα εννέα σκαλιά,

κάποτε ήταν χίλια

κάθε σκαλί κι ένα φιλί.

Εννιακόσια ενενήντα εννέα φιλιά,

πότε θα γίνουν χίλια,

κάθε σκαλί κι άλλο φιλί.

………………………………………………

Με την παράδοση αυτή, που τόσο διαδεδομένη είναι, θ’ ασχοληθούμε παρα­κάτω. Πρώτα θα δούμε τους διάφορους, πλην του αριθμού 999, αριθμούς των σκαλιών, που μας παραδίδονται από γραπτές πηγές. Στη συνέχεια, από γρα­πτές πηγές πάλι, θα προσκομίσομε μαρτυρίες του αριθμού 999 των σκαλιών, όσες μπορέσαμε να συγκεντρώσομε, χωρίς να έχομε ερευνήσει σ’ όλη την έκτασή της τη Ναυπλιακή Βιβλιογραφία [iii], που πραγματικά είναι απέραντη. Ύστερα ακολουθούν μαρτυρίες του αριθμού 999 σ’ άλλες παραδόσεις, που θα τις χρειαστούμε, μαζί με πρόσθετα άλλα στοιχεία, για το σχολιασμό μας στο τέλος.

 

Παλαμήδι

 

Μαρτυρίες του αριθμού των σκαλιών


 

 

Αριθμοί σκαλιών = 999

Στις πηγές που ανατρέξαμε συναντήσαμε τους παρακάτω (πλην του 999) αριθμούς για τα σκαλιά (σε παρένθεση ο αριθμός των μαρτυριών): 800 (1), 850 (1), 857 (3), 860 (1), 880 (3), 890 (5), 900 (5), 913 (1), 960 (3) και 1000 (7).

Από τις παραπάνω μαρτυρίες θα δώσομε μόνο δύο, τις παλιότερες που συναντήσαμε:

(α) Μιχ. Σ. Γρηγορόπουλος, Περιηγήσεις εν Ελλάδι…, Αθήνησιν 1882, σελ. 56: «…κλίμαξ εξ 900 περίπου βαθμίδων».

(β) Σπυρ. Κ. Προφαντόπουλος, Αρχαία Μνημεία Ναυπλίας και Άργους ήτοι Οδηγός, Εν Αθήναις 1895, σελ. 10: «… δια της ζητοειδούς λιθίνης κλίμακος, ήτις αποτελείται εξ 890 βαθμίδων…».

 

Αριθμός σκαλιών 999

 

Το πλήθος των μαρτυριών που συγκεντρώσαμε είναι 41. Θα πρέπει να σημειώσομε ότι δεν είναι όλες ανεξάρτητες αλλήλων (δηλ. πρωτογενείς). Μερικές – κυρίως των οδηγών – έχουν παραληφθεί από προγενέστερες γραπτές πηγές. Η παράθεσή τους γίνεται κατά χρονολογική σειρά.

(α) Εντυπώσεις Νεοσύλλεκτου. Το Παλαμήδι, «Η Κυθηραϊκή» (Αθη­νών), περ. Β’, έτος Β’, 19/6-1-1927, σελ. 4: «Όταν εφέτος ανέβηκα τα 999 σκαλοπάτια του εστοχάστηκα πολλά πράγματα».

(β) Λ.θ.Α., Απ’ όσα χάνονται… Το Παλαμήδι, «Εκδρομικά», τ. Ε’, τεύχ. 48, Μάιος 1933, σελ. 131: «… η παράδοση θέλει 999…».

(γ) Άγγελος Τερζάκης, Το Παλαμήδι [iv]. [Εις:] Απρίλης. Το βιβλίο του γιου μου, Αθήναι 1946, σελ. 33: «Τα σκαλιά που φέρνουνε στην κορφή έχουν αριθμό καβαλιστικό: 999».

(δ) Γιάννης Κατράλης – Παν. Μαστοράκος, Ταξίδια στο Μοριά…, Αθή­ναι 1952, σελ. 58: «… αποτελείται από 499 (διάβαζε 999) πέτρινα σκαλοπά­τια…».

(ε) Προοδ. Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιον: Ιστορία – Μνημεία – Τίρυνς – Επίδαυρος, Ναύπλιον 1953, σελ. 6: «… με τα 999 σκαλοπά­τια του…».

(στ) Γεώργιος Ν. Αλμυρούζης, Γαλάζιοι Αντίλαλοι, Χίος 1953, σελ. 57. «Η άνοδος στο Παλαμήδι δεν είναι από τις εύκολες δουλειές. Πρέπει να διασκελίσει κανείς 999 σκαλοπάτια, όπως λέγουν, διότι το χιλιοστό σκαλο­πάτι, σύμφωνα με την στοματική παράδοση, το έσπασε το άλογο του Κολο­κοτρώνη. Φυσικά μόνο με την φαντασία τους μπορούσαν να ανεβάσουν το άλογο του Κολοκοτρώνη εκεί πάνω. Στην πραγματικότητα τα σκαλοπάτια είναι 890».

(ζ) Άγγ. Αθ. Κλεισιούνης, Το Ναύπλιον…, «Πελοποννησιακόν Ημερολόγιον» Διον. I. Βογοπούλου 1 (1954) σελ. 10 = «Αστυνομικά Χρονικά» 2 (1954) σελ. 1005: «… 999 σκαλοπάτια, κατά τις λαϊκές παραδόσεις».

(η) Φοίβος Δέλφης, Διήμερη εκδρομή στο Μωριά…, «Ο Αττικός», τεύχ. 69-70, Σεπ/ριος-Οκτ/ριος 1954, σελ. 11: «Έχει 999 σκαλιά».

(θ) Λούλα Μαυρουλίδου, Ταξίδια. Α’ Λυρικό Προσκύνημα στους τό­πους της αιώνιας Ελλάδας, Αθήνα 1954, σελ. 26: «Εννιακόσια ενενήντα εν­νιά σκαλοπάτια…».

(ι) Mímica Cranaki, Gréce, Paris, Ed. du Seuil 1955, σελ. 156 (και Paris 1971, σελ. 154): «… Palamidi; un escalier de 999 marches…».

(ια) Αργολίς: Μυκήναι – Τίρυνς – Ναύπλιον – Επίδαυρος. Προοίμια: I. Παπαδημητρίου. Κείμενα: Γ. Ταρσούλη, Αθήνα, Εκδόσεις Μ. Πεχλιβανίδη & Σίας, χωρίς χρονολογία (= 1958;), σελ. 14: «… πρέπει, λέει, ν’ ανεβείς 999 σκαλιά. Πραγματικά τα σκαλιά είναι 860…».

(ιβ) Eust. Theodoropoulos, This is Greece, Athens 1959, σελ. 111: «Palamide is a picturesque castle located on a rock with a stair-way consisting of 999 steps».

(ιγ) Gordon Cooper, A Fortnight in Greece, London, Percival Marshall 1960, σελ. 57: «… reached by climbing exactly 999 steps».

(ιδ) Πέτρος Χάρης, Φθινόπωρο στ’ Ανάπλι… «Πελοποννησιακή Πρω­τοχρονιά» 6 (1962), σελ. 51: «… ανεβήκαμε τα 999 σκαλιά του…».

(ιε) Εγκυκλ. Πάπυρος – Λαρούς, τ. 10, Αθήναι 1964, σελ. 961, λ. Παλαμή­δι: «… δι’ ελικοειδούς κλίμακος εχούσης 999 βαθμίδας…».

(ιστ) Κ. Ντελόπουλος, Ναύπλιο, «Ηώς», περ. Τρίτη, 7 (1964), αριθ. 73-75, σελ. 71: «… 999 τα θέλει ο θρύλος…».

(ιζ) Γιάννης Πανίτσας, Ταξιδεύοντας. Μοριάς, Πάτραι 1965, σελ. 83: «Είναι 999, όπως λένε, αλλά έχασα το μέτρημα…».

(ιη) Κ. Παλαιολόγου – Βρετού, Το λίκνο της Νέας Ελλάδας. Ναύπλιο, «Περιηγητική», τεύχ. 85, Ιανουάριος 1966, σελ. 29: «… τα 999 σκαλιά, καθώς τα θέλει ο μύθος (857 είναι στην πραγματικότητα)».

(ιθ) Zina Joannides, Greece four-day classical tour, Athens, χωρίς χρο­νολογία (και: Β’ έκδ. 1969), σελ. 57: «… to climb 999 steps…».

 

Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι, J.J. Wolfensberger, 1844.

 

(κ) Ντιάνα Αντωνακάτου, Ναύπλιον, Αθήνα 1970, χωρίς σελιδαρίθμηση: «… στη θρυλική των 999 βαθμίδων».

(κα) Νικ. Κολοκούρης, Ναύπλιον: Η πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος και τα κάστρα της, «Ματιές στις Φωτιές», τεύχ. 8, Ιούλιος 1971, σελ. 23: «… κλίμαξ με 999 σκαλοπάτια…».

(κβ) Νικ. Κολοκούρης, Το Παλαμήδι: Κάστρον ιστορικόν, «Ματιές στις Φωτιές», τεύχ. 9, Αύγουστος 1971, σελ. 24: «… πετρίνη κλίμαξ εξ 999 βαθμίδων (σκαλοπατιών), ήσαν δε τα σκαλοπάτια (1000) χίλια, αλλά, κατά την παράδοσιν, το ένα το έσπασεν ο Κολοκοτρώνης με το άλογό του, όταν ανήρχετο δια πρώτην φοράν επί του Παλαμηδίου μετά την απελευθέρωσιν της πόλεως του Ναυπλίου».

(κγ) Αθηνά Ταρσούλη, Κάστρα και Πολιτείες του Μοριά, Αθήνα 1971, σελ. 66: «… από μια ατέλειωτη σκάλα, με παρά ένα χίλια σκαλοπάτια…».

(κδ) Πάνος Λιαλιάτσης, Ναύπλιον. Τουριστικός Οδηγός, Αθήναι 1972, σελ. 23: «… τα 999 σκαλιά, που ανακαινίσθηκαν την εποχή του Όθωνος».

(κε) Leónidas Β. Lellos, Greece: History – Museums – Monuments, Athens 1972, σελ. 59: «… a climb of 999 steps».

(κστ) Ελλάς. E’ Πελοπόννησος, «Ελλάς του Νότου» (Λεμεσού), τεύχ. Κ’ – ΚΑ’, Νοέμ. – Δεκέμ. 1972, σελ. 1299: «Έχει 999 σκαλοπάτια».

(κζ) Ντιάνα Αντωνακάτου, Αργολίδος Περιήγησις, Έκδοσις Νομαρ­χίας Αργολίδος 1973, σελ. 104: «… τα 999 – ως θέλει η παράδοση – σκαλοπά­τια…».

(κη) Αθηνά Ταρσούλη, Στην παλιά πρωτεύουσα το Ανάπλι. Η πρώτη Βουλή των Ελλήνων, «Εργατική Επιθεώρησις», τεύχ. 65, Μάιος 1973, σελ. 23: «… τα 999 σκαλοπάτια του φοβερού Παλαμηδίου».

(κθ) Κώστας Ρωμαίος, Οι αινιγματικοί «αργυράσπιδες» του Μεγάλου Αλεξάνδρου, «Λαβύρινθος» 1 (1973-4), σελ. 226: «… για πολλά κάστρα ο λαϊκός θρύλος επιμένει να υποστηρίζει ότι τα σκαλοπάτια που οδηγούν εκεί ψηλά είναι ακριβώς 999. Πρόκειται για έναν αριθμό που είναι τουλάχιστο παράδοξος. Υπόκειται βέβαια η «προσεκτική σκοπιμότητα», να μη συμπλη­ρωθεί ο αριθμός χίλια με ένα ακόμη σκαλοπάτι. Αλλά, γιατί; Δεν έχω υπ’ όψη μου να έχει ασχοληθεί ποτέ κανείς άλλος με αυτό τον περίεργο αριθμό. Αλλά νομίζω τώρα, σε συσχετισμό με όσα πιστεύονται για τον αριθμό χίλια, ότι καταβάλλεται μια συστηματική φροντίδα, γιατί θα είναι το «μοιραίο σκαλοπάτι» της καταστροφής και του ολέθρου. Το κάστρο, που έχει χίλια σκαλοπάτια, προορίζεται να κυριευθεί εύκολα. Το κάστρο όμως με τα 999 σκαλοπάτια θα παραμένει ανηφορικό, δύσκολο, άπαρτο. Τέτοιο είναι το περήφανο Κάστρο του Παλαμηδίου στο Ανάπλι. Έχει 999 σκαλοπάτια, εί­ναι για τούτο ένα κάστρο δυνατό και άπαρτο».

(λ) Χάρη Πάτση, Άλφα – Ωμέγα Εγκυκλοπαίδεια, Αθήνα 1976, τ. 9, σελ. 155, λ. Παλαμήδι: «Ο ένας από αυτούς ήταν αρχικά θολωτός, αργότερα δε αντικαταστάθηκε με κλιμακωτή ανάβαση που είχε 999 σκαλοπάτια».

(λα) Ελένη Γ. Βαλαβάνη, Ταξίδι στ’ Ανάπλι. Χρονικό, Αθήνα, Δωδώνη 1977, σελ. 133: «… τα πέτρινά μου εννιακόσια ενενήντα εννέα σκαλοπάτια».

(λβ) Γεώργιος Καρπούζος, Τη νύχτα της 29ης προς 30ης Νοεμβρίου 1822 πήραμε το Παλαμήδι, «Η Γνώμη» (Πατρών), 6 (1977), 297/28-11-1977, σελ. 3α: «… από ζητοειδή λιθίνη κλίμακα 999 βαθμίδων».

(λγ) Πάνος Καρυκόπουλος, Ταξίδια στην Ελλάδα. Ναύπλιο: Η πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος, «Ο. Γ. Α.», τεύχ. 1, Ιανουάριος 1978, σελ. 27: «… με τα 999 σκαλοπάτια του».

(λδ) Εγκυκλ. Ηλίου, τ. 17, Αθήνα 1979, σελ. 473, λ. Παλαμήδιον: «… δια κλιμακωτής αναβάσεως από 999 βαθμίδας».

(λε) Κατερίνα Μαργέλη, Ταξίδι στη χώρα του Πέλοπα, Αθήνα, Σκαρα­βαίος 1979, σελ. 19: «Μα κυττάτε, πάνω στέκει το Παλαμήδι με τα 999 σκαλιά του».

(λστ) Peter Sheldon, The Péloponnèse: Four millenia of history [Εις:] Fodor’sGreece 1979,New York 1979, σελ. 213: «… 999 steps leading up from the town».

(λζ) Νέα Μεγάλη Ελλ. Εγκυκλ. Χάρη Πάτση, τ. 26, Αθήνα 1980, σελ. 98, λ. Παλαμήδιον: «… σκάλα που έχει 999 σκαλοπάτια».

(λη) Μεγάλη Εγκυκλ. Κόσμος, Θεσσαλονίκη, Θ. Γ. Κοντέος, 1980, τ. 21, σελ. 125, λ. Παλαμήδι: «… με 999 σκαλιά».

(λθ) Το Ναύπλιο: Μια πόλη για όλες τις εποχές, «Αστυνομική Επιθεώ­ρηση» 1 (1984), σελ. 157: «… με 857 σκαλοπάτια (999 για την παράδοση)…».

(μ) Εγκυκλ. νέα δομή, τ. 21, Αθήνα, χωρίς χρονολογία (1985;), σελ. 230, λ. Παλαμήδι: «… μιας ελικοειδούς σκάλας, που έχει 999 σκαλιά».

(μα) Ιω. Δ. Κανδήλης, Η Ελλάδα όπως την έζησα και τη γνώρισα (1920-1940), Αθήνα, Τάσος Πιτσιλάς 1990, σελ. 73: «Σ’ αυτό ανεβήκαμε από τη σκάλα των 999 τεράστιων κατά το ύψος σκαλοπατιών του».

 

Μαρτυρίες του 999 σ’ άλλες παραδόσεις


 

 

Εκκλησίες Θεοδώρας

Λ. Γ. Παπακωνσταντίνου, Απ’ τη Μέση του Γριπονησιού…, Αθήνα 1978, σελ. 65: «Αργότερα η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, είπε ο παππούς, στη θέση του ειδωλολατρικού ναού [στα Έρια Ευβοίας] έκτισε ένα μοναστήρι, το 999 λένε, και το 1000, γιατί έχτισε 1000, σ’ όλη την αυτοκρατορία, στη Χιλιαδού στους Στρόπωνες…». Και στη σελ. 66: «Είναι η εικόνα και η εκκλησία θαυματουργική, βλέ­πεις ο αριθμός 999 είναι λένε ιερός».

 

Εκκλησίες Σαμοθράκης

 

(α) Αλίκη Νικολαΐδου, Σαμοθράκη: ένα πολύπαθο ακριτικό νησί, «Επι­θεώρηση Χωροφυλακής» 11 (1980), σελ. 627: «Αυτό το σμαραγδένιο και πάντα δροσερό νησί [η Σαμοθράκη]… με τις 999 εκκλησούλες του…».

(β) Πάνος Γ. Καρυκόπουλος, Ταξίδια στην Ελλάδα. Σαμοθράκη, «Ο.Γ.Α.», τεύχ. 38, Φεβρουάριος 1981, σελ. 11: «… αποκαλύπτεις… τις 999 εκκλησούλες της…».

(γ) Νίνα Κοκκαλίδου – Ναχμία, Η Σαμοθράκη του χθες και του σήμερα, «Επιλογές του μήνα», Χρόνος 8, τεύχ. 97, Σεπτ/ριος 1990, σ. 162 (Ένθετο εφημ. «Μακεδονία» Θεσ/νίκης, 23426 / 7-10-1990): «Τ’ αφιερώματα στα δύ­σβατα και βατά μέρη του νησιού, σημάδια πέτρινα, εκκλησάκια, εκκλησίες, είναι 999, όσα τα παράθυρα της Αγίας Σοφίας, λένε. Σήμερα προστέθηκε και ο Άγιος Νεκτάριος και έγιναν 1000».

 

Κάμαρες παλατιού στην Κρήτη

 

Επαμ. Σταματιάδης, Ικαριακά, Σάμος 1893, σελ. 15: «Τον παλαιόν καιρό ήταν στην Κρήτη ένας βασιλιάς, που είχε ένα πολύ μεγάλο παλάτι μ’ εννια­κόσιες ενενήντα εννιά κάμερες»[v].

 

Παράθυρα τον τζαμιού της Αδριανούπολης

 

(α) Δ. Χόνδρος, Το τζαμί της Ανδριανουπόλεως…, «Λαογραφία» 5 (1915-6), σελ. 636: «Όταν εκτίσθη το τζαμί της Αδριανουπόλεως με τα 999 παράθυρα…»

(β) Νατάλης Εμμ. Πετρόβιτς, Αναμνήσεις. Σερραίων ομηρεία…, «Σερραϊκά Χρονικά», 6 (1973), σελ. 51, σημ. 1: «Το τζαμί του Σουλτάν Σελήμ έχει κι αυτό την ιστορία του. Όταν το χάρηκε καινούργιο και τελειωμένο, ο σουλτάνος ρώτησε πόσα παραθύρια έχει και ο αρχιτέκτων Σινάν Σινάνογλου (ελληνικής καταγωγής) με περηφάνια του λέγει: – Χίλια (τουρκικά «μπιν»). Θυμωμένος ο σουλτάνος από την πτωχή μονοσύλλαβο απάντηση διέταξε να φράξουν το ένα. – Και τώρα, ξαναρωτά, πόσα παράθυρα έχει; – Εννιακό­σια ενενήντα εννιά, ήταν η απάντηση που έλαβε. – Τόσα να μείνουν, λέγει ο σουλτάνος. Σήμερα στους περιηγητάς δείχνουν το χτισμένο παράθυρο».

 

Παράθυρα Αγίας Σοφίας

Νίνα Κοκκαλίδου – Ναχμία, Η Σαμοθράκη του χθες και του σήμερα, «Επιλογές του μήνα», Χρόνος 8, τεύχ. 97, Σεπτ/ριος 1990, σ. 162 (Ένθετο εφημ. «Μακεδονία» Θεσ/νίκης, 23426 / 7-10-1990): «Τ’ αφιερώματα στα δύ­σβατα και βατά μέρη του νησιού, σημάδια πέτρινα, εκκλησάκια, εκκλησίες, είναι 999, όσα τα παράθυρα της Αγίας Σοφίας, λένε.

 

Σχόλια


  

Ο Ναυπλιώτης συγγραφέας Άγγ. Τερζάκης αποδίδει στον αριθμό 999 των σκαλιών το χαρακτηρισμό «καβαλιστικός», δηλ. ότι κρύβει κάποια μαγική, μυστικιστική ιδιότητα. Χρήση του αριθμού στη μαγεία (σ’ επωδές κλπ.) δεν γνωρίζω. Βρίσκομε πάντως τους αριθμούς 99 και 9.999: τον πρώτο σε κυπριακό κατάδεσμο [vi] και κρητικές επωδές [vii] και τον δεύτερο σε βυζαντινό εξορκισμό [viii]. Όμως η χρήση τους, όπως θα δούμε παρακάτω και για τις άλλες περιπτώσεις, σχετίζεται με τις αντίστοιχες δυνάμεις του αριθμού 10 (δηλ. 102= 100 και 104 = 10.000).

 

karl krazeisen - Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Ο Λ. Γ. Παπακωνσταντίνου μιλεί για ιερότητα του αριθμού 999, τον οποίο συνδέει με την πυθαγόρεια διδασκαλία, λέγοντας ότι το «3 φορές 9» συμβολίζει «την πλήρη δικαιοσύνη που απονέμει το θείον» (σελ. 66, σημ. 1). Είναι μια ερμηνεία αβάσιμη και αστήρικτη [ix]. Η ψηφιακή δομή του αριθμού (τρία εννιάρια) δεν έχει καμιά σχέση με τη χρήση του στις προηγούμενες παραδόσεις. Αριθμούς μ’ όμοια ψηφία βρίσκομε, βέβαια, να χρησιμοποιού­νται για διάφορους λόγους (π.χ. ο αριθμός 666 της «Αποκαλύψεως» 13,18 ή ο αριθμός των 33.333 στίχων της καζαντζακικής «Οδύσσειας»). Δεν θα εξετάσομε εδώ όλες τις χρήσεις τους, θα πούμε μόνο πως ορισμένες φορές χρησι­μοποιούνται, λόγω της εύκολης απομνημόνευσής τους, σε τίτλους βιβλίων [x]κλπ., όχι όμως και στις παραδόσεις που είδαμε.

Σ’ αυτές ο αριθμός χρησιμοποιείται λόγω ενός χαρακτηριστικού της αριθμητικής φύσης του: να υπολείπεται του χίλια κατά μία μονάδα. Ο αριθ­μός χίλια, βέβαια, όπως και οι άλλες δυνάμεις της βάσης του αριθμητικού μας συστήματος, δηλ. του δέκα, έχουν ευρεία χρήση ως αριθμοί «στρογγυ­λοί». Παρατηρείται τώρα το εξής: Σε πολλές παραδόσεις (κι όχι μόνο) εμφανίζονται διάφορα σύνολα των οποίων ο πληθικός αριθμών των στοιχείων τους είναι ένας «στρογγυλός» αριθμός – δύναμη του δέκα (100, 1000 κλπ.) συν ή πλην μία μονάδα (δηλ. 99 ή 101, 999 ή 1001 κλπ.). Και στις δύο περιπτώ­σεις το στοιχείο που υπολείπεται ή περισσεύει έχει μιαν ιδιότητα που το κάνει να ξεχωρίζει από τα κοινά. Τόσο με τους αριθμούς 101 και 1001, όσο και με τους αριθμούς 99 και 999 (αυτά τα είδαμε) υπάρχουν πολλά παραδείγματα [xi]. Θ’ αναφέρομε δύο με τον αριθμό 101:

(α) «Τα Σφακιά (εννοείται η Χώρα Σφακίων) είχανε εκατομιά εκκλησίες κι οι εκατό είναι βρομένες κι η μιά δεν ευρέθηκε…»[xii].

(β) «Κολαΐνα = χρυσούν περιδέραιον γυναικείον, συγκείμενον εκ χρυ­σής αλύσεως πλήρους φλωρίων 101… εν μέσω δε σταυρός ή Αγιοκωνσταντινάτον ή μέγα ενετικόν φλωρίον…»[xiii].

Μπαίνει τώρα ένα πρόβλημα: πώς θ’ ανιχνεύσομε την ιδιότητα του ξε­χωριστού στοιχείου, όταν γι’ αυτό δεν μας μιλεί ρητά μια παράδοση που έχομε μπροστά μας; Βέβαια, όσον αφορά το Παλαμήδι, έχομε την εκδοχή του χιλιοστού σκαλιού, που το έσπασε, λέει, τ’ άλογο του Κολοκοτρώνη. Έχω τη γνώμη, όμως, ότι αυτή η ερμηνεία είναι επιγενής, δηλ. δόθηκε εκ των υστέρων, για να δικαιολογηθεί ο αριθμός 999. Μια πρώιμη μαρτυρία της, που θα την έκανε ισχυρή, μας λείπει για την ώρα. Δεν αρκεί, νομίζω, η ύπαρξη και μόνο του κοινού πληθικού αριθμού σε δυο παραδόσεις, για να αποτελέσει το λόγο συσχέτισης των στοιχείων (αντικειμένων) τους. Γιατί, η ένα προς ένα «απεικόνιση» (σύμφωνα με τη μαθηματική έννοια του όρου) πρέπει να αφορά εν προκειμένω σε όμοια ή συγγενικά στοιχεία, π.χ. σε κτίσματα, όπως γίνεται στην περίπτωση της παράδοσης της Σαμοθράκης, όπου «απεικονίζονται» οι εκκλησίες της στα ισάριθμα παράθυρα της Αγίας Σοφίας.

Έτσι η ερμηνεία του Κ. Ρωμαίου (κθ), σύμφωνα με την οποία τα σκαλιά του Παλαμηδιού αντιστοιχούν προς τα 999 χρόνια μιας χιλιετίας και το ένα προς το χιλιοστό έτος, που θεωρείται καταστροφικό [xiv], είναι, νομίζω, ατυχής. Με την ίδια λογική θα μπορούσαμε να εξηγήσομε την παρουσία του αριθμού 999 και στις άλλες παραδόσεις. Όμως, είδαμε πόσο αναπάντεχη είναι η εξήγηση για τα 999 παράθυρα του τζαμιού της Αδριανούπολης.

(Σημειώνομε ακόμα, χωρίς αυτό να έχει ιδιαίτερη σημασία, πως δεν γνωρίζομε άλλη σκάλα κάστρου με 999 σκαλιά [xv] και ο Κ. Ρωμαίος, που λέει ότι: «… για πολλά… τα σκαλοπάτια… είναι ακριβώς 999» (κθ) δεν προ­σκομίζει παράδειγμα άλλο εκτός του Παλαμηδιού. Τότε τι συμβαίνει με το χιλιοστό «νοητό» σκαλί του Παλαμηδιού; Στον βαθμό, όπως πιστεύω, που δεν έχουμε πειστική μαρτυρία για τη φύση του, το ζήτημα παραμένει ανοιχτό.

 

Αντρέας Π. Χατζηπολάκης

 

Υποσημειώσεις


[i] Ιστορικά και αρχιτεκτονικά στοιχεία του ναυπλιακού μνημείου βλέπει στις παρακάτω τεκμηριωμένες εργασίες: (α) Κ. Andrews, Castles of the Morea, New Jersey 1953. (β) Σ. Καρούζου, To Ναύπλιο, Αθήνα, Εμπορική Τράπεζα, 1979. (γ) Τ. Μαύρος, Το Παλαμήδι. Ιστορική αναδρομή, Αθήνα 1988.

[ii] Ο τίτλος του είναι: «999 σκαλιά» και περιέχεται στο δίσκο μακράς διαρκείας: «Κορίτσι και Γυναίκα» (μουσική: Γιώργος Ανδρέου, τραγούδι: Ελένη Τσαλιγκοπούλου, έκδοση: LYRA 4525, Αθήνα 1989).

[iii] Για την έρευνά μας χρήσιμη θα ήταν η εργασία του Άγγ. Κλ(εισιούνη), Ναυ­πλιακή Βιβλιογραφία. Πρώτη Σειρά, «Χρονικά του Μοριά» 1 ( 1952), 77-82. Όμως στην Εθνική Βιβλιοθήκη Ελλάδος, που αναζητήσαμε το περιοδικό, δεν βρέθηκε στη θέση του. Στη Βιβλιοθή­κη της Βουλής, που απευθυνθήκαμε στη συνέχεια, δεν το είχαν. Τα σχόλια, για την κατάσταση των υποτιθέμενων κιβωτών της εθνικής πνευματικής κληρονομιάς μας, περιττεύουν…

[iv] Αναδημοσιεύσεις του διηγήματος (της περικοπής): (α) «Πελοποννησιακή Πρωτοχρο­νιά» 9 (1965), σελ. 14. (β) Π. Β. Λιαλιάτσης, Ναυπλιακή Ανθολογία 1540-1968, Ναύπλιον 1969, σελ. 77 (όπου, αντί «φέρνουνε» γράφεται «πάνε»).

[v] Το κείμενο από τη συλλογή του Ν . Γ. Πολίτη, Παραδόσεις, τ. Α’, Εν Αθήναις 1904, σελ. 29, αριθ. 45. Αναδημοσιεύσεις: (α) Β. Ψ ι λ ά κ η ς. Ιστορία της Κρήτης…, τ. Α’, Εν Χανίοις 1909, σελ. 206. (β) Μ. Γιαλουράκης, Κρήτη, Αθήνα I960, σελ. 51 (χωρίς μνεία πηγής).

[vi] Βλέπε Στίλπων Π. Κυριακίδης, Κυπριακοί Επωδαί, «Λαογραφία» 6 (1917-8), σελ. 610.

[vii] Βλέπε Ευαγγ. Κ. Φ ραγκ ά κ ι. Συμβολή στα λαογραφικά της Κρήτης, Αθήνα 1949, σελ. 48.

[viii] Βλέπε Fritz Pradel, Griechische und Süditalienische Gebete, Beschwörungen und Rezepte des Mittelalters, Giessen, A. Töpelmann 1907, σελ. 21.

[ix] Στην περίπτωση της ευβοϊκής παράδοσης, για τα χίλια μοναστήρια, νομίζω ότι απλώς αιτιολογείται η ονομασία «Χιλιαδού» του χωριού, με το χιλιοστό μοναστήρι, που υποτίθεται ότι έκτισε εκεί η Θεοδώρα.

[x] Υπάρχουν πολλά παραδείγματα. Θ’ αρκεστούμε μόνο σε δύο (ένα ελληνικό και ένα ξένο), στα οποία χρησιμοποιείται ο τετραψήφιος 2222: (α) Κ . Γ ε ω ρ γ ί ζ α ς, 2222 Ερωτήσεις και Απαντήσεις Χημείας, Αθήνα 1972. (β) S.E.M. Camille Gorgé, Voyage de 2222 kilomètres en Anatolie, Ankara 1951.

[xi] Πολυάριθμα, που έχουμε συγκεντρώσει, θ’ αποτελέσουν αντικείμενο παρόμοιας μ’ αυ­τήν εργασίας μας.

[xii] Από τη συλλογή των δημοτικών παραδόσεων του χωριού μου Ανώπολη Σφακίων Κρή­της (ανέκδοτη).

[xiii] Βλέπε Π. Γ. Βλαστός, Ο Γάμος εν Κρήτη…, Εν Αθήναις 1893, σελ. 158, λ. κολαΐνα = ——, Νέαι ανακαλύψεις λειψάνων Κρητικού Θεάτρου. Απολλώνιος και Αρχιστράτη, «Κρητικός Λαός» I (1909), σελ. 39, σημ. 12.

[xiv] Παράβαλε: «Προς τα τέλη της πρώτης μεταχριστιανικής χιλιετηρίδας, το Δεκέμβριο του έτους 999 μ.Χ., πολλοί άνθρωποι απ’ τις χριστιανικές χώρες πίστεψαν ότι επίκειται το τέλος του κόσμου και προετοιμάστηκαν να το υποδεχτούν με ασυνήθιστο τρόπο…» (C. Berlitz, 1999: Η συντέλεια, Αθήνα, Ωρόρα 1981, σελ. 19).

[xv] Μόνο για την αρχαία «Κακιά Σκάλα» των Δελφών συνάντησα να λέγεται πως είναι «με χίλια κι ακόμα σκαλοπάτια» (πάντως όχι 999). Βλέπε: Γεώργιος Ε. Καψάλης, Στη Φωκίδα του 1851…, Αθήνα 1974, σελ. 31.

 

Πηγή


 

  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα Ι (1992), έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.

 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »