Archive for the ‘Ναύπλιο – Ιστορικά’ Category
Πρoστατευμένο: Η κατάσταση στο Ναύπλιο στις αρχές του 1833. Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙV (2000).
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ναύπλιο - Ιστορικά, Ψηφιακές Συλλογές, tagged 1821, 1833, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άρθρα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Η κατάσταση στο Ναύπλιο στις αρχές του 1833, Ιστορία, Καποδίστριας, Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Μελέτες, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, Ναύπλιο, Πελοπόννησος on 3 Ιουλίου, 2010|
Μοσχονησιώτης Δημήτριος – Ο πρωταγωνιστής της άλωσης του Παλαμηδιού
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ναύπλιο - Ιστορικά, Πρόσωπα & γεγονότα του΄21, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άλωση του Παλαμηδίου, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αιβαλί, Βιογραφίες, Επανάσταση, Επανάσταση 21, Ιστορία, Κυδωνίες, Μοσχονησιώτης Δημήτριος, Μοσχονησιώτης Δημήτριος - Ο πρωταγωνιστής της άλωσης του Παλαμηδιού, Ναύπλιο, Πρόσωπα, Παλαμήδι, Πελοπόννησος, Στρατιωτικοί, Σταϊκόπουλος on 11 Ιουνίου, 2010| Leave a Comment »
Μοσχονησιώτης Δημήτριος – Ο πρωταγωνιστής της άλωσης του Παλαμηδιού
[ Ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης γεννήθηκε στις Κυδωνίες ( Αϊβαλί) της Μικράς Ασίας. Στις 2 Ιουνίου 1821, οι Τούρκοι καταστρέψανε την πόλη για να εκδικηθούν τους Έλληνες που είχαν πυρπολήσει ένα πλοίο τους ( δίκροτο) στην Ερεσό, στις 27 Μαΐου 1821. Μεταξύ αυτών που σώθηκαν από την σφαγή, ήταν και ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης καθώς και ο πατέρας του Νικόλαος. Κατέφυγαν στο Ναύπλιο, όπου εντάχτηκαν στις Ελληνικές δυνάμεις. Ο Δημήτριος υπηρέτησε αρχικά υπό τις διαταγές του Οπλαρχηγού Θάνου και κατόπιν – κατά την άλωση του Παλαμηδιού – υπό τον Στάϊκο Σταϊκόπουλο ως Ενωμοτάρχης. Ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης μαζί με τον πατέρα του Νικόλαο, είναι εκείνοι που σχεδίασαν και υλοποίησαν- με την έγκριση του Σταϊκόπουλου- το σχέδιο της εκπόρθησης του Παλαμηδιού, την παραμονή του Αγίου Ανδρέα στις 30 Νοεμβρίου 1822 ].
Μια άγνωστη αναφορά του
Ακολουθεί το κείμενο του Δικηγόρου- Συγγραφέα Τάκη Α. Σαλκιτζόγλου.
Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους σώζεται μια αίτηση – αναφορά του Δημητρίου Μοσχονησιώτη, που πρωτοστάτησε μαζί με το Στάϊκο Σταϊκόπουλο κατά τις ιστορικές ώρες της άλωσης του Παλαμηδιού. Είναι γραμμένη στις 15 Μαρτίου 1825 από άτομο γραμματισμένο, που γνωρίζει καλά τα ελληνικά. Φέρει όμως την ιδιόχειρη υπογραφή του ίδιου του Μοσχονησιώτη, που προτάσσει μάλιστα με σεμνότητα στα χαραγμένα με έκδηλο κόπο ανορθόγραφα κολλυβογράμματα της υπογραφής του τις λέξεις «δουλουσας ταπηνως» (δούλος σας ταπεινός), ανορθόγραφο κι αυτό αλλά αυθόρμητο δείγμα της ευπείθειάς του προς τις Αρχές. Το κείμενο της αίτησης αυτής (που έρχεται πρώτη φορά στο φως της δημοσιότητας και παρατίθεται σε φωτοτυπία) έχει ως εξής:
Προς την Σεβαστήν Διοίκησιν
Ο υποσημειούμενος ηγωνίσθην με όλην μου την δυνατήν προθυμίαν εις τον υπέρ της Ελευθερίας της Πατρίδος ιερόν αγώνα, δια διάστημα τριών ήδη χρόνων, υπό διαφόρους. Κατά το 1822 μετά του μακαρίτου κυρίου Θάνου εις διάστημα 7 μηνών, χωρίς να λάβω κανένα μισθόν, εσυντρόφευσα τον ρηθέντα εξ Άργους εις τα πλοία και εγώ διέμενα πολεμών κατά των εχθρών, έως ού ούτοι κατεδιώχθησαν. Μετά ταύτα συνενώθην μετά του καπετάν Στάϊκου Σταϊκόπουλου, υπό την οδηγίαν του οποίου εδούλευσα ένδεκα μήνας, χωρίς ποτέ να λάβω ούδ ‘ οβολόν.
Ότε δε έγινε η έφοδος Παλαμηδιού, εγώ πρώτος πηδήσας ένδον του τείχους, εγώ πρώτος και μόνος εμβήκα εις όλας τας δάπιας, και αναβαίνων την κλίμακα και με τα εργαλεία ανά χείρας ήνοιγα τας θύρας και εισήρχοντο οι λοιποί (ως φαίνεται από το εσώκλειστον αποδεικτικόν και καθώς ημπορούν και όλοι όσοι τότε εις την έφοδον παρήσαν). Μετά δε την έφοδον, μ ‘ όλον ότι ο καπετάν Στάϊκος κατά την στιγμήν ενώ είμεθα πλησίον εις τα τείχη του Παλαμηδίον μου υπεσχέθη επί παρρησία όλων των συντρόφων εάν έμβω πρώτος να μου δίδη αμοιβήν του κινδύνου τα ίδια του τα όπλα και τας πιστόλας του, πέντε μερίδια από τα λάφυρα του Παλαμηδιού και χίλια γρόσια δώρον, μ’ όλον τούτο αφού εμβήκαμεν μέσα εις το Παλαμήδι δεν έλαβα ειμή μόνον δια τον εαυτόν μου και τους δέκα συντρόφους μου γρόσια 101 και 25.
Αλλ’ όταν του εζητούσα το δώρον μου, μού έλεγε συχνά ότι η Διοίκησις θέλει γνωρίσει τους κόπους μου και θέλει με επιβραβεύσει. Ήδη λοιπόν όπου δεν έχω άλλον πόρον πλέον τροφής, λαμβάνω το θάρρος να αναγγείλω ταύτα εις την Σεβαστήν Διοίκησιν και να την παρακαλέσω να γνωρίση τα δίκαια μου και τους αγώνας μου και να συγκατάνευση εις το να προνοήση και δι’ εμέ πόρον τινα, δι’ ού να ημπορώ να θρέψω εμαυτόν και την οικογένειάν μου. Ομοίως να με τιμήση και με ένα ανάλογον βαθμόν αξιώματος των εκδουλεύσεων όπου έκαμα και κινδύνων όπου υπέφερα.
Ων δ’ ευελπις επί των αιτήσεών μου, μένω ευσεβάστως
Τη 15 Μαρτίου 1825 ο ευπειθής πατριώτης
Ναύπλιον δουλουσας ταπηνως δημητριως μωσχουνησοτης
Στην οπισθία όψη της αιτήσεως υπάρχει ο αριθμός 982 και αναγράφεται το όνομα Δ. Μοσχονησιώτης με την εξής επισημείωση, γραμμένη από άλλο χέρι: «Το υπουργείον του Πολέμου να εξετάση και να αναφέρη, 19 Μαρτίου 1825, Ναύπλιον, 5135, ο προσ (ωρινός) Γεν. Γραμμ. (υπογραφή δυσανάγνωστος)». Οι αριθμοί 982 και 5135 σχετίζονται μάλλον με το πρωτόκολλο.
Η αίτηση είναι γραμμένη από εγγράμματο γραφέα, πολύ καλό γνώστη της ελληνικής, που απέδωσε με την πέννα του όσα θα του εξέθεσε ο ίδιος ο Μοσχονησιώτης. Ίσως μάλιστα ο γραφέας να ήταν κάποιος συμπατριώτης του, που θα είχε φοιτήσει στην περίφημη Ακαδημία των Κυδωνιών, με δασκάλους τον Βενιαμίν τον Λέσβιο και τον Θεόφιλο Καΐρη, και τα σωστά ελληνικά του τον είχαν οδηγήσει, πρόσφυγα τώρα και τον ίδιο, να βγάζει το ψωμί του ως αναφορογράφος μέσα στο Ναύπλιο.
Όσο για τον ίδιο τον αγράμματο αγωνιστή, η ίδια η υπογραφή του, εκτός από τα αναπόφευκτα ορθογραφικά του λάθη, τη διακοπή της συνέχειας της γραφής σε απροσδόκητο σημείο (στην επάνω σειρά γράφει δημη και στην κάτω -τριως), την αυτόβουλη έκφραση υποταγής (δουλουσας ταπηνως), αποπνέει τον κόπο και την προσπάθεια που φαίνεται πως κατέβαλε για να καταφέρει να την βάλει επιτέλους πάνω στο χαρτί. Η γραφή του αγνοεί την ύπαρξη των κεφαλαίων γραμμάτων και είναι καθαρά φωνητική, φέρει δηλαδή έκδηλα τα φαινόμενα του λεσβιακού γλωσσικού ιδιώματος των Κυδωνιών, όπου το όμικρον εκτείνεται σε ου (δούλους, μωσχουνησότης). Είναι γνωστό πως οι Αϊβαλιώτες και οι Μοσχονησιώτες ήταν στην πλειοψηφία τους Μυτιληνιοί, που από τη γειτονική Λέσβο άρχισαν να εγκαθίστανται στις Κυδωνιές (ή Αϊβαλί) περί τα μέσα του 16ου αιώνα.
Δεν είναι γνωστή η απάντηση της Σεβαστής Διοίκησης, ούτε και διαθέτουμε άλλες πληροφορίες για την περαιτέρω τύχη του Δημ. Μοσχονησιώτη. Στις καταστάσεις των αγωνιστών που φυλάσσονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και στο Μητρώο Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης αναφέρεται και κάποιος άλλος Μοσχονησιώτης Δημήτριος ο οποίος αγωνίσθηκε υπό τον καπετάνιο Παντελή Ποριώτη, δεν είναι όμως βέβαιο αν είναι ο ίδιος ο ήρωας του Παλαμηδιού ή αν πρόκειται περί συνωνυμίας.*
Τα γεγονότα της Άλωσης του Παλαμηδιού είναι γνωστά από τους ιστοριογράφους της Επανάστασης, ιδιαίτερα από τον Μιχ. Γ. Λαμπρυνίδη και από τη διεξοδική μονογραφία του Πάνου Λιαλιάτση που δημοσιεύθηκε προσφάτως σε οκτώ συνέχειες σε ημερήσια εφημερίδα των Αθηνών. Όλοι τονίζουν την αποφασιστική συμβολή του Αϊβαλιώτη αγωνιστή Δημητρίου Μοσχονησιώτη, ο οποίος προθυμοποιήθηκε να ανέβει πρώτος στα τείχη, υπερπήδησε τις επάλξεις, όρμησε πρώτος και μόνος μέσα στο κάστρο και με το θάρρος και την άφοβη παλικαριά του εξουδετέρωσε την τουρκική φρουρά. Αμέσως έδωσε το σύνθημα στους Έλληνες που ακολουθούσαν για να εφορμήσουν κι αυτοί και να ολοκληρώσουν την άλωση του Παλαμηδιού.
Ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης είχε συλλάβει την προηγούμενη νύχτα δυο Αλβανούς και μια γυναίκα, που είχαν βγει από το Παλαμήδι και μάζευαν χόρτα έξω από το κάστρο. Τους οδήγησε αμέσως στο Στ. Σταϊκόπουλο, στον οποίον αυτοί αποκάλυψαν ότι οι περισσότεροι Τούρκοι είχαν αποχωρήσει από το φρούριο, εξουθενωμένοι από την πολιορκία και την έλλειψη τροφής.
« Ο Α. Μοσχονησιώτης, σίγουρος ότι οι Αρβανίτες είπαν την αλήθεια» γράφει ο Πάνος Λιαλιάτσης «παρακίνησε τον Σταϊκόπουλο να πάρει την απόφαση για το ρεσάλτο. Για να πείσει αυτόν και τους άλλους καπεταναίους ότι οι πληροφοριοδότες είπαν την αλήθεια, δέχθηκε πρώτος αυτός ν’ ανεβεί με σκάλα τα τείχη της Γιουρούς ντάπιας και, αν οι στρατιώτες που ήταν κοντά της ακούσουν πυροβολισμό, να καταλάβουν ότι σκοτώθηκε. Αν ακούσουν μόνο φωνές να καταλάβουν ότι πιάστηκε, οπότε να φύγουν και να τιμωρήσουν αυστηρά τους δυο Αρβανίτες… Στην περίπτωση όμως που θα βρει τον προμαχώνα αφρούρητο αμέσως θα τους ειδοποιήσει ν’ ανεβούν κι αυτοί στα τείχη».
Όταν έφτασε η ώρα του ρεσάλτου ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης, πατώντας σε μια σκάλα που είχαν κουβαλήσει οι πολιορκητές, έκανε το σταυρό του και πήδηξε μέσα στη ντάπια, άρπαξε αιφνιδιαστικά τον Τούρκο φρουρό, τον αδρανοποίησε, μάζεψε όλα τα όπλα που υπήρχαν μέσα στο φυλάκιο και κάλεσε τα άλλα παλικάρια που περίμεναν από κάτω να ανέβουν κι’ αυτά γρήγορα στο τείχος. Αφού ολοκληρώθηκε η κατάληψη της Γιουρούς ντάπιας, κουβάλησαν τη σκάλα στη διπλανή Καρά ντάπια, όπου πάλι ο Μοσχονησιώτης με τον ίδιο τρόπο πήδηξε πρώτος μέσα από τα τείχη και πάλι με τον ίδιο τρόπο την κυρίευσε, ειδοποιώντας τους Έλληνες να ορμήσουν μέσα. Σε λίγο όλες οι ντάπιες κυριεύθηκαν και το άπαρτο Παλαμήδι έπεσε. Ήταν ξημερώματα της 30 Νοεμβρίου 1822. Η απελευθέρωση και του Ναυπλίου ήταν πια εύκολη υπόθεση.
Πέρασαν δυόμιση σχεδόν χρόνια. Το Έθνος αγωνιζόταν να ολοκληρώσει κι’ αυτό την απελευθέρωση του, που ήταν υπόθεση ολοκλήρου του ελληνισμού. Στις τάξεις των αγωνιστών δεν έσπευσαν να καταταγούν μόνο Ελλαδίτες (Μωραΐτες, Ρουμελιώτες, Σουλιώτες, Αιγαιοπελαγίτες κ.α.) αλλά και Έλληνες του Μείζονος Ελληνισμού, της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Κύπρου, ακόμα και Μανιάτες της Κορσικής.
Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης, που καταγόταν από το Αϊβαλί, τις ελληνικότατες Κυδωνιές της Μικράς Ασίας. Σίγουρα θα ήρθε μετά την ολοκληρωτική καταστροφή και την πυρπόληση της πατρίδας του από τους Τούρκους που έγινε στις 3 Ιουνίου 1821. Τότε που ολόκληρος ο ελληνικός πληθυσμός των Κυδωνιών σφαζόμενος, διωκόμενος και όχι απλώς «συνωστιζόμενος» (κατά μία μοντέρνα έκφραση) έτρεχε να σωθεί και να προλάβει να μπει στα καράβια του Τομπάζη και του Μιαούλη, που τον οδήγησαν στα Ψαρά και στα άλλα νησιά του Αιγαίου. Αμέτρητοι ήταν όσοι έχασαν τη ζωή τους εκείνη την ημέρα, ενώ περισσότεροι από 30.000 ήταν οι Κυδωνιάτες και Μοσχονήσιοι πρόσφυγες που έφτασαν στην επαναστατημένη Ελλάδα. Η πατρίδα τους ερημώθηκε και έμεινε για αρκετά χρόνια ακατοίκητη. Όσοι γλίτωσαν τη σφαγή έβλεπαν από τα καράβια μια ολόκληρη πόλη, την πόλη τους, να πυρπολείται και τα σπίτια τους, τα σχολεία και τις εκκλησίες τους να καπνίζουν σε ερείπια.
Από τους Αϊβαλιώτες που έφτασαν πρόσφυγες στην Ελλάδα, όσοι μπορούσαν να φέρουν όπλα, κατατάχθηκαν στα επαναστατικά στρατιωτικά σώματα αλλά και στον τακτικό στρατό. Ο αριθμός των αγωνιστών από τις Κυδωνιές δεν έχει υπολογισθεί με ακρίβεια, είναι βέβαιο όμως ότι ανέρχονταν σε πολλές εκατοντάδες. Από σχετική έρευνα στα Μητρώα Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης, τα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Αρχείο Αγώνος, Συλλογή Βλαχογιάννη), τα Αρχεία της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας και από άλλες πηγές προβάλλουν τα ονόματα σωρείας Αϊβαλιωτών αγωνιστών.
Αναφέρουμε εδώ μερικούς, όπως οι πέντε ηρωικοί αδελφοί Πίσσα (Αθανάσιος, Δημήτριος, Ευστράτιος, Νικόλαος και Παναγιώτης από τους οποίου οι δυο τελευταίοι πρόσφεραν την ίδια τη ζωή τους στον Αγώνα)**, οι Άγγελος Ζωντανός και Μανουήλ Αμμανίτης που έπεσαν ηρωικά στη μάχη του Πέτα, ο Χατζη-Αποστόλης ο οποίος οδηγούσε δικό του σώμα από 80 Αϊβαλιώτες που εμάχοντο υπό τον Γιατράκο, ο Δημ. Καπαντάρος που επικεφαλής 300 συμπατριωτών του πολέμησε στο Άργος τον Δράμαλη, οι Γεώργιος Σεϊταρής, Γεώργιος Γεωργίτσας, ο Κωνσταντίνος Αϊβαλιώτης, που επικεφαλής σώματος 50 συμπατριωτών του έλαβε μέρος στην πολιορκία και την άλωση της Τριπολιτσάς***, οι Στρατής Αϊβαλώτης – Λαχανάς, Γαβριήλ Αμμανίτης, Στυλιανός Γονατάς (πρόγονος του ομώνυμου στρατηγού της Επανάστασης του 1922), και Δημ. Σαλτέλης, ο Ιωάννης Σαλτέλης που βρήκε ένδοξο τέλος στα Ψαρά, ανατινάζοντας την πυριτιδαποθήκη και παρασύροντας στο θάνατο μαζί με τους συμπολεμιστές του και πολλούς Τούρκους, ο Νικόλαος Σκορδομπέκης, ο Δημήτριος Τζίτζιρας, που σκοτώθηκε εφορμώντας και αυτός πρώτος στην πολιορκουμένη Ακρόπολη των Αθηνών, οι 100 Αϊβαλιώτες που ανήκαν στο σώμα του Κριεζώτη και υπεράσπιζαν την Ακρόπολη των Αθηνών από τον Κιουταχή, και τόσοι άλλοι που θα χρειάζονταν πολλές σελίδες για να αναφέρει κανείς τα ονόματα και τη δράση τους.
Όλοι αυτοί (οι Κυδωνιάτες) πολέμησαν στον τακτικό στρατό ή σε ομάδες συμπατριωτών τους (μπουλούκια), συνήθως υπό την αρχηγία ενός συμπατριώτη τους, αλλά υπό την γενική ηγεσία στρατηγών όπως οι Κολοκοτρώνης, Νικηταράς, Χατζηχρήστος, Βάσος Μαυροβουνιώτης, Ιωάννης Νοταράς, Καραϊσκάκης, Μακρυγιάννης, Ιω. Γκούρας κ.α.
Ανάμεσα στους ανώνυμους αυτούς αγωνιστές ήταν και ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης, που θα είχε ασφαλώς λάβει μέρος σε αρκετές μάχες, αφού κατά την άλωση του Παλαμηδιού αριθμούσε ήδη 18 μήνες στον ιερό Αγώνα, από την αρχή δηλαδή της Επανάστασης μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου του 1822.
Όλοι αυτοί δεν αγωνίζονταν μόνο για την Ελλάδα. Αγωνίζονταν παράλληλα και για την επιβίωση των μελών των οικογενειών τους, που περιφέρονταν στη μητέρα πατρίδα ανέστιοι και πένητες, ρακένδυτοι και μονοσάνδαλοι, και έφτασαν στο σημείο ακόμα και να επαιτούν, όπως η παλιά αρχόντισσα των Κυδωνιών Πανωραία Χατζηκώστα, που κατάντησε να την αποκαλούν στο Ναύπλιο Ψωροκώσταινα. Ούτε περιουσίες ή χωράφια είχαν στην Ελλάδα, ούτε σπίτια (πολλοί κατοικούσαν σε σπηλιές), ούτε συγγενείς για να τους συμπαρασταθούν. Η αιώνια μοίρα των προσφύγων.
Από την ανάγνωση του κειμένου της αιτήσεως του ηρωικού παλικαριού από τις Κυδωνιές, μπορεί κανείς να κάνει μερικές ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις και να οδηγηθεί σε κάποιες σκέψεις. Κατ’ αρχάς η αίτηση ομιλεί περί «εσωκλείστου αποδεικτικού», από το οποίο προκύπτει η αλήθεια των περιστατικών της άλωσης του κάστρου και περί επιβεβαιωτικής μαρτυρίας όσων παρευρέθησαν την ιστορική εκείνη στιγμή κάτω από τα τείχη του Παλαμηδιού.
Το αποδεικτικό αυτό έγγραφο υπάρχει σε επίσημο αντίγραφο, υπογράφεται από τον Γενικό Αστυνόμο Ναυπλίου και φυλάσσεται κι’ αυτό στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Πρόκειται περί πιστοποιητικού που υπέγραψαν ο καπετάνιος του Στάϊκος Σταϊκόπουλος και ο αδελφός του Αθανάσιος Σταϊκόπουλος και δημοσιεύεται κι αυτό σήμερα.
Το κείμενο του έχει ως εξής:
Τη 3 Φεβρουαρίου 1823 εν Ναυπλίω
Ο το παρόν επιφέρων Μήτρος Μοσχονησιώτης Νικολάου Κυδωνιάτης εις την του Παλαμηδιού έφοδον επήδησεν πρώτος αυτός με μεγάλην ηρωικήν ανδρείαν τα τείχη, και πρώτος αυτός επήδησεν εις τας τάπιας, και εις παντοτινήν ένδειξιν της αρετής του, του εδώσαμεν το παρόν ενυπόγραφον, όπου παρρησιάζοντάς το εις την πατρίδα να λάβη τους καρπούς αναλόγως των αγώνων του, και υποσημειούμεθα
Στάικος Σταϊκόπουλος
Αθανάσιος Σταϊκόπουλος
Ότι ίσον απαράλλακτον του πρωτοτύπου τη 4 Ιουλίου 1824,
Ναύπλιον ο Γενικός Αστυνόμος Ναυπλίου (Τ.Σ.) Ν. Ευαγγελίδης
Μετά και από αυτό, οι ισχυρισμοί του Μοσχονησιώτη αποδεικνύονται βάσιμοι, αφού προκύπτει ότι αυτός αναρριχήθηκε όχι μόνο στις δυο πρώτες ντάπιες αλλά και στις υπόλοιπες, γεγονός που ανεβάζει ακόμα περισσότερο το δείκτη του ηρωισμού του.
Δεύτερο περιστατικό που επικαλείται ο Αϊβαλιώτης αγωνιστής είναι η δελεαστική προσφορά του Στ. Σταϊκόπουλου, που του έταξε όχι μόνο πενταπλάσια λάφυρα από όσα κανονικά θα εδικαιούτο, όχι μόνο το σημαντικό ποσό των χιλίων γροσίων, αλλά και τα ίδια τα άρματα του και τις πιστόλες του. Όλα αυτά τα υπεσχέθη ο καπετάνιος τη δραματική και κρίσιμη εκείνη στιγμή, που ο Μοσχονησιώτης αποφάσιζε να εφορμήσει επάνω στα τείχη, πρώτος και μόνος αυτός, παίζοντας τη ζωή του «κορώνα-γράμματα».
Όλοι ξέρουμε πόσο ιερά ήταν για τους αγωνιστές του 21 τα όπλα και οι πιστόλες τους, τα οποία δεν διανοούνταν ποτέ να τα αποχωριστούν. Αυτά ήταν το καμάρι τους και η απόδειξη της λεβεντιάς τους. Συνήθως ο καλά οπλισμένος αγωνιστής, όπως θα ήταν ένας καπετάνιος σαν τον Σταϊκόπουλο, που οδηγούσε πάνω από 300 άνδρες στις πολεμικές επιχειρήσεις, έφερε στη ζώνη ένα ζευγάρι πιστόλες, ένα γιαταγάνι (παραξιφίδα) και πολλές φορές και μία σπάθη. Είχε ακόμη και μία ή δύο παλάσκες. Όλα αυτά τα άρματα ήταν πολλές φορές ασημοκέντητα και μαλαμοστόλιστα, και είχαν συχνά κερδηθεί στο πεδίο της μάχης με ανδραγαθίες. Ο Σταϊκόπουλος υποσχέθηκε να τα προσφέρει ως «γέρας αΐδιον» στον παράτολμο Μικρασιάτη, αναγνωρίζοντας εκ προοιμίου το μέγεθος του κινδύνου που αναλάμβανε.
Στο σημείο αυτό είναι σκόπιμο να υπενθυμίσουμε τον τρόπο με τον οποίο εκάλυπταν τις καθημερινές βιοτικές τους ανάγκες οι αγωνιστές του 21. Τα άτακτα σώματα των επαναστατών σχηματίζονταν γύρω από ένα καπετάνιο εγνωσμένης ικανότητος και πολεμικής ανδρείας, που περιστοιχιζόταν από ένα ρευστό αριθμό στρατιωτών, οι οποίοι τον αναγνώριζαν για αρχηγό τους και τον ακολουθούσαν. Τα έξοδα της καθημερινής διαβίωσης τους, τη μισθοδοσία και το λιτότατο σιτηρέσιο, τα έδινε ο ίδιος ο καπετάνιος, που τα εισέπραττε από την κυβέρνηση, σε όχι τακτικά διαστήματα και μετά από πολύμηνες καθυστερήσεις. Οι ίδιοι οι αγωνιστές ήταν υποχρεωμένοι να έχουν και να συντηρούν τον ιματισμό τους, τα τσαρούχια τους και τα όπλα τους.
Τις περισσότερες φορές όμως η κυβέρνηση αδυνατούσε να είναι συνεπής στις υποχρεώσεις της. Το μηνιαίο μισθό των στρατιωτών, που ανερχόταν σε 10 συνήθως γρόσια, αναγκάζονταν τότε οι καπεταναίοι να τον αντλούν φορολογώντας αυθαιρέτως τις κοινότητες, προκαλώντας έτσι συχνά τις αντιδράσεις των χωρικών, όπως συνέβη στην Αττική, όταν φρούραρχος των Αθηνών ήταν ο Γκούρας. Τα λάφυρα από τις μάχες και τις εκπορθήσεις των κάστρων ήταν μια οικονομική ανάσα για τους κακοπληρωμένους και στερημένους αγωνιστές. Μετά τη νικηφόρα μάχη ο καπετάνιος έπαιρνε ένα μεγάλο μερίδιο (κάποτε τα μισά από τα λάφυρα), υποχρεωνόταν όμως με αυτά να καλύπτει διάφορες ανάγκες του στρατεύματος του. Τα υπόλοιπα τα μοίραζε στους άνδρες του ανάλογα με το βαθμό τους και την προσφορά τους.
Η φερεγγυότητα του καπετάνιου ως προς την τήρηση των υποχρεώσεων του αυτών ήταν ουσιώδης λόγος για τη βιωσιμότητα του στρατιωτικού του σχηματισμού. Καπετάνιος που δεν εξασφάλιζε τη μισθοδοσία και δεν φρόντιζε τις ανάγκες των ανδρών του, έβλεπε το ασκέρι του να φυλλορροεί και τα παλικάρια του να του φεύγουν για να ενταχθούν στα σώματα άλλων αρχηγών. Άλλωστε η έννοια της πειθαρχίας ήταν σχεδόν άγνωστη στα επαναστατικά στρατεύματα και η εγκατάλειψη ενός στρατιωτικού σχηματισμού δεν εθεωρείτο λιποταξία. Κάπως καλύτερα ήταν τα πράγματα στον τακτικό στρατό που δημιούργησε ο Δημ. Υψηλάντης στην Καλαμάτα από τις αρχές της Επανάστασης, με πρώτο διοικητή τον φιλέλληνα Μπαλέστρα.
Μετά από αυτά η πικρία του Μοσχονησιώτη για την παραγνώριση του ήταν δικαιολογημένη. Όχι μόνο δεν είχε πάρει τα λίγα γρόσια που έπρεπε να του δώσει ο άλλος καπετάνιος για τους 7 μήνες που είχε προηγουμένως αγωνιστεί με το ασκέρι του, αλλά και ο επόμενος καπετάνιος του, ο Σταϊκόπουλος, δεν του έδωσε ποτέ «ουδ’ οβολόν» για τους 11 μήνες που διατέλεσε υπαξιωματικός του. Συνάγουμε δε ότι ήταν υπαξιωματικός, διότι αναφέρει ότι αυτός και οι δέκα σύντροφοι του δεν εισέπραξαν από τα λάφυρα παρά μόνον 100 γρόσια (αν διαβάζουμε καλά το δυσανάγνωστο αριθμό αυτό).
Οι δέκα αγωνιστές αποτελούσαν μια μάγκα (ενωμοτία) και ο επικεφαλής τους, ο μάγκατζης, ήταν ο Δημ. Μοσχονησιώτης, Όσο για τα υπόλοιπα που ο Σταϊκόπουλος γενναιόδωρα του είχε τάξει, φαίνεται, αν πιστέψουμε τον Μοσχονησιώτη, ότι αυτός ανέβαλε διαρκώς να εκπληρώσει τα υπεσχημένα και τον παρέπεμπε στην κυβέρνηση (τη Σεβαστή Διοίκηση), η οποία εκώφευε από τότε, όπως συχνά κωφεύει μέχρι σήμερα σε ανάλογες περιπτώσεις.
Απευθυνόμενος προς τη Σεβαστή Διοίκηση ο Μοσχονησιώτης, μετά την αποτυχία των διαβημάτων του προς τον Σταϊκόπουλο, δεν ζητάει παρά αορίστως κάποιο πόρο για να θρέψει τον εαυτό του και την οικογένεια του, η οποία Κύριος οίδε υπό ποίας συνθήκας θα ζούσε, ίσως μέσα στο ίδιο το Ναύπλιο. Τολμά μάλιστα να ζητάει και κάποιο βαθμό, που φαίνεται ότι μέχρι τότε οι αρμόδιοι του Υπουργείου Πολέμου της Επανάστασης είχαν ξεχάσει να του απονείμουν.
Η παράλειψη αυτή νομίζουμε ότι είναι σοβαρότερη. Οι βαθμοί απενέμοντο τότε αφειδώς και χωρίς να αντιπροσωπεύουν πάντα την αξία και την προσφορά του προαγόμενου. Κριτήριο της προαγωγής του αγωνιστή δεν ήταν πάντοτε η αγωνιστική του δράση. Ήταν συχνά οι φιλικές σχέσεις του με τους στρατηγούς και τους αρμόδιους του Υπουργείου Πολέμου, οι πολιτικές και τοπικιστικές συμμαχίες, και βεβαίως η καταγωγή του από κάποια γνωστή οικογένεια κοτζαμπάσηδων ή πολεμαρχών.
Ο ατυχής Μοσχονησιώτης δεν θα είχε στο Ναύπλιο στηρίγματα πολιτικά ή στρατιωτικά, σαν πρόσφυγας και ετερόχθονας που ήταν, και φυσικό ήταν να τον αγνοούν στις αλλεπάλληλες και γενναιόδωρες προαγωγές στις οποίες αθρόως προέβαινε το Υπουργείο Πολέμου, αν κρίνουμε από τα σωζόμενα σχετικά έγγραφα των Γενικών Αρχείων του Κράτους.
Χαρακτηριστικό της ευκολίας με την οποία απεδίδοντο οι βαθμοί είναι ότι, όταν ο Καποδίστριας επιθεώρησε τον τακτικό στρατό στα Μέθανα και παρατήρησε έκπληκτος ότι ο αριθμός των αξιωματικών του τακτικού στρατού ήταν πολύ μεγαλύτερος από τους απλούς στρατιώτες, ο Φαβιέρος του απάντησε, και δικαίως, ότι «οι προαγωγές ήταν οι μόνες αμοιβές για τις εκδουλεύσεις των στρατιωτικών προς την πατρίδα, αφού τον περισσότερον καιρόν υπηρετούν αμισθί και χωρίς μάλιστα να καταπιέζουν τους αμάχους για να πορισθούν τροφές, χρήματα κ.λ.π.».****
Αν αυτά παρετηρούντο στον τακτικό στρατό που διοικούσε ο Φαβιέρος, στα άτακτα σώματα των καπεταναίων και των οπλαρχηγών η απονομή των βαθμών δεν ήταν πάντοτε υπόδειγμα αμεροληψίας.
Ο Αμβρόσιος Φραντζής παρατηρεί τα εξής: «Τα διπλώματα κατ’ εκείνην την εποχήν εδόθησαν με τόσην αφθονίαν χωρίς τινός διακρίσεως, ώστε κατήντησε το έθνος να έχη υπέρ τας 12 χιλιάδας αξιωματικούς, εκ των οποίων πολλοί προεβιβάσθησαν εις βαθμούς στρατηγίας, αντιστρατηγίας, χιλιαρχίας, υποχιλιαρχίας μέχρι εικοσιπενταρχίας, χωρίς ποτέ να ρίψωσιν ουδέ καν ένα τουφέκι εις τας κατ’ εχθρών γενομένας μάχας».
Για τις αθρόες απονομές βαθμών ευθύνονται βεβαίως ο φατριασμός, ο παραγοντισμός και οι τοπικιστικές προτιμήσεις, τις οποίες γνώριζε πολύ καλά ο Μάρκος Μπότσαρης όταν, την παραμονή της μάχης στο Κεφαλόβρυσο της Ευρυτανίας, όπου σκοτώθηκε ηρωικά μαχόμενος, έσχισε επιδεικτικά το δίπλωμα του στρατηγού. Χαρακτηριστικό της κατάχρησης απονομής βαθμών είναι ότι μόνο τα ονόματα των Μανιατών στρατηγών και αντιστράτηγων ξεπερνούσαν συνολικά τους σαράντα! Φυσικό ήταν λοιπόν να αισθάνεται πικρία και παραγκωνισμό ο ήρωας του Παλαμηδιού.
Ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης, που ήρθε από το κατεστραμμένο Αϊβαλί να αγωνιστεί για την Ελλάδα, μάταια περίμενε δυόμιση χρόνια, από τον καπετάνιο του πρώτα κι’ από την επαναστατική κυβέρνηση ύστερα, να αναγνωρίσουν (να «γνωρίσουν» όπως γράφει η αναφορά του) το ηρωικό του τόλμημα, να τηρήσουν τουλάχιστον τα υπεσχημένα. Μετά από την αίτηση – αναφορά που υπέβαλε στις 15 Μαρτίου 1825 τα αβέβαια ίχνη του χάνονται.
Το Ναύπλιο που αναπνέει την ελευθερία του εδώ και σχεδόν δυο αιώνες μετά την άλωση του Παλαμηδιού, ετίμησε δικαίως, τον Στάικο Σταϊκόπουλο με το άγαλμα που του έστησε στην ομώνυμη πλατεία του.
Δεν ξέχασε όμως ούτε τον Δημήτριο Μοσχονησιώτη, στον οποίο έχει αφιερώσει μια οδό στο όνομα του, ενώ μια εντοιχισμένη αναμνηστική πλάκα επάνω στο Παλαμήδι, παρά το σφάλμα του μικρού του ονόματος (τον αποκαλεί Νικόλαο αντί Δημήτριο) θα υπενθυμίζει πάντα το ηρωικό κατόρθωμα του παλικαριού από τις Κυδωνιές της Μικράς Ασίας.
Υποσημειώσεις
* Οι συνωνυμίες είναι πολλές στις καταστάσεις των Μικρασιατών αγωνιστών. Τούτο διότι πολλοί απεκαλούντο με επίθετο πατριδωνυμικό που εξελισσόταν σε επώνυμο. Έτσι απαντάται συχνότατα το επίθετο Αϊβαλιώτης ή Κυδωνιάτης, Σμυρναίος, Περγάμαλης, Κουσαντιανός (από το Κουσάντασι), Τραπεζανλής (από την Τραπεζούντα) κ.λ.π. Με το επίθετο Μοσχονησιώτης υπάρχουν αρκετοί αγωνιστές, που το επίθετο τους μαρτυρεί το γεγονός ότι ήλθαν στην επαναστατημένη Ελλάδα από τα Μοσχονήσια, συστάδα μικρών νήσων που βρίσκονταν μπροστά από το λιμάνι των Κυδωνιών (αρχαία Εκατόννησος). Με το μικρό όμως όνομα Δημήτριος και με επίθετο Μοσχονησιότης ο γράφων μόνο δύο αγωνιστές κατόρθωσε να εντοπίσει.
** Από τους πέντε αδελφούς Πίσσα οι Νικόλαος και Παναγιώτης έπεσαν μαχόμενοι, ο μεν Νικόλαος αγωνιζόμενος κατά του Δράμαλη στα 1822, ο δε Παναγιώτης στην εκστρατεία της Καρύστου το 1826. Αξιοσημείωτο είναι ότι στο ηρωικό εγχείρημα διάσπασης της πολιορκίας και ανεφοδιασμού με πυρομαχικά των πολιορκουμένων στην Ακρόπολη των Αθηνών στις 30/11/1826 ο επικεφαλής του ενός από τα τρία τάγματα Αϊβαλιώτης Ευστράτιος Πίσσας είχε συμπεριλάβει και τους δύο άλλους μόνους επιζώντας αδελφούς του, τον Αθανάσιο και τον Δημήτριο στη δύναμη του τάγματος του. Ο Φαβιέρος έκπληκτος τον κάλεσε να εξαιρέσει έναν, τον μικρότερο. «Πρέπει», του είπε, «τουλάχιστον αυτός, να μη μετάσχει στο παρακινδυνευμένο τόλμημα, ώστε να μείνει κάποιος γιος για να περιθάλπει τους γέροντες γονείς σας». Κανένας όμως δεν δέχθηκε να αποχωρήσει! (Παρασκευαΐδη Φ ι λ. Επικήδειος εις τον Ευστράτιον Πίσσαν, Εφημ. Ακρόπολις της 3/1/1885).
*** Επέδειξε τέτοια αγριότητα κατά των Τούρκων στην άλωση της πόλης αυτής, ώστε περιέπεσε στη δυσμένεια του Δημ. Υψηλάντη (Εγκυκλ. Λεξικό Ηλίου, λήμμα Αϊβαλιώτης Κων/ νος).
**** Β υ ζ ά ν τ ι ο ς Χ p., ο.π., σελ. 155 . – Δείγμα της κατάστασης αυτής μας δίνει και ο τότε ταγματάρχης του τακτικού στρατού Ευστρ. Πίσσας «Μετά την εις Μέθανα άφιξίν μας ….ήσχολήθην κατά χρέος εις την κατάλληλον τοποθέτησιν των διαφόρων λόχων , την εξάσκησιν αυτών δις της ημέρας και εις διατήρησιν της αυστηροτέρας πειθαρχίας, καίτοι μη λαμβανόντων των στρατιωτών ούτε μισθούς, ούτε σιτηρέσιον, ειμή μόνον ξηρόν άρτον». Πίσσα Ευστρατίου., Απομνημονεύματα, (στα Άπαντα των Γ.Α.Κ., τόμ. 14-15 του Διαμαντή Κωνστ., Αθήναι 1992, σελ. 272).
Τάκης Α. Σαλκιτζόγλου
Δικηγόρος – Συγγραφέας
Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.
Διαβάστε ακόμη:
Η Άλωση του Παλαμηδίου και ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ναύπλιο - Ιστορικά, Πρόσωπα & γεγονότα του΄21, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Άλωση του Παλαμηδίου, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Επανάσταση, Επανάσταση 21, Η Άλωση του Παλαμηδίου και ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος, Ιστορία, Ναύπλιο, Οπλαρχηγός, Παλαμήδι, Πελοπόννησος, Στρατιωτικοί, Στάϊκος Σταϊκόπουλος on 10 Ιουνίου, 2010| Leave a Comment »
Η Άλωση του Παλαμηδίου και ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος
Η 30ή Νοεμβρίου του 1822 είναι η γενέθλια ημέρα της Ελευθερίας για τους Ναυπλιώτες και όλους τους κατοίκους της Αργολίδας. Η πολιορκία του Ναυπλίου είχε αρχίσει στις 4 Απριλίου του 1821, αλλά το τουρκοκρατούμενο Ανάπλι, οχυρωμένο από τους Βενετσιάνους από το 1687 με τα κάστρα του Παλαμηδιού, του Ιτς Καλέ και του Βαρουσίου, αντιστεκόταν πεισματικά στην ελληνική ορμή. Ώσπου ήρθε η ώρα η ευλογημένη του Σταϊκόπουλου και των παλικαριών του που, ανήμερα τ’ Αγιαντρέα, κυρίευσε το Παλαμήδι με τολμηρό ρεσάλτο.
Έκτοτε, οι Ναυπλιώτες γιορτάζουν τούτη την ημέρα ως την άγια ημερομηνία του Μεγάλου Σηκωμού, που έφερε το προαιώνιο «ποθούμενο» των Πανελλήνων. Όλοι οι ιστορικοί του 1821 στέκονται σε τούτη την ημερομηνία με υπέρτατη χαρά και μας δίνουν λαμπρές σελίδες για το τόλμημα του νεαρού παλικαριού από τη Ζάτουνα, του «Σταϊκούλη» όπως τον έλεγαν χαϊδευτικά, που η βροχερή νύχτα της 29ης προς την 30ή Νοεμβρίου έμελλε να ήταν η μεγάλη ώρα της μοίρας του.
Ο ιστορικός του Ναυπλίου Μιχαήλ Λαμπρυνίδης (1851-1915), διδάκτωρ της Νομικής και πολιτικός, μας έδωσε το χρονικό τούτης της αλώσεως στο καλοδουλεμένο όγδοο κεφάλαιο της «Ναυπλίας», η οποία είδε το φως της δημοσιότητας το 1898 και ξανατυπώθηκε το 1950 από τον προοδευτικό σύλλογο «Ο Παλαμήδης» (σελ. 358+ ιδ). Ο ιστορικός αυτός, τον οποίο ακολουθούμε εδώ, είχε υπόψη του τις μαρτυρίες της εκπόρθησης του Παλαμηδιού, κυρίως του Αμβρόσιου Φραντζή, του Φωτάκου, του Κολοκοτρώνη, του Τρικούπη και των άλλων ιστορικών του 19ου αιώνα, τις οποίες δεν αναφέρει συχνά.
Από τις προφορικές ενθυμήσεις γερόντων των ημερών του, τα δημοτικά τραγούδια και τις κριτικές της Ιστορίας του, ο Μιχ. Λαμπρυνίδης κατάρτισε μια δεύτερη γραφή της «Ναυπλίας», επαυξημένη και βελτιωμένη, σε απλούστερη αλλά πάντα κομψή καθαρεύουσα, που παραμένει ανέκδοτη στα συρτάρια του συλλόγου αυτού. Την δώρισε στον «Παλαμήδη» η κόρη του Μιχ. Γ. Λαμπρυνίδη Χαρίκλεια Α. Χαρτουλάρη, το 1949, με το ρητό όρο της δημοσίευσης. Ο επιμελητής της «β’ εκδόσεως» Άγγελος Αθ. Κλεισιούνης, Ναυπλιώτης και αυτός, ξανατύπωσε την α’ έκδοση με μερικές τροποποιήσεις.
Όπως σημειώνει η ιστορικός Ευτυχία Δ. Λιάτα στον πρόλογο της δ’ εκδόσεως (2001) «στην β’ γραφή της «Ναυπλίας» ο Λαμπρυνίδης αξιοποιεί πρώτος αυτός το πλούσιο υλικό δύο πολύ σημαντικών πηγών: Είναι η «Βιβλιοθήκη του αοιδίμου Σπυρίδωνος Τρικούπη, ης μετά πολλής ευμενείας» του επετράπη η αναδίφηση και το αρχείο «της Δημαρχίας Ναυπλίας, όπως επ’ εσχάτων» του έγινε προσιτό. Κι ακόμα, διάφορες άλλες δευτερεύουσες πηγές και πληροφορίες που ετέθησαν υπόψη του, πλούτισαν το κείμενο σχεδόν μέχρι υπερδιπλασιασμού του».
Ο σύλλογος «Παλαμήδης» μου επέτρεψε την αναδίφηση στο όγδοο κεφάλαιο της δεύτερης γραφής της «Ναυπλίας», «τελευταία πολιορκία και άλωσις» και διαπίστωσα τα εξής: α’ Ακολουθεί πιστά τη διάταξη της ύλης της πρώτης εκδόσεως, β’ χωρίζει σε υποκεφάλαια το κείμενο της α’ εκδόσεως, γ’ προσθέτει νέα στοιχεία για διάφορους ντόπιους οπλαρχηγούς και δ’ πλουτίζει την αφήγησή του με δημοτικά τραγούδια της εποχής που διασώζει.
Αλλά είναι καιρός να ξαναθυμηθούμε το συναξάρι της 30ής Νοεμβρίου, να ιδούμε, προηγουμένως, την 20μηνη τελευταία πολιορκία τ’ Αναπλιού και να ζήσουμε με τη φαντασία μας τούτη τη μεγάλη ώρα της πόλης. Πρωτύτερα όμως πρέπει να ιδούμε την κατάστασή της στις παραμονές του Μεγάλου Σηκωμού.
Ναύπλιο – παραμονές του Μεγάλου Σηκωμού
Το Ναύπλιο, από το 1715, ήταν η ασφαλής έδρα των Τούρκων στην Αργολίδα. Οι χριστιανοί, περίπου 300, κατοικούσαν στον Ψαρομαχαλά, κάτω από την Ακροναυπλία. Ο Μιχ. Λαμπρυνίδης υπολογίζει ότι συνολικά το Ανάπλι, κατά τις παραμονές της Επαναστάσεως, είχε περίπου 6000 κατοίκους (860 τουρκικές οικογένειες).
Οι ένοπλοι (Τούρκοι, Αρβανίτες και Γενίτσαροι) υπολογίζονταν στους 1650. Ο μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου Γρηγόριος Καλαμαράς (1810-1821) είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία το 1819, ενώ βρισκόταν στην Ύδρα, από το διδάσκαλο του Γένους Νικηφόρο Παμπούκη, αδελφό του μετέπειτα γυμνασιάρχη του Ναυπλίου Χαράλαμπου Παμπούκη. Ο μητροπολίτης Γρηγόριος (όμηρος των Τούρκων στην Τριπολιτσά, όπου εξέπνευσε από τις κακουχίες) ήταν κατά τον ιστορικό Αμβρόσιο Φραντζή, «έγκριτος γνώστης της ελληνικής γλώσσης και εις άκρον γενναίος».
Εμύησε στη Φιλική Εταιρεία τον Ιωάννη Ιατρό, έμπορο στο Ναύπλιο, και τους Αργείτες προκρίτους Ιω. Περρούκα, Σταματέλο Αντωνόπουλο, τους αδελφούς Βλάση, τους αδελφούς Παπαλεξόπουλους και τους κληρικούς –πρωταξάδελφους – Γ. Βελίνη (Πλατανίτι), τον οικονόμο Θεοδόσ. Μπούσκο (Τζαφέραγα, σημ. Ασίνη) και Γ. Κακάνη (Μπούτια). Ο Μιχ. Λαμπρυνίδης μάλιστα διασώζει ενθουσιώδη επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη, αρχηγού της Εταιρείας, προς τον Γρηγόριο (1820), από τον οποίο ζητάει να συνδράμει την Εταιρεία «λόγω και έργω».
Η πολιορκία του Ναυπλίου άρχισε, όπως είπαμε, στις 4 Απριλίου του 21. Οι ραγιάδες είχαν ξεσηκωθεί ήδη στην Καλαμάτα, στην Πάτρα, στο Λεοντάρι και σε άλλα μέρη του Μοριά. Ο Μιχ. Λαμπρυνίδης διασώζει την κραυγή των χριστιανών της Αργολίδας: «Πίσω, αγάδες, γιατί σας βαρούμε. Χριστιανοί και Τούρκοι δεν μπορούν πλέον να ζήσουν μαζί», βροντοφώναξαν στη Δαλαμανάρα, όταν οι Τούρκοι από το Ανάπλι πήγαιναν για τις καθημερινές τους ασχολίες στο Άργος.
Παπάδες και λαϊκοί είχαν ξεσηκωθεί στην Αργολίδα. Ο αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κρέστας, ο Αναγνώστης Ζέρβας, ο Νικόλαος Λάμπρος από το Κρανίδι, ο Αναγνώστης Αναστασόπουλος από το Λυγουριό, ο παπα – Θοδόσης Μπούσκος από το Τζαφέραγα, ο Τάσος Νέζος, ο Μεντής, οι Κακάνηδες, ο Μπεκιάρης από τη Ναυπλία και το Άργος, ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος με οπλισμένους πρόχειρα Αργείτες, Κρανιδιώτες, Λυγουριάτες και Δρεπανοχωρίτες, στους οποίους προστέθηκαν σε λίγο και οι ηγούμενοι των μοναστηριών του Καρακαλά και του Αυγού, επίσης ο Γιώργης Λύκος με αρκετούς Χελιώτες, συγκεντρώθηκαν όλοι στο Χαϊντάρι (σημερινό Δρέπανο).
Προχώρησαν ύστερα προς το Ανάπλι, πιάνοντας τους γύρω λόφους: Αγίας Μονής, προφήτη Ηλία, Παπαφενά, εμποδίζοντας τους Οθωμανούς να βγουν έξω από την πόλη. Σύγκαιρα, δύο σπετσιώτικα πλοία, που τα κυβερνούσε η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, το ένα, και το άλλο ο Μανώλης Λαζάρου, μπήκαν στον αργολικό κόλπο και αποκλείσανε τ’ Ανάπλι από τη θάλασσα. Από τον Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδα) έφτασαν οι ενισχύσεις του Γκίκα Μπόταση, ο οποίος στις 9 του Απρίλη έστειλε το γιο του Νικολό με σπετσιώτικο καράβι ν’ αποκλείσει κι αυτός τ’ Ανάπλι.
Όμως η πολιορκία την άλλη μέρα, Πάσχα των Ελλήνων, διαλύθηκε, γιατί οι πολιορκητές διασκέδαζαν τη Μεγάλη Ημέρα και εύκολα διασκορπίσθηκαν. Τότε σκοτώθηκε ο ηγούμενος της μονής Αυγού, ο Γ. Λεμπέσης και άλλοι είκοσι επαναστάτες.
Αλλά μέσα σε λίγες ημέρες, οι ξεσηκωμένοι ραγιάδες συγκεντρώθηκαν στο Άργος και με την ενθάρρυνση του Παπαφλέσσα, του Νικόλαου Σπηλιωτόπουλου και του Σταϊκόπουλου, που διοργάνωσαν την «Καντζελαρία» του Άργους, αποφάσισαν την πολιορκία τ’ Αναπλιού, έστω και με πρόχειρο οπλισμό.
Στην «Καντζελαρία» ανήκε και ο έμπορος του Άργους Κωνσταντής Ντοροβίνι (αργότερα Δωροβίνης), που μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1820. Αρχηγός της πολιορκίας ήταν ο νεαρός, πρώην έμπορος Στ. Σταϊκόπουλος με 900 Αργολιδιώτες, που στρατοπέδευσαν στο Κατσίγκρι, στον εκεί αρχαίο πύργο. Σε λίγο, κατέφθασε από την Κωνσταντινούπολη ο Αργείτης καπετάνιος Δημήτριος Τσώκρης και ανέλαβε την αρχηγία των πολιορκητών, ενώ ο Στ. Σταϊκόπουλος με 200 άντρες και δύο πυροβόλα, που πήρε από τα σπετσιώτικα καράβια κοντά στους Μύλους, έφτασε στον Αχλαδόκαμπο και απέκλεισε το δρόμο μεταξύ Τριπολιτσάς και Ναυπλίου.
Ο αποκλεισμός από τη θάλασσα ενισχύθηκε με δύο ακόμη πλοία. Στα τέλη του Απρίλη του 21, έφτασε στην Αργολίδα ο Μουσταφάμπεης ή Κεχαγιάμπεης, με 3.500 Αρβανίτες, ερχόμενος από τα Γιάννενα και διέλυσε την πολιορκία του Ναυπλίου. Τότε σκοτώθηκε, στον Ξεριά [του Άργους], ο γιος της Μπουμπουλίνας και άλλα περίπου 700 παλικάρια. Ο Κεχαγιάμπεης ενίσχυσε τη φρουρά του Ναυπλίου με 300 ακόμη άντρες και αφήνοντας τροφές, τράβηξε προς την Τριπολιτσά, την έδρα του Μοριά. Αλλά στο Βαλτέτσι ηττήθηκε από τους Έλληνες υπό τον Κολοκοτρώνη και αναγκάσθηκε να κλεισθεί στην πολιορκούμενη Τριπολιτσά.
Τρίτη πολιορκία τ’ Αναπλιού
Για τρίτη φορά, ξανάρχισε η πολιορκία τ’ Αναπλιού, με αρχηγό τώρα το Νικηταρά, στις 15 Μαΐου του 21. 0 Νικηταράς τοποθέτησε στο Μερζέ τον Παπαρσένη Κρέστα, στο Κατσίγκρι το Σταϊκόπουλο και τους άλλους ντόπιους καπεταναίους σε άλλες επίκαιρες θέσεις. Οι οπλισμένοι Έλληνες έφταναν τους χίλιους, που περιέσφιγγαν τους Οθωμανούς τ’ Αναπλιού. Το δεύτερο 15ήμερο του Μαΐου συγκεντρώθηκαν οι πρόκριτοι στο μοναστήρι των Καλτεζών και σχημάτισαν την «Πελοποννησιακή Γερουσία» για τη διοίκηση του Μοριά. Από αντίθεση προς τον Κολοκοτρώνη, η Γερουσία θεώρησε αναγκαίο να αφαιρέσει την αρχηγία από το Νικηταρά και στη θέση του να τοποθετήσει το μανιάτη Κωνσταντή Μαυρομιχάλη.
Η πείνα άρχισε να ταλαιπωρεί τους Οθωμανούς του Ναυπλίου. Ένα εμπορικό πλοίο, με αγγλική σημαία, κατάφερε να κομίσει σ’ αυτούς τροφές. Τώρα οι πολιορκητές πολλαπλασίασαν τα καράβια τους από 4 σε 8. Όμως και άλλο πλοίο, μαλτέζικο, με αγγλική σημαία, κατάφερε να επισιτίσει τους πολιορκημένους με 8.000 κιλά σιτάρι. Ωστόσο, πείνα και αρρώστιες τους θέριζαν. Αυτό φαίνεται στην απελπισμένη επιστολή τους στον Γιουσούφ πασά που βρισκόταν στην Πάτρα, ο οποίος είχε κατορθώσει να διαλύσει την πολιορκία της. Αλλά οι πολιορκητές του Ναυπλίου συνέλαβαν τους κομιστές της επιστολής έξω από τ’ Ανάπλι.
Η πολιορκία αυτού συνεχιζόταν με πείσμα. Γενικός αρχηγός της ήταν τώρα ο Δημήτριος Υψηλάντης. Το σχέδιο του Γάλλου συνταγματάρχη Βουτιέ να καταλάβει το Μπούρτζι απέτυχε. Στο μεταξύ, πολλοί φιλέλληνες έρχονταν στο Ναύπλιο. Λεπτομέρειες μας δίνει Γερμανός γιατρός Ερρίκος Τράϊμπερ στο ημερολόγιο του, που μεταφράστηκε στα ελληνικά το 1960. Ο σηκωμός των Ελλήνων είχε συγκινήσει όλη την Ευρώπη. Ειδικότερα, για τη δράση των Γερμανών φιλελλήνων στην Πελοπόννησο και Ναύπλιο, μας δίνουν οι μελέτες της συμπολίτιδας κυρίας Ρεγγίνας QUACK-Μανουσάκη, διδάκτορος Φιλολογίας του πανεπιστημίου του Βερολίνου, οι οποίες έχουν δημοσιευθεί στα διάφορα Πρακτικά των Πελοποννησιακών Μελετών, ιδιαίτερα στο Α’ Διεθνές Συνέδριο (1975) και στο περιοδικό «Μνημοσύνη» (τόμος 14ος).
Βλέποντας οι πολιορκητές ότι ο επισιτισμός αυτός θα ενίσχυε για πολύ τους Οθωμανούς του Ναυπλίου, αποφάσισαν να το καταλάβουν με έφοδο. Το σχέδιο το μελέτησε ο Ιταλός φιλέλληνας ίλαρχος Δανία και το παρουσίασε στους Γενικούς Αρχηγούς Δ. Υψηλάντη και Θ. Κολοκοτρώνη που το δέχτηκαν. Περιελάμβανε επτά σημεία, μεταξύ των οποίων και στρατήγημα προδοσίας δήθεν των Ελλήνων, για να ορμήσουν αυτοί έπειτα από στεριά και θάλασσα και να καταλάβουν την πόλη.
Οι πολιορκητές του Ναυπλίου, ενθαρρυμένοι από την άλωση της Τριπολιτσάς (Σεπτέμβρης 1821) συνεχώς ήλπιζαν στην εκπόρθηση κι αυτού. Από την πτώση της Τριπολιτσάς οι Μοραΐτες είχαν προμηθευτεί πολλά τουρκικά όπλα. Στρατός από 4.000 παλικάρια συγκεντρώθηκε, τέλη Νοεμβρίου του 1821, έξω από την πόλη, η αναγκαία ναυτική μοίρα κατέπλευσε στο μυχό του Αργολικού και ετοιμάσθηκαν πολλές ξύλινες σκάλες.
Ο Δ. Υψηλάντης επιθεώρησε τους στρατιώτες και τους μίλησε, για να προλάβει τα ατοπήματα των Ελλήνων στην Τριπολιτσά. Μαζί του πήρε το Θ. Κολοκοτρώνη και τους Μαυρομιχαλέους, Πέτρο και Κυριακούλη. Οι αρματωμένοι παπάδες Θ. Μπούσκος και Γ. Βελίνης έκαναν κατανυκτική δέηση για την επιτυχία της επιχείρησης. Αλλά και το τόσο φιλόδοξο αυτό σχέδιο απέτυχε. Σκοτώθηκαν πολλοί Έλληνες και 17 Φιλέλληνες. Τα αίτια της αποτυχίας περιέγραψε, αργότερα, στα Απομνημονεύματά του ο Βουτιέ και τα παραθέτει σε μετάφραση ο Μιχ. Λαμπρυνίδης.
Η πολιορκία ύστερα χαλάρωσε ως το Μάιο του 1822. Τότε οι πολιορκούμενοι, αφού εξαντλήσανε και πάλι τις τροφές, και έχασαν κάθε ελπίδα βοήθειας από αλλού, αποφάσισαν να ζητήσουν τη βοήθεια του ίδιου του Σουλτάνου. Για το σκοπό αυτό διάλεξαν το συμπολίτη τους Γιουσούφ Τσιάπαρη, γνωστό σ’ όλους τους Έλληνες του Μοριά, που αναχώρησε νύχτα από τ’ Ανάπλι για την Κωνσταντινούπολη με μικρό πλοίο. Αλλά τον συνέλαβαν στην Τήνο οι Έλληνες και τον έστειλαν στην Κόρινθο, όπου βρισκόταν η Ελληνική Κυβέρνηση.
Εκεί ο Γιουσούφ Τσιάπαρης, βλέποντας την υπεροχή των ελληνικών δυνάμεων στην ξηρά και στη θάλασσα, κατάλαβε πως ήταν αδύνατο ν’ αντέξουν οι Ναυπλιώτες πολιορκημένοι. Δέχτηκε να μεσολαβήσει σ’ αυτούς για την παράδοσή τους. Τον έστειλαν στο Ναύπλιο με τη συνοδεία του φρουράρχου της Κορίνθου Νικ. Πονηρόπουλου, για να ζητήσει την παράδοση της πόλης εντός δέκα ημερών, με τους εξής όρους: Οι πολιορκούμενοι να παραδώσουν τα φρούρια, τα όπλα τους και τα πράγματά τους. Όσοι θέλουν, να μεταφερθούν στη Σμύρνη. Να δοθεί σε όλους ασφάλεια της ζωής και της τιμής τους.
Ο Τσιάπαρης έπεισε τους πολιορκούμενους να παραδώσουν την πόλη. Στις 18 Ιουνίου του 1822 υπεγράφη η συνθήκη με τους όρους που έθετε η ελληνική πλευρά. Εκατό οπλισμένοι Έλληνες μπήκαν στ’ Ανάπλι. Πενήντα κατέλαβαν το Μπούρτζι, από το οποίο έφυγαν οι Τούρκοι φρουροί. Αλλά τότε έφτασε στην Πελοπόννησο ο Μαχμούτ Δράμαλης με 30.000 άντρες. Έτσι, οι πολιορκημένοι παρασπόνδησαν και δεν παραδόθηκε η πόλη.
Ο Δράμαλης στρατοπέδευσε στη Γλυκιά και διέλυσε την πολιορκία, στις 12 Ιουλίου. Ο μουχαβούζης (φρούραρχος) του Ναυπλίου Αλή Πασάς κήρυξε άκυρη τη συμφωνία και η ελληνική Επιτροπή παραδόσεως, με επικεφαλής τον επίσκοπο Βρεσθένης θεοδώρητο, φυλακίσθηκε. Ακολούθησε η «νίλα» του Δράμαλη στα Δερβενάκια και το Αγιονόρι, όπου το στρατηγικό πνεύμα του Κολοκοτρώνη, του Νικηταρά και των άλλων καπετανέων έδωσε την περίλαμπρη νίκη. Έτσι, μετά απ’ αυτή, με περισσότερη ορμή ξανάρχισε η πολιορκία τ’ Αναπλιού.
Οι αποκλεισμένοι Οθωμανοί πεινούσαν. Στις 8 του Σεπτέμβρη η Αρμάδα του Μεχμέτ Πασά ηττήθηκε από τον υδροσπετσιώτικο στόλο ανάμεσα στην Ερμιονίδα και την Ύδρα. Δεν μπήκε στον Αργολικό κόλπο τουρκικό καράβι να φέρει τροφές στους αποκλεισμένους. Αυτοί απελπίστηκαν. Έτρωγαν ακάθαρτα ζώα και όταν τελείωσαν κι αυτά, πτώματα. Η ανθρωποφαγία, όπως με ωμότητα μας την περιγράφει ο Φωτάκος, είναι αποκρουστική. Ο Δράμαλης που μαράζωνε στην Κόρινθο, έστειλε με τον έμπιστο του Δελήμπαση, τροφές στ’ Ανάπλι. Ο Κολοκοτρώνης φρόντισε για την ενίσχυση της πολιορκίας. Οι πολιορκούμενοι, ολότελα απελπισμένοι, πρότειναν στους Έλληνες να τους αφήσουν ελεύθερους και να πάνε με τις οικογένειές τους στην Κόρινθο. Αλλά η Κυβέρνηση και ο Κολοκοτρώνης δεν δέχτηκαν την πρόταση.
Λίγο αργότερα, οι Τούρκοι τ’ Αναπλιού έστειλαν 150 άντρες οπλισμένους στην Κόρινθο. Ήξεραν καλά τα Ελληνικά και ήταν ντυμένοι με φουστανέλλες. Έτσι, πέρασαν τα Στενά των Δερβενακίων που τα φρουρούσαν οι Έλληνες, και ζήτησαν βοήθεια. Στις 28 Νοεμβρίου 7.000 οπλισμένοι Τούρκοι από την Κόρινθο κόμιζαν τροφές για τ’ Ανάπλι. Στον Άγιο Σώστη έγινε η φονική συμπλοκή. Εδώ σκοτώθηκε ο Παπαρσένης Κρέστας, που είχε προμαντεύσει ότι «το κεφάλι του θα πέσει, αλλά σπειρί στάρι δεν θα φτάσει στ’ Ανάπλι».
Στις 27 του Νοέμβρη οι Τούρκοι του Ναυπλίου ζήτησαν από το Σταϊκόπουλο που διηύθυνε την πολιορκία, να μηνύσει στον Κολοκοτρώνη να κάνουν «τρατάτο». Ο Αρχιστράτηγος παράγγειλε στο Στάϊκο την εξής απάντηση: «Σεις ζητάτε τρατάτο. Η δική μου θέληση είναι να παραδώσετε όλα τα φρούρια και να αφήσετε και το βιό σας και να σας μπαρκάρω στα ελληνικά καράβια και να σας στείλω όπου θέλετε, αφού μας δώσετε το ενέχυρο. Και αν δεν ακούσετε τη θέληση μου, θα σας πάρουμε με ρεσάλτο και θα σας περάσουμε όλους από το σπαθί».
Οι στρατιωτικοί αρχηγοί τ’ Αναπλιού, όταν άκουσαν από το χιλίαρχο Στ. Σταϊκόπουλο τούτη την απάντηση, κάλεσαν αμέσως τον τσιδάραγα και τους άλλους αγάδες του Παλαμηδιού να κατέβουν στην πόλη για ν’ αποφασίσουν τι θα κάμουν. Ο φρούραρχος του Ναυπλίου Αλή πασάς και ο προηγούμενος φρούραρχος, τρέμοντας την οργή του Σουλτάνου, προσπαθούσαν να αναβάλουν την παράδοση. Σκέφθηκαν ν’ αποσυρθούν στο Παλαμήδι με ανάλογη στρατιωτική δύναμη και ν’ αφήσουν τους κατοίκους της πόλης στο έλεος του Θεού και των πολιορκητών.
Το σχέδιο τούτο ο Αλή πασάς φοβήθηκε να το εμπιστευθεί στους αγάδες του Ναυπλίου, που δεν θα δέχονταν να διακινδυνεύσουν οι οικογένειές τους. Αποφάσισε να το ανακοινώσει στους φρουρούς του Παλαμηδιού. Η συνέλευση των τριών φρουράρχων τ’ Αναπλιού και των άλλων επιτελών, αν και κράτησε μέχρι το βράδυ της 29ης Νοεμβρίου, δεν κατέληξε σε καμιά απόφαση. Κρίθηκε αναγκαίο να διανυκτερεύσουν οι αγάδες του Παλαμηδιού στην πόλη, για να πάρουν απόφαση το πρωί, γιατί ο λαός είχε εξαγριωθεί εναντίον τους.
Η πτώση του Παλαμηδίου
Οι Τούρκοι του Παλαμηδιού, βλέποντας πως οι αγάδες του φρουρίου δεν γύρισαν το βράδυ, ανησύχησαν και κατέβηκαν στην πόλη. Αποφάσισαν ν’ αφήσουν για τη φρούρησή του 100 άντρες, περίπου. Από αυτούς οι 70 είχαν πιάσει την Μπεζιριάν ντάπια, όπου έκλεισαν, για μεγαλύτερη ασφάλεια, τις οικογένειες των αξιωματικών του φρουρίου. Οι υπόλοιποι μοιράστηκαν 5-10 στις υπόλοιπες ντάπιες. Στην Γιουρούς ντάπια, που ήταν πιο εκτεθειμένη, πήραν θέση 12 άντρες, ανάμεσα τους και δύο Αρβανίτες.
Οι δύο Αρβανίτες που φρουρούσαν τη Γιουρούς ντάπια, όπως παραδίδει ο Μιχ. Λαμπρυνίδης, είχαν βγει κρυφά από το Παλαμήδι και είχαν έρθει σε συνεννόηση με τον αρχηγό της πολιορκίας Στ. Σταϊκόπουλο που στρατοπέδευε στην Άρια και πριν από 15 ημέρες, ζητώντας ν’ αφήσουν οι πολιορκητές όλους τους Αρβανίτες ελεύθερους. Βγήκαν και πάλι, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της 29ης Νοεμβρίου του 1822, μαζί με μια γυναίκα, για να μαζέψουν δήθεν χόρτα.
Ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης που περιπολούσε την ώρα εκείνη στο στρατόπεδο, έπιασε τους δύο Αρβανίτες και τους οδήγησε στον καπετάν Στάϊκο. Ο Σταϊκόπουλος έμαθε απ’ αυτούς ότι στο Παλαμήδι είχαν μείνει λίγοι άντρες και ότι οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες είχαν κατέβει στην πόλη και δεν ξαναγύρισαν. Κάλεσε και τους άλλους καπεταναίους και αποφάσισε να εκμεταλλευθεί την ευκαιρία. Ο Δ. Μοσχονησιώτης, σίγουρος ότι οι Αρβανίτες είπαν την αλήθεια, παρακίνησε το Σταϊκόπουλο να πάρει τούτη την απόφαση για το ρεσάλτο.
Για να πείσει αυτόν και τους άλλους καπεταναίους ότι οι πληροφοριοδότες είπαν την αλήθεια, δέχθηκε πρώτος αυτός ν’ ανεβεί με σκάλα στα τείχη της Γιουρούς ντάπιας και, αν οι στρατιώτες που ήταν κοντά της ακούσουν πυροβολισμό, να καταλάβουν ότι σκοτώθηκε. Αν ακούσουν μόνο φωνές, να καταλάβουν ότι πιάστηκε, οπότε να φύγουν και να τιμωρήσουν αυστηρά τους δύο Αρβανίτες που τους κρατούσαν στην Άρια. Στην περίπτωση όμως που θα βρει τον προμαχώνα αυτόν αφρούρητο, αμέσως θα τους ειδοποιήσει ν’ ανεβούν κι αυτοί στα τείχη.
Ο Σταϊκόπουλος δέχτηκε την πρόταση. Αφού πήρε μαζί του από τα παλικάρια τον αδελφό του Αθανάσιο, το Νικόλαο Μοσχονησιώτη και άλλους 350 γεροδεμένους άντρες, μαζί με τον Γκουμπερνάντι και λίγους άλλους φιλέλληνες, ξεκίνησε αθόρυβα από το στρατόπεδο της Άριας μέσα στη βροχερή νύχτα και βάδισε προς το Παλαμήδι. Στο στρατιωτικό αυτό σώμα ακολουθούσαν ο αγιορείτης μοναχός Παφνούτιος και ο Αργείτης βιολιτζής Πορτοκάλης, κουβαλώντας την 5μετρη ξύλινη σκάλα για την ανάβαση.
Ο Σταϊκόπουλος, κατά τις μαρτυρίες του Μιχ. Λαμπρυνίδη, εμψυχώνει τα παλικάρια του με τούτα τα λόγια: «Στρατιώτες του Χριστού και της πατρίδας, η ημέρα τ’ Αγιαντρέα πρέπει να φωτίσει τους Έλληνες λεύτερους. Αλλά το Ανάπλι, που το μολεύει η πατούσα των αγαρηνών, αντιστέκεται ακόμα και φαίνεται να ξαστοχάει την παλικαριά σας. Οι αγαρηνοί που το κατέχουν, αφού δείξανε τη μπαμπεσιά τους και γράψανε στα τσαρούχια τους τη γραφή του Γέρου που τους έλεγε να παραδοθούνε και να τους έστελνε στη Μικρασία ζωντανούς, ξαναπήρανε την πρώτη τους αυθάδεια.
Θα το αντέξετε το λοιπόν, ακόμα, τούτοι οι βάρβαροι να παίζουνε μαζί μας; Το Παλαμήδι φημίζεται, σε τούτη την πλάση, άπαρτο. Όμως, η δόξα που σας σκεπάσει αν το αποχτήσετε, θα φωτίσει Ανατολή και Δύση. (….) Μοραΐτες, ομπρός, ας γιορτάσουμε σήμερα τη γιορτή τ’ Αγιαντρέα, που μας προστατεύει, πατώντας το πιο δυνατό κάστρο των οχτρών μας. (….) Οι γενναίοι, που κλείνουνε στα σωθικά τους τη φλόγα της λευτεριάς, ας σαλτάρουνε πρώτοι μαζί μου στο Παλαμήδι». (Μεταγραφή Θεόδωρου Κ. Κωστούρου).
Μετά ο καπετάν Στάϊκος, αφού άφησε ως οπισθοφυλακή τον αδελφό του επικεφαλής 270 αντρών, μαζί με τον Νικ. Μοσχονησιώτη και 80 παλικάρια, προχωρεί προς την Γιουρούς ντάπια. Ησυχία παντού. Φέρνουν την ξύλινη σκάλα και την τοποθετούν στο χαμηλότερο μέρος του τείχους. Και τότε ο Δημ. Μοσχονησιώτης, όπως το είχε υποσχεθεί, κάνει το σημείο του Σταυρού και πηδάει μέσα στην ντάπια. Διέκρινε ένα αμυδρό φως στο βάθος και κάνοντας πάλι το σημείο του Σταυρού, πλησιάζει στο φυλάκιο.
Βλέπει έναν Τούρκο να τρώει φύλλο φραγκοσυκιάς. Κρατώντας στο ένα του χέρι το ξίφος και στο άλλο το πιστόλι του, κάνει νόημα στον Τούρκο να μην κινηθεί. Ξαφνιασμένος εκείνος, πέφτει στα πόδια του και ζητεί έλεος. Ο Δ. Μοσχονησιώτης του έδεσε τα χέρια και του έκλεισε το στόμα. Μάζεψε όλα τα όπλα που βρήκε στο φυλάκιο και κάλεσε τα παλικάρια που περίμεναν ανυπόμονα ν’ ανέβουν γρήγορα πάνω στο τείχος χωρίς φόβο. Ο καπετάν Στάϊκος με τους 80 στρατιώτες του ανεβαίνει τη σκάλα παίρνοντας μαζί του και έναν Κρανιδιώτη γέροντα χτίστη, το Μανώλη Σκρεπετό, που είχε δουλέψει στο Παλαμήδι και το γνώριζε καλά.
Πήδησε μέσα και μετά ακολούθησαν οι 80 στρατιώτες που με λοστάρια άνοιξαν τη σιδερένια πόρτα του προμαχώνα. Απ’ αυτήν μπήκαν και οι υπόλοιποι 270 άντρες με τον Αθανάσιο Σταϊκόπουλο. Ο Δημ. Μοσχονησιώτης τοποθέτησε σε λίγο τη σκάλα στη διπλανή Τοβίλ ντάπια. Τα παλικάρια ανέβηκαν στην Καρά ντάπια, αλλά το τείχος της ήταν ψηλότερο από τη σκάλα. Αναγκάστηκαν, έτσι, να κρατήσουν ψηλά με τα χέρια τους τη σκάλα, για να μπορέσει ο Δ. Μοσχονησιώτης να φτάσει στο τείχος. Στο ανέβασμα αυτής της ντάπιας, ο αρχιμανδρίτης Διονύσιος Βυζάντιος γλύστρησε και έσπασε το πόδι του.
Με τον ίδιο τρόπο, τα παλικάρια κυρίευσαν και τον προμαχώνα του φρουραρχείου (Τζιδάρ ντάπια). Οι Τούρκοι, βλέποντας πως οι Έλληνες κυρίευσαν το Παλαμήδι, κατέβαιναν τα 999 σκαλιά και έμπαιναν στην πόλη, ξυπνώντας τους εδώ Τούρκους. Βγήκαν όλοι στους δρόμους με τις γυναίκες και τα παιδιά κλαίγοντας. Είχε πια φωτίσει: 30 Νοεμβρίου του 1822.
Οι πορθητές γύρισαν τα πυροβόλα και άρχισαν να κανονιοβολούν την πόλη και το Ιτς-Καλέ.
Οι Τούρκοι που ήταν κλεισμένοι στην Μπαζιριάν ντάπια, τη μόνη από τις οκτώ που δεν είχαν κυριεύσει οι πολιορκητές, σκέπτονταν να βάλουν φωτιά στην μπαρουταποθήκη και να την ανατινάξουν. Τούτο πληροφορήθηκε ο καπετάν Στάϊκος από τον υποφρούραρχο Αμπτούλ-αγά που ήταν γνωστός του, μίλησε με τους Τούρκους αυτού του προμαχώνα και τους έπεισε να κατέβουν στην πόλη ανενόχλητοι. Τους έδωσε, μάλιστα, την εντολή να πείσουν και τους άλλους κατοίκους τ’ Αναπλιού να παραδοθούν χωρίς όρους.
Ο πορθητής Στ. Σταϊκόπουλος, μόλις έγινε κύριος του Παλαμηδιού, έστειλε καβαλάρηδες ταχυδρόμους στην Κυβέρνηση που ήταν στην Ερμιόνη και στον Αρχηγό Θ. Κολοκοτρώνη που βρισκόταν στα Δερβενάκια, να αναγγείλουν τα νέα. Ο Γέρος άκουσε στα Δερβενάκια τους πυροβολισμούς από το Παλαμήδι και έτρεχε στ’ Ανάπλι. Στο δρόμο συνάντησε τον ταχυδρόμο και πληροφορήθηκε την άλωση του Παλαμηδιού. Έφτασε στο Παλαμήδι νωρίς το πρωί. Διέταξε να πυροβολήσουν την πόλη, για ν’ αναγκάσει τη φρουρά να παραδοθεί γρήγορα.
Αφού τα παλικάρια έρριξαν πενήντα μπάλες, έστειλε με τον υπασπιστή του τούτο το γράμμα προς τους Τούρκους του Ναυπλίου: «Σας προσφέρομεν το χαιρετισμόν μας. Ιδού ο Θεός του Παντός μας έδωσε το Παλαμήδιον υπό την κυριαρχίαν μας και σας προσκαλούμεν εις τρεις ώρας να μας παραδώσετε το φρούριον και τον «Ιτς-Καλέν». Τουναντίον θέλετε γίνει ανάλωμα του πυρός και των κανονιών και δεν το επιθυμούμεν. 1822 Νοεμβρίου 30, 2 ώρας της ημέρας. Θ. Κολοκοτρώνης και λοιποί».
Πολλοί από τους κατοίκους του Ναυπλίου τρόμαξαν από τις μπάλες των κανονιών που έπεφταν από το Παλαμήδι πάνω στα σπίτια τους και έτρεξαν στο σπίτι, όπου ήταν φυλακισμένοι οι Έλληνες της Επιτροπής παραδόσεως της πόλης, λέγοντας στον πρόεδρο, επίσκοπο Βρεσθένης Θεοδώρητο: «Άγιε Δέσποτα, από το Θεό και στα χέρια σου». Ο φρούραρχος Αλή πασάς εκάλεσε την Επιτροπή και δείχνοντας το γράμμα στο μέλος αυτής Βασίλη Χριστακόπουλο, του ζήτησε να συνομιλήσει με τον Αρχιστράτηγο και να συνεννοηθούν για την παράδοση. Αλλιώς, θα βάλουν φωτιά στον τσεπχανέ (μπαρουταποθήκη) μαζί με τους ανθρώπους της Επιτροπής και θα πυρποληθούν όλοι. Ο Β. Χριστακόπουλος και οι άλλοι της Επιτροπής έγραψαν στον Κολοκοτρώνη να σταματήσει τους κανονιοβολισμούς και να έρθει σε συνεννόηση με τους Τούρκους τ’ Αναπλιού. Οι πορθητές του Παλαμηδιού και ιδιαίτερα όσοι κατάγονταν από τα περίχωρα του Ναυπλίου, γνώριζαν πως υπήρχε κοντά στο φρουραρχείο, από την εποχή των Βενετσιάνων, εκκλησιά του Αγίου Ανδρέα που γιόρταζε την ημέρα εκείνη.
Με τη βοήθεια του γέρου Μανώλη Σκρεπετού, την ανακάλυψαν. Ήταν κρυμμένη πίσω από ένα σωρό πέτρινες μπάλες. Ενθουσιασμένοι, καθάρισαν τον ιερό αυτό χώρο και το μεσημέρι της γιορτής τ’ Αγιαντρέα ετέλεσαν κατανυκτική δοξολογία.
Ο αυτόπτης μάρτυρας της αλώσεως, φιλέλληνας φον Μάντελσλο συμφωνεί, σε γενικές γραμμές, με την αφήγηση αυτή του Μιχ. Λαμπρυνίδη και, όπως παρατηρεί η κ. Ρεγγίνα QUACK – Μανουσάκη, ο Γερμανός αυτός, ατενίζοντας από το υψηλότερο σημείο του Παλαμηδιού την Αργολίδα, το πέλαγος, τα νησιά και τα βουνά, αναφωνεί:
«Ένας τέτοιος υπέροχος τόπος δεν υπάρχει πουθενά αλλού στην Ευρώπη, και εκείνος που θα τον είχε δει και θα ‘χε ζήσει μια τέτοια μοναδική στιγμή, δεν θα σκεπτόταν πλέον τις κακουχίες και τις ατυχίες, αλλά θα αισθανόταν μεγάλην ανταμοιβήν για όλες τις ταλαιπωρίες που πέρασε» (Πρακτικά Α’ Διεθν. Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμος τρίτος, σ. 138).
Παράδοση της Πόλης
Οι Τούρκοι πασάδες, με τη μεσολάβηση της Επιτροπής, έστειλαν στον Κολοκοτρώνη επιτετραμένους της πόλης, για να συζητήσουν τους όρους της παράδοσης. Ο Αρχιστράτηγος τους υποδέχτηκε με ευγένεια και τους είπε λακωνικώτατα ότι τους χαρίζει τη ζωή, να παραδώσουν τα φρούρια και να μπαρκαρισθούν στα «Πέντε Αδέλφια με δύο αλλαξιές ρούχα». Στις 3 Δεκεμβρίου οι επίσημοι Τούρκοι του Ναυπλίου υπέγραψαν τη συνθήκη εκτός από τον φρούραρχο Αλή πασά και τον πρώην φρούραρχο Σελήμ πασά, που φοβούνταν την οργή του Σουλτάνου. Την έστειλαν αμέσως στον Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι.
Η συνθήκη περιελάμβανε 11 όρους με τις γνωστές προτάσεις του Γέρου, ο οποίος διέγραψε τον όρο που περιελάμβανε την απαίτηση των Τούρκων να μπαρκάρουν με τα όπλα τους. Ο Κολοκοτρώνης διέταξε τους γιατρούς Αγαμ. Αυγερινό και Ιωσήφ Δούκα και τον υπασπιστή του Φωτάκο Χρυσανθόπουλο να κατεβούν στην πόλη για να πάρουν τα κλειδιά των φρουρίων. Αυτοί κατέβηκαν κάτω και πήγαν στο σπίτι του φρούραρχου Αλή πασά. Εκείνος παρέδωσε συγκινημένος τα κλειδιά λέγοντας: «Πάρτε τα κλειδιά και δώστε τα του Αρχηγού σας και πέστε του να λυπηθεί του Θεού τα πλάσματα».
Οι απεσταλμένοι πήραν τα κλειδιά, ανέβηκαν στο Παλαμήδι και τα έδωσαν στον Κολοκοτρώνη. Εκείνος έσκυψε και τα φίλησε με δάκρυα. Τελικά οι Τούρκοι, γύρω στους 3.250, μετά από 22 ημέρες καθυστέρηση, επιβιβάστηκαν σε ελληνικά καράβια και μεταφέρθηκαν στη Μ. Ασία. Τα ναύλα, γύρω στα 110.000 γρόσια, τα πλήρωσε η Επιτροπή στους πλοιοκτήτες σε ασημένια σκεύη από τα λάφυρα της πόλης.
Χιλιάδες χριστιανοί συνέρρεαν από τα καμποχώρια κάτω απ’ τα κάστρα τραγουδώντας αναπλιώτικα τραγούδια. Τα διασώζει η β’ γραφή του Μιχ. Λαμπρυνίδη. Παραθέτω ένα δημοτικό: «Στις τριάντα Νοεμβρίου/του Ανδρέα του Αγίου/ χριστιανοί τι καρτερείτε/ στο Ανάπλι να εμπήτε;/ Στάικος με παλικάρια/ μπήκανε σαν τα λιοντάρια./ Σήμερα το Παλαμήδι/ στους Ρωμιούς ‘γινε παιχνίδι,/ του Παλαμηδιού το κάστρο/ πάρθηκεν με ρεσάλτο».
Στο μεταξύ ο Κολοκοτρώνης διέταξε: «Όλα τα κινητά σκεύη και έπιπλα και τα πολύτιμα αντικείμενα των Οθωμανών να τοποθετηθούν στο μεγάλο τζαμί και να φυλάγονται με ασφάλεια.» Αρχιφύλακα έβαλε τον έμπιστο αρχιγραμματέα του Μιχ. Οικονόμου, που χώρισε όσα κινητά αντικείμενα σώθηκαν από τη βουλιμία των πλιατσικολογούν, σε 1000 ίσες μερίδες. Από αυτές τις 100 τις άφησαν «για το Έθνος», οι υπόλοιπες μοιράστηκαν στους πολιορκητές.
Αυτό είναι το συναξάρι τ’ Αναπλιού, που έγινε σε λίγο η έδρα του Αγώνα και ενθάρρυνε τους ξεσηκωμένους για την τελική κατάκτηση της Λευτεριάς τους.
Στάϊκος Σταϊκόπουλος
Είναι όμως καιρός να γνωρίσουμε καλύτερα τον Καπετάν Στάϊκο Σταϊκόπουλο, την εφήμερη δόξα του και τα επώδυνα «στερνά» του. Έχουμε τρία σχετικά βοηθήματα. Τη σύντομη μελέτη της Μαίρης Ν. Βέη «Ο καπετάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος και άλλοι αγωνισταί», τη μυθιστορηματική βιογραφία του μακαρίτη Θεόδωρου Κ. Κωστούρου «Σταϊκόπουλος, ο πορθητής», και την εκτεταμένη πραγματεία του αείμνηστου ιστορικού Γεωργ. Αθ. Χώρα.
Το πρώτο στηρίζεται στο αρχείο του βυζαντινολόγου Νίκου Βέη και έχει εκδοθεί το 1971 επ’ ευκαιρία των 150 χρόνων της Παλιγγενεσίας. Το δεύτερο που προήλθε από το έναυσμα του βιβλίου της Μ. Ν. Βέη, είναι μια ρωμαντική νουβέλλα που κυκλοφορήθηκε στ’ Ανάπλι το 1983 με δαπάνες του προοδευτικού συλλόγου «Ο Παλαμήδης». Ο Ναυπλιώτης λογοτέχνης αφηγείται, ανάμεσα στην ιστορία και το θρύλο, τη δόξα και την πτώση του Πορθητή.
Η μελέτη του συμπολίτη Γ. Αθ. Χώρα, είναι εμπεριστατωμένη και αναφέρεται στο «Αρχείο του Στ. Σταϊκόπουλου», που διέσωσαν οι απόγονοί του έως σήμερα. Είναι δημοσιευμένη στον IV τόμο των «Ναυπλιακών Αναλέκτων» του 2000.
Γεννήθηκε στη Ζάτουνα της Γορτυνίας το 1798. Συνεπώς, κατά την έναρξη του Αγώνα ήταν 23 ετών. Ήταν ο τελευταίος γιος του Παναγιώτη και της Ζαχαρούλας Σταϊκοπούλου. Κοντόσωμος, νευρικός και τολμηρός. «Φουντοθειάβηδες» τους λέγανε στη Ζάτουνα τους Σταϊκοπουλέους, γράφει ο Κωστούρος.
Ο μεγάλος γιος, ο Κωσταντής, έσφαξε πάνω σε καβγά έναν Τούρκο στη Ζάτουνα και μίσεψε στη Βλαχιά, όπου έπεσε στον αγώνα του Ιερού Λόχου. Ο Σταϊκούλης, όπως τον έλεγαν στο χωριό, μαζί με τον αδελφό του Αθανάσιο, έφυγε από τη Ζάτουνα και πήγε στην Ύδρα, όπου το ναυτεμπόριο ήκμαζε. Εκεί μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από το Δημητσανίτη Ν. Σπηλιωτόπουλο, φίλο του Παπαφλέσσα. Ήταν γνωστός ως έμπορος δερμάτων. Τον Απρίλιο του 21 συγκρότησε, με δικές του δαπάνες, στρατιωτικό σώμα και πέρασε στο Μοριά.
Τον βρίσκουμε στην Αργολίδα να στρατοπεδεύει με τους άντρες του στο Άργος, στο Βιβάρι, στο Κατσίγκρι, στον Αχλαδόκαμπο, στην Άρια. Ο Φωτάκος γράφει χαρακτηριστικά: «Πολιορκητής του Ναυπλίου ήτο παντοτεινός ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος», ενώ οι άλλοι οπλαρχηγοί άλλαζαν θέσεις. Ο Στ. Σταϊκόπουλος «κυβερνούσε με σιδερένιο χέρι», γράφει ο Κωστούρος. Δείγμα της πειθαρχίας που είχε επιβάλει στους άντρες του, είναι το περιστατικό στην Παναγία την Πορτοκαλούσα, στο Άργος.
Ένας στρατιώτης του έκλεψε ένα ελάφι του μοναστηριού αυτού και ο καπετάν Στάϊκος ετοιμαζόταν να του πάρει το κεφάλι. Παρενέβη, όμως, ο ανηψιός του λέγοντας ψέματα, ότι αυτός σκότωσε το ελάφι, για να σώσει το φταίχτη. Και ο Στάϊκος δε δίστασε, σκότωσε το ανήψι το! Όταν αποκαλύφθηκε η αλήθεια, σκότωσε και τον υπαίτιο. Έκτοτε ο Σταϊκούλης είχε τύψεις, που τον αναστάτωναν, καθώς περνούσαν τα δύσκολα χρόνια του Αγώνα. Διηγούνταν οι σύγχρονοι του, ότι ξύπναγε τη νύχτα, σηκωνόταν, έζωνε τ’ άρματα του και με το γιαταγάνι του μάχονταν επιθετικά τους τοίχους του δωματίου του.
Μετά, έπεφτε κάτω στο πάτωμα σφαδάζοντας, χτυπούσε το κεφάλι του και έκλαιγε. Όταν του πέρναγε η κρίση, συνερχόταν. Αγωνιζόταν πάντα με ορμή. Στην πολιορκία της Κορίνθου πληγώθηκε. Ο «μινίστρος» του πολέμου Ιω. Κωλέττης πρότεινε στον πρόεδρο του Εκτελεστικού: «Επειδή ο καπητάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος απ’ αρχής του παρόντος αγώνος άχρι τούδε έδωκε προφανή τεκμήρια της στρατιωτικής αυτού ανδρείας, και μάλιστα της επιμονής, με την οποίαν διέμεινε προσκαρτερών εις την πολιορκίαν του Ναυπλίου, χωρίς να απαυδήση ποσώς δια τας μακράς ταλαιπωρίας, και δια τα οποία φοβερός μεν εις τους εχθρούς, αξιάγαστος δε εις τους ημετέρους κατεστάθη, και επειδή εις την προλάβούσαν των πολιορκουμένων εξόρμησιν προπολεμών ανδρείως, επληγώθη, δια τούτο το Μινιστέριον του πολέμου φροντίζον ίνα ανταμείβεται επαξίως η στρατιωτική αρετή των τοιούτων, εισαγγέλλει ώστε η υπέρτατη Διοίκησις να ανταμείψη τας εκδουλεύσεις και ανδραγαθίας του ρηθέντος Σταϊκόπουλου με τον στρατιωτικόν βαθμόν του πεντακοσιάρχου, επιτάττουσα εις το Μινιστέριον του πολέμου ν’ αποστείλη προς αυτόν τα κυρωτικά περί τούτου έγγραφα.
Εν Κορίνθω, τη 12η Μαρτίου 1822» (Μαίρης Ν. Βέη, οπ.π. σ. 21-22).
Η Κυβέρνηση τον προήγαγε στον «βαθμόν του ταξιάρχου μόνον και όχι πεντακοσιάρχου», την επομένη ημέρα. Τούτο ήταν μια δικαίωση των αγώνων του. Στο βαθμό του χιλίαρχου προβιβάστηκε στις 13 Οκτωβρίου του χρόνου αυτού κατά πολιορκία του Ναυπλίου, «επειδή ελπίζει η πατρίς πολλά παρ’ αυτού».
Η μεγάλη του ώρα ήταν το Παλαμήδι. Την επομένη της αλώσεως μετά από πρόταση του Εκτελεστικού, η Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος, που είχε έδρα την Ερμιόνη, τον αναγόρευσε στρατηγό, γιατί «ο χυλίαρχος Στάϊκος Στάϊκόπουλος εξ εφόδου χθες εκυρίευσε το τρομερό Παλαμίδι. Την αρετήν του ανδρός αγέραστον να αφήση η Διοίκησις δεν φαίνεται εύλογον. Το Εκτελεστικόν σώμα κρίνει εύλογον εις τον βαθμόν της στρατηγίας να προβιβαστή ο τροπαιούχος Στάϊκος Σταϊκόπουλος, και καθυποβάλλεται τούτο εις του Βουλευτικού την επίκρισιν». (οπ.π. σελ. 23).
Την ίδια ημέρα, «εγκρίνει και το Βουλευτικόν αξιώτατον τοιούτου βαθμού περί τε των άλλων εκδουλεύσεών του προς την πατρίδα, και τροπαίων κατά των εχθρών, και περί της δι’ εφόδου καταπορθήσεως του δυσπορθήτου Παλαμιδίου» (όπ.π.).
Έτσι, ο Στ. Σταϊκόπουλος ονομάστηκε στρατηγός, σε ηλικία 24 ετών, και με το βαθμό αυτό συνέχισε τον Αγώνα. Αλλά λόγω του ευερέθιστου χαρακτήρα του, δεν έγινε αργότερα φρούραρχος του Παλαμηδίου ούτε του Ιτς-Καλέ, όπως επιθυμούσε, και είχε μόνιμο οικονομικό πρόβλημα. Αλλά και πρόβλημα κοινωνικής προσαρμογής.
Κατά τον μετέπειτα εμφύλιο σπαραγμό, υπέφερε τα δεινά μεταξύ των αντιμαχομένων παρατάξεων. Όπως σημειώνει ο Γ. Χώρας, δύο ήταν τα μόνιμα αιτήματά του: Το χρηματικό και το στεγαστικό. Τον βρίσκουμε αργότερα ως «ενοικιαστή των εθνικών προσόδων» σε διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου. Το 1825, χωρίς μισθό και χωρίς σπίτι, «ξεσήκωσε τ’ Ανάπλι». Έτσι, έμενε μόνον με τις δάφνες του και τον τίτλο του στρατηγού, χωρίς σχεδόν κανένα υλικό αντίκρυσμα. Ο ψυχικός του βρασμός είναι προφανής και εξεκενώθη, γράφει ο πιο πάνω ιστορικός και παραθέτει σχετική πρόταση του Βουλευτικού προς το Εκτελεστικό:
«Ο καπετάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος εσήκωσε την ησυχία όλων των κατοίκων του Ναυπλίου, έδειρε πολίτας, εβίασε την φυλακήν της Αστυνομίας, εκτύπησε τον βουλευτήν κύριον Ιωάννη Πάγκαλον μέσα εις την οικίαν του περί τας 6 ώρας της νυκτός και τέλος κάνει έργα μαινόμενου. Όθεν, δια να μην ταράττεται η κοινή ησυχία και μάλιστα υπ’ όψιν της Διοικήσεως, το Βουλευτικόν κρίνει εύλογον να συλληφθή χωρίς αναβολής καιρού και να ριφθή εις το καστέλλον (Μπούρτζι). Όθεν το Σ. εκτελεστικόν ας δώση τας ανάλογους διαταγάς». (Γεωργ. Αθ. Χώρα, οπ.π. σ. 349-350).
Μετά την επιδρομή του Ιμπραήμ στην Αργολίδα (καλοκαίρι του 1825), ο Σταϊκόπουλος ζήτησε από την Κυβέρνηση όπλα και χρήματα, για να εκστρατεύσει εναντίον του. Δεν πολέμησε στους Μύλους αλλά στα «Κατζιωτέικα αμπέλια, όπου εφόνευσε πλείστους Άραβας και συνέλαβε 30 εξ αυτών αιχμαλώτους, τους οποίους απέστειλε εις Ναύπλιον» (Μαίρη Ν. Βέη, οπ. π. σ. 47).
Κατά την περίοδο του Κυβερνήτη Καποδίστρια, ο Στ. Σταϊκόπουλος ήταν μεταξύ των δυσαρεστημένων άτακτων στρατιωτικών και «εφώναζε» εναντίον του. Σκληρότερη ήταν η τύχη των άτακτων βαθμοφόρων επί Αντιβασιλείας του Όθωνα. Τότε ο Στ. Σταϊκόπουλος αναγνωρίσθηκε με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη της Εθνοφυλακής, χωρίς να του χορηγηθεί το επίσημο δίπλωμα, γιατί περιέπεσε σε δυσμένεια λόγω αλλοπρόσαλλης συμπεριφοράς του. Το σώμα της Εθνοφυλακής καταργήθηκε το 1835, έτος του θανάτου του ήρωα, χωρίς να έχει εισπράξει τις αποδοχές του βαθμού του, όπως ζητούσε αυτός και μετέπειτα η θυγατέρα του Ζαχαρούλα και αργότερα τα εγγόνια του.
Ο Στ. Σταϊκόπουλος, διαμένοντας στο Άργος ή στην Πρόνοια Ναυπλίου, ασκούσε δριμεία κριτική κατά των κρατούντων και είχε γίνει πολύ προκλητικός στους Βαυαρούς του Όθωνα. Δεν μπορούσε να κατανοήσει γιατί οι ελευθερωτές της Πατρίδας έχασαν τώρα την πολιτική εξουσία. Επί κυβερνήσεως του Ιω. Καποδίστρια οι ιθύνοντες του έδειχναν επιείκεια λόγω της αρρώστιας του. Αλλά η κυβέρνηση, επί Αντιβασιλείας, τον έκλεισε στη φυλακή του Λεονάρδου. Έτσι, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Γ. Χώρας, «από την πιο ψηλή κορυφή του Παλαμηδίου έπεσε στο χαμόγειο της φυλακής του Ναυπλίου». Τότε από έλλειψη νοσοκομείων για τους «φρενοβλαβείς», οι πάσχοντες ασφαλίζονταν στις φυλακές.
Έτσι, ο ηρωικός και τραγικός Στ. Σταϊκόπουλος πέθανε κυριολεκτικά «στην ψάθα» της φυλακής σε ηλικία 37 ετών (21 Φεβρουαρίου 1835). Ο άδοξος αυτός θάνατος προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση στην Αργολίδα. Συγγενείς και φίλοι του περιέφεραν δίσκο για την κηδεία του, που έγινε μεγαλοπρεπής με δαπάνη του κοινού. Επικήδειο εκφώνησε στον Άγιο Γεώργιο Ναυπλίου ο διάκονος Ευγένιος Διογενίδης και ο νεκρός του ετάφη στον περίβολο του ναού των Αγίων Πάντων, στην Πρόνοια.
Η πόλη τον τίμησε με μία κεντρική οδό στο όνομά του. Το 1966 με δαπάνες της δισέγγονης του Ζαχαρούλας, συζύγου του Ευαγγέλου Μάρκου Παπαμάρκου, του έστησε ανδριάντα που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Νικόλας, στην πλατεία Σταϊκοπούλου, όπου κάθε χρόνο, την τελευταία Κυριακή του Νοεμβρίου γίνονται πανηγυρικές εκδηλώσεις προς τιμήν του.
Στο βάθρο του μνημείου ο ποιητής Θεόδωρος Κ. Κωστούρος έγραψε τούτους τους στίχους:
Αγέραστος κι αθάνατος, πάντα κοντάμας μένεις
του Εικοσιένα σταυραητέ, της λευτεριάς πουλί.
Ω Πορθητή του πιο τρανού κάστρου της οικουμένης που δέχτηκες
στο μέτωπο της Δόξας το φιλί.
Με τέτοιες θυσίες, με τέτοιους αγώνες κέρδισαν οι πρόγονοί μας τη Λευτεριά, που την απολαμβάνουμε εμείς σήμερα ως αυτονόητο δικαίωμα και αγαθό. Η ακαταμάχητη ελληνορθόδοξη πίστη μας βοήθησε, στα 400 χρόνια της πικρής σκλαβιάς, να διατηρήσουμε την εθνική μας ταυτότητα. Σήμερα, στη νέα εποχή της παγκοσμιοποίησης, κινδυνεύουμε να την χάσουμε από τη μίμηση ξένων προτύπων και ιδεών. Όμως η αναζήτηση της γνήσιας ελληνικής Παράδοσης θα μας βοηθήσει να ξεχωρίσουμε τα βιώσιμα πιστεύματά μας και ν’ απορρίψουμε τον μαϊμουδισμό ξενόφερτων συρμών. Οι γνήσιοι απόγονοι του Σταϊκούλη, του «παράφρονα» ήρωά μας, αντιλαμβάνονται την παρακαταθήκη που εκείνος μας κληροδότησε.
Πάνος Λιαλιάτσης
Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.
Διαβάστε ακόμη:
Γαλλική Σχολή Ναυπλίου Αδελφών Ουρσουλινών (1916-1920)
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Εκπαίδευση, Ναύπλιο - Ιστορικά, tagged alphaline, Angela Merici, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άγγελα Μερίτσι, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αγία Ούρσουλα, Αδελφές Ουρσουλίνες, Βιογραφίες, Γαλλική Σχολή, Γαλλική Σχολή Ναυπλίου Αδελφών Ουρσουλινών (1916-1920), Διεθνές Κέντρο Έρευνας Αίσωπος, Εκπαίδευση, Εκκλησιαστικά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ελληνογαλλική Σχολή Ουρσουλινών, Ιστορία, Καθολικοί, Ναύπλιο, Παρθεναγωγεία, Πελοπόννησος, Σχολεία, Σαρλότ Βολμεράνζ, Τήνος on 28 Απριλίου, 2010| Leave a Comment »
Γαλλική Σχολή Ναυπλίου Αδελφών Ουρσουλινών (1916-1920)
Η παρουσία και η εκπαιδευτική δραστηριότητα των διαφόρων καθολικών ταγμάτων, είχε ως σκοπό όχι μόνο την διαποίμανση και εκπαίδευση των καθολικών κατοίκων της Ελλάδας αλλά και την διάδοση της καθολικής πίστης σε ορθόδοξους που φοιτούσαν στα σχολεία τους, και τα οποία λειτουργούσαν κυρίως με την υποστήριξη της καθολικής εκκλησίας. Μετά την εγκατάσταση τους στην Ελλάδα (Φραγκισκανών, Δομινικανών κυρίως όμως Ιησουιτών και Καπουτσίνων) άρχισαν να λειτουργούν τον 16ο, 17ο και 18ο αιώνα σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης στις καθολικές κοινότητες διαφόρων πόλεων και κυρίως νησιών.
Στην Αθήνα, την Άνδρο, τα Επτάνησα, το Ναύπλιο, την Μήλο και την Πάρο, δημιούργησαν σχολεία οι Καπουτσίνοι. Στην Σαντορίνη και την Τήνο οι Ιησουίτες. Στην Κρήτη, την Μακεδονία, την Νάξο, την Σύρο και την Χίο, Καπουτσίνοι και Ιησουίτες, που μάλιστα αρκετές φορές λειτουργούσαν και ανταγωνιστικά μεταξύ τους. Ιδιαίτερα στα νησιά Σύρο, Νάξο, Τήνο και Χίο, καπουτσίνοι και Ιησουίτες οργάνωναν χωριστά επιμορφωτικά σεμινάρια, ετοιμάζοντας στελέχη για τον καθολικό κλήρο του Αιγαίου.
Οι Αδελφές Ουρσουλίνες
Το 1533 η Αγία Άγγελα Μερίτσι* (Angela Merici: 1474-1540) άρχισε να συγκεντρώνει νέες κοπέλες, προτείνοντας τους να ζήσουν έναν άτυπο μοναχικό βίο. Η κάθε μία ζούσε στο σπίτι της αλλά ήταν στην υπηρεσία του Θεού.
Μέσα σε λίγα χρόνια ο αριθμός τους αυξήθηκε σημαντικά. Η Αδελφότητα πρόσφερε σημαντικό κοινωνικό έργο αλλά και δίδασκε την χριστιανική πίστη. Στις 18 Μαρτίου 1537 η ιδρύτρια αφιερώνει την Αδελφότητα στην Αγία Ούρσουλα, που μαρτύρησε τον 5ου αιώνα, προτιμώντας τον θάνατο παρά την προδοσία της παρθενίας της.
Όταν πέθανε η Αγία Άγγελα, στις 27 Ιανουαρίου 1540, η Αδελφότητα αριθμούσε περισσότερα από 150 μέλη. Κατά τον 17ο αιώνα οι Αδελφές Ουρσουλίνες, αρχίζουν να εξαπλώνονται σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Τον 18ο αιώνα φτάνουν και στην Ελλάδα. Στην Τήνο (15 Ιουλίου 1704) εμφανίζονται οι δύο πρώτες ελληνίδες Ουρσουλίνες από το Κάστρο της Νάξου. Πρόκειται για αφιερωμένες γυναίκες που ζουν με την οικογένεια τους αλλά τηρούν το κανονισμό της Αγίας Άγγελας και βοηθούν τους εφημέριους στο ποιμαντικό και κατηχητικό τους έργο.
Οργανωμένο μοναστήρι δημιουργείται το 1862. Εκεί, στεγάστηκαν: ορφανοτροφείο, οικοτροφείο, γαλλικό Γυμνάσιο, Πανεπιστήμιο, ελληνικό Δημοτικό, ταπητουργία, ραπτική, αργαλειοί κ.λ.π. Το όλο έργο οφείλεται ουσιαστικά στην αγγλικής καταγωγής Μαρία- Άννα Ληβς, η οποία είχε γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη το 1825 και είχε ασπαστεί το μοναχικό σχήμα των Ουρσουλινών από το 1853.
Την περίοδο 1910-1930 φοιτούν στη Σχολή 300 οικότροφες μαθήτριες απ’ όλη την Ελλάδα. Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Σχολή έκλεισε. Μετά τον πόλεμο, η επαναλειτουργία της Σχολής ήταν πολύ δύσκολη. Η έλλειψη μαθητριών και τα νέα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία της. Περιορίζεται στην εκπαίδευση των παιδιών του Δημοτικού. Το 1984 το σχολείο έκλεισε οριστικά.
Στην Νάξο το 1739, μετά από μερικές αποτυχημένες προσπάθειες τελικά κατορθώνουν να εγκατασταθούν. Ήταν απόλυτα αφοσιωμένες στην μόρφωση των κοριτσιών και την διάδοση της χριστιανικής καθολικής πίστης. Μετά την εγκατάστασή τους άρχισαν να συγκεντρώνουν κορίτσια από το Αιγαίο αλλά και από την Κωνσταντινούπολη και την Εγγύς Ανατολή. Μετά την Επανάσταση, η Σχολή γνωρίζει μεγάλη ακμή και εξελίσσεται σε ένα από τα καλλίτερα σχολεία του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Στο Παγκόσμιο πόλεμο η Σχολή αναγκάζεται να κλείσει. Μετά τον πόλεμο, έγιναν προσπάθειες να επαναλειτουργήσει, οι συνθήκες όμως είχαν αλλάξει και η σχολή το 1970 έκλεισε.
Οι Ουρσουλίνες στο Ναύπλιο
Μεγάλο μέρος της καλής κοινωνίας του Ναυπλίου, ήθελε τα κορίτσια της να μορφωθούν και να αποκτήσουν τα κατάλληλα εφόδια για την βελτίωση του πολιτιστικού και βιοτικού τους επιπέδου. Έτσι στο Ναύπλιο συναντάμε από τα χρόνια του Καποδίστρια ακόμη ιδιωτικά παρθεναγωγεία, όπως της Γαλλίδας Σαρλότ Βολμεράνζ (Charlotte Volmerang) όπου τα κορίτσια μάθαιναν γραφή και ανάγνωση στην Ελληνική και Γαλλική γλώσσα, ιστορία, γεωγραφία αλλά και οικοκυρικά και χειροτεχνία.
Στην Ενδεκάτη, εκεί που σήμερα υπάρχει η Alpha Bank, στη γωνία της 25ης Μαρτίου και Ασκληπιού, υπήρχε το κτίριο που στεγάζονταν οι καθολικές αδελφές Ουρσουλίνες. Εκεί ιδρύθηκε η σχολή των Ουρσουλινών που λειτούργησε μόλις τέσσερα χρόνια. Από τον Ιούλιο του 1916 μέχρι τον Ιούλιο του 1920. Οι Ναυπλιώτες την αποκαλούσαν συνήθως «Γαλλική Σχολή».
« Διευθύντρια στο Ναύπλιο ήταν η αδελφή Κλημεντίνη Carriere ( Marie de l’ enfant Jesus). O Μ. Ρούσσος Μηλιδώνης δημοσιεύει και αίτηση 139 οικογενειαρχών του Ναυπλίου, με ημερομηνία 1 Μαΐου (ή 14 Μαΐου) 1916 προς τον Καθολικό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών L. Petit, με την οποία ζητούν την σύσταση Γαλλικού Παρθεναγωγείου ( « καθόσον σπουδαίως θα συντελέσει εις την ταχείαν και τελείαν εκμάθησιν της γαλλικής γλώσσης υπό των τέκνων μας»).
Οι πρώτες υπογραφές είναι του Γενικού Αρχίατρου ε.α. Σωτ.Κ. Παπαδόπουλου, του φαρμακοποιού Ιωάννη Οικονόμου, του υπολοχαγού Πυροβολικού Θεοδ. Λιάπη, του κτηματία Β. Χρονά και του δικηγόρου Δ. Πασπαλιάρη. Από τους υπογράφοντες, μόνον ο Παναγιώτης Ιωάννου Ιατρός, ιδιοκτήτης- συντάκτης της εφημερίδας Σύνταγμα, ήταν καθολικός. Υπογράφουν ακόμη ο Σ. Θ. Σοφρώνης, Αρχίατρος και Δήμαρχος (1926-27), η οικογένεια Καραπαύλου, ο Ι. Τερζάκης, βουλευτής Αργολίδος, ο Α. Πιλαφιτζής, δικηγόρος και πρόξενος της Γαλλίας, ο Κ. Παπαντωνίου και άλλοι ανώτεροι αξιωματικοί.
Επτά μοναχές από την Τήνο και την Νάξο φτάνουν στο Ναύπλιο τον Ιούλιο του 1916 για να υπηρετήσουν το σχολείο, οι οποίες έγιναν δεκτές με εχθρική διάθεση από τον Μητροπολίτη Αργολίδος Αθ. Λάσκαρη. Το 1920 εκδηλώθηκε επιδημία πανώλης στην Αργολίδα, το σχολείο επιτάχθηκε για την στέγαση των ασθενών, ενώ ο ιδιοκτήτης του κτιρίου Νικ. Παπανικολάου ζητούσε αύξηση του ενοικίου, γεγονότα που οδήγησαν στο κλείσιμο του».
Και συνεχίζει ο Γιώργος Ρούβαλης στο άρθρο του στην τριμηνιαία έκδοση πολιτισμού «ναύδετο» το Φθινόπωρο του 2008. « Φοίτησαν 67 κορίτσια, 50 εσωτερικά και 17 εξωτερικά. Κατ’ έτος, ο αριθμός φοιτητριών ήταν 50 με 60. Το 1/3 ήταν εσωτερικές από το Άργος και άλλες πόλεις της Πελοποννήσου. Το μόνο αγόρι ήταν ο Καίσαρ Χειλέλης, μετέπειτα ξενοδόχος και κληρονόμος του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετανία στην πλατεία Φιλελλήνων.
Κατά το σχολικό έτος 1918-19 τα δίδακτρα ήταν 360 δραχμές και 40 επιπλέον για όσα κορίτσια έπαιρναν μαθήματα πιάνου. Το πρόγραμμα μαθημάτων περιελάμβανε γραφή και ανάγνωση στα ελληνικά και γαλλικά, αριθμητική, γεωγραφία, μουσική και ιδιαίτερα μαθήματα κλειδοκυμβάλου ( πιάνου) και μαντολίνου, γραφικές τέχνες, κέντημα και εργόχειρο».
Μετά από χρόνια, το κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως στέγη των προσφύγων Μικρασιατών. Το 1949 στέγασε το παγοποιείο Κοκκίνου και τέλος κατεδαφίστηκε στην δεκαετία του 1970.
Η Ελληνογαλλική Σχολή Ουρσουλινών Αθηνών
Η Ελληνογαλλική Σχολή Ουρσουλινών Αθηνών λειτουργεί από το 1947. Το 1952 άρχισε να λειτουργεί στο Ψυχικό εκπαιδευτικό συγκρότημα Γυμνασίου – Λυκείου, το οποίο ολοκληρώθηκε με Δημοτικό Σχολείο το 1976 στην περιοχή του Αμαρουσίου. Σήμερα διατηρεί Νηπιαγωγείο, Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο για αγόρια και κορίτσια. Είναι η συνέχεια των σχολείων της Τήνου και της Νάξου.
Μέσα στο 19ο αιώνα το σχολείο διαμορφώθηκε σιγά – σιγά σε «Ελληνογαλλικό», το πρώτο χρονικά εκπαιδευτικό ίδρυμα αυτού του είδους στην Ελλάδα, για την μαθητεία στη γαλλική γλώσσα και κουλτούρα. Διατηρεί αυτό το χαρακτήρα του μέχρι σήμερα με τις υψηλότατες επιδόσεις των μαθητών του στη γαλλοφωνία.
Στον 21ο αιώνα καλλιεργώντας πάντα το πνεύμα της Αγάπης και της Αλληλεγγύης, στοχεύει στην άρτια εκπαίδευση και διαπαιδαγώγηση των μαθητών του σύμφωνα με τις σύγχρονες απαιτήσεις. Αποδεικνύουν την προσφορά του οι λαμπρές επιδόσεις των μαθητών του στο Πανεπιστήμιο και στη συνέχεια στον επιστημονικό τομέα, στις τέχνες, στα γράμματα αλλά και γενικά στο στίβο της ζωής!
Υποσημείωση
* Άγγελα Μερίτσι (Angela Merici: 1474-1540). Γεννήθηκε στις 21 Μαρτίου 1474 στο Ντεζεντιάνο της βόρειας Ιταλίας. Ήταν η δευτερότοκη κόρη μιας βαθειά θρησκευόμενης χριστιανικής αγροτικής οικογένειας. Από πολύ μικρή, ορφάνεψε από πατέρα και μητέρα. Ο αδελφός της μητέρας τους, αναλαμβάνει την κηδεμονία των δυο κοριτσιών. Δέκα χρόνια αργότερα πεθαίνει η μεγαλύτερή της αδελφή.
Η Άγγελα μένει μόνη της. Συνεχίζει να ζει μια έντονη πνευματική ζωή και μάλλον ασκητική. Το 1506, εξαιτίας ενός οράματος, αισθάνεται την ανάγκη να ιδρύσει μια κοινότητα που θα ήταν στην υπηρεσία του Θεού. Το 1516 μεταφέρεται στην πόλη Μπρέσια για να ζήσει με το ζεύγος Ιερώνυμου και Κατερίνας Ντεζεντζάνο, μια οικογένεια μεγαλοαστών της εποχής.
Η Άγγελα συνεχίζει, παρά ταύτα την απλή και έντονη θρησκευτική της ζωή, ενώ το 1524 επισκέπτεται τους Αγίους Τόπους. Από το 1525 ζει ήσυχα προσφέροντας τις κοινωνικές της υπηρεσίες και τις καλές της συμβουλές σε όποιον της τις ζητούσε και όπου μπορούσε. Το 1533 ιδρύει τη μοναχική αδελφότητα των Ουρσουλινών. Στις 27 Ιανουαρίου του 1540 και σε ηλικία 66 ετών, πεθαίνει. Στις 30 Απριλίου 1768, ο πάπας Κλήμης ο 13ος την ανακήρυξε Μακαρία και στις 24 Μαΐου ο Πίος ο 7ος Αγία.
Πηγές
-
Γιώργος Ρούβαλης, «Οι πέτρες και οι Άνθρωποι / Μικροϊστορία του Ναυπλίου», Εκδόσεις Ναύδετο, Ναύπλιο, 2009.
-
Περιοδικό «Ναύδετο», Τριμηνιαία έκδοση πολιτισμού, τεύχος 8, Ναύπλιο, 2008.
-
Δαυίδ Αντωνίου, «Γαλλικά Σχολεία στην Ελλάδα / Απόπειρα Πρώτης Καταγραφής», Διεθνές Κέντρο Έρευνας Αίσωπος – La Fontaine, Αθήνα, 2009.
-
Ελληνογαλλική Σχολή Ουρσουλινών – http://www.ursulines.gr/
-
Καθολική Εκκλησία Τήνου – http://www.catholic.gr/
Σχετικά θέματα:
- Δημόσια αλληλοδιδακτική σχολή θηλέων Πρόνοιας Ναυπλίου
- Ιδιαίτερη αλληλοδιδακτική «Γυναικεία Σχολή» Ναυπλίου της Ελένης Δανέζη
Ναύπλιο: Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη (1831)
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ναύπλιο - Ιστορικά, Πρόσωπα & γεγονότα του΄21, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αρχαιολόγος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Δ’ ΕΠΚΑ Ναυπλίου, Δολοφονία Καποδίστρια, Ιστορία, Καποδίστριας, Καποδίστριας Ιωάννης, Μαυρομιχάλης, Ναύπλιο, Ναύπλιο: Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη (1831), Πελοπόννησος, Πολιτικοί, Χρήστος Πιτερός on 17 Απριλίου, 2010| 3 Σχόλια »
Ναύπλιο: Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη (1831)
Το Ναύπλιο δεν είναι μόνο μια πανάρχαια πόλη, στην οποία ο Μύθος και η Ιστορία χάνονται στο βάθος του χρόνου, η πρώτη πρωτεύουσα του ελεύθερου κράτους, στους δρόμους της οποίας παίχθηκε η ιστορία του Νέου Ελληνισμού αλλά και μια τραγική και «θανάσιμη» πόλη. Το κυριακάτικο πρωινό της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 στις 6.45′ περίπου με το παλιό ημερολόγιο, στην πόρτα του Αγίου Σπυρίδωνος δολοφονήθηκε ο πρώτος Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας.
Ο κυβερνήτης το πρωινό της αποφράδας εκείνης ημέρας ξεκίνησε για να εκκλησιαστεί, όπως συνήθιζε, στον Άγιο Σπυρίδωνα, προστάτη άγιο της πατρίδας του της Κέρκυρας. Βγήκε από την κυβερνητική κατοικία, το γνωστό παλατάκι, αργότερα κατοικία και του Όθωνα, (που βρισκόταν στο χώρο όπου σήμερα βρίσκεται το άγαλμα του Όθωνα), από την κύρια ανατολική καμαρωτή είσοδο προς την πλατεία Σιντριβανιού, σημερινή πλατεία Τριών Ναυάρχων, φορώντας τη βαθυγάλαζη ρεντικότα, άσπρο παντελόνι και βαθυγάλαζο καπέλο, συνοδευόμενος από τους δυο φρουρούς, τον Γ. Κοζώνη και Α. Λεωνίδα, έστριψε δεξιά και έφθασε στο Μεγάλο Δρόμο (οδό Βασ. Κων/νου), ακολούθησε πορεία προς τα δυτικά και σε λίγο συνάντησε, την σημερινή οδό Αγγέλου Τερζάκη, (πρώην Ε. Σωφρόνη), και έστριψε αριστερά κατευθυνόμενος προς τον Άγιο Σπυρίδωνα.
Προχώρησε στην οδό Αγγέλου Τερζάκη λίγα μέτρα και στην συμβολή των οδών Δ. Πλαπούτα και Αγγέλου Τερζάκη μέσα στο μουχρωμένο πρωινό πάνω στο σταυροδρόμι συνάντησε μπροστά του κακό σημάδι, τους δυο Μαυρομιχαλαίους, Κωνσταντίνο και Γεώργιο ντυμένους με τα καλά τους, φορώντας φουστανέλες, συνοδευόμενους από δυο φρουρούς τον Ι. Καραγιάννη και τον Α. Γεωργίου διότι ήταν υπό επιτήρηση, με τον οπλισμό τους, καινούριες μπιστόλες που είχαν αγοράσει πριν από λίγες μέρες από μαγαζί του Ναυπλίου.
Οι Μαυρομιχαλαίοι κατοικούσαν σε μικρή απόσταση ανατολικότερα από τον τόπο συνάντησης στην οδό Γ. Τερτσέτη, πάροδο της οδού Πλαπούτα μεταξύ της πλατείας του Αγίου Γεωργίου και της οδού Αγγέλου Τερζάκη, και είχαν βγει με κακό σκοπό, αναζητώντας πρωΐ – πρωΐ την Κυριακή τον Κυβερνήτη για ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τον γνωστό μανιάτικο τρόπο για λόγους τιμής. (περισσότερα…)
Ναύπλιο, το φωτεινό μετέωρο της Ελληνικής Ιστορίας
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ναύπλιο - Ιστορικά, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, το φωτεινό μετέωρο της Ελληνικής Ιστορίας, Όθωνας, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γεώργιος Ρούβαλης, Ιστορία, Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, Μακρυγιάννης Όθων, Μουσείο Μπενάκη, Ναυπλιακά (1862), Ναυπλιακή Επανάσταση, Ναύπλιο, Ομιλίες, Πελοπόννησος on 15 Απριλίου, 2010| Leave a Comment »
Ναύπλιο, το φωτεινό μετέωρο της Ελληνικής Ιστορίας
Τα πρώτα χρόνια, πρωτεύουσα:
Η ιστορία του Ναυπλίου είναι μακραίωνη. Κατοικήθηκε εδώ και τουλάχιστον 3.000 χρόνια. Κυριότερος βασιλιάς του ήταν ο Ναύπλιος και διασημότερο τέκνο του ο Παλαμήδης, σοφός ο οποίος εφηύρε διάφορα γράμματα του αλφαβήτου, τους πεσσούς κλπ. και συμμετείχε στον Τρωικό Πόλεμο, όπου συγκρούστηκε με τον Οδυσσέα.
Τα νεότερα χρόνια, το Ναύπλιο ήταν πρωτεύουσα της Πελοποννήσου κατά την Τουρκοκρατία και τις δύο Ενετοκρατίες. Ασφαλές λιμάνι, πλούσιος κάμπος ολόγυρα, ισχυρά φρούρια, ήσαν τα κύρια χαρακτηριστικά του. Η κάτω πόλη, χτίζεται γύρω στα 1500 από τους Ενετούς που την καλλωπίζουν και την οχυρώνουν. Με την απελευθέρωση από τους Τούρκους, στις 30 Νοεμβρίου του 1822, στην αρχή κιόλας της Ελληνικής Επανάστασης, το Ναύπλιο γίνεται η πρωτεύουσα των ελεύθερων περιοχών και αργότερα του Νέου Ελληνικού Κράτους.
Το 1825, η Κυβέρνηση οργανώνει μια απογραφή του πληθυσμού σε δυο φάσεις, Ιούλιο και Νοέμβριο, με στόχο να διαπιστώσει την προέλευση των κατοίκων που είχαν συρρεύσει στην πόλη και να οργανώσει καλύτερα της συνθήκες διαβίωσής τους.
Ο ερευνητής Χρήστος Ρέππας βρήκε στα αρχεία του Υπουργείου Εσωτερικών τα έγγραφα της απογραφής και τα δημοσίευσε το 1984. Υπήρχαν τότε στο Ναύπλιο 20.000 κάτοικοι, αριθμός τεράστιος για την πόλη της εποχής, εκ των οποίων 10.000 inta muros και άλλες 10.000 extra muros.
Η προέλευσή τους ήταν από όλα τα πιθανά μέρη της Πελοποννήσου αλλά και της Στερεάς Ελλάδας, από τα νησιά, τα άλλα τουρκοκρατούμενα ελληνικά εδάφη (Ήπειρος, Μακεδονία, Σάμος, Θράκη κλπ.), αλλά και από τα Επτάνησα, την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, την Αλεξάνδρεια, την Οδησσό, την Βιέννη κλπ. Υπήρχαν επίσης αρκετοί ξένοι από διάφορα κράτη, φιλέλληνες αγωνιστές, διπλωμάτες, έμποροι, καθολικοί και Εβραίοι. Οι συνθήκες διαβίωσης ήσαν άθλιες σε μια πόλη βομβαρδισμένη, καταπονημένη από τη μακροχρόνια πολιορκία, γεμάτη χαλάσματα και βρωμιές. Πολλοί στοιβάζονταν εκτός των τειχών, σε καλύβες, σκηνές και πρόχειρα παραπήγματα.
Το Ναύπλιο, τα πρώτα εκείνα χρόνια, έζησε όλες τις πολιτικές διακυμάνσεις, τον εμφύλιο πόλεμο, την καταστρεπτική εισβολή του Ιμπραήμ το 1827, πριν από την ναυμαχία του Ναυαρίνου, τόσο που εκείνη τη χρονιά να έχει απομείνει το μόνο ελεύθερο σημείο της Νέας Ελλάδας με τον Ιμπραήμ να το απειλεί από το απέναντι χωριό των Μύλων, οπού ευτυχώς ηττήθηκε. Εάν είχε επικρατήσει, η Ελληνική Επανάσταση θα έχει σβήσει.
Αλλά το Ναύπλιο άντεξε, οι λαϊκοί αγωνιστές, που είχαν δημιουργήσει την εξέγερση με ηγέτες το Δημήτριο Υψηλάντη, το Νικηταρά, τη Μαντώ Μαυρογένους και, βέβαια, τον Κολοκοτρώνη, ενθάρρυναν τους αγωνιστές και το Ναύπλιο έμεινε ακέραιο παρά τις επιθέσεις του άριστα οργανωμένου και από ευρωπαίους αξιωματικούς στρατού του Ιμπραήμ.
Την πόλη, και για την δραματική συγκυρία, ο Νεόφυτος Βάμβας την αποκάλεσε «Ιερά άγκυρα της Ελλάδος». Ο Κολοκοτρώνης «Το μόνον άσυλον της Ελλάδος» και ο εκ Κωνσταντινουπόλεως συγγραφέας Δημήτριος κ. Βυζάντιος (ο δημιουργός της Βαβυλωνίας) είχε αποκαλέσει το Ναύπλιον «Τον μόνον τόπον όπου ηδύνατο να ζήση τότε υποφερτά άνθρωπος».
Τα επόμενα χρόνια το Ναύπλιο οργανώθηκε καλύτερα, καθαρίστηκε, γκρεμίστηκαν από τον Καποδίστρια τα τριώροφα και τετραώροφα σαχνισιά που θύμιζαν οθωμανική πόλη, χτίστηκε το προάστιο της Πρόνοιας για τους λαϊκούς αγωνιστές και άρχισαν να εμφανίζονται διάφορες «πρωτιές», για της οποίες η πόλη είναι ακόμη περήφανη:
Οι πρώτες εφημερίδες, το πρώτο Εθνικό Τυπογραφείο, η πρώτη Βουλή των Ελλήνων, οι πρώτες θεατρικές παραστάσεις, τα σαλόνια που καλλιέργησαν την πολιτική και καλλιτεχνική ζωή, ο τακτικός στρατός και η σχολή Ευελπίδων, οι πρώτη θεσμοί της κρατικής δομής. Όλα αυτά ενισχύθηκαν με την άφιξη του Όθωνα και την εγκατάσταση της Αντιβασιλείας και μετά της Αυλής, μέχρι τη μεταφορά της πρωτεύουσας, το 1834.
19ος αιώνας, αστική συνείδηση:
Μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας, το Ναύπλιο χάνει μεν την πρωτοκαθεδρία, αλλά εξακολουθεί να είναι μια σημαντικότατη πόλη στη παλιά Ελλάδα. Βασικό στρατιωτικό κέντρο, με τα συντάγματα του, τα φρούρια (Παλαμήδι, Ακροναυπλία, Μπούρτζι), το κεντρικό Οπλοστάσιο του στρατού και την κεντρική Ιματιοθήκη του. Ακόμα είναι δικαστικό και διοικητικό κέντρο, ασφαλές εξαγωγικό λιμάνι και προς το τέλος του αιώνα συνδέεται και με το σιδηρόδρομο. Εξακολουθούν να υπάρχουν κυρίως δυο γειτονιές, η λεγόμενη σήμερα παλιά πόλη και το προάστιο της Πρόνοιας. Ο πληθυσμός του ανέρχεται περίπου στις 7.000 κατοίκους.
Μέσα στον αιώνα αυτόν, το Ναύπλιο αναπτύσσει μια αστική συνείδηση. Τούτο είναι αρκετά σπάνιο στον ελληνικό χώρο και ομοιότητες μπορούμε να βρούμε σε πολύ λίγες άλλες πόλεις της χώρας μας, ίσως στην Ερμούπολη, την Κέρκυρα, την Καβάλα.
Η συνείδηση της πλειοψηφίας των κατοίκων του Ναυπλίου είναι ότι δεν συνδέονται με την ύπαιθρο και τον κόσμο της – ή τουλάχιστον αυτή δεν κυριαρχεί πάνω τους. Οι Ναυπλιώτες είναι στρατιωτικοί τεχνίτες του Οπλοστασίου, χωροφύλακες, υπάλληλοι των δικαστηρίων, δικαστικοί, δικηγόροι, χήρες προυχόντων, έμποροι, μαγαζάτορες, δημόσιοι υπάλληλοι. Η πόλη τους σιγά- σιγά ευπρεπίζεται, καλλωπίζεται, γκρεμίζονται τα τείχη, αποκτά φωτισμό και περισσότερο πράσινο. Πλήθος ξένων περιηγητών ταξιδεύουν και την περιγράφουν με τα φωτεινότερα χρώματα. Έχει ευπρεπή ξενοδοχεία και δέχεται επισκέψεις πριγκίπων και αυτοκρατόρων, όπως της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ (Σίσσυ) της Αυστρίας, του Αυτοκράτορος της Βραζιλίας Δον Πέδρο ΙΙ κ.α. Δέχεται ξένους θιάσους όπερας και διατηρεί μια ευρεία μουσική παράδοση. Αλλογενείς και ντόπιοι λογοτέχνες, δημοσιογράφοι και ταξιδιώτες περιγράφουν τις ομορφιές της.
Η αστική συνείδηση, βάση της Ναυπλιακής Επανάστασης:

Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου. Φώτο από το « Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ . Σκόκου », Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.
Το 1862, λαός και στρατός του Ναυπλίου εξεγείρονται κατά του απολυταρχισμού του Όθωνα. Ηγέτιδα του κινήματος η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου (1809 – 1898), σύζυγος του πρώτου Δημάρχου της πόλης. Οι ιδέες της είναι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης, του Διαφωτισμού, τις οποίες είχε ενστερνιστεί στην Αγκώνα όπου μεγάλωσε και στη συνέχεια με άπληστα διαβάσματα και με την επαφή της με όλους τους ξένους που έρχονταν στην πόλη, για τους οποίους το σπίτι της ήταν πάντοτε ανοιχτό.
Η Παπαλεξοπούλου δεν ήταν μόνη της: ο λόγος και οι ιδέες της βρήκαν πρόσφορο έδαφος σε φωτισμένους και πατριώτες στρατιωτικούς, διανοούμενους, ανώτερους δημοσίους υπαλλήλους , δικηγόρους και γιατρούς. Για παράδειγμα, μερικά μόνο ονόματα (από το βιβλίο της Κούλας Ξηραδάκη): Γεώργιος Ανδρικόπουλος από την Πάτρα, αξιωματικός της Εθνοφρουράς και δραματικός συγγραφέας.
Αριστείδης Γλαράκης, δημοσιογράφος, μέλος της Χρυσής Νεολαίας. Αναστάσιος Γούδας, γιατρός και αντιοθωνικός δημοσιογράφος. Δημήτριος Γρίβας, αξιωματικός, γιος του στρατηγού Θεόδωρου Γρίβα και της Ελένης Μπούμπουλη, κόρης της Μπουμπουλίνας, Αριστείδης Δόσιος, πανεπιστημιακός, μέλος της Χρυσής Νεολαίας, αποπειράθηκε να δολοφονήσει την Αμαλία. Κωνσταντίνος Ευθυμιόπουλος, δικηγόρος από το Ναύπλιο, κατόπιν Δήμαρχος Ναυπλίου και Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών. Οδυσσέας Ιάλεμος, δημοσιογράφος από τη Λέσβο. Δημήτριος Καλλιφρονάς, αγωνιστής του ‘21 και πολιτευτής, πρωτεργάτης της Επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843 και του 1862. Πάνος Κορωναίος, αξιωματικός, πολέμησε στο Κριμαϊκό πόλεμο και στη Συρία με το Γαλλικό στρατό καθώς και στο Αρκάδι, μετέπειτα Υπουργός Στρατιωτικών. Όθων Μακρυγιάννης, γιος του στρατηγού Μακρυγιάννη, μέλος της Χρυσής Νεολαίας, κατόπιν πολλές φορές Βουλευτής Αττικής. Αρτέμης Μίχου, από τα Γιάννενα, αγωνιστής του ’21 στη Στερεά και στο Μεσολόγγι, έπαιξε πρωταρχικό ρόλο στην Επανάσταση του 1862, μετέπειτα αρχηγός της Χωροφυλακής. Αριστείδης Οικονόμου, δικαστικός και πολιτικός από τα Καλάβρυτα, επικεφαλής των επαναστατών στην Πάτρα το 1826. Αχιλλεύς Παράσχος, φημισμένος ποιητής, μέλος της Χρυσής Νεολαίας, φυλακίστηκε στο Μεντρεσέ του Ναυπλίου και εξορίστηκε. Ηλίας Ποταμιάνος, δημοσιογράφος και Βουλευτής Ναυπλίου. Γεώργιος Ψύλλας, δικηγόρος και δημοσιογράφος, μετέπειτα Γερουσιαστής και Υπουργός Δημοσίας Εκπαιδεύσεως. Και πολλοί άλλοι…
Η Ναυπλιακή Επανάσταση λοιπόν ήταν ένα κίνημα για τις ελευθερίες που ξεκίνησε η ελίτ της πόλης και της χώρας και όπου συμμετείχε ευρέως ο λαός ο οποίος το στήριξε και αντιστάθηκε στην πολιορκία και στις μάχες με τον βασιλικό στρατό για περίπου δυο μήνες.
Όλοι ξέρουμε την απόληξη: το κίνημα, που θα ξεσήκωνε το σύνολο της χώρας, επικράτησε μόνο στην Αργολίδα και τις Κυκλάδες και προσωρινά απέτυχε, για να πετύχει όμως λίγους μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 1862 και τα καταλήξει στην οριστική έξωση του Όθωνα.
Η αστική συνείδηση των κατοίκων του Ναυπλίου και της ελίτ της πόλης, συντέλεσε στο αποτέλεσμα αυτό. Η συνείδηση αυτή επρόκειτο να διατηρηθεί και να αναπτυχθεί περαιτέρω και κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Για άλλη μια φορά το Ναύπλιο υπήρξε πρωτοπορία στην εγκαθίδρυση των δημοκρατικών αρχών στη χώρα, όπως είχε πρωτοστατήσει και στην απελευθέρωση της.
Ομιλία κ. Γιώργου Ρούβαλη, στο αμφιθέατρο του Μουσείου Μπενάκη, στα πλαίσια εκδήλωσης αφιερωμένης στη μνήμη της Ελληνίδας ηρωίδας Καλλιόπης Καπαλεξοπούλου, στις 17 Οκτωβρίου 2008.
Σχετικά θέματα:
Το Ναύπλιο την ημέρα της δολοφονίας του Καποδίστρια
Posted in Ναύπλιο - Ιστορικά, Πρόσωπα & γεγονότα του΄21, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Argolische Bibliothek für Geschichte und Kultur, Greek History, History, Άργος - Ιστορικά, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Επανάσταση, Ελληνική Επανάσταση, Ιστορία, Καποδίστριας, Καποδίστριας Ιωάννης, Ναύπλιο, Πελοπόννησος, Πολιτικοί, Το Ναύπλιο την ημέρα της δολοφονίας του Καποδίστρια on 18 Μαρτίου, 2010| Leave a Comment »
Το Ναύπλιο την ημέρα της δολοφονίας του Καποδίστρια
Στις 8 Οκτωβρίου 1831,* ο μεγάλος κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος αφιέρωσε όλη τη ζωή του στην υπηρεσία της πατρίδος του, έπεφτε νεκρός από ελληνικές, δυστυχώς, σφαίρες. Πολλοί έγραψαν για τον τραγικό θάνατο του. Μεταξύ αυτών είνε και ο Ιταλός Τζεκκίνι.
Γιατρός κι αυτός, είχε σπουδάσει στην Ιταλία μαζί με τον Καποδίστρια, ο οποίος όταν γίνηκε κυβερνήτης, τον κάλεσε κοντά του ως γιατρό του. Ο Τζεκκίνι συνεδέετο στενώτατα με τον κυβερνήτη. Στο πολύτιμο δε, για την ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως, βιβλίο του «Εικόνες της Νεωτέρας Ελλάδος» αφιερώνει ένα σημαντικό κεφάλαιο στη δολοφονία του φίλου του.
Ο Τζεκκίνι πέρασε το βράδυ της εβδόμης Οκτωβρίου – της παραμονής δηλαδή της δολοφονίας – στην Τύρινθα, όπου τον είχαν καλέσει να δη έναν άρρωστο. Την άλλη μέρα το πρωί ξεκίνησε νωρίς – νωρίς για το Ναύπλιο, που απέχει δυο μίλια από την Τύρινθα. Ασυνήθιστη όμως κίνησις επικρατούσε στους εξοχικούς δρόμους και πολλοί άνθρωποι έτρεχαν σ’ αυτούς τρομαγμένοι και λυπημένοι. Ο Τζεκκίνι ρώτησε ένα απ’ αυτούς γνωστό του τι συνέβαινε κι αυτός του απάντησε ότι σκότωσαν το Καποδίστρια.
Όσο ο Τζεκκίνι προχωρούσε και σίμωνε στο Ναύπλιο, τόσο τα πλήθη που έφευγαν από την πόλι μεγάλωναν. Πανικός είχε πιάσει όλους τους Ναυπλιώτες κι έτρεχαν να σωθούν στα γειτονικά χωριά. Όταν τέλος έφθασε στην πόλι, βρήκε την πύλη κλεισμένη από στρατό που δεν άφηνε κανένα να περάση. Αμέσως έτρεξε στο παλάτι του κυβερνήτου, επλησίασε για να κυττάξη , αν τα τραύματά του ήσαν σοβαρά, και είδε ότι ο Καποδίστριας ήταν πια νεκρός.
«Άφησα – γράφει ο Τζεκκίνι – τον σκοτωμένο μεταξύ μερικών στρατηγών του, υπουργών του και γερουσιαστών, οι οποίοι από τη λύπη τους ήσαν άφωνοι σαν τον νεκρό, κι εβγήκα στους δρόμους για να προσφέρω τις υπηρεσίες μου, αν παρουσιαζόταν ανάγκη. Διέτρεξα όλη την πόλι χωρίς να συναντήσω ψυχή ζωντανή, παρά μερικούς στρατιώτες που έστεκαν σε κάθε γωνιά δρόμου ακίνητοι, σαν αγάλματα, με το τουφέκι έτοιμο, να πυροβολήσουν όποιον θα τολμούσε να κάνει το παραμικρό.
Νεκρική σιωπή τρόμου βασίλευε σ’ όλην αυτή την έρημο που ωνομάζετο Ναύπλιο. Όλες οι πόρτες των σπιτιών ήσαν κλειστές και τα παράθυρα κατάκλειστα. Ούτε ένα μαγαζί δεν ήταν ανοιχτό. Όλοι περίμεναν από στιγμή σε στιγμή κάποιο κίνημα, κάποια καταστροφή, γιατί ο λαός ήταν χωρισμένος σε δύο αντίθετα στρατόπεδα, τα πάθη δυνατά και ο κίνδυνος διαρπαγής των περιουσιών μέγιστος. Το κλείσιμο θυρών και παραθυριών έγινε πρώτα αυθόρμητο από το λαό, έπειτα όμως κι’ η κυβέρνησι έβγαλε προκήρυξι να μείνουν όλα κατάκλειστα. Μονάχα στους στρατώνες επικρατούσε ζωή και κίνησι, και μάλιστα υπερβολική. Ξαναγύρισα στο Παλάτι του κυβερνήτη, όπου έμαθα από τους φρουρούς πως σκοτώθηκε ο Καποδίστριας».
Και ο Τζεκκίνι διηγείται παρακάτω την ιστορία της δολοφονίας. Μεταξύ των άλλων αναφέρει ότι, πριν φύγει ο Καποδίστριας από το σπίτι του για να πάη στην εκκλησία του Aγίου Σπυρίδωνος, έξω από την οποία σκοτώθηκε, ένα αγαπημένο σκυλάκι του τριγύριζε ανήσυχο γύρω από τα πόδια του, γαύγιζε και δεν ήθελε να τον αφήσει να φύγη. Επέμενε μάλιστα τόσο το πιστό ζώο, ώστε ο Καποδίστριας αναγκάσθηκε να το διώξη επανειλημμένως μέσα από τα πόδια του.
Όταν σίμωσε στην εκκλησία, ο Καποδίστριας διέκρινε απέξω το Γιώργη και Κωνσταντή, παιδιά του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και σταμάτησε για μια στιγμή, αλλά αμέσως εξακολούθησε το δρόμο του. Μέσα στην εκκλησία δεν ήσαν παρά 4 – 5 γυναίκες.
Όταν ο Καποδίστριας έφθασε σιμά τους, οι δυο Μαυρομιχαλαίοι έβγαλαν το καπέλλο τους. Ο Καποδίστριας έβγαλε κι αυτός το καπέλλο του κι εχαιρέτησε πρώτα το Γιώργη κι έπειτα γύρισε να χαιρετίσει και τον Κωσταντή. Μα την ίδια στιγμή ο Γιώργης τράβηξε το πιστόλι του και πυροβόλησε. Το πιστόλι όμως δεν πήρε φωτιά. Τράβηξε τότε ένα άλλο πιστόλι, πυροβόλησε και τον πλήγωσε στον δεξί κρόταφο. Η σφαίρα βγαίνοντας έσπασε το αριστερό μέρος το μετώπου. Συγχρόνως, την ίδια στιγμή, ο Κωσταντής του κάρφωσε το μαχαίρι του στην κοιλιά. Αμέσως ο Καποδίστριας σωριάστηκε αναίσθητος καταγής.
«Τόσο ήσαν ξαφνικά τα χτυπήματα τους, ώστε μπορεί κανείς να πιστεύση ότι ο κυβερνήτης δεν άκουσε ούτε τον ήχο της πιστολιάς, ούτε ένιωσε τον πόνο της μαχαιριάς», λέει ο Τζεκκίνι, υποστηρίζοντας ότι ο θάνατος επήλθε ακαριαίος.
Οι δυο ακόλουθοι του Καποδίστρια τράβηξαν αμέσως τα πιστόλια των κι επυροβόλησαν. Αλλά κανένα από τα δυο δεν πήρε φωτιά. Η τρίτη όμως σφαίρα, που έρριξε κατά των δολοφόνων ένας κουλοχέρης Κρητικός, (ο οποίος μολονότι είχε μόνο ένα χέρι, ήταν ο καλύτερος μπιλιαρδιστής στην Ελλάδα) χτύπησε τόσο καλά τον Κωσταντή, ώστε του πέρασε η σφαίρα πέρα – πέρα το θώρακα.
Μ’ όλη τη βαρειά λαβωματιά ο Κωσταντής έτρεξε σε μια πόρτα και παρακάλεσε να του ανοίξουν. Αλλά δεν του άνοιξαν κι έτσι αναγκάσθηκε να τραπή εις φυγήν, ενώ πλήθος λαού τον κυνηγούσε. Όταν ο λαός τον έφθασε, τον βρήκε κατά γης να πλέει στο αίμα του. Την ώρα δε που το πλήθος τον χτυπούσε με τα μαχαίρια του και τον κομμάτιαζε, πριν ξεψυχίσει ο Κωσταντής είπε:
-Κάμετε μου ό,τι θέλετε αλλά ο τύραννος πέθανε!
Το πτώμα το έσυραν στο στρατώνα που ήταν στην πλατεία του Πλατάνου. Ο Τζεκκίνι το πλησίασε, το είδε και με θαυμασμό περιγράφει το λεβέντικο κορμί του:
«Ήταν ένας από τους ωραιότερους άνδρες της Ελλάδος τόσο για το αθλητικό κορμί του, όσο και για το πρόσωπο που έμοιαζε σαν του Απόλλωνα. Τα σγουρά, ξανθά μακρυά μαλλιά του που έφθαναν ως τον ώμο του, ήσαν γεμάτα αίματα και χώματα».
Ο Τζεκκίνι πήγε κατόπιν στο εστιατόριο του Ρούσου, το καλύτερο του Ναυπλίου, όπου τις άλλες ημέρες συγκεντρωνόταν τόσο πλήθος ώστε δεν εύρισκε κανείς θέσι να καθήση. Την ημέρα όμως εκείνη ο Τζεκκίνι ήταν μονάχος με τον ξενοδόχο κι ενώ ήταν μεσημέρι έτρωγε με φως, γιατί οι πόρτες και τα παράθυρα ήσαν κατάκλειστα. Σε μια στιγμή άκουσε απ’ έξω οχλοβοή και θόρυβο. Τότε ο ξενοδόχος του είπε:
-«Ξέσπασε η επαναάστασι!».
Ο Τζεκκίνι κοίταξε από το παράθυρο κι είδε πλήθη λαού να σέρνουν στους δρόμους το πτώμα του Κωσταντή Μαυρομιχάλη με βρισιές και με κατάρες. Άλλοι τον έσπρωχναν με τις ομπρέλες των (γιατί ψιχάλιζε), άλλοι το κλωτσούσαν με τα πόδια, άλλοι το έφτυναν, άλλοι έκαναν άσεμνες χειρονομίες. Ο Τζεκκίνι μάλιστα είδε με τα μάτια του κάποιον απ’ το πλήθος που άρπαξε το χέρι του σκοτωμένου και του το δάγκασε με λύσσα.
Τέλος, έπειτα από πολλή ώρα το πέταξαν στη θάλασσα. Τη νύχτα, από το Ίτς- Καλέ, ο Τζεκκίνι, κάτω από το φως του φεγγαριού, διέκρινε το πτώμα του Κωνσταντή να δέρνεται από τα κύματα, να χτυπά στ’ ακρογιάλι και να ξανατραβά για την ανοιχτή θάλασσα.
Ο Γιώργης Μαυρομιχάλης, αφού δολοφόνησε τον Καποδίστρια, έτρεξε να καταφύγει στο σπίτι του πρεσβευτού της Γαλλίας Ρουέν, αλλ’ όπως ήταν ζαλισμένος από το έγκλημα, έκαμε λάθος και μπήκε στο γειτονικό σπίτι, όπου κατοικούσε ένας Γάλλος συνταγματάρχης του πυροβολικού. Ανέβηκε τις σκάλες, μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και τον βρήκε στο κρεββάτι με τη γυναίκα του. Δείχνοντας του το πιστόλι, χαρούμενος του είπε: – Τον σκοτώσαμε!… – νομίζοντας ότι ήταν μπροστά στον πρεσβευτή της Γαλλίας και ότι θα τον ευχαριστούσε η είδησις αυτή, γιατί η Γαλλία πολεμούσε τον Καποδίστρια ως ρωσόφιλο.
Μόλις τ’ αντρόγυνο άκουσε τα λόγια αυτά, πήδηξε τρομαγμένο από το κρεββάτι και κατέφυγε στη Γαλλική πρεσβεία, όπου βρήκε πάλι το Γιώργη Μαυρομιχάλη, ο οποίος εντωμεταξύ είχε πηδήσει από το παράθυρο και από την αυλή μπήκε στη Γαλλική πρεσβεία, που του έδωσε καταφύγιο. Μόλις ο λαός έμαθε ότι ο δολοφόνος κρυβόταν στη Γαλλική πρεσβεία, αγριεμένος έτρεξε εκεί ζητώντας από τον πρεσβευτή να του τον παραδώση.
Αλλά ο πρέσβυς αρνήθηκε με την πιο μεγάλη αναίδεια. Το πλήθος τότε αγρίεψε σε βαθμό επικίνδυνο. Τότε ευτυχώς, επενέβη ο συνταγματάρχης Αλμέϊδα, πορτογαλικής καταγωγής, ο οποίος προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στην επαναστατημένη Ελλάδα, και ήταν στρατιωτικός διοικητής Ναυπλίου.
Παρουσιάσθηκε στο Γάλλο πρεσβευτή Ρουέν και του εξήγησε το δίκαιο θυμό του λαού και τον κίνδυνο που απειλούσε κι αυτή ακόμη τη ζωή του πρεσβευτού από ένα θεριωμένο ασκέρι. Ο πρέσβυς κατάλαβε τότε τι τον περίμενε και δέχτηκε την πρόταση του Αλμέϊδα, δηλαδή να παραδώση σ’ αυτόν το δολοφόνο, ο δε Αλμέϊδα, του εγγυήθηκε ότι ο λαός δε θα τον αγγίξη, αλλά θα τον δικάση το νόμιμο δικαστήριο. Κι έτσι, κρυφά ο δολοφόνος παραδώθηκε στον Αλμέϊδα, ο οποίος τον έκλεισε μέσα στο Παλαμήδι.
Ο Τζεκκίνι επαινεί τη διπλωματική ικανότητα του Αλμέϊδα, χωρίς την επέμβαση του οποίου ο λαός θα έκαιγε τη Γαλλική πρεσβεία και θα εδημιουργούντο θλιβερά επεισόδια.
Ο Τζεκκίνι μαζύ με άλλους γιατρούς έκαμε την εξέταση του πτώματος του Καποδίστρια και υπέβαλαν την έκθεσί των στην νέα κυβέρνηση, που απετελείτο από το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Ανδρέα Μεταξά, Ι. Κωλλέτη, Ανδρέα Ζαΐμη και Δημ. Βουδούρη.
Ο νεκρός τοποθετήθηκε στη Μητρόπολι, όπου πήγε ο λαός συγκινημένος και τον προσκύνησε. Η κηδεία ήταν μεγαλοπρεπέστατη. Σε είκοσι θαυμάσια προσκέφαλα που τα κρατούσαν γερουσιασταί, βρισκόντουσαν τα παράσημα του κυβερνήτου. Έπειτα ακολούθησαν οι υπουργοί, οι πρέσβεις, οι αρχές, ο στρατός, καθώς και τα αγήματα και οι στρατιώτες των τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων. Όλο το Ναύπλιο ακολουθούσε τον αγαπημένο του νεκρό με καταφανή θλίψι. Μουσικές των ξένων στόλων έπαιζαν πένθιμα εμβατήρια, ενώ τα κανόνια των καραβιών και του Κάστρου βροντούσαν… Όλα τα παράθυρα ήσαν στολισμένα με πένθιμα χαλιά. Ακόμα κι οι εχθροί του Καποδίστρια δεν έλειψαν από την εκδήλωσι αυτή του πόνου.
Τη νύχτα της 10ης Απριλίου 1832 ο νεκρός μετεφέρθη σ’ ένα ρωσικό πολεμικό, το οποίο μετέφερε το πτώμα του αδικοσκοτωμένου πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας στο ωραίο του νησί, την Κέρκυρα για να ταφεί εκεί.
(Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου)
* Ως ημερομηνία θανάτου του Κυβερνήτη αναφέρεται στο κείμενο η 8η Οκτωβρίου 1831. Κατ’ άλλους και μάλιστα κατά τον Κων/νο Τσάτσο η 27η Σεπτεμβρίου 1831. Ίσως οι διαφορετικές ημερομηνίες προκύπτουν λόγω παλαιού και νέου ημερολογίου.
Κώστας Καιροφύλας
Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμος V, έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 2004.
Ψαροκώσταινα ή Ψωροκώσταινα (Πανώρεια Χατζή- Κώστα Αϊβαλιώτη)
Posted in Ναύπλιο - Ιστορικά, Πρόσωπα & γεγονότα του΄21, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Argolische Bibliothek für Geschichte und Kultur, Greek History, History, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ιστορία, Ιστορικά, Καποδίστριας, Ναύπλιο, Πανώρεια Χατζή- Κώστα Αϊβαλιώτη, Πελοπόννησος, Ψωροκώσταινα, Ψαροκώσταινα on 17 Μαρτίου, 2010| Leave a Comment »
Ψωροκώσταινα
Το όνομα «Ψωροκώσταινα»[1] το χρησιμοποιούμε σήμερα, όταν θέλουμε να περιγράψουμε την ανέχεια και τη φτώχεια και ειδικότερα όταν θέλουμε να καταδείξουμε κάποιον ή κάτι ως τον «φτωχό συγγενή» ενός συνόλου, ή με άλλα λόγια τον «τελευταίο τροχό της αμάξης». Στις μέρες μας, συνήθως χρησιμοποιούμε απαξιωτικά αυτή τη λέξη όταν πρόκειται να στηλιτευθεί μια κακομοιριά, υποχωρητικότητα, ανοργανωσιά, αδυναμία και φτώχια που κάποιοι θεωρούν ότι χαρακτηρίζει την Ελλάδα της νεότερης ιστορίας.
Όμως, η Ψαροκώσταινα ή Ψωροκώσταινα, ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο της νεοελληνικής ιστορίας και μάλιστα μια ηρωική και αξιέπαινη γυναίκα στα χρόνια της Επανάστασης του 1821 η οποία αφιέρωσε τη ζωή της στην υπηρεσία της πατρίδος.
Όταν το 1821 καταστράφηκε η πόλη των Κυδωνιών, της Μικράς Ασίας, μετά από την αποτυχημένη επαναστατική κίνηση που επιχειρήθηκε, ο πληθυσμός της σφάχτηκε και το σύνολό του εγκατέλειψε την όμορφη πόλη με ντόπια ή ψαριανά καράβια. Στην χαλασιά αυτή κατάφερε να σωθεί η Πανώρεια Χατζηκώστα, μια όμορφη αρχόντισσα με μεγάλη περιουσία. Κατά αγαθή συγκυρία ένας ναύτης τη βοήθησε και μαζί με άλλους την ανέβασαν σ’ ένα καράβι που ξεμπάρκαρε στα Ψαρά.
Τόσο τον άντρα της, τον Κώστα Αϊβαλιώτη, που ήταν πάμπλουτος έμπορος, όσο και τα παιδιά της, τους έσφαξαν μπρος τα μάτια της οι Τούρκοι. Στα Ψαρά λοιπόν, όπου βρέθηκε (γι’ αυτό ονομάστηκε Ψαροκώσταινα) πάμφτωχη και ολομόναχη, οι συντοπίτες της και κυρίως ο Βενιαμίν ο Λέσβιος [2] (δάσκαλος της Ακαδημίας των Κυδωνιών) την βοήθησαν και την προστάτεψαν.
Η Πανώρεια σύντομα άφησε τα Ψαρά ακλουθώντας τον Βενιαμίν Λέσβιο στην Ύδρα και αργότερα, στην τότε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, το Ναύπλιο. Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά, αφού ζούσε από τις υπηρεσίες τις οποίες προσέφερε στον δάσκαλο και φιλόσοφο Βενιαμίν Λέσβιο, [3] ο οποίος παρέδιδε μαθήματα για να ζήσει. Τον Αύγουστο του 1824 όμως, ο Βενιαμίν ο Λέσβιος πέθανε από τύφο. Από τότε για την Πανώρεια άρχισε ένας δυσβάστακτος αγώνας επιβίωσης. Μόνη και άγνωστη, βγάζει το ψωμί της πότε κάνοντας την αχθοφόρο, πότε την πλύστρα και πότε χάρη στην ελεημοσύνη όσων την συμπονούσαν.
Την περίοδο εκείνη η Επανάσταση δοκιμαζόταν από την επέλαση του Ιμπραήμ, ο οποίος εκτός από τις άλλες καταστροφές άφηνε στο πέρασμά του και εκατοντάδες ορφανά που συγκεντρώνονταν στο Ναύπλιο. Παρά τα προβλήματά της, η Πανώρεια ζήτησε και πήρε υπό την προστασία της παιδιά ορφανά. Για να τα θρέψει περνούσε από σπίτι σε σπίτι και ζητιάνευε. Είχε παραμελήσει σε τέτοιο βαθμό τον εαυτό της, που τα αλητάκια της παραλίας την πείραζαν και την φώναζαν Ψωροκώσταινα.
Το 1826 έγινε έρανος [4] στο Ναύπλιο για να βοηθήσουν το μαχόμενο Μεσολόγγι. Έτσι μια Κυριακή, στήθηκε στη κεντρική πλατεία ένα τραπέζι και οι υπεύθυνοι του εράνου ζητούσαν από τους καταστραμμένους, πεινασμένους και χαροκαμένους Έλληνες να βάλουν πάλι το χέρι στην τσέπη για να βοηθήσουν τους μαχητές και τους αποκλεισμένους του Μεσολογγίου. Αλλά λόγω της φτώχιας και της εξαθλίωσης κανείς δεν πλησίαζε το τραπέζι. Όλων τα σπίτια δύσκολα τα έφερναν πέρα. Τότε η φτωχότερη όλων, η χήρα Χατζηκώσταινα, η Πανώρεια, έβγαλε το ασημένιο δαχτυλίδι που φορούσε στο δάχτυλό της και ένα γρόσι που είχε στην τσέπη της και τα ακούμπησε στο τραπέζι της ερανικής επιτροπής, λέγοντας: «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι».
Ύστερα απ’ αυτή την απρόσμενη χειρονομία, κάποιος από το πλήθος φώναξε: «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον οβολό της» κι αμέσως το φιλότιμο πήρε και έδωσε. Άρχισαν να αποθέτουν στο τραπέζι του εράνου λίρες, γρόσια και ασημικά. Αυτή ήταν η εξέλιξη της φτωχής προσφοράς της πλύστρας Χατζηκώσταινας, που από εκείνη τη στιγμή απαθανατίστηκε «επίσημα» πλέον, με το παρανόμι «Ψωροκώσταινα».
Η πλύστρα Πανώρεια όμως, δεν έδινε μόνο μαθήματα πατριωτισμού, αλλά και ανθρωπιάς, καθώς το ελάχιστο εισόδημά της το μοιραζόταν με ορφανά παιδιά αγωνιστών. Όταν μάλιστα ο Καποδίστριας ίδρυσε ορφανοτροφείο, προσφέρθηκε – γριά πια και με σαλεμένο τον νου από τον πόνο και τις στερήσεις – να πλένει τα ρούχα των ορφανών χωρίς καμιά αμοιβή.
Και εκεί που άρχισε να χαίρεται για τα «παιδιά της» που είχαν βρει ρούχα και φαγητό, λίγους μόλις μήνες μετά τη λειτουργία του ιδρύματος η Πανώρεια πέθανε. Οι επίσημοι δεν την τίμησαν. Την τίμησαν όμως με τον καλύτερο τρόπο τα παιδιά του ορφανοτροφείου, τα οποία μέσα σε λυγμούς την συνόδευσαν ως την τελευταία της κατοικία.
Για το πώς η Ψωροκώσταινα έγινε «σύμβολο» υπάρχει και μια άλλη εκδοχή, η οποία μάλλον οφείλεται στην αγάπη που έτρεφε ο απλός κόσμος για την Πανώρεια. Σύμφωνα με αυτήν, η Ψωροκώσταινα, όπως την έλεγαν λόγω της φτώχειας της, ήταν σύζυγος αγωνιστή. Δεν είχε καμία βοήθεια από πουθενά και ζητιάνευε στους δρόμους του Ναυπλίου. Κάποια στιγμή την είδε ο Καποδίστριας και της έδωσε κάτι. Τότε εκείνη, κατανοώντας το οικονομικό αδιέξοδο της χώρας, έδωσε στον κυβερνήτη όσα χρήματα είχε συγκεντρώσει. Ο Καποδίστριας συγκινήθηκε από τη χειρονομία και έδωσε εντολή να συνταξιοδοτηθεί.
Γιατί όμως έγινε πανελλήνια γνωστό το παρατσούκλι της Πανώρειας; Στην εποχή του Καποδίστρια σε μια συνεδρίαση της Συνέλευσης, κάποιος παρομοίασε το Ελληνικό Δημόσιο με την Ψωροκώσταινα. Ο συσχετισμός «άρεσε» και κάθε φορά που αναφερόντουσαν στο θέμα του Δημοσίου το ονόμαζαν «Ψωροκώσταινα». Λίγο αργότερα όταν ανέλαβαν την εξουσία οι Βαυαροί και διέλυσαν τα άτακτα στρατιωτικά τμήματα των αγωνιστών της Επανάστασης του 1821, η φράση «τι να περιμένει κανείς από την Ψωροκώσταινα;» πέρασε στην ιστορία. Οι αγωνιστές αποκαλούσαν την αντιβασιλεία ειρωνικά «Ψωροκώσταινα» και οι Βαυαροί από την πλευρά τους όταν ήθελαν να απαντήσουν σε όσους ζητούσαν τη βοήθεια του κράτους για να συντηρηθούν έλεγαν περιφρονητικά: «Όλοι από την Ψωροκώσταινα ζητούν να ζήσουν». Το παρατσούκλι το οποίο απέδιδε την άθλια οικονομική κατάσταση της χώρας, από τότε και έως τις ημέρες μας αναφέρεται συχνά.
Μάλιστα το 1942, κατά τη συνεδρίαση της πρώτης Βουλής κάποιος βουλευτής χαρακτήρισε και πάλι την Ελλάδα Ψωροκώσταινα. Όλοι είχαν αποδεχθεί πλέον τον χαρακτηρισμό. Έναν περιφρονητικό χαρακτηρισμό ο οποίος έγινε αποδεκτός και στη σημερινή πολιτική ορολογία. Χαρακτηρισμός, που για όσους γνωρίζουν την ιστορία, δεν είναι απαξιωτικός, διότι η Πανώρεια Χατζηκώστα η επονομασθείσα Ψωροκώσταινα υπήρξε μια αξιομίμητη πατριώτισσα με λεβεντιά και φιλότιμο.
Υποσημειώσεις
[1] Ο Σπ. Λάμπρος δημοσίευσε το ακόλουθο σημείωμα στον «Νέον Ελληνομνήμων» 13 (1916), 368: «Ψωροκώσταινα. Περί της επωνυμίας ταύτης, δι’ ης αυτοκακίζεται το ημέτερον έθνος, εγράφησαν τα εξής εν τη εφημερίδι Έθνει τη 2 Σεπτεμβρίου 1915. Η περίφημος, η κλασσική, η πασίγνωστος προσωνυμία της ημετέρας πατρίδος λοιπόν, το σκληρόν και χαρακτηριστικόν εκείνο παρατσούκλι «ψωροκώσταινα» έχει την ιστορίαν του. Η «ψωροκώσταινα» κατήγετο από τας Κυδωνιάς, ήτο σύζυγος του εμπόρου Κώστα Αϊβαλιώτη και ωνομάζετο Πανώρεια. Τω 1821 οι Τούρκοι έσφαξαν τον σύζυγον και τα τέσσερα τέκνα της Πανώρειας, και αύτη μετεφέρθη από έναν ψαριανόν εις τα Ψαρά, όπου εύρε τον συμπατριώτην της διδάσκαλον Βενιαμίν τον Λέσβιον και τον ηκολούθησεν εις το Ναύπλιον. Εκεί έζησεν αρκετόν καιρόν, αλλά κατά την ερήμωσιν της Πελοποννήσου υπό του Ιμβραήμ περιέπεσεν εις μεγάλην πενίαν, αναλαβούσα να διατρέφη δωδεκάδα ορφανών. Ο προστάτης της διδάσκαλος είχεν αποθάνει από τύφον, και το παρατσούκλι της αυτό… την Ελλάδα… ετίμησε κατόπιν ολόκληρον». Βλ. και Τρ. Ευαγγελίδης, Η παιδεία, τ. 1ος, 297-298.
[2] «Ενταύθα αναγνωρισθείσα υπό του ομοιοπαθούς διδασκάλου των Κυδωνιών Βενιαμίν του Λεσβίου, ηκολούθησεν αυτόν εις Πελοπόννησον και βραδύτερον εις Ναύπλιον, άμα ως τούτο ηλώθη υπό των Ελλήνων. Η Πανώρεια πάσαν την στοργήν της συνεκέντρωσεν ήδη εις τον γηραιόν διδάσκαλον Βενιαμίν, τον οποίον όμως ταχέως επέπρωτο να θρηνήση αποθανόντα εκ του μαστίζοντος τότε την πόλιν του Ναυπλίου φοβερού λοιμώδους τύφου, ου τα σπέρματα κατέλιπον εις την αλωθείσαν πόλιν οι αναχωρήσαντες Οθωμανοί κάτοικοι αυτής», Ημερολόγιον Σκόκου 1905, «Πρόσωπα και πράγματα εκ της Ελληνικής Επαναστάσεως».
[3] Βενιαμίν Λέσβιος. Λόγιος και μοναχός με σαφή την επιρροή του πνεύματος του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, κατηγορήθηκε από εκκλησιαστικούς κύκλους για τη διδασκαλία της νέας φυσικής κοσμολογίας. Ως μέλος της Φιλικής Εταιρείας συμμετείχε στην οργάνωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων και στα πολιτικά δρώμενα της επαναστατημένης χώρας.
[4] Η έκκληση του Γ. Γεννάδιου στον πλάτανο της πλατείας του Ναυπλίου μετά την πτώση του Μεσολογγίου:
“Η πατρίς καταστρέφεται, ο αγών ματαιούται, η ελευθερία εκπνέει. Απαιτείται βοήθεια σύντονος. Πρέπει οι ανδρείοι αυτοί (οι ήρωες – πρόσφυγες του Μεσολογγίου), οίτινες έφαγον πυρίτιν και ανέπνευσαν φλόγας, και ήδη αργοί και λιμώττοντες μας περιστοιχίζουσιν σπεύσωσιν όπου νέος κίνδυνος τους καλεί. Προς τούτο απαιτούνται πόροι και πόροι ελλείπουσιν. Αλλ΄αν θέλωμεν να έχωμεν πατρίδα, αν ήμεθα άξιοι να ζώμεν άνδρες ελεύθεροι, πόρους ευρίσκομεν. Ας δώσει έκαστος ό,τι έχει και δύναται. Ιδού η πενιχρή εισφορά μου. Ας με μιμηθεί όστις θέλει!”
“Αλλ’ όχι! Η συνεισφορά αύτη είναι ουτιδανή! Οβολόν άλλον δεν έχω να δώσω, αλλ΄ έχω εμαυτόν και ιδού τον πωλώ! Τις θέλει διδάσκαλον επί τέσσερα έτη δια τα παιδία του; Ας καταβάλη το τίμημα!”
Πηγές
- Τάκης Νατσούλης, «Λεξικό Λαϊκής Σοφίας», Εκδ. Σμυρνιωτάκη, σελ. 581.
- Ευ. Δαδιώτης, «Αιγαιοπελαγίτικα», τεύχος 13.
- «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», Υπό Αναστασίου Ν. Γούδα, . Τόμος Β’: Παιδεία. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Μ. Π. Περίδου, 1870.
- Αργυροπούλου Ρωξάνη, «Ο Βενιαμίν Λέσβιος και η ευρωπαϊκή σκέψη του 18ου αιώνα», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, 2003.
Διαβάστε ακόμη: Πρόσωπα και πράγματα εκ της Ελληνικής Επαναστάσεως: η Ψωροκώσταινα. Ημερολόγιον Σκόκου 1905, Μ. Γ. Λαμπρυνίδης: Η Ψωροκώσταινα
Προβλήματα τάξης και ασφάλειας στο Ναύπλιο κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Αργολίδα
Posted in Ναύπλιο - Ιστορικά, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Argolische Bibliothek für Geschichte und Kultur, Greek History, Άργος - Ιστορικά, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Δανούσης, Επανάσταση, Ιστορία, Ιστορικά, Ιμπραήμ, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, Ναύπλιο, Προβλήματα τάξης και ασφάλειας στο Ναύπλιο κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Αργολίδα, Πελοπόννησος, Στρατιωτικοί, Συνέδριο Πελοποννησιακών Σπουδών on 12 Μαρτίου, 2010| Leave a Comment »
Προβλήματα τάξης και ασφάλειας στο Ναύπλιο κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Αργολίδα*
Η ταχύτατη προέλαση των αιγυπτιακών στρατευμάτων προς το κέντρο του Μοριά και η άνετη είσοδός τους στην Τριπολιτσά τις πρωινές ώρες της 11ης Ιουνίου έσπειρε τον πανικό σε κυβέρνηση και λαό. Οι Έλληνες τυφλωμένοι από τα πολιτικά τους πάθη επέτρεψαν την άνετη αποβίβαση το Ιμπραήμ στη Μεσσηνία, ο οποίος, μετά τη διερεύνηση του προγεφυρώματός του, άρχισε να κινείται προς το κέντρο του Μοριά. Η αντιμετώπιση του κινδύνου εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης δεν ήταν εκείνη που επέβαλλαν οι περιστάσεις και η εκστρατεία του Κουντουριώτη θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί κωμωδία, αν δεν είχε τόσο τραγικές συνέπειες.
Η λέξη «στραβαραπάδες» ήταν δηλωτική της ελληνικής επιπολαιότητας. Η απελπισμένη θυσία του εκ των πρωτεργατών του εθνικού διχασμού Γρηγορίου Δικαίου στο Μανιάκι και η αδυναμία του Κολοκοτρώνη να αναστείλει την αιγυπτιακή προέλαση στην Τραμπάλα έσπειραν τον πανικό σε όλους. Έτσι ανενόχλητος, μετά από δύο μέρες, ο Αιγύπτιος ηγέτης μπήκε στην Τριπολιτσά τα ξημερώματα της 11ης Ιουνίου 1825, βρίσκοντάς την σχεδόν ανέπαφη και καλά εφοδιασμένη. Χωρίς να χάσει καιρό, τις πρωινές ώρες της 13ης Ιουνίου βρέθηκε μπροστά στους Μύλους. Η ευνοϊκή για τα ελληνικά όπλα κατάληξή της ομώνυμης μάχης την ίδια ημέρα διασκέδασε βέβαια το μύθο του αήττητου του στρατεύματος του Ιμπραήμ, όμως η εμφάνιση του αιγυπτιακού πεζικού στην Τύρινθα το πρωινό της 15ης του ιδίου μήνα και του αντίστοιχου ιππικού στην Άρεια, καθώς και η ολιγόωρη διακοπή της ύδρευσης της πόλης, έδωσαν το ακριβές μέτρο του κινδύνου.
Τέλος η χωρίς προβλήματα επιστροφή την επομένη των εισβολέων στην Αρκαδία, μετά τη δήωση και την πυρπόληση του Άργους και των Μύλων του, μπορεί να προσέφερε στην ελληνική κυβέρνηση μικρό διάλειμμα ανακούφισης, την έθετε όμως μπροστά σε προβλήματα που έπρεπε να λύσει σε ελάχιστο χρόνο.
Η κατάσταση στην πόλη πριν τη προσέγγιση του Ιμπραήμ στην Αργολίδα χαρακτηριζόταν από μία χωρίς όρια αδιαφορία για τα πάντα [1]. Οι διορισμένοι αρχηγοί, γράφει ο Μακρυγιάννης, «… όσο ήταν ο Μπραΐμης στο Νιόκαστρο έκαναν τις στρατολογίες τους εις τα σπίτια των κατοίκων και πολεμούσαν με τις κότες και τα κρασιά. Τώρα που βγήκε ο Μπραΐμης έξω, τραβιούνται κατ’ τ’ Ανάπλι. Εκεί είναι τα καζίνα και τα μπιλιάρδα»[2].
Ανάλογα γράφει και ο Samuel How για χασομέρηδες καπεταναίους με χρυσοκέντητες φορεσιές και 2 – 3 νεαρούς τσιμπουκτσήδες ο καθένας. Ενώ η πατρίδα δοκίμαζε το μέγιστο κίνδυνο, οι διασκεδάσεις έδιναν και έπαιρναν.
Αναφορές περιπόλων της Αστυνομίας περιγράφουν ολονύκτιες διασκεδάσεις «με θυμελικά όργανα» στα καφενεία και τα σπίτια της πόλης. Η παρουσία όμως του Ιμπραήμ στην Αργολίδα κατέδειξε και της συνέπειες της εγκατάλειψης της πρωτεύουσας, οπού καμία αμυντική προετοιμασία δεν είχε γίνει από την απελευθέρωσή της και μετά.
Γενικά τα προβλήματα της πόλης θα μπορούσαν να εντοπισθούν: (α) Στην έλλειψη των αναγκαίων μέσων αμύνης. Οι οχυρώσεις είχαν ανάγκη άμεσης επισκευής, τα πυροβόλα είχαν ανάγκη υποστατών, υπήρχε σοβαρή έλλειψη πυρίτιδας, ενώ είχαν χαθεί τα κλειδιά των αποθηκών των φρουρίων. (β) Στη συγκέντρωση μεγάλου αριθμού προσφύγων αλλά και ατάκτων, κυρίως Ρουμελιωτών που ζητούσαν τους μισθούς τους, και (γ) Στην έλλειψη τροφίμων, εφοδίων και νερού. Οι δύο δεξαμενές ήταν άδειες, ενώ τα λιγοστά πηγάδια ακάθαρτα.
Στον τομέα της τάξης και ασφάλειας της πόλης τα προβλήματα ήσαν πολλά και θα μπορούσαν να συνοψισθούν στα ακόλουθα:
Από πλευράς «ασφάλειας» η αντιμετώπιση των εξωτερικών και εσωτερικών κινδύνων και συγκεκριμένα ο εντοπισμός και εξάρθρωση κατασκοπευτικών ενεργειών του εχθρού, η αντιμετώπιση ενδεχομένης προδοσίας (τη στιγμή μάλιστα που οι φήμες οργίαζαν θέλοντας περισσότερο τον Κωλέτη και λιγότερο τον Μαυροκορδάτο έτοιμους να παραδώσουν την πόλη στο Ιμπραήμ), η συγκέντρωση και ο έλεγχος πληροφοριών για τις κινήσεις του εχθρού και τέλος η αντιμετώπιση υπονομευτικών ενεργειών κατά της εσωτερικής καταστατικής τάξης.
Από πλευράς «τάξης» τα προβλήματα εντοπίζονταν στην παρουσία στιφών ατάκτων στην πόλη και την ευρύτερη περιοχή της και στη συγκέντρωση εντός και εκτός της πόλης, δηλαδή στο προάστιο του Αιγιαλού και παρά την πόρτα της Στεριάς, πλήθους προσφύγων. Η συμπεριφορά των ατάκτων ήταν κάτι περισσότερο από προκλητική, ενώ η συγκέντρωση των προσφύγων δημιουργούσε προβλήματα στέγασης, διατροφής και υγιεινής. Η αποσυμφόρηση της πόλης από τα πλήθη αυτά υπήρξε το κύριο πρόβλημα αλλά και φροντίδα της κυβέρνησης και των αστυνομικών αρχών, πλην όμως η έλλειψη πολιτικής βούλησης και οι κάθε λογής παρεμβάσεις δεν επέτρεψαν να αντιμετωπισθεί αποφασιστικά. Τα καφενεία αλλά και τα άλλα εργαστήρια (καταστήματα) που διέθεταν οινοπνευματώδη ποτά ήσαν μία ακόμη πηγή αταξίας.
Πρός τό έξοχον Υπουργείον της Αστυνομίας
Είς τήν επιστάτησίν μου τήν απερασμένην νύκτα, ως αρχηγός της πατούλιας, ηκολούθησαν τα κάτωθεν:
α. Ένα πικέτο τακτικοί επεριφέρονταν όλην την νύκτα.
β. Ό καφενές του Χ(ατζή) Χρήστου, άριθ. 135, όχι μόνον την νύκτα είχεν ανοικτόν και έχων διαφόρους στρατιώτας μέσα ετραγουδούσαν πίνοντες αδιακόπως ρακιά και κρασιά. Προστάζω τον καφετζήν να σφαλίσει και να διώξη αυτούς, διά να μην ακολουθήσουν τίποτες, αυτός μάλιστα εσυχώρεσε όπου να παίζουν και παιχνίδια. Ξαναπερνώντας μετ’ ολίγον και ακούων τα παιχνίδια απόρησα διά τήν τόλμην των. Λέγω λοιπόν του καφφετζή «αυτό σέ είπα να κάμης ή το έκαμες διά γινάτι μου;». Άρχισαν οι στρατιώτες να μας περιπαίζουν και να μας υβρίζουν.
Ίδού τι επροξένησε η απείθεια του αυτού καφφετζή και αν ήθελον δώσω ακρόασιν εις τά λόγια των στρατιωτών ήθελε γίνει μεγάλον κακόν.
Παρακαλώ λοιπόν να παιδευθή προς σωφρονισμόν του και προς παράδειγμα των άλλων και με το σέβας υποφαίνομαι.
Ναύπλιον τη 25 Μαΐου 1825
Ο Υπαστυνόμος
Σ. Μεταξάς Λευκάδιος
(ΓΑΚ, Υπουργείο Αστυνομίας, φάκελος 24)
Οι συμπλοκές, οι τραυματισμοί, οι κλοπές και οι διαρρήξεις ήσαν στην ημερήσια διάταξη, χωρίς να λείπουν και τα εγκλήματα κατά των ηθών. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο έλεγχος της αγοράς ήταν χωρίς άλλο αναγκαίος, αν και σοβαρά κρούσματα αισχροκέρδειας δε φαίνεται να σημειώθηκαν. Τέλος ένα σημαντικό πρόβλημα τάξης, αλλά και υγιεινής, προήρχετο από τη συγκέντρωση Οθωμανών και Αράβων αιχμαλώτων, ενώ προς το φθινόπωρο του 1825 άρχισαν να εμφανίζονται περιπτώσεις πυρκαγιών.
Τα σοβαρά αυτά προβλήματα εκαλείτο να αντιμετωπίσει μια ακέφαλη κυβέρνηση, αφού ο Πρόεδρός της, παρά της αγωνιώδεις εκκλήσεις, παρέμενε στην Ύδρα. Την έλλειψη ορθολογικής και τελεσφόρου οργανωτικής διάρθρωσης επέτειναν οι φιλοδοξίες, οι αντιζηλίες, τα αβυσσαλέα κομματικά πάθη και οι έριδες των μελών της, κυρίως των Ι. Κωλέτη και Α. Μαυροκορδάτου, ενώ την ίδια στιγμή ο Γάλλος στρατηγός Roche, διανέμων ωρολόγια και πιστόλια, προπαγάνδιζε τη γαλλική προστασία και την υποψηφιότητα του Δούκα του Nemours για τον ελληνικό θρόνο [3]. Την τελευταία στιγμή μικρή καταστατική παρέκκλιση του Βουλευτικού επέτρεψε την ανάπτυξη κάποιων πρωτοβουλιών, αν και στην περίπτωση αυτή, αντί οι ευθύνες να ανατεθούν σε συγκεκριμένα άξια πρόσωπα, ανετέθησαν για λόγους κομματικών ισορροπιών στο πλέον απρόσφορο σχήμα, σε επιτροπές.
Η πλέον επιτυχής επιλογή υπήρξε η ανάθεση της ασφάλειας της πόλης και του φρουρίου στον ένα από τους Υπουργούς Πολέμου, τον Αντρέα Μεταξά, ο οποίος τις μέρες εκείνες περιεβλήθη σχεδόν με δικτατορικές εξουσίες.
Στο χώρο που μας ενδιαφέρει, της τάξης και ασφάλειας της πόλης, Υπουργός Αστυνομίας ήταν ο Δημήτριος Δεσύλλας, ο οποίος παρέλαβε το Υπουργείο στις αρχές Μαρτίου 1825 από το Γρηγόριο Δίκαιο, και Γενικός Αστυνόμος ο Κυριάκος Μώραλης με δύο Υπαστυνόμους, οι οποίοι εκτός τα άλλα καθήκοντα είχαν επιφορτισθεί με τη διευθέτηση των καλυμμάτων και την εποπτεία της φυλακής. Η Εκτελεστική δύναμη της Γενικής Αστυνομίας, δέκα περίπου στρατιώτες υπό ένα Δέκαρχο, ήσαν ανεπαρκής για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των προβλημάτων.
Τα προβλήματα αυτά της Αστυνομίας καθιστούσε οξύτερα η επί μήνες αδυναμία καταβολής των μισθών του προσωπικού της. Στο χώρο αρμοδιότητας όμως της Αστυνομίας επενέβαιναν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ο Φρούραρχος, ο Πολιτάρχης με τους στρατιώτες του (ένα είδος Χωροφυλακής), ο Λιμενάρχης – Υγειονόμος και οι Πυλωροί. Οι παρεμβάσεις και η σύγχυση αρμοδιοτήτων ήταν φαινόμενα καθημερινά και αιτίες προστριβών. Συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες προτάσεις του Γενικού Αστυνόμου υπό ημερομηνία 27 Μαΐου 1825 προς το Υπουργείο της Αστυνομίας δεν υιοθετήθηκαν με αποτέλεσμα η σύγχυση να επιτείνεται.
Κατά την ανάληψη της γενικής ευθύνης της ασφάλειας της πόλης και του φρουρίου από τον Ανδρέα Μεταξά τοποθετήθηκε ως «συμπράκτωρ» του Γενικού Αστυνόμου ο Νικόλαος Γερακάρης, ενώ ως Αστυνομικός Επιστάτης στο προάστιο του Αιγιαλού ο επί φρουραρχίας Πάνου Κολοκοτρώνη Αστυνόμος Ναυπλίου Γεώργιος Κοτζάκης. Το σχήμα βέβαια αυτό δεν λειτούργησε αρμονικά, όπως φαίνεται από μεταγενέστερες επισημάνσεις του Υπουργού της Αστυνομίας. Ευτυχώς όμως προς το τρίτο 10ήμερο του Ιουνίου τα πράγματα επανήλθαν στην προηγούμενη οργανωτική τους διάρθρωση. Επίσης προβλήματα δυσλειτουργίας δημιούργησε η διοικητική υπαγωγή των πυλωρών απευθείας στο Υπουργείο Αστυνομίας, καθώς και η έλλειψη συνεργασίας τους με τη στρατιωτική φρουρά των πυλών της Ξηράς και της Θάλασσας. Τέλος έλλειψη συνεργασίας υπήρχε και μεταξύ των ιδίων των αστυνομικών υπαλλήλων και κυρίως μεταξύ του Γενικού Αστυνόμου και του Υπαστυνόμου – καταλυματία.
Περίοδος Γ’ Άριθ. 1305
Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος
Το Υπουργείον της Αστυνομίας
Της της Σεβαστόν Εκτελεστικόν Σώμα
Κάποιος αξιωματικός των πεζικών τακτικών, επειδή ο φύλαξ των πυλών δεν άφινε, ώς διετάχθη, γυναίκας τινάς να εισέλθωσι, αυτός ο αξιωματικός εναντίον των Σεβ. Διαταγών της Διοικήσεως και των καθηκόντων του έμβασεν αυτάς με βίαν. Τοιούτον παράδειγμα μάλιστα είς τοιαύτας περιστάσεις πρέπει εξάπαντος να λάβη αναπόφευκτον της ποινήν προς επιδιόρθωσιν δία να συσταλούν του λοιπού οί τοιούτοι κακοήθεις και περί τούτου το Υπουργείον είναι γνώμης ο μέν αυθαδιάσας αξιωματικός τακτικός να εμποδισθή διά τινας ημέρας είς την οικίαν του, αί της γυναίκες αμέσως να αποβληθώσι του φρουρίου, επειδή αν παραβλέψωμεν τα πρώτα ως μικρά, τα δεύτερα, τα τρίτα θέλουν καταντήσει μέγιστα και ή, την οποίαν η Σεβαστή Διοίκησις επιθυμεί να εισάξη, ευταξία θέλει καταντήση είς μεγίστην αταξίαν με την παραμικράν παράβλεψιν.
Καθυποβάλλεται δε υπό την απόφασιν της Εκτελεστικού Σώματος διά να διαταχθώσι τα δέοντα.
Της 12 Ιουνίου 1825 έν Ναυπλίω
Ο Υπουργός της Αστυνομίας
Δημήτριος Δεσύλλας
Ο Γενικός Γραμματεύς
Στ. Α. Βαλιάνος(;)
(ΓΑΚ, Εκτελεστικό, φάκελος 96)
Ειδικότερα τα προβλήματα ασφάλειας (κατασκοπεία, ενδεχόμενο προδοσίας, υπονόμευση καταστατικής τάξης) αντιμετωπίσθηκαν κατά κύριο λόγο με τον έλεγχο των εισερχομένων και εξερχομένων, ο οποίος συνίστατο αφενός στη διενέργεια προφορικής (και σε περίπτωση υπονοιών έγγραφης) εξέτασης και αφετέρου στον έλεγχο των επιστολών. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που ο έλεγχος των επιστολών οδήγησε σε συλλήψεις ή και σε επεισόδια. Ανάμεσα σε εκείνους που υπέστησαν τη διαδικασία αυτή υπήρξε και ο Υπουργός του Δικαίου Ι. Θεοτόκης[4], ο οποίος συνελήφθη και εφυλακίσθη στο επιθαλάσσιο φρούριο με την κατηγορία της υπονόμευσης του έθνους (συμμετοχή στη γαλλική φατρία).
Την ίδια περίοδο κατηγορίες εναντίον εμπόρων της πόλης (Γ. Ορφανίδη, κ.α) ως κατασκόπων του Μεχμέτ Άλη οδήγησαν σε νέες συλλήψεις και έρευνες στο Ναύπλιο και τη Σύρο, αν και οι τελευταίες δεν κατέληξαν σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα [5]. Επίσης τόσο η Γενική Αστυνομία όσο και οι πυλωροί προέβαιναν στη συγκέντρωση και τον έλεγχο πληροφοριών – στρατιωτικών αλλά και οικονομικών – αναγκαίων για την επιβίωση του έθνους. Ο έλεγχος αυτός ήταν απόλυτα αναγκαίος αφού το επιτελείο του Ιμπραήμ κατεγίνετο συστηματικά στη διασπορά κατασκευασμένων ειδήσεων. Τέλος έπρεπε να εξετάζονται καθημερινές κατηγορίες για κινήσεις Τούρκων κατασκόπων αλλά και δραστηριότητες τουρκολατρών.
Στον τομέα της τάξης το σημαντικότερο πρόβλημα υπήρξε η συγκέντρωση των ατάκτων και των προσφύγων στη πόλη, στο προάστιο του Αιγιαλού και έξω από την πύλη της Ξηράς.
Ήδη από τις αρχές του Μαΐου το Εκτελεστικό μετά από πρόταση του Υπουργείου της Αστυνομίας ενέκρινε την απομάκρυνση των «ανωφελώς παραμενόντων» στρατιωτικών στην πόλη και των εξαναγκασμό τους σε εκστρατεία, χωρίς όμως απ’ ότι φαίνεται αποτέλεσμα. Ο συνωστισμός κορυφώθηκε τις ημέρες παραμονής του Ιμπραήμ στην Αργολίδα και ήταν τέτοιος, ώστε απεδόθησαν σ’ αυτόν έως και εκπυρσοκροτήσεις όπλων.
Οι προσπάθειες εκκένωσης, οι οποίες αρχικά εστιάσθηκαν μόνο στις ενδεείς οικογένειες, δεν επέτυχαν. Και όχι μόνον αυτό αλλά συνεχίσθηκε η παράνομη είσοδος αμάχων και λιποτακτών ατάκτων. Τελικά οι προσπάθειες αποσυμφόρησης κατευθύνθηκαν σε οικογένειες, οι οποίες δεν είχαν τροφές τουλάχιστον για έξι μήνες, στις οποίες η κυβέρνηση διέθετε πλοία για την αναχώρησή τους και ανά ένα κιλό κριθάρι, αλλά και αυτές οι προσπάθειες δεν ευοδώθηκαν. Στα μέσα μάλιστα του Ιουλίου το Ναύπλιο κινδύνευε να «βουλίσει από το πλήθος των εισερχομένων» και ο Γενικός Αστυνόμος εντοπίζει στην πόλη «όλους τους μπερμπάντηδες και σουρτούκηδες του Άργους και της Τριπολιτσάς».
Τέλος σε αναφορές του Υπαστυνόμου – καταλυματία στις 5 και 22 Αυγούστου περιγράφεται με τα μελανότερα χρώματα η κατάσταση και αποδίδονται ευθέως ευθύνες για τον πρωτοφανή συνωστισμό στις παρεμβάσεις πολιτικών και διοικητικών παραγόντων.
Προς το έξοχον Υπουργείον της Αστυνομίας
Αναγκάζομαι να αναφερθώ καί να ιδοποιήσω το έξοχον τούτο Υπουργείον την πολυάριθμον ψυχάς είς όλα τα εθνικά οσπήτια ώστε όπου κατ’ ουδένα τρόπον δεν ημπορώ να οικονομήσω τινά αλλ’ ούτε καμμία διαταγή ημπορώ να ενεργήσω.
Αγκαλά και να ευρίσκωνται είς το παραμικρόν οσπήτιον τουλάχιστον 20 και 30 ψυχαί, μ’ όλον τούτο ήθελα προσπαθώ με πολύν μου κόπον να κάμνω κάθε οικονομίαν, δηλαδή όθεν δεν είναι σημαντικά υποκείμενα, και υποκείμενον όπου δεν… ζούν κανέν υπούργημα να ημπορώ να τους ευγάζω και τότε βέβαια ήθελε οικονομήσω τόσον σημαντικά και άξια υποκείμενα ήθελε βιάζονται αύται αί φαμίλιαι ν’ αναχωρούν από ένδον του φρουρίου.
Αλλά τι να κάνω, πώς να ενεργήσω τάς διαταγάς, πώς να οικονομήσω τους υπαλλήλους Υπουργού της Διοικήσεως; Διατάττομαι να αδειάσω πότε ολόκληρον, όπου κάθονται μέσα 150 και 200 ψυχαίς έν ταυτώ και δύω τρείς παραστάτες, πρώτον που θα μετοικήσουν οι παραστάται και δεύτερον τι θα γίνουν αύται αί ταλαίπωροι και δυστυχισμέναι φαμίλιαι; μέλλει να μείνουν είς τον δρόμον και να αποθάνουν χωρίς άλλο; Διατάττομαι κάθε στιγμήν να εύρω κονάκι διά βουλευτάς, διά Υπουργούς, διά γραμματικούς, διά καπιταναίους, διά στρατιώτες, διά τον πολιτάρχην, τους αξιωματικούς τακτικού, διά γραμματοκομιστάς, διά τους παππάδες, διά τους αιχμαλώτους, διά τον Δερβίσι Εφέντη, διά φαμιλίας υπερασπιζομένας από βουλευτάς και εκτελεστάς, αλλά πού είναι αυτά τα σπίτια; Μέσα είς το φρούριον δεν τα βλέπω.
Η αρίθμησις των οσπιτίων είναι 338 πόρτες, όπου μ’ όλον ημπορεί να είναι 200 οσπίτια. Πόσα λοιπόν βαστά η Διοίκησης με τους υπαλλήλους υπουργούς της, πόσα επουλήθησαν, πόσα ενοικιάσθησαν με το να έχουν υποκάτω εργαστήρια και πόσα είναι ακατοίκητα, άς συμπεράνη το έξοχον Υπουργείον, τι απέγινε κανένα χάλασμα, κανένα χαμάμι, όπου όλα αυτά δεν είναι ούτε 50 παρατηρήσατε όπου ευρίσκονται εδώ μέσα υπέρ τάς 20 χιλιάδες ψυχάς που κάθονται και που πλαγιάζουν, κάθε ψυχή ανθρώπινη θέλει απορήσει, εγώ ο ίδιος όπου καθημερινώς περιφέρομαι είς όλα τα οσπίτια, θαυμάζω πώς υποφέρνουν 30 και 40 ψυχαί μέσα είς ένα ονδά, τα κατώγια γιομάτα, οι σάλες γιομάτες ώστε όπου και επάνω είς κεραμίδια μερικών οσπητίων κοιμούνται.
Το έξοχον Υπουργείον άς σκεφθή καλώς την ταπεινήν μου και παρακαλώ του λοιπού να μην με διατάττει να βάζω ταίς ταλαίπωρες ψυχαίς, διότι η ψυχή μου και το συνειδόν μου δεν το βαστά. Μά πάλιν, αγαπάτε, άς μου δοθούν 10 στρατιώται και άς μου δοθή η πληρεξουσιότης και υπόσχομαι είς 10 ημέρας να αδειάσω όλα τα εθνικά οσπήτια, όμως να μην ήθελε υπερασπισθή καμία από αυτάς τάς φαμιλίας από βουλευτάς, εκτελεστάς και Υπουργούς, ως είναι γνωστά της εξοχότητος έν ταυτώ υποφαίνομαι με όλον το βαθύτατον σέβας.
Ναύπλιον τη 5 Αυγούστου 1825
Ο Υπαστυνόμος και Γ. Καταλυματίας
Σπυρίδων Μεταξάς Λευκάδιος
(ΓΑΚ, Υπουργείο Αστυνομίας, φάκελος 31)
Αναμφίβολα καταβάλλονται σύντονες προσπάθειες για τον έλεγχο των εισερχομένων και εξερχομένων από τις δύο πύλες της πόλης, όμως αυτές προσκρούουν στην αδυναμία συνεργασίας των πυλωρών του Υπουργείου της Αστυνομίας με την στρατιωτική φρουρά και στις παρεμβάσεις των στρατιωτικών και πολιτικών. Οι σχετικές αναφορές του πυλωρού Δ. Χοϊδά είναι αρκούντως αποκαλυπτικές. Παράλληλα διατάχθηκε ο Υπαστυνόμος των Μύλων να απαγορεύει το διάπλου προς Ναύπλιο χωρίς κυβερνητική άδεια.
Κύρια πηγή αταξιών αποτελούν οι συγκεντρωμένοι άτακτοι και κυρίως οι Ρουμελιώτες και οι Κρανιδιώτες, στην έπαρση τον οποίων συμβάλλει η προστασία των Κωλέτη και Κουντουριώτη αντίστοιχα. Οι καθημερινές προκλήσεις των κατά των τακτικών αλλά και των άλλων πολιτών καταλήγουν σε συμπλοκές, τραυματισμούς, κ.ά. Εστία αυτών των ταραχών είναι το προάστιο του Αιγιαλού, όπου συγκεντρώνονται ναυτικοί και μεταπράτες από όλη την Ελλάδα. Δε λείπουν βέβαια και οι αρπαγές, οι διαρρήξεις, οι κλοπές, κ.ά. εγκληματικές πράξεις, ενώ η έλλειψη συνεχούς αστυνομικής παρουσίας επιδεινώνει τα πράγματα.
Άλλη πηγή για την τάξη στην πόλη αλλά και στον Αιγιαλό είναι τα καφενεία και τα διάφορα εργαστήρια. Στις 19 Ιουνίου, η Γενική Αστυνομία αναφέρει ότι «…εμπόδισε όλα τα είδη των πνευματικών ποτών από το να πουλούνται εκτός του οίνου. Ωσαύτως και κάθε είδος παιγνιδίων και όσα άλλα γλυκαντικά, καθώς και όλα τα βουτυροζυμωτά, ως βλαπτικά είς την υγείαν».
Δύο μέρες αργότερα θα διατάξει την απομάκρυνση όλων των ποτών από τον Αιγιαλό «… διά να μη μεθύουν οι στρατιώται και κάμνουσι καταχρήσεις…». Η χαρτοπαιξία τέλος είναι ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα, αφού και αυτά τα μπακάλικα μετατράπησαν σε «εργαστήρια των χαρτιών». Σε αναφορά της προς το προϊστάμενό της Υπουργείο η Γενική Αστυνομία ζητά να απαγορευθούν τα χαρτιά «και όσα άλλα παιχνίδια ταραχοποιά διά να μη ευρίσκουν και οι στρατιώται εις ταύτα το καταφύγιον της αμελείας και αδιαφορίας από του χρέους των».
Αν και υπήρξε σχετική απαγόρευση, το πάθος της χαρτοπαιξίας ήταν τέτοιο, ώστε προξενούσε δυσχέρειες και στην εκγύμναση των τακτικών. Από τα καφενεία της πόλης δεν έλειπαν βέβαια και τα μπιλιάρδα, που προσέφεραν ιδιαίτερες συγκινήσεις στους λάτρεις τους. Η συγκέντρωση πλήθους ατάκτων και προσφύγων και η εξ αυτών συσσώρευση ακαθαρσιών σε συνδυασμό με τη στενότητα του χώρου, την έλλειψη αποχετεύσεων και κοινοχρήστων εγκαταστάσεων υγιεινής εγκυμονούν κινδύνους επιδημιών.
Στις 21 Ιουνίου η Γενική Αστυνομία αναφέρει ότι ήδη άρχισαν γαστροχολερικές ασθένειες, ενώ στις 14 Ιουλίου επανέρχεται τονίζοντας ότι άρχισαν με δριμύτητα οι θάνατοι και επισημαίνοντας ότι η πόλη θα γίνει τάφος ιατρών και ιατρευομένων. Την ήδη επιβαρυμένη κατάσταση υγιεινής επέτεινε και η έλλειψη ύδατος, αφού όλο το νερό του υδραγωγείου της Άρειας διοχετευόταν στις δύο στέρνες. Μόλις στις αρχές του Ιουλίου θα αφεθεί κάποια ποσότητα για τις βρύσες. Έτσι υπό την απειλή της δίψας συχνά τα συγκεντρωμένα πλήθη σπάζουν τους σωλήνες των υδραγωγείων της Άρειας και της Γλυκιάς, απειλώντας μάλιστα και τη διατεταγμένη για τη φρούρησή τους δύναμη. Τέλος την οζώδη αυτή κατάσταση ολοκληρώνουν οι συγκεντρωμένη στην αυλή του Αγίου Γεωργίου Άραβες αιχμάλωτοι, οι ψείρες των οποίων, σύμφωνα με αναφορά των Επιτρόπων, κινδυνεύουν να ανέβουν στους τοίχους του ναού!
Οι Άραβες μα και οι άλλοι Οθωμανοί αιχμάλωτοι συνιστούν ένα άλλο σημαντικό πρόβλημα, γιατί περιφέρονται ελεύθεροι και ο κίνδυνος απόδρασης και μετάβασής τους στο εχθρικό στρατόπεδο είναι άμεσος. Εκτός όμως αυτού αποτελούν στόχο αντεκδικήσεων σε περιπτώσεις εθνικών ατυχιών, κίνδυνο μετάδοσης ασθενειών, μιας και πολλοί είναι άρρωστοι αλλά και αντικείμενα καταχρήσεων, αφού οι διεταταγμένοι για την καθαριότητα της πόλης αιχμάλωτοι διατίθενται τελικά σε προσωπικές υπηρεσίες των ισχυρών. Παρά τις συνεχείς παραστάσεις δεν ευοδώθηκαν οι προσπάθειες της Αστυνομίας για εξεύρεση χώρου περιορισμού τους. Εξασφαλίσθηκε όμως η στοιχειώδης σίτιση και ένδυσή τους.
Σε μια τέτοια περίπτωση συνωστισμού δεν ήταν δυνατόν να λείψουν και τα εγκλήματα κατά των ηθών, τα οποία εξαιτίας της φύσης τους, όπως εξάλλου και σήμερα, σπάνια αναφέρονταν και καταγράφονταν. Παρά ταύτα όμως εντοπίζουμε καταγγελίες βιασμού νέας από την Κρήτη, απόπειρα αρσενοκοίτη για την ικανοποίηση του πάθους του, καθώς και καταγγελίες για ανήθικες επιθέσεις ατάκτων Ρουμελιωτών κατά προσφύγων από την Τριπολιτσά.
Τα κάποια κρούσματα κερδοσκοπίας, κυρίως στο ψωμί, είτε με την απαίτηση τιμών υψηλότερων από τη διατίμηση είτε με την ελλιπή ζύγιση, που αναφέρονται είναι μεμονωμένα και πάντως ελάχιστα σε σχέση με τις περιστάσεις των ημερών εκείνων. Μόλις στα μέσα του Αυγούστου θα διορισθεί αγορανόμος, πλην όμως δε θα λείψουν τα εύλογα, όπως φαίνεται παράπονα, των εμπόρων για καταχρήσεις της αστυνομίας. Τέλος στα προβλήματα τάξης θα πρέπει να προστεθούν και ορισμένες περιπτώσεις πυρκαγιών, για την αντιμετώπιση των οποίων θα γίνει τελικά προμήθεια των αναγκαίων εργαλείων (κουβάδων, πελέκεων κ.λ.π.)
Συνεκτιμώντας την κρισιμότητα των περιστάσεων, την οργανωτική ανεπάρκεια των εκτελεστικών αρχών και τις ιδιάζουσες συνθήκες της πόλης τις μέρες εκείνες, μπορούμε να πούμε χωρίς καμία επιφύλαξη πως τα προβλήματα τάξης και ασφάλειας που αντιμετώπισε το Ναύπλιο, όπως αυτά προκύπτουν από την έρευνα του αρχειακού υλικού, υπήρξαν αναμφίβολα σοβαρά αλλά όχι ανυπέρβλητα και αυτό θα πρέπει να αποδοθεί στο γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των συγκεντρωμένων είχε βαθιά συναίσθηση του επικρεμάμενου κινδύνου.
Κώστας Δανούσης
Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμος ΙΙΙ, έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 1998.
* Το άρθρο αποτελεί ανακοίνωση στο Ε’ Διεθνές Συνέδριο Πελοποννησιακών Σπουδών (Άργος, Σεπτέμβριος 1995).
Υποσημειώσεις
[1] Ελευθερίου Γ. Πρεβελάκη, Η εκστρατεία του Ιμπραήμ πασά εις την Αργολίδα, Αθήναι 1950 (όπου και πλήρης βιβλιογραφία).
[2] Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα. Εισαγωγή-σχόλια Σπύρου Ι. Ασδραχά. Εκδόσεις Α. Καραβία, σ. 207.
[3] Ν. Βλάχου, Η γένεσις του αγγλικού, του γαλλικού και του ρωσικού κόμματος εν Ελλάδι, Αθήναι 1939, σ. 6.
[4] Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμος Ζ’, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 91 επ.
[5] Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 132.
Οι Καθολικοί στο Ναύπλιο
Posted in Εκκλησιαστική Ιστορία αφορώσα στην Αργολίδα, Ναύπλιο - Ιστορικά, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, History, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Επίσκοποι, Επίσκοποι Άργους & Ναυπλίας, Εκκλησιαστικά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Θρησκεία, Ιστορία, Καλλίνικος, Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη, Μητρὀπολη Αργολίδας, Ναύπλιο, Οι Καθολικοί στο Ναύπλιο, Πελοπόννησος on 25 Φεβρουαρίου, 2010| Leave a Comment »
Οι Καθολικοί στο Ναύπλιο
Υπό Αρχιμ. Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη
Ιεροκήρυκος Ι. Μητροπόλεως Αργολίδος
Γενικά εισαγωγικά
Δεν είναι παράξενο να αναζητήσουμε ιστορικά τους καθολικούς στο Ναύπλιο, δηλαδή να διερευνήσουμε την ιστορία της λατινικής ιεραρχίας, των καθολικών εφημερίων, μοναχικών ταγμάτων, αλλά και απλών πιστών της Ρωμαιοκαθολικής, άλλως λεγομένης Δυτικής Εκκλησίας, στο Ναύπλιο. Η ιστορική αυτή πόλη, διετέλεσε επί σειρά αιώνων, υπό Φραγκική και Ενετική κατοχή. Είχαμε εδώ Φραγκοκρατία από το 1212 – 1389 και στη συνέχεια Ενετοκρατία από το 1389 – 1540 και κατόπιν τη Β’ Ενετοκρατία από το 1686 – 1715.
Κατά τα 357 συνολικά ξενικής κατοχής, υπό κυριάρχους του Ρωμαιοκαθολικού Χριστιανικού δόγματος, επόμενο ήταν να οργανωθεί εδώ τοπική λατινική Εκκλησία και μάλιστα να χρησιμεύσει, ως γέφυρα προέλασης των δυτικών συνηθειών και επεκτατικών σχεδίων.
Από την πολιτική ιστορία[i] γνωρίζουμε, ότι μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1204), η Πελοπόννησος εκληρώθη στους Ενετούς. Επειδή αυτοί δεν είχαν χερσαίες δυνάμεις, ανέλαβε την κατάκτηση της κληρωθείσης χερσονήσου, ο Βονιφάτιος Μαρκίων Μομφερρατικός και στη συνέχεια, άλλοι Φράγκοι ιππότες.
Αυτοί έθεσαν, ως πρωταρχικούς στόχους τους, την κατάκτηση των φρουρίων Ναυπλίου, Άργους και Κορίνθου. Το πράγμα όμως δεν ήταν εύκολο, όσο εδέσποζε σ’ αυτούς, ο Βυζαντινός άρχοντας Λέων Σγουρός. Όμως μετά το θάνατο του, το 1209, οι Ναυπλιείς παρεχώρησαν δια συνθήκης, που έγινε το 1212, προς τον Γοδοφρείδο Α’ Βιλλαρδουΐνο, ένα αυτοτελές τμήμα της πόλης, καθώς και το αντίστοιχο ανατολικό φρούριο. Έκτοτε αρχίζει η Φραγκική κυριαρχία επί του Άργους και Ναυπλίου, υπό την αυθεντία μάλιστα, των μεγάλων Δουκών των Αθηνών, του οίκου de la Roche, στους οποίους τελικά περιήλθαν οι δύο πόλεις.
Εν τω μεταξύ συναντούμε μόνιμα εγκατεστημένους στο Ναύπλιο ή περιστατικά διακινούμενους καθολικούς, όπως σποραδικά αναφέρονται σε συμβολαιογραφικά και άλλα έγγραφα. Είναι ακόμη γνωστό, ότι Χιώτες μετανάστες, καθολικοί στη συντριπτική τους πλειοψηφία, εγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιο, συνολικά 76 οικογένειες ή 211 ψυχές, όπως μαθαίνουμε από την βενετική απογραφή 1700[ii].
Η Καθολική εκκλησία και νοσοκομείο στο Ναύπλιο
α’. Nerio Acciajoli
Με την ιστορία του Ναυπλίου, συνδέεται και ο εκ Φλωρεντίας Νέριος ή Ραινιέρος Ακκιαγιόλης (Acciajoli)[iii]. Κύριος της Καστελανίας Κορίνθου και Βαρώνος Βοστίτζης. Ο Αιμ. Λεγκράν στη βιογραφία των Ιωάννου και Θεοδοσίου Ζυγομαλά, παραθέτει σε υποσημείωση της 1ης σελίδας τα επόμενα:
« Ο τελευταίος Γάλλος, όστις εβασίλευσεν επί του Άργους και Ναυπλίου ην ο Guy d’ Engien, ου η θηγάτηρ νυμφευθείσα Ενετόν παρέσχε τη Ενετική Πολιτεία την ευκαιρίαν να υπαγάγη υπό την κυριαρχίαν αυτής και το μικρόν τούτο κράτος της μοναδικής κληρονόμου αντί ετησίας χορηγίας κατά το Χρονικόν του Δωροθέου τω 1389· πλήν δεν διήρκεσεν επί πολύ, διότι ο Νέριος Άκκιαγιόλλης και ο γαμβρός του Κάρολος Τόκκος κατέλαβον τας δύο ταύτας αρχοντίας (του Άργους και Ναυπλίου), των οποίων ο Μιχαήλ Ζυγομαλάς εξεπλήρου τα καθήκοντα του υπουργού των Οικονομικών».
Κατά τη γνώμη άλλων χρονογράφων, ο Νέριος Ακκιαγιόλης κατέλαβε το Ναύπλιον και πριν την εκχώρησή του στους Ενετούς.
Ο Νέριος Ακκιαγιόλης, αιχμαλωτίσθηκε από τους Καταλανούς και αναγκάσθηκε να ζητήσει παρέμβαση των Ενετών, αφού πρώτα παραιτήθηκε από κάθε εξουσία, που είχε στο Ναύπλιο.
Μετά τη σύντομη αιχμαλωσία του (1393 – 1394), αφού ελευθερώθηκε, πέθανε στην Κόρινθο την 1ην Νοεμβρίου 1394· λίγο πριν, είχε συντάξει διαθήκη, στις 17 Ιουλίου 1394, στην οποία ανέφερε, ότι κληροδοτεί ολόκληρη την εν Άργει κινητή και ακίνητη περιουσία του, για την ίδρυση του Νοσοκομείου των πτωχών στο Ναύπλιον[iv].
Στην ίδια διαθήκη, ορίζει υπεύθυνο για τη διοίκηση της «‘Ημετέρας Μονής των Καλογραιών του Ναυπλίου» τον Επίσκοπο Άργους και δηλώνει, ότι η Μονή αυτή των Καλογραιών Ναυπλίου, θα εισφέρει και οικονομικούς πόρους στο Νοσοκομείο.
β’. Η Φραγκοκλησιά
Η Μονή των Δυτικών Καλογραιών, η οποία ήταν « περιώνυμος»[v], βρισκόταν εκεί όπου τώρα υπάρχει ο καθολικός Ναός, ο οποίος διαθέτει: κελιά, αποθήκες, στοές, στέρνα, πρεσβυτέριο.
Δηλαδή η κτιριακή του συγκρότηση, ξεπερνά τις απαιτήσεις ενός απλού Ναού[vi]. Η Φραγκοκλησιά, όπως είναι γνωστός ο καθολικός Ναός του Ναυπλίου, είχε και ανάλογη οχυρωματική επάρκεια, διότι βρισκόταν έξω απ’ τα τείχη των κάστρων της Ακροναυπλίας.
Βέβαια, όταν τον 15ο αιώνα τ’ Ανάπλι της Α’ Ενετοκρατίας, επεκτείνεται με επιχωματώσεις έξω από τα τείχη, η Φράγκικη Εκκλησία ενσωματώνεται με τη νέα πόλη. Σίγουρα θα λειτουργούσε, τουλάχιστον ως Ναός και στη Β’ Ενετοκρατία. Αλλά λίγα χρόνια πριν από την Επανάσταση (1821), ξέρουμε ότι ερειπωμένη πια μετατρέπεται σε τζαμί, από την χήρα του Αγά Δερβενιώτη. Οι επεμβάσεις φαίνονται: ο πολύ χαμηλός και μεγάλος τρούλος, το στρογγυλό σχήμα κοντά στο Ναό, όπου η βάση του μιναρέ.
Η Φραγκοκλησιά του Ναυπλίου, βρίσκεται στην ανωφέρεια του ιστορικού κέντρου της πόλης. Είναι αφιερωμένη στη «Μεταμόρφωση του Σωτήρος» και ο μόνος Ναός στο Ναύπλιον, που διατηρεί εξωτερικά τη πέτρινη δομή του.
Στην εσωτερική πόρτα, φέρει γραμμένα (1841) ονόματα φιλελλήνων, που έπεσαν στον απελευθερωτικό αγώνα[vii]. Στο Ιερό Βήμα, σώζεται αντίγραφο της «Sacra Familia»του Ραφαέλε Σάντι. Η εικόνα, είναι δώρο του Βασιλιά της Γαλλίας Λουΐ Φιλίπ, ο οποίος είχε επίσης δωρίσει, μια όμορφη απεικόνιση της Μεταμόρφωσης κι ένα υψηλό ξύλινο θυσιαστήριο, που έχει την επιγραφή: «ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ, 1843[viii]».
Η Εκκλησία έχει σχήμα τετραγωνικό και κάθε εσωτερική πλευρά, έχει μήκος 8,5 μ. Βγαίνοντας από την Εκκλησία, προς τα δεξιά, υπάρχει η είσοδος υπόγειας κρύπτης. Στην κρύπτη αυτή υπάρχουν επιγραφές, τις οποίες κατέγραψε η καθηγήτρια Βασιλική Θ. Καραγιάννη και αναφέρονται σε ονόματα αποθανόντων καθολικών του Ναυπλίου:
+
ANNA GRUND
KUPFERBERG ATHANASIUS GRUND
MORTUUM NAUPLIA (E)
ANNO 1877
REQUIESCANT IN PACE
+
LE COLONEL FABVIER
OFFICIER FRANCAIS
+
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΡΓΟΛΟΓΟΣ
ΙΕΡΕΥΣ 1821 – 1907
ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΑΝΑΠΑΥΟΝΤΑΙ
ΕΝ ΚΥΡΙΩ ΤΑ ΟΣΤΑ ΠΡΟΣΦΙ
ΛΩΝ ΤΕΚΝΩΝ ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΑΙ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΙΕΡΟΥ ΠΡΙΝΤΕ
ΖΗ ΑΠΟΘΑΝΟΝΤΩΝ ΕΝ ΝΑΥ
ΠΛΙΩ ΤΟ 1873 ΚΑΙ 1878
+
ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΝΤΑΙ ΤΑ ΟΣΤΑ ΤΟΥ
ΤΕΘΝΕΩΤΟΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ
ΔΟΜΕΝΙΚΟΥ ΣΑΡΓΟΛΟΓΟΥ ΕΚ ΣΥΡΟΥ
ΑΠΟΘΑΝΟΝΤΟΣ ΕΝ ΝΑΥΠΛΙΩ ΤΗΝ
27 ΑΠΡΙΛΙΟΥ ΤΟΥ 1881
+
ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΑΝΑΠΑΥΟΝΤΑΙ ΕΝ ΚΥΡΙΩ
ΤΑ ΟΣΤΑ ΠΡΟΣΦΙΛΟΥΣ ΜΗΤΡΟΣ ΟΡ
ΣΟΥΛΑΣ ΠΛΟΥΡΙΔΕΛ ΚΑΙ ΚΙΚΙΛΛΙ
ΑΣ ΑΛΕΝ ΑΠΟΘΑΝΟΥΣΑΙ ΕΝ ΝΑΥ
ΠΛΙΩ ΤΗ 2 ΚΑΙ 12 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ
1868 ΑΜΦΟΤΕΡΑΙ ΕΚ ΤΕΡΓΕΣΤΗΣ
+
ΕΝ ΤΟΥΤΩ
ΑΝΑΠΑΥΟΝΤΑΙ ΕΝ ΚΥΡΙΩ ΤΑ
ΟΣΤΑ ΠΡΟΣΦΙΛΟΥΣ ΜΗΤΡΟΣ ΚΑΙ ΚΑΛΗΣ
ΣΥΖΥΓΟΥ ΡΟΖΑΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΙΑΤΡΟΥ
ΕΚ ΜΕΛΙΤΗΣ ΑΠΟΘΑΝΟΥΣΗΣ ΕΝ ΝΑΥΠΛΙΩ
ΤΗ 24 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ….
+
R(EGGIA) CORAZZATA LEPANTO
PENSO BENIAMINO
MARINAIO ITALIANO
NATO LI 8 MARZO 1866 IN CHIOGGIA
MORTO IL 14 8BRE 1889 IN NAYPLIA
Ι
COMPAGNI
Πάνω από την είσοδο του Ναού, βρίσκεται επιγραφή, στην οποία διαβάζουμε:
+
ΑΙΩΝΙΑ
Η ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ
Η ΑΝΑΠΑΥΣΙΣ ΤΟΥ ΤΕΘΝΕΩΤΟΣ
ΟΘΩΝΟΣ Α’
ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
1867
ΕΙΣ ΑΝΑΜΝΗΣΙΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΡΓΟΛΟΓΟΣ
ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Ο Γεώργιος Σαργολόγος (1821 – 1907), του οποίου σώζεται επιβλητική φωτογραφία στον χώρο της υποδοχής της Φραγκοκλησιάς, ήταν εφημέριος των Καθολικών του Ναυπλίου κατά τα έτη 1849 – 1907.
Στο εσωτερικό της Εκκλησίας, υπάρχουν στο αριστερό δάπεδο δυο μαρμάρινοι τάφοι με επιγραφές. Εκεί διαβάζουμε:
+
HIER RUHEN
ANNA GRUND GEB. WILD
AUS KUPFERBERG IN BOEHMEN
GEST. IN NAYPLIA D:25 APR. 1877
ALT 29 JAHRE
UND
ATHANASIUS GRUND
GEB. 15 OCT 1876. GEST:25 FEBR. 1877
REQUISCANT IN PACE
JOSEF GRUND DER TREUE GATTE
ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ
ΑΝΝΗ ΘΥΓΑΤΗΡ ΔΟΜΕΝΙΚΟΥ ΦΡΕΡΡΗ
ΓΕΝΝΗΘΕΙΣΑ ΤΗ 1 ΙΟΥΝΙΟΥ 1865
ΚΑΙ ΑΠΟΒΙΩΣΑΣΑ ΤΗ 21 ΜΑΡΤΙΟΥ 1881
Υπάρχει ακόμα μια επιγραφή πάνω απ’ το κάγκελο της εισόδου στα Ελληνικά και στα Ιταλικά, που αναφέρει: «ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΙΟ, ΤΩΝ ΛΑΤΙΝΩΝ ΚΑΘΟΛΙΚΩΝ». Στην εξωτερική αριστερή πλευρά της Εκκλησίας, βρίσκεται μια άλλη μαρμάρινη επιγραφή στα ιταλικά[ix]:
ALLA VENERATA MEMORIA DELL’AVO
GAVRE PIETRO NEGRI
AGENTE DIPLOMATIKΟ E CONSOLE GENERALE
DI S.M. IL RE DI SARDEGNA
QUI DECEDUTO IL 10 OTTOBRE 1834
I NEPOTI
ENRICO NEGRI DI LAMPORO
GONSOLE GENERALE DIS. M. IL RE D’ ITALIA
ETTORE NEGRI DI LAMPORO
MAGGIORE DI STATO MAGGIORE
GIUSEPPE NEGRI DI LAMPORO
GAPITANO D’ ARTIGLIERIA
POSERO
NELL’ ANNO 1903.
Στην κρύπτη του καθολικού Ναού, υπάρχει επιτοίχιο ανάγλυφο, με θέμα:
«Φιλέλληνες μάχονται υπέρ των Ελλήνων», το οποίο φιλοτέχνησε ο γλύπτης Νικόλαος Δαγούλης. Η παράσταση έχει διαστάσεις 1,10Χ2,20 μ. Περιλαμβάνει 14 μορφές Ελλήνων, Φιλελλήνων, Τούρκων και πέντε άλογα σε ώρα μάχης.
Στο αριστερό μέρος της παράστασης, βλέπουμε την εξέγερση των Ελλήνων και Φιλελλήνων και στο δεξιό την άτακτη φυγή των Τούρκων. Στο κέντρο δύο έφιπποι αγωνιστές, ο Έλληνας με υψωμένο το γιαταγάνι και ο Φιλέλληνας να δείχνει κάποιο ακαθόριστο στόχο. Ένας τρίτος σηκώνει θριαμβευτικά τη γαλανόλευκη. Η σύνθεση καταλήγει σε τόξο, με θριαμβεύουσες τις μορφές του Έλληνα και του Φιλέλληνα.
Το 1839, όπως θα δούμε στην οικία παράγραφο, η Φραγκοκλησιά που είχε μετατραπεί σε μουσουλμανικό τέμενος, δωρίθηκε απ’ το Βασιλιά Όθωνα, για να χρησιμεύσει και πάλι σε καθολικό Ναό του Ναυπλίου, προς εξυπηρέτηση των πιστών του Ρωμαιοκαθολικού δόγματος της περιοχή. Ως καθολικός Ναός λειτουργεί μέχρι τις ημέρες μας, κυρίως για τους πολλούς τουρίστες, που κατακλύζουν τους θερινούς μήνες το Ναύπλιο και την ευρύτερη παραθαλάσσια περιοχή.
γ’. Το καθολικό Νοσοκομείο.
Όπως είδαμε, ο εκ Φλωρεντίας Νέριος ή Ραινιέρος Ακκιαγιόλης, με διαθήκη του, την οποία είχε συντάξει την 17η Ιουλίου 1394, κληροδότησε την εν Άργει κινητή και ακίνητη περιουσία του, υπέρ της ιδρύσεως Νοσοκομείου στο Ναύπλιο, το οποίο βρισκόταν, στους βορειοδυτικούς πρόποδες της Ακροναυπλίας. Έτσι το Ναύπλιο με δαπάνες του Άρχοντα του Δουκάτου των Αθηνών, Νέριου Ακκιαγιόλη του 1ου, απέκτησε το πρώτο στην Ελλάδα Νοσοκομείο των πτωχών. [x]
Το Νοσοκομείο αυτό, κτίστηκε κοντά στον προμαχώνα «Των Πέντε Αδελφών» και ανακαινίσθηκε απ’ τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας τον Ιωάννη Καποδίστρια.
Οι Ενετοί, διατήρησαν το Νοσοκομείο σε λειτουργία, όταν εξουσίαζαν το Ναύπλιο. Αυτό είναι το δεύτερο Νοσοκομείο Ναυπλίου, στα χρόνια της παλιγγενεσίας. Το άλλο ήταν το στρατιωτικό, που βρισκόταν στην Ακροναυπλία, σε θέση ανατολικά του Ωρολογίου, όπου σήμερα το εκκλησάκι των «Αγίων Αναργύρων» και το «χαμάμι».
Και το Νοσοκομείο των πτωχών, για μια περίοδο γίνεται στρατιωτικό.
Όμως, μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα, το Σεπτέμβρη του 1834, εκκενώνεται απ’ τους στρατιωτικούς και διατίθεται τον Ιούλιο του 1836 στο Δήμο Ναυπλίας, για να χρησιμεύσει πάλι σε πολιτικό Νοσοκομείο. Από το καλοκαίρι του 1836, λοιπόν, επαναλειτουργεί το Νοσοκομείο Ναυπλίου ως πολιτικό νοσηλευτικό ίδρυμα, με πρώτη εφορευτική επιτροπή, (αδελφάτο) τους Γ. Μ. Αντωνόπουλο ( Δήμαρχο), Βελισσάριο Παυλίδη και Ηλία Βάβουλα[xi].
Εκεί οι Ενετοί ίδρυσαν ναΐσκο, στον περίβολο του Νοσοκομείου. Σήμερα δε σώζεται απ’ το όλο κτιριακό συγκρότημα, του ιστορικού αυτού νοσηλευτικού ιδρύματος, παρά το εκκλησάκι « Άγιοι Απόστολοι», παρεκκλήσιο επί των ημερών μας, της παλαιάς ενορίας του Ναυπλίου, της Παναγίας, στην οποία βρίσκεται και η ιστορική ελιά, που συνδέεται με το μαρτύριο του Αγίου Αναστασίου, Νεομάρτυρος, του Ναυπλιέως (1655).
Το εκκλησάκι των Αγίων Αποστόλων, είναι χωστό στην κατωφέρεια του βράχου της Ακροναυπλίας, και κατανύσσει τους προσκυνητές με το ξύλινο τέμπλο και τις όμορφες εικόνες του, που είναι εξαιρετικής τέχνης. Οι εικόνες αυτές, μεγάλου σχήματος, προέρχονται απ’ το Ναό της Αγίας Σοφίας Ναυπλίου και χρονολογούνται, αρχές του 19ου αιώνα.
Τα Καθολικά μοναχικά τάγματα στο Ναύπλιο
Στα χρόνια της Α’ Τουρκοκρατίας (1540 – 1689), που ακολούθησαν την Ενετοκρατία, δεν παρέμεινε σημαντικός αριθμός καθολικών κληρικών, στο Ναύπλιο.[xii]
Στα 1642 ιδρύθηκε Μοναστήρι των καπουκίνων μοναχών[xiii], που παρέμεινε και μέσα στο 18ον αιώνα εκτός από τη μικρή περίοδο, της δεκαετίας 1650 – 1660. Η αποστολή των μοναχών, εστόχευε στη διαποίμανση των καθολικών του Ναυπλίου και των πληρωμάτων των καθολικών πλοίων[xiv], που έφθασαν στο λιμάνι του Ναυπλίου και ακόμη στην επιδίωξη, να δημιουργήσουν σχέσεις με την τοπική εδώ Εκκλησία.
Όσον αφορά στο Μοναστήρι των καπουκίνων μοναχών στο Ναύπλιο[xv], είναι πιθανό να στεγάζονταν στο διώροφο κτίριο, δίπλα απ’ το Ναό του Αγίου Γεωργίου. Η άποψη της Σέμνης Καρούζου, ότι πρόκειται για «γυναικομονάστηρο», αμφισβητείται, αφού υπάρχει, όπως έχουμε ήδη αναφέρει η ισχυρή παράδοση ότι λειτουργούσε η Φραγκοκλησιά, ως γυναικείο Μοναστήρι»[xvi].
Η αρχιτεκτονική δόμηση, του Καθεδρικού Ναού Αγίου Γεωργίου Ναυπλίου, επιτρέπει να συμπεράνουμε, ότι ο Ναός αυτός ήταν αρχικά καθολικός. Τόσο το Ιερό Βήμα όσο και ο νάρθηκας, είναι μεταγενέστερες προσθήκες και αυτό γίνεται αντιληπτό ακόμη και σήμερα, εάν παρατηρηθεί η κεραμοσκεπή του Ναού και το πώς ακουμπάει ο εξωτερικός τοίχος του Ιερού Βήματος, στο κυρίως σώμα του Ναού, που δίνει την εντύπωση, ότι το Ιερό είναι μεταγενέστερο προσάρτημα[xvii]. Επίσης υπάρχει δίοδος, που συνδέει το Ναό με το γειτονικό κτίριο, στο νότιο τοίχο του Ναού, η οποία ανακαλύφθηκε τυχαία, όταν επρόκειτο να γίνει εγκατάσταση θέρμανσης. Όλα αυτά, μας επιτρέπουν να υποθέσουμε, πως εδώ βρισκόταν Μοναστήρι, πιθανώς των καπουκίνων μοναχών[xviii].
Οι καπουκίνοι, χρησιμοποιούσαν αυτό το μοναστήρι τους στο Ναύπλιο και ως κέντρο διοργάνωσης εκκλησιαστικών αποστολών. Εκτός από τους καπουκίνους, δεν ήταν λίγοι και οι περαστικοί μοναχοί άλλων μοναχικών ταγμάτων προς άλλα μέρη της Πελοποννήσου, ιδιαίτερα προς την Πάτρα.
Σημαντική περίπτωση, είναι και εκείνη των πατέρων Ιησουϊτών, που πέρασαν απ’ το Ναύπλιο στα 1640[xix] και που είναι η πρώτη προσπάθεια των Ιησουϊτών, για μόνιμη εγκατάσταση, στην Ηπειρωτική Ελλάδα. Ο ερχομός τους στο Ναύπλιο έγινε τυχαία και η παραμονή τους εδώ, κράτησε μόνο τρία χρόνια.
Επίσης, έχουμε εδώ και τη γυναικεία Μονή, στην οποία αναφέρεται η διαθήκη του Νέριου Ακκιαγιόλη, για την οποία ήδη μιλήσαμε στο κεφάλαιο με τίτλο: «η Φραγκοκλησιά».
Τέλος, να σημειωθεί η παρουσία στο Ναύπλιο Ουρσουλινών[xx] καλογραιών, οι οποίες ίδρυσαν εδώ σχολείο στοιχειώδους εκπαιδεύσεως, με μαθήτριες από το Ναύπλιο, αλλά και την ευρύτερη περιοχή.
Πρόκειται για την λεγόμενη «Γαλλική Σχολή». Οι πέντε συνολικά Ουρσουλίνες μοναχές, εγκεταστάθησαν από τα μέσα του 1916, στο διώροφο κτίριο μεταξύ οδού 25ης Μαρτίου (Πρόνοια) και Ασκληπιείου στην «Ενδεκάτη», όπως φαίνεται σε φωτογραφία δημοσιευμένη στο βιβλίο με τίτλο «Το Ναύπλιο», της Σέμνης Καρούζου (εκδ. Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήνα 1979). Το κτίριο σήμερα δε σώζεται, αφού στη θέση του έχει ανεγερθεί πολυκατοικία.
Εδώ, οι μικρές μαθήτριες διδάσκονταν γαλλικά, κέντημα, εργόχειρο, ραπτική και μουσική. Οι μαθήτριες ήταν είτε εσωτερικές (οικότροφες) είτε εξωτερικές.
Η «Γαλλική Σχολή» έκλεισε απότομα το 1920. Μια μεταδοτική μολυσματική αρρώστεια ετρόμαξε μοναχές, παιδιά, και κηδεμόνες και το σχολείο έκλεισε. Οι Ουρσουλίνες μοναχές, απ’ όπου πέρασαν άφησαν το φως της παιδείας και καλές εντυπώσεις με όσους συνεργάστηκαν.
Αξίζει να αναφερθούμε δι’ ολίγων και στη Ναυπλιώτισσα καθολική μοναχή Σεβαστιανή Ιατρού (1915 – 1990), του τάγματος του Αγίου Ιωσήφ. Υπηρέτησε ως καθηγήτρια φιλόλογος, στη Σχολή Saint Josef την οποία και διηύθυνε. Απ’ το γραφείο αλλά και την έδρα διδασκαλίας της, που βρίσκονταν στην Αθήνα (αρχικά στην οδό Χαριλάου Τρικούπη και από το 1979 στην Πεύκη Αμαρουσίου) ευεργέτησε αμέτρητες ψυχές. Το στοργικό της ενδιαφέρον, απήλαυσαν πολλά παιδιά από το Ναύπλιο, τόσο κατά τις σπουδές τους, όσο και μετά την επαγγελματική τους αποκατάσταση. Γι’ αυτό και η μνήμη της παραμένει σεβαστή, μεταξύ των παλαιών κατοίκων της παληάς πόλης του Ναυπλίου.
Σχέσεις Ελλήνων Ορθοδόξων και Καθολικών στο Ναύπλιο
Φραγκοκρατία (1212 – 1389)
Επί Φραγκοκρατίας, εγκαταστάθηκε πλήρως λατινική ιεραρχία στα εκκλησιαστικά πράγματα. Οι Ορθόδοξοι ιεράρχες παραγκωνίσθηκαν ή διώχθηκαν απ’ τις επαρχίες τους, για να πάρουν τη θέση τους λατίνοι αρχιεπίσκοποι και επίσκοποι. Αυτοί πάλι, δεν ήταν και οι καλύτεροι κληρικοί[xxi], που έστελνε η Ρώμη, γι’ αυτό και η επίδραση τους στους γηγενείς ορθοδόξους ήταν μικρή. Το Ναύπλιο και η γύρω περιοχή, υπάγονται πλέον στη δικαιοδοσία του λατίνου Επισκόπου Άργους, ο οποίος εξαρτάται απ’ τον λατίνο αρχιεπίσκοπο Κορίνθου.
Α’ Ενετοκρατία (1389 – 1540)
Κατά τη διάρκεια της Α’ Ενετοκρατίας, η παρουσία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ήταν συνεχής, μέσω των απεσταλμένων της Αγίας Έδρας. Ο λατίνος Επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου είχε, την υποστήριξη της ομόδοξης πολιτικής Αρχής, βαρύνουσα παρουσία στην περιοχή, με έδρα, από το 1397, στο Ναύπλιο αντί του Άργους.
Γνωστός λατίνος Επίσκοπος Άργους κατά την Ενετοκρατία, είναι ο Ενετός Sesundus Nani[xxii]. Περί τα τέλη του 1420, η περιοχή του Ναυπλίου, εσείστηκε από φοβερή καταιγίδα, η οποία προξένησε πολλές ζημιές στα κτίρια της πόλης.
Στις 21 Ιανουαρίου 1421, πρωτοστατούντος του λατίνου Επισκόπου Secundi Nani, μεταφέρονται τα Ιερά λείψανα του Αγίου Πέτρου Άργους, από το Άργος στο Ναύπλιο. Στο «Χρονικό Σύντομο»[xxiii] αναφέρεται: «τω στλκθ’ , νεμήσει ιδ’, ‘Ιανουαρίου κα’. ημέρα γ’, Σιγουντονάνης, επίσκοπος Λατίνων, μετακόμισε τα τίμια λείψανα του οσιωτάτου Πέτρου, επισκόπου Ναυπλίου και Άργους, από Άργους εις την επισκοπήν Ναυπλίου».
Έκτοτε, είμεθα σε αναζήτηση για τα λείψανα του Αγίου Πέτρου, δεδομένου ότι η μνήμη του παραμένει ζωηρή στη συνείδηση των Αργείων και των Ναυπλιέων, με επίκεντρο το Καθεδρικό Ναό του Άργους και την Ιερά Μονή οσίου Θεοδοσίου. Εδώ σώζεται η «Συνάντηση», που θυμίζει την ιερά συνάντηση, κατόπιν ενυπνίου, του Αγίου Πέτρου μετά του οσίου Θεοδοσίου του Νέου ( 10ος αι. μ.Χ.)
Δεν έχουν σταματήσει οι προσπάθειες, για ανεύρεση των ιερών λειψάνων του Αγίου Πέτρου Άργους. Ο Μητροπολίτης Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβος έχει κάνει πολλά ταξίδια στη Βενετία, παραστάσεις στο Βατικανό, για το σκοπό αυτό. Ο ίδιος είναι σε συνεργασία με επιστήμονες ιστορικούς και αρχαιολόγους, για την ανεύρεση και επιστροφή των λειψάνων.
Ο Nani αρχιερατεύει μεταξύ των ετών 1421 – 1424. Εν όσω ζούσε, είχε αποδεχθεί την νομική κατάσταση, η οποία υφίστατο επί ορθοδόξων στην «Αγία Μονή» Αρείας Ναυπλίου.
Δέχθηκε, δηλαδή, να παραμείνει ανενόχλητος στην ηγουμενία της Αγίας Μονής, ο ηγούμενος που είχε εκλεγεί χωρίς την έγκριση του και ο διάδοχος του στην ηγουμενία, να εκλέγεται, από μόνους τους μοναχούς της Μονής, χωρίς ανάμιξη του οικείου Επισκόπου.
Κατά της αποφάσεως αυτής, ανεφέρθη στις Ενετικές Αρχές, ο διάδοχος του Nani, ο λατίνος Επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου Bartholomaeus, ο οποίος απαίτησε την αναγνώριση, υπέρ εαυτού, του δικαιώματος διορισμού ηγουμένου της «Αγίας Μονής».
Η αξίωση αυτή οδηγήθηκε ενώπιον της Συγκλήτου και ο δόγης της Ενετίας, Φραγκίσκος Foscari, εκοινοποίησε την ληφθείσα απόφαση, δια του από 24ης Δεκεμβρίου 1437 εγγράφου του, προς τον «εξουσιαστήν και καπετάνον» Ναυπλίου Ιωάννην Barbo, αρμόδιο για την εφαρμογή των αποφασισθέντων[xxiv].
Η μαρτυρία του εγγράφου αυτού, έχει μεγάλη σημασία, για τις σχέσεις Ελλήνων Ορθοδόξων και Καθολικών στην περιοχή. Σ’ αυτό, ο Λατίνος Επίσκοπος επιδιώκει να επισείει την ποινή της απελάσεως, με τη βοήθεια μάλιστα των Οργάνων της Πολιτείας, όταν μοναχοί ή πρόσωπα, που έχουν γενικά εκκλησιαστική ιδιότητα, είναι ανεπιθύμητα στην περιοχή της δικαιοδοσίας του.
Οι μοναχοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αποκαλούνται «αδελφίσκοι» και χαρακτηρίζονται με κάποια περιφρόνηση, ως επίφοβοι, αιρετικοί[xxv].
Αυτή η πληροφορία είναι σημαντική, διότι δεν έχουμε άλλες μαρτυρίες, για ανοικτή ρήξη και επεισόδια, μεταξύ Ελλήνων Ορθοδόξων κληρικών και λατίνων κοσμικών ή εκκλησιαστικών αρχόντων. Έτσι αυτό το πρόβλημα του λατίνου Επισκόπου Αργολίδας, είναι ενδεικτικό και συνιστά αξιοπρόσεκτη μαρτυρία για τη σοβούσα, έστω και υπολανθάνουσα μορφή, κρίση μεταξύ κληρικών των δύο ομολογιών.
( Σημείωση Αργολικής Βιβλιοθήκης. Το παρόν κείμενο έχει γραφεί προγενέστερα από την εύρεση και Μετακομιδή των Αγίων Λειψάνων του Αγίου Πέτρου, Επισκόπου Άργους του Σημειοφόρου και Θαυματουργού στο Άργος και στον Ιερό ομώνυμο Ναό, όπου και φυλάσσονται, από την 19η Ιανουαρίου του 2008).
Β’ Ενετοκρατία (1686 – 1715).
Στις 20 Αυγούστου 1686, κατά την γνωστή εκστρατεία του Μοροζίνη, το Ναύπλιο κυριεύτηκε και πάλι από τους Ενετούς, οι οποίοι εγκατέστησαν εδώ, νέα πολιτικοστρατιωτική διοίκηση, γνωστή με το όνομα Regno di Morea, με πρωτεύουσα το Ναύπλιο ( Napoli di Romania, «eccelentissima«, όπως την αποκαλούσαν οι Ενετοί)[xxvi] .
Στο Ναύπλιο μετατίθεται, ο μέχρι τότε Επίσκοπος Χίου Leonardo Balsarini, με τον τίτλο του «Αρχιεπισκόπου Κορίνθου». Οι Ενετοί αποκαθιστούν την λατινική ιεραρχία, ανεχόμενοι παράλληλα, την Ελληνική ιεραρχία, με τους ιερείς και τα μοναστήρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
α’ . Η έκθεση Corner.
Αξίζει εδώ να αναφερθεί η έκθεση του Giacomo Corner, γενικού Προβλεπτή Πελοποννήσου, την οποία συνέταξε στις 23 Ιανουαρίου 1691, για χρήση της Γερουσίας[xxvii].
Περιγράφει εκεί ο Corner με μελανά χρώματα, την πνευματική κατάσταση της Πελοποννήσου, υποτιμώντας τον Ορθόδοξο Κλήρο, αλλά και μερικούς καθολικούς κληρικούς. Ενδιαφέρον παρουσιάζει στην έκθεση αυτή, η περιγραφή της ειρηνικής πολιτικής προς την Ορθόδοξη Εκκλησία, που είχαν προγραμματίσει να εφαρμόσουν οι Ενετικές Αρχές, κατά την παραμονή τους στο Ναύπλιο, με κύριο στόχο να μη δημιουργηθεί δυσαρέσκεια στο λαό, προφανώς προ της απειλής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που είχε βλέψεις στην περιοχή. Ο αγώνας τότε μεταξύ Τούρκων και Ενετών, ήταν η κυριαρχία στο Αιγαίο, για το οποίο έγιναν οι γνωστοί Ενετοτουρκικοί πόλεμοι. Οι Ενετοί συμπεριφέρονταν στον εντόπιο πληθυσμό ηπιώτερα, για να έχουν φυσικά την υποστήριξή τους.
Ο Corner υπόσχεται, ότι δε θα αφαιρεθούν οι περιουσίες των Εκκλησιών, αλλά και το ίδιο το Κράτος θα βοηθήσει στην επισκευή τους. Απέναντι στον Ορθόδοξο Κλήρο, συνιστά διπλωματική στάση, δηλαδή ήπια και διαλλακτική. Αλλά όπως πάντα, η πράξη διαφέρει της θεωρίας. Δηλαδή, η αρχή της συμφιλιωτικής πολιτικής επισκιαζόταν πολλές φορές, από την αρχή «βασιλικώτερος του βασιλέως»!
β’. Τα εκκλησιαστικά ακίνητα και η ορθόδοξη ενορία του Μέρμπακα
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο σφετερισμός των εκκλησιαστικών κτημάτων της Μονής «Οσίου Θεοδοσίου» και της περιουσίας του μοναστηριού, επί Αργολίδος Αμβροσίου[xxviii].
Όπως προκύπτει από έγγραφο παραστατικό στοιχείο, της λεγομένης εκκλησιαστικής Βενετικής Απογραφής, επί γενικού Διοικητού του Ναυπλίου Francisco Grimani, o Φραγκίσκος Μοροζίνης, παρεχώρησε μετά την κατάκτηση της περιοχής, με επίσημο έγγραφό του, της 9ης Δεκεμβρίου 1688, προς τον προερχόμενο εκ Κρήτης Επίσκοπο Ρεθύμνης Αθανάσιο Χορτάτση, τη Μονή «Αγίου Θεοδοσίου», για να τη νέμεται, ως πόρον ζωής «και ακόμη το μετόχι, ονομαζόμενο Παναγία εις του Μέρμπακα», που υπήγετο στη Μονή «Αγίου Θεοδοσίου».
Ο Αθανάσιος όμως Χορτάτσης, Επίσκοπος Ρεθύμνης, που εκμεταλλεύθηκε δια βίου, την εκκλησιαστική αυτή περιουσία, αλλά και ανακαίνισε τα κτίρια της Μονής «Αγ. Θεοδοσίου» όταν γέρασε, παρεχώρησε με συμβολαιογραφική πράξη της 9ης Ιουνίου 1694, τη Μονή «Αγίου Θεοδοσίου» και το μετόχι της «Παναγίας Μέρμπακα» στον ανεψιό του Φραγκίσκο Χορτάτση.
Η πράξη αυτή διασφαλίστηκε επίσημα, με το από 12 Οκτωβρίου 1701, διάταγμα του Giacomo da Mosto, Γενικού Προνοητού Πελοποννήσου στο Ναύπλιο. Με το διάταγμα αυτό παραχωρήθηκε η Μονή και το μετόχι, στο Φραγκίσκο Χορτάτση, στον πατέρα του Εμμανουήλ και γενικά στην οικογένεια του Χορτάτση, σε αναγνώριση των υπηρεσιών τους, προς τη Βενετική Πολιτεία.
Έτσι τα εκκλησιαστικά αυτά κτήματα πέρασαν στη νομή της βενετόφιλης οικογένειας Χορτάτση. Με το ίδιο διάταγμα ορίστικε ότι, μετά το θάνατο του Επισκόπου Αθανασίου Χορτάτση, για να διατηρηθεί η κατοχή των δύο κτημάτων από την οικογένεια των Χορτάτσηδων, ηγούμενος θα γινόταν, ο Μελέτιος Χορτάτσης , αδελφός του Φραγκίσκου Χορτάτση.
Η ευφυής αυτή μεθόδευση ευδοκίμησε, όχι όμως χωρίς διαμαρτυρίες των τοπικών Εκκλησιαστικών Αρχών των Ορθοδόξων και κυρίως του Μητροπολίτου Αργολίδος Αμβροσίου[xxix]. Αφορμή των διαμαρτυριών υπήρξε η ορθόδοξη ενορία του χωριού Μέρμπακα, που βεβαίως ανήκε πάντα στην κανονική αρχιερατική εποπτεία του ορθοδόξου Μητροπολίτου Ναυπλίου και Άργους, ο οποίος τώρα εμποδιζόταν στην άσκηση των αρχιερατικών δικαιωμάτων του στην περιοχή, δηλαδή να διορίζει και εποπτεύει τον εφημέριο του Μέρμπακα, αφού οι Χορτάτσηδες διεκδικούσαν και την ενορία του Μέρμπακα, που συνεφάπτοταν με το μετόχι το οποίο ενέμοντο.
Η υπόθεση έφθασε στον Γενικό Προνοητή της θάλασσας Alvice Moncenigo. Ο Αμβρόσιος ζητά αποκατάσταση των αρχιερατικών του δικαιωμάτων. Την 8 Ιανουαρίου 1711 εκδίδεται διαταγή του Alvice Moncenigo υπέρ των Χορτάτσηδων, όπου ορίζεται, ότι το ενοριακό κανονικό δικαίωμα του οικισμού του Μέρμπακα, ανήκει στο μετόχι της Παναγίας, της οποίας ο εφημέριος θα λειτουργεί και στην ενοριακή εκκλησία του χωριού.
Ο Αμβρόσιος προσφεύγει στις Ενετικές Αρχές του Ναυπλίου κατά της αποφάσεως (Ιούνιος 1711) ενώ υποβάλλεται και αναφορά είκοσι Μερμπακιτών (Ιούλιος 1711), με την οποία υπενθυμίζονται συγκεκριμένα γεγονότα της εκεί ενοριακής ζωής και άλλες ειδήσεις της εκκλησιαστικής πρακτικής, που έδειχναν τη συνέχεια της αρχιερατικής εποπτείας του Ορθοδόξου Μητροπολίτου Αργολίδος επί της ενορίας του Μέρμπακα.
Η έφεση του Αμβροσίου διεβιβάσθη από τον ρέκτορα Ναυπλίου, Pelegrin Pasgualigo,προς το Συμβούλιο των 40, στη Βενετία και κοινοποιήθηκε στον προεστό του Μέρμπακα και προς τους Χορτάτσηδες. Στη Βενετία παρακολούθησε ο Αργολίδος Αμβρόσιος την υπόθεση στενά, δια του ειδικού απεσταλμένου του, ιερέως Ιωάννου Κληματαρά, πρωτεκδίκου Ναυπλίου, μέχρι το Νοέμβριο του 1713. Ο δικαστικός αυτός αγώνας, που ήταν μακρός και πολυέξοδος, εστέφθη υπό επιτυχίας και ήταν ανάλογος προς τη γνωστή και εξ άλλων πηγών, ισχυρή προσωπικότητα του Αμβροσίου.
Ο Μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους Αμβρόσιος [xxx], μετά την ήττα των Ενετών στην Πελοπόννησο και την επικράτησή των Τούρκων (1715) αιχμαλωτίσθηκε και δε γνωρίζουμε τι ακριβώς απέγινε. Μένει όμως το μνημόσυνο του, ως ζηλωτού και καλού Ιεράρχου[xxxi]. Πάντως απ’ όσα προαναφέραμε, φαίνεται καθαρά, ότι οι σχέσεις Ελλήνων Ορθοδόξων και Καθολικών στο Ναύπλιο, δεν ήταν πάντα ανέφελες.
Η τύχη Καθολικών πιστών και ιδρυμάτων επί τελευταίας Τουρκοκρατίας και ελευθέρας Ελλάδας (1715 και εξής)
Στα 1781, υπήρχαν συνολικά εκατό (100) καθολικοί πιστοί, στην Αθήνα , το Ναύπλιο, την Κορώνη και την Πάτρα. Στο Ναύπλιον παρέμειναν λιγοστές οικογένειες, που ασχολούνταν με το εμπόριο και με διπλωματικές αντιπροσωπείες της Γαλλίας, της Βενετίας και άλλων Ευρωπαϊκών Κρατών.
Η κατάσταση αυτή, ανατρέχει σε όλη την Τουρκοκρατία (1711 – 1822), μέχρι που ήρθε ο πρώτος Βασιλιάς του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους, ο καθολικός το θρήσκευμα Όθωνας, ο οποίος εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, το 1833.
Το Βασιλιά Όθωνα συνόδευε σημαντικός αριθμός καθολικών Βαυαρών. Υπολογίζεται πως ήταν μαζί του χίλιοι οκτακόσιοι πενήντα (1850) Βαυαροί, κυβερνητικοί, άλλοι τιτλούχοι, στρατιωτικοί, αυλικοί[xxxii], οι οποίοι μετακόμισαν στην Αθήνα, όταν το 1834 μεταφέρθηκε εκεί η έδρα της πρωτεύουσας. Σε ανεπίσημη απογραφή του καθολικού πληθυσμού στα 1834, μετά την εγκατάσταση του Όθωνα στην Αθήνα, έχουμε ακόμη στο Ναύπλιο εκατόν είκοσι (120) πιστούς του καθολικού Δόγματος[xxxiii] .
Το 1839, ύστερα από αίτηση του Επισκόπου των Δυτικών Λουδοβίκου Μαρία Blanchis, Επισκόπου Σύρου, που είχε την ποιμαντική φροντίδα των καθολικών πιστών της Ελλάδας, σε περιοχές που δεν υπήρχαν λατίνοι Επίσκοποι, όπως στο Ναύπλιο, δωρίθηκε από τον Όθωνα το τέως μουσουλμανικό Τέμενος, δηλαδή η λεγόμενη «Φραγκοκλησιά» στην πλαγιά της Ακροναυπλίας, για να μετατραπεί σε Καθολικό Ναό του Ναυπλίου.
Στο Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ. Α. Κράτους, και στους φακέλους : ΔΗΜ 1.1/Π 35 (1839) και ΔΗΜ 1.1/12 32β (1838), βρίσκουμε τη σχετική αλληλογραφία, για την παραχώρηση του τζαμιού στους Δυτικούς, τους Καθολικούς του Ναυπλίου.
Βλέπουμε στο υπ’ αριθ, 4998/28 Αυγούστου 1838 έγγραφο του Διοικητού Αργολίδος, προς τον Δήμαρχο Ναυπλίου, ότι « κατόπιν αιτήσεως του εν Σύρω Επισκόπου των Δυτικών, απευθυνόμενης προς την επί των Εκκλησιαστικών Βασιλικήν Γραμματείαν, ο Δήμαρχος προσκαλείται, βάσει και της υπ΄αριθ.12021 διαταγής επί των Εσωτερικών Γραμματείας», να κάμει αίτηση, ώστε να παραχωρηθεί στους πιστούς του Δυτικού Δόγματος το παραπάνω τζαμί ή κάποιο άλλο κατάλληλο απ’ όσα υπάρχουν προς ανέγερσιν Ναού « κατά τον νόμον περί προικοδοτήσεως». Ο Διοικητής παρακαλεί τον Δήμαρχο, να έχει την αίτηση του, το ταχύτερο, για να την υποβάλλει εις την «επί των Εσωτερικών Γραμματείαν» Το Τέμενος χαρακτηρίζεται ως «το υπό τον Ιτσκαλέ ερείπιον τζαμίου».
Σε έγγραφο της 7 Νοεμβρίου 1838, προς τον Δήμαρχο Ναυπλίας, ο εφημέριος των καθολικών Ναυπλίου, ιερέας Πέτρος Πριβιλέγγιος, αποστέλλει κατάλογο των « όσων έγραψε έως τώρα» καθολικών, εκατόν είκοσι εννέα (129) ονόματα, που βρίσκονται στο Ναύπλιο και επιφυλάσσεται να στείλει και άλλον με ονόματα των υπόλοιπων Καθολικών του Ναυπλίου.
Με το από 20 Φεβρουαρίου/ 4 Μαρτίου 1839 Βασιλικό Διάταγμα, παραχωρείται «εις τους ενταύθα διαμένοντας ή ως δημότας εις τον Δήμον Ναυπλίας καταγραφέντας Δυτικούς» η οικοδομή του τζαμιού, που βρίσκεται «εντός του φρουρίου πλησίον του Ίτσκαλέ».
Με το από 31 Μαρτίου/ 12 Απριλίου 1839 έγγραφο του, ο ιερέας Πέτρος Πριβιλέγγιος, με την ιδιότητα του εφημέριου των καθολικών Ναυπλίου, ευχαριστεί και εκ μέρους των πιστών του Δυτικού Δόγματος τον Δήμαρχο Ναυπλίου, «δια την φιλοκαλίαν και προσπάθειαν», την οποία κατέβαλε ως προϊστάμενος του Δήμου Ναυπλιέων, προς επιδίωξη του σκοπού τους, δηλαδή για ίδρυση καθολικού Ναού.
Με το από 3 Μαΐου 1839 έγγραφο, ο Δήμαρχος Ναυπλίου Γ. Μ. Αντωνόπουλος , διατάσσει τον Δημοτικό Αστυνόμο, να διώξει όσους κατοικούν εις τα «χαμώγια του υπό τον Ίτσκαλέ τζαμίου», δίνοντας τους μόνο τρεις (3) ημέρες προθεσμία, για να βρουν άλλα καταλύματα, διότι το τζαμί αυτό, εχορηγήθη εις τους καθολικούς δια της Κυβερνήσεως, για να ανιδρύσουν Ναόν του Δόγματός τους.
Στην παραχώρηση συνέβαλε, ο προσωπικός φίλος του Βασιλιά, Γάλλος συνταγματάρχης Α. Ιλαρίων Touret[xxxiv]. Ο Ναός επισκευάζεται λόγω των ζημιών από τα επαναστατικά γεγονότα και ανοικοδομείται πρεσβυτέριο, για κατοικία του εκάστοτε εφημερίου. Τα εγκαίνια του ναού έγιναν στα 1840 από τον εφημέριο Φραγκίσκο Κούκουλα και αφιερώθηκε στη «Μεταμόρφωση του Σωτήρος». Την εποχή εκείνη το Ναύπλιον συγκέντρωνε τριακόσιους (300) περίπου καθολικούς[xxxv], Έλληνες και ξένους. Οι δεύτεροι ανήκαν στο σώμα των Βαυαρών στρατιωτών, που είχαν συνοδεύσει τον Όθωνα.
Θα πρέπει εδώ να αναφερθούμε, στους Βαυαρούς στρατιώτες, που συνόδευσαν τον Όθωνα κατά την άφιξή του στο Ναύπλιο. Βρισκόμαστε στα 1833. Ο Όθωνας εγκαθίσταται στο Ναύπλιο και τη φρούρηση της πόλης αναλαμβάνει πλέον η Βαυαρική Βασιλική Φρουρά, ενώ η γαλλική φρουρά εγκαταλείπει το Ναύπλιο, με τις ευχές των πολιτών.
Ο Βαυαρικός στρατός, εκτός από τις συνηθισμένες στρατιωτικές υπηρεσίες ασχολείτο και με διάφορα κοινωφελή έργα, που τότε είχε επείγουσα ανάγκη ο τόπος: συμπλήρωσε τις επισκευές οχυρωμάτων των φρουρίων, έχτισε πέτρινη σκάλα με 960 σκαλιά στη Βορειοδυτική πλευρά του Παλαμηδίου, κάνοντας έτσι ευκολώτερη την επικοινωνία με την πόλη του Ναυπλίου.
Έφιαξε «Οπλοστάσιο» στο Ναύπλιο με ειδικούς ξένους τεχνίτες, ιδίως Βαυαρούς, ενώ κατασκεύασε την πρώτη αμαξιτή οδό που συνέδεε το Ναύπλιο με το Άργος (12 χλμ.) και εργάσθηκε για την αποκατάσταση της δημόσιας τάξης σ’ όλο το Κράτος.
Στους Βαυαρούς στρατιώτες, που αποστρατεύτηκαν, δόθηκε στην Αρχαία Τίρυνθα «εθνική γή» για να φιάξουν δικό τους συνοικισμό. Όμως ο συνοικισμός αυτός, που είχε ονομασθεί «Νέα Τίρυνς» δεν έμελλε να ευδοκιμήσει, διότι οι κάτοικοι του Βαυαροί, αποδεκατίστηκαν από τον τύφο και την ελονοσία ή και από άλλες αρρώστιες, που προέκυψαν στην περιοχή. Ο Μιχαήλ Λαμπρυνίδης, στο έργο του «Ναυπλία» ( Αθήναι 1950, σελ315) μιλάει περί «πυρετών» κακοήθων, λαβόντων χαρακτήρα, ένεκα καταχρήσεως οπωρών αώρων ως επί το πολύ». Από τους επιζήσαντες, ελάχιστοι επέστρεψαν στη Βαυαρία. Οι ίδιοι εγκατεστάθησαν στο Ναύπλιο και στην Πρόνοια, ενώ μερικοί απ’ αυτούς αργότερα πήγαν στην Αθήνα. Από το συνοικισμό των Βαυαρών, δεν απέμεινε αξιόλογο ίχνος.
Την 6η Φεβρουαρίου 1836, ο Βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος, ήλθε στην Ελλάδα, για να επισκεφθεί το γιό του τον Όθωνα. Επισκέφθηκε το Ναύπλιο και έγινε επίσημα δεκτός στην είσοδο της πόλης, απ’ το Δημοτικό Συμβούλιο Ναυπλίου και το Δήμαρχο Σπύρο Παπαλεξόπουλο, ο οποίος τον προσφώνησε. Τότε, προς τιμήν του Λουδοβίκου δόθηκε επίσημος χορός στη μεγάλη αίθουσα « Βουλευτικού» Ναυπλίου.
Ο Βασιλιάς Λουδοβίκος, σε ανάμνηση της Βαυαρικής αποικίας, διέταξε να ιδρυθεί περιφανές αναμνηστικό μνημείο, επί του βράχου που υπάρχει βορειοανατολικά της Πρόνοιας, στους πρόποδες του οποίου είχαν ταφεί οι Βαυαροί στρατιώτες, όσοι είχαν πεθάνει από επιδημία τύφου τα έτη 1833 – 34.
Λαμβάνοντας τη διαταγή αυτή, ο γλύπτης Κρίστιαν Ζίγκλερ, με δαπάνη του Βασιλιά, ελάξευσε στο βράχο Λέοντα κοιμώμενο, όμοιο με εκείνον, που έστησαν οι Ελβετοί στη Λουκέρνη, προς τιμήν των συμπατριωτών τους, που είχαν σκοτωθεί στη Γαλλική Επανάσταση (1789).
Ο Λέων παριστάνεται να κοιμάται ήρεμα και στα πόδια του υπάρχει επιγραφή, στη γερμανική γλώσσα:
DIE
OFFIZIERE UND SOLDATEN
DER
KOENIGLICHEN BAYERISCHEN BRIGADE
IHREN KAMERADEN
+
1833 UND 1834
ZUR VOLLENDUNG GEBRACHT
DURCH
LUDWIG KOENIG VON BAYERN
Η επιγραφή στα ελληνικά σημαίνει:
ΟΙ
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ
ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΒΑΥΑΡΙΚΗΣ ΜΕΡΑΡΧΙΑΣ
ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥΣ ΤΟΥΣ
+
1833 – 1834
ΤΕΛΕΙΩΘΕΝΤΑΣ
ΔΙΑ
ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΤΗΣ ΒΑΥΑΡΙΑΣ:
(εννοείται αφιερώνουν το παρόν μνημείον)
Τα αποκαλυπτήρια του «Λέοντα των Βαυαρών», έγιναν την 16η Νοεμβρίου 1841 και είναι χαρακτηριστικό το ειδοποιητήριο του Βασιλικού Επιτρόπου προς το Δήμαρχο Ναυπλίου, το οποίο βρίσκεται στο ιστορικό αρχείο Ναυπλίου (ΔΗΜ 1.1 *Ψ50,1841):
« Ο Αντισυνταγματάρχης Χότζ
Προς
Το Δημαρχείον Ναυπλίας
Ο υποφαινόμενος έχει την τιμήν να ειδοποιήση την Δημαρχίαν Ναυπλίας, ότι αύριον εις τάς 11 ώρας π.μ. θέλει αποκαλυφθή το παρά της Α.Μ.
του Βασιλέως της Βαβαρίας Λουδοβίκου Ι προς ανάμνησιν των του επιβοηθητικού Στρατού αποθανόντων Βαβαρών τιθέμενον μνημείον είς Πρόνοιαν.
Παραδίδω λοιπόν, ως Βασιλικός Επίτροπος, το μνημείον τούτο της Δημαρχίας από την ώραν της ξεσκεπάσεως προς υπεράσπισιν κατά κάθε είδους φθοράς και του οποίου επομένως η μεγαλοπρεπής κατασκευή θέλει χρησιμεύσει ως στολισμός της πόλεως Ναυπλίας, ως το πρώτον έργον τοιούτου είδους, μετά παρέλευσιν αιώνων, εις την νέαν αναγενηθείσαν Ελλάδα.
Ναύπλιον τη 15η Νοεμβρίου 1841
Ο Επίτροπος
ΧΟΤΖ ΑΝΤΙΣΣΕΤΟΣ
Η Καθολική εκκλησία σήμερα στο Ναύπλιο
Όπως φαίνεται καθαρά από ξενικά ονόματα των καθολικών του Ναυπλίου το έτος 1838, που κατέγραψε ο τότε εφημέριος του Πέτρος Πριβιλέγγιος και επικύρωσε δια την ακρίβειαν ο Δήμαρχος Ναυπλίου Γ. Μ. Αντωνόπουλος, δεν υπήρχαν ντόπιοι καθολικοί, παρά ελάχιστοι. Οι ξένοι καθολικοί του Ναυπλίου απέθαναν, πολλοί μάλιστα άτεκνοι και οι περισσότεροι ακολούθησαν τον Όθωνα στην Αθήνα.
Σύμφωνα με πηγές της Καθολικής Εκκλησίας, στο Ναύπλιον σήμερα, διαμένουν περίπου δέκα (10) οικογένειες, που ανήκουν στο Καθολικό Δόγμα. Οι λατρευτικές τους ανάγκες, εξυπηρετούνται στον καθολικό Ναό της «Μεταμορφώσεως» από εφημέριο, που έρχεται εδώ σε τακτά διαστήματα. Επίσης στον ίδιο Ναό, εκκλησιάζονται οι αλλοδαποί της ευρύτερης περιοχής, δηλαδή τουρίστες, εργάτες κλπ.
Η Διεύθυνση Νεωτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού, ανέλαβε ως αρμόδια την ανακαίνιση της αψίδας των Φιλελλήνων, ενώ χρηματοδοτεί ως ιδιοκτήτρια τις επισκευές του Ναού, ο οποίος έχει χαρακτηρισθεί διατηρητέο Μνημείο.
Ζωηρό ενδιαφέρον για την αξιοποίηση των Μνημείων αυτών, έχει εκδηλώσει και ο Δήμος Ναυπλιέων. Ο χώρος φωταγωγήθηκε και ευπρεπίστηκε, ενώ χρηματοδοτήθηκε και η κατασκευή της γλυπτής παράστασης με θέμα: «Φιλέλληνες μάχονται υπέρ Ελλήνων», για την οποία ήδη έχουμε μιλήσει. Η παράσταση εγκαινιάσθηκε στις 23 Ιουνίου 1990, παρουσία του Αρχιεπισκόπου Καθολικών της Αθήνας κ.κ. Νικολάου, από τον τότε Δήμαρχο Ναυπλιέων κ. Γεώργιο Τσούρνο.
Επιλεγόμενα
Από τη μελέτη, που προηγήθηκε, εξάγονται ορισμένες εξηγήσεις, σχετικά με το φαινόμενο, της μη ύπαρξης καθολικών, σήμερα στο Ναύπλιο.
Η εμφάνιση εδώ πιστών του λατινικού Δόγματος είδαμε, ότι σχετιζόταν αρχικά με εμπορικές δραστηριότητες περιστασιακού χαρακτήρα. Οι Ενετοί, έχοντας κυρίως εμπορικά ενδιαφέροντα, κινούνταν, όπου έκριναν, ότι τα συμφέροντα τους εξυπηρετούνταν καλύτερα.
Η στάση των Ενετικών Αρχών επί Ενετοκρατίας, έναντι των Ελλήνων Ορθοδόξων, θα πρέπει να ερμηνευθεί και πολιτικά. Η διστακτικότητα των Ενετών έναντι της Ορθόδοξης εκκλησίας, ήταν και πολιτική επιλογή, για την διατήρηση της κυριαρχίας στον τόπο. Η Καθολική Εκκλησία, κάθε άλλο παρά είχε λόγους να αρνηθεί τις ευκαιρίες που δίνονταν για επέκταση των εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών της. Μ’ αυτό τον τρόπο η πλειονότητα των Ελλήνων Ορθοδόξων, βλέπει με καχυποψία τις κινήσεις της Καθολικής Εκκλησίας, η οποία ιστορικά συνδέθηκε με τον κατακτητή ( Φράγκο ή Βενετό).
Η ευκαιρία που δίνεται για ανάπτυξη του λατινικού στοιχείου, με τον ερχομό των Βαυαρών που συνόδευσαν τον Όθωνα, εξανεμίζεται, καθώς αυτοί οι ακόλουθοι του Βασιλιά, εγκαθίστανται στη νέα πρωτεύουσα, την Αθήνα μαζί με τον Όθωνα.
Εδώ θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν ότι οι κάτοικοι του Ναυπλίου, καλού και ευγενούς χαρακτήρος, ήταν ευκατάστατοι και πεπαιδευμένοι. Η ελληνική γλώσσα, εκφράζονταν εδώ, στην πιο καθαρή και γλαφυρή της έκφραση, ενώ είναι γνωστές και οι εμπορικές επιδόσεις των κατοίκων Ναυπλίου[xxxvi].
Πιο συγκεκριμένα δεν υπήρχαν σημεία επαφής μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών. Αρκεί να αναλογισθεί κανείς τη διαφορά γλώσσας, νοοτροπίας, αγωγής και κυρίως φρονήματος.
Άλλο το ορθόδοξο φρόνημα και άλλο το λατινικό.
Εξάλλου σοβούσε δυσπιστία, επιφυλακτικότητα μέχρι περιφρόνησης και από τις δύο πλευρές. Ας θυμηθούμε, την έκφραση «αδελφίσκοι» για τους Ορθόδοξους μοναχούς, στο έγγραφο του Φραγκίσκου Foscari, που εξετάσαμε παραπάνω. Ενδεικτικό είναι το γεγονός του σφετερισμού της Μοναστικής περιουσίας της Μονής «Οσίου Θεοδοσίου» από τους Δυτικούς, επί Αργολίδος Αμβροσίου, για το οποίο ήδη έχουμε μιλήσει. Αυτά, μαζί με τον παραγκωνισμό των Αρχιερέων, νομίζουμε, ότι εξηγούν την ανωτέρω εικόνα των Ορθοδόξων και Καθολικών στην Ναυπλία.
Η κατάσταση αυτή ήταν αναγκαστικά ανεκτή, λόγω της πολιτικής συγκυρίας. Οι κρατούντες ήταν καθολικοί· τι μπορούσαν να κάνουν οι Ορθόδοξοι; Απλά ανέμεναν την ανεξαρτησία και όταν αυτή ήλθε, έστω με αλλαγή πάλι ξένου καθεστώτος, έσπευσαν να αποκαταστήσουν, την Ορθόδοξο Εκκλησιαστική Διοίκηση.
Δηλαδή μετά τη Φραγκοκρατία και την Α’ Ενετοκρατία και την παράδοση του Ναυπλίου στους Τούρκους δια συνθήκης, το επόμενο ακριβώς έτος (1541) έγινε ο διορισμός Μητροπολίτου Ναυπλίου, κατόπιν αιτήματος των Ναυλιέων, προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αφού η Αργοναυπλία ήταν Εκκλησιαστική επαρχία του Οικουμενικού Θρόνου, όπως και οι άλλες Μητροπόλεις της Πελοποννήσου μέχρι το 1833, οπότε έχομε την ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας του νεοελλαδικού κρατιδίου.
Βέβαια, καθ’ όλο το διάστημα της Ρωμαιοκρατίας, υπήρχε αντίδοση μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών. Όταν όμως απεμακρύνθησαν οι Καθολικοί κατακτητές κατέρρευσε και το όλο πλέγμα των αναγκαστικών σχέσεων Ορθοδόξων και Καθολικών, διότι ακριβώς έλειπε ο εσωτερικώς ιδεολογικός σύνδεσμος.
Για τον αυτόν λόγο εξέλειπαν και οι Καθολικοί από την περιοχή. Πάντως, ο ιστορικός αυτός διάλογος στην περιοχή του Ναυπλίου, μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών, έχει προσδώσει στην πόλη, μια αναμφισβήτητη ιδιαιτερότητα, ιστορική, πνευματική και πολιτιστική.
Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμος ΙΙΙ, έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 1998.
Υποσημειώσεις
[i] Βλέπε Α. Savvides, Nauplion in the Byzantine and Frankish periods (Ανάτυπον) εις Πελοποννησιακά, τομ. ΙΘ’ (1991 – 1992). Επίσης βλέπε Σοφίας Δοανίδου, «Το πριγκιπάτο της Αχαΐας» (1205 – 1460), Σύλλογος προς διάδοσιν ωφέλιμων βιβλίων, Αθήνα 1989.
[ii] Βλέπε Βασ. Παναγιωτόπουλου, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου, Αθήνα 1985, σ. 140. Γ. Αθ. Χώρα, « Η Αγία Μονή Άρειας Ναυπλίου», εν Αθήναις 1975, σ. 95 επ.
[iii] Βλέπε Μιχ. Γ. Λαμπρινίδου, « Η Ναυπλία», Αθήναι 1950, σ. 52 επ.
[iv] Βλέπε Μιχ. Γ. Λαμπρυνίδου, ό.π., σ. 57 επ. Πρβλ. Γ. ΑΘ. Χώρα, Μουσική παιδεία και ζωή στο Ναύπλιο ( 18ος – 20ος αιώνας), εκδ. του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον 1994, σ. σ. 34, 35.
[v] Βλέπε Μιχ. Γ. Λαμπρυνίδου, ό.π., σ. 58. Ντιάνας Αντωνακάτου, Ναύπλιο 88, κείμενα και εικόνες, Αθήνα 1988, σ. 218.
[vi] Βλέπε Ντιάνας Αντωνακάτου, ό.π.,σ. 218. Πάνου Λιαλιάτση, «Το Ναύπλιον», Τουριστικός οδηγός, Ναύπλιο 1972, σ. 52.
[vii]Την αψίδα ανήγειρε ο φιλέλληνας και προσωπικός φίλος του Όθωνα, Γάλλος συνταγματάρχης Α. Ιλαρίων Touret. Περιέχει 280 ονόματα φιλελλήνων αγωνιστών. Τα αποκαλυπτήρια έκαμε ο επίσκοπος Blanchis, την Κυριακή της Πεντηκοστής του 1841.
[viii] Βλέπε Μιχ. Γ. Λαμπρυνίδου, ό.π.,σ.328. Επίσης Μ. Φώσκολου, « Η Καθολική Εκκλησία Άργους – Ναυπλίου» εις Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τομ.Ι (1992) , εκδ. Δήμου Ναυπλιέων, σ. 43. Επίσης Ντιάνας Αντωνακάτου, ό.π., σ. 218.
9 Βλέπε Μ. Ρούσου – Μηλιδώνη, « Το Μνημείο Φιλελλήνων στο Ναύπλιο», Ανάτυπο απ’ το περιοδικό «Σύγχρονα Βήματα», τεύχ. 68, Αθήνα 1991.
[x] Βλέπε Μιχ. Γ. Λαμπρυνίδου, ό.π., σ σ. 57, 58.
[xi] Βλέπε Ιωάννας Δ. Λιάτα, «Το Δημοτικό Νοσοκομείο Ναυπλίου από την ίδρυση του, μέχρι το 1851», Εργασία στο μάθημα της Ιστορίας της Ιατρικής Α. Ε. Μ. 15. 185, Θεσσαλονίκη 1983.
[xii]Βλέπε Μ. Φώσκολου, ό.π., σ. 39.
[xiii] Βλέπε Π. Γρηγορίου, « Σχέσεις Καθολικών και Ορθοδόξων», Αθήναι 1958, σ. 319.
[xiv] Βλέπε Απ. Ε. Βακαλόπουλου, «Ιστορία του νέου Ελληνισμού» τόμ. Γ’, Θεσσαλονίκη 1968, σσ. 404 κ. επ. και 430.
[xv] Βλέπε Μ. Ρούσου – Μηλιδώνη, «Φραγκισκανοί – Καπουκίνοι», Αθήνα 1996, σ. 267.
[xvi] Βλέπε Ντιάνας Αντωνακάτου, «Ναύπλιο 88», Κείμενα και εικόνες, Αθήνα 1988, σ. 218.
[xvii] Βλέπε Ντιάνας Αντωνακάτου, ό.π., σ. 206.
[xviii] Ο τελευταίος καπουκίνος μοναχός στο Ναύπλιο (1821) ονομαζόταν Πολύκαρπος και ήταν από τη Σμύρνη.
[xix] Βλέπε Απ. Ε. Βακαλοπούλου, ό.π., σ. 430. Επίσης Μ. Ρούσσου – Μηλιδώνη «Ιησουΐτες στον Ελλαδικό χώρο», εκδ. Κ.Ε.Ο., Αθήναι 1991, σ. 217.
[xx] Βλέπε Γ. Αθ. Χώρα, «Μουσική παιδεία και ζωή στο Ναύπλιο ( 18ος –20ος αιώνας)», έκδ. του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον 1994, σ. 54.
[xxi] Ο Δ. Ζακυθινός, παρατηρεί ότι δεν έλειψαν από το λατινικό κλήρο και πρόσωπα με παιδεία και φιλολογικά ενδιαφέροντα. Βλέπε Le Despotat grec de Moree, τ. Π σ. 41.
[xxii] Βλέπε Μ. Φώσκολου, ό.π.., σ.33.
[xxiii] Βλέπε Κ. Θ. Κυριακοπούλου, Αγίου Πέτρου, επισκόπου Άργους, βίος και λόγοι, εν Αθήναις 1976, σσ. 490 – 491.
[xxiv] Βλέπε εκτενέστερα Γ. Αθ. Χώρα, ό.π., σσ. 104 κ. επ. και περί του νομικού καθεστώτος διοικήσεως της Μονής από της βυζαντινής εποχής και κατά παράδοσιν επί βενετοκρατίας και στην συνέχεια μέχρι σήμερα, σσ. 219 κ. επ..
[xxv] «… sunt etiam sidi vicini guidam heretici gui dicuntur fraticelli, qui libenter subventerent patriam illam ad majores erores ex greco ritu…». Βλέπε Γ. Αθ. Χώρα, ό.π., σσ. 253.
[xxvi] Βλέπε Σέμνης Καρούζου, Το Ναύπλιο, Αθήνα 1979. σσ. 28, 63.
[xxvii]Βλέπε Μ. Φώσκολου, ό.π., σσ. 40, 41.
[xxviii]Βλέπε Γ. Αθ. Χώρα, ό.π., σ. 127. Επίσης Γ. Αθ. Χώρα, « Η Μονή Οσίου Θεοδοσίου του Νέου Αργολίδος», Αθήνα 1994, σ. 24.
[xxix] Βλέπε Περ. Ζερλέντου, « Η εν Πελοποννήσω Ελληνική Εκκλησία επί Ενετών, έτεσι 1685 – 1715», εκδ. οίκος Γ. Ι. Βασιλείου, εν Αθήναις 1921, σ. 19.
[xxx] Βλέπε Μ. Λαμπρνίδου, ό.π., σ, 98.
[xxxi] Τα περί δίκης Αμβροσίου, βλέπε λεπτομερέστερα εις Μ. Ι. Μανούσακα, Τα έγγραφα των Χορτάτσηδων της Σμύρνης (Συλλογή Whittall), «Μικρασιατικά Χρονικά» τόμ. Ι, (1963), σ.σ. 9 – 86.
[xxxii] Βλέπε Μ. Φώσκολου. « Η καθολική Εκκλησία Άργους – Ναυπλίου» εις Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμ Ι, 1992, σ. 43, όπου και παραπομπή.
[xxxiii] Βλέπε Μ. Φώσκολου. ό.π., σ. 43. Πρβλ. Γ. Αθ. Χώρα, Οι ξένοι στο Ναύπλιον κατά την εθνικήν παλιγγενεσίαν (1821 – 1831), «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», τόμ. ΙΙ (1995), σσ. 7 – 32.
[xxxiv] Βλέπε Μ. Φώσκολου, ό.π., σ.44.
[xxxv] Βλέπε Μ. Ρούσσου – Μηλιδώνη, « Το μνημείο Φιλελλήνων στο Ναύπλιο», Ανάτυπο από το περιοδικό Σύγχρονα Βήματα, τεύχος 68, Αθήνα 1991, σ. 226.
[xxxvi] Βλέπε Γ. Αθ. Χώρα, Η Αγία Μονή Αρείας Ναυπλίου, εν Αθήναις 1975, σ. 126.


































