Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ναύπλιο’ Category

Το Μπούρτζι από το λιμάνι. Έργο του Βαυαρού Κρατσάιζεν Καρλ (Karl Krazeisen). Λιθογραφία Franz Hanfstaengl, Μόναχο, 1828.

 

Το Μπούρτζι από το λιμάνι. Έργο του Βαυαρού Κρατσάιζεν Καρλ (Karl Krazeisen). Λιθογραφία Franz Hanfstaengl, Μόναχο, 1828.

 

« Ο λοχαγός και αυτοδίδακτος ζωγράφος Καρλ Κρατσάιζεν, που έλαβε ενεργά μέρος στον αγώνα, ήταν ο άνθρωπος χάρη στον οποίο γνωρίζουμε σήμερα πώς ήταν η μορφή δεκάδων αγωνιστών της εθνεγερσίας».

Read Full Post »

Xαν Αμαδαίος – Εμμανουήλ ( 1801- 1867)


 

Αμαδαίος - Εμμανουήλ Xαν (1801- 1867)

Στρατιωτικός. Γεννήθηκε στη Βέρνη της Ελβετίας το έτος 1801. Υπηρέτησε στον Ελβετικό στρατό από το 1818 μέχρι το 1823. Ήρθε στην Ελλάδα, ως φιλέλληνας, και αρχικά κατετάγη στον λόχο των Φιλελλήνων. Έλαβε μέρος στις μάχες της Τρίπολης, του Ωροπού, των Θηβών, της Χίου, του Τσεσμέ κ.α.

Μετά την απελευθέρωση, παρέμεινε στον Ελληνικό στρατό και έφτασε στο βαθμό του αντιστράτηγου. Διετέλεσε υπασπιστής του βασιλιά Όθωνα, επιθεωρητής πεζικού και τις παραμονές της επανάστασης του Οκτωβρίου τοποθετήθηκε ως έμπιστος στα Ανάκτορα. Κατά την Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862 διορίστηκε αρχηγός της βασιλικής εκστρατείας εναντίον του Ναυπλίου. Αποστρατεύθηκε στις 23 Ιανουαρίου του 1865 και απεβίωσε στην Ελβετία στις 22 Ιουνίου του 1867.

  

Ο Χαν κατά της Ναυπλιακής Επανάστασης

 

Μετά την έκρηξη της Ναυπλιακής Επανάστασης τα ξημερώματα της 1ης Φεβρουαρίου, θορυβημένος ο Όθωνας και οι περί αυτόν, συγκρότησαν μεγάλη στρατιωτική δύναμη στην Κόρινθο. Αρχηγός της βασιλικής εκστρατείας διορίστηκε ο Ελβετός Χαν. Όταν έφτασε στην Αργολίδα, έστησε το αρχηγείο του κοντά στην Γεωργική Σχολή στην Τίρυνθα και άρχισε την πολιορκία του Ναυπλίου και των γύρω περιοχών που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των επαναστατών.

Ακολούθησαν αιματηρές μάχες με αμφίπλευρες απώλειες. Ο ανώνυμος Ναυπλιεύς στο βιβλίο του «Τα συμβάντα της Ναυπλιακής Επανάστασης» γράφει ότι ο Χαν «εθλίβετο δια την κατάστασιν του έθνους». Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να εντείνει τις πολεμικές επιχειρήσεις και παράλληλα να προσπαθεί να συκοφαντήσει και να διασπάσει την επανάσταση. Την χαρακτήρισε ως «στρατιωτική ανταρσίαν, προδοτική και αναρχική».

Ενώ η πολιορκία βρισκόταν σε εξέλιξη, στις 7 Μαρτίου οι επαναστάτες ειδοποιήθηκαν ότι ο βασιλιάς Όθων όρισε «πληρεξουσίους του τον αντιστράτηγον Ι. Κολοκοτρώνη, τον υποστράτηγο Χαν και τον νομάρχην Αργολίδος Γεωργαντάν, ίνα διαπραγματευθώσι περί υποταγής της πόλεως και της παραδόσεως των φρουρίων».

Ύστερα από συνεννοήσεις των επικεφαλής των δύο αντιμαχόμενων δυνάμεων, οι επαναστάτες πρότειναν προκειμένου να παραδώσουν την πόλη, να δοθεί γενική αμνηστία σε όλους όσοι είχαν εμπλακεί με κάθε τρόπο στην επανάσταση, στρατιωτικοί και πολιτικοί. Στις 16 Μαρτίου ο Χαν, αν και είχε στα χέρια του σχετικό βασιλικό διάταγμα από την 8η Μαρτίου, επειδή δεν έδινε αμνηστία σε όλους αλλά εξαιρούσε κάποιους επαναστάτες και φοβούμενος όξυνση της κατάστασης, σε συνάντησή του με αντιπροσωπεία των Ναυπλιωτών, απέκρυψε την ύπαρξή του και είπε ψευδώς ότι το Υπουργείο δεν συμφωνεί στην απονομή χάριτος. Τότε πάρθηκε απόφαση συνέχισης του αγώνα, η οποία έγινε δεκτή από το λαό με ενθουσιασμό. Πλήθος κόσμου, τραγουδώντας παιάνες, διατράνωσε την απόφασή του να συνεχίσει τον αγώνα « μέχρις εσχάτων».

Στις 18 Μαρτίου οι Ναυπλιώτες άρχισαν ισχυρό κανονιοβολισμό κατά των θέσεων του βασιλικού στρατού αλλά αυτός δεν ανταποκρίθηκε. Την επόμενη ημέρα, όταν άρχισαν πάλι να ρίχνουν τα κανόνια της πόλης, ο Χαν έδωσε διαταγή να ανταποδώσουν τα πυρά και ειδοποίησε τους επαναστάτες ότι αν συνεχίσουν θα ισοπεδώσει την πόλη.

Η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, περήφανη και συνεπαρμένη από πατριωτικό ενθουσιασμό, όρθια στο μπαλκόνι του σπιτιού της, αψηφώντας τις σφαίρες των τηλεβόλων που περνούσαν δίπλα της, εγκαρδίωνε το στρατό και το λαό. Ο στρατηγός Χαν, παλιός φίλος της οικογένειας, φοβούμενος μήπως η σπάνια αυτή γυναίκα πάθει κακό από τις οβίδες ή την κατάληψη της πόλης, της έστειλε μήνυμα να απομακρυνθεί από την πόλη ή τουλάχιστον να κλειστεί στο σπίτι της.

Η απάντησή της έφτασε αμέσως, γραμμένη σε επισκεπτήριό της.

«ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ

Λαμβάνει την τιμήν να ειδοποιήση τον στρατηγό Χαν ότι δεν φοβείται τίποτε άλλο παρά τους ποντικούς».      

Τα γεγονότα πύκνωναν και η κατάσταση είχε γίνει πολύ δύσκολη για τους Ναυπλιώτες. Το βασιλικό διάταγμα της 8ης Μαρτίου, που ο Χαν είχε κρατήσει μυστικό, αναγκάστηκε πλέον  να το κοινοποιήσει. Το Ναύπλιο ασφυκτιούσε. Μετά από συνεχείς συσκέψεις αποφασίστηκε η παράδοση της πόλης. Αφού υπογράφτηκε η συνθήκη, ο Χαν επέτρεψε την αποχώρηση όλων των οικογενειών, φροντίζοντας για την ασφάλειά τους από επιθέσεις του στρατού και κυρίως των ατάκτων.

Στις 7 Απριλίου ήρθαν κι έδεσαν στο λιμάνι δυο ξένα καράβια. Στις 8 Απριλίου, ημέρα Κυριακή του Πάσχα, οι αγωνιστές που είχαν εξαιρεθεί από την αμνηστία, μετά την λειτουργία, επιβιβάστηκαν στα πλοία, ακολουθώντας τον δρόμο της αυτοεξορίας. Την ίδια ημέρα, μετά την αποχώρηση των πλοίων, ο βασιλικός στρατός κατέλαβε το Ναύπλιο με επικεφαλής τον στρατηγό Χαν. Το ηρωικό Ναύπλιο και οι πολίτες του έχασαν την μάχη αλλά όχι τον πόλεμο. Σε λίγο ο Οκτώβριος θα έδινε τις λύσεις.     

  

Πηγές


  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 6ος, Αθήνα, 1930. 
  • Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, ²2010.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου (1809-1898) – Η Γυναίκα που κλόνισε τον θρόνο του Όθωνα


 

Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου (1809-1898) – Η Γυναίκα που κλόνισε τον θρόνο του Όθωνα, είναι ο τίτλος του βιβλίου της Κούλας Ξηραδάκη που επανεκδόθηκε για τρίτη φορά πριν μερικά χρόνια στην Αθήνα.  Πρόκειται για τη μυθιστορηματική βιογραφία της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου, μιας από τις αξιολογότερες γυναικείες φυσιογνωμίες της νεότερης Ελλάδας.

 

Στον πρόλογο του βιβλίου η συγγραφέας σημειώνει:

 

Όταν το 1925 η Αθηνά Γαϊτάνου-Γιαννιού έκανε στην Αθήνα μια διάλεξη με θέμα «Γυναίκα και πολιτική», προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις. Άλλοι την ειρωνεύτη­καν κι άλλοι κούνησαν μελαγχολικά το κεφάλι λέγοντας, πάει ο κόσμος χάλασε! Λίγοι ήταν αυτοί που κατάλαβαν τι εννοούσε η Γιαννιού λέγοντας: πολιτική εννοώ, να μορ­φωθεί η γυναίκα και να φτάσει στο σημείο να καταλάβει τι είναι ΠΟΛΙΤΕΙΑ.

Έπρεπε να περάσουν πάνω από πενήντα κοσμογονικά χρόνια, για να ωριμάσουν οι συνθήκες και να μπουν οι γυ­ναίκες στην πολιτική κονίστρα. Η Γκόλντα Μέιρ έγινε πρωθυπουργός του Ισραήλ, η Σιριμάβο Μπανταρανάικε πρωθυπουργός της Κεϋλάνης, η Ίντιρα Γκάντι πρωθυπουρ­γός της Ινδίας, η Μάργκαρετ Θάτσερ πρωθυπουργός της Μ. Βρεττανίας, η Γκρό Χάρλεμ Μπρούντλαντ πρωθυπουρ­γός της Νορβηγίας, η Μπεναζίρ Μπούτο πρωθυπουργός του Πακιστάν, η Μαίρη Ρόμπινσον και η Μαίρη Μάκ Άλις πρόεδροι της Ιρλανδίας. Η Μπιλιάνα Πλάβστς πρόεδρος των Σερβοβόσνιων. Η Μπριγκίτα Ντάλ πρόεδρος της Σου­ηδικής Βουλής. Υπουργός Εξωτερικών δεν είναι μόνο η Μαντλίν Ομπράιτ, η Σουηδία, η Φινλανδία, η Βουλγαρία, το Μεξικό έχουν γυναίκες υπουργούς Εξωτερικών, για να περιοριστούμε σ’ αυτές μόνο, γιατί γυναίκες υπουργοί, υφυ­πουργοί, πρέσβειρες, αντιπρόσωποι σε Διεθνείς οργανι­σμούς κ.λ.π. υπάρχουν πολλές. Ε, λοιπόν, έναν αιώνα πριν, όταν το πλείστον των γυ­ναικών μας ήταν αγράμματες, μια γυναίκα στο Ναύπλιο, ήξερε τι είναι «Πολιτεία». Ήξερε τι θα πει δεσποτισμός και τι συνταγματικές ελευθερίες, τι θα πει αυθαιρεσία και τι έννομος τάξη. Κι αυτή ήταν η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου.

 

Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου (1809-1898) – Η Γυναίκα που κλόνισε τον θρόνο του Όθωνα

 

Γεννημένη σ’ επαναστατικό περιβάλλον, γαλουχημένη με τις πιο επαναστατικές ιδέες του 19ου αι. ευφυέστατη, μορφωμένη και γλωσσομαθής, γίνεται στην αρχή — ευθύς μετά την επανάσταση — το δεξί χέρι του πολιτευτή άντρα της Σπύρου Παπαλεξοπούλου. Μετά τον πρόωρο θάνατό του αναμειγνύεται στην πολιτική και γίνεται η ψυχή της αντιπολιτευόμενης τον Όθωνα μερίδας. Μετά το συνταγ­ματικό κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και την παραχώ­ρηση Συντάγματος, το αντιοθωνικό ρεύμα για λίγο κοπά­ζει, μα η συνέχιση της αυταρχικής πολιτικής του Όθωνα, δίνει αφορμή να δημιουργηθούν νέες εστίες αναταραχών σ’ όλο την Ελλάδα. Και τον Φλεβάρη του 1862 έρχεται το Ναύπλιο να δώσει τη μεγάλη μάχη εναντίον του Όθωνα για την κατάλυση του δεσποτισμού και τον σεβασμό των συνταγματικών ελευθεριών.

Σ’ αυτή την μάχη η Παπαλεξοπούλου βρίσκεται στην πρώτη γραμμή και γίνεται «η τρομερή συνωμότις», «η φλο­γερή επαναστάτις», η «Ιεροφάντης των επαναστατικών ιδεών», ο «ιθύνων νους» και «παίζει τον ρόλο της Ζάν ντ’ Άρκ και της μαντάμ Ρολλάν». Το παιγνίδι στο Ναύπλιο για μία στιγμή χάνεται, η Παπαλεξοπούλου υποχωρεί, μα ο θρόνος έχει σειστεί τόσο που είναι ετοιμόρροπος. Και δεν αργεί να έρθει ο Οκτώβρης του 1862, η εκθρόνιση του Όθωνα και η νίκη των συνταγματικών για να δικαιω­θεί η Παπαλεξοπούλου και το έργο της. 

Το επίσημο κράτος αναγνώρισε τους αγώνες της και την ετίμησε ισάξια. Καμιά Ελληνίδα δεν δοξάστηκε τόσο και καμιά δεν εγνώρισε τον θρίαμβο που γνώρισε η Καλ­λιόπη Παπαλεξοπούλου. Οι δρόμοι της Αθήνας μία φορά στρώθηκαν με δάφνες για να περάσει μια θνητή κι οι Αθηναίοι μια φορά έκοψαν τριαντάφυλλα για να ράνουν το πέρασμα της ηρωίδας. Κι αυτή ήταν η Καλλιόπη Παπα­λεξοπούλου.

Ο χρόνος πέρασε. Τα γεγονότα πάλιωσαν. Η λήθη έσβησε τις ζωηρές αναμνήσεις των ημερών που συγκλονίσανε την Ελλάδα κι η ηρωίδα μας για τους πολλούς ξε­χάστηκε. Όμως η Ιστορία ποτέ δεν θα πάψει να θυμίζει στον μελετητή, ότι η εκθρόνιση του πρώτου βασιλιά της νεώτερης Ελλάδας, του μοιραίου Όθωνα, είναι στενά συνδεδεμένη με το όνομα της Καλλιόπης Παπαλεξοπού­λου.

 Το βιβλίο διατίθεται από την έκθεση βιβλίου, η οποία θα λειτουργήσει στο χώρο του «Βουλευτικού» στα πλαίσια των εκδηλώσεων για τη Ναυπλιακή Επανάσταση.   

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ναυπλιακή επανάσταση – 1η Φεβρουαρίου – 8 Απριλίου 1862


 

Το Ιωβηλαίο της 150ετίας

 

Συμπληρώθηκαν φέτος 150 χρόνια από την ένοπλη επανάσταση που ξέσπασε στο Ναύπλιο εναντίον του Όθωνα και του «Συστήματος» την 1η Φεβρουαρίου και  έληξε την 8η Απριλίου 1862. Η Ναυπλιακή επανάσταση, όπως καταγράφηκε  στην ιστορία, είναι η στάση της στρατιωτικής φρουράς του Ναυπλίου και η εξέγερση των κατοίκων της ιστορικής πόλης εναντίον του «υπουργείου του αίματος»του πρωθυπουργού Αθανάσιου Μιαούλη και της βασιλικής καμαρίλλας που καταδυνάστευαν το λαό. Είναι η κορυφαία έκφραση της προσπάθειας που κατέβαλλαν τα φιλελεύθερα και υπό διαμόρφωση αστικά στρώματα της Ελλάδας να επιβάλουν συνταγματικό βίο, να εκσυγχρονίσουν τους θεσμούς και να εκδημοκρατίσουν το νεαρό κράτος.

Η πόλη μας, το Ναύπλιο, γιορτάζει την επέτειο και τιμά τη μνήμη όχι μόνο των θυμάτων, αλλά και όλων όσοι ξεσηκώθηκαν να γκρεμίσουν το «Σύστημα» και τη φαυλοκρατία που είχε εκθρέψει η Οθωμανική διακυβέρνηση επί τρεις σχεδόν δεκαετίες.

  

Οι εθνικοπολιτικές και κοινωνικές συνθήκες

 

Πορτραίτο του Όθωνα με φουστανέλα την περίοδο της Αντιβασιλείας.

Οι Βαυαροί αντιβασιλείς αρχικά και ο βασιλιάς Όθων Βίττελσμπαχ στη συνέχεια, επιδίωξαν να καταστήσουν την Ελλάδα ένα κράτος ευρωπαϊκού τύπου, μεταφυτεύοντας εδώ θεσμούς και διοίκηση που δεν είχαν καμιά σχέση με τα ήθη και την παράδοση των Ελλήνων (πνεύμα και βίωμα κοινοτήτων) και πάνω απ’ όλα ήταν ξένα με τη νοοτροπία τους. Γι’ αυτό οι Έλληνες δεν ένιωσαν ποτέ το κράτος δικό τους. Τη διοίκηση τη στελέχωσαν κυρίως Βαυαροί  και «ετερόχθονες» και παραγκωνίστηκαν οι «αυτόχθονες» και οι αγωνιστές του ’21.

Οι τελευταίοι πρωτοστατούσαν στις περιοδικές εξεγέρσεις που σημειώνονταν σε όλη την ελληνική επικράτεια, όλα τα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα, τροφοδοτώντας και αυξάνοντας τον αντιοθωνισμό των Ελλήνων. Πολύ περισσότερο που παρέμεναν άλυτα τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα και δεν προωθούνταν οι εθνικές επιδιώξεις.

Με λίγα λόγια τα περίφημα εθνικά κτήματα (πρώην τουρκικές ιδιοκτησίες) δεν αποδίδονταν στους καλλιεργητές τους, που ήταν  οι φυσικοί ιδιοκτήτες τους, αλλά τα νέμονταν μεγαλοτσιφλικάδες και το κράτος. Έτσι η αγροτική παραγωγή ήταν περιορισμένη και ο λαός φτωχός και αδικαίωτος.

Τα πολιτικά κόμματα  της Ελλάδας ήταν τότε ξενοκίνητα και εκπροσωπούσαν, κυρίως, τα συμφέροντα των τριών μεγάλων δυνάμεων: της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας. Ήταν προσωποπαγή, χωρίς πολιτικές αρχές και χωρίς κοινωνικό προσανατολισμό. Αδυνατούσαν  να χαράξουν εθνική στρατηγική και να λειτουργήσουν δημοκρατικά, βάζοντας αναχώματα στον αυταρχισμό του παλατιού.

Το εθνικό θέμα που πυρπολούσε τις καρδιές των Ελλήνων ήταν η ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό της Ηπειροθεσαλλίας, της Μακεδονίας, και της Κρήτης. Χρόνια την ανέμεναν, όντας ώριμη, αλλά δεν τελεσφορούσε. Κι όταν τα παλάτι διάλεξε τη στιγμή (το 1854 κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου) να υποκινήσει πόλεμο εναντίον των  Οθωμανών (κατάλληλα υποδαυλισμένο από τους Ρώσους) αποδείχθηκε απρόσφορη στιγμή, γιατί οι σύμμαχοι της Τουρκίας Άγγλοι και Γάλλοι επέβαλαν στην Ελλάδα ωμή κατοχή που κράτησε τρία χρόνια. Ο θρόνος ταπεινώθηκε και εγκατέλειψε τους μεγαλοϊδεατισμούς. Έγινε βέβαια πιο συμπαθής στο λαό για κάποιο διάστημα, αφού ο θρόνος συμβόλιζε την ενότητα του έθνους, αλλά ο Όθων έπεσε ακόμα πιο χαμηλά στη συνείδηση του Ελληνικού λαού.

Και καθώς οι δοτές κυβερνήσεις διαδέχονταν η μια την άλλη αδυνατώντας να λύσουν τα προβλήματα, στην Αθήνα κάνουν την εμφάνισή τους οι περίφημοι «Σύλλογοι» που αποτελούν τη μαχητική αντιπολιτευτική πρωτοπορία, ενώ γύρω από την εφημερίδα «Το μέλλον της πατρίδας» συγκεντρώθηκε όλη η ηγεσία της νεολαίας.

 

Ο διεθνής  περίγυρος

 

Μετά την Παρισσινή επανάσταση του 1848 που καθαίρεσε το βασιλιά της Γαλλίας, ένα κύμα αστικοδημοκρατικών επαναστάσεων στην Ευρώπη έφερε οριστικά  στην εξουσία, την αστική τάξη. Η απολυταρχική κρατική δομή της Ευρώπης παρέμενε η Αυστρία του Μέτερνιχ και ακολουθούσαν τα γερμανικά βασίλεια και η τσαρική Ρωσία. Από τις απολυταρχίες καμία δεν ευνοούσε δημοκρατικές εξελίξεις  στην Ελλάδα και όλες διεκδικούσαν την πρόσδεσή της Ελλάδας στο άρμα των συμφερόντων τους.

Μεγαλύτερη επιρροή ασκούσε στον Όθωνα η Ρωσία, γι’ αυτό καθ’ όλο το διάστημα της βασιλείας του η Αγγλία υπήρξε η πιο απηνής διώκτις του. Ιδιαίτερη μνεία χρειάζεται στον επαναστατικό πυρετό που είχε καταλάβει αυτή την περίοδο τα βασίλεια της Ιταλικής χερσονήσου και που σιγά –σιγά θα οδηγούσε στη Ιταλική Ένωση. Την περίοδο αυτή  η Ελλάδα εισήγαγε από την Ιταλία επαναστατικά νέα, επαναστατικές ιδέες και ενίοτε επαναστάτες, είτε Ιταλούς, είτε αλλοεθνείς εξ Ιταλίας. Στα Βαλκάνια στήνονταν μυστικές εταιρείες και επαναστατικές συνωμοσίες, γιατί οι λαοί συγκροτούσαν την εθνική ιδεολογία τους και ετοιμάζονταν για την αποτίναξη της μακραίωνης οθωμανικής κυριαρχίας και την κατάκτηση της εθνικής τους ανεξαρτησίας.

  

Το Ναύπλιο και η Παπαλεξοπούλου

 

Το Ναύπλιο ήταν από τα λίγα  αναπτυγμένα αστικά κέντρα της Ελλάδας. Η απογραφή του 1861 αποτυπώνει προχωρημένη αστικοποίηση και αξιόλογη βιοτεχνική  παραγωγή και εμπορική κίνηση. Ο πληθυσμός της εντός των τειχών πόλεως ήταν 6.000 περίπου  αλλά αυτό που κυρίως το διέκρινε ήταν η αίγλη που απέκτησε ως η πόλη εγκέφαλος της εθνικής ανεξαρτησίας και στη συνέχεια ως η πρώτη πρωτεύουσα του ελεύθερου ελληνικού κράτους.

 

Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι, J.J. Wolfensberger, 1844.

 

Ήταν ασφαλώς  η πιο οχυρή πόλη της Ελλάδας με  την Ακροναυπλία να αποτελεί  το ερεισίνωτο της πόλης , την καστρονησίδα Μπούρτζι να ελέγχει την είσοδο του λιμανιού και το Παλαμήδι να φρουρεί αφ’ υψηλού το τειχισμένο Ναύπλιο. Ήταν, λοιπόν, σπουδαίο στρατιωτικό κέντρο και φιλοξενούσε το Οπλοστάσιο της Ελλάδας.

Μετά την απόπειρα δολοφονίας εναντίον της βασίλισσας Αμαλίας, στις 19 Σεπτεμβρίου 1861,  οι φυλακές του Παλαμηδίου γέμισαν από πολιτικούς κρατούμενους  και η πόλη του Ναυπλίου από εκτοπισμένους πολιτικούς αντιπάλους του Όθωνα. Το Ναύπλιο, αναπόφευκτα, δυσαρεστημένο από την μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα  με απόφαση του Όθωνα, ζυμωνόταν τώρα με οξύτερα αντιοθωνικά αισθήματα από τους εξόριστους αξιωματικούς, υπαλλήλους,  φοιτητές, δημοσιογράφους κ.λ.π. Ενεργό ρόλο στις πολιτικές ζυμώσεις έπαιζε ο δραστήριος δικηγορικός σύλλογος και ορισμένοι μαχητικοί Πρωτοδίκες και Εφέτες.

Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου. Φώτο από το « Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ . Σκόκου », Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.

Ασφαλώς, όμως, ξεχωριστό τόνο έδινε ο Σύλλογος της Νεολαίας Ναυπλίου και η γυναίκα θρύλος του Ναυπλίου, Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου. Χήρα του πρώτου δημάρχου του Ναυπλίου Σπύρου Παπαλεξοπούλου, με αξιοσημείωτη για την εποχή της μόρφωση και ενημερωμένη βιβλιοθήκη, είχε φιλελεύθερη πολιτική συγκρότηση, ευαίσθητη κοινωνική συνείδηση και μαχητικό πνεύμα.

Το σαλόνι της από το 1828 έως το 1834 που μεταφέρθηκε η «καθέδρα» του κράτους στην Αθήνα ήταν το κέντρο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Από κει πέρασαν «όλοι». Από τον Καποδίστρια έως τους αντιβασιλείς και τον Όθωνα, και από τους πρέσβεις των ξένων κρατών έως και τους επίσημους επισκέπτες και τους επιφανείς περιηγητές της Ελλάδας. Τα πατριωτικά και φιλελεύθερα ιδεώδη της την έφεραν όμως νωρίς σε σύγκρουση και με το συγκεντρωτισμό του πρώτου κυβερνήτη και με τον απολυταρχισμό των βαυαρών.

Όμως από το 1861 το σπίτι της στην πλατεία Συντάγματος του Ναυπλίου είχε γίνει τόπος συνάντησης  των εξόριστων αξιωματικών και των φλογερών πολιτών που ζητούσαν την «έκπτωσιν του συστήματος». Οι δημοκρατικές απόψεις, η συνωμοτική προετοιμασία και ο επαναστατικός ερεθισμός διευθύνονταν επιδέξια από την Παπαλεξοπούλου που ξαναζούσε μέρες υψηλής πολιτικής έντασης.

 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

 

Το Ναύπλιο είχε καταστεί το πιο προωθημένο αντιδυναστικό κέντρο και δε χρειαζόταν παρά μια σπίθα για να εκραγεί η εύφλεκτη πολιτική του ύλη. Εξάλλου σε όλη την επικράτεια του ελληνικού βασιλείου εκδηλώνονταν σποραδικά εξεγέρσεις που καταπνίγονταν με τα όπλα. Η σπίθα βρέθηκε και ήταν η δημόσια προσβολή του Όθωνα προς τον ένδοξο ναύαρχο Κων. Κανάρη. Η προσβολή είχε ιδιαίτερα δυσμενή απήχηση στο Ναύπλιο, όπου ο Ψαριανός μπουρλοτιέρης  ήταν πολύ λαοφιλής. Μετά απ’ αυτό και σε συνεννόηση με την αντιπολίτευση της Αθήνας ελήφθη η απόφαση της ένοπλης εξέγερσης για την «κατάπτωσιν του Συστήματος»

Την οργάνωση  και την ηγεσία της στρατιωτικής συνωμοσίας ανέλαβαν δύο εμπειροπόλεμοι και σοβαροί αξιωματικοί. Ο αντισυνταγματάρχης Αρτέμης Μίχου, διοικητής του Β΄ τάγματος πεζικού στην Ακροναυπλία και ο  αντισυνταγματάρχης Πάνος Κορωναίος, φυλακισμένος στην Ακροναυπλία. Συνεπικουρούνταν  φυσικά από άλλους μυημένους αξιωματικούς και ήταν σ’ επαφή με συνωμοτικά κινήματα πολλών ελληνικών πόλεων και φυσικά με την ηγεσία της αντιπολίτευσης στην Αθήνα. Ο στόχος ήταν μια ταυτόχρονη πανελλήνια εξέγερση ξημερώματα της 4ης Φεβρουαρίου 1862.

 

Η επανάσταση

 

Πάνος Κορωναίος

Επειδή βρέθηκαν στα χέρια της αστυνομίας επιστολές συνωμοτικού περιεχομένου, που διακινούσε με το διπλωματικό σάκο ο υποπρόξενος του Βελγίου και δραστήριο μέλος του Ναυπλιώτικου δικτύου, αναγκάστηκαν οι συνωμότες να επισπεύσουν την έναρξη της επανάστασης. Έτσι τα ξημερώματα της 1ης Φεβρουαρίου 1862 συγκεντρώθηκαν στην Πλατεία Συντάγματος (τότε Πλατάνου), όπου και το σπίτι της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου, στρατός και λαός ενωμένοι. Εκεί κήρυξαν επίσημα την έναρξη της Επανάστασης, κατέλυσαν τις αρχές, κατέλαβαν το Παλαμήδι και ανέλαβαν τη διοίκηση της πόλης.

Ο δήμαρχος και το δημοτικό συμβούλιο συντάχθηκαν με τους επαναστάτες και συγκροτήθηκαν στην πόλη εθελοντικές μονάδες πολιτών για να συνδράμουν τις στρατιωτικές δυνάμεις της Επανάστασης. Στρατιωτικός αρχηγός της Επανάστασης ορίστηκε ο αντισυνταγματάρχης Αρτέμης Μίχου, αρχηγός του επιτελείου ο αντισυνταγματάρχης Πάν. Κορωναίος, φρούραρχος Ναυπλίου ο ταγματάρχης Δ. Βότσαρης, φρούραρχος Παλαμηδίου ο ταγματάρχης  Ζυμβρακάκης και στρατιωτικός αστυνόμος Ναυπλίας ο υπολοχαγός Δημητράκης Γρίβας (γιος του οπλαρχηγού της Ακαρνανίας Θεοδωράκης Γρίβα), ο πιο μαχητικός από τους ηγέτες του Ναυπλιακού κινήματος και ανυπότακτος μέχρι τέλους.

Από τη δεύτερη μέρα, όμως, μετά από ψηφοφορία λαού και στρατού αναδείχθηκε μια «Κυβερνητική Επιτροπή» αποτελούμενη μόνο από πολίτες, αφού ο Μίχου επέμενε ότι οι στρατιωτικοί πρέπει να περιοριστούν στα «καθαρώς στρατιωτικά έργα» και πως «ο στρατός δεν πρέπει να πολιτεύεται». Την επιτροπή αυτή στελέχωσαν επιφανή μέλη της Ναυπλιώτικης κοινωνίας. Ο δήμαρχος Πολ. Ζαρειφόπουλος, ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου Μιχ. Ιατρός, ο πρώην βουλευτής Γ. Ι. Ιατρός, ο εφέτης Γ. Πετιμεζάς, ο πρωτοδίκης Π. Μαυρομιχάλης, ο δημοτικός σύμβουλος Β. Κόκκινος και τέσσερις δικηγόροι: ο Κ. Γ. Αντωνόπουλος, ο Γρ. Δημητριάδης, ο Κ. Πετσάλης και Ιωάν. Παπαζαφειρόπουλος. Γενικός Γραμματέας της επιτροπής ορίστηκε ο Γ. Δ. Ποσειδών.

Η επιτροπή απεύθυνε προς το ελληνικό έθνος Διακήρυξη όπου εξηγούσε τα αίτια και καθόριζε τους τρείς βασικούς σκοπούς του κινήματος που ήταν:

1. Η κατάπτωση του συστήματος

2. Η διάλυση της βουλής.

3. Η συγκρότηση εθνοσυνέλευσης που θα υποσχόταν:

            α. Την ανάκτηση των χαμένων ελευθεριών και

            β. την εκπλήρωση των εθνικών πόθων

 

Είναι  φανερό πως ο αντιοθωνισμός της διακήρυξης είναι μόνο έμμεσος, από πολιτική πρόνοια να μην έρθουν οι επαναστάτες  σε αντίθεση με τις Προστάτιδες Δυνάμεις που είχαν επιβάλει και εγγυηθεί το θρόνο της Ελλάδας με τη συνθήκη της 25/4/1832. Έτσι η επίθεση γίνεται ανοιχτά εναντίον του «Συστήματος».

Άλλο μέλημα της Επιτροπής ήταν η οργάνωση της νέας κατάστασης και η εμπέδωση αισθήματος ασφάλειας στο λαό. Και στα δύο αυτά  τα αποτελέσματα ήταν άριστα. Αξιομνημόνευτος είναι επίσης ο τρόπος με τον οποίο ενέταξαν στις ένοπλες επαναστατικές δυνάμεις του ποινικούς κρατούμενους του Παλαμηδίου, μετά από έντονα εκφρασθείσα δική τους επιθυμία.

Γρίβας Θ. Δημήτριος

Έτσι λαός, στρατός, πρώην κρατούμενοι και σώματα εθελοντών από τις γύρω περιοχές, το Άργος, την Τρίπολη κ.λπ. συγκρότησαν μια αξιόλογη πολεμική δύναμη. Στο δίλημμα αν θα έπρεπε να βαδίσουν κατά της Αθήνας, ώστε να ξεσηκώσουν τους πάντες στο διάβα τους ή να παραμείνουν στο Ναύπλιο αναμένοντας την επανάσταση των άλλων πόλεων, όπως ήταν η συμφωνία, στο δίλημμα αυτό δόθηκε η απάντηση: παραμονή στο οχυρό Ναύπλιο, για να μη διακινδυνευτεί η σύγκρουση με τον κυβερνητικό στρατό σε ανοιχτό πεδίο και τα θύματα είναι πολλά.

Η απόφαση αυτή έδωσε χρόνο στο Παλάτι και την άνεση να δράσει ψύχραιμα και μεθοδικά. Ενεργοποίησε αποτελεσματικά τους μηχανισμούς καταστολής και προπαγάνδας  και στην Αθήνα και στις υπόλοιπες πόλεις, όπου υπήρχαν πληροφορίες για συνωμοτικές κινήσεις, και τις εξάρθρωσε ή τις κατέστειλε αμέσως μόλις ξέσπασαν.

Στη συνέχεια ο Όθων συγκάλεσε στην Κόρινθο όλες τις διαθέσιμες στρατιωτικές δυνάμεις (φαίνεται πως ήταν 3.000- 4.000) και ανέθεσε την αρχιστρατηγία στον απόστρατο στρατηγό γερμανοελβετικής καταγωγής Εμμαν. Χαν. Παράλληλα ο βασιλικός στρατός ενισχύθηκε με στρατολογηθέντες άτακτους μισθοφόρους. Ταυτόχρονα βουλευτές και αξιωματούχοι του συστήματος που είχαν κύρος στάλθηκαν στις επαρχίες για να αποτρέψουν νέες εξεγέρσεις. Χαρακτηριστικότερη η περίπτωση του Γενναίου Κολοκοτρώνη που κατάπαυσε την επανάσταση στην Αρκαδία και στο Άργος και επιβραβεύτηκε αργότερα από τον  Όθωνα με την ανάθεση σ’ αυτόν  της  Πρωθυπουργίας. Ο στρατός αυτός σύστησε στρατόπεδο στ’ ανοιχτά του Ναυπλίου (κοντά στις σημερινές φυλακές της Τίρυνθας)  και άρχισε την προετοιμασία.

 

Το χρονικό των μαχών

 

Εμμανουήλ Χαν

Την 8η Φεβρουαρίου 1862 και χωρίς να προηγηθούν διαπραγματεύσεις ο κυβερνητικός στρατός εξαπέλυσε ταυτόχρονη επίθεση σε τρία μέτωπα που είχαν καταλάβει και οχυρώσει οι επαναστάτες του Ναυπλίου: στο χωριό Άρια, στο λόφο του προφήτη Ηλία και στους Μύλους του Ταμπακόπουλου που βρίσκονταν Ν.Δ. του προφήτη Ηλία. Οι μάχες ήταν πεισματικές και με μεγάλες απώλειες. Περίπου 70 οι νεκροί και από τις δύο πλευρές και περισσότεροι οι τραυματίες. Η νίκη στεφάνωσε τα όπλα των επαναστατών αλλά με εντολή του Μίχου δεν έγινε καταδίωξη των ηττημένων, για να μη χυθεί άλλο αδερφικό αίμα και γιατί ανέμενε να αυτομολήσουν προς το στρατό του πολλοί αξιωματικοί του Χαν.

Εν τω μεταξύ οι κυβερνητικοί σφίγγουν την πολιορκία και οι επαναστάτες συναισθάνονται την απομόνωση. Δεν χάνουν, όμως, τις ελπίδες τους ότι σύντομα θα επαναστατήσουν και άλλες πόλεις. Το ηθικό φροντίζει να το κρατά ακμαίο η εφημερίδα αρχών της επανάστασης «Ο ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝ» που εξέδιδε ο ταλαντούχος δημοσιογράφος Θ. Φλογαΐτης  καθ’ όλη τη διάρκεια της εξέγερσης.

 

Σκηνή από τη Ναυπλιακή Επανάσταση, 1862.

 

Ο Φεβρουάριος πέρασε με αψιμαχίες και μάχες  κυρίως στα χωριά Άγιο Αδριανό (Κατσίγκρι), Δρέπανο (Χαϊδάρι), Τολό (Μινώα), Ασίνη (Τζεφέραγα). Θύματα ήταν κυρίως οι άμαχοι τους οποίους πλιατσικολογούσαν άγρια οι άτακτοι μισθοφόροι του βασιλικού στρατού. Στο τέλος του Φλεβάρη άρχισαν  να υποφέρουν οι πολιορκημένοι από ελλείψεις, κυρίως κρέατος, και να νιώθουν στενοχωρία από τη συρροή προσφύγων. Παρέμεναν όμως ακλόνητοι στις πεποιθήσεις τους.

Την 1η Μαρτίου έχουμε τις σφοδρότερες συγκρούσεις σε πολλά μέτωπα ταυτόχρονα. Ο βασιλικός στρατός, υπέρτερος αριθμητικά, επιτέθηκε στην Άρια που την υπερασπιζόταν ο ανθυπολοχαγός Δυοβουνιώτης. Οι υπερασπιστές δεν άντεξαν κι ο Δυοβουνιώτης έπεσε νεκρός. Ένα τμήμα των νικητών εισβάλλει στο ατείχιστο προάστιο του Ναυπλίου, την Πρόνοια, τη λεηλατούν και την πυρπολούν. Ένα άλλο τμήμα σπεύδει να ενισχύσει τους επιτιθέμενους εναντίον του προφήτη Ηλία που τον υπερασπίζεται ο υπολοχαγός Δ. Γρίβας και ένα άλλο βοηθά τους επιτιθέμενους  στους Μύλους Ταμπακόπουλου που τους υπερασπίζεται ο ανθυπολοχαγός Πραΐδης. Οι Μύλοι του Ταμπακόπουλου δεν άντεξαν και στο τέλος πυρπολήθηκαν από τους κυβερνητικούς. Η μάχη στον Προφήτη Ηλία κράτησε μέχρι τις 9 το βράδυ και οι άνδρες του Γρίβα κατάφεραν να βγουν από τον ασφυκτικό κλοιό με τέχνασμα και να σωθούν μπαίνοντας στα τείχη της πόλης. Για τις εκατέρωθεν απώλειες οι μαρτυρίες  είναι πολλές και αλληλοσυγκρουόμενες. Είναι σαφές όμως ότι οι δυνάμεις των επαναστατών ηττήθηκαν  σε όλα τα μέτωπα και συνελήφθησαν αιχμάλωτοι περίπου 90 επαναστάτες, ανάμεσα στους οποίους και ο αρχηγός του επιτελείου των Ναυπλιωτών Πάνος Κορωναίος.

Την επόμενη μέρα ο Χαν ζητά με έγγραφο από τον Μίχου την παράδοση της πόλης εντός 24 ωρών χωρίς όρους. Στο Ναύπλιο τότε δημιουργήθηκαν δύο παρατάξεις: Αυτοί που με αρχηγό τον Μίχου ζητούσαν γενική αμνηστία και με αυτόν τον όρο δέχονταν να παραδοθούν (γιατί δεν έβλεπαν  συνδρομή από αλλού κι είχαν χάσει τις ελπίδες τους) και οι αδιάλλακτοι με αρχηγό τον Δ. Γρίβα που πρότειναν την παράταση του αγώνα.

 

Επεισόδιο από τη Ναυπλιακή Επανάσταση – Κατάληψη των εξωτερικών οχυρώσεων από τον Οθωνικό στρατό (1862).

 

Οι περισσότεροι τάχθηκαν με την άποψη του Μίχου και υπέγραψαν  έγγραφο με το οποίο ζητούσαν Γενική αμνηστία. Οι διαφωνούντες κατέλαβαν το Παλαμήδι και προετοιμάζονταν να συνεχίσουν ακόμα και μόνοι  τον Αγώνα, όταν έφτασε η είδηση της Επανάστασης στις Κυκλάδες. Τότε αναζωπυρώθηκαν οι ελπίδες των πολιορκημένων και εύχονταν να απαντήσει αρνητικά ο Όθων. Η επανάσταση των Κυκλάδων όμως, πνίγηκε στο αίμα, γεμίζοντας θλίψη τους Ναυπλιείς και συγκλονίζοντας το πανελλήνιο με τη σκληρότητα των κυβερνητικών και την απάνθρωπη συμπεριφορά προς τους νεκρούς Ν. Λεωτσάκο (ήρωα της Θεσσαλικής Επανάστασης), ανθυπολοχαγό Περ. Μωραϊτίνη και το φοιτητή Σκαρβέλη.

Σιγά –σιγά όμως κύριος της κατάστασης στο Ναύπλιο έγινε ο Δ. Γρίβας και οι ομοϊδεάτες τους και το μεγαλύτερο μέρος του στρατού, λαού πήρε το μέρος του. Κι όταν ο Χαν μετά από παρελκυστική τακτική αρκετών ημερών ανακοίνωσε στις 16 Μαρτίου ότι το «υπουργείον δεν ενδίδει» και δεν δίνει αμνηστία οι αντιμαχόμενες παρατάξεις Μίχου – Γρίβα συμφιλιώθηκαν και με νέα ορμή ρίχτηκαν και πάλι μαζί  στον αγώνα, βομβαρδίζοντας τους πολιορκητές στις 18 και 19 Μαρτίου και δεχόμενοι το σφοδρό Κανονιοβολισμό του Χαν.

 

Ο Επίλογος

 

Η κατάσταση στην πόλη γίνεται μέρα με τη μέρα δραματικότερη αφού, εκτός των άλλων, υπήρχε και η έλλειψη πόσιμου νερού μετά την κατάληψη της Άριας και των πηγών της από τους πολιορκητές (το Ναύπλιο υδρευόταν τότε από την Άρια). Αυτό ανάγκασε τους πολιορκημένους να ζητήσουν ανακωχή και με νοικιασμένες βάρκες μεταφέρθηκαν, όσες οικογένειες δέχτηκαν, στους Μύλους κι από ‘κει με απίστευτες δυσκολίες και ταλαιπωρίες, στο Άργος.

 

Ναυπλιακή Επανάσταση - Κατάληψη του Ναυπλίου από τα κυβερνητικά στρατεύματα, 1862.

 

Στις 24 Μαρτίου έφτασε στο Ναύπλιο το διάταγμα της αμνηστίας που υπέγραψε ο Όθωνας. Το διάταγμα εξαιρούσε από την αμνηστία 12 στρατιωτικούς και 7 πολιτικούς ως πρωταίτιους της επανάστασης. Επιπλέον είχε ημερομηνία 8 Μαρτίου 1862, άρα ο Χαν το είχε κρατήσει μυστικό, αφού οι Ναυπλιείς ζητούσαν Γενική Αμνηστία και δεν θα το δέχονταν. Προσδοκούσε ότι ο χρόνος δούλευε εις βάρος τους και πως αργότερα θα το δέχονταν. Κι όμως το απέρριψαν διατρανώνοντας την απόφασή τους για αγώνα μέχρι εσχάτων. Αλλά για πόσο ακόμα;  Για πρώτη φορά, κατά τα τέλη Μαρτίου, παρατηρήθηκαν αυτομολήσεις από τους Ναυπλιείς προς το στρατόπεδο των πολιορκητών. Αυτό ήταν το σήμα για τον Μίχου να έρθει σε συνεννόηση με τους πρέσβεις Γαλλίας και Αγγλίας να διαθέσουν πλοία, ώστε να αναχωρήσουν για το εξωτερικό οι 19 μη αμνηστευμένοι πρωταίτιοι της επανάστασης Οι πρέσβεις δέχθηκαν και το πρωτόκολλο υπογράφηκε στις 6 Απριλίου 1862 απ’ όλους, πλην του Δ. Γρίβα ο οποίος υπέγραψε τη δήλωση:

«Εγκαταλειφθείς παρά πάντων των συναδέλφων μου αναγκάζομαι να καταδικάσω εμαυτόν εις αειφυγίαν και, αισχυνόμενος του λοιπού να αποκαλώμαι Έλλην, από τούδε παραιτούμαι της ελληνικής εθνικότητας».

Οι μη αμνηστευμένοι μέσα σε ανείπωτη συγκίνηση μπήκαν στα δυο καράβια, ένα Αγγλικό κι ένα Γαλλικό, ανήμερα το Πάσχα, 8 Απριλίου 1862, αφού χαιρέτησαν τη Φρουρά, τους πολίτες και την Κ. Παπαλεξοπούλου που προφητικά τους εγκαρδίωνε  πως σύντομα θα ξανανταμωθούν. Μαζί τους έφυγαν για το εξωτερικό κι άλλοι 250-300 επαναστάτες που δεν δέχτηκαν να παραμείνουν και να παραδώσουν την πόλη στους νικητές αντιπάλους.

Μετά την αναχώρηση των πλοίων ο εντεταλμένος ταγματάρχης Ι. Μανολάκης παρέδωσε την πόλη και τα κάστρα στο Χαν και ο βασιλικός στρατός έμπαινε στην πόλη με τους εναπομείναντες κατοίκους κλεισμένους στα σπίτια τους. Κατέβηκαν οι επαναστατικές σημαίες, αποκαταστάθηκαν οι Οθωνικές αρχές και επέστρεψαν οι οικογένειες που το είχαν εγκαταλείψει. Η ζωή έβρισκε σιγά –σιγά το δρόμο της και η πίκρα τη θέση της στις καρδιές των Ναυπλιωτών.

 

Μικρή αποτίμηση

 

Η Ναυπλιακή Επανάσταση είχε διάρκεια 67 ημερών. Ξεκίνησε με ενθουσιασμό των επαναστατών, πίστη στο δίκαιο των επιδιώξεών τους και ελπίδες για την επίτευξη των στόχων τους. Έληξε με στρατιωτική ήττα αλλά ταυτόχρονα με ηθική και πολιτική επικράτησή τους.

Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα από τις εξελίξεις:

1)  Ο Όθων  αναγκάστηκε να αλλάξει την κυβέρνηση με την οποία ήρθαν σε μετωπική σύγκρουση οι επαναστάτες

2)  Ανέλαβε πρωτοβουλίες για επανάσταση εναντίον  των οθωμανών στα μικρασιατικά παράλια  για να υλοποιήσει μέρος έστω τη Μεγάλης Ιδέας και

3)  Μέσα σε έξι μήνες αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το θρόνο και να αποχωρήσει από την Ελλάδα, δικαιώνοντας αναδρομικά την Ναυπλιακή Επανάσταση.

Πολιτειακό ζήτημα δεν είχε τεθεί και, όπως ήταν φυσικό για την εποχή εκείνη, αναζητήθηκε νέος βασιλιάς. Οι «Προστάτιδες» Δυνάμεις επέλεξαν μετά από συμβιβασμούς το Δανό Γεώργιο Γκλυξμπουργκ ως βασιλέα της Ελλάδας.

 

Γιώργος Αναστασόπουλος

Φιλόλογος

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Στέλβαχ Λουδοβίκος (1800; – 1883)


 

  

Λουδοβίκος Στέλβαχ

Γεννήθηκε στη Βαυαρία. Ήταν γόνος σπουδαίας οικογένειας, την οποία αποχωρίστηκε νωρίς, ερχόμενος στην Ελλάδα. Στην έκρηξη του Ελληνικού αγώνα, δεν έμεινε αδιάφορος αλλά νεαρός ακόμη εντάχθηκε στις ελληνικές δυνάμεις και πολέμησε γενναία υπό την αρχηγία του Νόρμαν. Νεαρός, ωραίος, θαρραλέος και πλήρης πατριωτικών συναισθημάτων, πολέμησε στην ένδοξη μάχη του Πέτα.

 Στον αποκλεισμό του Μεσολογγίου, αχώριστος φίλος του Λόρδου Βύρωνα, έλαβε μέρος στην ηρωική έξοδο κατά την οποία τραυματίστηκε. Συμπολέμησε στο πλευρό του Καραϊσκάκη στη μάχη του Πειραιά. Στη συνέχεια έλαβε ενεργό μέρος σε πολλές μάχες υπό την ηγεσία διαφόρων αρχηγών. Μετά την απελευθέρωση, ο Λουδοβίκος Στέλβαχ, παρέμεινε στον τακτικό στρατό. Επί Όθωνα τοποθετήθηκε φρούραρχος του Παλαμηδιού όπου παρέμεινε επί είκοσι περίπου χρόνια. Βοήθησε καθοριστικά στην ίδρυση του οπλοστασίου και των φυλακών του Ναυπλίου.

Το 1862 κατά την έκρηξη της Ναυπλιακής επανάστασης ο Στέλβαχ ήταν ακόμη φρούραρχος του Παλαμηδιού. Στις 2 Φεβρουαρίου, στις 9 το πρωί το Παλαμήδι πάρθηκε από τους επαναστάτες. Τάχτηκε στο πλευρό των επαναστατών και πολέμησε κατά των Οθωνικών δυνάμεων. Στο βασιλικό Διάταγμα «Περί αμνηστίας» της 8ης Μαρτίου 1862, ο Λουδοβίκος Στέλβαχ εξαιρέθηκε μαζί με άλλους πρωτεργάτες του κινήματος.

Στις 6 Απριλίου ο αρχηγός της επανάστασης Μίχου κάλεσε όλους τους μη αμνηστευθέντες πολιτικούς και αξιωματικούς στο σπίτι του και μετά από μακρά και θυελλώδη συζήτηση αποφασίστηκε να αναχωρήσουν εκτός Ελλάδας. «… Αποφαινόμεθα: Υποβάλλομεν ημάς αυτούς εις την εγκατάλειψιν του πατρώου εδάφους, αναχωρούντες εις την αλλοδαπήν μεθ’ όλων εκείνων, όσοι εκ των ενταύθα θέλουν μας ακολουθήσει». Η 8η Απριλίου ήταν Κυριακή του Πάσχα. Οι εξαιρεθέντες αξιωματικοί παρακολούθησαν την πασχαλινή λειτουργία και μετά κατευθύνθηκαν προς την παραλία για επιβιβαστούν στις βάρκες που τους περίμεναν και να τους οδηγήσουν στα δυο πλοία που τους περίμεναν. Το γαλλικό « Πελικάν» και το αγγλικό « Κάστωρ».  

Υπήρξε ο μόνος επιζήσας συστρατιώτης του Βύρωνα και τιμήθηκε με πολλά παράσημα ελληνικά και ξένα. Αποστρατεύτηκε με το βαθμό του συνταγματάρχη. Ήταν ένας γνήσιος φιλέλληνας που ήρθε στην Ελλάδα μαζί με τον Νόρμαν και τον Φαβιέρο, προσφέροντας σπουδαίες υπηρεσίες στην Ελλάδα που την αγάπησε βαθειά και την θεώρησε πατρίδα του. Πέθανε στην Αθήνα την 22α Μαΐου του 1883 σε ηλικία μεγαλύτερη των ογδόντα χρόνων.

 

Πηγές


  • Ποικίλη Στοά, Ετήσιον Ημερολόγιον, Έτος Δ΄, 1884, Αθήνα, 1883.
  • Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», β’ έκδοση, Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, 2010.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Η ζαχαροπλαστική στα χρόνια του Όθωνα


 

Η ζαχαροπλαστική στα χρόνια του Όθωνα – Μαγειρική και διπλωματία – Άφιξη του συγγραφέα στο Ναύπλιο το 1833 – Το ζαχαροπλαστείο του κ. Δημητρίου Λέρη

 

Ένα σπάνιο βιβλίο στη Βιέννη μας αποκαλύπτει τα πρώτα ελληνικά ζαχαροπλαστεία και τα μυστικά τους. Ο Bασιλιάς Όθων δεν είχε έρθει μόνος του στην Ελλάδα. Προνοητικοί και έμπειροι καθώς ήσαν οι σύμβουλοι της βαυαρικής αυλής, του συνέστησαν, να πάρει μαζί του εκτός από τους  4.000 περίπου Βαυαρούς στρατιώτες με την παραδοσιακή γαλανόλευκη στολή τους και έναν άλλο στρατό, αθέατο προς το παρόν, αλλά τελικά αναρίθμητο και μονίμως εγκατεστημένο στους υψηλούς και χαμηλότερους κρατικούς Θώκους: τον στρατό των Ελλήνων δημοσίων υπαλλήλων βαυαρικής προελεύσεως. Γνωρίζουμε ότι ο εξομολογητής του νεαρού βασιλέα ήταν συμπατριώτης του, και ήταν φυσικό και ο μάγειρος του να είναι Βαυαρός, τουλάχιστον στην αρχή έως ότου εγκλιματισθεί ο άναξ στη νέα ελληνική ατμόσφαιρα και επισημαίνει τη γεύση και των λιχουδιών της ελληνικής κουζίνας.

Ο άνθρωπος που πουλούσε σερμπέτι.

Σήμερα θα μάθουμε ότι και ο ζαχαροπλάστης του, όπως και ο μάγειρος του, δε λεγόταν Τσελεμεντές αλλά ήταν γνήσιος Γερμανός και με περήφανο γερμανικό όνομα και τίτλο: «Φρειδερίκος Unger, Αυλικός ζαχαροπλάστης της Α. Μεγαλειότητος του βασιλέως των Ελλήνων» αναγράφει το επισκεπτήριό του και με το ίδιο όνομα εμφανίζεται και ως συγγραφέας σχετικού έργου που θα μας απασχολήσει εδώ.

Αφορμή υπήρξε μια δημοπρασία σπανίων και άλλων βιβλίων στο διεθνώς πλέον γνωστό κρατικό δημοπρατήριο της Βιέννης «Dorotheum». Σε μια από τις τελευταίες του δημοπρασίες πουλήθηκε με ζωηρή πλειοδοτική άμιλλα ένα κατά την εμφάνιση την εξωτερική και την υπόσχεση που έδινε ο τίτλος του ως προς το περιεχόμενό του, καθόλου εντυπωσιακό βιβλιαράκι 112 σελίδων και διαστάσεων 12×17. Το δημοσίευμα είναι γραμμένο στη γερμανική γοτθική γραφή, έχει τον τίτλο: «Η ζαχαροπλαστική της Ανατολής» και συγγραφέα τον Φρειδερίκο Ούνγκερ που προαναφέραμε με τη μεγαλοπρεπή του ιδιότητα.

  

Μαγειρική και διπλωματία

 

Ο σαλεπιτζής

Την αξία και τη σπανιότητα του βιβλίου τη συνιστούν οι πρώιμες λιθογραφίες του. Είναι απεικονίσεις έμπειρου σχεδιαστή, ίσως του ίδιου του συγγραφέα, του εσωτερικού των πρώτων ελληνικών ζαχαροπλαστείων της Αθήνας, της Κωνσταντινούπολης, Σμύρνης και των πλανόδιων πωλητών αναψυκτικών όπως τους γνώρισαν οι Έλληνες στους δρόμους των ελληνικών πόλεων σαν απομεινάρια της τουρκοκρατίας, αλλά και της ελληνοτουρκικής συμβίωσης στις μικρασιατικές πόλεις, όταν οι μορφές καθημερινής ζωής στον τομέα των φαγητών και των ποτών μεταφέρθηκαν με τον εκτοπισμό των ελληνικών πληθυσμών από το 1923 και στο έδαφος της Ελλάδας. Οι μόνιμες ελληνοτουρκικές διαφορές και κρίσεις ίσως να οδηγούντο σε θετικότερα αποτελέσματα, αν ξεκινούσαν οι διαπραγματεύσεις όχι από τα υπουργεία Εξωτερικών αλλά από την ελληνοτουρκική κουζίνα που με τα περισσότερα κοινά στοιχεία μεταξύ των πληθυσμών των δύο χωρών έτρεφε στο παρελθόν επί αιώνες τη  συμβίωση και την έκανε ανεκτή.

 

Άφιξη του συγγραφέα στο Ναύπλιο το 1833

 

Και η μεγάλη περιπέτεια αρχίζει ήδη κατά την κάθοδό του από τη Γερμανία στην Ελλάδα. Πρέπει να τοποθετήσουμε τη διήγησή του χρονικά στις αρχές Φεβρουαρίου του 1833, αφού η αποβίβαση του νεαρού Όθωνα στο Ναύπλιο έγινε στις 6 Φεβρουαρίου του ίδιου χρόνου.

Γράφει, λοιπόν, ο συμπαθητικός αυτός συνοδοιπόρος της ομαδικής εξόδου των Βαυαρών προς την Ελλάδα των ονείρων τους, μεταξύ άλλων:

 

 «Αμέσως λοιπόν μετά την άφιξή μου στο Ναύπλιο επισκέφθηκα τα εκεί ζαχαροπλαστεία, από τα οποία μου χαρακτήρισαν ως το καλύτερο και το εκλεκτότερο σε όλη την Ελλάδα το ζαχαροπλαστείο του Λέρη. Και πράγματι κατά τα ταξίδια που έκανα αργότερα στην Πελοπόννησο, στην ανατολική Ρούμελη, τα νησιά του Ιονίου πελάγους και τις Κυκλάδες, πείσθηκα ότι η φήμη ανταποκρινόταν στα πράγματα και ότι μεταξύ των τυφλών βασιλεύει ο μονόφθαλμος. Για να δώσω στους αναγνώστες μου μια εικόνα αυτού του πρώτου ναού ανατολίτικης ζαχαροπλαστικής τέχνης στην Ελλάδα, προβαίνω στην περιγραφή του καταστήματος Λέρη, που αναφέραμε παραπάνω».

 

Το ζαχαροπλαστείο του κ. Δημητρίου Λέρη

 

Σ’ ένα σκοτεινό πλακωτό ισόγειο έχει στήσει ο επιτήδειος Ελληνοανατολίτης καλλιτέχνης της ζαχαροπλαστικής το εργαστήρι του. Ο περαστικός διαβάτης διακρίνει τον τόπο αυτόν όπου παρασκευάζονται λιχουδιές πολυτελείας, από τις γυάλες με τα κόκκινα και λευκά ζαχαρωτά φρούτα, τις τοποθετημένες πίσω από βρώμικα τζάμια παραθυριών. Μερικά άλλα ζαχαροπλαστικά είδη σε άλλα σχήματα και από άλλα υλικά, πάντως χαμηλής ποιότητας, αυξάνουν τα θέλγητρα της προθήκης αυτής. Χωρίς η θέα να τραβάει πολύ τον ξένο, μπαίνει μέσα και βρίσκει και το εσωτερικό του καταστήματος ν’ ανταποκρίνεται πλήρως στην εξωτερική του εμφάνιση. Και στις δυο πλευρές του μαγαζιού είναι τοποθετημένα μικρά τραπέζια, βαμμένα με γαλάζιο χρώμα, που μαρτυρούν, όπως και οι ψάθινες καρέκλες, τη συχνή χρήση και την απουσία της καθαριότητας.

Ένα σμήνος αργόσχολων πολιτικολόγων με το μακρύ τσιμπούκι στο στόμα που συνεχώς καπνίζει ή το στριμμένο τσιγάρο, κάθονται συνήθως στις καρέκλες ασάλευτοι. Οι μαυρισμένοι από τους καπνούς τοίχοι είναι διακοσμημένοι με τις κορνιζομένες εικόνες των Ελλήνων ηρώων. Ένας ξύλινος τοίχος που φτάνει στο μισό ύψους του δωματίου και είναι καμιά φορά επενδυμένος με χαρτί, κρύβει από τα βλέμματα των περίεργων θαμώνων τους κοιτώνες μερικών υπαλλήλων του καταστήματος και συνάμα και τα μυστικά του παρασκευαστηρίου των γλυκισμάτων.

Ο πλανόδιος χαλβατζής.

Ευτυχής είναι, όποιος δεν τόλμησε να ρίξει βλέμμα μέσα σ’ αυτό το μυστικό άσυλο της ζαχαροπλαστικής αλχημείας – η όρεξή του θα χανόταν αμετάκλητα. Στην μπροστινή πλευρά του ξύλινου τοίχου που προαναφέραμε έχουν τοποθετηθεί ράφια, και εμπρός με βάση μια σταθεροποιημένη ζυγαριά και κολλητά ένα τραπέζι που έχει πάνω ένα γυάλινο κιβώτιο. Σ’ αυτές τις θέσεις έχουν εκτεθεί υπερήφανα τα προϊόντα του μυστηριώδους οπίσθιου χώρου, ενώ αναρίθμητα σμήνη μυγών βουίζουν γύρω τους. Τα ράφια του ξύλινου τοίχου έχουν πάνω τους γυάλινα δοχεία με το ίδιο περιεχόμενο όπως κι εκείνα που είναι τοποθετημένα στα παράθυρα και άλλα πάλι που είναι γεμάτα με κυδωνόπαστα και γλυκό από τριαντάφυλλο, βύσσινο, φλοιό κέδρου και πορτοκαλιού, από βερίκοκο και ροδάκινο, αχλάδι και καρύδι.Η γυάλινη προσθήκη περιέχει μερικά ευρωπαϊκά κουλουράκια με αμύγδαλο (χαλβά και πατισερί σε σχήμα καρδιά).

Σ’ ένα τραπέζι που είναι δίπλα υπάρχουν ακόμη εκτός από τα παραπάνω και πιάτα με μπακλαβά κι ένα είδος πάστας από ψίχουλα ζυμαρικού. Με τα είδη αυτά, μπορούμε να πούμε ότι εξαντλείται πάνω κάτω ο κατάλογος των προϊόντων της ελληνικής ζαχαροπλαστικής.

Βέβαια παρασκευάζονται και ορισμένα είδη επί παραγγελία, που δεν ξεχωρίζουν όμως και πολύ από τα είδη που είχε το κατάστημα Λέρη στο Ναύπλιο, και τα οποία ωστόσο θα τα αναφέρουμε αργότερα εφόσον αξίζουν τον κόπο να αναφερθούν. Όλα τα άλλα ελληνικά ζαχαροπλαστεία δε διαφέρουν ως προς την τελειότητα των ειδών και της τέχνης από αυτό που περιγράψαμε.

Και όμως τα καταστήματα αυτά τα επισκέπτονται συχνότατα και ντόπιοι και ξένοι επειδή προσφέρονται σ’ αυτά εκτός από γλυκά: καφέδες, σοκολάτες, πουντς, λεμονάδα, αμυγδαλόγαλο και παγωτό. Το παγωτό είναι αρκετά καλό, φτηνό, και επειδή στην κάψα του καλοκαιριού προσφέρει μεγάλη ανακούφιση, το απολαμβάνουν πολλοί και συχνά.

Τα βράδια του καλοκαιριού κάθονται οι πελάτες μπροστά από τα ζαχαροπλαστεία πάνω στο δρόμο και η ζωηρή κίνηση και γενικά η ζωή αποτελούν τότε ένα διασκεδαστικό θέαμα. Αυτή είναι περίπου η εικόνα ενός ελληνικού ζαχαροπλαστείου, γράφει ένας από τους πρώτους ξένους ιστορικούς της. Και επεκτείνεται στη συνέχεια στα μικρασιατικών πόλων όπου διαπιστώνει και αυτός στο «φαγείν και πίνειν» των διαφόρων λαών απόλυτη σύμπνοια.

Ἀννα Δερέκα

Πηγή


  • Εφημερίδα, «Νέοι Αγώνες Ηπείρου», 24 Ιανουαρίου 2012.

Read Full Post »

Ζαΐμης Α. Θρασύβουλος (1825-1880)


 

 

Θρασύβουλος Ζαΐμης, έργο του Ερνέστου Κάρτερ (1924-1992).

Πολιτικός της πρώτης μετεπαναστατικής γενιάς, γόνος της μεγάλης οικογένειας προκρίτων και πολιτικών της Πελοποννήσου. Πρωθυπουργός. Ήταν γιος του ση­μαντικού ήρωα της Επανάστασης Ανδρέα Ζαΐμη και εξάδελφος του πολιτι­κού Παναγιώτη Ζαΐμη. Γεννήθηκε στην Κερπενή των Καλαβρύτων το 1825 και σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Γαλλία. Ήταν ένας ιδιαίτερα μορφωμένος πολιτικός. Στη γενική πολιτική του στάση και νοοτροπία αποστρεφόταν τη δημα­γωγία και την κολακεία. Υποστήριζε αρκετά φιλελεύθερες για την εποχή του πολιτικές αντιλήψεις και ήταν σταθερός υπερασπιστής του κοινοβουλευτισμού. Γι’ αυτό άλλωστε και συγκρούστηκε με το Δημήτριο Βούλγαρη, όταν ο τελευταίος επιχείρησε να παραβιάσει βασικές πολιτικές ελευθερίες και την ίδια την κοινοβουλευτική νομιμότητα. Διέθετε υψηλό πολιτικό ήθος, μετριο­πάθεια, διαλλακτικότητα και σύνεση. Συχνά υπερέβαινε τα στενά πλαίσια του όποιου κομματικού συμφέροντος.

Υπηρέτησε αρχικά ως στέλεχος στο Υπουργείο Οικονομικών, αλλά δεν άργησε να αναδειχθεί και σε ανώτερες θέσεις. Έτσι, έγινε υπουργός Εκκλη­σιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως (1859) σε ηλικία μόλις 34 ετών. Ξεκίνησε νέος την πολιτική του σταδιοδρομία εκλεγόμενος συνεχώς βου­λευτής Καλαβρύτων σε 12 εκλογικές αναμετρήσεις μεταξύ των ετών 1850-1880. Διετέλεσε συνολικά πρωθυπουργός για διάστημα ενός έτους και επτά μηνών, υπουργός περισσότερο από δύο χρόνια και πρόεδρος της Βουλής περίπου ενάμιση χρόνο συνολικά. Διετέλεσε επτά φορές υπουργός κατά την περίοδο 1859-1878. Το 1860 ανέλαβε καθήκοντα υπουργού Εξωτερικών στην κυβέρνηση Αθανάσιου Μιαούλη. Από τη θέση αυτή παραιτήθηκε διαφωνώντας με τον Όθωνα για το βαυαρικό δάνειο και για την καθυστέρηση της ψήφισης Οργανισμού του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1862, μετά την έξωση του Όθωνα και αφού είχε πρωταγωνιστήσει στην ανατροπή του, έγινε υπουργός Εξωτερικών στην «επαναστατική τριανδρία» των Δημήτριου Βούλγαρη, Κωνσταντίνου Κανά­ρη και Μπενιζέλου Ρούφου.

Τον Απρίλιο του 1863, μετά την ανακήρυξη του Δανού πρίγκιπα Γεωργί­ου ως βασιλιά των Ελλήνων από την Εθνοσυνέλευση, ο Ζαΐμης συμμετείχε στην τριμελή αντιπροσωπεία που πήγε στην Κοπεγχάγη για να προσφέρει το στέμμα της Ελλάδας στο νέο μονάρχη. Τα άλλα δύο μέλη της αντιπροσωπεί­ας, τα οποία επίσης συμμετείχαν -αν και όχι με τη μεγαλύτερη δυνατή απο­τελεσματικότητα- στις διαπραγματεύσεις για τον τελικό διακανονισμό των όρων αποδοχής του στέμματος από το Δανό πρίγκιπα, ήταν οι Κωνσταντίνος Κανάρης και Δημήτριος Γρίβας. Το 1864 ενήργησε, επίσης, ως απεσταλμένος της ελληνικής κυβέρνησης για την παράδοση στην Ελλάδα και την ενσωμά­τωση στον εθνικό κορμό των Επτανήσων.

Μετά την άφιξη του Γεωργίου Α’, ο Ζαΐμης πρωταγωνίστησε από το 1863 έως και τα τέλη της δεκαετίας του 1870 μαζί με τους πολιτικούς του αντιπά­λους -και ηγέτες κομμάτων- Αλέξανδρο Κουμουνδούρο, Δημήτριο Βούλγα­ρη και Επαμεινώνδα Δεληγεώργη στις πολιτικές διαμάχες της περιόδου. Το κόμμα του, αν και διέθετε λιγοστούς βουλευτές, άσκησε σημαντική επιρροή στις συζητήσεις που έγιναν για το νέο Σύνταγμα του 1864. Μάλιστα, οι «ζαϊμικοί» βουλευτές υποστήριζαν τη σύσταση δεύτερου νομοθετικού σώματος, παράλληλου με τη Βουλή, ορισμένα μέλη του οποίου θα διορίζονταν και δε θα εκλέγονταν.

Θρασύβουλος Ζαίμης

Αν και χαρακτηριζόταν από μετριοπάθεια στις πολιτικές αντιλήψεις και τους προσανατολισμούς του στο πεδίο των αντιπαραθέσεων μεταξύ των λεγόμενων ορεινών και πεδινών, ο Ζαΐμης είχε ήδη από το 1863 προσχωρή­σει στους περισσότερο ριζοσπάστες ορεινούς, τοποθετούμενος πολιτικά πλησιέστερα στον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο. Την περίοδο αυτή μαζί με τους Κουμουνδούρο, Βούλγαρη και Δεληγεώργη διαδεχόταν ο ένας τον άλλον στην πρωθυπουργία, καθώς κλιμακώνονταν οι επεμβάσεις στην πολιτική δια­δικασία από μέρους του Στέμματος, ενώ δεν απουσίαζε και η εκτροπή από τον ομαλό πολιτικό βίο. Αυτά ήταν ορισμένα από τα βασικά γνωρίσματα της περιόδου πριν από τη δυναμική είσοδο του Χαρίλαου Τρικούπη στο πολιτι­κό προσκήνιο τη δεκαετία του 1870. Το κόμμα του Ζαΐμη, όπως και των αντι­πάλων του, ήταν ουσιαστικά μια προσωποπαγής ομάδα που συνέχιζε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την παράδοση του λεγόμενου «πελατειακού συστήμα­τος» χωρίς να καταφέρει, να μετατραπεί σε «κόμμα αρχών».

To 1864 ανέλαβε  το Υπουργείο Εσωτερικών στην κυβέρνηση Κανάρη, η οποία ανήκε στο θεωρούμενο ως περισσότερο ριζοσπαστικό και προοδευτι­κό κοινοβουλευτικό συνασπισμό των ορεινών. Την ίδια θέση κατέλαβε και το 1865 στη σύντομης θητείας κυβέρνηση Δεληγεώργη. Το 1877 έγινε υπουργός Δικαιοσύνης στην οικουμενική κυβέρνηση υπό τον ναύαρχο Κανάρη, ενώ συμμετείχε, το 1878, στην πρώτη κοινοβουλευτική κυβέρνηση του Χαρίλαου Τρικούπη ως υπουργός Εσωτερικών και Δικαιοσύνης.

Ως πρωθυπουργός ανέλαβε για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1869 μετά την παραίτηση της κυβέρνησης Βούλγαρη, η οποία έτσι απέφυγε να επωμιστεί το πολιτικό κόστος της ήττας μετά την καταστολή της Κρητικής επανάστασης του 1866. Η πρωθυπουργική του θητεία υπήρξε μάλιστα αρκε­τά μακροχρόνια για τα δεδομένα της εποχής. Ο Ζαΐμης κράτησε τότε ρεαλι­στική στάση και αποδέχθηκε τους επιβληθέντες όρους ειρήνευσης, δημιουρ­γώντας τις προϋποθέσεις για την αναγκαία σε εκείνη τη φάση αποκατάστα­ση των σχέσεων του ελληνικού κράτους με την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Κερδίζοντας μάλιστα τις σχετικά αδιάβλητες εκλογές του Μαΐου της ίδιας χρονιάς, διατηρήθηκε στην πρωθυπουργία έως τον Ιούλιο του 1870, όταν ο Γεώργιος Α’ τον ανάγκασε σε παραίτηση και μάλιστα κατά τη διάρκεια των διακοπών της Βουλής. Στην περίοδο της πρωθυπουργίας του αντιμετώπισε με υψηλό αίσθημα ευθύνης το ζήτημα της εξωτερικής πολιτικής σχετικά με το λεγόμενο «ατιμωτικό πρωτόκολλο» των Παρισίων, αγνοώντας το κόστος που είχε η στάση του στη δημοτικότητά του. Ασχολήθηκε παράλληλα με την εσωτερική ανάπτυξη της χώρας και με τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς -χαρα­κτηριστικά αναφέρονται η πρώτη σιδηροδρομική γραμμή Αθήνας – Πειραιά και η αγορά του πολεμικού πλοίου «Βασίλισσα Όλγα».

Το Νοέμβριο του 1869 υπέβαλε στη Βουλή πρόταση νόμου σχετικά με την οργάνωση εθνικών δυνάμεων για την καταστολή της ληστείας. Όμως, όχι μόνο απορρίφθηκε το νομοσχέδιο, αλλά τους επόμενους μήνες είχε να αντι­μετωπίσει και τις συνέπειες από τη σφαγή ξένων επισήμων ταξιδιωτών από ληστές στο Δήλεσι. Το γεγονός αυτό πήρε μεγάλες διαστάσεις, εκθέτοντας διεθνώς τόσο την κυβέρνηση όσο και την ίδια τη χώρα. Στάθηκε μάλιστα η αφορμή για την παραίτηση της κυβέρνησης Ζαΐμη. Η δεύτερη κυβέρνηση υπό την προεδρία του, το 1871, ήταν εξαιρετικά σύντομη. Διήρκεσε έως τα Χριστούγεννα του 1871. Σε μια περίοδο πολιτικής αστάθειας διατήρησε την εξουσία για λιγότερο από δύο μήνες, αφού απέτυχε να αποσπάσει την υπο­στήριξη αμιγούς κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, κυρίως εξαιτίας του θέμα­τος της παροχής άδειας λειτουργίας ορυχείου σε γαλλο-ιταλική εταιρεία.

Το 1872, στις έντονες συζητήσεις που έλαβαν χώρα στο Κοινοβούλιο, τήρησε μετριοπαθή στάση σχετικά με την παραπομπή σε δίκη του παραιτη­θέντος πρωθυπουργού Επαμεινώνδα Δεληγεώργη, τον οποίο κατηγορούσαν για κατάχρηση εξουσίας και επιβολή στρατοκρατίας. Αντί της άμεσης παραπομπής σε δίκη, πρότεινε τη συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής. Μετριοπαθή στάση τήρησε και στο θέμα της κοινοβουλευτικής αρχής του πολιτεύματος. Πίστευε στη διατήρηση του θεσμού της μοναρχίας. Απέφευγε να αντιπαραταχθεί άμεσα στο Στέμμα και επιχειρούσε, στη διάρκεια των σχετικών συζητήσε­ων την περίοδο του 1874-1875, να μετριάσει την ένταση των αντιπαραθέσεων με τα Ανάκτορα. Πρόεδρος της Βουλής εξελέγη τέσσερις φορές μεταξύ των ετών 1855-1877. Η πρώτη θητεία του εκτείνεται στην περίοδο 2 Φεβρουαρίου – 25 Οκτω­βρίου 1855. Εκλέχθηκε με 68 ψήφους έναντι δύο λευκών.

Στις 30 Οκτωβρίου 1860 εκλέχθηκε για δεύτερη φορά με 62 ψήφους έναντι 50 του Δημήτριου Καλλιφρονά, υποψήφιου της φιλοβασιλικής κυβέρνησης Αθανάσιου Μιαού­λη. Αξίζει να σημειωθεί ότι εξελέγη στο αξίωμα αυτό μολονότι ανήκε στην τότε αντιπολίτευση και παρά τις αυλικές πιέσεις προς τους βουλευτές να τον καταψηφίσουν. Παρέμεινε, ωστόσο, στη θέση του μόλις δύο εβδομάδες, έως τις 16 Νοεμβρίου 1860 καθώς η εκλογή του οδήγησε σε διάλυση της Βουλής από τα Ανάκτορα. Ο Ζαΐμης τότε προσχώρησε άμεσα στην αντιπολίτευση που σχεδίαζε την ανατροπή του Όθωνα, συνεργαζόμενος με το Μπενιζέλο Ρούφο και το Δημήτριο Βούλγαρη. Η ροή των γεγονότων οδήγησε μεσοπρό­θεσμα -δύο χρόνια αργότερα- στην πτώση της βαυαρικής δυναστείας.

Εξελέγη για τρίτη φορά πρόεδρος της Βουλής στις 30 Ιανουαρίου 1874 (για τρεις μήνες, έως τις 25 Απριλίου της ίδιας χρονιάς). Όπως και το 1860, υπερίσχυσε του Επαμεινώνδα Δεληγεώργη με ψήφους 87 έναντι 72, αν και ανήκε στην αντιπολίτευση. Η εκλογή του αυτή στάθηκε η αφορμή να ξεκινή­σει ένας κύκλος πολιτικών συζητήσεων και αντιπαραθέσεων για το ζήτημα της κοινοβουλευτικής αρχής του πολιτεύματος και του ρόλου του Στέμματος. Για τέταρτη και τελευταία φορά αναδείχθηκε πρόεδρος της Βουλής με 131 ψήφους, στις 4 Οκτωβρίου 1876, διαδεχόμενος τον Αλέξανδρο Κουμουνδού­ρο που στο μεταξύ έγινε πρωθυπουργός. Η θητεία του ολοκληρώθηκε στις 18 Μαρτίου 1877. Ήταν παντρεμένος  με την Ελένη Μουρούζη. Γιος του ήταν και ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, πρόεδρος της βουλής, πρωθυπουργός και πρόεδρος της Δημοκρατίας. Πέθανε από ανακοπή καρδιάς το 1880 σε ηλικία μόλις 55 ετών.

  

Πηγή


  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Ζυμβρακάκης Χαράλαμπος (1812-1880)


 

Χαράλαμπος Ζυμβρακάκης (1812- 1880)

Στρατιωτικός και πολιτικός. Ο Χαράλαμπος Ζυμβρακάκης γεννήθηκε στο Περιβόλι Κυδωνίας Κρήτης του νομού Χανίων το 1812. Αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1832 ως ανθυπασπιστής του πυροβολικού. Κατά την Κρητική Επανάσταση του 1841 κατέβηκε στην Κρήτη με σώμα εθελοντών. Μετά την επιστροφή του στην ελεύθερη Ελλάδα διετέλεσε διοικητής του Οπλοστασίου του Πόρου, κατόπιν του Οπλοστασίου του Ναυπλίου και τέλος φρούραρχος Αθηνών.

Πήρε ενεργό μέρος το 1862 στη Ναυπλιακή Επανάσταση. Εξαιρέθηκε από το διάγγελμα αμνηστίας και  απελάθηκε στη Σμύρνη. Επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την πτώση του Όθωνα και πήρε μέρος στη Β’ Εθνική Συνέλευση του 1864-65.

Στη συνέχεια, αν και δεν ήταν πολιτικός, διετέλεσε πέντε φορές υπουργός Στρατιωτικών στις κυβερνήσεις Ζαφειρίου Βάλβη το 1864, Δημητρίου Βούλγαρη το 1866, Επαμεινώντα  Δεληγεώργη το 1870, Θρασύβουλου Ζαΐμη το 1871 και στην Οικουμενική Κυβέρνηση του 1877. Δεν αποδέχθηκε την αρχηγία της Κρητικής Επανάστασης του 1861, που του πρότεινε η Συνέλευση των Κρητών, επειδή τότε ήταν υπουργός. Πέθανε στην Αθήνα έχοντας το βαθμό του αντιστρατήγου.

Ιωάννης Ζυμβρακάκης (1818-1913).

Περίπου παράλληλη σταδιοδρομία είχε και ο επίσης στρατηγός αδελφός του Ιωάννης Ζυμβρακάκης (1818-1913), ο οποίος υπηρέτησε και αυτός στο Οπλοστάσιο του Ναυπλίου και πήρε ενεργό μέρος στα «Ναυπλιακά». Έλαβε μέρος στην Κρητική Επανάσταση του 1866-1869 και στην ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1886. Επίσης διετέλεσε δύο φορές (το 1869-77 και το 1878-81) διοικητής της Σχολής Ευελπίδων. Έφτασε στον βαθμό του Υποστρατήγου. Γιος του ήταν ο Εμμανουήλ Ι. Ζυμβρακάκης αρχηγός της Χωροφυλακής ενώ είχε και μια κόρη.

Στην αναπαλαιωμένη έπαυλη Ζυμβρακάκη, που βρίσκεται στην οδό Ασκληπιού και έχει δωρηθεί στο Δήμο Ναυπλίου, έχει στεγαστεί το «Πνευματικό Ίδρυμα Ιωάννης Καποδίστριας», που συστήθηκε το 1990 με σκοπό τη μελέτη του έργου του πρώτου Κυβερνήτη.

 

Πηγή


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862 – Το ιστορικό πλαίσιο


 

Είναι δυστυχία να αγνοείς την ιστορία του τόπου σου, θα μπορούσε να πει κανείς παραφράζοντας τη γνωστή ρήση του Πολύβιου.* Πολύ περισσότερο την πρόσφατη ιστορία που με τους όρους που δημιούργησε εξακολουθεί να επηρεάζει τη ζωή και τις εξελίξεις σε όλα τα επίπεδα. Οι ανιστόρητοι δεν έχουν αυτή την επίγνωση και γι’ αυτό δεν ερμηνεύουν σωστά την πραγματικότητα. Τους διαφεύγουν οι εξηγητικοί λόγοι που δημιούργησαν την α ή την β νοοτροπία, την συγκεκριμένη πολιτική και κοινωνική στάση. Και με τη στενοκεφαλιά που δημιουργεί η άγνοια αποφαίνονται με αυτοπεποίθηση για όλα τα ζητήματα: εθνικά, πολιτικά, ιδεολογικά κ.α.

 

Το ιστορικό πλαίσιο

 

Ο Όθωνας Βίττελσμπαχ ήταν ήδη 29 χρόνια βασιλιάς των Ελλήνων και της μικρής Ελλά­δας. Τα σύνορα της χώρας μόλις περνούσαν τα βουνά της Λαμίας και ο πληθυσμός των ελεύθερων Ελλήνων ήταν 1.096.810 (απογραφή του 1861). Στις αλύτρωτες περιοχές, ο ελληνισμός στέναζε ακόμα κάτω από τον Τουρκικό ζυγό και καμιά σοβαρή προετοιμασία για την απελευθέρωσή του δεν γινόταν από το Ελληνικό κράτος. Ποιο ήταν όμως το Ελληνικό κράτος; και σε ποιο βαθμό ανταποκρινόταν στις ανάγκες και τους πόθους του Ελληνικού λαού; – Οι πρωτοπόρες και υγιείς πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που ενσάρκωσαν την ιδέα της ανεξαρτησίας και πέτυχαν την απελευθέρωση από τους Τούρκους αποκλείστηκαν από την πολιτική ζωή.

 

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833.

 

Ο Όθωνας κυβέρνησε, από το 1833 έως την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843, ως «ελέω Θεού» μονάρχης στελεχώνοντας τον κρατικό μηχανισμό με Βαυαρούς και αυλοκόλακες. Οι έμπειροι οπλαρχηγοί, οι φιλελεύθεροι και προοδευτικοί πολίτες που μπορούσαν να προσφέρουν πολλά στην οικοδόμηση του πρώτου Ελληνικού κράτους, όχι μόνο αγνοήθηκαν από τον Όθωνα αλλά καταδιώχτηκαν, προπηλακίστηκαν και φυλακίστηκαν. Τα παραδείγματα της φυλάκισης του Κολοκοτρώνη, του Πλαπούτα και του Μακρυγιάννη είναι χαρακτηριστικά.

Ο βασιλιάς Όθων έφιππος, ως συνταγματάρχης του 10ου συντάγματος πεζικού.

Η αυταρχική αγωγή και η ιδιοσυγκρασία του δεν ανεχόταν – φοβόταν- κάθε φωνή αντίθετη με τη δική του, κάθε ιδέα δημοκρατική. Ακόμα και μετά τον εξαναγκασμό του σε παραχώρηση συντάγματος το 1884 καμιά ουσιαστική μεταβολή δεν έγινε στον τρόπο που ασκούσε τα καθήκοντά του. Ο απολυταρχισμός του εξακολούθησε να εκδηλώνεται σε κάθε περίσταση κατά παράβαση του συντάγματος. Όταν η Γερουσία δε συμφωνούσε με τις απόψεις του, άλλαζε τη σύνθεσή της. Όταν ο πρωθυπουργός που διόριζε, έπαυε να του είναι αρεστός, τον απέλυε. Όταν η Βουλή δεν ήταν πειθήνιο όργανό του, τη διέλυε. Εξουσίαζε με το μαστίγιο, τον εκφοβισμό και τον εκμαυλισμό. Όπως ήταν φυσικό η δυσαρέσκεια των Ελλήνων διογκωνόταν.

Πολύ περισσότερο που η οικονομική κατάσταση ήταν απελπιστική για τους πολλούς. Τα εθνικά δάνεια κατασπαταλήθηκαν, κανένα σοβαρό έργο υποδομής δεν γινόταν, μέτρα για την αξιοποίηση των εθνικών γαιών -πρώην Τουρκικά κτήματα- δεν λαμβάνονταν, και ο μαρασμός ενδημούσε στην ελληνική κοινωνία. Το μόνο που δινόταν στον ελληνικό λαό ήταν η Μεγάλη Ιδέα. Φρούδες ελπίδες δηλαδή, για την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης και τη σύσταση ελληνικής αυτοκρατορίας.

Στην πραγματικότητα όμως υπήρχε αδυναμία ακόμα και για την οργάνωση ενός σοβαρού κινήματος, που θα ελευθέρωνε τουλάχιστον τη Θεσσαλία και την Ήπειρο από τις ασθενείς Τουρκικές δυνάμεις, όταν η Τουρκία βρέθηκε σε πόλεμο με τη Ρωσία το 1853-56 (Κριμαϊκός πόλεμος). Η άφρονη και θορυβώδης τακτική του παλατιού (με τα μεγαλεπήβολα οράματα και την οργανωτική ανικανότητα) οδήγησαν σε αποτυχία την επανάσταση σε Ήπειρο, Θεσσαλία και Μακεδονία και ενώ, η δημοτικότητα του Όθωνα ήταν στο ναδίρ και η αντιπολίτευση τον σφυροκοπούσε, ένα επαχθές για τη χώρα γεγονός ήρθε να κάνει το βασιλιά δημοφιλή και να του δώσει πρόσκαιρη παράταση. Ήταν η κατοχή του Πειραιά και ο ναυτικός αποκλεισμός της Αθήνας από τους Αγγλογάλλους (1854-57).

Ο λαός μας, μπροστά στην εχθρική ενέργεια των «συμμάχων» που (εκτός από τα δάνεια που επισώρευε στη χώρα μας) έθιγε βάναυσα την εθνική υπόσταση ενός ανεξάρτητου κράτους, συσπειρώθηκε γύρω από το βασιλιά. Αυτόν εξάλλου πρόσβαλλαν και εξευτέλιζαν καθημερινά αξιωματικοί και στρατιώτες των δυνάμεων κατοχής. Ήταν φυσικό λοιπόν να περιβάλλουν οι Έλληνες με συμπάθεια τον Όθωνα, αφού στο πρόσωπό του ατιμαζόταν η Ελλάδα.

Αθανάσιος Μιαούλης

Η δημοτικότητα του Όθωνα και της Αμαλίας κράτησε λίγο καιρό ακόμα μετά την αποχώρηση των Αγγλογάλλων, το Φεβρουάριο του 1857. Δεν ξέχασαν όμως τις κακές συνήθειες του παρελθόντος. Σε λίγο σπρώχνουν την κυβέρνηση Βούλγαρη σε παραίτηση με τις απροκάλυπτες παρεμβάσεις τους και ο Όθωνας, αγνοώντας τις συνταγματικές του δεσμεύσεις, ορκίζει πρωθυπουργό τον υπασπιστή του Αθανάσιο Μια­ούλη. Από τις αρχές του 1859 η αντιπολιτευτική κίνηση απέναντι στο καθεστώς παίρνει πιο ενιαία και πιο αποτελεσματική μορφή. Αρχικά ιδρύεται, πιθανόν με πρωτοβουλία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, εγγονού του Γέρου του Μοριά, μυστική πολιτική εταιρία με σκοπό «τη διαμόρφωση των κακώς κειμένων και κυρίως την ελευθερία των βουλευτικών εκλογών» στην οποία συμμετέχουν δημοσιογράφοι, φοιτητές, μαθητές, βουλευτές κ.α.

Το Μάη του 1859 συνέβησαν σοβαρά γεγονότα που δυνάμωσαν το αντικαθεστωτικό φρόνημα. Είναι τα γνωστά Σκιαδικά, που εντελώς απρόσμενα αποτέλεσαν τον καταλύτη στις σχέσεις λαού – παλατιού. Από τα Σκιαδικά έως τη Ναυπλιακή επανάστα­ση έχουμε αλλεπάλληλες κυβερνήσεις του Αθανάσιου Μιαούλη και δυο εκλογικές αναμετρήσεις βίας και καλπονοθείας, με αποκορύφωμα τις εκλογές που η διεξαγωγή τους κράτησε από το Δεκέμβρη του 1860 έως τον Μάρτη του 1861, καθώς γίνονταν διαφορετική ημερομηνία σε κάθε περιοχή για να μεταφέρεται ο Οθωνικός μηχανισμός της βίας, της φοβίας και της νοθείας σε κάθε πόλη και χωριό, ώστε να εξασφαλίζεται η «νίκη».

Από το 1861 το αντιδυναστικό ρεύμα καθημερινά μεγάλωνε. Η κατάσταση ήταν εκρηκτική σ’ ολόκληρη τη χώρα και στον εορτασμό της 25ης Μαρτίου οργανώθηκαν σε όλες τις μεγάλες πόλεις (Αθήνα, Πάτρα, Άργος, Ναύπλιο) συνωμοτικά συμπόσια με εθνικό και αντικαθεστωτικό περιεχόμενο. Η αστυνομία παρακολουθούσε και τρομοκρατούσε τους πολίτες πραγματοποιώντας συλλήψεις, φυλακίσεις και εκτοπίσεις.

Επαμεινώνδας Δεληγιώργης (1829-1879)

Οι περισσότερες εφημερίδες των Αθηνών είχαν ταχθεί με το μέρος της αντιπολίτευσης και της «Χρυσής Νεολαίας» την οποία εκπροσωπούσε επάξια ο νεαρός δικηγό­ρος Επαμ. Δεληγιώργης. Ξεχώριζαν για τα πύρινα άρθρα τους οι εφημερίδες «Αιών» και «Αθήνα». Η πιο μαχητική όμως ήταν η εφημε­ρίδα της «Χρυσής Νεολαίας» με τον εύγλωττο τίτλο «Το Μέλλον της Πατρίδος», που κατα­σχέθηκε πολλές φορές.

Το Μάιο συλλαμβάνονται ως συνωμότες εναντίον του καθεστώτος όχι μόνο πολίτες αλλά και αρκετοί αξιωματικοί που στέλνονται στο Ναύπλιο, στις φυλακές του Παλαμηδίου και της Ακροναυπλίας. Κι ενώ η κατάσταση καθημερινά οξυνόταν, στις 6 Σεπτεμβρίου ο 18χρονος Δόσιος επιχειρεί να δολοφονήσει τη βασίλισσα Αμαλία (Ύαινα την ονόμαζε τότε ο λαός). Η απόπειρα απέτυχε και ακολούθησαν δοξολογίες «επί τη διασώσει» και πανηγυρισμοί στη χώρα. Προσωρινά το αντιδυναστικό μένος του λαού μειώθηκε. Μόνο στο Ναύπλιο κυκλοφόρησαν προκηρύξεις που έγραφαν «άθλιοι μάλ­λον κλαύσατε παρά να πανηγυρίζετε δια την αποτυχίαν».

Ο Όθωνας με πολιτική περιβολή κατά την εποχή της εκθρόνισής του.

«Στις αρχές του 1862 το πολιτικό βαρόμετρο έδειχνε θύελλα σ’ όλη την Ελλάδα», γράφει ο Γιάννης Κορδάτος. «Από κάθε γωνιά της μικρής Ελλάδας έφταναν πληροφορίες για ερεθισμό του λαού». Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα κυκλοφορούσαν φήμες ότι θα γινόταν κυβερνητική αλλαγή. Θα αναλάμβανε πρωθυπουργός ο παλαίμαχος ναύαρχος Κωνσταντίνος Κανάρης «είδωλον της κοινής γνώμης» και από τους πρωτοστάτες του αντιδυναστικού αγώνα την τελευταία τριετία.

Πράγματι ο Όθωνας κάλεσε τον Κανάρη και του ανέθεσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, αφού προηγουμένως συμφώνησε με το περιεχόμενο του υπομνήματος που του υπέβαλε ο γηραιός ναύαρχος. Το υπόμνημα περιείχε τους αναγκαίους όρους εκδημοκρατισμού και εφαρμογής του συντάγματος. Όμως σύνταγμα και δημοκρατία προκαλούσαν αλλεργία στον Όθωνα και τη βασιλική καμαρίλα. Γι’ αυτό ο Όθωνας, με το πρόσχημα πως δε συμφωνούσε με τους υπουργούς που επέλεξε ο Κανάρης, του αφαίρεσε μετά από δύο μέρες την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης και ξανα-όρκισε πρωθυπουργό τον Αθ. Μιαούλη. Η τελευταία αυτή κυβέρνηση του Μιαούλη έμεινε γνωστή ως «υπουργείο του αίματος». Υπουρ­γείο έλεγαν τότε την κυβέρνηση.

 

Η επαναστατική προετοιμασία στο Ναύπλιο

 

Το Ναύπλιο ήταν στις αρχές του 1862 μια πόλη 10.000 περίπου κατοίκων, μια από τις μεγάλες πόλεις της τότε Ελλάδας. Η Αθήνα μόλις που ξεπερνούσε τις 30.000 και η ακμάζουσα Ερμούπολη της Σύρου τις 25.000. Πάνω απ’ όλα όμως το Ναύπλιο ήταν πόλη στρατηγικής και πολι­τικής σημασίας. Αποτελούσε το σημαντικότερο αντιδυναστικό κέντρο μετά την Αθήνα με δραστήριες πολιτικές οργανώσεις και μυστικούς συνδέσμους αντικαθεστωτικών αξιωματικών.

Γεώργιος Πετιμεζάς

Τα επιβλητικά κάστρα Παλαμήδι και Ακροναυπλία, το οχυρό λιμάνι του με το Μπούρζι και τα ισχυρά τείχη του, το καθιστούσαν σχεδόν απόρθητο με τα μέσα της εποχής εκείνης. Υπήρχαν επομένως οι πολιτικές και στρατηγικές προϋποθέσεις για την κυοφορία της επανάστασης, προπάντων εδώ. Επιπλέον οι Ναυπλιείς είχαν ακόμα νωπές τις μνήμες από τα ένδοξα χρόνια του απελευθερωτικού αγώνα καθώς το Ναύπλιο, πόλη εγκέφαλος του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, έζησε όλες τις μεγάλες στιγμές του Γένους. Ήταν ευαίσθητοι λοιπόν σε εθνικά και πολιτικά ζητήματα και δύσκολα έκρυβαν τη δυσαρέσκειά τους για «τη μετάθεση της πρωτευούσης». Πώς θα μπορούσαν, λοιπόν, να μείνουν αδιάφοροι στις συνταγματικές εκτροπές του Όθωνα, τις αυταρχικές μεθόδους της Αυλής του, τον εμπαιγμό του θρυλικού Κανάρη (το ζωντανό ’21) και τις ανομίες της κυβέρνησης Μιαούλη; Και ασφαλώς δεν έμει­ναν.

Οργανώθηκε «Σύλλογος Νεολαίας» και πυρήνες αντικαθεστωτικών, στους οποίους διακρίθηκαν για τη δράση τους οι δικηγόροι Γ. Δημητριάδης, I. Παπαζαφειρόπουλος και ο κ. Αντωνόπουλος, ο εφέτης Γ. Πετιμεζάς, ο πρω­τοδίκης Π. Μαυρομιχάλης, ο υποπρόξενος του Βελγίου Σπυρ. Ζαρβιτσάνος και ο δήμαρχος του Ναυπλίου Πολυχρόνης Ζαφειρόπουλος.

Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου

Ιδιαίτερη όμως συμβολή στην επαναστατική προετοιμασία είχε η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, χήρα του πρώτου Δημάρχου του Ναυπλίου (και αργότερα γερουσιαστή) Σπύρου Παπαλεξόπουλου. Γυναίκα ιδιαίτερα μορφωμένη, γνώριζε ιταλικά, αγγλικά και γαλλικά στην εντέλεια. Είχε σπουδάσει στην Ιταλία, όπου εγκολπώθηκε τις αρχές της γαλλικής επανάστασης και επηρεάστηκε από το κίνημα των Καρμπο­νάρων. Εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο το 1825 και βρέθηκε πάντοτε αντιμέτωπη στον αυταρχισμό της εξουσίας, είτε την εκπροσωπούσε ο Καποδίστριας είτε ο Όθωνας. Μετέδωσε τις ιδέες της σε πολλές από τις κυρίες του Ναυπλίου και έγινε η πρόδρομος των Ελληνίδων που διεκδίκησαν ίσα δικαιώματα με τους άντρες. Στο σπίτι της συγκεντρώνονταν οι ηγέτες της επανάστασης, που θα ξεσπούσε και με την ευγλωττία της έκανε τους πάντες οπαδούς των απόψεών της, προτρέποντας και ενθαρρύνοντας τη νεολαία. Με λίγα λόγια «η κυρά τ’ Αναπλιού υπήρξε ιεροφάντις κάθε επαναστατικής ιδέας και Μη­τέρα της Επαναστάσεως», η Ελληνίδα μαντάμ Ρολάν, όπως την ονόμασαν οι σύγχρονοί της.

Πάνος Κορωναίος

Ο άλλος πόλος των αντικαθεστωτικών ήταν οι αξιωματικοί της φρουράς Ναυπλίου. Ιδιαίτερα μετά το Μάιο του 1861 που εξορίστηκαν στο Ανάπλι ή φυλακίστηκαν στα κάστρα του Δημοκρατικοί αξιωματικοί, με την κατηγορία της συνομωσίας, ενισχύθηκε το αντιδυναστικό φρόνημα των αξιωματικών. Πολλοί απ’ αυτούς ήταν εξόχως δραστήριοι και σε σύντομο χρόνο δημιούργησαν δίκτυα επαφών και με τους αντικαθεστωτικούς πολίτες του Ναυπλίου αλλά και της Αθήνας. Διακρίθηκαν ο αντισυνταγματάρχης Δ. Μπό­τσαρης, ο ταγματάρχης Χ. Ζυμβρακάκης, ο υπολοχαγός Χρ. Κατσικογιάννης, ο υπίλαρχος Τριτάκης, ο ικανότατος και εμπειροπόλεμος (από τον Κριμαϊκό πόλεμο) αντισυνταγματάρχης Πάνος Κορωναίος αλλά και ο Διοικητής του Ε’ τάγματος πεζικού της Φρουράς Ναυπλίου Αρτέμης Μίχου. Ξεχωριστή πνοή στην επαναστατική προετοιμασία έδωσε ο υπολοχαγός Δημ. Γρίβας, γιος του Ακάρνανα οπλαρχηγού του ’21 Θεοδωράκη Γρίβα  και εγγονός της Μπουμπουλίνας, ο οποίος εξορίστηκε στ’ Α­νάπλι το Γενάρη του 1862.

 

Σκηνή από τη Ναυπλιακή Επανάσταση, 1862.

 

Οι συνωμότες διακινούσαν την αλληλογραφία τους με τους συνωμότες της Αθήνας, για λόγους ασφαλείας, με το διπλωματικό σάκο του υποπρόξενου του Βελγίου Σπ. Ζαβιτσάνου. Όταν η προετοιμασία προχώρησε ορίστηκε ως ημέρα ταυτόχρονης εξέγερσης στο Ναύπλιο, την Αθήνα και αλλού η 4η Φεβρουαρίου. Η τελευταία συνεννόηση θα γινόταν με επιστολές του Αρτέμη Μίχου που ταχυδρομήθηκαν (πάντα με το διπλωματικό σάκο) στις 31 Ιανουαρίου. Ο σάκος όμως παραδόθηκε στο νομάρχη και ο δικαιολογημένος φόβος πως θ’ ανοίξει τις επιστολές και θα γίνει γνωστό το περιεχόμενό τους, με συνέπεια όχι μόνο τη σύλληψη του αποστολέα και των παραληπτών αλλά και τη ματαίωση της επανάστασης, οδήγησε στην επίσπευσή της και την κήρυξή της την 1η Φεβρουαρίου.

Από 5 Φεβρουαρίου έως 9 Μαρτίου κυκλοφορούσε η εφημερίδα της επαναστάσεως «Ο ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝ»** με υπότιτλο «ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΠΡΩΤΗΣ ΦΕ­ΒΡΟΥΑΡΙΟΥ». Συντάκτης της ήταν ο Θ. Φλογαΐτης, παλαιότερο μέλος της «Χρυσής Νε­ολαίας» των Αθηνών και της συντροφιάς που εξέδιδε «Το Μέλλον της Πατρίδος». Η εφημερίδα κατέγραψε αρκετά από τα γεγονότα εκείνων των ημερών, από την 5η Φεβρουαρίου έως την 10η Μαρτίου που κυκλοφορούσε.

 

Γιώργος Αναστασόπουλος

[Από τον πρόλογο, για την επανέκδοση του βιβλίου «Τα Συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως / της πρώτης Φεβρουαρίου 1862, Υφ’ ενός Ναυπλιέως», από τη μη κερδοσκοπική εταιρεία «Απόπειρα», τον Ιανουάριο του 1996].

 

Υποσημειώσεις


 * Όλβιος όστις ιστορίας έσχε μάθησιν

** Τα τεύχη της εφημερίδας αυτής τα ανατύπωσε και τα εξέδωσε σ’ ένα καλαίσθητο τόμο η Απόπειρα, με σύντομο ιστορικό της Ναυπλιακής επανάστασης.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Πετιμεζάς Αναγνώστη Γεώργιος (1816-1884)


 

Γεώργιος Πετιμεζάς

Ο Γεώργιος Πετιμεζάς γεννήθηκε στα Καλάβρυτα. Ήταν δικαστικός και πολιτικός. Γόνος της μεγάλης οικογένειας των Πετιμεζαίων η οποία διέπρεψε κατά τους αγώνες για την απελευθέρωση. Ο πατέρας του Αναγνώστης και ο μεγαλύτερος αδελφός του Σωτήριος έπεσαν στην μάχη των Βασιλικών Κορινθίας, μαζί με άλλα τρία ξαδέλφια του το 1823.

Όταν η Ελλάδα ελευθερώθηκε, με την προσωπική μέριμνα του Καποδίστρια, αποπεράτωσε τις σπουδές του και κατόπιν εστάλη από την Αντιβασιλεία- μαζί με άλλους νέους- στο Μόναχο, όπου σπούδασε Νομικά. Το 1836 επέστρεψε στην Ελλάδα και διορίστηκε στο Δικαστικό Σώμα, όπου κατά την θητεία του διακρίθηκε για την μόρφωσή του, το ήθος, την ευθυκρισία  και την παροιμιώδη τιμιότητά του.

Τον Φεβρουάριο του 1862 υπηρετούσε στο Ναύπλιο ως εφέτης. Οι ασύστολες καταπατήσεις των ελευθεριών του λαού και ο απολυταρχικός τρόπος διακυβέρνησης της χώρας από τον Όθωνα και τους αυλικούς του, οδήγησαν τον Πετιμεζά στην ενεργό δράση κατά του καθεστώτος. Υπήρξε ένας από τους πρωταγωνιστές της Ναυπλιακής Επανάστασης και ίσως είναι ο εμπνευστής της ιδέας της εξέγερσης. Εξελέγη μέλος της προσωρινής επαναστατικής επιτροπής. Εξαιρέθηκε από το διάγγελμα αμνηστίας που υπέγραψε ο Όθωνας μετά την κατάληψη του Ναυπλίου.

Μετά την εκθρόνιση του Όθωνα (Οκτώβρης 1862), ο Πετιμεζάς απέκτησε δύναμη και φήμη. Θα μπορούσε να διεκδικήσει την υψηλότερη θέση της Πολιτείας. Όταν στάλθηκε ως μέλος στην Εθνοσυνέλευση, πολλές φορές απέρριψε την θέση του προέδρου της Εθνοσυνέλευσης ή την θέση υπουργού. Μόνο μία φορά εκλέχτηκε υπουργός εν αγνοία του. Έγινε αρχηγός της Εθνοφυλακής και Εισαγγελέας Εφετών. Πέθανε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου του 1884 σε ηλικία 68 ετών.

 

 Πηγές


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα, χ.χ. 
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνώνhttp://pandektis.ekt.gr
  • Ποικίλη Στοά, Εθνικόν Ημερολόγιον 1885, Αθήνα, 1884.
  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 5ς, Αθήνα, 1930. 
  • Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», β’ έκδοση, Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, 2010.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »