Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρόσωπα & γεγονότα του΄21’ Category

Επετειακή μελέτη για τα 190 χρόνια από το μυστηριώδη θάνατο του Λόρδου Βύρωνα (1788−1824)


 

Η παρούσα μελέτη εξετάζει τις θεωρίες που σχετίζονται με το θάνατο του Λόρδου Βύρωνα, με κυρίαρχη αυτή της ελονοσίας. Το ιατρικό προφίλ του Βύρωνα συνίστατo σε επαναλαμβανόμενες εμφανίσεις πυρετικών κρίσεων, οι οποίες αναδύουν τη θεωρία της υποτροπιάζουσας χρόνιας ελονοσίας. Επί πλέον, τα στοιχεία από τα βρετανικά ιατρικά αρχεία των Ιονίων Νήσων σχετικά με την ενδημική φύση της ασθένειας στη δυτική Ελλάδα κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα αυξάνουν την πιθανότητα μιας εκ νέου μόλυνσης κατά τους τελευταίους μήνες της ζωής του Βύρωνα. Το παράδειγμα των χρόνιων πυρετών του Βύρωνα αναδύει ένα σύγχρονο ιατρικό πρόβλημα, τη διάγνωση της εισαγόμενης ελονοσίας από ταξιδιώτες ή μετανάστες και την ανάγκη λήψης λεπτομερούς ιατρικού ιστορικού, το οποίο θα θέσει την υποψία της ελονοσίας στη διαφορική διάγνωση.

 

Λόρδος Βύρωνας: Ταγματάρχη Πάρρυ, τι νομίζεις ότι μου συμβαίνει; Οι γιατροί

δεν γνωρίζουν την αρρώστιά μου; Τι θα μου έκανε καλό;

Ταγματάρχης Πάρρυ: Το μπράντυ Λόρδε μου! Μόνο το μπράντυ μπορεί να σε σώσει!

Julius Millingen

«Οι τελευταίες ημέρες του Λόρδου Βύρωνα»

Λονδίνο 1831

 

  1. Ο Λόρδος Βύρωνας και η Ελληνική Επανάσταση

 

Ο Βρετανός ποιητής, πολιτικός και φιλέλληνας, Λόρδος George Noel Gordon Byron,  γεννήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 1788 στο Λονδίνο και απεβίωσε κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης στο Μεσολόγγι στις 19 Απριλίου 1824.

 

Λόρδος Βύρωνας, χαλκογραφία των G. Sanders και Ε. Finden (1827). Μια προσωπογραφία του ποιητή, σε νεαρή ηλικία. Έχει την υπογραφή του και αφιέρωση στον εκδότη του John Murray.

 

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 κέρδισε γρήγορα τη συμπάθεια των Ευρωπαίων διανοούμενων, αλλά όχι και των πολιτικών. Σύμφωνα με το πολιτικό πνεύμα του Συνεδρίου της Βιέννης (1814−1815) μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους, οι επαναστάσεις των λαών αποτελούσαν απειλή για τις μοναρχίες των ευρωπαϊκών χωρών και διατάραξη του πολιτικού status quo της εποχής. Το ελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου ιδρύθηκε στις 3 Μαρτίου 1823 με πρωτοστάτη τον Sir John Bowring (Σερ Τζον Μπάουριγκ) και συμπεριέλαβε στις τάξεις του σημαίνοντα μέλη της βρετανικής αριστοκρατίας.

 

Sir John Bowring (Σερ Τζον Μπάουριγκ 1792-1872), έργο του B.E. Duppa’s, γύρω στα 1850, λιθογραφία. Ιδρυτής του Ελληνικού Κομιτάτου του Λονδίνου το οποίο συστάθηκε στις 3 Μαρτίου 1823, με κύριο σκοπό την υποστήριξη της Ελληνικής Επανάστασης. Ο Sir John Bowring ήταν Βρετανός πολιτικός, οικονομολόγος, πολύγλωσσος συγγραφέας και ο 4ος Κυβερνήτης του Χονγκ Κονγκ.

 

Το Κομιτάτο του Λονδίνου, αν και άργησε να ιδρυθεί σε σχέση με τα αντίστοιχα άλλων ευρωπαϊκών πόλεων (Μαδρίτη, Στουτγάρδη, Μόναχο, Ζυρίχη, Βέρνη, Γένοβα, Παρίσι, Μασσαλία), κατόρθωσε ωστόσο τάχιστα να συλλέξει χρήματα, όπλα και φάρμακα για τους Έλληνες. Όταν το Κομιτάτο αναζητούσε ηγέτη για την αποστολή στην Ελλάδα, ο Βύρωνας βρισκόταν στην Ιταλία και είχε εμπλακεί στην επανάσταση των αντιμοναρχικών Καρμπονάρων. Στα μάτια της συντηρητικής Ευρώπης, ο Βύρωνας αποτελούσε δυνητικά μια πηγή κινδύνων για τις κυβερνήσεις λόγω των επαναστατικών ιδεών του, αλλά πολλοί δεν ελάμβαναν σοβαρά τις ενέργειές του πιστεύοντας ότι επρόκειτο για άλλη μια νεανική τρέλα του εκκεντρικού ποιητή με τον έκλυτο και ταραχώδη προσωπικό βίο. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο κατάσκοπος της ιταλικής αστυνομίας, Luigi Torelli, στην έκθεσή του με τίτλο Arcana politicae anticarbonariae: «Ο φημισμένος ποιητής, Λόρδος Βύρωνας, αν δεν είχε τη φήμη του τρελού, θα έπρεπε να παρακολουθείται από τις αστυνομίες όλης της Ευρώπης!».[1] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η συμμετοχή του Ράσου εις την Επανάσταση του ’21 – † π. Γεώργιος Μεταλληνός


 

Η συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και γενικά όλου του Ράσου στον πανεθνικό Αγώνα του ’21 ήταν αδύνατη χωρίς μία πολύ δύσκολη αυθυπέρβαση. Και η αυθυπέρβαση αυτή δεν έχει σχέση, όπως θα δεχόταν η αντικληρική προπαγάνδα, με κάποια εθελοδουλία ή αδιαφορία για το Γένος. Αντίθετα, σχετιζόταν άμεσα με την γνήσια και αυθεντική αποκατάστα­σή του. Ας θυμηθούμε εδώ το βαθύτερο στόχο της Εθναρχίας και του Κλήρου μέσω της «περιορισμένης συνεργασίας» με τον κατακτητή. Ήταν η ανάσταση όλου του Ρωμαίικου, δηλαδή της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, με την παλαιά έκταση και εύκλειά της. Αυτό εννοούσε ο Πατροκοσμάς λέγοντας συχνά: «αυτό μια μέρα θα γίνει ρωμαίικο». Αυτό εννοούσε και ο Ρήγας Βελεστινλής, έστω και σε ένα άλλο ιδεολογικό πλαίσιο, όταν έλεγε στο «Θούριό» του: «Βούλγαροι κι Αρβανίτες και Σέρβοι και Ρωμηοί, αράπηδες και άσπροι, με μια κοινή ορμή, για την ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί».

Μετά το κίνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη θα αλλάξει αυτός ο ρωμαίικος-οικουμενικός στόχος του Ρήγα και των Κολλυβάδων, που ήταν ο στόχος της Εθναρχίας. [1] Από τη μεγαλοϊδεατική ιδεολογία του Γένους θα ενταχθεί ο Αγώνας στο πλαίσιο της αρχής των εθνοτήτων – καρπού της Γαλλικής Επαναστάσεως -, στοχεύοντας όχι πια στην ανασύσταση της αυτοκρατορίας, αλλά στη δημιουργία ενός μικρού ανεξάρτητου κράτους, στο οποίο θα «στριμωχνόταν» κυριολεκτικά (πρβλ. το 1922) το Ελληνικό Έθνος.

Αυτό το πέρασμα από τη Ρωμαίικη Οικουμένη στο Ελλη­νικό κράτος ισοδυναμούσε με θάψιμο της Ρωμηοσύνης. Έτσι ο αγώνας του ’21 εντάχθηκε στα σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης για την αυτοκρατορία της Ρωμανίας. Στις ευρωπαϊκές αυλές, όπως λ.χ. του Ναπολέοντος, καθορίσθηκε ο χαρακτήρας της Ελληνικής Επαναστάσεως, που δεν θα έχει πια ρωμαίικο-οικουμενικό χαρακτήρα, αλλά στενά εθνικό και κατ’ ουσίαν «αρχαιοελληνικό». Θα είναι επανάσταση των Ελλήνων του Ελλαδικού Θέματος όχι μόνο εναντίον των Τούρκων, αλλά και εναντίον της Ρωμαϊκής Εθναρχίας, ως συνέχειας της «Ρωμαϊκής Βασιλείας» των «Βυζαντινών». [2] Το πραξικοπηματικό Αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας (1833) είναι η απτή επιβεβαίωση αυτών των ξενόφερτων προσανατολισμών.

 

«Προύχοντες, κληρικοί, αρματολοί και κλέφται, λόγιοι και πλούσιοι, συνεφώνησαν ή μάλλον συνώμοσαν και παραχρήμα επανεστάτησαν κατά της τουρκικής δυναστείας»

 

Η συμμετοχή, συνεπώς, του Ράσου – και μάλιστα του Οικουμενικού Πατριαρχείου – στον Αγώνα υπήρξε δείγμα υψηλής αυθυπερβάσεως και αυτοθυσίας, αφού ήταν πια φανερό, ότι ο Αγώνας είχε σαφώς αντιρωμαίικο και αντιεθναρχικό χαρακτήρα, στρεφόμενο και κατά του Πατριάρχου, ως Εθνάρχου των Ρωμηών. [3] Η συμμετοχή δε αυτή ομολογείται από εκείνους, που την έζησαν σ’ όλη τη διάρκεια του Αγώνα και ήταν σε θέση να την επιβεβαιώσουν.

«Πλησίον εις τον Ιερέα – έλεγε ο Θ. Κολοκοτρώνης – ήτο ο λαϊκός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί, Πατριάρχης και τζομπάνης, ναύτης και γραμματισμένος, ιατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοί και έμποροι». [4]

Ο ιστορικός του 19ου αιώνα Χρ. Βυζάντιος σημειώνει: «Προύχοντες, κληρικοί, αρματολοί και κλέφται, λόγιοι και πλούσιοι, συνεφώνησαν ή μάλλον συνώμοσαν και παραχρήμα επανεστάτησαν κατά της τουρκικής δυναστείας».[5]

Ο εθνικός ιστορικός μας Κ. Παπαρρηγόπουλος ομολογεί: «…Οσαδήποτε και αν υπήρξαν τα αμαρτήματα πολλών εκ των Πατριαρχών, ουδείς, όμως, εξ αυτών, ουδείς ωλίσθησε περί την ακριβή του πατρίου δόγματος και των υπάτων εθνικών συμφερόντων τήρησιν».[6]

Ανάλογα αποτιμούν τη στάση του Ράσου στην Επανάσταση ο Δ. Κόκκινος, ο Δ. Φωτιάδης, ο Σπ. Μαρινάτος, ο Ι. Συκουτρής, ο Κ. Βοβολίνης, ο Ν. Τωμαδάκης, ο Απ. Βακαλόπουλος κ.ά.[7]

Υπάρχουν, βέβαια, και επικριτές του Κλήρου, και των Αρχιερέων, που αμφισβητούν ή και αρνούνται την ειλικρινή και άδολη συμμετοχή τους στον Αγώνα. Τέτοιες θέσεις έχουν κατά καιρούς υποστηρίξει ο Γ. Κορδάτος (ιστορικός μαρξιστής), ο Γ. Σκαρίμπας (λογοτέχνης μαρξιστής, αλλ’ όχι ιστορικός), ο Μάριος Πλωρίτης (φιλόλογος κριτικός, αλλ’ όχι ιστορικός), ο Γ. Καρανικόλας (δημοσιογράφος, όχι ιστορικός)[8] κ.ά.

Ο Ησαΐας Σαλώνων, έργο Δ. Βασιλείου, ελαιογραφία σε μουσαμά, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Οι θέσεις αυτές επαναλαμβάνονται στερεότυπα από άλλους λιγότερο σημαντικούς και άσχετους με την ιστορική έρευνα. Αρκεί να μελετήσει κανείς το «Δελτίον» της Ο.ΛΜ.Ε.,[9] για να διαπιστώσει πώς αυτούσιες οι ιδε­ολογικές αυτές ερμηνείες για το ’21 περνούν στο χώρο της παιδείας. Το πραγματικά, όμως, ανέντιμο είναι, ότι στη μάχη της Αλαμάνας επαινείται μεν ο Αθανάσιος Διάκος, ως «κατώτερος» κληρικός, όχι όμως και ο οργανωτής και αρχηγός του ελληνικού σώματος Μητροπολίτης Σαλώνων Ησαΐας, που έπεσε ηρωικά στη μάχη μαζί με τον αδελφό του παπα- Γιάννη, έγγαμο και πατέρα πολλών τέκνων. Αλλά πρέπει να πολεμούνται οι «δεσποτάδες»!

Το τραγικά απελπιστικό δε είναι, ότι πολλές από τις παλαιότερες τοποθετήσεις έχουν πια ξεπερασθεί και στο χώρο της μαρξιστικής ιστορικής Σχολής, οπότε οι υποστηρικτές τους αποδεικνύονται «παλαιομοδίτες» στο χώρο του ιστορικού ερασιτεχνισμού. Νεώτεροι μαρξιστές ιστορικοί έχουν αποκηρύξει την ερμηνευτική μέθοδο του Γ. Κορδάτου και απομακρυνθεί από την ιδεολογική προοπτική του. Επίσης έχουν απορρίψει την προπολεμική θεωρία του «λαϊκισμού» (π.χ. Λέων Στρίγκας). Έτσι, ο Π. Ρούσος δέχεται την Επανάσταση του ’21 ως εθνικοαπελευθερωτική και ομολογεί: «Σε σύγκριση με το εθνικό το κοινωνικό έρχεται στο υπόστρωμα». Ανάλογα δέχονται ο καθηγ. Βασ. Φίλιας, ο Λέων Στρίγκας, η Ελ. Αντωνιάδη- Μπιμπίκου κ.ά. [10]. Η επικρατούσα στο χώρο της μαρξιστικής σκέψης σήμερα θέση είναι, ότι η Επανάσταση του ’21 είναι εθνικοαπελευθερωτική, με κοινωνικό περιεχόμενο, αλλά μία, στην οποία έλαβαν μέρος οι πιο ετερόκλητες δυνάμεις, κάθε μια με τις δικές της προϋποθέσεις και στοχοθεσία. Δεν έχει εκλείψει, όμως, τελείως η ιδεολογική προσέγγιση, που αναιρεί κάθε δυνα­τότητα ιστορικής-επιστημονικής κατανοήσεως και ερμηνείας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η οργάνωση του ένοπλου αγώνα (1821-1827): Προτεραιότητες και εμφύλιες διαμάχες – Δημήτρης Μαλέσης


 

Η μορφή και ο τρόπος οργάνωσης ενός στρατεύματος κατά τη διάρκεια ενός πολέμου -ιδιαίτερα όταν αυτός είναι πολυετής – συνιστά ένα ουσιώδες ζήτημα, από το όποιο εξαρτάται εν πολλοίς και η αίσια έκβασή του. Για την ελληνική ηγεσία, πολιτική και στρατιωτική, του Αγώνα της ανεξαρτησίας του 1821 το πρόβλημα τέθηκε μετ’ επιτάσεως από την πρώτη στιγμή και αποτέλεσε βασικό αίτιο για να διατυπωθούν διαφορετικές και συγκρουόμενες απόψεις, να εκδηλωθούν έριδες αλλά και να προκαλέσουν εμφύλιες ρήξεις, οι όποιες θα δοκιμάσουν με τη σειρά τους τα όρια και τις αντοχές της επαναστατικής προσπάθειας.

Για τους Έλληνες το πρόπλασμα για τον στρατιωτικό μηχανισμό υπήρξε ασφαλώς η προεπαναστατική κλεφταρματολική παράδοση.[1] Ήταν αναμενόμενο οι άνδρες εκείνοι που στελέχωναν τις συγκεκριμένες ομάδες στον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο επί δεκαετίες να επωμισθούν το κύριο βάρος των στρατιωτικών επιχειρήσεων από την πρώτη στιγμή. Και αν το πρώτο διάστημα της Επανάστασης χαρακτηριζόταν περισσότερο από τον ενθουσιασμό και τον αυθορμητισμό, η μακροχρόνια προοπτική των πολεμικών επιχειρήσεων έθετε αναπόφευκτα το ζήτημα της λυσιτελέστερης οργάνωσης του στρατιωτικού μηχανισμού για την αντιμετώπιση ενός αντιπάλου οργανωτικά και αριθμητικά υπέρτερου.

Επικεφαλής των πρώτων ομάδων, των «μπουλουκιών» όπως αποκαλούνταν σε πολλές περιπτώσεις, θα τεθούν εκείνοι που κατείχαν ήδη ηγετικές θέσεις μεταξύ των ενόπλων ομάδων του κλεφταρματολισμού, άνδρες με αδιαμφισβήτητο κύρος και συνακόλουθη αποδοχή μεταξύ των ενόπλων. Οι καπετάνιοι αυτοί θα αποτελέσουν μαζί με τα στελέχη της προυχοντικής παραδοσιακής ολιγαρχίας την ηγέτιδα τάξη του επαναστατικού Αγώνα, με ρόλο πρωταγωνιστικό και συνήθως μεταξύ τους ανταγωνιστικό.

Ο ανταγωνισμός αυτός προέκυψε αναπόφευκτα από τη στιγμή που η διαφαινόμενη εθνική απελευθέρωση έθεσε ισχυρά διλήμματα ως προς τον τρόπο και τη δομή που θα έπαιρνε το υπό διαμόρφωση κράτος. Έτσι το ζήτημα τέθηκε επί του εξής καίριου ζητήματος: άτακτος στρατός ή σύσταση και οργάνωση εξ ύπαρχης τακτικού. Στην πρώτη περίπτωση θα διατηρούνταν τα ένοπλα σώματα, όπως είχαν αποκρυσταλλωθεί σύμφωνα με την κλεφταρματολική παράδοση, με επικεφαλής τους οπλαρχηγούς που αναγνώριζε κάθε ομάδα, ενώ στη δεύτερη όλοι οι πολεμιστές θα υπάγονταν σε μία κεντρική εξουσιαστική Αρχή, η οποία θα είχε τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο ως προς όλα τα διαδικαστικά που αφορούσαν την ιεραρχία και τον ρόλο των διαφόρων σωμάτων. Κάθε ένα από τα δύο αυτά ενδεχόμενα προϋπέθετε ταυτόχρονα και μία διαφορετική κρατική οντότητα. Το πρώτο ενδεχόμενο ισοδυναμούσε με διατήρηση και αναπαραγωγή των αποκεντρωμένων υφιστάμενων δομών, στην κορυφή των οποίων είχαν εδραιωθεί οι πρόκριτοι, ενώ στο δεύτερο η μία και ενιαία αδιαίρετη εξουσία παρέπεμπε σε συγκεντρωτικό κράτος δυτικοευρωπαϊκού, για την εποχή, τύπου.

Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να σκιαγραφήσει τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν για τη σύσταση και την οργάνωση τακτικού στρατού, να παρουσιαστούν οι κύριοι εκπρόσωποι αυτής της πολιτικής και, κυρίως, να ερμηνευθούν οι λόγοι για τους οποίους το όλο εγχείρημα ήταν εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο να υλοποιηθεί.

Η πρώτη προσπάθεια δημιουργίας τακτικού στρατού συνδέεται με τον Δημήτριο Υψηλάντη, από την πρώτη στιγμή που αφίχθηκε στην επαναστατημένη Ελλάδα το καλοκαίρι του 1821. Προερχόμενος από τις τάξεις του ρωσικού στρατού ο Έλληνας πρίγκιπας τη μόνη στρατιωτική οργάνωση που γνώριζε αφορούσε αυτήν του τακτικού, του απολύτως πειθαρχημένου στην εκάστοτε τεταγμένη ηγεσία.

Μάλιστα, η άφιξή του συνοδεύτηκε από ένα σώμα 300 περίπου εθελοντών Ελλήνων, προερχόμενων από περιοχές όπου δεν μπορούσαν να σημειωθούν στρατιωτικές επιτυχίες και να εδραιωθεί επαναστατικό κλίμα, όπως η Μακεδονία, η Θράκη και η Μικρά Ασία. «Θερμός ζηλωτής»[2] του τακτικού στρατού ο Υψηλάντης έδωσε τέτοια χαρακτηριστικά στο συγκεκριμένο σώμα, όπως ομοιόμορφη στολή, ιεραρχία και μισθό, με βάση τα οικονομικά που είχε εξασφαλίσει από τη Ρωσία.[3] Με τη συμμετοχή του σε κάποιες επιχειρήσεις της Πελοποννήσου κατά τους πρώτους μήνες το συγκεκριμένο σώμα εξάντλησε όλη τη δραστηριότητά του.

 

Δημήτριος Υψηλάντης. Ο Υψηλάντης υπερασπίζεται ανδρείως την πόλιν Άργος. Peter Von Hess.

 

Η εκτεταμένη αταξία που παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της πολιορκίας αλλά και της άλωσης της Τριπολιτσάς αποτελούσε ικανή απόδειξη για να κατανοήσει ο Υψηλάντης ότι οι δυσκολίες που είχε να υπερβεί για να υλοποιήσει τα σχέδιά του κάθε άλλο παρά αμελητέες ήταν. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αντίσταση και κλεφτοπόλεμος κατά του Ιμπραήμ από τον Γενναίο Κολοκοτρώνη και η οχύρωση του κάστρου της Καρύταινας (Αύγουστος 1825-Απρίλιος 1826)


 

Kolokotronis Gennaios

Κολοκοτρώνης Ιωάννης ή Γενναίος, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Μετά την πτώση του Μεσολογγίου, η επιστροφή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο μέσω Πατρών στις 30 Απριλίου με αισθητά μειωμένο στρατό[1] σήμανε την επαναδραστηριοποίηση του εχθρού, με την ελληνική παράταξη να έχει σαφώς λιγότερες δυνάμεις για να τον αντιμετωπίσει. Ο Ιμπραήμ αρχικά εκστράτευσε ξανά στην Ηλεία και στην ορεινή Αρκαδία, τις οποίες κατέκαψε, καταδιώκοντας για να σκλαβώσει τους αμάχους κατοίκους τους. Ο Θ. Κολοκοτρώνης εξαπέλυσε μια σειρά από τοπικές επιθέσεις [2] προς όλα τα τμήματα του Ιμπραήμ που διεξήγαγαν τις δηώσεις, ενώ ο Γενναίος με το τμήμα του είχε οχυρώσει το Δερβένι, όπου νίκησε τους επιτιθέμενους Αιγυπτίους. Σύντομα όμως η ελλιπής οργάνωση των Ελλήνων, αλλά κυρίως η έλλειψη ανεφοδιασμού που είχε καταστεί βασανιστική, διέσπασε τους σχηματισμούς τους, καθώς πολλοί στρατιώτες τούς εγκατέλειπαν[3].

Ο Ιμπραήμ ύστερα από μεγάλες ετοιμασίες εισέβαλε στη Μάνη με 8.000 άνδρες, ελπίζοντας να καθυποτάξει τη λακωνική χερσόνησο στηριζόμενος στη διχόνοια και των ανταγωνισμό των τοπικών φατριών της περιοχής. Στην επιστολή του, που ζητούσε την υποταγή τους, οι Μανιάτες τού απάντησαν ότι τον περιμένουν με όσες δυνάμεις θα ήθελε και συγκεντρώθηκαν όλοι οι επικεφαλής των φατριών τους μονιασμένοι στα σύνορα Μεσσηνίας – Λακωνίας στη θέση Βέργα, την οποία και οχύρωσαν.

Στην ολοήμερη επίθεση που δέχθηκαν στις 22 Ιουνίου, οι 5.000 Μανιάτες νίκησαν και επέφεραν στους Αιγυπτίους μεγάλες απώλειες. Επιπροσθέτως και κατεξοχήν, στην επίθεση της 24ης Ιουνίου, όταν ένα τμήμα των Αιγυπτίων που αποβιβάστηκε αιφνιδιαστικά στα νώτα των αμυνόμενων στο Δηρό, αντιμετώπισε τον όλεθρο ακόμα και από αμάχους, γυναίκες, ηλικιωμένους και παιδιά, που τους επιτέθηκαν ένοπλοι[4].

Σε δεύτερη εκστρατεία του τον Ιούλιο στη Μάνη, ο Ιμπραήμ γνώρισε μια σειρά από ταπεινωτικές ήττες σε όλα τα σημεία της χερσονήσου από τους Μανιάτες, που τον έπεισαν να μην επαναλάβει το εγχείρημα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Δημήτριος Π. Τσόκρης κατά την Επανάσταση του 1821 (Ανέκδοτη Έκθεσή του) – †Κων. Λ. Κοτσώνης (1917-2014) – ταξίαρχος ε.α. Πρόεδρος της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών, 2008-2014.


 

 Εισαγωγικά

 

Τσώκρης Δημήτριος (1796-1875)

Βιογραφικά του αγωνιστή του 1821 στρατηγού Δημητρίου Τσόκρη είναι γνωστά από πολλές πηγές και μεταγενέστερες εργασίες, κυρίως όμως από τον Αργείο δικηγόρο και ιστοριογράφο Δημήτριο Βαρδουνιώτη. Ο Βαρδουνιώτης είχε γνωρίσει προσωπικά τα μέλη της οικογένειας του στη μικρή κοινωνία του Άργους τον περασμένο αιώνα, άλλα και τον ίδιο το Στρατηγό. Όταν πέθανε ο Τσόκρης, ο Βαρδουνιώτης ήταν 28 ετών. [Προτιμάται η γραφή Τσόκρης (αντί Τσώκρης), την όποια χρησιμοποιεί ο πατριώτης και βιογράφος του Δ. Βαρδουνιώτης. Ο ίδιος υπέγραφε Διμίτρις Τζιόκρις].

Σύμφωνα με τις υπάρχουσες ειδήσεις, η οικογένεια Τσόκρη ήταν από τις παλιές οικογένειες του Άργους. Ο Δημήτριος, γιος του Πανάγου, γεννήθηκε στο Άργος το 1796. Μεγαλύτερους αδελφούς είχε πρώτο το Γεώργιο, που από μικρός είχε πάει στην Κωνσταντινούπολη, όπου πλούτισε και επέστρεψε στο Άργος το 1817, και τον Αναστάσιο ή Τάσο που κατοικούσε στο Άργος. Και οι τρεις αδελφοί έλαβαν μέρος στην Επανάσταση. Ο Δημήτριος παντρεύτηκε τον Ιανουάριο του 1827 τη Μαριγώ, το γένος Ιατρού και απέκτησε πολυμελή οικογένεια. Πέθανε στις 3 Απριλίου 1875.

Οι παραπάνω πληροφορίες αναφέρονται περισσότερο στον ιδιωτικό βίο του Στρατηγού, ενώ για την πολεμική του δράση  κατά την Επανάσταση οι συγκεντρωμένες ειδήσεις είναι λιγοστές. Ο φάκελος Δ. Τσόκρη εξ άλλου, που φυλάσσεται στο Αρχείο Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιο­θήκης, δεν περιέχει τίποτε άλλο έκτος από το παρακάτω έγγραφο, που νομίζομε ότι είναι μοναδικό και σαν περιεχόμενο.

Άργος τη 17 Μαΐου 1865

Προς την επί του Αγώνος Σεβαστήν Επιτροπήν

 Κύριοι,

Θεωρώ όλως μάταιον διά πιστοποιητικών και διπλωμάτων να σας καταδείξω όποιος είμαι, με γνωρίζετε άπαντες, και εις τούτο στηριζόμενος, έρχομαι ευτόλμως διά της παρούσης όπως παρακαλέσω υμάς να με κατατάξητε εις την αρμόζουσαν προς τας θυσίας μου τάξιν.

Υποσημειούμαι ευσεβάστως

Δ. Τσόκρης

 

Η επιτροπή αυτή ήταν 26μελής με πρόεδρο τον Γενναίο Κολοκοτρώνη. Τα περισσότερα από τα 26 μέλη της επιτροπής αυτής είχαν λάβει μέρος στην Επανάσταση 1821, μέλος δε ήταν και ο ίδιος ο Τσόκρης. Άρα τον γνώριζαν πολύ καλά.

 

Έκθεση εκδουλεύσεων

 

Στο Αρχείο Τσόκρη όμως, που με αγάπη και φροντίδα διέσωσε και διαφύλαξε ο γεραρός Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», έκτος των άλλων πολυτίμων και ανεκδότων εγγράφων περιλαμ­βάνεται και έκθεση που αναφέρεται στη δράση του Τσόκρη κατά την Επανάσταση. Το κείμενο αυτό, που εκτείνεται σε τρεις περίπου σελίδες, δεν έχει τίτλο, ημερομηνία συντάξεως και υπογραφή. Από το περιεχόμενό του όμως συνάγεται ότι πρόκειται για σχέδιο Εκθέσεως Εκδουλεύσεων, όπως ονομαζόταν τότε, του Δημητρίου Τσόκρη, που καλύπτει το χρονικό διάστημα από την έναρξη της Επαναστάσεως του 1821 μέχρι την Καποδιστριακή περίοδο. Το έγγραφο έχει συνταχθεί σε πρώτο πρόσωπο, προφανώς καθ’ υπαγόρευση του Στρατηγού και αναφέρεται συνοπτικά στη δραστηριότητά του κατά τον Αγώνα με χρονολογική σειρά.

Με βάση αυτό το σχέδιο θα συνετάσσετο προφανώς η οριστική Έκθεση, που θα υπεβάλλετο προς την Επιτροπή Εκδουλεύσεων, η οποία θα κατέτασσε τον Τσόκρη στην προβλεπομένη τάξη, ανάλογα με την προσφορά του στον Αγώνα. Τέτοια όμως έκθεση δεν υπάρχει στο φάκελο του Στρατηγού στο Αρχείο Αγωνιστών, αλλά είναι ευτύχημα ότι ο Τσόκρης κράτησε το σχέδιο στο προσωπικό του αρχείο, όπου και βρέθηκε, και υπέβαλε στην Επιτροπή Εκδουλεύσεων τη λακωνική αναφορά που είδαμε παραπάνω. Το κείμενο του σχεδίου Εκθέσεως Εκδουλεύσεων δημοσιεύεται κατά πιστή μεταγραφή από το πρωτότυπο – σχέδιο, με σιωπηρά αποκατάσταση των ελάχιστων ορθογραφικών σφαλμάτων και της στίξεως.

 

(Σχέδιον Εκθέσεως Εκδουλεύσεων)

 

Κατά το 1821, άμα εξερράγη ο υπέρ ελευθερίας πόλεμος, εκινήθην οπλαρχηγός των δύο επαρχιών Άργους και Ναυπλίας εις την πολιορκίαν Ναυπλίου, αι δε πράξεις μου και τα κατορθώματά μου είναι πασίγνωστα εις το πανελλήνιον.

Η τότε Διοίκησις, ήτις πρώτον εσυστήθη κατά το 1821 από το ελληνικόν έθνος, μ’ ετίμησε με τον βαθμόν της χιλιαρχίας.

Εις την εισβολήν του Δράμαλη παρευρέθην με το σώμα μου εις όλους τους πολέμους συγκροτηθέντας εις στην  Αργολίδα, μετά δε την εκείθεν κατα­στροφήν του, μόνος με τους ύπ’ εμού επολιόρκησα τρεις μήνας το Ναύπλιον, μηδενός άλλου οπλαρχηγού υπάρχοντος. Εις διαφόρους μάχας συνάψας ηρίστευσα καθ’ όλας, έως ου εταπείνωσα όχι ολίγον την επηρμένην όφρυν των Τούρκων. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το ξεκίνημα της Επανάστασης του ’21 στην Ερμιονίδα | Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου


 

«Τα καριοφίλια του 21 κελαηδούν και πάλι στην εθνική μνήμη. Οι λαμπρές ώρες της φυλής ξαναζωντανεύουν. Χορός μυθικός στήνεται με πελώρια βήματα από το σκοτάδι στο φως, από τα δεσμά στη λευτεριά, από τη Σταύρωση στην Ανάσταση. Η Ιστορία χαράζει την πύρινη τομή της στο σώμα του Γένους. Η ρωμιοσύνη ξεσηκώνεται, καθώς η μοίρα της το προστάζει. Ψυχές πυρακτωμένες ακολουθούν κι ένα μεθύσι νίκης ευλογημένο αρχίζει.

Ο άνθρωπος του μέτρου συναντά τον άνθρωπο της υπέρβασης του κανόνα. Εκεί στο φαινομενικά ακατόρθωτο, όπου αγιάζεται το αίμα, ηρωοποιείται η θυσία και ο θάνατος δοξολογείται και δοξάζεται».

«Σήμερον τα άνω τοις κάτω συνεορτάζει και τα κάτω τοις άνω συνομιλεί». Σήμερα ο Αρχάγγελος Γαβριήλ το «Χαίρε Κεχαριτωμένη» στην Παρθένα ψάλλει και το ελπιδοφόρο μήνυμα του Ευαγγελισμού κομίζει. Σήμερα ο Δεσπότης Γερμανός το «Ελευθερία ή Θάνατος» βροντοφωνάζει και οι διψασμένες καρδιές των Ελλήνων λυτρωτικά δέχονται το άγγελμα του αγώνα. Η πίστη στο Θεό, ο έρωτας της λευτεριάς και στα πεπρωμένα της φυλής αστράφτουν και φεγγοβολούν, όπου ελληνική ψυχή και ακόμη παραπέρα.

Σελαγίζει και στον Κάτω Ναχαγιέ! Οι προπάτορές μας ακούν το πολεμικό σάλπισμα. Χωρίς δισταγμό παίρνουν τα λιανοτούφεκα, ζώνονται τα γιαταγάνια και ορμούν για το «ποθούμενο», «δια θρησκείαν και πατρίδα», κατά το λόγο του Μακρυγιάννη. Άνδρες και γυναίκες δίνουν γονατιστοί τον όρκο πρώτα στο «Γκούρι Βιτόρεσε» και αμέσως μετά στο Μοναστήρι της Κοιλάδας.

Ο αοίδιμος Μητροπολίτης Κορίνθου Παντελεήμων Καρανικόλας στο βιβλίο του «Το Κρανίδι, κομμάτια από τη χαμένη ιστορία του» αναφέρει:[1]

 

«Η επανάσταση στο Κρανίδι κηρύχθηκε στις 27 Μαρτίου 1821, με προτροπή του Κρανιδιώτη Γκίκα Μπόταση, που ήλθε στην πόλη από τις Σπέτσες και ξεσήκωσε τους κατοίκους. Πιθανότατα την ίδια μέρα κήρυξαν την επανάσταση και οι Σπετσιώτες. Ήταν τη χρονιά αυτή, η εβδομάδα του Λαζάρου. Στην Ερμιόνη, το Καστρί, όπως λεγόταν τότε, που είχε πληθυσμό με τους γύρω συνοικισμούς περίπου 2.000 κατοίκους, η επανάσταση κηρύχθηκε τις δυο πρώτες ημέρες του Απριλίου».

 

Ήδη από τις 25 Μαρτίου είχε ορισθεί ως αρχηγός των στρατιωτικών δυνάμεων των Κατωναχαϊτών ο κληρικός παπα-Αρσένης Αναστασίου Κρέστας ή Κρέστης.[2]

«Σήμερον την 25η Μαρτίου 1821 διορίζομεν γενναίον αρχηγόν των στρατιωτωτικών δυνάμεων Αργολίδος (εννοεί την Ερμιονίδα) τον Αρσένιον Κρέσταν…», σημειώνεται στην εντολή του διορισμού του. Την υπογράφουν από την Ύδρα οι: Αναστάσιος Μπότασης, Ιωάννης Ορλάνδος, Ιωάννης Μέξης, Γεώργιος Κουντουριώτης, Λάζαρος Κουντουριώτης και Γκίκας Μπότασης.

Παπαρσένιος Κρέστας. Οπλαρχηγός του Κρανιδίου.

Την 1η Απριλίου σε ειδική συνεδρίαση της Δημογεροντίας και των προκρίτων του Κρανιδίου, ύστερα από πρόσκληση του παπα – Αρσένη, ανακοινώθηκε επίσημα η κήρυξη της Επανάστασης των καπεταναίων της Πελοποννήσου ενάντια στον τουρκικό ζυγό. Ακολούθησε γενικό πολεμικό προσκλητήριο και τις επόμενες ημέρες έγινε επιστράτευση των Κατωναχαϊτών.[3]

Στις 4 Απριλίου, λίγο προτού ξεκινήσουν τον άνισο αγώνα, τα στρατεύματα συγκεντρώθηκαν στο «Γκούρι Βιτόρεσε», την «Πέτρα της Βιτόρας», την «Πέτρα της Βικτωρίας» ή «Πέτρα της Νίκης» και έδωσαν τον όρκο τους. Στο μέρος αυτό τούς οδήγησε με τους θερμούς φιλοπατριωτικούς του λόγους, ο παθιασμένος για τη λευτεριά ιερωμένος αρχηγός τους. Στο σχετικό έγγραφο που δημοσιεύεται στο βιβλίο του μακαριστού Παντελεήμονα αναφέρονται τα εξής:[4]

 

«Εις τον δρόμον της Κοιλάδος επί του λίθου τούτου (Γκούρι Βιτόρεσε) το 1821 τη 4η Απριλίου όταν οι προπάτορές μας εξεστράτευσαν κατά των βαρβάρων της Εθνικής υποδουλώσεως όπου διέτρεχαν τον έσχατον των κινδύνων, ζωή, τιμή και περιουσία, έδωσαν χείρας και κατόπιν εγένετο ο αγιασμός και εξεβρόντησαν (έκαναν ομοβροντία όπλων) γονατιστοί άνδρες και γυναίκες στο λεγόμενο αλβανιστί Γκούρι Βιτόρεσε».

 

Σύμφωνα με τοπική παράδοση που μου διηγήθηκε ο παπα-Γκίκας Παπαδημητρίου, εφημέριος στον Ι. Ν. των Εισοδίων (Κάτω Παναγία) στο Κρανίδι, προηγήθηκε Θεία Λειτουργία στον Ι. Ν. της Σύναξης της Θεοτόκου (Πάνω Παναγία). (περισσότερα…)

Read Full Post »

Κατάλογος Αγωνιστών του 1821 της Επαρχίας του Άργους – †Αγγελής Χρήστου Κλειώσης (1943-2015)


 

Η  Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού δημοσιεύει τον κατάλογο των αγωνιστών της  επαρχίας Άργους, που έλαβαν  μέρος στην  Επανάσταση  του 1821.  Ο  κατάλογος αυτός είναι  αποτέλεσμα μιας επίπονης και μακροχρόνιας προσωπικής  έρευνας του «εξ Άργους  ορμώμενου» τ. Αρχιπλοιάρχου  και  Λιμενάρχη  Ναυπλίου, Αγγελή Χρ. Κλειώση [1943-2015].

Η  Αργολική Βιβλιοθήκη ευχαριστεί  τον  υιόν του κ. Χρήστο Α. Κλειώση, Δικηγόρο Παρ’ Αρείω Πάγω,  που της εμπιστεύθηκε την αδημοσίευτη αυτή εργασία του πατερά του, να την επιμεληθεί  και να την  παρουσιάσει στο αναγνωστικό κοινό της, συμβάλλοντας  έτσι  καθοριστικά στον πάνδημο εορτασμό  της Αργολίδας για  τα 200  χρόνια  από την έναρξη  του Απελευθερωτικού  Αγώνα.

Η  Αργολική Βιβλιοθήκη, γνωρίζοντας από τον κύριο Χρήστο Κλειώση πως ο  πατέρας του  θεωρούσε ότι  η  εργασία του δεν είχε πλήρως ολοκληρωθεί και λόγω  του πρόωρου θανάτου του, καλεί κάθε δυνάμενο να βοηθήσει στην περαιτέρω ερευνά για την καταγραφή όσων  αγωνιστών ο κατάλογος δεν έχει συμπεριλάβει, ώστε να ολοκληρωθεί και να μνημονευθούν όλοι οι Αγολιδείς ήρωες  της Επανάστασης του ‘21.

 

Λίγες ημέρες πριν συμπληρωθούν 200 έτη από την έναρξη του Ιερού Αγώνα του 1821 και ενώ προγραμματίζονται να λάβουν χώρα διάφορες επετειακές εκδηλώσεις, υπάρχει ένα ουσιώδες στοιχείο που ίσως έχει αμεληθεί: Η μαζική συμμετοχή των Ελλήνων στην εξέγερση. Πρόκειται για ένα ιστορικό γεγονός που δικαίως έχει μεν ταυτιστεί με τις μεγάλες ηγετικές φυσιογνωμίες που διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά δεν θα πρέπει να ξεχαστούν οι λιγότερο επώνυμοι ή και ανώνυμοι επαναστάτες που θυσίασαν την ζωή τους ή χρόνια από την ζωή τους καθώς και τις όποιες περιουσίες διέθεταν για έναν σκοπό που όλοι τους ομόφωνα χαρακτήριζαν Ιερό.

Αγγελής Χρήστου Κλειώσης (1943-2015)

Έχοντας υπόψη αυτή ακριβώς την λιγότερο φωτισμένη γωνιά της ιστορίας που συνδέει πλέον το πρόσωπο με την ιστορία, ο πατέρας μου, Αγγελής Χρήστου Κλειώση (1943-2015), αφιέρωσε αρκετό από τον προσωπικό του χρόνο ψάχνοντας στα Αρχεία της Επιτροπής Θυσιών και Εκδουλεύσεων του Ιερού Αγώνος (https://www.nlg.gr/collection/archeio-agoniston-archeio-epitropis-agonos/), που φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη και περιέχει τους φακέλους όλων των Αργείων που υπέβαλλαν αιτήσεις για να αναγνωριστεί η στρατιωτική συμμετοχή τους. Μέλη της επιτροπής αυτής υπήρχαν επιφανείς αγωνιστές όπως ο Νικηταράς Σταματελόπουλος, ο Δημήτριος Τσώκρης, ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ο Δημήτριος Μελετόπουλος, ο Δ. Πλαπούτας, ο Α. Παπατσιώρης, ο Π. Μπαρμπιτσιώτης και ο Α. Νέζος.

Καρπός της προσωπικής και πρωτογενούς έρευνας του πατέρα μου υπήρξε ένας κατάλογος με τα ονόματα των Αγωνιστών της επαρχίας του Άργους, τόπου της ιδιαίτερης πατρίδας μας. Περιέχει αφενός τον αριθμό του φακέλου και το όνομα κάθε αγωνιστή καθώς και μια σύντομη περίληψη των πληροφοριών που περιέχονται σε αυτόν με αναφορά κυρίως στις ιστορικές μάχες που συμμετείχε.

Αυτός ο κατάλογος σκόπιμο είναι να δοθεί στην δημοσιότητα αυτές τις ημέρες κατ’ αρχήν για να φανεί ότι ο Ιερός Αγώνας της Ανεξαρτησίας ήταν έργο μιας μαζικής προσπάθειας χιλιάδων αφανών αγωνιστών. Επιπλέον όμως μας δίνει την ευκαιρία να αναζητήσουν οι σημερινοί κάτοικοι του Άργους έναν ξεχασμένο πρόγονο ανάμεσα σε αυτά τα ονόματα και να διεκδικήσουν «κληρονομικώ δικαιώματι» έτσι ένα προσωπικό μερίδιο στο ηθικό μεγαλείο αυτού του Αγώνα, συνδέοντας έτσι την οικογενειακή τους ιστορία με ένα κοσμοϊστορικό γεγονός. Τέλος όμως δίνεται η ευκαιρία, εφόσον υπάρχει η σχετική βούληση, να εγκαινιαστεί μια πρακτική να μνημονεύονται τα ονόματα τους από την τοπική εκκλησία κατά την επέτειο της Εθνεγερσίας, αρχής γενομένης από φέτος.

Θα ήθελα να παραδώσω στη δημοσιότητα μέσω της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού το αδημοσίευτο και ακατέργαστο χειρόγραφο του πατέρα μου με τα ονόματα των αγωνιστών της επαρχίας Άργους με την ευχή να γίνει κάποτε η μελέτη της τοπικής ιστορίας επίσημη πολιτική της πολιτείας αλλά και της τοπικής αυτοδιοίκησης με την εισαγωγή σχετικού μαθήματος ανά επαρχία, ώστε η μνήμη της τοπικής ιστορίας να φωτίζει τις λιγότερο γνωστές πτυχές της ιστορίας μας που συνδέουν προσωπικά τον καθένα μας, μέσω των προγόνων του, με την Ελληνική Ιστορία και έτσι να δείχνει σε όλους το χρέος μας προς τους επόμενους.

Τελειώνω αυτό το σύντομο σημείωμα με μια διευκρίνιση: σκοπός μου δεν είναι η ανάδειξη της υπεροχής μιας συγκεκριμένης επαρχίας, εν προκειμένου του Άργους, έναντι άλλων επαρχιών, αλλά η παρακίνηση και άλλων επαρχιών να μιμηθούν τον ζήλο του πατέρα μου για την διατήρηση και ανάδειξη της τοπικής μνήμης που μας συνδέει προσωπικά με την εθνική μας ιστορία.

 

Χρήστος Αγγελή Κλειώσης

Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω

 

Μητρώα Αξιωματικών κατά τον Ιερόν Αγώνα Επαρχίας Άργους

 

  1. Αρχιεπίσκοπος Αργολίδος Γεράσιμος Παγώνης. Πίνακας στο Μητροπολιτικό Μέγαρο της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος.

    Γεράσιμος Παγώνης ή Παγωνόπουλος (1852-1867): Αρχιερεύς Αργοναυπλίας. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον Αγώνα την επανάστασιν, λόγω και έργω. Διετέλεσε γραμματεύς του Π. Μαυρομιχάλη, συνέταξε την προκήρυξη του Αρχιστρατήγου και προέδρου της Μεσσηνιακής Γερουσίας προς τας Ευρωπαϊκάς Αυλάς. Ως Αγωνιστής του 1821 προσέφερε πλείστας στρατιωτικάς υπηρεσίας. Επί των ημερών του μετά την απελευθέρωση, αρχιερατεύοντος αυτού εις την Αργοναυπλίαν ετέθη ο θεμέλιος λίθος του ναού του Αγίου Πέτρου την 17.7.1859 παρουσία του Βασιλέως Όθωνος ρίψαντος εις τα θεμέλια χρυσά νομίσματα, τα εγκαίνια εγένοντο την 18.4.1865 υπό του ιδίου Επισκόπου. Ως Αργοναυπλίας Αρχιερεύς διετέλεσε από το 1852 έως 1867 οπότε και εκοιμήθη εις Ναύπλιον. Ητο δε ανηψιός του μετ’ άλλων αρχιερέων μαρτυρήσαντος εν φυλακαίς Τριπόλεως επισκόπου Καλαμών Χρυσάνθου. Κατετάγη εις τα Μητρώα Αγωνιστών του 1821 με τον βαθμόν Β’ τάξεως ήτοι Αντιστράτηγος.

  1. Αναστάσιος Π. Τσώκρης (†1849): Αργείος. Αδελφός του στρατηγού Δημητρίου Τσώκρη. Υπηρέτησε καθ’ όλον των Αγώνα, εις διαφόρους μάχες, λόγω των υπηρεσιών του κατά τον αγώνα εγένετο μετά την απελευθέρωση το 1845 λοχαγός της Βασιλικής Φάλαγγας. Υπό της Επιτροπής αγώνος κατετάγη εις τους Αξιωματικούς Δ’ Τάξεως. Απέθανε εν Άργει το 1849.
  1. Δημήτριος Μέντης (†1822): Αργείος. Λαμπρός και περίφημος ιππεύς, προ της επαναστάσεως είχε υπηρετήσει εις το Ρωσικό Ιππικό. Υπηρέτησε ως οπλαρχηγός εις διαφόρους μάχας. Την 27.7.1822 μαχόμενος κατά του Δράμαλη εις την θέση Γλυκειά του Ναυπλίου επληγώθη, απέθανε μετ’ ολίγας ημέρας εις Μύλους. Πολέμησε υπό τον Δ. Τσώκρη. Κατετάγη εις την Δ’ τάξιν Αξιωματικών.
  1. Αναστάσιος Νέζος (†1859): Εκ Κουτσοποδίου. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον Αγώνα, διεκρίθη εις την μάχη των Δερβενακίων, ένθα και ετραυματίσθη εις το γόνυ και εχώλαινε εις τον μετέπειτα βίον του. Πολέμησε υπό τον Δ. Τσώκρη εις διαφόρους μάχας και πολιορκίας. Προήχθη εις χιλίαρχον το 1825, βραδύτερον μετά την απελευθέρωση εγένετο ταγματάρχης της Βασιλικής Φάλαγγας. Απέθανε εις το Κουτσοπόδιον το 1859. Είχε τέκνα επίσης αγωνιστάς τον Ανδριανόν, τον Κωνσταντίνον, τον Γεώργιον και Θεόδωρον. Προσέφερε εις τον Αγώνα 7.300 γρόσια. Υπό της Επιτροπής Αγώνος κατετάγη εις τους Αξιωματικούς Δ’ τάξεως.
  1. Κωνσταντίνος Κακάνης (†1825): Εκ Μπουτίων. Έλαβε μέρος εις πλείστας μάχας και πολιορκίας. Εφονεύθη την 20.5.1825 εις την μάχη του Κρομμυδίου παρά τω Μανιάκι μαχόμενος κατά του Ιμπραήμ υπό τον Αρχιμανδρίτη Γρηγόριο Δικαίον ή Παπαφλέσσα όπως αναφέρεται εις πιστοποιητικόν υπογεγραμμένο από τον ίδιο τον Θ. Κολοκοτρώνη. Το 1824 έλαβε τον βαθμόν του χιλιάρχου. Έλαβε μέρος εις πολιορκία Τριπόλεως υπό τον Χατζή Χρήστον με 300 άνδρες, επίσης εις διαφόρους άλλας μάχας υπό τον Δ. Τσώκρη και Δ. Πλαπούτα. Κατετάγη εις τους Αξιωματικούς Δ’ τάξεως.
  1. Κωνσταντίνος Πανάγου Παμπούκης: Αργείος. Υπηρέτησε την επανάσταση στρατιωτικά και πολιτικά. Διετέλεσε Γενικός Γραμματεύς επαρχίας Άργους το 1824 και Γενικός Γραμματεύς (Υπουργός) Δικαίου. Προσέφερε εις τον Αγώνα 5.000 γρόσια. Το 1825 έλαβε τον βαθμό του χιλιάρχου. Κατετάγη εις τους Αξιωματικούς Δ’ τάξεως.
  1. Αναγνώστης Τασόπουλος: Εκ Δαλαμανάρας. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον Αγώνα, προήχθη εις Αντιστράτηγον το 1825. Υπηρέτησε ως οπλαρχηγός εις διαφόρους μάχας και πολιορκίας υπό τον Δημήτριον Τσώκρην. Εις τον ατομικό του φάκελλον υπάρχει γραμμάτιον του Εθνικού Ταμείου της προσωρινής Κυβερνήσεως της Ελλάδος ότι οφείλει το κράτος προς αυτόν χίλια γρόσια. Κατετάγη εις τους Αξιωματικούς Δ’ τάξεως.
  1. Γεώργιος Μπεκιάρης (†1827): Εκ Μπουτίων. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον αγώνα ως οπλαρχηγός εις τας επισημοτέρας μάχας, πολιορκίας Ναυπλίου, Κορίνθου, Τριπόλεως κατά του Ιμπραήμ, κατά του Δράμαλη εις Δερβενάκια υπό τον Δημήτριον Τσώκρην. Συμφώνως με αποδείξεις αι οποίαι υπάρχουν εις τον ατομικό του φάκελο, παρέδωσε ο ίδιος εις την προσωρινή Διοίκηση και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη το ποσόν των 8.000 γροσίων δια τον Αγώνα. Τον Μάρτιο του 1827 εξεστράτευσε εις Αττική με 180 άνδρας και την 22.4.1827 έπεσε ενδόξως μαχόμενος εις την εν Φαλήρω μάχη εις την θέση τρεις Πύργοι μετά του Γεωργίου Καραϊσκάκη, μαζί του συνεπολέμει και ο αδελφός του Ανδρέας. Κατετάγη εις τους Αξιωματικούς Δ’ τάξεως.

Γεώργιος Μπεκιάρης

 

Στο τρίστρατο, που πέρασε προφήτης και πατέρας

Ο Γέρος κ’ η γενιά του

Του Παπαρσένη η συντροφιά και του Νικήτα ο αγέρας,

Αγέρας του θανάτου!

Στο τρίστρατο που πέρασε μια μέρα η Μπουμπουλίνα

Με τ’ άρματα ζωσμένη.

Του Τσόκρη η χρυσοφέρμελη, του Νέζου η καραμπίνα,

Του Γιάννουζα οι ταμμένοι.

Στο τρίστρατο τ’ Αργολικού, που βγήκαν οι Νταγραίοι

Πρώτοι και τόσοι του Μόριά σεμνοί καπεταναίοι,

Σε φέρνει ο νους μου πλάϊ τους λεβέντη καβαλλάρη

Και σένα του Φαλήρου αητέ περήφανε Μπεκιάρη.

 

Γ. Λογοθέτης

Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1961.

 

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 – Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

  1. Αντώνιος Ζωγράφος: Αργείος. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον Αγώνα. Έλαβε μέρος εις την πολιορκία του Ναυπλίου, υπό τον Παπαρσένη Κρέστα εις την Παναγία την Κατακεκρυμένη, εις πολιορκία της Τριπόλεως υπό τον ΚανέλΛο Δεληγιάννη, εις το Φρούριο του Άργους και Μύλους υπό τον Δημήτριο Υψηλάντη, εις τα Δερβενάκια ήτο έφιππος εις την επίθεση της εμπροσθοφυλακής του Δράμαλη και επληγώθη εις την κνήμην, εις τας Αθήνας κατά του Κιουταχή, επίσης εις Ζεμενό, Βόνιτσα και Κραβασαρά κατά του Μουσταφάμπεη. Συμμετείχε και εις τον κατά θάλασσα Αγώνα υπό τον Υδραίον Γεώργιον Χατζή-Ανάργυρο κατά της Σάμου και πυρπόλησε τουρκικό πολεμικό πλοίο εις τον λιμένα Βαθύ της Σάμου, επίσης και κατά του Φρουρίου της Κω. Το 1830 εγένετο λοχαγός της Βασιλικής Φάλαγγας. Υπό της Επιτροπής Αγώνος κατετάγη εις τους Αξιωματικούς Δ’ τάξεως.
  1. Τσώκρης Δημήτριος (1796 – 1875)

    Δημήτριος Τσώκρης (1796-1875): Υπάρχει κενό. Πληροφορίες από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη. Ο φάκελος Δ. Τσώκρη που φυλάσσεται στο Αρχείο Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιο­θήκης, δεν περιέχει τίποτε άλλο έκτος από το παρακάτω έγγραφο:

Άργος τη 17 Μαΐου 1865

Προς την επί του Αγώνος Σεβαστήν Επιτροπήν

Κύριοι,

Θεωρώ όλως μάταιον διά πιστοποιητικών και διπλωμάτων να σας καταδείξω όποιος είμαι, με γνωρίζετε άπαντες, και εις τούτο στηριζόμενος, έρχομαι ευτόλμως διά της παρούσης όπως παρακαλέσω υμάς να με κατατάξητε εις την αρμόζουσαν προς τας θυσίας μου τάξιν.

Υποσημειούμαι ευσεβάστως

Δ. Τσόκρης

Σύμφωνα με τις υπάρχουσες ειδήσεις, η οικογένεια Τσώκρη ήταν από τις παλιές οικογένειες του Άργους. Ο Δημήτριος, γιος του Πανάγου, γεννήθηκε στο Άργος το 1796. Μεγαλύτερους αδελφούς είχε πρώτο το Γεώργιο, που από μικρός είχε πάει στην Κωνσταντινούπολη όπου πλούτισε και επέστρεψε στο Άργος το 1817, και τον Αναστάσιο ή Τάσο που κατοικούσε στο Άργος. Και οι τρεις αδελφοί έλαβαν μέρος στην Επανάσταση. Ο Δημήτριος πανδρεύτηκε τον Ιανουάριου του 1827 τη Μαριγώ το γένος Ιατρού και απέκτησε πολυμελή οικογένεια. Πέθανε στις 3 Απριλίου 1875… (Βλέπε και σχετικό λήμμα  Δημήτριος Τσώκρης (1796-1875).    

  1. Πάνος Οικονόμου ή Παπανικονόπουλος: Αργείος. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον Αγώνα, πολέμησε ως εκατόνταρχος εις διαφόρους μάχας και πολιορκίας και υπό διαφόρους οπλαρχηγούς, ανεδείχθη το 1825 εις χιλίαρχον. Το 1852 εγένετο λοχαγός της Βασιλικής φάλαγγας. Εις το ατομικό του φάκελο υπάρχει κατάλογος Αργείων στρατιωτικών της χιλιαρχίας Άργους του 1832. Κατετάγη εις τους Αξιωματικούς Δ’ τάξεως.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

«Το ’21 μέσα από κείμενα του ’21» – Μαρία Ευθυμίου (Επεισόδια 1-15)


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Με αφορμή τον εορτασμό του εθνικού ορόσημου των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821, η ΕΡΤ μεταδίδει καθημερινά, ένα διαφορετικό μονόλεπτο βασισμένο σε χωρία κειμένων αγωνιστών του ’21 και λογίων της εποχής, με γενικό τίτλο «Το ’21 μέσα από κείμενα του ’21». 

Παρουσιάζουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» τα δεκαπέντε πρώτα μονόλεπτα επεισόδια.   

Η ιδέα, η επιλογή, η σύνθεση των κειμένων και η ανάγνωση είναι της καθηγήτριας Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού, στο ΕΚΠΑ, Μαρίας Ευθυμίου, η οποία αφιλοκερδώς σταχυολόγησε και παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821, που εξηγούν, θυμίζουν και αφηγούνται τα επαναστατικά χρόνια μέσα από τα λόγια των αγωνιστών του ’21 και λογίων της εποχής. 

 

«Το ’21 μέσα από κείμενα του ’21» – Επεισόδιο 1.

 Ο Φωτάκος, ο Πελοποννήσιος αγωνιστής του ’21, για τη ζωή πριν την επανάσταση.

 

 

«Το ’21 μέσα από κείμενα του ’21» – Επεισόδιο 2. 

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, για την παιδεία που ο ίδιος έλαβε ως νέος, στα ορεινά της Πελοποννήσου.

 

 

«Το ’21 μέσα από κείμενα του ’21» – Επεισόδιο 3. 

Ο Νεόφυτος Βάμβας, για την παιδεία στην Πάτμο πριν την Επανάσταση.

 

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Η έκρηξη της Επανάστασης του 1821 στο Άργος, όπως την έζησε και την εξιστόρησε ο Γιουσούφ Μπέης ο Μοραΐτης


 

 Ο Ναυπλιώτης Γιουσούφ Μπέης, αξιωματούχος, μέλος του σώματος των ιππέων της Υψηλής Πύλης, βρέθηκε στην Πελοπόννησο το 1821 για να ρυθμίσει ζητήματα που αφορούσαν τις φοροενοικιάσεις, δηλαδή το δικαίωμα είσπραξης φόρων, το οποίο φαίνεται ότι είχε, άγνωστο όμως υπό ποιους όρους. Επισκέφθηκε το Ναύπλιο, για να συναντήσει τους συγγενείς του, εγκλωβίστηκε όταν άρχισε η πολιορκία του και παρέμεινε εκεί ως την παράδοσή του το Νοέμβριο του 1822.

Ο Οθωμανός αξιωματούχος ήταν γιος του γεννημένου στο Ναύπλιο διοικητή του πασαλικιού του Μοριά Αχμέτ πασά Σαλλάμπας και μητέρα του υπήρξε μια Ελληνίδα που αιχμαλωτίστηκε κατά τα Ορλωφικά. Ο ίδιος μιλούσε ελληνικά και είχε κοινωνικές επαφές με Έλληνες.

«Αληθινά η μητέρα του Ισούφ μπέη και του αδελφού του, Ζουλ Φουκάρ μπέη, ήταν χριστιανή και προτού επαναστατήσουμε την είχα δει. Ο αδελφός της ζούσε στις Σπέτσες και ονομαζόταν  ο Νικολής της Πασίνας», γράφει στα απομνημονεύματά του ο  γνωστός Φωτάκος, γραμματέας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Ο Γιουσούφ μπέης επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την έλευση του Κυβερνήτη, και η Κυβέρνηση τον διόρισε υπάλληλο προς μετάφραση των τουρκικών εγγράφων, τα οποία απέλειπαν στις ιδιοκτησίες.

 

«Η αρχή των κινημάτων των Ρωμιών ήταν στα μέσα του μήνα Φεβρουαρίου του έτους 1821 από τη γέννηση  του Χριστού. Στο διάστημα αυτό, εγώ ο αμαθής και αδύναμος από κάθε άποψη, Αχμέτ Πασά – ζαντέ Μιρ Γιουσούφ ο Μοραΐτης, όντας ιππέας της Υψηλής Πύλης, στάλθηκα από την Υψηλή Πρωτεύουσα για να ρυθμίσω κάποιες φοροεκμισθώσεις και με την ευκαιρία πήγα να επισκεφτώ τους δικούς μου στην πόλη και γενέτειρά μας, το Ναύπλιο.

Διέμεινα εκεί κάποιο διάστημα για τις ταπεινές δουλειές μου και εκεί ήμουν, όταν το εν λόγω μιλλέτι ξεκίνησε την ανυποταξία του».

Κατά τη διάρκεια του αποκλεισμού μας, γράφει ο Γιουσούφ Μπέης, τους είκοσι δύο μήνες που πέρασαν από τη στιγμή που οι αντάρτες στη χερσόνησο του Μοριά ξέφυγαν από τα όρια της υποταγής μέχρι την παράδοση του Ναυπλίου, εγώ ο ουτιδανός δούλος ετοιμαζόμουν να ολοκληρώσω μια συνοπτική ιστορία της ανταρσίας σε πέντε μέρη, περιγράφοντας όσο ήταν δυνατόν τα γεγονότα που προέκυψαν και τις καθημερινές διαδοχικές μάχες.

Ωστόσο, τη στιγμή της εισόδου των αμαρτωλών απίστων στο εν λόγω κάστρο, τα βιβλία μου έπεσαν στα χέρια των καταραμένων και η εν λόγω ιστορία σκίστηκε και έγινε ένα με το χώμα.

Με την ηχηρή παρέμβαση του αρωγού Θεού βρήκα δρόμο από τα τυραννικά χέρια του εχθρού σε τόπο σωτηρίας και κατέληξα, με τη θεία χάρη και διευκόλυνση, στη Σμύρνη με το πλοίο του άγγλου ναυάρχου Χάμιλτον.

Στην πόλη αυτή έμεινα τεσσερισήμισι μήνες άρρωστος και, αφού ξεκουράστηκα, με υψηλή διαταγή ταξίδεψα στην Υψηλή Πρωτεύουσα για να συνεχίσω να προσεύχομαι για τη μακροημέρευση του ευεργέτη και γενναιόδωρου εξοχότατου σουλτάνου μας.

Στο διάστημα αυτό, μιλούσα με τον συγγενή μου Μεχμέτ Ουρφή Εφέντη, νυν διερμηνέα του Ιράν και του Τουράν και γνώστη των τεσσάρων γλωσσών. Είναι ένας αγνός άνθρωπος που ανήκει στους γνώστες της αλήθειας και των λεπτομερειών του κράτους και της θρησκείας και που προσέχει και σκέφτεται τις γνώσεις και το λόγο.

Καθώς λοιπόν του είχα περιγράψει επανειλημμένα την αναστάτωση που συνέβη στη χερσόνησο και τις θλιβερές περιπέτειές μου, εξέφρασε την επιθυμία να αναλάβω να ξαναγράψω σχετικά με τα γεγονότα που συνέβησαν στο Μοριά.

Επειδή μέχρι και αυτήν τη στιγμή ο ταπεινός καίγομαι όλο φωτιά και βασανίζομαι με όλες τις αναμνήσεις και τις λεπτομέρειες από τα προηγούμενα γεγονότα στα οποία υπήρξα μάρτυρας, τον αποχωρισμό και τον πόνο των συγγενών και των οικείων, τα βάσανα και τις δυσκολίες που τράβηξα, ζήτησα από τη γενναιόδωρη εξοχότητά  του  να με απαλλάξει.

Αυτός όμως επέμεινε να γράψω εγώ την πραγματεία, υπαινισσόμενος ότι όσοι σπουδάσουν κατόπιν το συνοπτικό αυτό έργο θα ωφεληθούν…»

Έτσι, μετά το 1828, ο Γιουσούφ Μπέης πείθεται να ξαναγράψει τις περιπέτειές του.

 

Για την έκρηξη της Επανάστασης στο Άργος γράφει:

 

«Οι κάτοικοι του Άργους, που βρίσκεται δυόμισι ώρες μπροστά από το κάστρο του Ναυπλίου, είχαν από παλιά καλές και αρμονικές σχέσεις με τους απίστους της πόλης. Έτσι, κάποιοι άντρες και γυναίκες από την τάξη των χριστιανών δεν ξέχασαν το δίκαιο του ψωμιού και του αλατιού και έδειξαν την αφοσίωσή τους: υπέδειξαν τις κακές προθέσεις του των Ρωμιών για τους μουσουλμάνους και ειδοποίησαν κρυφά ότι συσκέπτονταν οι Ρωμιοί για να επιτεθούν αιφνιδιαστικά στους μουσουλμάνους και να έχουν το νου τους. Εκείνοι είχαν αμφιβολίες και το σκέφτονταν.

Ωστόσο, σύμφωνα με το ρητό «όταν θέλει ο Θεός κάτι, το προκαλεί», μια Κυριακή, που ήταν η 12η μέρα του εν λόγω έτους, κάποιοι κάτοικοι του Ναυπλίου ονόματι Γενισεχιρλί Ιμπίς και Χάιτα Χασάν βρέθηκαν για δουλειές τους στο παζάρι της εν λόγω πόλης, στο Άργος δηλαδή,  όπου συγκεντρωνόταν πλήθος, ήρθαν στο κέφι και έριξαν μια πιστολιά.

Με τη σκέψη να μη δοθεί αφορμή για να φανερωθεί το μοχθηρό σχέδιο των άπιστων ραγιάδων που ήταν μαζεμένοι στο παζάρι, εκείνοι σκόρπιζαν και έφευγαν από την πόλη, ενώ οι οπλισμένοι άπιστοι ληστές που ήταν κρυμμένοι και περίμεναν στα περίχωρα της πόλης φοβήθηκαν και άρχισαν να κινούνται – θέλοντας και μη – από τις καθορισμένες θέσεις τους και να φανερώνουν τους εαυτούς τους. Οι μουσουλμάνοι κάτοικοι έχασαν κάθε αίσθηση ασφάλειας και άρχισαν να φεύγουν προς το Ναύπλιο.

 

Η Ακρόπολη του Άργους. Χαρακτικό, του Γάλλου αρχαιολόγου και αυτοδίδακτου ζωγράφου Αλεξάντρ Λενουάρ (1761-1839), π. 1810.

 

Δύο μέρες μετά, διακόσιοι μουσουλμάνοι βγήκαν από το κάστρο, το Παλαμήδι, και μπήκαν στην εν λόγω πόλη, διέρρηξαν τα κτίρια όπου βρήκαν προμήθειες και τις μετέφεραν στο Ναύπλιο. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η συμμετοχή των Σαμίων στην επανάσταση του 1821 και η αντίδραση του Οθωμανικού κράτους. Σοφία Λαΐου, Ιόνιο Πανεπιστήμιο – Τμήμα Ιστορίας


 

Η κήρυξη της επανάστασης τον Μάρτιο του 1821 έφερε αντιμέτωπους τους εκφραστές της ανάγκης δημιουργίας ενός μοντέρνου, εθνικού κρατικού πλαισίου με το παραδοσιακό αυτοκρατορικό οθωμανικό μο­ντέλο· το τελευταίο ήδη έμπαινε στον πέμπτο αιώνα ζωής και είχε υποστεί διαδοχικές φάσεις μετασχηματισμού, με εναλλαγές μεταξύ του συ­γκεντρωτικού και αποκεντρωτικού μοντέλου διοίκησης και αλλαγές στη δημοσιονομική πολιτική που είχαν ευρύτερες κοινωνικο-οικονομικές συνέπειες.

Ο Mahmud Β’ είναι ο σουλτάνος που ήρθε αντιμέτωπος με διάφορες προκλήσεις, μία εκ των οποίων ήταν η «αποστασία» (fesad) ή «εξέγερση» (Tuğyan) των έως τότε ζιμμήδων Ρωμιών. Παρά το γεγονός ότι η έκβαση του αγώνα των Ελλήνων για την ανεξαρτησία ήταν θετική για αυτούς, έστω και με απώλειες, όπως ο αποκλεισμός της Σάμου από το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, η βασιλεία του εν γένει θε­ωρείται καθοριστική. Ο ίδιος ο Mahmud έχει περάσει στην ιστορία ως συγκεντρωτικός σουλτάνος, αφενός γιατί έκανε ουσιαστικές προσπά­θειες για να περιορίσει την ισχύ των επαρχιακών αρχόντων και αφετέ­ρου γιατί κατήργησε το 1826 το παρηκμασμένο πλέον και αναποτελε­σματικό γενιτσαρικό σώμα, ύστερα μάλιστα και από την οδυνηρή για τους Οθωμανούς εμπειρία της ελληνικής επανάστασης. Άλλωστε, το γεγονός ότι ο Mahmud Β’ αναγκάστηκε το 1824 να ζητήσει τη συνδρο­μή του Mehmed Ali της Αιγύπτου για την καταστολή της επανάστα­σης καταδεικνύει τα στρατιωτικά αδιέξοδα που αντιμετώπισε η οθωμα­νική ηγεσία παρά τις μεμονωμένες νίκες.

Μαχμούτ Β΄(1785–1839). 30ός Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από το 1808 μέχρι τον θάνατό του το 1839. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση. Λιθογραφία του von Josef Kriehuber (1800 -1876), περίπου το 1825.

Το άρθρο αυτό βασίζεται σε οθωμανικά έγγραφα που απόκεινται στα Πρωθυπουργικά Αρχεία της Κωνσταντινούπολης. Τα περισσότερα προέρχονται από την συλλογή των hatti hümayun και ορισμένα από τη συλλογή Cevdet Dahiliye, και οπωσδήποτε δεν αποτελούν το σύνο­λο των εγγράφων που αναφέρονται στην Σάμο τη συγκεκριμένη περίο­δο[1]. Τα έγγραφα καλύπτουν την περίοδο 1821-1826, κυρίως δε τα τρία πρώτα έτη της επανάστασης, και αφορούν αναφορές στρατιωτικών δι­οικητών, όπως της Χίου και του Κουσάντασι, εκπροσώπων διοικητών του σαντζακιού της Σίγλα, στο οποίο υπαγόταν το Κουσάντασι, καθώς και του γειτονικού Μεντεσέ, αναφορές εκπροσώπων καδήδων (ναΐμπηδων), καθώς και αναφορές του Μεγάλου Βεζίρη προς τον σουλτάνο. Στην περίπτωση των hatt-i humayun, πέρα από την αναφορά προς την Υψηλή Πύλη, καταγράφεται η ιδιόχειρη απάντηση του σουλτάνου, η οποία αρκετές φορές εξέφραζε τα συναισθήματά του τη στιγμή που ενημερώνονταν για τις σοβαρές αδυναμίες ενός δυσκίνητου διοικητικού μηχανισμού. Σε γενικές γραμμές, οι πληροφορίες που παρέχουν οι πα­ραπάνω πηγές είναι αποσπασματικές εξαιτίας του στρατιωτικού περιε­χομένου αρκετών εγγράφων. Παρόλα αυτά δίνουν μία πρώτη εικόνα των αντιδράσεων της οθωμανικής διοίκησης απέναντι στην «ανταρσία» των ραγιάδων της Σάμου.

Σκοπός μου δεν είναι να εξιστορήσω γεγονότα, ορισμένα εξ αυτών ήδη γνωστά, αλλά να εντάξω τις ενέργειες των επαναστατημένων Σαμίων στο ευρύτερο οθωμανικό πλαίσιο και να θέσω ζητήματα που έχουν να κάνουν με το ιδεολογικό πρίσμα μέσα από το οποίο οι Οθωμανοί ιθύ­νοντες αντιλήφθηκαν την επανάσταση, τις μεθόδους καταστολής που επιστράτευσαν και το νομιμοποιητικό πλαίσιο στο οποίο αυτές εντά­χθηκαν, καθώς και τις εγγενείς αδυναμίες του οθωμανικού κρατικού μη­χανισμού, οι οποίες φάνηκαν ακόμα πιο έντονες κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Εν πρώτοις, η ανάγνωση των πηγών καταδεικνύει το διαφορετικό νοηματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι Οθωμανοί ενέταξαν την ελληνική επανάσταση. Είναι γνωστό ότι στην οθωμανική πολιτική ορολογία της εποχής απουσιάζουν οι νεωτερικές έννοιες «έθνος» και «πατρίδα». Η χρήση των όρων «μιλλέτι» και «ταϊφές», προκειμένου να αποδοθεί το «έθνος» και η ομάδα ανθρώπων αντίστοιχα που έχει αποσπαστεί ή επι­διώκει την απόσχιση από την οθωμανική αυτοκρατορία καταργώντας το καθεστώς της υποτέλειας, χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά για τους Σέρβους και στη συνέχεια για τους επαναστατημένους Έλληνες[2].

Ο εθνικιστικός λόγος των επαναστατών μόλις τότε άρχιζε να προκαλεί το ενδιαφέρον των Οθωμανών αξιωματούχων[3]. Άλλωστε, η έναρξη της επίδρασης της Γαλλικής επανάστασης, η οποία οδήγησε στα επανα­στατικά κινήματα των αρχών του 19ου αιώνα, στα οθωμανικά πολιτικά συμφραζόμενα συμπίπτει με την περίοδο των οθωμανικών μεταρρυθμί­σεων στα μέσα του 19ου αιώνα[4].

Έως τότε το ιδεολογικό πεδίο της οθω­μανικής ελίτ στηριζόταν στους κοινωνικούς διαχωρισμούς που επέβαλ­λε η θρησκεία και ειδικότερα στο συμβόλαιο «ζίμμα» βάσει του οποίου η μουσουλμανική κοινότητα αναγνωρίζει ως προστατευόμενα αλλά κα­τώτερα μέλη τους μη μουσουλμάνους υπηκόους. Η έννοια του ζιμμή Οθωμανού υπηκόου είναι θρησκευτικο-πολιτική, εφόσον ο κατώτερος μη μουσουλμάνος υπήκοος οφείλει να αναγνωρίζει την πολιτική εξου­σία του αλλόθρησκου οθωμανικού κράτους. Η επιθυμία για απόσχιση από το κράτος και όχι η απλή εξέγερση ως εναντίωση στην άσκηση τυ­ραννίας εκ μέρους κάποιων Οθωμανών αξιωματούχων σημαίνει απόρρι­ψη του συμβολαίου και την αυτόματη μετατροπή του ζιμμή σε εχθρό του κράτους εναντίον του οποίου επιτρέπεται με βάση τον ισλαμικό ιε­ρό νόμο η κήρυξη του τζιχάντ. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »