Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια και ο ζωγράφος Διονύσιος Τσόκος – Κατερίνα Σπετσιέρη – Beschi, περιοδικό Ζυγός αρ.22-23, Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος, 1976.


 

[…] Η αναπαράσταση του δραματικού επίλογου της ζωής του πρώτου, κυβερνήτη της Ελλάδας είναι κυρίως γνωστή από ένα πίνακα του Μουσείου Μπενάκη, που συχνά θα συναντήσουμε σε εκδόσεις ιστορικού περιεχομένου (κάτω εικόνα).

 

Διονυσίου Τσόκου: «Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια» λάδι σε καμβά, 60 Χ 81 εκατ. Μουσείο Μπενάκη.

 

Έργο του Ζακυνθινού ζωγράφου Διονύσιου Τσόκου, δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ ως τώρα μέσα στα πλαίσια μιας ιστορικο-πολιτιστικής και καλλιτεχνικής αξιολόγησης. Χρονολογείται στο 1850, αλλά ούτε η χρονολογία, όπως ούτε η υπογραφή, μπορούν να βασιστούν σε στοιχεία αυτοψίας του έργου (λάδι, 60 Χ 81 εκατ.), γιατί δεν υπάρχουν. Η απόδοση, εν τούτοις, είναι σωστή, όπως θα δούμε σε λίγο, εξετάζοντας έναν άλλο πίνακα, μεγαλύτερων διαστάσεων, χρονολογημένο, ενυπόγραφο, που βρίσκεται σήμερα στην πινακοθήκη της Ελληνο-ορθόδοξης Κοινότητας της Τεργέστης.

Η προέλευση του έργου του Μουσείου Μπενάκη από τους απόγονους του ζωγράφου και επομένως κατευθείαν από το ατελιέ του (αγοράστηκε, πράγματι, στις 20 του Γενάρη 1937, μαζί με άλλες σπουδές που αφορούν μορφές της ίδιας σκηνής, από τον κ. I. Καζιλάρη, εγγονό του ζωγράφου), η μια κάποια λιτότητα στη δομή και στην ανάπτυξη της σύνθεσης, και οι μικρές διαστάσεις, μας οδηγούν να χαρακτηρίσουμε το έργο σαν μια προμελέτη για τον πίνακα της Τεργέστης. Άλλωστε, ήταν μέσα στις συνήθειες του Τσόκου η προσεχτική και μεθοδική προετοιμασία της μελέτης, που συχνά φτάνει να έχει απαιτήσεις τελειωμένου έργου, κυρίως όταν πρόκειται για παραγγελία. Παράδειγμα, οι προσωπογραφίες των αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Αθήνας. Οι περισσότερες έχουν την προμελέτη τους, θαυμάσια δουλεμένη με τέμπερα πάνω στο χαρτόνι.

Μια άλλη ένδειξη είναι ακόμα και η πληροφορία, ότι ο Τσόκος, προκειμένου να ζωγραφίσει τη δολοφονία του Καποδίστρια, πήγε στο Ναύπλιο για να σχεδιάσει από το φυσικό το αρχιτεκτονικό τοπίο, να βρει τους αυτόπτες μάρτυρες που τυχόν ζούσαν, για να έχει σίγουρες και ακριβείς γνώσεις των γεγονότων. Στοιχεία που καθορίζουν το χαρακτήρα του σαν προσωπογράφου και ζωγράφου ιστορικών θεμάτων, και που άλλωστε τεκμηριώνονται από τα ίδια του τα έργα. Έτσι, αν συγκρίνουμε το αρχιτεκτονικό σκηνικό του έργου του Μουσείου Μπενάκη με την αντίστοιχη άποψη του δρόμου (οδός Καποδιστρίου) όπου έγινε το δράμα, επιβεβαιώνεται αμέσως η αυτοψία του ζωγράφου. Φυσικά υπογραμμίζονται οι συμπτώσεις και όχι οι διαφορές, που οφείλονται από τη μια μεριά στο πέρασμα του χρόνου κι από την άλλη στην αισθητική εκλογή μιας σύνθεσης καλλιτεχνικής.

Δ. Τσόκου: Ο Γεώργιος Κοζώνης. Σπουδή για τη «Δολοφονία του Καποδίστρια» της Τεργέστης. Τέμπερα σε χαρτόνι, 0,28Χ0,17 μ. Μουσείο Μπενάκη. Ο Γεώργιος Κοζώνης επί Καποδίστρια ανήκε στη σωματοφυλακή του κυβερνήτη.

Εδώ ακριβώς, σ’ αυτό το σκηνικό, λουσμένο στις ανταύγειες της πρωινής αυγής, που κάνει να λάμπουν τα χρώματα ενός δασκάλου που ανατράφηκε με την παράδοση μιας βενετσιάνικης σχολής, εκτυλίσσεται η πράξη του δράματος. Αριστερά, μια γυναίκα τρομαγμένη τρέχει προς το αρχοντικό του υπουργού Ρόδιου, απ’ τα παράθυρα του οποίου προβάλλουν τα κατάπληκτα πρόσωπα των ενοίκων. Ο Κοζώνης, καταμεσίς του δρόμου, έχει μόλις χτυπήσει με το πιστόλι του τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, στην ύστατη προσπάθεια της φυγής του. Δεξιά, ο Καποδίστριας, στις τελευταίες του στιγμές, καθώς μισοπεθαμένο τον εναποθέτει ο σωματοφύλακάς του Λεωνίδης, κρατώντας τον απ’ τους ώμους, ενώ στα πόδια του παραστέκεται μια άλλη μορφή γονατισμένη, πιθανώτατα ο ίδιος ο Ρόδιος. Από τις δυό πόρτες της εκκλησιάς του Αγίου Σπυρίδωνα ξεχύνεται το πλήθος: ο Παπα-Γιώργης και πίσω του ο διάκος, γυναίκες τρομαγμένες με τα παιδιά στην αγκαλιά τους, ένας φτωχός ζητιάνος ακουμπισμένος στο ραβδί του, ένας – δυό επίσημοι με τα χρυσοκέντητα κοστούμια τους κι άλλοι πολλοί. Με μιαν εκπληκτική οικονομία εκφραστικών μέσων – το ταραγμένο πλήθος στο πρώτο πλάνο και τη σιωπή της προοπτικής φυγής των κτηρίων του βάθους, με τη χρωματική αντίθεση ανάμεσα στις λαμπρές και έντονες κηλίδες των χρυσοκέντητων κοστουμιών και τους χαμηλούς και χλωμούς τόνους του κίτρινου – καστανού των τοίχων -, ο ζωγράφος μας προσφέρει, σε μια σύνθεση γεμάτη συγκίνηση και πάθος, τη ζεστασιά και την αμεσότητα μιας πρώτης ιδέας, μιας αυθόρμητης διήγησης που δεν την έχει ακόμη δαμάσει ο στοχασμός και η μελέτη.

Δεν ξέρουμε αν η προμελέτη αυτή έγινε θέμα συζήτησης ανάμεσα στον καλλιτέχνη και σε κείνον που παράγγειλε το έργο ή αν, το πιο πιθανό, ο ίδιος ο καλλιτέχνης, δουλεύοντας την πρώτη του ιδέα, και έχοντας υπ’ όψη του τον προορισμό του έργου, αποφάσισε να του αλλάξει την οριστική δομή και τον χαρακτήρα. Το βέβαιο είναι πως στην έκδοση της Τεργέστης επεξεργάζεται σημαντικά το αρχέτυπο, με μια μεγαλύτερη ιστορική σαφήνεια και μια πλούσια διακοσμητική διάθεση. Η διακριτική και άμεση μουσική φράση της σπουδής μεταφράζεται εδώ σε μια διήγηση αυλική, επίσημη, όπου ο ζωγράφος εκμεταλλεύεται τις ακαδημαϊκές του εμπειρίες, τη σχολαστική του παιδεία, όπως την έζησε στην παράδοση της ιστορικής ζωγραφικής της βόρειας Ιταλίας, μ’ έναν Francesco Hayez και μ’ έναν Ludovico Lipparini. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να πούμε ότι ο καλλιτέχνης δεν χάνει ούτε την ποιότητα των εκφραστικών του μέσων, ούτε την πρωτόγονη δύναμη της πρώτης του γέννας. Είναι ένας ζωγράφος, με μια παίδευση στη δυτική τέχνη, που δεν αρνείται, αλλά αντίθετα μετέχει ενεργά στις πνευματικές ανησυχίες και στις εμπειρίες του τόπου του, της νεώτερης Ελλάδας.

Ο πίνακας της Τεργέστης (κάτω), είναι διπλάσιος στις διαστάσεις (1,85Χ1,24 μ.) από την προμελέτη του Μουσείου Μπενάκη και έχει την υπογραφή του καλλιτέχνη κάτω αριστερά: «υπό Διονυσίου Τσόκου, Ζακυνθίου 1850».

 

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια. Διονύσιος Τσόκος, 1850, Λάδι σε καμβά. Ελληνική Κοινότητα Τεργέστης.

 

Η αρχιτεκτονική σκηνογραφία, ντυμένη με την ίδια ζεστή χρωματική διάφανη πάστα, φαντάζει στο γαλάζιο άνοιγμα του πρωινού ουρανού· μα τα παράθυρα και τα μπαλκόνια είναι κατάμεστα από κόσμο που χειρονομεί και φωνάζει, και η εκκλησία έχει χάσει την πραγματική της απέριττη αρχιτεκτονική δομή. Πρόθυρα με κολόνες πλαισιώνουν τις τοξωτές πόρτες, κι ανάμεσά τους ανοίγει ένα δίφορο παράθυρο πάνω από ένα ανάγλυφο βενετσιάνικου τύπου, με την παράσταση της Παναγίας, ολόσωμης, και δυό αγγέλους. Ανθέμια καλοδουλεμένα και μια σειρά τοιχοκολλημένες αγγελίες στην αριστερή τοξωτή πόρτα, δίπλα και πάνω στη δεξιά κολόνα, δηλώνουν μια πλούσια διακοσμητική διάθεση. Για ν’ ανοίξει το χώρο της σκηνής, σπάει τη μακριά πλευρά της εκκλησίας σε πρόσοψη και ο δρόμος παίρνει τη διάταξη πλατείας. Το πλήθος ξεχωρίζει σε ομάδες και στις ομάδες οι μορφές, προσεχτικά μελετημένες, γίνονται θαυμάσιες προσωπογραφικές συνθέσεις. Το μόνο στοιχείο που διατηρείται από την προμελέτη είναι η γυναικεία μορφή που φεύγει στ’ αριστερά. Κοντά στον μονόχειρα Κοζώνη έχουμε εδώ τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, που με τα πόδια δεμένα σέρνεται απ’ το οργισμένο πλήθος, ενώ οι αξιωματικοί του Μομφεράτου τον αποτελειώνουν με τις ξιφολόγχες.

Στον άξονα του πίνακα, η σχεδόν χωρίς ζωή μορφή του Καποδίστρια, με τις ανοιχτές πληγές που αιμορραγούν· ο σωματοφύλακας Λεωνίδης προσπαθεί να τον ανασηκώσει απ’ τις μασχάλες, κι ένας άλλος, ίσως ο Γερο-Γούτος, απ’ τα πόδια· γονατιστός – στο πρώτο πλάνο – με την πλάτη γυρισμένη και τις χρωματικές αντιθέσεις της άσπρης και χρυσοκόκκινης στολής του, φαίνεται να του παίρνει το άψυχο χέρι ο Ρόδιος.

Διονυσίου Τσόκου: Η Μαντώ Μαυρογένους. Σπουδή για τον πίνακα «Η Δολοφονία του Καποδίστρια» της Τεργέστης. Τέμπερα σε χαρτί, 0,33 Χ 0,21 μ. Μουσείο Μπενάκη.

Στις διευθετημένες εδώ και κει μορφές αναγνωρίζουμε ιστορικά πρόσωπα: στα δεξιά (και είναι σίγουρα μια ανάμνηση απ’ τις μεγάλες ιστορικές συνθέσεις του Lipparini), με την πλάτη γυρισμένη στο θεατή, τη βελούδινη χρυσοποίκιλτη στολή, το τουρμπάνι και το σπαθί, ο ήρωας Χριστόδουλος Χατζηπέτρος, που στην αγκαλιά του ξεψύχησε ο Καραϊσκάκης. Λίγο πιο πέρα, το σύνολο των δύο γυναικών: η μια με το πρόσωπο μαρμαρωμένο από τον πόνο και τα μάτια στεγνά, ακουμπάει ανήμπορα στον ώμο της νεαρής συντρόφισσάς της. Στο πλούσιο φόρεμα, γαρνιρισμένο με τις πολύτιμες γούνες, στη βαθιά της απελπισία, στα γραμμένα και κομψά της χαρακτηριστικά, αναγνωρίζουμε την ηρωίδα Μαντώ Μαυρογένους, που ήταν συναισθηματικά δεμένη με τον Καποδίστρια. Και είναι γνωστό πως η ωραία αρχοντοπούλα, σαν ξέσπασε η Επανάσταση, παράτησε το σπιτικό της στην Τεργέστη για να πάρει μέρος ενεργά, στον αγώνα, προσφέροντας όλη της την περιουσία. Ο Καποδίστριας θα της χαρίσει τιμητικά ένα σπίτι στο Ναύπλιο, απ’ όπου σε λίγο θα την διώξει ο φιλόδοξος Κωλέττης, για να πεθάνει έρημη και πικραμένη στην Πάρο, στα 1848. Ο Χατζηπέτρος κλείνει τη σκηνή, συζητώντας με την ομάδα των αγωνιστών, που στα πρόσωπά τους διαβάζουμε έντονα τα προσωπογραφικά τους χαρακτηριστικά. Μα το ενδιαφέρον μας θα σταματήσει λίγο πιο ψηλά, στο άνοιγμα της πόρτας· μια μορφή νέου με γενειάδα που φαίνεται να μη συμμετέχει στα γεγονότα, κοιτάζει επίμονα έξω από τον πίνακα.

Πρόκειται για την αυτοπροσωπογραφία του καλλιτέχνη – σύμφωνα με την εικονογραφική συνήθεια της δυτικής ζωγραφικής – που πρέπει νάταν τότε 30 χρονών και που τον γνωρίζουμε φυσιογνωμικά κι από μιαν άλλη αυτοπροσωπογραφία του, της συλλογής Κουτλίδη. Το σύνολο, με τον Παπα-Γιώργη και το διάκο, έχει την ίδια συνθετική διάταξη της προμελέτης, με μια πιο πλούσια και προσεγμένη στις λεπτομέρειες πινελιά. Πίσω από τη ράχη τους, στο άνοιγμα της πόρτας και προς το εσωτερικό της εκκλησιάς, συνωστίζεται το πλήθος των πιστών. Μα κι άλλες μορφές, εδώ και κει, αξίζουν την προσοχή μας: η μισοκαθισμένη στα λυγισμένα της γόνατα γυναίκα με το τρομαγμένο κοριτσάκι δίπλα της, που σκηνοθετικά δένει το βασικό θέμα του δράματος με τη σκηνή του λυντσαρίσματος, στ’ αριστερά η οι δυό χαρακτηριστικά λαϊκές παρουσίες, της νέγρας και του ζητιάνου, που ο Τσόκος θα επαναλάβει αργότερα με μιαν ιδιαίτερη ευαισθησία στον πίνακα του 1858, σήμερα στη συλλογή Κουτλίδη.

Η χρωματική κομψότητα και η τεχνική γνώση του καλλιτέχνη βρίσκει την εκφραστική της δεξιοτεχνία στο πράσινο σκούρο κοστούμι του Κοζώνη με τις σίγουρες πινελιές, στη διαφάνεια της κίτρινης ατλαζένιας φούστας της συντρόφισσας της Μαντώς και στην ισχυρή μορφή του γέρου ζητιάνου, κλειστή στο πλαίσιο – της κίτρινης – μπεζ κουκούλας. Ενδιαφέρουσες σαν βοηθητικά στοιχεία και οι γεμάτες ζωή και κίνηση ναΐφ μορφές που προβάλλουν στα μπαλκόνια και στα παράθυρα.

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης της κυρίας  Κατερίνας Σπετσιέρη – Beschi πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια και ο ζωγράφος Διονύσιος Τσόκος

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Το μνημείο του Δημητρίου Υψηλάντη στο Ναύπλιο – Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος, Ναυπλιακά Ανάλεκτα I, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1992.


 

[…] Αφορμή για τη συγγραφή του παρόντος κειμένου αποτέλεσε η ύπαρξη στο Δημοτικό Αρχείο Ναυπλίου στοιχείων, που σχετίζονται με τη μετακομιδή των λειψάνων του Δημητρίου Υψηλάντη, το 1843, από το νάρθηκα του ναού του Αγίου Γεωργίου, όπου είχε ενταφιαστεί, στην πλατεία του Πλατάνου (σημερινή πλατεία Συντάγματος). Τα οστά τοποθετήθηκαν στην κρύπτη του μνημείου, που κατασκευάστηκε γι’ αυτό το σκοπό. Το μνημείο μεταφέρθηκε το έτος 1951 στην πλατεία Τριών Ναυάρχων…

 

Το μνημείο του Δημητρίου Υψηλάντη στην πλατεία Συντάγματος, μπροστά από το «Τριανόν».

 

[…] Σε μελέτη των Κ. Σωτηριάδου – Θ. Παπαπετρόπουλου επιχειρείται να διαλευκανθεί το πρόβλημα της υγείας και η αιτία του πρόωρου θανάτου του Δ. Υψηλάντη.

Το 1932 ο Άγγλος νευρολόγος Caughey εξέτασε σε μια φτωχή συνοικία του Λονδίνου μια γυναίκα 54 χρονών, που βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο μυοτονικής δυστροφίας, μιας σχετικά σπάνιας κληρονομικής αρρώστιας των μυών και των ενδοκρινών αδένων. Τέσσερα ακόμη αδέλφια της (από τα επτά) έπασχαν από την ίδια πάθηση. Η άρρωστη διηγήθηκε στον Δρ. Cau­ghey ότι ο πατέρας της, που είχε την ίδια αρρώστια, έζησε και εργάσθηκε στο Λονδίνο, ο παππούς της ήταν καθηγητής των Ελληνικών σε ένα Πανεπιστήμιο του Βορρά και η προγιαγιά της ήταν αδελφή των αδελφών Υψηλάντη. Ο Δρ. Caughey δημοσιεύει το γεγονός σε μονογραφία σχετική με την πάθηση αυτή, που εξέδωσε στο Λονδίνο μαζί με τον Έλληνα νευρογενετιστή Μυριανθόπουλο το 1963. Στον πρόλογο του βιβλίου αυτού διατυπώνεται η υπόθεση ότι και ο Δημήτριος και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, αλλά και άλλα μέλη της οικογένειας Υψηλάντη έπασχαν από μυοτονική δυστροφία.

Οι μαρτυρίες και οι περιγραφές ανθρώπων που γνώρισαν το Δ. Υψηλάντη μας δίνουν ανάλογη εικόνα για την εμφάνιση και τη συμπεριφορά του.

Η εξωτερική του εμφάνιση ήταν μειονεκτική σε τέτοιο βαθμό που δημιουργούσε ένα στενόχωρο συναίσθημα αμηχανίας σε όσους τον πλησίαζαν. Ήταν μικρόσωμος, δύσμορφος, με εύθραυστα μέλη. Το ανέκφραστο πρόσω­πό του απωθούσε όλους όσους τον πλησίαζαν για πρώτη φορά. Είχε ρυτίδες στο μέτωπο και φωνή αδύνατη, ένρινη και δυσαρθρική. «Μιλούσε με ένα τόνο ένρινο σαν καπουκίνος», γράφει χαρακτηριστικά ο Πρώσσος ανθυπολοχαγός Ludwig von Bollmann. Ήταν περίπου 28 χρονών όταν ήρθε στην Ελλάδα, έδειχνε όμως πολύ μεγαλύτερος.

Η όψη του ήταν υπναλέα και κοιμόταν πάνω από δώδεκα ώρες το εικοσιτετράωρο. Οι μυς του προσώπου και των άκρων του ήταν τόσο ατροφικοί που στο τέλος της ζωής του έμοιαζε με σκελετό. Οι κινήσεις του ήταν αδέξιες. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα η πάθησή του παρουσίαζε συνεχή επιδείνωση με περιόδους έξαρσης, πράγμα που τον είχε υποχρεώσει να διατηρεί μόνιμα στο επιτελείο του γιατρό.

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) – Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη, Πολεμικό Μουσείο, Αθήνα.

Η μυοτονική δυστροφία είναι μια κληρονομική χρόνια εξελικτική πάθηση των σκελετικών μυών και των ενδοκρινών αδένων. Εμφανίζεται συνήθως σε ηλικία 20 μέχρι 30 ετών.

Η αρρώστια εξελίσσεται με βραδύ ρυθμό και οδηγεί στο θάνατο, συνήθως από αναπνευστικές λοιμώξεις, πριν από το 40ο έτος της ηλικίας. Τη μυοτονική δυστροφία περιέγραψε το 1909 ο Γερμανός Steinert· δεν ήταν επομένως γνωστή η νόσος την εποχή που ζούσε ο Δημήτριος Υψηλάντης. Η ασθένεια κληρονομείται με τον επικρατητικό χαρακτήρα, δηλαδή μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά.

Παραβάλλοντας τα στοιχεία που απορρέουν από τα ιστορικά κείμενα για την πάθηση του Δ. Υψηλάντη με τα συμπτώματα της μυοτονικής δυστροφίας διαπιστώνονται σαφείς ομοιότητες.

Εδώ αξίζει να αναφερθούν και οι ιατρικές γνωματεύσεις που αφορούν τον άρρωστο Αλέξανδρο Υψηλάντη και τους αδελφούς τους Νικόλαο και Γεώργιο. Οι γνωματεύσεις αυτές, που δόθηκαν στις αρχές της Αυστροουγγαρίας από διάσημους γιατρούς της εποχής, δεν οδηγούν από μόνες τους σε καμμία διάγνωση. Η διάγνωση και η αντιμετώπιση της πάθησης του Αλέξανδρου Υψηλάντη είναι καθαρά συμπτωματική (διάγνωση δηλαδή που παραθέτει απλώς τα συμπτώματα χωρίς να μπορεί να τα υπαγάγει σε μια συγκεκριμένη νοσολογική οντότητα) και αφήνει μέχρι τέλους αναπάντητα ερωτήματα, παρά τη νεκροψία που έγινε μετά το θάνατό του…

 Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περιγραφή του Δημητρίου Υψηλάντη, λίγους μήνες πριν από το θάνατό του, που δίνει ο William Rathborne Greg: «Η εξωτερική του εμφάνιση είναι πολύ παράξενη. Όταν τον γνώρισα, την άνοιξη του 1832, δεν πρέπει να ήταν μεγαλύτερος από τριανταπέντε χρονών και όμως έμοιαζε με εξηντάρη. Aνάστημα κοντό, κεφάλι τελείως φαλακρό σαν σκελετού, μέλη εύθραυστα και καχεκτικά, σε βαθμό που δεν έχω δει ποτέ μου, ούτε στο τελευταίο στάδιο φυματίωσης. Έβηχε συνεχώς και η φωνή του ήταν αδύνατη και έντονα δυσαρθρική. Θα έλεγε κανείς ότι βλέπει έναν αναστημένο σκελετό από τους τριακόσιους πεσόντες στις Θερμοπύλες»…

 Η ιατρική της εποχής εκείνης δεν μας δίνει τη διάγνωση, αποκλείει όμως πολλές γνωστές τότε χρόνιες λοιμώδεις καχεκτικές παθήσεις που θα μπορούσαν να συζητηθούν σαν διάγνωση της ασθένειας των αδελφών Υψηλάντη. Η πριγκιπική οικογένεια έζησε στη Ρωσία και στην Αυστροουγγαρία, δηλαδή περιοχές με καλό επίπεδο ιατρικής για την εποχή τους. Εάν επρόκειτο για κάποια γνωστή τότε αρρώστια θα πρέπει να είχε διαγνωσθεί, αφού στον Αλέξανδρο Υψηλάντη έγινε και μεταθανάτια νεκροτομική μελέτη. Η παρουσία μιας χρόνιας αρρώστιας σε τρία αδέλφια και ίσως τέσσερα (μεταξύ οκτώ) εύλογα στρέφει τη διάγνωση σε νόσο κληρονομική. Οι κλινικές ομοιότητες αυτής της χρόνιας εξελικτικής πάθησης με τη μυοτονική δυστροφία, τουλάχιστον στον αδελφό Δημήτριο, και η αναμφισβήτητη διαπίστωση μυοτονικής δυστροφίας σε απογόνους της οικογένειας στο Λονδίνο. 100 χρόνια αργότερα, ισχυροποιούν την υπόθεση ότι η πάθηση των αδελφών Υψηλάντη ήταν μυοτονική δυστροφία.

Από αυτή, λοιπόν, τη νόσο εικάζεται ότι πέθανε στις 5 Αυγούστου 1832 ο Δ. Υψηλάντης…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Δημήτρη Γεωργόπουλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το μνημείο του Δημητρίου Υψηλάντη στο Ναύπλιο

 

Διαβάστε ακόμη:

Γιούλα Μυλωνάκου – Σαϊτάκη, «Αφηγηματολογικά και άλλες αναγνώσεις. Από την πολυφωνικότητα του ποιητικού λόγου στην κειμενικότητα της αφήγησης: Η περίπτωση της κρητικής λογοτεχνίας».  Εκδόσεις Παπαζήση.


 

 

«Αφηγηματολογικά και άλλες αναγνώσεις»

 Μια πρωτοποριακή μονογραφία της Γιούλας Μυλωνάκου-Σαϊτάκη, ένα έργο χιλίων δεκαέξι σελίδων και 2.188 υποσημειώσεων, καρπός πολύμοχθων και πολύχρονων ερευνών.

 

Η λογοτεχνική παραγωγή της Κρήτης κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας, στο πλαίσιο της διαμόρφωσης ενός πολυσύνθετου πολιτισμού, έχει να επιδείξει κείμενα (τόσο στην πρώιμη φάση όσο και στην περίοδο της ακμής της), τα οποία επιδρούν καθοριστικά στην εξέλιξη της νεότερης λογοτεχνίας μας.

Στο βιβλίο αυτό, από την πολύστιχη αφηγηματική ποίηση της Κρητικής Λογοτεχνίας επιλέγονται δύο κείμενα του Λεονάρδου Ντελλαπόρτα (πρώτη περίοδος) και ο Ερωτόκριτος με τη Θυσία τον Αβραάμ (περίοδος της Κρητικής Αναγέννησης), των οποίων επιχειρείται η προσέγγιση, σύμφωνα με ένα διπλό, μεθοδολογικά, άξονα: ο ένας στηρίζεται στη Θεωρία της Λογοτεχνίας και συγκεκριμένα στον επιστημονικό κλάδο της θεωρίας της αφήγησης (την Αφηγηματολογία) και ο άλλος προέρχεται από την τεχνοτροπική-ποιητική θεώρηση του δημοτικού τραγουδιού.

 

Αφηγηματολογικά και άλλες αναγνώσεις

 

Ειδικότερα, από τη μια πλευρά, μελετώνται οι αφηγηματικές τεχνικές (δηλαδή οι τρόποι, τους οποίους χρησιμοποιεί η πράξη της αφήγησης για τη ρηματική αναπαράσταση μιας ιστορίας)· οπότε, φωτίζονται πτυχές των κειμένων, οι οποίες βοηθούν τον αναγνώστη, γνωρίζοντας –έτσι – την εσωτερική ιδιοτυπία του συστήματος «εκφοράς» τους, να κατανοήσει τον εμπεριεχόμενο σε αυτά αυτόνομο λογοτεχνικό λόγο.

Από την άλλη πλευρά, εξετάζεται το ποιητικό σύστημα των κρητικών κειμένων (ως προϊόντων προσωπικής δημιουργίας) σε σχέση με τα στιχουργικά και τεχνοτροπικά φαινόμενα της δημοτικής ποίησης, με βάση τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο στίχο και το ομοιοκατάληκτο δίστιχο, μέσω των οποίων αναφαίνεται ο «λαϊ­κότροπος» χαρακτήρας τους.

Ο συγκεκριμένος διττός τρόπος εξέτασης των προαναφερθέντων έργων αποτελεί μία, ακόμη, δυνατότητα ανάδειξης της ιδιαίτερης πολύπλοκης κατασκευής τους ως λογοτεχνικών κειμένων, καθώς και της μεταξύ τους πολυφωνικής «συνομιλίας». Στο πλαίσιο αυτό, το βιβλίο φιλοδοξεί να πραγματώσει για τους αναγνώστες του – και μάλιστα για όσους σπουδάζουν Λογοτεχνία – την προσπάθεια, ώστε να ανοιχθούν όσο πιο πολλά γίνεται από το ένα εκατομμύριο παράθυρα που έχει, σύμφωνα με τον Henry James, το σπίτι της μυθιστορίας.

 

Η συγγραφέας Γιούλα Μυλωνάκου – Σαϊτάκη στο βήμα της αίθουσας του Σαϊνοπουλείου Ιδρύματος, στην παρουσίαση του βιβλίου «Αφηγηματολογικά και άλλες αναγνώσεις», που διοργανώθηκε από την Ένωση Πνευματικών Δημιουργών Λακωνίας, την Παρασκευή 9 Μαΐου 2014.

 

Ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, καθηγητής της γλωσσολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών γράφει στον πρόλογο του βιβλίου:

 

Τα κείμενα τα οποία προσεγγίζονται σε αυτό εδώ το βιβλίο ανήκουν στην Κρητική Λογοτεχνία και ειδικότερα, τόσο στην πρώιμη περίοδο όσο και στην περίοδο της ακμής της, τη γνωστή ως Κρητική Αναγέννηση.

Στην πρώτη περίπτωση αντιστοιχούν δύο από τα ποιήματα του Λεονάρ­δου Ντελλαπόρτα, το αυτοβιογραφικό, ηθικο-διδακτικό ανεπίγραφο πολύστιχο αφηγηματικό έργο ο Διάλογος Ξένον και Αληθείας, μοναδικό και ανεπανάληπτο στιχούργημα της υστεροβυζαντινής γραμματείας και οι Στίχοι θρηνητικοί τραγωδηθέντες εν τη ειρκτή Λεονάρδου Τελλαπόρτα αδόμενοι εις τον Επιτάφιον Θρήνον. Στη δεύτερη περίπτωση, ανήκουν τα δύο διαφορετικά από γραμματολογική άποψη δημιουργήματα: το αριστούργημα της κρητικής λογοτεχνίας και μοναδικό κείμενο που αντιπροσωπεύει το είδος της μυθιστορίας, ο Ερωτόκριτος, ποίημα της ωριμότητας του Κορνάρου, και η Θυσία του Αβραάμ, ποίημα της νεότητάς του. Του πρώτου η αφηγηματικότητα δεν αμφισβητείται και του άλλου επιβεβαιώνεται, τονίζει η συγγραφέας, επαναλαμβάνοντας την άποψη ότι η Θυσία του Αβραάμ, αναγνωρίζεται ως αφηγηματικό ποίημα «με δραματικό χαρακτήρα» και «προορισμένο να διαβάζεται».

Αναγνωρίσιμο κριτήριο στα υπό εξέταση κείμενα, που προσδιορίζει και τους μεθοδολογικούς άξονες της συγκεκριμένης εργασίας, αποτελεί ο πολύστιχος αφηγηματικός τους χαρακτήρας και η στιχουργική και μετρική τους συγγένεια με τον δεκαπεντασύλλαβο στίχο του δημοτικού τραγουδιού.

Στο πλαίσιο αυτό, μελετώνται τα κείμενα από την οπτική της Θεωρίας της Λογοτεχνίας, ουσιαστικά, της αφηγηματολογίας, και ακολούθως αναζητώνται οι στιχουργικές τους σχέσεις και αποκλίσεις, με άξονα τις αρχές που ορίζει το ποιητικό σύστημα του δημοτικού τραγουδιού. Επομένως, μέσα από την παράλληλη αυτή συγκριτική προσέγγιση, που υπακούει σε ένα κοινό μεθοδολογικό άξονα, προβάλλεται ο διττός στόχος της συγγραφέα προκειμένου να αναδειχθεί η διαλεκτική σχέση των κειμένων και να προβληθεί ο πολυφωνικός χαρακτήρας της λογοτεχνίας.

Σε κάθε μία από τις θεματικές, μέσω των αντίστοιχων κειμενικών στοιχείων, προβάλλονται τα χαρακτηριστικά του αφηγηματικού τους συστήματος με τη βοήθεια των ανάλογων τεχνικών. Έτσι, με αφετηρία τη βασική αρχή της γαλλικής αφηγηματολογίας για «το ανέφικτο της αφήγησης χωρίς αφηγητή», στα κείμενα του Ντελλαπόρτα και του Κορνάρου μελετώνται κυρίως ο αφηγητής, η τυπολογία του και οι λειτουργίες που αυτός αναλαμβάνει.

Μια από τις βασικές αρετές της παρούσας μονογραφίας είναι ότι τα έργα που έχουν επιλεγεί εξετάζονται με ενιαίο τρόπο στις ακόλουθες προσεκτικά δομημένες ενότητες, οι οποίες διευκολύνουν τις απαραίτητες συγκριτικές αναλύσεις: Αφήγηση – Αφηγητής, Λειτουργίες του αφηγητή, μελέτη του Χρόνου, Λόγος-Τρόπος, Εστίαση, Περιγραφή, Μια ακόμη αφηγηματική τεχνική, Εφαρμογές της ποιητικής του δημοτικού τραγουδιού.

Αναφορικά με τον Ντελαπόρτα, αξιοπρόσεκτες είναι οι λειτουργίες που αναλαμβάνει ο αφηγητής: οργανωτική, σκηνοθετική, ρυθμιστική, επικοινωνιακή, επιβεβαιωτική, ερμηνευτική και ιδεολογική. Στην ενότητα – που απαντά μόνο εδώ – «Μια πρόσθετη αφηγηματική τεχνική», διατυπώνεται μια αναγνωστική πρόταση ανατρεπτικού πράγματι χαρακτήρα, «καθώς προβάλλεται η διακειμενική συνομιλία δύο έργων, των οποίων οι δημιουργοί ήταν αδύνατο να “συναντηθούν” ποτέ, προερχόμενοι από διαφορετικό λογοτεχνικό, αλλά και πολιτισμικό περιβάλλον». Η παράλληλη ανάγνωση του Διαλόγου του Ντελλαπόρτα και του πολύστιχου αφηγηματικού ποιήματος Ψάχω να δω μεσ’ στ’ άθωρο της λαϊκής ποιήτριας Ειρήνης Μάρκου φέρνει στην επιφάνεια εντυπωσιακά ερευνητικά αποτελέσματα.

Σχετικά με τον Ερωτόκριτο διαπιστώνεται εύστοχα ότι η παραμυθιακή δομή επιτρέπει την ανάπτυξη του τεχνάσματος της αφηγηματικής πλαισίωσης με απόλυτη φυσικότητα. Στο κεφάλαιο «Λόγος-Τρόπος» αναδεικνύονται τα είδη της ζενετικής τυπολογίας για τη συγκεκριμένη τεχνική και ερμηνεύονται οι εναλλακτικές δυνατότητες με τις οποίες ο αφηγητής διαχειρίζεται και παρουσιάζει τον λόγο των προσώπων της κάθε ιστορίας. Ο λαϊκότροπος χαρακτήρας της ποίησης του Κορνάρου εξετάζεται από νέα οπτική γωνία με έμφαση στον τρόπο που αξιοποιεί ο ιδιοφυής ποιητής τις δυνατότητες που παρέχει η γλώσσα.

Σε ό,τι αφορά τη Θυσία του Αβραάμ, αναδεικνύεται μέσα από ενδελεχείς αναλύσεις ο αφηγηματικός χαρακτήρας και η αφηγηματική ροή του έργου, ενώ καίρια είναι η διαπίστωση ότι «η “αφήγηση των λέξεων” δεσπόζει στο κείμενο και μέσω του ευθέος λόγου αποτυπώνει συγχρόνως τα γλωσσικά στοιχεία της Κρήτης». Στη θεματική της περιγραφής εντάσσονται ποιητικά μοτίβα τα οποία αναγνωρίζονται ως διακείμενο ανάμεσα στον κορναρικό λόγο και τη δημοτική ποίηση.

Η συστηματική συνεξέταση των κείμενων του Ντελλαπόρτα και του Κορνάρου έδειξε με πειστικότητα τη διαρκή διαλεκτική τους σχέση, ενώ οι διακειμενικές αναφορές, ως αποτέλεσμα επιτυχούς ενδοκειμενικής ερμηνείας, επιβεβαιώνουν, από άλλη οπτική γωνία, τους συνεκτικούς κρίκους που ενώνουν τα κορυφαία αυτά έργα της κρητικής λογοτεχνίας.

Η κ. Μυλωνάκου, στηριζόμενη σε πλούσιο θεωρητικό υπόβαθρο, όπως αποδεικνύουν και τα επίσης εξαίρετα έργα της Προσεγγίσεις στη θεωρία της λογοτεχνίας και Η αφηγηματολογία στο Δημοτικό, συνεχίζει επιτυχώς τον δύσκολο δρόμο που διάλεξε, προσφέροντας ποικίλα ερεθίσματα περαιτέρω προβληματισμού σε ερευνητές και εκπαιδευτικούς. Ακόμα και αν έχει κάποιος να προτείνει διαφορετική προσέγγιση σε επιμέρους αναλύσεις, δεν παύει να αναγνωρίζει την καθαρότητα και πειθαρχία της σκέψης της. Το παρόν έργο, αποτέλεσμα πρωτογενούς έρευνας, δείχνει, ως αυτόνομο κειμενικό είδος, κάτι το ανέλπιστα εντυπωσιακό: μέσα από τα δύσβατα μονοπάτια της πολυφωνικότητας του ποιητικού λόγου μπορεί να οδηγηθεί κανείς στο ξέφωτο της «πολυφωνικότητας» του επιστημονικού λόγου.

 

Μυλωνάκου – Σαϊτάκη Γιούλα

 

Η συγγραφέας Γιούλα Μυλωνάκου – Σαϊτάκη γεννήθηκε στη Σπάρτη. Είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και αριστούχος διδάκτωρ τον Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπηρέτησε ως φιλόλογος στη Δ.Ε. και στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Εργάσθηκε στο Π.Ι.. και ως Υπεύθυνη του Μουσείου Εκκλησιαστικής Τέχνης της Ι. Μητροπόλεως Μονεμβασίας και Σπάρτης. Υπηρέτησε ως Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων Ν. Λακωνίας (για μια δεκαετία και πλέον) και δίδαξε επί σειρά ετών τόσο σε Προγράμματα Επιμόρφωσης των Εκπαιδευτικών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΠΕΚ), όσο και στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου (Π.Δ.407).

Σήμερα, είναι μέλος ΔΕΠ του Τμήματος Φιλολογίας της Σχολής Ανθρωπιστικών επιστημών και Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, στο οποίο διδάσκει Νεοελληνική Φιλολογία, διδακτική της Λογοτεχνίας και Θεωρία της Λογοτεχνίας (με έμφαση στην Αφηγηματολογία). Γύρω από τους άξονες αυτούς στρέφονται τα επιστημονικά και ερευνητικά της ενδιαφέροντα, καθώς επίσης και σε θέματα που αφορούν τη Λαογραφία (δημοτικό τραγούδι και παραμύθι), την Παιδική Λογοτεχνία και τέλος τον πολιτισμό και την ιστορία της ιδιαίτερής της πατρίδας.

Γιούλα Μυλωνάκου – Σαϊτάκη

«Αφηγηματολογικά και άλλες αναγνώσεις»

Από την πολυφωνικότητα του ποιητικού λόγου στην κειμενικότητα της αφήγησης – Η περίπτωση της κρητικής λογοτεχνίας

 Εκδόσεις Παπαζήση, 2013 – 1016 σελ.

ISBN 978-960-02-2903

Πηγαίνοντας για ψώνια στο Ναύπλιο το 1834 – Ρεγγίνα Quack- Μανουσάκη, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

[…] Η πηγή την οποία θα ήθελα να σας παρουσιάσω, δεν είναι άγνωστη. Πρόκειται για τις επιστολές που έγραψε η νεαρή Γερμανίδα Bettina von Savigny-Σχινά (1805-1835) στους γονείς της στο Βερολίνο το 1834 και το 1835, δηλαδή τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα. Η Bettina ήταν κόρη του καθηγητή πανεπιστημίου και παγκόσμιας φήμης ιδρυτή της «Ιστο­ρικής Σχολής του Δικαίου» στο Βερολίνο Friedrich Carl von Savigny (1779- 1861). Στο σπίτι του πατέρα της η Bettina γνώρισε τον μελλοντικό σύζυγό της, τον Κωνσταντίνο Σχινά (1801-1857), που ήταν φοιτητής του von Savigny κατά τα έτη 1824-1825. Δέκα χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 1834, το ζεύγος Σχινά παντρεύτηκε στην Αγκώνα και από εκεί ήλθε στο Ναύπλιο. Οι επιστολές της Bettina είναι δημοσιευμένες σε ένα ογκώδες βιβλίο με πολύ ωραία εικονογράφηση που εκδόθηκε το 2002 στο Münster της Γερμανίας […]

Από την αρχή η Bettina δηλώνει ότι μπορεί κανείς να βρει τα πάντα στο Ναύπλιο, μόνο που όλα είναι λίγο πιο ακριβά σε σχέση με το Βερολίνο, πράγμα το οποίο η Bettina αποδίδει στο ύψος των δασμών. Σχετικά με τους δασμούς αναφέρει την εξής λεπτομέρεια: «Αν τα ασημικά μου και τα λινά μου φτάσουν πριν από το Νέο Έτος, πρέπει να τα εκτελωνίσω. Μετά θα αλλάξουν οι νόμοι. Βιβλία κ.τ.λ. είναι ελεύθερα».

 

Bettina Savigny 1805-1835 – Leben in Griechenland 1834 und 1835 (εμπροσθόφυλλο)

 

Απευθυνόμενη προς τη μητέρα της, η Bettina λέει ότι καταγράφει τις τιμές γι’ αυτήν, διότι δεν μπορεί να πάει για ψώνια μαζί της, εδώ στο Ναύπλιο. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η μητέρα της Bettina κυρία von Savigny, όταν πήγαινε για ψώνια, φρόντιζε να προσέχει ιδιαίτερα τις τιμές. Η Bettina λυπάται, επίσης, διότι η μητέρα της δεν μπορεί να τη συνοδεύσει, διότι «τα ψώνια στο Ναύπλιο», λέει, είναι «μια αληθινή χαρά», αφού οι καταστηματάρχες είναι πολύ ευγενικοί και βρίσκει κανείς ακόμα και εξωτικά προϊόντα.

Διαφορετικό ύφος από την προαναφερθείσα αναφορά προς τη βαυα­ρική Αυλή έχει και μια άλλη παρατήρηση της Bettina. Γράφει κατά λέξη:

«Βρίσκεις εδώ Γερμανούς, Άγγλους, Γάλλους, Ρώσους, Έλληνες και Ιταλούς εμπόρους. Τα καταστήματα είναι πολύ ευρύχωρα και πιο καλά εφοδιασμένα απ’ ό,τι περίμενα. Οι οίκοι Arnous, Leffmann, Feldheim, Gerold, Josty, Stobwasser έχουν όλοι αντιπροσωπίες εδώ. Και για τον μπαμπούλη μου έχει επίσης ένα ευφραντικό του οίκου Selke.» [Όλα τα παραπάνω είναι ονόματα γνωστών βερολινέζικων οινοπωλείων.] Και η Bettina συνεχίζει: «Εάν κάποιο προϊόν δεν ζητιέται τακτικά, έτσι ώστε να το παραγγέλλουν μόνο σε μικρή ποσότητα, μπορεί να λείψει καμία φορά, αλλά οτιδήποτε παραγγείλεις, φτάνει αρκετά γρήγορα, ιδιαίτερα όταν έρχεται από τη Γαλλία».

Περίπου αντίστοιχα με το συγγραφέα της αναφοράς για την οποία έγινε λόγος, η Bettina γράφει και τα ακόλουθα: «Αυτά που λείπουν είναι τα έπιπλα. Όταν φτάνει ένα πλοίο γεμάτο έπιπλα, αδειάζει πολύ γρήγορα λόγω της γενικής ζήτησης. Το κόστος της μεταφοράς και των δασμών είναι πολύ υψηλό, έτσι ώστε τα πράγματα να είναι πιο ακριβά απ’ ό,τι σε μας. Αλλά υπάρχουν και πολλά πράγματα που δεν είναι πιο ακριβά».

Στη συνέχεια η Bettina παραθέτει, σχεδόν τηλεγραφικά και κάπως ανακατεμένα, σωρεία προϊόντων με τις αντίστοιχες τιμές:

Ο πήχης είναι το μέτρο που χρησιμοποιούν εδώ. Είναι, όπως μου φαίνεται, λίγο πιο κοντός από τον πήχη του Βερολίνου, αλλά θα το επιβεβαιώσω, όταν θα φτάσει το δικό μου μέτρο. Ένας πήχης μουσελίνας για κουρτίνες διυφασμένης με πολύχρωμα λουλούδια: 1-2 δρχ. Αυτή με 2 δρχ. είναι όπως η πιο μοντέρνα στον οίκο Siegmund [στο Βερολίνο]. Λινοβάμβακο πολυ­τελείας για φορέματα: 65, 70, 80, ή και 90 λεπτά, της τελευταίας μόδας. Ολλανδικό λινό πανί: λίγο πιο ακριβό απ’ ό,τι σε μας.

Στο σημείο αυτό, που γίνεται λόγος για υφάσματα, θα ήθελα να προσθέσω μια μικρή παράγραφο που βρίσκεται σε ένα άλλο σημείο της ίδιας μακράς επι­στολής: Κάποιος εξήγησε στη Bettina πώς ράβεται η φουστανέλα [η άσπρη φούστα, όπως διευκρινίζει προς τους γονείς της] και πόσο κοστίζει:

Η φουστανέλα αποτελείται από 400 λωρίδες που είναι κομμένες λοξά και έχουν κάτω το φάρδος ενός τέταρτου του πήχη περίπου [= 16 εκατοστά του μέτρου] και επάνω το φάρδος ενός αντίχειρα [= 2 εκατοστά περίπου]. Η αμοιβή για το ράφτη είναι η εξής: Κάθε ραφή, ανάλογα με την ποιότητα του υφάσματος: 4-10 λεπτά (600 λεπτά= 1 κολονάτα). [Δηλαδή μια φουστανέ­λα κόστιζε, μόνο για το ράψιμο, από 16 μέχρι 40 δρχ.]

Στο τέλος η Bettina προσθέτει:

Οι φούστες των πιο φτωχών ίσως αποτελούνται μόνο από 200 ραφές…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης της κυρίας  Ρεγγίνας Quack – Μανουσάκη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Πηγαίνοντας για ψώνια στο Ναύπλιο το 1834.

 

Διαβάστε ακόμη:

Σε γνωρίζω…  Διάλεξη με αφορμή τα 220 χρόνια από τη γέννηση του Διονύσιου Σολωμού 


 

Διονύσιος Σολωμός

Το Σάββατο 10 Φεβρουαρίου, και ώρα 7.00 μ.μ., στην Αίθουσα Εκδηλώσεων «Οικογένειας Νίκου Μαζαράκη» του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών Ελλάδος (Πλατεία Φιλελλήνων και Όθωνος, Ναύπλιο), θα δώσει διάλεξη o Γεώργιος Κεντρωτής, Καθηγητής στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Θέμα της ομιλίας, με αφορμή τη συμπλήρωση 220 ετών από τη γέννηση του Σολωμού, θα είναι: «Ο Διονύσιος Σολωμός ως εισηγητής εθνικής γλώσσας».

Την εκδήλωση συνδιοργανώνουν ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας (ΣΦΑ) και το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ελλάδας.

 

Σύντομη περίληψη της διάλεξης

 

Ο Διονύσιος Σολωμός είναι εθνικός ποιητής, επειδή με το έργο του, ποιητικό και θεωρητικό, εισηγείται στο υπόδουλο τότε έθνος γλώσσα: είναι γλώσσα κατά βάση δημοτική, αντλημένη από την πηγή των δημοτικών τραγουδιών, που δεξιώνεται και λόγιες επιβιώσεις και δεν αποκλείει ξένες λέξεις. Η εθνική γλωσσική του πρόταση ανταποκρίνεται στο εν γένει καλλιτεχνικό ιδεώδες του περί «είδους μικτού αλλά νόμιμου». Τόσο στα ποιήματά του όσο και το θεωρητικό του κείμενο «Διάλογος» (εκεί κυρίως) στηρίζει ήδη από το 1823 με τρόπο εναργέστατο την πρότασή του. Αν το μετέπειτα προκύψαν ελεύθερο ελληνικό κράτος είχε αποδεχθεί την πρόταση του Σολωμού, θα ήταν διαφορετική η πολιτιστική πορεία του έθνους και θα είχε αποφευχθεί ο διχασμός του σε «γλωσσαμύντορες» και «μαλλιαρούς» με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα.

 

Γεώργιος Κεντρωτής

 

Γεώργιος Κεντρωτής

Ο Γιώργος Κεντρωτής γεννήθηκε στις 5.5.1958 στους Μολάους Λακωνίας. Σπούδασε Νομικά και Πολιτικές Επιστήμες στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μετεκπαιδεύτηκε στο Διοικητικό Δίκαιο με τον καθηγητή Wilfried Fiedler στο Universität des Saarlandes της Ο.Δ. της Γερμανίας, ανακηρυχθείς Διδάκτωρ Νομικής. Άσκησε επί έτη τη δικηγορία στην Αθήνα και στο εξωτερικό.

Το 1994 εξελέγη μέλος του ΔΕΠ στο ΤΞΓΜΔ του Ιονίου Πανεπιστημίου, όπου υπηρετεί ανελλιπώς έως και σήμερα. Έχει διδάξει ως προσκεκλημένος καθηγητής σε πανεπιστήμια της ημεδαπής, της Γερμανίας και της Ιταλίας. Έχει διατελέσει κατ’ επανάληψη πρόεδρος του ΤΞΓΜΔ και μέλος της Συγκλήτου του Ιονίου Πανεπιστημίου. Είναι τακτικό μέλος πολλών διεθνών επιστημονικών εταιρειών. Τα βασικά ερευνητικά του ενδιαφέροντα ανάγονται στη θεωρία και την πράξη της μετάφρασης, στη γλωσσοφιλοσοφία, στην αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή παράδοση, στην παγκόσμια λογοτεχνία και στην ελληνική γραμματεία με έμφαση στο έργο της Επτανησιακής Σχολής, στον ελληνικό υπερρεαλισμό και στη λογοτεχνία από τον Μεσοπόλεμο έως και τις μέρες μας.

Μεταφράζει στα Νέα Ελληνικά από τα Αρχαία Ελληνικά, τα Λατινικά, τα Γερμανικά, τα Ιταλικά, τα Ισπανικά, τα Γαλλικά, τα Αγγλικά, τα Ρωσικά και τα Τσεχικά. Έχει δημοσιεύσει σε μορφή βιβλίου πάνω από 60 μεταφράσεις, τρία μυθιστορήματα και τέσσερεις ποιητικές συλλογές.

Τον ενδιαφέρει ο αθλητισμός, οι εικαστικές τέχνες, η κλασική μουσική και η λαϊκή μουσική από όλον τον κόσμο, ιδιαίτερα δε το ρεμπέτικο τραγούδι, η ναπολιτάνικη καντσονέττα και το αργεντίνικο τάνγκο.

Γιαννηκέσης Άγγελος (1787;-1863)


 

Ο Άγγελος Γιαννηκέσης γεννήθηκε στη Ζάκυνθο, στην τελευταία δεκαετία της ενετικής κυριαρχίας, γύρω στα 1787, και κει θα περάσει τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, σε μια εποχή δύσκολη για την ιστορία του νησιού, όπου η μια ξένη κατοχή διαδέχεται την άλλη. Προικισμένος με οξύ και τολμηρό επιχειρηματικό μυαλό, ύστερα από μια σύντομη παραμονή του στη Μάλτα – όπου θα σχηματίσει και την πρώτη του περιουσία – θα φύγει, μαζί με τούς αδελφούς του Αναστάσιο και Διονύσιο, για την Τεργέστη, σπουδαίο τότε εμπορικό και οικονομικό κέντρο.

Είμαστε στα 1821, στις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης, κι ο Γιαννηκέσης γρήγορα θάρθει σ’ επαφή με τους πατριωτικούς κύκλους για την προετοιμασία του αγώνα. Ο αδελφός του Αναστάσιος, κυνηγημένος απ’ τις αυστριακές αρχές στην Τεργέστη και στην Ανκώνα, θα περάσει, μαζί με άλλους Ζακυνθινούς πατριώτες, στην Πελοπόννησο, για να πάρει ενεργό μέρος στους αγώνες. Ο Άγγελος θα κινηθεί στους κύκλους της Τεργέστης, της Ανκώνας, της Βενετίας και της Ζακύνθου, με το σκοπό να εξασφαλίσει οικονομικά μέσα και ηθική υποστήριξη για την ελληνική υπόθεση. Οι σχέσεις του με τον ευγενή Ζακυνθινό Διονύσιο Ρώμα – ψυχή της Φιλικής Εταιρείας – εγκαταστημένο στη Βενετία, είναι γνωστές· μέσω του Ρώμα άλλωστε εξηγείται και ο ιδιαίτερος ιδεολογικός και πολιτικός του δεσμός με τον Καποδίστρια. Αλλά η δυναμική του συμμετοχή στα ελληνικά πράγματα δεν θα τον εμποδίσει στις επιχειρηματικές του πρωτοβουλίες.

 

Άγγελος Γιαννηκέσης, έργο του A. Henning, 1858. Τεργέστη, Εταιρεία R.A.S.

 

Η Τεργέστη – όπου στα 1823 θα παντρευτεί την Δέσποινα Ράλλη -, μόνιμη πια κατοικία του, θα γίνει το κέντρο της οικονομικής του δραστηριότητας. Στα 1826 ιδρύει την «Αδριατική Τράπεζα Ασφαλειών» (Adriatico Banco di Assicurazioni) και το 1838 επεκτείνει το πρόγραμμα των εργασιών του με την «Αδριατική Ασφαλιστική Εταιρία» (Riunione Adriatica di Sicurta = R.A.S. ), που στη γενική του διεύθυνση και την αδιάκοπτη παρουσία του μέχρι το θάνατό του, στα 1863, οφείλει τη διεθνή της προβολή [1].

Με πρόταση του Γιαννηκέση, ιδρύονται στην Ελλάδα – σε μια μάλιστα περίοδο ιδιαίτερα κρίσιμη για τη διαμόρφωση του νεοσύστατου κράτους, ύστερα από αιώνες τουρκικής δουλείας – τα πρώτα υποκαταστήματα της εταιρίας· κι όχι μόνο στην Αθήνα, μα και στην Πάτρα και στο Ναύπλιο και στη Ζάκυνθο [2]. Αλλά οι δεσμοί του με την πατρίδα δεν σταματούν εδώ· ο Γιαννηκέσης ήταν γενικός πρόξενος της Ελλάδας στην Τεργέστη για πολλά χρόνια και δεν έλειψε ποτέ η γενναιόδωρη υλική και ηθική του συμμετοχή στα εσωτερικά της λαμπρής ελληνικής Κοινότητας [3]. Μια αξιέπαινη δραστηριότητα [4], για την οποία η Ελλάδα θα τον τιμήσει στα 1851 με το παράσημο του Χρυσού Σταυρού του Σωτήρος. Η τιμητική αυτή διάκριση λαμπρύνει το στήθος του στην προσωπογραφία που του έκανε ο Α. Henning στα 1858, η οποία ακόμη και σήμερα κοσμεί την αίθουσα συνεδριάσεων της έδρας της R.A.S. στην Τεργέστη [5]. Αλλά στην προσωπογραφία του Γερμανού ζωγράφου, δύο ακόμα λεπτομέρειες τραβούν την προσοχή μας: το φύλλο του χαρτιού πάνω στο τραπέζι, δεξιά, με τη γραπτή ένδειξη «Service Royal Consulat Grecque (sic) a Trieste» και η παρουσία της μαρμάρινης προτομής του Ιωάννη Καποδίστρια, στο βάθος της κόγχης, αριστερά.

Ο πίνακας, είναι δική του παραγγελία, για την κεντρική έδρα της εταιρίας R.A.S., με την παράκληση να διατηρηθεί πάντα στην αρχική του θέση. Ιδιαίτερα, λοιπόν, ενδιαφέρον είναι ότι, αν και πρόκειται για μια δημόσια και όχι ιδιωτική χρήση της προσωπογραφίας του, ο Γιαννηκέσης θεληματικά προβάλλει δύο στοιχεία που τα θεωρεί ουσιώδη και σχεδόν συμβολικά για την προσωπικότητά του: την ένδειξη μιας λειτουργίας στην υπηρεσία του ελληνικού κράτους απ’ την μια μεριά, και ενός ιδανικού και συναισθηματικού δεσμού με τον Καποδίστρια απ’ την άλλη.

Το 1850 ο σπουδαίος ζωγράφος Διονύσιος Τσόκος έχει ολοκληρώσει το έργο  «Η δολοφονία του Καποδιστρία», λάδι σε καμβά, διαστάσεων 1,85Χ1,24, παραγγελία από την Τεργέστη του Άγγελου Γιαννηκέση [6],  όταν το επίσημο Ελληνικό κράτος, πολύ αργότερα, στις 25 του Μάρτη 1933, θα τιμήσει τον πρώτο κυβερνήτη, μ’ ένα άγαλμα του Μιχ. Τόμπρου στο Ναύπλιο. Ο πίνακας βρίσκεται στα  γραφεία της Ελληνικής Κοινότητας της Τεργέστης.

 

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια. Διονύσιος Τσόκος, 1850, Λάδι σε καμβά. Ελληνική Κοινότητα Τεργέστης.

 

Ο Άγγελος Γιαννηκέσης πέθανε, στις 27 του Ιούνη 1863,  αφήνοντας στη γυναίκα του Δέσποινα Ράλλη τους πίνακες, μαζί με όλα τ’ άλλα κινητά αγαθά του και την επικαρπία των ακινήτων. Η χήρα Γιαννηκέση, που το 1878 θ’ αφιερώσει στη μνήμη του συζύγου της ένα από τα πιο ενδιαφέροντα μνημεία του ελληνορθόδοξου νεκροταφείου της Τεργέστης, έργο του γλύπτη Filippo Spaventi [7], πεθαίνει στις 30 του Δεκέμβρη 1892. Στη διαθήκη της [8] ορίζει, ανάμεσα στ’ άλλα, να πουληθεί όλη της η περιουσία με το σκοπό να συσταθεί «Ίδρυμα Αγγέλου και Δέσποινας Γιαννηκέση» που θα διαχειρίζεται η Ελληνική Κοινότητα της Τεργέστης σαν γενική κληρονόμος. Το πλούσιο διαμέρισμα των Γιαννηκέση στην οδό Campanile (σήμερα Genova) αριθ. 7 αγοράστηκε απ’ την Κοινότητα, η οποία με έξοδά της φρόντισε την εκτίμηση και την πώληση των πινάκων. Τότε πρέπει να πέρασε στην ιδιοκτησία της Κοινότητας και το έργο του Διονύσιου Τσόκου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] [Σημείωση Αργολικής Βιβλιοθήκης]: Η R.A.S. το  1964. Έγκριση των 125ων οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας: η παραλαβή των ασφαλίστρων RAS ξεπέρασε τα 45 δισεκατομμύρια ITL, ενώ η συνολική αξία του ομίλου ανήλθε σε 140,3 δισεκατομμύρια ιταλικές λίρες.Το οργανωτικό δίκτυο του ομίλου RAS περιλαμβάνει 260 τμήματα, υποκαταστήματα και γραφεία, 8500 υπαλλήλους, 12.000 γραφεία, 31.000 εργαζόμενους.

[2] Βλ. Nel Primo Centenario κ.τ.λ., ό.π. σελ. 376 κ.ε.

[3] Βλ. τις φορητές ασημένιες εικόνες του Αγίου Σπυρίδωνος κα του Αγίου Νικολάου, στο τέμπλο της ορθόδοξης εκκλησίας του Αγ. Νικολάου της Τεργέστης, του εργαστηρίου του G.B. Fantini της Βενετίας, αφιερώματα του Α. Γιαννηκέση στα 1839 και 1856 (Δελτ. Χριστ. Εταιρίας, 1911, σελ. 63 και Νέα Σιών, Ζ’, 1910, σελ. 433).

[4] [Σημείωση Αργολικής Βιβλιοθήκης]: Όταν το 1851 το Δημοτικό Συμβούλιο Ανδρίτσαινας αποφάσισε την ανέγερση κτηρίου για τη στέγαση του Δημοτικού Σχολείου και γι’ αυτό το λόγο όρισε επιτροπή αποτελούμενη από τον Αλέξανδρο Ραγκαβή, Κωστή και Χαράλαμπο Χριστόπουλο, για διενέργεια εράνου. Η επιτροπή με ενέργειες πάντα του Χαράλαμπου Χριστοπούλου, έλαβε ως πυρήνα τη δωρεά Γιαννηκέση. Ο Άγγελος Γιαννηκέσης πρόξενος της Ελλάδος στην Τεργέστη είχε διαθέσει το μισθό του στον Ραγκαβή, που τον είχε διορίσει πρόξενο. Ο Ραγκαβής κατάθετε το μισθό του Γιαννηκέση στην Τράπεζα. Ο Χαράλαμπος Χριστόπουλος ως υπουργός των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας εκπαιδεύσεως, πέτυχε η δωρεά Γιαννηκέση να διαθέτει αποκλειστικά στην Ανδρίτσαινα. Γι’ αυτό προκάλεσε το από 15 Ιουλίου 1858 Διάταγμα. Στις 12 Ιουλίου 1861 έγινε άλλο διάταγμα, που ο μισθός Γιαννηκέση 18 χιλιάδες δραχμές, «διετίθετο υπέρ αποκαταστάσεως της δωρηθείσης εις τον Δήμον Ανδριτσαίνης βιβλιοθήκης υπό του Αγαθόφρονος Νικολοπούλου και της ιδρύσεως εκπαιδευτηρίου». Η επιτροπή διενέργησε πανελλήνιο έρανο και συνέλεξε το ποσό των 50.000 δραχμών και το κατέθεσε στην Εθνική Τράπεζα. (Ιωάννης θ. Γαργαλιάνος, «Η βασική εκπαίδευση στην Ηλεία τον 19ο αιώνα», Διδακτορική Διατριβή, Ιωάννινα 2014, σελ. 182).

[5] Βλ. Nel Primo Centenario, ό.π., πίνακας ε.κ. Ο πίνακας ( 0,88Χ1,09 ) έχει την υπογραφή του καλλιτέχνη (Thieme Becker, ό.π., XVI, 1923, σελ. 405 κ.ε.) δεξιά με κόκκινο χρώμα.

[6] Σύμφωνα με την προφορική παράδοση που η χήρα και οι κόρες του ζωγράφου Διονύσιου Τσόκου άφησαν στον εγγονό τους κ. Ιωάννη Καζιλάρη.

[7] Βλ. Thime-Becker, ό.π., XXXI, 1937, σελ. 338.

[8] Η διαθήκη γράφτηκε στις 4 του Ιούλη 1889 και δημοσιεύτηκε στις 30 του Σεπτέμβρη 1892 στην I.R. Pretura Urbana Civile της Τεργέστης. Αντίγραφο της υπάρχει στην Ελλ. Κοινότητα. Το άρθρο 29 είναι σχετικό με τους πίνακες, για τους οποίους βλ. και Πρωτ. 2313 της 17/2/1893, 2348 της 4/3/1893, 2393 της 27/4/1893, και 3142 της 28/12/1895 του αρχείου της Κοινότητας. Βλ. Archivio di Stato di Trieste, Tribunale Provinciale Atti Civili, Busta 1004: Κατάλογος πινάκων όπου αναφέρεται και η «Δολοφονία» της Τεργέστης.

 

Πηγή


  • Κατερίνα Σπετσιέρη – Beschi , «Η Δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια και ο ζωγράφος Διονύσιος Τσόκος», περιοδικό Ζυγός αρ.22-23, Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος, 1976.

 

Ναύπλιο: Από την Τειχισμένη Μεσαιωνική Πόλη στην Ανοικτή Πόλη του 19ου αιώνα (1828-1870) – Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

«Όμως αυτό το κάστρο, όπου ευρίσκεται εις το Ανάπλι, το οποίον ονομάζεται των Τόρων, ήτο πέτρα βουνόπουλον, το οποίον φαίνεται εις την σήμερον, έρημον, χωρίς κανένα κτίσμα και ήταν η ευεργεσία των αρχόντων […] πλην η κάτω χώρα τ’ Αναπλιού όπου φαίνεται την σήμερον κτισμένη γύρωθεν, την έκτισαν οι Βενετσάνοι με τείχη σίγουρα και στερεά». Ποια άλλη περιγραφή μπορεί να δώσει με τόση δύναμη κι ομορφιά την εικόνα της χερσονήσου μέχρι τα τέλη περίπου της φραγκικής κυριαρχίας (1212-1389) από αυτή του Μητροπολίτη Μονεμβασίας Δωρόθεου στο περίφημο «Χρονικό» του (1631). Τ’ Ανάπλι «ήτο πέτρα βουνόπουλον». Μια πέτρα απόκρημνη και απρόσιτη από το νότο και τη δύση, προσιτή από το βορρά, απ’ όπου κατηφόριζε ομαλότερα προς τη θάλασσα μέχρι τις παρυφές του λόφου, εκεί όπου σήμερα εί­ναι ο Ψαρομαχαλάς «χωρίς κανένα κτίσμα». Την κάτω χώρα, την κάτω πόλη, την έκτισαν σταδιακά οι Βενετσιάνοι επεκτείνοντας την ξηρά με συνεχείς προσχώσεις, έως ότου αποκτήσει τη σημερινή της μορφή, ή σχεδόν τη σημερινή της μορφή:

 

Ο αφέντης του τόπου ήγουν ο Βενετσάνος με τον λαόν ομού του Αναπλίου έκαμαν πάσαν οικονομίαν και έκτισαν τριγύρου τείχη καθώς φαίνονται έως την σήμερον· και μέσα όπου ήταν η θάλασσα έως κάτω εις την ρίζαν των κάστρων των βουνών έκαμαν πάσαν τέχνην και έβγαλαν την θάλασσαν, δι­ότι ήταν ολίγη και έρριψαν χώμα πολύ και εκαταπλάκωσαν την θάλασσαν, και έκτισαν επάνω σπίτια […] σπίτια εύμορφα […] και εγέμισεν ο τόπος εκκλησίαις και οσπίτια, όπου τα έχουν μέσα τα τείχη περιπεπλεγμένα και έκαμαν και Παλάτι του Αφεντός και Φόρον, διότι εις την κάτω χώραν ήταν ολίγα οσπίτια κτισμένα εκεί όπου ήταν ξηρά.

Η μορφή που παίρνει ο πολεοδομικός ιστός της πόλης στα επόμενα χρόνια, η κλίμακα, η έκταση και η όλη συγκρότησή του γενικότερα, εξαρτάται άμεσα από την ιδιαίτερη τοπογραφία της χερσονήσου και τα δύο μεγάλα της κάστρα: την Ακροναυπλία, της οποίας ίχνη των πρώτων οχυρώσεων των προχριστια­νικών χρόνων συναντάμε στη βάση των ενετικών τειχών, και το πολύ νεότερο κάστρο του Παλαμηδίου, που κτίστηκε στις αρχές του 18ου αιώνα.

Η οχύρωση του Ναυπλίου ακολουθεί, όπως είναι φυσικό, το βενετσιάνι­κο μοντέλο της οχυρωμένης χερσονήσου. Ένα εξαιρετικά καλά οχυρωμένο κάστρο στην κορυφή, το οποίο από κατοικία του άρχοντα και των ευγενών σταδιακά μεταβάλλεται σε στρατιωτικές, και μόνο, εγκαταστάσεις, η τάφρος που αποκόπτει τη χερσόνησο από την ξηρά, ώστε να εξασφαλίζεται ο έλεγχος εισόδου στην πόλη, και τα επιθαλάσσια τείχη. Αυτά σε πρώτη φάση ταυτίζονται με τα τείχη του ίδιου του κάστρου της Ακροναυπλίας, για να καταλήξουν μετά τις επιμελημένες προσχώσεις χαμηλά, κοντά στη νέα ακτογραμμή. Προμαχώνες και πύργοι προστατεύουν τόσο την Πύλη της Ξηράς, εκεί όπου βρίσκεται η τάφρος, όσο και τις τρεις άλλες πύλες της πόλης, την Πύλη του Γιαλού, την Πύλη της Πλατείας και την Πύλη των Φούρνων.

 

Ναύπλιο – Η πύλη της Ξηράς, c.1840. Drawing, pencil & watercolour on paper. Ανυπόγραφο.

 

Η οχύρωση της πόλης της Α΄ Βενετοκρατίας συμπληρώνεται με ένα πρώτο τεχνητό λιμενοβραχίονα στη βορειοδυτική γωνία της Ακροναυπλίας και τον Προμαχώνα των Πέντε Αδελφιών. Οχυρώνεται τότε για πρώτη φορά το Μπούρτζι (Καστέλι) στο νησάκι στ’ αριστερά του λιμανιού, ώστε να προστατεύει την είσοδο του λιμανιού (porto cadena).

Η επόμενη οχυρωματική φάση χρονολογείται στην περίοδο της Β΄ Βενε­τοκρατίας (1686-1715) με την οχύρωση του Παλαμηδίου: οκτώ αυτοδύναμοι προμαχώνες που αλληλοϋποστηρίζονται, αλλά και αλληλοπροσβάλλονται, αν χρειαστεί. Η κατοίκηση της Ακροναυπλίας απαγορεύεται. Η κάτω πόλη αποκτά τη μορφή που διατηρούσε μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Τα δύο όρια, λοιπόν, η Ακροναυπλία προς νότο και η θάλασσα προς βορρά, και κατά πολύ λιγότερο το Παλαμήδι και η πέραν της Πύλης της Ξηράς στεριά καθορίζουν το σχήμα της κάτω πόλης, ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο περίπου, το οποίο εκφυλίζεται σε μια τραπεζοειδή απόληξη προς δυσμάς. Η πόλη, δηλαδή, βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο φυσικά όρια-εμπόδια που καθορίζουν και το μέγιστο όριο της συνολικής της έκτασης.

Μέσα σ’ αυτά τα όρια διαμορφώνεται η κάτω πόλη. Εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς σήμερα τρεις παράλληλες σ’ αυτήν ζώνες. Μία πρώτη που ξεκινά από τα τείχη της Ακροναυπλίας και φθάνει μέχρι τη σημερινή οδό Παπανικολάου – Καποδιστρίου, μία δεύτερη που αρχίζει από την οδό Παπα­νικολάου – Καποδιστρίου και φθάνει μέχρι τη σημερινή οδό Αμαλίας, όπου βρίσκονταν τα επιθαλάσσια τείχη, και μια τρίτη έξω από τα τείχη, που καταλήγει στην παραλία. Αυτή η τρίτη, η τελευταία, εξακολουθούσε να επεκτείνεται σταδιακά μέχρι και τον 20ό αιώνα.

Στην πρώτη ζώνη η μορφολογία του εδάφους επηρεάζει ιδιαίτερα τη διαμόρφωση του πολεοδομικού ιστού. Μία ζώνη με πλάτος περίπου 110μ. και μήκος περίπου 600μ., όπου οι δρόμοι, τα οικοδομικά τετράγωνα και τα οικόπεδα ακολουθούν τις κλίσεις του εδάφους. Οι δρόμοι είναι μικροί και στενοί, τρέχουν κατά μήκος των ισοϋψών και διακόπτονται από μικρούς κάθετους βαθμιδωτούς δρομίσκους, δρομόσκαλες, που εξασφαλίζουν την κάθετη προς τις καμπύλες κίνηση. Είναι η περιοχή του Ψαρομαχαλά: η πιο παλιά ζώνη, η πρώτη ζώνη που κατοικήθηκε έξω από τα τείχη, τότε που η θάλασσα έφτανε στις ρίζες της Ακροναυπλίας. Από αυτούς τους πρώτους κατοίκους, ψαράδες ως επί το πλείστον, κρατάει ακόμα και σήμερα η περιοχή, αιώνες ύστερα, το όνομά της «Ψαρομαχαλάς». Η περιοχή διατηρεί έντονα τα στοιχεία ενός γραφικού τοπίου. Η χάραξη του ρυμοτομικού ιστού – μικροί με μεταβαλλόμενο πλάτος οδοί, ακανόνιστα πλατώματα, αμβλείες ή οξείες γωνίες, ευρηματι­κές λύσεις που μαρτυρούν τον τρόπο που οι ερασιτέχνες τεχνίτες λύνουν τα εκάστοτε προβλήματα που αντιμετωπίζουν – δίνει στην περιοχή ένα ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ύφος. Είναι η παλαιότερη κατοικημένη περιοχή της πόλης. Η σημερινή μορφή της, απαράλλακτη σχεδόν με εκείνη που συνάντησε ο Καποδίστριας και ο Όθων, όταν εγκαταστάθηκαν εκεί, παραμένει αναλλοίωτη, όπως διαμορφώθηκε στα χρόνια της Α΄ Βενετοκρατίας, όταν ο πληθυσμός της πόλης πλησίαζε τους 10.000 κατοίκους. Ισόγεια, διώροφα και τριώροφα κτήρια. Κάποια από αυτά ξεχωρίζουν· είναι αυτά που στέγαζαν, πιθανότατα, κρατικές υπηρεσίες· είναι το τμήμα που έχει υποστεί τις λιγότερες αλλαγές στο πέρασμα του χρόνου.

 

Έσπερος Λιψίας, Το Ναύπλιο, 1881.
Μια χαρακτηριστική περιγραφή της πόλης στο ίδιο έντυπο: «Το Ναύπλιον είναι σήμερα πόλις μικρά μόλις περιέχουσα επτά χιλιάδων ψυχών. Αλλά το όνομα αυτής συνδέεται στενά προς την ιστορίαν των μεγάλων υπέρ ανεξαρτησίας αγώνων και των πρώτων χρόνων της ελευθερίας […]. Η πόλις είναι καθαρά, καλώς εστρωμένη και διατηρεί μέχρι σήμερον την όψιν μικράς πρωτευούσης· αι οικίαι είναι κομψαί, λιθόκτισται, παρέχουσαι όψιν αναπαύσεως και πολιτισμού. Ό,τι όμως κυρίως καθιστά το Ναύπλιον αξιοπερίεργον είναι τα οχυρώματα αυτού τα οποία είναι μία των λαμπροτέρων του μεσαίωνος αναμνήσεων».

 

Η δεύτερη ζώνη αναπτύσσεται παράλληλα προς την πρώτη, προς βορρά, οριοθετείται από τις σημερινές οδούς ΣπηλιάδουΣταϊκοπούλουΠλαπούτα και καταλήγει στα επιθαλάσσια τείχη. Το μέσο πλάτος της είναι περίπου 70μ. και το μήκος της 600μ. Παρόλο που δεν έχουν βρεθεί αρχειακά τεκμήρια, η διαμόρφωσή της μαρτυρεί την ύπαρξη πολεοδομικού σχεδίου. Είναι η πόλη που περιγράφει ο Μητροπολίτης Μονεμβασίας Δωρόθεος. Καθώς το μεγαλύτερο μέρος της αποτελείται από προσχώσεις, ήταν σχετικά εύκολο να δημι­ουργηθεί ένα «κανονικότερο» οδικό δίκτυο. Διατηρούνται όμως κι εδώ πολλά από τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης ζώνης, αφού αποτελεί ουσιαστικά τη φυσική της συνέχεια και προέκταση. Τόσο στους δρόμους, συχνά στενούς κι αδιέξοδους, όσο και στη δημιουργία των οικοδομικών τετραγώνων, τα σχήματα των οποίων πλησιάζουν το ορθογώνιο, το στοιχείο της γραφικότητας κυριαρχεί.

Η Πλατεία Συντάγματος, η μεγάλη κεντρική πλατεία της πόλης, πρέπει να ταυτίζεται με τον βενετικό «φόρο». Εδώ, άλλωστε, οδηγεί και ο παλαιότερος κεντρικός δρόμος της πόλης, που ξεκινώντας από την Πύλη της Ξηράς καταλήγει στην πάνω πλευρά της Πλατείας, ενώ ο δεύτερος κεντρικός δρόμος, ο πλατύς δρόμος, η πλατιά ρούγα, η σημερινή Βασιλέως Κωνσταντίνου, λίγα μέτρα πιο πέρα, καταλήγει και πάλι στην Πλατεία αυτή. Οι οικοδομές εδώ είναι μεγαλύτερες, τριώροφες ή τετραώροφες, με αυστηρή μορφολογία. Είναι οικοδομές που σχεδιάστηκαν, αν όχι από αρχιτέκτονα πολιτικό μηχανικό, πάντως από στρατιωτικό οχυρωματοποιό.

Στη ζώνη αυτή βρίσκονται όλες σχεδόν οι πλατείες του σημερινού ιστορικού κέντρου. Οι τέσσερις παλαιότερες, η Πλατεία του Πλατάνου, η Πλατεία του Αγίου Γεωργίου, η Πλατεία του Αγίου Σπυρίδωνα και η Πλατεία του Αγί­ου Αναστασίου, υπήρχαν ήδη από τα χρόνια της Βενετοκρατίας, ενώ οι άλλες τέσσερις, η Πλατεία του Αγίου Νικολάου, η Πλατεία Σπηλιάδη, η Πλατεία της Αγοράς και των Τριών Ναυάρχων, δημιουργήθηκαν μετά την απελευθέρωση. Ο τρόπος που είναι σχεδιασμένες, μαρτυρεί τον Βενετό σχεδιαστή τους. Τις συναντάς ξαφνικά εκεί που περπατάς στο πλάι του δρόμου, στο τέλος από ένα μικρό σοκάκι. Η διακόσμησή τους, και κυρίως οι κρήνες που συναντάμε σ’ αυτές, παραπέμπει στην περίοδο της τουρκικής κατάκτησης. Σε κάθε μία υπάρχει και μία εκκλησία που κάποτε μετατράπηκε σε τζαμί ή ένα τζαμί που μετατράπηκε σε εκκλησία (δεν είναι πάντα εύκολο να προσδιορι­στεί αυτό), και ένα ή περισσότερα δημόσια κτήρια. Αναμφισβήτητα πάντως η δεύτερη ζώνη του Ναυπλίου, από τους πρόποδες του βράχου μέχρι και τα τείχη, ήταν – και κατά ένα μεγάλο μέρος είναι ακόμη – η σημαντικότερη ζώνη του Ναυπλίου.

Η τρίτη, τέλος, οικιστική ζώνη που αναπτύσσεται και αυτή παράλληλα με τις δύο προηγούμενες, έχει πλάτος 100μ. και μήκος 200μ. Εδώ το έδαφος είναι οριζόντιο επίπεδο. Η ζώνη αυτή που άρχισε να δημιουργείται έξω από τα επιθαλάσσια τείχη ήδη από τα χρόνια της Β΄ Βενετοκρατίας, θα πάρει την οριστική της μορφή μετά την απελευθέρωση και την κήρυξη της πόλης ως πρωτεύουσας της Ελλάδας…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης της κυρίας  Μάρως Καρδαμίτση – Αδάμη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ναύπλιο – Από την Τειχισμένη Μεσαιωνική Πόλη στην Ανοικτή Πόλη του 19ου αιώνα (1828-1870)

 

Διαβάστε ακόμη:

Το έργο του Wulf Schaeffer για το Ναύπλιο

Η κατάσταση στο Ναύπλιο στις αρχές του 1833.

Ρωξάνδρα Σ. Στούρτζα – Η Αγαπημένη του Ιωάννη Καποδίστρια


 

«Ιωάννη, δεν ξέχασα ποτέ τον όρκο που κάναμε μαζί εκείνη την οδυνηρή ώρα της ζωής μας… Τον τήρησα, στην ουσία. Η αθέτησή μου ήταν αναγκαστική. Το ξέρεις. Ήταν ακόμη μια θυσία για σένα. Αν δεν δεχόμουν να παντρευτώ τον εξάδελφο της αυτοκράτειρας, θα σου προκαλούσα προβλήματα στο ύψιστο και υπεύθυνο αξίωμα που σου προσέφερε ο τσάρος. Ήταν μια αναγνώριση της αξίας σου. Η τιμή ήταν για εκείνον, που την αξιοποίησε για το καλό της χώρας του… Για μένα όμως ήταν μεγάλη θυσία!..», έγραφε η Ρωξάνδρα σε ένα από τα «σκόρπια φύλλα» του ημερολογίου της. Ο όρκος που είχαν πάρει, τη στιγμή που αποφάσιζαν να μη δικαιώσουν την αγάπη και την απέραντη εκτίμηση που τους συνέδεε με ένα γάμο, γιατί εκείνος είχε αποφασίσει να αφιερώσει όλες του τις ενέργειες για την απελευθέρωση και την ανοικοδόμηση της Ελλάδας, ήταν να αφιερώσουν τη ζωή τους «στη μόρφωση των Ελληνοπαίδων και στην απελευθέρωση της Πατρίδας». [1]

Ρωξάνδρα Στούρτζα.

Κόρη του Σκαρλάτου Στούρτζα, πάμπλουτου Έλληνα από το Ιάσιο της Μολδαβίας, και της Σουλτάνας Μουρούζη, κόρης του ηγεμόνα της Μολδαβίας, πρίγκιπα Κωνσταντίνου Μουρούζη, η Ρωξάνδρα γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 22 Οκτωβρίου 1786. Σύντομα ο Σκαρλάτος Στούρτζας αποφάσισε να εγκαταλείψει το Ιάσιο και να εγκατασταθεί στη Λευκορωσία, σε πύργο που έκτισε για την πολυμελή οικογένειά του, μέσα σε τεράστια εδαφική έκταση. Όταν τα πέντε του παιδιά μεγάλωσαν αρκετά, εγκαταστάθηκε οριστικά στην Πετρούπολη, ώστε να μπορέσουν να τελειοποιήσουν τις σπουδές τους. Ο ίδιος διορίστηκε στη θέση του συμβούλου Επικράτειας στην Αυλή του αυτοκράτορα Αλεξάνδρου Α’. Όταν η Ρωξάνδρα έκλεισε τα 19 της χρόνια, ο πατέρας της τη σύστησε στην αυτοκρατορική Αυλή του Αλεξάνδρου και της Γερμανίδας συζύγου του Ελισάβετ. Η συγκροτημένη προσωπικότητά της και η ευγένεια του χαρακτήρα της κέρδισαν αμέσως την εκτίμηση όλων των αυλικών. «Στους υψηλούς κύκλους της Αυτοκρατορικής Αυλής… Πρίγκιπες και Δούκες και αξιωματούχοι και σοφοί ζητούσαν τη γνώμη της και τη φιλία της… Έλεγαν ότι κατείχε ένα μυστηριώδες κλειδί, που άνοιγε όλων τις καρδιές και ότι η εμπιστοσύνη που ενέπνεε επάξια τη δικαίωνε στην εκτίμηση όλων…», έγραφε ο κατά πέντε χρόνια νεότερος αδελφός της Αλέξανδρος στις αναμνήσεις του για την αδελφή του Ρωξάνδρα. Η κόμισσα Λίβεν (Lieven) επισήμανε αμέσως την αξία της Ρωξάνδρας και εισηγήθηκε να προσληφθεί ως κυρία επί των τιμών στα ανάκτορα.

Ο Κωνσταντίνος Μουρούζης, ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας και παππούς της Ρωξάνδρας Στούρτζα. Ελαιογραφία, έργο της Ελένης Προσαλέντη, 1904. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Κατόπιν προσκλήσεως του αυτοκράτορα Αλεξάνδρου, ο οποίος εκτιμούσε τις σπάνιες διπλωματικές του ικανότητες, έφτασε το 1809, για πρώτη φορά στην Πετρούπολη, ο Κερκυραίος κόμης Ιωάννης Καποδίστριας. Ο τσάρος τον διόρισε αμέσως στο υπουργείο Εξωτερικών. Την ίδια χρονιά, ο Καποδίστριας γνώρισε τη Ρωξάνδρα. Η οικογένεια Στούρτζα παρέθετε, στο μέγαρό τους στην Πετρούπολη, δύο επίσημα γεύματα την εβδομάδα, στα οποία συχνά παραβρισκόταν και ο Καποδίστριας. Το ίδιο συχνά φιλοξενούνταν και στους ξενώνες του μεγάρου μαζί με άλλους φιλοξενούμενους. Η Ρω­ξάνδρα ερωτεύθηκε αμέσως το νεαρό Έλληνα διπλωμάτη με τη μελαγχολική έκφραση και την απόμακρη συμπεριφορά. Τον θεωρούσε όμως τόσο ανώτερό της, ώστε δεν τόλμησε ποτέ να του εκφράσει τα συναισθήματά της. «Ο κόμης Καποδίστριας», έγραφε στα Απομνημονεύματά της, [2] «ανήκει στους σπάνιους ανθρώπους, των οποίων η γνωριμία σημειώνει σταθμό στη ζωή εκείνων που τον γνωρίζουν». [3] Επί τρία ολόκληρα χρόνια οι δύο νέοι έκαναν μακρές συζητήσεις και γνωρίζονταν όλο και καλύτερα. Η σχέση τους όμως δεν ξεπέρασε τα όρια μιας βαθιάς φιλίας και μιας ακόμη βαθύτερης αλληλοεκτίμησης. Ο νεαρός Καποδίστριας είχε αποφασίσει να αφιερώσει τη ζωή του στην Ελλάδα, όπως φαίνεται από ένα γράμμα προς τον πατέρα του, όπου γράφει ότι δεν θα ήθελε να ζήσει και να πεθάνει στη Ρωσία, αλλά να υπηρετήσει τα συμφέροντα της πατρίδας του. Το Σεπτέμβριο του 1811 ο Καποδίστριας διορίστηκε στη ρωσική πρεσβεία στη Βιέννη και το Μάρτιο του 1812 διευθυντής της Γραμματείας του Διπλωματικού Τμήματος στο Βουκουρέστι. Μετά τη μάχη της Λιψίας τον Οκτώβριο του 1813, ο τσάρος τον διόρισε υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας και του ανέθεσε να λύσει το πρόβλημα της πολιτικής ενοποίησης της Ελβετίας, ένα πρόβλημα που δεν είχαν κατορθώσει να λύσουν όλοι οι άλλοι Ευρωπαίοι διπλωμάτες. [4]

Ρωξάνδρα Στούρτζα – Edling Λιθογραφία. Από την συλλογή του Πρίγκιπος Anatole Gagarine

Μετά την αναχώρηση του Καποδίστρια από την Πετρούπολη, η Ρωξάνδρα ένιωθε «απέραντη μοναξιά… Εκείνος, ο Ένας, ο Μόνος είναι τόσο μακριά μου…» έγραφε στα Απομνημονεύματά της. Ένιωθε την ανάγκη να φύγει από την πνιγηρή ατμόσφαιρα της Αυλής, να ταξιδέψει στην Ευρώπη, να Βρεθεί κοντύτερα στον αγαπημένο της, να τον ιδεί ακόμη μία φορά. Σύντομα ο πόθος της πραγματοποιήθηκε, όταν συνόδευσε την αυτοκράτειρα Ελισάβετ στο ταξίδι της στη Γερμανία για να συναντήσει την οικογένειά της. Στην πόλη Brouchsal η Ρωξάνδρα έλαβε το πρώτο γράμμα από τον Καποδίστρια, έπειτα από το μακρόχρονο χωρισμό τους, θα ακολουθούσαν και άλλα. Το φθινόπωρο του 1814 θα άρχιζε στη Βιέννη το Συνέδριο για την τύχη της μεταναπολεόντειας Ευρώπης. Εκεί, της είχε γράψει, θα τη συναντούσε. Η Ρω­ξάνδρα έφτασε πρώτη στη Βιέννη, όπου συναντήθηκε με τους γονείς της. Στο μέγαρο της οικογένειας Στούρτζα τη συνάντησε ο Καποδίστριας. Εκεί γράφτηκε ο δραματικός επίλογος της ανεκπλήρωτης αγάπης τους: η συμφωνία τους να μείνουν πάντα φίλοι, να συνεχίσουν τους αγώνες τους για την απελευθέρωση της πατρίδας και για τη μόρφωση των Ελληνοπαίδων, να προετοιμάσουν το μορφωμένο ανθρώπινο δυναμικό που θα επάνδρωνε το ελληνικό κράτος μετά την απελευθέρωση. Εκείνος τη βεβαίωσε ότι δεν θα παντρευόταν ποτέ καμία άλλη γυναίκα, γιατί πίστευε ότι έπρεπε μόνος να βαδίσει το δρόμο «της προσφοράς και της θυσίας προς την Πατρίδα», έγραφε η Ρωξάνδρα στα Απο­μνημονεύματά της. [5] Εκείνη όμως έπρεπε να παντρευτεί. «Απόφαση αβάσταχτης θυσίας» από τη δική της πλευρά. Παντρεύτηκε τον κόμητα Εντλινγκ (Edling), εξάδελφο της τσαρίνας, υπουργό των Εξωτερικών στην Αυλή της Βαϊμάρης, έναν άνθρωπο που δεν αγάπησε ποτέ της. Έπεισε το σύζυ­γό της να εγκατασταθούν στη Λευκορωσία, όπου βρίσκονταν τα πατρικά της κτήματα, μακριά από την Πετρούπολη, τη γεμάτη με τις αναμνήσεις του αγαπημένου της Ιωάννη.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, μεγάλος πλατωνικός έρωτας της Ρωξάνδρας. Προσωπογραφία από το Ρώσο ζωγράφο Orest . A. Kiprenski (1782-1836), Ρώμη 1819.

Όσο διάστημα έμενε στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, η Ρωξάνδρα συνεργάστηκε με τον Καποδίστρια, δημιουργικά και αποτελεσματικά, για την πραγμάτωση του όρκου τους που αφορούσε την εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων. Η Ρωξάνδρα έγινε από τα ενεργά και δραστήρια μέλη της «Φιλομούσου Εταιρείας» της Βιέννης, την οποία είχε ιδρύσει ο Καποδίστριας το 1815, με κύριο στόχο την εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων και την απελευθέρωση της πατρίδας με τη διεθνοποίηση του ελληνικού προβλήματος, που οι Ευρωπαίοι διπλωμάτες προσπαθούσαν να παραμερίσουν για να μη συγκρουστούν με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Ρωξάνδρα έγινε η στοργική μητέρα όλων των Ελλήνων που σπούδαζαν με χορηγίες του Καποδίστρια και της «Φιλομούσου Εταιρείας» σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Το μέγαρό της στη Βαϊμάρη έγινε κέντρο συγκέντρωσης των Ελλήνων σπουδαστών. Φρόντιζε για τη διαμονή τους και τις σπουδές τους, για την υγεία τους και τη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους. Ενδεικτικό παράδειγμα της δραστηριότητας αυτής είναι η ιστορία του σπουδαστή Ιωάννη Παπαδόπουλου. Όταν ο νέος μετέφρασε από τα γερμανικά στα ελληνικά το έργο του Γκέτε Ιφιγένεια η εν Ταύροις, το 1818, η Ρωξάνδρα χορήγησε την έκδο­σή του, και όταν τον επόμενο χρόνο ο νέος αρρώστησε από φυματίωση, τον φρόντισε και του παρείχε όλα τα μέσα θεραπείας. Ο θάνατός του τη συγκλόνισε σαν μητέρα, εκείνη που δεν βίωσε ποτέ τη μητρότητα σε προσωπικό επίπεδο. [6]

 

Στούρτζα Ρωξάνδρα (1786-1844)

 

Μετά το γάμο της, με εισήγηση του Ιωάννη Καποδίστρια, ο τσάρος Αλέξανδρος παραχώρησε στη Ρωξάνδρα Στούρτζα – Εντλινγκ δέκα χιλιάδες ρωσικές δεκατίνες (100 χιλιάδες στρέμματα) «ερήμου και ακάρπου» γης, πέρα από τις κοιλάδες του Δνείπερου ποταμού, στη Βεσσαραβία, όπου κατοικούσαν νομάδες λαοί και σκηνίτες Τάρταροι σε πρωτόγονες συνθήκες ζωής, ως «ανταμοιβήν των υψηλών υπηρεσιών της στην αυτοκρατορικήν Αυλήν». Σε αυτή την άγονη έκταση, στην οποία προστέθηκαν ακόμη 60 χιλιάδες στρέμματα, τα οποία ο τσάρος είχε παραχωρήσει στον αδελφό της Αλέξανδρο και τα οποία η ίδια είχε αγοράσει, αφιέρωσε η Ρωξάνδρα τις ενέργειές της και μετέτρεψε «τον πόνο της καρδιάς της… σε έργο αγάπης για τους συνανθρώπους της…», έγραφε ο αδελφός της. Πράγματι, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, «η μεγαλεπήβολος εκείνη ψυχή» μετέτρεψε την άγονη εκείνη γη σε ένα εύφορο και προσοδοφόρο κτήμα, γνωστό με το όνομα Μανζύριο. Τεράστιες φυτείες με οπωροφόρα δένδρα, αμπελώνες, λαχανόκηποι, καλλιέργειες με σιτάρια και όσπρια, μελισσοκομεία, λιβάδια, όπου έβοσκαν χιλιάδες αιγοπρόβατα και αγελάδες, άλλαξαν το πρόσωπο της έρημης εκείνης γης. «Εκχέρσωσε ακαλλιέργητες εκτάσεις, έφερε νερό στην ακατοίκητη περιοχή, έκτισε κατοικίες στις κοιλάδες, ανάμεσα στους λόφους, και εγκατέστησε στις εκτάσεις αυτές πλήθος από οικογένειες εργατών, που τους πλήρωνε, γεωργούς, κτηνοτρόφους, φυτοκόμους, ποιμένες, εργάτες, οικοδόμους, τεχνίτες και άλλους παντοίας φυλής και γλώσσης κατοίκους και την ανέδειξεν καλήν αποικία», έγραφε για τη Ρωξάνδρα ο βιογράφος του αδελφού της Κωνσταντίνος ο εξ Οικονόμων. [7] Μέσα σ’ αυτή την αποικία, η Ρωξάνδρα έκτισε ορθόδοξο ναό για τον εκκλησιασμό των οικογενειών του κτήματος και των κατοίκων από τα γύρω χωριά της Βεσσαραβίας. Νοσοκομείο με γιατρούς και φαρμακείο, στο οποίο νοσηλεύονταν δωρεάν οι ένοικοι του Μανζυρίου και οι περίοικοι, σχολείο, όπου φοιτούσαν δωρεάν αγόρια και κορίτσια, ξενώνα, πτωχοκομείο και γηροκομείο, όλα ανοικτά για ασθενείς, ανάπηρους και πτωχούς.

Μια διαφορετική απεικόνιση του Ιωάννη Καποδίστρια. Από τις σπάνιες φορές που εικονίζεται ολόσωμος. Δημοσιεύεται στο έντυπο της έκθεσης της Βουλής των Ελλήνων, με τίτλο «Ιωάννης Καποδίστριας, η πορεία του στο χρόνο», 2016.

Όταν η ελληνική Επανάσταση κηρύχθηκε, η Ρωξάνδρα περίμενε με αγωνία τα γράμματα του Ιωάννη και του αδελφού της που την πληροφορούσαν για τις εξελίξεις. Όταν, περί τα μέσα του 1822, η είδηση ότι πρόσφυγες από την Ελλάδα είχαν αρχίσει να καταφθάνουν στην Οδησσό έφτασε στο Μανζύριο, η Ρωξάνδρα δεν δίστασε στιγμή. Εγκαταστάθηκε στην Οδησσό και οργάνωσε την περίθαλψη των προσφύγων. Με τη βοήθεια του αδελφού της Αλεξάνδρου, η Ρωξάνδρα μεθόδευσε το γιγάντιο έργο της διατροφής των προσφύγων με κρέατα και τρόφιμα που έρχονταν από το κτήμα της. Φρόντιζε για τη διαμονή τους, την εξεύρεση εργασίας για τους δυναμένους να εργαστούν, την περίθαλψη των γερόντων και την εκπαίδευση των παιδιών. Με φλογερά γράμματα επιχειρούσε να κινητοποιήσει τις υψηλές γνωριμίες της για συμπαράσταση στον αγώνα των Ελλήνων. Με την πρωτοβουλία του υπουργού της Παιδείας διενεργήθη έρανος, ο οποίος απέδωσε ένα εκατομμύριο ρούβλια για τη μονιμότερη περίθαλψη των προσφύγων και την εξαγορά από τη φοβερή αιχμαλωσία στην Αίγυπτο χιλιάδων Ελλήνων, κυρίως Χιωτών και Κρητικών. Με την προτροπή της Ρωξάνδρας, οι κυρίες της ανώτερης τάξης στη Μόσχα ίδρυσαν την «Ευεργετικήν Εταιρείαν», την προεδρία της οποίας ανέλαβε η ίδια. Η Εταιρεία συγκέντρωσε σημαντικά ποσά, με χα οποία έκτισαν ορφανοτροφείο για τα ορφανά Ελληνόπουλα σε προάστιο της Μόσχας. Μέσα στο χώρο του ορφανοτροφείου λειτουργούσε σχολείο για την εκπαίδευση των ορφανών. [8] Με δική της χορηγία και τη συμπαράσταση της «Ευεργετικής Εταιρείας» χτίσθηκε γυναικείο μοναστήρι, κοντά στον ελληνορθόδοξο ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στη Μόσχα, μέσα στο οποίο λειτουργούσε παρθεναγωγείο για τις κόρες των ορθοδόξων ιερέων, Ελλήνων και Ρώσων. Τα κορίτσια αυτά θα παντρεύονταν όσους από τους σπουδαστές των Εκκλησιαστικών Φροντιστηρίων της Οδησσού θα ακολουθούσαν το ιερατικό στάδιο. Με δική της πρωτοβουλία χτίστηκε σε προάστιο της Οδησσού, σε έκταση 100 στρεμμάτων, που η ίδια είχε αγοράσει, κοιμητήριο, στο οποίο ενταφιάστηκε και η ίδια, όταν πέθανε στις 16 Ιανουάριου 1844.

Εμπνευσμένη από το θάρρος του Καποδίστρια, ο οποίος τον προηγούμενο χρόνο είχε συμπαρασταθεί στα θύματα της πανούκλας, που τα στρατεύματα του Ιμπραήμ είχαν μεταδώσει στην Πελοπόννησο και τα νησιά του Σαρωνικού, η Ρωξάνδρα έμεινε κοντά στους κατοίκους του Μανζυρίου, όταν ξέσπασε και εκεί πανούκλα το 1829. Την ίδια γενναία στάση έδειξε και όταν ξέσπασε επιδημία χολέρας στην Οδησσό. Με την παρουσία της και την ενθάρρυν­σή της, μα πάνω απ’ όλα με την οργάνωση συνεργείου περιθάλψεως των ασθενών και την ενημέρωση, η Ρωξάνδρα κατάφερε να εμψυχώσει τον κόσμο να αντιμετωπίσει την επιδημία. «Σε ολόκληρη την περιοχή του Μανζυρίου και σε όλη την επαρχία της Οδησσού, το όνομα της κόμισσας Ρωξάνδρας Στούρτζα – Εντλινγκ βρισκόταν στα χείλη όλων των ανθρώπων. Το πρόφεραν με αγάπη αληθινή, με σεβασμό και με το αίσθημα της εμπιστοσύνης και της ασφάλειας» γράφουν οι βιογράφοι της. [9]

Λίγους μήνες πριν από το θάνατό της, που διαισθανόταν να έρχεται, η Ρωξάνδρα έγραψε μια σύντομη βιογραφία της μητέρας της (Vie de ma mere) και ελάχιστα σκόρπια σημειώματα. Σε κάποιο από αυτά σημείωσε με τρεμάμενο χέρι: «Ιωάννη! Δεν υπήρξες ποτέ εραστής μου!.. Τώρα, όμως, που η ζωή μου τελειώνει, μπορώ να σου ειπώ: Είσαι ο μοναδικός Άνδρας, που αγάπησα βαθιά και αιώνια. Ποτέ δεν αγάπησα άλλον, σε όλη μου τη ζωή!..». [10]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ελένη Ε. Κούκου, Ιωάννης Α. Καποδίστριας Ρωξάνδρα Σ. Στούρτζα. Ιστορική Βιογραφία, Εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2002, σ. 404.

[2] Memoires de la Comtesse R. Edling, Μόσχα 1888.

[3] Περισσότερα για τα όσα γράφει η Ρωξ. Στούρτζα για τον Καποδίστρια, Βλ. Ελένης Κούκου, Ιωάννης Α. Καποδίστριας- Ρωξάνδρα Σ. Στούρτζα, Ιστορική Βιογραφία, ό.π., σ. 82 κ.ε.

[4] Για 10 τεράστιο διπλωματικό έργο του Καποδίστρια στη Βιέννη, στο Βουκουρέστι και στην Ελβετία, βλ. Ελένης Ε. Κούκου, Ιωάννης Καποδίστριας, ο Άνθρωπος- ο Διπλωμάτης (1800-1828), Αθήνα 2001, σ. 39 κ.ε.

[5] Για λεπτομέρειες, βλ. Ελένης Ε. Κούκου, Ιωάννης Α. Καποδίστριας – Ρωξάνδρα Σ. Στούρτζα, ό.π., σ. 130-180.

[6] Για την τεράστια προσφορά του Καποδίστρια και της Ρωζάνδρας Στούρτζα προς τους Έλληνες σπουδαστές, βλ. Ελένης Ε. Κούκου, Ο Καποδίστριας και η Παιδεία, Α’ : Η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης, Αθήνα 1958.

[7] Ελένη Ε. Κούκου, Ιωάννης Α. Καποδίστριας-Ρωξάνδρα Σ. Στρούτζα, ό.π., σ. 403.

[8] Όσα από αυτά τα παιδιά είχαν έφεση στα γράμματα αποστέλλονταν αργότερα στην Ελληνοεμπορική Σχολή Οδησσού.

[9] Βλ. Ελένη Ε. Κούκου, Ιωάννης Α. Καποδίστριας – Ρωξάνδρα Σ. Στρούτζα, ό.π., σ. 411.

[10] Στο ίδιο, σ. 628.

 

Δρ. Μαρία Αναστασοπούλου

Καθηγήτρια Αγγλικής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας

Πανεπιστημίου Αθηνών και Μέριλαντ.

 

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Γυναίκες φιλέλληνες», τεύχος 228, 18 Μαρτίου 2004.

 

Ο Πληθυσμός του Ναυπλίου, 1830-1840 – Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Από τα χρόνια της Επανάστασης η Διοίκηση είχε προσπαθήσει να καταγράψει τον πληθυσμό, τις κατοικίες και κάθε είδους καταστήματα στις ελευθερωμένες από τον τουρκικό ζυγό περιοχές. Τις προσπάθειες αυτές συνέχισε ο Ιωάννης Καποδίστριας. «Ως γνωστόν, οι πρώτες προσπάθειες του Καποδίστρια, από τον Απρίλιο κιόλας του 1828, για τη συλλογή πληροφοριών γύρω από τον πληθυσμό και τη γεωργία της χώρας οφείλονται στην επιθυμία του να γνωρίσει την κατάσταση της ελληνικής επικράτειας, για να δώσει άμεσες λύσεις σε επείγοντα προβλήματα – κυρίως την αποκατάσταση των προσφύγων –, καθώς και στην υποχρέωση να απαντήσει στα 28 ερωτήματα που υποβλήθηκαν από τους πρεσβευτές των τριών Μ. Δυνάμεων». Επίσης, απογραφή των κατοίκων της Πελοποννήσου πραγματοποίησε το υπό τον στρατηγό Maison γαλλικό εκστρατευτικό σώμα τα έτη 1829-1830. Τέλος, οι Βαυαροί επιφόρτισαν το Γραφείο της Δημόσιας Οικονομίας – εκτός των άλλων καθηκόντων του – «να συ­ντάξη ακριβή χωρογραφικήν και τοπογραφικήν περιγραφήν του Κράτους» και «να καταστρώση ευχρήστους πίνακας του αριθμού των κατοίκων του […]».

 

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

 

Όσον αφορά την πόλη του Ναυπλίου, αν και έχουμε δημοσιευμένα πλη­θυσμιακά στοιχεία για τη δεκαετία 1820-1830, όχι πάντοτε πλήρη, δεν έχουν δημοσιευτεί για τη δεκαετία 1830-1840 αναλυτικά πληθυσμιακά στοιχεία, αν εξαιρέσει κανείς εκείνα που δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσε­ως του Βασιλείου της Ελλάδος τον Μάιο του 1834, μολονότι αυτή τη δεκαε­τία πραγματοποιήθηκαν πολλές και λεπτομερείς απογραφές.

Οι υπάρχουσες πληροφορίες αφορούν περισσότερο την επαρχία Ναυπλίας και λιγότερο τον Δήμο Ναυπλίας, δηλαδή την εντός των τειχών πόλη, τα προάστια του Αιγιαλού και της Πρόνοιας και τους γύρω οικισμούς. Όμως αυτή η δεκαετία είναι πολύ σημαντική για την πόλη (άφιξη του βασιλιά, μεταφορά της πρωτεύουσας). Ειδικότερα, η μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα στο τέλος του 1834 είχε ποικίλες συνέπειες, πληθυσμιακές και άλλες, τις οποίες ανιχνεύουμε στο περιεχόμενο του αρχείου του Δήμου Ναυπλιέων.

Στο αρχείο της Επαρχιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου υπάρχει αχρονολόγητο κατάστιχο, το οποίο, κατά την κρίση μου, συντάχθηκε το χρονικό διάστημα μεταξύ Αυγούστου 1832 και Ιανουαρίου 1833. Οι πληροφορίες που αντλούμε από τα υπάρχοντα δεδομένα, είναι πολλές και διάφορες, αλλά στην παρούσα μελέτη θα αναφερθούμε μόνον σε όσες σχετίζονται με τον πληθυσμό…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Δημήτρη Γεωργόπουλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο Πληθυσμός του Ναυπλίου, 1830-1840

 

Α’ Βαλκανικός Πόλεμος (1912-1913) – Χερσαίες Επιχειρήσεις


 

Αντίπαλοι: Συμμαχία Ελλάδας, Σερβίας, Βουλγαρίας, Μαυροβουνίου – Τουρκιά

Μάχες: Σαρανταπόρου, Γιαννιτσών, Μπιζανίου – Ιωαννίνων

 

Εισαγωγή

 

Οι πόλεμοι που διεξήχθηκαν μεταξύ των ετών 1912-1913 έμειναν γνωστοί στην ιστορία με την ονομασία Βαλκανικοί.

Ο επονομαζόμενος Α’ Βαλκανικός Πόλεμος (1912-1913) έφερε αντιμέτωπη την Οθωμανική Αυτοκρατορία με την τετραπλή συμμαχία [1] της Ελλάδας, της Βουλγαρίας, της Σερβίας και του Μαυροβουνίου [2].

Μετά την απελευθέρωση των χριστιανικών κρατών από την Οθωμανική Αυτοκρατορία αυτά έδειξαν άμεσο ενδιαφέρον στην κρατική τους οργάνωση και ανασυγκρότηση. Ταυτόχρονα, όμως, άρχισαν να αναπτύσσουν και σημαντική δραστηριότητα για τη βελτίωση της κατάστασης των υπόδουλων ακόμη ομοεθνών τους και τις συνθήκες για τη μελλοντική εδαφική διεκδίκηση στα τουρκοκρατούμενα εδάφη.

Η Ελλάδα είχε αναμφίβολα ισχυρούς και αδιαφιλονίκητους ιστορικούς τίτλους στις περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης που ήταν αναπόσπαστα εδάφη της και στα οποία ζούσε συμπαγές και πολυπληθές ελληνικό στοιχείο, που διακρίνονταν για το υψηλό πολιτιστικό του επίπεδο, την πρόοδο και την οικονομική του ανάπτυξη.

Οι πρώτες προσπάθειες που έγιναν στην κατεύθυνση της απελευθέρωσης των υπόδουλων περιοχών με τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897, είχαν ατυχή έκβαση. Ταυτόχρονα, η δράση των Βουλγάρων για τον εκβουλγαρισμό των κατοίκων της Μακεδονίας και της Θράκης, καθώς και η σερβική και ρουμανική προπαγάνδα, για τη διεκδίκηση εδαφών εντάθηκε. Ο συνδυασμός των παραπάνω γεγονότων ώθησε τους Έλληνες ιθύνοντες να κατανοήσουν την ανάγκη να ληφθούν μέτρα για τη στρατιωτική προπαρασκευή της χώρας και τη διευθέτηση των εθνικών θεμάτων.

 

Τα Βαλκάνια πριν από τον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο.

 

Από το 1904 λοιπόν εκδηλώνεται έντονα ο ελληνικός αντιπερισπασμός με το Μακεδονικό Αγώνα από δοκιμασμένους αρχηγούς, αξιωματικούς και ιδιώτες που εισήλθαν στη Μακεδονία για να αγωνιστούν για την ελληνικότητα της περιοχής. Ο αγώνας που συνεχίστηκε μέχρι το 1908 ήταν σκληρός αλλά απέφερε σημαντικά εθνικά οφέλη.

Το 1908 με το ξέσπασμα του κινήματος τον Νεότουρκων στη Θεσσαλονίκη οι ελπίδες των χριστιανικών κρατών για καλύτερη διαβίωση των υπόδουλων ομοεθνών αναπτερώθηκαν. Η πορεία ωστόσο του κινήματος διέψευσε κάθε προσδοκία και οδήγησε σε ακόμη εντονότερους διωγμούς, κυρίως των Ελλήνων οι οποίοι και διατηρούσαν την πνευματική υπεροχή.

Η Ελλάδα, όμως, δεν κάμφθηκε από αυτά τα γεγονότα αλλά αντίθετα οργάνωνε το Στρατό της και ξεκίνησε διπλωματικές προσπάθειες για συμμαχία των βαλκανικών χριστιανικών κρατών. Τα υπόλοιπα κράτη έχοντας συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο από τον σωβινισμό των Νεότουρκων αισθάνθηκαν την ανάγκη της συνεργασίας και έτσι στις 29 Φεβρουαρίου/13 Μαρτίου [3] του 1912 υπογράφηκε στη Σόφια Συνθήκη φιλίας και συμμαχίας μεταξύ της Σερβίας και της Βουλγαρίας. Η Συνθήκη προέβλεπε την αμοιβαία στρατιωτική συνδρομή για την εξασφάλιση της πολιτικής ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας των δύο κρατών, αλλά και τη δυνατότητα ένοπλης επέμβασης κατά της Τουρκίας καθώς επίσης και τη διανομή των απελευθερούμενων εδαφών σε περίπτωση επιτυχούς πολέμου εναντίον της Τουρκίας [4]. Στις 29 Απριλίου/12 Μαΐου του 1912 υπογράφηκε και στρατιωτική σύμβαση μεταξύ των δύο συμμάχων και λίγο αργότερα στις 19 Ιουνίου/2 Ιουλίου του 1912 συμπληρωματική στρατιωτική σύμβαση, σύμφωνα με την οποία καθορίζονταν η στρατιωτική δράση της κάθε χώρας σε περίπτωση πολέμου με την Τουρκία.

Χάρτης Συμμαχικών Δυνάμεων.

Αντίθετα, οι διαπραγματεύσεις της Βουλγαρίας με την Ελλάδα αντιμετώπιζαν σοβαρές δυσχέρειες λόγω των εδαφικών διεκδικήσεων της πρώτης στα ελληνικά εδάφη της Μακεδονίας και της Θράκης. Παρ’ όλα αυτά η Ελλάδα αποφάσισε τελικά να υπογράψει αμυντική συνθήκη με τη Βουλγαρία χωρίς, όμως, να γίνεται σε αυτήν καμία απολύτως μνεία για την τύχη των απελευθερούμενων εδαφών [5]. Στις 16/29 Μαΐου λοιπόν, υπογράφεται στη Σόφια συνθήκη αμυντικής συμμαχίας μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας η οποία ήταν τριετούς ισχύος και προέβλεπε αμοιβαία συνδρομή και υποστήριξη σε περίπτωση προσβολής μίας εκ των δύο χωρών από την Τουρκία. Τρεις μήνες αργότερα και λίγο πριν από την κήρυξη του πολέμου στις 22 Σεπτεμβρίου/5 Οκτωβρίου του 1912 υπογράφηκε και στρατιωτική σύμβαση μεταξύ των δύο χωρών.

Με τη Σερβία και το Μαυροβούνιο η Ελλάδα δε σύναψε καμία συνθήκη ή στρατιωτική σύμβαση. Μόνο όταν άρχισε ο πόλεμος κατά της Τουρκίας οι δύο χώρες αποφάσισαν να αποστείλουν αντίστοιχα αντιπροσώπους στα γενικά στρατηγεία τους για το συντονισμό των επιχειρήσεων. Αντίθετα, το Μαυροβούνιο υπέγραψε το Σεπτέμβριο του 1912 συμφωνία με τη Σερβία που κυρίως απέβλεπε στον καθορισμό του τρόπου διεξαγωγής των επιχειρήσεων κατά της Τουρκίας. Έτσι, τα τέσσερα χριστιανικά βαλκανικά κράτη αν και δεν είχαν υπογράψει κοινό αμυντικό σύμφωνο βρέθηκαν στις αρχές του φθινοπώρου του 1912 συνενωμένα και αλληλέγγυα κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Οι σφαγές Χριστιανών που οργανώθηκαν από τις τουρκικές αρχές, οι κατασχέσεις πολεμικού υλικού και τα καθημερινά επεισόδια στις συνοριακές γραμμές αποτέλεσαν την αφορμή για την κήρυξη της επιστράτευσης στα κράτη της Συμμαχίας. Πρώτη η Βουλγαρία αποφάσισε στις 16/29 Σεπτεμβρίου 1912, έχοντας και τη σύμφωνη γνώμη της Σερβίας, να κηρύξει επιστράτευση. Η Ελλάδα ακολούθησε και το σχετικό διάταγμα της γενικής επιστράτευσης υπογράφηκε τα μεσάνυχτα της 17ης/30ης Σεπτεμβρίου προς 18ης Σεπτεμβρίου/1ης Οκτωβρίου. Ταυτόχρονα με την Ελλάδα κινητοποιήθηκε και το Μαυροβούνιο, το οποίο επτά ημέρες αργότερα, στις 25 Σεπτεμβρίου/8 Οκτωβρίου, λαμβάνοντας την πρωτοβουλία κήρυξε πρώτο τον πόλεμο κατά της Τουρκίας. Μετά τις συνεχείς αρνήσεις της Τουρκίας να προχωρήσει σε ριζικές μεταρρυθμίσεις, η Σερβία και η Βουλγαρία κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον της στις 4/17 Οκτωβρίου. Η Τουρκία προσπάθησε να προσεγγίσει διπλωματικά την Ελλάδα φοβoύμεvn ότι με τη συμμετοχή της στον πόλεμο οι γραμμές ανεφοδιασμού της μέσω θαλάσσης θα ήταν αποκλεισμένες. Παραχωρώντας λοιπόν στην Ελλάδα εδάφη στα οποία συμπεριλαμβάνονταν η Κρήτη, τα Ιωάννινα και το Μέτσοβο προσπάθησε να κερδίσει τουλάχιστον την ουδετερότητά της. Η Ελλάδα δεν ενέδωσε και κήρυξε στις 5/18 Οκτωβρίου και αυτή τον πόλεμο κατά της Τουρκίας [6].

 

Οι Στρατιωτικές Δυνάμεις των Συμμάχων και της Τουρκιάς

 

Οι ελληνικές δυνάμεις μετά την επιστράτευση αποτελούνταν από 7 Μεραρχίες, 1 Ταξιαρχία Ιππικού, 31 Πυροβολαρχίες και 2 αποσπάσματα ευζώνων (υπό τον Συνταγματάρχη Γεννάδη και τον Αντισυνταγματάρχη Κωνσταντινόπουλο) αριθμώντας συνολικά 100.000 οπλίτες, 1.658 αξιωματικούς και 1.000 έφιππους [7] στις οποίες προστέθηκε και η VIII Μεραρχία που συγκροτήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 1912 στην Ήπειρο, από τις εκεί δυνάμεις, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των οπλιτών στις 129.000. Επίσης, η Ελλάδα διέθετε και στολίσκο 4 αεροπλάνων [8].

Συνολικά, η δύναμη των συμμάχων ανερχόταν σε 684.000 οπλίτες, 9.000 έφιππους και 1.530 πυροβόλα [9].

Αντίστοιχα, η δύναμη των Τούρκων αριθμούσε 340.000 οπλίτες, 6.000 έφιππους και 850 πυροβόλα. Η αναλογία λοιπόν των δυνάμεων των συμμάχων προς των αντίστοιχων τουρκικών ήταν περίπου 2:1 για το πεζικό και τη δύναμη των πυροβόλων και 3:2 για το ιππικό.

 

Η Μάχη στο Σαραντάπορο (Λάρισας)

 

Στις 5/18 Οκτωβρίου, την 1η ημέρα του πολέμου, τα ελληνικά στρατεύματα πέρασαν την ελληνοτουρκική μεθόριο απωθώντας αρχικά τα τουρκικά στρατεύματα των συνοριακών φυλακίων και στη συνέχεια, στις 6/19 Οκτωβρίου, τα εχθρικά στρατεύματα που ήταν εγκατεστημένα στην Ελασσόνα και τη Δεσκάτη. Από τις 7/20 Οκτωβρίου, ο Στρατός Θεσσαλίας άρχισε την προέλαση του προς τον Βορρά για να συναντήσει τον κεντρικό όγκο των τουρκικών δυνάμεων που ήταν εγκατεστημένες στις οχυρές τοποθεσίες του Σαρανταπόρου και των Λαζαράδων – Βογγόπετρας [10].

Η τοποθεσία Σαρανταπόρου είχε επιλεγεί από την Οθωμανική Διοίκηση εξαιτίας της φυσικής της οχύρωσης και του εύρους των πεδίων βολής που προσέφερε. Είναι επίσης περιοχή ορεινή και δύσβατη και η κίνηση σε αυτή γίνεται με μεγάλη δυσκολία [11].

To βασικό σχέδιο των Τούρκων ήταν να εμποδίσουν την προέλαση του ελληνικού στρατού προς το Βορρά αμυνόμενοι σταθερό και υπερασπίζοντας αυτά τα δύο οχυρά με το σύνολο σχεδόν των δυνάμεων της περιοχής. Αντίστοιχα, το σχέδιο του ελληνικού Γενικού Στρατηγείου προέβλεπε ανοιχτή κατά μέτωπο επίθεση εναντίον των αμυνόμενων δυνάμεων στα στενά του Σαραντοπόρου με ταυτόχρονη υπερκερωτική ενέργεια προς τα Σέρβια για την κατάληψη της γέφυρας του Αλιάκμονα. Η όλη ενέργεια θα συνδυαζόταν με κυκλωτική κίνηση μέσω της περιοχής των Λαζαράδων προς την Κοζάνη [12].

 

Η μεγάλη μάχη του Σαρανταπόρου, 10 Οκτωβρίου 1912. Λαϊκή εικόνα εποχής.

 

Οι επιχειρήσεις των ελληνικών δυνάμεων ξεκίνησαν την 9η/22α Οκτωβρίου του 1912. Η I, η II, και η III μεραρχία κινήθηκαν κατά μέτωπο προς τις εχθρικές δυνάμεις στα στενό του Σαραντοπόρου. Αρχικά, η πρόοδος των ελληνικών στρατευμάτων ήταν μικρή εξαιτίας της δυσβατότητας του εδάφους και της δυσκολίας υποστήριξης από το Ελληνικό Πυροβολικό. Από το μεσημέρι και έπειτα, όμως, το Πυροβολικό κατόρθωσε επιτέλους να ταχθεί και να ανοίξει πυρ κατά των τουρκικών θέσεων, με αποτέλεσμα ο αγώνας να λάβει ευνοϊκότερη εξέλιξη για τις ελληνικές δυνάμεις. Μέχρι τις πρώτες βραδινές ώρες οι 3 Μεραρχίες είχαν πλησιάσει την τουρκική γραμμή και είχαν εγκαταστήσει τμήματα ασφαλείας ώστε να διανυκτερεύσουν. Τις βραδινές ώρες ο αγώνας διακόπηκε. Οι Τούρκοι κατείχαν ακόμη τις κύριες γραμμές άμυνάς τους προβάλλοντας σθεναρή αντίσταση. Η κατάσταση γινόταν ακόμη δυσχερέστερη λόγω της ισχυρής βροχόπτωσης στην περιοχή.

Την ίδια μέρα κατά τη διάρκεια των επιθετικών ενεργειών των υπόλοιπων μεραρχιών, η IV μεραρχία, με βάση τις οδηγίες και τη διαταγή επιχειρήσεων του Γενικού Στρατηγείου έλαβε ως μοναδικό σκοπό την υπερκέραση των τουρκικών δυνάμεων στην περιοχή των στενών του Σαραντοπόρου από αριστερά και την ταχεία προώθησή της μέσω των χωριών Λιβαδερό και Μεταξάς στα Σέρβια, δηλαδή στα νώτα των τουρκικών γραμμών.

Μετά από ταχεία επίθεση ταυ III Τάγματος της Μεραρχίας προς το χωριό Λιβαδερό οι τουρκικές δυνάμεις που βρίσκονταν εκεί αναγκάστηκαν να τραπούν σε φυγή προς το Σαραντάπορο και το χωριό Μεταξάς. Συνεχίζοντας, οι δυνάμεις του III τάγματος ανέτρεψαν και τις τουρκικές αντιστάσεις στο χωριό Μεταξάς και εγκαταστάθηκαν στα υψώματα γύρω από αυτό. Στη συνέχεια το III και το IV Τάγμα της Μεραρχίας κινήθηκαν συνδυασμένα προς το Πολύρραχο όπου και σημείωσαν μεγάλη επιτυχία με αποτέλεσμα την σύμπτυξη των τουρκικών δυνάμεων προς τα Στενά Πόρτας και το Προσήλιο και τον εξαναγκασμό τουρκικής φάλαγγας, που κινούνταν προς τους Λαζαράδες, σε υποχώρηση προς τα Σέρβια. Το σύνολο σχεδόν των μονάδων της Μεραρχίας εγκαταστάθηκε στο Πο­λύρραχο, για να διανυκτερεύσει, μιας και το σκοτάδι και η δυνατή βροχή δεν επέτρεπαν περαιτέρω κινήσεις. Τμήματα της Μεραρχίας εγκαταστάθηκαν και στο χωριό Μεταξάς καθώς και κοντά στο Προσήλιο και στα Στενά Πόρτας.

Αντίστοιχα, η V Μεραρχία, με τη βοήθεια του Αποσπάσματος Γεννάδη, κινήθηκε κατά της ισχυρής θέσης των Λαζαράδων. Παρά τις μεγάλες απώλειές τους κατάφεραν να απωθήσουν τους Τούρκους από την προωθημένη θέση τους στη Βογγόπετρα προς την κύρια αμυντική τους γραμμή. Το Απόσπασμα Γεννάδη έφτασε στον Αλιάκμονα και προσπάθησε να τον ζεύξει αλλά ακούγοντας την ανταλλαγή πυρών στους Λαζαράδες κινήθηκε κυκλωτικά και ανάγκασε τις εναπομείναντες προωθημένες γραμμές των Τούρκων να υποχωρήσουν και αυτές στην κύρια αμυντική γραμμή.

Τη δεύτερη ημέρα, το πρωί της 10ης/23ης Οκτωβρίου οι ελληνικές δυνάμεις ετοιμάστηκαν για τη συνέχιση της επιθέσεως κατά του Σαρανταπόρου. Από το στρατόπεδο των Τούρκων, όμως, δεν παρατηρούνταν καμία κίνηση. Πράγματι, οι Τούρκοι αντιλαμβανόμενοι τον κίνδυνο να περικυκλωθούν και να αιχμαλωτιστούν χάνοντας κάθε ευκαιρία διαφυγής κινήθηκαν τη νύχτα εκμεταλλευόμενοι το σκοτάδι, την πυκνή βροχή και την ομίχλη. Η I Μεραρχία κατέλαβε τότε το ύψωμα Σκοπιά, η II Μεραρχία προωθήθηκε μέσα στη στενωπό και η III Μεραρχία κατέλαβε το Σαραντάπορο και τα υψώματα βόρεια από αυτό. Ακολούθησε καταδίωξη των τουρκικών στρατευμάτων.

Οι δυνάμεις της IV Μεραρχίας συνέχισαν την προέλασή τους ανατρέποντας τις αντιστάσεις των Τούρκων που συναντούσαν στην πορεία τους και συλλαμβάνοντας πολλούς αιχμαλώτους. Στις 16:00, τα πρώτα τμήματα εισήλθαν στα Σέρβια και κατέλαβαν τα γύρω υψώματα καθώς και τη γέφυρα του Αλιάκμονα στην οδό Σέρβια-Κοζάνη, την οποία και βρήκαν άθικτη. Μετά από την κατάληψη των στρατηγικών θέσεων και την απελευθέρωση των Σερβίων, η VII Μεραρχία διετάχθη να κινηθεί προς τα Στενό Πέτρας για να εξασφαλίσει την κάλυψη των ελληνικών στρατευμάτων από την κατεύθυνση της Κατερίνης.

Κατά τη μάχη 182 νεκροί (18 αξιωματικοί και 164 οπλίτες) και 995 τραυματίες (30 αξιωματικοί και 965 οπλίτες), πότισαν με το αίμα τους τα ελληνικά χώματα. Στις απώλειες δεν έχουν συμπεριληφθεί εκείνες του 1ου Συντάγματος Πεζικού της I Μεραρχίας [13]. Οι απώλειες των Τούρκων σε νεκρούς, τραυματίες και αιχμαλώτους ήταν αρκετά σοβαρές, ενώ περιήλθαν στο νικητή Ελληνικό Στρατό 22 πυροβόλα, πολλά οχήματα και άφθονο πολεμικό υλικό. Για τη νίκη των ελληνικών δυνάμεων στη μάχη του Σαρανταπόρου, ο Αρχηγός Στρατού Θεσσαλίας απηύθυνε προς τις μονάδες συγχαρητήρια διαταγή, τονίζοντας την ιδιαίτερη σημασία της συγκεκριμένης μάχης. Έτσι, μετά από διήμερο σκληρό αγώνα έληξε η μάχη του Σαρανταπόρου. Η ταχεία και νικηφόρα έκβαση της μάχης αυτής, εξύψωσε σημαντικά το ηθικό των ανδρών και άνοιξε τις πύλες για την παραπέρα προέλαση του Ελληνικού Στρατού και την απελευθέρωση της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας [14].

 

Η Μάχη στα Γιαννιτσά

 

Μετά την ήττα τους στο Σαραντάπορο οι οθωμανικές δυνάμεις συμπτύχθηκαν στην Πτολεμαϊδα και τη Βέροια. Η Ελληνική Κυβέρνηση ενδιαφερόταν για την όσο το δυνατόν ταχύτερη κατάληψη της Θεσσαλονίκης ώστε να προλάβουν την κατάληψή της από τους Βούλγαρους οι οποίοι ενδιαφέρονταν επίσης για την πόλη. Το γενικό Στρατηγείο λοιπόν διέταξε τη Στρατιά Θεσσαλίας να κατευθυνθεί ανατολικά [15].

Η VII Μεραρχία στις 15/28 Οκτωβρίου κατευθυνόμενη προς την Κατερίνη βλήθηκε αιφνιδιαστικά από εχθρικό πυρά και αντεπιτέθηκε υποχρεώνοντας τους Τούρκους να υποχωρήσουν προς την πόλη. Την επομένη, 16/29 Οκτωβρίου, η VII Μεραρχία, επαναλαμβάνοντας την επιθετική της ενέργεια, εισήλθε στην πόλη στις 07:50 χωρίς, όμως, να συναντήσει καμία αντίσταση αφού οι Τούρκοι είχαν αποσυρθεί κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Έτσι, απελευθερώθηκε η πόλη της Κατερίνης, με το τίμημα, όμως, 2 νεκρών αξιωματικών και 19 τραυματιών (3 αξιωματικοί και 16 οπλίτες) που έπεσαν στο πεδίο της μάχης στις 15/28 Οκτωβρίου [16].

 

Η τελετή παράδοσης των Ιωαννίνων. Λαϊκή εικόνα εποχής. Η μάχη των Γιαννιτσών ήταν μια από τις σημαντικότερες του Α’ Βαλκανικού Πολέμου. Ξεκίνησε στις 19 Οκτωβρίου 1912 με τον Ελληνικό Στρατό να επιτίθεται από τα δυτικά κατά των Τουρκικών δυνάμεων στα Γιαννιτσά και μετά από διήμερο σκληρό αγώνα να αναδεικνύεται νικητής.

 

Η ενημέρωση του Γενικού Στρατηγείου για τις τουρκικές δυνάμεις στην ευρύτερη περιοχή των Γιαννιτσών ήταν πολύ ελλιπής με αποτέλεσμα η προέλαση της Στρατιάς Θεσσαλίας προς Γιαννιτσά, στις 19 Οκτωβρίου/1 Νοεμβρίου, να θεωρηθεί ότι θα επιτευχτεί χωρίς καμία σοβαρή εμπλοκή με τα εχθρικά στρατεύματα. Το Στρατηγείο πίστευε ότι οι τουρκικές δυνάμεις θα αμύνονταν στην περιοχή του Αξιού ποταμού. Στις 18/31 Οκτωβρίου, λοιπόν, το Γενικό Στρατηγείο εξέδωσε διαταγή για προέλαση του όγκου της Στρατιάς Θεσσαλίας προς τον Αξιό μέσω της εδαφικής ζώνης βόρεια της λίμνης των Γιαννιτσών. Στα νότια της λίμνης διέθεσε την VII Μεραρχία, το Απόσπασμα Ευζώνων και την Ταξιαρχία Ιππικού για την κάλυψη της δεξιάς πλευράς της και της Βέροιας από την κατεύθυνση του Λουδία. Η βεβαιότητα ότι στα βόρεια της λίμνης δεν υπάρχει εχθρός ήταν τόσο εδραιωμένη, ώστε ως έδρα του Στρατηγείου ορίζονταν, από το μεσημέρι της επομένης κιόλας, τα Γιαννιτσά. Επομένως, η μάχη των Γιαννιτσών μπορεί να χαρακτηριστεί ως μάχη μη αναμενόμενη.

Η αμυντική τοποθεσία των Γιαννιτσών επιλέχθηκε από τους Τούρκους για να εμποδίσουν την προέλαση των ελληνικών δυνάμεων προς τη Θεσσαλονίκη, προβάλλοντας σταθερή άμυνα. Η θέση αυτή προσέδιδε πολλά πλεονεκτήματα στους Τούρκους λόγω του ανοικτού πεδίου βολής που προσφέρει για τα αμυντικό πυρά, την κάλυψη από το όρος Πάικο, τη δυνατότητα υπεράσπισης με μικρές δυνάμεις και την ύπαρξη στα μετόπισθεν (ανατολικά) παράλληλων αντερεισμάτων που εξυπηρετούν την εύκολη κάλυψη και κίνηση των εφεδρειών [17].

Οι δυνάμεις των Ελλήνων αποτελούνταν από την I, την II, την III, την IV και την VI Μεραρχία, 1 Ταξιαρχία Ιππικού και 4 Τάγματα Ευζώνων σι οποίες καλύπτονταν από τα αριστερά από την V Μεραρχία και από τα δεξιά από την VII Μεραρχία η οποία μετά την κατάληψη της Κατερίνης προωθήθηκε με αστό το σκοπό. Αντίστοιχα, οι τουρκικές δυνάμεις υπολογίζονταν σε 25.000 άντρες περίπου, που υποστηρίζονταν από 24-30 πυροβόλα [18].

Το πρωί της 19ης Οκτωβρίου/1 ης Νοεμβρίου του 1912 άρχισε η προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων προς τα ανατολικά. Οι ελληνικές Μεραρχίες (II, III, IV και VI Μεραρχία) συγκρούστηκαν κατά μέτωπο με τις τουρκικές δυνάμεις. Η μάχη ήταν μη αναμενόμενη για τον Ελληνικό Στρατό σε αντίθεση με τον αντίστοιχο τουρκικό ο οποίος ήταν καλά οργανωμένος. Παρόλα αυτά οι ελληνικές δυνάμεις κατάφεραν να κάμψουν γρήγορα την αντίσταση του εχθρού και να τον αναγκάσουν να συμπτυχθεί προς τα Γιαννιτσά, ανατρέποντας τα εχθρικό τμήματα και αποκρούοντας τις εχθρικές αντεπιθέσεις.

Κατά τη νύχτα οι Μεραρχίες διέκοψαν τον αγώνα και διανυκτέρευσαν στις θέσεις που είχαν καταλάβει, με σκοπό να συνεχίσουν την επίθεση την επομένη.

Στις 20 Οκτωβρίου/2 Νοεμβρίου η επίθεση των ελληνικών στρατευμάτων υπήρξε σφοδρή. Η VI Μεραρχία επιτέθηκε και αιχμαλώτισε τμήματα του εχθρικού πυροβολικού καταλαμβάνοντας το νεκροταφείο της πόλης των Γιαννιτσών και οι υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις προωθήθηκαν προς την πόλη των Γιαννιτσών. Η κατάληψη του νεκροταφείου από την VI Μεραρχία και η προέλαση του 9ου Τάγματος Ευζώνων στα ανατολικά των Γιαννιτσών είχε αποφασιστικά αποτελέσματα. Οι Τούρκοι μπροστά στον κίνδυνο να πλευροκοπηθούν άρχισαν γενική σύμπτυξη. Η II και η VI Μεραρχία, τότε, επιτέθηκαν σφοδρά εναντίον του εχθρικού μετώπου και στις 11:00 περίπου εισήλθαν στα Γιαννιτσά και αιχμαλώτισαν τον εχθρικό λόχο. Τα εχθρικά στρατεύματα υποχώρησαν άτακτα προς τον Αξιό ποταμό και πέρα από αυτόν.

Η επιτυχία αυτή στοίχισε στους Έλληνες 188 νεκρούς (10 Αξιωματικοί και 178 Οπλίτες) και 785 τραυματίες (29 Αξιωματικοί και 756 Οπλίτες).

 

Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων – Domenica del Corriere 16/23 Mar 1913.

 

Εφημερίδα Σκριπ – Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων.

 

Η νίκη στη μάχη στα Γιαννιτσά είχε αποφασιστική σημασία τόσο για την τόνωση του ηθικού των δυνάμεών μας, όσο και για τη συνέχιση των επιχειρήσεων. Χαρακτηριστικό είναι άλλωστε ότι μόλις 6 ημέρες μετά την απελευθέρωση των Γιαννιτσών, η Στρατιά Θεσσαλίας που διάβηκε τον Αξιό και προχώρησε χωρίς να συναντήσει καμία αντίσταση προς τη Θεσσαλονίκη, μπήκε στην πόλη την 17:00 της 26ης 0κτωβρίου/8ης Νοεμβρίου όπου ο Χασάν Ταξίν πασάς παραδόθηκε, αφήνοντάς την στα χέρια των Ελλήνων, παραδίδοντας ταυτόχρονα 1.000 αξιωματικούς, 25.000 οπλίτες, 70 πυροβόλα και 30 πολυβόλα.

Παράλληλα με τις επιχειρήσεις στα Γιαννιτσά, η V Μεραρχία είχε στο μεταξύ φτάσει στην περιοχή του Αμύνταιου με την προοπτική να συνεχίσει την προέλασή της προς το Μοναστήρι.

Το βράδυ της 23ης 0κτωβρίου/5ης Νοεμβρίου προς 24ης Οκτωβρίου/6ης Νοεμβρίου, όμως, δέχθηκε αιφνιδιαστική επίθεση από μικρό εχθρικό τμήμα υπό τη διοίκηση του Υπολοχαγού Εσάτ. Ακολούθησε πανικός και η V Μεραρχία αναγκάστηκε να υποχωρήσει προς το νότο. Οι Τούρκοι, όμως, δε συνέχισαν την καταδίωξη νοτιότερα του Αμύνταιου παρά αποσύρθηκαν για να αντιμετωπίσουν τους Σέρβους που κατέβαιναν από το βορρά.

Εξαιρουμένου του αιφνιδιασμού αυτού, η Στρατιά Θεσσαλίας πέτυχε, λοιπόν, σημαντικές και πολλές νίκες οι οποίες συνεχίστηκαν με την απελευθέρωση της Ελευθερούπολης, της Φλώρινας, της Καστοριάς και της Κορυτσάς [19].

 

 

Η Μάχη Μπιζανίου-Ιωαννίνων

 

Παράλληλα με το Στρατό Θεσσαλίας, ο Στρατός Ηπείρου είχε ως αποστολή την παρακώλυση οποιασδήποτε παράβασης της μεθορίου μεταξύ Μετσόβου, Άρτας και Αμβρακικού κόλπου. Το πλάνο περιελάμβανε την εξασφάλιση με μικρές δυνάμεις των πλέον απειλουμένων διαβάσεων βόρεια της Άρτας, τη διάβαση του Αράχθου και την κατάληψη της ορεινής περιοχής Ξηροβούνι για τον έλεγχο των δύο κοιλάδων που βρίσκονταν εκατέρωθεν του Αράχθου και του Λούρου. Στις 5/18 Οκτωβρίου ο Στρατός Ηπείρου διάβηκε τον Άραχθο και μέχρι τις 9/22 Οκτωβρίου καταλήφθηκε από τις ελληνικές δυνάμεις το Γρίμποβο και στις 20 Οκτωβρίου/2 Νοεμβρίου καταλήφθηκε η Πρέβεζα που αποτέλεσε και την κύρια βάση ανεφοδιασμού από εκείνη τη στιγμή και μετά. Από τις 20 έως τις 28 0κτωβρίου/2 έως 10 Νοεμβρίου τα ελληνικό στρατεύματα κατάφεραν την εκδίωξη των τουρκικών στρατευμάτων από τα Πέντε Πηγάδια αλλά στη συνέχεια οι δραστηριότητες ανακόπηκαν λόγω και των γεγονότων της υποχώρησης της V Μεραρχίας.

 

Είσοδος Ελληνικής Σημαίας στα Ιωάννινα, έργο του Κενάν Μεσαρέ (1889-1965), ζωγράφου των Βαλκανικών Πολέμων. Ο Μεσαρέ ήταν γιος του Τούρκου αρχιστρατήγου, Χασάν Ταχσίν Πασά, που παρέδωσε την Θεσσαλονίκη στους Έλληνες το 1912. Ιωάννινα, Λέσχη Αξιωματικών.

 

Στις 20 Νοεμβρίου/3 Δεκεμβρίου, στάλθηκε διαταγή στο Στρατό Ηπείρου που καθόριζε ότι ενόψει της επικείμενης ανακωχής, υπέρτατο καθήκον ήταν η όσο το δυνατόν ταχύτερη κατάληψη των Ιωαννίνων από τον Ελληνικό Στρατό. Μετά την κατάληψη του οροπεδίου της Αετορράχης από τον Ελληνικό Στρατό, οι εχθροί αναγκάστηκαν στις 20 Νοεμβρίου/3 Δεκεμβρίου σε υποχώρηση προς την οχυρωμένη θέση των Ιωαννίνων εγκαταλείποντας μεγάλες ποσότητες πολεμικού υλικού. Από τις 15/28 Δεκεμβρίου άρχισε να καταφθάνει η IV Μεραρχία και τις πρώτες ημέρες του Ιανουαρίου η Στρατιά Ηπείρου ενισχύθηκε από τις δυνάμεις της VI Μεραρχίας. Στις 7/20 Ιανουαρίου διετάχθη κατά μέτωπο επίθεση η οποία δεν πέτυχε το σκοπό της και τα ελληνικά στρατεύματα αναστάλθηκαν για την προπαρασκευή της τελικής επίθεσης.

Εσάτ Πασάς: Ο τελευταίος υπερασπιστής των Γιαννίνων το 1912-13.

Στις 17/30 Ιανουαρίου ο Αρχιστράτηγος της Στρατιάς Ηπείρου ζήτησε, με προσωπική επιστολή προς τον Εσάτ Πασά, την παράδοση των Ιωαννίνων ώστε να αποφευχθεί αιματοχυσία, δεδομένου ότι η Οθωμανική Κυβέρνηση στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις στο Λονδίνο είχε παραιτηθεί από τα εδάφη που υπερασπιζόταν ο Εσάτ. Οι Τούρκοι αρνήθηκαν την παράδοση στις 19 Ιανουαρίου/1 Φεβρουάριου και έτσι ο Έλληνας Αρχιστράτηγος ενέτεινε τις προσπάθειες για την όσο το δυνατόν καλύτερη προπαρασκευή του ελληνικού στρατού με σκοπό την τελική επίθεση και την άλωση της οχυρής τοποθεσίας των Ιωαννίνων.

Η τοποθεσία των Ιωαννίνων αποτελούσε πολύ ισχυρή αμυντική θέση μιας και επρόκειτο για οχυρωμένη τοποθεσία που είχε μελετηθεί και εν συνεχεία βελτιωθεί στα ασθενή της σημεία, βάσει της πείρας που είχε αποκτηθεί κατά τις επανειλημμένες επιθέσεις των ελληνικών τμημάτων. Η μορφή της οχύρωσης παρουσίαζε μία εκτεταμένη περιφερειακή οργάνωση που απείχε 8-10 χιλιόμετρα από τα Ιωάννινα και στηριζόταν προς βορρά στα υψώματα Γαρδίκι-Παλιόκαστρο, προς τα ανατολικά στη γραμμή ταυ όρους Μιτσικέλι, προς Λύση στα υψώματα Σαδοβίτσας, Δουρούτης, Μεγάλης Τσούκας, Αγίου Σάββα, Αγίου Νικολάου και Μανωλιάσας και τέλος προς τα Νότια η οχύρωση στηριζόταν στον ορεινό όγκο που υψωνόταν πάνω από το Μπιζάνι. Σε όλα σχεδόν τα υψώματα υπήρχαν μόνιμα πυροβολεία και συρματοπλέγματα. Επίσης, στην τοποθεσία υπήρχε τηλεφωνικό δίκτυο και οδοί ανεφοδιασμού συνθέτοντας έτσι μία σταθερή και απόλυτα ακυρωμένη τοποθεσία και καθιστώντας την απαγορευτική σε οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια.

Το σύνολο των ελληνικών δυνάμεων ανερχόταν σε 51 Τάγματα πεζικού, 33 Διμοιρίες πυροβόλων, 14 Πεδινές Πυροβολαρχίες, 2 Βαρείες, 3 Ίλες Ιππικού και 3 Ημιλαρχίες, 23 Τάγματα και 6 Ορεβατικές Πυροβολαρχίες. Αντίστοιχα, οι πληροφορίες για τον Οθωμανικό Στρατό υπολόγιζαν το σύνολό του σε 27.500 περίπου τυφέκια και 83 πυροβόλα.

Το σχέδιο ενέργειας των Ελλήνων προέβλεπε ισχυρή αιφνιδιαστική επίθεση στις 20 Φεβρουαρίου /4 Μαρτίου με σκοπό την ταχεία κατάληψη των στρατηγικών υψωμάτων της περιοχής. Στη συνέχεια θα ακολουθούσε διείσδυση μέχρι την πεδιάδα που εκτεινόταν στα νώτα του Μπιζανίου. Στόχος ήταν η υπερκέραση της οχυρωμένης αυτής τοποθεσίας από τα δυτικά και η κατάληψη των Ιωαννίνων. Οι Τούρκοι από την πλευρά τους σκόπευαν στη σταθερή άμυνα κυρίως στα υψώματα του Μπιζανίου και της Καστρίτσας.

Κατά την πρώτη ημέρα, τα ελληνικά στρατεύματα κινήθηκαν με μεγάλη σφοδρότητα και σημείωσαν πολλές επιτυχίες. Συγκεκριμένα, κατάφεραν να καταλάβουν τα περισσότερα από τα στρατηγικά υψώματα που προέβλεπε το σχέδιο επίθεσης και να εγκαταστήσουν προφυλακές. Το πυροβολικό της Στρατιάς έβαλε όλη την ημέρα κατά της τοποθεσίας ταυ οχυρού του Μπιζανίου και παρόλο που το οχυρό φαινόταν να παραμένει ακόμη ασφαλές το εχθρικό πυροβολικό είχε σιγήσει [20].

Ο Ταγματάρχης Ιωάννης Βελισσαρίου (1861-1913) αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, ήρωας των Βαλκανικών Πολέμων.

Το 1ο  Σύνταγμα Ευζώνων πέτυχε να διεισδύσει στο εσωτερικό των εχθρικών δυνάμεων μέχρι τις παρυφές των Ιωαννίνων. Το γεγονός αυτό συνέβαλλε στην απόφαση του Εσσάτ Πασά να μην αναμείνει το τελειωτικό χτύπημα και να αποφύγει παραπέρα άσκοπη καταστροφή των δυνάμεων του. Απευθύνθηκε λοιπόν στους Πρόξενους των Μεγάλων Δυνάμεων για να μεσολαβήσουν για την παράδοση της πόλης των Ιωαννίνων. Στις 23:00 λοιπόν δύο Τούρκοι αξιωματικοί έφτασαν στις παρυφές το 9ου Τάγματος Ευζώνων μεταφέροντας την πρόταση για την παράδοση. Ο Ταγματάρχης Βελισσαρίου οδήγησε την τουρκική αντιπροσωπεία στα Γενικό Στρατηγεία όπου και μετά από σύντομη συζήτηση επιτεύχθηκε συμφωνία. Το πρωί της 21ης Φεβρουαρίου/5ης Μαρτίου, λοιπόν, το Σύνταγμα Ιππικού εισήλθε στην πόλη και υπογράφηκε το πρωτόκολλο παραδόσεως, σύμφωνα με το οποίο παραδίδονταν στην Ελλάδα η πόλη των Ιωαννίνων και όλος ο στρατός των Τούρκων στα Ιωάννινα. Ο Αρχιστράτηγος εισήλθε επισήμως στην πόλη την επομένη, 22 Φεβρουαρίου/6 Μαρτίου, κάτω από τις ενθουσιώδεις εκδηλώσεις των κατοίκων [21].

Οι απώλειες των Ελλήνων στην προσπάθεια για την απελευθέρωση της πόλης των Ιωαννίνων ανήλθαν σε 5 Αξιωματικούς και 264 οπλίτες (οι απώλειες αυτές αφορούν τις 3 ελληνικές φάλαγγες) [22].

Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων έθεσε τέρμα στη χρονίζουσα εκκρεμή υπόθεση των επιχειρήσεων στην Ήπειρο και ταυτόχρονα εξύψωσε ακόμη περισσότερο το γόητρο του Ελληνικού Στρατού απέναντι των Βαλκανικών Συμμάχων και των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης [23].

 

Επίλογος

 

Η Τουρκία από τις 4/17 Νοεμβρίου 1912 είχε ζητήσει από τις Μεγάλες Δυνάμεις να μεσολαβήσουν για την κατάπαυση των εχθροπραξιών, καθώς οι ήττες του στρατού της διαδέχονταν η μία την άλλη. Πριν από την μεσολάβηση αυτή, η Βουλγαρία εξουσιοδοτημένη και από τη Σερβία και από το Μαυροβούνιο υπέγραψε ανακωχή στις 20 Νοεμβρίου/3 Δεκεμβρίου. Η ελληνική κυβέρνηση διαχώρισε τη θέση της με ανακοινωθέν της επομένης μιας και ο αγώνας στην Ήπειρο για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων συνεχιζόταν. Παρόλα αυτά έστειλε αντιπροσωπεία στην ειρηνευτική διάσκεψη που κανονίστηκε στο Λονδίνο στις 3/16 Δεκεμβρίου 1912.

 

Η παράδοση της Θεσσαλονίκης. Λαϊκή εικόνα εποχής.

 

Οι σοβαρές δυσχέρειες που προέκυψαν από τις πρώτες ημέρες, οδηγούσαν σε ναυάγιο, καθώς οι Τούρκοι ήταν αμετακίνητοι σε σοβαρά σημεία, αλλά και εξαιτίας των διαφορών των συμμάχων. Τη βασική διαφορά αποτελούσαν τα νησιά του Αιγαίου και η Κρήτη, τα οποία οι Τούρκοι δεν ήθελαν να παραδώσουν. Στις 4/17 Ιανουαρίου 1913, όμως, οι Δυνάμεις κατόρθωσαν να συγκρούσουν τις ανατιθέμενες πλευρές και να πείσουν την τουρκική αντιπροσωπεία να υπογράψει την προκαταρκτική συνθήκη ειρήνης η οποία, όμως, μετά από πραξικόπημα στην Τουρκία ματαιώθηκε και οι εχθροπραξίες συνεχίστηκαν. Στις 17/30 Μαΐου 1913, υπογράφηκε, τελικά, στο Λονδίνο, η οριστική συνθήκη σύμφωνα με την οποία η Τουρκία παραιτούνταν από την Κρήτη και εμπιστευόταν στην κρίση των Μεγάλων Δυνάμεων την απόφαση για το μέλλον των νησιών του Αιγαίου. Η συνθήκη αυτή δημοσιεύθηκε, αλλά δεν κυρώθηκε εξαιτίας του Β’ Βαλκανικού Πολέμου που ξέσπασε [24].

Οι συνολικές απώλειες των Ελλήνων κατά τπ διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου ανήλθαν σε 2.374 νεκρούς (143 αξιωματικοί και 2.231 οπλίτες) και 11.265 τραυματίες (2.231 αξιωματικοί και 9.034 οπλίτες) [25].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Δεν είχαν υπογράφει συνθήκες μεταξύ και των τεσσάρων μερών της συμμαχίας αλλά μόνο μεταξύ Σερβίας- Βουλγαρίας (29 Φεβρουαρίου/13 Μαρτίου 1912). Ελλάδας – Βουλγαρίας (16/29 Μαΐου 1912) και Σερβίας – Μαυροβουνίου (Σεπτέμβριος 1912).

[2] Νικολοδήμος Α.Δ. «Μέρες Πολέμου», σελ.35.

[3] Οι δύο ημερομηνίες αντιστοιχούν στο παλαιό και στο νέο ημερολόγιο.

[4] Μυστικόν παράρτημα της συνθήκης φιλίας και συμμαχίας μεταξύ του Βασιλείου της Βουλγαρίας και του Βασιλείου της Σερβίας, άρθρον 2ον, ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός, τόμ. Α’, παράρτημα «Α», σελ. 235.

[5] Συνθήκη αμυντικής συμμαχίας μεταξύ Βουλγαρίας και Ελλάδος, ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός, τόμ. Α’, παράρτημα «Β», σελ. 241-242.

[6] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη Βαλκανικών, σελ. 3-11.

[7] Δεπάστας Ν.Σ.. Ιστορικόν Σχεδίασμα, σελ. 322.

[8] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός, τόμ. Α’, σελ. 25, 288, 296.

[9] ΓΈΣ/ΔΙΣ. Ο ελληνικός στρατός. τόμ. Α’, σελ. 288.

[10] Νικολοδήμος Α.Δ., Μέρες Πολέμου, σελ. 45-47.

[11]Μοσχάκης Γ., Μάχη Σαρανταπόρου. σελ.41.

[12] Νικολοδήμος Α.Δ., Μέρες Πολέμου, σελ. 48-49.

[13] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός. τόμ. Α’. σελ. 60.

[14] Μοσχάκης Γ.. Μάχη Σαρανταπόρου, σελ. 43-51.

[15] Νικολοδήμος Α.Δ., Μέρες Πολέμου, σελ. 59.

[16] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός, τόμ, Α’, σελ. 72, 76.

[17] Νικολοδήμος Α.Δ., Μέρες Πολέμου, σελ. 59-63.

[18] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός, τόμ. Α’, σελ. 85.

[19] Στις 27 Οκτωβρίου/9 Νοεμβρίου απελευθερώνεται η Ελευθερούπολη, στις 7/20 Νοεμβρίου απελευθερώνεται η Φλώρινα, στις 11/24 Νοεμβρίου απελευθερώνεται η Καστοριά και στις 7/20 Δεκεμβρίου απελευθερώνεται η Κορυτσά.

[20] Νικολοδήμος Α.Δ., Μέρες Πολέμου, σελ. 88-102.

[21] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη Βαλκανικών, σελ. 179.

[22] Νικολοδήμος Α.Δ.. Μέρες Πολέμου, σελ. 101.

[23] ΓΕΣ/ΔΙΣ. Επίτομη Βαλκανικών, σελ. 180.

[24] Σφυροέρας Β., Βαλκανικοί, σελ. 215.

[25] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη Βαλκανικών, σελ. 265.

 

Βιβλιογραφία


 

  • ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη Ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913, Αθήνα, Έκδοση Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού,1987.
  • ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912­1913, Αθήνα, Έκδοση Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού,1988.
  • Νικολόδημος Α.Δ., «Μέρες Πολέμου (1902-1922)», Λευκωσία, Κέντρο Με­λετών Ιεράς Μονής Κύκκου, 2005.
  • Σφυροέρας Β., Βαλκανικοί: Σφυροέρας Β., λήμμα «Άγνωστου Στρατιώτη μνημείο», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς – Μπριτάννικα, Διευθ. Έκδοσης Κουβακας Θ., Μπουγάς Ν. και Πουρναρά Ε., Αθήνα, Πάπυρος, 1981, [σσ] 212-216.
  • Μοσχάκης Γ., «Η Μάχη του Σαρανταπόρου», Ιστορικές Σελίδες, Τεύχος 1, [σσ] 40-51.
  • Δεπάστας Ν.Σ., «Ιστορικόν Σχεδίασμα περί των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913», Αθήνα, Ανάτυπο εκ του ΜΣΤ’ Τόμου του περιοδικού «Παρνασσός», 2004.

 

Πηγή


 

  • «Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη», Γενικό Επιτελείο Στρατού 7° Ε.Γ./5. Επίβλεψη: Ανχης (ΠΒ) Βασίλειος Παπαθανασίου – Ανχης (ΠΒ) Γεώργιος Γιαννόπουλος. Συγγραφική ομάδα: Στρ (ΠΒ) Θωμάς Τσέλιος – Στρ (ΠΒ) Ιωάννης Μακρυπούλιας