Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πληθυσμός’

Το Ναύπλιο και η αγροτική του ενδοχώρα τον 19ο αιώνα – Εύη Καρούζου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Αν στηριχθεί κάποιος μόνο στα στατιστικά στοιχεία που αφορούν στην πόλη του Ναυπλίου τον 19ο αιώνα – πληθυσμιακά ή οικονομικά –, τότε είναι πολύ πιθανό να σχηματίσει την εικόνα μιας πόλης που βρίσκεται σε στασιμότητα ή ακόμη και σε παρακμή. Όμως, όσο και αν θέλουμε να εστιάσουμε στην πόλη και τους ανθρώπους της, η πόλη δεν υπάρχει χωρίς την ενδοχώρα της, ακόμη και αν η ενδοχώρα αυτή βρίσκεται πολλά χιλιόμετρα μακριά από τις παρυφές της πόλης.

Μια πόλη χαρακτηρίζεται ως κεντρικό σημείο ενός τόπου, εφόσον είναι σε θέση να προσφέρει στον πληθυσμό της ευρύτερης περιοχής μια σειρά από αγαθά και υπηρεσίες που δεν μπορεί να προσφέρει καμία άλλη πληθυσμιακή συγκέντρωση στην ίδια περιοχή, σε κόστος το οποίο δεν πρέπει να ξεπερνάει ένα συγκεκριμένο ύψος και να γίνεται ασύμφορο για τον δέκτη των υπηρεσιών. Το Ναύπλιο πληροί αυτές τις προδιαγραφές σε ό,τι αφορά στις διοικητικές και δικαστικές υπηρεσίες. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι το Ναύπλιο είναι έδρα Εφετείου, στο οποίο υπάγονται τα Πρωτοδικεία Ναυπλίου, Τρι­πόλεως, Σπάρτης, Καλαμών και Κυπαρισσίας, προσδιορίζει την κίνηση του πληθυσμού, ακόμη και των πιο απομακρυσμένων περιοχών, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να επισκεφθεί το Ναύπλιο, ακόμη και αν για όλες τις υπόλοιπες συναλλαγές του καταφεύγει σε πλησιέστερες πληθυσμιακές συγκεντρώσεις. Επομένως, για να μελετήσουμε καλύτερα το Ναύπλιο είναι αναγκαίο να δού­με την ενδοχώρα του ή, πιο σωστά τις ενδοχώρες του. Η διοικητική ενδοχώ­ρα της πόλης είναι λίγο-πολύ αυτονόητη, παρόλο που οι μετατοπίσεις της υποδηλώνουν την προσπάθεια προσαρμογής της διοίκησης στα δεδομένα που δημιουργούν οι άλλες ενδοχώρες της πόλης. Εκείνο με το οποίο είναι αναγκαίο να ξεκινήσουμε, είναι να προσδιορίσουμε δημογραφικά την ενδοχώρα της πόλης και, ακολούθως, να εξετάσουμε ποιο είναι το πληθυσμιακό μέγεθος της Επαρχίας Ναυπλίας, ποιον πληθυσμό, δηλαδή, πρέπει να εξυπηρετήσουν οι υπηρεσίες του Ναυπλίου. Στη συνέχεια, θα πρέπει να προσδιορίσουμε την οικονομική φυσιογνωμία αυτής της ενδοχώρας.

Το 1851 ο Ιάκωβος Ρίζος Ραγκαβής αναφέρει στα Ελληνικά του ότι η Επαρχία Ναυπλίας αποτελείται από 4 Δήμους: Ναυπλίας, Νέας Επιδαύρου, Μινώας και Μηδείας. Το μεγαλύτερο τμήμα του Δήμου Ναυπλίας και μέ­ρος του Δήμου Μηδείας βρίσκονται στην αργολική πεδιάδα, ενώ τα υπόλοιπα χωριά είναι ημιορεινά ή ορεινά.

Πέρασμα στο Κατσίγκρι, Chr. Wordsworth, 1839.

Ο πολυπληθέστερος Δήμος είναι εκείνος των Ναυπλιέων, αφού περιλαμβάνει τη μοναδική πόλη της Επαρχίας αλλά και αρκετά χωριά του κάμπου. Ακολουθεί ο Δήμος Μηδείας, ο οποίος επίσης έχει πολλά χωριά στον κά­μπο, ενώ ο Δήμος Επιδαύρου, με πολύ λιγότερα χωριά, οφείλει τη δυναμική του στην παρουσία της Νέας Επιδαύρου και του Λυγουριού. Τέλος, ο Δήμος Μινώας, με μοναδικό οικισμό αρχικά το Τολό, παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον ως χώρος μελλοντικής εγκατάστασης ορεινών πληθυσμών. Στη στατιστική αυτή εικόνα του 1851 τις εντυπώσεις κερδίζει η πόλη λόγω του πληθυσμού της. Η εικόνα αυτή θα κλονιστεί, αν δούμε τις τάσεις που εμφανίζουν όλες οι πληθυσμιακές συγκεντρώσεις της Επαρχίας μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Έτσι, λοιπόν, βλέπουμε στον Πίνακα 2 ότι η Επαρχία παρουσιάζει σημαντική αύξηση του πληθυσμού της, η οποία όμως δεν σχετίζεται με την πόλη του Ναυπλίου που βλέπει τον πληθυσμό της να παραμένει στάσιμος. Ειδικότερα στον Δήμο Ναυπλιέων, η αύξηση εντοπίζεται στα χωριά του Δήμου.

Ας δούμε τώρα τη σύνθεση του πληθυσμού των Δήμων: όλοι οι Δήμοι παρουσιάζουν ενδιαφέρον με εξαίρεση τον Δήμο Μηδείας. Ο Δήμος Ναυπλιέων έχει ποσοστό ετεροδημοτών 57,5% επί του πληθυσμού του και έρχεται τρίτος, μετά τον Δήμο της Ερμούπολης (79,7%) και τον Δήμο της Αθήνας (64,7%) σε αριθμό ετεροδημοτών. Ο Δήμος Επιδαυρίων έχει ποσοστό ετεροδημοτών που ανέρχεται στο 24,8%, ο Δήμος Μηδείας 0,4%, ενώ ο Δήμος Μινώας έρχεται πρώτος στο Βασίλειο με ποσοστό ετεροδημοτών που ανέρχεται στο 37,7%.3 Το μεγάλο ποσοστό ετεροδημοτών του Δήμου Ναυπλιέων μπορεί να δικαιολογηθεί από την παρουσία στρατιωτικών και δημόσιων υπαλλήλων στην πόλη του Ναυ­πλίου. Ίσως όμως αυτό δεν είναι αρκετό. Αν δούμε τα χωριά του ίδιου Δήμου, παρατηρούμε ότι υπάρχουν οικισμοί που – μέσα σε λιγότερο από 30 χρόνια – σχεδόν διπλασιάζουν τον πληθυσμό τους: Τζαφέραγα, Χαϊδάρι, Κούτσι, Μερζές και έπονται το Σπαϊτζίκο και το Κατσίγκρι. Επομένως, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η ημινομαδική κτηνοτροφία που υπάρχει στην περιοχή, προερχόμενη από την Αρκαδία, ευθύνεται για τη διόγκωση του πληθυσμού στην περιοχή, φαινόμενο που σιγά-σιγά θα πάρει τη μορφή μόνιμων οικισμών με νέα ονόματα.

Αυτή η υπόθεση ενισχύεται, αν δούμε τον Δήμο Μινώας. Αυτός ο Δήμος μέσα σε λίγα χρόνια υπερδιπλασιάζει τον πληθυσμό του, χωρίς όμως να παρουσιάζει σταθερούς μόνιμους οικισμούς, γεγονός που σημαίνει ότι ο δεύτερος οικισμός που εμφανίζεται μετά το Τολό, τα Ίρια, δεν έχει ακόμη παγιωθεί και αποτελεί χώρο περιοδικής εγκατάστασης κτηνοτρόφων. Φαίνεται ότι ο αρχικός πληθυσμός προσφύγων που εγκαταστάθηκε στα Ίρια και στην Κά­ντια, δεν εδραιώθηκε άμεσα ως μόνιμος πληθυσμός με μόνιμη, κυρίως γεωργική, απασχόληση. Το 1841, το επαρχιακό συμβούλιο Ναυπλίας αναφέρει ότι για τη βοσκή των μεγάλων ζώων της επαρχίας, δηλαδή κυρίως των αροτριώ­ντων ζώων, επαρκούν 1.300 στρέμματα γης, τα οποία κατανέμονται ως εξής: 500 στρ. για τον Δήμο Μηδείας, 500 για τον Δήμο Τίρυνθας και Ασίνης, 250 για τον Δήμο Επιδαύρου και μόνο 50 για τον Δήμο Μινώας. Η χαμηλή ζήτηση για τις βοσκές των αροτριώντων ζώων σημαίνει ότι στον Δήμο Μινώας το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού που εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της χρονιάς, δεν είναι μόνιμα εγκατεστημένο και δεν ασκεί συστηματικά τη γεωργία.

Τα δεδομένα αυτά δείχνουν ότι ο πληθυσμός της Επαρχίας είναι μια κινούμενη άμμος· δεν επηρεάζεται μόνο από τη φυσική κίνηση (γεννήσεις – θάνατοι) αλλά και από μετακινήσεις που δημιουργούν μία μεταβλητή ενδοχώρα που προσκολλάται ή απομακρύνεται από το διοικητικό της κέντρο, το Ναύπλιο. Οι οικονομικές δραστηριότητες αυτού του πληθυσμού σε συνάρτηση με τη διοικητική φυσιογνωμία της περιοχής ενισχύουν αυτή την εικόνα του μεταβλητού τοπίου…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το Ναύπλιο και η αγροτική του ενδοχώρα τον 19ο αιώνα

Read Full Post »

Ο Πληθυσμός του Ναυπλίου, 1830-1840 – Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Από τα χρόνια της Επανάστασης η Διοίκηση είχε προσπαθήσει να καταγράψει τον πληθυσμό, τις κατοικίες και κάθε είδους καταστήματα στις ελευθερωμένες από τον τουρκικό ζυγό περιοχές. Τις προσπάθειες αυτές συνέχισε ο Ιωάννης Καποδίστριας. «Ως γνωστόν, οι πρώτες προσπάθειες του Καποδίστρια, από τον Απρίλιο κιόλας του 1828, για τη συλλογή πληροφοριών γύρω από τον πληθυσμό και τη γεωργία της χώρας οφείλονται στην επιθυμία του να γνωρίσει την κατάσταση της ελληνικής επικράτειας, για να δώσει άμεσες λύσεις σε επείγοντα προβλήματα – κυρίως την αποκατάσταση των προσφύγων –, καθώς και στην υποχρέωση να απαντήσει στα 28 ερωτήματα που υποβλήθηκαν από τους πρεσβευτές των τριών Μ. Δυνάμεων». Επίσης, απογραφή των κατοίκων της Πελοποννήσου πραγματοποίησε το υπό τον στρατηγό Maison γαλλικό εκστρατευτικό σώμα τα έτη 1829-1830. Τέλος, οι Βαυαροί επιφόρτισαν το Γραφείο της Δημόσιας Οικονομίας – εκτός των άλλων καθηκόντων του – «να συ­ντάξη ακριβή χωρογραφικήν και τοπογραφικήν περιγραφήν του Κράτους» και «να καταστρώση ευχρήστους πίνακας του αριθμού των κατοίκων του […]».

 

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

 

Όσον αφορά την πόλη του Ναυπλίου, αν και έχουμε δημοσιευμένα πλη­θυσμιακά στοιχεία για τη δεκαετία 1820-1830, όχι πάντοτε πλήρη, δεν έχουν δημοσιευτεί για τη δεκαετία 1830-1840 αναλυτικά πληθυσμιακά στοιχεία, αν εξαιρέσει κανείς εκείνα που δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσε­ως του Βασιλείου της Ελλάδος τον Μάιο του 1834, μολονότι αυτή τη δεκαε­τία πραγματοποιήθηκαν πολλές και λεπτομερείς απογραφές.

Οι υπάρχουσες πληροφορίες αφορούν περισσότερο την επαρχία Ναυπλίας και λιγότερο τον Δήμο Ναυπλίας, δηλαδή την εντός των τειχών πόλη, τα προάστια του Αιγιαλού και της Πρόνοιας και τους γύρω οικισμούς. Όμως αυτή η δεκαετία είναι πολύ σημαντική για την πόλη (άφιξη του βασιλιά, μεταφορά της πρωτεύουσας). Ειδικότερα, η μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα στο τέλος του 1834 είχε ποικίλες συνέπειες, πληθυσμιακές και άλλες, τις οποίες ανιχνεύουμε στο περιεχόμενο του αρχείου του Δήμου Ναυπλιέων.

Στο αρχείο της Επαρχιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου υπάρχει αχρονολόγητο κατάστιχο, το οποίο, κατά την κρίση μου, συντάχθηκε το χρονικό διάστημα μεταξύ Αυγούστου 1832 και Ιανουαρίου 1833. Οι πληροφορίες που αντλούμε από τα υπάρχοντα δεδομένα, είναι πολλές και διάφορες, αλλά στην παρούσα μελέτη θα αναφερθούμε μόνον σε όσες σχετίζονται με τον πληθυσμό…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Δημήτρη Γεωργόπουλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο Πληθυσμός του Ναυπλίου, 1830-1840

 

Read Full Post »

Απογραφή του πληθυσμού και των κτισμάτων του Άργους κατά την Β΄ Βενετοκρατία (1698)


 

Η πόλη του Άργους και η επαρχία του γνώρισαν τη βενετική κατοχή σε δύο περιόδους. Η πρώτη από αυτές αρχίζει το έτος 1394 και φθάνει ως την κατάκτηση του από τους Οθωμανούς κατά την αρχή του α’ βενετοτουρκικού πολέμου(1463-1479). Βέβαια η πόλη στο διάστημα αυτό δεν είχε αυτόνομη παρουσία στο χώρο της βενετικής Ανατολής αλλά αποτελούσε τμήμα της τότε ενιαίας και ευρύτερης βενετικής κτήσης της Αργολίδας, στην οποία σημαντικότατη θέση κατείχε και το Ναύπλιο από το 1389 ως το 1540.

Έτσι λοιπόν το Άργος και το Ναύπλιο εντάσσονται κατά τα ως άνω άνισα χρονικά διαστήματα ως περιοχές της Αργολίδας στη λεγόμενη περίοδο της Πρώτης Βενετοκρατίας, στην οποία περιλαμβάνονται και κάποιες άλλες – παλαιότερες ή μεταγενέστερες – βενετικές κτήσεις της Πελοποννήσου. Η δεύτερη βενετική κατοχή του Άργους και της επαρχίας του εκτείνεται στο χρονικό διάστημα από το 1686 ως το 1715 το οποίο ανήκει στην ιστορική περίοδο της Δεύτερης Βενετοκρατίας (1685-1715), όταν στα πλαίσια του βενετοτουρκικού πολέμου του 1684-1699 κυριεύεται από τους Βενετούς ολόκληρη η Πελοπόννησος.

 

Άποψη του φρουρίου και της πόλεως του Άργους, V. Coronelli, «Universus Terrarum Orbis», Εκδότης, A. Lazor, Padova, 1713.

 

Κατά τη Δεύτερη Βενετοκρατία η Πελοπόννησος που υπήρξε διαχρονικά η μεγαλύτερη σε έκταση βενετική κτήση στο χώρο της Ανατολής, διαιρέθηκε από τους νέους κυρίαρχους της χώρας σε 24 επαρχίες (territorii), των οποίων τα όρια συνέπιπταν σε μεγάλο βαθμό με εκείνα των καζάδων της προηγούμενης οθωμανικής διοικητικής διαίρεσης και μία από αυτές ήταν και εκείνη του Άργους.

Άλλα χαρακτηριστικά της διοικητικής οργάνωσης της βενετοκρατούμενης Πελοποννήσου έχουν πολύ συνοπτικά ως εξής: η κτήση διαιρέθηκε σε τέσσερα διαμερίσματα που ονομάστηκαν «provincie» της Ρωμανίας (Romania) με πρωτεύουσα το Ναύπλιο (Napoli di Romania), της Μεσσηνίας (Μalvesia), με πρωτεύουσα το Νέο Ναυαρίνο, της Αχαΐας με την Πάτρα και της Λακωνίας με τη Μονεμβασία. Πρωτεύουσα της κτήσης ορίστηκε το Ναύπλιο.

Επικεφαλής των βενετικών διοικητικών αρχών τοποθετήθηκε ένας γενικός διοικητής με τον τίτλο Provveditor General dell’Armi in Regno di Morea. Σε κάθε πρωτεύουσα διαμερίσματος εγκαταστάθηκε ένας «provveditore» με πολιτικά-στρατιωτικά καθήκοντα και ένας «rettore» ως οικονομικός διαχειριστής. Πέρα από αυτό το τακτικό πλέγμα της διοίκησης, σε ορισμένες πρωτεύουσες επαρχιών για ειδικούς λόγους διορίστηκαν επίσης Βενετοί διοικητές με πολιτικές, δικαστικές και δημοσιονομικές αρμοδιότητες. Εξάλλου την ανώτατη διεύθυνση των πολεμικών και στρατιωτικών υποθέσεων κατά την πολεμική περίοδο, δηλαδή ως το 1699, ασκούσε ο αρχιστράτηγος και αντίστοιχα κατά την ειρηνική περίοδο ο γενικός προβλεπτής της θάλασσας.

Παράλληλα όμως με αυτά τα νέα χαρακτηριστικά της διοικητικής οργάνωσης, οι Βενετοί προχώρησαν σε σημαντικές θεσμικές αλλαγές και στην κοινωνική, οικονομική και δημοσιονομική ζωή της νέας τους κτήσης. Με συντομία σημειώνουμε τις πιο σημαντικές: Κατήργησαν τον κεφαλικό φόρο (χαράτσι) και καθιέρωσαν τη δεκάτη επί των αγροτικών προϊόντων ως κύριο και γενικευμένο φόρο. Εφάρμοσαν τη λεγόμενη αρχή της Κυριάρχου (Dominante) στο σύστημα διακίνησης του εμπορίου, τουλάχιστον κατά το πρώτο διάστημα της Δεύτερης Βενετοκρατίας, σύμφωνα με την αρχή αυτή τα προϊόντα που προέρχονταν από διάφορους τόπους και προορίζονταν να εισαχθούν στη βενετική κτήση της Πελοποννήσου ή εξάγονταν από αυτή προς κάθε κατεύθυνση όφειλαν να περάσουν προηγουμένως από τη Βενετία. Ακόμη εισήγαγαν στην αυτοδιοίκηση το σύστημα των κοινοτικών συμβουλίων στα κυριότερα αστικά κέντρα της Πελοποννήσου, ενώ παράλληλα αναδιοργάνωσαν τα αγροτικά συμβούλια των προκρίτων και γερόντων στις ήδη υπάρχουσες άτυπες αγροτικές κοινότητες.

Εκχριστιάνισαν όσους Τούρκους είχαν παραμείνει σε περιορισμένο αριθμό στη χώρα. Διέκοψαν κάθε επαφή και σύνδεση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Πελοποννήσου με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ανέθεσαν την εκλογή των ορθόδοξων αρχιερέων σε περίπτωση χηρείας του αρχιερατικού θρόνου στα συμβούλια των αστικών κοινοτήτων. Επιφόρτισαν τους λεγόμενους «μεϊντάνηδες» με την τήρηση της δημόσιας ασφάλειας κ. ά.

Ωστόσο η αλλαγή που δημιούργησε μία νέα εντελώς πραγματικότητα σε όλα τα επίπεδα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας υπήρξε η ανατροπή του παλαιού καθεστώτος της έγγειας κτήσης και των σχέσεων που πήγαζαν από το καθεστώς αυτό. Συγκεκριμένα όλη η γη που κατείχαν οι Οθωμανοί στην Πελοπόννησο περιήλθε κατακτητικώ δικαιώματι στην κυριότητα του βενετικού Δημοσίου, δηλαδή θεωρήθηκαν ότι ανήκαν στο βενετικό κράτος όλα τα εδάφη της χώρας που τη στιγμή της κατάκτησης των Βενετών δεν αποτελούσαν ιδιοκτησία των χριστιανών.

Ποια όμως ήταν τα εδάφη αυτά και ποια ήταν τα ιδιόκτητα των χριστιανών; Οι Βενετοί για να απαντήσουν σ’ αυτό το ερώτημα επέλεξαν την εξής διαδικασία: διακήρυξαν πρώτα-πρώτα ότι αναγνωριζόταν στους παλαιούς κατοίκους η τυχόν υπάρχουσα ιδιοκτησία επί των γαιών και κτισμάτων και προσκάλεσαν τους δικαιούχους να προσκομίσουν τους οθωμανικούς τίτλους ιδιοκτησίας ή ελλείψει τούτων να παρουσιάσουν δύο μάρτυρες για να επιβεβαιώσουν ενόρκως το ιδιοκτησιακό τους δικαίωμα.

Στη συνέχεια τους εκχώρησαν νέο προσωρινό τίτλο κυριότητας, τον λεγόμενο τίτλο του «bene probatum». Ύστερα από αυτήν την εξομάλυνση, ό,τι απέμενε στη διάθεση των Βενετών, δηλαδή απέραντες εκτάσεις καλλιεργημένων ή ακαλλιέργητων αλλά και χέρσων γαιών καθώς και ένας πολύ μεγάλος αριθμός αγροτικών και αστικών κτισμάτων, αποτελούσε πλέον περιουσία του βενετικού Δημοσίου.

 

Άποψη του Άργους, V. Coronelli, «Morea, Negreponte, E Adiazenze », Venezia, 1685.

 

Η Βενετία έχοντας στην κυριότητα της αυτή την απέραντη περιουσία γαιών και κτισμάτων σκέφθηκε να τη χρησιμοποιήσει για να αντιμετωπίσει ένα οξύ δημογραφικό πρόβλημα που παρουσίαζε η κτήση μετά τη βενετική κατάκτηση. Πραγματικά, τότε διαπιστώνεται δραματική μείωση του πληθυσμού της που είχε ως αποτέλεσμα να ελαττωθεί ο ενεργός αγροτικός πληθυσμός και να εγκαταλειφθεί η γεωργική καλλιέργεια σε μεγάλες εκτάσεις της πελοποννησιακής γης, γεγονός που ανέτρεπε καίρια την επιδίωξη των Βενετών να εκμεταλλευτούν οικονομικά την κτήση τους. Για να αυξήσουν λοιπόν τον πληθυσμό της Πελοποννήσου οργάνωσαν και έθεσαν σε εφαρμογή σύστημα εποικισμού της με την προσέλκυση και εγκατάσταση σ’ αυτήν εποίκων, αγροτικής κυρίως αλλά και αστικής προέλευσης, στους οποίους παραχωρούσαν γαίες και κτίσματα, όταν αυτοί προσέρχονταν και προέρχονταν από γειτονικές ή και πιο απομακρυσμένες τουρκοκρατούμενες περιοχές.

Με την παράδοση κτημάτων και κτισμάτων στους εποίκους άρχισαν βαθμιαία να αυξάνονται οι κάτοικοι και παράλληλα να σχηματίζονται δύο πληθυσμιακές κατηγορίες από τις οποίες η μία περιλάμβανε τους αυτόχθονες, οι οποίοι είτε ως πραγματικοί, είτε ως δήθεν ιδιοκτήτες – με το σύστημα της ένορκης βεβαίωσης των μαρτύρων – είχαν κατορθώσει να εκμαιεύσουν τον τίτλο κυριότητας του «bene probatum«. Σ’ αυτή την κατηγορία θα πρέπει να προσθέσουμε και εκείνους τους γηγενείς που ήταν και συνέχισαν να είναι ακτήμονες καθώς και όσους από τους παλαιούς κατοίκους είχαν περιουσία αλλά δεν επιδίωξαν να προμηθευτούν τον τίτλο του «bene probatum» για τις ιδιοκτησίες τους αλλά εξακολουθούσαν να κυριεύουν τα ακίνητα τους με καθεστώς απλής και αδιατάρακτης κατοχής.

Η άλλη κατηγορία περιλάμβανε όλους τους επήλυδες κατόχους – και όχι ιδιοκτήτες – ακινήτων, τα οποία τους παραχώρησε το κράτος είτε χαριστικά (per grazia), είτε με μακροχρόνια ή στο διηνεκές εκμίσθωση έναντι καταβολής πολύ μικρού ενοικίου (livello), είτε με απλή βραχυχρόνια ενοικίαση (affitanza). Με αυτόν τον τρόπο παράλληλα με τον παλαιό γηγενή πληθυσμό μία πανσπερμία νέων κατοίκων με ποικίλη προέλευση από ξένα μέρη άρχισε να σχηματίζεται τόσο στην ύπαιθρο, όσο και στα αστικά κέντρα της Πελοποννήσου κατά την περίοδο της Δεύτερης Βενετοκρατίας.

Είναι αυτονόητο ότι ένα τέτοιο φαινόμενο απαντάται εκείνη την εποχή και στην πόλη του Άργους, όπως ευχερώς μπορούμε να το διαπιστώσουμε από τις πληροφορίες που μας παρέχει ένα ενδιαφέρον, αδημοσίευτο ακόμη, αρχειακό έγγραφο, το οποίο απόκειται στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας. Αν και δεν δηλώνεται ρητά, φαίνεται ότι αυτό το έγγραφο καταστρώθηκε και συντάχθηκε το έτος 1698 κατά τα φαινόμενα ύστερα από εντολή του τότε Γενικού Προβλεπτή του Μοριά Φραγκίσκου Grimani. Ο Βενετός αυτός διοικητής μας είναι γνωστός τόσο από την εν γένει επιτυχημένη διοικητική του δραστηριότητα, όσο και από το ειδικότερο ενδιαφέρον του για τη συστηματική κτηματογράφηση των δημόσιων και ιδιωτικών γαιών της Πελοποννήσου, τη συνολική αλλά και την επιμέρους απογραφή των πληθυσμών της, την καταγραφή των κτισμάτων καθώς και των ποικίλων πλουτοπαραγωγικών της πόρων με αντικειμενικό σκοπό τα σχετικά στοιχεία να χρησιμεύσουν στην λειτουργικότερη οργάνωση της κτήσης και κυρίως στην αποδοτικότερη οικονομική εκμετάλλευση της.

Όπως φαίνεται, στα πλαίσια αυτών των επιδιώξεων εντάσσεται και η γένεση του ως άνω εγγράφου, το οποίο περιέχει απογραφή όλων των κτισμάτων της πόλης ή πιο σωστά του εκτός ακρόπολης συνοικισμού (borgo) του Άργους καθώς και όλων των ονομάτων των αρχηγών των οικογενειών που χρησιμοποιούσαν τα κτίσματα αυτά ως κατοικίες ή για άλλους σκοπούς. Ας προσθέσουμε ότι σε όλα τα πρώην τουρκικά κτίσματα αναγράφονται αντιστοίχως τα ονόματα των άλλοτε Τούρκων ιδιοκτητών τους. Ας δούμε όμως πιο συγκεκριμένα τα στοιχεία που μας προσφέρει το έγγραφο μας (εφεξής: απογραφή) για τα κτίσματα και τους ανθρώπους.

Αρχίζουμε με τα κτίσματα. Αυτά διακρίνονται σε σπίτια (case), σε σπιτάκια ή πιο σωστά σε καλύβες (casette), σε καταστήματα ή εργαστήρια (botteghe) καθώς και σε εκκλησίες (chiese) και κελλιά (celle), ενώ σε ορισμένες – πολύ λίγες – περιπτώσεις χρησιμοποιούνται οι ονομασίες πύργος (torre), τζαμί (moschea) και λουτρό (bagno). Κάποια σπίτια αλλά και καλύβες ή καταστήματα φέρουν το χαρακτηρισμό apepian ή in Soler που σημαίνουν αντίστοιχα ότι έχουμε να κάνουμε με ισόγειο κτίσμα (κατώγι) ή κτίσμα με όροφο (ανώγι). Σε μία περίπτωση ένα κτίσμα αναφέρεται ως «vacuffi» που επεξηγείται ως «convento di Turchi», δηλ. μοναστήρι των Τούρκων.

Η απογραφή περιέχει κατ’ αύξοντα αριθμό 254 αναγραφές και χωρίζεται σε δύο τμήματα. Το πρώτο περιλαμβάνει τους αριθμούς 1-204 όπου καταγράφονται τα άλλοτε τουρκικά κτίσματα που ακολούθως πέρασαν στην κυριότητα του βενετικού Δημοσίου καθώς και οι πρώην Τούρκοι ιδιοκτήτες τους αλλά και οι επόμενοι, μετά την έλευση των Βενετών, χριστιανοί κάτοχοι τους. Το δεύτερο τμήμα περιλαμβάνει τους αριθμούς 205-254 όπου καταγράφονται τα ιδιόκτητα ήδη από την εποχή της Τουρκοκρατίας ελληνικά κτίσματα καθώς και οι Έλληνες ιδιοκτήτες τους.

Τα κτίσματα που ανήκαν άλλοτε στους Τούρκους ανέρχονται σε 72 σπίτια με κεραμωτή στέγη καθώς και σε 57 καταστήματα ή εργαστήρια, σε 7 πύργους και σ’ αυτό που σημειώσαμε πιο πάνω ως «vacuffi». Πολύ περισσότερα όμως είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται καλύβες και φθάνουν τα 490. Αυτά τα πρώην τουρκικά ακίνητα σχεδόν στο σύνολο τους-εκτός δηλαδή από πολύ λίγες εξαιρέσεις-αναφέρονται στην απογραφή ως κατοικίες. Ακόμη πρέπει ίσως να προστεθεί και ένας μικρός ή μεγαλύτερος αριθμός από τα πρώην τουρκικά καταστήματα τα οποία φαίνεται ότι χρησιμοποιούνται αδήλως και αυτά ως κατοικίες. Εξάλλου τα ιδιόκτητα κτίσματα των γηγενών Ελλήνων ανέρχονται σε 37 σπίτια, 65 καλύβες και 4 καταστήματα ή εργαστήρια, ενώ υπάρχουν 6 ορθόδοξες εκκλησίες και ενδεχομένως μία ρωμαιοκαθολική.

 

Εικόνα του Αρχαίου Άργους, Chaiko, 1790. Ο σχεδιαστής φαίνεται να είχε επισκεφτεί το Άργος το οποίο ίσως να ήταν κατεστραμμένο τότε. Έτσι προτίμησε να σχεδιάσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του Αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία.

 

Αν τώρα περάσουμε από τα κτίσματα στους ανθρώπους τότε θα μας απασχολήσει πρώτα-πρώτα ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζει η δημογραφική έρευνα όταν τίθεται το ερώτημα ποιο πληθυσμιακό στοιχείο – το οθωμανικό ή το χριστιανικό – επικρατούσε στα αστικά κέντρα του τουρκοκρατούμενου ελλαδικού ή έστω πελοποννησιακού χώρου και βέβαια του Άργους που τώρα άμεσα μας ενδιαφέρει.

Τα σχετικά στοιχεία που μας παρέχει η απογραφή μας επιτρέπουν προς στιγμήν να σχηματίσουμε την εντύπωση ότι στο Άργος οι Οθωμανοί ήταν πολυπληθέστεροι από τους χριστιανούς, εφόσον τα στοιχεία αυτά δείχνουν αναμφισβήτητα ότι οι Τούρκοι ιδιοκτήτες των ακινήτων κατά την πρώτη Τουρκοκρατία ήταν πολλαπλάσιοι των αντίστοιχων χριστιανών ιδιοκτητών σ’ αυτήν τουλάχιστον την πόλη. Ωστόσο μια τέτοια εντύπωση μπορεί να είναι απατηλή, αφού ούτε όλοι οι ιδιοκτήτες ακινήτων σε μια πόλη είναι και κάτοικοι της, ούτε και όσοι από τους ιδιοκτήτες που κατοικούν εκεί αποτελούν υποχρεωτικά και την πλειονότητα των κατοίκων, θα επανέλθουμε όμως σ’ αυτό το ζήτημα και παρακάτω, όπου θα προσπαθήσουμε να συνδυάσουμε τις ειδήσεις της απογραφής με συναφείς πληροφορίες και από άλλες βενετικές πηγές.

Ας στρέψουμε όμως τώρα την προσοχή μας στην εξιχνίαση των συνθετικών στοιχείων που απαρτίζουν τον πληθυσμό της πόλης του Άργους κατά την εποχή της απογραφής, δηλαδή περί τα μέσα της περιόδου της Δεύτερης Βενετοκρατίας. Εν πρώτοις θα πρέπει να περιλάβουμε σ’ αυτόν  όλους ή έστω σχεδόν όλους τους ιδιοκτήτες ακινήτων με ή χωρίς τον τίτλο του «bene probatum».

Αυτοί όπως σημειώσαμε πιο πάνω αναφέρονται στους αριθμούς 205-254 της απογραφής. Συγκεκριμένα, εκεί έχουμε να κάνουμε με 40 συνολικά οικογένειες γηγενών, οι οποίες μεταξύ τους παρουσιάζοντα οικονομικά και κοινωνικά διαφοροποιημένες, αφού από το σύνολο τους μόνο οι 18 έχουν στην κυριότητα τους όλα τα κτίσματα που χαρακτηρίζονται ως σπίτια, ενώ οι υπόλοιπες 22 έχουν στην ιδιοκτησία τους μόνο καλύβες. Να προσθέσουμε εδώ και μια παρατήρηση: σε μια συστάδα με 9 καλύβες που όλες ανήκουν σε γηγενή ιδιοκτήτη φέρονται να κατοικούν, σύμφωνα με την απογραφή, 9 οικογένειες. Δεν γίνεται όμως φανερό αν πρόκειται για αυτόχθονες κατοίκους της πόλης ή για εποίκους από τα ξένα μέρη. Την ίδια αβεβαιότητα όμως θα αντιμετωπίσουμε και παρακάτω σε πολλές περιπτώσεις οικογενειών που καταγράφονται να κατοικούν σε πρώην τουρκικά κτίσματα. Πράγματι, τα άλλοτε τουρκικά ακίνητα, όπως έχουμε ήδη σημειώσει, χρησιμοποιήθηκαν ως κατοικίες εποίκων που προσήλθαν από τα έξω μέρη. Παράλληλα όμως, τέτοια ακίνητα σε απροσδιόριστο αριθμό φαίνεται ότι αποτέλεσαν – ή αποτελούσαν ήδη – κατοικίες γηγενών οικογενειών του Άργους, χωρίς αυτό να δηλώνεται ρητά στην απογραφή. Έτσι λοιπόν είναι προβληματικό να ξεχωρίσουμε με ευχέρεια στο έγγραφο αυτό τους επήλυδες από τους αυτόχθονες αφού είναι εγκατεστημένο σε ακίνητα της ίδιας κατηγορίας χωρίς να δηλώνεται η προέλευση τους.

Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε να διακρίνουμε τους εποίκους με βάση τον τόπο προέλευσης τους και σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία και ενδείξεις της απογραφής μας.

Αρχίζουμε με τους Αθηναίους. Είναι γνωστή η φοβερή περιπέτεια των Αθηναίων οι οποίοι, μετά την κατάληψη της πόλης τους από τους Βενετούς το φθινόπωρο του 1687 και την επικείμενη αποχώρηση των βενετικών στρατευμάτων την επόμενη άνοιξη, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν σύσσωμοι την πατρίδα τους και να εγκατασταθούν τελικά ως έποικοι σε διάφορα μέρη της Πελοποννήσου αλλά και αλλού. Οι περισσότεροι από αυτούς και κυρίως οι οικογένειες αστικών χαρακτηριστικών βρήκαν καταφύγιο στα δύο μεγαλύτερα κέντρα της Πελοποννήσου, δηλαδή στην Πάτρα και το Ναύπλιο. Στο αγροτικό όμως Άργος σύμφωνα με την απογραφή φέρονται να κατοικούν μόλις 11 αθηναϊκές οικογένειες.

Ωστόσο είναι ενδεχόμενο να υπάρχουν εκεί πολύ περισσότερες, των οποίων όμως παραμένει άδηλη η προέλευση μέσα στο πλήθος των απροσδιόριστης καταγωγής εποίκων της απογραφής. Σε επίρρωση αυτής της υπόθεσης έχουμε μία άκρως ενδεικτική μαρτυρία άλλης βενετικής πηγής, σύμφωνα με την οποία στην ενορία της Αγίας Παρασκευής στο παζάρι του Άργους το 1696 σε 65 «αυθεντικές» (=πρώην τουρκικές) καλύβες κατοικούσαν 310 έποικοι, Αθηναίοι και Ευριπιώτες, χωρίς όμως να καθορίζεται πιο συγκεκριμένα ο αντίστοιχος αριθμός των ατόμων που ανήκαν στην κάθε μια από τις δύο αυτές πληθυσμιακές ομάδες.

Όπως βλέπουμε σ’ αυτή τη μαρτυρία εκτός από την Αθήνα άλλη τουρκοκρατούμενη περιοχή που έστειλε μετανάστες στην Πελοπόννησο υπήρξε και η Εύβοια, που βρέθηκε σε ανάλογες περίπου συνθήκες με εκείνες που εξώθησαν τους Αθηναίους να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να μετοικήσουν εκεί.

Μετά την αποτυχημένη προσπάθεια των Βενετών να εκπορθήσουν το φρούριο του Ευρίπου πολλοί χριστιανοί κάτοικοι της περιοχής προσήλθαν τότε ή αργότερα στην Πελοπόννησο και εγκαταστάθηκαν εκεί με τις γνωστές εποικιστικές διαδικασίες. Στην απογραφή μαρτυρούνται μόνο 4 με 6 τέτοιες οικογένειες. Προφανώς και εδώ, όπως διαπιστώσαμε πιο πάνω, παρέμειναν αδιευκρίνιστοι πολύ περισσότεροι Ευριπιώτες μετανάστες.

Συνεχίζουμε με τους Θηβαίους, δηλαδή με τους εποίκους που προέρχονταν από τη Θήβα και την περιοχή της. Στην απογραφή σημειώνονται ρητά 18 μόνο οικογένειες ως θηβαϊκές, αλλά και σ’ αυτή την περίπτωση οι έποικοι τέτοιας προέλευσης πρέπει να ήταν πολύ περισσότεροι. Μάλιστα, όπως πληροφορούμαστε και εδώ από άλλη βενετική πηγή οι Θηβαίοι αποτελούσαν την πολυπληθέστερη πληθυσμιακή ομάδα που παρουσιάζεται να έχει εγκατασταθεί στο Άργος εκείνη την εποχή. Από το σύνολο των εποίκων που το 1696 ανέρχεται σε 881 άτομα τα 551 έχουν ως τόπο προέλευσης τη Θήβα. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και σε κάποια χωριά της Αργολίδας όπως το Κουτσοπόδι (όπου στο σύνολο των κατοίκων έχουμε 327 Θηβαίους και 86 αυτόχθονες) και σε μικρότερη αναλογία στη Δαλαμανάρα. Πως εξηγείται το φαινόμενο αυτό; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη αιτιολογία;

Τέλος ερχόμαστε στους εποίκους που έχουν ως τόπο καταγωγής τους τη Ρούμελη. Βέβαια η ονομασία αυτή καλύπτει ευρύτατη περιοχή από την οποία προήλθε οπωσδήποτε το μεγαλύτερο μέρος των εποίκων προς την Πελοπόννησο. Οι βενετικές πηγές όταν κάνουν λόγο για μετανάστες αυτής της προέλευσης αναφέρονται συνήθως σε μικρότερα ή μεγαλύτερα αστικά κέντρα ή χωριά της υπαίθρου. Στην απογραφή όμως δεν έχουμε τέτοιου είδους αναφορές, αν βέβαια εξαιρέσουμε την Αθήνα και τη Θήβα, και έτσι έχουμε απλώς την ένδειξη για μετανάστες από τη «Ρούμελη» και πιο συγκεκριμένα για 9 μόνο οικογένειες αυτής της κατηγορίας. Φυσικά και εδώ είναι αυτονόητο ότι οι έποικοι από τη Ρούμελη θα πρέπει να ήταν πολύ περισσότεροι.

Μετά τη Ρούμελη δεν αναφέρεται στην απογραφή κάποιος άλλος συγκεκριμένος τόπος προέλευσης των μεταναστών αλλά εμείς θα επιχειρήσουμε με βάση έμμεσα στοιχεία της απογραφής ή άμεσα άλλων βενετικών πηγών να εξιχνιάσουμε – ίσως όχι πάντοτε επιτυχώς – την καταγωγή και άλλων οικογενειών – επήλυδων ή και αυτοχθόνων – του Άργους. Συνοπτικά συμπεραίνουμε τα εξής: α) έχουμε 23 οικογένειες που ίσως κατάγονται από διαφορετικούς οικισμούς της Πελοποννήσου όπως δείχνει το όνομα τους π.χ. Thodorin di Andrizza, Dimitri Muchlioti κ.α., β) 9 οικογένειες που φαίνεται να προέρχονται από εκτός Πελοποννήσου περιοχές π.χ. Meleti Desfinioti, Maria de Tine κ.α., γ) 11 οικογένειες που κατάγονται από τη Θήβα π.χ. Gianni Calomira, Petro Cutra κ.α., δ) 2 οικογένειες από την Κρήτη π.χ.(; )  Palada και Zuanne Zelaiti και τέλος ε) 2 οικογένειες από την Αθήνα π.χ. Thodorachi Calogera και Dimitri Galaci.

Εξάλλου δεν πρέπει να παραλείψουμε ότι στην απογραφή αναφέρονται ως κάτοχοι πρώην τουρκικών ιδιοκτησιών δύο οικογένειες, οι οποίες είναι ενδεχομένως γηγενείς, δηλαδή του Dimitri Caramuza και του Stathi Caramuza. Σ’ αυτές ας προσθέσουμε και άλλες 8 ακόμη που είναι με βεβαιότητα γηγενείς, αφού τις συναντούμε και στο σχετικό τμήμα της απογραφής (στους αριθμούς 205-254) όπου καταγράφονται οι αυτόχθονες. Τέλος ας επισημάνουμε μία οικογένεια της οποίας δεν γνωρίζουμε την καταγωγή αλλά απλώς μας κίνησε το ενδιαφέρον λόγω του αξιοπερίεργου ονόματος της: ο αρχηγός της ονομάζεται Dimitri Chigliarabi και μας φέρνει στο νου τον αρχαίο Κυλαράβη, γιο του Σθένελου βασιλιά του Άργους.

Σ’ αυτό το σημείο θεωρούμε σωστό να παρατηρήσουμε ότι ως τώρα χρησιμοποιήσαμε κατά κύριο λόγο τις ειδήσεις της απογραφής για να διακρίνουμε ξεχωριστά και κατά περίπτωση την προέλευση των οικογενειών του συνολικού πληθυσμού του Άργους τη συγκεκριμένη εποχή.

Ωστόσο τα αποτελέσματα της προσπάθειας μας δεν είναι τόσο ικανοποιητικά, αφού η εξακρίβωση της προέλευσης όχι μόνο δεν πραγματοποιήθηκε επιτυχώς για το σύνολο αλλά ούτε καν για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Γι αυτούς τους λόγους είμαστε υποχρεωμένοι να στρέψουμε την προσοχή μας τόσο στις ειδήσεις της απογραφής αλλά και άλλων αρχειακών πηγών, όσο και σε πληροφορίες περιηγητικών και ταξιδιωτικών κειμένων που θα μπορούσαν να συνδυαστούν με συναφή πορίσματα της νεότερης ιστορικής έρευνας.

Σύμφωνα με ταξιδιωτικές μαρτυρίες του πρώτου μισού του 18ου αιώνα, λίγα χρόνια μετά την ανάκτηση της Πελοποννήσου από τους Τούρκους (Fourmont, 1729) η πόλη του Άργους παρουσιάζεται να έχει περισσότερο αγροτικό παρά αστικό χαρακτήρα.

Εκεί αναφέρεται ότι απαρτιζόταν από «600 εστίες που δεν βρίσκονταν η μία κοντά στην άλλη αλλά ήταν διάσπαρτες κατά ομάδες και καταλάμβαναν μεγάλη έκταση» (Fourmont σε Michel Seve, Οι Γάλλοι ταξιδιώτες, σ.33). Παράλληλα γίνεται λόγος για ένα οικισμό διασκορπισμένο σε «συστάδες» (Στ. ίδιο, σ.29). Εξάλλου η νεότερη έρευνα πιστεύει ότι η αρχιτεκτονική του Άργους την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν τυποποιημένη με ισόγεια σπίτια από πλίθρες με πλατυμέτωπο σχέδιο και με κήπους που περιβάλλονταν με πλίθινη μάντρα. Η αρχιτεκτονική αυτή ανταποκρινόταν στην οικονομική και κοινωνική δομή της πόλης και κυριαρχεί ως την αρχή της τελευταίας εικοσαετία του 19ου αιώνα (Β. Δωροβίνης, Παραδοσιακή αρχιτεκτονική στο Άργος).

Ας δούμε τώρα ως ποιο σημείο οι πληροφορίες και οι παρατηρήσεις αυτές συμπίπτουν κατά  κάποιο τρόπο με στοιχεία της απογραφής όπου σημειώνονται τα εξής: «ένα μέρος από τα πρώην  τουρκικά κτίσματα απαρτίζεται από σπίτια και καταστήματα, τα οποία είχαν στέγη από κεραμίδια, ενώ τα υπόλοιπα από αυτά, πολύ περισσότερα σε αριθμό είναι κατασκευασμένα από πηλό ή λάσπη (=πλίθρες) και καλύπτονται από αχυροσκεπές, ώστε είναι δυνατόν να χαρακτηριστούν ως καλύβες. Για παρόμοιους λόγους μπορούν να ονομαστούν καλύβες και όλα σχεδόν τα κτίσματα που ανήκουν στους Έλληνες».

Σ’ αυτές τις ειδήσεις της απογραφής ας προσθέσουμε και τα ποσοτικά στοιχεία που αυτή περιέχει για το σύνολο των πρώην τουρκικών καθώς και των ελληνικών κτισμάτων τα οποία χρησίμευαν ως κατοικίες: έχουμε 674 ακίνητα, δηλαδή 490 καλύβες, 72 κεραμοσκεπή σπίτια και 7 πύργους πρώην τουρκικής ιδιοκτησίας, καθώς και 40 κεραμοσκεπή σπίτια και 65 καλύβες ελληνικής ιδιοκτησίας. Το σύνολο των κτισμάτων αυτών απαρτιζόταν από 119 κεραμοσκεπή σπίτια και πύργους και από 555 αχυροσκεπείς καλύβες. Έτσι λοιπόν η πληροφορία του Fourmont ότι στο Άργος υπήρχαν 600 εστίες, δηλαδή κατοικίες οικογενειών, δεν απέχει πολύ από τα ποσοτικά δεδομένα της απογραφής. Εκεί όμως που οι ειδήσεις από τον Fourmont αλλά και τα συμπεράσματα της νεότερης έρευνας συμβαδίζουν με τα στοιχεία της απογραφής είναι όταν κάνουν λόγο ότι οι κατοικίες στην πόλη του Άργους συσσωματώνονται σε συστάδες κτισμάτων που περικλείονταν σε μικρό ή μεγάλο ποσοστό με περίβολο από πλίθινη μάντρα (Δωροβίνη, ό.π.).

Σύμφωνα με τις ειδήσεις της απογραφής στο σύνολο των 674 πρώην τουρκικών και ελληνικών κατοικιών έχουμε μόλις 35 μονοκατοικίες. Όλες οι υπόλοιπες κατοικίες είναι ομαδοποιημένες σε συστάδες – 117 πρώην τουρκικές και 27 ελληνικές – όπου η κάθε μία συστάδα περιλαμβάνει ποικίλο αριθμό οικογενειών που κυμαίνεται από 2 ως 16. Ας προσθέσουμε πως στην ίδια πηγή διαπιστώνεται ότι πολλές από τις εν λόγω συστάδες αναφέρονται ως περίκλειστες με μαντρότοιχο. Συγκεκριμένα 331 κατοικίες, οι μισές περίπου από το σύνολο, είτε βρίσκονταν σε περίκλειστες συστάδες μέσα σε μία αυλή είτε διέθεταν αυλή ή κήπο.

Μετά την παράθεση των στοιχείων αυτών είναι καιρός να επανέλθουμε στο ερώτημα που ήδη έχουμε διατυπώσει και το αφήσαμε αναπάντητο: ποιο δηλαδή από τα δύο πληθυσμιακά στοιχεία – το οθωμανικό ή το ελληνικό – υπερτερούσε στο Άργος κατά την προηγούμενη περίοδο της Τουρκοκρατίας;

Όπως έχουμε ήδη επισημάνει τα ακίνητα στην πόλη του Άργους που ανήκαν άλλοτε στους Τούρκους ανέρχονταν σε 72 σπίτια και 490 καλύβες. Τα σπίτια – στο σύνολο τους ή κατά ένα μεγάλο μέρος – χρησίμευαν τότε ως κατοικίες των Τούρκων. Αντίθετα όμως οι πολυπληθείς καλύβες που οι περισσότερες συσσωματώνονταν σε συστάδες κατοικιών και στην πλειονότητα τους ήταν διασκορπισμένες σε μεγάλη έκταση του αργειακού οικισμένου χώρου, είχαν χωρίς αμφιβολία στενή και αποκλειστική σχέση με το χριστιανικό αγροτικό στοιχείο.

Πραγματικά φαίνεται ότι όλες αυτές οι καλύβες αποτελούσαν κατοικίες των παροικών καλλιεργητών των τουρκικών κτημάτων, οι οποίοι την ίδια περίοδο σε άλλες πελοποννησιακές περιοχές – όπως για παράδειγμα σε εκείνη της Τριπολιτσάς – χαρακτηρίζονται ως «coloni» των Τούρκων. Είναι μάλιστα πολύ ενδεικτική μία σχετική μαρτυρία στην απογραφή που υπαινίσσεται την ύπαρξη τέτοιων καλλιεργητών των Οθωμανών και στο Άργος παρόλο που δεν χρησιμοποιείται ο χαρακτηρισμός τους ως «coloni».

Έτσι σημειώνεται στον αριθμό 196 αυτού του εγγράφου ότι κατοικούσαν 16 οικογένειες σε συστάδα με 16 καλύβες, η οποία άλλοτε ανήκε στον Τούρκο Imbro και αποτελούσε τη δική του «villa», δηλαδή το δικό του χωριό ή πιο σωστά το τσιφλίκι του. Παρόλο που έχουμε να κάνουμε μόνο με μία μαρτυρία, ωστόσο θεωρούμε δικαίωμα μας, συνυπολογίζοντας και άλλα σχετικά στοιχεία, να συμπεράνουμε ότι όλοι αυτοί οι χριστιανοί αγρότες που κατοικούσαν σε καλύβες τουρκικής ιδιοκτησίας μπορούν να ταυτιστούν με τους προσαρτημένους «coloni» των οθωμανικών γαιών. Αν λοιπόν τα πράγματα έχουν έτσι τότε το σύνολο του χριστιανικού πληθυσμού υπερτερούσε κατά πολύ έναντι των Οθωμανών της πόλης του Άργους.

Ποιες όμως υπήρξαν οι τύχες αυτού του πολυάριθμου χριστιανικού αγροτικού πληθυσμού του Άργους μετά την κατάκτηση της Αργολίδας από τους Βενετούς; Είναι πολύ πιθανό ότι ένα μικρό ή μεγαλύτερο μέρος του αφανίστηκε από τα δεινά του πολέμου είτε κατά τη βενετική κατάληψη της Αργολίδας το 1686, είτε κατά την πυρπόληση και καταστροφή της πόλης από τους Τούρκους εισβολείς το 1692. Είναι ακόμη ενδεχόμενο ένα τμήμα του να διασκορπίστηκε σε άλλες αργολικές ή πελοποννησιακές περιοχές γενικά ή να υποχρεώθηκε σε ακούσια ή και εκούσια φυγή προς τη Ρούμελη μαζί με τους Οθωμανούς κυρίους του. Πάντως έτσι και αλλιώς μπορούμε να υποθέσουμε με βεβαιότητα ότι στις αγροτικές καλύβες της πόλης που εγκαταλείφθηκαν από τους αυτόχθονες κατοίκους σύντομα οι Βενετοί εγκατέστησαν άλλους επήλυδες από ξένα μέρη. Επομένως όλοι όσοι κατά τη βενετική περίοδο παρουσιάζονται ως κάτοικοι στις παραπάνω καλύβες προφανώς συναπαρτίζουν έναν ανάμεικτο πληθυσμό από γηγενείς και επήλυδες οικογένειες των οποίων όμως δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε την προέλευση μόνο από τις ειδήσεις της απογραφής.

Από άλλη βενετική πηγή που χρονολογείται στο 1696, δηλαδή δύο χρόνια πριν την απογραφή, τα δύο αυτά πληθυσμιακά στοιχεία παρουσιάζονται με την αναλογία που έχουμε ήδη αναφέρει: οι έποικοι ανέρχονται σε 881 άτομα και οι εντόπιοι σε 663. Ο συσχετισμός αυτών των αριθμών θα μπορούσε βέβαια να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο πληθυσμός των αυτοχθόνων του Άργους είχε υποστεί την περίοδο της Δεύτερης Βενετοκρατίας μεγάλη δημογραφική μείωση, η οποία φαίνεται να αναπληρώθηκε επιτυχώς με ανάλογο ή μεγαλύτερο αριθμό εποίκων, από τους οποίους οι περισσότεροι – και εδώ υπονοούμε τους Θηβαίους – είχαν ενδεχομένως κάποια σχέση με τους παλαιότερους κατοίκους του Άργους πριν από την έλευση των Βενετών.

Φθάνοντας στο τέλος της ανακοίνωσης θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι εξαιτίας του περιορισμένου χρόνου αναγκαστικά παραλείψαμε αρκετά ζητήματα που ίσως είχαν κάποιο ενδιαφέρον για το θέμα που μας απασχόλησε. Ελπίζουμε να επανέλθουμε μελλοντικά με πληρέστερο τρόπο κατά τη δημοσίευση του εγγράφου της απογραφής.

 

Κωνσταντίνος Ντόκος 

Ιόνιο Πανεπιστήμιο.

Bενετία – Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του. Διεθνής επιστημονική συνάντηση, Άργος, 11-12 Οκτωβρίου 2008.

Read Full Post »