Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Εκδόσεις και αναγνωστικό κοινό στο Άργος του 19ου αιώνα. © Γεώργιος Η. Κόνδης, Πρακτικά Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδων, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», 5-7 Νοεμβρίου 2004, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

  1. Έννοιες και πλαίσιο αναφοράς.

Ο 19ος αιώνας αποτελεί ένα πεδίο σημαντικών ιστορικών γεγονότων και ανακατατάξεων τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Οι αλλαγές ιδιαίτερα των πολιτικών και στρατιωτικών συσχετισμών δε θα μπορούσαν να αφήσουν ανεπηρέαστες τις δομές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αντίθετα, αποτέλεσε το κεντρικό σημείο των αλλαγών αυτών με κορυφαίο ιστορικό γεγονός την επανάσταση του 1821. Στην περιοχή της Πελοποννήσου ιδιαίτερα, τα πολεμικά γεγονότα θα αποτελέσουν μια πηγή συνεχούς ερήμωσης και καταστροφής υποδομών και κοινωνικο-οικονομικών δεδομένων. Η περιοχή του Άργους κυρίως, σημαδεύτηκε αρνητικά από τα γεγονότα αυτά όμως, κατά τρόπο παράδοξο, η τοπική κοινωνία καταφέρνει κάθε φορά να πετύχει την ανασύσταση του καταστραμμένου κοινωνικού ιστού καθώς επίσης και των ζωτικών οικονομικών δραστηριοτήτων. Είναι ίσως μια από τις λίγες ή σπάνιες περιπτώσεις περιοχών οι οποίες, παρά την ένταση των καταστροφών, ανανεώνει διαρκώς την παρουσία της στον ίδιο γεωγραφικό χώρο. Υπενθυμίζω πως η περιοχή θα βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση καταστροφής και ανασυγκρότησης, αδράνειας και ενέργειας (Πίνακας 1). Σε μια τέτοια κατάσταση, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να προσεγγίσει κανείς το θέμα της διαμόρφωσης ενός αναγνωστικού κοινού. Ακριβώς όμως για τους ίδιους λόγους, η διαδικασία μορφοποίησης του κοινού αυτού αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας.

 

Πίνακας 1

 

Πράγματι, οι πρώτες δεκαετίες στη ζωή της μετεπαναστατικής Ελλάδας αποτελούν το πεδίο στο οποίο διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις, οργάνωσης και εξέλιξης του νεοελληνικού Κράτους. Το Κράτος αυτό διαμορφώνεται παράλληλα με τη νεοελληνική κοινωνία σε διάφορα επίπεδα. Δεν εντάσσεται στα πλαίσια της παρούσης έρευνας η επανάληψη των βασικών ιστορικών στοιχείων που έχουν ήδη παρουσιαστεί σε σημαντικές ιστορικές και κοινωνιολογικές αναλύσεις. Θα προσπαθήσω όμως συνοπτικά να παρουσιάσω τα επίπεδα αυτά, ώστε να εντάξω ευκολότερα την έννοια του κοινού στα συμφραζόμενα της νέας ελληνικής κρατικής υπόστασης.

Στο πολιτικό επίπεδο, η οργάνωση ενός έντονα συγκεντρωτικού κράτους και μιας κρατικής γραφειοκρατίας, θα διαμορφώσει συνθήκες υπερπολιτικοποίησης της κοινωνίας. Πρόκειται για ένα βασικό χαρακτηριστικό του νεοελληνικού κρατισμού, μια αντιστοιχία δηλαδή μεταξύ της έντονης πολιτικοποίησης και της «μανίας του Έλληνα για την ενασχόληση με τα κοινά» [1] από τη μια και τη διαρκή προσπάθεια απόκτησης μιας θέσης στον κρατικό μηχανισμό, από την άλλη. Ο τελευταίος θα αποτελέσει και το σημαντικότερο μηχανισμό διανομής θέσεων και οικονομικών ωφελημάτων ή μισθών. Έτσι, η σημασία του είναι βασική για την κατανόηση της οργάνωσης των σχέσεων κυριαρχίας στην ελληνική κοινωνία και το πολιτικό σύστημα, δηλαδή, εκείνων που το χαρακτηρίζουν ως πελατειακές σχέσεις.

Η συγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας αντιστοιχεί επίσης στη διαδικασία διαμόρφωσης και εξέλιξης του Κράτους. Παρά την ύπαρξη ενός μεγάλου αγροτικού τομέα και τη σταδιακή μορφοποίηση εργατικών στρωμάτων στα υπό διαμόρφωση επίσης αστικά κέντρα, η κοινωνική ομάδα που γνωρίζει μια ραγδαία ανάπτυξη είναι εκείνη των δημοσίων υπαλλήλων. Οι «μορφωμένες» κατηγορίες του πληθυσμού θα αποτελέσουν τη ραχοκοκαλιά της νέας κρατικής γραφειοκρατίας και θα στελεχώσουν τα κέντρα οργάνωσης και επιβολής της κρατικής εξουσίας. Από την εποχή αυτή ήδη μερικές κοινωνικο-επαγγελματικές κατηγορίες παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη εξέλιξη – διόγκωση, λόγω της ιδιαίτερης σχέσης τους με τους κρατικούς μηχανισμούς. Οι δικηγόροι και οι δάσκαλοι βρίσκονται στην πρώτη θέση αυτής της ιεράρχησης. Η κοινωνική συγκρότηση χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα από τη δυναμική εμφάνιση και διόγκωση της δημοσιοϋπαλληλίας.

Στα κοινωνικά και πολιτικά αυτά πλαίσια θα οργανωθούν με έναν ιδιαίτερο τρόπο οι πολιτισμικές παραγωγές κυρίως σε τρία επίπεδα: την εκπαίδευση, την αστικοποίηση με κυρίαρχη τάση τον αρχιτεκτονικό νεοκλασικισμό και τις τέχνες, ιδιαίτερα τη λογοτεχνία, με κυρίαρχη μορφή τους το Ρομαντισμό ή όπως καθιερώθηκε τον «Ελληνικό Ρομαντισμό». Ο κύριος μηχανισμός μέσω του οποίου επιβάλλονται οι κυρίαρχες τάσεις είναι ο εκπαιδευτικός μηχανισμός, το σχολείο.

Στο επίπεδο της εκπαίδευσης η κυρίαρχη μορφή είναι το αλληλοδιδακτικό σχολείο ήδη από την καποδιστριακή περίοδο. Παράλληλα όμως λειτουργούν, στην περιοχή της Αργολίδας και τα λεγόμενα κοινά σχολεία, όπως επίσης και ιδιωτικά παρθεναγωγεία στο Άργος και στο Ναύπλιο. Θα ήταν αδύνατο να ισχυριστεί κανείς πως το επίπεδο της εκπαίδευσης στην περιοχή, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, είναι ικανοποιητικό ώστε να θεωρείται σημαντικό στοιχείο για την οργάνωση ενός αναγνωστικού κοινού. Είδαμε πως οι εκπαιδευτικές υποδομές, μεταξύ άλλων, καταστρέφονται συχνά λόγω των συγκρούσεων. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στα 1831 όταν λόγω των εμφυλίων συγκρούσεων του Δεκεμβρίου στο Άργος και την ερήμωση της πόλης, καταστρέφεται και πάλι κάθε εκπαιδευτική υποδομή και πρόγραμμα. Παρ’ όλα αυτά ο αριθμός των εκπαιδευομένων δεν είναι αμελητέος  και θα μπορούσε να αποτελέσει ένδειξη [2] της τάσης για εκπαίδευση. Πολύ περισσότερο όταν γνωρίζουμε πως πρόκειται για πρωτοβουλία των γονέων [3].  Ας σημειωθεί τέλος πως για την Πελοπόννησο,  σημαντικά ποσοστά φοίτησης δεν διαπιστώνονται σε πλούσιες επαρχίες όπως η Κορινθία και η Αχαΐα, αλλά σε περιοχές λιγότερο ανεπτυγμένες, με μια σχετικά κλειστή οικονομία, περισσότερο αυτοκαταναλωτική [4]. Φαίνεται δε πως το ίδιο έντονη ήταν η εκπαιδευτική κινητικότητα και στην ευρύτερη περιοχή του Άργους.

Το δεύτερο σημείο που θα πρέπει να συγκρατήσουμε είναι ότι ορισμένα σημαντικά γεγονότα, πολιτικά, στρατιωτικά και κοινωνικά, θα διαδραματίσουν ιδιαίτερο ρόλο στη διαμόρφωση, μεταξύ άλλων, των πνευματικών κέντρων της εποχής. Ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα είναι και αυτό της μεταφοράς της πρωτεύουσας στην Αθήνα το 1834 που ανακόπτει μια σημαντική διαδικασία αστικοποίησης των αργολικών κέντρων όπως το Ναύπλιο και το Άργος. Η μεταφορά αυτή επιβάλει μια ιδιαίτερη αντιστροφή μετατρέποντάς τα, στην καλύτερη περίπτωση, σε περιφερειακά κέντρα [5].

Το τρίτο σημείο αφορά στη διαμόρφωση των βασικών εργαλείων ανάπτυξης ενός κοινού, μιας κοινής γνώμης και τέλος ενός αναγνωστικού κοινού. Για το λόγο αυτό, χρειάστηκε η οργάνωση και εξέλιξη του Τύπου καθώς επίσης και των εκδόσεων σε τοπικό και εθνικό επίπεδο. Η οργάνωση ενός «κοινού», στηρίχθηκε κυρίως στην έκφραση γνώμης για την πολιτική, στην οποία προστέθηκε και την οποία εξυπηρέτησε και η λογοτεχνική παραγωγή. Είτε από την άποψη της γλώσσας (δημοτική, καθαρεύουσα), είτε της θεματογραφίας (ληστεία, κοινωνικά δράματα, σατυρική ποίηση, κτλ), ο Ελληνικός Ρομαντισμός δεν αποτελεί μόνο μια σοβαρή προσπάθεια ερμηνείας των ευρωπαϊκών αναζητήσεων στο επίπεδο της τέχνης σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, αλλά είναι και η σημαντικότερη έκφραση που διαθέτουμε για την υπό διαμόρφωση πολιτική κοινωνία [6].

Επίσης, δεν είναι μόνο τα έργα αυτά καθαυτά, αλλά και οι χώροι στους οποίους παρουσιάζονται ή διαβάζονται, που αποτελούν βασικούς δείκτες για την οργάνωση ενός «κοινού». Δίπλα στα πρώτα βιβλιοπωλεία και τα φιλολογικά σαλόνια, άλλοι χώροι αναπαράγουν τις ίδιες λειτουργίες ή προσφέρονται γι’ αυτές. Για παράδειγμα, τα κουρεία και τα καφενεία προσφέρονται για την ανάγνωση και μάλιστα τη δημόσια ανάγνωση των εφημερίδων (κουρείο Χαχάγια στο Άργος), τα πιλοπωλεία για την έκθεση έργων τέχνης (πιλοπωλείο Κασδόνη στη Σταδίου – Αθήνα) [7], κτλ. Μπορεί λοιπόν η καλλιτεχνική ζωή, κυρίως στα επαρχιακά κέντρα, να είναι φτωχή, όμως αναντίρρητα αναβιώνει η λογοτεχνική κίνηση [8] και η καλλιτεχνική ζωή των «ήρεμων» δεκαετιών του 19ου αιώνα [9] και κυρίως δημιουργούνται όλες οι προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενός αναγνωστικού κοινού και μιας «ζωντανής κοινής γνώμης». Μιας κοινής γνώμης δηλαδή που μπορούσε να επηρεάσει την πολιτική διαμάχη [10]. Ο Δημόσιος Χώρος αναπτύσσεται με έναν τρόπο έντονα πολιτικό στα 70 πρώτα χρόνια του νεοελληνικού Κράτους διαμορφώνοντας ένα «κοινό» με σαφώς κριτική άποψη. Η ανάπτυξη αυτή έχει ήδη αποκρυσταλλωθεί στις δυτικές κοινωνίες με μια έκφραση μοναδική στην ιστορία: τη δημόσια έκφραση της Λογικής [11].

  1. Εκδόσεις και αναγνωστικό κοινό.

Από τη στιγμή εκείνη, η ανάπτυξη του Δημόσιου Χώρου αντιστοιχεί στο βαθμό ανάπτυξης του διαλόγου μεταξύ του Τύπου και του Κράτους [12]. Για παράδειγμα, η Δημοσιοποίηση των Κοινοβουλευτικών συζητήσεων και έργων, παρότι μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός χειραγώγησης της κοινής γνώμης, «της επιτρέπει να μετρήσει την επιρροή που ασκεί και λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος μεταξύ των πολιτικών και των πολιτών, δηλαδή δυο τμημάτων του ίδιου «κοινού» [13].  Έτσι, ο Τύπος αποτελεί το σημαντικότερο μέσον διαμόρφωσης αλλά και έκφρασης του «κοινού» και της «γνώμης» [14]. Ιδιαίτερα για την ελληνική πραγματικότητα, η εκδοτική δραστηριότητα η σχετική με τις εφημερίδες αποκτά μια πληθωρικότητα μοναδική[15]. Ήδη στη διάρκεια του Αγώνα κυκλοφορούν χειρόγραφες εφημερίδες, ενώ το 1824 σημειώνει η Α. Κουμαριανού «αποτελεί έτος της νεοελληνικής δημοσιογραφίας» με την έκδοση σημαντικών φύλων όπως τα «Ελληνικά Χρονικά» στο Μεσσολόγγι, το «Φίλο του Νόμου» στην Ύδρα, και την «Εφημερίδα των Αθηνών» στην Αθήνα. Η εξαιρετική πολιτική σημασία που αποδίδεται στην έκδοση των εφημερίδων αποτυπώνεται στο ποίημα του Αλεξ. Σούτσου «Εφημεριδογράφος» που δημοσιεύτηκε και στην εφημερίδα του Ναυπλίου «Ήλιος» [16] και του οποίου ο στίχος «ή υπούργημα μου δίνεις ή εφημερίδα γράφω» έμεινε παροιμιώδης. Καταλήγοντας στο ίδιο συμπέρασμα για την υπερπολιτικοποιημένη κοινή γνώμη, ο Α. Σ. Σκανδάμης στην «Τριακονταετία της βασιλείας του Όθωνος» [17] σημειώνει:  «Δι’ αυτό και ο αριθμός των εκδιδομένων εφημερίδων ήτο τελείως δυσανάλογος με τον πληθυσμόν της χώρας, γεγονός το οποίον δηλοί ότι το πάθος του Έλληνος να δημοσιογραφεί ήτο και είναι αθεράπευτον».

Στο Άργος, παρά τον αγροτικό – εργατικό χαρακτήρα της κοινωνικής του συγκρότησης, οι εκδοτικές δραστηριότητες δεν είναι καθόλου αμελητέες. Θα πρέπει να σημειώσω εδώ, την διαφοροποίηση που υφίσταται η έννοια του «αναγνωστικού κοινού» μεταξύ ενός σώματος αναγνωστών κατά τον 19ο αιώνα και του ίδιου σώματος κατά τον 20ο αιώνα. Κατά τον 19ο αιώνα και στη συγκεκριμένη περίπτωση που παρουσιάζουμε, η ανάγνωση αποτελεί μια ιδιωτική πράξη με δημόσιο χαρακτήρα. Η ανάγνωση των εφημερίδων γίνεται κυρίως σε δημόσιους χώρους (π.χ. καφενεία), όπου χρησιμοποιείται ένα είδος αναλογίου, οι λεγόμενες στέκες. Το ίδιο συμβαίνει κατά κάποιο τρόπο και με τις εκδόσεις βιβλίων οι οποίες γίνονται κατά παραγγελία και για το λόγο αυτό υπάρχει ένας κατάλογος στο τέλος κάθε έκδοσης με τα ονόματα των συνδρομητών.

Θα σημειώσω επίσης μια δεύτερη βασική συνιστώσα για την κατανόηση της έννοιας αυτής, στα πλαίσια που εξετάζω. Ενώ λοιπόν παρατηρούμε πως οι εφημερίδες είναι περισσότερο προσιτές ακόμα και στα εργατικά στρώματα, που συχνάζουν στα καφενεία και γνωρίζουν ανάγνωση ή πληροφορούνται από άλλους, το βιβλίο απευθύνεται περισσότερο στα στρώματα εκείνα του πληθυσμού που θεωρούνται μορφωμένα, μεσαία ή/και ανώτερα, και διαθέτουν ένα καλό οικονομικό υπόβαθρο για την αγορά των βιβλίων. Η κατηγορία αυτή είναι πολύ μικρή. Βέβαια, παρά τη δυσκολία να καθορίσει κανείς με τρόπο επιστημονικά αποδεκτό [18] την κοινωνική σύσταση του πληθυσμού στο Άργος, έχουμε ενδείξεις (περιγραφές, οικονομικά κείμενα, μαρτυρίες, αρχιτεκτονικές μελέτες, κτλ), πως η μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων ήταν αγρότες και εργάτες χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις ή οικονομικές δυνατότητες. Άρα, το «αναγνωστικό κοινό» που διαμορφώνεται σε σχάση με τις εκδόσεις βιβλίων είναι περιορισμένο στους λίγους δημοσίους υπαλλήλους και τους ιδιώτες, κυρίως δικηγόρους και γιατρούς. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, πως όταν δημιουργείται η βιβλιοθήκη του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», οι μεγαλύτερες δωρεές προέρχονται κυρίως από δικηγόρους.

Όμως, συγκριτικά με το χαρακτήρα αυτό του πληθυσμού, ο αριθμός των εντύπων και των εφημερίδων που κυκλοφορούν είναι σημαντικός. Οι πληροφορίες που σώζονται αποτυπώνουν μια σημαντική εκδοτική δραστηριότητα εφημερίδων, την τελευταία περίπου 20ετία του 19ου αιώνα, δηλαδή, από το 1883 και μετά (Πίνακας 2). Η πρώτη έκδοση εφημερίδας είναι τα δυο μόνο φύλλα της ΕΥΘΥΝΗΣ (η έκδοση γίνεται πρώτα στο Ναύπλιο, άρα τα δυο μόνο φύλλα αφορούν την έκδοση που συνεχίζεται στο Άργος), ενώ την ίδια χρονιά ξεκινά και ο «ΔΑΝΑΟΣ» του Ιωαν. Υψηλάντη του οποίου η έκδοση θα διατηρηθεί μέχρι και το 1885 για να παραχωρήσει τον τίτλο του στην εφημερίδα που θα εκδώσει ο ομώνυμος Σύλλογος. Το 1885 αρχίζει την έκδοσή του ο «ΕΡΑΣΙΝΟΣ» και την ίδια χρονιά το «ΑΡΓΟΣ» το οποίο διατηρείται μέχρι το 1889. Η εφημερίδα «ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ» αρχίζει την έκδοσή της το 1888 μέχρι και το 1899 και γίνεται έτσι το μακροβιότερο έντυπο του Άργους. Τέλος, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», αρχίζει τη δική του έκδοση με τον ίδιο τίτλο που παραχωρεί με επιστολή του στις 6-12-1895 ο Ι. Υψηλάντης. Τέλος,  μαθαίνουμε την πιθανή έκδοση της εφημερίδας «Τα Νέα του Άργους» από κριτική του  ΔΑΝΑΟΥ στις 7-10-1896, αλλά δεν γνωρίζουμε αν τελικά εκδόθηκε. Ας σημειωθεί, πως μεγάλες μορφές της τοπικής ιστορίας θα ασχοληθούν με τις εκδόσεις αυτές, όπως ο ιστορικός Δ. Βαρδουνιώτης (Αργολίς Ναυπλίου, Άργος).

Μακροβιότερες εφημερίδες :

  1. ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ = 11 έτη
  2. ΔΑΝΑΟΣ (σύλλογος) = 9 έτη
  3. ΑΡΓΟΣ  =  4 έτη
  4. ΔΑΝΑΟΣ = 2 έτη
  5. ΕΡΑΣΙΝΟΣ = 4 μήνες
  6. ΕΥΘΥΝΗ = 1 μήνας

 

Πίνακας 2 – Εφημερίδες

 

Εφημερίδα «Δαναός»

 

Εφημερίδα «Αγαμέμνων»

 

Εφημερίδα «Ερασίνος»

 

Τα βασικά χαρακτηριστικά των εφημερίδων της εποχής  είναι τα εξής :

  • είναι η ασταθής κυκλοφορία λόγω οικονομικών προβλημάτων. Βλέπουμε στον παραπάνω πίνακα πως δυο μόνο εφημερίδες έχουν μια σημαντική χρονική σταδιοδρομία ο Αγαμέμνων με 11 έτη και ο Δαναός του Συλλόγου Δαναός με 9 έτη. Πολλές φορές γίνονται αναφορές στα προβλήματα χρηματοδότησης και καλούνται συχνά οι συνδρομητές να πληρώσουν τη συνδρομή τους. Συχνά επίσης διακόπτεται η έκδοση της εφημερίδας λόγω οικονομικών δυσχερειών, για να επανεκδοθεί μερικούς μήνες μετά.
  • Ως σκοπός της έκδοσης αναφέρεται η ενημέρωση του πολίτη, η διαμόρφωση γνώμης για τα κοινά και η κριτική στάση απέναντι στην κάθε εξουσία. Επικαλούνται δε την ανεξαρτησία τους από αυτές και τον αδέσμευτο χαρακτήρα τους. Με σχετική, ως ένα βαθμό, εξαίρεση τον ΔΑΝΑΟ του Συλλόγου ο οποίος θα «…χρησιμεύσει ως σύνδεσμος πατριωτικός, συνδέων τους φίλους ημών συμπολίτας δια του αρρήκτου δεσμού της αγάπης της ομοφροσύνης και της φιλοπατρίας», όλες οι εφημερίδες αποτελούν ένα βήμα πολιτικού λόγου και σε ορισμένες περιπτώσεις ιδιαίτερα αντιπολιτευτικού, όπως η περίπτωση του Αγαμέμνονα που είναι καθαρά αντιτρικουπική.
  • Η εξέταση των εφημερίδων μας βοηθά, ίσως για πρώτη φορά, να στοιχειοθετήσουμε μια ποσοτική ανάλυση για την εποχή εκείνη. Θα παρουσιάσω στο σημείο αυτό, τους σημαντικότερους στατιστικούς πίνακες της έρευνας αυτής.

Στους πίνακες αυτούς βλέπουμε μια πολύ μεγάλη διαφορά στα κύρια άρθρα, αυτά που σήμερα ονομάζουμε πρωτοσέλιδα, μεταξύ της κατηγορίας «ΠΟΛΙΤΙΚΗ» και των υπολοίπων. Τα δε οικονομικά απουσιάζουν σχεδόν από τα κύρια άρθρα. Πρώτη με μεγάλη διαφορά στην πολιτική αρθρογραφία η εφημερίδα Αγαμέμνων και ακολουθούν ο «πρώτος» Δαναός και το Άργος, ενώ πολύ χαμηλό είναι το ποσοστό της πολιτικής αρθρογραφίας του «δεύτερου» Δαναού. Τα πολιτικά θέματα βρίσκονται στις πρώτες κατηγορίες ενδιαφερόντων με αναλύσεις και κριτικές της πολιτικής κατάστασης ή των προσώπων – φορέων της. Θα σημειώσω πως η στήλη «ΔΙΑΦΟΡΑ» που περιλαμβάνει ποικίλες ειδήσεις της καθημερινότητας, του αστυνομικού δελτίου, της εκπαίδευσης, κτλ, θα αποτελέσει μια σημαντική κατηγορία και στα περιεχόμενα άρθρα όπως θα δούμε και στη συνέχεια.

 

α) Διαμόρφωση αναγνωστικού κοινού.

 

α) Θεματική κατάσταση κυρίων άρθρων

 

α) Θεματική κατάσταση κυρίων άρθρων εφημερίδων

 

β) Διαμόρφωση αναγνωστικού κοινού.

 

β) Θεματική κατάσταση κυρίων άρθρων

 

β) Θεματική κατάσταση κυρίων άρθρων εφημερίδων

 

Στους πίνακες αυτούς βλέπουμε μια αποτύπωση των περιεχόμενων άρθρων στην οποία και πάλι οι κατηγορίες της «Πολιτικής» και των «Διαφόρων Ειδήσεων» είναι οι σημαντικότερες. Θα σημειώσω πως στη δεύτερη κατηγορία περιέχονται και πάλι πολιτικές ειδήσεις ή ανακοινώσεις πολιτικών προσώπων, όχι όμως αποκλειστικά διότι περιλαμβάνονται και άλλες γενικότερου ενδιαφέροντος. Αποτελεί όμως τη σημαντικότερη στήλη με ένα ποσοστό 16,5% επί του συνόλου των άρθρων και ακολουθούν οι κατηγορίες «Πολιτική» (11,2%), «Δικαστικά» (10,8%) και «Πολιτισμός» (9,9%). Η τάση αυτή επιβεβαιώνεται σε όλες τις εφημερίδες με εξαίρεση το ΔΑΝΑΟ (2), ο οποίος διαμοιράζει τις ειδήσεις καθημερινότητας σε άλλες στήλες. Επειδή δε, δεν υπάρχει καθημερινή έκδοση εφημερίδας η κατηγορία «Διάφορα» προσδιορίζεται κυρίως ως «ειδήσεις καθημερινότητας».

Παράλληλα με την πολιτική, παρακολουθούμε και θέματα που αφορούν την ιδεολογική συγκρότηση της τοπικής κοινωνίας , π.χ. η διαμάχη για την αργία της Κυριακής, οι ομιλίες για θέματα ηθικής, κλπ. Θέματα για τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα όπως ο έρανος για την Κρήτη, τον εξελληνισμό των τοπονυμίων, κτλ. Τέλος, οι εφημερίδες αποτελούν και μια σημαντική πηγή πληροφόρησης για τις εκδόσεις βιβλίων και περιοδικών, πράγμα που πιστοποιεί μεταξύ άλλων και την οργάνωση ενός έστω και περιορισμένου αναγνωστικού κοινού στην πόλη.

 

 

Εκδόσεις βιβλίων και περιοδικών

 

Παράλληλα με τις εκδόσεις των εφημερίδων αρχίζει και μια άλλη σημαντική εκδοτική δραστηριότητα στην πόλη. Οι πρώτες τοπικές εκδόσεις γίνονται από το τυπογραφείο του Γ. Παπαδόπουλου «Ο ΚΟΡΑΗΣ» από όπου σώζεται και μια σημαντική ελληνική γραμματική που απευθύνεται  στους «πρωτοπείρους της Ελληνικής Σχολής του Άργους Παίδας»  και στη συνέχεια κυρίως από το τυπογραφείο του Ανάργυρου Τημελή. Ο τελευταίος από το 1885 και μετά, προχωρά σε εκδόσεις ιδιωτικών κειμένων και σχολικών βιβλίων. Η εκδοτική αυτή δραστηριότητα θα εξελιχθεί περισσότερο από τις αρχές του 20ου αιώνα και μετά.  Όμως, η σημασία των εκδοτικών δραστηριοτήτων δεν περιορίζεται στο τοπικό επίπεδο. Πάρα πολλές εκδόσεις προέρχονται από την Αθήνα ή ακόμα και από άλλα περιφερειακά κέντρα όπως το Ναύπλιο στο οποίο υπάρχει και το Βασιλικό Τυπογραφείο, την Καλαμάτα, τη Τρίπολη, την Κέρκυρα και βεβαίως εκδόσεις ξενόγλωσσες, κυρίως γερμανικές, και γαλλικές. Κυκλοφορούν επίσης σημαντικά βιβλία γραμμένα ακόμα και στην ελληνική τα οποία έχουν εκδοθεί στη Βιέννη, τη Βενετία ακόμα και στη Μόσχα. Θα σημειώσω μερικές πρώτες αλλά βασικές παρατηρήσεις, σχετικά τις εκδόσεις και τη δημιουργία αναγνωστικού κοινού ιδιαίτερα στην περιοχή του Άργους.

 

 

«πρωτοπείρους της Ελληνικής Σχολής του Άργους Παίδας»

 

Το αναγνωστικό κοινό διαμορφώνεται κυρίως συνδρομητικά την πρώτη αυτή περίοδο του νεοελληνικού κράτους. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτες εκδόσεις έχουν απαραίτητα και τον κατάλογο των ονομάτων των συνδρομητών οι οποίοι δεν προέρχονται υποχρεωτικά από την ίδια πόλη. Είναι όμως σημαντικό ότι μοιράζονται την ίδια ευαισθησία και ως μέλη του ίδιου αναγνωστικού κοινού.

Ήδη από τις πρώτες εκδοτικές προσπάθειες γίνεται λόγος για το αναγνωστικό κοινό, πράγμα που πιστοποιεί την ύπαρξή του. Στο πρώτο μυθιστόρημα που εμφανίστηκε στην ανεξάρτητη Ελλάδα, το «Λέανδρο» του Παναγιώτη Σούτσου που δημοσιεύεται το 1834 στο Ναύπλιο, ο ίδιος ο συγγραφέας σημειώνει στον πρόλογό του: «Εις την αναγεννωμένην Ελλάδα τολμώμεν ημείς πρώτοι να δώσωμεν εις το κοινόν τον Λέανδρον».

Τα χαρακτηριστικά του κοινού αυτού δεν είναι διαφορετικά από εκείνα που διαμορφώνονται σε ολόκληρη την επικράτεια, αλλά και στο ελληνικό στοιχείο της διασποράς, με βάση τις διάφορες φιλολογικές και καλλιτεχνικές τάσεις (Ρομαντισμός, Νατουραλισμός, κτλ). Παρατηρούμε επίσης πως το κοινό αυτό και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, είναι μόνιμα προσανατολισμένο στα μεγάλα εθνικά προβλήματα και τις ελπίδες εθνικής ολοκλήρωσης. Είναι μια διαπίστωση που προέρχεται από την αποδελτίωση των άρθρων των εφημερίδων, της βιβλιοκριτικής και των εκδόσεων που διαθέτουν οι ιδιώτες.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό που αποτελεί και ενδιαφέρουσα πηγή ιστορικο-πολιτικών στοιχείων είναι οι σχεδόν υποχρεωτικού χαρακτήρα αφιερώσεις που υπάρχουν σε όλες σχεδόν τις εκδόσεις δίνοντας μια συγκεκριμένη ταυτότητα του συγγραφέα ή συμπληρώνοντάς την.

Μία επίσης σημαντική διαπίστωση είναι η προσωποποίηση των εκδόσεων, δηλαδή η τάση με απλές φράσεις ή με την κατάθεση του ονόματος ή της υπογραφής ή ακόμα ομοιοκατάληκτων στίχων πάνω στο βιβλίο, να αυτοκαθορίζεται ο ιδιοκτήτης ως μέλος του αναγνωστικού κοινού δίνοντας ένα ιδιαίτερο στίγμα.

 

 

Προσωποποίηση των εκδόσεων…

 

 

Καταγράφοντας επίσης την σημαντική ιδιότητα του δωρητή, διαπιστώνουμε πως είναι απόλυτα συνυφασμένη με την πίστη για την ανάπτυξη ενός τοπικού αναγνωστικού κοινού. Η εξαιρετική περίπτωση του δικηγόρου Δημοσθένη Δεσμίνη, ο οποίος δωρίζει στη βιβλιοθήκη του Δαναού μια σημαντική σε ποιότητα και αριθμό ελληνόγλωσση και ξενόγλωσση συλλογή βιβλίων, δεν είναι η μοναδική.

Τελειώνοντας λοιπόν, θα πρέπει να σημειώσουμε ιδιαίτερα πως ακριβώς η δημιουργία της πρώτης δημόσιας βιβλιοθήκης στην πόλη του Άργους, θα δώσει μια καινούρια ώθηση και ένα νέο προσανατολισμό στη διαμόρφωση του τοπικού αναγνωστικού κοινού, τόσο λόγω του εμπλουτισμού της από τις δωρεές όσο και της άμεσης σχέσης της με τα μαθήματα που οργανώνει ο Σύλλογος και τα οποία απευθύνονται στις ασθενέστερες οικονομικά κατηγορίες του τοπικού πληθυσμού. Ίσως να πρόκειται για μια ξεχωριστή περίπτωση που περισσότερο συνδέεται με κινήματα της εποχής σχετικά με τη λαϊκή εκπαίδευση και τα δημόσια αναγνωστήρια [19], που συναντάμε κυρίως μετά το 1890 στη Γαλλία αλλά και στη Βρετανία και τις ΕΠΑ. Ο 19ος αιώνας διέλυσε σταδιακά το παιδευτικό μονοπώλιο των κυρίαρχων τάξεων και διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις μιας γενικευμένης προσαρμογής των λαϊκών μαζών στα παιδευτικά αγαθά. Δεν πρόκειται για το αποτέλεσμα μιας φυσιολογικής διαδρομής, αλλά ενός κοινωνικού κινήματος [20] μακράς πνοής που ωθεί τα λαϊκά στρώματα μιας κοινωνίας σε στάσεις μεγαλύτερης συμμετοχής στον συλλογικό κοινωνικό βίο.  Από την άποψη αυτή το κοινό, το αναγνωστικό κοινό, η κοινή γνώμη, παύει να διαμορφώνεται στη βάση μιας δημοσιοϋπαλληλικής τάσης συσχετισμένης απόλυτα με το Κράτος. Μένει να αποδειχτεί το εύρος και η σημασία της πρωτοβουλίας οργάνωσης μιας βιβλιοθήκης για τα λαϊκά στρώματα του Άργους που αποτελούν και την πλειοψηφία του τοπικού πληθυσμού. Αλλά αυτό είναι πλέον θέμα της εξέλιξης της έννοιας του κοινού στον 20ο αιώνα.

 

Υποσημειώσεις


[1] Κ. Τσουκαλάς, «Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Ο ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών», Αθήνα, 1977, 224.

[2] «111 μαθητές, σε πέντε κοινά σχολεία», σημειώνει η Α. Κορδατζή-Πρασσά, «σε σχέση με το σύνολο των 297 μαθητών που φοιτούσαν την ίδια εποχή σε όλα τα σχολεία της πόλης, είναι πολύ μεγάλος. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι σε πληθυσμό 8.030 κατοίκων, οι 297 μαθητές αντιπροσωπεύουν το 3,7% του πληθυσμού της πόλης…», Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832), Ελλέβορος, Αφιέρωμα στο Άργος, τ. 11, 1994, Άργος.

[3] Το ίδιο σημειώνουν οι περισσότεροι αναλυτές για το θέμα αυτό. Πιο κοντά στην Αργολίδα, στην περιοχή της Γορτυνίας, ο Σ. Τσοτσορός σημειώνει πως «για τα υπόλοιπα κοινά σχολεία της περιοχής, η ευθύνη της λειτουργίας τους ανήκει στους κατοίκους και αποτελεί αποκλειστικά δική τους υπόθεση….», Οικονομικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία (1715-1828), εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1986, 173. Μια άλλη, επίσης ενδιαφέρουσα μορφή οργάνωσης, είναι και οι Σύλλογοι. Το σημείο αυτό μας ενδιαφέρει διότι οι Σύλλογοι αναλαμβάνουν ένα μεγάλο μέρος της βασικής εκπαίδευσης. Τέτοιοι Σύλλογοι ιδρύονται παντού στην ελεύθερη Ελλάδα, ιδιαίτερα κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ένας από αυτούς είναι και ο Σύλλογος Αργείων «Δαναός». Μια σημαντική μελέτη για το θέμα αυτό : G. Hassiotis, L’ instruction publique chez les Grecs dépuis la prise de Constantinople par les Turcs jusqu’ à nos jours, Παρίσι, 1881.

[4] Κ. Τσουκαλάς, «Εξάρτηση και αναπαραγωγή…», ό.π., σ. 420.

[5] Και στην περίπτωση όμως αυτή, τα περιφερειακά κέντρα θα εξελίσσονται υπό την έντονη επίδραση της νέας πρωτεύουσας του Ελληνικού κράτους. Αποτελεί, για παράδειγμα, μόνιμο χαρακτηρισμό των διαφημίσεων των καταστημάτων η ένδειξη «είναι αθηναϊκώτατον», που συνοδεύει τα υπόλοιπα θετικά στοιχεία που διαφημίζονται. Ταυτόχρονα, ακολουθούνται τα αρχιτεκτονικά πρότυπα που χαρακτηρίζουν την πρωτεύουσα και υιοθετούνται επίσης οι καλλιτεχνικές τάσεις που οργανώνονται εκεί και απλά «μεταφέρονται» στην επαρχία. Μια σύντομη όσο και σημαντική ανάλυση για τα θέματα αυτά έγινε από τον André CORVISIER , Arts et sociétés dans lEurope du XIIIe siècle, PUF, Paris, 1978, 30-85.

[6] Για τα θέματα αυτά η σημαντική ανάλυση του Roderick  BEATON, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1996. Μία επίσης σημαντική ανάλυση για την «Επανάσταση του Ρομαντισμού» καθώς επίσης και των ρόλο των εκδόσεων γίνεται από τον Paul GERBOD, L’ Europe culturelle et réligieuse de 1815 à nos jours, PUF, Παρίσι, 1977, σ. 67-105.

[7] Κ.Μπαρούτας, Η εικαστική ζωή και η αισθητική παιδεία στην Αθήνα του 19ου αιώνα, Αθήνα, 1990, σ. 90.

[8] «Η αύξηση των ενδιαφερόντων», σημειώνει ο Λίνος Πολίτης για την πριν το 1820 περίοδο, «η ζωηρή κίνηση των ιδεών και η ολοένα πιο πυκνή κυκλοφορία των βιβλίων που παρατηρείται την περίοδο αυτή, έθετε αναγκαστικά και πάλι (…) το γλωσικό ζήτημα», Ιστορία την Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1979.

[9] Η κατάσταση εξάλλου στην πρωτεύουσα δεν είναι καλύτερη, όπως δεν είναι και στην υπόλοιπη Ευρώπη παρά το γεγονός ότι οι έλληνες καλλιτέχνες και διανοούμενοι σπουδάζουν στην Ευρώπη και μεταφέρουν τις ιδέες των καλλιτεχνικών ρευμάτων της. Σωστά σημειώνει ο Κ. Μπαρούτας πως  «η καλλιτεχνική κίνηση της Αθήνας του 19ου αιώνα θα πρέπει να κριθεί με βάση την καλλιτεχνική κίνηση στην Ευρώπη την ίδια εποχή. Και η καλλιτεχνική Ευρώπη ήταν τότε σε εκδηλώσεις πολύ φτωχότερη από ότι είναι σήμερα», ό.π., 181.

[10] «Γιατί παρόλο ότι ακόμα δεν έχουμε δυνατές ταξικές οργανώσεις, ο κρατικός επεκτατισμός, το μεγάλωμα της αγοράς….», Ν.Μουζέλης, Ταξική δομή και σύστημα πολιτικής πελατείας : η περίπτωση της Ελλάδας (115-150), 139. στο : Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, Αθήνα, 1977.

[11]  Πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες συμβολές στην ανάλυση της έννοιας του Δημόσιου χώρου που γίνεται από τον Jürgen Habermas. Στην διαδικασία διαμόρφωσης της νέας αστικής τάξης, ένα μέσο θα αποτελέσει το ενδιάμεσο κανάλι για την αντιθετική σχέση της με το κράτος : ο Τύπος. (L’ espace public. Archéologie de la Publicité comme dimension constitutive de la société bourgeoise, éd : Payot, Paris, 1978, σ. 38.

[12] ό.π., σ. 70.

[13] ό.π., σ. 93

[14] Ταυτόχρονα ο αναγνώστης είναι πρόσωπο που ανήκει σε μια συγκεκριμένη κοινωνική κατηγορία με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Όπως σημειώνει ο Jean PEYTARD, «είναι σημαντικό να κατανοήσει κανείς πως ο «αναγνώστης» ως «έννοια» στην ευρύτητά της, εμπεριέχει διάφορους τύπους «αναγνωστών». Κάθε αναγνώστης βρίσκεται σε άνιση απόσταση από το παραγόμενο λογοτεχνικό κείμενο, ανάλογα με την κοινωνικό στρώμα στο οποίο ανήκει, το γλωσσικό του κεφάλαιο και το πολιτιστικό του κεφάλαιο», (La place et le statut du “lecteur” dans l’ ensemble “bublic”, στο : Lecteur et Lecture, Groupe de recherches en Linguistique et Semiotique, Les belles lettres, LLN, 2001, 35). Στο σημείο αυτό ο J. Peytard αναφέρεται στις έρευνες του P. Bourdieu για τον οποίο για να γίνει κάποιος αναγνώστης θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από μια συγκεκριμένη πολιτισμική νοοτροπία απέναντι στο βιβλίο.  Αναγνώστης δηλαδή, είναι εκείνος που ασκεί μια πολιτισμική πρακτική. ( Η διάκριση. Κοινωνική κριτική της καλαισθητικής κρίσης., Αθήνα, 2002).

[15] «…η παθιασμένη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά, η πρώιμη και πληθωρική ανάπτυξη του τύπου, που είναι σχεδόν πάντοτε κατά πρώτο λόγο πολιτικός», Κ.Τσουκαλάς, Το πρόβλημα της πολιτικής πελατείας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα (75-149), στο : Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, Αθήνα, 1977.

[16] Η εφημερίδα «Ο ΗΛΙΟΣ» του Παναγιώτη Σούτσου (1833), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, 2, Αθήνα, 1986, κγ΄.

[17] Αθήνα, 1961, τ.1, σ. 254.

[18] Το πρόβλημα του καθορισμού των πληθυσμιακών δεδομένων και των χαρακτηριστικών του (επάγγελμα, οικονομικά στοιχεία, κτλ) με ακριβή στοιχεία για ορισμένες περιόδους και κοινωνίες, έχει τεθεί από πλήθος αναλ΄’υσεων και αναλυτών. Σε μια από τις καλύτερες αναλύσεις του είδους ο David KERTZER σημειώνει : «The reference to a demography without numbers is, in the first instance, descriptive. As anyone working in the Third World knows, both official statistics and survey research are unreliable», Anthropological Demography. Toward a New Synthesis, στο : Nancy SCHEPER-HUGHES, Demography without Numbers, The University of Chicago Press, 1997, σ. 201-222 (205).

[19] «Τα δημόσια αναγνωστήρια γεννήθηκαν  γύρω στο 1895 χάρη στη συνάντηση προοδευτικών διανοούμενων με τα συστήματα οργάνωσης των αναγνωστηρίων στη Μ. Βρετανία και τις ΗΠΑ», σημειώνει ο Nöe RICHTER για τον οποίο τα δημόσια αναγνωστήρια είναι το αποτέλεσμα μιας προοδευτικής κοινωνικής σκέψης. (La conversion du mauvais lecteur et la naissance de la lecture publique, Marigne, 1992, 68-70).

[20] Για τον Ν. Richter υπάρχει και μια συγκεκριμένη πολιτική σημασία ολόκληρου του κινήματος για τις λαϊκές βιβλιοθήκες. Η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου αποτρέπει τα λαϊκά στρώματα να εξελιχθούν σε συρφετό από τη μια και να αναζητήσουν την κοινωνική τους άνοδο από την άλλη (La lecture et ses institutions, 1700-1918, Université de Maine, éd. Plein Chant, 1987, 91.

 

Βιβλιογραφία


 

  1. Beaton Roderick, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1996.
  2. Corvisier André , Arts et sociétés dans l’ Europe du XIIIe siècle, PUF, Παρίσι, 1978.
  3. Gerbod Paul, L’ Europe culturelle et réligieuse de 1815 à nos jours, PUF, Παρίσι, 1977
  4. Habermas Jürgen, L’ espace public. Archéologie de la Publicité comme dimension constitutive de la société bourgeoise, éd. Payot, Paris, 1978.
  5. Hassiotis G, L’ instruction publique chez les Grecs dépuis la prise de Constantinople par les Turcs jusqu’ à nos jours, Παρίσι, 1881.
  6. Kertzer David, «Anthropological Demography. Toward a New Synthesis», στο : Nancy SCHEPER-HUGHES, Demography without Numbers, The University of Chicago Press, 1997.
  7. Κόνδης Γεώργιος, «Περίγραμμα οργάνωσης του δημόσιου χώρου στο Άργος της Τουρκοκρατίας», ΔΑΝΑΟΣ ΙΙΙ, Άργος, 2003.
  8. Κορδάτζη-Πρασσά Αννίτα, «Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)», Ελλέβορος, Αφιέρωμα στο Άργος, τ. 11, Άργος, 1994.
  9. Μουζέλης Νίκος, «Ταξική δομή και σύστημα πολιτικής πελατείας : η περίπτωση της Ελλάδας (115-150)», 139. στο : Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, Αθήνα, 1977.
  10. Μπαρούτας Κων/νος, Η εικαστική ζωή και η αισθητική παιδεία στην Αθήνα του 19ου αιώνα, Αθήνα, 1990.
  11. Peytard Jean, « La place et le statut du “lecteur” dans l’ ensemble “bublic” », στο : Lecteur et Lecture, Groupe de recherches en Linguistique et Semiotique, Les belles lettres, LLN, 2001
  12. Πολίτης Λίνος, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1979.
  13. Richter Nöe, La conversion du mauvais lecteur et la naissance de la lecture publique, Marigne, 1992. – La lecture et ses institutions, 1700-1918, Université de Maine, éd. PleinChant, 1987.
  1. Σκανδάμης Α.Σ, Τριακονταετία της βασιλείας του Όθωνος, τ.1, Αθήνα, 1961.
  2. Τσοτσορός Στάθης, Οικονομικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία (1715-1828), εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1986.
  3. Τσουκαλάς Κων/νος., Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Ο ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα (1830-1922), Αθήνα, 1977. – «Το πρόβλημα της πολιτικής πελατείας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα» (75- 149), στο: Κοινωνικές και πολιτικές  δυνάμεις στην Ελλάδα, Αθήνα, 1977.
  4. Η εφημερίδα «Ο ΗΛΙΟΣ» του Παναγιώτη Σούτσου (1833), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, 2, Αθήνα, 1986.
  5. Επίσης οι εφημερίδες :
  • ΕΥΘΥΝΗ: Εφημερίς Πολιτική, Φιλολογική και των Ειδήσεων, 1883, φ. 2-3.
  • ΔΑΝΑΟΣ: Εφημερίς του Λαού, 1883-1885, φ. 1-59, (7-4-1883 έως 4-4-1885), εκδ. Ιωαν. ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ.
  • ΕΡΑΣΙΝΟΣ: Εφημερίς Πολιτική και των Ειδήσεων, 1885, φ. 1-15, (2-5-1885 έως 11-9-1885).
  • ΑΡΓΟΣ: 1885- 1889, φ. 1-61, (24-5-1885 έως 1-1-1889).
  • ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ: Εφημερίς Πολιτική και Δικαστική, 1888-1889, φ. 1-136, (14-7-1888 έως 14-9-1899).
  • ΔΑΝΑΟΣ: Εφημερίς του Ομωνύμου Συλλόγου, 1895 – 1905, φ. 1-90, (25-12-1895 έως 8-7-1899)- 12-5-1904).

 

Γεώργιος Κόνδης

Διαβάστε ακόμη:

Πολιτιστικός Όμιλος Άργους (Π.Ο.Α.): 40 χρόνια μετά – Βασίλης Κ. Δωροβίνης


  

«Ελεύθερο Βήμα» 

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού. 

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων. 

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ. Βασίλη Κ. Δωροβίνη, Δικηγόρου- Πολιτικού Επιστήμονα – Ιστορικού, με θέμα: 

«Πολιτιστικός Όμιλος Άργους (Π.Ο.Α.): 40 χρόνια μετά».

 

Φέτος, μεταξύ άνοιξης και καλοκαιριού, συμπληρώθηκαν σαράντα χρόνια μετά μία κοινωνική κίνηση στο Άργος που κατέληξε στην ίδρυση του Πολιτιστικού Ομίλου Άργους (του Π.Ο.Α. όπως καθιερώθηκε, από φίλους και αντιπάλους). Σήμερα πια ό,τι δημιούργησε και προκάλεσε ο ΠΟΑ αποτελεί τμήμα της κοινωνικής ιστορίας της πόλης, για την οποία, όπως άλλωστε για του Ναυπλίου αλλά και του συνόλου της Αργολίδας, σημειώνεται δραματική, έλλειψη μελετών. Μεμονωμένες μελέτες και μόνον υπάρχουν, μάλιστα περισσότερες για το Άργος παρά για την υπόλοιπη Αργολίδα. Από την πλευρά μου και με αφορμή την ανάπτυξη άλλων θεμάτων προσέγγισα πλευρές της εξέλιξης της κοινωνίας του Άργους, όπως στις μελέτες μου για την πρώτη ίδρυση αγροτικού συνεταιρισμού, για τις απεργίες της δεκαετίας του 1930 και για το θέμα των Στρατώνων Καποδίστρια.

Θεωρώ ότι η διαπλοκή της κοινωνικής ιστορίας αποτελεί τον πυρήνα για να κατανοήσουμε τόσο την πολιτική όσο και την οικονομική ζωή της πόλης, αλλά και για να διαλογιστούμε πώς έφτασε εδώ που έχει φτάσει σήμερα και ποιές πιθανές προοπτικές έχει (ή δεν έχει …) για το μέλλον. Πέρα από τον καταιγισμό των αποκαλούμενων «επικοινωνιακών», τελικά ρεκλαμαδόρικων, διαφημιστικών κόλπων, στα οποία πολλοί καταγίνονται, είτε για να προβάλλουν εαυτούς, είτε για να «κατεδαφίζουν» άλλους.

Στο προσωπικό αρχείο μου έχω διαφυλάξει πρωτότυπα δικά μου έγγραφα και σημειώσεις, αλλά και φωτοτυπίες άλλων εγγράφων, ολόκληρη σειρά δημοσιευμάτων του τοπικού και του αθηναϊκού τύπου γύρω από τη δράση του Π.Ο.Α., δημοσιευμένες ανακοινώσεις του όπως και επιθετικά δημοσιεύματα γι’ αυτόν, από τα οποία τα συντριπτικά περισσότερα είναι του «Αργειακού Βήματος». Επίσης διέσωσα αντίτυπα των ετησίων ημερολογίων που εξέδωσε και κυκλοφόρησε ο Π.Ο.Α., αντίτυπα του Καταστατικού του και έντυπα με γνώμες, για την αναθεώρησή του, που τελικά ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε. Μία σειρά τεκμηρίων τα έχω παραδώσει στο Παράρτημα των Γενικών Αρχείων του Κράτους, στο Ναύπλιο, όπου κανονικά θα πρέπει να κατατεθούν συλλογικά και ατομικά αρχεία που αφορούν τις πόλεις και τον Νομό μας, πρώτα και κύρια τα αρχεία Δήμων και Κοινοτήτων. Το Ναύπλιο ήδη έχει πρωτοπορήσει σε αυτό και το σύνολο του Δημοτικού Αρχείου, όπως άλλωστε και τα αρχεία των δικαστηρίων, έχουν διαφυλαχθεί στα ΓΑΚ της έδρας του Νομού. Εκεί και μόνον εκεί είναι δυνατό να εξασφαλιστεί η σωστή φύλαξή τους και η επιστημονική διαχείρισή τους. Δίχως κλοπές και κλεπταποδοχές, όπως συνέβη σε τμήμα του δημοτικού αρχείου Άργους, ενώ άλλωστε αγνοείται η τύχη του υπολοίπου μέρους του.

  1. H κίνηση προς τον ΠΟΑ

Τρία χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση του 1974 το Άργος ήδη έχει περάσει σε μία σημαντική καμπή. Από οικονομική πρωτεύουσα του νομού Αργολιδοκορινθίας, από την τελευταία κιόλας εικοσαετία του 19ου αιώνα, έχει καταλήξει στην πλήρη αποβιομηχάνιση, στη μείωση του εμπορίου και της μεταποίησης, αλλά και σε αισθητή μείωση των πολιτισμικών δραστηριοτήτων. Οι απέλπιδες προσπάθειες για «αναβίωση» του αρχαίου θεάτρου, όπου κατ’ ουσία οι ανασκαφές έχουν προ πολλού σταματήσει, ενώ ακόμα και μέχρι σήμερα δεν έχει αναληφθεί καμία ενέργεια για αναστήλωσή του και αναστήλωση άλλων αρχαίων κτισμάτων που το περιβάλλουν (αρχαία αγορά, Νυμφαίον, ελληνορωμαϊκό ωδείο, ρωμαϊκές θέρμες), οι προσπάθειες, λοιπόν αυτές άλλο δεν κάνουν παρά να τονίζουν την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι πιο σημαντικές αρχαιότητες της πόλης. Μιας πόλης που, μέχρι σήμερα, ακόμα δεν έχει καταλάβει τη σπουδαιότητα της βυζαντινής και της νεότερης ιστορίας της, γι’ αυτό και συμβιώνει με την οικτρή κατάσταση όπου έχουν περιέλθει ιστορικά ή και λαμπρά αρχιτεκτονήματα.

Στην πόλη είχε πια καθιερωθεί μια λέξη για να χαρακτηρίσει την όλη κατάσταση: το Τέλμα. Γυρίζοντας οριστικά στην πατρίδα στις αρχές του 1977 διαπιστώνω ότι άτομα με καλή προαίρεση, με μορφωτικό επίπεδο και με διάθεση να προσφέρουν στην πόλη έχουν αρχίσει να συναντιούνται. Στόχος τους, όπως ακούω από διαφόρους, ακριβώς το «να τελειώσουμε με το Τέλμα». Μάλιστα σε εποχή, που το Ναύπλιο έχει πάρει την ανιούσα, με την ομόνοια πολλών κατοίκων του, κάθε πολιτικής προσωπικής προτίμησης. Δεν είναι τυχαίο ότι στην κίνηση που δημιουργείται συμμετέχουν ενεργά άνθρωποι με ενεργητικό ρόλο στο όποιο παραγωγικό δυναμικό της πόλης, όπως ο πρόεδρος, τότε, του EBΕΑ Κώστας Σκαρπίδης. Για μεγάλο διάστημα, το 1977 – 1978, οι συναντήσεις των μελών της κίνησης και του συγκροτηθέντος Π.Ο.Α. γίνονται στην αίθουσα συσκέψεων του ΕΒΕΑ, που είχε προσφερθεί ευγενικά.

Από τους παλιούς θυμάμαι ως μέλη της αρχικής κίνησης τον γιατρό Ανδρέα Μπεκιάρη, τον Τάκη Μαύρο, τον μετέπειτα δήμαρχο Δημ. Παπανικολάου, τον μηχανικό Ιω. Παπαδημητρίου, τον γιατρό Ίναχο Κστσαρό, τον οδοντίατρο Θάνο Τζώτζο και άλλους, και φυσικά τον ίδιο τον Κ. Σκαρπίδη. Η κίνηση ανοίγει και έτσι αρχίζουν να συγκεντρώνονται και νεότεροι στην ηλικία, μεταξύ αυτών ο γράφων, και άλλοι όπως ο Γιάννης Ρηγόπουλος, ο οποίος και προσφέρει τις στήλες της «Αναγέννησης».

 

Μέλη του ΠΟΑ με τον Νέστορα Μάτσα στο Κάστρο για τις εκπομπές του για το Άργος (Φεβρουάριος 1979). Η μόνη φωτογραφία που βρέθηκε από τις δραστηριότητες του ΠΟΑ. Διακρίνονται από αριστερά: B. Δωροβίνης, Κ. Αναγνωστόπουλος, Σαλεσιώτη, Παρασκευόπουλος, Τζ. Μυλωνοπούλου, Γ. Μυλωνάς, Ν. Μάτσας, Κ. Σαλεσιώτη, Μ. Μυλωνά., (Αρχείο Κ. Αναγνωστόπουλου).

 

Από τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα, αφού όπως θα εκθέσω παρακάτω (τα επίσημα βιβλία του σωματείου του Π.Ο.Α. αγνοώ σε ποιών τα χέρια βρίσκονται σήμερα), εξάγεται το συμπέρασμα ότι, προς το τέλος του 1977, είχαν ωριμάσει τα πράγματα και υπήρχε διαθέσιμη «κρίσιμη μάζα», ώστε η κίνηση να πάρει θεσμική μορφή, δηλαδή να συγκροτηθεί σε σωματείο. Έτσι μέσα από τα μέλη της κίνησης προήλθε το σήμα του Ομίλου, ενώ συγκεντρώθηκαν προτάσεις για τη διατύπωση του Καταστατικού, του οποίου την τελική σύνταξη ανέλαβαν ο δικηγόρος Γιώργος Μυλωνάς και ο γράφων.

  1. Η ίδρυση και δράση του ΠΟΑ

Με την απόφασή του 385/1977 εγκρίθηκε το Καταστατικό του Π.Ο.Α. από το Πρωτοδικείο Ναυπλίου, έγινε σχετική δημοσίευση στον Τύπο, μαζί και διακήρυξή του. 70 ήταν τα αρχικά μέλη και στις «συναντήσεις γνωριμίας» που οργανώνονταν κάθε Δευτέρα βράδυ συμμετείχαν περίπου 40 άτομα. Οι συναντήσεις αυτές ξεκίνησαν στην αίθουσα συσκέψεων του ΕΒΕΑ και σύντομα πήραν τη μορφή φιλικών συνεστιάσεων. Το Καταστατικό είχε την πρωτοτυπία να καθιερώνει Συντονιστικό Συμβούλιο, δίχως πρόεδρο, αλλά με συντονιστές κατά τομείς, και με ειδικές επιτροπές κατά θέματα, μέσα από τις οποίες δραστηριοποιούνταν τα μέλη του σωματείου. Από την πρώτη διακήρυξη που αναδημοσιεύουμε εδώ γίνεται κατανοητό το πνεύμα με το οποίο ξεκίνησαν τα μέλη του ΠΟΑ. Από άλλα τεκμήρια (όπως την προσφώνηση του ΠOA σε εκδήλωση της 27-3-78, με θέμα «Το Άργος και η επαρχία του») αντιγράφουμε:

 

«Απαρέγκλιτη αρχή στην οποία συμφωνήσαμε όλοι μας να μείνουμε πιστοί είναι εκείνη της συστηματικής αποχής από την ανάμιξη σε κομματικές ή άλλες διαμάχες παρόμοιου χαρακτήρα. (….) Δηλώνουμε πως, πέρα από όσα δημοσιεύσαμε στην αρχική διακήρυξή μας, είμαστε πρόθυμοι και έτοιμοι να συμπαρασταθούμε σε κάθε ανάλογη προσπάθεια, από οπουδήποτε κι αν προέρχεται, αλλά μέσα στα πλαίσια των αρχών από τις οποίες δεσμευόμαστε».

 

Από τις πρώτες εκδηλώσεις που οργανώθηκαν ήταν (3-4-78) διάλεξη του τότε Αντιπρύτανη του Παντείου και έπειτα ακαδημαϊκού Κων. Δεσποτόπουλου, με αφορμή το τότε παγκόσμιο «έτος Αριστοτέλη», διάλεξη του ακαδημαϊκού Ιω. Θεοδωρακόπουλου για τη φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων, διάλεξη του ακαδημαϊκού Σόλωνα Κυδωνιάτη για την παραδοσιακή αρχιτεκτονική στις σύγχρονες πόλεις, ανοιχτή συζήτηση (σε συνεργασία με το ΕΒΕΑ) με συμμετοχή του Προέδρου τότε της Ελληνικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής στην ΕΟΚ Γιάγκου Πεσμαζόγλου, του Λεων. Κύρκου, του Γ. Παλαιοκρασσά κ.ά. με θέμα «ΕΟΚ και Ελλάδα», κοινή εκδήλωση ΠΟΑ και Τρίτου Προγράμματος της ΕΡΤ στο αρχαίο θέατρο, παράσταση κουκλοθεάτρου για την προστασία του περιβάλλοντος (από την Ομάδα Κουκλοθεάτρου που είχαν συγκροτήσει μέλη μας με συντονίστρια την καθηγήτρια Έλλη Παπαδοπούλου). Η πρωτοτυπία ήταν ότι με βάση το «Βρωμοχώρι» της Σοφίας Ζαραμπούκα στήθηκε η παράσταση του κουκλοθεάτρου, που τελικά βγήκε από τα σύνορα του Άργους και της Αργολίδας και παίχθηκε και σε άλλους νομούς.

Θόρυβο προκάλεσε η διάλεξη, του Νικηφόρου Βρεττάκου «Ανησυχίες το 1900: Σικελιανός, Βάρναλης, Καζαντζάκης», λόγω … ανησυχιών υπερσυντηρητικού κύκλου του Άργους, αλλά και του θεσμού που δημιούργησε ο ΠΟΑ να μην οργανώνονται στεγνές διαλέξεις, αλλά στο δεύτερο μέρος της διοργάνωσης να γίνεται ουσιαστικός διάλογος με τους ακροατές – με όλους τους «κινδύνους» που αυτό συνεπαγόταν, από στημένες «κλάκες» κλπ.

Θα πρέπει να σημειώσω ότι από τα μέσα του 1977 το θέμα της τύχης του ιστορικού κτιρίου των Στρατώνων Καποδίστρια είχε τεθεί, επί τάπητος(1), μετά από απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου όπου, κατά λέξη δηλωνόταν …. «πρώτα να τους κατεδαφίσουμε ώστε μετά να προγραμματίσουμε τι θα κάνουμε». Το θέμα αυτό, όπως θα δούμε παρακάτω, υπήρξε η κύρια πρόφαση της αντιδρασιακής φατρίας που συγκροτήθηκε στους κόλπους του ΠΟΑ, μιας φατρίας και της δράσης της η οποία οδήγησε στην εσωτερική κρίση του σωματείου. Αρχές του 1978, τότε δηλαδή που ξεκινά δυναμικά η πολλαπλή δραστηριότητα του ΠΟΑ, κηρύσσεται για πρώτη φορά διατηρητέο το κτίριο από το Υπουργείο Πολιτισμού, με υπουργό τον Γ. Πλυτά, και εγγράφονται στον προϋπολογισμό του 20 εκατομμύρια δραχμές για τη μετατροπή του σε Πολιτιστικό Κέντρο. Ταυτόχρονα ο EOT δηλώνει επίσημα στον ΠΟΑ ότι θα συμβάλει και αυτός οικονομικά.

Με τη δράση του ΠΟΑ ευαισθητοποιούνται για το Άργος και την πολιτιστική κληρονομιά του πολλοί θεσμικοί, κεντρικοί φορείς και εξέχουσες προσωπικότητες. Το Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ (διευθυντής ο Μ. Χατζιδάκις) έρχεται στο αρχαίο θέατρο και δίνει ρεσιτάλ (κόβονται 1500 εισιτήρια), ενώ τον Φεβρουάριο ο Γιάννης Ξενάκης, που θα κατέβαινε στις Μυκήνες για αυτοψία στους χώρους όπου, τον Σεπτέμβριο, έστησε το περίφημο «Πολύτοπο», συναντιέται μαζί μου(2) και πείθεται να επισκεφθεί τρεις χώρους του Άργους (αρχ. θέατρο, Κάστρο και Στρατώνες). Η επίσκεψη γίνεται, ρίχνει την ιδέα να δημιουργηθεί στο Άργος διεθνές φεστιβάλ σύγχρονης έντεχνης μουσικής, αλλά η ιδέα δεν υλοποιείται λόγω πλήρους αδράνειας της δημοτικής Αρχής.

Προγραμματίζεται και μία δημόσια εκδήλωση για τους Στρατώνες στο Εργατικό Κέντρο, με δύο εισηγήσεις, του γράφοντα με τα ιστορικά στοιχεία που είχαν αναδειχθεί μέχρι τότε για το κτίριο και του ακαδημαϊκού Σόλωνα Κυδωνιάτη, για το αρχιτεκτονικό μέρος και για τα σχέδια του ΥΠΠΟ. Σε μία κατάμεστη αίθουσα «έλαμψαν» με τις απίθανες παρεμβάσεις τους κάποιοι, που από τότε έλαβαν το προσωνύμιο «κατεδαφιστές».

Όμως με αφορμή την δραστηριότητα του ΠΟΑ, μεγάλη προβολή υπήρχε ήδη στον τοπικό αλλά και στον αθηναϊκό Τύπο. Αντιγράφω εδώ απόσπασμα (τότε) προοδευτικού τοπικού δημοσιογράφου.

 

«Μόνο σαν πολιτιστική επανάσταση μπορεί να χαρακτηρισθείς το τελευταίο κύμα εκδηλώσεων (…). Το “κουμπωμένο” ‘Αργος ξανοίγεται και κατακλύζει τις αίθουσες και τους χώρους που ο ΠΟΑ έκλεισε (…). Προβλέπεται να νικηθεί ο εχθρός: τα μπιλιάρδα ερημώνουν, οι πορνοταινίες χάνουν και τους τελευταίους ωτοβλεψίες, το γήπεδο βλέπει κάθε Κυριακή τις κερκίδες ν’ αδειάζουν (….) Να μια επανάσταση που θέλουμε όλοι να επικρατήσει».

 

 Υπερβολική, ίσως, η διαπίστωση αλλά υποδεικνύει το όλο κλίμα που είχε δημιουργηθεί, αφού ο ΠΟΑ φαινόταν να έχει επιτύχει σε πολλαπλά επίπεδα. Ας δούμε ορισμένα από αυτά:

Καταρχήν κατάφερε να συγκεντρώσει στους κόλπους του ανθρώπους κάποιας ηλικίας αλλά και πολλούς νέους ανθρώπους, που δημιουργούσαν πραγματικά με τη δράση τους και για πρώτη φορά έναν άλλο δρόμο, ένα δρόμο εξόδου από το Τέλμα, δημιουργικότητας και συλλογικής προσφοράς. Για παράδειγμα σημειώνω ότι η πρόταση για τη δημιουργία Πολιτιστικού Κέντρου, που δέχθηκε και το Υπουργείο, προήλθε από ένα πρώτο σχέδιο σκέψεων που συνέταξε ο γιατρός Ίναχος Κατσαρός, το οποίο πήρε τελικά μορφή μετά από συζήτηση σε επιτροπή του ΠΟΑ (το αναδημοσίευσα σε κάποιον από τους τόμους της «Αργειακής Γης»). Οι υπαρκτές πολιτικές συμπάθειες καθενός δεν αποτελούσαν εμπόδιο για την από κοινού συνεργασία και δράση, μέσα από ένα νέο πλαίσιο: δεν υπήρχε ένα Διοικητικό Συμβούλιο, που διοικούσε μόνο του, με ένα προβεβλημένο πρόεδρο, αλλά συντονιστικό συμβούλιο με στόχο την ενεργοποίηση, επιτροπών και ενθάρρυνση της δημιουργικότητας των μελών.

Ένα άλλο επίπεδο όπου σημειώθηκε επιτυχία ήταν η κινητοποίηση, όπως είπα, κεντρικών θεσμών και προσωπικοτήτων στην Αθήνα για το Άργος, για την πολιτιστική κληρονομιά του, για τις δυνατότητες αξιοποίησής της, για έναν εκσυγχρονισμό της πόλης συνδυασμένο με πλήρη σεβασμό για το διαχρονικό ιστορικό παρελθόν της.

Ένα τρίτο επίπεδο ήταν αυτό της ευαισθητοποίησης των πολιτών για την πόλη και τις δυνατότητες της. Εκεί ακριβώς σημειώθηκε η αντιπαράθεση με τα πλέον οπισθοδρομικά στοιχεία, τα οποία προς στιγμή παρέσυραν ακόμα και κάποιους συλλόγους, όπως ο «Δαναός», οι οποίοι αρνούμενοι να ανανεωθούν περιήλθαν σε στασιμότητα.

Λίγο πριν οργανωθεί το «Πολύτοπο» του Ξενάκη στον χώρο των αρχαίων Μυκηνών, ο μεγάλος καλλιτέχνης συναντήθηκε το βράδυ της 23 Αυγούστου 1978 με πολίτες του Άργους στο αρχαίο θέατρο και έγινε συζήτηση υψηλότατου επιπέδου. Δυστυχώς δεν μαγνητοσκοπήθηκε.

Η δράση του ΠΟΑ συνεχίστηκε και στα αμέσως επόμενα χρόνια, με τη συνεχή συνδρομή καλλιτεχνών όπως η «πολιτογραφημένη αργίτισα» Ντιάνα Αντωνακάτου, η Μαρίζα Κωχ, επιστήμονες ειδικοί στην προστασία του περιβάλλοντος, θεατρικοί όμιλοι ποιότητας και πολλά άλλα. Η στενότητα του χώρου δεν μας αφήνει άλλα περιθώρια ανάπτυξης εδώ. Όσοι, όμως, ενδιαφέρονται, μπορούν να ανατρέξουν στη σειρά φωτοτυπιών με δημοσιεύματα του Τύπου για τις δραστηριότητες του ΠΟΑ, που έχουν κατατεθεί στα Αρχεία του νομού Αργολίδας (Ναύπλιο).

Πάντως δεν μπορώ να μην αναφέρω ότι χάρη στον ΠΟΑ διατηρήθηκε σε σχετικά καλή κατάσταση το μέγαρο Κωνσταντόπουλου, πριν κηρυχθεί διατηρητέο και με τον κίνδυνο κατάρρευσής του, αφόταν ο ιδιοκτήτης του αδιαφόρησε για το ρήγμα που δημιουργήθηκε (ή δημιούργησε….) στη στέγη του. Στο κτίριο αυτό έδρασε το κουκλοθέατρο και παιδότοπος, αλλά και εκεί οργανώθηκαν και διαλέξεις, πριν γίνει η αναστήλωσή του και μετατραπεί σε πολιτισμική μονάδα, και πριν «εξελιχθεί» σε σχολή μαγείρων.

Προς το τέλος του 1978 ο ΠΟΑ δημιούργησε δικό του εντευκτήριο, σε νοικιασμένη αίθουσα στην οδό Γούναρη 22, και αργότερα μεταφέρθηκε σε αίθουσα στην οδό Παναγή Τσαλδάρη 5, όπου και εξέπνευσε.

Τέλος, μεγάλο γεγονός υπήρξε ο ερχομός του Μίκη Θεοδωράκη, που για πρώτη φορά ήρθε και έδωσε συναυλία στο Άργος (16-9-80), σε ένα αρχαίο θέατρο το οποίο για πρώτη φορά στην ιστορία υπερπληρώθηκε. Στο τέλος εκείνου του έτους δημιουργήθηκε και κινηματογραφική λέσχη.

  1. Η κρίση στον ΠΟΑ

Νομίζω χρήσιμο είναι να γραφούν ορισμένες σκέψεις για την κρίση που δημιουργήθηκε στον ΠΟΑ και η οποία οδήγησε στην προϊούσα αποδυνάμωσή του και, από εκεί, στην ανυπαρξία. Από τη στιγμή που η κίνηση έλαβε τη θεσμική μορφή του σωματείου και πριν από τις πρώτες αρχαιρεσίες για ανάδειξη Συντονιστικού Συμβουλίου, έκαμε την εμφάνισή της μία φατρία προσώπων που, στην πορεία, άφηνε να εννοηθεί ότι επρόσκειτο στο τότε ΚΚΕεσ. Με επικεφαλής γιατρό που τότε υπηρετούσε στο Άργος, ανέπτυξε μία τακτική διαρκών «ενστάσεων», αντιρρήσεων και κωλυσιεργειών, η οποία με το πέρασμα του χρόνου προξενούσε φθοροποιά επίδραση. Χωρίς να έχει αναπτύξει καμία συγκροτημένη πρόταση για την πορεία του σωματείου, αποτέλεσε καθαρά αντιδρασιακή οντότητα στους κόλπους του ΠΟΑ. Το πλέον γραφικό μέλος της ήταν πολιτικός μηχανικός, ο οποίος το 1981 και πριν το ΠΑΣΟΚ συγκροτήσει κυβέρνηση προσχώρησε εκεί, ενώ παρουσιαζόταν με δήθεν ιδιότητες υδρολόγου κλπ., για να αναδειχθεί, με κομματική φυσικά στήριξη, σε διοικητή και νοσοκομείου. Πάντοτε διακρίθηκε για τα υβριστικά και ασυνάρτητα κείμενα τον τοπικό Τύπο.

Με την ανάπτυξη της δράσης της φατρίας λογικό ήταν να παρθούν κάποιες επαφές με τη διοίκηση, του ΚΚΕεσ., για να διαπιστωθεί ότι δεν οφειλόταν η δράση της σε κάποια τυχόν «καθοδήγηση» από την Αθήνα, αλλά ήταν προϊόν της «αυτενέργειας» των εδώ μελών της. Δύο μέλη της είχαν εκλεγεί στο Συντονιστικό Συμβούλιο, όπου υπέβαλλαν σε συνεχή δοκιμασία νεύρων τα υπόλοιπα μέλη του. Το ίδιο συνέβαινε και στις συνάξεις και συνελεύσεις των μελών του συλλόγου.

Με την απόσταση του χρόνου και με τη γνώση της διαδρομής βίου πολλών, είναι πια ηλίου φαεινότερο ότι η αντιδρασιακή τακτική τους οφειλόταν στο κλασικό τρίπτυχο φθόνος – μίσος – εμπάθεια, αφού οι όποιες παρεμβάσεις της φατρίας δεν είχαν κανένα ιδεολογικό, τουλάχιστο διαφοροποιημένο περιεχόμενο, αλλά ανταποκρίνονταν σε τυπικό εισοδισμό προσωπικού χαρακτήρα. Σε μία και μόνη περίπτωση προσπάθησαν να αρθρώσουν ένα ψήγμα «στρατηγικής», όταν με επιμονή υποστήριξαν να … μην εμπλακεί ο ΠΟΑ στη μάχη για τη διατήρηση των Στρατώνων Καποδίστρια, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορούσαμε να … υποκαταστήσουμε τα κόμματα! Αλλά σε τι; Σε θέμα ιστορικού περιβάλλοντος, όπου όπως έδειξα στη μελέτη του 1987 για τους Στρατώνες, καμμία κομματική ομάδα του Άργους δεν είχε χαράξει σχετικά, αλλά και δεν έχει χαράξει μέχρι σήμερα, πολιτική, στρατηγική και τακτική – γι’ αυτό και φτάσαμε στη σιωπηλή παθητικότητα απέναντι σε βανδαλισμούς.

Απεναντίας στο θέμα των Στρατώνων, στρατηγικά κεντρικά στελέχη της Νέας Δημοκρατίας (Ευ. Αβέρωφ, υπουργός Γ. Πλυτάς και ο μετέπειτα Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κων. Καραμανλής) τάχθηκαν ανεπιφύλακτα υπέρ της διατήρησης και αξιοποίησης των Στρατώνων Καποδίστρια. Το ίδιο και το κεντρικό όργανο του ΠΑΣΟΚ για τα πολιτιστικά, με συντονιστή τον Κ. Πολιτόπουλο και ύστερα με υπουργό τη Μ. Μερκούρη. Και ήταν τοπικά στελέχη των δύο κομμάτων που τάχθηκαν υπέρ της κατεδάφισης, σε συνεργασία με τον πρώην αγωνιστή της Αριστεράς, εργολαβίζοντα πλέον Ν. Ζαφείρη, αλλά και κάποιους παλαιομηχανικούς του Άργους, στους οποίους ήρθε «πανταχούσα» από τον τότε Πρόεδρο του ΤΕΕ Ευ. Κουλουμπή, αλλά και από τον Αντώνη Τρίτση, το 1982, με την παρουσίαση του προεδρικού διατάγματος προστασίας του Άργους των Γ. Πλύτα – Α. Τρίτση – Κ. Καραμανλή.

Θεωρώ και σήμερα υπεύθυνη τη φατρία για τη δυσμενή πορεία στην οποία όδευσε ο ΠΟΑ. Διότι «κέντησαν» μέλη άλλων κομμάτων να συσπειρωθούν και να δημιουργήσουν, έτσι, άλλες φατρίες στο εσωτερικό του σωματείου. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις αρχαιρεσίες των αρχών του 1981 είδαμε να προσέρχονται για να ψηφίσουν στο εντευκτήριο της οδού Π. Τσαλδάρη άτομα που ποτέ δεν είχαμε δει, μέχρι και μητέρες με μωρά στην αγκαλιά τους. Στις αρχές του 1982, με 50 παρόντα μέλη, ψήφισαν 109 εγγεγραμμένοι. Θεωρώ ότι περί τα μέσα του 1983, αφού υπήρξε δραματική διαρροή ενεργών μελών, ο ΠΟΑ σταμάτησε κάθε δραστηριότητα.

Από το 1980 ο τότε Γεν. Γραμματέας, ο ανιδιοτελής Γ. Μυλωνάς, είχε παραιτηθεί μην αντέχοντας άλλο, όπως μου είχε πει, τα καμώματα της φατρίας. Τον Αύγουστο του 1981 και αφού είχα απευθύνει στο Σ.Σ. επιστολές κατά της κομματικοποίησης, παραιτήθηκα και εγώ από το Σ.Σ. και μετά από λίγους μήνες, με άτομα από όλη την Αργολίδα, ιδρύσαμε μία καθαρά περιβαλλοντική oργάνωση, την Αργολική Οικολογική Εταιρεία (ΑΡ.Ο.ΕΤ.), με πλούσια και αυτή δράση, όσο την άφησαν (κι αυτήν…) κομματικές «μπηχτές».

Πληροφορήθηκα, ότι τα έπιπλα και τα βιβλία του ΠΟΑ, μαζί με το υλικό κουκλοθεάτρου, περιήλθαν σε τοπικό σύλλογο γυναικών, που και αυτός εξέπνευσε.

  1. Επίμετρο

Το αρχείο του ΠΟΑ ανήκει, πια, στην ιστορία του Άργους και της Αργολίδας. Δεν γνωρίζω αν και τυπικά ο σύλλογος έχει διαγραφεί από τα μητρώα του Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Όσοι όμως υπήρξαν μέλη του τελευταίου Συντονιστικού Συμβουλίου (τα ονόματα τους είναι γνωστά) ας προβούν στη σωστή ενέργεια να παραδώσουν στα Αρχεία του Νομού Αργολίδας το αρχείο του ΠΟΑ, δηλαδή τουλάχιστο τα βιβλία μητρώου, Συντονιστικού Συμβουλίου και γενικών συνελεύσεων, τα εξερχόμενα – εισερχόμενα έγγραφα, αφίσες και πληροφοριακό υλικό και φωτογραφίες.

Από την πλευρά μου, παρέδωσα στα ΓΑΚ Αργολίδας πλήρη σειρά δημοσιευμάτων του Τύπου περί τον ΠΟΑ, πλήρη σειρά επιθέσεων διά του Τύπου κατά του ΠΟΑ, τα τρία ημερολόγιά που εξέδωσε (1979,1980,1981), το Καταστατικό του, όπως και αντίγραφα εγγράφων που έχω στην κατοχή μου. Θα βάλω σε τάξη όσα κρατώ για τον ΠΟΑ και θα παραδώσω και άλλα αντίγραφα στα ΓΑΚ Αργολίδας.

Σημειώνω ακόμα ότι, με την αρνητική εμπειρία της φατρίας, ήδη από το 1978 ξεκίνησε προσπάθεια για αναμόρφωση του Καταστατικού, ουσιαστικότερο καθορισμό του ρόλου των επιτροπών και αποτροπή των «αλεξιπτωτικών» εγγραφών παραμονές αρχαιρεσιών, για άλωση του Σ.Σ. Ουδέποτε, όμως, ούτε τότε ούτε αργότερα, συγκεντρωνόταν η απαιτούμενη από το Καταστατικό απαρτία για την τροποποίηση του, που τελικά ποτέ δεν έγινε.

Τέλος, ας αναφέρω ότι μέλη της φατρίας υπήρξαν από τα ιδρυτικά μέλη της «Αργειακής Πολιτιστικής Εταιρείας», αστικής μη κερδοσκοπικής, που δημιουργήθηκε μετά την ουσιαστική, παύση του ΠΟΑ. Και αυτή εξεμέτρησε τον βίο της. Δεν ξέρω για ποιόν ακριβώς λόγο (διατέλεσα απλό μέλος της και αρνήθηκα συστηματικά να μπω στο Δ.Σ.). Υποθέτω ότι και εκεί δημιουργήθηκε το ίδιο ή ανάλογο διαβρωτικό φαινόμενο.

Προπολεμικά είχε δημιουργηθεί σωματείο με κάποιες ομοιότητες με τον ΠΟΑ, η «Νέα Ζωή». Υπέστη μεγάλη ζημιά από τη συμπεριφορά του ρέκτη προέδρου της και έπαψε να δρα επί δικτατορίας του Μεταξά, σε οργανώσεις της οποίας προσχώρησε ο κ. πρόεδρος. Τυπικά διαλύθηκε επί χούντας. Σκέπτομαι να δημοσιεύσω στοιχεία και γι’ αυτήν.

Τελικά, η ιστορία των σωματείων είναι ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνικής ιστορίας.

 

Υποσημειώσεις


 

  1. Για τους Στρατώνες έχω δημοσιεύσει δύο μελέτες, τη μία το 1979 στα «Αρχιτεκτονικά Θέματα» και το 1987 στον συλλογικό τόμο για το Οικολογικό Κίνημα στην Ελλάδα. Σήμερα είναι διαθέσιμες στον ηλεκτρονικό ιστότοπο της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης.
  2. Τον Ξενάκη είχα γνωρίσει προσωπικά στο Παρίσι με αφορμή τις διαλέξεις προς έλληνες φοιτητές του ίδιου, του Καστοριάδη, του Αξελού, της Κρανάκη και του Ανρί Λεφέβρ, τις οποίες οργάνωσα μέσω της Ένωσης Ελλήνων Πανεπιστημιακών Δυτικής Ευρώπης – Παράρτημα Παρισιού. Στην «Αργολίδα» της 13-2-2001 βλ. άρθρο μου «Ο Γιάννης Ξενάκης στην Αργολίδα».

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Αθήνα, 9-13 Σεπτεμβρίου 2017

 

* Το άρθρο δημοσιεύτηκε και στην ηλεκτρονική εφημερίδα «Αργολικά». 6 Οκτωβρίου, 2017.

 

Ο επισιτισμός του Ναυπλίου κατά το Α’  έτος της πείνας 1941- 1942 – © Θεόδωρος Δ. Γιαννακόπουλος, Ναυπλιακά Ανάλεκτα IV (2000).


 

[…] Το Ναύπλιο, κέντρο μιας αρκετά πλουτοπαραγωγικής περιφερείας, έπρεπε να υποφέρη επισιτιστικώς ελάχιστα. Ο γύρωθεν γεωργικός χώρος ήτο ικανός, εφ’ όσον υπήρχε καλή προαίρεσι και διάθεσι εκ μέρους των παραγωγών, να διαθρέψη, άνευ αισθητής ελαττώσεως των ορίων της παραγωγής, τους κατοίκους τους πόλεως, οι οποίοι ήσαν κυρίως εργάτες, μικροεπαγγελματίες και δημόσιοι υπάλληλοι. Ατυχώς ούτε τέτοια προαίρεσι ούτε κοινωνική αλληλεγγύη υπήρξε, και άρχισαν τα προβλήματα στερήσεων και αισχροκερδείας, η οποία έκτοτε ωνομάσθη κοινώς «μαύρη αγορά», δηλ. οι τιμές των αγαθών έβαινον σταθερώς προς τα ύψη, χωρίς οποιοδήποτε μέτρο κρίσεως και συγκρίσεως, και οι τέτοιοι έμποροι, πρωτοεμφανισθέντες, ελέγοντο «μαυραγορίτες». Ενεθύμιζαν τους «τιμιοπώλας», δηλ. όσους πουλούσαν ακριβά κατά την αρχαιότητα και συνεπώς τους αισχροκερδείς, τους οποίους ανέφερε και ασφαλώς εκωμωδούσε ο αρχαίος Αθηναίος κωμωδιογράφος Φρύνιχος (2ο ήμισυ του 5ου π.Χ. αι.), ή εκείνους τους «τιμιουλκούντας», που έσυραν προς τα ύψη τις τιμές των προϊόντων και μάλιστα των σιτηρών κατά τις σιτοδείες τόσο στην αρχαία Αίγυπτο, όσο και στη ρωμαιοκρατία, γι’ αυτό και «δημοκατάρατοι» εχαρακτηρίζοντο. Πολύ σοφώς και ως γνήσιος οικονομολόγος ο πολυμαθής εκ Πατρών επίσκοπος Καισαρείας (901-932) Αρέθας υποδεικνύει ότι το γεγονός του «τον σίτον τιμιουλκείσθαι», δηλ. της διογκώσεως της τιμής των σιτηρών, είναι «δείγμα λιμού», τον οποίον και έχει προκαλέσει.

 

Ειδικό δελτίο διανομής τσιγάρων. Κατά την Κατοχή οργίαζε η μαύρη αγορά των τσιγάρων. Κυκλοφορούσαν μόνο κάτι φτηνά τσιγάρα σε κούτες, «στούκας» τα είχαν παρονομάσει, βαριά, πού κατέστρεφαν πνεύμονες, και, μόνον οι θεριακλήδες λυσσούσαν να τα βρουν. Και για την προμήθεια τους είχε εφαρμοστή ειδικό δελτίο διανομής. Στο Ναύπλιο τυπώθηκαν τον Αύγουστο «ατομικά δελτία καπνιστού», δεν υπήρχε μάλιστα κατάλληλο χαρτί εκτυπώσεως και ο μακαρίτης Κων. Αποστολόπουλος, πατέρας του αξέχαστου Θύμιου, ο όποιος είχε προπολεμικά συνεταιρική με τον αδελφό του βιοτεχνία σιγαρέτων, παρεχώρησε παλαιό, της πρώτης περιόδου της δραστηριότητας των, αχρησιμοποίητα κουτιά, τα όποια τυπώθηκαν στην πίσω λευκή πλευρά.

 

Οι απαιτήσεις των παραγωγών εστερούντο λογικής, πολλοί των οποίων επίστεψαν, ότι ήρθε γι’ αυτούς η μεγάλη ευκαιρία, για να ικανοποιήσουν όλες τις ελλείψεις και στερήσεις των σε «πολυτελή» είδη επιπλώσεως και ενδύσεως και για ν’ αυξήσουν γενικώς την περιουσία τους. Το αθέμιτο της τέτοιας συμπεριφοράς των και μάλιστα προς γνωστούς και συνεπαρχιώτες δεν τους ενδιέφερε. Το πνεύμα του Αλβανικού μετώπου της ομοψυχίας και της αλληλεγγύης μονομιάς εξέλειπε. Ο ατομικός και οικογενειακός εγωισμός και η συντήρησι, αλλά και ο πλουτισμός εκυριάρχησε σχεδόν απόλυτα και καμμία νόμιμη η παράνομη οργάνωσι δεν ετάχθη, εξ αρχής, ανοικτά με τα προγράμματά της ή τις ένέργειές της κατά της τέτοιας συμπεριφοράς, ούτε εξετράπη προκαταβολικώς σε τιμωρία των παραγωγών εκείνων που ανελέητα εξεμεταλλεύοντο μαυραγοριτικώς τον πεινώντα πληθυσμό. Ενώ «βορά» της αδηφαγίας αρκετών γεωργών είχε πέσει ο αστικός πληθυσμός, οι ίδιοι σαν εξίσωσι ίσως και αυτοπεριορισμό και χαλιναγώγησι άρχισαν να υφίστανται μια μάστιγα που ενεφανίσθη τότε και που έδρα στην ύπαιθρο: κάποιοι Έλληνες έμποροι του ποδαριού και των περιστάσεων μαυραγορίτες, συνεργαζόμενοι με μερικούς Ιταλούς καραμπινιέρους και διερμηνείς των Ιταλικών και Γερμανικών υπηρεσιών, έφθαναν στα χωριά με φορτηγά και αφαιρούσαν με βίαιο τρόπο ή εξαγόραζαν σε χαμηλότατες τιμές, προπολεμικές μερικές φορές, ό,τι ήθελαν και εύρισκαν, κυρίως λάδι, σιτηρά, τυριά, εσπεριδοειδή και ό,τι άλλο φαγώσιμο και εμπορεύσιμο, κάνοντας αυθαίρετες έρευνες, εκβιάζοντας και απειλώντας…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Θεόδωρου Γιαννακόπουλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο επισιτισμός του Ναυπλίου κατά το Α_ έτος της πείνας 1941- 1942

 

Διαβάστε ακόμη:

Τα στέκια του Άργους. Δίκτυα κοινωνικών σχέσεων στον ημιαστικό χώρο (1840 – 1940) – © Γεώργιος Η. Κόνδης, Πρακτικά Επιστημονικής Συνάντησης 22-23 Μαρτίου 2003, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», τόμος 4, 2009.


 

Χάνι Κούρου στην πλατεία Λαϊκής Αγοράς Άργους. Μοναδική εικόνα ο πίνακας της Ντιάνας Αντωνακάτου.

Προσπαθώντας να κατανοήσει ο ερευνητής τους τρόπους με τους οποίους διαμορφώνονται, εξελίσσονται και αλλάζουν τα δίκτυα κοινωνικών σχέσεων σε συγκεκριμένους χώρους ή κόσμους, είναι υποχρεωμένος να αναζητήσει ορισμένες βασικές προκαταρκτικές επεξηγήσεις. Κατ’ αρχήν γιατί θα πρέπει να προδιαγραφεί ένας χώρος, ο συγκεκριμένος χώρος του Άργους, ως ημιαστικός; Τι σημαίνει δίκτυο κοινωνικών σχέσεων και πως εντάσσεται σ’ ένα πλαίσιο ανάλυσης που αφορά σε διαδικασίες αστικοποίησης; Πως και με ποια λογική δημιουργούνται δημόσιοι και ιδιωτικοί χώροι με ιδιαίτερο χαρακτήρα; Τι είναι τα στέκια, ποια η σημασία τους και γιατί αποτελούν όχι μόνο πολιτισμικό δεδομένο ή λαογραφικό στοιχείο προς καταγραφή ως τμήμα μιας συγκεκριμένης ιστορίας, αλλά κυρίως πηγή πληροφοριών για την κατάσταση, τη λειτουργία και την οργάνωση κοινωνικών ομάδων ή κοινωνιών, καθώς επίσης και για την παραγωγή και διαχείριση της ατομικής και ομαδικής μας ταυτότητας. Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά θα μας δώσει τη δυνατότητα να κατανοήσουμε ευκολότερα την οργάνωση, τη λειτουργία και την εξέλιξη των δικτύων κοινωνικών σχέσεων στο χώρο και το χρόνο…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γεωργίου Κόνδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Τα στέκια του Άργους. Δίκτυα κοινωνικών σχέσεων στον ημιαστικό χώρο (1840 – 1940)

 

Διαβάστε ακόμη:

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Η κοινωνική και πολιτική οργάνωση των Ερμιονέων στην Αρχαιότητα, μέσα από έμμετρες επιγραφές* –  © Γεωργία Κ. Κατσαγάνη, Δρ. Κλασικής Φιλολογίας


 

Στη μελέτη αυτή θα επικεντρωθούμε στα χαρακτηριστικά της κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης των Ερμιονέων στην Αρχαιότητα. Ειδικότερα, θα μας απασχολήσει η επιβεβαίωσή τους από επιγραφικές μαρτυρίες, που περιέχονται σε επιγραφές και μάλιστα έμμετρες, διότι σε αυτές ενυπάρχει και το στοιχείο της λογοτεχνικότητας.

Η ονομασία Ερμιόνη

Προσωπογραφία της Ερμιόνης, κόρης του Μενέλαου και της Ωραίας Ελένης, από την έκδοση:
Guillaume Rouillé, «Promptuarii Iconum Insigniorum», Lyon, France 1553.

Η Ερμιών ή Ερμιόνη είναι μια από τις αρχαιότερες πόλεις στο νοτιοανατολικό άκρο της Αργολίδος. Ιδρύθηκε από Δρύοπες που εκτοπίστηκαν από την κεντρική Ελλάδα, μετά την κάθοδο των Δωριέων. Οι τελευταίοι κυριάρχησαν στην περιοχή της Αργολίδος, και με κέντρο το Άργος επεκτάθηκαν σταδιακά σε ολόκληρη την Αργολίδα και κατέλαβαν και την πόλη της Ερμιόνης.

Σύμφωνα με μυθολογική παράδοση οικιστής της αρχαίας Ερμιόνης ήταν ο Ερμίων, γιος του Εύρωπος και εγγονός του Φορμίωνος, του βασιλιά του Άργους, και σε αυτόν οφείλει το όνομά της η πόλη. Στα Σχόλια στην Ἰλιάδα του Ομήρου [1] αναφέρεται ότι η Ερμιόνη έλαβε την ονομασία της από το ρ. ὁρμίζω, επειδή ο Ζεύς και η Ήρα σε αυτό το σημείο ορμίσθηκαν (αγκυροβόλησαν) φτάνοντας από την Κρήτη. Μαρτυρία για ονομασία του τοπωνυμίου Ερμιόνη από την κόρη του Μενελάου και της Ελένης δεν τεκμηριώνεται από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς.

Επιστημονικά, η ονομασία Ερμιών ή Ερμιόνη, κατά μία εκδοχή, παράγεται παρὰ τὸ εἵρω, τὸ ἁρμόζω, ἀφ’ οὗ Ἑρμῆς, Ἑρμίων καὶ παράγωγον, Ἑρμιόνη[2] Άλλοι θεωρούν ότι προέρχεται από το ουσ. ἕρμα, που σημαίνει, το ύψωμα, τον λόφο, το βουνό, τον σωρό χωμάτων ή λίθων [3].

Στους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς οι λλ. Ἑρμιόνη, Ἑρμιονεὺς και Ἑρμίονες απαντούν περισσότερες από τριακόσιες φορές.

 

Η πολιτική οργάνωση της Ερμιόνης

Στην Ερμιόνη αξιωματούχοι που έπαιζαν σημαντικό ρόλο στην πολιτική ή οικονομική ζωή της ήταν ο ταμίας και ο νομογράφος (IG IV 679), οι άρχοντες, οι δαμιουργοί (IG IV 679), ο στρατηγός (IG IV 743), ο τοξάρχης, επιφορτισμένος με αστυνομικές αρμοδιότητες (IG IV 698), ο περιηγητής (IG IV 723), δηλ. ο ξεναγός ή ο θρησκευτικός λειτουργός, και ο αρχίατρος (IG IV 723). Με βάση τις επιγραφές, στην πόλη υπήρχε και βουλή [4].

Η θρησκευτική ζωή στην Ερμιόνη

Κατά τον Παυσανία [5], στον λόφο Πρώνα [6] βρισκόταν το ιερό της Χθονίας Δήμητρος [7]. Κατά τον ίδιο συγγραφέα, στην Ερμιόνη λατρευόταν η Δήμητρα και Κόρη, η Δήμητρα Θερμασία, ο Απόλλων Πυθαεύς, ο Απόλλων Όριος, ο Απόλλων Πλατανίστιος, η Ήρα, ο Ήλιος, οι Χάριτες, η Αθηνά Προμαχόρμα [8], η Αφροδίτη Ποντία και Λιμενία, η Εστία, η Άρτεμις, η Παρθένος Ήρα, ο Άρης, ο Ποσειδών, η Ειλείθυια, ο Ήλιος, και οι ανατολικοί θεοί Σάραπις και Ίσις [9].

Κατά τον ίδιο συγγραφέα [10], στην Ερμιόνη υπήρχε και ναός του Μελαναίγιδος Διονύσου, προς τιμήν του οποίου τελούνταν αγώνες και απονέμονταν βραβεία για τη μουσική, την κολύμβηση και τον συναγωνισμό πλοίων.

Η οικονομική ζωή στην Ερμιόνη

Η Ερμιόνη με βάση τις αρχαίες πηγές, διέθετε νομισματοκοπείο [11]. Από την κλασική εποχή και κυρίως μετά το έτος 380 π.Χ., η Ερμιόνη ως πόλη έκοπτε αργυρά νομίσματα με εμβλήματα της Χθονίας Δήμητρος, στον εμπροσθότυπο των οποίων παριστανόταν η κεφαλή της θεάς και στον οπισθότυπο δύο στάχυα που σχημάτιζαν στεφάνι, μέσα στο οποίο υπήρχαν τα κεφαλαία γράμματα ΕΡ [12]. Στην ελληνιστική περίοδο η Ερμιόνη έκοπτε νόμισμα που στον μεν εμπροσθότυπο παριστανόταν η κεφαλή του Διός ενώ στον οπισθότυπο το  μονόγραμμα ΑΧ (από τη λ. ΑΧΑΙΟΙ) και στην περιφέρεια υπήρχε η φράση Ἀχαιῶν ρμιονέων. Στην αυτοκρατορική περίοδο, στον εμπροσθότυπο του νομίσματος παριστανόταν η κεφαλή ενός από τους Αντωνίνους και στον οπισθότυπο κάποια από τις προαναφερόμενες θεότητες ή ένας άνδρας που οδηγούσε αγελάδα για θυσία.

Η πνευματική ζωή στην Ερμιόνη

Η Ερμιόνη διακρινόταν για τη μουσική και ποιητική παράδοσή της: Σημαντικότερος όλων ο μουσικός και ποιητής του 6ου αι. π.Χ. Λάσος [13]. Στα Σχόλια [14] των Νεφελών του Αριστοφάνη γίνεται αναφορά στον λυρικό ποιητή και κιθαριστή Κυδίδη· στη βιογραφία του Πλουτάρχου για τον Θεμιστοκλή [15], γίνεται αναφορά στον Επικλή, κιθαριστή των αρχών του 5ου αι. π.Χ. Σημαντικά ονόματα, επίσης, είναι ο ποιητής προσοδίων Πυθόνικος Νίκιος (3ος αι. π.Χ.)[16], τα αδέλφια Παντακλής και Πυθοκλής γιοι του Αριστάρχου (3ος αι. π.Χ.) [17], ο αυλητής Θεόπομπος (3ος αι. π.Χ.) [18], και δύο αδέλφια υποκριτές, ο Ονασικράτης και ο Ποσείδαιος, γιοι του Σωφρονίωνος (1ος αι. π.Χ.) [19].

Διάλεκτοι της αργολικής χερσονήσου

Η συνύπαρξη δύο διαλέκτων στην αργολική χερσόνησο, δηλ. της Αργειακής, που χρησιμοποιούνταν στο Άργος, και της Αργολικής που χρησιμοποιούνταν στην υπόλοιπη Αργολίδα, αποτελεί μοναδικό φαινόμενο, επειδή αυτό δεν απαντά σε άλλο γεωγραφικό χώρο. Σημαντικό ρόλο για τη δημιουργία του φαίνεται να έπαιξαν γεωφυσικοί παράγοντες (λοφώδης περιοχή της χερσονήσου ως διαχωριστική γραμμή) και πολιτικοί (ελλιπής πολιτική ενότητα της περιοχής) αλλά και η ανομοιογενής σύσταση του πληθυσμού: Οι Δωριείς με την κάθοδό τους στην Αργολίδα βρήκαν έναν εθνογραφικά ανομοιογενή πληθυσμό, διότι εκτός από τους Ίωνες, η παρουσία των οποίων μαρτυρείται στην Επίδαυρο και την Τροιζήνα, στην Αργολίδα ήταν εγκατεστημένα και παλαιοαχαϊκά φύλα [20].

Με αυτά τα εισαγωγικά στοιχεία, επιλεγμένα από κείμενα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, λεξικογράφους, επιγραφικά δεδομένα και τη μυθολογική παράδοση, παρουσιάσαμε σύντομα αλλά, πιστεύω, περιεκτικά τη σημαντική πολιτισμική ανάπτυξη που διέκρινε την Ερμιόνη στην ιστορική πορεία της, στους Αρχαίους χρόνους, και ταυτόχρονα δώσαμε το πλαίσιο για την πληρέστερη κατανόηση του περιεχομένου των επιγραφών που ακολουθούν.

Η πρώτη από τις έμμετρες επιγραφές (IG IV 682), που βρέθηκε, κατά τον Kaibel,[21] στην Ερμιόνη, ήταν χαραγμένη σε βάση η οποία σήμερα δεν σώζεται. Ο Fraenkel[22] εξέδωσε τo κείμενο από σχέδια του Fourmont·  στον Boeckh οφείλονται πολλές συμπληρώσεις συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων του αναθέτη και του τιμώμενου προσώπου, τα οποία επιβεβαιώθηκαν στον κατάλογο των νικητών στα Σωτήρια[23] του έτους 265 π.Χ.

 

Χρονολόγηση

 265-255 π.Χ. Nachtergael[24].

Δημοσιεύσεις

 CIG I iv 1212 με απόγρ.   Kaibel 1965 ανατ. [1878]: 926   Cougny 1890: 47 αρ. 291 ἄλλο   IG IV 682   Nachtergael 1977: 15 bis    Mickey 1981: vol. II κεφ. 3.A-41 Β113    Κωστούρος 2008: τόμ. Β΄ 168 αρ. 179.

 

             [Παν]τακλῆς μἀνέθηκεν· ἀδελφεός εἰμι δ’ ἐκείν[ου] |

                         [Πυθο]κλέης πλείστων ἀντιτυχὼν ἀέθλων·|

             [ἑλλαδικαὶ ν]ῖκ[αι] τ[ρε]ῖς καὶ δέκα, τὰς [Νεμέηι619 τε] |

                         [καὶ π]α<ρ><Π>ειρήνην Κασταλίαν τ’ ἔλ[α]βον, ǁ

5          [τὰς δ’ ἄλλας Ζεὺ]ς οἶδε[ν] Ὀλύμπ[ι]ος ὡς ἐτύμας [τοι] |

                         [εἰπεῖν ἐξ ἱ]ε[ρ]οῦ [φθ]εγγόμενος στόματος·|

             [ἄσπετα δ’ ἄλλων φ]ῦλ’ οὐ[κ ἄ]ν τις ἀ[ρ]ι[θ]μήσειεν, |

                         [οὓς ἀν’ Ἀχαιίδα] γῆ[ν ἠ]γαγόμ<η>ν στεφάνους, |

             [ἀλλ’ ὁπόσ’ αὐλωι]δός τε καὶ ἐγκυκλίοισι χοροῖσιν ǁ

10                    [ὅσσα τε ῥαψωι]δός, ταῦτα καταγράφεται, |

             [ἡνίκα Βοιωτῶν] με [π]αν[ήγυ]ρι[ς] ἐστεφάν[ω]σεν |

                        – υ υ – υ υ – πρῶτ[π]ε[ν]εγ[κά]μεν[ον]· |

             χὠ στέφανος Μούσαις Ἑλι[κω]νίσι καὶ Διονύσ[ωι] |

                         [Κ]αδμείωι, τρίτατ’ ἦν κῦδος ἐμοῖς γενέταις·ǁ

15         [κ]αὶ [β]ασιλεῖς δώροισί [μ’] ἐτίμησαν τὸν ἀοιδὸν |

                         [υ]ἱὸν Ἀριστάρχου, θεοῖς φίλον, Ἑρμιονῆ.

 

Ο Παντακλής μ’ ανέθεσε. Είμαι ο αδελφός του ο Πυθοκλής, που κέρδισα πολυάριθμα βραβεία. Οι ελληνικές μου νίκες είναι δεκατρείς. Τις κατήγαγα στη Νεμέα και στην Πειρήνη και στην Κασταλία. Ο Ολύμπιος Δίας γνωρίζει τις άλλες που μπορεί να τις πιστοποιήσει με βεβαιότητα, διακηρύσσοντάς τες με τη θεία του φωνή. Δεν θα μπορούσε κάποιος να μετρήσει τα αναρίθμητα στεφάνια που έφερα στην αχαϊκή γη. Όλα όμως τα βραβεία που πήρα ως αυλωδός συνοδεύοντας κυκλικούς χορούς, όλα όσα πήρα ως ραψωδός, όλα αυτά ακολουθούν, από τη στιγμή που με στεφάνωσε η εορτή των Βοιωτών, παίρνοντας το πρώτο βραβείο. Και το στεφάνι μου ήταν δόξα για τις Μούσες του Ελικώνα και για τον Κάδμειο Διόνυσο και, τρίτον, ήταν δόξα για τους γονείς μου. Και βασιλείς με τίμησαν με τα δώρα τους, εμένα τον τραγουδιστή, γιο του Αριστάρχου, αγαπημένο των θεών, από την Ερμιόνη.

Η επιγραφή αποτελείται από οκτώ ελεγειακά δίστιχα. Στον 1ο, στον 9ο και στον 15ο στίχο τομή η κατά τρίτον τροχαίο∙ στον 3ο, στον 5o, στον 11o και στον 13ο η βουκολική διαίρεση, και στον 7ο η πενθημιμερής τομή.

[Πυθο]κλῆς: Πολυπράγμων τεχνίτης, καταγόμενος από την Ερμιόνη, μετείχε στα Σωτήρια των Δελφών ως ιερεύς των Τεχνιτών [25] επί άρχοντος [Πειθαγόρα] (μεταξύ 265 και 258; π.Χ.) και επί δύο άλλων άγνωστων αρχόντων. Εμφανίστηκε στα Σωτήρια και επί άρχοντος Εμμενίδα (259/8 ή 255/4; π.Χ.) ως χορευτής. Το όνομά του υπάρχει σε πέντε θραύσματα καταλόγων των Σωτηρίων. [26] Σε ανάλογες εμφανίσεις του οφείλονται οι τιμές που του έχουν αποδώσει οι Δελφοί με προγενέστερο ψήφισμα επί άρχοντος Θεσσαλού (270/269 π.Χ.) [27]. Από τους καταλόγους γίνεται εμφανές ότι διακρίθηκε ως [αὐλωι]δὸς(σε συμπλήρωση), χορευτὴς και [ραψωι]δὸς(σε συμπλήρωση) στον Ισθμό, στις Θεσπιές, στη Θήβα και ίσως στο Δίον. [28]

[Παν]τακλῆς [29]: Εμφανίστηκε στα Σωτήρια των Δελφών επί άρχοντος Εμμενίδα (259/8 ή 255/4; π.Χ.) και επί άρχοντος [Πειθαγόρα], πιθανώς, λίγο ενωρίτερα, και ανέθεσε ανδριάντα του αδελφού του Πυθοκλή [30].

Ἀρίσταρχος: Ως κύριο όνομα απαντά μία φορά ακόμη στην Τροιζήνα (IG IV 773), και τρεις φορές στην Επίδαυρο, από τον 5ο έως τον 2ο αι. π.Χ.

Η επιγραφή ανήκει στον δομικό τύπο ὁ δεῖνα μ’ ἀνέθηκε, και από άποψη δομής είναι τεχνικά άρτια: Παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά μιας παραγράφου, όπου οι στίχοι 1-2 αποτελούν τη θεματική πρόταση, οι 3-14 το κυρίως μέρος και οι 15-16 την πρόταση κατακλείδα∙ καθένα από τα μέρη αποτελεί και διαφορετική ενότητα. Η θεματική πρόταση και η πρόταση κατακλείδα θα μπορούσαν να αποτελέσουν μία «πλήρη» έμμετρη επιγραφή, χωρίς την παρεμβολή του κυρίως μέρους, όπου αναφέρονται οι λεπτομέρειες, οι οποίες, προφανώς, θεωρούνται απαραίτητες από την ποιητή, λόγω του πλήθους των νικών του Πυθοκλή σε μουσικούς αγώνες διάφορων πόλεων της Ελλάδος.

Στην α΄ ενότητα (στίχοι 1-2) με πρωτοπρόσωπη αφήγηση ο Πυθοκλής δηλώνει ότι ο ανδριάντας του αποτελεί ανάθεση του αδελφού του Παντακλή, ταυτόχρονα δίνει και αδρομερώς την προσωπικότητά του: Είναι νικητής σε πάρα πολλούς αγώνες. Η ίδρυση μνημείου από αδελφό είναι συνηθισμένο φαινόμενο στις επιγραφές όλων των περιοχών (IG II2 3934, κ.α., IG IV 689, 726, κ.α.) Στην παρούσα περίπτωση αποδεικνύεται η ακεραιότητα του χαρακτήρα του αναθέτη και η απουσία ζηλοφθονίας, διότι ο Παντακλής, βάσει των καταλόγων των Σωτηρίων και των ψηφισμάτων, φαίνεται να υστερούσε έναντι του αδελφού του.

Στην β΄ ενότητα (στίχοι 3-14) απαριθμούνται οι νίκες που πραγματοποιήθηκαν σε πανελλήνιες και σε τοπικές εορτές: δεκατρείς νίκες ([ἑλλαδικαὶ ν]ῖκ[αι] τ[ρε]ῖς καὶ δέκα) στους μεγάλους αγώνες της Ελλάδος, στα [Νέμεια], στα Ίσθμια και στα Πύθια[31] ενώ νίκη στους Ολυμπιακούς αγώνες δεν διαφαίνεται, διότι σ’ αυτούς δεν είχαν ενταχθεί οι μουσικοί αγώνες[32]. Ο ποιητής με αριστοτεχνικό τρόπο χρησιμοποιώντας τη μετωνυμία παραθέτει τα ονόματα των περιοχών ([καὶ π]αρὰ Πειρήνην (Ίσθμια) Κασταλίαν τε (Πύθια)) που συμμετείχε ο Πυθοκλής, αντί για τα ονόματα των ίδιων των αγώνων, και θεωρεί απαραίτητο να επικαλεστεί τον Ολύμπιο Δία [33], για να τις επιβεβαιώσει με το ιερό του στόμα, μετωνυμική χρήση του ιερού Διός.

Στη συνέχεια, απαριθμούνται οι ιδιότητες του Πυθοκλή: Ήταν αυλωδός, ραψωδός και επικεφαλής των χορών ανδρών και παίδων (ὁπόσ’ αὐλωι]δός τε καὶ ἐγκυκλίοισι χοροῖσιν [ὅσσα τε ῥαψωι]δός[34]. Για τις νίκες που έχει καταγάγει ο ίδιος στα Μουσεία των Θεσπιών και στα Αγριώνια της Θήβας, αποκόμισε στεφάνια που τα έφερε ως έπαθλο στην πατρική του γη, την Ερμιόνη. Η επιμονή του ποιητή στην παρουσίαση των νικών του Πυθοκλή στους αγώνες της Βοιωτίας (Μουσεία, Αγριώνια) οφείλεται στο γεγονός ότι ο Πυθοκλής, αν και καταγόταν από την Ερμιόνη, ανήκε στο «βοιωτικό τμήμα των Τεχνιτών του Ισθμού και της Νεμέας» [35].

Μεγαλύτερη τιμή αποτέλεσε για τον Πυθοκλή η νίκη του στα Μουσεία των Θεσπιών, όπου δόξασε τις Μούσες του Ελικώνα, τις προστάτισσες της Μουσικής∙ η νίκη του αυτή υπερείχε των άλλων νικών του ως αυλωδού στους κύκλιους χορούς. Επίσης, νίκησε και στα Αγριώνια των Θηβών, εορτή προς τιμήν του Καδμείου Διονύσου, τοπικού θεού της Βοιωτίας. Επιπλέον, αποτελεί τιμή και για τους γονείς που τον  ανέθρεψαν. Δεν προκύπτει, βέβαια σαφώς, αν τους γονείς τούς αναφέρει τελευταίους (τρίτατ᾿), λόγω σεμνότητας ή βαθιάς πίστης στις θεότητες –ἀπὸ θεοῦ ἄρξασθαι– ή για έμφαση, οπότε θα υπάρχει μια αμυδρή παρουσία priamel [36]. Βέβαια, αν ίσχυε το τελευταίο, ίσως θα έπρεπε αυτό να αναφέρεται σαφέστερα.

Στην γ΄ ενότητα (στίχοι 15-16) ο Πυθοκλής διατείνεται ότι έχει τιμηθεί από βασιλείς. Αν και δεν αναφέρεται κανένα όνομα, η χρήση του πληθ. αριθμού δεν φαίνεται να είναι υπερβολή, δεδομένου ότι οι μονάρχες της ελληνιστικής εποχής προστάτευαν τους Τεχνίτες και τους απέδιδαν τιμές [37]. H άποψη του Fraenkel [38] ότι βασιλείς είναι οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, είναι άνευ ερείσματος, αφού η επιγραφή χρονολογείται με ασφάλεια στον 3ο αι. π.Χ. Καθώς ο ανδριάντας του Πυθοκλή στήθηκε στους Δελφούς, κρίθηκε απαραίτητο να αναγραφεί το πατρώνυμο και το εθνικό του όνομα. Στο σύνολο του ποιήματος ο ποιητής επιδεικνύει μεγάλη ευχέρεια στη σύνθεσή του, και με τη χρήση επικού λεξιλογίου (ἀδελφεός, τρίτατ’, κῦδος, κ.ά.) του προσδίδει μεγαλοπρέπεια και σοβαρότητα.

Η δεύτερη επιγραφή (IG IV 743) ήταν χαραγμένη σε πέτρα εντοιχισμένη –κάποτε– σε δεύτερη χρήση στον ναό της Παναγίας στην Ερμιόνη. Σήμερα η πέτρα έχει χαθεί. Αντίγραφο της επιγραφής έκανε ο Boeckh το 1868.

 

Χρονολόγηση

 2ος/3ος αι. μ.Χ. LBW[39], βάσει της μορφής των γραμμάτων.

Δημοσιεύσεις

 LBW 75 αρ. 159g   Kaibel 1965 ανατ. [1878]: xxiii αρ. 1046a   Cougny 1890: 309 αρ. 115 ἄλλο   IG IV 743.

 

Tὸν Παρθενῶνα τόνδ’ ἔτε[υξε – υ -] |

πορὼν θεῆς Δήμητρος ἱερείαις [ἕδος] |

ἐπὶ στρατηγοῦ τοῦ νέου Πα[- υ -].

 

Τον Παρθενώνα αυτόν εδώ κατασκεύασε […], προσφέροντας στέγη στις ιέρειες της Δήμητρος, όταν ήταν στρατηγός ο νέος […].

Μέτρο το ιαμβικό τρίμετρο, με πενθημιμερή τομή στον 1ο στίχο και στον 3ο, και εφθημιμερή στον 2ο.

Η επιγραφή ανήκει στον δομικό τύπο ὁ δεῖνα ἔτευξε τόδε. Αν και στις IG IV εντάσσεται η επιγραφή στα varia, αυτή έχει τα χαρακτηριστικά των αναθηματικών, και δεν ομοιάζει με απλή οικοδομική: ρήμα ανάθεσης (ἔτε[υξεν]), θεότητα που ανατίθεται το αντικείμενο είναι η Δήμητρα, αντικείμενο και είδος ανάθεσης είναι ναός (ἕδος). Ωστόσο, η χρονολόγηση (ἐπὶ στρατηγοῦ τοῦ νέου Πα[- υ -]) δίνει επίσημο δημόσιο χαρακτήρα.

Κατά τον Rouse, [40] στη ρωμαϊκή εποχή οι αναθέσεις δεν αποτελούν απλή προσφορά των πιστών, αλλά μέσο για την προβολή τους και για την κολακεία αυτών για τους οποίους αναθέτουν. Όμως, είναι γνωστό ότι η θεότητα δεν διαφέρει πολύ από τους πιστούς της, επομένως ευχαριστείται, εξευμενίζεται με δώρα. Σ’ αυτή τη βασική για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο αντίληψη στηρίζεται η ίδρυση του ναού, που θα εξυπηρετεί την ανάγκη της θεάς Δήμητρος να διαθέτει τον δικό της χώρο κατοικίας και λατρείας.

Η Δήμητρα κατείχε κεντρικό ρόλο στη θρησκευτική ζωή της Ερμιόνης, στην οποία ήταν αφιερωμένα αρκετά ιερά και όπου λατρευόταν ως Χθονία, με μυστηριακές τελετές (Παυσανίας, 2.35.4)∙ ο ίδιος συγγραφεύς (2.35.7 κ.ε.) αναφέρει ότι οι ιέρειες της Δήμητρος ήταν γραίες. Πιθανότατα, δε να ήταν παρθένες. Έτσι, μπορούμε να δικαιολογήσουμε τον χαρακτηρισμό του ναού της Δήμητρος ως Παρθενῶνος. Οι ιέρειες της Δήμητρος, λοιπόν, αποκτούν οικοδόμημα για τη στέγασή τους στη ρωμαϊκή εποχή, ἐπὶ δεῖνος στρατηγοῦ . . . , χωρίς να γίνεται εμφανές αν αυτό οφείλεται σε δημόσια ή ιδιωτική πρωτοβουλία∙ μάλλον, οφείλεται στην πρώτη, διότι δεν φαίνεται πιθανό να κτίζεται κάτι με ιδιωτική πρωτοβουλία και να έχει δημόσια χρονολόγηση, χωρίς την έγκριση της πόλης ή κάποιου σώματος.

Η επιγραφή αποτελεί τη μοναδική μαρτυρία για ύπαρξη στρατηγού στην Ερμιόνη, οι αρμοδιότητες του οποίου στην Αθήνα της ρωμαϊκής εποχής περιγράφονται από τον Φιλόστρατο (Σοφ. 1.23.1). Απορία δημιουργεί το επίθετο νέου που προτάσσεται του ονόματος του στρατηγού∙ ίσως, αυτό τίθεται σε αντιδιαστολή προς κάποιον ομώνυμό του πρεσβύτερο.

Μια άλλη επιγραφή, αναθηματική και αυτή είναι χαραγμένη σε ελαφρώς κυρτή μαρμάρινη βάση, ύψους 0,86 μ. και μήκους 0,85 μ. Σήμερα είναι εντοιχισμένη στην εξωτερική όψη του Ιερού του ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών στην Ερμιόνη.

Χρονολόγηση

3ος αι. μ.Χ. SEG 17: 164, βάσει εξωτερικών στοιχείων της επιγραφής.

Δημοσιεύσεις

IG IV 700    Vermaseren 1982: 2.480.

Ἠελίῳ βασιλῆι, θεῷ Ὑπερείονι βωμὸν |

                 σηκοῖς πὰρ Μητρὸς εἵσατο ἀθανάτων.

 

Για τον βασιλιά Ήλιο, τον Υπερίονα θεό, ανέθεσε βωμό κοντά στα ιερά της Μητέρας των αθανάτων.

Μέτρο το ελεγειακό δίστιχο, με κατά τρίτον τροχαίο τομή στον 1ο στίχο [41].

Η επιγραφή ανήκει στον δομικό τύπο (ὁ δεῖνα) ἀνέθηκε τῷ δεῖνι. Η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, και με αυτή γίνεται φανερή η αντικειμενικότητα των ειδήσεων που παρέχει ο αφηγητής. Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι για πρώτη φορά στις αναθηματικές έμμετρες επιγραφές της Αργολίδος απουσιάζει το όνομα του αναθέτη, αφού στη βάση διακρίνεται σαφέστατα η λ. βασιλῆι αντί Κασίλης του Fraenkel [42].  Άλλωστε, αυτό το κύριο όνομα δεν απαντά πουθενά στις επιγραφές. Κατά τον Τρυπάνη, [43] στις έμμετρες αναθηματικές επιγραφές ουδέποτε παραλείπεται το όνομα του αναθέτη, και αυτό διότι «ήδη από τους πρώτους αιώνες ο αναθέτης μεταχειρίζεται την επιγραφή ως μέσο προς επίδειξη και διαιώνιση του ιδίου ονόματος». Αυτό συμβαίνει σπανιότατα, και μάλιστα, όταν ο ποιητής επιθυμεί να αποδώσει καθολικότερο νόημα στα λεγόμενα∙ εδώ δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Με δεδομένο ότι η βάση είναι ελαφρώς κυρτή, πιθανότατα, αυτή να ήταν τμήμα ενός κυκλικού βάθρου, όπου σε άλλο τμήμα στα αριστερά, ίσως, αναγραφόταν το όνομα του αναθέτη.

Η ανάθεση γίνεται στον Υπερίονα Ήλιο, τον βασιλιά θεό. Η έκφραση Ὑπερίονος Ἠελίοιο είναι ομηρική (Ἰλ. Θ 480, Ὀδ. α 8 και μ 263). Το ουσιαστικοποιημένο επίθετο με την ίδια μορφή απαντά σε επιγραφή της Φρυγίας (MAMA I 390) και σε επιγραφή της Ίμβρου (IG XII.3 74). Στη Σούδα σ. λ. Ὑπερίονα: τὸν ἥλιον, ὑπὲρ ἡμᾶς ἀνατέλλοντα. καὶ Ὑπεριονίδης, ὁ αὐτός. Στη λατρεία του Ηλίου στην Ερμιόνη αναφέρεται ο Παυσανίας (2.34.10). Η επιγραφή παρουσιάζει πρωτοτυπία: Γίνεται ανάθεση αυτόνομη στον Θεό Ήλιο, στο Ιερό της Μητέρας των Θεών, άλλης ονομασίας της Μεγάλης Μητέρας ή της φρυγικής Μητέρας Κυβέλης για αρκετές περιοχές της Ελλάδος [44]. Με τον χαρακτηρισμό της ως Μητρὸς ἀθανάτων υποδηλώνεται η ιδιότητά της ως μητέρας όλων των θεών. Ήδη στο Άργος (Παυσανίας, 2.18.3) και την Τροιζήνα (Παυσανίας, 2.31.5) υπήρχε βωμός του Ηλίου. Από την παρούσα επιγραφή δίνεται η πληροφορία για βωμό του στην Ερμιόνη∙ ο βωμός, κατά τη συγκεκριμένη επιγραφή, ανατέθηκε στους σηκούς [45] του ναού της Μητέρας των θεών [46]. Ο Παυσανίας (2.34.10) αναφέρει ύπαρξη ναού του Ηλίου στην ίδια περιοχή. Από την παρουσία της λ. Ὑπερείων και της έκφρασης Μητρὸς ἀθανάτων ο αναθέτης προερχόταν, πιθανότατα, από τις ανατολικές περιοχές της Μεσογείου.

Τέλος, μία τέταρτη επιγραφή (Peek 1941: 68-69 αρ. 16) είναι χαραγμένη σε βάση μαρμάρινη με μορφή βωμού –ύψους 0,95 μ., μήκους 0,59 μ. και πάχους 0,55 μ.– βρίσκεται σήμερα in situ εντός του βυζαντινού τείχους της Ερμιόνης, στη θέση Μπίστι. Στην επάνω πλευρά υπάρχουν ίχνη δύο πελμάτων. Στην 8η αράδα μετά το ἅμα τ’ υπάρχει στη βάση χαραγμένη απόστροφος.

Χρονολόγηση

 3ος ή/και 2ος αι. μ.Χ. Ζουμπάκη[47].

Δημοσιεύσεις

 Peek 1941: 68-69 αρ. 16    SEG 11: 384    Peek 1988 ανατ. [1955]: 1773.

 

(i)                     Σῶμα μὲν εἰς αἰῶνα | λυθέν, ψυχὴ δὲ ἐς Ὄλυμπον

                          ἀρτιτελὴς ἀνoροῦσa | λίπεν πόθον οἰκείοισιν. ‖

                          Λουκίου ἠνορέης [κ]αὶ σ[ω]| φροσύνης μέγα ἄγαλμ[α], |

                          ὅς ποτ’ ἔην εἱρεὺς καὶ ἀγ̣[ω]|νοθέτης ἅμα τἄρχων∙|

              5          ὃν στῆσεν φιλέουσα γυν[] ‖ ψηφίσματι βουλῆς. |

(ii)                    Ψ(ηφίσματι) β(ουλῆς).

 

Το σώμα που διαλύθηκε διά παντός και η ψυχή που πρόσφατα αναλήφθηκε στον Όλυμπο άφησε στους συγγενείς σφοδρή λαχτάρα. (Αυτός είναι) ο σπουδαίος ανδριάντας της γενναιότητας και της σύνεσης του Λουκίου, που ήταν κάποτε ιερεύς και αγωνοθέτης και ταυτόχρονα άρχων∙ τον έστησε η αγαπημένη του γυναίκα με ψήφισμα της βουλής. Με ψήφισμα της βουλής.

Μέτρο το δακτυλικό εξάμετρο, με εφθημιμερή τομή στον 1ο και στον 5ο στίχο, πενθημιμερή στον 3ο και στον 4ο, και κατά τρίτον τροχαίο στον 2ο.

Λούκιος: Κατά τη Ζουμπάκη, [48] το praenomen Λούκιος της παρούσας επιγραφής και των επιγραφών IG IV 726, SEG 11: 385 δεν μπορεί να αναφέρεται σε ρωμαίο πολίτη, διότι, αν συνέβαινε αυτό, θα έπρεπε να υπάρχει οπωσδήποτε και nomen και ίσως και cognomen [49]. Επομένως, επειδή αυτό χρησιμοποιείται μεμονωμένα, δεν αποτελεί όνομα γένους αλλά προσωπικό όνομα. Σύμφωνα με το stemma της Ζουμπάκη [50] και τη χρονολόγηση των προηγούμενων μελετητών (βλ. υποσ. 38) ο Λούκιος της παρούσας επιγραφής είναι ή ο πατέρας της Λουκίας, της συζύγου του Επικτήτου (SEG 11: 385), που φαίνεται να έζησε τον 2ο αι. μ.Χ. ή ο γιος της ίδιας Λουκίας και σύζυγος της Ερμοδώρας, που φαίνεται να έζησε τον 3ο αι. μ.Χ. Οποιοδήποτε συμπέρασμα υπέρ της μιας ή της άλλης εκδοχής θα ήταν αυθαίρετο.

Αν και η επιγραφή χρονολογείται στον 2ο ή 3ο αι. μ.Χ., φαίνεται να ανήκει στις τιμητικές που έχουν τα χαρακτηριστικά επιτυμβίων [51]. Ο Peek [52] και o Ριζάκης [53] τη χαρακτηρίζουν επιτύμβια. Όπως προκύπτει από την παρουσία του ονόματος του τιμωμένου (Λουκίου), της τυπικής για τις τιμητικές επιγραφές φράσης Ψ(ηφίσματι) β(ουλῆς), του ρ. τιμής στῆσεν, καθώς και της αναφοράς του κινήτρου της προσφοράς (ἠνορέης [κ]αὶ σ[ω]φροσύνης), όλα τυπικά χαρακτηριστικά των τιμητικών επιγραφών, πρόκειται, προφανώς, για τιμητική επιγραφή. Τα γεγονότα εκτυλίσσονται σε τρεις χρονικές βαθμίδες του παρελθόντος: Αυτήν του προσφάτου που δηλώνεται με τα λίπεν, στῆσεν, του απωτέρου με τα λυθέν, ἀνοροῦσα –η παρατακτική σύζευξη μὲν-δὲ αντιθέτει τις μτχ.– και του απωτάτου με τον παρ. ἔην. Οι ρηματικοί τύποι που φανερώνουν συνοπτικό τρόπο αναφέρονται σε ενέργειες που συνέβησαν μετά τον θάνατο του Λουκίου, ενώ ο ρηματικός τύπος που δηλώνει διάρκεια αναφέρεται σε ιδιότητες-αξιώματα που κατείχε ο Λούκιος σε απροσδιόριστο χρόνο. Άλλωστε, ο ποιητής ενδιαφέρεται να παρουσιάσει μόνο τα αξιώματα και όχι τη χρονική στιγμή που τα έλαβε.

Η επιγραφή αποτελείται από τρεις ενότητες [54]: Η πρώτη (στίχοι 1-2) στηρίζεται στην αντίθεση σῶμαψυχή, αντίθεση που απαντά σε επιγραφές της Αττικής (IG II2 11169, κ.α., IG II2 13104-5 4ος αι π.Χ.), της Ρώμης (Kaibel 1965 ανατ. [1878]: 642 3ος/4ος αι. μ.Χ.), της Κεντρικής Ελλάδας (IG ΙΧ.1 882), κ.α. Κατά τον Peek [55], στον 2ο στίχο καθίσταται ενεργούν υποκείμενo η ψυχή και όχι ο ίδιος ο νεκρός, ενώ είναι εμφανές ότι το λίπεν αρμόζει ως σημασία περισσότερο στο σώμα παρά στην ψυχή.

Για την ανάληψη της ψυχής στον Όλυμπο, την έδρα των θεών και τον διαχωρισμό ψυχής–σώματος μετά τον θάνατο, υπάρχει επίδραση της χριστιανικής θρησκείας, χωρίς όμως η επιγραφή να θεωρείται χριστιανική, απλώς η περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής δεν ήταν δυνατό να μην επηρεάσει τη σκέψη του ποιητή και, επιπλέον, ο Λούκιος είναι ιερεύς σε ειδωλολατρικό ναό. Σε όλες τις επιγραφές που απαντά ρηματικός τύπος του ἀνορούω, αυτός έχει τη σημασία της ανάληψης της ψυχής είτε στον αιθέρα είτε στον χώρο των μακάρων πρβ. επιτύμβια επιγραφή των Μεγάρων (Kaibel 1965 ανατ. [1878]: 462c 2ος/3ος αι. μ.Χ.), της Νάπολης (Kaibel 1965 ανατ. [1878]: 651 του 2ος αι. μ.Χ.), κ.ά. Σε επίγραμμα της ΑΠ (Waltz 1938: 7.362 Φιλίππου Θεσσαλονικέως (1ος αι. μ.Χ.), το νεκρό σώμα βρίσκεται στον Άδη και η ψυχή πηγαίνει στον Όλυμπο, και σε άλλο 7.337 ἀδέσποτον, επίσης αναφέρεται ανάληψη της ψυχής και λαϊκή πίστη στην αθανασία της ψυχής. Ο ποιητής για να προσδιορίσει χρονικά το συμβάν, δηλ. τον θάνατο του Λουκίου και να δώσει έμφαση σ’ αυτό, χρησιμοποιεί αφ’ ενός το λογοτεχνικό σχήμα του διασκελισμού αφ’ ετέρου το επιρρηματικό κατηγορούμενο χρόνου ἀρτιτελής, αντί επιρρήματος ως ποιητικότερο∙ άλλωστε το επίθετο απαντά ελάχιστες φορές στην αρχαία ελληνική γραμματεία (πρβ. Πλάτων, Φαῖδρ. 251 a, και Νόννος, Διον. 26.46). Από τον 2ο στίχο (λίπεν πόθον οἰκείοισιν) γίνεται φανερό ότι υπάρχουν «εν ζωή» προσφιλή συγγενικά πρόσωπα (φιλέουσα γυνὴ), στα οποία η οδύνη για την απώλεια του αγαπημένου τους προσώπου είναι έντονη.

Στη 2η ενότητα (στίχοι 3-4) κυριαρχούν οι αρετές και τα αξιώματα του Λουκίου. Δυσαναπλήρωτο κενό φαίνεται να άφησε ο θάνατός του και στην κοινωνία της Ερμιόνης, διότι ο Λούκιος είχε αναλάβει τα αξιώματα του ιερέως, του αγωνοθέτη και του άρχοντος. Η αναφορά των αξιωμάτων δίνεται από τον ποιητή με κλιμάκωση, από το κατώτερο προς το ανώτερο, θέλοντας να δώσει έμφαση στο τελευταίο από αυτά, αφού, πιθανώς, είναι αυτό για το οποίο τον τίμησε η βουλή της Ερμιόνης. Δεν είναι γνωστό, μάλιστα, στον ναό ποιας θεότητας ήταν ιερεύς∙ κατά τον Παυσανία [56], στην Ερμιόνη υπήρχε εκτός των άλλων και ναός του Μελαναίγιδος Διονύσου, προς τιμήν του οποίου τελούνταν αγώνες και απονέμονταν βραβεία για τη μουσική, την κολύμβηση και τον συναγωνισμό πλοίων. Εικάζεται, λοιπόν, ότι ο Λούκιος ήταν αγωνοθέτης αυτών των αγώνων, πιθανώς, και ιερεύς του Μελαναίγιδος Διονύσου.

Ο ποιητής κρίνει απαραίτητο να τονίσει τη γενναιότητα (ἠνορέη) και τη σύνεση του άνδρα, αρετές που αποτελούν χαρακτηριστικά της κλασικής, κυρίως, εποχής. Έκπληξη προκαλεί ο προσδιορισμός (μέγα) που αναφέρεται στη λ. ἄγαλμα, διότι στις επιγραφές άλλων περιοχών το συγκεκριμένο ουσιαστικό συνάπτεται με τα επίθετα σεμνόν, ἱερόν, καλόν, μικρόν, περικαλλές, αλλά και με επίθετα που δηλώνουν το υλικό (χαλκοῦν, λίθινον κ.λπ.) κατασκευής του αντικειμένου. Εδώ, εκτός από την ερμηνεία ότι η σύζυγος έστησε ένα μεγάλο άγαλμα για τον σύντροφό της, ανάλογο του ηθικού και πνευματικού διαμετρήματός του, θα μπορούσε να λεχθεί ότι, βάσει του λογοτεχνικού σχήματος της υπαλλαγής, έστησε άγαλμα αντάξιο της μεγάλης ανδρείας του και σωφροσύνης.

Ο ποιητής συνδέει την 3η ενότητα (στίχος 5) με τη λ. ἄγαλμα της προηγουμένης, μέσω του αρσεν. γένους της αναφορικής αντωνυμίας (ὃν) –χάριν του μέτρου– αντί του ουδ. () που θα αναμενόταν. Στην ενότητα αυτή παρουσιάζεται το αποτέλεσμα: Η σύζυγος του Λουκίου, πρωτίστως, και η βουλή της Ερμιόνης, δευτερευόντως, τίμησαν τον σπουδαίο άντρα. Από την παρουσία της φράσης στῆσεν φιλέουσα γυνὴ και την απουσία οποιασδήποτε άλλης πληροφορίας από το κείμενο, εικάζεται ότι τα έξοδα για την ίδρυση του μνημείου ανέλαβε η σύζυγος, ενώ η πόλη της Ερμιόνης περιορίστηκε στην τιμή, στην έγκριση και διάθεση του δημόσιου χώρου για την ανέγερση του μνημείου [57]. Άξια προσοχής είναι η χρήση του ρ. φιλῶ –από τον Όμηρο, ήδη, χρησιμοποιουμένου– αντί του ἐρῶ, δύο ρήματα των οποίων η σημασία για τους αρχαίους είναι διακριτή∙ η προτίμηση στο πρώτο οφείλεται στο ότι σε αυτό ενυπάρχει και το στοιχείο της τρυφερότητας. Σε ολόκληρο το κείμενο είναι διάχυτη η πρόθεση του ποιητή να του προσδώσει μεγαλοπρέπεια και επισημότητα με τη χρήση επικών λέξεων, την προτίμηση του δακτυλικού εξάμετρου στίχου, την αναφορά αρετών που αποτελούν κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικά της κλασικής εποχής και την τοποθέτηση της φράσης ψηφίσματι βουλῆς τόσο στο έμμετρο τμήμα της επιγραφής όσο και σε συντομογραφία στο τέλος της, για να προσδοθεί εγκυρότητα στις τιμές και να προβληθεί ο δημόσιος έπαινος. Η τιμή απονέμεται τόσο από τους οικείους (γυνὴ) όσο και από τα πολιτικά όργανα της Ερμιόνης, διότι ο Λούκιος ξεχώρισε τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο βίο (εἱρεὺς καὶ ἀγ̣[ω]|νοθέτης ἅμα τἄρχων). Η τιμή σε σημαίνοντα πρόσωπα της κοινωνίας της Ερμιόνης αποδίδεται, εκτός από τις έμμετρες επιγραφές, κυρίως, με τα ψηφίσματα της βουλής της (IG IV 718, κ. α.).

 

Συμπεράσματα

Με βάση τα ανωτέρω, η Ερμιόνη λειτουργούσε, κατά την Αρχαιότητα, με συγκεκριμένη πολιτική και κοινωνική οργάνωση, αφού από τις επιγραφές γίνεται γνωστή η ύπαρξη πολιτικών θεσμών, όπως της βουλής αλλά και αξιωμάτων, όπως του ταμία και του νομογράφου, των αρχόντων, του στρατηγού, του τοξάρχη, του περιηγητή, του αρχιάτρου. Επίσης μνημονεύεται και η διεξαγωγή αγώνων προς τιμήν θεότητας.

Στον θρησκευτικό τομέα η λατρεία του δωδεκάθεου συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια της περιόδου που ανήκουν οι συγκεκριμένες τέσσερις επιγραφές. Αξιοσημείωτος, ωστόσο, είναι και ο θρησκευτικός συγκρητισμός, η συγχώνευση δηλ. της λατρείας των θεοτήτων του ελληνικού χώρου με θεότητες ανατολικής προέλευσης (π.χ. λατρεία του Ηλίου, της Μητέρας των θεών, κ.ά.), στοιχείο που εντοπίζεται, κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους, στις επιγραφές της Ερμιόνης αλλά και της γειτονικής Τροιζήνος.

Εν κατακλείδι, στην Ερμιόνη και ευρύτερα στη νοτιοανατολική Αργολίδα διαπιστώνεται μια πολιτισμική ώσμωση με τον πολιτισμό άλλων πόλεων ή λαών, η οποία δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι κάτοικοι αυτής της περιοχής έρχονταν σε συνεχή επαφή με την ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου, μέσω του θαλάσσιου εμπορίου.

 

Υποσημειώσεις


 

  • Εισήγηση η οποία πραγματοποιήθηκε στην Ερμιόνη, κατόπιν πρόσκλησης του Ιστορικού και Λαογραφικού Μουσείου Ερμιόνης, στις 8/7/2017.

[1] Commentarii ad Homeri Iliadem 1.441.17.

[2] Etymologicum magnum 376.45.

[3] LSJ σ.λ.

[4] Κατσαγάνη 2015, 21-22.

[5] Παυσανίας, 2.24.11.

[6] Στ σημείο αυτό έχει κτιστεί ο ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών.

[7] Παυσανίας, 2.25.4–7. Κατά τον Περιηγητή, κάθε χρόνο, το καλοκαίρι, οι Ερμιονείς διεξάγουν την εορτή Χθόνια με τον εξής τρόπο. Μπροστά από την πομπή προχωρούν οι ιερείς των θεών και οι άρχοντες της συγκεκριμένης χρονιάς· ακολουθούν γυναίκες και άνδρες, αλλά ακόμη και τα παιδιά συνηθίζουν να τιμούν τη θεά κατά την πομπή· είναι ντυμένα με άσπρη εσθήτα και έχουν στο κεφάλι στεφάνια, που είναι πλεγμένα από το λουλούδι που ονομάζουν κοσμοσάνδαλο, που από το μέγεθος και το χρώμα μου φαίνεται πως είναι ο υάκινθος· πάνω τους έχουν τα γράμματα του θρήνου.

Στο τέλος της πορείας ακολουθούν άνδρες που σέρνουν από την αγέλη μια πολύ δυνατή αγελάδα, αδάμαστη και άγρια ακόμη. Όταν τη φέρουν στον ναό, άλλοι τη λύνουν για να μπει στο ιερό κι άλλοι, που πριν κρατούσαν ανοιχτές τις πόρτες, μόλις δουν την αγελάδα να μπαίνει στον ναό, τις κλείνουν. Τέσσερις γριές που βρίσκονται μέσα σφάζουν την αγελάδα· όποια τύχει κόβει με δρεπάνι τον λαιμό της αγελάδας. Έπειτα ανοίγουν τις πόρτες και οι άντρες που έχουν οριστεί φέρνουν δεύτερη αγελάδα, ύστερα τρίτη και μετά τέταρτη. Οι γριές τις σφάζουν όλες με τον ίδιο τρόπο· υπάρχει μάλιστα και τούτο το αξιοπερίεργο: σ’ όποια πλευρά πέσει η πρώτη αγελάδα είναι ανάγκη να πέσουν όλες. Μ’ αυτό τον τρόπο, λοιπόν, προσφέρουν θυσία οι Ερμιονείς. Μπροστά στον ναό υπάρχουν λίγες εικόνες γυναικών που ήταν ιέρειες της Δήμητρας και μέσα υπάρχουν θρόνοι, στους οποίους κάθονται οι γριές που περιμένουν να μπει κάθε αγελάδα. Υπάρχουν και αγάλματα όχι πολύ παλιά της Αθηνάς και της Δήμητρας. Δεν μπόρεσα, όμως, να δω —ούτε εγώ ούτε κανένας άλλος άνδρας, ξένος ή από τους Ερμιονείς— αυτό που λατρεύουν περισσότερο από τ’ άλλα· μόνο οι γριές ξέρουν πώς είναι.

[8] Λατρευόταν στον Βούπορθμο, αρχαία ονομασία του ακρωτηρίου Μουζάκι, απέναντι από το νησάκι Δοκός, LSJ σ.λ.

[9] Παυσανίας, 2.24.6–2.25.11.

[10] Παυσανίας, 2.25.1.

[11] Οικονομίδου 1995, 264-265.

[12] Τσαγκάρη 2006, 11.

[13] Για τη ζωή και το έργο του, βλ. Privitera 1965.

[14] Σχόλια στον Αριστοφάνη, Νεφ. 967a.15.

[15] Πλούταρχος, Θεμ. 5.3.

[16] Στεφανής 1988: 540.

[17] Βλ. σ. 4.

[18] Ασπιώτης 1997: 19.

[19] Βλ. και Κατσαγάνη 2015, 21-23.

[20] Κατσαγάνη 2015, 27.

[21]. Kaibel 1965 ανατ. [1878]: 926.

[22]. IG IV 682.

[23]. Το 276 π.Χ. οι Αιτωλοί γιόρτασαν τη νίκη τους επί των Γαλατών, οι οποίοι επιθυμούσαν να καταλάβουν το Ιερό των Δελφών για να συλήσουν τους αμύθητους θησαυρούς του. Σε ανάμνηση του γεγονότος η Αμφικτυονία των Δελφών καθιέρωσε τη δελφική εορτή Σωτήρια, προς τιμήν του Διός Σωτήρος και του Πύθιου Απόλλωνος. «Πιθανότατα το 246 π.Χ. μετέτρεψαν την εορτή σε τετραετή και την έκαμαν ισότιμη των Πυθίων –ως προς το μουσικό της σκέλος–, και ισότιμη των Νεμείων, ως προς το αθλητικό και ιππικό της σκέλος. Η αλλαγή της μορφής και η ενίσχυση του κύρους της εορτής αυτής εξασφάλιζε οικονομικά οφέλη, αφού συνέρρεαν πολλοί επισκέπτες και θεατές στους διαγωνισμούς, αλλά και πολιτικά, διότι κοινοποιούνταν στο σύνολο του ελληνικού κόσμου το γεγονός ότι το πανελλήνιο Ιερό των Δελφών βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο των Αιτωλών», Walbank 1999: 206 (βλ. και Nachtergael 1977: 295-298).

[24]. Nachtergael 1977: 15 bis. Από τις IG IV 682 χρονολογείται στους Αυτοκρατορικούς χρόνους.

[25]. Στις επτά διασωθείσες επιγραφές (Ga 1-7), (Aneziri 2003: 135 και 402-412) των αμφικτυονικών Σωτηρίων εμφανίζονται μόνο δύο διαφορετικοί «ιερείς των Τεχνιτών»: ο Πυθοκλής, γιος Αριστάρχου από την Ερμιόνη στα Ga 1-3 και ο Φιλωνίδης, γιος Αριστάρχου από τη Ζάκυνθο, στα Ga 4-7.   Βλ. και Pickard-Cambridge 19682: 283-284.

[26]. Με βάση τους σωζόμενους καταλόγους των Δελφών ο Πυθοκλής παρέστη πέντε φορές στα Σωτήρια, στο διάστημα 265 έως 255 π.Χ.:   1) . . . Πυθοκλῆς Ἀριστάρχου Ἑρμ]ιονεὺς Nachtergael 1977: 406 αρ. 2bis (=F.Delphes III.1 563)   2) . . .  Πυθοκλῆς [Ἀριστάρχου Ἑρμιονεύς. ἄνδρες χορευταί∙ Παντακλῆς(?) Ἀρι]στάρχου Ἑρμιονεὺς Nachtergael 1977: 407-408 αρ. 3 (=Aneziri 2003: 403-404 Ga 3)    3) . . . [ἐπὶ] ἱερέως δὲ Πυθοκλέους τοῦ  Ἀρι[στάρ]χου Ἑρμιονέος ἐκ τῶν Τεχνιτῶν Nachtergael 1977:  409-410 αρ. 4 (=Aneziri 2003: 403 Ga 1)   4) . . . [πὶ ἱερέως δὲ Πυθοκλέους] τοῦ Ἀριστάρχου Ἑρ[μιονέος] Nachtergael 1977: 410-411 αρ. 5 (=Aneziri 2003: 404-405 Ga 3) και    5) . . . Πυθοκλῆς Ἀριστάρχου Ἑρ[μ]ιονεύς, Παντακλῆς Ἀρι[στάρχ]ου Ἑρμιονεὺς Nachtergael 1977:  416-417 αρ. 8 (=Aneziri 2003: 407-408 Ga 5).

[27]. SGDI II 2062. Το ψήφισμα, κατά τον Nachtergael 1977: 317 και 322, έγινε περίπου το 270 π.Χ.

[28]. Στεφανής 1988: 379-380 αρ. 2174.

[29]. Nachtergael 1977: 407-408 αρ. 3.

[30]. Στεφανής 1988: αρ. 1993.

[31]. Στα Πύθια οι μουσικοί αγώνες δεν συνοδεύονταν από αυλό, διότι το μουσικό αυτό όργανο συνηθιζόταν στα μοιρολόγια και τις θρηνωδίες, που βέβαια στη συγκεκριμένη εορτή δεν άρμοζε, Casson 1996: 94.

[32]. Nachtergael 1977: 320.

[33]. Το ποιητικό θέμα της επίκλησης μαρτύρων αποτελεί, κατά τον Σκιαδά 1975: 77, ποιητική παρακμή, «διότι η επιγραφή δεν πείθει πλέον αφ’ εαυτής, όπως συνέβαινε με τις επιγραφές των παλαιότερων εποχών, και η αναγνώριση του ενάρετου τρόπου διαβίωσης κάποιου χρήζει της διαβεβαίωσης μαρτύρων». Όμως η επίκληση μαρτύρων στη συγκεκριμένη επιγραφή θεωρούμε ότι δεν επαληθεύει το σχόλιο του Σκιαδά.

[34]. Nachtergael 1977: 321.

[35]. Nachtergael 1977: 321. Η Ανεζίρη 2003: 276-277 παραθέτοντας επιχειρήματα θεωρεί ότι ο Πυθοκλής ανήκε στο «Ισθμικόν Κοινόν», το οποίο πρέπει να έπαιζε σημαντικό ρόλο στα Μουσεία των Θεσπιών και στα Αγριώνια των Θηβών.

[36]. Για τον όρο priamel στην αρχαϊκή λυρική ποίηση, βλ. Γεωργαντζόγλου 2005: 220, όπου και βιβλιογραφία.

[37]. Nachtergael 1977: 322  “on pourrait songer, en particulier, à Antigone Gonatas, mais il est notoire que tous les souverains de l’époque hellénistique protégeaient les technites et les couvraient d’honneurs”.

[38]. IG IV 682.

[39]. LBW 2iii 75 αρ. 159g. O Kaibel 1965 ανατ. [1878]: xxiii αρ. 1046a τη χρονολογεί στον 2ο αι. μ.Χ.

[40]. Rouse 1976 ανατ. [1902]: 269.

[41]. Στη λ. βασιλῆι προσγραφόμενο ιώτα, χάριν του μέτρου, σε αντίθεση προς τις λλ. Ἠελίῳ και θεῷ, όπου δεν υπάρχει μετρική ανάγκη. Ο Fraenkel (IG IV 700) θεωρεί ότι στον εξάμετρο στίχο υπάρχουν αρκετά προβλήματα και ότι στη λ. θεῷ πρέπει να σημειωθεί συνίζηση, άποψη όμως που αντίκειται στο μέτρο του στίχου.

[42]. IG IV 700∙ πρόκειται, προφανώς, για παρανάγνωση του βήτα από τον Fraenkel.

[43]. Τρυπάνης 1937: 826.

[44]. Burkert 1997: 18. Ο πιο συχνός όρος ήταν Μήτηρ θεῶν, τίτλος που πρωτοεμφανίζεται στον Ομηρικό Ύμνο, Εἰς Μητ. 1. Στον 5ο αι. π.Χ. η Μητέρα εμφανίζεται είτε ως Κυβέλη είτε ως Ρέα. Συχνός είναι ο συγκρητισμός της φρυγικής Μητέρας με τη Ρέα και τη Δήμητρα, Roller 1999: 144, 170, 176 και 216.

[45]. Ο σηκός, κατ’ αρχάς, χωριζόταν σε δύο τμήματα (υποστάσεις). Αργότερα, επειδή η μοναδική κιονοστοιχία κάλυπτε το λατρευτικό άγαλμα της θεότητας που βρισκόταν στο μέσον του σηκού, οι σηκοί κατασκευάζονται τρισυπόστατοι.

[46]. Η έννοια της μητρός, όταν αποδίδεται σε θεότητα, δεν σημαίνει τη φυσική μητέρα, αλλά θεϊκή ύπαρξη, πλήρη στοργής σε όσους την τιμούν, Παπαχατζής 1993: 63.

[47]. Ζουμπάκη 1995-1996: 126. Άλλες χρονολογήσεις: 3ος αι. μ.Χ. Peek 1988 ανατ. [1955]: 1773, 2ος αι. μ.Χ. SEG 11: 384 και RPN Ι  Aργολ. 206 αρ. 172.

[48]. Ζουμπάκη 1995-1996: 126.

[49]. Στην Κλασική εποχή η επίσημη ονομασία ενός ελεύθερου άρρενος Ρωμαίου πολίτη περιλάμβανε πέντε συστατικά: το praenomen, το nomen ή gentilicium, τη δήλωση πα­τρωνύμου, τη δήλωση της ρωμαϊκής γενεάς στην οποία ανήκε ο πολίτης, και το cognomen (προαιρετικό στην εποχή της Δημοκρατίας). Από το τέλος του 2ου αι. μ.Χ. εμφανίζεται και το supernomen και λίγο αργότερα τα παλαιά μονά ονόματα έγιναν praenomina (περίπου δεκαοχτώ στην Αργολίδα με συνηθέστερα τα: Λούκιος, Αύλος, Μάρκος, Τιβέριος και Τίτος, βλ. πίνακα της Ζουμπάκη 2003: τόμ. Β΄ 163). Σε επιγραφές των αυτοκρατορικών χρόνων τα praenomina Τιβέριος και Τίτος οφείλουν την ευρεία χρήση τους, το μεν πρώτο στους αυτοκράτορες της δυναστείας των Κλαυδίων ενώ το δεύτερο στους αυτοκράτορες της δυναστείας των Φλαβίων. Αν το gentilicium αναγράφεται ολογράφως και όχι συντομογραφημένο, ανήκει στον 2ο αι. μ.Χ., ενώ το praenomen σταδιακά παραλείπεται ή συντομογραφείται. Η ονοματολογία των ελεύθερων γυναικών διέφερε στο ότι αυτές, κατά την κλασική περίοδο, δεν είχαν praenomen (OCD3 1024-1025, Kajanto 1977: 422, και Rizakis 1996: 17-18).

[50]. Ζουμπάκη 1995-1996: 134.

[51]. Gerlach 1908: 103.

[52]. Peek 1988 ανατ. [1955]: 1773.

[53]. RPN Ι  Aργολ. 172.

[54]. Η επιγραφή έχει τη δομή της εισαγωγής –του πρώτου δηλ. από τα τρία μέρη– ενός τιμητικού ψηφίσματος, όπου το προοίμιό αποσκοπεί στην παρηγοριά των οικείων, και στη συνέχεια προβαίνει στην αξιολόγηση του εκλιπόντος, στις αρετές του στην προσωπική του ζωή και οι επιδόσεις του στoν κοινωνικό-πολιτικό βίο, Erhardt 1994: 42.

[55]. Peek 1941: 68-69 αρ. 16.

[56]. Παυσανίας, 2.34.35.

[57]. Κατά τον Welsh 1904-1905: 36 στους Ρωμαϊκούς χρόνους η πολιτεία αποφάσιζε, συνήθως, για την ανέγερση του ανδριάντα του τιμωμένου, ενώ τα έξοδα επιβάρυναν τον τιμώμενο, τα συγγενικά ή φιλικά του πρόσωπα.

 

Βιβλιογραφία


  • Aneziri S. (2003). Die Vereine der dionysischen Techniten im Kontext der hellenistischen Gesellschaft, Dresden.
  • Ασπιώτης Ν. Σ. (1997). Ἀρχαῖοι Ἕλληνες μουσικοί καί σωζόμενα μουσικά ἀποσπάσματα μέ μεταγραφήν τους εἰς τήν σύγχρονον εὐρωπαϊκήν σημειογραφίαν. Αθήνα.
  • Burkert W. (1997). Μυστηριακές λατρείες της αρχαιότητας, μτφρ. Έ. Ματθαίου (τίτλος πρωτοτύπου: Ancient Mystery Cults. Cambridge, Massachusetts, and London, England: Harvard University Press, 1987). Αθήνα.
  • Casson L. (1996). Το ταξίδι στον αρχαίο κόσμο, 2η έκδ. [1η έκδ. 1995], μτφρ. Λ. Αναστασιάδη, επιμ. Α. Φιλιπποπούλου (τίτλος πρωτοτύπου: Travel in the Ancient World. Toronto: Hakkert, 1974). Αθήνα: ΜΙΕΤ.
  • Erhardt Ν. (1994). Tod, Trost und Trauer. Zur Funktion griechischer Trostbeschlüsse und Ehrendekrete post mortem. Laverna 5, 38-55.
  • Gerlach G. (1908). Griechische Ehreninschriften. Halle.
  • Grotius, H. – F. Dübner – E. Cougny (1888-1890). Epigrammatum Anthologia Pala­tina: cum Planudeis et Appendice nove Epigrammatum veterum ex libris et mar­moribus Ductorum, annotatione inedita Boissonadii, Chardonis de la Rochette, Bothii, partim inedita Jacobsii, metrica versione Hugonis Grotii, et apparatu critico instruxit, Parisiis ΙΙΙ 1890 (Cougny).
  • IG IV Fraenkel M. (1902). Inscriptiones Aeginae Pityonesi Cecryphaliae Argolidis, vol. IV, Berolini.
  • Kaibel G. (1965 ανατ.). Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta. Hildesheim [1η έκδ.
  • Berlin 1878]. Kajanto I. (1977). The Emergence of the Late Single Name System. Στο N. Duval, – D. Briquel, – M. Hamieaux (επιμ.). L’onomastique latine, Colloques internationaux du Centre National de la Recherche Scientifique 564, Paris. 421-428.
  • Κατσαγάνη Γ.Κ. (2015). Ταφή, Ανάθεση, Τιμή: Έμμετρες επιγραφές της Αργολίδος. Από την Αρχαϊκή εποχή έως την Ύστερη Αρχαιότητα. Αθήνα.
  • Koster W. I. W. (1974). Scholia in Aristophanem, vol. I.3.2: In Nubes. Groningen.
  • Κωστούρος Γ. Π. (2008). Νεμέων ἄθλων διήγησις, τόμ. 1-2, χωρίς τόπο έκδοσης.
  • LBW Le Bas Ph. – W. H. Waddington (1870). Voyage archéologique en Grèce et en Asie Mineure. III.       Inscriptions grecques et latines, recueillies en Grèce et en Asie Mineure. 2 Mégaride et Péloponnèse, Section I Textes. III Explications des inscriptions. Paris. LBW 2iii 75 αρ. 159g.
  • Mickey K. (1981). Studies in the Greek Dialects and the Language of Greek Verse Inscriptions (Diss.), vols I-II. Somerville.
  • Nachtergael G. (1977). Les Galates en Grèce et les Sôtéria de Delphes: Recherches d’histoire et d’épigraphie hellenistiques. Bruxelles.
  • OCD3 Hornblower S. – A. Spawford (2000). The Oxford classical dictionary. 3η έκδ. [1η έκδ. 1949]. Oxford.
  • Οικονομίδου-Καραμεσίνη Μ. (1996). Ελληνική τέχνη : Αρχαία νομίσματα. Αθήνα.
  • Peek W. (1941). Griechische Epigramme IΙI. ΜDAI(A) 66, 47-86.
  • Peek W. (1988 ανατ.). Greek Verse Inscriptions. Epigrams on Funerary Stelae and Monuments, with an Index to the First Words of the Epigrams and a Concord­ance with G. Kaibel Epigrammata etc. [1η έκδ. 1955]. Chicago.
  • Picard-Cambridge A. W. Sir – J. Gould – D. M. Lewis (2011). Οι δραματικές εορτές   της Αθήνας, μτφρ. Μ. Υψηλάντη – Η. Τσολακόπουλος – Α. Α. Ευσταθίου, (επιμ.) (τίτλος πρωτοτύπου: The Dramatic Festivals of Athens, Oxford 1968, 2η έκδ. [1η έκδ. 1953]). Θεσσαλονίκη.
  • Privitera G. A. (1965). Laso di Ermione. Nella cultura Ateniese e nella tradizione sto­ riografica. Roma.
  • Παπαχατζής Ν. (1993). Ἡ ἑλληνική θεά Ρέα καί ἡ φρυγική Μητέρα τῶν θεῶν ἢ Μεγάλη Μητέρα. ΑΕ, 49-82.
  • Rizakis A. D. (1996). Anthroponymie et société: les noms romains dans les provinces hellénophones de l’Empire. Στο A. D. Rizakis (επιμ.). Roman Onomastics in the Greek East. Social and Political Aspects. Proceedings of the International Colloquium on Roman Onomastics. Athens, 7-9 September 1993. Athens [Μελετήματα 21], 11-29.
  • Roller L. E. (1999). In Search of God Mother. The Cult of Anatolian Cybele. Berkeley.
  • Rouse W. H. D. (1976 ανατ.). Greek Votive Offerings. An Essay in the History of Greek Religion, [1η έκδ. Cambridge 1902]. Hildescheim.
  • Σκιαδάς Α. (1975 ανατ.). Ἐπὶ τύμβῳ. Συμβολή εἰς τήν ἑρμηνείαν τῶν ἑλληνικῶν ἐπιτυμβίων ἐμμέτρων ἐπιγραφῶν. [1967] Ἀθῆναι.
  • Στεφανής Ι. Ε. (1988). Διονυσιακοί τεχνίται: Συμβολές στην προσωπογραφία του θεάτρου και της μουσικής των αρχαίων Ελλήνων. Ηράκλειο.
  • Τρυπάνης, Κ. Α. (1937). Το Ελληνικόν αναθηματικόν επίγραμμα μέχρι των χρόνων των Περσικών πολέμων. ΑΕ 3, 824-832.
  • Τσαγκάρη Δ. (2006). Τα αρχαία νομίσματα της Πελοποννήσου. Αθήνα.
  • Vermaseren M. J. (1982). Corpus Cultus. Cybelae Attidisque II: Graecia atque Insulae.  Leiden.
  • Walbank F. W. (1999) Ο ελληνιστικός κόσμος, μτφρ. Τ. Δαρβέρης (τίτλος πρωτοτύπου: The Hellenistic World. London 1992 ανατ. [1η έκδ. 1981). Θεσσαλονίκη.
  • Welsh M. K. (1904-1905). Honorary Statues in Ancient Greece. ABSA 11, 32-49.
  • Ζουμπάκη Σ. (1995-1996). Παρατηρήσεις στη ρωμαϊκή κοινωνία της Ερμιόνης.
  • Αρχαιογνωσία 9, 111-135.

Γεωργία Κ. Κατσαγάνη 

Δρ. Κλασικής Φιλολογίας

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Θερμησιώτης Ηλίας (1788-1871) – Πλοιοκτήτης, Φιλικός, Ναυτικός της Επανάστασης και αξιωματικός του Ναυτικού της οθωνικής περιόδου.


 

Ο Ηλίας Θερμησιώτης γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1788 από γονείς μέτοικους από τη Θερμησία της Ερμιονίδας, εξού και το επίθετο Θερμη­σιώτης. Το προεπιθετικό του είναι άγνωστο. Ο Ηλίας, γνώστης της ναυτικής τέχνης από μικρός, έμαθε γράμματα, ασχολήθηκε με το εμπόριο και πολύ νέος έγινε πλοίαρχος. Σύντομα απέκτησε ιδιόκτητο πλοίο, το βρίκι «Αχιλλεύς», που λίγο αργότερα το μετέτρεψε σε πολεμικό για τις ανάγκες της Επανάστασης και το κυβερνούσε ο ίδιος. Επίσης, είχε συμμετοχή σε δύο καράβια ως συνιδιοκτήτης με τη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Λόγω αυτής της συνεργασίας, του ηθικού του χαρακτήρα και της τιμιότητας που τον διέκρινε, κλήθηκε να παίξει διαιτητικό ρόλο στις οικονομικές κληρονομικές διαφορές που είχε η Μπου­μπουλίνα με τα προγόνια της Γιάννη και Παντελή, γιους του Δημητρίου Χατζηπαντελή Γιάννουζα. Επειδή δεν υπήρχαν τότε ελληνικά δικαστήρια η υπόθεση έφτασε στο Πατριαρχείο Κωνσταντινου­πόλεως και ο Γρηγόριος ο Ε’ ανέλαβε να τη ρυθμίσει.

 

Θερμησιώτης Ηλίας (1788-1870), ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

To 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία μαζί με τους Νικόλαο Μπόταση, Ρήγα Κρανιδιώτη και Γιώργο Πάνου και στις 3 Απριλίου του 1821 συμμετείχε στην κήρυξη της επανάστασης στο νησί των Σπετσών μαζί με άλλους πρόκριτους μυημένους στη Φιλική Εταιρεία.

Κατά τον αγώνα πρόσφερε μεγάλα χρηματικά ποσά για την ευόδωση της Επανάστασης. Πρωταγωνίστησε σε ηλικία 24 χρόνων στην πολιορκία της Μονεμβασιάς και, μετά την κατάληψη του Φρουρίου το 1824, διορίστηκε, από το Εκτελεστικό Σώμα, φρούραρχος του Κάστρου της Μονεμβασιάς και στρατιωτικός διοικητής της περιοχής που κάλυπτε το φρούριο. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί, διέθεσε σεβαστά χρηματικά ποσά από την περιουσία του.

 

Προτομή του Ηλία Θερμησιώτη (1788-1871) στον αύλειο χώρο του Κοινοτικού Καταστήματος Θερμησίας.
Τα αποκαλυπτήρια έγιναν την Κυριακή 8 Αυγούστου 2021. Η προτομή του Ηλία Θερμησιώτη, είναι δωρεά της Μαρίας Στρίγκου Κατσίνα και του γιου της Δημήτρη Κατσίνα Θερμησιώτη.
Η ορειχάλκινη προτομή με την έντονη εκφραστικότητα είναι έργο της ώριμης ηλικίας του αείμνηστου γλύπτη και ιατρού Βασίλη Κάρλου, ενώ η πέτρινη βάση της προτομής σχεδιάστηκε από την αρχιτέκτονα μηχανικό Μαρία Παλυβού.

 

Σημαντική και συνεχής υπήρξε και η συμμετοχή του στους ναυτικούς αγώνες της περιόδου, και συγκεκριμένα – πέραν του ναυτικού αποκλεισμού της Μονεμβασιάς- πήρε μέρος ως καπετάνιος του ιδιόκτητου πλοίου του Αχλλεύς σε ολες σχεδόν τις ναυμαχίες και επιχειρήσεις που συμμετείχε η σπετσιώτικη μοίρα κατά την περίοδο 1821-1826) καταγράφοντας μία εντυπωσιακή πολεμική παρουσία 64 ημερών στη θάλασσα:

  • Στην καταδρομική επιχείρηση που οδήγησε στην αιχμαλωσία δύο οθωμανικών πλοίων μεταξύ Μήλου και Κιμώλου (11 Απρίλιου 1821).
  • Στην επιχείρηση του Κατακώλου – Κάβο Πάπα (Σεπτέμβριος 1821).
  • Στη αμφίρροπη ναυμαχία των Παλαιών Πατρών (20 Φεβρουαρίου 1822) με τον στόλο του Ισμαήλ Πασά Γιβραλταρ.
  • Στις επιχειρήσεις του «τρινήσιου» στόλου υπό τον Ανδρέα Μιαούλη στη Χίο (τέλη Απριλίου 1822).
  • Στις επιχειρήσεις του Ναυπλίου (Ιούνιος 1822).
  • Στη ναυμαχία στο Χέλι (απέναντι από τις Σπέτσες μεταξύ του «τρινήσιου» στόλου αναντίον του Καπετάν Καρά Μεχμέτ Πασά (7 Σεπτεμβρίου 1822).
  • Στις καταδρομικές επιχειρήσεις στην περιοχή του Αγίου Όρους (Αύγουστος 1823).
  • Στη νικηφόρα για τους επαναστάτες ναυμαχία της Σάμου (5 Αυγούστου 1824) μεταξύ των ναυτικών μοιρών της Ύδρας και των Σπετσών εναντίον του οθωμανικού στόλου υπό τον Καπουντάν Χοσρέφ Πασά.
  • Στη νικηφόρα για τους επαναστάτες ναυμαχία του Γέροντα (29 Αυγούστου 1824) μεταξύ των ναυτικών μοιρών της Ύδρας και των Σπετσών εναντίον του οθωμανικού στόλου υπό τον Καπουντάν Χοσρέφ Πασά.
  • Στις επιχειρήσεις στη Μεθώνη και Κορώνη (Μάρτιος – Ιούνιος 1825).
  • Στις επιχειρήαεις στην Κρήτη, Μεθώνη, Κορώνη, Νεόκαστρο (Ιούλιος – Αύγουστος 1825).
  • Στις επιχειρήσεις στο Νότιο Αιγαίο (Σεπτέμβριος -Οκτώβριος 1825).
  • Στις επιχειρήσεις των Παλαιών Πατρών (Δεκέμβριος -Ιανουάριος 1826).
  • Στις επιχειρήσεις της Σάμου (Αϋγουστος 1826).

Στη διάρκεια των εμφυλίων συγκρούσεων ο Θερμησιώτης συντάχθηκε όπως και οι περισσότεροι νησιώτες με την πλευρά των Κυβερνητικών της φατρίας Κουντουριώτη, η οποία άλλωστε του εμπιστεύτηκε τη φρουραρχία του κάστρου της Μονεμβασιάς. Κατά την καποδιστριακή περιόδο δεν είχε καμία δραστηριότητα ούτε ανέλαβε κάποιο ναυτικό αξίωμα. Πολιτικά συντάχθηκε με την καποδιστριακή αντιπολίτευση. Η αντιπολιτευτική στάση του έναντι του καθεστώτος είχε ως συνέπεια να του δοθεί το χαμηλό – σε σχέση με την προσφορά του – δίπλωμα του αξιωματικού της Ε’ τάξεως, αν και για την οικονομική του προσφορά του αναγνωρίστηκε οφειλή 150.000 γροσίων.

 

Προτομή του Ηλία Θερμησιώτη (1788-1871) στον αύλειο χώρο του Κοινοτικού Καταστήματος Θερμησίας.
Τα αποκαλυπτήρια έγιναν την Κυριακή 8 Αυγούστου 2021. Η προτομή του Ηλία Θερμησιώτη, είναι δωρεά της Μαρίας Στρίγκου Κατσίνα και του γιου της Δημήτρη Κατσίνα Θερμησιώτη.
Η ορειχάλκινη προτομή με την έντονη εκφραστικότητα είναι έργο της ώριμης ηλικίας του αείμνηστου γλύπτη και ιατρού Βασίλη Κάρλου, ενώ η πέτρινη βάση της προτομής σχεδιάστηκε από την αρχιτέκτονα μηχανικό Μαρία Παλυβού.

 

Κατά την επόμενη οθωνική περίοδο επανήλθε και έλαβε τον υψηλό βαθμό του πλοιάρχου καθώς και μία θέση στην σημαντική επιτροπή με αρμοδιότητα να αξιολογήσει « τας υπηρεσίας και την ικανότητα ενός εκάστου των ναυτικών, όσοι κατά τον ένδοξον υπέρ της ελευθερίας αγώνα έλαβον μέρος». Στην επιτροπή συμμετείχαν – πέραν του Ηλία Θερμησιώτη- ο Ανδρέας Μιαούλης, ως πρόεδρος, και οι Γ. Σαχτούρης, Γ. Ανδρούτζου, Ν.Α. Αποστόλης, Κ. Κανάρης και Α. Γ. Κριεζής. Από έγγραφα του αρχείου του διαπιστώνεται ότι ο Ηλίας Θερμησιώτης παρέμεινε καθόλη της διάρκεια της οθωνικής βασιλείας μέλος της Επιτροπής Εκδουλεύσεων παρά τις διάφορες αποχωρήσεις και τοποθετήσεις μελών της.

Τα άλλα δύο παιδιά της οικογένειας Θερμη­σιώτη, οι δύο μικρότεροι αδελφοί του Ηλία, ο Νικόλαος και ο Πέτρος σε νεαρή ηλικία σκοτώθηκαν πολεμώντας ο πρώτος στη μάχη της Άμφισσας και ο δεύτερος στη μάχη της Βέργας. Στο δελτίο της Εθνολογικής Εταιρίας, ο Νικόλαος και ο Πέτρος Θερμησιώτης αναφέρονται ως γιοι του Ηλία. Δεν είναι όμως ακριβές τούτο, όπως άλλωστε όλοι οι παλιοί το γνωρίζουν στις Σπέτσες. Τούτο ακόμη φαίνεται και από το γεγονός ότι ήταν απίθανο ο Ηλίας να είχε τόσο μεγάλους γιους και να πολεμούν μάλιστα, αφού ο ίδιος ήταν την εποχή εκείνη 24 χρόνων. Ο Ηλίας Θερμησιώτης είναι γνωστό ότι είχε δύο παιδιά, τον Ανδρέα και το Γεώργιο. Ο πρώτος γεννήθηκε το 1830 και χάθηκε πολύ αργότερα, νέος στη Μαύρη θάλασσα, όταν το καράβι του που καπετάνευε και ήταν ιδιοκτησία του, σ’ ένα από τα ταξίδια του Οδησσό – Ισπανία, με φορτίο σταριού, βούλιαξε αύτανδρο. Ο δεύτερος γιος του, ο Γεώργιος, γεννήθηκε το 1833 και πέθανε το 1929 σε βαθύ γήρας. Κατατάχτηκε στις τάξεις του Πολεμικού Ναυτικού «κατ’ επιλογή», σαν γιος ναυμάχου και έφτασε στο βαθμό του ναυάρχου πολεμώντας σ’ όλες τις θαλάσσιες πολεμικές επιχειρήσεις της τότε εποχής.

Η προσφορά του στην πατρίδα είναι ανυπολόγιστη. Στο Ιστορικό Μουσείο, σε μια αίθουσα, υπάρχει το πορτραίτο του μαζί με το σπαθί του, το ντουφέκι του και το καριοφίλι του.

Τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του τα έζησε στις Σπέτσες, όπου και πέθανε το 1871. Ο τάφος του βρίσκεται στο κοιμητήριο των Αγίων Πάντων και πάνω στην πλάκα, που σκεπάζει το μεγάλο αγωνιστή και πατριώτη, έχουν χαραχθεί τούτα τα λόγια:

«Ο πολλά μοχθήσας και δαπανήσας

εν τω Ιερώ της Ελλάδος Αγώνα.

Γεννηθείς τω 1788 απεβίωσε τω 1870*».

* θάνατος του Ηλία Θερμησιώτη, σύμφωνα με τη ληξιαρχική πράξη αποβιώσεως (βιβλίο θανάτων Δήμου Σπετσών) επήλθε στις 10.7.1871 και όχι το 1870, όπως εκ λάθους, έχει αναγραφεί επί του τάφου του (βλ. και εφημερίδα «Αλήθεια» φ. 1427/22.7.1871 (ανακοίνωση θανάτου) και εφημερίδα «Ερμούπολις» φ. 345/24.7.1871 ( επικήδειος λόγος του Επάρχου Σπετσών Λεωνίδα Παπανικολάου).

 

Πηγές


  • Κέντρο Έρευνας Νεότερης Ιστορίας,  Παπαγεωργίου Στέφανος.
  • Ηλίας Ν. Γαλέττας – Μαρίκα Β. Μπουζουμπάρδη, «Σπέτσες, Ιστορία Λαογραφία», τόμος Ά, έκδοση, Ένωση Σπετσιωτών, 2004.
  • Ένωση Σπετσιωτών.

 

Οικογένεια Διομήδη-Κυριακού και τα μέλη της που έλαβαν μέρος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821


 

Διομήδης – Κυριακός ή Κυριακού

Επώνυμο αρχοντικής οικογένειας των Σπετσών, που περιλαμβάνεται μεταξύ εκείνων που ήλθαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στο νησί από τη Βόρειο Ήπειρο, κατά το 16ο και 17ο αιώνα, εξαιτίας των Μουσουλμανικών διώξεων.

Από την αρχή της Ελληνικής Επανάστασης πρόσφεραν σημαντικές υπηρεσίες στο αγωνιζόμενο γένος και όλα τα μέλη της οικογένειας διακρίθηκαν κατά την περίοδο του αγώνα προσφέροντας την περιουσία και τα καράβια τους. Στο αρχικό επώνυμο της οικογένειας Κυριακός ή Κυριακού αργότερα, κατά την περίοδο της Επανάστασης, προστέθηκε, κατά τη συνήθεια της εποχής εκείνης, και το όνομα του ομηρικού ήρωα Διομήδη από θαυμασμό προς την αρχαία Ελλάδα και τη μεγάλη επιθυμία για την αναβίωση των κλασικών σπουδών.

Από τα κυριότερα μέλη της οικογένειας Διομήδη – Κυριακού είναι:

Αναστάσιος Κυριακός (1758-1831)

Γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1758 και πέθανε το 1831. Χρημάτισε από τους πρώτους πρόκριτους του νησιού. Από πολύ νέος επιδόθηκε στη ναυτιλία και με το χρόνο απέκτησε ιστιοφόρα πλοία με τα οποία, ως καραβοκύρης, άσκησε ναυτικό εμπόριο στη Μεσόγειο. Όταν ήρθε η ώρα του μεγάλου ξεσηκωμού αρμάτωσε και προσέφερε για τον αγώνα το καράβι του «Πελεκάνος» γιατί ο ίδιος ήταν γέρος πια και δεν μπορούσε να μπαρκάρει. Μ’ αυτό το πλοίο είχε μεταφέρει από το Τριέστι στην Ελλάδα τον Ρήγα Βελεστινλή.

Παντρεύτηκε την Ελένη, ένα από τα κορίτσια του Νικολάου – Μπότσαρη, και απέκτησε μαζί της επτά παιδιά: τρία αγόρια, τον Γιάννη, τον Νικολό και τον Γκίκα και τέσσερα κορίτσια, τη Χρυσούλα, την Κατερίνα, τη Βγενή και τη Μάρω. Η Μάρω παντρεύτηκε τον Γιάννη Μπούκουρη και είχε κόρη της την Ελένη, σύζυγο του Ιταλού ζωγράφου Αλταμούρα και
μητέρα του μεγάλου Σπετσιώτη θαλασσογράφου, Γιάννη Αλταμούρα.

Ιωάννης Διομήδης – Κυριακός (1790-1825)

Ιωάννης Διομήδης – Κυριακός (1790-1825). Με τον «Αχιλλέα» του έλαβε μέρος σε όλες τις ναυμαχίες του ελληνικού στόλου επικεφαλής σπετσιώτικης μοίρας. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1790 και ήταν ο πρωτότοκος γιος του Αναστασίου Κυριακού. Από μικρός ασχολήθηκε με τη θάλασσα και έγινε ένας από τους μεγάλους καραβοκύρηδες. Κατηχήθηκε από τους πρώτους στη Φιλική Εταιρία και όταν ξέσπασε η Επανάσταση μπήκε με ενθουσιασμό στον αγώνα. Αντιναύαρχος των Σπετσών, σ’ όλη την περίοδο του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνα, εξόπλισε τέλεια, με δικά του χρήματα, το ιδιόκτητο πλοίο του «Αχιλλεύς» που χρησιμοποιούσε, σαν Ναυαρχίδα και έλαβε μέρος σ’ όλες τις εκστρατείες του ελληνικού στόλου, επικεφαλής της σπετσιώτικης μοίρας, αγωνιζόμενος πάντοτε με αυτοθυσία και θάρρος στην πρώτη γραμμή, μαζί με τους άλλους Σπετσιώτες πλοιάρχους.

Διακρινόταν για τη σύνεσή του, γι’ αυτό και όλοι όσοι έπαιρναν μέρος μαζί του στα πολεμικά συμβούλια του στόλου, πρόσεχαν τη γνώμη του και σχεδόν πάντοτε την ακολουθούσαν. Ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα στο Αιγαίο και συντέλεσε προ πάντων, μαζί με άλλους Σπετσιώτες, στο να ξεσηκώσει την Επανάσταση στην Τήνο, στη Χίο, στη Λέσβο και τη Θεσσαλία. Κατά τη μακρόχρονη παραμονή του στο Βόλο και βρισκόμενος πάντα σε επαφή με τους οπλαρχηγούς Περραιβό, Γαζή, Κωνσταντά και Μπασδέκη, ξεσήκωσε τους θεσσαλούς και αφού έβγαλε από το καράβι του τα πυροβόλα του στην ξηρά, πολιόρκησε με αυτά το τουρκικό φρούριο.

Στην αρχή ακόμη της Επανάστασης κοντά στη Σάμο, μαζί με άλλους Σπετσιώτες, επιτέθηκε ενα­ντίον εννέα τουρκικών πλοίων και τα στρίμωξε κατά τέτοιο τρόπο, με την τόλμη και το πυροβολικό του, ώστε ανάγκασε τους Τούρκους να εγκαταλείψουν τα πλοία τους και να αποβιβαστούν στη στεριά. Τον ίδιο χρόνο έλαβε μέρος και σ’ όλες τις επιχειρήσεις του ελληνικού στόλου στον Κορινθιακό κόλπο και στην Πρέβεζα. Κατά το δεύτερο και τρίτο έτος, της Επανάστασης, αγωνίζεται στα Ψαρά, τη Χίο, τη Δυτική Ελλάδα και αλλού. Όλη του η ανδρεία εκδη­λώθηκε το 1824, στις εκστρατείες κατά της Σάμου, όταν ο ελληνικός στόλος πέτυχε εξαιρετικές νίκες εναντίον του ενωμένου τουρκοαιγυπτιακού στόλου καθώς και στη ναυμαχία του Γέροντα, στις 29 Αυγούστου 1824. Στις ναυμαχίες αυτές ο Ιωάννης Διομήδης-Κυριακός συνόδευσε με το καράβι του και υποστήριξε τον Κανάρη όταν έκαψε την τουρκική ναυαρχίδα, και τον Βατικιώτη όταν πυρπόλησε αιγυ­πτιακό βρίκι. Ο ναύαρχος των Σπετσών Γ. Ανδρούτσος στην έκθεσή του με ημερομηνία 26 Αυγούστου 1824 προς τους προκρίτους του νησιού αναφέρει ότι: «εγώ δε επαινώ όλους μεν… όσοι έκαμαν το χρέος των, εξαιρέτως δε επαινώ τον γενναιότατον υποναύαρχον Ιωάννην Αναστασίου Κυριακού».

Η δράση του γενναίου Σπετσιώτη συνεχίστηκε και το 1825, ιδίως στη ναυμαχία του Καφηρέα στις 20 Μαΐου, που έγινε εκεί με συμβουλή του για να κατανικηθεί ο πολύ μεγαλύτερος αλλά δυσκίνητος εχθρικός στόλος, στον οποίο προξένησε μεγάλες καταστροφές. Τον Ιωάννη Διομήδη – Κυριακό, όμως, δεν άφησε ασυγκίνητο και τα δράμα των πολιορκημένων κατοίκων του Μεσολογγίου. Αυθόρμητα παρουσιάστηκε στις αρχές και ζήτησε να πάει στο Μεσολόγγι για να εφοδιάσει τους πολιορκημένους με τρόφιμα και πολεμοφόδια. Και πραγματικά κατόρθωσε, στις 23 Ιουλίου 1825, να ξεφορτώσει στο λιμάνι της πόλης άφθονα τρόφιμα και πολεμικό υλικό, παρόλο που ο εχθρός αδιάκοπα έβαλε εναντίον του. Εκεί, αρρώστησε από θέρμες και εξαιτίας της μεγάλης κόπωσής του από την επικίνδυνη ναυτική επιχείρηση, αναγκάστηκε να γυρίσει στις Σπέ­τσες, όπου και πέθανε στις 17 Σεπτεμβρίου 1825. Τάφηκε στο κοιμητήριο της Αγίας Άννας, όπου βρίσκεται ο τάφος της οικογένειας.

Νικόλαος Διομήδης – Κυριακός

Γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1792 και είναι ο δεύτερος γιος του Αναστασίου Κυριακού. Από πολύ νέος ασχολήθηκε με το ναυτικό επάγγελμα και με τα ταξίδια που έκανε απέκτησε περιουσία και έγινε και αυτός καραβοκύρης. Πήρε γυναίκα του την κόρη του Ιωάννη Ορλάνδου.

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση έτρεξε και αυτός όπως και τα άλλα μέλη της οικογένειάς του να πάρει μέρος στον αγώνα και διέθεσε το ιδιόκτητο καράβι του «Κλειώ» αφού προηγουμένως με δικά του χρήματα το εξόπλισε για το σκοπό αυτό. Έλαβε μέρος, μαζί με τον αδελφό του Γιάννη Διομήδη- Κυριακό, σ’ όλες τις εκστρατείες του ελληνικού στόλου στο Αιγαίο, στον Κορινθιακό Κόλπο και τη Δυτική Ελλάδα. Μαζί του πάντοτε είχε και τον αδελφό του Γκίκα, που ήταν ο τρίτος γιος του Αναστάση Κυριακού και παππούς του Αλεξάνδρου Διομήδη, μεγάλου οικονομολόγου, Ακαδημαϊκού και Πρωθυπουργού της Ελλάδος. Μετά τη λήξη του αγώνα, έζησε για πολλά χρόνια στις Σπέτσες, όπου και πέθανε.

Αναγνώστης Διομήδης – Κυριακός

Γεννήθηκε στις Σπέτσες και ήταν εξάδελφος με τους Ιωάννη, Νικόλαο και Γκίκα Διομήδη-Κυριακό. Υπήρξε από τους τολμηρότερους πλοιάρχους κατά την περίοδο του αγώνα. Από την πρώτη στιγμή που ξέσπασε η Επανάσταση εξόπλισε το ιδιόκτητο καράβι του «Τιμολέων» και έλαβε μέρος κατά τον πρώτο χρόνο του αγώνα στον αποκλεισμό της Μονεμβασίας και κατά τα επόμενα χρόνια στις ναυμαχίες των Ψαρών, της Σάμου, του Κορινθιακού κόλπου και της Πρέβεζας. Στη ναυμαχία της Σάμου διέπρεψε κατά του αιγυπτιακού στάλου, όπως αναφέρει στην έκθεσή του προς τους προκρίτους του νησιού, ο ναύαρχος των Σπετσών Γ. Ανδρούτσος.

Κατά τη ναυμαχία του Καφηρέα, στις 20 Μαΐου 1825, συνέλαβε με τον Αθανάσιο Πάνου πέντε κατάφορτα εχθρικά πλοία και τα μετέφερε στις Σπέτσες. Όταν το 1825 χρειάστηκε να αποσταλούν στην πολιορκημένη πόλη του Μεσολογγίου πολεμοφόδια και ο ναύαρχος των Σπετσών Γ. Ανδρούτσος κάλεσε τους πλοιάρχους σε συμβούλιο για να τους ρωτήσει ποιος ήθελε να παραλάβει τις σφαίρες, και να τις παραδώσει στους πολιορκημένους, ο Αναγνώστης Διομήδης – Κυριακός προσφέρθηκε να εκτελέσει αυτός την επικίνδυνη αποστολή. Και κατόρθωσε, πραγματικά, με την τόλμη και την επιδεξιότητά του, να παραδώσει τα πολεμοφόδια στον τόπο του προορισμού τους και να ενισχύσει με τον τρόπο αυτό και να ενθαρρύνει τους ήρωες του Μεσολογγίου. Κατά το έτος 1826 έλαβε μέρος στην προ της Μυτιλήνης ναυμαχία και το 1827 στην εκστρατεία του ελληνικού στόλου κατά της Αλεξάνδρειας με αρχηγό τον Κόχραν.

Ο χρόνος του θανάτου του δεν είναι γνωστός. Έζησε όμως αρκετά χρόνια μετά τη λήξη του αγώνα στις Σπέτσες και οι συμπολίτες του τον τιμούσαν όχι μόνο ως έναν από τους γενναιότερους πλοιάρχους αλλά και ως άνδρα ενάρετο, παράδειγμα δίκαιου και χρηστού πολίτη.

Πηγή


  • Ηλίας Ν. Γαλέττας – Μαρίκα Β. Μπουζουμπάρδη, «Σπέτσες, Ιστορία Λαογραφία», τόμος Ά, έκδοση, Ένωση Σπετσιωτών, 2004.

Γιάννουζας Γιάννος (1790-1821)


 

Ιωάννης – Γιάννος Γιάννουζας γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1790 και είναι το πρώτο από τα τρία παιδιά του πλοιάρχου Δημητρίου Γιάννουζα και της θρυλικής Λασκαρίνας, της μετέπειτα Μπουμπουλίνας.  Ο πατέρας του χάθηκε πολεμώντας κατά των Αλγερίνων πειρατών (1797) και η Μπουμπουλίνα ξαναπαντρεύτηκε το 1801 τον επίσης σπετσιώτη αλλά και πολύ πλούσιο καραβοκύρη Δημ. Μπούμπουλη. Μα και η δική του τύχη δεν ήταν καλύτερη, γιατί κι αυτός σκοτώθηκε πολεμώντας κατά των Αλγερίνων πειρατών το 1811.

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Ο Γιάννος Γιάννουζας από μικρός ακολούθησε το ναυτικό επάγγελμα και από την αρχή της Επανάστασης τάχτηκε στο πλευρό της μητέρας του Λασκαρίνας. Ο γιος βοηθούσε υπέρμετρα τη μητέρα του στη μεγαλουργό δράση της. Για αρκετό χρονικό διάστημα πολιορκούσε το Ναύπλιο μαζί της, επιβαίνοντας στο ιδιόκτητο καράβι της «Αγαμέμνων».

Όταν πληροφορήθηκε ότι ο Κεχαγιάμπεης με ισχυρό στρατό κατευθύνεται στο Άργος, αφού ήρθε σε συνεννόηση με τους πολιορκητές του Ναυπλίου, Δημήτριο Τσώκρη και τον Κρανιδιώτη Παπαρσένη Κρέστα, στρατοπέδευσε με ένα ολιγομελές σώμα Αργείων και Σπετσιωτών  στα πρόχειρα ταμπούρια που έφτιαξε κοντά στο χείμαρρο Χάραδρο ή Ξεριά, λίγα λεπτά έξω από το Άργος. Τα παλικάρια του Γιάννουζα ήσαν λίγα και απειροπόλεμα, ενώ οι επερχόμενοι κατά του Άργους τουρκαλβανοί του Κεχαγιάμπεη ήταν εμπειροπόλεμοι και τρεισήμισι χιλιάδες περίπου. Παρόλες, όμως, τις λυσσαλέες τους επιθέσεις για να καταλάβουν τα πρόχειρα ταμπούρια του Γιάννουζα, δεν κατόρθωσαν να τα χαλάσουν. Οι απώλειές τους ήταν μεγάλες. Παρόλα αυτά, ένα τμήμα του εχθρού με επικεφαλής τον περιβόητο για την παλικαριά του Βελήμπεη κατόρθωσε να πλησιάσει πολύ κοντά στα ταμπούρια του. Στο αντίκρισμα του Βελήμπεη, ο γιος της Μπουμπουλίνας πετιέται από το χαράκωμά του, του επιτίθεται, τον πληγώνει, τον ρίχνει κάτω από το άλογό του και αρπάζοντάς τον από τα  μαλλιά ετοιμάζεται να του κόψει το κεφάλι, όταν ένα βόλι τουρκαλβανίτικο τον πληγώνει θανάσιμα. Ο θάνατός του εξαγριώνει τους λίγους συντρόφους του και τους κάνει, αψηφώντας το θάνατο, να πεταχτούν όλοι έξω από τα ταμπούρια τους και να επιτεθούν με λύσσα στους Τουρκαλβανούς για να εκδικηθούν το θάνατο του αρχηγού τους. Μα είναι τόσο λίγοι και οι άλλοι τόσοι πολλοί, που σε λίγο το έδαφος στρώνεται από τα κορμιά τους.

Έτσι στον Ξεριά, με το γιο της Μπουμπουλίνας, τον Γιάννο Γιάννουζα, και τα παλικάρια του, γράφτηκε μία από τις πιο λαμπρές σελίδες της ιστορίας του Εικοσιένα, που μοιάζει μ’  εκείνη του Λεωνίδα με τους τριακόσιους στις Θερμοπύλες.

 

Πηγή


  • Ηλίας Ν. Γαλέττας – Μαρίκα Β. Μπουζουμπάρδη, «Σπέτσες, Ιστορία Λαογραφία», τόμος Ά, έκδοση, Ένωση Σπετσιωτών, 2004.

 

Η Μαμή τον χωριού θυμάται και λέει …


 

 Μαρτυρία για τον τοκετό, τη λεχώνα και το νεογέννητο, της κυρά Κατέρως (Αικατερίνης Μουτζούρη συζ. Σταύρου Νάστα) της πρακτικής μαμής του Κιβερίου Αργολίδας, που κατέγραψε το 1988 η Λιλή Καρύμπακα*, τότε που οι επιστήμονες γιατροί ήταν άγνωστοι ή που  δεν αρκούσαν για να καλύψουν τις ανάγκες όλου του πληθυσμού της Ελλάδας.

 

 – Κυρά Κατέρω, ήσουνα εδώ η Μαμή του χωριού, πώς άρχισες;

  Έτσι από γυναίκα που ήτανε ετοιμόγεννη και ο άντρας της ήτανε φτωχός.

–  Δεν χρειάζεται τόλμη;

Τόλμη και πολλή τόλμη. Γιατί έχεις όλες τις ευθύνες απάνω σου και πρέπει να σου κόβει το μυαλό τι πρέπει να κάνεις. Να ‘χεις θάρρος. Να, είχα πρωταρχίσει στη Θύμιενα. Ήρθε η θειά σου η Βάσω και μού   λέει. Εσύ παγαίνεις στις γυναίκες, έλα να την ξεγεννήσεις. Κι αυτή το βαλε στα πόδια. ‘Έτσι έμεινα μοναχιά μου. Και όπως ήτανε το νερό του παιδιού, κάνει μπράφ και μ’ έκανε μούσκεμα. Δε τήραξα να σκουπιστώ, αλλά τήραξα να μαζέψω το παιδί, να κόψω τον αφαλό. Πρώτα έφτιαχνα τον αφαλό του παιδιού και μετά άφηνα το παιδί και περιλάβαινα τη γυναίκα.

Η μαμή του χωριού, η κυρά Κατέρω (Αικατερίνη Μουτζούρη συζ. Σταύρου Νάστα).

– Τί εργαλεία είχες;

Από εργαλεία τίποτα. Να ένα ψαλίδι και μια βελόνα. Το λούρο τον τρυπάγαμε για να ψοφήσει. Έτσι το λέγαμε τότε. Να  ψοφήσει ο λούρος,  για να μην τρέχει αίμα. Ύστερα έβγαζα το ύστερο. Έσφιγγα τη γυναίκα στην κοιλιά και, πάφ , πεταγότανε το ύστερο. Το μάζευα και το άνοιγα σ’ ένα ταψί, του έρρινα νερό για να δω αν βγήκε σωστό ή μην εκόπηκε τίποτα μέσα. Λοιπόν, στην αρχή όλα δεν τά ‘ξερα, αλλά συχνοδουλεύοντας την έμαθα την τέχνη. Έπιανα το ύστερο και το ‘κλεινα όπως ήτανε το παιδί μέσα και έβλεπα ότι δεν λείπει τίποτα και ήμουνα σίγουρη για τη γυναίκα ότι δεν έχει τίποτα μέσα της.

‘Ε, μετά την έπλενα τη γυναίκα. Έβραζα νερό κι έριχνα και λίγο οινόπνευμα και μού ‘ριχνε μια γυναίκα μ’ ένα κατσαρολάκι κι εγώ με μπαμπάκι το καθάριζα από δώ κι από κει, ξέρεις εκεί στο μέρος, στον κόλπο. Και σταμάταγε η ακαθαρσία, το αίμα, και στερνά έβρεχα ένα μπαμπάκι με μαστίχα, πολύ μπαμπάκι, σχεδόν μισό πάκο και της το έβαζα από κάτω. Της έβαζα κι ένα πανί, της έσφιγγα την κοιλιά και στερνά της έβαζα την κυλόττα. Έστρωνα κάτω στο στρώμα, για να μη λερώσει, εφημερίδες ή λαδόκολλες ή νάιλον. Ότι βρισκότανε. Αλλά τα εργαλεία μου ήτανε το ψαλίδι, η βελόνα και η κλωστή από το μπαμπάκι.  Την κλωστή, ξέρεις, εκείνο που σουρώνει από πάνω. Είναι αποστειρωμένο αυτό. Κι έδενα τον αφαλό μ’ εκείνο. Τον αφαλό τον έδενα και μετά τον έκοβα και τον γύριζα έτσι και τον ξανάδενα. Του ‘βαζα λίγο ιώδιο μπροστά, στο κόψιμο. Έδενα και το κεφαλάκι του παιδιού. Το δέναμε τότε το κεφάλι, για να γίνει στρογγυλό. Μετά το φασκιώναμε. Βάζαμε πρώτα τις πάνες. Ένα πανί σταυρωτό στα χέρια και ένα τρίγωνο κάτω . Γυρίζαμε το κάτω πανί κι’ έτσι βρακώναμε το παιδί. Με το άλλο βάζαμε μέσα τα χέρια, το σφίγγαμε και μετά το τυλίγαμε με τη φασκιά. Στα πρώτα η φασκιά, η χωριάτικη που λένε, ήτανε ένα σκοινί και το διπλώνανε μ’ αυτό. Στερνά βγάλανε την πάνινη.

-Πόσα μέτρα ήτανε η φασκιά;

Η φασκιά θα ‘τανε μέτρα, πόσα να σου πω. Πήχες ξέρω. Ίσαμε τέσσερες πέντε πήχες. Το δέναμε λοιπόν όλο το παιδί και τα ποδαράκια του μέσα. Και κοιμότανε ήσυχο. Το κεφαλάκι του παιδιού να καταλάβεις το δέναμε τρεις μέρες για να γίνει στρογγυλό. Κι άμα έβλεπα καμιά φορά από το ζόρι της γυναίκας να είναι μακρουλό το κεφάλι του παιδιού, το ‘κανα έτσι,  γιατί το κεφάλι του παιδιού είναι ζυμωτό σαν ζυμάρι, δηλαδή το ‘σφιγγα λιγάκι κι’ έβρεχα ένα πανάκι με μαστίχα, για να ψηθεί το κεφάλι.

Σε λίγη ώρα ξανάλυνα το παιδί, για να δω τον αφαλό μην τυχόν δεν είναι καλά δεμένο και ματώσει. Και  το ξαναφάσκιωνα. Την τρίτη μέρα το ‘πλενα το παιδί, του ‘κανα το μπανάκι του και του φόραγα τη σκουφίτσα του και την τραχηλίτσα του. Τρεις μέρες πάενα συνέχεια κι’ έπλενα τη γυναίκα δύο φορές την ημέρα. Πρωί και βράδυ. Μετά πάλι πάενα να δω τί κάνουν. Έ, ήτανε καλά. Με καλοδεχόντουσαν σε όλα τα πράγματα. Έ, η πλερωμή μου ήτανε 100, 150 δραχμές. Έ, και δυσκολίες είχα, αλλά κακό δεν έτυχε να πάθω. Πότε ν’ ανεβαίνει το παιδί, πότε να κατεβαίνει, πότε να ‘ρχεται δίπλα. Το  δίπλα που ερχότανε το παιδί, έπιανα στο στόμα μου μαστίχα και μπούχαγα την κοιλιά της γυναίκας απόξω κι έκανε έτσι αυτό και κρύωνε και μαζευότανε, αλλά εγώ τότες έκανα τάκα-τάκα με τα χέρια μου και γύριζε και καθότανε στη θέση του.

Όχι δεν είχα πάθει κακό. Αν έγλεπα ότι ερχόταν ζόρικο τούς έλεγα να πάμε στο γιατρό. Στο ‘Αργος, πάενα στο Θοδωρόπουλο, πάενα στον Ψωμαδάκη κείνα τα χρόνια ή όποιον άλλον ήθελαν. Έβλεπες σήμερα μια γυναίκα είχε πόνους, σήμερα και δεν ήτανε για γέννα. Το ‘βλεπες το παιδί, δεν ήτανε κατεβασμένο. Έ, την άφηνα και πέρναγε μια μέρα δυό και άμα την ξαναπιάνανε οι πόνοι πήγαινα κι έλεγα τώρα είναι για γέννα. Την κοίταγα. Βάζαμε σ’ ένα ποτήρι λάδι και βούταγα το χέρι μου μέσα και το ‘βρισκα το παιδί. Κι’ έβλεπα αν είναι κεφάλι, χέρι, πόδι ή κώλος.  Άμα καλογεννιότανε το παιδί, έκλεγε αμέσως. Άμα είχε δυσκολίες, τρόμαζε να γεννηθεί. Έ, το μπουχάγαμε, το κατουκεφαλιάζαμε, το βαράγαμε και συνερχότανε.

Μια φορά έτυχε να ξεγεννήσω δίδυμα. Την πρώτη φορά που μου έτυχε παραξενεύτηκα να ‘ρχεται κι’ άλλο παιδί από κοντά. Φώναξα τον άντρα της να του το πω, και μου λέει τί μου το λες έμενα, αυτηνής πες το να κάνει κουράγιο να το γεννήσει. Και γεννηθήκανε καλά, αλλά ήτανε λίγο μικρά και τα βάλαμε στα μαλλιά. Ανοίξαμε μαλλί πρόβιο, στρώσαμε ένα πανάκι από μέσα και το βάλαμε απάνω. Διπλώσαμε με το μαλλί όλο το κορμάκι μέχρι το λαιμό. Του βάζαμε σκουφίτσα και με μπαμπάκι και το δέναμε και ήτανε φυλαγμένο, όπως στη φιάλη που το πάνε το παιδί. Δύο τρεις μέρες, έ στερνά έπαιρνε απάνω του. Έτρωγε κι’ έπαιρνε απάνω του. Δεν είχε τύχει ανέσωστο παιδί.  Είχα ξεγεννήσει παιδιά να τους λείπουν μέρες, αλλά δεν έβλεπα να τους λείπει τίποτα.

Άλλη μια φορά είχα ξεγεννήσει ανάποδα. Τα πόδια κάτω και το κεφάλι πίσω. Μόλις ήρθε το παιδί, πολέμαγα, πολέμαγα, δεν μπόραγα. Και πώς μού ‘ρθε, το ρίχνω πάνω στη γυναίκα και φαίνεται άνοιξε η μήτρα και βγήκε το παιδί. Έβαλα τα ποδαράκια του πάνω στη κοιλιά της μητέρας και έτσι ζορίστηκε το παιδί και βγήκε το κεφάλι. Είχα πάρει συγχαρητήρια από τους γιατρούς.

Στη Βελανιδιά μια γυναίκα είχε τρεις μέρες πόνους και τους έλεγα δεν είναι καιρός ακόμα, δεν είναι ώρα να γεννήσει. Τώρα ότι καταλαβαίνετε κάνετε. Να φέρουμε γιατρό. Δεν είναι καιρός, και γιατρό να φέρετε δεν κάθεται να το πιάσει. Όταν κατέβει το παιδί, θα σας πω να τον ειδοποιήσετε. Γιατί ίσαμε κει’ που ήρθε μπορεί να μην το ξεγεννήσω εγώ. Ήρθε η ώρα 12  και τότε κατέβηκε το παιδί . Τους λέω τώρα να πάτε για το γιατρό. Και μου λέει ό άντρας «τέτοια ώρα, πού να πάμε;». Δεν ξέρω, όπου θέτε πάτε. Να βγείτε στο δρόμο, να πιάσετε ένα αυτοκίνητο, να πάτε στους Μύλους, να πάρετε τηλέφωνο το γιατρό και να τον περιμένετε στους Μύλους και να ‘ρθει απάνω. Κι όπως έγινε. Ήρθε ο γιατρός και του λέω, πω-πω γιατρέ, μεγάλη αγωνία. Άκου δω να σου πω, κι’ εμείς έτσι τραβάμε. Ή που λέμε ότι είμαστε γιατροί. Αλλά πάντως και συ συγχαρητήρια. Για να κρατήσεις τρεις μέρες τη γυναίκα και να καταλάβεις ποιά ώρα θα γεννηθεί. Μόλις ήρθε ο γιατρός, το βρήκε έτοιμο. Βέβαια, πολλές φορές είχα αγωνία. Άμα όμως έβλεπα ότι το παιδί ερχότανε καλά, δε μ’ ένοιαζε, έπεφτα δίπλα στη γυναίκα και κοιμόμουνα.

Τις νύχτες ερχόντουσαν και με παίρνανε μ’ ένα φανάρι ή μ’ ένα φακό, γιατί τότε δεν είχε ηλεκτρικό και πώς να ξεγεννήσεις. Ένα βράδυ ήρθε και με πήρε ο άντρας μιας γυναίκας από κείθε πάνω από το Καλαμάκι, πάνω στα μαντριά. Κι ήρθε να με πάρει να ξεγεννήσω τη γυναίκα του. Στο δρόμο που πηγαίναμε του λέω. Τί λες, θα την προλάβουμε; Τί καταλαβαίνεις, του λέω, κόντευε το παιδί; Και μου λέει το παιδί έχει πέσει. Έχει πέσει το παιδί και τώρα με πας; Και τι θα κάνει το παιδί, θα στραγγίσει από τον αφαλό, άμα δεν του δέσεις τον αφαλό, στραγγάει. Δεν έλεγε μια γυναίκα ας το δέσουμε τούτο δώ να μη βγαίνει το αίμα πίσω. Όσο μένει το ύστερο στη γυναίκα, το αίμα στραγγίζει από το παιδί. Του λέω τράβα το μουλάρι και βάρα το. Κι εγώ πήγαινα στο μουλάρι και κείνος από πίσω και πήγα και δεν είχαν ούτε φώς τίποτα για να ιδώ. Είχανε από κείνα τους φουστανελάδες τα πετρελαιολίχναρα και σώθηκε το πετρέλαιο. Και βάνανε πουρνάρια στη φωτιά κι’ αφάνες σ’ ένα τζάκι, τίποτα ούτε τζάκι δεν είχανε, έτσι δεν έγλεπα να μαζέψω τη γυναίκα και το παιδί. Και τους λέω «αν ήξερα έτσι, δε ‘ρχόμουνα». Την  τρεμούλα που πέρασα. Λέω, να μου πάθει κάτι το παιδί, θα πούνε η Νάσταινα το ‘κανε. Μόλις λοιπόν μάζευα τη γυναίκα, τι πρώτα δεν έμπαινε κανένας μέσα εκτός από τη γυναίκα που είχα βοηθό. Μια δυο γυναίκες είχα, γιατί της βαστάγανε τα χέρια, βαστιότανε κείνη, ήθελα το ψαλίδι, ήθελα την κλωστή ν’ αφαλοκόψω το παιδί και μου τα ‘διναν εκείνες. Κι’ όταν τελειώναμε, ερχόταν ο πατέρας, του δίναμε τα συχαρίκια, ασήμωνε το παιδί, πότε ασήμωνε και τις γυναίκες, όποιος είχε ασήμωνε. Όποιος δεν είχε…

Η λεχώνα καθότανε χάμου, δεν έβγαινε έξω. Τύχαινε η λεχώνα να μη βγει έξω οχτώ μέρες. Λέγανε οι παλιοί «τη λεχώνα την είδαν τα βουνά και ραΐσανε».  Γιατί έχει τόση αγωνία περασμένη. Κατάλαβες, την είδαν τα βουνά και ραΐσανε! Μόλις θα ‘βγαινε στην πόρτα η λεχώνα, έπρεπε να κοιτάξει τη Θάλασσα. Πρώτα κι αρχή να κοιτάξει τη θάλασσα, για να της έρθει το γάλα σαν τη θάλασσα. Και δεν το χάνανε ποτές οι γυναίκες το γάλα τους. Μόλις βγαίνανε οι γυναίκες από την πόρτα, επιανόντουσαν από το σίδερο της πόρτας και λέγανε «σιδερένιο το σπίτι μου, σιδερένια κι εγώ» τρεις φορές. Και στερνά, κοιτάγανε τη θάλασσα, και  λέγανε «το γάλα μου σαν τη θάλασσα». Τα παιδιά μέχρι που πήγαιναν δύο χρονών τα θηλάζανε. Δεν τρώγανε τίποτε άλλο, μόνο γάλα. Δε βάνανε μπρίκι στη φωτιά. Έ, κάνα χαμομηλάκι. Άμα έκλεγε το παιδί, το ποτίζαμε σκατζοροχολή, τη χολή από το σκαντζόχοιρο. Μια ψιχούλα, ίσαμε το κεφαλάκι της καρφίτσας. Το λιώναμε σε λίγο γάλα από το στήθος και του το δίναμε και το ‘πινε και ηρέμιζε το παιδί και δεν έκλεγε πια. Τώρα δεν τα κάνουνε πια αυτά. Το ποτίζανε σκινόχορτο, πικρό, από τα σκίνα που γίνεται απάνω που πλέκει. Το βάζαμε και ξενέριζε και του δίναμε μια κουταλίτσα το πρωί και μια το βράδυ. Αυτό το βάσταγε να μην κλαίει. Όπως λέμε το κόβει η κοιλίτσα του. Τότες το ποτίζαμε από κείνο και κοιμότανε ήσυχο. Δεν πόναγε. Φαίνεται αυτό ήτανε ναρκωτικό, ξέρω τί ήτανε;  Έτσι το βρήκαμε, έτσι το κάναμε.

Οι γυναίκες, όταν πηγαίνανε στο χωράφι, το παιδί το παίρνανε μαζί τους. Το βάζανε στη νάκα, το κόβανε στην πλάτη, κι’ εκεί, αν τύχαινε κάνα δέντρο, έβαζε μια τριχιά και το κρέμαγε από το δέντρο. Ειδεμή, χάμω. Και στερνά, κει που καθότανε να ξαποστάσει, θήλαζε και το παιδί… Κουρασμένο γάλα, ξέρω ‘γώ.  Μια φορά ήτανε πιο ζωηρά τα παιδιά τότες και πιο γερά από τώρα. Ας τρέχανε και στα χωράφια.

Αν δεν σαράνταγε η γυναίκα, δεν πάενε στα χωράφια. ‘Έπρεπε να σαραντίσει, να τη διαβάσει ο παπάς. Ούτε σε ξένο σπίτι πάταγε. Να πάει στη γειτόνισσα ,όχι. Δεν έχεις ακούσει που λένε καμιά φορά, τι,είσαι ασαράντηyη και δεν έρχεσαι μέσα; ‘Όταν σαράνταγε,  πάενε στον παπά με το παιδί κι’ αφού έπαιρνε την ευχή, πάενε όπου ήθελε.

– Έχω ακούσει ότι πολλές γυναίκες έχουν γεννήσει στα χωράφια μόνες τους.

 Ναι, έτσι είναι. Έτυχε μια που πάενε στα Βέρβενα περπατώντας και την έπιασαν οι πόνοι κι’ έκατσε χάμω και το ‘κανε. Το μάζεψε μια γριά και το ‘δεσε με μια κλωστή, τότε σούρνανε και σουγιάδες απάνω τους, σούρνανε και κλωστές και βελόνες, είχανε απ’ όλα οι γριές. Το αφαλοκόψανε, το τυλίξανε με τη φουστάνα της, τη βάλανε πάνω στο μουλάρι και την πήγανε στο σπίτι. Κι’ άλλη μια πήγε στο μύλο ν’ αλέσει και γέννησε. Την έπιασε ο μυλωνάς και τη μάζεψε και την έβαλε καβάλα κι’ έφυγε να πάει στο χωριό της και το παιδί το ‘χε διπλωμένο στην ποδιά της. Καβάλα στο μουλάρι και το παιδί διπλωμένο. Πού τώρα τέτοιες γυναίκες. Θυμάμαι τότες που λέγανε γέννησε η Μούντραινα και πάει το παιδί στην ποδιά. Πάντως παιδευόντουσαν οι γυναίκες τότε. Τώρα δεν αντέχουνε. Ελέπτυναν. Τους έλεγα, όταν έρχεται ο πόνος, να κάνουν αυτή την αναπνοή, να βγαίνει ο πόνος απάνω και το παιδί να κατεβαίνει κάτου. Αυτό μου το ‘χε πει γιατρός, όχι ότι το ‘ξερα. Γιατί πολλοί γιατροί με είχανε ορμηνέψει. Τώρα δεν έχουνε αντοχή. Εδώ πάει η φωνή σύννεφο. Και τότες φωνάζανε, αλλά εγώ τους έβαζα φωνή κι ακούγανε. Γιατί η φωνή δεν είναι να βοηθήσει, είναι να σφιχτείς να κατέβει το παιδί. Τότες ήμουν και πιο νέα, πιο θαρραλέα…

– Τώρα άμα σου τύχει καμιά γέννα θα πάς;

Να, πέρσι δεν ξεγέννησα του Νίκου τη γυναίκα;

– Πόσο χρονών είσαι;

Εγώ είμαι 78. Δεν πρόλαβε να πάει στο γιατρό, κοιμόμουν και με φωνάξανε. «Θειά Κατέρω, θεια Κατέρω, έλα, γιατί το παιδί πέφτει και δεν ξέρουμε καμιά». Και πουλάλα εγώ και φούσκωσα. «Άντε θεια, γρήγορα». «Έ ,μπορώ να ‘ρθω και πιο γρήγορα;»  Επήγα εκεί και δεν πρόλαβα ούτε τα χέρια μου να περάσω με οινόπνευμα. Αμέσως εβούτηξα το παιδί, κοριτσάκι ήτανε, το ‘πιασα, το ξεγέννησα, έφτιαξα και τη γυναίκα και λέω στον άντρα της να πας να φέρεις τη  μαμή, ξέρεις αύτη  ήτανε σπουδαγμένη, εγώ δεν ξέρω ελέπτυνε η  πλάση. Και  ήρθε η  μαμή και μου  έδωσε συγχαρητήρια για το ωραίο φτιάξιμο που έκανα στη λεχώνα.

Και τώρα να μου τύχει κάτι, θα το πιάσω, αλλά δεν έχω από κείνες τις γυναίκες, που είχανε υπομονή.  Δεν μπορώ, δεν είναι και αντοχής. Δεν βοηθάνε. Τώρα τηράνε να τους το βγάνει ο γιατρός. Όλο πονάω… Έ, θα πονέσεις, για να βγάλεις το παιδί. Τανήσου, να το βγάλεις.

– Έτυχε να ξεγεννήσεις καμιά γυναίκα πάνω σε τρίποδο, στο σκαμνί που λένε;

Όχι. Η μαμή που με ξεγέννησε, με ξεγέννησε στο σκαμνί. Αυτό ήτανε ένα τρίγωνο ξύλινο και τα ντύνανε με πανιά και καθότανε απάνου η γυναίκα, ούτε σκεπαζότανε. Η μαμή δεν έβλεπε τίποτα. Έβαζε τα χέρια της από κάτω κι έπιανε το παιδί. Εγένναγαν πιο ελαφρά έτσι από τα ίσια που πέφτουνε. Ήτανε πιο καλά, καθότανε και το βάρος πήγαινε κάτω. Ενώ, άμα κάθεσαι στα ίσια, το παιδί είναι απλωμένο. Όμως στο σκαμνό που καθόσουνα έσπρωχνες κάτω εσύ, έσπρωχνε και το παιδί και έβγαινε. ‘Έβγαινε πιο καλά. Στερνά το καταργήσανε τα σκαμνί και γένναγαν στα ίσια τους οι γυναίκες. Πριν ν’ αρχίσει η γέννα, σου φέρνανε ένα πιάτο λάδι και μόλις βούταγε η μαμή τα χέρια της έλεγε. «Όπως γλιστράει  το λάδι, να γλιστράει και το παιδί της γυναίκας» εκεί στο μέρος στη γέννα και μετά συνέχιζε. Κι’ όταν κόντευε να γεννηθεί το παιδί, πάλι της έβαζε λάδι.  Κι’ ερχότανε το παιδί, φράπ, κι’ έπεφτε αμέσως.

– Γιατί τα κορίτσια δεν τα θέλανε τότε;

Δεν τα θέλανε, γιατί θέλανε προίκες. Φτιάνανε προικιά. Βελέντζες, σαϊσματα, κουβέρτες,  κιλίμια, αλατζάδες, τέτοιες προίκες. Πάντως το κορίτσι είναι βαρύσκιωτο. Δεν το θέλουνε δηλαδή.  Όχι και τότες, και τώρα δε το θέλουνε. Αλλά δεν το νομίζω, γιατί το ξεχωρίζουνε, αφού παιδί είναι και το κορίτσι, όπως είναι το αγόρι, είναι και το κορίτσι. Γεννήθηκε αγόρι, ο βασιλιάς γεννήθηκε. Χορεύανε, ρίχνανε και τα τουφέκια. Ενώ, άμα γεννιότανε κορίτσι, δε μίλαγε κανένας μπίτι. Μια φορά ο άντρας μιανής, όταν άκουσε ότι ήτανε κορίτσι, σηκώθηκε κι έφυγε. Του φώναζα εγώ να ‘ρθει πίσω, γιατί  δεν είχα και  πολλές γυναίκες να με βοηθήσουν, μια γυναίκα είχα μόνο. Του λέω «η γυναίκα άμα μείνει έγκυος ή κορίτσι θα κάνει ή αγόρι. Αφού έτυχε ο Θεός να το κάνει κορίτσι…» και μου λέει «έπρεπε να ‘ναι κείνος Στυλιανός και εγώ Θεός». Έ, άκουγες και κουταμάρες.

– Τί γιατροσόφια κάνατε στα παιδιά;

Εμείς δεν ηξέραμε το γιατρό. Εγώ τα παιδιά μου μεγαλώσανε, στο γιατρό δεν τα πήγα. Τους έκανα κείνο, τα άλλο, το ‘τριβα με ξυγκάκι. Το ‘τριβα στο λαιμούλι τους, γιατί κάνανε και τότες στο λαιμό τους αμυγδαλές που λέμε τώρα. Και μόλις το ‘τριβα με κείνο, το έδενα μ’ ένα πανάκι και το πρωί δεν είχε τίποτα. Ενώ τώρα δεν τα κάνουνε. Τώρα όλο με τα φάρμακα. Τότες τα χαρακώναμε στην πλατούλα για το αίμα. Έπρεπε να του πάρεις αίμα από δώ κι από κει και ησύχαζε το παιδί. Τρεις χαρακιές από τη μια, τρεις από την άλλη και μετά του βάναμε λίγο λαδάκι απάνω, βάναμε ένα πανάκι καθαρό και μετά το δέναμε. Κάθε οκτώ μέρες τα χαρακώναμε όσο ήτανε μικρά. Αλλά τότες που έγινε ενός χρονού κι’ απάνω, στους δύο μήνες, στους τρεις και τ’ αερώναμε. Και του Αγίου Κωνσταντίνου ήτανε καλή λέει μέρα για του Σταυρού. Δύο χαραξίτσες όλα τα παιδιά μέχρι δέκα χρονών και δώδεκα. Παλιότερα τα χαρακώνανε στις γάμπες. Εμένα μ’ έχουνε χαρακώσει στις γάμπες. Χαρακώνανε το κορμάκι του, τις γάμπες και πίσω δω στα κωλομάγουλα.

Το κεφαλάκι του το μπουχάγαμε με μαστίχα και μετά του ρίχναμε κι αλάτι ψιλό και το δέναμε, για να ψηθεί… Τον αφαλό τον προστατεύαμε για πολύ καιρό. Μερικά δεν πρόφταιναν να σαραντίσουν κι έκλεινε το αφαλό. Μερικά τον είχανε ενός χρόνου κι’ ακόμα. Τους βάζαμε και ένα φυλαχτό. Κάναμε ένα χαϊμαλάκι.  Βάζανε  ένα σπυράκι λιβάνι, λιγάκι σκόρδο, λιγάκι κάρβουνο από τη φωτιά και σταυρολούλουδα από τον επιτάφιο, τα ράβανε και το βάζανε στο παιδί. Τους  βάζανε κι’ ένα σταυρό, λιόκρινο τον λέγανε το σταυρό, σαν ξύλο ήτανε, το πουλάγανε. Μ’ αυτό το σταυρό τήραγαν και το μάτι. Τον βάζαμε μέσα στο νερό και άμα είχε μάτι, πέταγε φουσκάλες απάνω ο σταυρός. Κι’ άμα είχε μάτι, το σταυρώναμε με κείνο το σταυρό και λέγαμε «Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά». Του βάζαμε ακόμη μια γουρουνίτσα, ένα κοχύλι της Θάλασσας μαζί με μια χάντρα μπλε, θαλασσιά, το κρεμάγαμε μ’ ένα σκοινί στο λαιμό του παιδιού για το μάτι, γιατί αυτή η γουρουνίτσα έχει μπροστά ένα μαύρο μάτι τόσο δα, τρομάζεις να το βρεις, κι’ αυτό δεν το βρίσκεις εύκολα. Τώρα δεν τα παραδέχονται αυτά. Τώρα ούτε πικρά τα ποτίζουνε ούτε τίποτα. Με το τίποτε, στο γιατρό.

Όσο για το νονό, αυτός ερχότανε μετά από δεκαπέντε μέρες, γιατί έπρεπε να το ασημώσει.  Λεφτά, γλυκά, καμιά μπουκάλα κρασί ήτανε τα κεράσματα του παιδιού. Στα βαφτίσια πάενα κι εγώ και βοηθούσα. Τότε δεν είχανε μπομπονιέρες. Είχανε γλυκό στο σπίτι.  Όσοι ήτανε στην εκκλησία, περνάγανε από το σπίτι και παίρνανε ένα γλυκό. Κυδώνι ή ότι άλλο. Ο νονός μες στην εκκλησία έδινε σε όλους λεφτά. Έδινε στη μαμή, στη νεωκόρα, στον παππά, στον ψάλτη και άφηνε και στην εκκλησία. Στους  υπόλοιπους είχε κάνει λεφτά λιανά, γαζέτες που τα λέμε, και τα ‘παιρνε στη χούφτα του, τα πέταγε κι’ όποιος προλάβαινε έπαιρνε. Δεκάρες τότε, τι να πετάξει. Ελέγανε τώρα θα πετάξει ο νουνός, τώρα θα πετάξει λεφτά. Μαρτυρικά δεν είχαμε. Μαρτυρικά λέγαμε τώρα θα μαρτυρήσω το όνομα και, για να μην το μαρτυρήσεις, δίνανε ένα δίφραγκο, φράγκο, για να μη μαρτυρήσει.  Τα φλουράκια, όχι δεν τα ξέραμε. Ο νουνός που το βάφτισε έπρεπε να στεφανώσει κιόλα.  Στα βαφτίσια έπαιρνες ένα λαδόπανο, μια σκουφίτσα και το πουκαμισάκι του παιδιού, τίποτε άλλο.  Μετά, άμα πέρναγε ένας μήνας, ο νουνός έπαιρνε ένα κουστουμάκι. Τα πρώτα τα λέγαμε λαδικά. Και του Χριστού ή του Αγιο- Βασιλειού του πήγαινε το κουστούμι το καλό και τη λαμπάδα του, αν ήτανε Πάσχα.  Λέγανε θα ‘ρθει ο νονός να φέρει τα βαφτιστικά. Τα λέγανε Φωτήκια.  Τα δεύτερα τα λέγανε λαδίκια.  Αυτές ήταν οι δουλειές μας.  Άλλα εθίματα τότες. Έχω πεντακόσια παιδιά πιασμένα μέχρι που τα μέτραγα. Τι να πρωτοθυμηθώ…

– Κυρά Κατέρω, θυμάσαι κανένα γεγονός που να σε στενοχώρησε ιδιαίτερα;

Θυμάμαι μια γυναίκα που είχε δύσκολη γέννα, γιατί το παιδί φαινότανε μεγάλο και τους είπα να την πάνε στο γιατρό. Αφού την πήγανε, ο γιατρός τους είπε να της κάνουνε καισαρική, για να το πάρουνε το παιδί, και οι δικοί της δε θέλανε. Γιατί τότε το θεωρούσανε κακό. «Γιατί, δεν είναι άξια να το γεννήσει;  Όχι καισαρική». Την άφησαν τη γυναίκα και το παιδί έβγαλε πρώτα το χεράκι του. Τίποτα άλλο. Το βγάλανε ένα – ένα κομματάκι. Παραλίγο να πάθει και η γυναίκα. Άλλη μία πάλι, που τα γένναγε πεθαμένα; Τρία παιδιά είχε γεννήσει, όλα την ίδια τύχη είχανε. Πολύ με στενοχώρησε αυτή η γυναίκα, γιατί τους έλεγα να την πάνε στην Αθήνα στο γιατρό.  Αλλά οι δικοί της τίποτα. Ήτανε ντροπή να μην μπορεί να γεννήσει ένα σωστό παιδί.

Και η Κυρα – Κατέρω η Νάσταινα, η μαμή του χωριού, που είχε ξεγεννήσει πάνω από πεντακόσια παιδιά, άρχισε να μουρμουρίζει ένα νανούρισμα:

«Νάνι – νάνι να μου κάνει

κι όπου το πονεί να γιάνει….

Νάνι – νάνι το μωρό

κι εγώ θα κάνω ότι μπορώ…»

 

Όπως μου τα εξιστόρησε η Κυρά Κατέρω η Νάσταινα, η μαμή.

Κυβέρι, Σεπτέμβρης 1988

Λιλή Καρύμπακα

* Η Λιλή Καρύμπακα γεννήθηκε στην Πάτρα, είναι πτυχιούχος της σχολής ξεναγών, εργάστηκε στο δημόσιο και έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές. Είναι αδελφή της Γλύπτριας και Ζωγράφου Αργυρώς Καρύμπακα, και κόρη της οικογένειας του Ανδρέα Καρύμπακα από την Κυνουρία και της Χρυσούλας Καρκαλάτου από το Κιβέρι. Οργάνωσε στο Κιβέρι το 1990 σε συνεργασία με το Χορευτικό Όμιλο Κιβερίου μια εξαιρετική έκθεση με τίτλο «Αναμνηστικά», στην οποία παρουσίασαν παλιές φωτογραφίες, διάφορα έγγραφα και παλιά αντικείμενα, που τους παραχώρησαν οι κάτοικοι του χωριού. Ακολούθησε το 2001 η «Γιορτή του Μάη» με οργάνωση έκθεσης με γλάστρες ανθισμένες, στεφάνια, ανθοδέσμες και παιδικά σχέδια των μαθητών του δημοτικού σχολείου Κιβερίου. Οργάνωσε επίσης σε συνεργασία με τη γνωστή στην Αργολίδα δημοσιογράφο και συγγραφέα Μιμή Φυρογένη παράσταση παιδικού θεάτρου για τα παιδιά του σχολείου, η οποία παίχτηκε στο χωριό και παρουσιάστηκε στο 1ο φεστιβάλ παιδικού θεάτρου Άργους.