Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Γιώργος ΣτείρηςΤο Πανεπιστήμιο αλλιώς – Γιώργος Στείρης, Επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» σημείωση του κυρίου Γεωργίου Στείρη, Επίκουρου Καθηγητή Φιλοσοφίας των Μέσων Χρόνων και της Αναγέννησης στη Δύση,Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής, Ψυχολογίας, Φιλοσοφική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, με θέμα:

 * «Το Πανεπιστήμιο αλλιώς».

 

Κάθε χρόνο, στα τέλη του Σεπτέμβρη, χιλιάδες νέοι περνούν τις πόρτες των πανεπιστημίων μας με ανάμεικτα αισθήματα. Από την μια ενθουσιασμός και προσδοκίες: αλλάζουν φάση ζωής, έχουν απαλλαγεί από το βασανιστικό Λύκειο, κάνουν όνειρα για το μέλλον, επιδιώκουν την επιστήμη. Από την άλλη προβληματισμός και απογοήτευση: μέτρια έως κακή φήμη του ελλαδικού πανεπιστημίου, προβληματικές υποδομές, ελλείψεις σε όλα τα επίπεδα, αβεβαιότητα για την αξία της σπουδής.

Τα πανεπιστήμια μας αντιμετωπίζουν πάμπολλα προβλήματα και χαρακτηρίζονται από πληθώρα αδυναμιών. Τα περισσότερα είναι γνωστά και πολυσυζητημένα, έχουν αναλυθεί εκτενέστατα οι αιτίες τους και έχουν προταθεί πολυσχιδείς λύσεις, πάντοτε με γνώμονα τις εμπειρίες και την πολιτική θέση του καθενός. Παρά ταύτα, ελάχιστα έχουν γίνει για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση, με ευθύνη τόσο της πολιτείας όσο και της ακαδημαϊκής κοινότητας. Δεν σκοπεύω όμως να ασχοληθώ με όλα αυτά, αλλά με κάποιες όψεις του ελλαδικού πανεπιστημίου που θεωρώ ότι δεν έχουν συζητηθεί επαρκώς, συσκοτισμένες από τις διεθνείς αξιολογήσεις των ΑΕΙ που φιλοξενούνται τακτικότατα στα μέσα ενημέρωσης προκαλώντας πηχυαίους τίτλους.

 

Είναι συνεπώς αδύνατον να μιλάμε για πανεπιστήμια σε χώρες που δεν υπάρχει δημοκρατία, άρα ελευθερία γνώμης και δράσης των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας.

 

Το πανεπιστήμιο στην Ελλάδα είναι ένα πραγματικά ελεύθερο πανεπιστήμιο, παρότι κάποιες φορές γίνεται κατάχρηση αυτής της ελευθερίας. Καθηγητές και φοιτητές εκφράζουν ελεύθερα την γνώμη τους, συνδιαλέγονται, αντιπαρατίθενται, στρέφουν την έρευνά τους σε κατευθύνσεις που τους ενδιαφέρουν. Η πανεπιστημιακή κοινότητα δεν είναι αποκομμένη από την ευρύτερη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, ελλαδική και διεθνή. Παράγει λόγο, ο οποίος συχνά διεμβολίζει την κοινωνία και ενισχύει τον δημόσιο διάλογο, ασχέτως του αν συμφωνεί ή διαφωνεί κάποιος με το περιεχόμενο του λόγου αυτού. Επίσης, το πανεπιστήμιο είναι ανοικτό σε νέα ρεύματα και τάσεις, φιλόξενο προς την κοινωνία και τις ανησυχίες της. Είναι συνεπώς αδύνατον να μιλάμε για πανεπιστήμια σε χώρες που δεν υπάρχει δημοκρατία, άρα ελευθερία γνώμης και δράσης των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας. Εξίσου σημαντική είναι η στοχοπροσήλωση της ακαδημαϊκής κοινότητας, με ελαχιστότατες εξαιρέσεις, στον ανθρωπισμό, στην προαγωγή του ανθρώπου ως σκοπού κάθε δραστηριότητας.

Μεγάλη μερίδα όμως της κοινής γνώμης ασχολείται μόνο με τα πορίσματα των διεθνών αξιολογήσεων των πανεπιστημίων και καταλήγει σε αφοριστικά συμπεράσματα για τα ελλαδικά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, παραβλέποντας το γεγονός ότι αρκετά από τα υψηλής αξιολόγησης πανεπιστήμια λειτουργούν σε χώρες που δεν υπάρχει δημοκρατία. Επίσης, σε άλλες περιπτώσεις αξιολογούνται θετικότατα ιδρύματα, έστω σε δημοκρατούμενα κράτη, στο οποία η έρευνα και η διδασκαλία καθορίζονται από εξωακαδημαϊκούς παράγοντες και η ακαδημαϊκότητα έχει τεθεί «εντός αγκυλών».

 

Το πανεπιστήμιο στην Ελλάδα είναι ένα πραγματικά ελεύθερο πανεπιστήμιο, παρότι κάποιες φορές γίνεται κατάχρηση αυτής της ελευθερίας.

 

Το πανεπιστήμιο, με την πλήρη έννοια του όρου, οφείλει να είναι και να παραμείνει απροϋπόθετο. Είναι μια πολυτέλεια για την κοινωνία και την πολιτεία, καθώς συστάθηκε εξαρχής για να προκαλεί ανατροπές και να εξασφαλίζει την πρόοδο του ανθρώπου, όχι μια απλή γραμμική εξέλιξη. Είναι συνεπώς αδύνατον να μιλάμε για πανεπιστήμια σε χώρες που δεν υπάρχει δημοκρατία, άρα ελευθερία γνώμης και δράσης των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας. Επιπλέον, δεν είναι πανεπιστήμια κατ’ ουσία αυτά που ετεροκαθορίζονται οικεία βουλήσει. Ο καθένας μπορεί να ονομάσει όπως επιθυμεί τα ιδρύματα αυτά, πανεπιστήμια όμως δεν αξίζουν να λέγονται, όσο ψηλά και αν κατατάσσονται στις αξιολογήσεις, όσο και αν προσφέρουν άψογες υποδομές. Δεν είναι τίποτα περισσότερο από περικαλλείς τάφοι του πνεύματος και του ανθρωπισμού.

Άλλη μια αισιόδοξη όψη των ελλαδικών πανεπιστημίων είναι η σύζευξη επιστημονικότητας και εγκυκλοπαιδισμού. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα, από το δημοτικό ήδη, είναι εξαιρετικά απαιτητικό από τον μαθητή, βάναυσο ίσως. Τα παιδιά αντιμετωπίζουν τεράστιο όγκο ύλης, αναντίστοιχο συχνά της ηλικίας τους. Η κατάσταση επιτείνεται στην μέση εκπαίδευση, με αποτέλεσμα οι πολύ καλοί και άριστοι μαθητές, αυτοί δηλαδή που καταφέρνουν να ανταποκριθούν πλήρως, να κατακτούν υψηλότατο επίπεδο γνώσεων (όχι δεξιοτήτων), υπέρτερο εκείνου των μαθητών των περισσοτέρων προηγμένων περιοχών του πλανήτη. Το πανεπιστήμιο στην Ελλάδα είναι ένα πραγματικά ελεύθερο πανεπιστήμιο, παρότι κάποιες φορές γίνεται κατάχρηση αυτής της ελευθερίας.

Επιπλέον, τα παιδιά μας έχουν αφιερώσει άπειρες ώρες εξωσχολικής μελέτης για την εξειδίκευση και διεύρυνση της παιδείας τουςΤα πανεπιστήμια συνεχίζουν στον ίδιο ρυθμό, με τεράστια σε όγκο και εύρος προγράμματα σπουδών, τα οποία εξασφαλίζουν στους πολύ καλούς και άριστους φοιτητές γνωστική υπεροχή έναντι των ομηλίκων τους στον αναπτυγμένο κόσμο. Αρκεί να συγκρίνει κανείς το πρόγραμμα σπουδών του ΕΜΠ ή της Ιατρικής Σχολής Αθηνών με ομοταγή ιδρύματα του εξωτερικού. Αυτή είναι και η απλή εξήγηση της διάκρισης των πολύ καλών και αρίστων φοιτητών μας, όταν αυτοί αποφασίζουν να συνεχίσουν τις σπουδές τους στην αλλοδαπή, ακόμα και στα πλέον φημισμένα πανεπιστήμια.

Δεν είμαστε έξυπνος λαός, όπως αυτάρεσκα βαυκαλιζόμαστε. Απλούστατα, οι φοιτητές μας εκπαιδεύονται καλά ώστε να διαθέτουν εύρος γνώσης και προσωπικότητας. Όσοι καταφέρνουν να ανταποκριθούν στην πίεση του ελλαδικού εκπαιδευτικού συστήματος και συμπληρώσουν τις επιστημονικές τους ελλείψεις σε θέματα κυρίως μεθόδου και έρευνας, απέχουν παρασάγγας σε γνωστικό επίπεδο από τους πτυχιούχους άλλων χωρών. Αυτές οι βάσεις είναι η αρχή της διεθνούς τους επιτυχίας.

Οι πτυχιούχοι μας διαθέτουν σημαντική εγκύκλια παιδεία και μπορούν να ανταποκριθούν αρκετά καλά σε πολλές πλευρές της ζωής, δεν είναι μονοσήμαντες προσωπικότητες και απόλυτα εξειδικευμένοι νόες. Παρά την υστέρηση σε όλους σχεδόν τους ποσοτικοποιημένους αξιολογικούς δείκτες, τα ελληνικά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα εξακολουθούν να επιδιώκουν την δημιουργία καθολικών ανθρώπων, επιμένουν στο σημαντικότερο πρόταγμα του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Χωρίς να παραγνωρίζω και να αρνούμαι τα πάμπολλα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα ελλαδικά πανεπιστήμια, όσα μπορεί να σκεφθεί και να καταλογραφήσει κάποιος, θεωρώ ότι οι φοιτητές μας και η ευρύτερη κοινωνία δεν πρέπει να παραγνωρίζουν τις δύο όψεις που προανέφερα. Μένει να παλέψουμε για να διορθώσουμε τις ελλείψεις και να θεραπεύσουμε τις πολλές ανεπάρκειες μας. Δεν πρέπει να αρκεστούμε στο ό,τι έχουμε, σε καμιά περίπτωση.

 

Γιώργος Στείρης

Επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

* Τα άρθρο φιλοξενείται και στο Huffpost Greece, 20 Οκτωβρίου 2015.

 

Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης και η Ελληνική Επανάσταση, Κατερίνα Γαρδίκα, «Μνήμων», τόμος 1ος (1971), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού


 

 

Αναστάσιος Πολυζωίδης

Αναστάσιος Πολυζωίδης

Η βιογράφηση της πρώτης φάσεως της ζωής του Αναστασίου Πολυζωίδη έχει περιορισμένη ιστορική αξία αν τον αντιμετωπίσωμε σαν δημόσιο άνδρα· αν έχει κάποια σπουδαιότητα είναι σαν περιγραφή μιας προσωπικότητος, που αργότερα θα αναδειχθή σημαντική για την ακεραιότητα και το σθένος της. Περισσότερο από ό,τι στη δη­μόσια δράση του, που έχει για τον ίδιο χαρακτήρα παραπληρωματικό και επουσιώδη, πρέπει να δοθεί έμφαση στον Πολυζωίδη σαν ιδιώτη και σαν μαθητή, που μάλιστα μας παρέχει ενδείξεις της ψυχοσυνθέσεως και της νοημοσύνης του μέσα από δικά του κείμενα.

Γεννήθηκε στο Μελένικο της Μακεδονίας στις 20 Φεβρουαρίου 1802 από εύπορους γονείς, άρχοντες του τόπου· ευνοήθηκε στην εκπαίδευσή του, στην οποία πρέπει να έδωσαν μεγάλη σημασία οι γονείς του. Για τον πρώτο του δάσκαλο Αδάμ Ζαπέκο από το Μέ­τσοβο, μαθητή του Δημ. Βαρδάκα, φίλο και συμμαθητή του Νεοφύ­του Δούκα, εκφράζεται επαινετικά στα «Νεοελληνικά» του. Από τον οικοδιδάσκαλό του Χριστόφορο Φιλητά από τα Ιωάννινα, μα­θητή του Ψαλίδα, επήρε μαθήματα λατινικών, γεωγραφίας και ιστορίας. Τέλος, δάσκαλός του ήταν και ο Κων. Μινωίδης Μηνάς.

Δέκα έξη ετών, δηλαδή το 1818, χάνει τον πατέρα του και φεύ­γει για να σπουδάσει στη Βιέννη. Ο Μανασίδης τον εμφανίζει να μαθαίνει γερμανικά επί ένα χρόνο και συγχρόνως να σπουδάζει στο Πανε­πιστήμιο, όπου οι διαλέξεις δίνονται στα λατινικά. Δεδομένου όμως ότι το πρώτο του δημοσίευμα στο «Λόγιο Ερμή», μετάφραση από κεί­μενο γερμανικό, φέρει ημερομηνία 22 Μαρτίου 1818 εν Βιέννη, μπο­ρούμε να συμπεράνωμε ότι δεν είχε δυσκολίες με τη γλώσσα.

Οι συνεργασίες του στο «Λόγιο Ερμή» του 1818 δημοσιεύονται στο τμήμα της Φυσικής και είναι σειρά μεταφράσεων με θέμα το ζωικό μαγνητισμό και τη θεραπευτική του αξία. Η θεωρία του ζωικού μα­γνητισμού είχε ευρεία διάδοση, όπως φαίνεται, στην ιατρική σκέψη της εποχής στη Γερμανία και τη Γαλλία. Το θέμα αυτό παρουσιάζε­ται σαν φυσικοφιλοσοφική θεωρία με εφαρμογή στην ιατρική, ο δε Πολυζωίδης, φοιτητής στα 16 του χρόνια, είναι θερμός υποστηρικτής της. Πιστεύει δε ότι, δημοσιεύοντας τις μεταφράσεις του, βοηθεί τους ομογενείς του στην πρόοδο, που προσπαθούν να επιτελέσουν με τη βοήθεια του ορθού λόγου. Είναι φανερός ο ενθουσιασμός ενός πνεύ­ματος, που καταπιάνεται με κάτι νέο. Αλλά δεν παύει από το να υπενθυμίζει στους αναγνώστες του ότι η δουλειά του δεν έχει την απαραίτητη συνέπεια γιατί είναι πάρεργο στις «περί το έργον τον ασχο­λίες», δηλαδή στις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο.

Στη Βιέννη μένει σχεδόν δύο χρόνια και από εκεί πηγαίνει στο Göttingen μαζί με τον Μαύρο, τον Θεόκλητο Φαρμακίδη, τον Ασώπιο και άλλους στα τέλη του 1819, όπου βρίσκουν τον Γ. Ψύλλα, που έχει έλθει από την Ιένα ήδη από τις αρχές του φθινοπώρου.

Από το Göttingen ο Πολυζωίδης εξακολουθεί να στέλνει συνεργα­σίες στο «Λόγιο Ερμή», αυτή τη φορά με περιεχόμενο ιστορικό και φιλοσοφικό. Μαζί με τον Μαύρο φεύγει και εγκαθίσταται στο Βερολίνο το χειμώνα του 1820/21, στις αρχές του χειμερινού εξαμήνου.

Για τη φύση των σπουδών του έχομε πληροφορίες από τον ίδιο. Τον Ιούνιο του 1824 ζητεί από τον Γ. Κουντουριώτη διευκολύνσεις για να πάει στο Παρίσι και να «εξακολουθήση των πολιτικών μαθημάτων την σπουδήν» του, δηλαδή να συνεχίσει σειρά μαθημάτων, που είχε αρχίσει στη Γερμανία. Σε γράμμα πάλι προς τον Γ. Κουντουριώτη τον Οκτώβριο του 1826 γράφει σαφώς για τη φάση αυτή των σπουδών του:

 

«Αφού τετραετίαν ολόκληρον ενησχολήθην εις την σπουδήν των ιατρικών μαθημάτων, αναγκασθείς να διακόψω αυτήν προς καιρόν δια να εκπληρώσω μεγαλύτερα προς την κατά της τυραννίας εγερθείσαν πατρίδα μου χρέη, στοχάζομαι ότι είναι καιρός να επιστρέψω εις το πρώτον μου έργον, καθ’ όσον η εις την Ελλάδα περαιτέρω διατριβή μου είναι πάντη περιττή και δύω χρόνων ακόμη εις την ιατρικήν τέχνην ενασχόλησις ημπορεί να με καταστήση ικανόν δια να φανώ ωφελιμότερος, παρ’ ό,τι είμαι τώρα, εις το έθνος μου».

 

Οι δύο αυτές πληροφορίες δεν είναι αντιφατικές, διότι μπορεί να συνδυάσει στις σπουδές του την ιατρική και την πολιτική, με μεγαλύτερη έμφαση στην ιατρική. Άλλωστε τα άρθρα του στο «Λόγιο Ερμή» του 1818 δείχνουν ότι ασχολείται με την ιατρική, ενώ το επεισόδιο με τον Ψύλλα μας φανερώνει την ενασχόλησή του με τα αρχαία γράμματα, και η δεύτερη σειρά μεταφράσεων στο «Λόγιο Ερμή» αποκαλύπτει την εξοικείωσή του και συνάφειά του με φιλοσοφικές θεωρίες και με την ιστορία, σχέσεις πιθανές μια που ασχολείται με την πολιτική. Γενικές και διαφωτιστικές πληροφορίες για τις σπουδές των Ελλήνων στο εξωτερικό δίνει ο Σ. Τρικούπης στην ιστορία του:

 

«Όσοι των Ελλήνων επαιδεύοντο, εδιδάσκοντο κυρίως γραμματικά ή ιατρικά, ολίγοι δε φιλοσοφικά και ουδείς νομικά, διότι όπου εβασίλευε το κοράνιον και εδίκαζε καδής, η επιστήμη του δικαίου δεν εχρησίμευεν. Οι δε Έλληνες, οι λεγόμενοι Φαναριώται, εξ αιτίας της πολιτικής θέσεώς των προς την Πύλην και προς τας Βλαχομολδαυϊκάς ηγεμονίας, ας κατείχον και ενέμοντο, κατεγίνοντο εις κτήσιν γενικωτέρων πολιτικών γνώ­σεων αλλά και αι γνώσεις αυτών ήσαν ως επί το πλείστον όχι πολλά βαθείαι, διότι τοιαύτα δεν εχρησίμευον εν κράτει όπου τα κινούντα την πο­λιτικήν ήσαν η ραδιουργία, η αισχροκέρδεια και η επιρροή ενός καφεκεραστού, ή ενός κουρέως, και όπου οι διαπρέποντες είχαν πάντοτε υπ’ όψιν τον βρόχον, την μάχαιραν, το κώνιον, την εξορίαν και την δήμευσιν».

 

Μέσα σε αυτό το στενό πλαίσιο θα είχε και ο Πολυζωίδης την ευκαι­ρία να επιλέξει τα θέματα των σπουδών του. Οπωσδήποτε και τώρα και από τη μετέπειτα συγγραφική του δράση φαίνεται η κλίση του πνεύματός του προς τα θεωρητικά· η ιατρική όμως παρέχει χειροπια­στή τη συμβολή της σε όποιον θέλει να προσφέρει στο αναγεννώμενο έθνος του.

Καθ’ όλες τις ενδείξεις δεν είχε υποτροφία της Φιλομούσου Εται­ρίας∙ άλλωστε εκείνη την εποχή δεν φαίνεται να είχε ανάγκη από υποτροφία: οι γονείς του ήταν εύποροι. Ο Πολυζωίδης φαίνεται να γνωρίζει τα σχετικά με τη Φιλόμουσο Εταιρία αλλά αυτό δεν σημαί­νει ότι ήταν υπότροφός της· οι συμμαθητές του ήταν υπότροφοι και οπωσδήποτε πολλές από τις γνώσεις του οφείλονται στην προσωπική του έρευνα σαν ιστορικού.

Η έκρηξη της επαναστάσεως βρίσκει τον Πολυζωίδη, τον Μαύρο και τον Ψύλλα στο Βερολίνο. Πρώτος, κατά τα λεγόμενα του Ψύλλα, ο ίδιος, δεύτερος ο Μαύρος, αποφασίζουν να συμμετάσχουν στον αγώ­να· προσπαθούν να συμπαρασύρουν και τον Πολυζωίδη «αλλ’ ούτος, αδρανούς ων χαραχτήρος, ανθίστατο, έως ότου οι εν Γοττίγγη ομογενείς μαθηταί μας έγραψαν επιστολήν» και συνεννοούνται να συναντηθούν στη Λειψία, όπου θα αποφασίσουν να ακολουθήσουν «κατά γενικήν απόφασιν, όπου ήθελε φανή ότι δυνάμεθα να φανώμεν χρήσιμοι εις την πατρίδα». Συνεχίζει: «Κατέβημεν τότε εις Λειψίαν. Εύρομεν τους εκ Γοττίγγης συμμαθητάς μας· ήλθομεν εις την Ελληνικήν εκκλησίαν την ημέραν των Βαΐων και ότε ο ιερεύς μας ενεχείριζε, κατά το έθιμον, τον κλάδον της δάφνης, έλεγεν εις έκαστον εξ ημών: «τούτο έστω δι’ υμάς το σύμβολον της νίκης». Αποφασίζουν μέσω Βιέννης να συναντήσουν τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στη Ρουμανία και να αγωνισθούν εκεί. «Τούτο δε και επράξαμεν, διαβαίνοντες 15 Έλληνες μαθηταί εν θριάμβω δια Δρέσδης και Πράγας και πολλών άλλων πόλεων, κωμοπόλεων και πολιχνίων πα­ρακολουθούμενοι και θαυμαζόμενοι υπό των κατοίκων».

Ο Πολυζωίδης εγκαταλείπει τις σπουδές του και εισέρχεται στον αγώνα με επιφυλάξεις…

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Κατερίνας Γαρδίκα πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης και η Ελληνική Επανάσταση

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

«Οι αναμνήσεις ενός πλοιάρχου», αναμνήσεις της ελληνικής ναυτικής οικογένειας


 

Ο Σύλλογος Άργος – Abbeville (Association Argos Ambeville) παρουσιάζει το Σάββατο 17 Οκτωβρίου, στις 7.30 μμ, στην αίθουσα του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», το βιβλίο του καπετάνιου του Εμπορικού Ναυτικού (E.N.) , Παναγιώτη Π. Φίλη, «Οι αναμνήσεις ενός πλοιάρχου».

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι εκπαιδευτικοί: Γιώργος Κόνδης και Βίκυ Σωτηροπούλου. Τραγούδια σε στίχους Νίκου Καββαδία θα ερμηνεύσουν οι: Ράνια Κουτρούλη (τραγούδι) Ανδρέας Ρεντούλης (πιάνο).

 

«Αναμνήσεις ενός πλοιάρχου». Πίνακας εξωφύλλου: Το πλοίο M/V GENE, έργο του Γιαπωνέζου ζωγράφου G. Yamataka.

«Αναμνήσεις ενός πλοιάρχου». Πίνακας εξωφύλλου: Το πλοίο M/V GENE, έργο του Γιαπωνέζου ζωγράφου G. Yamataka.

Τα βιωματικά κείμενα κατατάσσονται στις δύσκολες διηγήσεις. Μπορούν να μη λένε τίποτα. Μπορούν όμως να έχουν τη χάρη της απλότητας, την αξία των δυνατών στιγμών της διήγησης, την παραστατικότητα και ταυτόχρονα να έχουν τη δύναμη της μεταδοτικότητας για όσα βιώνει ο συγγραφέας την στιγμή της περιγραφής.

«Οι αναμνήσεις ενός πλοιάρχου» του καπετάνιου Παναγιώτη Φίλη έχει όλα τα θετικά στοιχεία της βιωματικής περιγραφής. Ο καπετάνιος περιγράφει τα ταξίδια του! Η αξία της περιγραφής δεν βρίσκεται στη φιλολογικής της συγκρότηση και δομή. Το βιβλίο του καπετάνιου δεν διεκδικεί φιλολογικές δάφνες. Είναι ένα ναυτικό ημερολόγιο που όμως, μας ταξιδεύει σε μέρη μακρινά, ίσως ονειρεμένα και σίγουρα υπαρκτά, καθώς ο πλοίαρχος του πλοίου σημειώνει λεπτομέρειες για τους ανθρώπους, το περιβάλλον, τις τεχνικές δυνατότητες και πολλές άλλες λεπτομέρειες.

 

Το πλοίο M/V CARRAS

Το πλοίο M/V CARRAS

 

O καπετάνιος Παναγιώτης Φίλης. Διασχίζοντας τον ποταμό Ρίο ντε λα Πλάτα ( Rio de la Plata) Αργεντινή, 9-4-79.

O καπετάνιος Παναγιώτης Φίλης. Διασχίζοντας τον ποταμό Ρίο ντε λα Πλάτα ( Rio de la Plata) Αργεντινή, 9-4-79.

«Οι αναμνήσεις ενός πλοιάρχου» είναι αναμνήσεις της ελληνικής ναυτοσύνης. Ενός κόσμου ευγενικού, αγαθού, εργατικού και ταυτόχρονα, κλειστού και αγενούς, μοβόρικου και απάνθρωπου. Οι ναυτικοί παλεύουν με τα στοιχειά της φύσης, με την ερημιά και τη μονοτονία του ταξιδιού, με τον έρωτα και τις καλές στιγμές του λιμανιού, με το εναγώνιο ερώτημα της ζωής και του θανάτου αύριο, μεθαύριο, τη στιγμή την ίδια. Πώς να περιγραφεί ο θάνατος σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα όπου μόνο η προσευχή και η ικανότητα στο γκουβέρνο μπορούν κάτι να κάνουν; Και πώς να περιγραφούν με λέξεις τα συναισθήματα των ναυτικών που σώθηκαν από τη θεομηνία βλέποντας στο λιμάνι να καταφτάνουν τα φέρετρα Ελλήνων ναυτικών που έχασαν τη μάχη με τη θεομηνία και που δεν μπόρεσαν να βοηθήσουν οι ζωντανοί παρ’ ότι τους έφτασε το SOS καθώς βρισκόντουσαν κι εκείνοι στο μάτι του κυκλώνα;

 

Το πλοίο «AQUA FAITH» του καπετάν Παναγιώτη Φίλη στο εξώφυλλο του περιοδικού Via Pensacola.

Το πλοίο «AQUA FAITH» του καπετάν Παναγιώτη Φίλη στο εξώφυλλο του περιοδικού Via Pensacola.

 

Ο καπετάν Παναγιώτης Φίλης καταφέρνει να τα περιγράψει όλα αυτά και πολλά άλλα. Με την αμεσότητα του ναυτικού λόγου, την καθαρότητα της λαϊκής ψυχής, το χοντροκομμένο αλλά ήρεμο και αποφασιστικό χέρι του εργάτη της θάλασσας. Μας περνάει από τα κανάλια του Σουέζ και του Παναμά. Μας μεταφέρει στη μαγική χώρα των Παπούα, στην ονειρεμένη Αργεντινή του ταγκό και στους πλωτούς ποταμούς της Αμέρικας, του Νέου Κόσμου. Περιγράφει το πλήρωμα, τις πατέντες για να βγει πέρα το ταξίδι με αβαρίες, τα εξωτικά μέρη και τα παρατράγουδα των λιμανιών.

 

Αφιέρωμα στο πλοίο «AQUA FAITH» του καπετάν Παναγιώτη Φίλη, περιοδικό Via Pensacola, Florida, Οκτώβριος του 1976. Μετάφραση Το AQUA FAITH προωθεί την εξαγωγή αλευριού Μεγάλο φορτίο αυτό τον αιώνα σημαίνει μεγάλα καράβια (σε αντίθεση με την κατάσταση της Πενσακόλα πριν 100 χρόνια, που ένα μέσο πλοίο μετέφερε 500-1000 τόνους). Αυτό το μήνα, ανατρέποντας άλλο ένα μηνιαίο και ετήσιο ρεκόρ, η Πενσακόλα φιλοξένησε το γιγαντιαίο μπαλκ καρίερ AQUAFAITH, του οποίου η χωρητικότητα των 46.000 τόνων DWT (dead weight) αξιοποιήθηκε στη μεταφορά αλευριού. Το AQUAFAITH, ένα από τα δέκα τεράστια πλοία που λειτουργεί η εταιρεία ΑΚΤΙΣ ΑΕ, είναι χαρακτηριστικός τύπος πλοίου που έρχεται σ’ αυτό το λιμάνι να μεταφέρει τα μεγάλα φορτία που προέκυψαν αυτή τη χρονιά. Αυτό το ντιζελοκίνητο πλοίο μήκους 202 μέτρων, που κατασκευάστηκε στην Ιαπωνία το 1968, κυβερνάται από τον καπετάν Π. Φίλη που προσχώρησε στην εταιρεία πριν 15 χρόνια και πέρασε απ’ όλους τους βαθμούς μέχρι να γίνει καπετάνιος. Το Σεπτέμβρη που φόρτωσε εδώ, ήταν η πρώτη επίσκεψη του καπετάνιου στην Πενσακόλα και του άρεσε αυτό που είδε. «Δεν μπορεί κανείς παρά να εντυπωσιαστεί μ’ ένα λιμάνι που μπορεί να χειριστεί ένα μεγάλο φορτίο όπως εσείς. Είναι εντυπωσιακό.» Η εταιρεία ΑΚΤΙΣ, που έχει έδρα της την Ελλάδα, την Ιαπωνία και τη Νέα Υόρκη, ασχολείται κυρίως με φορτία σιτηρών, μεταλλευμάτων, άνθρακα και συσκευασμένων αγαθών. Το AQUAFAITH ερχόμενο εδώ ναυλωμένο από τη γιγαντιαία DAISHIN MARU, κατάφερε να συντρίψει το τονάζ του προηγούμενου μήνα και να προωθήσει τα νούμερα της ετήσιας εισαγωγής-εξαγωγής σε ένα σύγχρονο επίπεδο. Εικόνες άρθρου: •Ο καπετάν Φίλης, πλοίαρχος του AQUAFAITH, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Πενσακόλα. • Το γιγαντιαίο AQUAFAITH φορτώνει αλεύρι. Το πλοίο μήκους 202 μέτρων είναι ένα από τα μεγαλύτερα που έχουν φορτώσει εδώ. • Σακιά αλεύρι έτοιμα να φορτωθούν. Το αλεύρι, άλλες τροφές και το συσκευασμένο ρύζι εκτίναξαν το τονάζ του τοπικού λιμανιού σε νέα ύψη.

Αφιέρωμα στο πλοίο «AQUA FAITH» του καπετάν Παναγιώτη Φίλη, περιοδικό Via Pensacola, Florida, Οκτώβριος του 1976.
Μετάφραση
Το AQUA FAITH προωθεί την εξαγωγή αλευριού
Μεγάλο φορτίο αυτό τον αιώνα σημαίνει μεγάλα καράβια (σε αντίθεση με την κατάσταση της Πενσακόλα πριν 100 χρόνια, που ένα μέσο πλοίο μετέφερε 500-1000 τόνους). Αυτό το μήνα, ανατρέποντας άλλο ένα μηνιαίο και ετήσιο ρεκόρ, η Πενσακόλα φιλοξένησε το γιγαντιαίο μπαλκ καρίερ AQUAFAITH, του οποίου η χωρητικότητα των 46.000 τόνων DWT (dead weight) αξιοποιήθηκε στη μεταφορά αλευριού.
Το AQUAFAITH, ένα από τα δέκα τεράστια πλοία που λειτουργεί η εταιρεία ΑΚΤΙΣ ΑΕ, είναι χαρακτηριστικός τύπος πλοίου που έρχεται σ’ αυτό το λιμάνι να μεταφέρει τα μεγάλα φορτία που προέκυψαν αυτή τη χρονιά. Αυτό το ντιζελοκίνητο πλοίο μήκους 202 μέτρων, που κατασκευάστηκε στην Ιαπωνία το 1968, κυβερνάται από τον καπετάν Π. Φίλη που προσχώρησε στην εταιρεία πριν 15 χρόνια και πέρασε απ’ όλους τους βαθμούς μέχρι να γίνει καπετάνιος. Το Σεπτέμβρη που φόρτωσε εδώ, ήταν η πρώτη επίσκεψη του καπετάνιου στην Πενσακόλα και του άρεσε αυτό που είδε. «Δεν μπορεί κανείς παρά να εντυπωσιαστεί μ’ ένα λιμάνι που μπορεί να χειριστεί ένα μεγάλο φορτίο όπως εσείς. Είναι εντυπωσιακό.»
Η εταιρεία ΑΚΤΙΣ, που έχει έδρα της την Ελλάδα, την Ιαπωνία και τη Νέα Υόρκη, ασχολείται κυρίως με φορτία σιτηρών, μεταλλευμάτων, άνθρακα και συσκευασμένων αγαθών.
Το AQUAFAITH ερχόμενο εδώ ναυλωμένο από τη γιγαντιαία DAISHIN MARU, κατάφερε να συντρίψει το τονάζ του προηγούμενου μήνα και να προωθήσει τα νούμερα της ετήσιας εισαγωγής-εξαγωγής σε ένα σύγχρονο επίπεδο.
Εικόνες άρθρου:
• Ο καπετάν Φίλης, πλοίαρχος του AQUAFAITH, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Πενσακόλα.
• Το γιγαντιαίο AQUAFAITH φορτώνει αλεύρι. Το πλοίο μήκους 202 μέτρων είναι ένα από τα μεγαλύτερα που έχουν φορτώσει εδώ.
• Σακιά αλεύρι έτοιμα να φορτωθούν. Το αλεύρι, άλλες τροφές και το συσκευασμένο ρύζι εκτίναξαν το τονάζ του τοπικού λιμανιού σε νέα ύψη.

 

«Οι αναμνήσεις ενός πλοιάρχου» είναι αναμνήσεις ολόκληρης της ελληνικής ναυτικής οικογένειας. Και δεν είναι τυχαίο πως σε κάθε λιμάνι ο Έλληνας συναντάει Έλληνα. Και δεν είναι τυχαίο πως στις μεγάλες γιορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων πάντα θα βρεθούν Έλληνες και να γιορτάσουν όλοι μαζί σε κάποιο λιμάνι. Και δεν είναι τυχαίο πως γη θάλασσα αποτελεί τελικά χωρική προέκταση της Ελλάδας και ψυχική προέκταση του Έλληνα. Αυτό περιγράφει ο καπετάν Παναγιώτης Φίλης. Και η αξία της περιγραφής του γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν αναλογιστεί κανείς πως τόλμησε να γράψει για τη θάλασσα ένας καπετάνιος από το Άργος!

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ο Σύλλογος Άργος-Abbeville που μόλις δημιουργήθηκε προς τιμή της αδελφοποίησης των δυο πόλεων, ανέλαβε να παρουσιάσει ένα ταξίδι στα λιμάνια του κόσμου όπως τα περιγράφει ο καπετάν Παναγιώτης Φίλης. Γιατί και η αδελφοποίηση είναι ένα ταξίδι στον κόσμο και τον πολιτισμό.

 

Παναγιώτης Φίλης

Πλοίαρχος Α΄ Εμπορικού Ναυτικού (Ε.Ν.)

«Αναμνήσεις ενός πλοιάρχου»

 Σελίδες 128 – Άργος 2014

 ISBN 978-960-9650-09-0

Ρενιέρης Νικόλαος (1758-1847)


 

Νικόλαος Ρενιέρης, έργο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, λάδι σε μουσαμά. Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Νικόλαος Ρενιέρης, έργο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, λάδι σε μουσαμά. Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Ο Νικόλαος Ρενιέρης γεννήθηκε στα 1758 στη θέση Παλαιά Ρούματα της περιοχής Κισσάμου, Χανίων Κρήτης, καταγόμενος, σύμφωνα με τον Σάθα από την βενετική οικογένεια των Renier. [1] Σπούδασε ιατρική στο Μονπελιέ της Γαλλίας και στην Πίζα της Ιταλίας. Άσκησε το ιατρικό επάγγελμα έως την έναρξη της Επανάστασης, οπότε και κατέφυγε στα Κύθηρα, διωκόμενος από τους Οθωμανούς. Εκλέχθηκε πλη­ρεξούσιος της Κρήτης στην Γ’ Εθνοσυνέλευση. Αν και σε προχωρημένη ηλι­κία, ο Ρενιέρης εξελέγη, ύστερα από πρόταση του Κολοκοτρώνη, τον Ιούνιο του 1827 στη θέση του προέδρου της Βουλής. Μετά την εκλογή του, η Βουλή παρέμεινε αρχικά στον Πόρο και την Ερμιόνη, ενώ είχε αποφασιστεί να εγκατασταθεί στο Ναύπλιο, την έδρα της Κυβέρνησης. Με την ανάληψη της προεδρίας από το Ρενιέρη στις 20 Ιουνίου 1827 η Εθνοσυνέλευση αποφάσισε να ακυρώσει παράνομες εκποιήσεις εθνικών κτημάτων που είχαν προηγηθεί, επέτρεψε τον υπό όρους εποικισμό της χώρας από ορθοδόξους για τη δημο­γραφική της τόνωση, προέβλεψε ειδικό συμβούλιο για την προώθηση συμβι­βασμού με τους Οθωμανούς και ασχολήθηκε με την αναπλήρωση του κυβερ­νήτη Καποδίστρια έως την άφιξή του.

Το σώμα της Βουλής και ο πρόεδρός της Ρενιέρης έφτασαν τελικά και εγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιο στις 30 Μαΐου 1827, όταν ο πρόεδρος έκρινε – με τη συμπαράσταση και του Κολοκοτρώνη – ότι υπήρχαν πια οι ελάχιστες εγγυήσεις ασφάλειας έναντι των πολιτικών αντιπάλων. Τους επόμενους μή­νες έως την άφιξη του Καποδίστρια η αποδιοργανωμένη κυβέρνηση εξαρ­τιόταν από τη Βουλή, η οποία με τη σειρά της παρακώλυε διαδικαστικά και ακύρωνε τις όποιες επείγουσες πρωτοβουλίες των υπουργών.

Ο Ρενιέρης μαζί με τους βουλευτές, αμέσως μετά την άφιξη του Καποδί­στρια και υπακούοντας στην επιθυμία του, εξέδωσαν και υπέγραψαν στην Αίγινα Ψήφισμα (18 Ιανουαρίου 1828), με το οποίο συγκαλούσαν νέα εθνοσυνέλευση. Επίσης, καταργούσαν τη Βουλή και στη θέση της ίδρυαν ένα συμ­βουλευτικό όργανο, το Πανελλήνιο, τα μέλη του οποίου θα όριζε ο κυβερνή­της. Τότε ο Καποδίστριας, κάτω από την πίεση των έκτακτων και πιεστικών συνθηκών και με δεδομένες τις επιταγές προηγούμενων αποφάσεων της Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας, έλαβε από τη Βουλή, με τη συναίνεση του προέδρου της Ρενιέρη, τον πλήρη έλεγχο της νομοθετικής εξουσίας. Ο Ρενιέ­ρης, απολαμβάνοντας της εμπιστοσύνης του Καποδίστρια, ορίστηκε μέλος του Πανελληνίου και προσωρινός πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομίας. Τον Οκτώβριο του 1829 ο Καποδίστριας τον έστειλε στην Κρήτη ως αντιπρόσω­πό του, όπου και ανέλαβε πρόεδρος του λεγόμενου Κρητικού Συμβουλίου. Τότε μάλιστα ανέλαβε την πρωτοβουλία να ηγηθεί επαναστατικής κίνησης με την ευκαιρία της παρουσίας τμήματος του στόλου των Μεγάλων Δυνάμεων.

Ανήκε στα ηγετικά στελέχη της ρωσόφιλης Φιλορθόδοξης Εταιρείας, μαζί με τους Γεώργιο Καποδίστρια (μικρότερο αδελφό του κυβερνήτη), το Μακεδόνα Εμμανουήλ Παπά και το Νικηταρά. Επιδίωξη της Εταιρείας απο­τελούσε η απελευθέρωση της Μακεδονίας, της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, η πίεση προς τον Όθωνα να ασπαστεί το ορθόδοξο δόγμα, όπως και η εν γέ­νει ενίσχυση της Ορθοδοξίας που, κατά την εκτίμησή τους, κινδύνευε. Εξαι­τίας της συνωμοτικής δράσης της Εταιρείας, ο Ρενιέρης συνελήφθη στις Σπέ­τσες το Δεκέμβριο του 1839, ενώ ετοιμαζόταν να διαφύγει στα Επτάνησα. Παρά την αντιπολιτευτική του δράση με το «ρωσικό» κόμμα, κατείχε επί μα­κρόν τη θέση του συμβούλου επικρατείας, ενώ το 1844 ορίστηκε γερουσια­στής. Πέθανε στην Αθήνα το 1847 σε ηλικία 89 ετών.

 

Αρ. ΝΗ του Κώδικος των Νόμων

 Ελληνική Πολιτεία

Η Βουλή των Ελλήνων

Επειδή ο παρά του Ελληνικού Έθνους εμπεπιστευμένος τας ηνίας της Κυβερνήσεως Κύριος Ιωάννης Α. Καποδίστριας έφθασεν εις τήν Ελλάδα∙

Επειδή αι δειναί της Πατρίδος περιστάσεις δεν εσυγχώρησαν, ούτε συγχωρούσι την ενέργειαν του εν Τροιζήνι επικυρωθέντος και εκδοθέ­ντος Πολιτικού Συντάγματος καθ’ όλην αυτού την έκτασιν·

Επειδή η σωτηρία του Έθνους είναι ο υπέρτατος πάντων των Νό­μων και

Επειδή η Βουλή ανεδέχθη παρά των Λαών την πρόνοιαν της εαυτών σωτηρίας∙

Η Βουλή μόνον σκοπόν έχουσα το να σωθή η Ελλάς, και ως ιερώτερόν της χρέος θεωρούσα τούτο, και την ευδαιμονίαν του Ελληνικού Έθνους, του οποίου ενεπιστεύθη την φροντίδα.

Και επειδή ο Κυβερνήτης επρόβαλε σχέδιον μεταβολής Διοικήσεως προσωρινής·

                                                                                                                      

Ψηφίζει

 

Α’. – Ο Κυβερνήτης μετά της Βουλής συγκαλούσι τον Ελληνικόν Λαόν εις Εθνική Συνέλευσιν κατά την βδ’ της ΚΣΤ’ Συνεδριάσεως της εν Τροιζήνι Τρίτης Εθνικής Συνελεύσεως.

Β’. – Η προσωρινή Διοίκησις της Επικρατείας κανονίζεται κατά τα εφεξής άρθρα.

1 – Εν Συμβούλιον συγκείμενον από μέλη… και ονομαζόμενον Πανελλήνιον, μετέχει μετά του Κυβερνήτου της Ελλάδος των έργων και του υπευθύνου της Κυβερνήσεως, έως της συγκροτήσεως της Εθνικής Συνε­λεύσεως ήτις θέλει συνέλθει εντός του Απριλίου μηνός 1828.

2-Το Πανελλήνιον διαιρείται εις τρία τμήματα.

το α’ – έχει αντικείμενον την Οικονομίαν – το β’ – την Διοίκησιν των Εσωτερικών καθ’ όλους αυτών τους Κλά­δους – το γ’ – την ωπλισμένην δύναμιν ξηράς και θαλάσσης.

3 – Έκαστον Τμήμα προεδρεύεται παρ’ ενός των μελών του, ονομα­ζομένου Προβούλου. Δύω άλλα μέλη είναι επιφορτισμένα εις έκαστον Τμήμα την σύνταξιν των πράξεών του, φέροντα τον τίτλον του Α’ και Β’ Γραμματέως.

4 -Ο Πρόβουλος του Τμήματος της Οικονομίας ομού με τους Προβούλους των δύο άλλων Τμημάτων προεδρεύει το Πανελλήνιον εις τας γενικάς του συνεδριάσεις∙ ο δε Γραμματεύς του Τμήματος του κινούντος τας υποθέσεις εις τας οποίας ενασχολείται το Πανελλήνιον, ενεργεί τα χρέη του Γραμματέως ταύτης της συνελεύσεως.

5 – Εν Διάταγμα κανονίζει μερικώτερον τον Οργανισμόν του Πανελλη­νίου ως και των Τμημάτων του, και ορίζει τα προσήκοντα καθήκοντα αυτών.

6 – Η Βουλή και η Αντικυβερνητική Επιτροπή, ήτις απέθετο ήδη τα χρέη της, παραδίδουν εις τους τρεις Προβούλους και τους τρεις πρώτους Γραμματείς του Πανελληνίου τα αρχεία των, και όλας τας γνωστοποιή­σεις αποτεινομένας εις τα χρέη, τα οποία αι δυό αύται Δυνάμεις ενήργη­σαν από τον Μάϊον μήνα έως σήμερον.

 7 -Τα ψηφίσματα του Κυβερνήτου της Ελλάδος θέλουν είσθαι θεμε­λιωμένα επάνω εις τας εγγράφους αναφοράς του Πανελληνίου ή των Τμημάτων αυτού, καθόσον το αντικείμενον του ψηφίσματος κινείται από την Διοίκησιν, ή και από την Νομοθεσίαν.

8 – Τα αντικείμενα είναι Διοικητικά, εάν αι πράξεις της εν Τροιζήνι Συνελεύσεως επρονόησαν περί αυτών, ώστε δεν πρόκειται άλλο, ειμή να εκτελεσθή ο Νόμος. Είναι δε Νομοθετικά, όταν ο Νόμος δεν επρονόησε περί αυτών.

Τα ψηφίσματα ταύτα γίνονται επάνω εις τας αναφοράς του Πανελ­ληνίου· τα δε άλλα επάνω εις τας των Τμημάτων.

9 -Ο Κυβερνήτης της Ελλάδος έχει πλησίον του ένα Γενικόν Γραμ­ματέα, φέροντα τίτλον του Γραμματέως της Επικρατείας, όστις προσυ­πογράφεται εις τα ψηφίσματα και εις την αλληλογραφίαν.

10 – Θέλουν συσταθή Επιτροπαί Ειδικαί εντός των κόλπων του Πανελληνίου καθόσον απαιτούσι τούτο αι χρείαι της Διοικήσεως και αι εργασίαι, αίτινες είναι κατεπείγον να προετοιμασθούν δια την Εθνικήν Συνέλευσιν.

Γ΄. – Αποτίθεται η Βουλή το οποίον ανέλαβε χρέος της Νομοδοτικής εξουσίας.

 

Εν Αιγίνη τη 18η Ιανουαρίου 1828

 Ο Πρόεδρος

Ν. Ρενιέρης

(Έπονται αι των βουλευτών υπογραφαί)

(Τ.Σ.) Ο Α’ Γραμματεύς Χ. Αινιάν

 

Υποσημείωση


 

[1] Η οικογένεια των  Ρενιέρηδων  κατοικεί στα Παλαιά Ρούματα  κατάγονται δε από ευγενείς Ενετούς αποίκους που παρέμειναν στην Κίσσαμο μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους  (1669). Οι Ρενιέρηδες σταδιακά ελληνοποιήθηκαν και μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους ταυτίστηκαν πλήρως με τους Έλληνες. Ως πλούσιοι και μορφωμένοι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον αγώνα της απελευθέρωσης ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας. Ο Νικόλας Ρενιέρης εκλέχτηκε πρόεδρος της Εθνικής Συνέλευσης στην Τροιζήνα, ενώ ο  Μάρκος διατέλεσε πρώτος αντιπρόεδρος και αργότερα πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και χρηματοδότησε γενναία την επανάσταση των Κρητών. Ακόμα ο κλάδος των Ρενιέρηδων κατοικεί στα Παλαιά Ρούματα Κισσάμου διακεκριμένοι για τον πατριωτισμό  και την υποδειγματική διαγωγή τους. Παρακλάδι γενεαλογικό των Ρενιέρηδων είναι οι Μαρκουλάκηδες. Στα Παλαιά  Ρούματα βρίσκεται ένα Ενετικό αρχοντικό η Villa Renier με το οικόσημο της οικογένειας Ρενιέρ.

 

Πηγή


  •  «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

 

 

«Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής» – Επιστημονικό Συμπόσιο 9 – 11 Οκτωβρίου στο Ναύπλιο


 

Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι

Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι

Το 2015 συμπληρώνονται 300 χρόνια από την πτώση του Ναυπλίου στους Τούρκους το 1715, που σήμανε το τέλος της Βενετοκρατίας και γενικότερα μιας μακραίωνης εποχής δυτικών κυριαρχιών στο Μοριά. Η επέτειος αυτή είναι ένας σταθμός μνήμης για την τοπική και εθνική ιστορία και υπήρξε η αφορμή για το ίδρυμα «Ιωάννης Καποδίστριας» του Δήμου Ναυπλιέων να διοργανώσει, σε συνεργασία με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Επιστημονικό Συμπόσιο από 9 έως 11 Οκτωβρίου στο Βουλευτικό Ναυπλίου με τίτλο «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής».

Στ’ Ανάπλι, με την πλούσια ιστορική του στρωματογραφία και την εναλλαγή των ξένων κυριαρχιών από τον 13ο αιώνα έως το 1822, αυτοί που άφησαν πιο εντυπωσιακά τα χνάρια τους στον τόπο ήταν οι Βενετοί, κατά την πρώτη (1389-1540) και κυρίως κατά την δεύτερη (1686-1715) περίοδο της Βενετοκρατίας. Τότε τ’ Ανάπλι, πρωτεύουσα του Βασιλείου του Μοριά και έδρα του Βενετού διοικητή (Προβλεπτή-Provveditor), υπήρξε κέντρο διοικητικό, οικονομικό και πνευματικό. Η πόλη γνώρισε μέρες δόξας και πλούτου κάτι που αποδεικνύουν ακράδαντα τα μνημειακά κι αρχειακά τεκμήρια της περιόδου.

Ακόμη και σήμερα, το Ναύπλιο οφείλει κατά πολύ την ιδιαιτερότητά του στο βενετσιάνικο παρελθόν του. Το Μπούρτζι, το Παλαμήδι, η Ακροναυπλία, το αρχαιολογικό μουσείο, οι βενετσιάνικοι προμαχώνες και τα τείχη, είναι αυτά που προσδίδουν στην πόλη την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της.

Στο συμπόσιο διακεκριμένοι ερευνητές, πανεπιστημιακοί καθώς και η ακαδημαϊκός κ. Χρύσα Μαλτέζου θα αναπτύξουν αδημοσίευτα στοιχεία σχετικά με τις δύο περιόδους βενετοκρατίας στο Ναύπλιο.

Πρόγραμμα συμποσίου: Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής

 

Σχετικά θέματα:

 

Η Έξοδος του Μεσολογγίου – Χρονικό της Εξόδου


 

Το καλυβάκι άντεξε στην πρώτη πολιορκία των Τούρκων (25 Οκτ.-25 Δεκ. 1822) και δεν έπεσε. Στη δεύτερη πολιορκία (15 Απριλίου 1825-10 Απριλίου 1826), όμως, παρ’ όλο που έγιναν κάποια οχυρωματικά έργα από το μηχανικό Μιχαήλ Κόκκινη, δεν άντεξε γιατί πολιορκήθηκε από πολυπληθέστερες δυνάμεις, ο αποκλεισμός ήταν ασφυκτικός και δεν μπορούσε να του παρασχεθεί βοήθεια σε τρόφιμα και πολεμοφόδια χωρίς στρατιωτική υποστήριξη απ’ έξω. Η κυβέρνηση Γ. Κουντουριώτη και οι πολιτικοί, όμως, ασχολούμενοι με τις εκλογές για την Γ’ Εθνοσυνέλευση και τις ίντριγκες, ολιγώρησαν και δεν έστειλαν έγκαιρα βοήθεια.

 

Η μάχη των Χριστουγέννων κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822. Έργο του Γάλλου ζωγράφου Alphonse de Neuville (1835-1885).

Η μάχη των Χριστουγέννων κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822. Έργο του Γάλλου ζωγράφου Alphonse de Neuville (1835-1885).

 

Η πολιορκία είχε στόχο την πτώση του Μεσολογ­γίου και την υποταγή της Στερεάς, ώστε να διευκο­λυνθεί η κατάπνιξη της Επανάστασης στην Πελο­πόννησο. Στην πρώτη φάση της πολιορκίας (Απρίλιος-Νο­έμβριος 1825) οι υπό τον Κιουταχή τουρκικές δυ­νάμεις υπέστησαν μεγάλες απώλειες. Στη δεύτερη φάση (12 Δεκεμβρίου-10 Απριλίου 1826), όταν τη διεύθυνση των επιχειρήσεων ανέλαβε ο Ιμπραήμ επικεφαλής 10.000 Τουρκοαιγυπτίων, [1] οι Μεσολογγίτες μετά την εξάντληση των τροφίμων και την έλλειψη ανεφοδιασμού αποφάσισαν την ηρωική Έξοδο.

Ο Ιμπραήμ είχε καταλάβει μέχρι τα τέλη Μαρτίου όλα τα νησιά της λιμνοθάλασσας, το Βασιλάδι (25 Φεβρουαρίου), τον Ντολμά και τον Πόρο (28 Φε­βρουαρίου) και το Ανατολικό (1 Μαρτίου).

Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς (Κιουταχής). Λιθογραφία από λεύκωμα του Giovanni Boggi. Φλωρεντία, 1825.

Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς (Κιουταχής). Λιθογραφία από λεύκωμα του Giovanni Boggi. Φλωρεντία, 1825.

Ο Κιουταχής όμως, που επιχείρησε να καταλάβει το νησάκι Κλείσοβα (25 Μαρ­τίου), υπέστη πανωλεθρία. Αυτή η νίκη αναπτέρωσε μεν το ηθικό των πολιορκημένων, αλλά ο αποκλεισμός από τη θάλασσα στέρησε και την τελευταία ελπίδα επικοινωνίας και παροχής βοήθειας απ’ έξω.

Η  εξαμελής  Επιτροπή, που είχε σταλεί από τους πολιορκημένους στο Ναύπλιο για βοήθεια από τις 17 Ιανουαρίου, μόλις το Μάρτιο κατόρθωσε να  εξασφαλίσει 400.000 γρόσια για να κινή­σει ένα μι­κρό στόλο 25 πολεμικών και πυρπολικών. Ο στόλος με επι­κεφαλής τον Μιαούλη έφθασε τέλη Μαρτίου, αλ­λά δεν κατόρθωσε να διασπάσει τον εχθρικό κλοιό.

Οι πολιορκημένοι – που είχαν απορρίψει τις ε­χθρικές προτάσεις για παράδοση – όταν «πάσα ελπίς εισαγωγής τροφών εξέλιπε, και πάσα βρώσι­μος ύλη εξεκενώθη εντός της πόλεως», [2] αποφάσισαν να επιχειρήσουν έξοδο τη νύχτα της 10ης Απριλίου προς την 11η, Κυριακή των Βαΐων.

Κυριάκος «Κίτσος» Τζαβέλας (1800-1855), λιθογραφία, Karl Krazeisen.

Κυριάκος «Κίτσος» Τζαβέλας (1800-1855), λιθογραφία, Karl Krazeisen.

Μέσα στα Μεσολόγγι βρίσκονταν η Φρουρά από περίπου 3.500 ή 3.600 άνδρες, πολίτες περίπου 1.500 και γυναικόπαιδα περίπου 5.500, συνολικά 10.600 άτομα. [3] Επικεφαλής της Φρουράς ήταν οι οπλαρχηγοί Νότης Μπότσαρης, Κίτσος Τζαβέλας, Δημήτριος Μακρής, Γεώργιος Βαλτινός, Μήτσος Κοντογιάννης, Γεώργιος Βάγιας, Νικόλαος Στορνάρης, Γεώργιος Κίτσου, Θανάσης Ραζη-Κότσικας, Μή­τρος Δεληγεώργης, Χρίστος Φωτομάρας κ.ά. [4]

Με δύο αγγελιαφόρους ειδοποίησαν τους οπλαρ­χηγούς στο στρατόπεδο της Δερβέκιστας για την Έξοδο και ζήτησαν να γίνει ταυτόχρονα επίθεση και απ’ έξω, ώστε να διευκολυνθούν κατά τη φυγή τους. Στις επιστολές τους προς τους έξω εκφράζουν ό­χι μόνον τις αγωνίες τους, αλλά και το θυμό τους. Γράφουν: «Εάν δεν κινηθήτε να όψεσθε, να όψεσθε, να όψεσθε». [5]

Τα χαράματα της 9ης Απριλίου οπλαρχηγοί, πρόκριτοι και ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του Τζαβέλα και αποφάσισαν να εκτελέσουν όλους τους αιχμαλώτους – και η απόφαση αυτή εφαρ­μόστηκε -, «να σφάξει ο ένας του αλλουνού την οικογένειαν», [6] αλλά η απόφαση αυτή αποτράπηκε από τον επίσκοπο Ρωγών, και να μεταφέρουν τους τραυματισμένους αγωνιστές στα πιο οχυρωμένα σπίτια, ώστε να πέσουν μαχόμενοι και να μην παρα­δοθούν.

 

Η έξοδος του Μεσολογγίου. Θεόδωρος Π. Βρυζάκης, 1856, επιχρωματισμένη λιθογραφία.

 

Όταν γνωστοποιήθηκαν οι αποφάσεις άρχισαν οι προετοιμασίες «με τόσην αταραξίαν, με τόσην ευχαρίστησιν, με τόσα γέλια, ώστε κανένας, ούτε ο έσχατος άνθρωπος δεν εσυλλογίζετο πως έμελλεν τάχα να σωθή»[7] Οι γυναίκες μάζευαν τα ελα­φρότερα αναγκαία είδη, οι άνδρες ετοίμαζαν τις ξύ­λινες φορητές γέφυρες που θα τις χρησιμοποιούσαν για να περάσουν την τάφρο που είχαν ανοίξει οι Τούρκοι γύρω από το Μεσολόγγι, μετέφεραν τους πληγωμένους, τους αρρώστους και τους γέροντες στα οχυρωμένα σπίτια, έθαψαν στη γη τα πιεστή­ρια του τυπογραφείου και διεσκόρπισαν τα τυπο­γραφικά στοιχεία για να μη δοθούν «Τα άγια τοις κυσί, και εις τους χοίρους οι μαργαρίται» [8] και έ­σπαζαν και αχρήστευαν ό,τι πολεμικό υλικό δεν μπορούσαν να μεταφέρουν.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται με επιτυχία την πόλη του Μεσολογγίου.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται με επιτυχία την πόλη του Μεσολογγίου.

To μεσημέρι της 10ης Απριλίου συγκεντρώθηκαν στον προμαχώνα του Μακρή οι οπλαρχηγοί, μαζί με τον πρόεδρο της Διευθυντικής Επιτροπής, Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο και τον επίσκοπο Ρωγών Ιωσήφ, για να καταρτίσουν το σχέδιο της Εξόδου, το οποίο υπαγόρευσαν στον Κασομούλη, και αυτός ανέλαβε να το γνωστοποιήσει στους πο­λιορκημένους.

Στον πρόλογο του σχεδίου αναφέρεται:

 

«Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος

Βλέποντες τον εαυτόν μας, το στράτευμα και τους πολίτας εν γένει μικρούς και μεγάλους παρ’ ελπίδαν υστερημένους από όλα τα καταπείγοντα αναγκαία της ζωής προ 40 ημέρας και ότι εκπληρώσαμεν τα χρέη μας ως πιστοί στρατιώται της πα­τρίδος εις την στενήν πολιορκίαν ταύτην και ότι, εάν μίαν ημέραν υπομείνωμεν περισσότερον, θέλομεν αποθάνει όρθιοι εις τους δρόμους όλοι.

Θεωρούντες εκ του άλλου ότι μας εξέλιπεν κά­θε ελπίς βοηθείας και προμηθείας, τόσον από την θάλασσαν καθώς και από την ξηράν (ώστε να δυνηθώμεν) να βαστάζωμεν, ενώ ευρισκόμεθα νικηταί του εχθρού, αποφασίσαμεν ομοφώνως: Η έξοδο μας να γίνη βράδυ εις τας δύο ώρας της νυ­κτός της 10 Απριλίου, ημέραν Σάββατον και ξημερώνοντας των Βαΐων, κατά το εξής σχέδιον, ή έλθη ή δεν έλθη βοήθεια (…)».[9]

Σύμφωνα με το σχέδιο, οι πολιορκημένοι θα περ­νούσαν από τις ξύλινες γέφυρες από το μέρος του τείχους που έβλεπε προς τη Ναύπακτο χωρισμένοι σε τρία σώματα («κολώνες»). Τα δύο πρώτα, αποτε­λούμενα από άνδρες της Φρουράς με επικεφαλής το ένα τον Δημήτριο Μακρή και το άλλο τον Νότη Μπότσαρη, θα έκαναν την Έξοδο από τις γέφυρες της «Λουνέτας» και τον «Ρήγα» και το τρίτο, απο­τελούμενο από τους Μεσολογγίτες και τα γυναικό­παιδά τους με επικεφαλής ντόπιους αρχηγούς, πι­θανόν τον Θανάση Ραζη-Κότσικα και τον Μήτρο Δεληγεώργη, που τα πλευρά του θα προστάτευε η Φρουρά της Κλείσοβας, θα έβγαινε από τις γέφυρες «Μονταλαμπέρτ» και «Στουρνάρη». [10] Σημείο συνά­ντησης είχε οριστεί η Μονή του Αγίου Συμεών.

Ο Ιμπραήμ, όμως, που γνώριζε από προδοσία ή από μαρτυρία ενός φυγάδα που αιχμαλωτίστηκε [11] την απόφαση της Εξόδου και το σημείο από όπου θα την επιχειρούσαν – αλλά όχι την ώρα και τον τρόπο -, παρέταξε τις τακτικές δυνάμεις και το πε­ζικό κοντά στο τείχος, ανέπτυξε το ιππικό στην πε­διάδα και στους πρόποδες του Ζυγού έβαλε τους Αλβανούς κρυμμένους πίσω από βράχια και από προμαχώνες και μέσα σε φαράγγια.

 

Σκηνή από την έξοδο του Μεσολογγίου. Χρωμολιθογραφία από το περιοδικό «Νέος Αριστοφάνης».

Σκηνή από την έξοδο του Μεσολογγίου. Χρωμολιθογραφία από το περιοδικό «Νέος Αριστοφάνης».

 

 

Η Έξοδος

 

Όταν όλα ήταν έτοιμα για την Έξοδο, «ο περιπαθέστερος αποχαιρετισμός από όσους μνημονεύει η ιστορία εγένετο». [12] Συνταρακτικές σκηνές περι­γράφονται. Πολλοί συγγενείς, φίλοι και κυρίως γυναίκες την τελευταία στιγμή αποφάσισαν να μείνουν και να πεθάνουν με τους δικούς τους. Ο συνήθης απο­χαιρετισμός ήταν «καλήν αντάμωσιν εις τον άλ­λον κόσμον», [13] που σήμαινε ότι όλοι ήταν αποφα­σισμένοι και κανείς δεν φοβόταν το θάνατο.

Η έξοδος του Μεσολογγίου. Πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη.

Η έξοδος του Μεσολογγίου. Πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη.

Το ηλιοβασίλεμα άρχισαν να συγκεντρώνο­νται στις προκαθορισμένες θέσεις. Στις 6.30 [14] ακούστηκαν πυροβολισμοί πάνω στην κορυφή του όρους Ζυγού. Ήταν το σύνθημα για την παροχή βοήθειας απ’ έ­ξω. Ο Ιμπραήμ το κατάλαβε και κινητοποίησε τις δυνάμεις του. Οι πολιορκημένοι γύρω στις 9 βγήκαν από την ανατολική πλευρά του τείχους, έστησαν τα γεφύρια τους στην πρώτη (τη νέα) τάφρο του Ιμπραήμ και καθώς περνούσαν δέχτηκαν τα πρώτα πυρά του εχθρού. Για να προφυλαχθούν έπεσαν καταγής στο πλάτωμα ανάμεσα στη νέα και την παλαιά τάφρο (που υπήρχε και στην πρώτη πολιορκία, το 1822). Εκεί περίμεναν περίπου μία ώρα να χτυπήσουν οι απ’ έξω, να απασχολήσουν τον εχθρό, για να πε­ράσουν αυτοί τη δεύτερη τάφρο. Κατά κακή τους τύ­χη έφυγαν τα σύννεφα και το φως του φεγγαριού φώτισε την περιοχή. Οι απ’ έξω δεν χτύπησαν και καθώς δεν τους κάλυπτε το σκοτάδι αποφάσισαν να κάνουν μόνοι τους έφοδο. Στην αρχή ψιθυριστά α­πό στόμα σε στόμα πέρασε η απόφαση και «τρομε­ρός αλαλαγμός ηκούσθη εν ταυτώ από το στόμα των Ελλήνων επάνω τους, εφώναξαν όλοι με μίαν φωνήν και ώρμησαν με μαχαίρας και του­φέκια εις το εχθρικόν στρατόπεδον»[15]

Οι άνδρες της Φρουράς, ενωμένοι σ’ ένα σώμα τώ­ρα, γιατί «δεν εστοχάσθησαν συμφέρον να διαιρεθώσι, καθώς ήτον το σχέδιον πρότερον», [16] διέσπασαν τις γραμμές του εχθρικού πεζικού και ά­νοιξαν δρόμο, αλλά σε λίγο βρέθηκαν αντιμέτω­ποι με το ιππικό, το οποίο, επίσης, διασκόρπισαν. Ύστερα από τετράωρη μάχη έφθασαν στους πρόπο­δες του βουνού, στον Άγιο Συμεών, πιστεύοντας ότι εκεί είναι ασφαλισμένοι, Εκεί, όμως, τους περίμε­ναν πάνω από 3.000 Αλβανοί υπό τον Μουστάμπεην Καφζέζην, [17] τους οποίους, όμως, μ’ έναν ελιγμό του Δημητρίου Μακρή – που τους χτύπησε από πί­σω- εξουδετέρωσαν. Ταυτόχρονα ήρθε και δύναμη από τους έξω με επικεφαλής τους οπλαρχηγούς Ευαγγέλη Κοντογιάννη, Γιαννούση Πανομάρα, Φαρασλή, Γ. Κόρακα, Ν. Κόπελο και άλλους, ε­πειδή ο Καραϊσκάκης ήταν άρρωστος. [18] Αφού απέ­κρουσαν τους Αλβανούς άρχισαν να ανεβαίνουν τον Ζυγό. Ύστερα από πορεία τριών ημερών έφθα­σαν στη Δερβέκιστα, χωριό του Απόκουρου, όπου ξεκουράστηκαν δύο μέρες. Από εκεί διά μέσου του Πλατάνου, χωριού των Κραβάρων, έφθασαν στα Σά­λωνα. Από εκεί στην Ντομπρένα όπου επιβιβάστη­καν σε πλοία και διαπεραιώθηκαν στην Περαχώρα και από εκεί διά του Ισθμού έφθασαν στις 16 Μαΐου στο Ναύπλιο.

 

Η επίθεση του Ιμπραήμ Πασά κατά του Μεσολογγίου. Ελαιογραφία του Giuseppe Pietro Mazzola (1748-1838).

Η επίθεση του Ιμπραήμ Πασά κατά του Μεσολογγίου. Ελαιογραφία του Giuseppe Pietro Mazzola (1748-1838).

 

Δεν είχε, όμως, την ίδια τύχη το τρίτο σώμα, που αποτελούνταν κυρίως από γυναικόπαιδα. Ενώ συνεχιζόταν με ορμή η Έξοδος, την οποία δεν μπο­ρούσαν να ανακόψουν οι εχθρικές δυνάμεις, ακού­στηκε από το σώμα αυτό μία φωνή: «οπίσω, οπίσω, εις ταις τάμπιαις». [19] Επικράτησε πανικός και σύγ­χυση και δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι και τα προπορευόμενα σώματα οπισθοχωρούσαν. Οπότε και αυτοί γύρισαν πίσω στην πόλη. Στο μεταξύ και δυνάμεις των πολιορκητών είχαν μπει στην πόλη και έτσι βρέθηκαν αντιμέτωποι και άρχισε μάχη σώμα με σώμα.

 

Σκηνή από τις τελευταίες στιγμές του Μεσολογγίου. Μεσολογγίτισσα έχει σκοτώσει το παιδί της, τον Τούρκο που αποπειράθηκε να τη βιάσει και ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει. Ελαιογραφία του François-Émile de Lansac, 1827. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

Σκηνή από τις τελευταίες στιγμές του Μεσολογγίου. Μεσολογγίτισσα έχει σκοτώσει το παιδί της, τον Τούρκο που αποπειράθηκε να τη βιάσει και ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει. Ελαιογραφία του François-Émile de Lansac, 1827. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

 

«Μεσολογγίτισσα μητέρα με το παιδί της». Giovanni Berselli (1802-1860) (χαράκτης) – Narducci Pietro (1793-1880) (σχεδιαστής), 1837. Επιχρωματισμένη οξυγραφία. Συλλογή Σπύρου Σακαλή.
Μια γυναίκα κρατά ένα παιδί στην αγκαλιά της ενώ ταυτόχρονα κρατά ένα σπαθί, συμβολίζοντας την αυτοθυσία και τον αγώνα των γυναικών κατά την Επανάσταση. Στο βάθος διακρίνονται οι φλόγες της πολιορκημένης πόλης, τονίζοντας το δράμα της στιγμής.
Η λιθογραφία περιλαμβάνει στο κάτω μέρος της αφιέρωση σε προσωπικότητες όπως ο Camillo Benso, Conte di Cavour και ο Vittorio Emanuele II, αντανακλώντας το φιλελληνικό πνεύμα της εποχής στην Ιταλία.

 

Η αντίσταση κράτησε μία έως δύο μέρες. Όταν οι Τούρκοι, που έσφαζαν γυναίκες και παιδιά, έφθα­σαν πάνω στα κανονοστάσια, ο γέροντας Σουλιώτης ιερέας Διαμαντής «παραφυλάττων την υπόνομον, όταν είδεν ικανόν αριθμόν εχθρών συσσωρευμένον επάνω εις το κανονοστάσιον, έβαλε φωτιάν, και ετίναξεν εις τον αέρα ολόκληρα τάγματα βαρβάρων, εξαγοράσας πολλά ακριβά το ολίγον γεροντικόν αίμα του»[20] Το ίδιο έγινε και στα οχυ­ρωμένα σπίτια όπου, όταν έμπαιναν μέσα οι Τούρ­κοι, οι Μεσολογγίτες «ευθύς έβανον φωτιάν εις την πυριτοθήκην, και κατεστρέφοντο μαζί και νικώντες και νικώμενοι». [21]

Η ανατίναξη από τον Χρήστο Καψάλη. Έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

Η ανατίναξη από τον Χρήστο Καψάλη. Έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

Στη μεγαλύτερη πυριτιδαποθήκη, όπου είχαν συγκεντρωθεί τα περισσότερα γυναικόπαιδα, την έ­κρηξη προκάλεσε ο γέροντας Χρήστος Καψάλης: «και έξαφνα ανεστράφη όλη η περιοχή και κατεδαφίσθησαν όλαι αι πλησίον οικίαι∙ ερράγη το έδαφος· άνοιξαν χάσματα φρικώδη και κατεπατήθη όλη η περιοχή εκείνη από την θάλασσαν». [22]

Στο νησάκι Ανεμόμυλος, που ήταν το τελευταίο ο­χυρό και κράτησε ως τις 12 Απριλίου, οι υπερα­σπιστές του «έβαλαν και αυτοί φωτιάν εις την πυριτοθήκην και συνετάφησαν μετά των εχθρών». [23]

Έτσι έπεσε το Μεσολόγγι ύστερα από δωδεκά­μηνη πολιορκία. Ο Ιμπραήμ μπήκε σε μια νεκρή πόλη: «…ένας σωρός ερειπίων, στάκτης, πετρών και πτωμάτων έμειναν εις την εξουσίαν του ε­χθρού»[24]

Αλλά ουσιαστικά το Μεσολόγγι δεν έπεσε, διότι, όπως έγραψε στη Διοίκηση στις 12 Απριλίου 1826 η Φρουρά από τη Δερβέκιστα: «Η πείνα, όμως, το επαράδωσεν, αλ­λά μην φοβείσθε, διότι εκείνοι όπου εβαστούσαν το Μεσολόγγιον, οι περισσότεροι εγλύτωσαν με το σπαθί». [25]

Για τις απώλειες των δύο πλευρών υπάρχουν α­ντιφατικές εκτιμήσεις μεταξύ των Ελλήνων και των ξένων χρονικογράφων. Κατά τους Έλληνες, α­πό τους 3.500 άνδρες της Φρουράς διασώθηκαν πε­ρίπου 2.000 – 2.500 [26] και σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτί­στηκαν σχεδόν όλα τα γυναικόπαιδα. [27] Ενώ υπολο­γίζουν ότι από τους εχθρούς χάθηκαν οι μισοί, πε­ρίπου 5.000. [28]

Χρήστος Καψάλης. Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Χρήστος Καψάλης. Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Κατά τους ξένους, χάθηκαν 3.000 Έλληνες και αιχμαλωτίστηκαν 5.000 ή 6.000 γυναικόπαιδα, ενώ οι απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων έφθασαν τους 4.000 άνδρες. [29] Ανάμεσα σ’ αυτούς που έπεσαν μαχόμενοι κατά την Έξοδο ήταν οι οπλαρχηγοί Νικολός Στορνάρης, Θανάσης Ραζη-Κότσικας, Ανδρέας Γριβογεώργης, Κώστας Σιαδήμας, Γιάννης Αγγελής και ο Ιωάν­νης Παπαδιαμαντόπουλος, πρόεδρος της Διευθυ­ντικής Επιτροπής, ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, ο μηχανικός Μιχαήλ Πέτρου Κόκκινης, ο τυπογρά­φος Δ. Μεσθεναίος και γόνοι ιστορικών οικογε­νειών του Μεσολογγίου: Αναστάσιος Παλαμάς, Πέ­τρος Γουλιμής, Κωνσταντίνος Τρικούπης, Γεώρ­γιος Φαράντος και Κωνσταντίνος Καρπούνης.[30]

Στην Έξοδο, επίσης, φονεύθηκαν σχεδόν όλοι οι φιλέλληνες (περίπου 15) που βρίσκονταν στο Μεσολόγγι. Ο Ελβετός Ιωάννης – Ιάκωβος Μάγερ (Johann- Jacobi Meyer), εκδότης των «Ελληνικών Χρονικών», οι Γερμανοί Νχίτμαρ (Dittmar), Ντελάουνι (Delaunay), Στίτσελμπεργκερ (Stitjelberger), Λίμπχοβ (Lübtow), Κλέμπε (Klembe), Ρόονερ (Rosner), ο Ιταλός Τζιακομούτσι (Giacomuzzi) και οι εθελοντές Μεβιέ, Σχιεφάου, Σιπάνου, Λάτερβαχ, Ντιρσάβσκι (Diersawski), Piντεζελ (Riedesel) και Ραζιέρι. [31]

Ιμπραήμ Πασάς, Giovanni Boggi.

Ιμπραήμ Πασάς, Giovanni Boggi.

«Η θυσία του Μεσολογγίου προώθησε το ελλη­νικό ζήτημα, όσο καμιά ελληνική νίκη», γράφει ο Απ. Βακαλόπουλος. [32] Πράγματι αναζωπύρωσε σε ολόκληρη την Ευρώπη (ακόμη και στην Αυστρία) και την Αμερική το φιλελληνισμό όχι μόνον συγ­γραφέων και καλλιτεχνών, αλλά και πολιτικών κατ στρατιωτικών.

Η κοινή γνώμη εξέφρασε τη δυσφορία της για την απραξία των κυβερνήσεων και οι εφημερίδες με άρθρα τους ζητούσαν την αποφασιστική επέμ­βαση των ευρωπαϊκών δυνάμεων για να τεθεί τέρ­μα στο ελληνικό δράμα. Παντού ιδρύονται φιλελληνικές εταιρείες και διενεργούνται έρανοι, συγκεντρώνονται χρήματα και στέλνονται τρόφιμα και άλλα εφόδια στους μαχόμενους Έλληνες.

Μιχαήλ Σπυρομήλιος (1800-1880), ξυλογραφία, Ποικίλη Στοά, 1883.

Μιχαήλ Σπυρομήλιος (1800-1880), ξυλογραφία, Ποικίλη Στοά, 1883.

Ο Καποδίστριας προφήτευσε εκτιμώντας τον ξεσηκωμό και τις αντιδράσεις στην Ευρώπη, σε επιστολή του προς τον αδελ­φό του Βιάριο στις 18 Απριλίου 1826, [33] ό­τι το θλιβερό γεγονός του Μεσολογγίου δεν έπρεπε να απελπίσει τους Έλληνες, γιατί σ’ αυτό έβλεπε την αρχή της σωτηρίας τους. Δεκαοχτώ μήνες μετά, στις 8 Οκτωβρίου 1827, οι στόλοι των Μεγάλων Δυνάμεων με τη ναυμαχία στο Ναβαρίνο βοήθησαν αποφασιστικά να δικαιωθεί ο αγώνας της ελληνικής ανεξαρτησίας.

Ο μελετητής της θυσίας του Μεσολογγίου κατα­λαμβάνεται από θλίψη, όταν διαπιστώνει ότι η κα­ταστροφή της Ιερής πόλης μπορούσε να αποφευχθεί. Ο Καραϊσκάκης, που είχε περάσει στη Στερεά α­πό τον Ιούλιο του 1825, αφού πέτυχε να ανασυντά­ξει τις επαναστατικές δυνάμεις και να συσπειρώσει τους αρματολούς, ζητούσε επίμονα τρόφιμα και πο­λεμοφόδια από την Κεντρική Διοίκηση. Αυτή, ό­μως, αδιαφόρησε για τους πολιορκημένους, οι Μεσολογγίτες δεν ήταν μέσα στο πολιτικό παι­χνίδι που παιζόταν για τις εκλογές της Εθνοσυνέ­λευσης. Ο Σπυρομήλιος, μέλος της Επιτροπής που πήγε στο Ναύπλιο, γράφει: «Αφ’ ου επληροφορήθησαν τω όντι ότι δεν εμελετούσαμεν να ενισχύσωμεν κανέν κόμμα, αδιαφόρησαν όλα τα κόμματα από ημάς, και ενώ τους ωμιλούσαμεν διά το Μεσολόγγιον όλοι έλεγαν το «ναι, έχετε δίκαιον», αλλά δεν εσύμπραττον υπέρ αυτού με ζήλον». [34]

 

Αικατερίνη Φλεριανού

Ιστορικός  

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η έξοδος του Μεσολογγίου», τεύχος 180, 10 Απριλίου 2003.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Σπυρομήλιος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου, 1825-1826, Εκδίδονται υπό Ιω. Βλαχογιάννη, Αθήναι χ.ε., 1926, ο. 144.

[2] Γεώργιος Αινιάν (άτιλο), Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. 83 (14 Αυγ. 1826), σ. 332.

[3] Νικόλαος Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της επαναστάσεως των Ελλήνων, 1821-1833, Εισαγωγή και σημειώσεις Γ. Βλαχογιάννη, τ. Β’, Αθήναι, 1941, χ.ε., 1941, σ. 251- κατά τον Σπυρομήλιο, ό.π., ο. 142, 3.500 στρατιώτες και 9.000 γυναικόπαιδα.

[4] Αρτέμιος Μίχος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826), Εκδίδονται υπό Σ.Π. Αραβαντινού, εν Αθήναις, εκ του Τυπογραφείου της Ενώσεως, 1883, σ. 93-94. Βλ. και Κασομούλης, ό.π., ο. 257.

[5] Κασομούλης, ό.π, σ. 249.

[6] Κασομούλης, ό.π., σ. 253.

[7] Κασομούλης, ό.π., σ. 254.

[8] Αινιάν, ό.π.

[9] Κασομούλης, ό.π., σ. 259.

[10] Ο Κασομούλης (ό.π., σ. 259-260) αναφέρει αρχηγό του πρώτου σώματος τον Δ. Μακρή, του δεύτερου τον Μπότσαρη και του τρίτου δεν έχει όνομα, ο Μίχος (ό.π., 76) του πρώτου τον Κ. Τζαβέλα, του δεύτερου τον Ν. Μπότσαρη και του τρίτου δεν έχει όνομα, και ο Σπυρομήλιος (ό.π., 139) του πρώτου τον Κ. Τζαβέλα, του δεύτερου τον Δ. Μακρή και του τρίτου τον Ν. Μπότσαρη.

[11] Για το θέμα της προδοσίας υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στις ελληνικές και ξένες πηγές. Ο Κασομούλης (ό.π., σ. 170) και ο Αινιάν (ό.π.) την αποδίδουν σε Βούλγαρο λιποτάκτη, ο Σπυρομήλιος (ό.π., ο. 140) σε Τούρκο, ο Μίχος (ό.π., σ. 73) σε Βούλγαρο και βαπτισμένο Τουρκόπουλο. Αντιθέτως ο Vincenzo Miratelli, Αυστριακός πρόξενος στην Πάτρα, την αποδίδει σ’ Έλληνα φυγάδα και ο Ιταλός αξιωματικός του Ιμπραήμ, Giuseppe Romei, σ’ Έλληνα ιερέα που αιχμαλωτίστηκε (Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, ι. 71, Θεσσαλονίκη, χ.ε., 1986, σ. 461- 462).

[12] Αινιάν, ΓΕΕ, αρ. 84 (18 Αυγ. 1826), σ. 334.

[13] Κασομούλης, ό.π. σ. 263.

[14] Ως προς το χρονικό προσδιορισμό της Εξόδου οι πληροφορίες είναι αντιφατικές. Μια λύση αποδεκτή έδωσε ο Διονύσης Μπάκης, Πότε έγινε η Έξοδος του Μεσολογγίου, Πάτρα, χ.ε., 1976.

[15] Αινιάν, ό.π., σ. 335.

[16] (Ανωνύμου), «Περί των τελευταίων στιγμών του Μεσολογγίου, και της ηρωικής αναχωρήσεως της φρουράς», Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. 62 (2 Ιουν. 1826), σ. 246.

[17] Μίχος, ό.π., 85, Σπυρομήλιος, ό.π., σ. 14.

[18] Αινιάν, ό.π.

[19] Αινιάν, ό.π.

[20] Αινιάν, ό.π.

[21] Αινιάν, ό.π.

[22] Αινιάν, ό.π., σ. 336.

[23] Αινιάν, ό.π.

[24] (Ανωνύμου), ό.π., σ. 247.

[25] Εμμ. Πρωτοψάλτης, Αλληλογραφία Φρουράς Μεσολογγίου, 1825-1826, εν Αθήναις, εκ του     Εθνικού Τυπογραφείου, 1963, σ. 353.

[26]  Ο Κασομούλης (ό.π., σ. 284) αναφέρει ότι διασώθηκαν 2.555, ο Μίχος (ό.π., σ. 88) 1.800, ο Σπυρομήλιος (ό.π., σ. 142) 840, ο Αινιάν (ό.π., σ. 336) και η ΓΕΕ (ό.π., σ. 247) 2.200.

[27] Ο Αινιάν (ό.π.) αναφέρει ότι διασώθηκαν 200 γυναικόπαιδα και 500 αιχμαλωτίστηκαν, η ΓΕΕ (o.π.) ότι αιχμαλωτίστηκαν 1.200, ο Κασομούλης (ό.π., α. 283) ότι διασώθηκαν 13 και ο Σπυρομήλιος (ό.π., σ. 144) ότι χάθηκαν σχεδόν και τα 9.000.

[28] Κατά τον Σπυρομήλιο (ό.π., σ. 143) και τον Αινιάν (ό.π.).

[29] Όλες τις ξένες πηγές αναφέρει ο Κυρ. Σιμόπουλος, Πώς είδαν ο ξένοι την Ελλάδα του ’21, τ. Ε’ (1826-1829), 2η έκδ., Αθήνα, Στάχυ, 1999, σ. 25-35.

[30] Όλα τα ονόματα των Ελλήνων που έπεσαν κατά τη Έξοδο αναφέρει ο Χρήστος Ευαγγελάτος, Ιστορία του Μεσολογγίου, Αθήναι, Ρουμελιώτικες Εκδόσεις, 1959, ο. 383-386.

[31] Σιμόπουλος, ό.π., σ. 16-18.

[32] Βακαλόπουλος, ό.π., σ. 488.

[33] Βακαλόπουλος ό.π.

[34] Σπυρομήλιος, ό.π., σ. 112.

Η δίκη του Θεόκλητου Φαρμακίδη (1829 – 1830), Βγένα Α. Βαρθολομαίου, «Μνήμων», τόμος 4ος (1974), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού


 

Θεόκλητος Φαρμακίδης, ελαιογραφία, 1858.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, ελαιογραφία, 1858.

Βασικές ήταν οι ιδεολογικές διαφορές ανάμεσα στον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια και τον ιερομόναχο Θεόκλητο Φαρμακίδη. Ο πρώτος είδε την ενίσχυση της κεντρικής εξουσίας σαν απαραίτητη προϋπόθεση για την οργάνωση κράτους ελληνικού μέσα από τα ερείπια που προκάλεσαν η Επανάσταση και οι εμφύλιοι πόλεμοι. Ο δεύτερος, θρεμμένος με τις ιδέες του γαλλικού διαφωτισμού, δεν άργησε να θεώρηση τυραννική και επικίνδυνη για την υλική και πνευματική πρόοδο του λαού κάθε από­πειρα κατάργησης των συνταγματικών θεσμών, που είχαν καθιερώσει οι Εθνοσυνελεύσεις. Φοβόταν εξ άλλου ότι ο Κυβερνήτης ήταν φορέας πολιτικών αντιλήψεων ρωσικών, τις οποίες ο Φαρμακίδης γνώριζε από προσωπική εμπειρία και διαφωνούσε ριζικά μαζί τους.

Στην ιδεολογική διαφορά προστέθηκε και η προσωπική: ο Φαρμα­κίδης απογοητεύτηκε από την άρνηση του Κυβερνήτη να τον χρησιμοποίηση στην εκκλησιαστική οργάνωση του νέου κράτους ή να τον βοηθήσει στις εκδοτικές του προσπάθειες. Από τις αρχές του 1829 ο Φαρμακίδης φαίνεται πως συμμεριζόταν την άποψη και άλλων δυσαρεστη­μένων με τον Ιωάννη Καποδίστρια Ελλήνων, ότι η παραμονή του τελευταίου στην εξουσία ήταν αντίθετη προς τα συμφέροντα του έθνους και τα δικά τους. Με ενθουσιασμό λοιπόν πληροφορήθηκε ότι οι τρεις Συμμαχικές Δυνάμεις είχαν αποφασίσει, με το πρωτόκολλο της 10/22 Μαρτίου 1829, την οργάνωση της Ελλάδος σε μοναρχία.

Είχε την ελπίδα ότι η εκλογή ηγεμόνα θα απομάκρυνε τον Κυβερνήτη από την εξουσία και θα επέτρεπε ανακατάταξη των πολιτικών δυνάμεων. Παρόλα αυτά φοβόταν μήπως ο Ιω. Καποδίστριας χρησιμοποίηση τους αφοσιωμένους οπαδούς του και το λαό για να εμποδίσει την εφαρμογή των αποφάσεων των Δυνάμεων. Αυτές οι σκέψεις κυριαρχούσαν στο μυαλό του Φαρμακίδη, όταν με ημερομηνία 7 Μαΐου 1829, έγραψε στον Μπενιζέλο Ρούφο επιστολή, στην οποία, αφού αναφερόταν στους όρους του νέου πρωτοκόλλου, σημείωνε και τα ακόλουθα:

 

«Αν και το πρωτόκολλον δεν εκφράζηται ωρισμένως περί τον προσ­ώπου του ηγεμόνος, είναι βέβαιον όμως και εκτός πάσης αμφιβολίας ότι ο νυν Κυβερνήτης δεν μένει ηγεμών δια πολλούς και ισχυρούς λόγους. Τις θέ­λει είναι ο μέλλων, άδηλον εις ημάς μέχρι τούδε. Λέγεται ότι ο Κυβερνήτης παρασκευάζεται εις αντίστασιν, αλλά δια τούτον δεν θέλει ωφελήσει τον εαυτόν του και είναι κίνδυνος μη βλάψη ημάς, αν ανοήτως εμπλεχθώμεν εις την οποίαν αυτός μελετά να κάμη αντίστασιν, και πρέπει να λάβη έκαστος Έλλην φρόνιμα μέτρα και να πράξη κατά το κοινόν συμφέρον. Ενώ ο λό­γος είναι περί Ελλάδος οι Έλληνες δεν ερωτώνται. Τούτο έχει και καλόν και κακόν, ως έκαστος ημπορεί να κρίνη. Τρεις δυνάμεις μεγάλως βουλεύονται και ενεργούσιν υπέρ Ελλάδος. Η Ελλάς χάνεται εν μέσω αυτών και πρέπει να προσμένη την απόφασιν της τύχης της από εκείνας. Αν αύται αποφασίσωσι καλά, ευδαιμονεί[ς] ή Ελλάς, αν κακά, κακοδαιμονεί[ς]. Άλλα και το εν και το άλλο θέλει προέλθει έξωθεν. Εις την εξουσίαν αυτής δεν μένει».

 

Η επιστολή κλείστηκε και παραδόθηκε στον Κ. Κεφάλα για να τη δώσει στο Ρούφο περνώντας από την Πάτρα. Ήταν πιο σίγουρο ότι έτσι, χέρι με χέρι, θα έφτανε στον προορισμό της, παρά με το κρατικό ταχυ­δρομείο. Και τούτο γιατί ήταν γνωστό πια πως ο Κυβερνήτης, λίγο μετά την άφιξή του, έδωσε εντολή ή έστω ανέχθηκε «να αποσφραγίζουν τα γράμματα που ο κόσμος τα εμπιστευόταν στο ταχυδρομείο…». Ο Κεφα­λάς, περνώντας από την Κόρινθο, συναντήθηκε με τον Διονύσιο Ορφανό, Διοικητή Κορινθίας, και αποφάσισε να δώσει σ’ αυτόν την επιστολή του Φαρμακίδη, γιατί, όπως είδε, ετοιμαζόταν να στείλει κι’ αυτός διάφορα έγγραφα στον Μπενιζέλο Ρούφο. «Ο Ορφανός», γράφει ο Κεφάλας, «έμπροσθέν μου περικλείσας αυτά (τα έγγραφά του μαζί με την επιστολή του Φαρμακίδη) και σφραγίσας το γράμμα του τα έστειλεν εις Πάτρας με ένα πεζοδρόμον».

Ποτέ όμως η επιστολή αυτή δεν έφτασε στα χέρια του Ρούφου. Αν και ήταν σφραγισμένη και κλεισμένη, ανοίχτηκε και διαβάστηκε. Μόλις εί­δαν τα κρατικά όργανα ότι περιέχονταν σ’ αυτή λεπτομέρειες για το πρω­τόκολλο και κρίσεις για το πρόσωπο του Κυβερνήτη και τα σχέδιά του, τον ενημέρωσαν αμέσως. Ο τελευταίος, από το Ναύπλιο με έγγραφό του της 25 Μαΐου 1829, έδωσε εντολή στο Υπουργικό Συμβούλιο να καλέσει τον Φαρμακίδη, που βρισκόταν στην Αίγινα, και να τον ρωτήσει εάν η επιστολή ήταν δική του. Για το σκοπό αυτό έστειλε στο Συμβούλιο και αντίγραφο της επιστολής. Ζήτησε επίσης να καταγραφή η απάντηση του Φαρμακίδη στα πρακτικά του Συμβουλίου και να του κοινοποιηθεί αμέσως.

Με ταχύτητα κινήθηκε το Υπουργικό Συμβούλιο. Στις 27 Μαΐου κά­λεσε ενώπιόν του τον Φαρμακίδη, ο οποίος, αφού διάβασε το αντίγραφο της επιστολής του, απάντησε ότι δεν γνώριζε αν αυτός την έγραψε, γιατί δεν είχε την υπογραφή του ή σημείωση για τον παραλήπτη της. Ζήτησε το πρωτότυπο και τότε θα ήταν πρόθυμος να απάντηση στις ερωτήσεις του Συμβουλίου. Δεν απόκρυψε όμως ότι και τον Κεφαλά γνώριζε και ότι κάποτε του είχε δώσει συστατικές επιστολές για την Πάτρα. Το Υπουρ­γικό Συμβούλιο, μέσω της Γραμματείας της Επικρατείας, έσπευσε να ενημέρωση τον Κυβερνήτη για τα παραπάνω.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Βγένας Α. Βαρθολομαίου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η δίκη του Θεόκλητου Φαρμακίδη (1829 – 1830)

Οι γερμανικές αποζημιώσεις


 

Μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Γερμανία ως η κατ’ εξοχήν ηττημένη χώρα έφερε την υποχρέωση να καταβάλει επανορθώσεις στους νικητές, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και η Ελλάδα. Στη Διάσκεψη των Επανορθώσεων του Παρισιού, το 1945, η οποία δεν ασχολήθηκε με το γενικότερο ζήτημα των γερμανικών επανορθώσεων αλλά περιορίστηκε μόνο στη διανομή των γερμανικών βιομηχανιών και των ενεργητικών εκτός Γερμανίας, η Ελλάδα έλαβε ποσοστό 7,05% επί των συγκεκριμένων αποδόσεων. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχούσε, σύμφωνα με τη Διασυμμαχική Επιτροπή Επανορθώσεων, μόλις σε 25 εκατ. δολάρια, τα οποία καταβλήθηκαν όχι σε χρήμα αλλά πρωτίστως σε μηχανολογικό εξοπλισμό που εν πολλοίς αποδείχθηκε ακατάλληλος για τη φύση της ελληνικής οικονομίας. Οι καταβολές αυτές προορίζονταν όμως κατά κύριο λόγο για την οικονομική ανασυγκρότηση του κράτους και όχι για την αποζημίωση των θυμάτων της τετράχρονης κατοχής.

Ιούνιος 1944. Η καταστροφή του Διστόμου από τους Γερμανούς κατακτητές, σε αντίποινα για την ανάπτυξη της Αντίστασης. Οι αποζημιώσεις που κατεβλήθησαν στα θύματα της Κατοχής ανήλθαν σε 115 εκατ. μάρκα.

Ιούνιος 1944. Η καταστροφή του Διστόμου από τους Γερμανούς κατακτητές, σε αντίποινα για την ανάπτυξη της Αντίστασης. Οι αποζημιώσεις που κατεβλήθησαν στα θύματα της Κατοχής ανήλθαν σε 115 εκατ. μάρκα.

Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες είχαν φροντίσει ήδη από νωρίς για την υποστήριξη και την αποκατάσταση των υπηκόων τους που είχαν πληγεί από τον πόλεμο, προχωρώντας στην καταβολή συντάξεων, επιδομάτων, οικονομικών ενισχύσεων, σε κάποιες περιπτώσεις προσφέροντας ακόμα και ταξίδια αναψυχής, προκειμένου να μπορέσουν τα θύματα να συνέλθουν από τις κακουχίες. Στην Ελλάδα αντίθετα δεν λήφθηκε καμία ουσιαστική μέριμνα. Όπως σημείωνε άλλωστε και το υπουργείο Οικονομικών, η δυνατότητα κρατικών παροχών καθίστατο πρακτικά ανέφικτη «λόγω της σοβαράς οικονομικής επιβαρύνσεως του δημοσίου, ην είναι φύσει αδύνατον τούτο να φέρει». Τα θύματα των αντιποίνων, των εκτελέσεων, των μεγάλων σφαγών είχαν αφεθεί συνεπώς χωρίς καμία κρατική φροντίδα. Το γεγονός αυτό ανάγκαζε πολλές από τις κοινότητες που είχαν υποστεί την ακραία βιαιότητα των γερμανικών στρατευμάτων, όπως τα Καλάβρυτα και η Κλεισούρα, να στρέφονται στη Γερμανία για βοήθεια, ζητώντας από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση την καταβολή αποζημιώσεων. Οι εκκλήσεις έπεφταν όμως στο κενό.

Την αντιμετώπιση αυτή οι Γερμανοί δεν την επιφύλασσαν φυσικά μόνο στους Έλληνες. Παρόμοιες απορριπτικές απαντήσεις λάμβαναν και όλες οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες που ζητούσαν, όχι μόνο σε επίπεδο συλλόγων θυμάτων αλλά και σε επίπεδο κυβερνήσεων, την καταβολή αποζημιώσεων στα θύματα. Οι αρχές στη Βόννη αφενός δεν ήθελαν να ανοίξουν την κερκόπορτα, αφού κατανοούσαν πως αν δέχονταν να καταβάλουν αποζημιώσεις σε μια χώρα ή σε μια κατηγορία θυμάτων θα ακολουθούσε πλημμυρίδα αντίστοιχων απαιτήσεων, τις οποίες δεν θα μπορούσαν πλέον να απορρίψουν. Αφετέρου προσπαθούσαν πάση θυσία να μην πλήξουν την προστατευτική ισχύ του περίφημου άρθρου 5 του Συμφώνου του Λονδίνου του 1953, σύμφωνα με το οποίο το ζήτημα της καταβολής των γερμανικών πολεμικών οφειλών αναβαλλόταν μέχρι την επανένωση των δύο Γερμανιών, αν και όποτε συνέβαινε αυτή, και την υπογραφή συνθήκης ειρήνης μεταξύ της ενιαίας Γερμανίας και των πρώην αντιπάλων της.

 

Συμμετοχή σε κοινό ευρωπαϊκό διάβημα προς τη Βόννη

 

Η αρνητική αυτή στάση που κρατούσε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ) στο αίτημα για την αποζημίωση των θυμάτων είχε δυσαρεστήσει έντονα τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, δεδομένου ότι η ΟΔΓ είχε ψηφίσει εσωτερικό νόμο για την αποζημίωση των Γερμανών πληγέντων, ο οποίος όμως απέκλειε από τις παροχές τούς αλλοδαπούς υπηκόους.

Μάιος 1941. Επίσκεψη ανωτάτων αξιωματικών του γερμανικού στρατού στην Ακρόπολη. (συλλογή Μ. Γ. Τσαγκάρη).

Μάιος 1941. Επίσκεψη ανωτάτων αξιωματικών του γερμανικού στρατού στην Ακρόπολη. (συλλογή Μ. Γ. Τσαγκάρη).

Στις αρχές του 1956 συναντήθηκαν στη Χάγη εκπρόσωποι των κυβερνήσεων της Γαλλίας, της Ολλανδίας, του Βελγίου και του Λουξεμβούργου, προκειμένου να εξετάσουν τη δυνατότητα διαβήματος προς τη γερμανική κυβέρνηση, με σκοπό να απαιτήσουν την καταβολή αποζημιώσεων και στα θύματα των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κρατών. Στην πρωτοβουλία ανταποκρίθηκαν αμέσως θετικά η Δανία, η Νορβηγία και η Μεγάλη Βρετανία. Αντίθετα, η Ελλάδα εμφανίστηκε διστακτική, καθώς επίκειτο η επίσκεψη του Γερμανού προέδρου Τέοντορ Χόυς, και οι ελληνικές Αρχές θεωρούσαν τουλάχιστον άκομψο να προσχωρήσουν στην πρωτοβουλία τη δεδομένη στιγμή. Ύστερα όμως από τις έντονες πιέσεις της αντιπολίτευσης, της κοινής γνώμης, των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων αλλά και των συλλόγων θυμάτων, που κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Χόυς κατέκλυσαν τη γερμανική πρεσβεία στην Αθήνα με επιστολές, ζητώντας την καταβολή αποζημιώσεων, η κυβέρνηση Καραμανλή πείστηκε να συμμετάσχει στο κοινό ευρωπαϊκό διάβημα.

Η αρχική αντίδραση της ΟΔΓ στις αξιώσεις των Ευρωπαίων υπήρξε κάθετα αρνητική. Καθώς όμως οι πιέσεις συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση, οι Γερμανοί αξιωματούχοι συνειδητοποίησαν πως δεν ήταν πλέον εφικτό να κωφεύουν στο πανευρωπαϊκό αίτημα για την καταβολή αποζημιώσεων στα αλλοδαπά θύματα του Εθνικοσοσιαλισμού. Με ρηματική διακοίνωση που απέστειλε τον Δεκέμβριο του 1958 στις εμπλεκόμενες κυβερνήσεις, η Βόννη δέχθηκε να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για την αποζημίωση των πληγέντων.

Οι ελληνικές απαιτήσεις, όπως διατυπώνονταν από τον υπουργό Εξωτερικών Ευάγγελο Αβέρωφ, ανέρχονταν αρχικά στα 200 εκατ. μάρκα, ένα ποσό όμως που απορρίφθηκε πάραυτα από τους Γερμανούς ως εξωπραγματικό. Μετά από επίπονες διαπραγματεύσεις και την απειλή της ελληνικής αντιπροσωπείας ότι η αποτυχία των συνομιλιών θα μπορούσε να βλάψει ανεπανόρθωτα τις διμερείς σχέσεις και κυρίως να αναχαιτίσει την απρόσκοπτη συνέχιση της φιλοδυτικής πορείας της χώρας, η Βόννη συμφώνησε στην καταβολή 115 εκατ. μάρκων, παρά τις αντιδράσεις του ομοσπονδιακού υπουργείου Οικονομικών, το οποίο θεωρούσε πως η ΟΔΓ υποχωρούσε στις υπερβολικές αξιώσεις των Ελλήνων. Είχε άλλωστε προηγηθεί η ψήφιση από το ελληνικό Κοινοβούλιο φωτογραφικού νόμου με τον οποίο αφηνόταν ελεύθερος ο Μαξιμίλιαν Μέρτεν, ο τελευταίος Γερμανός που κρατούνταν στις ελληνικές φυλακές για εγκλήματα πολέμου.

Στις συζητήσεις που διεξήχθησαν σε εξαιρετικά τεταμένο κλίμα στη Βουλή κατά την ψήφιση του νόμου αλλά και στα δημοσιεύματα του Τύπου κυριαρχούσε ένα μόνο αίτημα: μετά την τεράστια υποχώρηση που έκανε η Ελλάδα, με στόχο την περαιτέρω προώθηση των ελληνογερμανικών σχέσεων, η ΟΔΓ ήταν πλέον υποχρεωμένη να αποζημιώσει τα θύματα της Κατοχής.

 

Πώς μοιράστηκαν τα χρήματα στους δικαιούχους

 

Στις 18 Μαρτίου 1960 υπογράφηκε η «Σύμβασις μεταξύ του Βασιλείου της Ελλάδος και της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας περί παροχών υπέρ Ελλήνων υπηκόων θιγέντων υπό εθνικοσοσιαλιστικών μέτρων διώξεως». Η ΟΔΓ θα κατέβαλλε το ποσό των 115 εκατ. μάρκων «υπέρ των υπό εθνικοσοσιαλιστικών μέτρων διώξεως διά λόγους φυλής, θρησκείας ή κοσμοθεωρίας θιγέντων Ελλήνων υπηκόων». Η διανομή των χρημάτων πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 4178/1961, το οποίο, εκτός των άλλων, καθόριζε και το ύψος της αποζημίωσης που αντιστοιχούσε σε κάθε κατηγορία θυμάτων. Το ανώτατο ποσό αποζημίωσης που μπορούσε να επιδικαστεί ανερχόταν στις 70.000 δρχ. Τα θύματα κλήθηκαν να υποβάλουν αιτήσεις στα κατά τόπους πρωτοδικεία, τα οποία είχαν καταστεί αρμόδια για την απονομή των αποζημιώσεων. Τα 115 εκατ. μοιράστηκαν σε 96.876 δικαιούχους. Αντίθετα με τις εκατέρωθεν κατηγορίες πως το ποσό της αποζημίωσης το καρπώθηκαν οι υποστηρικτές της ΕΡΕ ή αποκλειστικά οι Εβραίοι, η έρευνα κατέδειξε ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει, αφού αποζημιώθηκαν εξίσου οι Εβραίοι όσο και οι χριστιανοί θύματα του Εθνικοσοσιαλισμού. Αποζημίωση καταβλήθηκε επίσης και στα θύματα σφαγών και αντιποίνων ανά την Ελλάδα.

Βόννη, Νοέμβριος 1958. Καραμανλής και Αντενάουερ υπογράφουν διμερές ελληνογερμανικό πρωτόκολλο συνεργασίας ενώ ο Ευ. Αβέρωφ παρακολουθεί. Στις διαπραγματεύσεις για τις γερμανικές αποζημιώσεις έγινε προσπάθεια να μη διαταραχτούν οι ελληνογερμανικές σχέσεις κυρίως για οικονομικούς, αλλά και για πολιτικούς λόγους. Αρχείο: Ίδρυμα «Κωνσταντίνος Κ. Καραμανλής».

Βόννη, Νοέμβριος 1958. Καραμανλής και Αντενάουερ υπογράφουν διμερές ελληνογερμανικό πρωτόκολλο συνεργασίας ενώ ο Ευ. Αβέρωφ παρακολουθεί. Στις διαπραγματεύσεις για τις γερμανικές αποζημιώσεις έγινε προσπάθεια να μη διαταραχτούν οι ελληνογερμανικές σχέσεις κυρίως για οικονομικούς, αλλά και για πολιτικούς λόγους. Αρχείο: Ίδρυμα «Κωνσταντίνος Κ. Καραμανλής».

Αν επιχειρήσουμε να συγκρίνουμε τα ποσά που έλαβαν οι δικαιούχοι στις διάφορες χώρες, θα διαπιστώσουμε μεγάλες ανομοιομορφίες. Υπήρξαν χώρες οι οποίες έλαβαν υψηλά ποσά σε σύγκριση με τον αριθμό των θυμάτων τους. Ενδεικτικά αναφέρουμε την περίπτωση της Νορβηγίας: το ποσό που έλαβε κάθε δικαιούχος αντιστοιχούσε εν πολλοίς με το ετήσιο εισόδημα ενός Νορβηγού εργάτη. Η Μεγάλη Βρετανία έλαβε 11 εκατ. μάρκα και, έχοντας υπερβάλει στον αριθμό των θυμάτων, αναζητούσε άτομα να διαθέσει το ποσό, προκειμένου να μην αναγκαστεί να επιστρέψει στη Γερμανία τα χρήματα που έμεναν αδιάθετα. Αποζημιώσεις, έστω και μικρές, έλαβαν ακόμα και χώρες που έμειναν ουδέτερες στον πόλεμο, όπως η Σουηδία και η Ελβετία, η οποία, μάλιστα, δεν θέλησε να συμμετάσχει από την αρχή στο διάβημα των ευρωπαϊκών κρατών, καθώς το θεωρούσε ασυμβίβαστο με την ουδετερότητα που είχε υιοθετήσει.

Αντίθετα, τα 115 εκατ. που καταβλήθηκαν στην Ελλάδα αποδείχθηκαν ανεπαρκή για να αποζημιωθούν ικανοποιητικά τα θύματα της ναζιστικής κατοχής. Η κυβέρνηση Καραμανλή, μη έχοντας καταφέρει να συγκεντρώσει συγκεκριμένα στοιχεία για τον αριθμό των θυμάτων και κατ’ επέκταση και των δικαιούχων, βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν αναπάντεχα μεγάλο αριθμό αιτήσεων, με συνέπεια οι ελληνικές αρχές να αναγκαστούν να περικόψουν τις αποζημιώσεις. Έτσι, στους δικαιούχους καταβλήθηκε μόλις το 55% της αποζημίωσης που τους είχαν επιδικάσει τα πρωτοδικεία. Στην πραγματικότητα, βέβαια, τα ποσά των αποζημιώσεων που έφτασαν τελικά στα χέρια των θυμάτων ήταν ακόμα μικρότερα, αφού το Ν.Δ. 4178 προέβλεπε την καταβολή αμοιβής ύψους 5% επί της επιδικασμένης αποζημίωσης στους δικηγόρους που χειρίστηκαν την απαραίτητη διαδικασία στα πρωτοδικεία.

 

Θύελλα αντιδράσεων από την περικοπή των κονδυλίων

 

Όπως ήταν επόμενο, η περικοπή προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, με τα θύματα να απαιτούν την εξ ολοκλήρου καταβολή της επιδικασμένης αποζημίωσης. Προκειμένου να αμβλύνουν τις αντιδράσεις, οι ελληνικές Αρχές εξέταζαν το ενδεχόμενο να καταβληθεί το υπόλοιπο της αποζημίωσης από τον κρατικό προϋπολογισμό, μια πρόταση όμως που δεν προχώρησε. Η περικοπή ήταν εν γνώσει και των Γερμανών αξιωματούχων, οι οποίοι παρακολουθούσαν γεμάτοι ανησυχία τις εξελίξεις, φοβούμενοι πως η ελληνική κυβέρνηση θα απευθυνόταν εκ νέου στην ΟΔΓ, ζητώντας επιπλέον χρήματα ώστε να καταστεί δυνατή η καταβολή ολόκληρων των επιδικασμένων αποζημιώσεων στους δικαιούχους. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη. Χρειάστηκε να περάσει πάνω από μία δεκαετία για να δοθεί το 1975, πάλι επί κυβέρνησης Καραμανλή, ένα επιπλέον 4% των χρημάτων.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, τα θύματα δεν έπαψαν να απευθύνονται στις ελληνικές Αρχές, ζητώντας την καταβολή και του υπόλοιπου ποσού της αποζημίωσης. Η πάγια απάντηση ήταν πως η έγερση εκ νέου απαιτήσεων θα μπορούσε να υλοποιηθεί μόνο μετά την επανένωση των δύο Γερμανιών και την υπογραφή συμφώνου ειρήνης με την ενιαία Γερμανία. Πράγματι, το 1990 η Γερμανία επανενώθηκε, χωρίς όμως να υπογραφεί κανένα σύμφωνο ειρήνης, προκειμένου το άρθρο 5 του Συμφώνου του Λονδίνου να συνεχίσει τυπικά να υφίσταται σε ισχύ, καθιστώντας έτσι αδύνατη οποιαδήποτε συζήτηση για την καταβολή των γερμανικών οφειλών. Οι Έλληνες πληγέντες της γερμανικής κατοχής κατέληξαν να λάβουν τυπικά το 59%, ουσιαστικά όμως μόλις το 54% της αποζημίωσης που τους επιδικάσθηκε.

 

Δέσποινα-Γεωργία Κωνσταντινάκου

Διδάκτωρ Νεότερης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας

και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

Εφημερίδα «Καθημερινή», Κυριακή 9 Αυγούστου 2015, επιμέλεια: Ευάνθης Χατζηβασιλείου.

 

Σχετικά θέματα: