Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

«Η επέκταση της Ναυπλιακής Επανάστασης του 1862 και οι συνέπειές της». Βασίλης Τσιλιμίγκρας, Φιλόλογος – Ιστορικός.Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

 

Ο Όθωνας με πολιτική περιβολή κατά την εποχή της εκθρόνισής του. (Μουσείο Μπενάκη)

Ο Όθωνας με πολιτική περιβολή κατά την εποχή της εκθρόνισής του. (Μουσείο Μπενάκη)

Η Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862, ως έκφραση συσσωρευμένης αγανάκτησης και αντίδρασης στο «επάρατον και εθνοφθόρον σύστημα» της οθωνικής διακυβέρνησης, αποτελεί τη συνέχεια της επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843 και τον ενδιάμεσο σταθμό στην προσπάθεια του ελληνικού λαού να απομακρύνει τον Όθωνα από την εξουσία, γεγονός που θα πραγματοποιηθεί λίγους μήνες αργότερα με την οριστική αναχώρηση του από την Ελλάδα (12 Οκτωβρίου 1862).

Η Επανάσταση της 1ης Φεβρουαρίου του 1862, συνέπεια της συνεργασίας πολιτικών, λαϊκών και στρατιωτικών δυνάμεων που συγκροτούσαν την πρωτοπορία της πόλης, αποτελεί σημαντικό ιστορικό γεγονός, γιατί εκδηλώθηκε σε επαρχιακή πόλη, που είχε υπάρξει η πρώτη πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, και συντέλεσε τελικά στις εξελίξεις για την τελική έξοδο του Όθωνα από τη χώρα.

Ένα από τα χαρακτηριστικά της ήταν και η επέκταση της στην Πελοπόννησο (Αργολίδα, Αρκαδία, Λακωνία και Μεσσηνία) και στις Κυκλάδες (Σύρο, Κύθνο). Αυτό επιβεβαιώνει την εκτίμηση για την ύπαρξη πυρήνων αντίδρασης, που ήταν έτοιμοι να αντιδράσουν και να αποδεχθούν οποιαδήποτε δυναμική κίνηση αμφισβήτησης της οθωνικής κυριαρχίας. Όμως παρά τον αρχικό ενθουσιασμό και τις κινητοποιήσεις γρήγορα υποχώρησε η επαναστατική ορμή κάτω και από την πίεση των κυβερνητικών δυνάμεων αλλά και των αδυναμιών των κατά τόπους επαναστατών.

Οι συνέπειες της επαναστατικής δράσης αφορούν τις πολιτικές επιπτώσεις που επακολούθησαν και οδήγησαν στην πολιτική μεταβολή του Οκτωβρίου του 1862, την τύχη των επαναστατών και τη θέση τους στο πολιτικό, κοινωνικό και στρατιωτικό πεδίο μετά τη μερική αμνήστευση της οθωνικής κυβέρνησης και την αντίδραση του λαού του Ναυπλίου αλλά και των άλλων περιοχών, που αναπτύχθηκε επαναστατική δράση. Έτσι, παρά την τελική αποτυχία της Ναυπλιακής Επανάστασης στο στρατιωτικό επίπεδο, ουσιαστικά πέτυχε στον στόχο της, δηλαδή την τελική ανατροπή του θρόνου και την πλήρη εφαρμογή του συντάγματος.  

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης του κυρίου Βασίλη Τσιλιμίγκρα, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η επέκταση της Ναυπλιακής Επανάστασης του 1862 και οι συνέπειές της.

Δαλαμανάρα (Τοπωνύμια)


 

Δαλαμανάρα [1]. Δύο χιλιόμετρα ανατολικά του Άργους και πάνω στον εθνικό δρόμο Άργους-Ναυπλίου, βρί­σκεται το πεδινό χωριό Δαλαμανάρα, δημιούργημα ίσως των χρόνων της πρώτης Ενετοκρατίας. Για την προέλευση του καταφανώς βε­νετσιάνικου αυτού τοπωνυμίου, κατέ­φυγε ο γράφων στον «Κατάλογον χει­ρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Αγίου Μάρκου εν Βενετίᾳ», τον ο­ποίο είχε δημοσιεύσει ο Σπ. Μ. Θεο­τόκης κατ’ επιλογήν εκ της VI και VII σειράς, στα ΕΛΛΗΝΙΚΑ [2]. Εκεί ανα­φέρεται ότι υπάρχει χάρτης με σχέ­διο της μάχης του Άργους, που έδω­σαν οι Ενετοί εναντίον των Τούρκων στη θέση La Manara την 10η Ιουνίου 1695.

Όπως φαίνεται στο φωτοαντίγραφο που παραθέτουμε παρακάτω, το όνομα του χωριού Δαλαμανάρα δίνει αφορμή να υποθέσει κανείς ότι είναι το ίδιο το αναφερόμενο στο ενετικό σχέδιο, La Manara, με την πρόθεση και το άρθρο dalla, όπως π.χ. στο επώνυμο Dalla Porta [3]. Το επώνυμο το απαντούμε στον An­drea Manara, που διορίστηκε το 1473 στο Magnifico Rezimento στη Με­θώνη, και το 1475 εκλέγεται soprastante de luoci [4]. Τον Ιούλιο του 1482, πάλι στη Μεθώνη, διορίζεται ο Manara από τον dominum castellanum et provisorem Mothoni, «protomagister cedronum» (επιστάτης ερ­γατών; κωπηλατών;) [5].

 

Σχέδιο της μάχης του Άργους, που έδωσαν οι Ενετοί εναντίον των Τούρκων στη θέση La Manara την 10η  Ιουνίου 1695.

Σχέδιο της μάχης του Άργους, που έδωσαν οι Ενετοί εναντίον των Τούρκων στη θέση La Manara την 10η Ιουνίου 1695.

 

Συμπληρωματικές πληροφορίες σχετι­κές με το επώνυμο Manara, οφείλον­ται στην Ιταλίδα φιλόλογο Μ. Borra, και είναι οι ακόλουθες:

«…Υπάρχει στην ιταλική ιστορία μία οικογένεια Manara, της οποίας η ύπαρξη και η σπουδαιότητα μαρτυρείται από το Μεσαίωνα. Η οικογένεια αυτή προέρχεται από το Borgo Val di Taro, στην επαρχία Parma, και έλαβε τίτλο ευγενείας από τους δούκες Farnese, κυρίους της Parma και Piacenza. Ένας από τους Farnese αυτούς, ο Alessandro, γιος του Ottavio, υπήρ­ξε γενναίος στρατηγός και διακρίθηκε στη ναυμαχία του Lepanto το 1571. Σύμφωνα με τις συνήθειες της εποχής, οι Farnese που έλαβαν μέρος στις επι­χειρήσεις εναντίον των Τούρκων στο πλευρό των Ενετών, συνοδεύονταν από διάφορα άτομα, που ανήκαν σε οικο­γένειες με τις οποίες είχαν δεσμούς».

Μια τέτοια μπορούσε να ήταν και η οικογένεια Manara. Έτσι μπορεί, εν­δεχομένως, να εξηγηθεί η εμφάνισή της στο Μοριά. Μια ακόμη υπόθεση θα μπορούσε να είναι και η εξής: Ο Luciano Manara, ο ήρωας της επαναστάσεως εναντίον των Αυστριακών το 1848, που είναι γνωστή ως «Οι πέντε ημέρες τού Μι­λάνου», γεννήθηκε στις 25/3/1825 στο Antegnate της επαρχίας Bergamo. Το Antegnate αυτό διετέλεσε υπό την ενετική κυριαρχία από το 1428 μέχρι το 1796, και ίσως να μην αποκλείεται η παρουσία μελών αυτής της οικογέ­νειας στο στρατό της Ενετίας.

Και τέλος, μία τρίτη πιθανή εξήγη­ση θα μπορούσε να είναι και η εξής: Στη βενετσιάνικη διάλεκτο υπάρχει η λέξη manara, που σημαίνει τσεκούρι (ιταλικά manaja). Σύμφωνα με αυτό το δεδομένο, θα ήταν αρκετά πιθα­νόν ένας οποιοσδήποτε Ενετός, φθά­νοντας σ’ αυτό τον τόπο, να τού έδω­σε αυτή την ονομασία La Manara, εξαιτίας κάποιου περιστατικού πού ίσως συνέβη εκεί»[6].

Στη Μεσσηνία και την Κορινθία, μανάρα λέγεται το μεγάλο τσεκούρι. Και μανάρι στη Σάμο.

  

Τάκης Μαύρος

Τάκης Μαύρος, «Συμβολή στο Τοπωνυμικό της Αργολίδας», Εθνογραφικά τόμος 2ος (Ανάτυπο), έκδοση, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο, 1979-80.

 

Υποσημειώσεις


[1] Η Δαλαμανάρα (Τοπική Κοινότητα Δαλαμανάρας – Δημοτική Ενότητα Άργους), ανήκει στον Δήμο Άργους – Μυκηνών, κατά την απογραφή του 2001 είχε 730 κατοίκους.

[2] Έτος Γ’ (1930), τ. 20ν, σελ. 363.

[3] Κ. Σάθα, Μνημεία, VI, 284.

[4] Κ. Σάθα, Μνημεία, StatutaetCapitula, IV, 161.

[5] Αυτόθι, σελ. 185.

[6] Βιβλιογραφία: Albo nazionale famiglie nobili dello stato Italiano, Milano 1965, p. 400. Enciclopedia Italiana, Roma 1934. Miarana E., Luciano Manara, Milano 1932, Passim.

 

Ξενοφών (περ. 430 π.Χ. – περ. 355 π.Χ.)


 

Προτομή του Ξενοφώντα. Ρωμαϊκό αντίγραφο έργου του 4ου αιώνα π.Χ.  Madrid, Museo Nacional del Prado.

Προτομή του Ξενοφώντα. Ρωμαϊκό αντίγραφο έργου του 4ου αιώνα π.Χ.
Madrid, Museo Nacional del Prado.

Ο Ξενοφώντας γεννήθηκε στην Αθήνα το 430 π.Χ. από πλούσιους γονείς, το Γρύλλο και τη Διοδώρα, που ανήκαν στην αριστοκρατική τάξη. Μεγά­λωσε σαν πλουσιόπαιδο και υπήρξε μαθητής του Σωκράτη. Η αγάπη και ο θαυμασμός που έτρεφε για το δάσκαλό του δε στάθηκαν ικανά να τον στρέψουν στην άσκηση της φιλοσοφίας. Τον τράβηξαν περισσότερο ο πρακτικός βίος, η δραστήρια και συχνά γεμάτη περιπέτειες ζωή. Στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου το όνομά του δεν αναφέρεται πουθενά. Μετά την πτώση του ολιγαρχικού καθεστώτος των τριάκοντα τυράννων εγκατέλειψε την Αθήνα και το 401 π.Χ. πήρε μέρος στην εκ­στρατεία του Κύρου εναντίον του Αρταξέρξη. Η συμμετοχή του σ’ αυτή την τυχοδιωκτική πολεμική επιχείρηση, που έγινε με τις ευλογίες της Σπάρτης, αναμφίβολα δεν ήταν πράξη φιλοαθηναϊκή.[1]

Μετά την «κάθοδο των Μυρίων» στην οποία πρωταγωνίστησε, έδειξε τα φιλολακωνικά του αισθήματα και ακολούθησε τους παλιούς εχθρούς της πατρίδας του. Πολέμησε με τους Σπαρτιάτες Θίβρωνα και Δερκυλίδα κατά των Περσών και το 396 π.Χ. γνώρισε το βασιλιά της Σπάρτης Α­γησίλαο, που πολεμούσε στη Μ. Ασία. Γοητεύτηκε από την προσωπικό­τητά του, τον θαύμαζε για τις πολιτικές και στρατιωτικές του αρετές και τον ακολούθησε πολεμώντας ακόμα και εναντίον της πατρίδος του στη μάχη της Κορώνειας το 394 π.Χ.

Για τη συμπεριφορά του αυτή οι Αθηναίοι τον κατηγόρησαν για φιλολακωνισμό και τον καταδίκασαν σε εξορία και δήμευση της περιουσίας του. Οι Σπαρτιάτες όμως τον αποζημίωσαν, στην αρχή με «προξενία» και αργότερα μ’ ένα κτήμα στο Σκιλλούντα, κοντά στην Ολυμπία, όπου έμει­νε 20 χρόνια, τα πιο ειρηνικά και γόνιμα της ζωής του, περνώντας τον καιρό του σαν μορφωμένος και πλούσιος γαιοκτήμονας, επιβλέποντας καβάλα στ’ άλογό του την καλλιέργεια των χωραφιών του, κυνηγώντας, καλώντας τους φίλους του, γράφοντας τα βιβλία του.[2]

Το 370 π.Χ. οι Η­λείοι ξαναπήραν το Σκιλλούντα και ο Ξενοφών αναγκάστηκε να καταφύ­γει στην ουδέτερη Κόρινθο, όπου έζησε ως το θάνατό του, λίγο αργότερα από το 355 π.Χ. Στο διάστημα αυτό οι Αθηναίοι είχαν ανακαλέσει το διάταγμα της εξορίας του, αλλά είναι άγνωστο αν ξαναεπισκέφτηκε την πατρίδα του. Πάντως υποστήριζε το ολιγαρχικό κόμμα της Αθήνας και ήταν σύμβουλος του Εύβουλου σε οικονομικά κυρίως θέματα, προτείνοντας μέτρα που ενίσχυαν τη θέση των μεγάλων γαιοκτημόνων, στους ο­ποίους ανήκε και ο ίδιος.[3]

Ο Ξενοφώντας ήταν από πεποίθηση αριστοκρατικός, βρέθηκε έξω από το δημοκρατικό πνεύμα της Αθηναϊκής πολιτείας και θαύμαζε το πολιτικο-κοινωνικο-στρατιωτικό σύστημα της Σπάρτης, γι’ αυτό εξορίστηκε και θεωρήθηκε προδότης της πατρίδας του, την οποία όμως δεν έπαψε να θυμάται και να παρακολουθεί τη μοίρα της στους ταραγμένους εκεί­νους καιρούς. Στα έργα του εξιδανικεύει τη Σπάρτη προσπαθώντας πα­ράλληλα να κρατήσει νομιμόφρονα στάση απέναντι στην Αθήνα.[4]

Υπήρξε από τους πολυγραφότατους αρχαίους συγγραφείς και τα έρ­γα του, που σώθηκαν σχεδόν όλα, χωρίζονται:

α. Ιστορικά (Κύρου Ανάβασις, Ελληνικά, Αγησίλαος, Κύρου Παιδεία. Τα δυο τελευταία πλησιά­ζουν περισσότερο στο είδος της βιογραφίας και του ιστορικού μυθιστο­ρήματος αντίστοιχα).

β. Φιλοσοφικά – Πολιτικά (Απομνημονεύματα, Λακε­δαιμονίων πολιτεία, Απολογία Σωκράτους, Συμπόσιον, Ιέρων).

γ. Τεχνι­κά – διδακτικά εγχειρίδια (Ιππαρχικός, περί ιππικής, Κυνηγετικός, Οικο­νομικός, Πόροι).

Ξενοφών. Thomas Stanley, (1655), «The history of philosophy».

Ξενοφών. Thomas Stanley, (1655), «The history of philosophy».

Κύρου Ανάβασις: Στο έργο του «Κύρου Ανάβασις» ο Ξενοφών διηγείται γεγονότα που έζησε ο ίδιος και δίνει πολλές γεωγραφικές και εθνογραφικές λεπτομέρειες. Η Ανάβαση, η πορεία δηλαδή προς το εσωτερικό του περσικού κράτους, παρουσιάζεται στα 6 πρώτα κεφάλαια, ακολουθεί η περιγραφή της μάχης στα Κούναξα, ενώ το κύριο μέρος του έργου καλύπτουν τα γεγονότα της υποχώρησης προς τη Μαύρη Θάλασσα μέσα από εχθρική χώρα και δύσβατα μονοπάτια (Κάθοδος των Μυρίων).

Τα «Ελληνικά»:Το κύριο ιστορικό έργο του Ξενοφώντα είναι τα «Ελ­ληνικά» που χωρίζονται σε 7 βιβλία. Τα δυο πρώτα βιβλία συνεχίζουν την ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου από το σημείο ακριβώς που είχε σταματήσει ο Θουκυδίδης (411 π.Χ.) μέχρι τη συμφιλίωση των δυο πολιτικών κομμάτων στην Αθήνα το 403 π.Χ. Στο τμήμα αυτό του έργου του ακολουθώντας το Θουκυδίδη εκθέτει τα γεγονότα με χρονολογική σειρά και κατά το δυνατόν απρόσωπα. Τα επόμενα 5 βιβλία συνεχίζουν την ελληνική ιστορία μέχρι τη μάχη της Μαντινείας το 362 π.Χ. Εδώ α­πομακρύνεται από τον τρόπο και τη μέθοδο του Θουκυδίδη. Τα χρονο­λογικά στοιχεία παραμελούνται, η κατανομή της ύλης είναι άνιση, η σύν­θεση γίνεται χαλαρότερη, η συμμετοχή του προσωπικού παράγοντα εντο­νότερη. Ζωγραφίζει έντονα τις ηγετικές προσωπικότητες που δρουν στο προσκήνιο, διαπλάθει εντυπωσιακές μεμονωμένες σκηνές και μένει πάντα στην επιφάνεια των πραγμάτων. Τέλος δεν αναφέρει σπουδαία γεγονότα, όπως η ναυμαχία της Κνίδου, η ίδρυση της β’ Αθηναϊκής συμμαχίας το 378 π.Χ., η ίδρυση της Μεγαλόπολης[6] κ.ά. Έτσι με το έργο του αυτό ως ιστορικός κινείται στη σκιά του Θουκυδίδη.

Αγησίλαος: Το έργο «Αγησίλαος» αποτελεί το εγκώμιο του βασιλιά της Σπάρτης, τον οποίο ο Ξενοφών τόσο θαύμαζε, ώστε τον ακολούθησε στον πόλεμο ενάντια στην πατρίδα του.

Κύρου Παιδεία: Το έργο που αποτελείται από 8 βιβλία, πραγματεύεται την ιστορία της νεότητας, της ανόδου στο θρόνο και της βασιλείας του Κύρου του Πρεσβύτερου. Το έργο είναι πλούσιο σε ηθοπλαστικές ιστορίες, ενώ η επιλογή και παρουσίαση των γεγονότων οδηγούν όχι στην περιγραφή του Kύρου ως ιστορικού προσώπου, αλλά στην περιγραφή του ιδανικού βασιλιά.

Απομνημονεύματα: Στα 4 βιβλία του έργου «Απομνημονεύματα» περιέχονται σωκρατικοί διάλογοι και επεισόδια σχετικά με το Σωκράτη, τον οποίο ο Ξενοφών θαύμαζε και από τον οποίο επηρεάστηκε. Στα Απομνημονεύματα εντάσσεται και η «Απολογία Σωκράτους». Στην ίδια ομάδα ανήκει και το «Συμπόσιον», στο οποίο περιγράφεται ένα γλέντι στο σπίτι του Καλλία, όπου ο Σωκράτης με ένα ρητορικό λόγο αναφέρεται στον ηδονικό και ψυχικό έρωτα.

Λακεδαιμονίων Πολιτεία: Η συμπάθειά του προς τη Σπάρτη τον οδήγησε και στην ενασχόλησή του με το πολίτευμά της στο σύγγραμμά του «Λακεδαιμονίων Πολιτεία». Σ’ αυτό εξαίρει τις αρχές που έθεσε ο Λυκούργος και τις θεωρεί, μαζί με το θεσμό της διπλής βασιλείας που ίσχυε στη Σπάρτη, ως τις βάσεις στις οποίες στηρίχτηκε η δύναμη της πόλης. Αντίθετα, η απομάκρυνση από αυτά τα ιδεώδη οδήγησε στην κατάπτωσή της.
Εξαιτίας του θαυμασμού του Ξενοφώντα προς το σπαρτιατικό πολίτευμα θεωρήθηκε ότι και το σημαντικό σύγγραμμα «Αθηναίων Πολιτεία» είναι έργο του ιδίου, λόγω του επικριτικού του χαρακτήρα. Όμως γενική είναι η πεποίθηση ότι πρόκειται για έργο ανώνυμου ολιγαρχικού. Η σημασία του βεβαίως δεν είναι μικρότερη, γιατί ο ανώνυμος συγγραφέας μάς δίνει μια παραστατικότατη εικόνα για τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος στην Αθήνα, εξηγώντας στο προοίμιο ότι αν και ο ίδιος διαφωνεί με το πολίτευμα, θα δείξει ότι οι Αθηναίοι, εφόσον το επέλεξαν, ορθώς πράττουν ως πράττουν.

Ιέρων: Ο «Ιέρων» είναι ένα διαλογικό σύγγραμμα στο οποίο ο Ξενοφών παρουσιάζει τον ποιητή Σιμωνίδη να μιλά με τον Ιέρωνα, τύραννο της Σικελίας, για τη φύση και τις δυνατότητες του μονάρχη.

Ο «Ιππαρχικός» και το «Περί Ιππικής» είναι οδηγίες το μεν πρώτο προς τον αρχηγό των ιππέων το δε δεύτερο προς τον κάθε ιππέα για την περιποίηση του αλόγου του.

Οικονομικός: Σημαντική πηγή για τους ερευνητές αποτελεί το έργο του Ξενοφώντα «Οικονομικός». Ο Ισχόμαχος, εύπορος κτηματίας και νιόπαντρος, περιγράφει στο Σωκράτη με λεπτομέρειες το καθημερινό του πρόγραμμα και την κατανομή των εργασιών στους δούλους του. Αν και από την περιγραφή αυτή συνάγονται πολλές λεπτομέρειες για τον τρόπο ζωής εκείνη την εποχή, σημαντικότερη είναι η προσφορά του έργου στην επισκόπηση της ζωής μιας Αθηναίας.

Πόροι: Με τις οικονομικές συνθήκες της Αθήνας ασχολείται το έργο «Πόροι», στο οποίο προτείνει τρόπους για την εξυγίανση των οικονομικών της πόλης.

 Το πλούσιο λογοτεχνικό του ταλέντο και η απλότητα του περιεχομένου, του ύφους και της γλώσσας του τον κάνουν τον πιο προσιτό από τους παλιούς συγγραφείς και πολύτιμο μάρτυρα μιας κρί­σιμης φάσης της Ελληνικής Ιστορίας.[5] Όμως το πνεύμα του ήταν μέτριο και ούτε στην ιστορία, ούτε στη φιλοσοφία μπόρεσε να διεισδύσει κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων. Ως ιστορικός δεν είναι ούτε οξύς κρι­τικός, ούτε αμερόληπτος, ενώ ως φιλόσοφος δεν είναι ούτε βαθύς, ούτε πρωτότυπος.

 

Υποσημειώσεις


[1] LeskyΑ., Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 849.

[2] FlaceliereR., Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 383.

[3] Κορδάτου Γ., Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τόμ. III, σελ. 542, 553.

[4] Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 25, σελ. 47, 49.

[5] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. Γ2, σελ. 449.

[6] LeskyA., ό.π, σελ. 852-853.

 

Πηγές


  • Αλέξης Τότσικας, «Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.
  • Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού – http://www.ime.gr

 

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών – «Η Ελλάδα των ερειπίων και οι Ευρωπαίοι περιηγητές (18ος – 19ος αιώνας)»


 

“Events Series 2014”

«Κλασικά πρότυπα και η πρόσληψή τους: Από τους Αχαιμενίδες έως τον γερμανικό εθνοσοσιαλισμό»

 

 Harvard

Harvard

Την Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014 και ώρα 8:00 μ.μ., στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη η Δρ Αφροδίτη Κούρια, Ιστορικός της Τέχνης, Ανεξάρτητη Επιμελήτρια Εκθέσεων.

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο της σειράς διαλέξεων και εκδηλώσεων «Events Series 2014», θα είναι:

«Η Ελλάδα των ερειπίων και οι Ευρωπαίοι περιηγητές ( 18ος – 19ος αιώνας)».

Η σειρά εκδηλώσεων «Events Series 2014» πραγματοποιείται σε συνεργασία με τους Δήμους Ναυπλιέων, Άργους-Μυκηνών, Ερμιονίδας και Επιδαύρου.

Πατούρα Σοφία – Διευθύντρια Ερευνών/Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών


 

Σοφία Πατούρα

Σοφία Πατούρα

Η Σοφία Πατούρα κατάγεται από την Καρυά Αργολίδας (οικισμός Χούνη), όπου τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο. Για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση φοίτησε στο Μπουσουλοπούλειο Γυμνάσιο και Λύκειο του Άργους από το οποίο έλαβε το απολυτήριο Λυκείου. Συμμετέχοντας στις Πανελλήνιες Εξετάσεις, εισήχθη επιτυχώς στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Τέχνης), από την οποία πήρε το πτυχίο της το 1974. Κατά το σχολικό έτος 1974-1975 εργάσθηκε ως καθηγήτρια Ιστορίας σε Ιδιωτικό Εκπαιδευτήριο του Άργους.

Στη συνέχεια, με υποτροφία του Υπουργείου Εξωτερικών (Πρόγραμμα Μορφωτικών Ανταλλαγών), πήγε στη Ρουμανία για μεταπτυχιακές σπουδές και την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής στη Σχολή Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου.

Κατά την περίοδο των μεταπτυχιακών της σπουδών (Ιανουάριος 1976 – Σεπτέμβριος 1980), υπό την επιστημονική καθοδήγηση δύο διαπρεπών πανεπιστημιακών δασκάλων και ελληνιστών, του ακαδημαϊκού Emil Condurachi και του σπουδαίου αρχαιολόγου Ion Barnea, παρακολούθησε μαθήματα, σεμινάρια, διαλέξεις και ανασκαφικές έρευνες σχετικές με το αντικείμενο της διδακτορικής διατριβής της.

Τον Σεπτέμβριο του 1980 υποστήριξε την διατριβή της και έλαβε τον τίτλο της διδάκτορος στην Ιστορία και Αρχαιολογία. Ο θεματικός τομέας στον οποίο εξειδικεύθηκε είναι: οι Μεταναστεύσεις των Λαών κατά την Ύστερη Αρχαιότητα (Πρώιμο Βυζάντιο).

Μετά την επιστροφή της στην Ελλάδα εργάσθηκε για μικρό χρονικό διάστημα σε Γυμνάσιο της Αθήνας, ως καθηγήτρια Ιστορίας. Τον Φεβρουάριο του 1981 προσελήφθη στο Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, στο οποίο εργάζεται έως σήμερα.

Στη διάρκεια των 33 ετών επαγγελματικής σταδιοδρομίας στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών πέρασε επιτυχώς, κατόπιν επιστημονικών κρίσεων, από όλες τις ερευνητικές βαθμίδες και το 2007 ολοκλήρωσε την βαθμολογική εξέλιξή της, καταλαμβάνοντας το βαθμό της Διευθύντριας Ερευνών.

 

Τα επιστημονικά και ερευνητικά ενδιαφέροντά της συνοψίζονται στις παρακάτω θεματικές ενότητες:

 

• Εξωτερική πολιτική και Διπλωματία του Βυζαντινού Κράτους.

• Ιδεολογία, θρησκεία και πολιτική (Ύστερη Αρχαιότητα, Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος).

• Οι αιχμάλωτοι και οι όμηροι κατά την Αρχαιότητα και το Μεσαίωνα.

• Οι μεταναστεύσεις των λαών κατά την Ύστερη Αρχαιότητα και τον Πρώιμο Μεσαίωνα (οι βαρβαρικοί λαοί της δουναβικής μεθορίου).

• Το Βυζάντιο και οι Άραβες (πολιτικές, διπλωματικές και πολιτισμικές σχέσεις).

Στη διάρκεια τής έως σήμερα επαγγελματικής θητείας της α) έχει οργανώσει πολλά συνέδρια / συμπόσια, ημερίδες και διάφορους κύκλους επιστημονικών διαλέξεων και σεμιναρίων, ή συμμετάσχει σε αυτά β) έχει μιλήσει σε 40 περίπου διεθνή και εθνικά συνέδρια/συμπόσια, ημερίδες και επιστημονικές εκδηλώσεις και γ) είναι ενεργό μέλος πολλών ιστορικών εταιρειών.

 

Το συγγραφικό της έργο έχει ως ακολούθως:

 

Α. Μονογραφίες

1) Πολιτιστικές σχέσεις του Βυζαντίου με τους λαούς του Δούναβη κατά τους 4ο και 5ο αιώνες, Βουκουρέστι 1980, σελίδες 200 (διδακτορική διατριβή στη ρουμανική γλώσσα).

2) Οι αιχμάλωτοι ως παράγοντες επικοινωνίας και πληροφόρησης (4ος-10ος αι.), έκδ. ΙΒΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 1994, σελίδες 174.

3) Χριστιανισμός και παγκοσμιότητα στο Πρώιμο Βυζάντιο: από τη θεωρία στην πράξη, έκδ. ΙΒΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2008, σελίδες 456.

4) Η μεθόριος του Δούναβη και ο κόσμος της στην εποχή της μετανάστευσης των λαών (4ος-7ος αι.), έκδ. ΙΒΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2008, σελ. 301.

 

Β. Επιστημονική και τυπογραφική επιμέλεια (Editing)

 

1) Η Ελληνική Γραφή κατά τους 15ο και 16ο αιώνες, έκδ. ΙΒΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2000, σελ. 568.

2) Διπλωματία και πολιτική: ιστορική προσέγγιση, έκδ. ΕΙΕ, Αθήνα 2005, σελ. 372.

 

Γ. Επιστημονικές μελέτες

– 50 περίπου επιστημονικές δημοσιεύσεις σε ελληνικά και διεθνή ξενόγλωσσα περιοδικά, πρακτικά συμποσίων και συνεδρίων, σύμμεικτους τόμους.

 

Κυριώτερες μελέτες

 

– Romans and Barbarians on the banks of the Danube: Settlements and Trade (4th – 6th Centuries), στοντόμο Life on the Rivers of South-East Europe: historical Aspects of the spacial Planning of Settlements and Transport Networks, Ινστιτούτο Βαλκανικών Σπουδών/Σερβική Ακαδημία Επιστημών και Τεχνών (υπό εκτύπωση).

– Constantine as common bishop (κοινός επίσκοπος) and common protector of the world (κοινός των απανταχού κηδεμών), στοντόμο Nis and Byzantium Symposium XII, The collection of scientific works, Nis 2014 (υπόεκτύπωση).

– The Revolt of Vitalianus in Scythia Minor (Dobrudja), his Wanderings in Thrace and the political Manoeuvres of Anastasius, στον υπό έκδοση τιμητικό τόμο για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του αείμνηστου καθηγητή καιμέλους της Ακαδημίας Επιστημών της Ρουμανίας, Ion Barnea (1913-2004), Σχολή Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου.

– Πόλεμος και διπλωματία: πολιτισμικές και ιδεολογικές παρεμβάσεις της βυζαντινής αυλής στον κόσμο των Αράβων (9ος – 10ος αι.), Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Το Βυζάντιο στην ιστορική συνέχεια (Δελφοί, 8 – 10 Ιουλίου 2011), Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών (υπό εκτύπωση).

– Two landmark events in the history of Arab-Byzantine relations and the «law of war»: the fall of  Thessaloniki (904) and the recapture of Crete (961), Graeco-arabica 12, Βικελαία Βιβλιοθήκη Ηρακλείου Κρήτης  (υπόεκτύπωση).

– Οι όμηροι και η ομηρεία από την Αρχαιότητα έως το τέλος του Βυζαντίου στις ελληνικές πηγές: συνοπτικό περίγραμμα, στο Αντικήνσωρ. Τιμητικός τόμος Σπύρου Τρωιάνου, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τομέας Ιστορίας και θεωρίας του Δικαίου, Αθήνα 2013.

– Οι αιχμάλωτοι και η εξημέρωση του πολέμου: το παράδειγμα των βυζαντινο-αραβικών σχέσεων, Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Byzantium and the Arab World: Encounter of Civilisations (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 16-18 Δεκεμβρίου 2011), Θεσσαλονίκη 2013.

–  The Byzantine court and the arab caliphate: mutual attempts at rapprochement at the peak of the arab-byzantine struggle (9th-10th c.), in Arabia, Greece and Byzantium: Cultural Contacts in Ancient and Medieval Times, vol. II [proceedings of the International Symposium on the Historical Relations between Arabia the Greek and Byzantine World (5th century BC – 10th century AD), Riyadh, 6-10 December, 2010), King Saud University, Riyadh 2012, 241-248.

– Arab and Byzantine Prisoners in the Reign of Leo VI the Wise: Images from Contemporary Byzantine Sources, Graeco-arabica 11 (2011), σελ. 399- 413.

– Les invasions dans les Balkans pendant les IVe-Vie siecles, in the volume. Pour une Grande Histoire des Balkans: des Origines aux Guerres Balkaniques, Association International d’ Etudes Sud-Est Europeen, Paris 2005, pp. 115-145.

– Όψεις της βυζαντινής διπλωματίας, στον τόμο, Διπλωματία και πολιτική: ιστορική προσέγγιση (έκδ. Σοφία Πατούρα-Σπανού), Aθήνα 2005, σελ. 131-164.

– H παγκοσμιότητα της Aυτοκρατορίας και οι εκχριστιανισμοί των λαών της Aφρικής και της Aραβικής Xερσονήσου κατά την προϊσλαμική εποχή, Graeco-arabica 9-10 (2004), σελ. 311-331.

– O Δούναβης στις ιστοριογραφικές πηγές κατά την περίοδο της μεταναστεύσεως των λαών: μύθοι και πραγματικότητα, Iστορικο-γεωγραφικά 9 (2001-2002), σελ. 399-412.

– Bιοτεχνική παραγωγή και συναλλαγές στις ελληνικές αποικίες της δυτικής ακτής του Eυξείνου Πόντου (4ος-6ος αι.), στον τόμο: H Kαθημερινή ζωή στο Bυζάντιο: τομές και συνέχειες στην Eλληνιστική και Pωμαϊκή Περίοδο, Aθήνα 1989, σελ. 279-290.

–  Tο Bυζάντιο και ο εκχριστιανισμός των λαών του Kαυκάσου και της Kριμαίας (6ος αι.), Σύμμεικτα 8 (1989), σελ. 405-434.

– L’ Oeuvre de reconstitution du limes danubien à l’ époque de l’empereur Justinien Ier, Revue des Études Sud-Est Européennes 18 (1980), σελ. 95-109.

 

Δ. Δημοσιεύματα επιστημονικής εκλαΐκευσης

– 60 περίπου άρθρα, λήμματα και κεφάλαια σε λεξικά, εγκυκλοπαίδειες και σύμμεικτους ιστορικούς τόμους (κυρίως σε συνεργασία με την Εκδοτική Αθηνών).

 

Ε. Δημοσιεύματα στον Τύπο

-14 εκτενή άρθρα και βιβλιοπαρουσιάσεις στις εφημερίδες «Καθημερινή της Κυριακής» και «Βήμα της Κυριακής», με επίκεντρο το Βυζάντιο.

– Συνέντευξη στη εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» με αντικείμενο ένα ελληνο-αραβικό συνέδριο στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας (Δεκέμβρης 2010).

– 4 εκτενή άρθρα στα περιοδικά «Αντί » και «Ηλιαία» με βυζαντινά θέματα.

Σημειώνεται τέλος ότι στην κατοχή της βρίσκεται από πολλών ετών το πολύτιμο για τη νεότερη ιστορία του Άργους και γενικότερα του νεοελληνικού κράτους αρχείο (αλληλογραφία) του Δημητρίου Βαρδουνιώτη (Αργείος Λόγιος 1846-1924). Για τη μελέτη και την έκδοσή του συνεργάζεται ήδη με την νεοελληνίστρια, ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών του ΕΙΕ, κα Ρωξάνη Αργυροπούλου. Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού στηρίζει θερμά αυτή την προσπάθεια και έχει αναλάβει την έκδοσή του.

Είναι παντρεμένη με τον Χρίστο Σπανό, οικονομολόγο, και έχει δύο παιδιά, τον Αλέξανδρο, πτυχιούχο του τμήματος πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών του Πανεπιστημίου Αθηνών και την Αγγελίνα, ασκούμενη δικηγόρο.

 

Αρβανιτιά Ναυπλίου


 

Αρβανιτιά (Ναυπλίου). Περιοχή νοτιοανατολικά της πόλεως, η ονο­μασία της οποίας πιθανόν να πρέπει να χρονολογηθεί από την περίοδο της προ της Αλώσεως της Κωνσταντινου­πόλεως καθόδου Αλβανών. Σε χάρτη της περιοχής, σχεδιασμένο από το χα­ράκτη G. F. Camocio, στρατιώτη Ενε­τό, για τον οποίο αναφέρεται ότι ήταν «πλέον μηχανικός»[1], σημειώνεται στις δυτικές πλαγιές του Παλαμηδιού τοποθεσία με την ονομασία «Case Αlbanesi». Προφανώς οικισμός στον οποίο είχαν εγκατασταθεί Αλβανοί.

 

Giovanni Francesco Camocio (1501;- †1575) - Napoli di Romania

Giovanni Francesco Camocio (1501;- †1575) – Napoli di Romania

 

Χάρτης του Ναυπλίου του 1573; Διακρίνεται η τάφρος που χώριζε την πόλη από το βουνό του Παλαμηδιού. Δυτικά στην άκρη της τάφρου διακρίνεται η σημείωση «Case Αlbanesi». Προφανώς οικισμός στον οποίο είχαν εγκατασταθεί Αλβανοί

Χάρτης του Ναυπλίου του 1573; Διακρίνεται η τάφρος που χώριζε την πόλη από το βουνό του Παλαμηδιού. Δυτικά στην άκρη της τάφρου διακρίνεται η σημείωση «Case Αlbanesi». Προφανώς οικισμός στον οποίο είχαν εγκατασταθεί Αλβανοί

 

Ότι υπήρχαν Αλβανοί εγκατα­στημένοι στο Ναύπλιο ή περί το Ναύπλιο από το IE’ ήδη αιώνα, απο­δεικνύεται και από αυτό που αναγρά­φει ο Bartolomeo Minio, Proveditor e capitanio a Napoli diRomania: «… et che i Albanesi che abita a Napoli non die essere messi a questo conto…». (Οι Αλβανοί που κατοικούν στο Ναύπλιο δεν πρέπει να συμπερι­ληφθούν σ’ αυτόν το λογαριασμό)[2].

Δεύτερος Ενετός, ο Bernardini Contarini, «qui fuit baylus etcapitaneus Naupolis Romanie», σε έκθεσή του που υποβάλλει στις προϊστάμενες αρχές του το 1527, αναγράφει:

«Ceterum, non restaro anchora, omnia debita reverentia premissa, aricordargli qualmentees sendo dicta citta sua de la importentia che a Vostra Sublimita spientissima e ben noto, molto al proposito sarebbe a fortificarla da parte de terra firma meglio di quello la si ritrova il che se potria exeguir, ne perho cum tanta excessiva spesa cum redur essa citta in isola, et a tal eflfeto bisognerebe cavar dale Calive de Albanesi fino al Pontil che e spatio di longezza cento vinti, et in largezza passa 15, il che facendosi, procul dubio, et tenendosi poi dicta citta come di sopra di victualie munita, la non tenuria al-cuna potentia hostile…

Presentata Die quarto Junii

MDXXV11»[3].

Σε ελεύθερη μετάφραση θα μπορούσε να αποδοθεί:

«Δε θα παραλείψω επίσης, με όλο τον οφειλόμενο σεβασμό, να σας υπενθυ­μίσω ακόμη ότι, εφ’ όσον αυτή η πόλη σας έχει τη σημασία που στη Σοφό­τατη Εξοχότητά σας είναι πολύ γνω­στή, θά ήταν πολύ σκόπιμο να οχυρω­θεί από το μέρος της ξηράς καλύτερα από όπως είναι μέχρι τώρα, πράγμα που θα μπορούσε να γίνει, όχι με με­γάλη δαπάνη, και να γίνει αυτή η πό­λη νησί, και γι’ αυτό το σκοπό θά πρέπει να σκάψει κανείς από τις Κα­λύβες των Αλβανών μέχρι το Γεφύρι, που είναι μια απόσταση μήκους 120 και πλάτους 15 βημάτων, και αν γίνει αυτό, τότε χωρίς αμφιβολία, καλά εφο­διασμένη η πολιτεία αυτή (το Ναύ­πλιο) με τρόφιμα, δεν έχει να φοβηθεί καμιά εχθρική δύναμη.

Υπεβλήθη στις 4 Ιουνίου 1527».

Από την περιγραφή της τάφρου που υποδεικνύει ο Contarini ότι πρέπει να σκαφτεί, βγαίνει το συμπέρασμα ότι ο συνοικισμός τα «Αρβανίτικα Καλύβια» ήταν παραθαλάσσιος, αφού αν σκάβονταν τα 90 μέτρα (120 βήματα), που τον χώριζαν από το Γεφύρι, μέχρι το οποίο φαίνεται ότι έφτανε η «Φόσσα», η άλλη δηλαδή τάφρος που ένωνε το Γεφύρι με την προς την πλευρά του αργολικού κάμπου θάλασσα του Ναυ­πλίου, τότε οι δύο τάφροι θά ενώνον­ταν και έτσι το Ναύπλιο θά μετατρε­πόταν σε νησί. Η περιγραφή αυτή το­ποθετεί τις Calive Albanesi σχεδόν ακριβώς στο μέρος που και σήμερα ακόμη λέγεται «Αρβανιτιά».

Η μέχρι σήμερα διατηρούμενη παράδοση [4], ότι η τοποθεσία «Αρβανιτιά» οφείλει την ονομασία της στο φόνο Αλβανών στρατιωτών το 1779 από τους Τούρκους του Ναυπλίου [5], φαί­νεται ότι ανήκει στη σφαίρα του θρύ­λου. Ας προστεθεί ακόμη ότι συνοι­κία «Αρβανιτιά» υπάρχει και στο γει­τονικό Άργος.

 

Υποσημειώσεις


[1] Σπ. Μ. Θεοτόκη, Κατάλογος χειρογρά­φων  βιβλιοθήκης του Αγίου Μάρκου εν Βενετία, Francesco Muazzo, Storia della guerra della Morea dal 1684 sino al 1696, βιβλίον 8ov, ΕΑΛΗΝΙΚΑ, E’ (1932), τεύχος lov, σελ. 27, και δημοσιευμένο από τον Giuseppe Gerola, Le fortificazioni di Napoli di Romania, Estratto dall’ Annuario della Regia Scuola Archeologica di Atene a delle Missioni Italiani in Oriente, vol. XIII-XIV, Bergamo, I-stituto Italiano d’arti grafiche 1934-XII, p. 8.

[2] Κ. Σάθα, Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, Dispacci da Napoli di Romania 1479-1483, τ. VI, Paris 1884, σελ. 143.

[3] Κ. Σάθα, Μνημεία, Relationes provisorum Nauplii, VI, 248, 249.

[4] Στο βιβλίο «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994, διαβάζουμε:Η ονομασία της οφείλεται στον ομαδικό αφανισμό Αλβανών το 1779 ύστερα από διαταγή του Τούρκου ναυάρχου Γαζή-Χασάν Τζεζαερλή. Κατά την Επανάσταση που υποκίνησε η Ρωσία σε μερικές περιοχές της Πελοποννήσου και που έμεινε στην ιστορία ως «Ορλωφικά» (1769-1770), οι Τούρκοι, θέλοντας να την καταπνίξουν όσο γίνεται γρηγορότερα, ενισχύθηκαν από Αλβανούς άτακτους. Μετά την αποτυχία της επαναστάσεως, οι Αλβανοί έμειναν στην Πελοπόννησο και άρχισαν να λεηλατούν και να καταστρέφουν ό,τι εύρισκαν. Αργότερα εγκαταστάθηκαν γύρω από το Ναύπλιο και απειλούσαν τον Τούρκο διοικητή, ο οποίος είχε την έδρα του εκεί. Αρχικά οι Τούρκοι δεν αντέδρασαν, επειδή απώτερος σκοπός τους ήταν η εξόντωση του χριστιανικού πληθυσμού για να μη τους δημιουργεί προβλήματα. Σε μία όμως σύσκεψη ανωτάτων στελεχών στην Κωνσταντινούπολη, ο Καπουδάν-πασάς (ναύαρχος) Γαζή-Χασάν ο Τζεζαερλής παρατήρησε ότι εάν σκοτωθούν όλοι οι χριστιανοί τότε δε θα υπάρχουν υπήκοοι για να πληρώνουν τούς φόρους (χαράτσι). Το συμβούλιο βρήκε σωστή την παρατήρηση αυτή και ανέθεσε στο Γαζή-Χασάν να προχωρήσει στην εξόντωση του αλβανικού στοιχείου όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Τον Απρίλιο τού 1779 οι άτακτοι Αλβανοί ειδοποιήθηκαν να ανεβούν στο Παλαμήδι για «να εισπράξουν τους μισθούς που τους οφείλοντο». Όταν αυτοί ανέβηκαν, οδηγήθηκαν κατά μικρές ομάδες στην ξύλινη γέφυρα που ένωνε την Καρά-Τάμπια (προμαχώνας Θεμιστοκλής) και την Tαβίλ Τάμπια (προμαχώνας Φωκιανός), της οποίας όμως, με διαταγή του Γαζή-Χασάν, είχε αφαιρεθεί το κατάστρωμα. Έτσι κάθε ομάδα που επρόκειτο να περάσει από τη γέφυρα αυτή, έπεφτε στο βάραθρο, στο μικρό όρμο που σχηματίζεται ανάμεσα στις υπώρειες του Παλαμηδιού και της Ακροναυπλίας. Η περιοχή αυτή ονομάστηκε από τότε «Αρβανιτιά».

[5] Μ. Λαμπρυνίδου, ό.π., σελ. 164, 165.

 

Πηγή


  • Τάκης Μαύρος, «Συμβολή στο Τοπωνυμικό της Αργολίδας», Εθνογραφικά τόμος 2ος (Ανάτυπο), έκδοση, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο, 1979-80.

 

 

Θουκυδίδης (460-399 π.Χ.)


 

Ἀνδρῶν γὰρ ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος,

καὶ οὐ στηλῶν μόνον ἐν τῇ οἰκεία σημαίνει ἐπιγραφή,

ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ μὴ προσηκούσῃ ἄγραφος μνήμη

παρ’ ἑκάστω τῆς γνώμης μᾶλλον ἢ τοῦ ἔργου ἐνδιαιτᾶται.

Επιτάφιος του Περικλή

 

Θουκυδίδης (460-399 π.Χ.) [1]: Ο μεγάλος ιστορικός, που αποτελεί την κορυφή του τριγώνου των ι­στορικών της αρχαίας Ελλάδας – στη βάση του στέκονται ο Ηρόδοτος που προηγήθηκε απ’ αυτόν και ο Ξενοφώντας που τον ακολούθησε – γεννή­θηκε στο δήμο Αλιμούντα της Αττικής από ευγενή και πλούσια οικογέ­νεια, που είχε θρακική καταγωγή και συγγένευε με το Μιλτιάδη και τον Κίμωνα. Στη Σκαπτή Ύλη της Θράκης, απέναντι από τη Θάσο, είχε οι­κογενειακά κτήματα και μεταλλεία χρυσού. Μορφώθηκε άριστα με δα­σκάλους το φιλόσοφο Αναξαγόρα, το ρήτορα Αντιφώντα και πιθανότατα τους σοφιστές Γοργία, Πρόδικο και άλλους.

Το 424 π.Χ. ήταν στρατηγός και ως διοικητής μικρής μοίρας Αθηναϊ­κού στόλου στη Θράκη δεν κατόρθωσε να εμποδίσει το Σπαρτιάτη στρα­τηγό Βρασίδα να καταλάβει την Αμφίπολη. Οι Αθηναίοι τον καταδίκα­σαν σε εξορία (ή αυτοεξορίστηκε) και έζησε 20 χρόνια μακριά από την Αθήνα, στα κτήματά του στη Σκαπτή Ύλη. Η εικοσάχρονη εξορία του, του έδωσε την ευκαιρία να επισκεφτεί πολλούς τόπους, όπου διαδραμα­τίζονταν τα γεγονότα του Πελοποννησιακού πολέμου, να ερευνήσει, να συλλέξει πληροφορίες και να σχηματίσει μια ολοκληρωμένη εικόνα των πραγμάτων. Μετά την πτώση των τριάκοντα τυράννων γύρισε για λίγο στην Αθήνα και τελικά πέθανε ξαφνικά στη Σκαπτή Ύλη από άγνωστη αιτία γύρω στο 399 π.Χ.

 

Θουκυδίδης (460-399 π.Χ.)

Θουκυδίδης (460-399 π.Χ.)

 

Στο έργο του, «Θουκυδίδου ξυγγραφή» το ονόμασαν οι Αλεξανδρι­νοί και το χώρισαν σε 8 βιβλία, περιγράφει την ιστορία του Πελοποννη­σιακού πολέμου από το 431 π.Χ. ως το 411 π.Χ. Εργάστηκε με επιστημο­νικό τρόπο. Υπέβαλλε τις πληροφορίες και τις πηγές του σε αυστηρό κρι­τικό έλεγχο. Διέκρινε τις αιτίες από τις αφορμές που προκαλούν κάθε γε­γονός. Με τον ορθολογισμό του απέκλεισε την άμεση επέμβαση των θεϊ­κών δυνάμεων στα ιστορικά φαινόμενα και έδωσε πρωταρχική σημασία στους αντικειμενικούς ιστορικούς παράγοντες, πολιτικούς ή οικονομι­κούς. Χρησιμοποίησε ακριβείς προσδιορισμούς του χρόνου και του τόπου και απέφυγε τις άσκοπες παρεκβάσεις και τα ανέκδοτα. Σκοπός του ήταν να αναζητήσει την «αλήθεια», να αποκαλύψει τη νομοτέλεια που υπάρχει μέσα στην ανθρώπινη φύση και να κληροδοτήσει στις μελλοντικές γενιές το έργο του σαν αιώνιο απόκτημα («κτῆμα ἐς αεί»).

Στις 45 συνολικά δημηγορίες, που υπάρχουν στο έργο του, διαγράφει με σαφήνεια και αμεσότητα την ψυχολογική ατμόσφαιρα, παρουσιάζει τους χαρακτήρες και τη νοοτροπία των δρώντων προσώπων, προβάλλει τα κίνητρα της δράσης τους και συνδέει την ανθρώπινη φύση με τις πρά­ξεις. Πιστεύει ότι τα ιστορικά φαινόμενα είναι αποτέλεσμα της ανθρώ­πινης φύσης και συμπεριφοράς.

Στα πολιτικά του φρονήματα φαίνεται πως ήταν οπαδός της συγκρα­τημένης δημοκρατίας, της μετριοπαθούς και συνετής εξουσίας. Επαινεί τον Περικλή, που τον θεωρεί πρότυπο πολιτικού άνδρα. Είναι εχθρός της ριζοσπαστικής δημοκρατίας και δίνει ένα συντριπτικό χαρακτηρισμό για τους ηγέτες της Κλέωνα και Υπέρβολο. Τρέφει μεγάλη εκτίμηση για τη μετριοπαθή ολιγαρχική διακυβέρνηση του 411 π.Χ. που, κατά τη γνώμη του, υπήρξε ένα λογικό κράμα ολιγαρχικών και δημοκρατικών στοιχείων. Πάντως είναι ο πιο μεγάλος από τους αρχαίους ιστορικούς και ο πρώτος που εφάρμοσε την αυστηρά αμερόληπτη κριτική στην ιστορική έρευνα, ώστε δικαιολογημένα να θεωρείται ως ο θεμελιωτής της επιστημονικής ιστοριογραφίας και η κορυφαία «μεγαλοφυΐα της αντικειμενικότητας».

 

Τα αίτια του Πελοποννησιακού πολέμου

 

Ο Θουκυδίδης στο 1° βιβλίο της ιστορίας του (κεφ. 24-87) παρουσιάζει τα αίτια του πολέμου που ιστορεί. Βαθύτερο αίτιο («αληθέστατη πρόφασις») του Πελοποννησιακού πολέμου θεωρεί την αύ­ξηση της Αθηναϊκής δύναμης και το φόβο που προκλήθηκε απ’ αυτή στη Σπάρτη και στους συμμάχους της ή όπως συμπλήρωσαν νεότεροι ιστορι­κοί, τον οικονομικό και πολιτικό ανταγωνισμό των δυο συνασπισμών και των μελών τους. Μετά τους Περσικούς πολέμους η Αθήνα επεξέτεινε την εμπορική της δραστηριότητα στη Δύση και απείλησε σοβαρά τα ζωτικά οικονομικά συμφέροντα της Κορίνθου, που ανήκε στην Πελοποννησιακή συμμαχία. Παράλληλα υποστήριζε την επικράτηση δημοκρατικών πολι­τευμάτων στις Ελληνικές πόλεις-κράτη, που θα στηρίζονταν στις εμποροβιοτεχνικές και λαϊκές τάξεις. Η δραστηριότητα αυτή της Αθήνας αύξανε την οικονομική και πολιτική της επιρροή σε βάρος των «Λακεδαιμονίων και των συμμάχων» τους, που ευνοούσαν τις παλιές αριστοκρατικές δο­μές της κοινωνίας και τα ολιγαρχικά πολιτεύματα.

Ως αφορμές («ἐς τό φανερόν αἰτίαι») του πολέμου ο Θουκυδίδης α­ναφέρει τα Κερκυραϊκά, τα Ποτιδαιακά και το Μεγαρικό ψήφισμα. Το 433 π.Χ. οι Αθηναίοι έκαναν αμυντική συμμαχία (επιμαχία) με τους Κερ­κυραίους, που από το 435 π.Χ. βρίσκονταν σε πόλεμο με τη μητρόπολή τους Κόρινθο, και ο αθηναϊκός στόλος απέτρεψε με την παρουσία του την ολοκληρωτική καταστροφή των Κερκυραίων από τους Κορίνθιους στα Σύβοτα. Οι Κορίνθιοι για αντεκδίκηση βοήθησαν την Ποτίδαια να αποστατήσει από την Αθηναϊκή Συμμαχία και το 432 π.Χ. Κορίνθιοι ε­θελοντές συγκρούστηκαν με τους Αθηναίους, που έσπευσαν να πολιορ­κήσουν την Ποτίδαια. Οι Αθηναίοι απάντησαν με το Μεγαρικό ψήφισμα, με το οποίο απαγόρευσαν στους Μεγαρείς να καταπλέουν στα λιμάνια της Αθηναϊκής Συμμαχίας και να εμπορεύονται στις αγορές της Αττικής [2].

Ο Θουκυδίδης για να δείξει την ψυχολογική κατάσταση, που δη­μιουργήθηκε απ’ αυτά τα γεγονότα, και την ατμόσφαιρα, από την οποία ξεπήδησε ο πόλεμος, παραθέτει 4 δημηγορίες, που συγκροτούν δύο με­γάλες αντιθέσεις, κατά το πρότυπο των «δισσών λόγων» των σοφιστών. Πρώτα-πρώτα στο συνέδριο της Πελοποννησιακής Συμμαχίας στη Σπάρ­τη το 432 π.Χ. μιλάει ένας απεσταλμένος της Κορίνθου, που κατηγορεί την Αθήνα και ζητάει να της κηρύξουν τον πόλεμο, και ένας απεσταλ­μένος της Αθήνας -βρισκόταν εκεί για άλλη υπόθεση- που υπερασπίζεται την Αθηναϊκή πολιτική. Κατόπιν στη Σπαρτιατική συνέλευση, όταν οι σύμμαχοι έφυγαν, μιλάει ο βασιλιάς Αρχίδαμος κατά του πολέμου και ο έφορος Σθενελαίδας, φανατικός πολεμόχαρος [3].

Τελικά οι Λακεδαιμόνιοι κάτω από την πίεση των Κορινθίων κήρυ­ξαν τον πόλεμο, με τη δικαιολογία πως οι Αθηναίοι παραβίασαν τις «τριακοντούτεις σπονδές» και με το καλοϋπολογισμένο πολιτικό σύνθη­μα της «απελευθέρωσης των ελληνικών πόλεων από την Αθηναϊκή τυ­ραννία», που έβρισκε απήχηση στους δυσαρεστημένους συμμάχους της Αθήνας.

 

Υποσημειώσεις


[1] Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 13, σελ. 273 κ.ε.

[2] BuryJ., Οι αρχαίοι Έλληνες Ιστορικοί, σελ. 38.

[3] Bury J., ό.π. σελ. 41.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

 

Βελλίνης Γεώργιος (†1840)


 

Γεώργιος Βελλίνης: Εμπνευσμένος κληρικός, φιλικός και αγωνιστής του 1821 από το Ναύπλιο. Το 1810 ήταν εφημέριος στο Πλατανίτι Ναυπλίου. Οι Τούρκοι γρήγορα διαπίστωσαν την πατριωτική του δράση, έτσι το 1820 αναγκάστηκε να καταφύγει στο Γαλάζιο της Μολδαυΐας. Πήρε μέρος στην Επανάσταση της Μολδοβλαχίας, που κήρυξε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης το Φεβρουάριο του 1821 και μετά το άδοξο τέλος της πήγε στην Τεργέστη και κατόπιν ήλθε στο Ναύπλιο, όπου έγινε πρωθιερέας στο ναό του Αγίου Γεωργίου.

Πήρε μέρος στην Επανάσταση στην Αργολίδα, εμψυχώνοντας τούς πολεμιστές στα γύρω στρατόπεδα. Πήρε μέρος επίσης και στην τελευταία έφοδο του Στάϊκου Σταϊκόπουλου εναντίον των Τούρκων του Παλαμηδίου, η οποία και κατέληξε στην άλωσή του, στις 30 Νοεμβρίου 1822. Την ίδια μέρα τέλεσε την πρώτη ευχαριστήρια λειτουργία και δοξολογία στο ναό του Αγίου Ανδρέα, που βρίσκεται στο Παλαμήδι, χρησιμοποιώντας τα ιερά σκεύη του ναού της Αγίας Παρασκευής. Μετά την απελευθέρωση του Ναυπλίου ο Γεώργιος Βελλίνης ξαναγύρισε στη θέση του ως πρωθιερέας του ναού του Αγίου Γεωργίου και έγινε έφορος και δημογερόντων Ναυπλίου. Πέθανε στις 25 Νοεμβρίου 1840 στο Ναύπλιο και τάφηκε μέσα στο ναό, κάτω από το Άγιο Βήμα.

Γιος του ήταν ο Σπυρίδων Βελλίνης , λόγιος και εκδότης της «Ιστορίας της Ελλάδας από την άλωση της Κωνσταντινούπολης μέχρι το 1821», που εξέδωσε το 1856.

 

Πηγές


 

  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • «Ποικίλη Στοά», Εθνικόν Ημερολόγιον 1887, σελ. 293-294, Αθήναι.

 

Η μορφή του Ακρίσιου σε τμήμα ληκύθου (460 - 450 π.Χ.)

Η μορφή του Ακρίσιου σε τμήμα ληκύθου (460 – 450 π.Χ.)

Ακρίσιος 


 

Μυθολογικός βασιλιάς του Άργους. Γιος του Λυγκέως και της Υπερμνήστρας, πατέρας της Δανάης και σύζυγος της Ευρυδίκης, κόρης του Λακε­δαίμονος και της Σπάρτης. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, γιος του Άβαντα, βασιλιά της Αργολίδας, και της Αγλαΐας, και δίδυ­μος αδελφός του Προίτου.

Ο Άβαντας άφησε το βασίλειό του στους δύο γιους του με τη συμβουλή να βασιλεύουν εκ περιτροπής. Αλλά οι αδελφοί έτρεφαν μίσος ο ένας για τον άλλο και η έχθρα τους έγινε μεγαλύτερη όταν ο Προίτος κοιμήθηκε με την κόρη του Ακρισίου Δανάη. Επειδή ο Ακρίσιος αρνή­θηκε να του δώσει το θρόνο στο τέλος της περιόδου του, ο Προίτος πήγε στην αυλή του Ιοβάτου, βασιλιά της Λυκίας, παντρεύτηκε την κόρη του και γύρισε με ισχυρό στρατό. Κανένας όμως δεν νίκησε και αναγκάστηκαν να μοιραστούν το βασί­λειο. Ο Ακρίσιος πήρε το Άργος και τα περίχωρά του, ο Προίτος την Τίρυνθα, το Ηραίο και την αργολική ακτή.

Ο Ακρίσιος, που σύμφωνα με αυτή την εκδοχή είχε νυμφευθεί την Αγανίππη, δεν είχε γιους, αλλά μόνο αυτή την κόρη, τη Δανάη, που την είχε αποπλανήσει ο Προίτος. Όταν ρώτησε το μαντείο με ποιον τρόπο μπο­ρούσε να αποκτήσει άρρενα κληρονόμο, πήρε την απάντηση: «Δεν θ’ αποκτήσεις γιους και ο εγγονός σου θα σε σκοτώσει». Για να αποφύγει αυτή την τύχη, φυλάκισε τη Δανάη σε έναν υπόγειο θάλαμο του ανακτόρου του, του οποίου τους τοίχους έστρωσε με χάλκινες πλάκες και τον οποίο φρουρούσαν άγρια σκυλιά. Όμως, παρ’ όλες αυτές τις προφυλάξεις, ο Ζευς μπήκε στο θάλαμο με μορφή χρυσής βροχής και η Δανάη γέννησε τον Περσέα.

 

Μη τολμώ­ντας να σκοτώσει την κόρη του, ο Ακρίσιος την κλείδωσε, μαζί με το βρέφος, σε μια ξύλινη κιβωτό που την έριξε στη θάλασσα. Κοντά στη Σέριφο, ένας ψαράς που λεγόταν Δίκτυς ανακάλυψε το κιβώτιο και το πήγε στον αδελφό του, το βασιλιά Πολυδέκτη, που ανέθρεψε τον Περσέα στο σπίτι του.

Αργότερα, όταν ο Ακρίσιος έμαθε πως ο Περσέας ζούσε και είχε γίνει γνωστός για τους άθλους του, φοβήθηκε και έφυγε από την αργο­λική Λάρισα, όπου έμενε, και πήγε στην πελασγική, που βρισκόταν στον Πηνειό. Ο Περσεύς, μαθαίνοντας πως στη θεσσαλική Λάρισα γίνονταν αγώνες, έσπευσε να λάβει μέρος σε αυτούς. Εκεί, πετώντας το δίσκο τραυμάτισε άθελά του τον Ακρίσιο σοβαρά, ο οποίος στη συνέχεια πέθαινε. Έτσι ο χρησμός επαληθεύτηκε.

 

Πηγή


  • Γιάννης Λάμψας, «Λεξικό του Αρχαίου Κόσμου, Ελλάδα-Ρώμη», Εκδόσεις Δομή, Τόμος ‘Α, Αθήνα, χ.χ.

Οίακας (Οίαξ)


 

Ο Οίακας ήταν μυθικός ήρωας, γιος του Αργοναύτη Ναυπλίου και της Κλυμένης, αδελφός του Παλαμήδη και του Ναυσιμέδοντα. Πήρε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του Παλαμήδη.

Ο Οδυσσέας, έχοντας παλιές διαφορές με τον Παλαμήδη, πέτυχε από τη συνέλευση των Αχαιών τη θανάτωσή του και ο Οίακας, θέλοντας να ενημερώσει τον πατέρα του για το θάνατο του αδελφού του, έγραψε τα σχετικά με το γεγονός αυτό σε κουπιά και τα έριξε στη θάλασσα. Ένα από αυτά έφθασε κάποτε στα χέρια του Ναυπλίου στην Εύβοια και τότε ο Ναύπλιος, οργισμένος για το άδοξο τέλος του γιου του, άρχισε να ανάβει φωτιές στις βραχώδεις ακτές του Καφηρέως (το σημερινό ακρωτήριο Κάβο-Ντόρο της Εύβοιας) ώστε να νομίζουν οι Αχαιοί, που επέστρεφαν από την Τροία, ότι πλησιάζουν σε λιμάνι και έτσι να ρίχνουν τα πλοία τους στους βράχους.

Ο Ναύπλιος, όταν πληροφορήθηκε ότι σώθηκε μόνο το πλοίο του Οδυσσέα επειδή έπνευσαν αντίθετοι άνεμοι, έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε. Ο Οίακας, συνεχίζοντας την εκδίκηση του πατέρα του, έπεισε, όταν γύρισε στην Ελλάδα, τον Αίγισθο και την Κλυταιμνήστρα να σκοτώσουν τον Αγαμέμνονα και αργότερα οι Ναυπλιείς τάχθηκαν και εναντίον του Ορέστη όταν αυτός γύρισε στις Μυκήνες για να πάρει εκδίκηση για το θάνατο του πατέρα του. Τον Οίακα σκότωσε ο Πυλάδης, αδελφικός φίλος και σύντροφος του Ορέστη.

 

Πηγή


 

  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.