Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Οι Πύργοι του φρουρίου Λάρισσα του Άργους – Πανοραμική άποψη της αργολικής πεδιάδας, χαλκογραφία. William Gell, The Ιtineray of Greece, London, 1810.       

 

Οι Πύργοι του φρουρίου Λάρισσα του Άργους – Πανοραμική άποψη της αργολικής πεδιάδας, χαλκογραφία. William Gell, 1810.

Γόνιμη Χώρα – Άγονη Πολιτική | Η κρίση στην Ελληνική Γεωργία


 

«Και ωραίος είναι ο λόγος εκείνου που είπε πως η γεωργία είναι των άλλων τεχνών μητέρα και τροφός. Διότι, αν η γεωργία πάει καλά, καλά πηγαίνουν και οι άλλες τέχνες˙ όπου, αντιθέτως, η γη, κατ’ ανάγκην, μείνει χέρσα, εκεί σχεδόν σβήνουν και οι άλλες τέχνες, στεριανές και θαλασσινές».

Ξενοφώντας ¨Οικονομικός¨

 

Ένα βιβλίο του Σπύρου Καχριμάνη από τις εκδόσεις Παπασωτηρίου (2012), που με αφετηρία την παραγωγική κρίση της χώρας, παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αγροτικής, περιβαλλοντικής και περιφερειακής πολιτικής. Αλλάζει τους άγονους κανόνες που οδήγησαν την γόνιμη χώρα μας στα δεσμά της κρίσης και δίνει προτεραιότητα στο αναγκαίο, το σημαντικό, το ρεαλιστικό, το βιώσιμο.

Απευθύνεται σε κάθε πολίτη που ασχολείται με τα κοινά και θέλει να έχει ολοκληρωμένη άποψη για την σπουδαιότητα, τη σημασία και την επίδραση του αγροτικού χώρου στην πολιτική, την οικονομία, την κοινωνία.

 

Γόνιμη χώρα, άγονη πολιτική

 

Γόνιμη Χώρα – Άγονη Πολιτική

 

Η ελληνική κοινωνία έχει εγκλωβιστεί σε μία καταστροφική δίνη. Ο πολιτικός λόγος έχει εκφυλιστεί, η πολιτική πρακτική είναι ανερμάτιστη, οι θεσμοί έχουν αλλοτριωθεί και οι κοινωνικές δομές έχουν πλήρως διαρραγεί. Ένα από τα σημαντικότερα θύματα αυτής της πραγματικότητας είναι και η ελληνική γεωργία, όχι μόνον ως οικονομική δραστηριότητα, αλλά κυρίως ως θεμελιώδης κοινωνική, περιβαλλοντική, πολιτισμική και ανθρωπογεω­γραφική συνιστώσα. Παρ’ όλα αυτά, οι διαμορφωτές της πολιτικής ατζέντας αλλά και η ελληνική κοινωνία γενικότερα, υπό την όποια συλλογικότητα της έχει απομείνει, δεν φαίνεται να έχουν αντιληφθεί και ιεραρχήσει το πρό­βλημα σε όλο του το μέγεθος.

Όλοι θυμούνται πρόσκαιρα και επιφανειακά τη γεωργία όταν το ανοργάνωτο πλήθος των αγροτών κλείνει με τα τρακτέρ τους δρόμους. Όμως, αρκεί μία λίγο βαθύτερη και αναλυτικότερη σκέψη, για να διαπι­στώσουμε ότι η γεωργία είναι θεμελιώδης και κρίσιμη δραστηριότητα για μια χώρα και ως εκ τούτου, αφορά τις κοινωνίες και τα κράτη στο σύνολο τους. Είναι η Βασική προϋπόθεση της διατροφικής αυτάρκειας, του πρω­τογενούς πλεονάσματος, της υγείας των πολιτών, της ισόρροπης σχέσης αστικού και αγροτικού χώρου, της αειφορίας και της περιβαλλοντικής ποιό­τητας μιας χώρας.

Αν συμφωνήσουμε στα παραπάνω και επιστρέφοντας στις οικονομικές, πολιτικές, πολιτισμικές και κοινωνικές διαστάσεις του προβλήματος, τότε, δεν θα διαφωνήσουμε στο ότι μεταξύ των πρώτων και κύριων τομέων που πρέπει να αναμορφωθούν στον ελληνικό χώρο, είναι και η γεωργία. Και αυτό πρέπει να γίνει όχι με την στενή έννοια της παραγωγής, αλλά με ότι περιλαμβάνει η «αγροτική Ελλάδα», με την οποία όλοι έχουμε κάποια σύνδεση ή μια αναφορά. Για να συντελεστεί όμως ένας τέτοιος σχεδιασμός, πρέπει να έχουμε μια σαφή και ολοκληρωμένη εικόνα των αιτίων της κρίσης και συγκεκριμένες προτάσεις για τη διέξοδο από αυτήν.

Στο βιβλίο αυτό, επιχειρείται μια συνοπτική, αλλά ολοκληρωμένη προ­σέγγιση όλων αυτών των ζητημάτων. Μέσα από μια συλλογή επιλεγμένων άρθρων και κειμένων που έχω δημοσιεύσει, γίνεται μια αποτύπωση της -διαχρονικά- λανθασμένης επιλογής στόχων και της αναποτελεσματικό­τητας των πολιτικών που εφαρμόστηκαν. Ταυτόχρονα, αναδεικνύεται το εύρος επιρροής της γεωργίας στο συνολικό πολιτικό γίγνεσθαι και τέλος, κατατίθενται προτάσεις για μια ολοκληρωμένη, συνεκτική, ευέλικτη, απο­τελεσματική και εφαρμόσιμη, αγροτική πολιτική.   Σπύρος Καχριμάνης, από την εισαγωγή του βιβλίου.

 

Σπύρος Καχριμάνης

 

Σπύρος Καχριμάνης

Ο Σπύρος Καχριμάνης γεννήθηκε στο Άργος το 1961. Δραστηριοποιείται σε επιχειρήσεις του γεωργικού τομέα από το 1984. Έχει διατελέσει γενικός γραμματέας της Ένωσης Νέων Αγροτών Ελλάδος, ειδικός σύμβουλος στο Υπουργείο Γεωργίας, μέλος Δ.Σ. σε πολλές επιχειρήσεις και οργανισμούς του γεωργικού τομέα και έχει εργαστεί σε προγράμματα R&D της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αρθρογραφεί συστηματικά για θέματα αγροτικής πολιτικής από το 1992 και είναι συντάκτης και παρουσιαστής της τηλεοπτικής εκπομπής «Αγροτικές Διαδρομές» από το 2004. Είναι πρόεδρος του «Κέντρου Αγροτικής Επιχειρηματικότητας Ελλάδος» και διευθύνει την συνεταιριστική επιχείρηση Α.Κ.Α.Σ. ΗΛΙΟΣ. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου ΜΒΑ από το πανεπιστήμιο του Teesside.

 

Εμποροπανηγύρεις – Το εμπόριο της περιπλάνησης


 

εμποροπανήγυρη η [emboropaníjiri]: (λόγ.) μεγάλη υπαίθρια αγορά κάθε είδους προϊόντων και εμπορευμάτων, η οποία λειτουργεί για περιορισμένο χρόνο (μιας ή μερικών ημερών), περιοδικά και σε καθορισμένο τόπο· εμποροπάζαρο· (πρβ. παζάρι): Ετήσια / τοπική / περιφερειακή ~. Tη θέση των μεγάλων εμποροπανηγύρεων την πήραν οι σύγχρονες εμπορικές εκθέσεις. Στη σύγχρονη εποχή, ο θεσμός των εμποροπανηγύρεων έχει πάρει τη μορφή των περιοδικών εμπορικών εκθέσεων. [λόγ. εμπορο- + πανήγυρ(ις) -η]. (Λεξικό Τριανταφυλλίδη)

 

Στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας του ελλαδικού χώρου, τα περισσότερα εμπορικά πανηγύρια της Πελοποννήσου, της Ηπείρου και της Θεσσαλίας γίνονταν κάθε Αύγουστο και Σεπτέμβριο. Η ευελιξία ήταν το κύριο χαρακτηριστικό των πανηγυριών. Η εμποροπανήγυρη είχε τις ρίζες της στην αρχαιότητα και στα μεσαιωνικά χρόνια αποτελούσε σημαντικό παράγοντα ανάπτυξης του εσωτερικού εμπορίου.

Η ρωμαϊκή νομοθεσία απαγόρευε σε πρόσωπα που κατείχαν δημόσια αξιώματα την ενασχόληση με το εμπόριο. Η βυζαντινή αριστοκρατία[1], όμως, αναμειγνυόταν στο κερδοσκοπικό εμπόριο, εκμεταλλευόμενη μάλιστα μερικές συγκυρίες. Επιδίωξη του εμπορίου άλλωστε ήταν πάντοτε το κέρδος. Στο Βυζάντιο, εμπόριο, αγορές και πειρατεία συνυπήρχαν.

Το βυζαντινό πανηγύρι εντάσσεται στους κόλπους της εκκλησίας και προστατεύεται από το βυζαντινό δίκαιο, δεδομένου ότι αποτελούσε υποστηρικτική δομή ανάπτυξης του εσωτερικού εμπορίου. Η θρησκεία τότε νοηματοδοτούσε το χρόνο των κοινωνιών (θρησκευτικές  γιορτές, αργίες, αγροτικές εργασίες, εμποροπανηγύρεις). Η ευελιξία ήταν το κύριο χαρακτηριστικό των πανηγυριών. Η εμπορικότητα μιας πόλης, η γεωγραφική της θέση, η γειτνίασή της με λιμάνι ή σημαντικό χερσαίο δρόμο και κοντινές αγορές ήταν τελικά προϋπόθεση για την επιλογή της ως χώρου διεξαγωγής της εμποροπανήγυρης.

 

Έλληνας έμπορος. Χαλκογραφία. Σχέδιο O. M. v. Stackelbeng, χάραξη N. Guidetti.

 

Οι εμποροπανηγύρεις ήταν ένας πανάρχαιος θεσμός, θρησκευτικού και εμπορικού χαρακτήρα. Ο Στράβων[2], μιλώντας για την πανήγυρη της Δήλου, επισημαίνει τον εμπορικό της χαρακτήρα: «η τε πανήγυρις εμπορικόν τι πράγμα εστι».

Στο Βυζάντιο –και όχι μόνον– εμπόριο, έμποροι και πειρατεία συνυπήρχαν και ουδείς ενοχλείτο από αυτή τη συνύπαρξη. Κατά τη μεσαιωνική εποχή η πανήγυρη αποτελούσε σημαντικότατο παράγοντα ανάπτυξης του εσωτερικού εμπορίου. Το βυζαντινό πανηγύρι εντάσσεται στους κόλπους της Εκκλησίας και προστατεύεται από το βυζαντινό δίκαιο[3], δεδομένου ότι αποτελεί υποστηρικτική δομή ανάπτυξης του εσωτερικού εμπορίου σε ευρύτατα γεωγραφικά πλαίσια. Ως οικονομικός θεσμός η εμποροπανήγυρη ήταν γνωστή και διαδεδομένη στην Αίγυπτο, την Κίνα, την Ιαπωνία, την Ευρώπη, ιδιαίτερα στη Γαλλία, όπου γνώρισε μεγάλη άνθηση από τον 12ο έως τον 14ο αιώνα, καθώς και στα Βαλκάνια.

Η μελέτη του εμπορίου δεν πρέπει να βασίζεται μόνο στις μόνιμες αγορές και να αγνοεί το εμπόριο της περιπλάνησης που ασκούσαν πλανόδιοι πραματευτάδες μακρινών αποστάσεων, ταξιδεύοντας από εμποροπανήγυρη σε εμποροπανήγυρη και καλύπτοντας σημαντικό τμήμα των αναγκών της υπαίθρου, διότι έτσι βγαίνουν παραπλανητικά συμπεράσματα. Σε όλα τα σημαντικά εμπορικά κέντρα του βυζαντινού κράτους, Κωνσταντινούπολη, Αντιόχεια, Τραπεζούντα, Σμύρνη, Θεσσαλονίκη, λειτουργούσαν εμποροπανηγύρεις με μεγάλη οικονομική σημασία.

Στο Βυζάντιο οι βιοτέχνες- έμποροι αποτελούσαν σωματεία, ενώ οι έμποροι, που αγόραζαν και μεταπωλούσαν, χωρίς να παρεμβαίνουν στη διαδικασία της παραγωγής, ήταν οργανωμένοι σε συστήματα. Τα βυζαντινά πανηγύρια αποτελούσαν κατάλληλη ευκαιρία για πλανόδιους εμπόρους, καθώς και για απλούς χωρικούς, που έρχονταν από γειτονικά χωριά, για να διαθέσουν διάφορα προϊόντα.

Η σημασία των αγορών αυτών ήταν, ίσως, μεγαλύτερη για την επαρχία, όπου υπήρχαν λιγότερες ευκαιρίες για τους εμπόρους. Αποτελούσαν επίσης πρώτης τάξης ευκαιρία για τους χωρικούς να διαθέσουν το πλεόνασμά τους εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο το απαραίτητο χρυσό νόμισμα για την πληρωμή των φόρων τους. Συνήθως οργανώνονταν με την ευκαιρία θρησκευτικών εορτών, οπότε δηλώνονται με τον όρο πανήγυρις. Οι ρίζες του θεσμού ανιχνεύονται στην αρχαιότητα. Πρόκειται για μια από τις πολλές ειδωλολατρικές πρακτικές, που υιοθετήθηκαν από τον Χριστιανισμό και προσαρμόσθηκαν στις ανάγκες του. Ο μεγάλος αριθμός πανηγυριών που οργανώνονταν στο Βυζάντιο αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα για τη σημασία τους στην οικονομική και κοινωνική ζωή.

Υπήρχαν πανηγύρια που οργανώνονταν σε μεγάλα αστικά κέντρα, διαρκούσαν πολλές ημέρες και προσέλκυαν μεγάλο αριθμό εμπόρων και αγοραστών, πολλοί από τους οποίους μάλιστα έρχονταν από μακριά. Διάσημα τέτοια πανηγύρια ήταν του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη, του Ευαγγελιστή Ιωάννη στην Έφεσο, του Αγίου Ευγενίου στην Τραπεζούντα και του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στις Χώνες. Ενδιαφέρον παρουσιάζει τοιχογραφία από το νάρθηκα της Μονής της Βλαχέρνας στην Άρτα (τέλη 13ου αιώνα) [4], που απεικονίζει σκηνές υπαίθριας αγοράς και πλανόδιους εμπόρους, που πουλούσαν την πραμάτεια τους κατά τη διάρκεια της λιτανείας της εικόνας της Παναγίας της Οδηγήτριας στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι βλέπουμε τον Χάζαρο, που πωλεί χαβιάρι σε κάποιον πελάτη κρατώντας ζυγό ακριβείας, τη λαχανοπώλισσα και καλάθια με φρούτα.

Κυρίαρχο ιδεώδες της βυζαντινής οικονομικής σκέψης ήταν η αυτάρκεια. Το εμπόριο στο Βυζάντιο ήταν στην πραγματικότητα μια υπόθεση που αφορούσε πολύ περισσότερους ανθρώπους, από αυτούς που επισήμως ασκούσαν το επάγγελμα του εμπόρου: μικρούς παραγωγούς, βιοτέχνες, αργυραμοιβούς, μεγάλους γαιοκτήμονες. Ο όγκος και η εμβέλειά του διέφεραν ανάλογα με την ιστορική περίοδο. Είναι βέβαιο ότι εκχρηματισμένες συναλλαγές και ανταλλαγές σε είδος συνυπήρχαν πάντοτε.

 

Η αγορά των Αθηνών.

 

Ο σημερινός ελλαδικός χώρος κατά την οθωμανική περίοδο, σε οικονομικό[5] επίπεδο, αποτελούσε μια κατακερματισμένη περιφέρεια, με πολλές κατά τόπους ιδιαιτερότητες. Ο οθωμανικός πολιτισμός αποτελούσε κατά κύριο λόγο έναν πολιτισμό των πόλεων. Στις πόλεις διέμεναν τα πλουσιότερα μέλη της κοινωνίας. Εκεί επίσης κατέληγαν, σε μεγάλο βαθμό, οι αγροτικές πρόσοδοι.

Οι κάτοικοι των οθωμανικών πόλεων, μουσουλμάνοι και μη μουσουλμάνοι, είχαν τη δυνατότητα να συσσωρεύσουν πλούτο και πολιτική δύναμη. Εξάλλου οι πόλεις αποτελούσαν τα κέντρα του εμπορίου και της βιοτεχνίας. Η γεωγραφική και στρατηγική θέση της κάθε ελληνικής πόλης, οι παραδόσεις, η ιστορία και η προγενέστερη υλική υποδομή της, επηρέασαν σε σημαντικό βαθμό τη συνέχεια της λειτουργίας της. Τον 18ο αιώνα, όπως προκύπτει από τη μελέτη των γαλλικών αρχείων, το πανηγύρι της Τρίπολης ήταν ένα από τα πιο σημαντικά πανηγύρια της Πελοποννήσου, κατά τη διάρκεια του οποίου γινόταν η προαγορά του μεταξιού από γάλλους εμπόρους.[6]

Ο τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή (β΄ μισό του 17ου αιώνα) αναφέρει το μεγάλο πανηγύρι του Μυστρά, που γινόταν κάθε Αύγουστο και συγκέντρωνε πλήθος κόσμου. Τον 18ο αιώνα, όπως προκύπτει πάλι από έγγραφο των γαλλικών αρχείων, η εμποροπανήγυρη του Μυστρά είχε ήδη μετατεθεί στον Σεπτέμβριο και διαρκούσε μια βδομάδα. Η εμποροπανήγυρη των Καλαβρύτων γινόταν κάθε Σεπτέμβριο και διαρκούσε δεκαπέντε ημέρες. Στον θεσσαλικό χώρο, την οθωμανική περίοδο, εμποροπανηγύρεις γίνονταν στο Μοσχολούρι[7] Καρδίτσας, στην Ελασσόνα και –από τις αρχές του 17ου αιώνα– στα Φάρσαλα. Η Λάρισα, πόλη με έντονη οικονομική ζωή, ήταν κέντρο και του διεθνούς εμπορίου, γι’ αυτό είχε μπεζεστένι (bedesten), δηλαδή λιθόκτιστη κλειστή και σκεπαστή αγορά ακριβών υφασμάτων και πολύτιμων λίθων.

Το μπεζεστένι της Λάρισας[8] χρονολογείται στα τέλη του 15ου αιώνα. Μπεζεστένια υπήρχαν στη Θεσσαλονίκη,[9] στη συμβολή των οδών Βενιζέλου και Εγνατίας (1455-1459) και  στις Σέρρες[10], στην πλατεία Ελευθερίας (κτίστηκε λίγο πριν από το 1494) και σήμερα στεγάζει το αρχαιολογικό μουσείο της πόλης. Κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, οι σπουδαιότερες εμποροπανηγύρεις στην Ήπειρο ήταν των Ιωαννίνων, της Άρτας, της Κόνιτσας και της Παραμυθιάς. Οι εμποροπανηγύρεις αυτές, με εξαίρεση, ίσως, των Ιωαννίνων, είχαν τοπικό χαρακτήρα. Τον 18ο αιώνα η Άρτα ήταν το κέντρο μιας εύφορης αγροτικής περιοχής, που παρήγε άφθονο σιτάρι, καπνό, κερί, μετάξι, βαμβάκι, δέρματα, μαλλιά, ξυλεία, αυγοτάραχο από τον Αμβρακικό κ.ά.

 

Πανηγύρι σε εξοχή των Αθηνών.

 

 

Η κυκλοφορία των αγαθών στην τοπική, εσωτερική αγορά γινόταν με τρεις τρόπους: α) τη μόνιμη, καθημερινή αγορά (μαγαζιά), β) την εβδομαδιαία αγορά (παζάρι), και γ) την εμποροπανήγυρη. Οι εμποροπανηγύρεις ήταν αυστηρά οργανωμένες αγορές, ετήσιου χαρακτήρα, όπου συγκεντρωνόταν πλήθος εμπορευμάτων και εμπόρων, από γειτονικές ή μακρινές περιοχές, κατά τη διάρκεια διαφόρων μηνών του έτους. Οι εμποροπανηγύρεις συνέβαλλαν στη σύνδεση της οικονομίας πόλης-υπαίθρου, στην κυκλοφορία του νομίσματος και στην ανάπτυξη των εμπορικών συναλλαγών.

Στην Άρτα γινόταν κάθε χρόνο μια αξιόλογη εμποροπανήγυρη, που ονομαζόταν Μπουχούστι και διαρκούσε οκτώ με δέκα ημέρες. Άρχιζε την 1η Σεπτεμβρίου και τελείωνε στις 8 του ίδιου μήνα ή, όπως μας πληροφορεί ο λόγιος Μητροπολίτης Σεραφείμ Ξενόπουλος ο Βυζάντιος[11], άρχιζε στις 14 Σεπτεμβρίου και έληγε στις 24 του ίδιου μήνα. Η εμποροπανήγυρη της Άρτας γινόταν στη συνοικία Μπουχούστι[12], ή Μουχούστιον, στα νοτιοδυτικά της πόλης, μεταξύ του ναού της Παρηγορήτισσας και του πρώην κρατικού νοσοκομείου. Κατά τη διάρκειά της γινόταν ζωεμπόριο, αλλά και εμπόριο αγροτικών, κτηνοτροφικών, καθώς και προϊόντων εισαγωγής.

Καθώς περνούν τα χρόνια, συντελείται μια σταδιακή μετατόπιση του χώρου διεξαγωγής της εμποροπανήγυρης. Το ζωοπάζαρο παρέμεινε ως τη δεκαετία του 1960 στο «Μπουχούστι», ενώ το εμπόριο των άλλων αγαθών μεταφέρθηκε έξω από το κάστρο, στα νοτιοανατολικά της πόλης σ’ ένα πλάτωμα, της οδού Άρτας-Ιωαννίνων. Κατά τον 18ο αιώνα οι Βενετοί έδειξαν έντονο ενδιαφέρον για την εμποροπανήγυρη της Άρτας. Βενετοί, αρτινοί και επτανήσιοι έμποροι συμμετείχαν στις εμποροπανηγύρεις των Ιωαννίνων, της Κόνιτσας και της Παραμυθιάς, ενώ ήταν γνωστή και η παρουσία τους στις φημισμένες εμποροπανηγύρεις της Θεσσαλίας, όπως της Λάρισας, του Μοσχολουρίου και της Ελασσόνας.

Παρά τη μεγάλη διάδοση των εμποροπανηγύρεων κατά τον 18ο αιώνα, υπήρχαν και σημαντικά εμπόδια στη διεξαγωγή τους, που σχετίζονταν με τους κινδύνους μετάδοσης επιδημιών, κυρίως της πανούκλας, τις ληστρικές επιθέσεις, καθώς και τις τοπικές ταραχές. Στις περιπτώσεις αυτές το εμπόριο σταματούσε εντελώς ή συνεχιζόταν μειωμένο. Οι τόποι διεξαγωγής των εμποροπανηγύρεων είναι γνωστό ότι ήταν επιρρεπείς στη μετάδοση της πανούκλας. Πολλές φορές και η ίδια η πόλη της Άρτας ήταν επίκεντρο πανούκλας.[13] Πόλη με στενά δρομάκια, υποτυπώδη ύδρευση από πηγάδια, βρύσες, ακάλυπτα κανάλια, αλλά και ανυπαρξία αποχετευτικού συστήματος, με λιμνάζοντα νερά από τις βροχοπτώσεις και τα λύματα των σπιτιών, αποτελούσε τόπο ανάπτυξης παθογόνων μικροοργανισμών, που προκαλούσαν συχνά επιδημίες.

Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Ανδρέα Μαρίνου, που μας πληροφορεί ότι τον Μάιο του έτους 1708, έμποροι από την Άρτα ξεκίνησαν φορτωμένοι με την πραμάτεια τους για την εμποροπανήγυρη στο Μοσχολούρι. Στο δρόμο έμαθαν ότι στο Μοσχολούρι είχε εκδηλωθεί επιδημία πανούκλας και επέστρεψαν στην Άρτα. Οι πρόκριτοι της πόλης, όμως, τους απομόνωσαν στο μοναστήρι του Θεοτοκιού, για να περάσουν το χρονικό διάστημα της καραντίνας (quarantina), που ήταν σαράντα μέρες.

Τελειώνοντας, μπορούμε να επισημάνουμε τα ακόλουθα: Οι ρίζες του θεσμού της εμποροπανήγυρης ανιχνεύονται στην αρχαιότητα. Ο μεγάλος αριθμός εμποροπανηγύρεων που οργανώνονταν στο Βυζάντιο[14] αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα για τη συμβολή τους στην οικονομική και κοινωνική ζωή. Στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας του ελλαδικού χώρου, ιδιαίτερα κατά τον 18ο αιώνα, διεξάγονταν εμποροπανηγύρεις στην Πελοπόννησο (Τρίπολη, Μυστράς, Καλάβρυτα), στη Θεσσαλία (Λάρισα,[15] Μοσχολούρι, Ελασσόνα, Φάρσαλα), την Ήπειρο (Ιωάννινα, Άρτα, Κόνιτσα, Παραμυθιά) κ.α. Μαζί με τους πλανόδιους πραματευτάδες[16] και τα εμπορεύματά τους, ταξίδευαν από εμποροπανήγυρη σε εμποροπανήγυρη ειδήσεις, προκαταλήψεις, ιδέες και όνειρα για μια καλύτερη ζωή.

 

Αφέντρα Γ. Μουζάκη

Αρχαιολόγος

   

Υποσημειώσεις


[1] Μαρία Γερολυμάτου, Αγορές, έμποροι και εμπόριο στο Βυζάντιο (9ος-12ος αι.), εκδ. ΕΙΕ-ΙΒΕ, Αθήνα 2008, σ. 231-235 («Η αριστοκρατία και το εμπόριο»)· Αγγελική Λαΐου, «Στο Βυζάντιο των Παλαιολόγων: Οικονομικά και πολιτιστικά φαινόμενα», Ευφρόσυνον, τόμ. 1, Αθήνα 1991, σ. 283-296.

[2] 10.5.4, εκδ. Lassere.

[3] IGR 1, 271-272.

[4] Μυρτάλη Αχειμάστου-Ποταμιάνου, Η Βλαχέρνα της Άρτας. Τοιχογραφίες, Αθήνα 2009, σ. 72-73 και εικ. 44, 53. Ο νάρθηκας πρέπει να οικοδομήθηκε προς τα τέλη του 13ου αι., όταν κύριος της Άρτας ήταν ο Νικηφόρος Α΄ Κομνηνός- Δούκας (1267/68-1296), πρεσβύτερος γιος και διάδοχος του Μιχαήλ Β΄. Την ανέγερση του νάρθηκα ακολουθεί η διακόσμησή του με τοιχογραφίες. Η Λιτανεία, η οποία τελείται με συρροή κόσμου και φαιδρύνεται με γραφικές σκηνές υπαίθριας αγοράς στις παρυφές της πομπής, κάτω και στην αριστερή παραστάδα, αποτελεί «άπαξ» της μνημειακής ζωγραφικής.

[5] Halil Inalcik / Donald Quataert (επιμ.), Οικονομική και κοινωνική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2008.

[6] Άννα Λαμπροπούλου, «Οι πανηγύρεις στην Πελοπόννησο κατά την Μεσαιωνική Εποχή», Πρακτικά του Α΄ Διεθνούς Συμποσίου: «Η Καθημερινή Ζωή Στο Βυζάντιο, Τομές και Συνέχειες στην Ελληνιστική και Ρωμαϊκή Παράδοση», 15-17 Σεπτεμβρίου 1988, ΚΒΕ-ΕΙΕ, Αθήνα 1989, σ. 291-310.

[7] Νίκος Καραφύλλης, Το Μοσχολούρι διηγείται τη δόξα του, Μοσχολούρι 2005.

[8] Έρση Μπρούσκαρη (επιμ.), Η οθωμανική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, Αθήνα 2008, εκδ. ΥΠΠΟ-ΔΒΜΑ, λ. 69, σ. 199-200: Μπεζεστένι (bedesten) Λάρισας. Κλειστή αγορά και αποθήκη ειδών πολυτελείας, που χρονολογείται στα τέλη του 15ου αι.

[9] Στο ίδιο, λ. 88, σ. 246-247.

[10] Στο ίδιο, λ. 108, σ. 287-288.

[11] Σεραφείμ Ξενόπουλος Βυζάντιος, Δοκίμιον ιστορικόν περί Άρτης και Πρεβέζης, Αθήνα 1884, Άρτα 20033, σ. 182-183. Ο λόγιος μητροπολίτης μας πληροφορεί ότι στην Άρτα γινόταν από παλιά στη συνοικία Μουχούστιον εμπορικό πανηγύρι, όπου προσέρχονταν έμποροι και αγοραστές από διάφορες περιοχές της Ηπείρου. Η εμποροπανήγυρη της Άρτας διαρκούσε δέκα μέρες. Άρχιζε στις 14 Σεπτεμβρίου και έληγε στις 24 του ίδιου μήνα. Μας πληροφορεί επίσης ότι κάθε Πέμπτη γινόταν παζάρι, δηλαδή εβδομαδιαία αγορά, τροφίμων και ενδυμάτων, για εξυπηρέτηση των κατοίκων.

[12] Μπουχούστι: Λέξη αρβανίτικη που σημαίνει εμποροπανήγυρη. Κατά μιαν άλλη εκδοχή προέρχεται από το τουρκοαραβικό Medhuseua, που σημαίνει ζωοπάζαρο. Στη συνοικία Μπουχούστι ή Μουχούστιον της Άρτας, που βρισκόταν στα χρόνια της oθωμανικής κυριαρχίας απέναντι από το ναό της Παρηγορήτισσας, υπήρχαν τέσσερις νερόμυλοι και το έτος 1869 κρεοπωλεία και ιχθυοπωλεία. Σεραφείμ Ξενόπουλος Βυζάντιος, ό.π., σ. 13, 146, 183.

[13] Ελευθέριος Λ. Βέτσιος, Η διπλωματική και οικονομική παρουσία των Βενετών στην περιοχή της Άρτας κατά το 18ο αιώνα, εκδ. Α. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 203-205, 212.

[14] Η προσκόλληση του Βυζαντίου στην παράδοση χαρακτηρίζει όλες τις όψεις του κρατικού βίου και επηρεάζει βαθύτατα τις σχέσεις του κράτους με την οικονομία. Η βυζαντινή οικονομία στηριζόταν –κυρίως– στη γη και στην εκμετάλλευσή της. Στο πλαίσιο των περιορισμών που επέβαλαν οι μεσαιωνικές συνθήκες, η βυζαντινή οικονομία ήταν επιτυχής, αφού για μεγάλο διάστημα διατήρησε και την πρόοδο, αλλά και τη σταθερότητά της. Βλ. Νίκος Οικονομίδης, «Ο ρόλος του βυζαντινού κράτους στην οικονομία», στο Αγγελική Ε. Λαΐου (Γενική Εποπτεία), Οικονομική Ιστορία του Βυζαντίου από τον 7o έως τον 15o αιώνα, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2006, τόμ. 3, σ. 141-252 και Αγγελική Ε. Λαΐου, «Επισκόπηση της βυζαντινής οικονομίας», στο ίδιο, τόμ. 3, σ. 361-389.

[15] Θ. Παλιούγκας, Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία (1423-1881), τόμ. 2, Λάρισα 2007· Λάζαρος Αρσενίου, Η Θεσσαλία κατά την Τουρκοκρατία, Αθήνα 1984.

[16] Troian Stoianovich, «Ο κατακτητής Ορθόδοξος Βαλκάνιος Έμπορος», στο Σπύρος Ι. Ασδραχάς (επιμ.), Η οικονομική δομή των Βαλκανίων στα χέρια της οθωμανικής κυριαρχίας (15ος-19ος αι.), εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1979, σ. 289-330 (κείμενο), 331-345 (σημειώσεις).

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες» τεύχος 116, Σεπτέμβριος 2010.

Έβερετ Έντουαρντ  (1794-1865)


  

Έντουαρντ Εβερετ

Έντουαρντ Έβερετ  (Edward Everett). Αμερικανός πολιτικός, διάσημος ρήτορας, κλασικός φιλόλογος και γνωστός φιλέλληνας. Γεννήθηκε στη Βοστώνη το 1794. Σπούδασε θεολογία στις ΗΠΑ και κλασική φιλολογία στη Γερμανία, ταξίδεψε στην Αγγλία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ελλάδα και την Τουρκία. 

 Διετέλεσε διευθυντής του περιοδικού «North American Review», μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ από το 1825 μέχρι το 1835. Στη συνέχεια έγινε κυβερνήτης της Μασαχουσέτης (1835-1839) και πρέσβης των ΗΠΑ στο Λονδίνο (1841-1845). Τον επόμενο χρόνο εξελέγη πρόεδρος του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ και προσωρινά αποσύρθηκε από την ενεργό πολιτική. Το 1852, επί προεδρίας Μίλαρντ Φίλμορ, έγινε υπουργός Εσωτερικών και τον επόμενο χρόνο εξελέγη γερουσιαστής.

 Ένθερμος φιλέλληνας, ο Έβερετ τάχθηκε υπέρ της Ελληνικής Επανάστασης και της ανάγκης να υποστηριχτεί επίσημα, ενώ συμμετείχε σε οργανώσεις πολιτών για την οικονομική και πολιτική στήριξη των Ελλήνων, συγκεκριμένα ως γραμματέας της Ελληνικής Επιτροπής της Βοστώνης.    

Στις 25 Μαΐου 1821, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, πρόεδρος της Μεσσηνιακής Γερουσίας και πολιτικός – στρατιωτικός αρχηγός της Μάνης, απηύθυνε στους πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών έκκληση βοήθειας. Είναι η πρώτη γνωστή επικοινωνία των Ελλήνων με την Αμερική, ο λαός της οποίας ανταποκρίθηκε άμεσα. Για την αποστολή της έκκλησης αυτής μεσολάβησαν οι Έλληνες της παρισινής παροικίας Αδαμ. Κοραής, Α. Βογορίδης, Ν. Πίκκολος και ο γιατρός και απεσταλμένος των Ελλήνων στρατηγών Πέτρος Ηπίτης, οι οποίοι απευθύνθηκαν στον Έντουαρντ Έβερετ που γνώριζε καλά την επικρατούσα κατάσταση, αφού το 1819 είχε επισκεφθεί την Ελλάδα κατά τη διάρκεια περιοδείας του στην Ευρώπη.

Η δημοσίευση της έκκλησης καθώς και της μετάφρασης του Προσωρινού Συντάγματος της Επιδαύρου, 12 Ιανουαρίου 1822,  στο περιοδικό «The North American Review», που εκδιδόταν στη Βοστώνη (1819-1823), είχε σημαντικά αποτελέσματα στη φιλελληνική κινητοποίηση που ολοένα αυξανόταν και μέσα σ’ αυτό το κλίμα ο Αμερικανός πρόεδρος Τζέιμς Μονρόε (James Monroe, 1758-1831) στο ετήσιο διάγγελμά του το Δεκέμβριο του 1822 αναφέρθηκε στην Ελληνική Επανάσταση υποστηρίζοντας την αυτοδιάθεση των λαών.

Έντουαρντ Εβερετ

Ο Έντουαρντ Έβερετ είναι ο πρώτος γνωστός Αμερικανός που συνδύαζε το λόγιο ενδιαφέρον για την αρχαιότητα και συγχρόνως διέθετε εκείνη την παιδεία που τον κατηύθυνε στη μελέτη της μεσαιωνικής και νεότερης Ελλάδας. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Γερμανία συναναστράφηκε Έλληνες, ενώ επεδίωξε να γνωρίσει επιφανείς προσωπικότητες, μεταξύ άλλων και τον Κοραή. Αμέσως μόλις έφτασε στην Ευρώπη συναντήθηκε με τον Βύρωνα, το έργο του οποίου γνώριζε ήδη και ασχολήθηκε με την εκμάθηση της νεοελληνικής γλώσσας.

Ο Έβερετ το 1818 είχε συναντηθεί με τον Αδαμάντιο Κοραή, μετά από μεσολάβηση του Τζέφφερσον, ο οποίος είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις με τον Κοραή, όταν βρισκόταν στο Παρίσι. Ο Κοραής δέχτηκε με ευχαρίστηση τον Έβερετ, καθώς έτρεφε αισθήματα εμπιστοσύνης προς τους φιλελεύθερους Αμερικανούς δημοκράτες. Ο Έβερετ παρουσίασε την συνάντησή του με τον Κοραή σε κείμενο που δημοσίευσε το 1859 στην εφημερίδα « New York Ledger» και αναδημοσίευσε στο βιβλίο του «The Mount Vernon Papers».   Πέθανε στη γενέτειρά του το 1865.

Στο ταξίδι του, τον Απρίλιο του 1819 στην Ελλάδα, συντροφιά  με τον Θήοντορ Λάυμαν (Theodore Lyman 1792 – 1849), συγγραφέα, Δήμαρχο της Βοστώνης και γνωστό φιλάνθρωπο, επισκέφτηκε και την Πελοπόννησο. Από την Ελευσίνα έφτασε στην Κόρινθο, όπου και συναντήθηκε με τον Κιαμήλ Μπέη της Κορίνθου, συνέχισε προς το Άργος και την Τρίπολη με κατάληξη του ταξιδιού του τη Σπάρτη.    

Στις σελίδες του ημερολογίου του αναφέρει:

8 Μαΐου

« Πήραμε τον δρόμο της Νεμέας για το Άργος. ( Υπήρχε εκεί ναός του Δία, δωρικού ρυθμού, του 4ου π.Χ. αιώνα). Ίχνος από την πόλη της Νεμέας δεν σώζεται, εκτός από τρεις δωρικούς στύλους του ναού της και τα ερείπια ενός άλλου ναού ή κτιρίου εκεί κοντά. Γύρω από τους τρεις όρθιους στύλους υπάρχει ένας ολόκληρος σωρός από ερείπια, αλλά το υπόλοιπο της πεδιάδας εκεί είναι τελείως άδειο.

Από τη Νεμέα προχωρήσαμε στο Χαρβάτι, ένα χωριό κοντά στην αρχαία πόλη των Μυκηνών. Ο Θησαυρός του Ατρέα ή ο τάφος του Αγαμέμνονα που συναντούμε εδώ είναι σίγουρα ένα από τα σπουδαιότερα μνημεία της αρ­χαιότητας. Η πέτρα πάνω από την είσοδο είναι επιβλη­τική. Πλάι σε αυτόν τον τάφο βρίσκεται ένας άλλος, που έχει εν μέρει ανασκαφεί. Η Πύλη των Λεόντων με απο­γοήτευσε. Την περίμενα σε μεγαλύτερη κλίμακα. Σχεδόν μου φαινόταν σαν έργο κάποιας μεταγενέστερης εποχής, που μιμούνταν την αρχαία τέχνη.

Αντί να πάμε απευθείας στο Άργος, στείλαμε τις α­ποσκευές μας, και εμείς λοξοδρομήσαμε προς την Τίρυν­θα, τα αρχαιότερα τείχη που σώζονται σε ολόκληρη την Ευρώπη. Σωστά τα ονομάζουν κυκλώπεια, αφού διαφέ­ρουν πολύ από την πολυγωνική τειχοποιία. Ο κάμπος του Άργους καλλιεργείται λαμπρά. Η θέα του κόλπου και του Ναυπλίου είναι εξαίσια.

Στο Άργος δεν μπορούσαμε να βρούμε κατάλυμα μέσα στην πόλη, γιατί στο παρελθόν κάποιος ξένος τους είχε φέρει πανούκλα. Θα πρέπει να είχαν περάσει δύο ή τρεις μήνες από τότε που είχαν πα­νούκλα εκεί. Κάποιοι Άγγλοι περιηγητές, που πέρασαν ένα δεκαπενθήμερο πριν από εμάς, φοβούνταν να έρθουν στο Άργος και η καραντίνα στην Πάτρα μόλις είχε τελειώσει για όσους έρχονταν από εκεί. Υποχρεωθήκαμε να σταματήσουμε στο λιμάνι και εκεί να βγούμε από ένα δωμάτιο που μας είχε παραχωρηθεί από κάποιον ντόπιο αξιωματικό, ο οποίος, με το που μπήκαμε στο δωμάτιο, απομάκρυνε όλα μας τα στρωσίδια και έτσι αναγκαστή­καμε να κοιμηθούμε σε έναν ανοιχτό διάδρομο. Αντέγρα­ψα μια μεγάλη επιγραφή στον περίβολο.

 

Πηγές


  • Edward Everett, «Σελίδες ημερολογίου 1819», Εισαγωγή –Μετάφραση-Σχόλια, Άντεια Φραντζή, Το Βήμα περιηγήσεις, 2010.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Φιλέλληνες», τεύχος 277, 17 Μαρτίου 2005.

 

Σχετικά θέματα:

Η «Γενιά του’30» στην αναζήτηση της ελληνικότητας


 

Το Παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου στο Ναύπλιο διοργανώνει την έκθεση «Η Γενιά του’30 στην αναζήτηση της ελληνικότητας», με στόχο να επισημάνει τις διαφοροποιήσεις της ελληνικής τέχνης τη δεκαετία 1930-1940.

Πορτρέτο κυρίας, Ν. Κοντόπουλος

Αυτή την περίοδο τα προβλήματα γίνονται ανθρωποκεντρικά, αλλάζουν μορφή και οι καλλιτέχνες αναζητούν στην παράδοση, αξίες που γίνονται πρότυπα. Ανακαλύπτουν το συμβολικό κόσμο της βυζαντινής ζωγραφικής και την αφαιρετικότητα των εικόνων της, τη διακοσμητικότητα της λαϊκής τέχνης και τη γεωμετρική υφή των μορφών της καθώς και την αρμονία και ισορροπία της κλασικής τέχνης.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, οι καλλιτέχνες μελετούν το ελληνικό τοπίο, ανακαλύπτουν το Αιγαίο και τα ελληνικά νησιά, αναζητούν στη λιτότητα το απολλώνιο πνεύμα της αρχαίας ελληνικής τέχνης, σπουδάζουν τη βυζαντινή τέχνη και προβάλλουν τη λαϊκή τέχνη. Σε αυτήν την παράδοση ψάχνουν να διατηρήσουν την αυθεντικότητά τους, την «ελληνικότητά τους» συμπαρατάσσοντας ή διαχωρίζοντας στοιχεία από την σύγχρονη ευρωπαϊκή τέχνη.

Βασικό  γνώρισμα της καλλιτεχνικής δημιουργίας της περιόδου αυτής είναι η κυριαρχία της νόησης πάνω στην αίσθηση, που εκδηλώνεται με ισχυρές σχηματοποιήσεις στη σύνθεση και το σχέδιο, ενώ το χρώμα απομακρύνεται από τη φύση και γίνεται πιο πνευματικό. Το ώριμο έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη μαρτυρεί αυτές τις αλλαγές.

Στις αλληγορικές και θρησκευτικές συνθέσεις του συγχωνεύονται επιδράσεις από την Αρχαιότητα, το Βυζάντιο και τα νεότερα ρεύματα. Ο Μικρασιάτης Φώτης Κόντογλου αναζητεί πηγές έμπνευσης αποκλειστικά στο Βυζάντιο και στην ανατολική παράδοση, απορρίπτοντας κάθε επαφή με την δυτική τέχνη. Η προσωπικότητα και οι ιδέες του θα επηρεάσουν πολλούς καλλιτέχνες της Γενιάς του ’30. 

 

Άγιοι Σαράντα, Φώτης Κόντογλου

 

Ο Γιάννης Τσαρούχης επίσης κατανοεί το αδιέξοδο της διδασκαλίας του Κόντογλου και ανοίγει έναν γόνιμο διάλογο με πολλές παραδόσεις (ελληνιστική ζωγραφική, Βυζάντιο, Αναγέννηση, λαϊκή τέχνη ), πάντα μέσα από τον προβληματισμό της σύγχρονης τέχνης, ιδιαίτερα του Ανρί Ματίς. Μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της ελληνικής τέχνης του 20ου αιώνα ανήκουν σ’ αυτή την ομάδα: Διαμαντής Διαμαντόπουλος, Σπύρος Βασιλείου, Νίκος Εγγονόπουλος, Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας και οι νεότεροι Γιάννης Μόραλης και Νίκος Νικολάου.

 

Επίδαυρος, Κ. Παρθένης

 

Για την Γενιά του ’30, παράδοση και Μοντερνισμός, λειτούργησαν, σαν αμφίδρομοι καταλύτες. Καθένας βοήθησε στη βαθύτερη κατανόηση και οικειοποίηση του άλλου.

 

Ν. Εγγονόπουλος. Μακέτα σκηνικών για το έργο «Καίσαρ και Κλεοπάτρα».

 

Η έκθεση αντιπροσωπεύεται από πίνακες των: Κ. Παρθένη, Γ. Γουναρόπουλου, Γ. Μπουζιάνη, Θ.Τριανταφυλλίδη, Ν. Νικολάου, Γ. Τσαρούχη, Θεόφιλου, Σ. Βασιλείου,  Ν. Χατηκυριάκου–Γκίκα, Α. Αστεριάδη, Γ. Μόραλη, Α. Κοντόπουλου, Γ. Στέρη. Ν. Εγγονόπουλου και γλυπτά του Μ. Τόμπρου και της  Μπ. Ραφτοπούλου.

 

Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου – Παράρτημα Ναυπλίου

Σιδηράς Μεραρχίας 23

Διάρκεια έκθεσης:  25 Μαΐου –15 Οκτωβρίου 2012

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

«Τώρα είναι Αργά», Λίνα Φυτίλη


 

Τώρα είναι Αργά…

Η Κοινωφελής Επιχείρηση Δήμου Άργους – Μυκηνών, οι εκδόσεις «Εκ Προοιμίου» και η Maasai Mara Art Gallery, σας προσκαλούν στην παρουσίαση του μυθιστορήματος της Λίνας Φυτίλη «Τώρα είναι Αργά».

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα με εξαιρετική πλοκή που εκτυλίσσεται σε μια πανσιόν στη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών. Η συγγραφέας βγάζει στην επιφάνεια, μέσα από τους διαλόγους και τη δράση των πρωταγωνιστών κρυμμένα μυστικά που η έξοδός τους στο φως της μέρας θα απειλήσει τις εύθραυστες ισορροπίες των ανθρωπίνων σχέσεων.

Η παρουσίαση του μυθιστορήματος θα γίνει στο Κωνσταντοπούλειο Μέγαρο στο Άργος την Τετάρτη 30 Μαΐου 2012 στις 7 το βράδυ. Το βιβλίο θα παρουσιάσουν ο Γεώργιος Κόνδης, Κοινωνιολόγος, η Καλλιόπη Καλποδήμου, φιλόλογος και η συγγραφέας. Την παρουσίαση θα συντονίζει ο Γιάννης Στάικος.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Γραφές του Φωτός- Τημένιο NATURA – Έκθεση Φωτογραφίας


 

Η Κοινωφελής Επιχείρηση Δήμου Άργους – Μυκηνών το Σάββατο 26 Μαΐου και ώρα 7.30 το βράδυ παρουσιάζει την έκθεση φωτογραφίας του Αργείου καλλιτέχνη φωτογράφου Ηλία Πολυχρονόπουλου με θέμα:

« Γραφές του Φωτός- Τημένιο NATURA»

στην αίθουσα ΙΩ στους Στρατώνες Καποδίστρια στο Άργος.

Διάρκεια έκθεσης: 26 Μαΐου – 2 Ιουνίου. Ώρες: 19:00 – 21:00. 

 

Γραφές του Φωτός…

 

Ο Καθηγητής Γερμανικής Φιλολογίας και Ποιητής Φώτης Μότσης στο σημείωμά του για τον Ηλία Πολυχρονόπουλο και την δουλειά του γράφει:

Κάθε που βρίσκομαι αντιμέτωπος με κάποιο από τα τεχνήματα του Ηλία, αναρωτιέμαι πόσοι χρωστήρες, πόσες παλέτες, πόσα χρώματα δύναται, επιτέλους, να χωρεί ο φακός του!

Πόση αυθάδεια, να θέλεις μ’ ένα κλικ να χαλιναγωγήσεις τον αφηνιασμό της φύσης, με μια σταγόνα να δημιουργείς κατεβασιά, ν’ αρμολογείς πλευρά από τον ταπεινό πηλό και να φυσάς πνοή στο άψυχο, στο ασάλευτο.

Το γήρας και η κατάντια, η μοναξιά και η μοναχικότητα, η αλαζονεία της νιότης, η γένεση και ο χαμός, το πείσμα και η φθορά, είναι τινά των περασμάτων όπου στήνει την ενέδρα του ο καλλιτέχνης στον χρόνο: τον καταλαμβάνει εξ’ απήνης, τον τάμει κι αποσπά τα φυλλοκάρδια της στιγμής για να τα αναρτήσει στον πίνακα του εσαεί παρόντος.

Ο Πολυχρονόπουλος ακροβατεί επιδεικτικά, συχνά προκλητικά, από καθρέφτη σε καθρέφτη των εγχρώμων τε και ασπρόμαυρων ονείρων μας, μας απευθύνει λόγο δηκτικό και κάλεσμα ταράσσον την ανεμελιά μας, τη βολή και τη βουλή μας.

Ζωγραφίζει με τη γροθιά και με το χάδι, αναστατώνει, αντιστρέφει, αναποδογυρίζει, αναδεικνύει και καθαίρει.

Μιλώ για τις προθέσεις του. Για τις κινήσεις του.

Τα έργα του λαλούνε από μόνα τους: σε όσους δύνανται ν’ ακούσουν.

Το νου μας!