Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Καββαθάς Σπ. Μιχαήλ (1895-1972) – Ο πρωτεργάτης της διάδοσης της καλλιέργειας του πορτοκαλιού στην Αργολίδα


 

π. Μιχαήλ Καββαθάς

Στο χωριό Αργολικό (Κούτσι) του Νομού Αργολίδος, από το 1924, αρχίζει μια νέα, αγροτικού ενδιαφέροντος, περίοδος. Μια σταυροφορία για την διάδο­ση – εξάπλωση της πορτοκαλλιέργειας. Ο Μιχαήλ Σπ. Καββαθάς διορίζε­ται εφημέριος στον Ιερό Ναό του χωριού «Κοίμησις της Θεοτόκου». Μέσα στα ιερατικά καθήκοντά του προγραμματίζει και την διάδοση και επι­κράτηση της πορτοκαλλιέργειας. Σύντομα η αγροτική αυτή κοινότητα γίνεται ένας απέραντος κήπος με κύρια φυτεία του την πορτοκαλιά. Οι τοπικές οικολογικές συνθήκες ευνοούν την διάδοση της πορτοκα­λιάς, και αυτή με τη σειρά της, ευνοεί (ευεργετεί), ως ευεργετηθείσα, τον τό­πο. Ανθεί η «φαιδρά πορτοκαλέα», με επακόλουθο να «ανθεί» και η οικονομία του Αργολικού, με συνεπακόλουθο τον εκπολιτισμό της Κοινότητας.

 

Η Πρόσφορη γη της Αργολίδας

 

Η Ελληνική γη είναι μια από τις πλέον ευνοϊκές χώρες, για την καλ­λιέργεια και εκμετάλλευση της δενδροκομίας. Μάλιστα δε, ελάχιστες χώρες της γης παρουσιάζονται με ανάλογες ευνοϊκές συνθήκες κλίματος και εδά­φους, για την καλλιέργεια της ελιάς, του σταφυλιού και της πορτοκαλιάς, πασίγνωστης, άλλωστε της, «ποιητικώ τω τρόπω», διαμήνυσης – πληροφόρησης των στίχων, που ακολουθούν:

«Η χώρα όπου ανθεί φαιδρά η πορτοκαλέα,

και κοκκινίζει η σταφυλή

και θάλλει η ελαία,

δεν είν’ άλλη παρά η Γη Ελληνίς».

Να τονισθεί, ότι όλα τα δενδροκομικά (ελληνικά) προϊόντα είναι ανώτερης ποιότητας: καρποί εύχυμοι, εύγευστοι, υγιεινοί, συνεκτικοί σε θρεπτικά συστατικά, αρωματικοί, εντυπωσιακών χρωμάτων. Η ανάγλυφη όψη των εδαφών, η γειτνίαση με τη θάλασσα, το  εύκρατο κλίμα, με τον άπλετο και διαυγή φωτισμό, και oι παρατετα­μένες θερινές περίοδοι ευνοούν την διάδοση της πορτοκαλλιέργειας. Ένα τέτοιο γεωγραφικό διαμέρισμα είναι και η Αργολική γη.

 

Η Σπουδαιότητα της πορτοκαλλιέργειας

 

Όλα τα Εσπεριδοειδή ευδοκιμούν, ως προσοδοφόρες καλλιέργειες, σε τοποθεσίες, στις οποίες oι παγετοί είναι σπάνιοι ή άγνωστοι. Τα Εσπεριδοειδή είναι καρποφόρα (με εδώδιμους τους καρπούς τους), βιομηχανικού ενδιαφέροντος (τα άνθη για την παραγωγή αιθέριων ελαίων, oι καρποί στην ζαχαροπλαστική, αρωματοποιία, φαρμακευτική), και κυρίως καλλωπιστικά. Η Πορτοκαλιά, αυτό το γνωστότατο μικρού μεγέθους δένδρο, με την σφαιρική κόμη, στολίζεται με την παραγωγή των άφθονων λευκών ανθέων του και το πλήθος των σφαιρικών ευωδέστατων – γλυκόχυμων καρπών του. Καλλιεργείται για τους πολύτιμους καρπούς του, τους γευστικότατους και αρωματικούς, αλλά και υγιεινούς – θρεπτικούς, oι οποίοι περιέχουν στον πλουσιότατο χυμό τους βιταμίνες (C, Ρ), μεταλλικά άλατα (Ca, Ρ), σάκχα­ρα, οξέα. Δυστυχώς, μέχρι και σήμερα, πολλοί από τους νέο-Έλληνες, αγνοούν ή περιφρονούν την σπουδαιότητα του πορτοκαλιού.

  

Μια σύντομη ιστορική αναδρομή

 

Μόλις κατά το Έτος 1950 γραφόταν: «Η Δενδροκομία υστερεί, πολύ, εις τοιούτον βαθμόν, ώστε να θεωρείται ως μηδόλως γνωστή εν Ελλάδι. Δεν διαφεύγει, άλλωστε, ουδενός την αντίληψιν, ότι ουδαμώς υφίσταται άξια λόγου Δενδροκομία[1]… Η προώθησις και η ανάπτυξις της Δενδροκομίας, συνεπώς, ενδείκνυται ως εθνική ανάγκη…»[2]. Αυτή την «εθνική ανάγκη» ένας αγαθός Ιερέας, ο προαναφερθείς Μι­χαήλ Σπ. Καββαθάς υπηρετεί. Αναδεικνύεται διαφωτιστής στο χωριό Αργολικό, με σκοπό την διάδοση, ανάπτυξη και επικράτη­ση (ευδοκίμηση) της πορτοκαλλιέργειας. Για να αντιληφθεί κανείς την συμβολή και το μέγεθος της προσφοράς του Μ. Καββαθά, πρέπει να λάβει γνώση του Καποδιστριακού εγγράφου [3], στο οποίο αναφέρεται η παντελής απουσία της συστηματικής καλλιέργειας καρποφόρων δένδρων: «… Δεν αγνοείται παρά των Υμετέρων Εξοχοτήτων ότι… Η Ελλάς είναι σήμερον τόπος το πλείστον έρημος, άκαρπος…». Μέρος αυτού του τόπου του « ερήμου, ακάρπου», προσπαθεί, ύστερα από ένα αιώνα, ο π. Μ. Καββαθάς, να καταστήσει γόνιμο, καρποφορούντα, στολισμένο με την «αγλαόκαρπο» πορτοκαλιά, με επακόλουθο την οικονομικότερη ευχέρεια των κατοίκων του Αργολικού.

 

Βιογραφικά στοιχεία του Ιερέως Μιχαήλ Καββαθά

 

Το χωριό Αργολικό, του Νομού Αργολίδας, ήταν κι αυτό τόπος ημικαλλιεργήσιμος, μέχρι του διορισμού [4] του εφημερίου της Κοινότητος. Ο Μιχαήλ Σπ. Καββαθάς [5], γιος του Σπύρου και της Παρασκευής, γεν­νήθηκε στο Αργολικό το έτος 1895. Ήταν έγγαμος κληρικός, [6] και με την σύζυγό του Βασιλική (έτος γεννήσεως το 1901) απέκτησε τέσσερα τέκνα. Την Αγγελική (1926), την Ιουλία (1928), τον Σπυρίδωνα (1930), και την Κατίνα (1933). Ήταν κάτοχος σπουδών «Ελληνικού Σχολείου» [7] και Απολυτηρίου «Εκκλησιαστικής Προπαρασκευαστικής Σχολής Αργολίδος» (Ναύπλιο) [8]. Όπως δε μας πληροφορεί, πιστοποιών, ο επίσκοπος Ταλαντίου Ιερόθεος [9]: «… εχειροτονήσαμε τον Μιχαήλ Σπ. Καββαθά τη χάριτι του Παναγίου και Τελεταρχικού Πνεύματος εις Διάκονον μεν εν τω παρεκκλησίω του Μητρο­πολιτικού Ναού Αθηνών του Αγίου Ελευθερίου τη 7η Ιουλίου 1924, πρεσβύτερον δε εν τω Ιερώ Ναώ της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μοναστηρακίου Αθηνών τη 8η Ιουλίου 1924».

Από πιστοποιητικό της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος [10] πληροφο­ρούμεθα για τις υπηρεσιακές μεταβολές του πρεσβυτέρου Μιχαήλ Σπ. Καββαθά: «Διωρίσθη δια του υπ’ αριθμ. 809, από 30.7.1924, εγγράφου εις τον εν Αργολικώ Ιερόν Ναόν Κοιμήσεως Θεοτόκου υπηρετήσας εν αυτώ μέχρι της 29.6.1972, ότε απεβίωσεν…».

Ο μακαριστός παπα-Μιχαήλ νεαρός ακόμη, και ακόμη άγαμος, εργά­ζεται στις Αγροτικές Φυλακές Τίρυνθας. Πλησιάζει τον γεωπόνο του Αγροκτήματος από τον οποίο διδάσκεται, με ζήλο και φιλομάθεια τις όποιες δε­ξιοτεχνίες της δενδροκομικής τέχνης. Τοποθετείται στον χώρο των φυτω­ρίων Εσπεριδοειδών (πορτοκαλιάς, μανταρινιάς). Ασκείται στους χειρισμούς εμβολιασμών, αναδειχθείς άριστος «μπολιαστής». Παράλ­ληλα, όμως, ασχολείται και με άλλες τρέχουσες – αναγκαίες αγροτικές φρον­τίδες, αποκτώντας πολλές εμπειρίες, κηπευτικού ενδιαφέροντος.

 

Η Κοινότητα Αργολικού και ο νεοδιορισθείς εφημέριος Μιχαήλ Καββαθάς

 

Ο νεοφερμένος εφημέριος δεν λησμονεί τις αποκτηθείσες αγροτικές «αρετές» του, αφού παράλληλα προς τα καθήκοντά του, ως εφημέριου, συνεχί­ζει να εφαρμόζει ό,τι κατέχει σαν άριστος φυτοτεχνίτης, στη γυμνή, και εν πολλοίς ακαλλιέργητη, γη της Ενορίας του. Συγκεκριμένα, στο σπίτι, που απέκτησε από το γάμο του, εγκαθιστά και θέτει σε λειτουργία ιδιωτικό φυτώριο. Σ’ αυτό εφαρμόζει την αποκτηθείσα εμπειρία του. Μέχρι του διορισμού του, ως εφημέριος, στο χωριό Αργολικό δεν υπάρχει δένδρο πορτοκαλιάς, παρά μόνο ένα μεμονωμένο περιβόλι με πορ­τοκαλιές πού είχε φυτέψει ένας συγχωριανός του ονόματι Μανουσάκης, πού ήτανε μέτοχος στο εργοστάσιο ΚΥΚΝΟΣ.

Προϋπήρχε, λοιπόν, ένας προο­δευτικός πορτοκαλλιεργητής, αφού φρόντισε και φύτεψε πορτοκαλιές, πού σαν προνοητικός πρόβλεψε το μέλλον της πορτοκαλλιέργειας. Όμως, δεν φρόντισε να παρακινήσει και άλλους, προς μίμηση… Ύστερα από τον προοδευτικό Μανουσάκη, έρχεται ο εφημέριος Μιχαήλ Καββαθάς (προοδευτικός – προνοητικός), ο οποίος αναδει­κνύεται ο παρακινητής-προπαγανδιστής της πορτοκαλλιέργειας. Σε οικοπεδική έκταση, μόλις, ενάμιση στρέμματος εγκαθιστά φυτώριο Εσπε­ριδοειδών (λεμονιάς, πορτοκαλιάς, μανταρινιάς), με προοπτική προώθησης – προμήθειας των δενδρυλλίων στους αγρότες των γύρω χω­ριών, ως μέλλοντες αγοραστές.

 

Βραβείο Γεωργικής Υπηρεσίας Αργολίδας

 

Έτσι, αρχίζει η προσπάθεια διάδοσης – εμφάνισης μιας νέας δενδροκο­μικής μορφής καλλιέργειας, η οποία έχει, ταυτόχρονα, και κοινωνικού ενδιαφέροντος πρωτοβουλία, με ευρύτερη διάσταση: «η γυμνή ή αδιοργάνωτα καλλιεργούμενη γη, να καλλιεργείται συστηματικά». Αλλά και κάτι άλλο, σημαντικό: το δένδρο, αναγκάζει τον αφέντη του σε διαρκή συναγερμό – παρουσία στα «πόδια» του, τον υποβάλλει σε συνεχή παρακολούθηση και φροντίδα σε ότι χρειάζεται, (ψεκασμό, σκάλισμα, πότισμα, κ.ά.).

Ο π. Μιχαήλ Καββαθάς αναδεικνύεται εύστοχος, εύστροφος, μεθοδικός. Ευχάριστος, μα και πολύτιμος. Σκέφτεται και αποφασίζει το πλησία­σμα, αρχικά, σε δύο παλιούς συγχωριανούς του, Ελληνο – Αμερικάνους, από την Καλιφόρνια [11]. Τους πλησιάζει, για να του υποδείξουν -ενημερώσουν όσα αυτοί γνωρίζουν, αλλά άγνωστα σ’ αυτόν, σε ό,τι αφορά στα «μυστικά» της πορτοκαλλιέργειας, και γενικότερα των Εσπεριδοειδών. Αυτοί, προθυμοποιούνται και του υποδεικνύουν, ως τους πλέον ειδικούς, φίλους τους ομογενείς, καταγόμενους από την Σπάρτη, παλιννοστήσαντες και εισαγωγείς εμβολίων της ιδιαίτερα παραγωγικής ποικιλίας πορτοκαλιάς, την «ομφαλοφόρον». Τους επισκέπτεται. Αυτοί, πρόθυμα, τον ενημερώνουν, και τον εφοδιάζουν με κλαράκι, περιέχον φυτικά τμήματα, για την λήψη εμβολίων.

Ο παπα – Καββαθάς καταφτάνει στη γενέτειρά του, αλλά και στην ενορία του, για να διαφωτίσει τους χωρικούς. Δυστυχώς, του «έπιασαν» δυο μόνον, από τα μπολιάσματα. Αν και στους συγχωριανούς του ήτανε παντελώς άγνωστη η «εμπορική αξία» αυτής της ποικιλίας, δεν έδειξαν ενδιαφέρον, για την προμή­θεια της νέας ποικιλίας. Ύστερα από αυτή την αδιαφορία, αρχίζει ο παπα-Μιχαήλ μια νέα προσπάθεια. Επινοεί την ενημέρωση των περισσότερο προοδευτικών φίλων και συγγενών του. Τους πλησιάζει και τους ενημερώνει για τις όσες χρήσιμες συμβουλές του μετέδωσαν οι επα­ναπατρισθέντες Σπαρτιάτες. Τους κατατοπίζει, αναλυτι­κά, για τα πλεονεκτήματα των «ομφαλοφόρων» πορτοκαλιών.

Σε δεύ­τερη φάση, ανοίγει διαφωτιστικό διάλογο με τους συμπατριώτες του, αφού είχε προηγηθεί μια πρόχειρη ενημέρωση από τους μυημένους φίλους και συγγενείς του. Αυτός, τώρα, τους κατατοπίζει, εμπεριστα­τωμένα, για τα προτερήματα της ομφαλοφόρου πορτοκαλιάς, όπως το άσπερμο του πορτοκαλιού, η τακτική, δηλαδή ετήσια, ανθοφορία – καρποφορία, και η ανώτερη ποιότητα σε «φαγητό» (καρπός εύχυμος, εύγευστος, αρω­ματικός, ψιλόφλουδος). Εξ άλλου, επισημοποιεί τις προσπάθειές του με επισκέψεις του στη Γε­ωργική Υπηρεσία Αργολίδος, με σκοπό ευρύτερης, και υψηλότερου επιπέ­δου, συνεργασία. Δέχεται, και υιοθετεί σημαντικές υποδείξεις, για τον τρόπο παρακίνησης των αγροτών συμπατριωτών του αλλά και νεότε­ρες μεθόδους πορτοκαλλιέργειας. Παρ’ όλα αυτά, ύστερα από συνεχή προσπάθεια τεσσάρων ετών, οι συμ­πατριώτες του δεν πολυσυγκινούνται. Έτσι, τα έτοιμα ήδη δενδρύλλια του φυτωρίου του παραμένουν αζήτητα. Αδιάθετα, από έλλειψη ενδιαφέροντος προμήθειας, κατέχουν το χώμα του φυτωρίου. Γρήγορα, όμως, μεταφυτεύο­νται για να αποτελέσουν τον πρώτο πορτοκαλεώνα του παπα-Μιχάλη.

Τότε όμως κηρύχθηκε ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος (1940-44), στον οποίο αναμείχτηκε και η χώρα μας. Ακολούθησε η διπλή κατοχή μας από τους Γερμανούς – Ιταλούς κατακτητές. Οι παλιότεροι, παιδιά τότε, θυμόμαστε καλά, τα φοβερά δεινά, μεταξύ δε των άλλων και τους πολυάριθ­μους θανάτους από την πείνα. Στερηθήκαμε και τα στοιχειώδη είδη δια­τροφής. Τότε, οι αγρότες, όπως και οι κάτοικοι του Αργολικού, στρά­φηκαν και επιδόθηκαν στην καλλιέργεια οσπρίων (φασολιών, ρεβιθιών, κουκιών, φακών, ακόμα και λαθουριού), και σιτηρών (κυρίως σταριού), με σκοπό την πώληση των παραγομένων από αυτούς προϊόντων, στις αγορές των αστικών πληθυσμών, και κυρίως στους λιμοκτονούντες κατοίκους της Αθήνας και του Πειραιά.

Μετά την απελευθέρωση, αρχίζει μια αλλαγή προτιμήσεων σε αγροτικά προϊόντα του καταναλωτικού κοινού, στις αγορές των μεγαλουπόλεων. Σε σειρά προτίμησης, έρχεται απ’ τα πρώτα και το πορτοκάλι. Έτσι, καθί­σταται πρόσφορο το «έδαφος», για αλλαγή καλλιεργειών και εκμετάλλευση των εδαφών με προτεραιότητα στην πορτοκαλλιέργεια. Αυτή η προτίμηση – στροφή στην αγορά, επιφέρει και στροφή επιλογής αξιοποίησης των καλλιεργούμενων εδαφών και στο Αργολικό. Έτσι, η επιδιωκόμενη πρωτοβουλία του παπα-Μιχαήλ βρίσκει, τώρα, θε­τική ανταπόκριση. Οι συμπατριώτες του καλλιεργητές στρέφονται προς την πορτοκαλλιέργεια. Μάλιστα δε, ζητάνε για τα περιβόλια τους πορτοκαλιές ομφαλοφόρου ποικιλίας. Στο μεταξύ στις λαχαναγορές Αθήνας και Πειραιά προτιμάται το ομφαλοφόρο πορτοκάλι πού καταφτάνει από την Κέρκυρα [12].

Κερδίζει την προτίμηση του καταναλωτικού κοινού, λόγω των προαναφερθέντων πλεονεκτημάτων του, σε σύγκριση με τις μέχρι τότε διαδεδομένες ποικιλίες. Βέ­βαια, υπερτερούν και άλλες ποικιλίες, όπως π.χ. τα πορτοκάλια περιοχής Μυρτιάς Αγρινίου. Αυτή η προτίμηση του καταναλωτικού κοινού, έχει σαν επακόλουθο την ενθάρρυνση του παπα-Μιχαήλ και άνετα στοχεύει για την εξάπλωση της ομφαλοφόρου ποικιλίας στον τόπο του.

Αρχίζει την διανομή εμβολιασμέ­νων σε ομφαλοφόρο ποικιλία δενδρυλλίων πορτοκαλιάς, όχι μόνο στο Αργολικό, αλλά και στις γειτονικές περιοχές. Με τον καιρό, μακρύτερα, μέχρι και στα σύνορα Αργολιδο – Κορινθίας. Εδώ, αξίζει να σταθεί κανείς, για να αναλογισθεί και να εκτιμήσει, όσο πρέπει, την σπουδαιότητα της μεγάλης συμβολής του παπα-Μιχαήλ, σε ό,τι αφορά στην διάδοση της, οικονομικού ενδιαφέροντος, καλλιέργειας της ομφαλοφόρου πορτοκαλιάς, με τις προσοδοφόρες αποδόσεις στην αγορά, και την υπέροχη εκμετάλλευση των εδαφών. Επί πλέον δε την επακολουθή­σασα δραστηριοποίηση των άνεργων αγροτικών χεριών, που έπιαναν στα χέρια τους, όλο και περισσότερα χρήματα.

Με μεράκι συνεχίζει ο ακούραστος ανακαινιστής παπα-Μιχαήλ το κοινωνικού χαρακτήρα έργο του, με τις όποιες θετικές οικονομικές και βιοτικές επιπτώσεις. Σε επίπεδο κοινοτικό (άμεσο) και εθνικό (έμμεσα). Σαν άριστος δενδροκόμος επαυξάνει, σε εδαφικές εκτάσεις, το φυτώριό του, με σκοπό την εξασφάλιση δενδρυλλίων ομφαλοφόρου πορτοκαλιάς. Μαζεύει καρπούς νεραντζιάς, για να εξασφαλίζει τους σπόρους τους, που του χρησι­μεύουν σαν πολλαπλασιαστικό υλικό. Τους σπέρνει και όταν φυτρώνουν τα δενδρύλλια και αποκτούν ηλικία 2-3 ετών τα μπολιάζει. Σ’ αυτά τα τρία πρώτα χρό­νια της ζωής τους τα περιποιείται, τα ποτίζει, τα σκαλίζει, τα βοτανίζει. Τα μεγαλώνει σαν τα «μάτια» του. Τα προσέχει και τα καμαρώνει. Ενθουσιάζεται. Ικανοποιείται. Προγραμματί­ζει.

 

Δεν άργησε η αναγνώριση

 

Σούστες καταφτάνουν την περίοδο εξαγωγής των μπολια­σμένων δενδρυλλίων, για παραλαβή και μεταφορά τους, από το φυτώριο του παπα-Μιχαήλ στους αγρούς, για εγκατάσταση πορτοκαλεώνων. «Ώρα θερισμού»… των κόπων και των αγώνων του παπα-Μιχαήλ. Δεν άργησε και η στιγμή πρόσκλησης, για στενότερη συνεργασία με την Διεύθυνση Γεωργίας Αργολίδος, σε ό,τι άφορα στην προμήθεια – διάδοση, με τον επιβαλλόμενο βέβαια «ποιοτικό έλεγχο» των προωθούμενων απ’ αυτόν δενδρυλλίων.

 

Μετάλλιο Γεωργικής Αξίας

 

Έτσι, ο π. Μιχαήλ Καββαθάς γίνεται ευρύτερα γνωστός και παραδε­κτός. Αναγνωρίζεται ο ζήλος του και το αδιάπτωτο ενδιαφέρον του, για συ­νεχή προσπάθεια διάδοσης της καλλιέργειας της ομφαλοφόρου ποικιλίας πορτοκαλιάς. Αποκτά φήμη έμπειρου και έμπιστου φυτωριούχου. Μνημονεύεται σαν τοπικός ευεργέτης. Κάποια στιγμή διακόπτει τις φυτωριακές επιχειρήσεις του, αλλά δεν εγκαταλείπει το πολυσχιδές έργο που άρχισε. Συνεχίζει να διανέμει τα εναπομείναντα μπολιασμένα δενδρύλλια του φυτωρίου του. Συνεχίζει να παρα­κολουθεί τις φυτωριακές εργασίες των  διαδόχων του. Σ’ όλους αυτούς τους μαθητές του, φτιάχνει τα «τζάκια» (τα σπο­ρεία), τους μεταδίδει την τεχνική, και επεμβαίνει στην όποια αναγκαία μέριμνα – φροντίδα. Τους μαθαίνει πως να εμβολιάζουν στη νεραντζιά, σαν υπο­κείμενο, μπόλια από ομφαλοφόρες ποικιλίες. Συχνά τους επαναλαμβάνει ότι πρέπει να επαγρυπνούν, για την αδιάκοπη παρακολούθηση της πορείας των φυτωρίων. Γι’ αυτό oι γερον­τότεροι μιλάνε γι’ αυτόν. Η φήμη του και το ευεργετικό πέρασμά του από το Αργολικό διατηρούνται στη μνήμη των κατοίκων και άλλων χωριών, όπως στο Κοφίνι, στον Παναρίτη.

 

Επιλεγόμενα

 

Ο μακαριστός π. Μιχαήλ Καββαθάς αποτελεί μια συνέχεια, με συ­νέπεια, στο χώρο της στρατιάς των αγαθών κληρικών των οποίων η ποιμαντική δραστηριότητα προεκτείνεται και διακλαδίζεται και σε εξωεκκλησιαστικούς τομείς. Κατόρθωσε την διείσδυση σε χώρους «καλλιεργητικών αναδιαρθρώ­σεων». Φρόντισε να μεταδώσει σε αμαθείς – ημιμαθείς αγρότες της γενέτειράς του, πού ήταν ταυτόχρονα και ενορίτες του, όσες αγροτεχνικές δεξιοτε­χνίες απέκτησε, αφού, τελικά τους έπεισε να στραφούν προς την προσοδο­φόρο καλλιέργεια της ομφαλοφόρου ποικιλίας πορτοκαλιάς.

Έτσι, ο π. Μιχαήλ Καββαθάς αναδείχθηκε ευεργέτης της γενέτειράς του. Αποδείχθηκε πολύτιμος συνεργάτης της Γεωργικής Υπηρεσίας Αργολίδος, σε ό,τι αφορά στην προ­ώθηση της δενδροκομίας. Συνετέλεσε στην εξασφάλιση φυτωριακού υλικού, το οποίο σπάνιζε στην περιοχή, την εποχή εκείνη. Κατάφερε να κατευθύ­νει, κατά μεγάλο ποσοστό τους χωρικούς, όχι μόνο του Αργολικού, σε παραγωγικότερη, πλέον προσοδοφόρα καλλιέργεια, με αποτέλεσμα την οικονομική ανακούφισή τους.

Αυτή, η οικονομική ευχέρεια στην κάθε κοινότητα, αποτελεί υπόβαθρο του εν γένει βιοτικού επιπέδου. Επίσης, συνέβαλε, εμμέσως, θετικά στην εξάπλωση της Μελισσοκο­μίας, μια και οι φυτείες πορτοκαλιάς εξασφαλίζουν την συλλογή νέκταρος και γύρεως, πολύτιμα υλικά για την Μέλισσα. Επισημαίνουμε, τελειώνοντας, ότι η χειρονακτική – φυτοκομική ενασχό­ληση του μακαριστού Μιχαήλ Σπ. Καββαθά, ήταν μια σοβαρή κοινωνική λειτουργία για τον Άνθρωπο και την Ζωή, παράλληλα και με το σοβαρό και το κύριο Ιερατικό έργο του, που είχε επίκεντρο την θεία Λειτουργία. Έτσι, ο καλός ιερέας του Αργολικού υπηρέτησε πιστά και αποδοτικά στο Ναό του Θεού αλλά και στο ναό της Φύσεως.

 

Θεόδωρος Ι. Ψαριώτης

Γεωπόνος τ. καθηγητής της Χαροκοπείου

Ανωτάτης Σχολής Οικιακής Οικονομίας

 

Υποσημειώσεις


[1] Εκείνη την χρονική περίοδο άρχιζε η προσπάθεια Δενδροκομικής ανάπτυξης στα παράλια της Κορινθίας, στις ηριορεινές περιοχές Πηλίου, Φλώρινας και λίγο αργότερα στο τρίγωνο των πόλεων της Μακεδονίας: Βέροια, Νάουσα, Έδεσσα.

[2] Λάμπρος Χ. Οικονομίδης, Τα οπωροφόρα δένδρα της Ελλάδος, Εκδ. Υπουργείου Γεωργίας, Αθήναι 1950, σσ. 9.

[3] ΥΠΟΜΝΗΜΑ επίσημον της Α.Ε. του Κυβερνήτου της Ελλάδος, απευθυνθέν προς τους Αντιπροσώπους των τριών συμμαχικών δυνάμεων (εν Πόρω 30 Οκτωβρίου 1828).

[4] Με το υπ’ αριθμ. 809, από 30.7.1924, έγγραφο της Ιεράς Μητροπόλεως Αργο­λίδος διορίζεται, ως εφημέριος ο Μιχαήλ Σπ. Καββαθάς εις τον εν Αργολικώ Ιερόν Ναόν «Κοίμησις Θεοτόκου».

[5] Σύμφωνα με το Ατομικόν Δελτίον Ιερέως (Στατιστική Ιερών Ναών και Ιερού Κλήρου Μητροπόλεως Αργολίδος) και με Αριθμό Μητρώου 9.

[6] Σύμφωνα με το Δελτίον Απογραφής Κληρικών της Ιεράς Μητροπόλεως Αργο­λίδος (6 Νοεμβρίου 1947).

[7] Απολυτήριον Ελληνικού Σχολείου Αγίου Πέτρου Κυνουρίας.

[8] «… Κατά την Σχολικήν Περίοδον από 1ης Οκτωβρίου 1923 έως 31ης Μαρτίου 1924,… ίνα χειροτονηθεί Ιερεύς εν Ι. Ναοίς πόλεων ή χωρίων πληθυσμού ελάσσονος των τριών χιλιάδων κατοίκων».                     

[9] Με το υπ’ αριθμ. 2337 Πιστοποιητικόν (Εν Αθήναις τη 9 Ιουλίου 1924).

[10] Με αριθμ. Πρωτ. 596 και ημερομηνία εκδόσεως 29 Ιουλίου 1972.

[11] Στην Καλιφόρνια έχει κιόλας παρουσιαστεί σημαντική πρόοδος Φυτοτεχνολογίας, για την εκμετάλλευση των Εσπεριδοειδών.

[12] Προϊόν του προτύπου αγροκτήματος του μεγαλοκτηματία ΜΕΡΛΙΝ. Οι λαχανέμποροι λέγοντας Μέρλιν, εννοούντες τον παραγωγό, κατάληξαν να εννοούν και τα ομφαλοφόρου πορτοκαλιάς πορτοκάλια (Μέρλιν).

Πηγή


  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμος ΙV (2000), έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.

Διπλοβατάτζης Θωμάς (1468-1541) – Έλληνες διαπρέψαντες στη Δύση (15ος αιώνας)


 

 Έλληνας λόγιος από την Κωνσταντινούπολη (Νομομαθής – Ουμανιστής), γεννημένος στην Κέρκυρα, όπου είχε καταφύγει η οικογένειά του μετά την Άλωση. Ο πατέρας του, ο πρίγκιπας Γεώργιος Διπλοβατάτζης, από αρχοντική Βυζαντινή οικογένεια της Θράκης, πολέμησε στο πλευρό των Βασιλέων της Ισπανίας και σκοτώθηκε έξω από τα τείχη της Γρανάδας, πολεμώντας ως αρχηγός ιππικού ενάντια στους Μαυριτανούς. Ο Θωμάς Διπλοβατάτζης, με την προτροπή της μητέρας του Μαρίας Λασκάρεως, σπούδασε φιλοσοφία και νομικά στο πανεπιστήμιο του Σαλέρνο, στη Φεράρα και στην Πάντοβα. Το 1490 έγινε διδάκτωρ και διορίστηκε στην υπηρεσία του ηγεμόνα Ιωάννη Σφόρτσα, τοποτηρητής στο Δικαστήριο του Πέζαρο, ενώ το 1492 ανέλαβε καθήκοντα εισαγγελέα στο Πέζαρο. Παρέμεινε εκεί και μετά την πτώση των Σφόρτσα από τον Καίσαρα Βοργία. Στη συνέχεια, παραιτήθηκε το 1505 και εγκαταστάθηκε στη Ρώμη, κοντά στον πάπα Ιούλιο Β’. Δίδαξε νομικά στη Βενετία και κατόπιν επέστρεψε στο Πέζαρο, όπου έζησε ως το θάνατό του το 1541. Έχει πλούσιο συγγραφικό έργο, το οποίο τον κατατάσσει στους κορυφαίους μελετητές του Βυζαντινού και του ρωμαϊκού δικαίου. Τα σημαντικότερα έργα του είναι: «Περί των ενδόξων νομομαθών», που γράφτηκε στα λατινικά, «Η επιτομή των Βίων του Πλουτάρχου», «Ο Βίος Ιννοκεντίου Δ’»κ.ά.

 

Ο Θωμάς Διπλοβατάτζης, «Πατρίκιος Κωνσταντινοπολίτης», όπως ο ίδιος αποκαλούσε τον εαυτό του, αλλά και οι σύγχρονοί του διανοούμενοι, ιστορικοί και ουμανιστές, γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1468 όπου είχαν καταφύγει και διέμειναν από το 1457 έως το 1477 οι γονείς του. Πατέρας του ήταν ο πρίγκιπας Γεώρ­γιος Διπλοβατάτζης, από μεγάλη ομώνυμη οικογένεια της Θράκης, Μακεδονίας και Πελοποννήσου, «δεσπότης» της Λήμνου την οποία παρέδωσε στη Ρωμαϊκή Εκκλησία της Ρόδου το 1457, προκειμένου η νήσος αυτή να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων, αυτός δε «να ανακτήσει άλλους τόπους και άλλες υποθέσεις της Αγίας Σταυροφορίας» στη Δύση.

Οι βασιλείς της Ισπανίας Φερδινάνδο και Ισαβέλλα.

Η μητέρα του Μαρία Λασκάρεως ήταν αδελφή του γνωστού γραμματικού Κωνσταντίνου, ο οποίος ευρίσκετο ήδη στην Ιταλία κατά την άφιξη εκεί της οικογένειας της αδελφής του. Και ο μεν πατέρας Γ. Διπλοβατάτζης, απογοητευμένος από τη στάση της Παπικής Εκκλησίας όσον αφορά την τήρηση της γραπτής συμφωνίας του 1457 για «άλλους τόπους», κατέφυγε στους βασιλείς της Ισπανίας Φερδινάνδο και Ισαβέλλα και ως «σταυροφόρος» πλέον της άλλοτε Βυζαντινής Αυτοκρατορίας εφονεύθη μαχόμε­νος ηρωικώς ως αρχηγός ιππικού κατά των Μαυρι­τανών στη Γρανάδα το 1481. Η δε μητέρα του Μαρία απέσπασε το νεαρό Θωμά από το φιλολογικό προσανατολισμό που είχε οραματισθεί γι’ αυτόν ο θείος του Κωνσταντίνος και μεταναστεύοντας στα βόρεια της Ιταλίας, έδωσε στο γιο της την ευκαιρία να σπουδάσει νομικά στα πανεπιστήμια της Πάδοβας και της Φεράρας, όπου και αναγορεύθηκε διδάκτωρ του φε­ουδαρχικού «…και του άλλοτε (ρωμαϊκού) δικαί­ου…» το 1490.

Ο Θωμάς εισέρχεται στην υπηρεσία του Ιωάννη Σφόρτσα, ηγεμόνα του κρατιδίου του Πισαύρου (Πέζαρο), προστατευόμενος της αδελφής του τελευταίου Καμίλλης, το δε 1493 διορίσθηκε σύμβουλος, δωδέκατος τη τάξει επί συνόλου δεκατεσσά­ρων, του Ηγεμονικού Συμβουλίου. Με αφορμή Διάταγμα του Σφόρτσα για τη σύνθεση του Συμβουλίου και τη σχετική «πρωτοκαθεδρία» (praecendentia) των συμβούλων (νομικών, ιατρών και πιθανώς κληρικών), ο Θωμάς υποστήριξε ότι οι «δόκτορες» έπρεπε να προηγούνται των στρατιωτικών (ιπποτών, equestres) και να κάθονται πλησιέστερα στον ηγεμόνα.

Για να αποδείξει δε του λόγου το αληθές, τη βασιμότητα του ισχυρισμού του, άρχισε τη μελέτη και συγγραφή του κυριότερου έργου του Praestantia Doctorum (Περί της υπεροχής -ή προσφοράς-των δοκτόρων). Το έργο αυτό δεν ανευρέθη ολόκληρο, πλην όμως είναι γνωστό το περιεχόμενό του: η ύλη ήταν κατανεμημένη σε 12 βιβλία. Τα πρώτα 8 διελάμβαναν για τα Ιδρύματα (σχολές, πανεπιστήμια) τα οποία απένεμαν τα διδακτορικά διπλώματα, καθώς και για τις σχετικές διαδικασίες φοίτησης, σπουδών, επιστημονικούς κλάδους.

Διεσώθη το 9ο βιβλίο υπό μορφή αντιγράφου του απολεσθέντος πρωτοτύπου χειρογράφου, το οποίο είναι γνωστό ως Liber de Claris Juris Consultis (Βιβλίο ή Βίβλος των Ενδόξων -ή Επιφανών- Νο­μομαθών). Περιλαμβάνει τις βιογραφίες, κατά χρονολογική σειρά, περισσοτέρων από 600 νομοθετών, νομομαθών και νομοδιδασκάλων της προκλασικής Ελλάδας (Φορονεύς, Μίνως), τον Μωυσή και σχεδόν όλους τους νομοθέτες της κλασικής Ελλάδας και της Κάτω Ιταλίας, τους Ρωμαίους της κλασικής και μετακλασικής περιόδου, τους Βυζαντινούς της Ιουστινιανείου περιόδου και τέλος τους νομομαθείς διαφόρων «εθνοτήτων» της τότε Ευρώπης (Ιταλούς, Γάλλους, Ισπανούς, Άγγλους, Ελβετούς, Γερμανούς) έως το έτος 1511.

Το διασωθέν έργο -τεράστιο σε έκταση- Περί των Ενδόξων Νομομαθών, γραμμένο στη λατινική γλώσσα της εποχής και σε αυστηρή και ενίοτε άκομψη διατύπωση, έχει βέβαια φιλολογικές ελλείψεις και παρατυπίες. Το περιεχόμενο είναι επίσης διάσπαρτο με αλφαβητικά σύμβολα με αναφορές βιβλίων, με παραπομπές στην Ιουστινιάνειο Νομοθεσία (Corpus Juris Civilis), αλλά ακριβές, πρωτότυπο και εν πολλοίς αποκαλυπτικό, με μοναδικό πρωτογενές υλικό, το οποίο μόνο ο Θωμάς κατείχε στη μεγάλη βιβλιοθήκη του και το κατέγραψε.

Στις αρχές του 20ού αιώνα Γερμανοί κατ’ αρχάς και αργότερα Γάλλοι προστέθηκαν σε Ιταλούς επιστήμονες για μια πιο συστηματική μελέτη και έκδοση του χειρογράφου αφ’ ε­νός, και αφ’ ετέρου για την παρουσίαση ειδικής θεματολογίας και ερμηνευτικής των πηγών και των ποικίλων καταγραφών του θ. Διπλοβατάτζη.

Εξ αυτών, οι Γερμανοί Χέρμαν Καντόροβιτς (Hermann Kantorowich) και Φριτς Σουλτς (Fritz Schulz), ιστορικός και κοινωνιολόγος ο πρώτος, φιλόλογος ο δεύτερος, μελέτησαν μεθοδικά και κα­τά τρόπο υποδειγματικό το ήμισυ του Χειρογράφου (Βιογραφίες έως και την εποχή της Ιουστινιανείου Νομοθεσίας) το οποίο και εξέδωσαν στο Βερολίνο το 1919 με εκτενή Εισαγωγή, υπομνηματισμούς, διορθώσεις, προσθήκες και ερμηνευτικά σχόλια.

Μισό αιώνα αργότερα (1968), Ιταλοί ερευνητές δημοσίευσαν το υπόλοιπο κείμενο του Χειρογρά­φου του Liber de Claris Juris Consultis, το οποίο περιέχει περίπου 300 νομομαθείς των θεωρουμένων σκοτεινών χρόνων του Μεσαίωνα (7ος-16ος αι.). Δυστυχώς δεν συμπεριλαμβάνονται στο κείμενο του Θ. Διπλοβατάτζη βυζαντινοί νομοθέτες και νομομαθείς της περιόδου αυτής, άλλοι από τον Ιουστινιανό, μολονότι ο Διπλοβατάτζης γνώριζε ελληνικά και παρακολουθούσε τη νομική κίνηση του Βυ­ζαντίου και τα γνωστά μεγάλα νομοθετήματα, όπως τα Βασιλικά των Μακεδόνων.

Η έκδοση αυτή του 1968 προτάσσει μεταφρασμένη στην ιταλική γλώσσα την Εισαγωγή της προηγούμενης έκδοσης (1919), ακολουθώντας κατά τα άλλα τη μέθοδο μελέτης των δυο Γερμανών. Το κείμενο της ιταλικής έκδοσης παρουσιάζει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, διότι οι βιογραφίες του Θ. Διπλοβατάτζη αποτελούν αποκλειστική πηγή τόσο για τη γνωριμία με εκατοντάδες Ευρωπαίους νομομαθείς και ταυτοχρόνως κλειδί για την πληρέστερη και καλύτερη κατανόηση των ιστορικών, φιλολογικών και κοινωνικών πλαισίων γένεσης της σύγχρονης ευρωπαϊκής νομικής επιστήμης ως κοινού πολυεθνικού φιλολογικού προϊόντος, στις απαρχές της αναγεννησιακής εποχής.

Μεταξύ των δυο αυτών χρονολογικών οροσήμων για την ολοκλήρωση της κριτικής έκδοσης του Liber de Claris Juris Consultis, πληθώρα επί μέ­ρους ερευνών και μελετών για τον Θ. Διπλοβατάτζη, το πολυσχιδές έργο του και τη σημασία της προσφοράς του έως την εποχή μας, έκαναν την εμ­φάνισή τους στην Ιταλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και στην Ελλάδα.

Στην κατηγορία των ερευνών αυτής της ενδιαμέσου περιόδου εντάσσονται και οι αρχειακές έρευνες και οι μελέτες του γράφοντος αυτό το σημείωμα, οι οποίες έγιναν αρχικώς στη Γαλλία και την Ιταλία στις αρχές του 1960 και στην Ελλάδα αργότερα, περίοδο κατά την οποία δεν είχε ακόμη εκδοθεί το έτερο ήμισυ των βιογραφιών του Liber De Claris Juris Consultis. Η αρχική αρχειακή μου έρευνα, που υπεβλήθη το 1965 στη Νομική Σχολή Παρισιού ως διατριβή Ιστορίας και Κοινωνιολογίας των Δικαίων, συμπλήρωσε κενά της γαλλικής βιβλιογραφίας και διαφώτισε πολλά σημεία αμφισβητούμενα ή ανεπαρκώς ή κακώς ερμηνευόμενα, με τεκμηρίωση βασιζόμενη σε ελληνικά κείμενα και επιχειρήματα.

Εν συμπεράσματι, οι αμφισβητήσεις και αρνητικές παρατηρήσεις Ευρωπαίων μελετητών για τη ζωή και το έργο αυτό του Θ. Διπλοβατάτζη είναι πολύ περιορισμένες σε αριθμό και σημασία και αντικρούονται ευχερώς. Αν αναφέρουμε τον ανυπόστατο ισχυρισμό Ιταλού ιστορικού και πολιτικού του τέλους του 19ου περί δήθεν και σλαβικής καταγω­γής του Θ. Διπλοβατάτζη, προσκομίζουμε γραπτά και επίσημα έγγραφα των 15ου και 16ου αιώνων, του ίδιου και της οικογένειάς του, επιστολή του επίσης στο Συμβούλιο της Βενετίας, στο οποίο αφιέρωσε και προσέφερε το έργο του για τα Προνόμια της Βενετίας, τα οποία αποδεικνύουν την ελληνική του καταγωγή και συνείδηση.

Το δεύτερο έργο του Θωμά Διπλοβατάτζη «Βίβλος των ενδόξων νομομαθών», 1511.

Το μέγεθος της γενικής αυτής αναγνώρισης συνοψίζεται και εκφράζεται με την ομόφωνη, ταυτόσημη και επιγραμματική διατύπωση Ιταλών, Γερ­μανών και Γάλλων νομικών, ιστορικών, φιλολόγων και κοινωνιολόγων, σύμφωνα με τους οποίους ο Θωμάς Διπλοβατάτζης ήταν «Ιδρυτής της Φιλολογικής Ιστορίας του Δικαίου» (Fondatore de la Storia Letteraria del Diritto) και «Πρόδρομος της Ιστο­ρικής Σχολής του Δικαίου» (Precursore de la Scuola Eritica del Diritto), (19ος αι.) της οποίας κύριος εκπρόσωπος ήταν ο Γερμανός Κάρολος φ. Σαβινί. Ο τελευταίος αυτός είχε επιπολαίως εκφράσει επιφυλάξεις για την αξία και τη χρησιμότητα του έργου του Θ. Διπλοβατάτζη, το οποίο, πα­ρά ταύτα, συνεβουλεύθη και χρησιμοποίησε σε μεγάλη έκταση για τη συγγραφή του τρίτομου έργου του για το Ρωμαϊκό Δίκαιο κατά τον Μεσαίωνα.

Η μετέπειτα έκδοση ολόκληρου του χειρογράφου του Liber de Claris Juris Consultis διέψευσε αρκούντως την άποψή του και απέδειξε ακριβώς το αντίθετο του ισχυρισμού του. Η αξιολόγηση του νομικού έργου του Θωμά Δι­πλοβατάτζη, τόσο με κριτήρια της εποχής του όσο και με a posteriori και σημερινές προσεγγίσεις, οδηγεί σε πολλά συμπεράσματα.

Κατ’ αρχάς ο Θ. Διπλοβατάτζης, λόγω της κλασικής ελληνικής του παιδείας (γλώσσα, ευρύ πεδίο πρόσβασης στην κλασική, μετακλασική και βυζα­ντινή γραμματεία), πέρα από την επίκτητη ρωμαϊκή και ιταλική, ήταν σε πλεονεκτική θέση σε σύγκριση με σύγχρονούς του αλλά και μετά αυτόν ιστορικούς του δικαίου, για να προβεί σε μια ολική, διαχρονική και διεθνοτική εποπτεία της γένεσης και εξέλιξης της ζωής και του έργου των νομομαθών.

Η ενοραματική αυτή αντίληψη για συγκρίσιμες παρα­μέτρους παραγωγής, διάδοσης, διάπλασης και βίω­σης ενός από τα κυριότερα πολιτιστικά αγαθά του αρ­χαίου, μεσαιωνικού και αναγεννησιακού κόσμου, ό­πως το Δίκαιο, ήταν και παρέμεινε μοναδική για την εποχή του και αξεπέραστη για τους αιώνες που ακολούθησαν. Τούτο αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι η αναγνώριση και μελέτη από μεγάλους Ευρωπαίους νομικούς, όπως ο Γερμανός Μίταϊς (Mitteis), και άλλων εθνικών δικαίων (εκτός του Ρωμαϊκού), όπως το αρχαίο ελληνικό, άρχισαν από το τέλος του 19ου αι. και μετέπειτα.

Προηγήθηκε συνεπώς ο Θ. Διπλοβατάτζης όσον αφορά και την ιδέα της παγκοσμιότητας του δικαίου, αλλά και την ουσιαστική απόδειξή της με τη συλλογή και δημοσίευση των πηγών και των δεδομένων του δικαίου των προηγειθησών δυο χιλιετιών, ντοκουμέντα που ήσαν εν πολλοίς, μόνο τότε, διαθέσιμα και προσιτά. Δυστυχώς αυτή η ευρύτητα σύλληψης και πραγμάτωσης της πρωτοποριακής για την εποχή της διπλοβατάτζειας αντίληψης και προσέγγισης του δικαϊκού πολιτισμού, δεν είχε ούτε συνέχεια ούτε αναπαραγωγή και άμεση επίπτωση έκτοτε στο θετό δίκαιο, για σχεδόν τριακόσια χρόνια. Η Δυτική Ευρώπη της Αναγέννησης, των επαναστατικών διαδικασιών του 18ου αι., καθώς και της διαμόρφωσης των εθνικών κρατών το 19ο αι. στηρίχθηκε, όσον αφορά το ιδιωτικό βέβαια δίκαιο, αποκλειστικά στο Ρωμαϊκό Δίκαιο και στα κατά έθνη και κατά τόπους έθιμα και θέσμια (Στατούτα, Κανονισμούς).

Το δεύτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα του Liber de Claris Juris Consultis είναι η πρωτότυπη επιλογή της μορφής και του περιεχομένου του έργου. Ο Θ. Διπλοβατάτζης δεν ασχολήθηκε με τους θεσμούς του ουσιαστικού δικαίου (οικογενειακό, κλη­ρονομικό, συναλλακτικό), αλλά υπεισήλθε στη βάση της ανθρωπογένεσης και της διαμόρφωσης του δικαίου, με τις προσωπικότητες που παρήγαγαν τους κανόνες δικαίου, αλλά και με τα υφιστάμενα κοινωνικοπολιτικά πλαίσια της εποχής τους. Με την επιλογή αυτή κατόρθωσε να εισχωρήσει στις ρίζες και στις υποκείμενες συνθήκες διαμόρφωσης της πλούσιας ετερότητας, αλλά και της εσωτερικής ενότητας της επικρατούσας διαχρονικής έννομης συμβίωσης των ανθρώπων. Επιπλέον, για την πραγμάτωση αυτής της μεθό­δου του, προτάσσει τα πρόσωπα, δηλαδή τους νομο­θέτες και επιστήμονες, από τη ζωή και δράση των ο­ποίων παράγεται και εξαρτάται το γραπτό δίκαιο.

To έργο του Annibale Degli Abbati Olivieri, η πρώτη συστηματική παρουσίαση της ζωής και του έργου του Θωμά Διπλοβατάτζη, Πέζαρο, 1771.

Περαιτέρω, ο Θ. Διπλοβατάτζης δεν περιορίζεται σε μια μονότονη παράθεση βιογραφικών και κοινωνικών πληροφοριών, ξεκομμένων των μεν από τις δε. Ακολουθεί μια διπλή μέθοδο καταγραφής. Για κάθε βιογραφούμενο παραθέτει, σύμφωνα με λογική σειρά, το όνομα, την καταγωγή, την εθνό­τητα, την κοινωνική και άλλη προέλευση, την παι­δεία του, τη χρονολογία, τις γνώμες συγχρόνων και μεταγενεστέρων. Αναγράφει δε λεπτομέρειες τίτλων των κειμένων και δηλώνει αν έχει λάβει γνώση ο ίδιος των αναφερομένων κειμένων ή αν έχει έμμεση γνώση γι’ αυτά και από ποία πηγή. Ακο­λούθως, προβαίνει σε αξιολόγηση της προσωπικό­τητας και του έργου κάθε βιογραφούμενου. Περατώνει δε πάντα, κάνοντας μνεία του χρόνου θανά­του των πρωταγωνιστών του έργου του. Και, τέλος, ε­πικαλείται και διανθίζει τα κείμενά του, κατά περί­πτωση, και ιδιαίτερα εκείνα της μεσαιωνικής πε­ριόδου, με ποικίλες αναφορές και παράθεση φιλο­λογικών, εκτός των νομικών, πηγών με στίχους και με αποφθέγματα γνωστών φιλολόγων και ποιητών (Πετράρχης, Δάντης), καθώς και φιλοσόφων, ιστο­ρικών και ιστοριογράφων όλων των εποχών.

Από μια άλλη άποψη, κάνει κατά περίπτωση συσχετισμό του έργου των βιογραφουμένων και ανιχνεύει τις επιδράσεις που δέχθηκαν ορισμένοι από προηγουμένους τους ή και από συγχρόνους τους, φέρνοντας στην επιφάνεια τους εσωτερικούς μηχανισμούς σύγκλισης-απόκλισης λύσεων και απόψεων πάνω σε βασικά νομικά προβλήματα, δια μέσου της διάχυσης της νομικής διδασκαλίας ή της αποδοχής των νομικών κειμένων. Διαφαίνεται έτσι η επίδραση που άσκησαν οι Έλληνες νομοθέτες της κλασι­κής περιόδου στους Ρωμαίους νομοδιδασκάλους, για ορισμένους δε από αυτούς κάνει αξιολογήσεις, αποδίδοντάς τους χαρακτηρισμούς στην ελληνική γλώσσα, όπως «σοφός».

Το μεγάλο πλεονέκτημα, συνεπώς, του έργου του Διπλοβατάτζη, έστω και αν αυτό δεν είχε άμεση επίπτωση και επίδραση στη σύγχρονή του και ύστερη διαμόρφωση και εφαρμογή του παντοδύναμου Ρωμαϊκού Δικαίου, έγκειται στις εξής τρεις πρωτότυπες προσφορές του:

Ήταν ο πρώτος νομομαθής της εποχής του ο οποίος έκανε υπέρβαση της θεώρησης, μελέτης και εφαρμογής του δικαίου με τη μέθοδο των αποσπασματικών σχολίων των πηγών του Ρωμαϊκού Δι­καίου, κλείνοντας έτσι τη «Σχολή» και την εποχή των Σχολιαστών γλωσσογράφων (glossatores) και εγκαινιάζοντας τη «Σχολή» της Συστηματικής Μελέτης (postglossatores).

Ήταν επίσης και παρέμεινε ο μοναδικός ερευνητής-μελετητής του δικαίου με τη βοήθεια συγκριτικών φιλολογικών και ιστορικών κειμένων, καθώς και πρωτογενών βιωματικών δεδομένων, εντάσσοντας έτσι το θεματικό κύκλο του νομικού βίου στον ευρύτερο και συνολικό πολιτιστικό, ανθρωπιστικό (ουμανιστικό) και κοινωνιολογικό, όντας ο πρώτος νομικός – ανθρωπιστής – φιλόλογος και ο πρώτος κοινωνιογράφος – κοινωνιολόγος του δικαίου.

Η ολιστική θεώρηση δικαίου και νομικών προ­σωπικοτήτων διαφορετικών λαών, εποχών και συν­θηκών υπό τη μορφή του βιογραφικού λόγου και της προσωποποίησης και επώνυμης ταυτοποίησης της κριτικής μελέτης, γένεσης και εξέλιξης των δι­καίων, με τελική σύγκλιση τους προς το κυριαρ­χούν (πριν, στην εποχή του και στη συνέχεια μέχρι σήμερα) Ρωμαϊκό και Βυζαντινό Δίκαιο, του προσ­δίδει και μια τρίτη ιδιότητα – εκτός εκείνων του ιδρυτού της Φιλολογικής Ιστορίας του Δικαίου και του προδρόμου της Ιστορικής Σχολής του Δικαίου: εκείνη του πρωτεργάτη της έκτοτε διαμόρφωσης της ευρωπαϊκής νομικής επιστήμης, ως πρωταρχικού συστατικού και συνεκτικού στοιχείου της Αναγέννησης της υπεροχής της επιστήμης απέναντι στις φεουδαρχικές αξίες και του πολύπλευρου σημερινού «ευρωπαϊκού κεκτημένου».

 

Διονύσης Μαυρόγιαννης

Καθηγητής Κοινωνιολογίας,

πρ. πρύτανης  του ΔΠΘ

 

Βιβλιογραφία


 

  • Diplovatatius Thomas, Exterpa Codicis Diplovatacii, Lugduni 1769.
  • Olivieri M.H. degli Abati, Memorie di Tommaso Diplovatazio, Πέζαρο 1771.
  • Μουστοξύδης Α., Θωμάς Διπλοβατάτζης, Ελληνομνήμων, τόμος Α’, σελ. 96-114,1845.
  •  Σάθας Κ., Νεοελληνική Φιλολογία (1453-1821), 1868 Besta Enrico, Tommaso Diplovataccio e l’  opera sua, Nuovo Archivio Veneto, t. 6 (1906).
  • Kantorowich Η. και Schulz Fr., Thomae Diplovatatii: De claris juris consultis, Pars Prior, 1919.
  • Kantorowich H., «Thomae Diplovatatiia»,Breslau1931 (άρθρο).
  • Πετρόπουλος Γεώργιος, Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου, 1949 και β’ έκδοση 1963, σελ. 343.
  • Mavrogiannis D., Le jurisconsulte Grec Thomas Diplovatatzis:  Introduction documéntaire à sa vie et à son oeuvre (διατριβή), Παρίσι 1966, 150 σελ.
  • Rabotti G., Thomae Diplovatatti: Liber de claris juris consultis, Pars Posterior, 1968.
  • Πανταζόπουλος Νικόλαος, Οι Έλληνες της Διασποράς και το Ρωμαϊκόν Δίκαιον (1453-1821), Αντιχάρισμα, Επετηρίδα ΑΠΘ, 1986, σελ. 610-611.
  • Μαυρόγιαννης Διον., Αρχειακές έρευνες για τη ζωή και το έργο της ιστορικής κοινωνιογραφίας της ευρωπαϊκής νομικής επιστήμης του Θωμά Διπλοβατάτζη (1468-1541), Αθήνα 1981, 116 σελ., του ιδίου, Θωμάς Διπλοβατάτζης, Patrizio Constantinopolitano e Pesarese. Γενεαλογικές αναφορές, ομιλία στην Εραλδική και Γενεαλογική Εταιρεία, 1999, του ιδίου, «Ο νομομαθής και ανθρωπιστής Θωμάς Διπλοβατάτζης (1468-1541)», Ανάτυπο του Περιοδικού του Φ.Σ. Παρνασσός, τ. MB’ (2000), 16 σελ.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Έλληνες διαπρέψαντες στη Δύση (15ος αιώνας)», τεύχος 221, 29 Ιανουαρίου 2004.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Έτος ένα – Η καθημερινή ζωή στη Ρώμη και στον κόσμο


 

 

Αύγουστος

Κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Αυγούστου (27 π.Χ. – 14 μ.Χ.) η καθημερινή ζωή στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία χαρακτηριζόταν από πολυμορφία. Είναι αξιοσημείωτο ότι η ρωμαϊκή κατάκτηση δεν έθιξε τα ήδη και τις συνήθειες των κατοίκων των επαρχιών που προσάρτησε, κυρίως για πολιτικούς λόγους. Μάλιστα, οι επιρροές από το ρωμαϊκό τρόπο ζωής ανιχνεύονται δύσκολα αυτήν την περίοδο στις ανατολικές επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπως στην Ελλάδα, τη Μ. Ασία, αλλά ακόμη και την Αίγυπτο όπου το ελληνικό στοιχείο παρέμεινε ισχυρό. Οι ελληνικοί πληθυσμοί συνέχισαν τον τρόπο ζωής τους, διατήρησαν το ημερολόγιό τους, το οποίο ήταν διαφορετικό από το ρωμαϊκό, τη θρησκεία τους και τον τρόπο εκπαίδευσής τους. Οι Ρωμαίοι που είχαν εγκατασταθεί στις ανατολικές επαρχίες ακολουθούσαν τις δικές τους καθημερινές συνήθειες, σύμφωνα με τις παραδόσεις τους και η ζωή τους δεν διέφερε από εκείνη των ανθρώπων που ζούσαν στη Ρώμη. Ο Αύγουστος παρουσιαζόταν ως προασπιστής της ειρήνης, πρόσφερε «άρτο και θεάματα» σε όλους τους υπηκόους της αυτοκρατορίας και αξίωνε συμμετοχή στις αυτοκρατορικές γιορτές και απόδοση τιμών στο πρόσωπό του.

 

Ο ρόλος του άντρα

 

Ο άντρας είχε ηγετικό ρόλο στη ρωμαϊκή κοινωνία της εποχής του Αυγούστου. Ανάλογα με την κοινωνική του θέση, είχε τη δυνατότητα να εκλεγεί στα δημόσια αξιώματα. Ήταν επίσης ο αρχηγός του οί­κου, ο οποίος αποφάσιζε αμέσως μετά τη γέννηση του παιδιού του εάν θα το αναγνώριζε ή θα προχωρούσε στην έκθεση του νεογέννητου έξω από το σπίτι ή σε έναν δημόσιο χώρο. Εάν επέλεγε να το αναθρέψει, είχε αυτομάτως απέναντί του νομική εξουσία μέχρι το θάνατό του, γεγονός που είχε προκαλέσει μεγάλη εντύπωση στους ελληνικούς πληθυσμούς των ρωμαϊκών επαρχιών. Αν και η πατρική εξουσία (patria potestas) ήταν πιο χαλαρή από την παλαιότερη εποχή της Δημοκρατίας, ο πατέρας συνέχιζε να καθορίζει τις τύχες των υπόλοιπων μελών, κυρίως των παιδιών του, πάνω στα οποία μάλιστα είχε δικαίωμα ζωής και θανάτου.

Στην εποχή του Αυγούστου χρονολογούνται τα τελευταία παραδείγματα πατεράδων που οδήγησαν τους γιους τους στη θανατική καταδίκη, ενέργεια που ξεσήκωσε την έντονη αντίδραση της κοινής γνώμης. Η συγκατάθεση του πατέρα ήταν αναγκαία προϋπόθεση για το γάμο των παιδιών του και αν ο ίδιος το αποφάσιζε μπορούσε επίσης να τον διαλύσει. Στα χέρια του, επιπλέον, περιερχόταν όλη η οικογενειακή περιουσία την οποία είχε τη δυνατότητα να διαθέσει όπως εκείνος επιθυμούσε μετά το θάνατό του και ακόμη να αποκληρώσει τα παιδιά του με ρητή αναφορά στη διαθήκη του. Στον πατέρα ανήκαν επίσης και τα χρήματα που κέρδιζε κάθε εργαζόμενος γιος, ο οποίος ενηλικιωνόταν επίσημα και αποκτούσε την ανεξαρτησία του μόνο μετά το θάνατο του πατέρα του. Σε αυτήν την περίπτωση, οι κόρες, αν δεν είχαν παντρευτεί ή αν είχαν χωρίσει, ήταν πια ελεύθερες να παντρευτούν όποιον ήθελαν. Ακόμη και η σύζυγος, η οποία νομικά μπορούσε να μη βρίσκεται κάτω από την κηδεμονία του άντρα της την εποχή του Αυγούστου, δεν εξαιρούνταν από την κυριαρχία του. Γίνεται λοιπόν φανερό ότι ο πατέρας ασκούσε μεγάλη καταπίεση σε όλα τα μέλη της οικογένειας.

 

Η θέση της γυναίκας

 

Την εποχή του Αυγούστου, η γυναίκα περνούσε τον περισσότερο χρόνο της μέσα στο σπίτι, αφού στη ρωμαϊκή κοινωνία, όπως και στην ελληνική, αυτή είχε τη φροντίδα του. Οι γυναίκες των οικονομικά ασθενέστερων στρωμάτων ασχολούνταν με τις οικιακές εργασίες, τουλάχιστον μέχρι το απόγευμα, που θα έφευγαν για τα δημόσια λουτρά. Η δράση τους όμως εκτεινόταν και σε δημόσιους χώρους, όπως η αγορά.

Πορτραίτο νέας γυναίκας – Πομπηία

Αντίθετα, οι εύπορες ήταν απαλλαγμένες από τη φροντίδα του σπιτιού, καθώς είχαν στην υπηρεσία τους πολυάριθμους δούλους. Έτσι, είχαν το χρόνο να επισκεφθούν τις φίλες τους ή να πάνε περίπατο, ενώ το βράδυ συνόδευαν συχνά τους συζύγους τους σε κοινωνικές εκδηλώσεις (π.χ. συμπόσια), όπου αυτοί ήταν προσκεκλημένοι. Τέλος, οι γυναίκες όλων των κοινωνικών τάξεων είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθούν τις θεατρικές παραστάσεις, τις ιπποδρομίες και τα θεάματα του αμφιθεάτρου. Επίσης, προσέρχονταν στα ιερά, για να συμμετάσχουν στις θρησκευτικές τελετουργίες. Η γυναίκα αυτής της εποχής αποκτούσε τη στοιχειώδη μόρφωση πηγαίνοντας στο σχολείο. Μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις ο πατέρας προσλάμβανε για την κόρη του κάποιον ιδιωτικό δάσκαλο μετά το τέλος της βασικής της εκπαίδευσης. Τέλος, για τις γυναίκες των καλών οικογενειών, η μόρφωση συμπληρωνόταν και ολοκληρωνόταν από το σύζυγό τους. Οι αρετές μιας γυναίκας – συζύγου ήταν η ταπεινοφροσύνη, το ήθος, η πίστη, η εργατικότητα και η εντιμότητα. Μόλις 12 ετών η γυναίκα βρισκόταν σε ηλικία γάμου και στα δεκατέσσερά της θεωρούνταν ενήλικη. Ο ρόλος της στο γάμο ήταν να εξυπηρετεί τις ανάγκες του συζύγου, καταπιέζοντας συχνά τον εαυτό της, και να υποτάσσεται στη θέλησή του.

Την εποχή του Αυγούστου η γυναίκα απέκτησε, νομικά, μεγαλύτερη ανεξαρτησία στη διαχείριση της περιουσίας της λόγω χαλάρωσης της κηδεμονίας της από το σύζυγο ή τον πατέρα της. Αξιοσημείωτη είναι η εξ ολοκλήρου απαλλαγή της, εάν γινόταν μητέρα τριών παιδιών. Οι γυναίκες του αυτοκρατορικού κύκλου παρουσιάζονταν ως πρότυπα για τις υπόλοιπες Ρωμαίες της αυτοκρατορίας, αν και πολλές φορές επωφελήθηκαν από τη θέση τους, ώστε να αποκτήσουν έναν βαθμό αυτονομίας και αυτενέργειας, με αποτέλεσμα να επηρεάσουν ή ακόμη και να αντιταχθούν στην κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής, όπως συνέβη με την κόρη του Αυγούστου, την Ιουλία. Επίσης, σύμφωνα με μαρτυρίες, η Λιβία, σύζυγος του Αυγούστου, κανόνιζε συναντήσεις με τους πρέσβεις ή απεσταλμένους όταν ο Αύγουστος ήταν απασχολημένος. Ο ίδιος πάντως υπολόγιζε τη γνώμη της, όπως φαίνεται από το ότι κρατούσε σημειώσεις με τις συμβουλές της και στη συνέχεια τις μελετούσε.

 

Ο γάμος

 

Ο γάμος ήταν μια ιδιωτική πράξη, η οποία δεν απαιτούσε την επίσημη άδεια καμιάς δημόσιας αρχής. Επίσης, κανένα έγγραφο δεν ήταν αναγκαίο, α­φού δεν υπήρχε κανενός τύπου συμβόλαιο, εκτός α­πό εκείνο που σχετιζόταν με την προίκα της νύφης. Οι Ρωμαίοι παντρεύονταν για τα χρήματα, καθώς η προίκα ήταν ο νόμιμος τρόπος για να πλουτίσουν, αλλά και για την απόκτηση παιδιών, τα οποία ως νόμιμοι κληρονόμοι αποκτούσαν το όνομα του πατέρα τους και την περιουσία και συνέχιζαν τις τάξεις των πολιτών. Έτσι, κατά τη διάρκεια του 1ου αιώνα π.Χ., ο γάμος αντιμετωπιζόταν από τον άντρα ως μέσο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του σαν πολίτης. Ο Αύγουστος, με ειδικά διατάγματα σχετικά με τη μοιχεία και το γάμο, προσπάθησε να προστατεύσει και να προωθήσει το θεσμό, κυρίως στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα.

Βασική του επίσης μέριμνα ήταν να ενθαρρύνει την τεκνοποίηση στην κυβερνούσα τάξη της Ρώμης και να αποθαρρύνει τους γάμους μεταξύ ανθρώπων διαφορετικών τάξεων, προκειμένου να διατηρήσει την ομοιογένεια της ανώτερης τάξης. Ο γάμος ήταν συνήθως προαποφασισμένος από τους γονείς και ανεξάρτητος από τη θέληση των μελλόνυμφων, αφού η αγάπη δεν αποτελούσε τη βάση του θεσμού, αλλά μπορούσε να αναπτυχθεί με το πέρασμα του χρόνου.

Στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, ο γάμος εξυπηρετούσε πολιτικές ή οικονομικές σκοπιμότητες, αλλά η ιδεολογία του απαιτούσε την ανάπτυξη του αμοιβαίου σεβασμού, της τρυφερότητας και της πίστης. Περισσότεροι από ένας γάμοι ήταν συνηθισμένο φαινόμενο σε αυτές τις τάξεις. Η υιοθεσία ήταν μια πρακτική πολύ διαδεδομένη στη ρωμαϊκή κοινωνία. Μέσω αυτής μια οικογένεια εξασφάλιζε τη συνέχεια του ονόματος της, επέλεγε τους κληρονόμους της, αλλά συγχρόνως αποκτούσε και ο άτεκνος άντρας την ιδιότητα του pater fami­lias, που ήταν απαραίτητη από το νόμο για τους υποψηφίους των δημοσίων αξιωμάτων. Τέλος, το διαζύγιο ήταν μια απλή διαδικασία: αρκούσε η εγκατάλειψη του σπιτιού από τον ένα σύζυγο με την πρόθεση του χωρισμού. Η γυναίκα, ανεξάρτητα με το αν έπαιρνε ή όχι την πρωτοβουλία του διαζυγίου, έπρεπε να αφήσει μέρος της προίκας της στο σύζυγό της. Τα παιδιά παρέμεναν με τον πατέρα.

 

Η οικογένεια

 

Η οικογένεια αποτελούσε τη βασική κοινωνική μονάδα στη ρωμαϊκή κοινωνία, αφού μέσω αυτής μεταφέρονταν στα μέλη της ο πλούτος και η κοινωνική τους θέση. Έτσι, το μοντέλο της οικογένειας προβλήθηκε πολύ από τον Αύγουστο για λόγους πολιτικο-κοινωνικής προπαγάνδας, ξεκινώντας από την ίδια την αυτοκρατορική οικογένεια, η οποία παρουσιαζόταν να λειτουργεί ομαλά κάτω από έναν αξιοπρεπή και προστατευτικό πατέρα και μια αφοσιωμένη σύζυγο. Μια τέτοια οικογένεια μόνο είχε τη δυνατότητα να εξασφαλίσει την ειρήνη και την ευτυχία των Ρωμαίων, των παιδιών της.

 

Τοιχογραφία σπιτιού στην Πομπηία

 

Το μοντέλο αυτό προωθήθηκε και διαδόθηκε σε ολόκληρη την αυτοκρατορία μέσω των αναπαραστάσεων της οικογένειας του Αυγούστου σε έργα τέχνης, νομίσματα και βωμούς, καθώς και μέσω της μνημόνευσής της σε επιγραφές οικοδομημάτων, αλλά και σε τελετές. Δημόσια εικόνα και πολιτικό πρόγραμμα ήταν συνειδητά συνυφασμένα και η γυναίκα έπαιζε ρόλο και στα δύο. Η γυναίκα και τα παιδιά του αυτοκράτορα ήταν σύμβολα νομιμότητας και το εχέγγυο ενός ειρηνικού μέλλοντος. Στην πραγματικότητα, βέβαια, η οικογένεια του Αυγούστου δεν χαρακτηριζόταν από την αρμονικότητα την οποία προέβαλε στους υπηκόους. Η κόρη του, Ιουλία, ήταν γνωστή για τα ερωτικά της σκάνδαλα. Αλλά και ο ίδιος ο Αύγουστος δεν αποτελούσε παραδειγματικό οικογενειάρχη, αφού η αδυναμία του στις εξωσυζυγικές σχέσεις είχε οδηγήσει τη σύζυ­γό του, Λιβία, να του εξασφαλίζει ερωμένες ακόμη και όταν αυτός βρισκόταν πια σε μεγάλη ηλικία!

 

Τα παιδιά

 

Μετά τη γέννησή του, το βρέφος παραδιδόταν σε μια παραμάνα που ήταν δούλη. Αυτή ήταν υπεύθυνη για την ανατροφή του, σε συνεργασία με έναν παιδαγωγό (τροφός) που αναλάμβανε την εκπαίδευση του παιδιού μέχρι την εφηβεία. Ο παιδαγωγός του μάθαινε να μιλάει και αργότερα να διαβάζει. Μάλιστα, στους αριστοκρατικούς κύκλους προσλαμβάνονταν Έλληνες παιδαγωγοί, ώστε το παιδί να διδαχθεί από νωρίς ελληνικά, τη γλώσσα του πολιτισμού. Το σχολείο αποτελούσε έναν αναγνωρισμένο θεσμό. Σημαντικός αριθμός παιδιών πήγαινε στο σχολείο μέχρι την ηλικία των δώδεκα ετών. Αγόρια και κορίτσια παρακολουθούσαν μαζί τα μαθήματα, σε μικτά δηλαδή σχολεία, που γίνονταν το πρωί. Εκεί διδάσκονταν τους κλασικούς συγγραφείς και τη μυθολογία. Μετά τα δώδεκα και μέχρι τα δεκαοχτώ, ανώτερη εκπαίδευση αποκτούσαν μόνο τα αγόρια και μάλιστα των εύπορων οικογενειών. Τότε διδάσκονταν τη ρητορική, καθώς η ευφράδεια στο βήμα έπαιζε σημαντικό ρόλο στο ρωμαϊκό κόσμο.

Στις ελληνικές επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η στοιχειώδης εκπαίδευση των παιδιών συνεχιζόταν μέχρι την ηλικία των δεκαέξι ετών και το σχολείο εξακολουθούσε να αποτελεί χώρο προετοιμασίας για τη δημόσια ζωή, με τα μαθήματα να γίνονται στην παλαίστρα και στο γυμνάσιο και την έμφαση στην άθληση του σώματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο χαρακτήρας της ρωμαϊκής εκπαίδευσης ήταν πολύ διαφορετικός, αφού δεν είχε στόχο τη διάπλαση του χαρακτήρα του παιδιού και την ένταξή του στην κοινωνία. Εφοδίαζε το νέο με βασικές γνώσεις, ενώ οι σπουδές στη ρητορική του προσέδιδαν γόητρο. Τα κορίτσια εγκατέλειπαν το σπίτι τους όταν παντρεύονταν, ενώ τα αγόρια, των οποίων η ηλικία γάμου ήταν γύρω στα 30, απομακρύνονταν από το πατρικό τους σπίτι είτε για να υπηρετήσουν τη θητεία τους στο στρατό είτε για να διαχειριστούν μέρος της πατρικής περιουσίας που βρισκόταν σε άλλη περιοχή.

 

Εργασίες και επαγγέλματα

 

Το επάγγελμα που ακολουθούσαν οι Ρωμαίοι καθοριζόταν κατά κανόνα από την κοινωνική τάξη στην  οποία ανήκαν. Έτσι η εργασία για βιοπορισμό ήταν ασυμβίβαστη με την κοινωνική θέση των Ρωμαίων αριστοκρατών. Η ενασχόληση με τη γεωργία, όμως, ήταν αποδεκτή ακόμη και για τους συγκλητικούς. Οι Ρωμαίοι των ανώτερων κοινωνικών στρω­μάτων έκαναν καριέρα κυρίως στο στρατό και στην κυβέρνηση, όπου κατείχαν τα α­ξιώματα του ταμία, του αγορανόμου, του δημάρχου, του πραίτορα κατ του υπάτου. Η θητεία σε αυτά ήταν ετήσια και δεν πληρωνόταν. Έτσι, ο γιος ενός συγκλητικού σε ηλικία 16 ετών εισαγόταν στην τάξη των ιππέων και στα 17 μπορούσε να αναλάβει το πρώτο του δημόσιο αξίωμα (π.χ. διοικητής του νομισματοκοπείου).

Η δικηγορία μπορούσε να αποτελέσει το πρώτο βήμα προς μια καριέρα στην πολιτική. Μολονότι οι νομικές συμβουλές έπρεπε να δίνονται δωρεάν και οι δικηγόροι απαγορευόταν να δέχονταν αμοιβές, πολύτιμα δώρα και γενναιόδωρα μερίδια από κληρονομιές λάμβαναν οι επιτυχημένοι. Η τάξη των ιππέων ασχολείται κυρίως με τις επιχειρήσεις, τα δημόσια έργα και το εμπόριο. Επίσης, στις επαρχίες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας εμφανί­ζονταν ως δανειστές και ταμίες των προσόδων. Ένα επάγγελμα με μεγάλη άνθηση στη Ρώμη ή­ταν του τραπεζίτη, ο οποίος δεν περιοριζόταν στη διευκόλυνση των συναλλαγών, αλλά παράλληλα έ­παιζε το ρόλο του δανειστή και βοηθούσε τους πε­λάτες του να επενδύσουν τα χρήματά τους.

Οι απελεύθεροι εργάζονταν ως τεχνίτες ή αν ήταν μορφωμένοι ως υπάλληλοι στις κρατικές υπηρεσίες (π.χ. γραμματείς). Την ιατρική ασκούσαν κυρίως α­πελεύθεροι και ξένοι. Φημισμένοι γιατροί στη Ρώ­μη ήταν οι Έλληνες, στους οποίους μάλιστα ο Αύ­γουστος παραχώρησε πολλά προνόμια. Οι μικροέμποροι και τεχνίτες (π.χ. ο φούρναρης, ο τσαγκάρης, ο κλειδαράς, ο χρυσοχόος, ο βυρσοδέ­ψης) είχαν τα καταστήματα ή τα εργαστήριά τους στην αγορά ή σε συγκεκριμένες συνοικίες της πόλης και πολλοί από αυτούς οργανώνονταν σε συντεχνίες. Τέλος, η άνεργη μερίδα του πληθυσμού ανακουφιζόταν με τακτικές κρατικές διανομές τροφίμων, ενώ πολλοί νέοι είχαν στραφεί και στο μισθοφορικό στρατό που σε περιόδους ειρήνης απασχολούνταν σε δημόσια έργα.

 

Η ενδυμασία

 

Ενδυμασία

Ο ενδυματολογικός κώδικας έπαιζε μεγάλο ρόλο στη ζωή των Ρωμαίων. Υπήρχαν ενδύματα για το σπίτι, καθώς και άλλα για τις δημόσιες εμφανίσεις. Το κατεξοχήν ένδυμα των Ρωμαίων πολιτών ήταν η τόγκα, που φοριόταν σε όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις. Η τόγκα ήταν ένα ημικυκλικού σχήματος μάλλινο ύφασμα, διαμέτρου6 μ. περίπου την εποχή του Αυγούστου και κάλυπτε το σώμα από τους ώμους μέχρι τα πόδια, αφήνοντας ελεύθερο μόνο το δεξί χέρι. Απαιτούσε μεγάλη επιδεξιότητα και πολύ χρόνο για να φορεθεί λόγω της ιδιαίτερης επιτήδευσης των πτυχώσεών της. Οι χρωματικές της διαβαθμίσεις ήταν ενδεικτικές για την κοινωνική θέση του πολίτη. Η τόγκα των ανώτερων αξιωμα­τούχων είχε κατά μήκος της άκρης της μια πλατιά πορφυρή ταινία, σύμβολο εξουσίας και πλούτου, ε­νώ τόγκα του μέσου ενήλικου πολίτη είχε το φυσικό χρώμα του μάλλινου υφάσματος.

Οι πιο συντηρητικοί αριστοκράτες έριχναν πάνω από την τόγκα την τήβεννο, κατά το παράδειγμα του Αυγούστου, ως ένδειξη της πίστης τους στα παλιά ήθη. Τέλος, ο ελληνικού τύπου χιτώνας, δύο κομ­μάτια μάλλινου ή λινού υφάσματος ραμμένα μαζί, ήταν ένα πολύ συνηθισμένο ένδυμα για τους Ρωμαίους και φοριόταν τόσο από άντρες όσο και από γυναίκες. Πίσω έπεφτε ακανόνιστα μέχρι τα γόνα­τα, ενώ μπροστά κατέβαινε πιο χαμηλά και είχε κο­ντά μανίκια.

Ο χιτώνας των γυναικών ήταν μακρύτερος και έφθανε συχνά μέχρι τη φτέρνα. Συχνά δενόταν με μια ζώνη πάνω από τη μέση. Μέσα από το χιτώνα, την τήβεννο και την τόγκα φοριόταν ένα λινό κομμάτι ύφασμα που δενόταν γύρω από τη μέση και αποτελούσε το εσώρουχο. Τέλος, ένα άλλο ένδυμα το οποίο φοριόταν κάτω από την τόγκα, αλλά και μέσα στο σπίτι ήταν το χιτώνιο. Τα υποδήματα των Ρωμαίων ήταν ο σολέες, ένα είδος δηλαδή σανδαλιών των οποίων η σόλα δενό­ταν με κορδόνια στο πάνω μέρος του ποδιού ή πέδι­λα με σχοινένια ή δερμάτινη σόλα που συγκρατείτο με διασταυρούμενους ιμάντες, καθώς και τα χοντρά, ξύλινα παπούτσια, οι κόθορνοι.

 

Η περιποίηση του σώματος

 

Από την εποχή του Αυγούστου γενικεύτηκε η καθημερινή φροντίδα του σώματος με το λουτρό πριν από το δείπνο, που σηματοδοτούσε τη μετάβαση από την ένταση της ημέρας στη χαλάρωση, καθώς και με την περιποίηση των μαλλιών και το τακτικό ξύρισμα των αντρών. Η περιποίηση του σώματος αποτελούσε ένα βασικό στοιχείο της καθημερινής ζωής της πόλης – οι Ρωμαίοι που ζούσαν στην επαρχία έδιναν σε αυτή λιγότερη σημασία – και χαρακτήριζε τον άνθρωπο, όπως και το ένδυμα. Οι Ρωμαίοι έκαναν το ημερήσιο μπάνιο τους είτε στα δημόσια λουτρά, χωριστά για άντρες και γυναίκες, είτε σε ιδιωτικά, εάν ήταν αρκετά εύποροι και διέθεταν λουτρά στο σπίτι τους. Τα δημόσια λουτρά ήταν προσιτά ακόμη και στους πιο φτωχούς, καθώς η είσοδος στοίχιζε πολύ λίγο. Διέθεταν επίσης χώρους για αθλοπαιδιές και ηλιοθεραπεία, πισίνες, αποδυτήρια και δωμάτια για μασάζ.

Η διαδικασία σε ένα οργανωμένο λουτρό περιλάμβανε δύο φάσεις: στην πρώτη με τη θερμότητα και τον ατμό το σώμα ζεσταινόταν και κατά συνέπεια χαλάρωνε και το νερό στη συνέχεια το καθάριζε και το αναζωογονούσε. Για την επίτευξη του πρώτου στόχου εφαρμόζονταν η παραμονή σε δωμάτιο ατμού (σάουνα), το παιχνίδι της μπάλας ή η ηλιοθεραπεία. Έπειτα ακολουθούσε το ζεστό, το χλιαρό και το κρύο μπάνιο σε διαφορετικούς χώρους. Το τακτικό ξύρισμα των αντρών ήταν ένα επίσης χαρακτηριστικό που σηματοδότησε την εποχή του Αυγούστου. Μόνο βέβαια οι πιο κομψοί ξυρίζονταν καθημερινά. Όσοι πολίτες δεν ήταν σε θέση να ε­πωμιστούν το έξοδο του ιδιωτικού κουρέα συνωστίζονταν στα κουρεία της Ρώμης και των άλλων ρω­μαϊκών πόλεων, τα οποία σταδιακά απέκτησαν το χαρακτήρα ενός χώρου κοινωνικής συναναστροφής.

Οι κουρείς ξύριζαν, κούρευαν, κατσάρωναν και έβαφαν τα μαλλιά των πελατών τους. Αρκετοί Ρω­μαίοι για να αποφύγουν τα ατυχήματα του ξυραφιού κατέφευγαν σε πιο ριζικές μεθόδους, όπως η χρήση αποτριχωτικών αλοιφών (από ρητίνη και πίσσα) ή ακόμη και στις λαβίδες της τσιμπίδας. Η πρώτη φροντίδα της Ρωμαίας το πρωί ήταν το χτένισμα των μαλλιών της, το οποίο την εποχή του Αυγούστου δεν διαρκούσε πολύ ώρα, καθώς η κόμμωση δεν ήταν περίτεχνη. Συχνό ήταν το χτένισμα σε κοτσίδες που τις τύλιγαν σε σχήμα στεφάνης πάνω από το μέτωπο. Οι γυναίκες κατέφευγαν στις κομμώτριες για τα πολύπλοκα χτενίσματα, αλλά και για αποτρίχωση, βάψιμο μαλλιών και προσώπου.

 

Τα φαγητά

 

Τα φημισμένα ρωμαϊκά συμπόσια με τα «εξωτικά» φαγητά (π.χ. παγόνια και στρουθοκαμήλους) δημιουργούν μια εσφαλμένη εικόνα για τις διατροφικές συνήθειες των μεσαίων και των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Το σιτάρι ήταν ο βασικό συστατικό της τροφής της ρωμαϊκής οικογένειας στα χρόνια του Αυγούστου. Με αυτό μαγείρευαν έναν πολτό για το δείπνο (ce­na) – το κύριο γεύμα της μέρας γύρω στις 17.00 – 18.00 το χειμώνα και μια ώρα νωρίτερα το καλοκαίρι, με το τέλος της δουλειάς – του οποίου η γευστική μονο­τονία έσπαγε με τη χρήση καρυκευμάτων.

Η ποικιλία στο βραδινό τραπέζι εξασφαλιζόταν με τα λαχανικά και τις ελιές, ενώ μόνο σε εορταστικές ημέρες έτρωγαν ελάχιστο κρέας, ψάρια και πουλερικά. Το ψωμί αλειφόταν με ένα μίγμα τυριού, λαδιού, σκόρδου και αλατιού. Πολλοί Ρωμαίοι ξεκινούσαν τη μέρα τους χωρίς πρωινό (jentaculum), ενώ άλλοι έτρωγαν πολύ ελαφρά, όπως ψωμί με αλάτι ή μέλι, χουρμάδες ή ε­λιές. Το πρόγευμα ήταν συνήθως ένα κομμάτι τυρί και ψωμί, ενώ το μεσημεριανό (prandium), που μπορούσε και αυτό να περιοριστεί σε ένα κομμάτι ψωμί, εμπλουτιζόταν συχνά με λαχανικά, φρούτα και λίγο κρασί.

Οι εύποροι Ρωμαίοι, αντίθετα, έτρωγαν καθημερινά πλουσιοπάροχα και συχνά οργάνωναν συμπόσια, δηλαδή επίσημα γεύματα για συγγενείς, φίλους και πελάτες. Το γεύμα ξεκινούσε με πολλά ορεκτικά, όπως σαλάτες, ραπανάκια, μανιτάρια, αυγά, στρείδια, σαρδέλες, τα οποία συνοδεύονταν από κρασί με μέ­λι. Στη συνέχεια ακολουθούσαν τα κύρια πιάτα με ψάρια (τόνος, μπαρμπούνια, χέλια, γαρίδες), πουλε­ρικά (κοτόπουλο, πάπια, χήνα, στρουθοκάμηλος, πέρδικα, φασιανός, περιστέρι, παγόνι) και κρέας (ε­λάφι, αγριογούρουνο, αγριοκάτσικο, χοιρινό, αρνί, λαγός). Τα κρέατα σερβίρονταν ψητά, βραστά ή γεμιστά με φρούτα και καρυκεύματα. Σε όλη τη διάρκεια του φαγητού, δούλοι πρόσφεραν κρασί, το οποίο συνήθως έπιναν, όπως και οι Έλληνες, αναμεμιγμένο με νερό σε αναλογία 1 προς 2. Τέλος, προσφέρονταν τα επιδόρπια, φρούτα και αρτοπαρασκευάσματα με μέλι. Το φαγητό συχνά σερβιρόταν σε πολυτελή ασημένια σκεύη. Οι συνδαιτυμόνες εί­χαν στη διάθεσή τους μαχαίρια, οδοντογλυφίδες και κουτάλια. Οι Ρωμαίοι έτρωγαν με τα δάχτυλα.

 

Διασκεδάσεις – παιχνίδια

 

Ο Αύγουστος της Πρίμα Πόρτα, μια από τις διασημότερες απεικονίσεις του πρώτου Αυτοκράτορα της Ρώμης. Μουσείο Βατικανού.

Ο Αύγουστος εξασφάλισε για το λαό της Ρώμης «άρτο και θεάματα», δηλαδή ανέλαβε τον επισιτισμό των απόρων υπηκόων με τακτικά συσσίτια και επίσης φρόντισε για τη διασκέδαση τους, οργανώνοντας θεάματα και εκδηλώσεις στο χώρο της αγοράς (forum) στα στάδια, στον ιππόδρομο, στα αμφιθέατρα, στα θέατρα. Ο ίδιος κι η οικογένειά του παρακολουθούσαν τα θεάματα αυτά ανελλιπώς. Αυτό ήταν το μεγάλο έργο της εσωτερικής του πολιτικής με στόχο τη διαρκή απασχόληση των υπηκόων, μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο στάσεων και άλλων εκδηλώσεων δυσαρέσκειας. Οι Ρωμαίοι είχαν πολλές αργίες, σχετιζόμενες κατά κανόνα με τις θρησκευτικές γιορτές, κατά τη διάρκεια των οποίων διοργανώνονταν ποικίλες εκδηλώσεις και αγώνες. Ο Αύγουστος καθιέρωσε από το 11 π.Χ. τακτικούς αγώνες την ημέρα των γενεθλίων του και αναδιοργάνωσε τους αγώνες για τον εορτασμό της αλλαγής εκατονταετηρίδας (17 π.Χ.).

Ιππόδρομος: Εκεί πραγματοποιούνταν οι ιπποδρομίες και οι αρματοδρομίες, η συχνότητα των οποίων, την εποχή του Αυγούστου, έφθανε τις 12 την ημέρα. Αποτελούσαν σημαντική διέξοδο για ο λαό της Ρώμης και την πρώτη θέση στις προτιμήσεις του. Στον ιππόδρομο, πέρα από τους αγώνες, το πρόγραμμα περιλάμβανε συχνά και ακροβατικά. Οι έφιπποι οδηγούσαν δύο άλογα και πηδούσαν από το ένα στο άλλο ή ιππεύοντας συμμετείχαν σε χει­ρισμούς όπλων. Ο λαός πήγαινε στον ιππόδρομο ντυμένος επίσημα, φορώντας δηλαδή την εορταστι­κή του τήβεννο, όπως είχε καθορίσει σχετικό διά­ταγμα του Αυγούστου. Συχνότατο φαινόμενο αποτε­λούσαν τα στοιχήματα σχετικά με την απόδοση συ­γκεκριμένων αλόγων και ιππέων.

θέατρο: Παίζονταν ακόμη τα έργα των κλασικών Ελλήνων δημιουργών, αλλά η θεατρική παραγωγή αυτού του τύπου είχε αρχίσει να φθίνει. Τα θεατρικά είδη που επικράτησαν ήταν ο μίμος και η παντομίμα. Ο μίμος συνίστατο σε κωμικές σκηνές που παρουσίαζαν με φαιδρότητα γεγονότα από την καθημερινή ζωή σχολιάζοντας πρόσωπα και καταστάσεις. Η πολιτική σάτιρα ήταν επίσης μέρος της θε­ματολογίας του. Στο μίμο συμμετείχαν και γυναίκες ηθοποιοί. Διάσημος μιμογάφος κατά την εποχή του Αυγούστου ήταν ο Φιλιστίων από τη Μ. Ασία. Στην παντομίμα όλη η ερμηνεία περιορίστηκε σε έναν μόνο ηθοποιό, ο οποίος με τις ρυθμικές κινήσεις και τις χειρονομίες ενσάρκωνε όλα τα πρόσωπα και τη δράση. Πολύ φημισμένος παντομίμος της εποχής ήταν ο Πυλάδης.

Αμφιθέατρο: Εκεί πραγματοποιούνταν οι μονομαχίες  που αποτελούσαν μια από τις πιο αγαπημένες διασκεδάσεις του ρωμαϊκού λαού. Μπορούσαν να τις παρακολουθούν πέρα από τους Ρωμαίους πολίτες, γυναίκες, ξένοι και δούλοι. Οι παραστάσεις διαρκούσαν από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου. Οι μονομάχοι (gladiatores) ήταν δούλοι, αλλά και ελεύθεροι που προέρχονταν από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και δελεάζονταν από τις μεγάλες ανταμοιβές των νικητών μονομάχων. Ανάμεσα τους βρίσκονταν ακόμη αιχμάλωτοι πολέμου και κακοποιοί. Στην αρένα καλούνταν να αναμετρηθούν με άγρια ζώα (venationes) ή να συμπλακούν μεταξύ τους σε αιματηρές μονομαχίες. Πέρα από τις μονομαχίες υπήρχαν και παραστάσεις εξημερωμένων και γυμνασμένων ζώων, αλλά και αιματηρές συ­μπλοκές ζώων. Ο μικρός αριθμός των αμφιθεάτρων που βρέθηκαν στις ανατολικές επαρχίες της Ρώμης αποτελεί ένδειξη ότι τα αιματηρά θεάματα άργησαν να εδραιωθούν σε περιοχές με ελληνικούς πληθυσμούς. Η αρχαιολογική έρευνα, όμως, έχει δείξει ό­τι για τις μονομαχίες και την πάλη ζώων χρησιμοποιούνταν στις περιοχές αυτές κατάλληλα διαμορφωμένα θέατρα.

Ο Αύγουστος, πέρα από τις αιματηρές μονομαχίες, έκανε προσπάθεια να ανασυστήσει τους ελληνικούς αθλητικούς αγώνες, οι οποίοι ανέπτυσσαν άλλα ιδεώδη στο λαό και ενίσχυαν το πνεύμα μέσω της άσκησης του σώματος. Μάλιστα μετά τη νίκη του κατά του Αντωνίου στη ναυμαχία στο Άκτιο, οργάνωσε τα Άκτια, αθλητικούς αγώνες που τελού­νταν στη Ρώμη, αλλά και στις επαρχίες κάθε τέσσερα χρόνια. Στάδια, όπως της Ολυμπίας, των Δελ­φών και της Επιδαύρου στέγαζαν αγώνες κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο. Τις ημέρες που δεν υπήρχαν θεάματα, οι Ρωμαί­οι περνούσαν το απόγευμα τους κάνοντας περιπά­τους στους δρόμους, στις πλατείες, στις στοές και στους κήπους με παιχνίδια, αθλητικές ασκήσεις και λουτρά, μένοντας έτσι απασχολημένοι μέχρι την ώρα του δείπνου.

Το μεγάλο πάθος των Ρωμαίων ή­ταν τα τυχερά παιχνίδια, τα οποία μάλιστα ελέγχονταν από τον Αύγουστο και απαγορεύονταν εκτός από την περίοδο των Σατουρναλίων. Δημοφιλή ήταν τα ζάρια, τα κότσια και το τάβλι, καθώς και ένα παιχνίδι με καρύδια που διασκέδαζε μικρούς και με­γάλους. Συναγωνίζονταν να ανοίξουν τα καρύδια χωρίς να τα σπάσουν ή άλλοτε με βολή ακριβείας να στήσουν το καρύδι τους σε ένα σωρό από αυτά χωρίς να τα διαλύσουν ή, τέλος, να χτυπήσουν με έ­να καρύδι εκείνα των αντιπάλων τους.

 

Θρησκεία

 

Η ρωμαϊκή θρησκεία ήταν ένα κράμα θεοτήτων των ντόπιων ιταλικών φυλών και των ελληνικού πανθέου. Οι Ρωμαίοι δεν δίστασαν να υιοθετήσουν και νέους θεούς από τους κατακτημένους λαούς, ό­πως τις μυστηριακές λατρείες της Ανατολής προς τι­μή της Μεγάλης Μητέρας θεάς, της φρυγικής Κυ­βέλης, της αιγυπτιακής Ίσιδας. Τηρούσαν επίσης με μεγάλη τυπικότητα το τελετουργικό των θρησκευτι­κών τους εορτών, σημαντικότερες από τις οποίες ήταν τα Paternalia, κατά την οποία τιμούσαν τους προγό­νους, τα Cerialia, αφιερωμένα στη γεωργία και τα Campitalia προς τιμήν των θεοτήτων των οδών.

Πα­ράλληλα, οι υπήκοοι των επαρχιών της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν ελεύθεροι να ακολουθούν τη δι­κή τους θρησκεία και να τελούν τις δικές τους γιορ­τές σύμφωνα με το ημερολογιακό τους έτος. Ο Αύγουστος, γοητευμένος από τις μυστηριακές λατρείες, στάθηκε ιδιαίτερα ευνοϊκός απέναντί τους και μάλιστα ταξίδεψε ο ίδιος στην Αθήνα για να μυηθεί στα Ελευσίνια Μυστήρια. Ανέλαβε επίσης την αναδιοργάνωση παλαιότερων λατρειών, κυρίως των θεοτήτων των οδών και την ανοικοδόμηση να­ών. Από την εποχή του και σε όλη τη διάρκεια της αυτοκρατορικής περιόδου, παρουσιάστηκε έξαρση της λατρείας των αφηρημένων εννοιών, όπως της Ειρήνης (Pax), της Τύχης (Fortuna), της Ομόνοιας (Concordia), της Αφθονίας (Ops). Η λατρεία τους εξυπηρετούσε κυρίως την πολιτική προπαγάνδα και είχε μεγάλη απήχηση σε όλη την αυτοκρατο­ρία, καθώς οι υπήκοοι είχαν πειστεί ότι μόνο κάτω από μια ισχυρή Ρώμη, όπως αυτή εμφανιζόταν την εποχή του Αυγούστου, θα μπορούσαν οι ιδέες αυτές να πραγματωθούν.

Η συστηματοποίηση της λατρείας του αυτοκράτορα ως θεού, μετά το θάνατό του, πραγματοποιήθηκε στη Ρώμη από τον Αύγουστο και βρήκε μεγάλη απήχηση στις επαρχίες, κυρίως τις ανατολικές όπου ανάλογες τιμές αποδίδονταν στους ηγεμόνες ήδη α­πό την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου. Έτσι, τιμούσαν τους Ρωμαίους αυτοκράτορες με αγώνες, λατρευτικά αγάλματα, ναούς και θυσίες προς τιμήν τους, πράξεις κυρίως πολιτικού – διπλωματικού και λιγότερο θρησκευτικού χαρακτήρα. Τέλος, ο Αύγουστος συγκέντρωσε στο πρόσωπό του όλα τα ανώτατα ιερατικά αξιώματα, συνδέοντας έτσι τη ρωμαϊκή θρησκεία με το πρόσωπό του. Επωμίστηκε μάλιστα όλες τις δαπάνες για την ανοικοδόμηση και επισκευή ναών, ανυψώνοντας τον εαυτό του σε μέγιστο προστάτη της θρησκείας και αναδεικνύοντας τη μοναδική του σχέση με το θεό.

 

Ελένη Ζυμή

Δρ Κλασικής Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Οξφόρδης

 

Βιβλιογραφία


 

 

  • ALPOELDI, G., Ιστορία της Ρωμαϊκής Κοινωνίας. Μτφ. Α. Χανιώτης, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Α8ήνα 1988.
  • BALDSON, J.P.VD., Ρωμαίες γυναίκες και τα έθιμά τους. Μτφ. Ν. Πετρόχειλος, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1984.
  • BRADLEY, KR., Slavery and Society in the Roman Empire,CambridgeUniversityPress,Cambridge1994.
  • COWELL, F.R., Everyday Life in ancientRome, B.T. Batsford,London1961.
  • DIXON, S., The Roman family, John Hopkins University Press, Baltimore 1992.
  • DUPONT, F., Daily Life in ancientRome, TransL CH. WcodalL, BlackwelL,Oxford1992.
  • GALINSKY, K, Augustan Culture. An Interpretive Introduction. Princeton University Press, Princeton, N. Jersey 1996.
  • ΚΑΡΚΩΠΙΝΟ, Ζ., Η καθημερινή ζωή στη Ρώμη στο απόγειο της Αυτοκρατορίας. Μτφ. Κ. Παναγιώτου, Εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1990.
  • POTTER, D.S., MATTINGLY, D.J., Life, Death and Entertainment in the Roman Empire, TheUniversityofMichiganPress,Ann Arbor1999.
  • PRICE, S.R.F., «The place of religion:Romein the Early Empire», στο The Cambridge Ancient History. Vol. X The Augustan Empire, 43 BC-AD 69, Cambrigde University Press, Cambridge 1996.
  • ROBERT, L., Les gladiateurs dans Γ Orient Grec, A.M. Hakkert,Amsterdam1971.
  • VEYNE, P., (éd.), A History of Private Life. I. From PaganRometoByzantium,HarvardUniversityPress,Cambrigde,Massachusetts/London,England1996.
  • WIEDEMAN, T., Adults and children in theRoman empire, Yale University Press, N. Heaven/London 1989.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Έτος 1 μ.Χ.», τεύχος 11, 30 Δεκεμβρίου 1999.

 

Διαβάστε ακόμη:

Κουλιγκάς Βασίλης (1909- 2001)


 

Ο συγγραφέας Βασίλης Κουλιγκάς, με την οικογένειά του. Δημοσιεύεται στο: «Κίος η αλησμόνητη», Εκδόσεις Δωδώνη, 1995.

Γεννήθηκε στην Κίο της Μικράς Ασίας το 1909. Γονείς του ήταν ο Παναγιώτης Κουλιγκάς και η Αναστασία Σαρηβαλάση. Ο πατέρας του είχε παντοπωλείο στην Κίο, αλλά υπηρετούσε και στο λεγόμενο «Σεφκιέτι», Επιμελητεία στα Ελληνικά, υπηρεσία για το ψάρεμα και το πάστωμα της παλαμίδας για την προμήθεια του τουρκικού στρατού [1]. Συχνά ταξίδευε λοιπόν στην Πόλη και συνδύαζε την επίσκεψη αυτή με την ολοκλήρωση δουλειών για το μαγαζί που διατηρούσε στην Κίο. Έτσι, 5 χρονών ο Βασίλης, έκανε το πρώτο ταξίδι του με ελληνικό πλοίο στην Κωνσταντινούπολη συνοδεύοντας τον πατέρα του [2]. Ο Παναγιώτης Κουλιγκάς επιπλέον μαζί με τον αδελφό του Ευστράτιο, είχαν αγοράσει στην Κίο οικόπεδο από τον πατέρα του Τζελάλ Μπαγιάρ, μετέπειτα πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας, στο οποίο ανέγειραν, Μεταξοσκωληκοτροφείο ( «Μποτζελίκι» στα τούρκικα ) [3] και μαγαζιά.

Το 1914-1915 ο Βασίλης Κουλιγκάς φοίτησε στην Πρώτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου στην Κίο. Συνέχισε τη φοίτηση στο Αρρεναγωγείο της Κίου με διευθυντή τον Παναγιώτη Πινάτση. Αφηγείται ο ίδιος στα βιβλία του, την καλή του επίδοση στα Τουρκικά, απαραίτητο μάθημα στα ελληνικά σχολεία της Κίου, για την οποία βραβεύτηκε με επαίνους [4]. Ήταν μέλος των προσκόπων αλλά και του Μουσικού Συλλόγου. Έψελνε στην Κοίμηση της Θεοτόκου και συμμετείχε στην εκκλησιαστική λατρεία [5]. «Σαν παιδιά ζούσαμε σε ένα περιβάλλον οικογενειακό και ανεξάρτητα από την οικονομική άνεση της κάθε οικογένειας, ήμασταν όλοι Κιώτες», έλεγε συχνά στα παιδιά του. Το καλοκαίρι του 1918 , θυμάται ανάμεσα στ’ άλλα, ότι ο πατέρας του έστειλε την οικογένεια, μητέρα και δύο παιδιά για παραθερισμό σε τουρκόφωνο χωριό με Έλληνες χριστιανούς κατοίκους κοντά στην Προύσσα, το Τεπετζίκι. Ο Βασίλης Κουλιγκάς έπαιζε με την μπάντα του Μουσικού Συλλόγου κατά την είσοδο στην πόλη του αγγλικού στόλου και του ελληνικού απελευθερωτικού στρατού τον Ιούλιο του 1920. Η μέρα αυτή, όπως δήλωνε, ήταν η ευτυχέστερη της ζωής του.

 

Κίος, τελευταία μέρα πριν από την εγκατάλειψη. Δημοσιεύεται στο: «Κίος η αλησμόνητη», Εκδόσεις Δωδώνη, 1995.

 

Τον Αύγουστο του 1922, μετά την κατάρρευση του μετώπου, μαζί με πολλές άλλες οικογένειες περίμενε στο λιμάνι της Κίου, με τη μητέρα και τα δυο μικρότερα αδέλφια του, Γιώργο και Μανώλη, το πλοίο που θα τους μετέφερε στην Πόλη. Ο πατέρας του αρχικά έμεινε πίσω για να βρει μεγάλο μεταφορικό μέσο προκειμένου να φορτώσει τα είδη του σπιτιού και του μαγαζιού. Τελικά έφυγε την επόμενη μέρα ύστερα από πληροφορίες για την κατάσταση του Μετώπου. Έτσι, στις 26 Αυγούστου 1922,  δυο   μέρες  πριν  από   την αναχώρηση του ελληνικού στρατού, τελικά έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη με μικρό πλοίο υπό αγγλική σημαία, που είχαν στείλει Πολίτες συγγενείς τους.

 

Κίος, η παραλία του Μπαλουκπαζαριού, έρημη με τα δέματα εγκαταλειμμένα. Δημοσιεύεται στο: «Κίος η αλησμόνητη», Εκδόσεις Δωδώνη, 1995.

Ο Πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης και ο αρχιστράτηγος Γεώργιος Χατζηανέστης, στην Κίο, λίγο πριν από την καταστροφή. Δημοσιεύεται στο: «Κίος η αλησμόνητη», Εκδόσεις Δωδώνη, 1995.

 

Ήδη στην Κίο είχε φτάσει ο συνταγματάρχης Ζήρας με δύο τάγματα στρατού και είχε δημιουργήσει την ελπίδα στους κατοίκους ότι η αναχώρηση από την Κίο ήταν προσωρινή, αφού ο τουρκικός στρατός θα αναχαιτιζόταν από τον ελληνικό. Ο μικρός Βασίλης με θάρρος και τη σιγουριά της νίκης μίλησε σε Τούρκους ανώτερους υπαλλήλους που τον ρώτησαν για την κατάσταση στην Κίο. Το φθινόπωρο του ’22 ο Βασίλης Κουλιγκάς βρέθηκε με την οικογένειά του πρόσφυγας στη Θεσσαλονίκη. Όπως αναφέρει ο ίδιος [6], η αναχώρηση των προσφύγων από την Προποντίδα έγινε σε δύο στάδια: τον Αύγουστο του 1922 από τις πατρίδες τους στην Ανατολική Θράκη ( Ρεδαιστός, Ηράκλεια, Συλίβρια ), πρώτο στάδιο και τον Σεπτέμβριο από την Αν. Θράκη στην Ηπειρωτική Ελλάδα, δεύτερο στάδιο.

Οι αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη

Έτσι, στη Ρεδαιστό είχε φτάσει αρχικά η Αναστασία Κουλιγκά με τους τρεις γιους της. Εκεί συναντήθηκε με το σύζυγό της, Παναγιώτη Κουλιγκά, που είχε καθυστερήσει την αναχώρησή του από την Κίο. Όλοι μαζί έφυγαν για την Θεσσαλονίκη. Ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή της οικογένειας Κουλιγκά και του μικρού Βασίλη ξεκινάει εκεί. Τραγικές ήταν οι πρώτες μέρες της εγκατάστασης στην πόλη, αγωνιώδεις οι προσπάθειες για προσωρινή στέγαση και για «επαγγελματική τακτοποίηση» στη συνέχεια. Η Θεσσαλονίκη, είχε μετατραπεί σε προσφυγούπολη, σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου.

Φοιτά στο «Ανατόλια», το Αμερικανικό Κολλέγιο, και κερδίζει μετάλλια από την ενασχόλησή του με τον αθλητισμό. Καλλιεργεί την ατομική πειθαρχία και πλάθει έναν δυναμικό και γεμάτο θέληση χαρακτήρα, όπως αφηγείται σήμερα ο γαμπρός του, Κωνσταντίνος Παύλου. Αποφοιτά από το κολλέγιο το 1929 με επαίνους. Το καλοκαίρι αυτής της χρονιάς δημιουργείται ένας σύλλογος αποφοίτων από τους πρώτους 25 μαθητές του «Ανατόλια» που μόλις είχαν αποφοιτήσει. Όπως διηγούνταν ο ίδιος ο Κουλιγκάς, η τάξη του πραγματοποίησε εκδρομή στο τέλος του σχολικού έτους, στο ημιτελές κτίριο του νέου σχολείου. Φύτεψαν όλοι από ένα δέντρο. Τη συνήθεια αυτή ακολούθησαν οι απόφοιτοι και των επόμενων ετών.

Κίος η αλησμόνητη

«Οι δεσμοί μας με το αγαπημένο μας σχολειό, με το οποίο συνδεθήκαμε έξη ολόκληρα χρόνια (μπήκαμε παιδιά και βγήκαμε παλικάρια) ήταν τόσο μεγάλοι, που δεν θέλαμε να αποχωριστούμε οριστικά» λέει ο ίδιος. «Θέλαμε να διατηρήσουμε ένα δεσμό που να συνεχίζεται και μετά την αποφοίτησή μας. Για αυτό, αρκετό καιρό σκεπτόμασταν και μελετούσαμε για τη δημιουργία του Συλλόγου Αποφοίτων. Και το κατορθώσαμε το καλοκαίρι του 1929». Μαζί με τα άλλα ιδρυτικά μέλη του Συλλόγου βρήκαν και συμπεριέλαβαν στο Σύλλογο αποφοίτων και μαθητές παλιότερων ετών, που ήρθαν ως πρόσφυγες στη Θεσσαλονίκη και την Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, μια και το αρχικό κολλέγιο λειτουργούσε στη Μερζιφούντα του Πόντου. Πολλοί από αυτούς δεν είχαν κατορθώσει να αποφοιτήσουν μετά τα γεγονότα της Μ. Ασίας και τη μεταφορά του κολλεγίου Ανατόλια στην Ελλάδα [7].

Σκόρπιες μνήμες

Ο Κουλιγκάς μετά την αποφοίτησή του εργάζεται στην οικογενειακή επιχείρηση εμπορίου παστών προϊόντων. Μετακομίζει στη συνέχεια στην Αθήνα. Εκεί ασχολείται με το εμπόριο καταναλωτικών προϊόντων και μετά από λίγο καιρό συνεργάζεται με το φίλο του από την Κίο, Φρίξο Θεοδωρίδη, στο ναυτιλιακό του γραφείο. Γνωρίζει και παντρεύεται τη Ζωζώ Αυγουστίνου, μια «αριστοκρατική νέα», όπως έλεγε ο ίδιος, από την Κίο, ήδη εγκατεστημένη στον Πειραιά. Η χαρά του ήταν μεγάλη, μια και η καταγωγή της ήταν από την Κίο. Παντρευτήκανε στην εκκλησία της Αγίας Φωτεινής στην Νέα Σμύρνη και εγκατασταθήκανε στο Παλαιό Φάληρο. Απέκτησαν δύο παιδιά, τον Παναγιώτη και τη Μαρία Κουλιγκά.

Ο Παναγιώτης ασχολήθηκε με τον αθλητισμό, όπως και ο πατέρας του. Εκπροσώπησε την Ελλάδα σε 3 Ολυμπιάδες και αναδείχτηκε Ολυμπιονίκης στην ιστιοπλοΐα. Σήμερα διατηρεί σχολή ιστιοπλοΐας στο Παλαιό Φάληρο. Η Μαρία τον φρόντισε μέχρι το τέλος της ζωής του. Στα τρία εγγόνια του (Χριστιάνα, Βασίλη Κουλιγκά και Τζώρτζη Παύλου) διηγούνταν με λεπτομέρειες τη ζωή του στην Κίο, αλλά και όσα έζησε με τη γυναίκα του, με την οποία ήταν πολύ δεμένος. Όταν την έχασε, επέλεξε να ζει μόνος του στο Παλαιό Φάληρο. Αφιερώνεται από τότε στην Κίο. Καταγράφει τις αναμνήσεις του, ψάχνει τα αίτια και τις αφορμές για την καταστροφή. Γράφει έτσι σταδιακά τρία βιβλία, γεμάτα μνήμες ζωής για την αλησμόνητη πατρίδα του. Τα αφιερώνει στη γυναίκα του.

  • Κίος, 1912-22, Οι αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη, Βασίλη Κουλιγκά, Εκδ. ΔΩΔΩΝΗ, 1988.
  • Κίος, 1912-22, Σκόρπιες μνήμες, Βασίλη Κουλιγκά, Εκδ. ΔΩΔΩΝΗ, 1993.
  • Κίος η αλησμόνητη, Από όσα ακόμα θυμάμαι, Εκδ. ΔΩΔΩΝΗ, 1995.

Έλεγε, «Ποιος περίμενε ότι θα γίνω συγγραφέας;». Όταν έγραψε το πρώτο βιβλίο, τον πίεσαν να γράψει και τα επόμενα. Σημειώνει χαρακτηριστικά: «Ένας λόγος που με ανάγκασε να γράψω είναι ότι οι περισσότεροι επιζήσαντες από την καταστροφή ολιγοστεύουν. Φεύγει ο ένας μετά τον άλλον και εμείς, τα παιδιά τότε , αποτελούμε την τελευταία γενιά. Θα φύγουμε κι εμείς μια μέρα όπως φύγανε οι μεγαλύτεροί μας και δε θα υπάρχει κανείς επιζών για να διηγηθεί στους απογόνους μας περιστατικά και λεπτομέρειες από τη χαμένη μας πατρίδα. Για να μάθουν τα παιδιά των παιδιών μας, γεννημένα από Κιώτες γονείς, περισσότερα για το μικρασιατικό πολιτισμό, που δυστυχώς δεν υπάρχει πια.»

Ο στρατηγός Αλέξανδρος Μαζαράκης – Αινιάν, διοικητής της Μεραρχίας Σμύρνης που έδρευε στην Κίο, με τον Τούρκο στρατηγό Τζαφέρ Ταγιάρ ο οποίος είχε συλληφθεί αιχμάλωτος στην Θράκη. Δημοσιεύεται στο: «Οι αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη», Εκδόσεις Δωδώνη, 1988.

Το 1988 σε εκδηλώσεις μνήμης για την Κίο της Μ. Ασίας λέει ο ίδιος: «Την περιγραφή την έκανα από τις αναμνήσεις μου. Από όσα θυμάμαι. Και θυμάμαι πολλά. Διότι αγαπούσα πολύ την πατρίδα μου. Και όποιος αγαπά, θυμάται. Γι’ αυτό, όσα γράφω, είναι όλα σωστά, όλα αληθινά». «Όπου κι αν πάγω, όπου κι αν βρεθώ, Κίο μου πάντα εσένα νοσταλγώ», γράφει το 1990 σε ποίημα αφιερωμένο στην Κίο με τον τίτλο «Νοσταλγία». [8] Τα τελευταία χρόνια επισκεπτόταν συχνά τη Νέα Κίο. Αποτελούσε το τιμώμενο πρόσωπο σε τοπικές πολιτιστικές εκδηλώσεις. Συμμετείχε στο Σύλλογο Απανταχού Κιωτών. Είχε χαρίσει μάλιστα στο Λαογραφικό Μουσείο Ν. Κίου έναν πίνακα κεντημένο από τη μητέρα του, Αναστασία Σαρηβαλάση, με τα μαλλιά της. Διοργανώθηκε ειδικά από το Σύλλογο εκδήλωση για να τονιστεί η σημασία της δωρεάς αυτής.

Όπως αναφέρει ο ίδιος σε συνέντευξή του για το Αρχείο Μαρτυριών του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού [9], στις 14-3-1997, επί τρία χρόνια τουλάχιστον δεν κοιμόταν, αλλά ονειρευόταν πότε θα πάει να δει την Κίο. Όταν κάποια στιγμή ταξίδεψε στην πατρίδα του, το 1982, συμφιλιωμένος με την πραγματικότητα, δε γύρισε στενοχωρημένος, αλλά με χαμόγελο , γιατί ξαναβρέθηκε στους χώρους στους οποίους μεγάλωσε, γιατί αντίκρισε ξανά την πολυαγαπημένη του Κίο. Πέθανε στην Αθήνα το 2001. «Βασίλης Κουλιγκάς» έχει προταθεί να ονομαστεί το Νηπιαγωγείο Ν. Κίου, που βρίσκεται μπροστά από την οδό Β. Κουλιγκά. Η οδός αυτή ονομάστηκε έτσι το 2001 μετά το θάνατο του Κουλιγκά. Είναι η τρίτη παράλληλος της παραλιακής οδού Ναυπλίου – Κίου – Μύλων.  Το Δημοτικό Συμβούλιο αιτιολόγησε την απόφασή του για την συγκεκριμένη ονοματοδοσία της οδού, με το σκεπτικό ότι τα τρία βιβλία του Κουλιγκά αποτελούν «μεγάλη προσφορά για τους νεώτερους, προκειμένου να γνωρίσουν την ιστορία της αλησμόνητης πατρίδας» (Πρακτικά Δήμου Ν. Κίου, απ. 90/2001 ).

  

Υποσημειώσεις


[1] Η υπηρεσία στο Σεφκιέτι, καθαρά ελληνική υποχρέωση, ήταν ένας τρόπος για τους Έλληνες κατοίκους της περιοχής να αποφύγουν τα λεγόμενα Αμελέ Ταμπουρού, τα τάγματα εργασίας. Οι Κιώτες ψαράδες εγκαταστάθηκαν στο συνοικισμό «ΧαμντίΜπεϊ» και με την εμπειρία τους, έφτιαξαν γρι γρι και γέμισαν, όπως αναφέρει στο βιβλίο του, Κίος η αλησμόνητη, Από όσα ακόμα θυμάμαι, Εκδ. ΔΩΔΩΝΗ, 1995, ο Κουλιγκάς, την αγορά με ψάρια.

[2] Θυμάται ένα ζέπελιν στον ουρανό της Πόλης, γερμανικό αερόπλοιο, ενδεικτικό των καλών σχέσεων της Γερμανίας με την Τουρκία, όπως σχολιάζει και ο ίδιος. Θυμάται ακόμα ελληνικά πλοία στον Βόσπορο αλλά και τη βασιλική πομπή του Σουλτάνου, όταν περνούσε τη γέφυρα του Γαλατά.

[3] Το Μποτζελίκι βρήκε ανέπαφο στην επίσκεψη στην Κίο το 1982 ο Βασίλης Κουλιγκάς.

[4] Αναφέρει μάλιστα ότι η μητέρα του είχε προσλάβει μια Εβραία δασκάλα στο σπίτι. Σ’ αυτήν οφειλόταν η καλή γνώση της τουρκικής γλώσσας. Μετά τη συνθηκολόγηση της Τουρκίας κατά το τέλος του πολέμου, τα διπλώματα αυτά ο Βασίλης Κουλιγκάς τα έσκισε όπως λέει ο ίδιος (Κίος η αλησμόνητη, σελ. 41).

[5] Οι γονείς του ήταν «Θεοφοβούμενοι», όπως αναφέρει ο ίδιος.

[6] «Κίος η αλησμόνητη», Δωδώνη, 1995.

[7] Επίσημα αναγνωρίστηκε ο Σύλλογος από το κράτος το 1937. Ουσιαστικά όμως ιδρύθηκε το 1929.

[8] σελ. 124, Βασίλη Κουλιγκά, Κίος 1912-1922, Σκόρπιες μνήμες, Εκδ. Δωδώνη.

[9] Ο Β. Κουλιγκάς το Μάρτιο του 1997 είχε δώσει συνέντευξη στο αρμόδιο τμήμα ιστορικών τεκμηρίων του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού. Στη διεύθυνση http://www.ikaros.fhw.gr βρίσκονται τα video στα οποία ο Κουλιγκάς, αφηγείται χαρακτηριστικά περιστατικά από τη ζωή του στην Κίο, αλλά και από το τελευταίο του ταξίδι στην πατρίδα της Μ. Ασίας.

 

Πηγή


  • Γυμνάσιο Νέας Κίου, «Η εντεύθεν και εκείθεν του Αιγαίου Κίος», Νέα Κίος, 2010.

Οι γνώσεις δίνουν φτερά στην έμπνευση – Σπύρος Καραμούντζος


 

Στο συγκεκριμένο βιβλίο ο ποιητής Σπύρος Καραμούντζος δεν καταθέτει ποιήματά του. Καταθέτει όμως το απαύγασμα της πολύχρονης πείρας του ως εκπαιδευτικού, καταθέτει τις σκέψεις και τις απόψεις του με σαφήνεια, γλαφυρότητα και διακριτικότητα όσα ως λειτουργός της τέχνης βιώνει, όσα ως άνθρωπο τον απασχολούν, όσα ως πολίτη τον πληγώνουν.

 

«…ο ποιητής δε γεννιέται μόνο, αλλά και γίνεται. Για να καρποφορήσει το δέντρο, θέλει πολύχρονη καλλιέργεια. Οι γνώσεις δίνουν φτερά στην έμπνευση».

Στις πενήντα συν μία πολυθεματικές και καίριες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από την αξιόλογη λογοτέχνιδα και μεταφράστρια Ζαχαρούλα Γαϊτανάκη, ο Σπύρος Καραμούντζος ξεδιπλώνει με ευλάβεια όλη την πορεία της ζωής του και απαντά σε μια σειρά ερωτήσεων με ειλικρίνεια και σεμνότητα.

 

Οι γνώσεις δίνουν φτερά στην έμπνευση

 

«… Καλύτερος μαθητής, πρέπει να το πούμε προκαταβολικά, δεν είναι πάντοτε αυτός που δεν κάνει ορθογραφικά λάθη και παίρνει άριστα στους βαθμούς, χωρίς να αποκλείεται και αυτό. Για να είναι ο καλύτερος, θα πρέπει να έχει μία σειρά και από άλλες αρετές. Να είναι δηλαδή: Επιμελής, εργατικός, ομαδικός, ευγενής, συνεργάσιμος, φιλότιμος, κόσμιος, αυτενεργός, κοινωνικός, να έχει νοητικές και πρακτικές ικανότητες, στόχους στη ζωή του, συναισθηματικές ευαισθησίες κλπ. Θα τελειώσω λέγοντας ακόμη ότι θα είναι ο καλύτερος μαθητής , αν είναι καταπώς λέει ο λαός μας, «καλό παιδί».

Το βιβλίο περιέχει επτά θεματολογικές ενότητες στις οποίες ο λογοτέχνης αναθυμιέται τις κακοτράχαλες ατραπούς αλλά και τους εύφορους λειμώνες που διάβηκε, νοσταλγεί την πατρώα γη, αναλογίζεται τα χρόνια που ήταν δάσκαλος και παρουσιάζει διεξοδικά τις θέσεις του με παρρησία, υπευθυνότητα και τόλμη, χωρίς περιστροφές και υπεκφυγές για την σύγχρονη ελληνική κατάσταση.

 

«… Ο Νεοέλληνας κυριεύτηκε από απληστία. Ακόμη και όταν δεν είχε χρήματα, με δάνεια και με δόσεις, προκαλούμενος από τα μεγαλοκαταστήματα και τις διαφημίσεις, «με μία πεντάρα στου Κωνσταντάρα…», αγόραζε για ν’ αγοράσει καθετί  που πουλιότανε. Ούτε τα χρέη λογάριαζε, γιατί υπολόγιζε ότι κάποιος θα του τα χάριζε, ούτε και αποταμίευση έκανε. Το αποτέλεσμα το βιώνουμε σήμερα και ως άτομα και πιο πολύ ως χώρα.

Δεν άργησε λοιπόν να γεμίσει το σπίτι του με υλικά πάσης φύσεως. Από τη στέρηση πήγε στην αφθονία. Κάποια στιγμή γεμίσανε  ντουλάπες, αποθήκες, ψυγεία κλπ., με υλικά που δε τα χρησιμοποίησε ποτέ. Ο καθένας μας έχει  προσωπική γνώμη από το δικό του σπιτικό.    Βρήκε  όμως μία προσωρινή λύση, μερικά απ’ αυτά (παπούτσια, φούστες, παντελόνια, τσάντες, παιδικά παιγνίδια) ολοκαίνουργα να τα αφήνει έξω από τους σκουπιδοτενεκέδες.

Ήταν όμως και η αλλαγή της μόδας και της επιδειξιομανίας του λεγόμενου νεόπλουτου, που τον υποχρέωνε να κάνει και αναγκαστικά ανακαίνιση. Έπρεπε να κάνει το κομμάτι του. «Ήθελε η μούρη του να φορέσει σέλα και να καμαρώνει με το σύρε κι έλα…», καταπώς λέει και ένα τραγούδι για τον αφελή γαϊδαράκο. Έπρεπε να πληρώσει ακόμη και τον παλιατζή, για να τα πετάξει τα παλιά (έπιπλα, στρώματα, κουζίνες, ψυγεία, ρουχισμό, ζωγραφικούς πίνακες κλπ.), μια και δε ταίριαζαν και δε χωρούσαν  στο σαλόνι της μοντέρνας νοικοκυράς.

Παρ’ όλα αυτά και με ό,τι άλλο πανάκριβο υλικό αγαθό αγόραζε, χρυσό ή πολύτιμο πετράδι, αυτό που λέμε πληρότητα στη ζωή του, δεν την ένιωσε. Η αφθονία των αγαθών δεν ήτανε αυτό που είπατε και σεις, «η ζωή του όλη».

Ανάγκη λοιπόν, πριν είναι πολύ αργά, να βρει αυτό που έχασε, δηλαδή «το μέτρο». Η αποφυγή των ακροτήτων και των υπερβολών θα είναι η ορθότερη  στάση του. Εξάλλου το είχε πει και ο Κλεόβουλος, ένας από τους επτά σοφούς τον 6ον π.Χ. αιώνα, «μέτρον άριστον».

Είμαστε ιδιαίτερα ευτυχείς που ο δάσκαλος και ποιητής Σπύρος Καραμούντζος, μας εμπιστεύτηκε την έκδοση του νέου του βιβλίου « Οι γνώσεις δίνουν φτερά στην έμπνευση». Το βιβλίο διατίθεται δωρεάν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και πολιτισμού.

Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και πολιτισμού εντάσσεται και η έκδοση ιστορικών, λογοτεχνικών ή άλλου είδους  βιβλίων που άπτονται των ενδιαφερόντων της.

 

 

Έτος 1 μ.Χ.


 

Ο Χρόνος, που μας φαίνεται με ποτάμι που κυλά, δεν είναι παρά ένα αχανές και στατικό τοπίο. Εκείνο που κινείται δεν είναι παρά το μάτι του θεατή». Thornton Wilder, «Η όγδοη μέρα της Δημιουργίας».

 

Τα χρόνια που διαδραμάτισαν αποφασιστικό ρόλο, όπως και οι αποφασιστικές μάχες, συνιστούσαν ανέκαθεν προσφιλές για τους ιστορικούς θέμα. Το γιατί, γίνεται φανερό για ορισμένα από αυτά τα έτη – 1453, 1789, 1914: οι καλά πληροφο­ρημένοι της εποχής ένιωθαν ότι κάτι σημαντικό συ­νέβαινε, παρ’ όλο που δεν μπορούσαν να προβλέ­ψουν όλες τις συνέπειές του. Συχνότερα, ωστόσο, οι μεγάλες ιστορικές διεργασίες ξεκινούν άδηλα και μόνον πολύ αργότερα, κοιτώντας πίσω, είναι εφικτό να εντοπιστεί η κρίσιμη ημερομηνία. Τέτοιο έτος είναι το Έτος 1. Μάλιστα, από όλα τα σημαντικά έ­τη της Ιστορίας είναι το πλέον περίεργο, διότι ου­δείς ζων την εποχή εκείνη αλλά και αιώνες αργό­τερα είχε την παραμικρή ιδέα ότι εκείνο το έτος ή­ταν το Έτος 1. Εάν ποτέ αναφέρονταν στο έτος αυτό, εννοούσαν το έτος κατά το οποίο δημιουργήθηκε ο κόσμος, και όχι ό,τι εμείς εννοούμε με το1 A. D. (Anno Domini: Έτος του Κυρίου μας ή μ.Χ.)

 

Ιησούς

 

Για παράδειγμα, τι έτος αναγραφόταν σε ένα πι­στοποιητικό γεννήσεως, σε μια συμβολαιογραφική πράξη γάμου, σε μια εμπορική συμφωνία που συ­ντάχθηκαν το Έτος 1; Στο ερώτημα αυτό δεν μπο­ρούμε να δώσουμε μία και μόνη απάντηση, καθώς για τις περισσότερες δραστηριότητες της καθημερι­νής ζωής γινόταν χρήση ημερομηνιών ανάλογα με το γεωγραφικό μήκος και πλάτος του κόσμου. Στη Ρώμη ένα συμβόλαιο θα μπορούσε να έχει ημερο­μηνία «επί υπατείας του Ιουλίου Καίσαρα, γιου του Αυγούστου και του Αιμιλίου Παύλου, γιου του Παύ­λου». Σε άλλα σημεία του κόσμου τα έτη καθορίζο­νταν από τις βασιλείες ή από τη θητεία ντόπιων αρ­χόντων και ιερέων.

Σε μας όλα αυτά μπορεί να φαίνονται χαώδη, καθώς είμαστε συνηθισμένοι σε ένα συνεχές, σταθερό ημερολόγιο, το οποίο λίγο πολύ χρησιμοποιείται σε όλον τον κόσμο, αλλά τελικά (εκείνο το σύστημα) ήταν αρκετά λειτουργικό. Μόνον οι λόγιοι αντιμετώπιζαν σύγχυση, αυτοί που απαιτούσαν ακριβή απάντηση στην ερώτηση «πόσο χρόνο πριν» ή εκείνοι που επιθυμούσαν να συγχρονίσουν τα γεγονότα στην ελληνική και ρωμαϊκή Ιστορία. Προς ικανο­ποίησή τους εφευρέθηκαν αρκετά συστήματα.

Στη Ρώμη, οι λόγιοι μετρούσαν συχνά τα γεγονότα από τη θρυλούμενη ίδρυση της πόλης του Ρωμύλου, το έτος που έχουμε ονομάσει 753 π.Χ. Στην Ελλάδα χρησιμοποιούσαν μονάδες χρονικών περιόδων ανά 4 χρόνια, τις Ολυμπιάδες, αρχίζοντας από τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες το 776 π.Χ. Στα δύο αυτά συστήματα, το Έτος 1 ήταν αντίστοιχα το 754 από κτήσεως Ρώμης (AB URBE CONDITA) και το πρώ­το έτος της 195ης Ολυμπιάδας.

Κανένα σύστημα δεν ήταν επίσημο: κάθε λόγιος και ιστορικός ήταν ελεύθερος να επιλέξει εκείνο που προτιμούσε, ένα μόνο ή συνδυασμό. Ως εκ τούτου δεν προκαλεί έκπληξη ότι οι Χριστιανοί χρειάστηκαν πολύ χρόνο για να διαμορφώσουν και να εισαγάγουν δικό τους σύστημα. Η τιμή ανήκει σε έναν ανατολικό ελληνόφωνο μοναχό, τον Διονύσιο το Μικρό, που έζησε στη Ρώμη στο πρώτο μισό του έκτου αιώνα.

Αυτός υπολόγισε ότι ο Χρι­στός γεννήθηκε το 754 από κτίσεως Ρώμης, ονόμασε το έτος αυτό anno Domini (a.D.) «Έτος του Κυρίου μας» (μ.Χ) και μέτρησε τα έτη που προηγήθηκαν του συγκεκριμένου έτους ως τόσα ante Christum «προ Χριστού». Η μέτρησή του ήταν ελαφρώς ανακριβής. Οι μόνες πραγματικές ενδείξεις υπάρχουν σε δύο από τα τέσσερα Ευαγγέλια και δυστυχώς είναι συγκρουόμενες και ασυμβίβαστες. Αν ο Ματθαίος ορθώς ορίζει την ημερομηνία της εξόδου προς την Αίγυπτο, τότε ο Ιησούς γεννήθηκε λίγο πριν ή κατά το τελευταίο έτος της βασιλείας του Ηρώδη του Μεγάλου, ο οποίος πέθανε το 4 π.Χ. Εάν όμως ο Λουκάς έχει δίκιο, συνδέοντας τη Γέννηση με μια απογραφή – «Όλοι πήγαν να εγ­γραφούν, ο καθείς στην πόλη του»- τότε η ημερο­μηνία θα πρέπει να είναι το6 a.D. (μ.Χ.) ή ίσως και το7 a.D. Σε καμία από τις δύο περιπτώσεις το1 a.D. δεν θεωρείται πιθανό.

Ωστόσο, το χρονολογικό σύστημα του Διονυσίου επεκτάθηκε σταδιακά, πρώτα στη Δύση και με πιο αργούς ρυθμούς στην Ανατολή, μέχρι που καθιερώθηκε σχεδόν ανά την υφήλιο. Το Έτος 1 – όποιο κι αν ήταν – κατέστη σημαντικό έτος, για πολλούς το σημαντικότερο της Ιστορίας. Εάν το 6 a.D. είναι το ορθό έτος, τότε ο Ιησούς γεννήθηκε στην νεοϊδρυθείσα ρωμαϊ­κή επαρχία της Ιουδαίας. Τη χρονιά αυτή, οι Ρωμαίοι καθαίρεσαν τον γιο του Ηρώδη Αρχέλαο, κατέλαβαν την Ιουδαία και έστειλαν εκεί τον κυβερνήτη της Συρίας Κυρήνιο, ο οποίος έλαβε διαταγή να οργανώσει την πρώτη απογραφή. Η Γαλιλαία, από την άλλη, αφέθηκε ελεύθερη να συνεχίσει υπό την εξουσία της οικογένειας του Ηρώδη για ακόμη μία γενεά.

Η αρκετά περίπλοκη αυτή πολιτική κατάσταση δεν ήταν πρωτόγνωρη για τις επαρχίες στο ανατολικό σύνορο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπου η πολιτική της αυτοκρατορίας ταλαντευόταν ανάμεσα στη στήριξη των τοπικών πελατών – βασιλέων και την απευθείας διακυβέρνηση. Στο κάτω κάτω η Παλαιστίνη ήταν πολύ μακριά από τη Ρώμη και, πολύ πιο κοντά, στην πατρίδα, τα προβλήματα ήταν πιεστικά: εκείνη την εποχή μεγάλες δυνάμεις ήταν απασχολημένες με την επιχείρηση ενσωμάτωσης του γερμανικού εδάφους μεταξύ Ρήνου και Έλβα. Εξολοθρεύτηκαν τελικά το9 a.D. με μια προδοτική ενέδρα του Αρμινίου, ενός Γερμανού λήσταρχου που είχε υπηρετήσει στα ρωμαϊκά βοηθητικά στρατεύματα και του είχε δοθεί τιμητικά η ρωμαϊκή υπηκοότητα.

Η καταστροφή αυτή, στο Δάσος του Τόιτεμπουργκ, προκάλεσε τελικά τη μετατόπιση του βορείου συνόρου της αυτοκρατορίας στη γραμμή Ρήνου – Δούναβη, η οποία αργότερα μεταβλήθηκε αρκετές φορές για να περιλάβει και τη Βρετανία μετά την κατάληψή της. Δυτικό σύνορο ήταν ο Ατλαντικός Ωκεανός και νότιο τα Όρη του Άτλαντα, η Σαχάρα και οι καταρράκτες του Νείλου – παρ’ ότι πολλά από τα τμήματα της βόρειας Αφρικής είχαν πανομοιότυπη μεταβλητή πολιτική ιστορία όπως η Ιουδαία.

Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν μια αυτοκρατορία με τη στενότερη δυνατή έννοια του όρου. Ο «ρω­μαϊκός λαός» – δηλαδή οι Ρωμαίοι πολίτες, που ήταν κατά το μάλλον συγκεντρωμένοι στη Ρώμη και την κεντρική και βόρεια Ιταλία – εξουσίαζαν όλους τους υπολοίπους ως υποτελείς. Η αυτοκρατορία εκτός Ιταλίας ήταν χωρισμένη στις ούτω καλούμενες provinciae, που δεν ήταν επαρχίες κατά τον τρόπο που σήμερα το Οντάριο είναι επαρχία του Καναδά, αλλά μάλλον αποικίες, όπως η Ινδία ή η Νιγηρία ήταν βρετανικές αποικίες πριν κερδίσουν την ανεξαρτησία τους. Η συνολική επιφάνεια της αυτοκρατορίας το1 a.D. ήταν περίπου 1.250.000 τετραγωνικά μίλια με πληθυσμό ίσως 60.000.000.

 

Ρωμαϊκή αυτοκρατορία το 395 μ. Χ. (Historical Atlas by William R. Shepherd, 1911).

 

Είναι άκρως αμφίβολο εάν οποιοσδήποτε εντός ή εκτός της διοίκησης ήξερε τον πραγματικό αριθμό του πληθυσμού. Απογραφές γίνονταν, αλλά σε άτακτα διαστήματα, σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές επαρχίες. Αποκλειστικός δε στόχος των απογραφών ήταν να ενημερώσουν τους φορολογικούς καταλόγους: ο φοροσυλλέκτης μαζί με το στρατιώτη ήταν ο πλέον εμφανής και πανταχού παρών σύνδεσμος μεταξύ των επαρχιών και της Ρώμης.

Η Ρώμη είχε αρχίσει κιόλας από τον 3ο αιώνα π.Χ. την κατάκτηση επαρχιών και η διαδικασία δεν ολοκληρώθηκε παρά το δεύτερο αιώνα της χριστιανικής εποχής. Τα κίνητρα της επέκτασης της αυτοκρατορίας είναι συχνά παραπλανητικά, διότι η άμυνα και η στρατηγική μπορούν με εύσχημο τρόπο να προβληθούν ως δικαιολογία: όσο περισσότερο επεκτείνονται τα σύνορα τόσο μειώνονται και οι απειλές – πραγματικές ή φανταστικές. Αλλά στην αρχαιότητα γενικώς και μεταξύ των Ρωμαίων ειδικότερα, φαίνεται πως η προσπάθεια συγκάλυψης ή άρνησης της (ιμπεριαλιστικής) εκμετάλλευσης από πλευράς αυτοκρατορίας ήταν πολύ μικρότερη από ό,τι στους σύγχρονους καιρούς.

Όποιοι κι αν ήταν οι λόγοι που ευλαβώς προβάλλονταν για την κατάκτηση και την ενσωμάτωση (εδαφών) σε διάφορες χρονικές στιγμές, το δικαίωμα άμεσης αποκόμισης ωφελημάτων από τα κατακτημένα εδάφη ήταν αβίαστα αναγνωρισμένο. Αυτό σήμαινε όχι μόνον κρατικούς φόρους – σε αγαθά, υπηρεσίες και κεφάλαια – αλλά συχνά και σημαντικά ατομικά εισοδήματα, νόμιμα ή παράνομα, για τους ανώτατους αξιωματούχους και τα μέλη των συντεχνιών είσπραξης φόρων. Η Ρώμη είχε συμφέρον να διατηρεί την αυτοκρατορία της ειρηνική και πειθαρχημένη με όσο το δυνατόν αποτελεσματικές τοπικές διοικήσεις. Για την επιτυχία αυτού του τελευταίου, εξαρτιόταν κυρίως από τις τοπικές ηγετικές τάξεις – αφού δεν είχε ανθρώπους δικούς της – οι οποίες έπαιζαν συνήθως το φιλορωμαϊκό εξισορροπητικό ρόλο για την αποτροπή μιας εξέγερσης.

Από την αρχή της επέκτασης της Ρώμης, οι ταγοί της είχαν υιοθετήσει την πολιτική της μέγιστης δυνατής μη παρέμβασης σε κοινωνικούς και πολιτιστικούς θεσμούς, όχι τόσο ορμώμενοι από την ευρεία θεωρία ή την αρχή της ανοχής, αλλά από μια πολύ πιο απλή σκέψη. Ποιος ο λόγος να ασχοληθούμε; Η Ρώμη δεν είχε καμία «αποστολή» – ο μύθος αυτός καθιερώθηκε αναδρομικά, πολύ αργότερα. Η Ρώμη ήθελε να διοικεί αποτελεσματικά και επανειλημμένως διαπίστωνε ότι η ελάχιστη επέμβαση την αποζημίωνε. Παρ’ όλο που ο Ρωμαίος έπαρχος διατήρησε στην ουσία απόλυτη εξουσία και δεν δίσταζε να τη χρησιμοποιεί όποτε το έκρινε αναγκαίο, όπως όταν επέβαλε τη θανατική ποινή. Υπό κανονικές συνθήκες, οι καθημερινές ζωές πάρα πολλών ανθρώπων ελάχιστα επηρεάζονταν από τη ρωμαϊκή διακυβέρνηση. Αυτό ίσχυε σε μεγάλο βαθμό στα ανατολικά τμήματα της αυτοκρατορίας, που είχαν αναπτυγμένο πολιτισμό πολύ πριν έρθουν οι Ρωμαίοι. Οι περιοχές αυτές παρέμειναν διαφορετικές – μεταξύ τους, αλλά και σε σχέση με τη Δύση- τόσο διαφορετικές όσο ήταν και την εποχή της ανεξαρτησίας τους.

Το ημερολόγιο είναι τελείως συμπτωματικό, το ίδιο και η γλώσσα. Φυσικά τα λατινικά ήταν η επίσημη γλώσσα του ρωμαϊκού κράτους. Δεν ήταν όμως η γλώσσα που μιλιόταν στην Ανατολή ή ακόμη και σε ορισμένες περιοχές της Δύσης όπως η Σικελία και η Λιβύη. Εκεί, οι ηγετικές τάξεις και οι διανοούμενοι μιλούσαν, έγραφαν και σκέπτονταν στα ελληνικά, οι δε υπόλοιποι στη μητρική γλώσσα τους – σε ορισμένα μέρη ελληνικά, σε άλλα αραμαϊκά ή αιγυπτικά κ.λπ. Οι μορφωμένοι Ρωμαίοι γνώριζαν σε κάποιο βαθμό τα ελληνικά, αλλά οι ισότιμοί τους στις ανατολικές επαρχίες σπανίως έμπαιναν στον κόπο να μάθουν λατινικά εξίσου καλά.

Όταν ο Ιώσηπος – γόνος μιας ιουδαϊκής ιερατικής οικογένειας, με υψηλή μόρφωση, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ιουδαία – έγραψε το «Περί του Ιουδαϊκού Πολέμου», φιλορωμαϊκή μαρτυρία από την πτώση της Ιερουσαλήμ στα χέρια των Ρωμαίων και την καταστροφή του Να­ού το70 a.D., η πρώτη εκδοχή του διατυπώθηκε στα αραμαϊκά και η δεύτερη στα ελληνικά.

Ο Ιώσηπος ήταν Φαρισαίος και γι’ αυτόν οι φαύλοι του λαού του ήταν οι ζηλωτές, οι οποίοι υποδαύλισαν και ηγήθηκαν της εξέγερσης κατά της Ρώμης. Η αγαπημένη του λέξη ήταν «ληστές», οπότε οι ληστές, οι ζηλωτές και οι χαμηλότερες τάξεις είναι ουσιαστικά συνώνυμα στα βιβλία του. Οι ισχυροί Ρωμαίοι χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια για να καταστείλουν την εβραϊκή εξέγερση – ακριβώς διότι η κοινωνική εξέγερση, η επιθυμία για ανεξαρτησία και η θρησκευτική διαμάχη αποτελούσαν ένα σύμπλεγμα. Βρισκόμαστε σε μια εποχή που μια ομάδα λίγων, στη μια πλευρά της όχθης, ευημερούσαν, ενώ η συντριπτική πλειονότητα στην άλλη πλευρά επιβίωνε σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας.

Το γαργαντούικο συ­μπόσιο που παραθέτει ο απελεύθερος Τριμαλχίων οτο «Σατυρικόν» του Πετρώνιου είναι αστείο χάρη στην υπερβολή του: η περιγραφή γελοιοποιεί, αλλά δεν είναι τελείως φανταστική. Η περιουσία του Η­ρώδη του Μεγάλου αποτελούσε ανεξάντλητο θέμα σχολιασμού για τον Ιώσηπο. Αλλά οι υφαντές λινών της Ταρσού – οι ειδικευμένοι ελεύθεροι δεξιοτέχνες, που τα προϊόντα τους είχαν ζήτηση σε ολόκληρη την αυτοκρατορία – δεν μπορούσαν ποτέ να πληρώσουν το μικρό ποσόν που απαιτείτο προκειμένου να λάβουν την ιθαγένεια στην πόλη τους. Εκτός Ιουδαίας σπανίως γίνονταν σοβαρές εξεγέρσεις. Υπήρχε δυστυχία και γκρίνια στους εκμεταλλευόμενους λαούς του ιμπέριουμ, που δεν επαρκούσε όμως στο να καταγραφεί στις επίσημες Δέλτους: πως η Ιστορία τείνει να είναι η ιστορία των νι­κητών με τους ηττημένους λαούς σε έναν παθητικό, σε μεγάλο βαθμό σιωπηρό και απρόσωπο ρόλο…

Το Έτος 1, οι Ρωμαίοι απολάμβαναν τη θέση τους με ικανοποίηση. Ήταν οι ηγέτες του πολιτισμένου – όπως ήθελαν να πιστεύουν – κόσμου αλλά είχαν καταφέρει επίσης να εξέλθουν με επιτυχία από μια μακρά, απελπιστικά βίαιη και επικίνδυνη περίοδο εμφυλίου πολέμου. Ο δημοκρατικός μηχανισμός της διοίκησης, του οποίου ηγείτο αποκλειστικά η ολιγαρχική Σύγκλητος – που έστελνε τις νικηφόρες ρωμαϊκές λεγεώνες στα ανατολικά, τα δυτικά, τα βόρεια και τα νότια και που διαμόρφωσε τη μεγαλύτερη αυτοκρατορία που υπήρξε ποτέ στον κόσμο – είχε αποδιοργανωθεί από το τέλος του 2ου αιώνα π.Χ. Ποικίλες προσπάθειες για την αναβίωσή της απέτυχαν, μέχρι που ο μικρανιψιός και υιοθετημένος γιος του Ιουλίου Καίσαρα, ο Οκτάβιος, αντικατέστησε τελικά το παλαιό σύστημα με τη μοναρχία – παρ’ ότι η επίσημη ορολογία του βασιλείου διατηρούνταν προσεκτικά, καθώς ανακατασκευάζονταν ένα δημοκρατικό προσωπείο, με Σύγκλητο, Δή­μους, Δημάρχους, λαϊκή συνέλευση, υπάτους, πραίτορες κ.ο.κ. Το προσωπείο αυτό, όμως, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ό,τι λέει η λέξη: «προσωπείο». Στόχος του ήταν να συγκαλύπτει την πραγματικότητα που υπήρχε πίσω από αυτό.

Αύγουστος

Τον Ιανουάριο του 27 π.Χ., η Σύγκλητος επικύρωσε επισήμως τη θέση που ο Οκτάβιος κέρδισε με τα όπλα και του έδωσε νέο όνομα, Αύγουστος, με το οποίο είναι έκτοτε γνωστός. Ταυτόχρονα, επελέγη ένας κατ’ ευφημισμόν τίτλος γι’ αυτόν, princeps (σ.μ.: ηγεμών) – μέχρι τότε, κοινή λατινική λέξη που το λεξικό ορίζει ως «ο πρώτος ηγέτης, κύριος, το πλέον διακεκριμένο πρόσωπο» – τίτλος που ήταν απαλλαγμένος από τις ανεπιθύμητες προεκτάσεις του REX (βασιλιάς). Ήταν επίσης Imperator (σ.μ.: αυτοκρά­τωρ στρατηγός), στρατιωτικός τίτλος που εχρησιμοποιείτο συχνά για να δηλώσει την ειδική σχέση με τη λαϊκή βάση και την εγγύηση της εξουσίας του: το στρατό, που αποτελούνταν κατά το ήμισυ από Ρω­μαίους πολίτες στις λεγεώνες και κατά το ήμισυ από βοηθητικά στρατεύματα που στρατολογούνταν στις λιγότερο «εκρωμαϊσμένες» επαρχίες.

Είκοσι επτά χρόνια αργότερα, ο Αύγουστος είχε το σταθερό έλεγχο μιας αυτοκρατορίας που ο ίδιος είχε σημαντικά επεκτείνει. Περιορισμένες εξεγέρσεις, υποκινούμενες από αντιμοναρχικά αισθήματα κατεστάλησαν και κάθε χρονίζουσα παρανόηση αναφορικά με την πραγματική φύση της εξουσίας του ήρθη. Το 2 π.Χ. του δόθηκε ο τίτλος pater patriae, Πατέρας της Πατρίδας, που θύμιζε στους Ρωμαίους πολίτες τη δεσποτική εξουσία του Ρωμαίου πάτερ φαμίλια τόσο όσο και την πατρική μεγαλοθυμία. Έζησε ως το 14 a.D., προσβλέποντας σε μία μόνο τιμή: την επίσημη θεοποίησή του μετά θάνατον (όπως είχε ήδη γίνει με τον Ιούλιο Καίσαρα). Εξίσου σημαντικοί με την απόκτηση τίτλων ήταν οι εμφανείς ελιγμοί του για την εγκατάσταση μιας βασιλικής δυναστείας: ο Αύγουστος και ουδείς άλλος θα επέλεγε το διάδο­χό του και στη διαδικασία αυτή ποδοπάτησε μερικές από τις βαθιά ριζωμένες ρωμαϊκές παραδόσεις.

Το 4 π.Χ. η Σύγκλητος απεφάνθη με διάταγμα ότι οι δύο εγγονοί του (και υιοθετημένοι γιοι του) ο Γάιος και ο Λεύκιος θα ονομαστούν ύπατοι σε ηλικία δεκαπέντε ετών και θα αναλάβουν μόλις γίνουν είκοσι. Και οι δύο πήραν τον τίτλο «ηγεμόνες της Νεολαίας». Αυτό το μωρολόγημα σήμαινε στην πραγματικότητα πρίγκιπας (σ.μ.: διάδοχος του θρόνου).

Το Έτος 1, ο Γάιος που είχε συμπληρώσει τα 20, εξελέγη ύπατος μαζί με τον άνδρα της αδελφής του, Αιμίλιο Παύλο. Τότε η τύχη του Αυγούστου τον εγκατέλειψε: ο Λεύκιος πέθανε τον επόμενο χρόνο και ο Γάιος το 4 a.D. Ο ασθενής και γηραιός αυτοκράτορας κίνησε διαδικασία για την υιοθεσία του Τιβέριου, καθιστώντας σαφές ότι δεν το έκανε με χαρά. Ο Τιβέριος τελικά τον διαδέχτηκε. Η ομαλή και ειρηνική ανάληψη της εξουσίας από τον Τιβέριο αποτυπώνει την πλήρη διάσταση της επιτυχίας του Αυγούστου. Οι ιστορικοί αποκαλούν ορθώς τον Αύγουστο «αρχιτέκτονα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας». Όταν ο  επεκτατισμός το αποδεκτό μοντέλο, η αναφορά στο όνομά του ήταν σαφώς κολακευτική.

Τώρα, όμως, η κοινή γνώμη μεταστράφηκε, αν και λιγότερο για ορισμένους ίσως από ό,τι για άλλους – ο Ε. Μ. Φόρστερ αποκαλεί τον Αύγουστο «έναν από τους πλέον μισητούς επιτυχημένους άνδρες του κόσμου». Δύσκολα διαβάζει κάποιος σήμερα ευχάριστα τους παρακάτω στίχους:

«Και ιδού, ιδού ο άν­δρας, ο υπεσχημένος πού γνωρίζετε / ο Καίσαρας Αύγουστος, γιος του θεού, προορισμένος να κυβερ­νήσει / Όπως ο Κρόνος κυ­βέρνησε στο Λάτιο, και ε­κεί / Να φέρει πίσω την επο­χή του χρυσού: η αυτοκρατο­ρία του θα επεκταθεί /Πέρα από τους Γαράμαντες[i] και τους Ινδιάνους, στη γη πέρα από το ζωδιακό / κύκλο».

Ο Βιργίλιος [ii] και ο Οράτιος ήταν οι δεσπόζουσες φυσιογνωμίες του φιλολογικού κύκλου, τους οποίους υποστήριζε ένας από τους στενότερους και πλουσιότερους φίλους του Αυγούστου, ο «διαπλεκόμενος» Μαικήνας. (Δεν είναι τυχαίο που το όνομα Μαικήνας έγινε κοινή λέξη στις ευρωπαϊκές γλώσσες).

 

Ο Αύγουστος της Πρίμα Πόρτα, μια από τις διασημότερες απεικονίσεις του πρώτου Αυτοκράτορα της Ρώμης. Μουσείο Βατικανού.

 

Ο Αύγουστος είχε σκεφθεί τα πάντα: τόσο η κοινή γνώμη όσο και τα οικονομικά, οι ρυθμίσεις για τη δυναστεία, η προμήθεια σε τρόφιμα και ο στρατός δεν μπορούσαν να αγνοηθούν. Επιστρατεύθηκε ακόμη και η κοπή νομισμάτων. Όταν του δόθηκε ο τίτλος pater patriae, για παράδειγμα, το κεντρικό νομισματοκοπείο στο Λούγκντουνουμ (Λιόν) άρχισε να κόβει ασημένια νομίσματα που έφεραν την κεφαλή του με την επιγραφή pater pa­triae στη μία όψη. Στην άλλη, εικονίζονταν οι δύο νεαροί εγγονοί του με τηβέννους, με τα εμβλήματα του ιερατείου και την επιγραφή «Γάιος και Λεύκιος Καίσαρ, γιοι (από υιοθεσία) του Αυγούστου, μελλοντικοί ύπατοι, ηγεμόνες της νεολαίας». Τα νομίσματα κυκλοφόρησαν ταχέως και η ανταπόκριση δεν ήταν αργή. Το θέμα το δανείστηκαν οι ποιητές, ενώ οι γλειψιματίες ιδιώτες και κοινότητες το χρησιμοποίησαν σε αφιερωματικές επιγραφές στα μνημεία των πόλεών τους. Θα ήταν όμως λάθος να μιλήσουμε κυνικά για εκπορνευμένη τέχνη.

Πόπλιος Βιργίλιος Μάρων

Ούτε ο Βιργί­λιος ούτε ο Οράτιος, που απεβίωσαν το 19 και το 8 π.Χ. αντίστοιχα, ούτε και ο ιστο­ρικός Λίβιος, που το Έτος 1 συνέγραφε ακόμη την τεράστια επική ιστορία της Ρώμης, αγοράστηκαν με την πραγματική έννοια του όρου. Ο Οράτιος ήταν γιος ενός πλούσιου πρώην σκλάβου, ενώ ο Βιργίλιος και ο Λίβιος προέρχονταν από τις ευκατάστατες μεσαίες τάξεις της βόρειας Ιταλίας. Οι τάξεις αυτές είχαν υποφέρει πολύ κατά τη διάρκεια των εμφυλίων πολέμων, αλλά τώρα η ειρήνη – η pax Augusta – είχε επανέλθει, μαζί και η ζωηρή ελπίδα για το μέλλον, τόσο στη Ρώμη όσο και στην αυτοκρατορία. Με την αίσθηση του αναβιωμένου κύρους θα ερχόταν και η ηθική κάθαρση και αναγέννηση. Αυτή η τελευταία ήταν αγαπημένο θέμα του Αυγούστου. Εκφραζόταν σε πολλά νομοθετικά διατάγματα, που συντάχθηκαν με στόχο να καμφθεί η υπερβολικά φθοροποιός προσωπική ζωή, η ακολασία και η διαφθορά στις ανώτερες τάξεις.

 Στόχος ήταν να επιστρέψουν οι ανώτερες τάξεις – όχι στην ελευθερία και την ισχύ που είχαν στα χρόνια της Δημοκρατίας, αλλά στην υπεύθυνη συμμετοχή στο στρατό και τη δημόσια διοίκηση υπό τους πρίγκιπες. Ο ίδιος ο Αύγουστος, κατά το βιογράφο του Σουητώνιο,[iii] παρακολουθούσε απαγγελίες ποιημάτων και αναγνώσεις Ιστορίας και μάλιστα τις ευχαριστιόταν «αν ήταν σοβαρές και ο συγγραφέας πρώτης γραμμής». Δεν είναι εύκολο να κρίνει κανείς τις ηθικές σταυροφορίες: οι σταθερές, τα κίνητρα και η πραγματικότητα είναι σαν τα παγόβουνα. Ασφαλώς η ορατή πλευρά του κλίματος της εποχής έδειχνε τη διαφθορά, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη οι διαφορές μεταξύ των παλαιών και των σύγχρονων αξιών. Επαρκής απόδειξη είναι ο εξοστρακισμός – σε διαφορετικές περιόδους – της κόρης και της εγγονής του Αυγούστου για σεξουαλική διαφθορά.

Ένας αριθμός υψηλόβαθμων αξιωματούχων εξορίστηκαν μαζί με την κόρη του Αυγούστου ως συνεργοί της. Ο δε σύζυγος της εγγονής, Αιμίλιος Παύλος (που ήταν ο δεύτερος ύπατος το Έτος 1), εκτελέστηκε. Υπάρχει ωστόσο κάτι μυστηριώδες αναφορικά και με τις δύο υποθέσεις. Δεν υφίσταται ιδιαίτερος λόγος να απαλλάξουμε κάποια από τις δύο Ιουλίες, αλλά δεν μπορούμε να μην πούμε ότι μια συνωμοσία από το δυναστικό παλάτι διαδραμάτισε το σημαντικότερο ρόλο.

Οβίδιος

Η συνωμοσία ήταν ενδημική στην αυτοκρατορία και δεν είναι επουσιώδες ότι συνιστούσε την εσώτερη ψυχή του καθεστώτος από την εποχή της βασιλείας του ιδρυτή της. Ένα από τα θύματα της νεαρότερης Ιουλίας ήταν ο ποιητής Οβίδιος, ο οποίος εξορίστηκε στην Τόμι (Κωστάντζα) της Μαύρης θάλασ­σας και αναγκάστηκε να ζήσει εκεί τα υπόλοιπα δέκα χρόνια της ζωής του παραπονούμενος, μεμψιμοιρώντας και εκλιπαρώντας με τους πιο γλοιώδεις τρόπους να του δοθεί χάρις, πράγμα που δεν έγινε ποτέ. Κατά μία έννοια, ο Οβίδιος συνοψίζει στην καριέρα του το μεγάλο παράδοξο της Ρώμης των ημερών του. Τι έκανε για να αξίζει τόσο σοβαρή τιμωρία; Απ’ ό,τι ξέρουμε τίποτα ή, στη χειρότερη περίπτωση, κάτι μηδαμινό.

Δέκα χρόνια νωρίτερα, όμως, είχε γράψει την «Τέχνη του έρωτος» και κατά τη διάρκεια της λαμπερής του καριέρας – ήταν τρομερά δημοφιλής – ανήκε σε έναν κύκλο ποιητών και διανοουμένων οι οποίοι είχαν προσφέρει μόνον με τα λόγια υπηρεσίες στις νίκες του νέου βασιλείου, ενώ στην προσωπική τους ζωή -ω, ποία ντροπή! – απολάμβαναν τις χαρές του έρωτα, ενώ ο αυτοκράτορας ζητούσε ηθική αναγέννηση.

 Η pax Augusta εφαρμόστηκε με στρατιωτική πυγμή, η φιλολογική αναγέννηση έπρεπε να ευθυγραμμιστεί, η έννομος τάξη μπορούσε να παραβιαστεί ανάλογα με την επιθυμία του ηγέτη. Οι κτηνωδίες δεν ενοχλούσαν κανέναν. Ο κατάλογος με τις μαζικές φιλανθρωπίες του Αυγούστου, που διαμορφώθηκε για να εκδοθεί μετά το θάνατό του, περιελάμβανε τη χορηγία οκτώ τερατωδών εκδηλώσεων στις οποίες έλαβαν μέρος δέκα χιλιάδες μονομάχοι, ο μεγαλύτερος αριθμός που έχει καταγραφεί ποτέ.

Ήταν ο δημοφιλέστερος τύπος δημοσίου θεάματος στην Αυτοκρατορία. Αν το θέατρο ήταν το χαρακτηριστικό κοσμικό οικοδόμημα του κλασικού ελληνικού πολιτισμού, το ρωμαϊκό αμφιθέατρο ήταν το αντίστοιχό του. Οι επικριτές του αυτοκρατορικού συστήματος (οι λίγες φωνές που ακούμε) δεν έβαλαν κατά της βαναυσότητάς του, αλλά κατά της αυθαιρεσίας και της δουλοπρέπειας που καλλιεργούσε. Αυτοί καλλιεργούσαν την αναπόφευκτη συνωμοτική ατμόσφαιρα. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχε μια σημαντική πολιτιστική αναγέννηση την εποχή του Αυγούστου. Και επικρατούσε ειρήνη σε όλη την αυτοκρατορία για το μεγαλύτερο διάστημα, ειρήνη δίχως την πολιτική ελευθερία, όπως κάποτε την είχαν εννοήσει οι Έλληνες, ούτε ακόμη την ελευθερία με τη στενή έννοια του όρου και με βάση την εμπειρία της δημοκρατικής Ρώμης, αλλά ειρήνη με διάρκεια ίσως πολύ μεγαλύτερη από ό,τι ποτέ είχε γνωρίσει ο μεσογειακός κόσμος.

Η ρωμαϊκή και ιταλική αντίδραση τεκμηριώνεται από λογοτεχνικά και γλυπτά μνημεία και καθίσταται εύκολα κατανοητή. Τι γινόταν όμως με τους «επαρχιώτες», τους υποτελείς και ειδικότερα τι συνέβαινε με τη μεγάλη μάζα αυτών, οι οποίοι δεν ήταν τοπικοί μεγιστάνες που υποστήριζαν τη Ρώμη σε αντάλλαγμα για τα οφέλη που απεκόμιζαν; Η απάντηση, που αφορά κυρίως την Ανατολή, μπορεί σε έναν βαθμό να είναι η εξής: άρχισαν να λατρεύουν τον Αύγουστο Σεβαστό, Ευεργέτη και Αντιπρόσωπο του θεού, ακριβώς όπως είχαν θεοποιηθεί τους προηγούμενους αιώνες Πτο­λεμαίους, Σελευκίδες και άλλους ηγέτες.

Για τους Ρωμαίους, ο Αύγουστος έπρεπε να πεθάνει για να κερδίσει τη θεοποίηση και εν τω μεταξύ μόνον ο γενέθλιός του δαίμων (daemon), το αθάνατο πνεύμα που ζούσε μέσα του, δικαιούταν έναν βωμό. Στην Ανατολή όμως με τις διαφορετικές παραδόσεις, χτίζονταν ναοί προς τιμήν του θεού Αυγού­στου. Αυτή η θρησκευτική λατρεία της εξουσίας δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί ούτε να παρεξηγηθεί. Ήταν λατρεία με τη στενή έννοια, όσο κι αν είναι σήμερα δύσκολο να την αντιληφθούμε. Δεν σήμαινε ότι υπήρχε ευρέως λαϊκός ενθουσιασμός για τον ηγέτη ως πρόσωπο ούτε κάτι πιο θετικό από την απλή αποδοχή των γεγονότων της ζωής. Η ισχύς έπρεπε να είναι αντικείμενο λατρείας, τούτο ήταν αυτονόητο: η ισχύς των φυσικών δυνάμεων. Δηλαδή το Πεπρωμένο ή η Τύχη, οι τόσοι θεοί και οι θεές με τα διάφορα πρόσωπα τους και η μεγάλη εξουσία στη Γη. Διαφορετική συμπεριφορά θα ήταν ανόητη και θα επέφερε κάποια τιμωρία, αν και η ανταμοιβή για όποιον επιδείκνυε σεβασμό δεν ήταν δυστυχώς εγγυημένη, τουλάχιστον εν ζωή.

Σε μια τόσο μονόπλευρη σχέση, σε έναν κόσμο με ελάχιστες ελπίδες υλικής επιτυχίας για την πλειονότητα του ελεύθερου πληθυσμού (ας μη μιλήσουμε για τους δούλους) και όπου η γήινη εξουσία ήταν τόσο κοντά στο δεσποτισμό, ο φόβος και όχι η αγάπη ήταν συχνά το κυρίαρχο συναίσθημα πίσω από τη λατρεία, στην καλύτερη περίπτωση δε φόβος και αγάπη μαζί. Η θρησκεία στράφηκε στη σωτηρία στον άλλο κόσμο, ενώ άλλοτε ενδιαφερόταν κατά κύριο λόγο για τη ζωή σε αυτόν εδώ τον κόσμο. Όσο περίπλοκη κι αν ήταν η ψυχολογία, η λατρεία του αυτοκράτορα συνιστούσε το συνεκτικό κρί­κο της αυτοκρατορίας.

 

Μ. I. Finley

Μετάφραση: Έρση Βατού

Το κείμενο είναι του Μ. I. Finley, από το Aspects of Antiquity-Discoveries and Controversies, σελίδες 185-199, (δεύτερη έκδοση, Εκδοτικός οίκος Penguin Books in association with Chatto & Windus.)

Ο M. I. Finley ήταν Οικονομικός Ιστορικός. Γεννήθηκε το 1912 στις ΗΠΑ. Σπούδασε στο Κολούμπια και σταδιοδρόμησε στην Αγγλία, όπου κατέφυγε το 1954 ως πρόσφυγας των μακαρθικών διώξεων. Το 1970 έγινε καθηγητής της αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, όπου και δίδαξε μέχρι το θάνατό του το 1986. Οι κύριοι τομείς των επιστημονικών του ενδιαφερόντων ήσαν η κοινωνική δομή του ελληνο-ρωμαϊκού κόσμου, η οικονομική του συγκρότηση – λειτουργία και ο θεσμός της δουλείας. Τα Βιβλία του: «Αρχαία Οικονομία» (1973) και «Αρχαία Δουλεία και Σύγχρονη Ιδεολογία» (1980) χαρακτηρίσθηκαν από την κριτική ως εξόχως σημαντικά.

 
 
Υποσημειώσεις


[i] Γαράμαντες: μεγάλη λιβυκή εθνότητα, που κατοικούσε στις οάσεις της ανατολικής Σαχάρας. Τις πρώτες πληροφορίες για το λαό μας δίνει ο Ηρόδοτος. Οι Γαράμαντες ήταν άγριος και αμιγής φυλετικά λαός και κατεδίωκαν με τέθριππα τους Αιθίοπες τρωγλοδύτες. Η περιοχή όπου ζούσαν, το σημερινό Φεζάν, περιήλθε στη ρωμαϊκή κυριαρχία το 21 π.Χ.

[ii] Ο Βιργίλιος αναφέρεται ως Βεργίλιος στην εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, η οποία αποτέλεσε την «πυξίδα» για την ορθή απόδοση όρων, τοπωνυμίων και ονομάτων στα ελληνικά.

[iii] Σουητώνιος: Ρωμαίος βιογράφος και αρχαιοδίφης, που έζησε πιθανότατα στη Ρώμη από το 69 μ.Χ. έως το 122 μ.Χ. Το πλήρες όνομά του ήταν Γάιος Σουητώνιος Τράγκιλλος. Στα έργα του περιλαμβάνεται το De viris Ulustribus «Περί επιφανών ανδρών» (συλλογή Βιογραφιών περίφημων πνευματικών μορφών της Ρώμης), από το οποίο αντλήσαμε όλη τη γνώση περί τη ζωή των διακεκριμένων συγγραφέων της Ρώμης. Το έργο του De vita Caesarum «Βίοι Καισάρων» (γύρω από τη ζωή των 11 πρώτων αυτοκρατόρων) ήταν γεμάτο σκανδαλολογίες και του χάρισε φήμη. Ήταν προστατευόμενος του Πλινίου του Νεώτερου, χάρις στον οποίο εξασφάλισε θέση χιλιάρχου στο στρατό, την οποία όμως εγκατέλειψε.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Έτος 1 μ.Χ.», τεύχος 11, 30 Δεκεμβρίου 1999.

  

Διαβάστε ακόμη:

Aργυροπούλου Δ. Pωξάνη


 

Pωξάνη Aργυροπούλου

Η Pωξάνη Δ. Aργυροπούλου, κόρη του Αργείου διπλωμάτη Δημητρίου Αργυρόπουλου και της Μυρώς Παλαιολόγου από τη Σμύρνη, είναι ομότιμη Διευθύντρια Eρευνών στο Ινστιτούτο Nεοελληνικών Eρευνών του Eθνικού Iδρύματος Eρευνών, γεννήθηκε στην Aθήνα το 1942· απόφοιτος του Αμερικανικού Κολλεγίου Pierce, σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Παρισίων (Σορβόννη) και είναι διδάκτωρ στην ιστορία της φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Καθοριστική για τη μετέπειτα πορεία της υπήρξε η γνωριμία της, το 1966, με τον Κωνσταντίνο Θ. Δημαρά, διευθυντή του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών του τότε Βασιλικού Ιδρύματος Ερευνών, ο οποίος προσανατόλισε τα ενδιαφέροντά της προς ζητήματα της νεοελληνικής παιδείας, ιδιαίτερα κατά την περίοδο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Από τότε εντάχθηκε στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών με επίκεντρο των ερευνών της τη νεοελληνική διανόηση από τον δέκατο όγδοο ως τις αρχές του εικοστού αιώνα, εντάσσοντας συγκριτικά τις ιδεολογικές εκδηλώσεις της στο ευρωπαϊκό περίγραμμα· έχει επίσης ασχοληθεί με θέματα της ευρωπαϊκής σκέψης (Βίκο, Βολταίρος, Κοντορσέ, κυρία ντε Στάλ, κ.ά.)

Έχει συγγράψει πάνω από διακόσιες μελέτες, ανακοινώσεις σε συνέδρια και άρθρα σε ελληνικά και ξένα περιοδικά, εγκυκλοπαίδειες και συλλογικά έργα. Ασχολήθηκε με τη μετάφραση φιλοσοφικών κειμένων και τελευταία δημοσίευσε, με εκτενή εισαγωγή και σχόλια, τη πρώτη ελληνική μετάφραση του έργου του Βολταίρου, Ο αδαής φιλόσοφος, (Αθήνα, εκδ. Πόλις, 2009).

Σε συνεργασία με την Άννα Tαμπάκη εξέδωσε το έργο, Tα ελληνικά προεπαναστατικά περιοδικά. Eυρετήρια Γ’ «Eιδήσεις δια τα Aνατολικά μέρη 1811. Eλληνικός Tηλέγραφος 1812-1836. Φιλολογικός Tηλέγραφος 1817-1821 (Αθήνα, KNE-EIE, 1983). Η κόρη  της Αλεξάνδρα Λουγγή είναι ψυχολόγος και μητέρα του Κωστή-Αχιλλέα Στόκα.

Eίναι συγγραφέας των εξής βιβλίων:

  • Marco Renieri, «Armonie Della Storia Dell’ Umanità», Ακαδημία Αθηνών, Κέντρον Έρευνης της Ελληνικής Φιλοσοφίας, Αθήναι, 2014.
  • O Bενιαμίν Λέσβιος και η ευρωπαϊκή σκέψη του δεκάτου ογδόου αιώνα (Αθήνα, ΙNE-EIE,  2003).
  • N. Kαζάζης, H Γαλλική Eπανάστασις. Mέρος έκτον. Eισαγωγή-έκδοση κειμένου-σχόλια (Αθήνα, KNE-EIE-Tροχαλία, 1993).
  • Bενιαμίν Λέσβιος, Στοιχεία ηθικής, Eισαγωγή-σχόλια-κριτικό υπόμνημα (Αθήνα, KNE-EIE, 1994).
  • H Φιλοσοφική σκέψη στην Eλλάδα από το 1820 ως το 1922 (Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών 1999). Τόμος A’: Eυρωπαϊκές επιδράσεις και προσπάθειες μιάς εθνικής φιλοσοφίας (1828-1875). Τόμος B’: H φιλοσοφία μεταξύ επιστήμης  και θρησκείας, 1876-1922 (Αθήνα, Γνώση,  1995-1998,).
  • Les intellectuels grecs à la recherche de Byzance (1860-1912)  (Αθήνα, ΙNE-EIE, 2001).
  • O νεοελληνικός ηθικός και πολιτικός στοχασμός. Aπό τον Διαφωτισμό στον Pομαντισμό (Θεσσαλονική, Bάνιας, 2003).
  • Προσεγγίσεις της νεοελληνικής φιλοσοφίας (Θεσσαλονίκη, Bάνιας, 2004).
  • La période italienne de Marco Renieri et ses premières années en Grèce (Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, 2019)

 

Πηγή


  • Αρχείο, Αργολικής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού.

 

Γάλλοι πρόξενοι, του Μοριά την εποχή της δεύτερης Τουρκοκρατίας


 

Ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της Τουρκοκρατίας είναι η ελευθέρια του εμπορίου. Αντίθετα από την αποκλειστικότητα της βενετικής εμπορικής πολιτικής η τουρκική αντίληψη επέτρεπε σε οποιονδήποτε να εμπορεύεται μέσα στα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας με ελάχιστο φόρο, που για τους ξένους μάλιστα ήταν μικρότερος [1]. Ύστερα λοιπόν από την κατάκτηση του Μοριά από τους Τούρκους στα 1715 κάθε εμπορική επαφή της χώρας αυτής με το εξωτερικό στην αρχή σταμάτησε, αφού οι Βενετοί έμποροι διώχτηκαν και οι καταστροφές που είχε φέρει ο πόλεμος είχαν σχεδόν εκμηδενίσει την παραγωγή. Έπρεπε να περάσουν δυο χρόνια, για να αρχίσει πάλι να κινηθεί το εμπόριο.

Οι πρώτοι έμποροι που ήρθαν μετά την Τουρκική κατάκτηση στο Μοριά ήταν Γάλλοι. Ο Joseph Maillet από τη Μασσαλία επιφορτισμένος να οργανώσει το Γαλλικό γενικό προξενείο του Μοριά ήρθε τότε και ίδρυσε πέντε υποπροξενεία: Μεθώνη, Κο­ρώνη, Καλαμάτα, Ναύπλιο και Πάτρα [2]. Εξαντλημένος από τους κόπους του ταξιδιού πέθανε στη Μεθώνη στις 21 Ιουλίου 1717. Τον διαδέχτηκαν στην αρχή ο νεαρός γιος του Pierre Mathieu Maillet και ο Ιππότης Roze που ανακλήθηκε γρήγορα, έπειτα ο Jean de Clairembault, που έμεινε στη Μεθώνη 26 χρόνια και πέθανε κι αυτός εκεί (12 Νοεμβρίου 1745) και τέλος ο Le Prestre (1745 – 1747). Ο νέος γενικός πρόξε­νος d’Amirat μετέφερε στα 1748 την έδρα του γενικού προξενείου από τη Μεθώνη όπου είχε μείνει 30 χρόνια, στην Κορώνη όπου έμεινε έως την επανάσταση του Ορλώφ.

 

Μεθώνη ή Μοθώνη (Methoni or Modon) – Χαλκογραφία του Olfert Dapper, 1688.

 

Τα πολεμικά εκείνα γεγονότα που ξετυλίχτηκαν στο ΝΔ τμήμα του Μοριά κι επέφεραν τόσες καταστροφές ανάγκασαν στα 1770 τον τότε γενικό πρόξενο Le Maire να εγκαταλείψει την έδρα του της Κορώνης μαζί με όλη τη Γαλλική παροικία την εγκατεστημένη στα Μυθωνοκόρωνα. Μετά 13 χρόνια η έδρα του γενικού προξενείου, που είχε μεταφερθεί στο Ναύπλιο (1774 – 1783), ξαναγυρίζει πάλι στην Κορώνη (1783 -1809). Στα 1809 ύστερα από αίτηση του διοικητή των Ιονίων νήσων στρατηγού Dan­zelot η έδρα μεταφέρεται στην Πάτρα. Γενικός πρόξενος του Μοριά ήταν την εποχή εκείνη ο Esprit Vial, που τρία χρόνια πρωτύτερα είχε φιλοξενήσει το Chateau­briand στο πέρασμά του από την Κορώνη κατά την περίφημη οδοιπορία του από το Παρίσι στα Ιεροσόλυμα. Στην Πάτρα, τη νέα του έδρα, ο Vial δεν έμεινε παρά ένα χρόνο. Αντικαταστάθηκε από το Roussel στα 1810.

 

Κορώνη - Coronelli Maria Vincenzo, 1685

 

Γεννημένος στη Bagnols (Gard) το 1758 ο Joseph – J – Β – Hercul de Roussel έλαβε μέρος πρώτα στην εκστρατεία του Λουξεμβούργου, ανθυπολοχαγός έπειτα στο σύνταγμα των δραγώνων. Προσκολλημένος στην Πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης στα 1778, διορίστηκε λίγο ύστερα υποπρόξενος στα Δαρδανέλια. Ταξίδεψε στην Αγγλία και στην Ολλανδία. Διορίστηκε υποπρόξενος στην Κορώνη το 1786, έπειτα στο Ναύπλιο. Αιχμάλωτος στον πόλεμο με την Αίγυπτο. Πρόξενος στα Χανιά το 1802. Διωγμένος από την Κρήτη από μια επανάσταση, κατά την επιστροφή του στη Γαλλία πιάστηκε στη Ζάκυνθο αιχμάλωτος από τους Άγγλους. Μετά την απελευθέρωσή του διορίστηκε γενικός πρόξενος του Μοριά στην Πάτρα.

Στην «Ιστορία της πόλεως Πατρών» του Θωμοπούλου [3] αναφέρεται ότι ο Rous­sel στα 1811 αντικαταστάθηκε από το Roustant [4]. Από τα τρία όμως γράμματά του που ακολουθούν φαίνεται ότι ο Roussel κρατούσε τη θέση του γενικού προξένου μέχρι το 1813. Τα γράμματα αυτά που βρίσκονται σήμερα στην κατοχή του Μεθωναίου δικη­γόρου κ. Ν. Βασοπούλου απευθύνονται προς τον Leoni πράκτορα (agent) της Γαλ­λίας στο Ναβαρίνο.

Ο Ange Leoni γεννήθηκε στο Santa Reparata της Κορσικής και πέθανε στο Ναβαρίνο κατά την πολιορκία του από τους Έλληνες το 1821. Είχε παντρευτεί στα 1803 στη Μεθώνη την Αρετή Παυλοπούλου θυγατέρα του I. Παυλοπούλου και της Σοφίας Κουροπούλου και είχε αποκτήσει επτά παιδιά από τα οποία το ένα μόνο, ο Jean – François – Felix, παρέμεινε στην Ελλάδα (πέθανε άγαμος στο Ναβαρίνο σε προχωρημένη ηλικία), για να κατανάλωση όλη του τη ζωή σε δικαστικούς αγώνες για τη συγκράτηση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας, που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του στις δυο πόλεις, Μεθώνη και Ναβαρίνο. Ένα πηγάδι στη Μεθώνη φέρει και σήμερα το όνομα «το πηγάδι του Λεόνι» και μια σειρά μαγαζιά στη δυτική πλευρά της μεγάλης πλατείας του Ναβαρίνου διατηρεί επίσης το όνομά του «τα μαγαζιά του Λεόνι».

 

Τάκης Δεμόδος

 

Υποσημειώσεις


[1] Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου, Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν, Αθήναι 1939, Μέρος Β’, κεφάλ. Α’.

[2] Auguste Β ο p p e, Le consulat général de Morée et ses dépendances (Revue des Étu­des Grecques, Tom. XX [1907]).

[3] Στεφάνου Ν. Θωμοπούλου, Ιστορία της πόλεως Πατρών από αρχαιοτάτων χρό­νων μέχρι 1821. Έκδοσις Β’ με επιμέλειαν Κ. Ν. Τριανταφύλλου. Πάτραι 1950, σελ. 556.

[4] Ο Β ο p p e, ένθ’ ανωτέρω, φέρει το Roustant κατά την εποχή αυτή υποπρόξενο Κορώνης.

  

Πηγή


  • Πελοποννησιακά, τόμος Α, Αθήναι, 1956.   

Μαντζώρος Χρήστος


 

Χρήστος Μαντζώρος

Ο Χρήστος Μαντζώρος είναι καθηγητής της Παθολογίας και Ενδοκρινολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ και καθηγητής Δημόσιας Υγείας στη Σχολή Δημόσιας Υγείας του ίδιου Πανεπιστημίου. Είναι ο πρώτος επιστήμονας ελληνικής καταγωγής που έχει εκλεγεί καθηγητής σε δύο σχολές του πανεπιστημίου Χάρβαρντ. Στην Ιατρική Σχολή και στη Σχολή Δημόσιας Υγείας. Παράλληλα  είναι Διευθυντής : Στο Τμήμα / Κλινική της Ενδοκρινολογίας και Μεταβολισμού των τριών Νοσοκομείων του πανεπιστημίου Χάρβαρντ Boston VA Healthcare System καθώς και στη μονάδα Διατροφής του τμήματος Ενδοκρινολογίας και Μεταβολισμού του νοσοκομείου Beth Israel Deaconess Medical Center και του κέντρου Joslin Diabetes Center στη Βοστώνη Μασσαχουσέτης.

Ο Χρήστος Μαντζώρος γεννήθηκε το 1963 στο Ναύπλιο,  αποφοίτησε  από το 2ο Λύκειο Ναυπλίου και στη συνέχεια  από την Ιατρική Σχολή Αθηνών με «Άριστα» όπου και ολοκλήρωσε τις διδακτορικές σπουδές του λαμβάνοντας το τίτλο του διδάκτορα (DSc).

Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία ως έφεδρος αξιωματικός και κατόπιν μετέβη στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου σε συνολικό χρονικό διάστημα 7 ετών απέκτησε δύο Masters και τρείς τίτλους ειδικοτήτων. Έλαβε πιστοποίηση από την Παναμερικανική Ιατρική Επιτροπή για την επιτυχή εκπαίδευση του στις ειδικότητες:  της Παθολογίας, της Ενδοκρινολογίας- Διαβήτη- Μεταβολισμού καθώς και της Κλινικής Διατροφολογίας. Την ίδια χρονική περίοδο και παράλληλα με την άσκηση ειδικότητας στις Η.Π.Α., απέκτησε δύο μεταπτυχιακούς τίτλους Μάστερ στον τομέα της Επιδημιολογίας από τη Σχολή Δημόσιας Υγείας,  και στον Τομέα Κλινικής Έρευνας / επιστήμες Υγείας από την Ιατρική Σχολή  του πανεπιστημίου Χάρβαρντ.

Λόγω των επιδόσεών του, το Πανεπιστήμιο Harvard του πρότεινε να ενταχθεί στο Καθηγητικό του Προσωπικό και εισηγήθηκε στην Αμερικανική Κυβέρνηση – η οποία και στη συνέχεια έλαβε απόφαση – να απαλλαγεί από την (βάσει του Αμερικανικού Νόμου) υποχρέωσή του να επιστρέψει στην Ευρώπη και του εδόθη -τιμής ένεκεν- η Αμερικανική Υπηκοότητα επιπλέον της Ελληνικής. Ο Χρήστος Μαντζώρος ανήλθε όλες τις ακαδημαϊκές βαθμίδες και έφθασε στις κορυφαίες θέσεις του πρώτου αξιολογικά Πανεπιστημίου παγκοσμίως μέσα σε λιγότερο από δώδεκα έτη μετά την εκπαίδευσή του, πράγμα που αποτελεί σπάνια επίδοση, χρόνο ρεκόρ.

Στα πλαίσια της εργασίας του και του ρόλου του στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, όχι μόνον ασκεί τα προαναφερθέντα διοικητικά καθήκοντα, οργανώνοντας και διοικώντας  σειρά κλινικών και εκπαιδευτικών μονάδων, αλλά και εργάζεται ως κλινικός ιατρός, αναλαμβάνοντας την παρακολούθηση εξωτερικών και εσωτερικών ασθενών.  Παράλληλα με το κλινικό του έργο και στα πλαίσια της καθηγητικής του ιδιότητας, διδάσκει ειδικευόμενους ιατρούς καθώς και φοιτητές της Ιατρικής σχολής και Σχολής Δημόσιας Υγείας του Χάρβαρντ.

Έχει επίσης επιδείξει μεγάλη δραστηριότητα στον ερευνητικό τομέα  με πρωτοποριακό και διεθνώς αναγνωρισμένο έργο στην παχυσαρκία, τη νόσο του διαβήτη και άλλων μεταβολικών νοσημάτων.  Το ερευνητικό του ενδιαφέρον ιδιαιτέρως επικεντρώνεται στη φυσιολογία, τη παθοφυσιολογία και στη θεραπευτική χρήση ορμονών που εκκρίνονται από τον λιπώδη ιστό και παρέμεναν άγνωστες μέχρι πρόσφατα. Οι νέες αυτές ορμόνες αποκαλούνται αδιποκίνες, συμπεριλαμβάνουν γενικότερα γνωστές ορμόνες όπως η λεπτίνη και η αδιπονεκτίνη.  Η ομάδα του ήταν η πρώτη που απέδειξε  τη θεραπευτική ιδιότητα τους σε ασθένειες όπως ο διαβήτης, καρκίνοι και καρδιαγγειακές νόσοι. Θέτοντας τους παραπάνω στόχους, το εργαστήριο του καθηγητή Χρήστου Μαντζώρου  διεξάγει βασική και κλινική έρευνα η οποία χρηματοδοτείται από την Αμερικανική Κυβέρνηση μέσω του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ και των Νοσοκομείων του.

Είναι αναγνωρισμένος σε παγκόσμιο επίπεδο για την εξειδίκευση και την τεχνογνωσία του στον τομέα της Παθολογίας και της Ενδοκρινολογίας- Διαβήτη- Μεταβολισμού, αλλά και παράλληλα  έχει αναδειχθεί για την πληθώρα και το κύρος  των δημοσιεύσεών του.

Είναι συγγραφέας δύο βιβλίων με τίτλους: «Παχυσαρκία και Διαβήτης» και «Διατροφή και Μεταβολισμός».  

Οι δημοσιεύσεις του περιλαμβάνουν: περισσότερα από 330 επιστημονικά δημοσιευμένα ιατρικά ερευνητικά άρθρα τα οποία επίσης αναφέρονται  στο δίκτυο «Medline», περισσότερα από 65 δημοσιευμένες ιατρικές μελέτες μέσα στα πλαίσια της συνεργασίας του με την ερευνητική ομάδα «Look Ahead» καθώς και πάνω από 100 κεφάλαια σε βιβλία και άρθρα-ανασκοπήσεις. Είναι αξιοσημείωτο πως οι παραπάνω δημοσιεύσεις έχουν χρησιμοποιηθεί πάνω από 15.000 φορές ως παραπομπές από άλλους ερευνητές, αριθμός μοναδικός στον τομέα του.

Επιπρόσθετα, έχει αναλάβει τη θέση του έκδοτη του περιοδικού «Metabolism», στο οποίο έχουν δημοσιευθεί κλασσικές επιστημονικές εργασίες οι οποίες έχουν ανοίξει νέους δρόμους στη θεραπεία πολλών νόσων,  ενώ ταυτόχρονα συμμετέχει και ως μέλος της συντακτικής επιτροπής διαφόρων περιοδικών, συμπεριλαμβανημένου του ευρείας κυκλοφορίας ιατρικού περιοδικού «Journal of Clinical Endocrinology and Metabolism”.

Έχει λάβει μεγάλο αριθμό άλλων βραβείων και διακρίσεων, όπως:

  • Το βραβείο Frontiers in Science από τον επιστημονικό  σύλλογο των Αμερικανών Ενδοκρινολόγων (American Association of Clinical Endocrinology).
  • Το βραβείο στην έρευνα για το Διαβήτη και τα νοσήματα μεταβολισμού Novartis από την Αμερικανική Διαβητολογική Εταιρεία.
  • Το βραβείο Lilly από τον επιστημονικό ιατρικό σύλλογο North American Association for the Study of Obesity.
  • Το βραβείο Mead Johnson από τον Αμερικανικό σύλλογο Διατροφολόγιας.
  • Το βραβείο «HypoCCS» στο Παρίσι απο την Διεθνή Ένωση Ενδοκρινολόγων.
  • Το βραβείο «Wilhelm Friedrich Bessel» από το ίδρυμα Humboldt της Γερμανίας.
  • Το βραβείο «Υγεία» από τον ιατρικό και οδοντιατρικό σύλλογο Νέας Αγγλίας, καθώς και
  • το βραβείο για διακεκριμένο ερευνητή από την Αμερικανική Ομοσπονδία Ιατρικής Έρευνας.
  • Επίσης έχει λάβει το βραβείο αριστείας για την άρτια  επιστημονική καθοδήγηση νέων επιστημόνων από το πανεπιστημιακό νοσοκομείο Beth Israel Deaconess Medical Center και από την ιατρική σχολή του Χάρβαρντ. Τέλος, έχει τιμηθεί με το βραβείο «Berson» από τον Αμερικανικό επιστημονικό  σύλλογο Φυσιολογίας και την Ομοσπονδία όλων των Αμερικανικών Επιστημονικών Εταιρειών (FASEB Society).

Έχει διατελέσει σύμβουλος σε διαφορές φαρμακευτικές εταιρίες και εταιρίες διαγνωστικών τεχνολογιών. Είναι επίσης  ο επιστημονικός συνιδρυτής και πρόεδρος της επιστημονικής συμβουλευτικής επιτροπής  της εταιρίας «InteKrin Metabolic Therapeutics», η όποια μόλις ολοκλήρωσε τις δοκιμές φάσης ΙΙ για το κύριο σκεύασμά της / νέο φάρμακο για τον διαβήτη και  έχει λάβει την έγκριση του Αμερικανικού Οργανισμού Φαρμάκων (FDA) για να προχωρήσει στις κλινικές δόκιμες τελικού σταδίου ΙΙΙ για τον έλεγχο του διαβήτη σε ανθρώπους.

Γενικότερα, ερευνητικά, ο Χρήστος Μαντζώρος είναι πρωτοπόρος στην ανακάλυψη του λιπώδους ιστού ως ενδοκρινούς αδένα. Πιο συγκεκριμένα, τα τελευταία χρόνια  που συνειδητοποιήθηκε πως ο λιπώδης ιστός δεν είναι ένα ανενεργές αποθηκευτικό όργανο αλλά εκκρίνει ορμόνες, η ομάδα του έχει αποδοθεί σε έναν αγώνα δρόμου ώστε να αποσαφηνίσει τις ορμόνες που είναι υπεύθυνες για κάθε μια από τις ασθένειες συνδέονται στενά με τόσο με τη παχυσαρκία (καρδιαγγειακά νοσήματα, διαβήτης, νεοπλασίες) όσο και με τη νευρογενή ανορεξία. Η μελέτη πολλών από αυτές τις ορμόνες, έχει οδηγήσει στην ανακάλυψη καινούργιων διαγνωστικών εργαλείων, αλλά και καινούργιων φαρμάκων για τη θεραπεία αυτών των ασθενειών. Δύο από αυτά τα φάρμακα (λεπτίνη, ΙΝΤ131) βρίσκονται στη τελευταία φάση κλινικών δοκιμών (φάση ΙΙΙ) πριν τη χρησιμοποίηση τους στη καθημερινή κλινική πράξη.

Κλείνοντας, θα πρέπει να αναφερθεί ότι έχει – πέραν του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ -, διδάξει ως Επισκέπτης Καθηγητής σε πολλά Πανεπιστημιακά Ιδρύματα, όχι μόνο των ΗΠΑ και της Ελλάδας, αλλά και διεθνώς, όπως στην Ιαπωνία, τη Γερμανία, την Κύπρο, κ.λ.π. Παράλληλα ο επιβλέπει την εκπόνηση Διδακτορικών Διατριβών από φοιτητές, όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και στην Ευρώπη (Γερμανία, Σουηδία, Ελλάδα) και στο παρελθόν έχει εκπαιδεύσει και αναδείξει πληθώρα νέων επιστημόνων, πολλοί από τους οποίους κατέχουν σήμερα θέσεις ευθύνης, ως Διευθυντές μεγάλων Ιατρικών Εταιριών ή ως καθηγητές Ιατρικής σε κορυφαία Πανεπιστήμια, σε πολλές χώρες, οι οποίες περιλαμβάνουν πέραν της Ελλάδας, τις Η.Π.Α., τη Γερμανία, την Αυστρία, την Κύπρο, την Κορέα, την Κίνα, τη Σιγκαπούρη, και άλλες χώρες που βρίσκονται στο δρόμο της επιστημονικής και οικονομικής προόδου.

 

Πηγή


Χαβιαράς Στρατής (Νέα Κίος Αργολίδας 28 Ιουνίου 1935 – Αθήνα 3 Μαρτίου 2020)


 

Στρατής Χαβιαράς

Ποιητής και πεζογράφος. Γεννήθηκε στα τέλη Ιουνίου του 1935 στη Νέα Κίο Αργολίδας. Ο  πατέρας του, ενταγμένος στο ΕΑΜ εκτελέστηκε από τους Γερμανούς το 1944 στην Κόρινθο. Η μητέρα του εστάλη σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ο ίδιος μένει μόνος και βιώνει την πείνα και τις κακουχίες.

« Η οικογένεια του πατέρα μου ήταν απ’ την Αρχαία Κίο στον Ελλήσποντο (σήμερα Γκεμλίκ), αλλά της μητέρας μου από το Καράμπουρνο και το Μποϊνάκι, κοντά στη Σμύρνη. Θυμάμαι καλά τις αφηγήσεις της γιαγιάς μου για τα χωριά της περιοχής: Βουρλά, Μενεμένη, Μελί. Και θυμάμαι ακόμα τους Μελιώτες στη Νέα Κίο της Αργολίδας όπου γεννήθηκα και την παράξενη προφορά τους με τις μακρόσυρτες καταλήξεις».

Μετά την απελευθέρωση, η οικογένεια κατατρεγμένη από τους χίτες, ανεβαίνει στην Αθήνα και εγκαθίσταται σ’ έναν προσφυγικό συνοικισμό, το Δουργούτι. Ο Στρατής εργάζεται στις οικοδομές. Είχε προλάβει όμως να τελειώσει το Δημοτικό αν και η δασκάλα του στο χωριό τον θεωρούσε καθυστερημένο.

«Ήμουν φαντασιόπληκτος. Το μυαλό μου έτρεχε αλλού. Χωρίς τους γονείς μου, πεινασμένος, βλέποντας γύρω μου τόσους σκοτωμούς και τόση προδοσία, μου ήταν αδύνατο να συγκεντρωθώ σε οτιδήποτε. Ταξίδευα συνεχώς».

Όταν το 1949, θέλησε να επισκεφθεί την Εθνική Βιβλιοθήκη, άκουσε από τον φύλακα ένα περιφρονητικό « Άντε χάσου». Ήταν ένα 14χρονο παιδί με κοντά παντελονάκια. Ο Στρατής πικράθηκε πολύ. Όμως ο δρόμος του είχε χαραχθεί.

Συνεχίζει να δουλεύει στην οικοδομή. Φωτεινά διαλλείματα της ζοφερής πραγματικότητας η αφοσίωσή του στο διάβασμα και την ποίηση. Δημοσιεύει την πρώτη του ποιητική συλλογή. Γνωρίζεται με τον σπουδαίο ελληνιστή Κίμωνα Φράϊερ που εκείνη την εποχή μεταφράζει την «Οδύσσεια» και την «Ασκητική» του Καζαντζάκη. Του προτείνει να τον ακολουθήσει στην Νέα Υόρκη. Αυτός θα του πλήρωνε τα δίδακτρα σε μια σχολή βιομηχανικού σχεδίου και ο Στρατής θα τον βοηθούσε στην μετάφραση. Δέχτηκε.

«Στα 1959, μαθητευόμενος ακόμη στα γράμματα, βρέθηκα στη Νέα Υόρκη, βοηθός γνωστού μελετητή της αμερικανικής ποίησης, δεινού στην καλλιέργεια γνωριμιών με κάθε λογής διασημότητες: Ezra Pound, Archibald McLeish, Arthur Miller, Lee Strasberg και πάει λέγοντας».

Στην Ελλάδα επιστρέφει δυο χρόνια αργότερα. Εργάζεται ως σχεδιαστής σε μια αμερικανική κατασκευαστική εταιρεία. Καιροί δύσκολοι και αντιφατικοί. Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα έκρυθμη και χαώδης. Η στρατιωτικοί αρπάζουν την εξουσία.

«Ως μοναδικό αρσενικό της οικογένειας, φοβούμενος ότι θα με συλλάβουν, αποφάσισα να γυρίσω στις ΗΠΑ».

Αρχίζει μια νέα ζωή. Σπουδάζει συγγραφική τέχνη και μετάφραση στο πανεπιστήμιο Goddard. Εργάζεται ως υπάλληλος στη βιβλιοθήκη του Harvard ενώ συγχρόνως αναπτύσσει αντιδικτατορική δράση, μέσω ενός ραδιοφωνικού σταθμού της Βοστόνης. Υφίσταται τον πόλεμο της « συμμορίας του Τόμ Πάπας» και του φιλοχουντικού κατεστημένου. Αρθρογραφεί στο μηνιαίο περιοδικό « Ελευθερία». Το 1974, διορίζεται στο ίδιο πανεπιστήμιο διευθυντής της αίθουσας σύγχρονης ποίησης Woodberry και της βιβλιοθήκης Farnsworth. Σταδιακά απομακρύνεται από το ελληνικό περιβάλλον και τα ελληνικά του αρχίζουν να «σκουριάζουν».

« Για πολύ καιρό απέφευγα να έρθω, επειδή ο τόπος συμβόλιζε το χειρότερο μισό της ζωής μου. Βλέποντας όμως τους Έλληνες να προκόβουν και τη χώρα να ευημερεί, βλέποντας ακόμα κι αυτήν την πρωτοφανή εκδοτική έκρηξη, η ευχαρίστηση που αντλώ είναι τεράστια. Σιγά- σιγά οι πληγές επουλώνονται…».  

Στο πάρτι των 24ων γενεθλίων του ο Στρατής Χαβιαράς γνώρισε πολύ κόσμο. Ποιητές, δοκιμιογράφους, εκδότες, σκηνοθέτες κ.α. Ο ίδιος μας λέει: « Εκεί γνώρισα και τον ιδρυτή της μεγάλης εκδοτικής εταιρείας Simon & Schuster, ο οποίος μετά τις συστάσεις με ρώτησε:

« Εσείς τι γράφετε;».

Ο Στρατής Χαβιαράς σε φωτογραφία από την εποχή της γνωριμίας του με την Μαίριλυν Μονρόε.

Πρόσφατα είχε δημοσιευτεί σ’ ένα ελληνικό περιοδικό το πρώτο μου κείμενο, ένα δοκίμιο για την επιτυχία της Οδύσσειας του Καζαντζάκη στην Αμερική. Όμως, όπως έσπευσα να διευκρινίσω, αυτό ήταν μόνο το «πρώτο σκαλί» και, αν τα πράγματα πήγαιναν καλά, σύντομα θα έγραφα και μυθιστόρημα. «Ωραία» μου αποκρίθηκε ο Μαξ Λίνκολν Σούστερ, «αν όλα πάνε καλά και το γράψεις, θα σ’ το εκδώσω εγώ. Σύντομα», πρόσθεσε και τσουγκρίζοντας τα ποτήρια μας γελάσαμε.

« Τι θα πει σύντομα; Μου πήρε είκοσι χρόνια να το γράψω. Είκοσι ακριβώς. Και όμως τον Ιούνιο του 1979, όταν ο Μαξ μας είχε αφήσει χρόνους προ πολλού και η εταιρεία του είχε περιέλθει στην ιδιοκτησία της Gulf & Western, ήταν η Simon & Schuster που τελικά εξέδωσε το πρώτο μου μυθιστόρημα « Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα». Καμιά φορά παίρνει είκοσι χρόνια για τη μετατροπή μιας υπόσχεσης σε πράξη».

Εκείνη η βραδιά του επεφύλασσε μια μεγάλη έκπληξη. Σε κάποια στιγμή φτάνουν στο πάρτι ο θεατρικός συγγραφέας Άρθουρ Μίλερ και η σταρ του σινεμά, τότε στο απόγειο της δόξας της, Μέριλιν Μονρόε.

«Η φυσική της ομορφιά ήταν ακόμη πιο ακτινοβόλα απ’ ότι στην οθόνη. Είχε κατέβει από τους ουρανούς, απ’ τις ταξιαρχίες των αγγέλων, να καταπολεμήσει το σκοτάδι, την ασκήμια, το κακό του κόσμου, να δώσει φως στους τυφλούς».

Σήμερα, ο Στρατής Χαβιαράς περνάει τον περισσότερο καιρό του στην Ελλάδα. Από το 1985 διευθύνει το εργαστήρι συγγραφικής τέχνης (μυθιστόρημα) στο θερινό πρόγραμμα του Harvard. Το 2000 δίδαξε την συγγραφική τέχνη στο ΕΚΕΜΕΛ ενώ το 2006 ξεκίνησε να συνεργάζεται με το ΕΚΕΒΙ ως συντονιστής και δάσκαλος στα Εργαστήρια Τέχνης και Λόγου. Ήταν μέλος του Συλλόγου Αμερικανών Συγγραφέων και της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων. H κηδεία του, έγινε στη γενέτειρά του Νέα Κίο Αργολίδας, στον Ιερό Ναό «Θεομάνας  – Οδηγήτριας».

 

Εργογραφία


 

Το έργο του Στρατή Χαβιαρά, χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες. Στο Μυθιστόρημα, την Ποίηση, την Μετάφραση.

Πεζογραφία:

Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα. Αθήνα, Ερμής, 1980. Καστανιώτης, 1999.

Τα ηρωικά χρόνια. Αθήνα, Bell,1984. Καστανιώτης, 1999.

Πορφυρό και μαύρο νήμα. Αθήνα, Κέδρος, 2007.

Ποίηση:
Η κυρία με την πυξίδα. Αθήνα, 1963.
Βερολίνο. Αθήνα, Φέξης, 1965.
Η νύχτα του ξυλοπόδαρου, 1967.
Νεκροφάνεια. Αθήνα, Κέδρος, 1972.

Έργα στα αγγλικά:
Crossing the river twice, ποιήματα, Cleveland State University, 1976
When the tree sings, πεζό, Simon & Schuster, New York, 1979
The Heroic Age, πεζό, Simon & Schuster, New York, 1984
Millenial afterlives, διηγήματα, Wells College, New York, 2000

Μεταφράσεις
Προς τα ελληνικά:
Heaney, Seamus. Το αλφάδι. Αθήνα, Ερμής, 1999.
Προς τα αγγλικά:
C. P. Cavafy: The Canon, The Original One Hundred and Fifty-Four Poems [επιμέλεια: Dana Bonstrom]. Αθήνα, Ερμής, 2004.

Συλλογικά έργα:

Σύγχρονη ελληνική πεζογραφία: διεθνείς προσανατολισμοί και διασταυρώσεις [επιμέλεια: Α. Σπυρόπουλου, Θ. Τσιμπούκη]. Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2002.

Αληθινές ιστορίες [συλλογή διηγημάτων]. Αθήνα, Μεταίχμιο, 2003.

 

 «Τα ηρωικά χρόνια»


 

Η Μάρη Θεοδοσοπούλου είναι κριτικός λογοτεχνίας. Στο πιο κάτω ενδιαφέρον κείμενό της ανιχνεύει και εντοπίζει τις περιπέτειες του μυθιστορήματος «Τα ηρωικά χρόνια» του Στρατή Χαβιαρά. Η Αργολική Βιβλιοθήκη το αναδημοσιεύει με την πεποίθηση ότι το κείμενο αυτό, βοηθά τον αναγνώστη ή ερευνητή να κατανοήσει και να εντοπίσει κι άλλες παραμέτρους σχετικές με το  έργο του συγγραφέα.

 

Τα ηρωικά χρόνια

Ατυχείς συγκυρίες κυνηγούν Τα ηρωικά χρόνια του Στ. Χαβιαρά. Και οι δύο εκδόσεις του βιβλίου στα ελληνικά, με απόσταση μεταξύ τους μία 15ετία, συμπίπτουν με μια ήδη διαμορφωμένη επικαιρότητα που στέκεται κάθε φορά καθοριστική για την ανάγνωση. Η πρώτη ελληνική έκδοση εμφανίζεται την άνοιξη του 1985, όταν ήδη η Ελένη του Νίκου Γκατζογιάννη έχει αναζωπυρώσει τις συζητήσεις γύρω από τον ελληνικό εμφύλιο. Στην Ελλάδα η Ελένη κυκλοφορεί τον Δεκέμβριο του 1983, όταν το πανελλήνιο, στην ευεξία των πρώτων χρόνων διακυβέρνησης του ΠαΣοΚ, με την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, καλαφατίζει τις τελευταίες ρωγμές του διχασμού.

Κατά σύμπτωση, το μυθιστόρημα του Στ. Χαβιαρά κυκλοφορεί και στις ΗΠΑ και στην Ελλάδα με απόσταση λίγων μηνών από την Ελένη και αναπόφευκτα διαβάζεται ως αντίλογος. Ανεξάρτητα αν η συγγραφή του έχει αρχίσει χρόνια πριν και αν πρόκειται, λίγο-πολύ, για ένα ιστορικό μυθιστόρημα ποιητικής πνοής. Ένα ευρύτερο κοινό καθηλώνεται στο γεγονός ότι και τα δύο μυθιστορήματα εκτυλίσσονται τα δύο τελευταία χρόνια του Εμφυλίου σε γειτονικούς τόπους: Μουργκάνα – Γράμμος. Άλλωστε η Ελένη προκαλεί πολύ θόρυβο, όπως εισάγεται από τις ΗΠΑ έτοιμο μπεστ σέλερ· βιβλίο-ντοκουμέντο ενός δημοσιογράφου της εφημερίδας «The New York Times» που πραγματοποίησε και επιτόπια έρευνα. Στη συνέχεια γίνεται ταινία αμερικανικών προδιαγραφών, που οξύνει περαιτέρω τα πνεύματα, προκαλώντας έντονες αντιπαραθέσεις. Ως τον Δεκέμβριο του 1987, όταν ο πρόεδρος Ρίγκαν υπογράφει με τον Γκορμπατσόφ τη συμφωνία για τους εξοπλισμούς, αναφέρεται στην Ελένη ως ένα βιβλίο-σύμβολο.

Σήμερα όλα αυτά είναι μια παλαιά ιστορία. Μάλιστα η πρώτη έκδοση των Ηρωικών χρόνων (από τις εκδόσεις Bell σε μετάφραση Νέστορα Χούνου) ούτε καν μνημονεύεται. Υπάρχει μόνο αναφορά στη νεοϋορκέζικη έκδοση (φθινόπωρο 1984) από τους Σάιμον και Σούστερ, που είχαν εκδώσει το 1979 και το πρώτο μυθιστόρημα του Στ. Χαβιαρά, Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα (πρώτη ελληνική έκδοση Ερμής, 1980, σε μετάφραση του συγγραφέα).

Μια διαφορετική συγκυρία φαίνεται να παρασέρνει στη δίνη της τη δεύτερη έκδοση. Οι καινούργιοι αναγνώστες, όπως και οι δημοσιογράφοι, αγνοούν ή ξεχνούν τις ιδεολογικές αντιπαλότητες του 1985. Άλλωστε οι κάτω των 40 ετών, στην πλειονότητά τους, μόλις που έχουν ακουστά τον ελληνικό εμφύλιο. Αντιθέτως, γνωρίζουν με κάθε λεπτομέρεια τον εμφύλιο στη Γιουγκοσλαβία με τον οποίο και καθημερινώς συμπάσχουν. Ίσως οι δύο εμφύλιοι να μην έχουν πολλά κοινά σημεία. Ωστόσο το μυθιστόρημα του Στ. Χαβιαρά θυμίζει ότι και τότε ΗΠΑ και Βρετανία έκαναν πρόβα καινούργιων οπλικών συστημάτων.

Οι συγκλονιστικότερες σελίδες του μυθιστορήματος περιγράφουν το στρατόπεδο των ανταρτών στον Γράμμο, όταν ο Τίτο κλείνει τα σύνορα. Μισό αιώνα αργότερα μόνο υποθέσεις υπάρχουν για τις σχέσεις του Τίτο με τις ΗΠΑ και την τότε ελληνική κυβέρνηση, καθώς πολλά αρχεία μένουν απόρρητα, μεταξύ αυτών και τα σερβικά. Ωστόσο παραμένει γεγονός ότι ο Τίτο ήθελε πάση θυσία να σώσει την ακεραιότητα της Γιουγκοσλαβίας. Πέραν των συγκυριών, η δεύτερη έκδοση του βιβλίου συμπίπτει με την επέτειο των 50 χρόνων από την επίσημη λήξη του Εμφυλίου, που συντελέστηκε σε εκείνη τη μάχη στον Γράμμο που πλέκει στο μυθιστόρημά του ο Στ. Χαβιαράς.

Το 1984 ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, μεταφραστής της Ελένης, σημειώνει: «Γενικά η μεταπολεμική πεζογραφία μας στερείται τίτλων σχετικά με τον Εμφύλιο. Είναι ένα θέμα που απωθεί, δεν αντέχουμε να μιλάμε γι’ αυτό». Μερικά μυθιστορήματα και διηγήματα. Σε αυτή την ισχνή σοδειά προστίθενται τα μυθιστορήματα των Στ. Χαβιαρά και Ν. Γκατζογιάννη, συγγραφέων της ίδιας γενιάς.

Πιστός στα ιστορικά γεγονότα ο συγγραφέας τα αναβιώνει μετουσιώνοντάς τα σε αφήγηση. Με περισσότερο λυρισμό στο «όταν τραγουδούσαν τα δέντρα» που διαδραματίζεται στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής στη γενέτειρα του συγγραφέα, τη Νέα Κίο της Αργολίδας. Με μεγαλύτερη οικονομία στα «Ηρωικά χρόνια» που πιάνει τον μίτο και συνεχίζει. Ο αφηγητής και τρία ακόμη αγόρια στην «ηρωική ηλικία», από έξι ως δεκατεσσάρων χρόνων, εγκαταλείπουν το χωριό τους. Στον δρόμο προστίθεται και ένα Εβραιόπουλο από τα Γιάννενα, ένας μυθιστορηματικός ήρωας πολλαπλώς φορτισμένος που φαίνεται να δίνει ιστορική προοπτική στα συμβαίνοντα.

Ποιητική αδεία, από το Ηραίον δίπλα στη Νέα Κίο, βρίσκονται να ακολουθούν τον Μόρνο. Τραβάνε βόρεια, όπως και ο κυβερνητικός στρατός. Συναντούν κεφαλοκυνηγούς με τα κοφίνια τους γεμάτα πολύτιμη πραμάτεια, τα κομμένα κεφάλια ανταρτών, αλλά και έναν τελευταίο της ομάδας του Βελουχιώτη, λαβωμένο σε μια σπηλιά και προάγγελο κακών. Τα παιδιά θέλουν να ξεφύγουν από τον πόλεμο, τελικά όμως αγωνίζονται δίπλα στους αντάρτες. Μια απελπισμένη μάχη παιδιών με πρωτόγονα μέσα ενάντια σε αδίστακτους μεγάλους.

Σε ολόκληρο το μυθιστόρημα λανθάνει ο αλληγορικός παραλληλισμός ανάμεσα στα παιδιά και στη χώρα. Όλοι οι ήρωες είναι παιδιά, ακόμη και οι ασπρομάλληδες αντάρτες και οι ναυτόπαιδες, που αποτελούν τη φρουρά στον Αντικάλαμο, το στρατόπεδο στο οποίο οδηγούνται όσα παιδιά επιζούν για να ανανήψουν από την πλάνη του κομμουνισμού σπάζοντας πέτρα. Αθωότητα ως αφέλεια, ευπιστία και ορμητικότητα, δεν χαρακτηρίζουν μόνο τα παιδιά αλλά και την Ελλάδα της εποχής, ιδίως την Αριστερά. Με τους μεγάλους είναι αμείλικτος ο Στ. Χαβιαράς· σατιρίζει τους Συμμάχους και τη βασίλισσα Φρειδερίκη, ενώ καταδικάζει διακωμωδώντας τα όργανα του κόμματος ως τον Ζαχαριάδη.

Ένα μυθιστόρημα εφηβείας, χωρισμένο σε δύο μέρη. Το πρώτο και συναρπαστικότερο είναι η ανάβαση στον Γράμμο, το δεύτερο το καθαρτήριο στον Αντικάλαμο. Ο συγγραφέας διασκεδάζει την αγριότητα του πολέμου με κωμικά περιστατικά, δένοντας τον θάνατο με τα ερωτικά σκιρτήματα της εφηβείας. Ο τίτλος θα μπορούσε να παραπέμπει στην Eroica του Κοσμά Πολίτη, μόνο που αυτά εδώ είναι τα παιδιά δύσκολων καιρών, πρόωρα μεγαλωμένα, που δεν παίζουν αλλά κάνουν πόλεμο. Οι περιγραφές δεν είναι στεγνά ρεαλιστικές αλλά απογειώνονται μυθοποιώντας, με απροσδόκητους συνειρμούς και λυρικές αναπνοές. Ο Στ. Χαβιαράς θέλει να δώσει την πεισματική προσπάθεια ενός παιδιού να διαφύγει από τη σκληρή πραγματικότητα, πετώντας σαν πουλί προς φανταστικούς κόσμους.

Ιδιαίτερη αναφορά απαιτεί ο γλωσσικός διάπλους του μυθιστορήματος. Η πρώτη μετάφραση για Τα ηρωικά χρόνια του Ν. Χούνου ήταν ένα εύληπτο κείμενο με λίγο-πολύ εύστοχες αποδόσεις των ιδιωματικών φράσεων. Η πρόσφατη, δεύτερη μετάφραση παρέμεινε πλησιέστερα στο πρωτότυπο, με αποτέλεσμα σε ορισμένα σημεία, ευτυχώς λίγα, να δημιουργεί ασαφείς εικόνες, όπως για παράδειγμα όταν η συμμορία των παιδιών απειλεί με «το καπάκι από ένα κονσερβοκούτι». Να σημειώσουμε ακόμη ότι στις προηγούμενες εκδόσεις για να δοθεί το κλίμα της εποχής τα κεφάλαια του βιβλίου ανοίγουν με ένα κολλάζ από την ειδησεογραφία εφημερίδων της εποχής, με μία είδηση κάθε φορά μεγεθυσμένη. Η πρόσφατη έκδοση κράτησε μόνο, ως μότο κάθε κεφαλαίου, τη συγκεκριμένη είδηση, χάνοντας κομμάτι από τις εντυπώσεις.

Πέρα από τις μεγαληγορίες του αμερικανικού Τύπου, ο οποίος αντιμετωπίζει τις τοπικές συρράξεις σε μακρινές χώρες σαν εξωτικά συμβάντα, στα καθ’ ημάς μάλλον ήρθε ο καιρός να εγγράψουμε τον Στ. Χαβιαρά στα κατάστιχα της νεοελληνικής πεζογραφίας.

 

« Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα»


  

Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα

Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα, το πρώτο μυθιστόρημα που έγραψε ο Στρατής Χαβιαράς στην αγγλική γλώσσα, είναι το επικό αφήγημα ενός παιδιού που μεγαλώνει σ’ ένα παραθαλάσσιο χωριό της Ελλάδας στα χρόνια της γερμανικής κατοχής. O συγγραφέας έχει διαρθρώσει το έργο αυτό σε σύντομα επεισόδια. Το λυρικό ταλέντο του είναι τέτοιο, που το κάθε μικρό κεφάλαιο μπορεί να διαβαστεί σαν μια ποιητική ενότητα. Όμως τα επεισόδια διαπνέονται από μια ψυχολογική διεισδυτικότητα και ευαισθησία, καθώς καταγράφουν την ολοένα αυξανόμενη αντίσταση των χαρακτήρων, μέσα σε μια ατμόσφαιρα εξωπραγματικότητας και παράκρουσης επηρεασμένη από τη φοβερή πείνα που γνώρισε η Ελλάδα στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετάφραση από τα Αγγλικά Παύλος Μάτεσις. Εκδόσεις Καστανιώτη.

Μια επιλογή από τις σελίδες του:

Το άλογο δεν το αλλάζω μ’ όποιο και να μου δίνανε, ετούτο θέλω εγώ, είναι δουλευταράς και φιλαράκι. Αχαριστία μου να το παραδώσω στον εχθρό επειδή το πήρανε τα χρόνια. Βλέπεις ο εχθρός δεν νογάει να ξεχωρίσει άνθρωπο από ζωντανό και τούτο εδώ είναι πρόσωπο της οικογένειάς μας. (σελ. 64)

Την είδαμε ίσα πέρα να προχωράει με περίσκεψη μέσα στις αφάνες, τα μαλλιά της κοκκινωπός χρυσός πάνω από τις αφάνες και ανάμεσά τους ένας κυματισμός, το λιγνό άσπρο της κορμί. Και καθώς πλησίαζε, η απόσταση σαν να αύξαινε παρά να λιγοστεύει και ο θείος Ιάσων έφερε το χέρι του σκιάδιο πάνω από τα μάτια του. Το φως βλέπεις, είπε, τα σπμπαραλιάζει όλα. (σελ. 73)

Το τραίνο σφύριξε. Ένα αγόρι της κλούβας μου έδειχνε το μπράτσο του: είχε ένα περιβραχιόνιο μ’ ένα μεγάλο κίτρινο άστρο. Όταν θα ‘παιζε «πόλεμο» στην γειτονιά του με τα γειτονόπουλα, θα πρέπει να ήταν στρατηγός τους – στρατάρχης. Γι’ αυτό τον έπιασε ο εχθρός. Στάθηκα προσοχή, να δει ότι του παραδέχομαι τον βαθμό του, και του έκανα το σχήμα. (σελ. 103)

Το άγριο άχτι του για εκδίκηση, που σπιρούνιζε την φαντασία κάθε συντοπίτη μου, δεν με μάγευε πια: με τάραζε. Αδύνατο να καταλάβω, ποια η σχέση ανάμεσα σε εκδίκηση και τον αγώνα μας να κρατηθούμε ζωντανοί. Ίσα-ίσα: την ιδέα για εκδίκηση έπρεπε να την βάλουμε στην πάντα αν θέλαμε να επιζήσουμε. (σελ. 114)

Το πετσί μας αργασμένο, για τις γρατζουνιές γιατρειά ήταν το αλάτι κι ο άνεμος. Και κανενού το πετσί δεν λαμπύριζε σαν το δικό μας. (σελ.123)

Μια μέρα έβαλα μπρος από πολύ πρωί και κοντά μεσημέρι είχα τελειώσει ένα ψηφιδωτό που παράσταινε την Αγγέλικα, τη δεύτερη θυγατέρα του παπά, ως γοργόνα. Είχα βάλει κάτασπρα σαν μάρμαρο βότσαλα για το πανωκόρμι, και άλλα σε μουντό γκρίζο για την ουρά, μαύρα για φρύδια και ματοτσίνορα. Τα μαλλιά τα ‘κανα να κυματίζουν στον άνεμο. Οι ματόχαντρες σκουροπράσινες. Τα χείλια και οι ρώγες σε ανοιχτό τριανταφυλλί. Στο χρώμα ετούτο δεν έβρισκα βότσαλα και τι να κάνω, έσπαζα κεραμίδι για να βάλω τις κατάλληλες ψηφίδες. Γύρω-γύρω γαλανές κυματιστές γραμμές και για αφρό, αράδες από άσπρα χαλίκια στο κάτω μέρος της ζωγραφιάς. (σελ. 126)

Η Ξανθή έστεκε και δεν μίλαγε. Μια στάλα φως από μια χαραμάδα ανάμεσα στις σανίδες του τροχόσπιτου ήρθε και έκατσε στο αριστερό της μάγουλο, σαν σημάδι από μαχαιριά. (σελ. 142)

Αμίλητοι απέναντι στον άνεμο που σφύριζε, τα χέρια στις τσέπες και χαζεύαμε το κάρρο των σκουπιδιών, που κουβαλούσε τον γέρο τραγουδιστή πέρα, έξω από το χωριό μας. Κειτόταν ξάπλα πάνω στα σκουπίδια και το σκυλί να τον ξεπροβοδίζει, ο σκύλος, ο μόνιμος σύντροφος στα πένθη. (σελ. 168)

Αγκαλιαστήκαμε. Το κορμί του, ή εκείνη η αλλόκοτη στολή του, έβγαζε μια βαριά μυρουδιά, τη μυρουδιά που είχαν οι αντάρτες. Στο αριστερό του μπράτσο είχε πληγή από σφαίρα. (σελ. 175)

. . . Με συγχωρείς που δεν έχουμε τίποτα στο σπίτι να σε φιλέψουμε. Μονάχα κάτι λέξεις μοιραζόμαστε.  (σελ. 181)

Η γη εδώ ετούτη, μια φτενή λουρίδα είναι, με ανάμεσά της βράχους και πελάγη, τόσους λίγους μονάχα μπορεί να ανασταίνει. Δεν έχει δένδρα, νερό δεν έχει, ονείρεμα μονάχα δένδρων και πηγών έχει, είχε πει ο παππούς. (σελ. 268).

Αποστακτήριο λέξεων – http://selideslogotexnias.blogspot.com

 

« Πορφυρό και μαύρο νήμα»


 

Πορφυρό και μαύρο νήμα

Το «Πορφυρό και μαύρο νήμα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κέδρος» σε μετάφραση της Ρένας Χατχούτ. Είναι το παραμύθι της ζωής του Στρατή Χαβιαρά και ταυτόχρονα είναι το μυθιστόρημα της γέννησης ενός συγγραφέα ο οποίος αναδύε­ται μέσα από την προφορική παράδοση του τόπου του.

Σαν τους παλιούς παραμυθάδες πράγματι, αλλά και σαν τους μεταμοντέρνους καλλιτέ­χνες, ο Χαβιαράς αντιμετωπίζει με τον ίδιο σεβασμό την πραγματικότητα και τους μύθους της. Και πλέκει μεταξύ τους τα γεγονότα που σημάδεψαν τα παιδικά του χρόνια (προσφυ­γιά, κατοχή, πείνα, βία, αντάρτικο, ορφάνια), τις αδελφοκτόνες σελίδες της ιστορίας από την Εικονομαχία ως τον Εμφύλιο, τους βυζα­ντινούς θρύλους για τον Διγενή Ακρίτα ή για τον νόθο γιο της Κασσιανής με τον αυτοκρά­τορα Θεόφιλο, και τέλος τη φαντασία του.

Σε κάθε κεφάλαιο, δυο ή τρεις ιστορίες εναλ­λάσσονται και τελικά συναντώνται έτσι που το παρόν της αφήγησης αποκτά προοπτική προς το παρελθόν και προς το μέλλον, με σταθ­μούς τα έτη 1942, 842, 2002. «θα σας διηγηθώ μια ιστορία που κάποιος άλλος μου είπε κάποτε, όταν κι εγώ ήμουνα κάποιος άλλος», λέει ο συγγραφέας και δίνει τον λόγο σε ένα 11χρονο αγόρι από Μικρα­σιάτικη γενιά προσφύγων.

Ο μικρός Βασίλης ζει με τη γριά θεία του σε ένα φανταστικό ξε­ρονήσι νότια της Σαλαμίνας, όταν καταφθά­νουν οι Γερμανοί «με τους Έλληνες ρουφιάνους τους», επιτάσσουν τα πάντα, κτίζουν δε­ξαμενές καυσίμων και σκοτώνουν ή οδηγούν στον θάνατο και τους 32 κατοίκους του. Μόνο ο Βασίλης επιζεί, για να διηγηθεί εκείνη την ιστορία και μαζί τις παλιές ιστορίες με τις οποίες ξεγελούσε την πείνα του τα βράδια που έβραζε χόρτα και ρίζες για την παραμυ­θού δασκάλα θεία του.

Εφημερίδα ΤΑ ΑΡΓΟΛΙΚΑ, Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011.

 

Πηγές


  • Εθνικό Κέντρο Βιβλίου.
  • Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων.
  • Εφημερίδα ΒΗΜΑ. Δημοσίευση 11/08/2002
  • Εφημερίδα ΒΗΜΑ. Δημοσίευση 06/02/2011.
  • Μάρη Θεοδοσοπούλου, κριτικός λογοτεχνίας.
  • Αποστακτήριο λέξεων – http://selideslogotexnias.blogspot.com
  • Εφημερίδα ΑΡΓΟΛΙΚΑ. 5/11/2011.