Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Ανδρούτσος  Διονυσίου Χρήστος (Κίος Βιθυνίας 1869- Αθήνα 1935)


 

Χρήστος Ανδρούτσος , ελαιογραφία Τ. Καζάκος

Ο Καθηγητής Πανεπιστημίου και Συγγραφέας  Χρήστος Ανδρούτσος   γεννήθηκε στην Κίο της Προποντίδας στις 7 Ιανουαρίου 1869. Οι γονείς του χάθηκαν πρόωρα. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στο αστικό σχολείο της πατρίδας του (1874 -1880). Φοίτησε εκεί μέχρι και τη δεύτερη τάξη του Ελληνικού Σχολείου και παράλληλα ασχολήθηκε με γεωργικές εργασίες. Στη συνέχεια σπούδασε στην Κεντρική Ιερατική Σχολή της Κωνσταντινούπολης για 5 χρόνια (1882 -1887). Το έτος 1887-88 ξεκίνησε τις σπουδές του στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Τον Ιούλιο του 1892 αποφοίτησε, αφού ολοκλήρωσε τη διατριβή του με θέμα: «Το λογικό κύρος των περί υπάρξεως Θεού αποδείξεων».

Διεύθυνε την Αστική Σχολή στην πατρίδα του το 1892-93. Τότε πήγε στην Λειψία της Γερμανίας με έξοδα του ευεργέτη της Κίου Θ. Ζαφειρίδη, για ευρύτερες σπουδές. Δάσκαλοί του εκεί ήταν οι φιλόσοφοι Βίλχελμ Βουντ και Ρούντολφ Χάιντσε. Στις 18 Μαΐου 1895 αναγορεύτηκε διδάκτορας Φιλοσοφίας με άριστα για τη διατριβή του «Το κακόν παρά Πλάτωνι».

Όταν επέστρεψε από τη Γερμανία, το 1895 μέχρι το 1897, δίδαξε Ελληνικά, Φιλοσοφικά και Θεολογικά στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Από το 1897 έως το 1899 εργάστηκε ως καθηγητής Ελληνικών, Λατινικών και Γερμανικών στο «Ελληνικόν Εκπαιδευτήριον», ιδιωτικό σχολείο του Α. Βενιέρη, στο Γαλάτσι της Ρουμανίας. Στη συνέχεια (1899-1901) δίδαξε Ελληνικά, Παιδαγωγικά και Φιλοσοφικά στα Γυμνάσια των Χανίων και του Ηρακλείου Κρήτης. Στο δεύτερο υπηρέτησε ως διευθυντής για ένα χρόνο.

Από το 1901, έως το 1905, δίδαξε πάλι φιλοσοφικά και θεολογικά μαθήματα στη Θεολογική Σχολή Χάλκης. Στις 9 Νοεμβρίου 1906 μέχρι το Φεβρουάριο του 1912 εργάστηκε ως καθηγητής Θρησκευτικών στο Μαράσλειο Διδασκαλείο. Τότε διορίστηκε Καθηγητής Θεολογίας στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δίδαξε σε αυτό Δογματική και Χριστιανική Ηθική μέχρι το θάνατό του, το 1935. Διετέλεσε κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής τα έτη 1912-1913, 1917-1918, 1921-1922 και πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1923-24.

Η υπηρεσία του στο Πανεπιστήμιο δεν ήταν συνεχής. Το 1918 απολύθηκε για να διορισθεί ξανά το 1920. Το 1922 παραιτήθηκε. Επανήλθε στη θέση του το 1926. Οι περιπέτειες αυτές πιθανόν οφείλονται στη δυναμική του προσωπικότητα και την παρέμβασή του στα πολιτικά και εκκλησιαστικά πράγματα της εποχής.

Το 1926 ορίστηκε διευθυντής Θρησκευμάτων του Υπουργείου Παιδείας. Το 1914 του απονεμήθηκε ο Αργυρός Σταυρός των Ιπποτών του Τάγματος του Σωτήρος, το 1921 ο Χρυσός Σταυρός. Διακρινόταν για τη δυνατή του μνήμη, την πρωτοτυπία της σκέψης του, την κριτική του ικανότητα, την ευχέρεια λόγου, τη μεταδοτικότητα της διδασκαλίας του. Συνεργαζόταν με τους πατριάρχες Ιωακείμ Γ’ της Κωνσταντινουπόλεως και Δαμιανό Ιεροσολύμων και έτσι μπορούσε να επηρεάζει την πολιτική της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Σε συνέδρια για το θέμα της Ένωσης των  Εκκλησιών  υποστήριξε  τις  θέσεις  της  Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Χρήστος Ανδρούτσος

Με διαθήκη του άφησε την περιουσία του για την έκδοση θεολογικών και φιλοσοφικών του έργων. Έγραψε μονογραφίες, διατριβές, λόγους που εκφώνησε «από στήθους» σε διάφορες επίσημες τελετές. Πολλά έργα του βραβεύτηκαν σε διαγωνισμούς και μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες. Το 1896 εξέδωσε δύο πραγματείες στην Κωνσταντινούπολη, έργα που ανήκουν στην θεολογική φιλολογία. Έχουν τίτλο «Εν μάθημα περί του προπατορικού αμαρτήματος» και «Δεύτερον μάθημα περί του προπατορικού αμαρτήματος». Απ’ τα θεολογικά του έργα διακρίνονται: «Συμβολική εξ απόψεως ορθοδόξου», 1901, «Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας», 1907, «Δογματικοί μελέται», 1908, «Σύστημα Ηθικής», 1925, αλλά και «Κλήρος και Θέατρον», 1913, «Λόγος εις την εορτήν των Τριών Ιεραρχών», 1917, «Το κύρος των χειροτονιών της Αγγλίας», 1905, «Αι βάσεις της Ενώσεως των Εκκλησιών», 1905.

Αξιόλογα φιλοσοφικά του έργα είναι: «Περί της έννοιας και της ουσίας του κακού κατά Πλάτωνα», 1896-97, «Η θεωρία της του Πλάτωνος γνώσεως» (1903) (διδακτορική του διατριβή που βραβεύτηκε στο Σούτσειο φιλοσοφικό διαγωνισμό) , «Ψυχολογία και Λογική», 1908, «Εκκλησία και Πολιτεία εξ απόψεως ορθοδόξου», 1920, «Λεξικόν της Φιλοσοφίας», 1929, «Κριτική των θεμελιωδών αρχών της στωικής φιλοσοφίας», 1909, «Οικογένεια και Πολιτεία», 1911, «Φρειδερίκος Νίτσε», 1911, «Αι θεωρίαι της προσοχής», 1911, «Τολστόι, Νίτσε , Μπέρξον», β’ εκδ. 1930, «Περί της ψυχαναλύσεως του Freud», 1931, «Ο γέλως», 1932, «Γενική ψυχολογία», 1934.

Στο δίτομο έργο του Ευρυσθένη Λασκαρίδη «Κιανά» (Θεσσαλονίκη, 1966) το οποίο ασχολείται με την ιστορία, τη ζωή και τις παραδόσεις της Κίου της Μ. Ασίας, περιλαμβάνεται η «Σκιαγραφία του Σοφιστού Ιμέριου» (Κιανά, 1ος τόμος, σελ. 207), γραμμένη από τον Χρήστο Ανδρούτσο ειδικά για το έργο αυτό, το 1935. Στη Γεννάδιο Βιβλιοθήκη βρίσκεται και η μεγάλη συλλογή εγγράφων του Χρήστου Ανδρούτσου.

Σήμερα θεωρείται από τους κορυφαίους θεολόγους που δίδαξαν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Π. Μπρατσιώτης του αφιέρωσε μια μελέτη με τίτλο «Χρήστος Ανδρούτσος» που εκδόθηκε το 1939. Γράφει εκεί στο τέλος: «Προσωπική μου αλλά και πάντων των αμερόληπτων ειδημόνων διερμηνεύων γνώμην, θα ηδυνάμην να ισχυρισθώ ότι η Θεολογική ημών Σχολή δεν είδε μέχρι τούδε ικανώτερον και μεγαλοφυέστερον θεολόγον, ουδέ ήκουσε μεθωδικώτερον και επαγωγότερον διδάσκαλον. Δεν θα εδίσταζον να χαρακτηρίσω αυτόν ως ένα των κορυφαίων θεολόγων της Ορθοδοξίας εν τω παρόντι αιώνι».

Αναδείχθηκε ακόμα κορυφαίος φιλόσοφος. Γενικά υποστήριξε τις αλήθειες της Ορθόδοξης ελληνικής παράδοσης και στάθηκε επιφυλακτικός στη σύγχρονή του κοσμική φιλοσοφία. Ο Κ. Δ. Γεωργούλης γράφει κλείνοντας άρθρο αφιερωμένο στον Χρ. Ανδρούτσο ότι «εκπροσωπεί τον γνησιώτερον αντιπρόσωπον του φιλοσοφικού πνεύματος της Ελληνικής Ορθοδοξίας».

 

Βιβλιογραφία:    


  • Ευρυσθένης Λασκαρίδης, «Κιανά, Ιστορία της Κίου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του 1922», Θεσσαλονίκη, 1966.
  • «Αντίλαλοι από τα Μουδανιά και τα γύρω», έκδοση του Συνδέσμου Προσφύγων Μουδανιών, Θεσσαλονίκη 1931.
  • Οδηγός Σπουδών Θεολογικής Σχολής Αθηνών, Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας, 2008-9.
  • Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκδοτικής Αθηνών, τομ. 1. 1983
  • Εγκυκλοπαίδεια Νέα Δομή, Εκδ. Οργ. Τεγόπουλου – Μανιατέα, Αθήνα.
  • Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν «Ηλίου», Τομ. 2ος, Εκδόσεις της Εγκυκλοπαιδικής Επιθεωρήσεως «Ήλιος», Αθήνα.
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/ ΕΙΕ, «Πανδέκτης».

  

Πηγή


  • Γυμνάσιο Νέας Κίου, «Η εντεύθεν και εκείθεν του Αιγαίου Κίος», Νέα Κίος, 2010.

 

Διάλεξη του Ευάγγελου Χρυσού στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο


 

Σας ενημερώνουμε ότι την Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου και ώρα 19.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη ο κύριος Ευάγγελος Χρυσός, Ομότιμος Καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Μέλος του Ακαδημαϊκού Συμβουλίου του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών (Ελλάδος).

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2011”του Κέντρου μας, θα είναι: «Γότθοι και Σλάβοι στην Πελοπόννησο».

Η σειρά εκδηλώσεων Events Series 2012 πραγματοποιείται σε συνεργασία με τους Δήμους Ναυπλιέων, Άργους -Μυκηνών και Ερμιονίδας.

 

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: « Η διαχείριση της κατάθλιψης σήμερα μέσα  από την αυτογνωσία, αλήθεια, αισιοδοξία και αγάπη»


 

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  11  Δεκεμβρίου 2011  και ώρα 6.30΄ μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος,  θα μιλήσει:

ο  κ. Γιώργος Δημόπουλος

Νευρολόγος- Ψυχίατρος

Γνωσιακός Ψυχοθεραπευτής

με θέμα:

« Η διαχείριση της κατάθλιψης σήμερα μέσα

 από την αυτογνωσία, αλήθεια, αισιοδοξία και αγάπη».

 

Θα προβληθούν σχετικές διαφάνειες και θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

Γιώργος  Δημόπουλος


  

Γεννήθηκε στον Ελαιώνα του Δήμου Διακοπτού. Σπούδασε Ιατρική στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Υπηρέτησε τη Στρατιωτική θητεία του ως Έφεδρος Αξιωματικός του Υγειονομικού. Ειδικεύθηκε στη Νευρολογία-Ψυχιατρική και αργότερα στη Γνωσιακή Ψυχοθεραπεία στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο Αθηνών. Έχει παρακολουθήσει πλήθος Εκπαιδευτικών Ιατρικών συνεδρίων και σεμιναρίων τόσο εις την ημεδαπή όσο και στην αλλοδαπή. Από το 1977 είναι ειδικευμένος ιατρός και διατηρεί ιδιωτικό γραφείο ως Νευρολόγος- Ψυχίατρος και Γνωσιακός Ψυχοθεραπευτής με έμφαση στη γνωσιακή ψυχοθεραπεία στην Αθήνα.

Το συγγραφικό του έργο ξεκίνησε το 2003 με την «ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ πρώτο μέλημα στη ζωή». Συνέχισε το 2006 με  την «ΑΛΗΘΕΙΑ πόση αλήθεια αντέχουμε» από τις εκδόσεις      «Αυτογνωσία». Το 2007 συνεργάζεται με τον εκδοτικό οίκο « Ελληνικά  Γράμματα» από τον οποίο εκδόθηκε το δοκίμιο «ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ο καθρέφτης της ψυχής» και το 2009 από τον ίδιο εκδοτικό οίκο η «ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗ. Το μυστικό της επιτυχίας». Το 2011  6 Απριλίου εκδόθηκε το δοκίμιο «ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ»  και  στις  11  Ιουλίου  του  ίδιου έτους το δοκίμιο «ΑΓΑΠΗ» λένε η αγάπη κατοικεί στ’ αστέρια.

Έχει τιμηθεί για την κοινωνική προσφορά του με το Χρυσό Σταυρό της Χιλιετηρίδος από την Παλαίφατο Ιερά Μονή Ξενοφώντος του Αγίου Όρους το 2004. Είναι μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών και της Ελληνικής  Νευρολογικής και Ψυχιατρικής Εταιρείας Αθηνών. Έχει δώσει διαλέξεις σε Πνευματικά Κέντρα και Στελέχη Επιχειρήσεων με θέμα: « Αυτογνωσία Αυτοβελτίωση και επιτυχία στο επάγγελμα». Είναι έγγαμος με τη δικηγόρο Αναστασία Δημοπούλου και έχει  τρία παιδιά.

 

Η Δικαίωση – Γιάννης Φίλης


 

Ο συγγραφέας Γιάννης Φίλης γεννήθηκε στην Ασίνη Ναυπλίου και πήρε πτυχίο ηλεκτρολόγου – μηχανολόγου από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυ­τεχνείο. Ειδικεύθηκε στον έλεγχο συ­στημάτων στο πανεπιστήμιο UCLA Αμερικής, όπου και δίδαξε για λίγο. Σήμερα είναι Πρύτανης του Πολυτε­χνείου Κρήτης (β’ θητεία). Παράλλη­λα, ασχολείται με την οικολογία και τη λογοτεχνία. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές, δυο μυθιστορή­ματα κ.ά. Πώς συνδυάζει επιστήμη και λο­γοτεχνία, εφηρμοσμένα μαθηματικά και ποίηση; Στην παρουσίαση του τε­λευταίου βιβλίου του «Η Δικαίωση» στο Βουλευτικό Ναυπλίου (24/9/2011) μας έδωσε πειστικές εξηγήσεις γι’ αυτό το συνδυασμό: «Η εκπαίδευσή μου είναι επιστημονική – με την πιο στενή έννοια. Προσπαθώ να κατανοήσω μια μικρή πλευρά της αλήθειας με φυσικές και μαθηματικές έννοιες […]. Θεωρώ ότι η επιστήμη και η τέχνη αλληλοσυμπληρώνονται. Γιατί χωρίς τη μία ή την άλλη η προσέγγι­ση του κόσμου είναι λειψή».

 

Η «Δικαίωση» του Γιάννη Φίλη

Πάνος Λιαλιάτσης

 

Η Δικαίωση - Γιάννης Φίλης

«Η Δικαίωση» είναι το τρίτο μυθι­στόρημα του Γιάννη Φίλη και το πιο ώριμο. Εστιάζεται στην κρίσιμη δε­καετία του 1950, όταν γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια, με μι­κρές αναφορές στην προηγούμενη δεκαετία και την επόμενη. Έχει υ­πόψη του τρία υπαρκτά πρόσωπα – ήρωες, από διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας, άγνωστα μεταξύ τους, που καταδικάζονται σε θάνατο και κλεί­νονται, στις φυλακές μελλοθανάτων στο Καλάμι Χανίων: Ο Πάνος είναι νομικός, κατάγεται από την Αργολίδα και είναι πολιτικός κρατούμενος. Ο ξυλογλύπτης Οδυσ­σέας ζει και δρα στην Ήπειρο και ο βοσκός Μενέλαος, Μανιάτης, έχουν καταδικασθεί σε θάνατο γιατί δολο­φόνησαν τις συζύγους τους, κατηγο­ρίες που τις αρνούνται. Ο Πάνος και ο Οδυσσέας εκτελούνται ενώ η ποινή του Μενέλαου μετατρέπεται σε ισό­βια με τη μεσολάβηση ενός φίλου του στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Η αφήγηση είναι στρωτή και ήρε­μη, χωρίς εξάρσεις ή μεροληψί­ες. Διαρθρώνεται σε 19 άτιτλα κεφά­λαια με πλούσια παρουσίαση χώρων και προσώπων. Το στήσιμο των ηρώ­ων είναι πειστικό, καθώς βασίζεται σε ιστορικά ντοκουμέντα. Αρχικά, η διαδοχή των κεφαλαίων είναι άσχε­τη, αλλά στα τελευταία «δένει» η πλοκή και αποκαλύπτεται η παθογέ­νεια της αναλυόμενης εποχής. Δίπλα στα τρία βασικά πρόσωπα στέκονται οι γυναίκες τους και άλλα δευτερεύ­οντα που ζωντανεύουν τη δεκαετία του 1950: Τα μίση του εμφυλίου, τη φτώχεια της ελληνικής κοινωνίας, τη μιζέρια και τις καταθλιπτικές συνθή­κες των φυλακών. Ο Πάνος έχει πολεμήσει στην Αντίσταση. Ο Οδυσσέ­ας αρνείται ότι σκότωσε τη γυναίκα του και λέει, έως την τελευταία του στιγμή, «είμαι αθώος».

Ο Μενέλαος, «δεξιός ως το κόκκαλο», έχει σκοτώ­σει πολλούς του ΕΛΑΣ και λέει τα ί­δια. 18 χρόνια αργότερα, ο πραγματι­κός δολοφόνος, ένας ετοιμοθάνατος, εξομολογείται σε παπά ότι αυτός σκό­τωσε τη γυναίκα του Μενέλαου. Έτσι, ελευθερώνεται ο Μενέλαος και γυρίζει στο χωριό του – σ’ ένα κόσμο που δεν καταλαβαίνει πια. Αυτή ήταν η δικαίωσή του.

Ο μυθιστοριογράφος, φαίνεται καθαρά πως είναι ποιητής. Δεν αφη­γείται με την καθάρια γλώσσα του ρε­αλισμού, αλλά χρησιμοποιεί και στοι­χεία του σουρεαλισμού. Αυτό συγχέ­ει κάπως την αφήγηση. Ταυτόχρονα, όμως, δίνει ψυχολογική βαθύτητα στην πλοκή του μυθιστορήματος. Οι τρεις κατάδικοι – μελλοθάνατοι γνω­ρίζονται μέσα στη φυλακή και συνο­μιλούν.

Ο αφηγητής δεν παίρνει θέση απέ­ναντι στις ιδεοληψίες των ηρώων του: Φιλοσοφεί με περίσσεια σκέ­ψης, δείχνοντας τη θέση κάθε παρά­ταξης: «Δεν υπάρχουν μυστικά στην αυλή της φυλακής, όπως δεν υπάρ­χουν μυστικά στα χωριά (…), η ζωή του καθενός σε κοινή θέα. Είναι εύ­κολο να κρύψει κανείς τη συνείδησή του πίσω από λέξεις και άρθρα, αριθ­μούς. Μόνο οι νεκροί δεν αμφιβάλ­λουν.(…) Στα χρόνια που πέρασαν οι λέξεις, τα ονόματα άλλαξαν βαθμιαία. Ο συμμοριτοπόλεμος έγινε εμ­φύλιος, οι εθνικόφρονες, δωσίλογοι. Οι κομμουνιστές νομιμοποιήθηκαν. Απολιθωμένα χρέη της μνήμης που αποπληρώθηκαν σε λάθος αντίτιμο σε λάθος εποχή. Τώρα οι άνθρωποι κοίταζαν αλλού, έψαχναν αλλού», (σ. 204).

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η κοινωνιο­λογική ανάλυση της δεκαετίας του 1950 πραγματοποιείται σε μαθηματική σημειολογία – παρά την υφέρπουσα ποιητική ελευθερία. Η μυθιστορία του Γιάννη Φίλη είναι μια πραγμάτω­ση με την επιστημονική και λογοτε­χνική συμβολή, γεγονός που κάνει το βιβλίο του ενδιαφέρον και πολύτιμο για τους σοβαρούς και απαιτητικούς αναγνώστες.

 Ελληνική Λογοτεχνία
ISBN: 978-960-9530-03-3
Σελίδες: 230

Εκδόσεις «Μελάνι», 2011

Πηγή


  • Εφημερίδα, «Τα Αργολικά», Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Τα «Αθεϊκά» του Βόλου και η δίκη του Ναυπλίου (1914)


 

Η λειτουργία του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου (Α.Δ.Π.) και το ρηξικέλευθο παιδαγωγικό πρόγραμμα που εφάρμοσε ο Αλέξανδρος Δελμούζος στο Σχολείο του Βόλου από το 1908, προκάλεσαν μια σειρά από αντιδράσεις στην κοινωνική ζωή του Βόλου και επέφεραν την απότομη διακοπή της λειτουργίας του Σχολείου το Μάρτιο του 1911. Η διακοπή αυτή σήμανε την έναρξη μιας άλλης σειράς διαδικασιών εναντίον των πρωτεργατών του Σχολείου, που θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για σωρεία παραβάσεων κατά της επίσημης θρησκείας, της γλώσσας και της δημόσιας τάξης. Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν την επέμβαση των δικαστικών αρχών και έπειτα από ποικίλες διαδικασίες η υπόθεση κατέληξε να εκδικαστεί ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου τον Απρίλιο του 1914.

Όλα αυτά τα γεγονότα, δηλαδή τα αίτια, η αφορμή, οι διαδικασίες και οι δικαστικές περιπέτειες των δημιουργών του Σχολείου (και των στελεχών του Εργατικού Κέντρου Βόλου), καθώς και οι συνέπειες που τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν, ονομάστηκαν μονολεκτικά «Αθεϊκά», και μ’ αυτή την ονομασία η περίοδος – από τη διακοπή της λειτουργίας του Α.Δ.Π. έως και τη δίκη του Ναυπλίου – παρέμεινε στην πολιτισμική και ιδιαίτερα στην εκπαιδευτική ιστορία της χώρας μας.

 

Μαθήτριες και διδάσκοντες του Παρθεναγωγείου Βόλου το 1910.

 

Η επίσκεψη και ο έλεγχος του διδακτικού προσωπικού από το μητροπολίτη Δημητριάδος Γερμανό Μαυρομμάτη, στις 10 Φεβρουαρίου 1911, αποτέλεσε την αφορμή για να προκληθεί η λαϊκή αγανάκτηση εναντίον της λειτουργίας του σχολείου, που έντεχνα καλλιέργησε από τις στήλες της εφημερίδας του «Κήρυξ» (όπως έκανε σ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του Παρθεναγωγείου) ο δημοσιογράφος Δημοσθένης Κούρτοβικ.

Μητροπολίτης Δημητριάδος Γερμανός

Ο πειραματικός χαρακτήρας του σχολείου, αλλά και οι φήμες που συνόδευαν τη λειτουργία του, έφεραν κατά καιρούς στις αίθουσες του διδακτηρίου ως επισκέπτες εκπροσώπους των τοπικών αρχών, απεσταλμένους του υπουργείου Παιδείας, όπως άλλωστε και λογίους από την πρωτεύουσα, δημοτικιστές και βέβαια πολλούς από τους γονείς ή συγγενείς των μαθητριών.

Η αιφνιδιαστική όμως επίσκεψη του μητροπολίτη, οι ερωτήσεις, οι παρατηρήσεις που υπέβαλε στη συγκεκριμένη καθηγήτρια, τη φιλόλογο Πην. Χριστάκου (φαίνεται ότι υπήρχε προηγούμενο στις σχέσεις τους) προκάλεσαν την αντίδραση της καθηγήτριας, που αρνήθηκε να του φιλήσει το χέρι, αλλά και την οργή του μητροπολίτη που αποφάνθηκε ότι η διδασκαλία του θρησκευτικού μαθήματος στο σχολείο αλλά και η εν γένει συμπεριφορά του προσωπικού απέναντι στην εκκλησία δεν ήταν η πρέπουσα.

Το επεισόδιο της 10ης Φεβρουαρίου έγινε αμέσως γνωστό στην πόλη και στην επαρχία. Την επόμενη μέρα, τόσο η εφημερίδα «Κήρυξ» όσο και η αντίπαλος της «Θεσσαλία» καταχώριζαν στις στήλες τους σχόλια υπέρ και εναντίον των πρωτοβουλιών του μητροπολίτη. Τα γεγονότα δημιούργησαν φήμες που πέρασαν στην κοινή γνώμη με εύλογες συνέπειες, τόσο όσο να θορυβηθούν οι δημοτικοί άρχοντες της πόλης. Η κλήση σε απολογία της καθηγήτριας Χριστάκου και η εξέταση των πραγματικών γεγονότων από τα μέλη της εφορείας του σχολείου δεν έφεραν αποτελέσματα κατευναστικά της αναταραχής που είχε προκληθεί. Η Τετάρτη 2 Μαρτίου 1911 υπήρξε η μοιραία ημερομηνία για την υπόσταση του Παρθεναγωγείου. Η δημαγωγική αρθρογραφία στον «Κήρυκα», η ασυγκράτητη δημοκοπία του μητροπολίτη και των οπαδών του, αλλά και ο φανατισμός του πλήθους δημιούργησαν τις σκοταδιστικές αντιδράσεις που ονομάστηκαν από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου «διωγμός».

Πρώτη φάση του διωγμού υπήρξε η σύγκληση του δημοτικού συμβουλίου, η ερεθισμένη συζήτηση και η λήψη της καταδικαστικής απόφασης υπό το κράτος των πιέσεων που άσκησε η ταυτόχρονη πραγματοποίηση στους δρόμους του Βόλου λαϊκού συλλαλητηρίου. Το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε, με πρόταση του συμβούλου Ν. Ζαρλή, την άμεση διακοπή της λειτουργίας του Ανώτερου Παρθεναγωγείου κατά πλειοψηφία.

Τα ιδρυτικά μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου: Αλέξανδρος Δελμούζος, Δημήτρης Γληνός και Μανώλης Τριανταφυλλίδης σε φωτογραφία του 1915. Αθήνα, Φωτογραφικό Αρχείο Ε.Λ.Ι.Α.

Οι υπεύθυνοι της λειτουργίας του Παρθεναγωγείου, κυρίως ο Δελμούζος και η πλειονότητα των μελών της εφορείας με επικεφαλής τον Σαράτση, προσπάθησαν με δημοσιεύματα (στην αντίπαλη του «Κήρυκος» βολιώτικη ε­φημερίδα «Θεσσαλία») και άλλες ενέργειες να ανατρέψουν τις εντυπώσεις και το εις βάρος τους κλίμα που είχαν καλλιεργήσει τα επάλληλα δημοσιεύματα του Κούρτοβικ και οι ενέργειες του μητροπολίτη. Τα γεγονότα αυτά ακολούθησε ο δικαστικός διωγμός των υπευθύνων του Παρθεναγωγείου, ο οποίος σε επάλληλες φάσεις κατέληξε στην παραπομπή των κατηγορηθέντων στο εδώλιο του Εφετείου Ναυπλίου.

Πρώτος ο εισαγγελέας Βόλου Γουλ. Τόμαν ανέλαβε την ποινική δίωξη των πρωτεργατών του Παρθεναγωγείου, ενεργώντας ως ανακριτής από τα μέσα Μαρτίου ως τα τέλη Ιουνίου 1911. Ο κύκλος ανακρίσεων από τον Τόμαν συμπεριέλαβε τις καταθέσεις πλήθους κατοίκων της περιφέρειας που αναφέρονταν εναντίον προσώπων άσχετων προς τη λειτουργία του σχολείου, αλλά και εναντίον των στελεχών του δραστήριου (με πλούσια δράση από την ίδρυση του το Δεκέμβριο του 1908: έκδοση της εφημερίδας «Εργάτης», απεργιακούς και πολιτικούς αγώνες, πολιτιστική οργάνωση των εργατών, χωρίς να αποκρύπτεται η σοσιαλιστική του ιδεολογία) Εργατικού Κέντρου του Βόλου, όπου γίνονταν (σύμφωνα με τις πληροφορίες του «Κήρυκος», που επαναλάμβαναν πολλοί από τους καταθέτοντες) αντιθρησκευτική και αντεθνική προπαγάνδα και διδασκαλία. Με τη μέθοδο αυτή η διατύπωση της κατηγορίας επεκτάθηκε στην «από κοινού σύστασιν προς τέλεσιν των αξιοποίνων πράξεων», ενώ στην πραγματικότητα τα μόνα κοινά σημεία στη δράση του Α.Δ.Π. και του Εργατικού Κέντρου υπήρξαν η χρησιμοποίηση της δημοτικής γλώσσας και η συμμετοχή του Σαράτση και του Δελμούζου σε διαλέξεις του σωματείου.

Οι ανακρίσεις του Τόμαν κατέληξαν στην απόδοση ενοχής εναντίον τριών ομάδων προσώπων: α) καθηγητών του σχολείου, β) στελεχών του Εργατικού Κέντρου και γ) προσώπων που σύμφωνα με τις καταθέσεις μαρτύρων είχαν διαπράξει παρόμοιες αξιόμεμπτες πράξεις κατά το διάστημα 1908-1911. Στην τελευταία περίπτωση ανήκε και ο ποιητής, τότε σχολάρχης στην Αργαλαστή του Πηλίου, Κώστας Βάρ­ναλης. Μεταξύ των ενεχομένων ήταν δύο δικηγόροι που απολάμβαναν ειδικής δωσιδικίας. Το γεγονός αυτό, παρά τον όγκο της σχηματισμένης δικογραφίας, υποχρέωσε το Πρωτοδικείο Βόλου να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο (!) και να παραπέμψει την υπόθεση στη δικαιοδοσία του Εφετείου Λάρισας. Από τον Ιούλιο του 1911 λοιπόν ανέλαβε νέο κύκλο ανακρίσεων για την ίδια υπόθεση ο εφέτης του Εφετείου Λάρισας Τιμ. Αμπελάς. Και αυτός, συνεχίζοντας το έργο και τη νοοτροπία του προκατόχου του, δέχτηκε τις καταθέσεις των ίδιων μαρτύρων και τις απολογίες των ενεχομένων, προς τους οποίους κοινοποίησε το επίσημο κατηγορητήριο.

Κατά τη διάρκεια της νέας αυτής φάσης των ανακρίσεων η έρευνα επεκτάθηκε και στους κύκλους των στελεχών του Εργατικού Κέντρου της Λάρισας, για τα οποία επίσης κατατέθηκαν κατηγορίες για παρόμοιες επιλήψιμες δραστηριότητες, φυσικά μετά την ίδρυση του λαρισαϊκού σωματείου το 1910. Έτσι στους Βο­λιώτες ενεχομένους προστέθηκαν ακόμη τρεις ώστε ο συνολικός αριθμός των κατηγορουμένων στην υπόθεση των «Αθεϊκών» να φτάσει τους είκοσι τρεις. Η διαδικασία κράτησε ως τον Ιανουάριο του 1912, οπότε αναγγέλθηκε η περάτωση των ανακρίσεων και εκδόθηκε το σχετικό βούλευμα του Εφετείου Λάρισας (αρ. 13 της 16-1-1912).

 

Αλέξανδρος Δελμούζος

 

Σύμφωνα με το βούλευμα αυτό παραπέμφθηκαν σε δίκη για τις καταλογιζόμενες πράξεις δώδεκα από τους ενεχομένους με την κατηγορία της παράβασης των άρθρων 14 και 18 του «περί εξυβρίσεων εν γένει και περί τύπου» νόμου. Με το ίδιο βούλευμα παραπέμφθηκαν να δικαστούν στο Πλημμελειοδικείο Βόλου είκοσι ένα άτομα από τους κατηγορηθέντες (εκτός των δύο δικηγόρων) για παραβάσεις άρθρων του Ποινικού Κώδικα (βλάβη των ηθών, παρακώλυση προσευχής κ.λπ.).

Ας σημειωθεί προκαταβολικά ότι η παραπομπή των ατόμων αυτών δεν έφτασε ποτέ στο δικαστήριο, γιατί μεσολάβησε η διεξαγωγή της πρώτης δίκης (της δίκης στο Εφετείο του Ναυπλίου, το 1914, όπως στη συνέχεια εκτίθεται), ένας ακόμη κύκλος ανακρίσεων, και τελικά εκδόθηκε το (οριστικό) απαλλακτικό βούλευμα το 1915, με το οποίο έκλεισε η δικαστική περιπέτεια των κατηγορηθέντων στην υπόθεση των «Αθεϊκών» του Βόλου.

Ο δημοσιογράφος Δημοσθένης Κούρτοβικ.

Οι δώδεκα τελικώς κατηγορούμενοι ανήκαν σε τρεις κατηγορίες· δύο (ο Δημ. Σαράτσης και ο Αλέξ. Δελμούζος) υπήρξαν αντίστοιχα ο ιδρυτής και ο διευθυντής του Παρθεναγωγείου· εφτά (ο δικηγόρος και ιθύνων νους του Εργατικού Κέντρου Κων. Ζάχος και οι εργάτες Γ. Κόσσυβας, Σ. Ρα­φαήλ, Κ. Σούλιος, Χ. Χάριτος, Κ. Χειρογιώργος και Ν. Κατσιρέλος) υπήρξαν στελέχη του Εργατικού Κέντρου Βόλου· τρεις ακόμη (ο δικηγόρος I. Ασπιώτης, ο Α. Φλώρος κατ ο Α. Μπιτσάνης) υπήρξαν στελέχη του Εργατικού Κέντρου Λάρισας.

Μετά την έκδοση και κοινοποίηση του παραπεμπτικού βουλεύματος, οι κυριότεροι των κατηγορουμένων (Σαράτσης, Δελμούζος και Ζάχος) προέ­βησαν σε προσφυγές και αιτήσεις ανακοπής, ενώ κατάθεσαν αίτηση κακοδικίας εναντίον του τελευταίου ανακριτή. Αλλά και αυτή η φάση των δικαστικών διαδικασιών (που περιείχαν ωστόσο την πειθαρχική δίωξη και την παραίτηση του Αμπελά) δεν είχαν θετικό για τους προσφυγόντες αποτέλεσμα. Σημαντικός εξάλλου παράγοντας για τις καθυστερήσεις αποδείχτηκε η περίοδος των Βαλκανικών Πολέμων και τα εν τω μεταξύ διατρέξαντα.

Η παραπομπή των δώδεκα κατηγορουμένων ενώπιον του Εφετείου του Ναυπλίου, με απόφαση του Αρείου Πάγου, ορίστηκε και πραγματοποιήθηκε κατά το διάστημα 16 ως 28 Απριλίου του 1914.

Πρόεδρος του πενταμελούς Εφετείου ήταν ο Χαρ. Νικητόπουλος και μέλη οι εφέτες Κ. Μωραΐτης, Ν. Γρηγορογιάννης, I. Δεσποτόπουλος και Λ. Λουκάκος. Την εισαγγελική έδρα κατείχε ο Σ. Σωτηριάδης. Την υπεράσπιση των κατηγορουμένων ανέλαβαν οι γνωστοί Αθηναίοι δικηγόροι Λουκάς Νάκος και Κων. Τριανταφυλλόπουλος (για λογαριασμό κυρίως του Α. Δελμούζου), ο Βολιώτης δικηγόρος Νικ. Γάτσος (για λογαριασμό του Δ. Σαράτση και δευτερευόντως του Κ. Ζάχου) και ο Ναυπλιώτης Γεώργ. Πετρίδης (κατ’ έθιμον εντόπιος συνήγορος). Ωστόσο και οι τέσσερις συνήγοροι αναφέρθηκαν και υπεράσπισαν με ερωτήσεις και αγορεύσεις όλους τους κατηγορουμένους. Εννοείται ότι το βάρος της αμοιβής των δικηγόρων ανέλαβαν οι δύο βασικοί κατηγορούμενοι.

Σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα του Αρείου Πάγου, το κατηγορητήριο είχε συμπτυχθεί σε δύο άρθρα. Η εκφώνηση του κατηγορητηρίου από τον εισαγγελέα είχε ως εξής:

«Κατηγορώ τους (…) ότι από κοινού συμφέροντος κινούμενοι απεφά­σισαν την εκτέλεσιν των επομένων πράξεων και έ­νεκα ταύτης συνομολογήσαντες προς αλλήλους αμοιβαίαν συνδρομήν. Α) Κατά διαφόρους εποχάς α­πό του Σεπτεμβρίου 1908 μέχρι τέλους Μαρτίου του 1911 εν Βόλω, Λαρίση και ιδίως εν τω Εργατικό Κέντρω και τω Ανωτέρω Παρθεναγωγείω Βόλου, προσεπάθησαν δια ζώσης, δια διδασκαλίας και δι’ ε­ντύπων φυλλαδίων να ελκύσωσι προσηλύτους εις λεγόμενα θρησκευτικά δόγματα, τουτέστι την αθεΐαν, με τα οποία ενεργούμενα είναι ασυμβίβαστος η διατήρησις της πολιτικής τάξεως, διδάσκοντες ό­τι δεν υπάρχει θεός, ότι η θρησκεία αποτελεί την άρνησιν της σκέψεως, ότι, προ παντός πρέπει να εκριζωθή η ρίζα του κακού η θρησκεία, ότι ο άν­θρωπος εδημιουργήθη υπό πιθήκων, ότι ο θεός είναι ένα αγγούρι, ότι η πατρίς είνε πόρνη και στρίγ­γλα μητριά και η θρησκεία μαστρωπός, και τον σκοπόν των εν μέρει κατώρθωσαν προσελκύσαντες εις τας δοξασίας ταύτας πολλούς, ήτοι τον Διονύσιον Σκούταρην, Απόστολον Καρασεϊνην, Α. Πανταζόπουλον, Π. Τζορβάν και πολλούς άλλους».

Κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, αλλά κυρίως στις αγορεύσεις τόσο της κατηγορούσας αρχής όσο και των συνηγόρων, φάνηκε καθαρά ότι οι κατηγορούμενοι δεν ανήκαν στον ίδιο βαθμό υπευθυνότητας για τις αποδιδόμενες παραβάσεις, αλλ’ αντίθετα μπορούσαν να ενταχθούν σε τρεις βαθμίδες ευθύνης.

Στην πρώτη ανήκαν οι «πρωτεργάτες» (Ζάχος, Δελμούζος, Σαράτσης και, κατά δεύτερο λόγο, ο Ασπιώτης), εξαιτίας των οποίων η υπόθεση έφτασε στο ακροατήριο. Στη δεύτερη ανήκαν τρεις από τους κατηγορούμενους εργάτες (Κόσσυβας, Σούλιος και Κατσιρέλος), που δεν παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο και δικάζονταν «ερήμην», για τους οποίους υπήρχαν ενδείξεις ότι διατύπωσαν και διέδωσαν αθεϊστικές ιδέες και γνώμες. Και στην τρίτη τέλος ανήκαν οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι εργάτες (Ρα­φαήλ, Χάριτος, Χειρογιώργος, Φλώρος και Μπιτσάνης), που – αν και δυναμικά στελέχη των εργατικών σωματείων – έγκαιρα θεωρήθηκαν δευτερεύοντα πρόσωπα ως προς τη διάπραξη των αποδιδόμενων αδικημάτων, και επομένως τα λιγότερο υπεύθυνα.

«Η Δίκη του Ναυπλίου»

Ο καταμερισμός των κατηγορουμένων στις παραπάνω τρεις βαθμίδες υπευθυνότητας ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, όπως κατέδειξαν οι καταθέσεις των μαρτύρων. Ο ίδιος ο εισαγγελέας δέχτηκε τον ασήμαντο ρόλο των τελευταίων και κατά συνέπεια ζήτησε την απαλλαγή τους, ενώ για τους τρεις απόντες εργάτες ζήτησε τον καταλογισμό ευθύνης, κυρίως επειδή η απουσία τους από το δικαστήριο υπέθαλπε την υποψία ενοχής χους. Επομένως το κέντρο βάρους της διατυπωθείσας κατηγορίας – και τον αντίστοιχο βαθμό ενοχής -, άρα και το ύψος της ποινής, η κατηγορούσα αρχή έριξε στους τέσσερις πρωτεργάτες.

Από πολύ νωρίς εξάλλου, κατά τη διαδικασία, από τον ίδιο τον εισαγγελέα εγκαταλείφθηκε η περίπτωση ισχύος του άρθρου 14 του νόμου στις πράξεις των κατηγορουμένων, επειδή δέχτηκε ότι: «δεν χωρεί η διάταξις, διότι η διάταξις απαιτεί προσηλυτισμόν εις λεγόμενα θρησκευτικά δόγματα, θρησκευτικόν δε δόγμα είνε εκείνο το οποίον προϋπο­θέτει πάντοτε την ύπαρξιν του θεού. Η αθεΐα δεν εί­νε θρησκευτικόν δόγμα, περί ου ομιλεί το άρθρον 14…».

Απέμεινε επομένως να εξεταστεί αν οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι διέπραξαν τις παραβάσεις που αφορούσαν την προσβολή της θρησκείας και της ηθικής, παραβάσεις για τις οποίες έκαναν λόγο τα εδάφια 1 και 2 του προαναφερθέντος 18ου άρθρου του νόμου.

Ως μάρτυρες της υπεράσπισης προσήλθαν στο Ναύπλιο, προσκαλεσμένοι από τους δύο βασικούς κατηγορούμενους, αρκετοί Βολιώτες κυρίως (οι περισσότεροι είχαν δώσει καταθέσεις και κατά τη διάρκεια των πολλαπλών ανακρίσεων της προδικασίας), αλλά και προσωπικότητες της πολιτικής και του εκπαιδευτικού κόσμου. Από την άλλη πλευρά πολυπληθείς υπήρξαν οι μάρτυρες κατηγορίας, στο σύνολο τους κάτοικοι του Βόλου και της Λάρισας.

Από τα περιεχόμενα των δημοσιευμένων πρακτικών της δίκης διαπιστώνεται πως μεγαλύτερη σημασία (και αντίστοιχη έκταση) είχαν οι καταθέσεις (από τους μάρτυρες κατηγορίας) του δεσπότη Δη­μητριάδος Γερμανού, του Ν. Ζαρλή, δημοτικού συμβούλου Παγασών, του Μιλτ. Μπουφίδη, δικηγόρου και βουλευτή, του Ιω. Ιωαννίδη, δικηγόρου και πατέρα μαθήτριας του Παρθεναγωγείου και του Δ. Κούρτοβικ, δημοσιογράφου, και από τους μάρτυρες της υπεράσπισης του Ν. Πολίτη, καθηγητή του Πανεπιστημίου, του Δημ. Γληνού, εκπαιδευτικού, του Δημ. Τσαμασφύρου, καθηγητή Μαθηματικών, και της Αγλ. Κοκωσλή, μέλους της εφορείας του καταργηθέντος σχολείου.

Μετά την αγόρευση και του τελευταίου συνηγόρου, το δικαστήριο αποσύρθηκε σε διάσκεψη και εξέδωσε την παρακάτω απόφαση, που διάβασε στο ακροατήριο ο πρόεδρος του Εφετείου:

«Το Δικαστήριον σκεφθέν. Επειδή εκ της αποδεικτικής διαδικασίας και της συζητήσεως δεν προέκυψεν, ότι οι κατηγορούμενοι είτε κατά σύστασιν είτε ιδία έκαστος καθ’ οιονδήποτε τρόπον εζήτησαν κατά τον εν τω κατηγορητήρια» τόπον και χρόνον να ελκύσωσι προσηλύτους εις λεγόμενα θρησκευτικά δόγματα με τα οποία ενεργούμενα είνε ασυμβίβαστος η διατήρησις της πολιτικής τάξεως. (…) Δια ταύτα Κηρύττει αθώους πάντας τους κατηγορουμένους και επιβάλλει τα έξοδα της δίκης εις βάρος του Δημοσίου».

Η έκδοση της απόφασης του Εφετείου δεν υπήρξε ομόφωνη. Την έκδοση της αθωωτικής απόφασης φαίνεται ότι επηρέασαν ορισμένοι ξένοι προς τη δίκη παράγοντες, όπως η σύνθεση του Εφετείου Ναυπλίου και κάποιες πιέσεις πολιτικών προσώπων, τουλάχιστον κατά το μεταγενέστερο ισχυρισμό του εισαγγελέα Σ. Σωτηριάδη και ορισμένες πληροφορίες που διαφαίνονται στην αλληλογραφία των δύο πρωταγωνιστών. Η διεξαγωγή της δίκης και η σχετική απόφαση – όπως ήταν εύλογο – απασχόλησε έντονα τον ελληνικό Τύπο και την ελληνική κοινωνία εκφράζοντας τη γενικότερη αντίθεση μεταξύ των υπερασπιστών της γλωσσικής και «ανορθωτικής» πολιτικής και των συντηρητικών παραγόντων, οι οποίοι είδαν στα γεγονότα την έκφραση των κινδύνων κατά των παραδοσιακών αρχών. Από τα επιγενόμενα της δίκης θα πρέπει να σημειωθούν δύο τουλάχιστον γεγονότα. Το πρώτο αφορά την τύχη των επίσημων πρακτικών και του υπόλοιπου υλικού της δικογραφίας. Το υλικό αυτό συσκευασμένο μεταφέρθηκε από το Ναύπλιο στην Αθήνα με διαταγή του υπουργείου Δικαιοσύνης. Κανείς δεν γνωρίζει τι απέγινε το κιβώτιο με το υλικό αυτό.

Το δεύτερο γεγονός αφορά την έκδοση των πρακτικών της δίκης του Ναυπλίου με πρωτοβουλία και δαπάνες των κατηγορουμένων και αθωωθέντων πρωταγωνιστών. Η έκδοση αυτή κυκλοφόρησε το 1915 στην Αθήνα και αποτελεί – δεδομένης της απώλειας των επίσημων πρακτικών – τη σημαντικότερη πηγή των περιεχομένων της δίκης. Οι κύριες κατηγορίες εναντίον του σχολείου χαλκεύτηκαν από τις στήλες του «Κήρυκος», επικυρώθηκαν από τη στάση του μητροπολίτη και απέκτησαν τεράστια απήχηση στο κοινό του Βόλου και της επαρχίας του, έτσι που αποτέλεσαν αντικείμενο δικαστικών διώξεων η γλωσσική διδασκαλία και η συνεπαγόμενη (κατά τους πολεμίους) αντεθνική συμπεριφορά, η κατάργηση της προσευχής και των θρησκευτικών καθηκόντων, η προσβολή εκπροσώπων της Εκκλησίας, η «φυσική» λεγόμενη μέθοδος διδασκαλίας (στα φυσιογνωστικά μαθήματα) και οι ως ανήθικες θεωρούμενες ενέργειες των διδασκόντων αναφορικά προς τις μαθήτριες.

 

Ο Δελμούζος (στη μέση) μαζί με τους Σκληρό και Τριανταφυλλίδη στην Ιένα της Γερμανίας, 1907.

 

Αλέξανδρος Δελμούζος στο γραφείο του.

Στην πραγματικότητα, κυρίως υπεύθυνοι για τη δικαστική δίωξη των ιθυνόντων του σχολείου υπήρξαν οι ενδοαστικές αντιπαλότητες της εποχής, με σημείο τριβής το γλωσσικό ζήτημα, οι προσωπικοί (και πολιτικοί) λόγοι αντίθεσης πολλών προς τους Δελμούζο και Σαράτση και η λαϊκή έξαψη προς κάθε τι το καινοφανές, που εισήγαγε η διδασκαλία στο σχολείο και η συμπεριφορά των διδασκόντων σ’ αυτό. Ήταν φανερό ότι οι καινότροπες παιδαγωγικές εφαρμογές, που καλλιέργησε η διδασκαλία στο σχολείο, προκάλεσαν την αντίδραση των καραδοκούντων εχθρών (ελαυνομένων από προσωπικά και πολιτικά κίνητρα, αλλά και παρακινούμενων από τους επώνυμους αντίμαχους της δημοτικής γλώσσας και της ελευθεριάζουσας παιδαγωγικής του Παρθενα­γωγείου) εναντίον των ιθυνόντων του σχολείου.

Όχι μικρότερης σημασίας στην καταδίωξη του σχολείου αιτία υπήρξε η σοσιαλίζουσα ιδεολογία των πρωτεργατών του και η ενεργητική υποστήριξή τους προς το νεοπαγές, πολιτικά και συνδικαλιστικά δραστήριο και ρηξικέλευθο στις ιδεολογικές και γλωσσικές πεποιθήσεις των στελεχών του, Εργατικό Κέντρο του Βόλου. Τα κοινά ιδεολογικά χαρακτηριστικά (αν όχι και η προσπάθεια κατάπνιξης του διεκδικητικού εργατικού κινήματος, που εκπροσωπούσαν τα στελέχη του Εργατικού Κέντρου) των επώνυμων στελεχών των δύο ιδρυμάτων συναποτέλεσαν το πλαίσιο αντίθεσης των συντηρητικών και των ισχυρότερων πολιτικά δυνάμεων εναντίον του Παρθεναγωγείου και του Εργατικού Κέντρου του Βόλου· στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο συμπεριελήφθησαν και τρία από τα στελέχη του αντίστοιχου Εργατικού Κέντρου της Λάρισας.

Η δίκη του Ναυπλίου αποτέλεσε το τέρμα μιας σειράς γεγονότων, που αφορούν τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού της νεοελληνικής εκπαίδευσης και παράλληλα τις προσπάθειες καταξίωσης της εργατικής ιδέας.

Η δίκη αυτή υπήρξε η κατάληξη της φαινομενικής, τουλάχιστον, αντιδικίας μεταξύ των συντηρητικών και των προοδευτικών στοιχείων, που καθόρισε την πολιτισμική και κοινωνική φυσιογνωμία μιας εποχής. Υπήρξε ακόμη η δίκη αυτή η τελευταία φάση της δικαστικής περιπέτειας, που υποχρεώθηκαν να υποστούν οι πρωτεργάτες της λειτουργίας του Παρθεναγωγείου και της δραστηριότητας του πρώτου Εργατικού Κέντρου της χώρας.

Υπήρξε τέλος η δίκη του Ναυπλίου το σημείο αναφοράς για μια κρίσιμη περίοδο της δημοτικιστικής κίνησης και του εργατικού – σοσιαλιστικού κινήματος στη νεότερη Ιστορία της χώρας μας. Το αποτέλεσμα της δίκης υπήρξε αθωωτικό για όλους τους κατηγορηθέντες. Ωστόσο, η λειτουργία του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου του Βόλου είχε ήδη τελεσίδικα διακοπεί (η δράση του Εργατικού Κέντρου συνεχίστηκε με άλλες μορφές) και η ευκαιρία για την εμπέδωση και ολοκλήρωση των γλωσσοεκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων που επιχειρήθηκαν εκεί παρήλθε χωρίς επιστροφή.

 

Χαράλαμπος Γ. Χαρίτος

Ιστορικός της Εκπαίδευσης, αν. καθηγητής

Πανεπιστημίου Θεσσαλίας  

 

Οι Πρωταγωνιστές

  

Δελμούζος  Αλέξανδρος (1880 – 1956)


 

Αλέξανδρος Δελμούζος

Γεννήθηκε στην Άμφισσα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και μετεκπαιδεύτηκε στη Γερμανία, όπου ήρθε σε επαφή με το νεοτεριστικό ευρωπαϊκό κλίμα της εποχής. Με την επιστροφή του ανέλαβε το 1908 τη διεύθυνση του πρότυπου Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου Βόλου. Οι μέθοδοι διδασκαλίας του και οι ριζοσπαστικές φιλελεύθερες ιδέες του προκάλεσαν μεγάλες αντιδράσεις, τον οδήγησαν σε παραίτηση το 1911 και σε παραπομπή σε δίκη το 1914 κατά την οποία αθωώθηκε. Το 1917 ορίστηκε επόπτης Δημοτικής Εκπαίδευσης στο υπ. Παιδείας, οπότε και έγινε και η πρώτη προσπάθεια καθιέρωσης της δημοτικής στη στοιχειώδη εκπαίδευση.

Το 1920 απολύθηκε και αφού μεσολάβησε ένα διάστημα παραμονής στη Γερμανία, ο Δελμούζος διορίστηκε διευθυντής του Μαρασλείου το 1924. Το 1926 αποχώρησε από το Μαράσλειο και το 1929 έγινε καθηγητής στην έδρα της Παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1937. Υπήρξε από τους ιδρυτές του Εκπαιδευτικού Ομίλου το 1910 και πρόεδρός του. Πρωτοπόρος των φιλελεύθερων εκπαιδευτικών αντιλήψεων και του δημοτικισμού, ο Δελμούζος σφράγισε με το έργο του την πρώτη σημαντική μεταρρυθμιστική κίνηση στην Ελλάδα. Έγραψε το «Σαν παραμύθι» (1911), «Δημοτικισμός και παιδεία» (1927), «Τρία χρόνια δάσκαλος» (1927), «Παιδεία και Κόμμα» (1946), καθώς και πλήθος παιδαγωγικών μελετών στο «Δελτίο» του Εκπαιδευτικού Ομίλου και στα «Ελληνικά Γράμματα».

 

Σαράτσης Δημήτρης  (1871 – 1951)


 

Δημήτρης Σαράτσης

Γιατρός και πολιτικός, γεννημένος στον Άνω Βόλο. Ανέπτυξε έντονη κοινωνική και πολιτική δράση στη γενέτειρά του και διετέλεσε διευθυντής του Πολιτικού Νοσοκομείου (1895-99) και του Νοσοκομείου του Ερυθρού Σταυρού στο Βόλο (1912-13), ενώ υπήρξε ιδρυτής κοινωνικών και μορφωτικών σωματείων. Ο Σαράτσης, εκπροσωπώντας την ανερχόμενη δυναμική και φιλελεύθερη αστική τάξη, εισηγήθηκε ως δημοτικός σύμβουλος την ίδρυση του Παρθεναγωγείου στο Βόλο το 1908, ενώ συγχρόνως πρωταγωνίστησε στην ίδρυση του Εργατικού Κέντρου Βόλου την ίδια χρονιά. Υπήρξε επίσης εκ των ιδρυτών του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Κατηγορήθηκε μαζί με τον Δελμούζο στην υπόθεση των «Αθεϊκών», αλλά αθωώθηκε στη δίκη του Ναυπλίου το 1914. Το 1923 εξελέγη βουλευτής και το 1932 διετέλεσε υπουργός Υγιεινής στην κυβέρνηση Παπαναστασίου. Έγραψε τα «Μαθήματα υγιεινής», «Δέκα υγειονομικό προβλήματα», «Ήλιος – αέρας – νερό» κ.ά.

  

Γερμανός Μαυρομμάτης (-1946)


           

Γερμανός Μαυρομάτης

Μητροπολίτης Δημητριάδος. Γεννήθηκε στα Ψαρά και υπήρξε ένας από τους δυναμικούς ιεράρχες της ελληνικής Εκκλησίας. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο της Χίου, έγινε διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, χειροτονήθηκε διάκονος στην Αθήνα, διηύθυνε τα πατριαρχικά γραφεία Αλεξάνδρειας, εργάστηκε ως ιεροκήρυκας στις επαρχίες Δημητριάδος, Θεσσαλιώτιδος και Ηλείας και το 1907 εξελέγη επίσκοπος Δημητριάδος. Το επόμενο έτος μία επίσκεψη του στο Παρθεναγωγείο Βόλου υπήρξε η αφορμή για την εκδήλωση των δυναμικών αντιδράσεων απέναντι στο έργο του Δελμούζου.

Ο Γερμανός εναντιώθηκε με όλες του τις δυνάμεις στη λειτουργία του Παρθεναγωγείου και εξέφρασε τη μαχητική συντηρητική μερίδα της τοπικής κοινωνίας. Λίγα χρόνια πριν από την έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου τάχθηκε με το μέρος των παλαιοημερολογιτών και παύθηκε από τη θέση του. Το 1940 εξέδωσε τον ανέκδοτο Δ’ τόμο της Ερμηνείας στην Καινή Διαθήκη του Δαμαλά, που περιείχε το κατά Ιωάννην.

 

Γκλαβάνης Κωνσταντίνος (1854-1932)


 

Κωνσταντίνος Γκλαβάνης

Βιομήχανος και πολιτικός, γεννημένος στη Ζαγορά Πηλίου. Νεότατος ακόμη έφυγε για τη Ρωσία όπου παρέμεινε σχεδόν για 15 χρόνια ασχολούμενος με το εμπόριο και μετά μια σύντομη παραμονή στην Κωνσταντινούπολη επέστρεψε στο Βόλο, που τότε ήταν μια πόλη λίγων χιλιάδων κατοίκων, γοργά αναπτυσσόμενη όμως Βιομηχανικά και εμπορικά.

Στο Βόλο ο Γκλαβάνης συνέβαλε όσο λίγοι στη δημιουργία του βιομηχανικού Βόλου και τη μεταμόρφωσή του στις αρχές του αιώνα σε ένα δυναμικό αστικό χώρο. Ίδρυσε στο Βόλο τη γνωστή μεγάλη βιομηχανία μηχανημάτων «Γκλαβάνη» και ασχολήθηκε με την πολιτική, ιδρύοντας μαζί με τον Γεώργιο Φιλάρετο το πρώτο Δημοκρατικό Κόμμα. Προσχώρησε από τους πρώτους κατά την έλευση του Βενιζέλου στο Φιλελεύθερο Κόμμα, εξελέγη δήμαρχος Βόλου επί 14 χρόνια και επί δημαρχίας του έγινε δεκτή η εισήγηση του Δημητρίου Σαράτση για την ίδρυση του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου. Αναμφισβήτητα χωρίς το φιλελεύθερο πνεύμα των Γκλαβάνη και Σαράτση, το οποίο φυσικά είχε αναπτυχθεί μέσα σε ένα γενικότερο μοντερνιστικό κλίμα στο Βόλο της εποχής εκείνης, δεν θα είχε γίνει πραγματικότητα η λειτουργία ενός τόσο φιλελεύθερου σχολείου. Ο Γκλαβάνης πέθανε το 1932 σε ηλικία 78 ετών, ενώ την πολιτική και επιχειρηματική παράδοση συνέχισαν οι γιοι του Ευάγγελος και Τζων Γκλαβάνης.

 

Κούρτοβικ Δημοσθένης (1870 – 1929)


 

Δημοσθένης Κούρτοβικ

Δημοσιογράφος και εκδότης της εφημερίδας «Κήρυξ» του Βόλου (1907-1920), γεννημένος στην Αθήνα. Ήταν επίσης διευθυντής των εφημερίδων «Άγων» το 1901 και «Λαός» το 1907. Ο «Κήρυξ» πρωτοστάτησε στις αντιδράσεις κατά της λειτουργίας του Παρθεναγωγείου και κατά του Δελμούζου. Ο ίδιος ο Κούρτοβικ με σειρά πύρινων άρθρων του προσπάθησε να υπερασπιστεί τα «ιερά και τα όσια» της θρησκείας και της γλώσσας, όπως ακριβώς τα εννοούσε η συντηρητική πλευρά. Η επιχειρηματολογία του αναφερόταν στο «μαλλιαρισμό» και στη «διαίρεση της πόλεως εις αριστοκράτας και πληβείους», ενώ συγχρόνως τόνιζε το νεαρόν της ηλικίας του Δελμούζου και επομένως το ακατάλληλον για μια τόσο ευαίσθητη θέση διευθυντού ενός σχολείου θηλέων. Κατέθεσε ως μάρτυς κατηγορίας στη δίκη του Ναυπλίου το 1914. Το 1926 υπήρξε αρθρογράφος της εφημερίδας του Βόλου «Σημαία» με το ψευδώνυμο Τωβίας. Παρά τον έντονο λαϊκισμό του – κιτρινισμό θα το λέγαμε σήμερα – και τη συντηρητικότητά του, ο Κούρτοβικ υπήρξε μια πολύ καλή δημοσιογραφική πένα. Πέθανε στην Αθήνα σε ηλικία 59 ετών.

  

Ζάχος Κωνσταντίνος  (1881 – 1966)


 

Κωνσταντίνος Ζάχος

Δικηγόρος, γεννημένος στο Βόλο και καταγόμενος από τη Σιάτιστα. Ήταν ο διευθυντής της ιστορικής εφημερίδας «Εργάτης» του Βόλου, η οποία εκδόθηκε το 1907 από την πρώτη αμιγώς εργατική δευτεροβάθμια οργάνωση «Η Αδελφότης», πρόεδρος της οποίας ήταν ο ίδιος. Υπήρξε η ψυχή αυτής της πρωτοπόρος εφημερίδας, η οποία έκανε μεγάλη αίσθηση στους κύκλους των δημοτικιστών, εκφράζοντας τις ανερχόμενες σοσιαλιστικές τάσεις στην Ελλάδα – στις στήλες της παρουσιάστηκε το 1908 για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό μαρξιστικό κείμενο, το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» των Κ. Μαρξ και Φ. Ενγκελς, σε μετάφραση του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου. Ήταν αδελφός του αρχιμανδρίτη Πολύκαρπου, του ιδρυτή του θρησκευτικό – φιλολογικού συλλόγου «Οι Τρεις Ιεράρχαι» στο Βόλο, καθώς και της ομώνυμης σημαντικής βιβλιοθήκης και εξάδελφος του γνωστού αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχου. Ήταν κατηγορούμενος μαζί με τον Δελμούζο στη δίκη του Ναυπλίου και παρά την αθωωτική απόφαση το 1914 έφυγε από το Βόλο και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και συνέχισε να ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου μέχρι το 1958. Πέθανε στη Θεσσαλονίκη σε ηλικία 85 ετών.

 

 

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Τα Αθεϊκά του Βόλου και ο Δελμούζος», τεύχος 36, 22 Ιουνίου 2000.
  • «Η Δίκη του Ναυπλίου», 16-28 Απριλίου 1914. Στενογραφημένα Πρακτικά. Η δικαίωση της δημοτικής γλώσσας και της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Εκδόσεις «Διόνυσος», Αθήναι, 1976.   

 

Ειδήσεις του αρχείου Περρούκα για τον κλάδο της οικογένειας στην Πάτρα, Ηλίας Γιαννικόπουλος, «Μνημοσύνη», Ετήσιον Περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού, τόμος 16ος, 2003-2005, Αθήνα.

Αποθήκευση Έγγραφου: Ειδήσεις του αρχείου Περούκα για τον κλάδο της οικογένειας στην Πάτρα.

 

Κοφινιώτης Μιχαήλ (1888-1982)


 

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1888 και πέθανε το 1982. Υπήρξε φημισμένος λυρικός τενόρος και ηθοποιός του μουσικού θεάτρου. Ήταν γιος του φιλόλογου και θεολόγου Ευάγγελου Κοφινιώτη από την Νέα Τίρυνθα (Κοφίνι) Αργολίδας και ανεψιός του Ιωάννη Κοφινιώτη καθηγητή και ιστορικού. Γράφτηκε στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά τον κέρδισε το ελαφρό θέατρο. Πρώτη φορά εμφανίστηκε στην επιθεώρηση «Παναθήναια» με τον θίασο του Σαγιώρ το 1907 και αργότερα, ως τενόρος στην οπερέτα «Μαμζέλ Νιτούς». Στο διάστημα 1909-1920 συνεργάστηκε με την Οπερέτα Παπαϊωάννου: «Πικ Νίκ», «Βαφτιστικός», «Δαιμονισμένη», «Ένας Κλέφτης στον Παράδεισο», «Γυναίκα του δρόμου», «Το Κορίτσι της γειτονιάς», «Ονειρώδες βαλς», «Εύθυμη χήρα», «Κόμης του Λουξεμβούργου», «Έρως τσιγγάνων», «Έρως πριγκίπων», «Παγκανίνι», «Κοντέσα του χορού», «Κοντέσα Μαρίτσα», «Μάγισσα της φωτιάς», «Η νύφη του Συντάγματος», «Αγόρι ή Κορίτσι;», «Οι θεατρίνοι», κ.α. Το 1919 πήγε στο Μιλάνο με υποτροφία του Δήμου Αθηναίων, για μελοδραματικές σπουδές.

Στη συνέχεια συγκρότησε προσωπικό θίασο (1926-28). Συνεργάστηκε με τους: Ι. Ριτσιάρδη, Ολυμπία Καντιώτου – Ριτσιάρδη και την διετία 1928-1930 με την Ολυμπία Καντιώτου. Συνέπραξε επίσης με τον Μάνο Φιλιππίδη στο Θέατρο «Αλάμπρα» και «ανέβασαν» τις οπερέτες του Θ. Σακελλαρίδη « Η κόρη της καταιγίδας» και « Δεσποινίς Σορολόπ».

Το 1935 έπαιξε στα «Ερωτικά γυμνάσια» στο Θέατρο της «Κυβέλης». Εμφανίστηκε επανειλημμένα στη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Τουρκία, και την Αίγυπτο. Ανέλαβε τις θέσεις του πρωταγωνιστή τενόρου και του καλλιτεχνικού διευθυντή της Κρατικής Τουρκικής Οπερέτας (Γαλλικό Θέατρο Κωνσταντινούπολης 1937-38).

Τελικά, το 1938, άφησε το θέατρο και ανέλαβε εκφωνητής στον νεοϊδρυόμενο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (Ε.Ι.Ρ.).  Διετέλεσε Γενικός Γραμματέας από το 1917 μέχρι το 1929 – ο πρώτος από την ίδρυση του- και Πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών από το 1945 έως το 1952 και τιμήθηκε με το Μετάλλιο του Γεωργίου Β’.

 

Πηγή


  • Τάκης Καλογερόπουλος, «Λεξικό της Ελληνικής μουσικής», εκδόσεις Γιαλλελή, 2001.