Αναρτήθηκε στις Ψηφιακές Συλλογές | Με ετικέτα 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Επανάσταση, Επανάσταση 21, Ελληνική Επανάσταση, Ιστορία, Μελέτες, Πελοπόννησος, Ρεγγίνα Quack Μανουσάκη |
«Οδοντιατρική και Οδοντίατροι στην Αργολίδα», Γεώργιος Κόνδης
Οδοντιατρική και Οδοντίατροι στην Αργολίδα, είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου του κοινωνιολόγου – εκπαιδευτικού Γεωργίου Κόνδη, που εξέδωσαν, ο Οδοντιατρικός Σύλλογος Αργολίδας σε συνεργασία με τις εκδόσεις Εκ Προοιμίου.
Τα 100 χρόνια λειτουργίας της Οδοντιατρικής Σχολής Αθηνών αποτελούν όχι μόνο ένα σημαντικό χρονικό ορόσημο, αλλά και μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για την ιστορική και κοινωνική ανασκόπηση των χώρων, των δράσεων και της επαγγελματικής τροχιάς που ακολούθησαν οι φοιτητές της. Ποιοι ήταν; Πως βίωσαν την λειτουργία της και με ποιο τρόπο συμμετείχαν στην ανεξαρτησία της στα πλαίσια της οργάνωσης των επαγγελμάτων υγείας; Πως οργάνωσαν τους κοινωνικούς χώρους μέσα στους οποίους διέγραψαν ατομική και συλλογική επαγγελματική τροχιά; Ποια ήταν η σχέση τους με τις τοπικές κοινωνίες και πως επέδρασαν στην ανάπτυξή τους; Στα ερωτήματα αυτά έχουν δοθεί απαντήσεις και έχουν καταγραφεί ήδη σημαντικά στοιχεία στα βασικά πλέον βιβλία για την ελληνική οδοντιατρική.
Η έρευνα όμως που καταθέτει στο βιβλίο, «Οδοντιατρική και Οδοντίατροι στην Αργολίδα» ο κοινωνιολόγος Γεώργιος Κόνδης έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο κενό στην καταγραφή της πορείας της Οδοντιατρικής εκτός Κέντρου. Για πρώτη φορά, μια συστηματική μελέτη για την οδοντιατρική και τους οδοντιάτρους στην περιφέρεια, συγκεκριμένα στην Αργολίδα, έρχεται να φωτίσει σημεία και να προσθέσει στοιχεία τόσο στο επίπεδο της επιστημονικής συγκρότησης της τοπικής οδοντιατρικής, όσο και στο επίπεδο των συνηθειών και των συμπεριφορών. Έτσι η πορεία των Οδοντιάτρων και της Οδοντιατρικής στην Αργολίδα, παρότι αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της γενικότερης ιστορικής πορείας τους σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, είναι και πορεία των προσώπων οριοθετημένη στο χώρο και το χρόνο.

Σπάνια φωτογραφία ειδικευόμενου στην Οδοντιατρική. Στη φωτογραφία η Βασιλική Ζωιοπούλου, περίπου το 1946.
Η ανασύνθεση της παρουσίας των οδοντιάτρων στην Αργολίδα από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι και το 1970, γίνεται μέσα από ένα πλούσιο υλικό όπου σπουδές, απόψεις, νοοτροπίες, πρακτικές, προσωπικά αντικείμενα και εργαλεία αντανακλούν το επίπεδο οργάνωσης και εξέλιξης του επαγγέλματος, των υπηρεσιών υγείας και των γενικότερων κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων που δημιουργούνται με αυτές.

Εξαγωγή δοντιού στο Μεσαίωνα. Ιχνογράφημα από βιβλίο σκακιού, 1467, Εθνική Βιβλιοθήκη της Στουτγάρδης.
Οι προσωπικές καταγραφές και τα επαγγελματικά και κοινωνικά στοιχεία που προκύπτουν αποτελούν ένα από τα πλουσιότερα μέρη της έρευνας που στηρίχτηκε σε συνεντεύξεις, αρχειακό υλικό και εκδόσεις καθώς και στις τεχνικές της επιτόπιας έρευνας. Τέλος, μέσα από την ανάδειξη των ιδεών και των συμπεριφορών που αποτυπώνονται στην οργάνωση της έννοιας «στοματική υγιεινή» στην Αργολίδα, γίνεται προσπάθεια μιας ευρύτερης συστηματικής ανάλυσης της σχέσης που διαμορφώνεται στην κοινωνία από την συνάντηση μια επαγγελματικής / επιστημονικής ομάδας και των κοινωνικών, οικονομικών και ιδεολογικών στοιχείων που χαρακτηρίζουν μια εποχή. Η έκδοση πραγματοποιήθηκε με τη φροντίδα του Οδοντιατρικού Συλλόγου Αργολίδας και την τεχνική υποστήριξη των εκδόσεων «Εκ Προοιμίου». «Οδοντιατρική και Οδοντίατροι στην Αργολίδα», Γεώργιος Κόνδης, 2011, ISBN 978-960-89719-6-7.
Αναρτήθηκε στις Βιβλία - Αργολίδα | Με ετικέτα alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιβλία, Βιβλίο, Βιβλιοπαρουσίαση, Γεώργιος Κόνδης, Εκ Προοιμίου, Ιατρική, Οδοντίατροι, Οδοντιατρική, Οδοντιατρική Σχολή Αθηνών, Πολιτισμός, Υγεία | 1 Comment »
Αναρτήθηκε στις Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ναύπλιο - Ιστορικά | Με ετικέτα 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, φορολογία, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γαιοκτησία, Επανάσταση 21, Ιστορία, Καποδίστριας, Ναύπλιο, Πελοπόννησος, Τουρκοκρατία |
Κολοκοτρώνης Θεόδωρος – Το γενεαλογικό του δένδρο
Εγεννήθηκα εις τα 1770 Απριλίου 3, την Δευτέρα της Λαμπρής. Εγεννήθηκα εις ένα βουνό εις ένα δένδρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενον Ραμαβούνι».
Κωσταντής Ιω. Κολοκοτρώνης, ο πατέρας του Θοδωράκη, προσθέτει αμέσως στην αυτοβιογραφία του ο Θοδωράκης, ήταν αρχηγός των αρματολών στην Κόρινθο. Σύζυγο είχε λάβει τη θυγατέρα τού καπετάν Κωστάκη από την Αλωνίσταινα, τη Ζαμπία ή Ζαμπέτα. Και απέκτησε τέκνα αρσενικά τέσσερα και μία θυγατέρα. Πρωτότοκος ο Θοδωράκης, υστερότοκος ο Γιάννης, αποκαλούμενος Ζορμπάς (+1806 στο μοναστήρι Αιμυαλών). Ενδιάμεσοι: Χρίστος, Νικόλας.
Με πατέρα αφοσιωμένο στα κλεφταρματολικά, μια κατατρεγμένη οικογένεια φυσικό ήταν να μετακινείται, να κρύβεται και να καταζητείται. Με την περιοχή Λεονταρίου υπήρχε δεσμός παλαιός της οικογενείας και εκεί σε κάποιο κρησφύγετο η Ζαμπία Κολοκοτρώνη έφερε στη ζωή τον πρωτότοκο γιο της κάτω από ένα δένδρο. Ήταν τα όρια τριών περιοχών: Μεγαλοπόλεως, Μεσσηνίας και Λακωνίας. Εκεί βρισκόταν ένα χωριό Ρουπάκι, κοντά στο Τουρκολέκα του Νικηταρά. Το χωριό ερημώθηκε, ως φαίνεται, στα μέσα του 16ου αιώνα, σκόρπισαν οι κάτοικοι κι ένας απ’ αυτούς έφθασε στα ορεινά του Φαλάνθου, στο βορινό και δυσπρόσιτο Λιμποβίσι. Αυτός πρέπει να ήταν ο γενάρχης των Κολοκοτρωναίων. Σχετικά αφηγείται ο Θοδωράκης: «Ένας από το Ρουπάκι, αφού εχάλασε το χωριό του, ήλθε εις το Λιμποβίσι εις τον πρώτον του χωρίου εδώ και 300 χρόνους. Αυτός εφάνη έξυπνος και ο δημογέροντας τον έκαμε γαμβρόν του, ελέγετο Τζεργίνης». Επεξηγεί ο αφηγητής ότι με το όνομα Τζεργίνης ευρίσκονταν στη Μεσσηνία περίπου 60 οικογένειες. Και είναι τούτο ένδειξη ιστορικότητας.
Από την πειστική αφήγηση του Θ. Κολοκοτρώνη έρχεται στο φως η αρχή της οικογενείας του, η συνέχεια της οποίας φαίνεται να έχει μυθικό χαρακτήρα, στηριζόμενη στην οικογενειακή παράδοση, αλλά δεν αποκλείεται στον πυρήνα της παραδόσεως να κρύπτονται ιστορικά στοιχεία. Γιος του Τζεργίνη ο ωραίος Δημητράκης, αιχμάλωτος των Αλβανών και δέσμιος, διαγωνίστηκε με τους βασανιστές του στο πήδημα αλυσοδεμένος, με συμφωνία να ελευθερωθεί αν νικήσει. Έγινε το στοίχημα, ο Δημητράκης κέρδισε κι ελευθερώθηκε. Το στοίχημα ήταν ένα πήδημα αλυσοδεμένου. Ίσως στον πυρήνα της αφήγησης να κρύβεται η αποτελεσματική τόλμη δέσμιου, που κατόρθωσε να δραπετεύσει. Άξιος θαυμασμού πλέον και ικανός ο Δημητράκης Τζεργίνης έχει παρουσία. Παντρεύεται, αποκτά δύο τέκνα: Χρόνης, Λάμπρος. Κάποιος υπολογισμός μπορεί να τοποθετήσει χρονολογικώς όσα γίνονται στα τέλη του 16ου αιώνα. Αρχές του 17ου τα δυο παιδιά μεγαλώνουν. Ο Λάμπρος, κατά την παράδοση της οικογενείας, πνίγηκε νέος στη λίμνη του Φενεού, αλλ’ άφησε τέκνα.
Πιο γνωστός ο Χρόνης. Χροναίοι οι απόγονοί του. Ο τρίτος γιος του Δημητράκη Τζεργίνη, ο Δήμος, στερεώνει αλυσίδα. Είναι προπάππος του Θ. Κολοκοτρώνη. Αναδύεται λοιπόν από τα βάθη της παράδοσης μέσα στο Λιμποβίσι ένας Τζεργίνης. Διακλαδίζεται η οικογένεια. Ξεχωρίζει ο γιος του Δημητράκη. Είτε γιος είτε εγγονός. Δήμος κι αυτός. Πιο πιθανόν είναι να πρόκειται για εγγονό, γιατί ο αφηγούμενος τα οικογενειακά Θ. Κολοκοτρώνης τον Δήμο αναφέρει γαμπρό του καπετάν Χρόνη από το Χρυσοβίτσι και τον συνδέει με όσα γίνονται από τον Μοροζίνι, δηλαδή γύρω στα 1680. Τα γενόμενα τότε φαίνεται πως συνετέλεσαν ν’ αλλάξει επώνυμο η οικογένεια Τζεργίνη. Ο γιος του Δήμου εμφανίζεται ως Μπότσικας, που κατά την εξήγηση του αφηγητή Θ. Κολοκοτρώνη σήμαινε μαυριδερός.
Ο Χρυσοβιτσιώτης καπετάν Χρονάς, ο πεθερός του Δήμου, πρέπει να ήταν καπετάνιος, συνεργαζόμενος με τους Ενετούς. Γέροντας πλέον, όταν ξαναγύριζαν οι Τούρκοι και οι Ενετοί αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τον Μοριά, ο γερο – Χρόνης (ή Χρονάς) προέβαινε σε απίθανες ενέργειες, που μαρτυρούν, αν μη τι άλλο, τις φιλοενετικές εξαρτήσεις του. Πληροφορητής πάλι ο ίδιος ο Θοδωράκης: «Οι Χρυσοβιτσιώται, Λιμποβιστώται και οι Αρκουδορρεματίται επήγαν και επολέμησαν εις του Ντάρα τον Πύργο 6.000 Τούρκους… Αυτοί εχαλάσθησαν και εγλύτωσε ο Μπότσικας…».
Το επεισόδιο είναι μαρτυρημένο. Και ο Δήμος Μπότσικας είναι ο γενάρχης της οικογένειας. Αναφέρεται ο γιος του Ιωάννης, γεροδεμένος άνδρας, με γλουτούς γεμάτους. Ένας Αλβανός μόλις τον είδε, είπε: «Βρε, τι μπιθεκούρας είναι αυτός!».
Το νόημα αυτής της λέξης αποδίδει η ελληνική λέξη Κολοκοτρώνης. Και επικράτησε έκτοτε, με τον πρώτο γνωστό πλέον Κολοκοτρώνη, τον Ιωάννη, που άφησε απογόνους, αλλά είχε σκληρή τύχη. Σε κάποια συμπλοκή αιχμαλωτίστηκε, βασανίστηκε και βρήκε θάνατο αγχόνης στην Ανδρούσα.
Ο Θοδωράκης στην αφήγησή του παρατηρεί ότι οι Κολοκοτρωναίοι δεν είχαν φυσικό θάνατο. Αναφέρονται πέντε παιδιά του Γιάννη Κολοκοτρώνη: Αναγνώστης, Κωσταντής, Βασίλης, Αποστόλης, Γιώργης. Ο Βασίλης χάθηκε νωρίς. Οι Αποστόλης και Γιώργης βρήκαν αγωνιζόμενοι μετά τα Ορλοφικά το θάνατο. Γλίτωσε ο Αναγνώστης, αλλά η δράση του δεν μαρτυρείται με λεπτομέρειες. Πάντως είχε τρία παιδιά, γενναία και ηρωικά. Οι δύο είναι κατ’ όνομα γνωστοί, Γεωργακλής και Κουντάνης· έπεσαν ηρωικά στον κατατρεγμό των κλεφτών το 1806, στη γνωστή ενέδρα στο Σαπολίβαδο. Ο άλλος γιος του Αποστόλη είχε τ’ όνομα του παππού του, Γιάννης, γνωστός με την επωνυμία Ντασκούλιας. Γλίτωσε καταφεύγοντας στη Ζάκυνθο. Ο Αναγνώστης είχε καταφύγει στη Μάνη, όπου έκανε σπίτι. Όταν τ’ αδέρφια του σκοτώθηκαν στον Πύργο του Παναγιώταρου, μετά την εξόντωση των Αλβανών, ο θείος του ορφανού Θοδωράκη τον προστάτευσε, αλλά τελικώς έπεσε κι αυτός στο Λεοντάρι σε ηλικία 52 ετών.
Απέμεινε από τα τέκνα του Γιάννη Κολοκοτρώνη ο δευτερότοκος Κωσταντής, ο πατέρας του Θοδωράκη. Δεν επιβεβαιώνεται λανθάνουσα πληροφορία για έναν άλλο του αδελφό, που δημιούργησε οικογένεια και είναι γνωστή με την επωνυμία Τζολάκης.
Ο Κωσταντής όμως αναδείχθηκε ο επίσημος διάδοχος του πατέρα του, άξιος πολεμιστής και πασίγνωστος ως καπόμπασης στην Κορινθία. Τον παρουσιάζει ο Θοδωράκης, υπερήφανος για την ανδρειοσύνη του: «μονοκόκκαλος, δυνατός, ογλήγορος, μ’ ένα καθάριο άτι δεν τον έπιανες, 33 χρόνων, μέτριος, μαυρομάτης, λιγνός». Ο Κωσταντής Κολοκοτρώνης με τη Ζαμπία (κόρη του καπετάν Κωστάκη από την Αλωνίσταινα) απέκτησαν 5 τέκνα, 4 γιους και μια κόρη. Καθολική υπήρξε η δράση της οικογενείας, αλλά και βαρύ το τίμημά της. Ο Κωσταντής υπήρξε ο κυριότερος συντελεστής της εξόντωσης των Αλβανών που λυμαίνονταν την Πελοπόννησο μετά την αποτυχία της εξέγερσης του 1770, σε συνεργασία με τον Τούρκο ναύαρχο Χασάν πασά Τζεζάερλη, το 1779. Το επόμενο έτος όμως ο ίδιος ο Χασάν πασάς επολιόρκησε τον ήρωα των Τρικόρφων Κωσταντή Κολοκοτρώνη μαζί με τον περίφημο Παναγιώταρο, στον Πύργο του τελευταίου στην Καστανιά, και στις 19 Ιουλίου 1780 την αντίστασή τους έθραυσε και τους εξόντωσε.
Ήταν 10 ετών ο Θοδωράκης, όταν εξοντώθηκε ο καπετάνιος πατέρας του και τον παρέλαβε η καπετάνισσα μητέρα του Ζαμπία με το θείο του Αναγνώστη, θα μεγαλώσει και θ’ ανδρωθεί με το όπλο στο χέρι, ως κάπος, κλέφτης και αρματολός πελοποννησιακού τύπου, επικεφαλής δικής του ομάδας παλικαριών, θα τον κατατρέχουν Τούρκοι και κοτζαμπάσηδες. Παντρεμένος με την Αικατερίνη Καρούζου από ηλικία 20 ετών, νοικοκύρης με σπίτι, κτήματα, ελιές, έπαιζε το διπλό παιχνίδι του κλεφταρματολού.
Απέκτησε τρία αγόρια: τον Πάνο, που θα σκοτωθεί στον εμφύλιο πόλεμο το 1825, τον Ιωάννη – Γενναίο και τον Κωνσταντίνο – Κολίνο. Και τρεις θυγατέρες, καλοπαντρεμένες. Με την κατά των κλεφτών εκστρατεία των Τούρκων το 1806 ο Κολοκοτρώνης οικογενειακώς θα εγκατασταθεί στη Ζάκυνθο και θ’ αγωνίζεται επί 15 χρόνια για να μεγαλώσει τα παιδιά του, αλλ’ εκεί θα θάψει τη σύζυγό του. Στη Ζάκυνθο η διαμονή του είναι γεμάτη με πολεμική δράση. Φίλος με τον Λαλαίο Τουρκαλβανό Αλή Φαρμάκη, κινήθηκε με ομάδα σε βοήθειά του, ενώ τον καταδίωκε ο Βελή πασάς Πελοποννήσου.
Εξάλλου διεξήγε συνεννοήσεις με το Γάλλο ναύαρχο Ντονζελό (Donzelot) για συνεργασία και εκδίωξη των Τούρκων από την Πελοπόννησο. Τέλος, κατατάχθηκε στον αγγλικό στρατό με το βαθμό του καπετάνιου και προαγόμενος έφθασε στο βαθμό του μαγγιόρου (ταγματάρχη), υπηρετώντας μέχρι το 1818. θα συνοψίσει ο ίδιος τα της παραμονής του στην Επτάνησο: «36 χρόνων ήμουν, όταν επήγα στη Ζάκυνθο, 50 χρόνους είχα, όταν εβγήκα στην Επανάστασι».
Τον βρήκαν οι Φιλικοί εκεί και ο περίφημος Αναγνωσταράς τον εμύησε την 1η Δεκεμβρίου 1818. Και εκείνος έσπευσε να κατηχήσει τον πρωτότοκο γιο του Πάνο αμέσως. Η εθνική δράση του Θ. Κολοκοτρώνη δεν χωράει σε λίγες σελίδες, θ’ αναδειχθεί ο αρχηγός των όπλων, θα καταγάγει θριάμβους στην Τριπολιτσά, στα Δερβενάκια, στον αγώνα κατά του Ιμπραήμ, θα φυλακιστεί από την κυβέρνηση Κουντουριώτη, θ’ αποκτήσει εξώγαμο με μια μοναχή στην Ύδρα, τον υστερότοκο νέο Πάνο. Θα δικαστεί και θα καταδικαστεί εις θάνατον από την Αντιβασιλεία. Θα επιζήσει. Και θα τερματίσει τον επίγειο βίο του το 1843, τιμημένος και δαφνοστεφανωμένος.
Ιωάννα Κ. Γιανναροπούλου
Ιστορικός
Βιβλιογραφία
Αποκλειστικά μελετήματα δύο του Τ. Αθ. Γριτσοπούλου περιέχουν ζωηρά την εικόνα του Θ. Κολοκοτρώνη, με πλούσια βιβλιογραφία:
1. Τα Απομνημονεύματα του Θ. Κολοκοτρώνη, «Πελοποννησιακά», τ. ΙΔ’ [1981, σσ. 1-112 (αναδημοσιεύεται ως Εισαγωγή στη φωτομηχανική επανέκδοση των Απομνημονευμάτων του Θ. Κολοκοτρώνη από την Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήνα 1981)].
2. Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
Πηγή
- Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», τεύχος 127, 21 Μαρτίου 2002.
Διαβάστε ακόμη:
- Κολοκοτρώνης Θεόδωρος (1770-1843)
- Κολοκοτρώνης – Ο Λόγος του στην Πνύκα
- Κολοκοτρώνης Πάνος (1800-1824)
- Κολοκοτρώνης Θεόδωρος – Φαλέζ
- Κολοκοτρώνης Ιωάννης ή Γενναίος (1805 -1868)
- Κολοκοτρώνης Κολίνος – Κωνσταντίνος (1810-1848)
- Κολοκοτρώνης Θ. Παναγιώτης (1836-1893)
- Φυλακή του Κολοκοτρώνη
- Η δολοφονία του Πάνου Κολοκοτρώνη – Μία a posteriori*ιατροδικαστική εκτίμηση
- Κολοκοτρώνης Θεόδωρος – Kolokotronis Theodoros (1770-1843)
- Διαθήκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη
- Προσωπογραφίες: Κολοκοτρώνης Γενναίος
Αναρτήθηκε στις Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Πρόσωπα & γεγονότα του΄21 | Με ετικέτα 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Argolische Bibliothek für Geschichte und Kultur, Greek History, History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Επανάσταση, Επανάσταση 21, Επανάσταση του 1821, Ιστορία, Κολοκοτρώνης Θεόδωρος, Οπλαρχηγός, Πρόσωπα, Πελοπόννησος, Στρατιωτικοί | 8 Σχόλια »
Αναρτήθηκε στις Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές | Με ετικέτα alphaline, Arg, Argolikos Arghival Library History and Culture, Argolische Bibliothek für Geschichte und Kultur, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ανακοίνωση, Γεώργιος Αδ. Αθουσάκης, Εταιρεία Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού, Ιστορία, Κόρινθος, Συνδικαλισμός |
Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828-33)
Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828 – 33)
Η ειδική περίπτωση και τα γενικότερα προβλήματα
Ο σχεδιασμός πόλεων επί Καποδίστρια
Ερευνώντας το ειδικότερο θέμα του σχεδιασμού ελληνικών πόλεων κατά την καποδιστριακή περίοδο και, ιδιαίτερα, στα χρόνια που ο Κυβερνήτης είχε την ευθύνη της διακυβέρνησης της χώρας (1828-1831), θα πρέπει καταρχήν να επισημάνουμε ένα γεγονός. Πρόκειται για το άμεσο ενδιαφέρον του στην ανοικοδόμηση των ελληνικών πόλεων με βάση τον ορθολογικό σχεδιασμό, όπως τότε η έννοια αυτή ήταν παραδεκτή και αποδεκτή στην πράξη, αλλά και στην οργάνωση των σχετικών προσπαθειών. Είναι χαρακτηριστικό ότι ανάμεσα στα πρόσωπα που τον ακολουθούν στο ταξίδι του προς την Ελλάδα, στο τέλος του 1827, φρόντισε να συμπεριλάβει τον κερκυραίο «οχυρωματοποιό», καταταγμένο στο γαλλικό στρατό, Σταμάτη Βούλγαρη, τον οποίο και επιφορτίζει, ευθύς μετά την άφιξή του, με την αποστολή του σχεδιασμού τουλάχιστο πέντε πόλεων.
Πέρα, όμως, από αυτό, τόσο από την αποδελτίωση των επιστολών του Iωάννη Καποδίστρια που έχουν εκδοθεί όσο και από ανέκδοτο αρχειακό υλικό, γίνεται προφανές ότι μία από τις προτεραιότητες της πολιτικής του ήταν ο σχεδιασμός των πόλεων, στον οποίο έχει άμεση ανάμιξη, με επεμβάσεις του για την προώθηση του σχετικού έργου ή για διάφορες διευθετήσεις. Ως προς το καθαυτό έργο του σχεδιασμού μπορούμε ήδη να αναφέρουμε, εδώ, ότι κατά την καποδιστριακή περίοδο και σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία ολοκληρώνονται σχέδια για εννέα ελληνικές πόλεις (για το Άργος συντάσσονται δύο, ενώ είχε αρχίσει η προεργασία για άλλο ένα), προχωρεί ο σχεδιασμός για άλλες επτά, ενώ για άλλες έξη πόλεις έγιναν ενέργειες με σκοπό ν’ αρχίσουν εργασίες σχεδιασμού.
Πρόκειται, λοιπόν, για ένα σύνολο 22 πόλεων και 19 σχεδίων, σε ολοκληρωμένη ή μη μορφή, από τα οποία αρκετά εξακολούθησαν, κατά βάση, να ισχύουν για πολλές δεκαετίες μετέπειτα. Η σημασία του σχεδιασμού αυτού αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα αν ληφθούν υπόψη τα τότε, πολύ περιορισμένα σύνορα του ελληνικού κράτους, αλλά και το ότι ο Ιμπραήμ εγκαταλείπει την Πελοπόννησο μόλις τον Αύγουστο του 1828, ότι οι πόλεις της Στερεάς Ελλάδας ελευθερώνονται, στο σύνολό τους, το 1829, αλλά και το ότι, το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, με το οποίο αναγνωρίστηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδας, υπογράφηκε τον Φεβρουάριο του 1830.
Θα πρέπει, επίσης, ν’ αναφέρουμε τον αριθμό των μηχανικών και αρχιτεκτόνων που εργάστηκαν για τον σχεδιασμό πόλεων και την οικοδόμηση δημοσίων κτιρίων (διοικητηρίων, στρατώνων, σχολείων) ή την κατασκευή δημοσίων έργων (λιμανιών, μόλων, δρόμων), οι οποίοι φτάνουν τους 29 και έχουν άμεση ευθύνη είτε για τη σύνταξη και παρακολούθηση των σχεδίων είτε για «πολεοδομικές εφαρμογές», όπως θα λέγαμε σήμερα.
Εξάλλου, επί Καποδίστρια, στο πλαίσιο άλλων πολεοδομικών νομοθετημάτων και ρυθμίσεων, συντάσσεται και το πρώτο κείμενο νόμου για τις αρμοδιότητες των μηχανικών. Είναι καιρός, λοιπόν, ν’ αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια: κατά την καποδιστριακή περίοδο συναντάμε τις απαρχές του σχεδιασμού ελληνικών πόλεων, τις οποίες θα πρέπει να υπολογίσουμε όχι μόνο στην ποιοτική και ποσοτική τους διάσταση, αλλά και μέσα στα πολύ περιορισμένα χρονικά όρια κατά τα οποία έλαβαν την ολοκλήρωσή τους. Ακριβώς τα όρια αυτά δείχνουν το μέγεθος του έργου που επιτελέσθηκε, τη συνέπεια και την επιμονή της κρατικής πολιτικής στον τομέα του σχεδιασμού, ενώ, κατάλληλα ερμηνευόμενα τόσο ως προς τη σύλληψη όσο και ως προς την εφαρμογή τους, μας οδηγούν σε πολύ σημαντικά συμπεράσματα για την γενικότερη πολιτική, τους συσχετισμούς δυνάμεων αλλά και το μέτρο της κοινωνικής αποδοχής και συμμετοχής στο «καποδιστριακό πείραμα».
Η περίπτωση του Ναυπλίου
Το Ναύπλιο πρωτεύουσα
Ήδη από την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) το Ναύπλιο ορίζεται ως η έδρα της Κυβέρνησης, όπου όμως ελάχιστα παραμένει η «Αντικυβερνητική Επιτροπή» (Προσωρινή Κυβέρνηση) και η Βουλή, εξαιτίας των εσωτερικών διαμαχών και της εξέλιξης του επαναστατικού πολέμου. Πρωτεύουσα, με την έννοια της πόλης – έδρας της Διοίκησης, γίνεται, στην πράξη, η Αίγινα, και παραμένει μέχρι τον Αύγουστο του 1829 (αν και η Κυβέρνηση μεταφέρεται, ενδιάμεσα, και στον Πόρο). Από τα μέσα, όμως, του 1828 το τότε Υπουργείο των Οικονομικών μεταφέρεται στο Ναύπλιο όπου, προς το τέλος του 1829, έχουν μετακομίσει όλες οι κεντρικές διοικητικές υπηρεσίες, ενώ η σχετική κτιριακή υποδομή είχε ήδη αρχίσει να δημιουργείται, εκεί, από τις αρχές του 1828, με πρωτοβουλία του φρουράρχου της πόλης Χάϊντεκ. Παρόλα αυτά, φαίνεται ότι και επί Καποδίστρια ο ορισμός του Ναυπλίου ως πρωτεύουσας του κράτους είχε χαρακτήρα προσωρινό, στο πλαίσιο των προσδοκιών για εδαφική επέκταση του νεοσύστατου κράτους, τις οποίες είχε κιόλας επιδιώξει να πραγματώσει ο Κυβερνήτης. Με το διάταγμα του Όθωνα, της 18/30 Σεπτεμβρίου 1834, πρωτεύουσα ορίζεται η Αθήνα, από την 1η Δεκεμβρίου 1834.
Η κατάσταση στην πόλη
Πριν αναφερθούμε στα πρώτα πολεοδομικά μέτρα της καποδιστριακής διοίκησης, θεωρούμε σκόπιμο να δώσουμε ορισμένα χαρακτηριστικά της εικόνας που παρουσίαζε η πόλη του Ναυπλίου, στις αρχές του 1828. Για τον σκοπό αυτό νομίζουμε ότι ένα απόσπασμα των Ιστορικών αναμνήσεων του Νικολάου Δραγούμη παρουσιάζει πολύ εύγλωττα τα χαρακτηριστικά αυτά, και οι πληροφορίες που μας δίνει διασταυρώνονται με εκείνες που εντοπίσαμε σε αναφορές του Χάϊντεκ προς τον Καποδίστρια, αλλά και με όσα παρατηρεί και διαβιβάζει ο Σταμάτης Βούλγαρης, σε επιστολές του προς τον Καποδίστρια.
Γράφει, λοιπόν, ο Δραγούμης: «Το Ναύπλιον, πόλις όλως τουρκική, τας μεν οδούς είχε στενάς, ανωμάλους και βορβορώδεις, τας δε οικίας ξυλοκτίστους, πολυθύρους, σεσαθρωμένας και πάντη αρρύθμους (……). Αλλά και των κατοίκων ο βίος ην, ως και των λοιπών Ελλήνων, ασιατικός. Ασιατικόν δε λέγων δεν εννοώ τρυφηλόν, διότι όπου λείπει η επιούσιος τροφή, εκεί η τρυφή άγνωστος– αλλ’ ότι, πλην της ελληνομόρφου φουστανέλλας, πάντα τα λοιπά εγίνοντο ως και επί Τουρκίας. Εν τοις εργαστηρίοις οι πωληταί, καθήμενοι διασταυρωμένοι τους πόδας χαμαί και αναμένοντες εις μάτην αγοραστάς, εμύζων κατηφείς την άκραν του τσιμπουκίου αυτών. Επώλουν δε πέτρας πυροβολούν, πυρεκβόλα, σπάγγον, βελόνας, ράμμα, θειάφιον, πέτρας της κολάσεως και τα τοιαύτα, πάντα άσημα και ευτελή. Παρέκειντο δε και άλλα εργαστήρια, οίον παντοπωλεία, ραφεία και καφενεία, πολυτιμώτερα και ποικιλώτερα περιέχοντα εξ ανάγκης εμπορεύματα και πλείονας φοιτητάς».
Από άλλες πηγές μαθαίνουμε ότι το Ναύπλιο ήταν εξαιρετικά ακάθαρτη πόλη, ότι το μεγάλο πρόβλημα αποτελούσε το φράξιμο των υπονόμων του, ότι έξω από τη θαλάσσια πύλη του τείχους, προς δυτικά, είχε δημιουργηθεί μικρός οικισμός με καλύβες, ενώ υποθέτουμε ότι ο πραγματικός πληθυσμός του με τους πρόσφυγες και τους φυγάδες που είχαν εισρεύσει στην πόλη, θα πρέπει να ξεπερνούσε τον αριθμό των 5500 κατοίκων που αναφέρεται για το 1829. Μόνον η Πρόνοια, προάστιο στις βόρειες παρυφές της πόλης, τον Ιούνιο του 1828 αναφέρεται ότι αποτελούσε οικισμό 2500 κατοίκων (στοιχείο της εποχής). Παρά τον σχεδιασμό του Βούλγαρη και του Βαλλιάνου, αλλά και την ενέργεια των σχετικών εργασιών για απόφραξη των υπονόμων, της οποίας την επιστασία ανέλαβε ο Ανδρέας Κάλανδρος, η καθαριότητα εξακολουθεί ν’ αποτελεί πρόβλημα, τουλάχιστο για ορισμένες περιόδους της καποδιστριακής εποχής.
Πρώτα πολεοδομικά μέτρα
Με πρωτοβουλία του Καποδίστρια συγκροτείται επιτροπή, στις αρχές του 1828, με έργο την καταγραφή του υλικού και της κατάστασης των φρουρίων του Ναυπλίου, ενώ δίνεται εντολή στη Δημογεροντία να απογράψει τους κατοίκους. Και το μεν πρώτο έργο ολοκληρώθηκε, το δεύτερο, όμως, συνάντησε δυσκολίες και, πάντως, υπάρχουν κατάλογοι με απογραφή ορισμένων κατοίκων, κατά επαγγελματικές κατηγορίες, χωρίς άθροισμα και των μελών των οικογενειών τους.
Το Μάιο του 1829 συγκροτείται άλλη επιτροπή, με σκοπό την καταγραφή των ετοιμόρροπων «εθνικών οικιών», ενώ από τις αρχές του 1828, επίσης, αρχίζει το έργο της απόφραξης των υπονόμων, της επισκευής του υδραγωγείου και, γενικά, του καθαρισμού της πόλης, ο οποίος ή δεν είχε ολοκληρωθεί στις αρχές του επόμενου έτους ή ολοκληρώθηκε κάποια στιγμή και ξαναδημιουργήθηκε η ίδια κατάσταση: από επιστολές και εντολές του Καποδίστρια συνάγεται ότι σωροί σκουπιδιών και μπάζα υπάρχουν στους δρόμους της πόλης, ενώ προς το τέλος του 1829, σε άλλη επιστολή του, ο Κυβερνήτης δηλώνει ρητά ότι η Δημογεροντία και οι πολίτες πρέπει να αναλάβουν τα οικονομικά βάρη του καθαρισμού.
Το πρόβλημα της ανάληψης των δαπανών από την κεντρική διοίκηση ή από τους κατοίκους της πόλης εξακολουθεί να παραμένει και για το ειδικότερο θέμα της απόφραξης των υπονόμων που, ενώ καθαρίζονται στις αρχές του 1828, εξακολουθεί η εκκρεμότητα της πληρωμής των σχετικών εξόδων ακόμα και μέχρι τις αρχές του 1829, επειδή ελάχιστοι πολίτες κατέβαλαν την δαπάνη που αναλογούσε σε αυτούς. Τέλος, ανάμεσα στα πρώτα μέτρα για πολεοδομικές διευθετήσεις θα πρέπει να συμπεριληφθεί η καταγραφή και επισκευή, μόλις σε είκοσι περίπου μέρες, κατά τις αρχές, πάλι, του 1828, όλων των «εθνικών» οικημάτων της πόλης, με φροντίδα του μηχανικού Ανδρέα Κάλανδρου και διμελούς επιτροπής. Ο Κάλανδρος επιφορτίζεται και με την εφαρμογή του σχεδίου πόλης του Βούλγαρη, μέχρι τον Απρίλιο του 1829, οπότε την ευθύνη για πολεοδομικό σχεδιασμό και για τις πολεοδομικές εφαρμογές αναλαμβάνει ο Βαλλιάνος.
Ο Στ. Βούλγαρης και το σχέδιο του 1828
Ευθύς μετά την εγκατάσταση του στο Ναύπλιο, τον Ιανουάριο του 1828, ο Βούλγαρης υποβάλλει υπόμνημα στον Καποδίστρια, με έξη προτάσεις, από τις οποίες οι περισσότερες αφορούν τον καθαρισμό της πόλης και την επισκευή του δικτύου ύδρευσης. Εκτός από αυτά, όμως, ο Βούλγαρης προτείνει τόσο την κατάργηση των σαχνισιών (πράγμα που αποδέχεται ο Καποδίστριας, το ενστερνίζεται και επανέρχεται συχνά σ’ αυτό τόσο για το Ναύπλιο όσο και για το ‘Αργος), όσο και την κατεδάφιση των πολυάριθμων καλυβών, έξω από το Ναύπλιο αλλά και μέσα στην πόλη, ενώ παράλληλα προτείνει τη δημιουργία παραπηγμάτων προς το χωριό της Άριας, βορειοανατολικά της πόλης. Η ιδέα αυτή θα πάρει γρήγορα το δρόμο της πραγμάτωσής της και θα δημιουργηθεί το προάστιο της Πρόνοιας, του οποίου το σχέδιο θα συντάξει επίσης ο Βούλγαρης.
Ο Καποδίστριας δέχεται, στο σύνολό τους, τις προτάσεις του Βούλγαρη, αλλά υπογραμμίζει ότι θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα πολεοδομικά προβλήματα της πόλης με το πρίσμα και την προοπτική σταδιακών βελτιώσεων. Η έγκριση του Καποδίστρια δίνεται στις αρχές Φεβρουαρίου. Παράλληλα, έχουμε στοιχεία για ανάμιξη του Βούλγαρη τόσο στο έργο της απόφραξης υπονόμων όσο και στην επισκευή του δικτύου ύδρευσης, αλλά και στην απογραφή των φρουριακών εγκαταστάσεων και υλικού της πόλης.
Γεγονός είναι ότι στις 30 Απριλίου 1828 ο Βούλγαρης, όπως ο ίδιος γράφει στον Καποδίστρια, έχει ολοκληρώσει την αποτύπωση της πόλης και επάνω στο σχέδιο σημειώνει με κίτρινο χρώμα – σύμφωνα πάντα με τα γραφόμενά του – τις αλλαγές που προτείνει στην υπάρχουσα κατάσταση, με γνώμονα το ενδιαφέρον για την άμυνα του Ναυπλίου και για την ανάπτυξη του εμπορίου. Τις επεμβάσεις του τις αιτιολογεί διαπιστώνοντας την «κακή δόμηση της πόλης» καθώς και το ότι ήταν μισογκρεμισμένη.
Δημιουργεί ευρύτερους δρόμους και πλατείες, διαιρεί την πόλη σε ενορίες και υποδεικνύει ακόμη και τα μνημεία που θα πρέπει να ανεγερθούν. Στις 22 Μαΐου ο Καποδίστριας γράφει στον Βούλγαρη ότι παρέλαβε το σχέδιο και εγκρίνει την ονοματοθεσία των οδών και πλατειών, που εκείνος είχε προτείνει. Την ίδια εποχή, σε οδηγίες του προς τον Έκτακτο Επίτροπο της Αργολίδας, προτείνει να γίνει και η αποτύπωση του ‘Αργους από τον Βούλγαρη, προσθέτοντας ότι οι πολεοδομικές επεμβάσεις θα πρέπει να αποβλέπουν μόνο σε διόρθωση της υπάρχουσας κατάστασης, δηλαδή σε ευθυγραμμίσεις οδών και διαμορφώσεις πλατειών και ελεύθερων χώρων.
Το σχέδιο του Βούλγαρη άρχισε να ισχύει ως επίσημο σχέδιο του Ναυπλίου, χωρίς να είμαστε σε θέση να καθορίσουμε σε ποιο βαθμό και σε ποια σχέση με τις απόψεις και με τυχόν αντιρρήσεις των κατοίκων. Πάντως, στο γειτονικό ‘Αργος, αντιθέσεις προερχόμενες από ιδιοκτήτες αποτελούν την αιτία για την οποία το σχέδιο Ντεβώ παραμερίζεται ένα χρόνο μετά την έγκρισή του. Οπωσδήποτε χρήσιμο είναι να παραπεμφθούμε σε οδηγίες προσωπικές του Καποδίστρια, όταν πια ο Βαλλιάνος έχει αναλάβει, τον Μάρτιο – Απρίλιο του 1829, την πολεοδομική εποπτεία του Ναυπλίου, που φανερώνουν ξεκάθαρα τις δυσκολίες για εφαρμογή ενός αφηρημένου σχεδίου, αλλά και τη θέληση του Κυβερνήτη να χρησιμοποιήσει ενεργά τη δημόσια γη για ορθολογικό σχεδιασμό, εκποιώντας ή ανταλλάσσοντας οικόπεδα.
Δεν υπάρχει κανένα σχέδιο που με βεβαιότητα να μπορεί να ταυτιστεί με εκείνο του Βούλγαρη. Διαφανές σχεδίου, δίχως καμιά προσδιοριστική ή χρονολογική ένδειξη, αλλά που συμπίπτει με το εντός των τειχών Ναύπλιο της εποχής και βρίσκεται στα αρχεία του Γαλλικού Στρατού, έχουμε σοβαρές αμφιβολίες για το αν μπορεί να ταυτιστεί με το σχέδιο Βούλγαρη, όπως επιχειρήθηκε από κάποιον ερευνητή, όχι μόνο γιατί δεν φέρει τα στοιχεία που μνημονεύσαμε παραπάνω (της επιστολής Βούλγαρη), αλλά και γιατί δεν αποτελεί αποτύπωση της υπάρχουσας κατάστασης. Έτσι, για το σχέδιο Βούλγαρη δεν μπορούμε παρά να περιοριστούμε, για την ώρα τουλάχιστο, σε όσα στοιχεία παρέχει ο ίδιος.
Το σχέδιο Βούλγαρη για την Πρόνοια
Όπως ήδη σημειώσαμε, ιδέα του Βούλγαρη ήταν, από την αρχή του 1828, να καταργηθούν οι καλύβες μέσα στο Ναύπλιο και έξω από αυτό, και να ανεγερθούν παραπήγματα ΒΑ της πόλης, προς το χωριό Άρια. Από τις 10 Απριλίου ο Καποδίστριας του αναθέτει ρητά τη δημιουργία προαστίου του Ναυπλίου, της Πρόνοιας. Ο ίδιος ο Βούλγαρης σημειώνει ότι στις 5 Μαΐου είχε ήδη αρχίσει να δημιουργεί τα πρώτα παραπήγματα, εκεί, σε «κανονικό» σχέδιο, τα οποία κατεδαφίστηκαν με την επιδημία πανούκλας που ενέσκηψε στην περιοχή την εποχή εκείνη, μετά την οποία συνέταξε «σχέδιο διεύρυνσης» του προαστίου. Η πανούκλα εκδηλώθηκε πρώτα στα παραπήγματα όπου, σύμφωνα με πληροφορία της εποχής, είχαν ήδη εγκατασταθεί 2500 άτομα – ενώ, σύμφωνα με τότε καταμέτρηση, 2158 άτομα είχαν εγκατασταθεί σε 662 «καλύβες».
Δυο χρόνια αργότερα, η δόμηση έχει προχωρήσει στο προάστιο, οπότε και υποβάλλεται από κρατικό φορέα στον Κυβερνήτη σχέδιο ψηφίσματος, με το οποίο διασφαλίζεται η ιδιοκτησία του κράτους στη γη της Πρόνοιας και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της σε όσους έκτισαν ή θα έκτιζαν εκεί, αντί καταβολής φόρου ίσου προς το 4% της αξίας του οικοπέδου, μία φορά τον χρόνο, φόρο από τον οποίο θα εξαιρούνταν οι «άποροι και ενδεείς», ενώ αποκλειόταν η πώληση των οικοπέδων, αλλά επιτρεπόταν η μεταβίβαση της χρήσης λόγω προικός.
Είναι πολύ ενδιαφέρον να συγκρίνουμε αυτό το σχέδιο ψηφίσματος με άλλο, που υποβάλλεται από τη Γερουσία, δύο μήνες αργότερα, και με το ψήφισμα που, τελικά, υπογράφηκε από τον Καποδίστρια και εκδόθηκε: οι περιορισμοί μειώνονται αισθητά υπέρ των κατοίκων, των οποίων διευκολύνεται, πλέον, η απόκτηση ιδιοκτησίας, έναντι πέντε δόσεων, ενώ οι αποδεδειγμένα ενδεείς και άποροι απαλλάσσονται από κάθε είδους πληρωμή.
Λίγες μέρες πριν από τη δημοσίευση αυτού του ψηφίσματος γίνεται καταγραφή των κατοίκων του προαστίου και σώθηκε ο κατάλογος κατόχων καλυβών ή οικημάτων σε αυτό. Λίγο αργότερα γίνεται και ακριβής καταμέτρηση και εκτίμηση της αξίας της γης, ενώ αριθμούνται 565 οικοδομήματα. Εξίσου σημαντικό είναι, όμως, το ότι, μόλις ένα χρόνο, περίπου, μετά τη δημοσίευση του ψηφίσματος, είχαν κτιστεί ήδη στο προάστιο «ικαναί οικοδομαί», δίχως άδεια.
Η κατάσταση μιας δόμησης «αυθαίρετης», πλέον, θα λέγαμε σήμερα, συνεχίζεται και επεκτείνεται μέχρι το τέλος του 1833, γι’ αυτό και οι Βαυαροί διορίζουν, ειδικά για την Πρόνοια, μηχανικό, με σκοπό να τηρηθεί ακριβώς το σχέδιο. Η ανώμαλη περίοδος εμφυλίου πολέμου, φατριασμού και διάλυσης που επικράτησε μετά τον θάνατο του Καποδίστρια ασφαλώς είχε και εδώ τα αποτελέσματά της. Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι και του σχεδίου αυτού του Βούλγαρη δεν έχουμε εντοπίσει, μέχρι σήμερα, το πρωτότυπο ή έστω αντίγραφό του, γι’ αυτό και περιοριζόμαστε στις πληροφορίες που δίνει ο ίδιος ή που προέρχονται από αρχειακό υλικό.
Οι επεμβάσεις του Θ. Βαλλιάνου
Τον Μάρτιο – Απρίλιο του 1829 ο μηχανικός Θ. Βαλλιάνος ορίζεται επίσημα αρχιτέκτονας υπεύθυνος για την εφαρμογή του σχεδίου Βούλγαρη. Λίγους μήνες αργότερα, ο Έκτακτος Επίτροπος Αργολίδας τον επιφορτίζει με τη σύνταξη σχεδίου για τη λιθόστρωση των δρόμων της πόλης. Όπως, όμως, φαίνεται από επίσημα έγγραφα, τόσο οι δημοπρασίες ερειπίων «εθνικών οικιών» όσο και η εφαρμογή «πρακτικού σχεδίου» δημιούργησαν συγκρούσεις και φιλονικίες μεταξύ των ιδιοκτητών και του «δημοσίου ταμείου». Ασφαλώς το γεγονός αυτό θα οδήγησε στη σύνταξη νέου σχεδίου από τον Βαλλιάνο, για το οποίο ξέρουμε ότι συντάχθηκε και ότι, στις αρχές του 1830, επικυρώθηκε από την κυβέρνηση. Το σχέδιο αυτό είχε αντιγραφεί προπολεμικά, μάλλον από επίσημο αντίγραφο του καποδιστριακού αρχείου, στην Κέρκυρα, και η αντιγραφή αυτή δημοσιεύθηκε από την Τούρκισσα ερευνήτρια Τάνκουτ.
Από την καποδιστριακή διοίκηση διατυπώθηκε, πάντως, σαφώς η ομολογία ότι υπήρχε μεγάλη δυσχέρεια να εφαρμοστεί σχέδιο πόλης στο Ναύπλιο. Ίσως για τον λόγο αυτό, την ίδια εποχή, σε επίσημο έγγραφό του προς τον Διοικητή Ναυπλίου, ο Καποδίστριας δίνει εντολή να σχηματιστεί επιτροπή διαιτησίας, από έναν εκπρόσωπο του κάθε φορά θιγόμενου ιδιοκτήτη και έναν εκπρόσωπο της Διοίκησης. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ τους, αρμοδιότητα είχε ο Βαλλιάνος, με αποφασιστική, πλέον, γνώμη.
Σημαντικό είναι ότι μέτρα της σύγχρονης εποχής, όπως η εισφορά γης και η ανταλλαγή ιδιωτικής με δημόσια γη, προβλέπονταν ήδη και τότε, με σκοπό να διευκολυνθεί η εφαρμογή του σχεδίου. Θα πρέπει, επίσης, να σημειώσουμε ότι, διχογνωμίες και αντιδράσεις ιδιοκτητών, που γεννήθηκαν αμέσως μετά την τοιχοκόλληση του σχεδίου Βαλλιάνου, προκάλεσαν τη σύσταση άλλης επιτροπής, αποτελούμενης από τον Γκαρνώ, τον Βούλγαρη και δύο πολίτες, που αποφάσισε να εφαρμοστεί το σχέδιο αυτό και διατύπωσε όρους και κανόνες στα πλαίσια ενός διατάγματος εφαρμογής, θα λέγαμε σήμερα. Ανάμεσα στους όρους αυτούς υπάρχει η σαφής διάταξη για κατεδάφιση όλων των «εξωστέγων» (σαχνισιών), έναντι αποζημιώσεως από τη Διοίκηση.
Καταληκτικά
Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου θέτει ορισμένα γενικότερα ερωτηματικά, πριν επιχειρηθεί να δοθούν απαντήσεις ή να εξαχθούν γενικά συμπεράσματα. Τα ερωτηματικά αυτά ενισχύονται από τα στοιχεία που παραθέσαμε στη μελέτη μας για τον σχεδιασμό του ‘Αργους επί Καποδίστρια, αλλά και από το αρκετά πλούσιο υλικό για τον σχεδιασμό της Πάτρας, την ίδια εποχή. Το μάλλον φτωχό υλικό για τον σχεδιασμό άλλων πόλεων δεν νομίζουμε ότι διαφοροποιεί αισθητά τα ερωτήματα αυτά. Προηγουμένως θα πρέπει να πούμε ότι αποτελεί, πλέον, δεδομένο η θέληση του ίδιου του Καποδίστρια και της Διοίκησής του να εφαρμοστούν σύγχρονες, για την εποχή, πολεοδομικές αντιλήψεις, όπως τις εξέφραζαν οι μηχανικοί που έλαβαν ενεργό μέρος στον σχεδιασμό ελληνικών πόλεων.
Δηλαδή, να εφαρμοστεί ένα σύστημα ευθυγραμμίσεων δρόμων, δημιουργίας πλατειών και ελεύθερων χώρων, με θέση δεσπόζουσα για τα δημόσια κτίρια. Δεδομένο, επίσης, είναι ότι το σύστημα αυτό ακολουθήθηκε σε όλη την καθαρότητά του για τον σχεδιασμό νέων πόλεων ή νέων τμημάτων πόλεων, ενώ για τις επεμβάσεις στα παλαιά και δομημένα τμήματα πόλεων έγινε σαφώς μετριασμός του, πάντοτε, όμως, στα πλαίσια μιας πρόθεσης να μπει κάποια «τάξη» στην τότε πολεοδομική πραγματικότητα. Με την προοπτική αυτή, η αντίθεση προς τα σαχνισιά εκδηλώθηκε έντονα, για λόγους υγιεινής (αερισμός δρόμων κλπ.), αλλά και με σαφή ιδεολογική φόρτιση (κατάργηση «τουρκοπόλεων», εξευρωπαϊσμός). Αναντίρρητο είναι, επίσης, ότι αποτέλεσε επιθυμία κατοίκων πολλών πόλεων, ιδίως των κατεστραμμένων από τον επαναστατικό πόλεμο, να αποκτήσουν σχέδιο «τακτικόν».
Από κει και πέρα, η μελέτη των συγκρούσεων γύρω από την εφαρμογή σχεδίων σε παλαιά τμήματα πόλεων θέτει πρώτα απ’ όλα το θεμελιακό ερώτημα του κατά πόσο το συγκεντρωτικό σύστημα του Καποδίστρια λειτούργησε και στον τομέα του σχεδιασμού πόλεων όπως σε άλλους τομείς, αλλά και το κατά πόσο πρόθεσή του ήταν να λειτουργήσει ή όχι με τον ίδιο τρόπο. Οι συμβιβαστικές διαδικασίες που καθιερώθηκαν και ακολουθήθηκαν στην εφαρμογή των διαφόρων σχεδίων μας πείθουν για την ύπαρξη διαλόγου, αλλά και για την επιδίωξη του διαλόγου αυτού από την πλευρά της Διοίκησης, ιδιαίτερα μετά την αντίδραση ιδιοκτητών. Άλλο ερώτημα, που νομίζουμε ότι πρέπει να τεθεί, είναι το αν η αντίδραση των πολιτών – ιδιοκτητών ή ιδιοποιητών γης στα παλαιά τμήματα πόλεων προέρχεται από οθωμανικές καταβολές, τόσο στο θέμα της γαιοκτησίας όσο και στο πεδίο των νοοτροπιών – οπότε θα πρέπει να καθορίσουμε και το ποιες.
Εξίσου σημαντικό θεωρούμε το ερώτημα του ποια ήταν η αξία της γης την εποχή αυτή, ποια τυχόν υπεραξία δημιουργείτο με τον σχεδιασμό, αλλά και πως η τυχόν υπεραξία γινόταν αντιληπτή από τους ίδιους τους ιδιοκτήτες. Τα στοιχεία που εντοπίσαμε και μελετήσαμε (αιτήσεων ή διαμαρτυριών πολιτών για θιγόμενα συμφέροντά τους) μαρτυρούν μάλλον για μιαν εμμονή σε εντελώς στατικήν αντίληψη της ιδιοκτησίας, που μέχρι και σήμερα εξακολουθούμε να συναντάμε σε ανάλογες συγκρούσεις, με αφορμή ανάλογες προσπάθειες σχεδιασμού, αλλά και η οποία δεν στερείται κάποιου «δυναμικού» υπόβαθρου, δηλαδή παρωχημένων, έστω, κερδοσκοπικών υπολογισμών. Θα πρέπει, βέβαια, να εντοπίσουμε και κάτι άλλο, δηλαδή την ανυπαρξία μελετών για το πρώτο σκέλος του ερωτήματος, δηλαδή την αξία και τις τιμές γης, με τις τυχόν διακυμάνσεις τους.
Αφήσαμε τελευταίο ένα γενικότερο ερώτημα. Ο σχεδιασμός της καποδιστριακής διοίκησης μήπως θα πρέπει να ενταχθεί σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο προσπαθειών της για τη δημιουργία αστικών δομών (και αντιλήψεων) ή για ενίσχυσή τους στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος; Αν εξετάσουμε συνολικά την κατάσταση, τότε θεωρούμε ότι η προσπάθεια αυτή, παρ’ όλες τις συγκρούσεις, είχε μπει σε καλό δρόμο. Για άλλη μια φορά ξανάρχεται, έτσι, στην επιφάνεια η σύγκρουση των καθυστερημένων στρωμάτων του ελληνικού πληθυσμού, κατόχων μέχρι τον Καποδίστρια της πραγματικότητας της εξουσίας στον τότε ελλαδικό χώρο, με μια Διοίκηση που εξέφραζε, στη θέληση και με την πράξη, την τάση του εκσυγχρονισμού. Το περίεργο είναι ότι, στη σύγκρουση αυτή, επώνυμα μέλη του πλέον αστικοποιημένου στρώματος του πληθυσμού βρέθηκαν με το μέρος των πρώτων, για δικούς τους λόγους, βέβαια. Αλλ’ ήδη περνάμε σ’ ένα άλλο πεδίο έρευνας…
Δικηγόρος – Ιστορικός – Πολιτικός Επιστήμονας
Πηγή
- Βασίλη Κ. Δωροβίνη, «Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828 – 33) / Η ειδική περίπτωση και τα γενικότερα προβλήματα», Ανάτυπο από τα Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΗ της Εταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 1985.
Διαβάστε ακόμη:
- Οι Κυβερνητικές πολιτικές υπέρ της δημόσιας υγείας των κατοίκων του Ναυπλίου (1821-1832)
- Η κατάσταση της δικαιοσύνης στην Ελλάδα κατά την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια
- Κρίσεις Ευρωπαίων Ιστορικών και Διπλωματών για την Διπλωματική Σταδιοδρομία του Ιωάννου Καποδίστρια
- Το μουσικό ενδιαφέρον του Καποδίστρια
- Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και οι αγώνες του για την προστασία του περιβάλλοντος
- Σχολείο Θηλέων της Σαρλότ Βολμεράνζ (Charlotte Volmerange) στο Ναύπλιο
- Ναύπλιο: Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη (1831)
- Το Ναύπλιο την ημέρα της δολοφονίας του Καποδίστρια
- Δημόσια αλληλοδιδακτική σχολή θηλέων Πρόνοιας Ναυπλίου
- Στούρτζα Ρωξάνδρα (1786-1844)
- Μαυρομιχάλης Γεώργιος του Πετρόμπεη – Η πορεία του δολοφόνου του Καποδίστρια και η διαθήκη του
Αναρτήθηκε στις Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ναύπλιο - Ιστορικά | Με ετικέτα 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αρχιτεκτονική, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ιστορία, Καποδίστριας, Ναύπλιο, Πελοπόννησος, Πολιτισμός | Leave a Comment »
Αναρτήθηκε στις Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές | Με ετικέτα alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, George Finlay, Greek History, Άρθρα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ιστορία, Λαυρεωτικά, Μελέτες, Ψηφιακές Συλλογές |
Ο Ορφικός μύθος περί προελεύσεως του ανθρώπου
Ορφεύς και Ορφικοί
Από τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. μέχρι αρκετά προχωρημένο τον 6ο αιώνα μ.Χ., αναπτύχθηκε στην Ελλάδα ένα θρησκευτικό ρεύμα, το οποίο σήμερα ονομάζουμε Ορφισμό. Επρόκειτο για ένα κίνημα με απροσδιόριστα όρια, το οποίο μοιραζόταν αρκετές δοξασίες με τους Πυθαγορείους, την Ελευσίνια και τη Διονυσιακή Θρησκεία, και υποστήριζε απόψεις περί θεότητας παρόμοιες με αυτές που εξέφραζαν ποιητές του ώριμου αρχαϊσμού, όπως ο Αισχύλος ή ο Πίνδαρος. Οι οπαδοί του κινήματος αυτού βασίζονταν σε μια σειρά ποικίλων κειμένων που αποδίδονταν στον Ορφέα, ένα θαυμάσιο μυθικό τραγουδιστή, για τον οποίο λεγόταν πως είχε συνοδεύσει τους Αργοναύτες, πως είχε κατεβεί στον Άδη προς αναζήτηση της νεκρής συζύγου του και πως είχε καταφέρει να συγκινήσει με το τραγούδι του ακόμη και τους ίδιους τους θεούς, όπως έκανε με τους θνητούς και τα ζώα.
Παρ’ όλ’ αυτά, η αδυναμία του να σεβαστεί τη θεϊκή απαγόρευση να μη γυρίσει να κοιτάξει τη σύζυγό του, όπως έλεγαν, ματαίωσε την τελευταία στιγμή τη διάσωσή της από τον άλλο κόσμο και την επιστροφή της στον κόσμο των ζώντων. Υπέθεταν πως ένα τόσο μυθικό ταξίδι, παρά την αποτυχία του, είχε προικίσει τον Ορφέα με ειδικές γνώσεις σχετικά με τον άλλο κόσμο, που του επέτρεπαν να γνωρίζει ποια ήταν η τύχη των ψυχών μετά το θάνατο και πως ο Ορφέας είχε αποφασίσει να μεταδώσει τις γνώσεις του σε συγκεκριμένες ομάδες θνητών μυημένων σε μια μυστηριακή θρησκεία μέσω μιας σειράς κειμένων. Πράγματι, έχουμε στοιχεία για την ύπαρξη μιας ευρείας και ποικίλης λογοτεχνικής παραγωγής, θρησκευτικής ή με φιλοσοφικά στοιχεία, που με βεβαιότητα προέρχεται από διάφορες εποχές, από τον 6ο αιώνα π.Χ. μέχρι αρκετά προχωρημένης της ρωμαϊκής εποχής, και η οποία θεωρούνταν έργο του Ορφέα.
Δεδομένου ότι ο Ορφέας ήταν ένα μυθικό πρόσωπο και όχι υπαρκτός άνθρωπος, οφείλουμε να σκεφθούμε πως τα κείμενα που του αποδίδονταν θα πρέπει να ήταν έργα διαφόρων ποιητών, οι οποίοι, από φόβο μήπως δεν ληφθούν σοβαρά υπ’ όψιν, αντί να διακινδυνεύσουν να παρουσιάσουν ως δικά τους τα έργα και το θρησκευτικό μήνυμα που περιείχαν, προτίμησαν να παραμείνουν στην ανωνυμία, ώστε τα πιστεύω τους να γίνουν πιο εύκολα αποδεκτά (με το πρόσχημα ότι προέρχονταν από ένα φημισμένο αυτόπτη μάρτυρα του άλλου κόσμου).
Ένας μύθος περί προελεύσεως του ανθρώπου
Το ορφικό δόγμα θεμελιωνόταν σε ένα μύθο περί προελεύσεως του ανθρώπου, κάτι το σπάνιο για τον ελληνικό κόσμο, στον οποίο ουσιαστικά δεν υπάρχουν άλλοι μύθοι γι’ αυτό το θέμα. Στη Θεογονία του Ησιόδου, το μόνο αρχαίο κοσμογονικό ποίημα που έχει διασωθεί ολόκληρο, λείπει η αναφορά στο πως προέκυψαν οι άνθρωποι στον κόσμο. Ο ορφικός μύθος, η ύπαρξη του οποίου στην αρχαιότητα αμφισβητήθηκε επανειλημμένως αλλά με ανεπαρκή επιχειρήματα, [1] προκύπτει από διάφορα κείμενα τα οποία, όπως συχνά παρατηρείται στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, αναφέρονται σε κάποιο από τα επεισόδια ή σε συγκεκριμένες πτυχές του μύθου, αλλά δεν τον διηγούνται με τρόπο συνεχή.
Από τα στοιχεία που μας προσφέρουν αυτά τα κείμενα μπορούμε να συνθέσουμε ένα σύνολο που είναι, σε γενικές γραμμές, το ακόλουθο: Ο Ζευς είχε λάβει το θεϊκό θρόνο από τον πατέρα του, τον Κρόνο, έπειτα από μια σειρά εναλλαγών της εξουσίας, από τις οποίες δεν έλειπαν τα βίαια επεισόδια. Κατά πολλές απόψεις, ο ορφικός μύθος συμπίπτει με αυτό που διηγείται ο Ησίοδος στη Θεογονία. Ο παππούς του Δία, ο Ουρανός, δεν άφηνε τα παιδιά του να γεννηθούν για να διατηρήσει το θρόνο του, αλλά ευνουχήθηκε από τον Κρόνο, γιο του και πατέρα του Δία, με τη βοήθεια της συζύγου του Ουρανού, της Γαίας. Αλλά και ο Κρόνος, έχοντας τον ίδιο σκοπό, δηλαδή να μη χάσει το θρόνο, καταβρόχθιζε τους απογόνους του κατά τη γέννησή τους. Όμως η σύζυγός του, η Ρέα, έκρυψε έναν από αυτούς, τον Δία, σε μια σπηλιά και έδωσε στον άντρα της μια πέτρα τυλιγμένη σε σπάργανα για να την καταβροχθίσει. Όταν ο Δίας μεγάλωσε, ευνούχισε και αυτός τον πατέρα του (μια λεπτομέρεια που δεν αναφέρεται στην εκδοχή του Ησιόδου) και ανέλαβε την εξουσία των θεών.
Ο Ζευς διέπραξε τότε αιμομιξία με τη μητέρα του Ρέα, η οποία ταυτίζεται με τη Δήμητρα, και απέκτησε ως κόρη την Περσεφόνη. Ο Ζευς επίσης ενώθηκε με την κόρη του και αποτέλεσμα της ένωσης ήταν η γέννηση του θεού Διονύσου (συχνά αποκαλούμενου ως Ζαγρεύς στην ορφική παραλλαγή). Ο νέος αυτός θεός ήταν λοιπόν αποτέλεσμα διπλής αιμομιξίας και ήταν συγχρόνως γιος, εγγονός και ετεροθαλής αδερφός του Δία. Αυτή η ανωμαλία, όσον αφορά τις γενεές, απέτρεπε την κανονική σειρά διαδοχής, καθιστώντας τον Διόνυσο ένα είδος alter ego του Δία. Ο Ζευς αποφάσισε τότε να παραδώσει το σκήπτρο στον Διόνυσο ενώ ακόμη ήταν βρέφος. Η Ήρα, η σύζυγος του Δία, η οποία ενοχλούνταν από ένα γιο που προήλθε από άλλη θεά, εκμεταλλευόμενη το φθόνο των Τιτάνων, για το βασιλικό αξίωμα που παραχωρήθηκε στον Διόνυσο, τους υποκίνησε να επιτεθούν στο βρέφος.
Οι Τιτάνες ήταν αδερφοί του Κρόνου και κατά συνέπεια ανήκουν στις πρωταρχικές γενεές των θεών, οι οποίες είχαν αποκλειστεί από την εξουσία και δεν μπορούσαν να συμφιλιωθούν με αυτή την ιδέα. Αποφασισμένοι να εκδικηθούν το μικρό Διόνυσο, μεταμφιέστηκαν βάφοντας τα πρόσωπά τους με γύψο και παραπλάνησαν τον Διόνυσο με διάφορα παιχνίδια, έτσι ώστε τελικά να τον φονεύσουν. Αφού τον σκότωσαν, τον διαμέλισαν, τον μαγείρεψαν και τον καταβρόχθισαν. Η θυσία του Διονύσου μετετράπη από τους Ορφικούς σε παράδειγμα αιματηρής θυσίας, την οποία, όπως θα δούμε αργότερα, απέρριπταν. Ο Ζευς, οργισμένος με την εγκληματική πράξη των Τιτάνων, τους κατακεραύνωσε. Από την ανάμιξη της φωτιάς του κεραυνού, της στάχτης και του αίματος των Τιτάνων με το χώμα, όπου έπεσαν, δημιουργήθηκαν τα ανθρώπινα όντα. Οι συνέπειες αυτής της προέλευσης είναι διάφορες.
Η πρώτη είναι πως, δεδομένου ότι οι άνθρωποι προέρχονται εν μέρει από θεούς (οι Τιτάνες και ο Διόνυσος ήταν θεοί) και εν μέρει από χώμα, έχουν ένα θεϊκό και αθάνατο μέρος, την ψυχή, και ένα θνητό και φθαρτό συστατικό, το σώμα. Η δεύτερη συνέπεια της προέλευσης των ανθρώπων είναι ότι η ψυχή τους, πριν από τη δημιουργία του είδους, μολύνθηκε από το έγκλημα των Τιτάνων, ένα έγκλημα το οποίο απαιτούσε εξιλέωση. Η τρίτη συνέπεια είναι ότι η ψυχή έχει μια θετική θεϊκή συνιστώσα, η οποία προέρχεται από τον Διόνυσο, αλλά επίσης έχει και μια αρνητική θεϊκή συνιστώσα, κατάλοιπο της Τιτάνιας φύσης, δηλαδή της αλαζονείας των προγόνων του ανθρώπου, των Τιτάνων, οι οποίοι επίσης ήταν θεοί.
Η ψυχή πρέπει να απελευθερωθεί από το βάρος της εγκληματικής συνιστώσας της και αυτό θα απαιτήσει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, ανάλογο του μεγέθους του εγκλήματος, πράγμα που σημαίνει πως η τιμωρία και ο εξαγνισμός υπερβαίνουν τη χρονική διάρκεια μιας και μόνο ζωής. Συνεπώς, η είσοδος της ψυχής στο σώμα, η εξιλέωση και η απελευθέρωσή της με το θάνατο του σώματος, επαναλαμβάνεται αρκετές φορές σε μια μακροχρόνια διαδικασία, κατά την οποία η ψυχή εγκαθίσταται διαδοχικά σε σώματα τα οποία είναι γι’ αυτήν μια φυλακή ή ένας τάφος (θυμηθείτε την περίφημη φράση την οποία μας μεταδίδει ο Πλάτων, σώμα σήμα, δηλαδή, το σώμα, ένας τάφος, στην οποία κάνει λογοπαίγνιο βασιζόμενος στην ομοιότητα των δυο λέξεων στα ελληνικά [2]).
Ονομάζουμε μετεμψύχωση [3] τη μετοίκηση της ψυχής από τον άλλο κόσμο σε αυτόν και από ένα σώμα σε άλλο, έως ότου, εξιλεωμένη από τις αμαρτίες της, μπορεί να επιτύχει την απελευθέρωση. Για να επιταχύνει την έλευση της στιγμής κατά την οποία η ψυχή, οριστικά απελευθερωμένη, μπορεί να απολαύσει μια ευτυχισμένη ζωή στον άλλο κόσμο, ο άνθρωπος πρέπει, κατ’ αρχάς, να μυηθεί στα Διονυσιακά μυστήρια και, στη συνέχεια, να ζει σε αυστηρή αγνότητα, χωρίς να μολύνεται από κανένα νεκρό ον, και να συμμετέχει σε διάφορες ιεροτελεστίες.
Η αρχαιότητα του μύθου
Ο μύθος εμφανίζεται στην πιο εξελιγμένη μορφή του στις Ραψωδίες, ένα ποιητικό έργο το οποίο είναι γραμμένο πιθανότατα στον 1ο αιώνα π.Χ., και το οποίο χρησιμοποιεί σημαντικά στοιχεία αρχαιότερων έργων. Πιο συγκεκριμένα, και όσον αφορά το μύθο που μας απασχολεί, υπάρχουν ενδείξεις πως υπήρχε από παλαιότερα. Μεταξύ των 4ου και 3ου αιώνων π.Χ., ο Καλλίμαχος αναφέρει τον Διόνυσο Ζαγρέα ως γιο του Δία και της Περσεφόνης, ενώ κατά τον 3ο αιώνα π.Χ., ο Ευφορίων υπενθυμίζει τον τρόπο με τον οποίο έβαψαν το πρόσωπό τους οι Τιτάνες.
Και οι δυο αυτοί συγγραφείς διηγούνται πως οι Τιτάνες μαγείρεψαν τον Διόνυσο. [4]Και ακόμη πριν από αυτούς, ο Πλάτων μας προσφέρει δυο σημαντικά έπ’ αυτού κείμενα.
Νόμοι Πλάτωνος (ΟF 37 ΙΒ): Στη συνέχεια αυτής της ελευθερίας, θα μπορούσε να εμφανιστεί η άρνηση υπακοής στις αρχές και ως συνέπεια αυτής, η διαφυγή από τις υποχρεώσεις και από τις πατρικές, μητρικές ή άλλων ηλικιωμένων ατόμων νουθεσίες, και κοντά στο τέλος, η αξίωση της μη υποταγής στους νόμους και στο τέλος, η έλλειψη φροντίδας των όρκων, της πίστης και γενικά των θεών, με εκδηλώσεις και μίμηση της λεγόμενης «αρχαίας Τιτάνιας φύσης», καταλήγοντας κατ πάλι σ’ εκείνη την ίδια και διάγοντας μια θλιβερή ζωή, χωρίς ποτέ να επιτευχθεί η απαλλαγή από τις δυστυχίες.
Οι σύγχρονοι σχολιαστές ερμηνεύουν με διαφορετικό τρόπο την πλατωνική αναφορά στους Τιτάνες. Οι πιο επιφυλακτικοί, όσον αφορά την ύπαρξη του μύθου στην αρχαιότητα, [5] θεωρούν ότι ο φιλόσοφος δεν ταυτίζει την ανθρωπότητα με την Τιτάνια κληρονομιά, αλλά απλώς συγκρίνει τη συμπεριφορά της με αυτήν των Τιτάνων ως ένα είδος αρνητικού παραδείγματος. Μια πιο προσεκτική εξέταση στο κείμενο καθιστά εμφανές ότι ο Πλάτων δεν αναφέρεται σε μια συμπεριφορά όπως αυτή των Τιτάνων, αλλά σε μια φύση η οποία εκδηλώνεται σε αυτούς. Η φύση λοιπόν είναι κάτι που υπάρχει εκ γενετής. Ο φιλόσοφος ισχυρίζεται πως ο άνθρωπος «μιμείται» αυτή τη φύση διότι η ανθρώπινη ψυχή έχει κληρονομήσει όχι μόνο την Τιτάνια φύση, αλλά και αυτήν του Διονύσου, η οποία είναι θετική.
Εκείνοι οι οποίοι επιδεικνύουν υπακοή στο νόμο αναπτύσσουν τη Διονυσιακή,[6] ενώ αυτοί οι οποίοι βρίσκονται σε τροχιά παρακμής, προσεγγίζουν διαρκώς την Τιτάνια φύση σε καθαρή μορφή. Γι’ αυτό το λόγο ο Πλάτων αναφέρει ότι επιδεικνύουν φύση Τιτάνια, διότι ήδη ενυπήρχε σε αυτούς, αλλά εμφανίζεται σε αυτούς τους ανθρώπους με τέτοια ένταση που τους κάνει να μοιάζουν στους ίδιους τους Τιτάνες, οι οποίοι αποτελούν την προέλευση και το παράδειγμα αυτής της φύσης. Επί πλέον, μια τέτοια ερμηνεία βρίσκεται σε συμφωνία με μια σειρά από αναφορές του Πλάτωνα, όπως το σώμα ως φυλακή, η εξιλέωση του αρχικού αμαρτήματος και άλλα παρεμφερή θέματα.[7] Επίσης, αυτή η ερμηνεία βρίσκει έρεισμα και σ’ ένα άλλο κείμενο το οποίο επίσης ανήκει στους «Νόμους». [8]
Δεν είναι ούτε ανθρώπινο ούτε θεϊκό το κακό που τώρα σε παρακινεί να κατευθυνθείς προς το ιερόσυλο λείψανο, αλλά η έμφυτη ερεθιστικότητα των ανθρώπων λόγω παλαιών και βεβήλων αδικημάτων, που ολέθρια πλανάται γύρω τους.
Σε αυτό το κείμενο επαναλαμβάνονται αναφορές σε μια φυσική τάση του ανθρώπου προερχόμενη από «παλαιά αδικήματα», που δεν μπορεί να είναι άλλα από αυτά που διεπράχθησαν από τους Τιτάνες. Μια «έμφυτη τάση» δεν προέρχεται από την ίδια τη ζωή του ανθρωπίνου όντος, αλλά από τη σύστασή του ως είδους, την αρχική στιγμή. Ακόμη, μπορούμε να επικαλεστούμε και άλλες μαρτυρίες όσον αφορά την αρχαιότητα αυτού του μύθου. Ο Παυσανίας [9] αποδίδει στον Ονομάκριτο, τον οποίο οι Έλληνες τοποθετούσαν χρονικά στην κλασική περίοδο, την ίδρυση των ιεροτελεστιών του Διονύσου, κατά τις οποίες αναπαρίστατο ο τρόπος με τον οποίο οι Τιτάνες προκαλούσαν το μαρτύριο του θεού.
Αυτό καταδεικνύει ότι ο Παυσανίας γνώριζε την ύπαρξη Διονυσιακών τελετών – αναμφίβολα μυστηριακών- κατά την κλασική περίοδο. Είναι πιθανό μια ιερή ιστορία, η οποία αφηγείται τη γένεση των ανθρώπων και την προέλευση του αμαρτήματος το οποίο πρέπει να εξιλεωθεί, να απαγγέλλονταν σε μυητικές τελετές οι οποίες θα εξηγούσαν τη σωστή διαδικασία ώστε να επιτευχθεί ένας καλύτερος προορισμός στον άλλο κόσμο. Εν μέσω του 5ου αιώνα π.Χ. βρίσκουμε άλλη μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία του Ηροδότου.[10]
Λένε οι Αιγύπτιοι ότι αυτοί που κυριαρχούν στον Καταχθόνιο κόσμο είναι η Δήμητρα και ο Διόνυσος. Ήταν, επίσης, οι Αιγύπτιοι αυτοί που πρώτοι διατύπωσαν τη δοξασία ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη και ότι, μετά το θάνατο του σώματος, εισέρχεται σε άλλο ον που ξαναγίνεται πάντα ζωντανό. Αφού περάσει από όλα τα επίγεια όντα, τα θαλάσσια και τα πτερωτά, επανέρχεται στο σώμα ενός ανθρώπου που πρόκειται σύντομα να γεννηθεί και ολοκληρώνει αυτόν τον κύκλο σε τρεις χιλιάδες χρόνια. Υπάρχουν μερικοί Έλληνες, άλλοι πριν και άλλοι κατόπιν -τα ονόματα των οποίων, αν και γνωρίζω, δεν θα αναφέρω- που ακολούθησαν αυτή τη θεωρία σαν να ήταν δική τους.
Ο Ηρόδοτος μεταφράζει τα ονόματα των Αιγυπτίων θεών κατά τέτοιον τρόπο, ώστε η Δήμητρα να αντιστοιχεί στην Ίσιδα και ο Διόνυσος στον Οσιρι. Όμως, σύμφωνα με την ομόφωνη μαρτυρία των αιγυπτιολόγων,[11] η θεωρία της μετεμψύχωσης αναμφίβολα δεν είναι αιγυπτιακή. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, αυτό που περισσότερο μας λυπεί είναι ότι ο ιστορικός δεν θέλησε να αναφέρει ρητά το ποιοι είναι οι Έλληνες – «κάποιοι πριν, κάποιοι κατόπιν»- τους οποίους αναφέρει ως υποστηρικτές αυτής της θεωρίας.
Όπως ήταν αναμενόμενο, στη σύγχρονη εποχή συζητήθηκε πολύ το αν ο Ηρόδοτος αναφέρεται στους Ορφικούς και τον Πυθαγόρα, στους Ορφικούς και τον Εμπεδοκλή ή στον Πυθαγόρα και τον Εμπεδοκλή. [12] Προσωπικά μου φαίνεται ως πιο πειστική η ερμηνεία του Μπέρκρετ (Burkret), σύμφωνα με την οποία ο Ηρόδοτος αναφέρεται στον Πυθαγόρα και τον Εμπεδοκλή, αλλά θεωρεί δεδομένο ότι οι Ορφικοί και ο Πυθαγόρας είναι ένα και το αυτό. [13]
Ο Ηρόδοτος δείχνει την ίδια έλλειψη σαφήνειας σε τρία χωρία (2,61· 132· 170) όπου αναφέρεται σε ιεροτελεστίες του Οσίριδος, τις οποίες δεν θεωρεί θεμιτό από θρησκευτικής πλευράς να μνημονεύσει. Στην Αίγυπτο, αυτές οι τελετές και οι μύθοι δεν ήταν μυστικά, ούτε και αποτελούσαν τμήματα μυστηρίων. Γι’ αυτό το λόγο, διάφοροι συγγραφείς [14] θεωρούν ότι αυτή η παράξενη σιωπή του ιστορικού εξηγείται μόνον εάν στην εποχή του, στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια των Βακχικών μυστηρίων, διηγούνταν μια παρεμφερή ιστορία (το διαμελισμό του Διονύσου) στην οποία δεν ήταν όντως θεμιτό να αναφερθεί.
Τέλος, προερχόμενο από μια εποχή ακόμη πιο παλιά, διατηρούμε ένα απόσπασμα του Πινδάρου (6ος-5ος αιώνας π.Χ.) το οποίο ο Πλάτων μετέδωσε ως μαρτυρία της θεωρίας της μετεμψύχωσης, [15] όπου ο Θηβαίος ποιητής αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο οι ψυχές πρέπει να τιμωρηθούν για ένα «παλαιό αδίκημα» διαπραχθέν εις βάρος της Περσεφόνης (που δεν μπορεί να είναι άλλο από το θάνατο του γιου της Διονύσου από τους Τιτάνες, προγόνους των ανθρώπων), και στο πως θα ελευθερωθούν όταν επιτύχουν τη συγγνώμη της καταχθόνιας θεάς.[16] Σε ένα χρυσό έλασμα της Πελίννας [17] προσδιορίζεται πως είναι ο ίδιος ο Διόνυσος αυτός που γνωστοποιεί στη μητέρα του τη στιγμή κατά την οποία η ψυχή επιτυγχάνει την απελευθέρωση: «Πες στην Περσεφόνη ότι ο ίδιος ο Βάκχος σε ελευθέρωσε».
Alberto Bernabe
Πανεπιστήμιο Compluence της Μαδρίτης
Υποσημειώσεις
-Ευχαριστώ θερμά την κ. Πηνελόπη Σταυριανοπούλου για την ελληνική μετάφραση του κειμένου.
[1] Κυρίως από τον R.Edmonds, «Tearing apart the Zagrus Myth.: a few disparaging remarks on Orphism and Originai Sin», Classical Antiquity, 18, 1999, 35-73. Αλλά Βλέπε τα επιχειρήματα του A. Bernabé, «La toile de Penèlope: a-t-il existé un mythe orphique sur Dionisos et les Titans?», Revue de l’ Histoire des Religions 219, 2002, 401- 433.
[2] Πλάτωνος Κρατύλος 400c.
[3] Βλ. G. Casadio, «La metempsicosi tra Orfeo e Pitagora», en Ph. Borgeaud (ed), Orphisme et Orphée, en l’ honneur de Jean Rudhardt, Genève 1991,119-155.
[4] Καλλίμ. 43, 117 Pfeiffer [OF 34 Β. Από εδώ και στο εξής το OF ακολουθούμενο από έναν αριθμό αναφέρεται στον αριθμό του χωρίου της έκδοσης (στο τυπογραφείο των Ορφικών αποσπασμάτων, έργο του συγγραφέα του παρόντος άρθρου στις εκδόσεις Biblioteca Teubneriana), Εύφορ. Απόσπ. 86 De Cuenca = 92 Van Groningen (OF 35B.), Schol. Tzetz. In Lycophr. Alex 208 (98, 6Scheer, cf Callim. Fr. 643 Pf. Euphor. Fr. 13 de Cuenca) (OF 36B.)
[5] I.M. Linforth, 1941 The Arts of Orpheus, Berkeley-Los Angeles 1941, 339 s, Edmonds, art. Cit., 43ss. Έχω αντικρούσει διεξοδικά τα επιχειρήματα του oro Bernabé, ό.π.
[6] Πλάτωνος Πολιτεία 363c και Γοργίας 493b βασιζόμενος σε Ορφική πηγή, περιγράφει μια τιμωρία στον άλλο κόσμο που ήταν το να κουβαλάει ο τιμωρημένος νερό μέσα σε ένα κόσκινο. Το όργανο της τιμωρίας θυμίζει σαφώς την αιτία της ποινής, την ανικανότητα να καθαριστεί η ψυχή από το αρνητικό και διεφθαρμένο μέρος, κατά τον ίδιο τρόπο που καθαρίζει κανείς το αλεύρι από τις ακαθαρσίες. Βλ. Α. Bernabé, «Platone e l’ orfismo», en G. Sfameni Gasparro (ed.), Destino e salvezza: tra culti pagani e gnosi cristiana. Itinerari storico-religiosi sulle orme di Ugo Bianchi, Cosenza 1998, 37-97:76.
[7] Όπως Κρατ. 400 (OF 430 I).
[8] Πλάτωνος Νόμοι 845b (OF 37 II Β.)
[9] Παυσανία 8,37,5 (OF 39 B.)
[10] Ηροδοτ. 2,123 (OF 423 B.)
[11] Βλ. π.χ. τα σχόλια του Lloyd σχετικά με αυτό το χωρίο, με βιβλιογραφία.
[12] Βλ. σχετικά με το ζήτημα στο Casadio, ó.π., 203 α. 9.
[13] W. Burkret, 1972 Lore and scince in ancient Pythagoreanism,CambridgeMass. 1972, 126 n. 38.
[14] Βλ. κυρίως W. Burkret, Homo necans, The antropology of ancient Greek sacrificial ritual and myth,Berlin-New York 1983, 225 n. 43.
[15] Πίνδ. fr. 133 Snell-Maehl. (OF 443 B.)
[16] Βλ. A. Bernabé, «Una cita de Pindaro en Platon Men 81 b (fr. 133 Sn.-M)», στον J. A. Lopez (ed.), Desde los poemas homéricos hasta la prosa griega del siglo IV d.C. Veintiséis estudios folologicos,Madrid 1999, 239-259, με την πλούσια βιβλιογραφία που αναφέρεται στην εργασία αυτή.
[17] OF 485 Β.
Πηγή
- Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Ορφέας και Ορφισμός / Ένας Χριστός πρό Χριστού», τεύχος 266, 23 Δεκεμβρίου 2004.
Αναρτήθηκε στις Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις | Με ετικέτα alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άρθρα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Θρησκεία, Μυθολογία, Ορφέας, Ορφεύς, Ορφικά, Ορφικοί | Leave a Comment »
Η απεργία του 1933 στο Άργος
Συμβολή στην ιστορία του αγροτικού και συνδικαλιστικού κινήματος στην Αργολίδα
Η απεργία του 1933 στο Άργος
Γενικά προλογικά
Η ιστορία του συνδικαλιστικού και εργατικού κινήματος αποτελεί, σήμερα, σε όλες τις χώρες του κόσμου, ιδιαίτερο κλάδο της ιστορικής έρευνας. Στην Ελλάδα, εξαιτίας των γνωστών περιπετειών που ακολούθησαν το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο ιστορικός αυτός κλάδος ουδέποτε αναπτύχθηκε μέχρι σήμερα και οι προσπάθειες, συστηματικές αυτή τη φορά, για έρευνα και συγκέντρωση υλικού, χρονολογούνται εδώ και μόλις μερικά χρόνια, με πρωτοβουλία μεμονωμένων επιστημόνων, και εντελώς πρόσφατα της ΓΣΕΕ, καθώς και ομάδας επιστημόνων – ερευνητών. Οπωσδήποτε, η πρώτη προσπάθεια για συγγραφή ιστορίας για το θέμα, με γνωστές, πια, τις αδυναμίες της εποχής, των συνθηκών και του συγγραφέα, οφείλεται στον Γιάννη Κορδάτο («Ιστορία του εργατικού κινήματος»), ενώ από τα πιο πρόσφατα έργα εκείνο του Θ. Κατσανέβα πραγματεύεται τη σύγχρονη εξέλιξη του κινήματος (εκδ. το 1981). Οφείλουμε, επίσης, να μνημονεύσουμε το έργο του Γιώργου Κουκουλέ, που κυκλοφόρησε το 1984 («Για μια ιστορία του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος»), το οποίο θα αποδειχθεί εξαιρετικά χρήσιμο για τις μεθοδολογικές αρχές που προτείνει (βλ. και ομώνυμο άρθρο του στο «Αντί» της 29-10-82, όπου παρέχονται με συντομία κύριοι άξονες του βιβλίου του).
Γενικά για την Αργολίδα
Θα ήταν περίεργο, με όσα ειπώθηκαν παραπάνω, να έχει γραφεί μια τοπική ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος στην Αργολίδα. Σε σχέση με άλλες περιοχές της χώρας μας, τέτοιο κίνημα δεν φαίνεται να αναπτύχθηκε ιδιαίτερα πριν από την τελευταία δεκαετία, αλλ’ αυτό δε σημαίνει, βέβαια, ότι δεν υπήρξε ούτε ότι δεν έχει, σήμερα, σημασία να ερευνηθεί, ως μια σημαντική πλευρά της κοινωνικής ιστορίας του Νομού μας. Κι όμως, στον τοπικό τύπο, του οποίου ολοκληρώσαμε την αποδελτίωση, δεν βρήκαμε ούτε μία ανάλυση ή, έστω, σύντομο ιστορικό σημείωμα για το θέμα αυτό. Επομένως, μένει ν’ αρχίσουν όλα από την αρχή! Βασικά, ν’ αναζητηθούν ζωντανά, ακόμα, πρόσωπα που είχαν μιαν οποιαδήποτε συμμετοχή στο συνδικαλιστικό κίνημα του Νομού, τυχόν σημειώσεις ή αρχεία οργανώσεων ή και στελεχών, κάθε είδους σχετικό έντυπο (προκηρύξεις κ.λπ.).
Από την πλευρά – μας, στην αποδελτίωση του τοπικού τύπου φροντίσαμε να συγκροτήσουμε, με το υλικό που βρήκαμε, μια χωριστή ενότητα, με πολύ διασπασμένο και κατεσπαρμένο υλικό, μικρό σε αριθμό και όγκο. Εφόσον υπάρξει στο Νομό μελλοντικά κάποια σοβαρή εκδοτική προσπάθεια, με ενδιαφέρον για τοπικά θέματα και προβλήματα, ασφαλώς θα προβούμε στην ανατύπωση και σχολιασμό όλου αυτού του υλικού. Στο μεταξύ, αποτελεί βασικό έργο και καθήκον, νομίζουμε, του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου των πόλεων του Νομού, η μέριμνα για την έρευνα και συλλογή του όλου υλικού που αναφέραμε. Το έργο αυτό πρέπει ν’ αρχίσει το συντομότερο δυνατό αφού πρόσωπα φεύγουν και άλλων η μνήμη αδυνατίζει.
Απεργίες και η απεργία του 1933
Στις μέρες μας έχει αναφερθεί, από σύγχρονους ιστορικούς, το επεισόδιο της πρώτης απεργίας τεχνικών του ελληνικού τύπου, που έγινε στο Ναύπλιο, το 1826, με κύριο υποκινητή της τον Κωνστ. Τόμπρα, τυπογράφο από τις Κυδωνίες της Μ. Ασίας, πρωτοπόρο της τυπογραφίας στη σύγχρονη Ελλάδα, ο οποίος εγκαταστάθηκε και έμεινε στο Ναύπλιο για πολλές δεκαετίες, ιδρύοντας και το ομώνυμο τυπογραφείο. Αλλά, βέβαια, μια τέτοια απεργιακή κίνηση δεν συνιστά, από μόνη της, συνδικαλιστικό κίνημα.
Στον τοπικό τύπο βρίσκουμε πληροφορίες για τις συνθήκες εργασίας. Έτσι, στο «Άργος» της 7-8-1915 δημοσιεύεται άρθρο του δικηγόρου Γ. I. Μουτζουρίδη, όπου κάτω από τον εύγλωττο τίτλο «περί σωματεμπορίας εν Ελλάδι» ο συγγραφέας και πρόεδρος, τότε, της σχολής για άπορα παιδιά στο Ναύπλιο, καταγγέλει το γεγονός ότι νοικιάζονταν, με ετήσιο μίσθωμα 100-150 δραχμών και με παροχή μόνο ξερού ψωμιού, παιδιά σε στιλβωτήρια (τη στιγμή που η εργασία του καθενός απέφερε 2-4 δρχ. την ημέρα, δηλ. πάνω από 1.000 δρχ. το χρόνο…), από πράκτορες που γύριζαν τα χωριά και, κάποτε, πετύχαιναν τη «μίσθωση» αυτή από τους γονείς των παιδιών.
Επισημαίνει, επίσης, την αδιαφορία της πολιτείας για το γεγονός, καθώς και για τη μόρφωση των παιδιών αυτών σε νυχτερινές σχολές. Αλλά και για απεργιακές κινήσεις υπάρχουν δημοσιευμένες στον τύπο πληροφορίες από τις αρχές του 20ού αιώνα. Στο «Άργος», πάλι, βρίσκουμε την είδηση για μεγάλη απεργία σιδηροδρομικών, σε πανελλήνια κλίμακα, την οποία ακολούθησαν συλλογικά οι εργαζόμενοι στους σταθμούς του Άργους και των Μύλων. Απεργοσπάστες, όμως, υπάλληλοι των ΣΠΑΠ έκαναν να λειτουργήσει αμαξοστοιχία, που έφθασε από την Καλαμάτα στο Άργος («Άργος», φ. της 24-9-1906). Εκεί έγινε δεκτή με αποδοκιμασίες από τους απεργούς, χωρίς να θίξουν κανένα. Τότε, κάποιος οπλισμένος επιβάτης πυροβόλησε με το μάλινχέρ του και παραλίγο να υπάρξει νεκρός. Ο δράστης διέφυγε μόλις το λυντσάρισμα από χωροφύλακες που επενέβησαν και τον παρέδωσαν στη Δικαιοσύνη. Η αμαξοστοιχία, όμως, κατέληξε στο Ναύπλιο και οι επιβάτες έφυγαν… με πλοίο για τον Πειραιά.
Πληροφορίες συγκεκριμένες για συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων βρίσκουμε, πάντως, δημοσιευμένες μετά το 1925. Ταυτόχρονα, από δημοσιεύματα, διαπιστώνουμε και τις αντιδράσεις των εργοδοτών, όπως των μελών του «Εμποροβιομηχανικού Συλλόγου» που είχε πρωτοσυσταθεί από τα τέλη του 19ου αιώνα. Από την πλευρά της ιστορίας των νοοτροπιών, είναι ενδεικτικές αντιδράσεις όπως ανώνυμου (κι αυτό πολύ ενδεικτικό!…) αναγνώστη της εφημερίδας «Τελέσιλλα» (16-3-1930), που αποδοκιμάζει έντονα τις «κοινωνικές προσμίξεις» στις δημόσιες εκδηλώσεις.
Η περίπτωση της απεργίας του 1933 στο Άργος παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πρώτα απ’ όλα επειδή σημειώνεται σε κλάδο βιομηχανικής παραγωγής που αναπτύχθηκε από τους πρώτους (αν όχι πρώτος) στο Νομό, δηλαδή σε υφαντουργείο. Σημειώνουμε ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε υπόψη μας μέχρι σήμερα, οι πρώτες υφαντουργικές μονάδες στο Νομό (των αδελφών Διαμαντόπουλου στο Άργος) φαίνεται ότι δημιουργήθηκαν προς το τέλος της δεκαετίας του 1880 (αναφέρονται, για πρώτη φορά, σε εμπορικό οδηγό του 1892). Κατά δεύτερο λόγο, επειδή οι εργαζόμενοι ήταν γυναίκες – και είναι γνωστό το χαμηλό επίπεδο εργασιακής χειραφέτησής τους σε μικρά αστικά κέντρα, όπως το Άργος.
Τέλος, η περίπτωση παρουσιάζει ενδιαφέρον και για το ότι αποτελεί το μόνο γεγονός του συνδικαλιστικού κινήματος στο Νομό για το οποίο έχουμε όχι μόνο πληροφορίες ακριβείς, αλλά και σαφείς τοποθετήσεις από δύο διαφορετικά όργανα του Άργους, δηλαδή τις εφημερίδες «Ασπίς» και «Αργειακά Νέα» – η πρώτη προσκείμενη στη βενιζελική παράταξη και η δεύτερη σαφώς στο Λαϊκό κόμμα.
Βέβαια, οι πληροφορίες που δίνονται δεν εκφράζονται από τα δρώντα πρόσωπα, τις εργαζόμενες και τους εργοδότες. Δεν έχουμε, έτσι, άμεση γνώση των δικών τους θέσεων. Όμως, η πληροφόρηση των δύο εφημερίδων είναι τέτοια, ώστε να μπορούμε να ανασυστήσουμε τα γεγονότα, τα αιτήματα και τη στάση εργαζομένων – εργοδοτών, αλλά και τις παραπέρα συνέπειες.
Εκτός, όμως, από αυτά, η αρθρογραφία της «Ασπίδας» και των «Αργειακών Νέων» είναι σημαντικό στοιχείο και για κάτι άλλο: μας επιτρέπει ν’ αναλύσουμε τη νοοτροπία και την πολιτική θέση (που είναι και κοινωνική) των προσκείμενων σε δύο πολιτικές παρατάξεις τις εποχής, οι οποίοι, βέβαια, δεν είναι μόνον οι αρθρογράφοι των δύο εφημερίδων. Πολύ συζήτηση έγινε για την απεργία στην πόλη και δεν είναι άστοχο να υποθέσουμε βάσιμα ότι στα άρθρα που γράφτηκαν «πέρασαν» αντιλήψεις και θέσεις που εκφράζανε πολύ περισσότερους από τους δημοσιογράφους (οι δημοσιογράφοι, τότε, ήταν σχεδόν αποκλειστικά, στον τοπικό τύπο, επαγγελματίες σε άλλη εργασία – συνήθως ελεύθερο επάγγελμα – δεν «ζούσαν» από την εφημερίδα). Τελικά, φθάνουμε, έτσι, να εντοπίσουμε τις ιδεολογικές διεργασίες που προκλήθηκαν στην πόλη από την απεργία, ενώ θα πρέπει να θυμίσουμε ότι στην κυβέρνηση βρισκόταν το Λαϊκό Κόμμα κι ότι, πριν μερικούς μήνες, είχε εκδηλωθεί και παταχθεί το κίνημα των βενιζελικών αξιωματικών, ενώ από μία πενταετία είχε ψηφιστεί ο περίφημος νόμος για το «ιδιώνυμο».
Τα γεγονότα
Πρώτη η «Ασπίδα» (29-10-33) ανέφερε το γεγονός της απεργίας, με σχόλιο εναντίον της, για να επανέλθει άλλες δύο φορές, με σχόλιο της 5-11-33 και κύριο άρθρο – σχόλιο στο ίδιο φύλλο, όπου πήρε, πλέον, πολύ διαφορετική θέση. Από την πλευρά τους, τα «Αργειακά Νέα » δημοσίευσαν σε δύο φύλλα (1 και 16-11-33) δύο πληροφοριακά άρθρα με σχόλια έντονα κατά της απεργίας. Από την αρθρογραφία αυτή διαγράφονται τα εξής γεγονότα. Στο υφαντουργείο Ρόκα και αδελφών Παζιώτα απολύθηκε μία εργάτρια για λόγους που δεν αναφέρονται. Η απόλυση αυτή αποτέλεσε και την αιτία της απεργίας, στην οποία προβλήθηκαν και άλλα αιτήματα, με σχετικό υπόμνημα (οκτάωρο, αύξηση ημερομισθίων κ.α.).
Από την «Ασπίδα » δίνεται, μάλιστα, η πληροφορία ότι οι εργάτριες εργάζονταν περισσότερο από το κανονικό χωρίς να αμείβονται καλά (έπαιρναν 15-19 δρχ. την ημέρα, με τις οποίες, υποστήριζε η εφημερίδα, δεν μπορούσαν να ζήσουν). Η απεργία κράτησε πάνω από τέσσερις μέρες, αλλά έγινε άμεση επέμβαση των αστυνομικών και δικαστικών αρχών, με αποτέλεσμα να παραπεμφθούν, όπως φαίνεται, για αυτόφωρο αδίκημα (παρεμπόδιση εργασίας) τέσσερις εργάτριες, που πρωτοστατούσαν στην απεργία, καθώς και οκτώ εργάτες ως υποκινητές.
Οι πρώτες καταδικάστηκαν σε 15 ήμερη και οι τελευταίοι σε 25ήμερη φυλάκιση. Από την ειδησεογραφία συμπεραίνουμε ότι η απεργία έληξε μετά από αυτή την επέμβαση, χωρίς να γίνουν δεκτά τα αιτήματα. Στην «Ασπίδα», μάλιστα, της 5-11-33 γίνεται λόγος για πραγματικό ανθρωποκυνηγητό της χωροφυλακής κατά των απεργών μέχρι μέσα στα σπίτια τους και για «μέτρα βίας». Από το άλλο μέρος, δεν φαίνεται να υπήρχε οργανωμένο σωματείο στο εργοστάσιο, αφού γίνεται λόγος για απουσία «επιτροπής» που να «διαχειρίζεται υπευθύνως τα ζητήματα» των εργατριών (δεν θίγεται, όμως, και το αν, με τις τότε συνθήκες, υπήρχε δυνατότητα για συγκρότηση παρόμοιας «επιτροπής»), ενώ αναφέρεται ισχυρισμός των εργοστασιαρχών ότι μέχρι την τέταρτη μέρα της απεργίας «δεν είχον ιδέαν αιτημάτων των εργατών και εργατριών».
Τέλος, επισημαίνεται ότι οι απεργές εμπόδισαν απεργοσπάστριες να εργαστούν, πράγμα που έδωσε και την αφορμή για την επέμβαση της χωροφυλακής, ενώ, ως προς την απήχηση της απεργίας στην πόλη, θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι υπήρξε έντονη, αν κρίνουμε από την επιθετική, σχεδόν πανικόβλητη αρθρογραφία των «Αργειακών Νέων» και από την αντιφατική καθησυχαστική βεβαίωση της «Ασπίδας» (ότι επρόκειτο για «μικρό επεισόδιο, ασήμαντον καθεαυτό»), που κράτησε, όμως για μέρες σε αγωνία εργάτες και εργοδότες, αλλά και κύριο άρθρο και σχόλιο στο ίδιο αυτό φύλλο της εφημερίδας που, «φρονίμως ποιούσα», φρόντισε να μην επανέλθει, πια, στα γεγονότα αυτά.
Πάντως, με πρόχειρες διασταυρώσεις γνωμών ανθρώπων που έζησαν την εποχή και ανεξάρτητα από τις τότε πολιτικές και κοινωνικές τοποθετήσεις τους, μπορούμε με ασφάλεια να συμπεράνουμε ότι η απεργία αυτή προκάλεσε έντονα συναισθήματα και πέρα από ‘Αργος, στο Ναύπλιο και αλλού. Ο αποκλεισμός του εργοστασίου και των γύρω δρόμων από τους απεργούς και ο τρόπος που επιλέχθηκε, τότε, για την επίλυση μιας εργασιακής σύγκρουσης, εξαιρετικά βίαιος όπως φαίνεται, ήταν φυσικό ν’ αποτελέσει γεγονός πρώτης σημασίας. Μένει να ερευνηθεί, καθώς είναι ευνόητο, το ποια επιρροή είχε η απεργία αυτή και η συγκεκριμένη αντίδραση των εργοδοτών στη μετέπειτα πορεία του όποιου συνδικαλιστικού κινήματος, στην πόλη και στο Νομό.
Η ιδεολογική αντιμετώπιση
Τόσο από την «Ασπίδα» (έμμεσα), όσο και από τα «Αργειακά Νέα» (άμεσα και απροκάλυπτα) γίνεται λόγος για ανάμιξη στελεχών του ΚΚΕ Άργους (συγκεκριμένα του Αντ. Γιατρά) στην κήρυξη της απεργίας, ως υποκινητών και εμπνευστών. Είναι χαρακτηριστική για την εποχή η ταύτιση εργατικού – συνδικαλιστικού κινήματος και κομμουνιστικού κόμματος (είναι αλήθεια ότι την ταύτιση αυτή η «Ασπίδα» την αποφεύγει ρητά, θεωρώντας την κομμουνιστική παρεμβολή περισσότερο σαν ενδεχόμενο, οργανωτικό, βέβαια κίνδυνο). Από κει και πέρα, όμως, οι αρθρογράφοι των δύο εφημερίδων διαφοροποιούνται σε μεγάλο βαθμό. Η διαφοροποίηση αυτή μαρτυρεί ότι και στο Άργος, οι διαφορές ανάμεσα στο βενιζελισμό και στον παραδοσιακό συντηρητικό κόσμο, με αφορμή μια τοπική κοινωνική σύγκρουση, «λειτούργησαν» αμέσως και ότι δύο διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές τοποθετήσεις διαγράφηκαν ξεκάθαρα και σχεδόν άμεσα.
Από το ένα μέρος η συλλογιστική της «Ασπίδας»: μετά μια ενστικτώδη, θα λέγαμε, αρνητική αντίδραση στην αρχή, παίρνεται μια ξεκάθαρη θέση. Ναι, είχαν δίκιο να απεργήσουν οι εργάτριες, οι εργοδότες αντί να προσφεύγουν σε μέτρα βίας πρέπει «να εξετάσουν τα πράγματα βαθύτερον» και να πάρουν τα κατάλληλα μέτρα για να βελτιωθεί η θέση «των κοριτσιών που εργάζονται για την ανάπτυξη αυτής της ωραίας για την πόλη μας βιομηχανίας».
Χαρακτηρίζει, βέβαια, την απεργία «αψυχολόγητον και ανοργάνωτον», αλλά και κατακρίνει τη στάση της Αστυνομίας, που με τα μέτρα βίας οδηγεί «εις τα άκρα και θα εξαναγκάσει τας συντηρητικάς εργατρίας, χωρίς να το θέλουν, να ριφθούν εις τας αγκάλας του κομμουνισμού». Από το άλλο μέρος, η αντίδραση των «Αργειακών Νέων»: κομμουνιστικός δάκτυλος πίσω απ’ όλα, αδιαφορία των αστυνομικών οργάνων (παρ’ όλο που «και άλλοτε επεστήσαμεν την προσοχήν της αστυνομίας επί της λανθανούσης Κομμουνιστικής κινήσεως εν τη πόλει μας»), αλλά τελικά επέμβασή τους σωστική, αφού «διέλυσε τας αντάρτιδας». Τη «γραμμή» αυτή θα ακολουθήσει, άλλωστε, η εφημερίδα στα γενικότερα πολιτικά θέματα μέχρι το τέλος της έκδοσης της, πληροφορώντας, ανάμεσα στα άλλα, στο φύλλο της της 15-11-1934, ότι ο Αντ. Γιατράς εκτοπίστηκε στον Αγ. Ευστράτιο.
Κλείνουμε τούτο το άρθρο αντιγράφοντας κατά λέξη και δίχως σχόλια το εξής από την «Ασπίδα», μετά είκοσι περίπου χρόνια (φύλλο της 17-7-1955): «Και άλλοτε εγράψαμεν ότι εργάται και εργάτριαι που συνωστίζονται κάθε βράδυ στην πλατεία της Γούβας προς εξεύρεσιν εργασίας, και την κυκλοφορίαν δυσχεραίνουν με κίνδυνο δυστυχημάτων και εις τα γύρω καταστήματα εμποδίζουν την ομαλή κίνηση των πελατών των και συνεστήσαμεν την καθιέρωσιν ειδικού χώρου συγκεντρώσεώς των εις την όπισθεν πλατεία των Στρατώνων με την μερίμνη της Δημοτικής αρχής, ανέγερσιν ειδικών στεγάστρων μετά καθισμάτων. Επαναλαμβάνομεν την υπόδειξίν μας δια να λείψη εν άτοπον και εις κίνδυνος δυστυχημάτων».
Η εικόνα αυτή φέρνει στο νου ίσως πολύ προγενέστερες εποχές, ίσως τον αμερικάνικο Νότο της «Καλύβας του Μπάρμπα – Θωμά». Στην εποχή μας, βέβαια, μεσολαβεί και ο «κίνδυνος δυστυχημάτων»…
Περιοδικό «ελλέβορος», τεύχος 3-4, Άργος, Φθινόπωρο 1986 – Χειμώνας 1987.
Διαβάστε ακόμη:
Αναρτήθηκε στις Άργος - Ιστορικά, Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις | Με ετικέτα alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Απεργίες, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Η απεργία του 1933 στο Άργος, Ιστορία, ΚΚΕ, Πελοπόννησος, Πολιτισμός, Συνδικαλισμός, Υφαντουργία | Leave a Comment »
Αναρτήθηκε στις Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές | Με ετικέτα 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άρθρα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γεώργιος Β. Νικολάου, Επανάσταση, Ιστορία, Ορλωφικά, Πελοπόννησος, Συγγραφέας, επανάσταση του 1770 |





















