Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Καλλέργης Δ. Εμμανουήλ  (1835-1909)


 

  Σπανίως η τύχη εξύφανε τόσον γλυκύπικρον δράμα δια την ζωήν ενός θνητού. Ο Εμμανουήλ Καλλέργης, αφ’ ου ανεπτύχθη και εμορφώθη λαμπρώς και κατέστη έτοιμος να υπηρετήσει την πατρίδα, τότε ακριβώς εχάθη. Ο κακός δαίμων εφθόνησε τον τρισόλβιον θνητόν, όπως εφθόνησαν οι θεοί τον Βελεροφόντην, θελήσαντα ν’ αναβή μετά του Πηγάσου εις τον Όλυμπον, και τον μεν πτερωτόν ίππον του ανήρπασαν και κατέταξαν εις τους αστερισμούς, αυτόν δε κατέρριψαν εις την γην δια να διέλθη πλάνητα και οικτρόν τον υπόλοιπον βίον.

 Δ.Κ. Βαρδουνιώτης.

(Μη μας κακίσετε για την ορθογραφία. Η λογική του διαδικτύου μας υποχρεώνει να αποδίδουμε έτσι ορισμένα κείμενα).

Στις 17 Απρίλη του 1835 ο στρατηγός Καλλέργης και η σύζυγός του Σοφία, φέρνουν στον κόσμο ένα πανέμορφο αγόρι. Τον Εμμανουήλ.

Ο στρατηγός Δημήτριος Καλλέργης πανευτυχής διανύει την πιο ευτυχισμένη περίοδο της ζωής του. Αγαπητός από όλους τους Έλληνες για την προσφορά του στον ιερό αγώνα, απολαμβάνει την ικανοποίηση ότι η πατρίδα αναγνώρισε τις θυσίες στις οποίες υποβλήθηκε για την ελευθερία της. Αργότερα, όταν ο Εμμανουήλ θα γίνει 8 χρονών, ο στρατηγός θα πρωταγωνιστήσει μαζί με τον Μακρυγιάννη και άλλους αξιωματικούς στον αγώνα για την απόκτηση Συντάγματος. Ο Όθωνας που αρχικά αντιδρούσε, αναγκάστηκε να ενδώσει και να δεχτεί να αποκτήσει η Ελλάδα το πρώτο της Σύνταγμα. Ένας ακόμη λόγος για να τον αγαπήσει και να τον δεχτεί ως μεγάλο πατριώτη και αγωνιστή ο Ελληνικός λαός. Αργότερα, διορίζεται υπουργός των Στρατιωτικών, Πρεσβευτής κ.λ.π.

Η Μητέρα του Σοφία, ήταν κόρη του μεγάλου προύχοντα της Κορινθίας Θεοχάρη ή Θεοχαράκη Ρέντη, που υπήρξε α΄και εξ απορρήτων Γραμματέας και ομογάλακτος* του Τούρκου διοικητή της Κορίνθου Κιαμήλ Μπέη. Παρά την θερμή φιλία του με τον Μπέη της Κορίνθου και την προσφορά των υπηρεσιών του, όταν η πατρίδα τον χρειάστηκε ανταποκρίθηκε άμεσα και χωρίς δεύτερη σκέψη. Το 1818 μυήθηκε στην Φιλική Εταιρία από τον Αντώνιο Πελοπίδα. Το 1820 η Φιλική Εταιρία και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης τον διόρισαν   « Γενικόν Επίτροπον των πραγμάτων» της « Πελοποννησιακής Εφορείας». Το 1821 και ενώ έχει ξεσπάσει η επανάσταση εκλέχτηκε δυο φορές Γερουσιαστής της « Πελοποννησιακής Γερουσίας» και συμμετείχε στην Α΄Εθνοσυνέλευση που πραγματοποιήθηκε στο Άργος, την 1η Δεκεμβρίου 1821. Έλαβε μέρος στην πολιορκία της Κορίνθου όταν ο Κεχαγιάμπεης αναχώρησε και συνεργάστηκε για την δημιουργία αρτοποιείων στις Κεγχρεές και στα Εξαμίλια για τις ανάγκες του στρατού. Τον ίδιο χρόνο έδρασε και στα Τρίκορφα συνεργαζόμενος με τους Α. Υψηλάντη, Π.Π. Γερμανό, Ασημ. Ζαΐμη, Παν. Νοταρά κ.α. Τελικά, θυσιάζοντας τα πάντα στον αγώνα, πέθανε πάμπτωχος το 1825 στα Τρίκαλα Κορινθίας σε ηλικία μόλις 42 χρόνων.

* Πατέρας του Θεοχάρη, ήταν ο προύχοντας Χρήστος Ρέντης ο οποίος συνδεόταν με βαθειά φιλία με τον πατέρα του Κιαμήλ, Νουρή Μπέη. Ήταν τόση η φιλία των δύο ανδρών, ώστε από κοινού αποφάσισαν και ανέθεσαν τον θηλασμό των γιών τους στην ίδια τροφό.

Η Σοφία Καλλέργη, υπήρξε διάσημη για την σπάνια ομορφιά της, την μόρφωσή της και τα πλούτη της. Ένεκα αυτών των προσόντων η Σοφία έγινε το μήλο της έριδας μεταξύ των σημαντικότερων νέων της περιοχής. Την ερωτεύτηκε παράφορα ο ήρωας του αγώνα και γιος του μεγιστάνα της Κορινθίας Σωτήρη Νοταρά, Ιωάννης Νοταράς. Ωραίος ως αρχαίος θεός, γενναίος, πλούσιος και με το αξίωμα του στρατηγού, γνωστός με τον χαρακτηριστικό τίτλο Αρχοντόπουλο, αποτελούσε τον ιδανικό σύζυγο για την χαριτόβρυτη κόρη του Θεοχαράκη Ρέντη.

Όμως και άλλος Νοταράς, ο Παναγιωτάκης ερωτεύτηκε την Σοφία. Κι αυτός σημαντικός. Αντιστράτηγος κι αργότερα υπασπιστής του Όθωνα.

Για την καρδιά λοιπόν της ωραίας Σοφίας, ξέσπασε πόλεμος μεταξύ των δύο αντεραστών. Το 1826, κάηκε δυο φορές το Σοφικό και το πανέμορφο δάσος των πεύκων της Σολυγείας, η Ζάχολη, η Καστανιά, η Λαύκα και άλλες περιοχές ενώ σκοτώθηκαν περίπου 2000 Κορίνθιοι.

Νικητής από τον ολέθριο εμφύλιο και άδικο πόλεμο, βγήκε ο Ιωάννης Νοταράς. Μνηστεύθηκε την Σοφία αλλά δεν πρόλαβε να κάνει το γάμο. Σκοτώθηκε στο Φάληρο, μαζί με τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, στην φονική μάχη του Φαλήρου.

Αργότερα, παντρεύτηκε τον φίλο του αρραβωνιαστικού της στρατηγό Δημήτριο Καλλέργη και έζησε μαζί του αρμονική και ευτυχισμένη ζωή. Παρακολούθησε όλη την πολιτική ιστορία της ελεύθερης πλέον Ελλάδας μέχρι τον θάνατο του στρατηγού το 1868.

 

Εμμανουήλ Καλλέργης


 

 Εμμανουήλ Καλλέργης μαθητής στην στρατιωτική σχολή Saint-Cyr. Φωτογραφία από το Περιοδικό, « Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 36, Σεπτέμβριος 1990.

Εμμανουήλ Καλλέργης μαθητής στην στρατιωτική σχολή Saint-Cyr. Φωτογραφία από το Περιοδικό, « Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 36, Σεπτέμβριος 1990.

Ο Εμμανουήλ Καλλέργης έχει υπέροχα παιδικά χρόνια. Σε ηλικία 17 ετών και ενώ ακόμη είναι μαθητής του Γυμνασίου Ναυπλίου, ο πατέρας του τον στέλνει στο Παρίσι. Γίνεται δεκτός με αγάπη και ιδιαίτερη χαρά από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και μετά αυτοκράτορα της Γαλλίας Ναπολέοντα τον Γ΄που είναι στενός φίλος του πατέρα του. Ο νεαρός Εμμανουήλ, εύσωμος, ευθυτενής, ωραιότατος και ιδιαίτερα ευφυής, εγγράφεται στην περίφημη και αριστοκρατική στρατιωτική σχολή του Αγίου Κύρου. Είναι αρχές του 1853. Σε έξι μήνες γνωρίζει και μιλάει την Γαλλική γλώσσα ως μητρική. Παρακολουθεί τα μαθήματα της σχολής με προσοχή και επιμέλεια και το 1855 ολοκληρώνει τις σπουδές του με άριστα. Με την φροντίδα του αυτοκράτορα, εισάγεται στη σχολή των Γενικών Επιτελών, στην οποία φοιτά για δυο χρόνια. Τελειώνοντας τις σπουδές του κατατάσσεται για δυο χρόνια στα περίφημα Ιππικά συντάγματα των Ουσσάρων και των Δραγώνων. Το 1859, μετά από 7 χρόνια σπουδών, είναι πλέον έτοιμος να υπηρετήσει την πατρίδα. Φτάνει στην Ελλάδα, δίνει εξετάσεις στον στρατό, αριστεύει και κατατάσσεται στο Πυροβολικό ως Ανθυπολοχαγός. Είναι η 11η Δεκεμβρίου 1859.

 Δυστυχώς, δεν έμεινεν εν τη πατρίδι, όπου ανέμενεν αυτόν λαμπρόν μέλλον ως εκ της οικογενειακής περιωπής και της εξόχου προσωπικής μορφώσεως και αξίας του. Χαιρέκακος και φθονερά ειμαρμένη ώθει αυτόν προς την Γαλλίαν, προς ην τω ενέπνευσεν απαρηγόρητον νοσταλγίαν, δια να τον χάση δια παντός η Ελλάς, ήτις τότε έμελλε να δρέψη τους καρπούς των σπουδών του, συνάμα δε να καταστρέψη και αυτόν δια παντός.  

                                                                                                                        Δ.Κ.Βαρδουνιώτης.

Ο Εμμανουήλ, δεν θέλει να παραμείνει στην Ελλάδα. Επιθυμεί να επιστρέψει στο Παρίσι. Προσπαθεί και καταφέρνει να τοποθετηθεί στην Πρεσβεία της Ελλάδας στο Παρίσι ως στρατιωτικός ακόλουθος. Μάλιστα, εκείνη την εποχή Πρέσβης είναι ο πατέρας του.(1859).

Τον Δεκέμβριο του 1860, προάγεται στον βαθμό του Υπολοχαγού και μετατίθεται στο σώμα των Γενικών Επιτελών. Από τις αρχές του χρόνου όμως η ζωή του Εμμανουήλ, κυλά σαν όνειρο. Νεαρός, 25 χρόνων, κομψότατος και πολύ ωραίος, πνευματώδης και λεπτός στους τρόπους, δεξιοτέχνης κιθαρίστας και δεινός χορευτής, γιος στρατηγού και πρεσβευτή, ευνοούμενος του αυτοκράτορα, αγαπητός και αποδεκτός από τους αριστοκράτες της Γαλλίας, περνά μια ζωή πολυτελή, γεμάτη ατέλειωτες διασκεδάσεις.

Μάλιστα, η αυτοκράτειρα Ευγενία προτιμά να χορεύει μαζί του, στους ατέλειωτους χορούς του παλατιού. Δείχνει απροκάλυπτα την ιδιαίτερη συμπάθεια που τρέφει για τον ωραίο Έλληνα. Κι αυτός δεν μένει ασυγκίνητος. Την άνοιξη του 1861, ο Εμμανουήλ ερωτεύεται παράφορα την αυτοκράτειρα. Η συμπεριφορά του, ανεξέλεγκτη πλέον,  δημιουργεί πρόβλημα στην αυλή. Όλοι στο παλάτι φοβούνται το σκάνδαλο που μπορεί να ξεσπάσει.

Ο Γραμματέας του αυτοκράτορα αναγκάζεται να ειδοποιήσει τον πατέρα του και πρεσβευτή – που ήταν σε άδεια στην Ελλάδα- για την προκλητική και χωρίς όρια διαγωγή του γιού του. Ο στρατηγός Καλλέργης φροντίζει αμέσως να επιστρέψει ο Εμμανουήλ στην Ελλάδα και παράλληλα παρακαλεί τον Υπουργό των Στρατιωτικών Δημήτριο Βότσαρη, να τον ανακαλέσει από την θέση του στο Παρίσι. Στις 2 Ιουνίου του 1861, ο Εμμανουήλ Καλλέργης επιστρέφει στην Ελλάδα και τοποθετείται στην διάθεση του Υπουργείου Στρατιωτικών.

Ο αθεράπευτος έρωτας του για την αυτοκράτειρα της Γαλλίας τον παρέσυρε σε καταστάσεις δυσάρεστες και οδυνηρές. Το Αρχηγείο – κατανοώντας την ψυχική του αδυναμία- φρόντισε να τον μεταθέσει διαδοχικά στη Διλοχία των Σκαπανέων, στη Σχολή Ευελπίδων, στα Στρατηγεία ανατολικής και δυτικής Ελλάδας κ.α.

Ο θάνατος του πατέρα του το 1867, επιβαρύνει περισσότερο την υγεία του. Έρχεται στο Ναύπλιο, όπου παραμένει μέχρι το 1869. Το 1869 η μητέρα του Σοφία τον φέρνει στο Άργος, στο οποίο θα ζήσει μέχρι το τέλος της ζωή του.

Τίποτα δεν στάθηκε ικανό να βελτιώσει τα πράγματα. Είναι πάντα περίλυπος και δυστυχής. Το 1869 τίθεται σε διαθεσιμότητα. Το 1872 σε αργία. Το 1878 προάγεται σε Ταγματάρχη των Γενικών Επιτελών. Το 1886, η ασθένειά του κρίνεται ανίατη και αποστρατεύεται. Μετά απ’ αυτά, ο Εμμανουήλ πάσχει πλέον από βαριά μελαγχολία που με τον χρόνο και τα γεγονότα, επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο και μετατρέπεται σε μανία καταδίωξης. Έχει συχνές κρίσεις που τον εξουθενώνουν.

Ο χρόνος δεν λειτουργεί ευεργετικά για τον- πάλαι ποτέ- λαμπρό αξιωματικό. Ζει μια ζωή μονότονη και άχαρη. Η μόνη παρηγοριά του είναι η κιθάρα του. Όσο κι αν τον κατέβαλε η ασθένειά του, ο χαρακτήρας του παρέμεινε αναλλοίωτος. Μέχρι το τέλος υπήρξε πνευματώδης, ευγενικός με τους ανθρώπους, προσηνής κι ευχάριστος. Οι παρέες της πόλης επεδίωκαν πάντα την συντροφιά του. Κι αυτός τους αποζημίωνε με την κιθάρα του και το τραγούδι του. Μολονότι τα οικονομικά του ήταν σε άθλια κατάσταση, ποτέ δεν δέχτηκε βοήθεια από κανένα. Πάντοτε αξιοπρεπής, περιφρονούσε τις απολαύσεις και τις πολυτέλειες, ξεπερνώντας τις στερήσεις με αξιοθαύμαστη υπομονή και στωικότητα.

Τεσσαράκοντα όλα έτη διήλθε πάσχων τας φρένας. Ουδέποτε ελησμόνησε την ευγένειαν της συμπεριφοράς του, την αξιοπρέπειαν του και την υπερηφάνειαν της καταγωγής του. Πάντοτε εστερείτο χρημάτων, διότι ήτο εις άκρον φιλάνθρωπος και ελευθέριος, ως εκ της νόσου του δε, ουδέποτε εμερίμνησε περί της ιδίας του  συντηρήσεως και των αναγκών του. Οι εν Αθήναις κάλλιστοι ανεψιοί του κ.κ. Δημ. Και Ιω. Καλλέργαι εφρόντιζον πάντοτε περί αυτού φιλοστόργως και αφειδώς. Αλλ’ αυτός δια της ελευθεριότητος του κατώρθωνε να ήνε πάντοτε απένταρος! Τα θυλάκια του ήσαν πίθος των Δαναίδων. 

Δ.Κ.Βαρδουνιώτης.

Αυτή είναι η πικρή ιστορία του Εμμανουήλ Καλλέργη. Μια ιστορία ζωής, έρωτα, πάθους, τρέλας, θανάτου. Ο Εμμανουήλ αγάπησε τόσο, ώστε να αγνοήσει την κοινωνία, να αδιαφορήσει για όσα άλλοι μάχονται, να περιφρονήσει τα πλούτη και την δόξα, επιλέγοντας να ζήσει στον δικό του κόσμο, τον κόσμο του ρομαντισμού, της θυσίας, της αιματηρής αγάπης.

Έζησε στο πατρικό του σπίτι. Το μέγαρο Καλλέργη που κτίστηκε επί Καποδίστρια. Στον μεγάλο και περιποιημένο κήπο του, περνούσε πολλές ώρες απομόνωσης και στοχασμών. Μισή ώρα πριν πεθάνει τραγουδούσε ένα χαρούμενο, ελαφρύ τραγουδάκι. Την Λουλούκα.

Τον ακριβέστερον όμως και μελαγχολικώτερον χαρακτηρισμόν και επίλογον της όλης ζωής του έδωκεν αυτός ο ίδιος εις μία φράσιν. Συνομιλών προ τινος καιρού μετά του ανεψιού του κ. Δημ. Καλλέργη τω είπεν˙” Είμην πρώτος εις το Παρίσι και τελευταίος εις το Άργος”.                                             

Δ.Κ.Βαρδουνιώτης.

 

Πηγές


  • Αργολικόν Ημερολόγιο 1910. Εκδιδόμενων υπό του εν Αθήναις συλλόγου των Αργείων.Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Δημ. Τερζόπουλου 1910.
  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.
  • Δωροβίνης Κ. Βασίλης, «Το Καλλέργειο (Παλάτιον της Κυβερνήσεως) στο Άργος / 160 χρόνια από την οικοδόμησή του», Περιοδικό: Αρχαιολογία & Τέχνες, τεύχος 36, Σεπτέμβριος 1990.

Ιωάννης -Αλέξανδρος Mπυσόν (Buchon, Jean Alexandre,1791-1846)


 

Buchon, Jean Alexandre (;)

Το 1840-1841 είχε επισκεφθεί την Αργολίδα ο Γάλλος συγγραφέας και ιστορικός Ιωάννης – Αλέξανδρος Mπυσόν (J.-A. Buchon). Αποτέλεσμα του ταξιδιού του και των μελετών του στην Ελλάδα υπήρξε το βιβλίο του Ηπειρωτική Ελλάς και ο Mοριάς, που εκδόθηκε το 1843.

Πιο συγκεκριμένα, τον Ιούλιο του 1841 επισκέπτεται το Άργος, όπου βλέπει τις θέρμες και το αρχαίο θέατρο, αλλά ενδιαφέρεται κυρίως για το κάστρο. Τότε εργαζόταν για τη μεσαιωνική Ελλάδα, κατά κύριο λόγο αναζητούσε γραπτά τεκμήρια για την περίοδο της Φραγκοκρατίας και ιδίως για το Πριγκιπάτο του Μοριά. Αυτό όμως δεν τον εμποδίζει από το να διατυπώνει οξυδερκείς παρατηρήσεις για την αναζήτηση της νεοελληνικής ταυτότητας, λίγα μόλις χρόνια μετά την απελευθέρωση από τον τούρκικο ζυγό. Πρώτος ανακάλυψε, μετέφρασε και εξέδωσε την ελληνική παραλλαγή του Χρονικού του Μορέως κατά τον Παρισινό κώδικα, συνοδεία σημειώσεων και μέρους του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου. Πρόκειται για την πρώτη έκδοση του Χρονικού, «La Grèce continentale et la Morée».

Εκπονεί επίσης το παρακάτω σχέδιο, το οποίο δημοσιεύεται στο: «Atlas des Nouvelles recherches historiques sur la principauté française de Morée et ses hautes baronies. Fondées à la suite de la quatrième croisade. Formant la deuxième partie de cet ouvrage, et servant de complément aux Éclaircissements historiques généalogiques et numismatiques sur la principauté française de Morée, et au voyage dans la Morée, la Grèce continentale, les Cyclades et les Isles ioniennes», par J. A. Buchon, Paris, 1843.

 

Άργος – Κάστρο των Φράγκων βαρώνων του Άργους από τον οίκο των Enghien, 1843. Σχέδιο του Jean – Alexandre Buchon (1791-1846).

Διαβάστε τη συνέχεια »

Κόκκινος επιτάφιος 


 

epitafiosΣυγγραφέας: Παΐδούση – Παπαντωνίου Γιόνα Μικέ

Εκδότης: Βιβλιόραμα

ISBN: 960-8087-74-0

Έτος έκδοσης: 2008

 
Στο βιβλίο της λαογράφου Γιόνας Μικέ Παϊδούση ξεδιπλώνεται η καθημερινότητα  της Κατοχής στα χωριά της Ερμιονίδας στη βόρειο ανατολική Πελοπόννησο. Καμβά της διήγησης αποτελεί η σταδιακή ανάπτυξη της ΕΠΟΝ στις περιοχές εκείνες, οι ελπίδες και οι αντιδράσεις που γέννησε το εαμικό κίνημα, η ένταξη σε αυτό μελών οικογενειών από υψηλά κοινωνικά στρώματα, η στάση των τοπικών κοινωνιών.

Εκτός από την παρουσίαση της πολιτικής και πολιτιστικής δράσης των αντιστασιακών οργανώσεων, βασικό στοιχείο του βιβλίου είναι η δραματική σύγκρουση στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας κατά την περίοδο του πολέμου, η παρουσία και δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας στην περιοχή και η αλλαγή των ανθρωπίνων σχέσεων κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Το βιβλίο ολοκληρώνεται με το ταξίδι της συγγραφέα στην Αθήνα και την άφιξή της στις σκληρές ημέρες της δεκεμβριανής σύγκρουσης του 1944. Στοιχείο παρόν με τρόπο άμεσο και έμμεσο σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης, ο θάνατος του αδελφού της, η έλλειψη του πατέρα, η στάση της μάνας, η μάχη για τη διατήρηση της δικής της αξιοπρέπειας και της οικογένειάς της.

«Έχουν ξεκληριστεί οικογένειες. Βλέπει κανείς και θλίβεται κείνα τα παιδάκια με τα αδύνατα ποδαράκια και χεράκια, με τις φουσκωμένες κοιλίτσες από τον ερεθισμένο σπλήνα. Και το τελευταίο που θα σκεφτούν είναι ο γιατρός – και τούτο όταν είναι πια αργά. Τούτα τα πλάσματα δεν ξέρουν σχεδόν τίποτα από μαγειρεμένο φαγητό. Ένα κομμάτι ψωμί, κι αυτό μετρημένο, είναι όλο κι όλο για να χορτάσουν την πείνα τους. Το αβγό μόνο που το βλέπουν, γιατί τα στέλνουν οι μανάδες τους στον μπακάλη, να το δώσουν, για να πάρουν λίγο ρύζι. Με συγχωρείτε, σύντροφε Παπά, δεν μπορώ να συνεχίσω.»

Έσπασε η καρδιά μου. Με πήραν τα κλάματα. Ο σύντροφος μου έσφιξε το χέρι με κατανόηση.
«Καλά, και συ με ποιους δουλεύεις;» ρώτησε.

«Είναι πολύ δύσκολο. Για καλή τύχη υπάρχουν μερικοί νέοι, με γράμματα του δημοτικού, αλλά με ανοιχτό μυαλό. Αυτοί αποκτήσανε γρήγορα συνείδηση του αγώνα. Αυτοί φέρανε τις αδελφές τους στην ΕΠΟΝ και τις μανάδες τους στην Εθνική Αλληλεγγύη.»
«Φαντάζομαι την Αντίδραση που αντιμετωπίζεις».

«Η Αντίδραση είναι οργανωμένη. Μα δεν είναι μόνο αυτό, και κάνουν ακόμη τους Βασιλικούς με το μισό τσαρούχι… Αντιμετωπίζω επικρίσεις, ακόμη και απειλές. Τα σχόλια σε βάρος μου αφθονούν. Ήρθαν στιγμές που βρέθηκα σε αμηχανία. Μα σαν αντίκρισα αυτές τις μορφές, τις σκαμμένες από το μόχθο και τη στέρηση, σαν αντίκριζα τα χλωμά προσωπάκια των παιδιών με τα φθινοπωρινά μάτια, έπαιρνα κουράγιο και προχωρούσα. Φτάνει να σας πω, για να πάρετε μια ιδέα της ατμόσφαιρας που μέσα της ζω και δουλεύω, πως μια συγγένισσά μου με σταμάτησε στο δρόμο και οργισμένη μου είπε να ντρέπομαι που είμαι παλιοκόριτσο, που προσβάλλω τέτοιο σόι, που πάω με τους αντάρτες για να παντρευτώ χωρίς προίκα, αφού έχω προίκα, και πως θέλω να φέρω τους κομμουνιστές για να κλείσουν την εκκλησία. Μα σαν έρθει ο βασιλιάς, θα με βάλει να του φιλήσω τα πόδια. Οι άντρες είναι λιγότερο εκδηλωτικοί. Κάνουν πως δε με βλέπουν. Με προσπερνούν χωρίς να χαιρετήσουν. Μόνο ένας, προσπερνώντας με στο δρόμο, έλεγε μέσα από τα δόντια του, με τρόπο που να τ’ ακούσω: «Κρίμα τα γράμματα που έμαθες, κόρη του γιατρού».»

Η διάλυση του στρατού του εικοσιένα*


  

Πες πώς βρεθήκαμε πάνω σε καράβι. Λογάριασε ακόμα πώς ξέσπασε μαύρος σίφουνας. Πανιά και ξάρτια τα ξέσκισε και τα σάρωσε ο αγέρας, οι αντένες σπάσαν και σωριάστηκαν τ’ άλμπουρα. Αντικρύσαμε βουνό το κύμα νάρχεται να μας καταπιεί, αρπάζοντας από την Κουβέρτα τους συντρόφους μας. Μέρες και νύχτες παλέψαμε να γλυτώσουμε από του Χάρου τα δόντια.

Ξάνοιξε τέλος κάπως η αντάρα και καταφέραμε να μπάσουμε το πλεούμενο σ’ έναν απάνεμο κόρφο. Δεν προφτάσαμε όμως να πούμε «σωθήκαμε» και να, βλέπουμε να μας περιτριγυρίζουν κουρσάροι, να πατάν το καράβι μας και να μας πετάνε έξω σ’ έρημη στεριά, νηστικούς, γυμνούς, με την ψυχή στο στόμα.

 

Έ, παρόμοιο δράμα ζήσαν τότες κι’ οι αγωνιστές του Εικοσιένα. Εκεί στον κάμπο του Άργους, βρίσκονταν συναγμένα, περιμένοντας τον ερχομό του βασιληά, πάνω από πέντε χιλιάδες παλικάρια, ό,τι σχεδόν απόμεινε από τ’ ασκέρι της λευτεριάς. Στο μακρόχρονο αγώνα τους ενάντια σε μια αυτοκρατορία που απλωνόταν από τα βάθη της Ανατολής ως τις Ηράκλειες Στήλες και από τον Προύθο ίσαμε την έρημο της Αφρικής, είχαν χάσει το κάθε τι – σπίτια, γυναίκες, παιδιά. Από τα μόνα που στέκονταν πλούσιοι είταν η ψείρα κι’ η δόξα. Γυμνοί και πεινασμένοι περίμεναν, τώρα με τον ερχομό των Ευρωπαίων, κάτι ν’ απολάψουνε κι’ αυτοί. Να χορτάσουνε, ας πούμε, ψωμί.

Οι μέρες πέρναγαν κι’ όσο που ο βαυαρέζικος στρατός χαιρόταν όλα τ’ αγαθά και καμάρωνες τη φαντασία του τέζα στους δρόμους τ’ Αναπλιού να ξερνοβολάει μεθυσμένη, οι αγωνιστές καρτέραγαν να δουν – κι’ άντε σήμερα κι’ άντε αύριο – ποια πρόβλεψη θα κάνουν και γι’ αυτούς.

Πραγματικά, η ώρα της αμοιβής δεν άργησε νάρθει. Έπειτα από σαράντα μέρες που πάτησαν οι σωτήρες στον τόπο μας, στις 2 του Μάρτη 1833, δημοσίεψαν το διάταγμα «περί διαλύσεως των ατάκτων στρατευμάτων».

Στέλνανε δηλαδή σε ανάθεμα εκείνους που λευτέρωσαν από αιώνες σκλαβιάς τούτη την πατρίδα. «Οι αντιβασιλιάδες» γράφουν οι Bower και Bolitho «είχαν τη ίδια γνώμη γι’ αυτούς, που είχε κι’ ο κόμις ντ’ Αρτουά για την παλιά φρουρά του Ναπολέοντα: Δεν μας χρειάζονται πια γενναίοι»! Κι’ η αλήθεια είναι πως σε τίποτα πια δε μας χρησίμευαν, μια και περιδιάβαζε καμαρωτός στην Ελλάδα ο στρατός των πραιτωριανών, που όπως παραδέχεται ένας τίμιος βαυαρός, ο υπολοχαγός τότε Χριστόφορος Νέζερ, «κατά το μεγαλύτερον μέρος του απετελέσθη εξ αλητών εκ του συρφετού του Γερμανικού λαού».

 

Έλληνες μετά από άτυχο εγχείρημα. Λιθογραφία του Decaisne ( Bibl. Nat., Paris ).

Έλληνες μετά από άτυχο εγχείρημα. Λιθογραφία του Decaisne ( Bibl. Nat., Paris ).

 

Αστροπελέκι νάπεφτε σε πεντακάθαρο ουρανό δε θα ξάφνιαζε έτσι τους αγωνιστές του Εικοσιένα. Απόμειναν γράφει ο Κασομούλης, «άπνοοι και άφωνοι ως φλομωμένοι ιχθύες. Απελπίσθηκαν, μη δυνάμενοι ούτε εμπρός ούτε πίσω να κινηθούν ένεκα της τρομεράς δυστυχίας των».

Άλλοι κλαίγοντας  σά μικρά παιδιά, σπάζανε τα ντουφέκια τους πάνω στα βράχια, άλλοι βγήκαν κλέφτες στα βουνά κι’ από τότες φούντωσε στον τόπο μας η ληστεία, κι’ άλλοι σήκωσαν μαύρα μπαϊράκια και ξεκίνησαν κυνηγημένοι από τους Βαυαρούς να πάνε στην Τουρκιά να βρούν ένα κομμάτι ψωμί να φάνε. Αυτό στάθηκε τ’ άδοξο τέλος του πιο δοξασμένου στρατού μας.

Τούτο το καλό που μας κάνανε οι Βαυαροί φτάνει, για να τους αναθεματίζουμε στους αιώνες των αιώνων.

«Ουδαμώς δ’ ήτο αβάσιμος η κατηγορία», γράφει ο Κυριακίδης, «η γενικώς αποδιδομένη τω Όθωνι τότε ότι δυσπίστως προς τους Έλληνας είχε τους ξένους προτιμών αντί να στηρίξη τον θρόνον αυτού επί της αγάπης και μόνον ταύτης του Ελληνικού λαού, αντί να περικυκλωθή υπό των Ελλήνων, αντί να δημιουργήση στρατόν εθνικόν και εις αυτόν να αναθέση την διαφύλαξιν του θρόνου και την υπεράσπισιν της τιμής της Πατρίδος, προυτίμα πάντοτε τους Βαυαρούς, εις αυτούς τα πάντα ενεπιστεύθη και έξ αυτών απετέλεσε τον στρατόν της Ελλάδος».**

Ο Αλέξανδρος Σούτσος με τούτους εδώ τους στίχους χτυπάει τον Όθωνα για τούτο το ανοσιούργημα των αντιβασιλιάδων:

 Ο μιαρός! Διέλυσε τον εθνικόν στρατόν μας.

Ο μιαρός! Κατέστρεψε τον κάθε πρόμαχό μας.

Εγκληματίαι και μωροί, φαντάσθηκαν οι ξένοι

πως η ξενοκρατία των παντοτινή θα μένη.

Ειν’ ικανοί, εκήρυττον, να έχωσιν εκείνοι

το Κράτος ως ασφάλειαν, τους Έλληνας ως κτήνη.

Κάμποσοι από κείνους τους δύστυχους παρουσιάστηκαν στον Όθωνα κι αφού ακούμπησαν στα πόδια του τρεις παντιέρες που οχτώ χρόνια ανέμιζαν οδηγώντας τα παλικάρια στη μάχη, του φανέρωσαν τα δίκια τους. Ο Όθωνας έγραψε στον πατέρα του, τον Λουδοβίκο της Βαυαρίας, ρωτώντας τον αν η απόφασις της αντιβασιλείας να σκορπίσει το στρατό του Εικοσιένα στεκόταν σωστή ή όχι. Κι’ ο μεγάλος φιλέλληνας που τόσους στίχους σκάρωσε για την Ελλάδα, του αποκρίθηκε πως είταν σωστή. «Εύγε του Μεγαλειοτάτου Βασιλέως!» γράφει, ο Μακρυγιάννης. «Μπρός εις το νιτερέσιον σου ούτε παιδί σου συλλογίστης, ούτε αθώον έθνος ματοκυλημένο. Διά τούτο όλοι οι τοιούτοι βασιλείς – ο τίτλος τους πρέπει να είναι «αθώων ανθρώπων τύραννοι»!

 Δημήτρης Φωτιάδης

 

Υποσημειώσεις


 * Το απόσπασμα που δημοσιεύουμε είναι από το ανέκδοτο έργο του Δημήτρη Φωτιάδη για την εποχή του Όθωνα και αναφέρεται στη διάλυση του στρατού του Εικοσιένα, στην πεδιάδα του Άργους, από τους Βαυαρούς το 1833.

 ** Κυριακίδης, «Ιστορία του συγχρόνου Ελληνισμού», τ. Α΄, σ. 291.

 

 Πηγή


  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.   

 

 

Τίρυνθα, Άργος, Μυκήνες –  Buchon, J. A. C.

  

Το 1840 – 1841 είχε επισκεφθεί την Αργολίδα ο Γάλλος συγγραφέας και ιστορικός Ιωάννης -Αλέξανδρος Mπυσόν (J.-A. Buchon). Αποτέλεσμα του ταξιδιού του και των μελετών του στην Ελλάδα υπήρξε το βιβλίο του Ηπειρωτική Ελλάς και ο Mοριάς, που εκδόθηκε το 1843.

Ας δούμε τι γράφει για την Τίρυνθα, το Άργος και τις Μυκήνες.

 

[…] Η Τίρυνθα βρίσκεται μόλις μισή λεύγα από το Ναύπλιο.  Είχε κτιστεί πάνω σ΄ ένα μικρό λόφο στην άκρη του Ναυπλιακού Κόλπου και από εκεί, μπορούσε κανείς να παρακολουθήσει την πεδιάδα του Άργους και τα κομμάτια γης που περιβάλλουν τον Κόλπο από τις δυο πλευρές, περίπου μέχρι το έλος της Λέρνης και να δει από μακριά να μετακινούνται οι βάρκες και τα καράβια που κατευθύνονταν προς το λιμάνι του Ναυπλίου.  Τα ελληνικά του τείχη, ήδη παλαιά την εποχή του Ομήρου, αποτελούνται από τεράστιους ασμίλευτους ογκόλιθους ενωμένους ενίοτε με πολύ μικρές πέτρες, αλλά χωρίς τη βοήθεια τσιμέντου.

Τα τείχη της Τίρυνθας

Τα τείχη της Τίρυνθας

 

Περιβάλλουν όλο το λόφο και πρόκειται για επιβλητική κατασκευή.  Εκείνη την εποχή των μη ακριβή μεγάλων πολεμικών μηχανών αυτά τα τείχη ήταν σε θέση να αντισταθούν όχι μόνο στην όποια επίθεση πειρατών που θα έφθαναν από τον Κόλπο, αλλά και στην όποια αιφνιδιαστική επίθεση μεγαλύτερου στρατού.  Όσο για κάποια τακτική πολιορκία, ο εσωτερικός του πληθυσμός ήταν πολύ λίγος και η κλίση του λόφου του ήταν πολύ μικρή και λίγη, για να την  φοβηθεί κάποιος πιο ισχυρός εχθρός.  Τα εσωτερικό της Ακρόπολης της Τίρυνθας είναι σήμερα ένα χωράφι με εξαιρετικό καπνό, και πάνω στις πλαγιές και ακόμα και στον κάμπο, αναπτύσσονται αμπέλια που παράγουν, λέγεται, πολύ καλό κρασί.

Ο ποταμός Ίναχος

Ο ποταμός Ίναχος

Σε άλλη μισή ώρα με σταθερό καλπασμό ενός καλού αλόγου άμαξας, φθάνουμε από τα ερείπια της  Τίρυνθας στη σύγχρονη πόλη του Άργους.  Πρόκειται για ένα είδος μεγάλης κωμόπολης κτισμένη σε πεδιάδα και που έχει περίπου 6000 κατοίκους.  Δυο ή τρία από τα σπίτια είναι αρκετά καλά κτισμένα και περίπου όλα έχουν έναν μικρό κήπο.  Το δημόσιο σχολείο και ο στρατώνας είναι επίσης καλά κτίρια.  Όλα τα σπίτια δείχνουν κάποια άνεση λόγω της καλλιέργειας του καπνού, του οποίου η ανωτερὀτητα της ποιότητας  είναι αναγνωρισμένη σε όλη την Ελλάδα .  Μερικά κομμάτια από αρχαία μάρμαρα εμφανίζονται που και που ανάμεσα στους τοίχους και πάνω στις εξωτερικές πόρτες των σπιτιών.  Σε μια οδό που οδηγεί στο βουνό, σταμάτησα μπροστά σε ένα πολύ όμορφο μαρμάρινο ανάγλυφο, ύψους έξι ποδιών, που  απεικονίζει την Αφροδίτη και τον   Έρωτα.

Η κόμμωση της Αφροδίτης έχει ωραίο σχήμα.  Αυτό το ανάγλυφο αποτελεί ένα εκ των δύο στύλων που στηρίζουν το υπέρθυρο  μιας αυλόπορτας τοποθετημένης στο δρόμο.  Πηγαίνοντας από την καινούργια πόλη προς το βουνό πάνω στο οποίο στέκονταν η ακρόπολη του Άργους και  το μεσαιωνικό κάστρο, βρίσκουμε πρώτα απομεινάρια ρωμαϊκών κατασκευών. Ἐπειτα, λίγο πιο πέρα, τα ερείπια ενός μεγάλου θεάτρου, σκαλισμένου όπως συνηθιζόταν, στις ίδιες τις πλαγιές του βουνού.  Οι κερκίδες διατηρούνται αρκετά καλά μέχρι και το πιο ψηλό σημείο.  Πρέπει ν΄ ανέβεις άλλη μια ώρα για να φτάσεις στην κορυφή του βουνού πάνω στο οποίο ήταν κτισμένα η ακρόπολη και το φράγκικο κάστρο.

Σ΄ όλη την έκταση του βουνού βρίσκουμε  όγκους από τούβλα, που αποδεικνύουν ότι  όλος αυτός ο χώρος καλυπτόταν από οικίες.  Φτάνοντας στη μέση βρίσκουμε ένα πρώτο τείχος του κάστρου, που αποτελείται από επάλξεις φράγκικης κατασκευής.  Πέρα από αυτό το πρώτο τείχος βλέπουμε εδώ και εκεί, περίπου παντού μέσα στην εσωτερική περίβολο, μερικά ερείπια των ελληνικών τειχών από φαρδιές τετράπλευρες πέτρες ομοιόμορφα σκαλισμένες και τοποθετημένες η μια πάνω στην άλλη χωρίς να ενώνονται με τσιμέντο.  Βλέπουμε ότι οι Φράγκοι αρκέστηκαν  να προσαρμόσουν τις κατασκευές τους στις αρχαίες κατασκευές και να υψώσουν πιο ψηλά τείχη πάνω από εκείνα που υπήρχαν ήδη, διατηρημένα εν μέρει.

Πολύ συχνά μάλιστα, χρησιμοποίησαν υλικά από αρχαία ερείπια που βρίσκονταν εκτός από τα τείχη, αφού στο εξωτερικό τείχος παρατηρούμε μία κολόνα με αυλακώσεις τοποθετημένη με υπέροπτο τρόπο  ως πλαϊνό παραθύρου ενώ κοντά της, πάνω στο ίδιο τείχος, πολλές κολόνες είναι ξαπλωμένες στο βάθος του τείχους σαν να ήταν αποθηκευμένες.  Το φράγκικο κάστρο είναι τέλεια διατηρημένο·  στρογγυλοί πύργοι, ορθογώνιοι πύργοι, επάλξεις, βρίσκουμε τα πάντα.  Όταν το βλέπεις από τη μεριά της δύσης, κάνει πολύ όμορφη εντύπωση.

Την εποχή του πολέμου της Τροίας τα στρατεύματα του Άργους και της χερσονήσου των Μεθάνων τα οδηγούσε στον πόλεμο ο Διομήδης, μεγάλος υποτελής του βασιλιά Αγαμέμνονα, ηγεμόνα της Αργολίδας.  Μετά την κατάκτηση του Μοριά από τους Φράγκους, η φεουδαρχία αυτού του κράτους δόθηκε σ΄ έναν Γάλλο, που ήταν υποτελής των πριγκίπων ντ΄ Ασέιγ της οικογένειας Βίλλε-Αρντουέν.  Το δέκατο τέταρτο αιώνα ο Γκι ντ΄ Ανγκιέν,  μη μπορώντας να κατακτήσει ξανά την Αθήνα, που είχε αποκτήσει ο παππούς του Γκοτιέ ντε Μπριέν, δούκας της Αθήνας, έγινε ηγεμόνας του Άργους· αλλά  είχε μόνο μια διάδοχο, και οι Βενετοί, οι οποίοι καιροφυλακτούσαν αυτή την διαδοχή, κατάφεραν να παντρέψουν τη Μαρία, την κόρη του, με έναν δικό τους, της οικογένειας Κορνάρο·  μετά, του εξαγόρασαν τα δικαιώματά του, και μετά το θάνατο της Μαρίας ντ Άνγκιέν και του Πέτρου Κορνάρο, κληρονόμησαν τα φέουδα του Άργους και του Ναυπλίου*· αλλά δεν μπόρεσαν να γίνουν κάτοχοι αυτών.  Αφού ο Κάρολος του Τόκκο, δεσπότης της Ρωμανίας και της Άρτας, Δούκας της Λευκάδος, κόμης του παλατιού της Κεφαλονιάς και γαμπρός του Νέρι Ατσιαγιούλι, δούκας της Αθήνας, τις είχε κατακτήσει με όπλα στο χέρι, και χρειάστηκαν χρόνια για να τελειώσουν διαπραγματεύσεις προς όφελός τους.

Πάμε από το Άργος προς το Χαρβάτι, τους πρόποδες των λόφων των Μυκηνών, σε μια ώρα.  Εκεί, άφησα την άμαξά μου διότι σταματάει κάθε δρόμος, και ανέβηκα με τα πόδια αυτές τις άγονες πλαγιές.  Το πρώτο αρχαίο μνημείο που συναντάμε είναι ο θησαυρός των Ατρειδών, γνωστός και ως τάφος του Αγαμέμνονα.  Ένας ευρύς προθάλαμος με φαρδιές τετράπλευρες πέτρες οδηγεί σε μια φαρδιά και όμορφη πύλη με ύψος δέκα οκτώ πόδια·  τρεις τεράστιες πέτρες σχηματίζουν τα δυο στηρικτικά πίλαστρα και το υπέρθυρο της πυραμιδοειδούς πύλης που οδηγεί σ΄ ένα δωμάτιο, διαμέτρου  περίπου σαράντα οκτώ ποδιών, κατασκευασμένο με θόλο κωνικού σχήματος.  Μέσα στο πέρασμα που οδηγεί στο εσωτερικό, παρατηρούμε ακόμα από κάτω προς τα πάνω δυο σειρές από πρόκες που προορίζονταν να στηρίξουν μια δίφυλλη πόρτα.  Αυτό το δωμάτιο είναι κτισμένο όλο με τετράπλευρες πέτρες μέχρι το πάνω μέρος του κώνου ή του ακροσφήνιου, που φθάνει στο πάνω μέρος του λόφου, περίπου στην επιφάνειά του. 

Θησαυρός του Ατρέα ( Χαλκογραφία C. Wordsworth, 1841)

Θησαυρός του Ατρέα ( Χαλκογραφία C. Wordsworth, 1841)

Η πέτρα που είναι τοποθετημένη στο υψηλότερο σημείο αυτού του κώνου σηκώθηκε λένε, μετά από διαταγή του Βελί πασά, λόγω των έντονων φημών ότι θα έβρισκε εκεί ανεκτίμητους θησαυρούς.  Όλες οι πλάκες έχουν φαρδιές πρόκες που μάλλον στήριζαν σκαλιστές μπρούντζινες πλάκες, όμοιες με την επικάλυψη της στήλης της Πλατείας Βαντόμ.  Από αυτό το κυκλικό δωμάτιο περνάμε, μέσω μιας πόρτας και ενός περάσματος πιο μικρού, σ΄ ένα άλλο δωμάτιο ορθογώνιου σχήματος, σκαλισμένο στο βράχο.  Εκεί, λέγεται, οι Ατρείδες φύλαγαν τα πολύτιμα όπλα τους, τα ποτήρια που τους είχαν κάνει δώρο, και άλλα παράξενα αντικείμενα που αποτελούσαν την οικογενειακή τους κληρονομιά.  Σκεπάστε την Σιταραγορά του Παρισιού μ΄ έναν θόλο από μεγάλες πέτρες αντί ενός σιδερένιου θόλου, και θα έχετε μια αρκετά πιστή αναπαράσταση του επιβλητικού θησαυρού των Ατρειδών.  Αυτό το μνημείο φαίνεται ότι ήταν έξω από τον περίβολο της πόλης, και βλέπουμε κάποιους τάφους  στην επιφάνεια του εδάφους λίγα βήματα από εκεί που οδηγούν στα τείχη των Μυκηνών που αποτελούνται από μεγάλες σκαλισμένες πολυγωνικές πέτρες που σκεπάζουν όλες τις πλαγιές του βουνού.  Στο πιο χαμηλό σημείο, βρίσκεται η φημισμένη πύλη των Λεόντων που είναι τόσο αρχαία .

Είναι ημιπυραμιδικού  σχήματος, και τα λιοντάρια που είναι τοποθετημένα στην κάθε πλευρά  φαίνονται να στηρίζουν τον κολοσσιαίο θυρεό μιας πύλης του μεσαίωνα. 

Πιο πάνω, στο μέρος των βουνών και της πηγής, βρίσκεται μια άλλη πύλη μικρότερη, και πιο πέρα παρατηρούμε στην άκρη ενός τοίχου έναν τετράγωνο πύργο.  Ανάμεσα σ΄ αυτά τα εκτενή ερείπια δεν υπάρχει πια ούτε μια κατοικία, και ο καπνός αναπτύσσεται σε ύψος ανθρώπου στα καλύτερα χώματα.  Παρά τη τωρινή ξεραΐλα αυτών των βραχωδών βουνών, το νερό δεν πρέπει να έλειπε στην αρχαία πόλη των Μυκηνών.  Οι εξαιρετικές πηγές που βλέπουμε εκεί ακόμα  χρησιμοποιούνται και με τη βοήθεια αγωγών  τροφοδοτούν ακόμα τα πηγάδια του Χαρβατιού.  Η πόλη των Μυκηνών, κτισμένη πάνω σε απόκρημνα βουνά, περικυκλωμένη με ένα τείχος από βουνά ακόμα πιο σκληρά, είναι το πιο τέλειο είδος μιας μεγάλης και δυνατής πόλης των ημιμυθικών χρόνων, χωρίς κανένα ανακάτεμα με τα χρονικά των ιστορικών εποχών και τους αιώνες του μεσαίωνα να έχουν αλλοιώσει τη φυσιογνωμία της· πρόκειται ακόμα για την καλοκτισμένη πόλη των Μυκηνών, για τις Μυκήνες με τους φαρδιούς δρόμους, την εύπορη πόλη των Μυκηνών, που αγάπησε η Ήρα, που περιγράφει ο Όμηρος, αλλά που μετά από εκείνον, δεν είχε ζωή πια παρά κατά κάποιο τρόπο μόνο μέσα στα αθάνατα ποιήματά του[…]

 

* Βλ. στα Χρονικά του Αντρέα Ντάντολο, σελ. 482, το κεφάλαιο:  Acquisitio Argos et Neapolis. (Συλλογές του Μουρατόρι, τ. 12)

Μετάφραση από τα γαλλικά: Κυπαρισσία Ηλιοπούλου

 

Πηγή

  • Buchon, J. A. C. (Jean Alexandre C.), « La Grece continentale et la Moree 1840-1841», Paris, 1843.

 

 


Ναύπλιο –  Buchon, J. A. C.


 

 Το 1840 – 1841 είχε επισκεφθεί την Αργολίδα ο Γάλλος συγγραφέας και ιστορικός Ιωάννης -Αλέξανδρος Mπυσόν (J.-A. Buchon). Αποτέλεσμα του ταξιδιού του και των μελετών του στην Ελλάδα υπήρξε το βιβλίο του Ηπειρωτική Ελλάς και ο Mοριάς, που εκδόθηκε το 1843.

Ας δούμε τι γράφει για το Ναύπλιο εκείνης της εποχής.

 

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

Το Ναύπλιο είναι μια μικρή πόλη ομοιόμορφα και καλά κτισμένη ανάμεσα στους πρόποδες του οχυρωμένου βουνού, που φέρει ακόμα το όνομα του άτυχου Παλαμήδη, γιου του βασιλιά Ναύπλιου και τη θάλασσα.  Έχει την όψη μιας από της δυτικές μας πόλεις, με τα καλά και τα κακά της, την τάξη, αλλά και ενίοτε την ταλαιπωρία . Οι δρόμοι της είναι στενοί και αρκετά καλά πλακοστρωμένοι. Τα σπίτια της, έχουν το ύψος που πρέπει. Οι δύο πλατείες της είναι δεντροφυτεμένες. Τα μεγάλα καταστήματα, που είχαν χτίσει παλιά οι Βενετοί στους πρόποδες του κάστρου, και το κυβερνείο, που είχε χτίσει ο Καποδίστριας την εποχή που κατοικούσε στο Ναύπλιο, θυμίζουν τα καλύτερα αν όχι τα πιο κομψά κτίσματα των μεγάλων πόλεών μας, και για τελευταία και ολοκληρωτική απόδειξη δυτικού πολιτισμού, βρίσκουμε εδώ, ό, τι υπάρχει μόνο στην Αθήνα με πρόσφορο τρόπο, στην Πάτρα με ικανοποιητικό τρόπο, και στην Κόρινθο περιορισμένα: ένα πανδοχείο δηλαδή, ίσως η πιο χρήσιμη των ευρωπαϊκών εισαγωγών στην ανατολή, ένα πανδοχείο, δηλαδή ένα άσυλο όπου κάθε άνθρωπος, αναγκασμένος από τις δουλειές του, τα γούστα του ή τα πάθη του, να ταξιδεύει σ΄ όλο τον κόσμο, μπορεί να ελπίσει ότι θα βρει στοιχεία που του θυμίζουν τις οικιακές του ανέσεις: φως, φωτιά, ένα τραπέζι, καρέκλες, τα απαραίτητα για να   καθαρίσει και να δροσίσει το κουρασμένο του κορμί, ένα κρεβάτι για να ξεκουραστεί, ένα γεύμα για ν΄ ανακτήσει δυνάμεις, και πάνω απ΄ όλα, ένα αναπαυτήριο όπου, μόνος με τον εαυτό του, μπορεί ν΄ αναλογιστεί τι είδε και μύρισε, να σκεφτεί τους απόντες φίλους του χωρίς να φοβάται μήπως προσβάλει τους οικοδεσπότες του, και να συζητήσει μαζί τους μέσω της τρυφερής οικειότητας της ανταλλαγής αλληλογραφίας.

Εμείς, οι μπαφιασμένοι άντρες της Δύσης, απολαμβάνουμε όλα αυτά τα αγαθά, χωρίς να φανταζόμαστε το πόσο αξίζουν, όπως ένας άνθρωπος καλά στην υγεία του χαίρει άκρας υγείας, όπως ένας άνθρωπος σβέλτος απολαμβάνει την λειτουργία των άκρων του, χωρίς να σκέφτεται σε όλους τους συνδυασμούς κινήσεων που χρειάζονται για να επιτευχτεί η ισορροπία και για να τεθεί σε κίνηση η ανθρώπινη μηχανή.  Δεν εκτιμούμε την αξία αυτών των θησαυρών παρά μόνο όταν τους στερηθούμε για λίγο· και δυστυχώς, λίγο να ταξιδέψεις στην Ανατολή, πάντα είμαστε καταδικασμένοι να στερηθούμε τα πάντα, πλην την καθαρότητα του αέρα, την ομορφιά του ουρανού, τη λάμψη του ηλίου, τη γοητεία των νυχτών, τη μεγαλοπρέπεια της φύσης.

Το Ναύπλιο ήταν, μέχρι το τέλος του 1834, η έδρα της κεντρικής κυβέρνησης του νέου Ελληνικού κράτους.  Αυτή η προσωρινή κατάκτηση όλων των πλεονεκτημάτων μιας πρωτεύουσας ήταν αρκετή για ν΄ αλλάξει έναν πληθυσμό τόσο ικανό στον πιο εκλεκτικό πολιτισμό όπως είναι ο ελληνικός πληθυσμός.  Οι γυναίκες υιοθέτησαν τις συνήθειες της Γαλλίας· πολλές μιλούν τη γλώσσα μας με κομψό τρόπο, και μερικές δεν θα πέρναγαν απαρατήρητες ακόμα και στις πιο λαμπρές μας δεξιώσεις, όχι μόνο χάρις αυτού του είδους ομορφιάς έντονης και αγνής που έλαβαν από την προγιαγιά τους Ελένη, αλλά λόγω της άνεσης και της τελειότητας των τρόπων τους, που μοιάζουν τόσο φυσικοί εδώ σε σχέση με τις γυναίκες της Γαλλίας.  Πέρασα στο Ναύπλιο κάποιες βραδιές με κουβεντούλες όπου θα μπορούσα να αισθανθώ ότι βρίσκομαι ακόμα στους δρόμους του Ανζού, του Βιλ-Λεβέκ και του Αστόργκ. Μαζί μ΄ αυτά τα πλεονεκτήματα του πολιτισμού, πρέπει να δέχεσαι και τα κάποια μειονεκτήματά του.  Το Ναύπλιο είναι οχυρό.

Ναύπλιο - Η Πύλη της Ξηράς

Ναύπλιο - Η Πύλη της Ξηράς

Έχει τα πρανή του, τις κινητές του γέφυρες, τα τείχη του, τη στρατιωτική του μονάδα, τον στρατιωτικό του διοικητή, τις πύλες του που κλείνουν και τα παραγγέλματά του.  Στη δύση του ηλίου, οι πύλες της πόλης κλείνουν και τα κλειδιά παραδίδονται στον ταγματάρχη·  τόσο το χειρότερο για σας αν  μείνατε παραπάνω χρόνο για να θαυμάσετε τα παλαιά ομηρικά τείχη  της καλά οχυρωμένης Τίρυνθας, τον τόπο όπου είναι το Άργος, και τα μεγαλοπρεπή ερείπια της παλαιάς πόλης των Μυκηνών, της καλοκτισμένης πόλης των Μυκηνών, της πόλης των Μυκηνών με τους φαρδιούς δρόμους, της πόλης των Μυκηνών που αγάπησε η Ήρα. Ο ήλιος έπεσε, δεν πρόκειται να μπείτε στο Ναύπλιο πια· και θ΄ αναγκαστείτε να ξεπληρώσετε τις απολαύσεις  της ημερήσιας σας εκδρομής πηγαίνοντας να βρείτε στέγη σε κάποιο βρώμικο χάνι ή καραβανσεράι του προαστίου της Πρόνοιας, εκτός κι αν προτιμάτε, όπως το έκανα πολλές φορές όταν ταξίδευα, να κοιμηθείτε υπαίθρια στα γόνιμα χωράφια του Αργολικού κάμπου.   Παρά λίγο αυτό να πάθω και εγώ στο Ναύπλιο· ευτυχώς όμως είχα μια εξαιρετική άμαξα, και προβλέποντας κάποια καθυστέρηση, είχα προνοήσει να ενημερώσω τον Στρατηγό Αλμέϊδα, στρατηγό του Ναυπλίου, ο οποίος μου είχε κάνει τη χάρη να χαλαρώσει κάπως για μένα το σύνηθες παράγγελμα.  Οι απολαύσεις του χανιού της Πρόνοιας δεν είχαν καμία γοητεία για μένα σε σύγκριση με τη δελεαστική προοπτική ενός πανδοχείου.  Εξάλλου, η εκδρομή στην Τίρυνθα, στο Άργος και στις Μυκήνες, αξίζει να κινδυνέψεις να κοιμηθείς πολλά βράδια στην ύπαιθρο· πρόκειται για μια συνήθεια που αργά ή γρήγορα θα αποκτήσεις στην Ελλάδα.

Τα αρχαία χρόνια το Ναύπλιο ήταν το λιμάνι της μεγάλης πόλης του Άργους, με τον ίδιο τρόπο που ο Πειραιάς ήταν το λιμάνι της μεγάλης πόλης της Αθήνας.  Η πρώτη μου σκέψη ήταν λοιπόν να πάω πρώτα απ΄ όλα να επισκεφθώ την Τίρυνθα, το Άργος και τις Μυκήνες μαζί.  Ένας αμαξιτός δρόμος φθάνει από το Ναύπλιο ως τους πρόποδες των λόφων όπου ήταν κτισμένη η πόλη των Μυκηνών, περνώντας από την Τίρυνθα και το Άργος.  Οι άμαξες πολιτογραφούνται  στο Ναύπλιο.  Μου έστειλαν μία και πήρα το δρόμο. 

Ζήτησα να κάνει μια μικρή στάση μέσα στην πόλη για να επισκεφτώ την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος όπου είχε δολοφονηθεί ο Καποδίστριας, τον οποίο είχα γνωρίσει και συμπαθήσει· και λίγο έξω από την πόλη, έξω από το προάστιο Πρόνοια, πήγα επίσης και επισκέφτηκα το βράχο πάνω στο οποίο οι  Βαυαροί  βάζουν να σκαλίσουν, σε μίμηση του Λιονταριού της Λουσέρνας αφιερωμένο στη μνήμη των Ελβετών πεσόντων στη Γαλλία στις 10 Αυγούστου, ένα ξαπλωμένο λιοντάρι για να τιμήσει τους Βαυαρούς που πέθαναν υπηρετώντας την Ελλάδα.  Αυτό το μνημείο, που ξεκίνησε πριν από τρία χρόνια, δεν έχει προχωρήσει πολύ.  Λίγα μέτρα από εκεί βρίσκεται η πειραματική φάρμα που άρχισε την εποχή του Καποδίστρια και που έχει πολύ παραμεληθεί σήμερα.

[…] Επέστρεψα στο Ναύπλιο γοητευμένος από την εκδρομή μου στο κράτος του βασιλιά Αγαμέμνονα, και άρχισα να διασχίζω στην πόλη για να μελετήσω, τη μια μετά την άλλη, τα σημάδια των διαφόρων αρχαιοτήτων που είναι συγκεντρωμένες εκεί.  Δεν βρήκα πια ίχνος του φημισμένου σιντριβανιού στα νερά του οποίου η Ήρα έβρισκε ξανά κάθε χρόνο την παρθενιά της.  Επίσης δεν βρίσκουμε και πολλά απομεινάρια του μεσαίωνα.  Μόνο το 1247, υπό την αιγίδα του Γκιγιόμ ντε Βιλ-Χαρντουέν, οι Γάλλοι πρίγκιπες του Μοριά κατάφεραν ν΄ αρπάξουν την πόλη του Ναυπλίου με την βοήθεια των Βενετών συμμάχων τους, που απέκλειαν την τοποθεσία αυτή από θαλάσσης, ενώ ο πρίγκιπας  Γκιγιόμ ντε Βιλ-Χαρντουέν την περικύκλωνε από στεριά.  Δύο κάστρα προστάτευαν τότε την πόλη: το κάστρο του Παλαμηδιού, τοποθετημένο πάνω από το βουνό που δεσπόζει στο Ναύπλιο, και ένα δεύτερο κάστρο μέσα στην ίδια την πόλη, πάνω στο βράχο, που παρακολουθεί την είσοδο του λιμανιού.  Οι Γάλλοι κατέκτησαν το πρώτο, που πήρε την ονομασία Φράγκικο, και άφησαν στους Έλληνες το άλλο, που ονομάστηκε ρωμαϊκό κάστρο.  Αυτό το τελευταίο έχει κτιστεί στην τοποθεσία ενός αρχαίου ελληνικού κάστρου.  Βρίσκουμε μέσα στον τοίχο, σε αρκετά μεγάλο ύψος, τις μεγάλες τετράπλευρες πέτρινες βάσεις που αποτελούν και το πιστοποιητικό της προέλευσής τους.  Ανεβαίνουμε στο Παλαμήδι από έναν δρόμο μακρύ αλλά ευκολοδιάβατο, από τη μεριά της εξοχής, ή από γρήγορα σκαλιά, από τη μεριά της πόλης.  Τα σκαλιά κατασκευάστηκαν ξανά προσφάτως από τους φυλακισμένους που κρατούνται στο κάστρο.

Κατά τη διάρκεια όλου του δέκατου τρίτου αιώνα και των πρώτων χρόνων του δέκατου τέταρτου αιώνα, το Ναύπλιο και το Άργος έμειναν στα χέρια των Βιλ-Χαρντουέν·  αλλά μετά το θάνατο του Λουδοβίκου της Βουργουνδίας, πρίγκιπα της Αχαΐας και σύζυγο της Μαρίας ντε Αινώ, εγγονής του Γκιγιόμ ντε Βιλ-Χαρντουέν, η αναρχία εξαπλώθηκε σ΄ όλο το Μοριά, και ο καθένας προσπάθησε να σφετεριστεί τις φεουδαρχίες που του ήταν πιο αρεστές.  Τέσσερα χρόνια περίπου πριν το θάνατο του Λουδοβίκου της Βουργουνδίας, ο πιο ισχυρός εκ των φεουδαρχών του, ο Γκοτιέ ντε Μπριέν, Δούκας της Αθήνας, είχε υποκύψει το 1310 στη μάχη κατά των Καταλανών· ο γιος του, που ονομαζόταν Γκοτιέ όπως και εκείνος, προσπάθησε το 1336, να κατακτήσει ξανά το δουκάτο της οικογένειάς του, αλλά μάταια, και θέλησε αργότερα ν΄ αποζημιωθεί αρπάζοντας τη φεουδαρχία της Φλωρεντίας. Πέθανε στο Πουατιέ χωρίς να  έχει αφήσει διάδοχο.

Η Ισαβέλλα, η αδερφή του, άφησε αντιθέτως έξι παιδιά με το σύζυγό της Γκοτιέ ντ΄Ανγκιέν.  Ο ένας πήρε τον τίτλο του Δούκα της Αθήνας, ένας άλλος πήγε και κατέκτησε την κομητεία του Λέτσε στην Ιταλία· ο τελευταίος, ονόματι Γκι ντ΄ Ανγκιέν, πήγε να βρει την τύχη του στην Ελλάδα, και κατάφερε να εγκατασταθεί στη φεουδαρχία του Ναυπλίου και του Άργους.  Ο Γκι ντ΄ Ανγκιέν απέκτησε μόνο μια κόρη, τη Μαρία, που άφησε, όπως το είπα πιο πάνω, ως κληρονόμο των δυο αυτών ισχυρών φεουδαρχιών.  Η Μαρία παντρεύτηκε έναν ευγενή βενετό, τον Πέτρο Κορνάρο, που πέθανε πριν προλάβει ν΄ αποκτήσει παιδιά.  Οι βενετοί εποφθαλμιούσαν εδώ και καιρό το Ναύπλιο. 

Το έτος 1388, την 2α  Σεπτεμβρίου, για να αποτρέψουν, δήθεν, τα φεουδαρχία να πέσουν στα χέρια είτε των Τούρκων, είτε των Ελλήνων, οι οποίοι τα εποφθαλμιούσαν, σε βάρος της Μαρίας ντ΄ Ανγκιέν, της τα αγόρασαν με αντίτιμο ένα ετήσιο εισόδημα ύψους πεντακοσίων χρυσών δουκάτων.  Από τη μεριά της, η Μαρία ντ΄ Ανγκιέν υποσχέθηκε να μην παντρευτεί ξανά, τόσο με ευγενή βενετό όσο με οποιονδήποτε άλλον.  Αλλά ο Νέριο Ατσιαγιουόλι, άρχοντας της Κορινθίας, αντιστάθηκε με επιτυχία στην κατάκτηση από του Βενετούς, και πήρε το Άργος και το Ναύπλιο στα χέρια του.  Αφού χρίστηκε Δούκας της Αθήνας το 1394, συνέταξε την διαθήκη του στο τέλος εκείνης της χρονιάς· βρίσκουμε σ΄ αυτή κάποιους όρους που αφορούν το Άργος και το Ναύπλιο:

  « Θέλουμε, λέει, ο χρυσός σταυρός διακοσμημένος με  σμαράγδια και άλλες πολύτιμες πέτρες, να δοθεί, για τη σωτηρία της ψυχής μας, στον Επίσκοπο του Άργους.

 Θέλουμε να δοθούν στον Αιδεσιμότατο Επίσκοπο του Άργους τα διακόσια πενήντα χρυσά δουκάτα που παρακρατήσαμε από τα έσοδα της εκκλησίας της Αθήνας τη χρονιά που ο εν λόγω Επίσκοπος ήταν βικάριος της εκκλησίας της Αθήνας.

 Θέλουμε και διατάζουμε στο Νάπολι ντι Ρομάνια να κατασκευαστεί ένα νοσοκομείο για τους φτωχούς, και κληροδοτούμε σ΄ αυτό το νοσοκομείο όλα τα κινητά και ακίνητα του Άργους για την κατασκευή του εν λόγω νοσοκομείου· εκτός από 100 … το χρόνο που θα πρέπει να δοθούν στην εκκλησία του Άργους ώστε να γίνεται κάθε Δευτέρα μια νεκρώσιμη ακολουθία (ρέκβιεμ) για την ψυχή μας.

 Θέλουμε αυτό το νοσοκομείο να κατασκευαστεί και να διοικείται από τους κληρονόμους μας, από τους αξιωματικούς του Άργους και του Ναυπλίου και από τον αιδεσιμότατο Επίσκοπο του Άργους, και ό, τι από τα τρία τέταρτα αυτών των διοικητών θα αποφασίζουν να γίνεται.

 Θέλουμε ο εν λόγω Επίσκοπος του Άργους να πάρει τη διοίκηση του μοναστηρίου μας με τις μοναχές του Ναυπλίου και να μπορεί να τοποθετεί και να μεταθέτει την ηγουμένη και τις άλλες επικεφαλείς αυτού του μοναστηριού, όπως καλύτερα θα του φαίνεται · όμως οτιδήποτε θα πρέπει να πληρώσει το εν λόγω μοναστήρι θα το πληρώνει στο εν λόγω νοσοκομείο και όχι σε άλλα.»

Κατά τη διάρκεια που ο Νέριο Ατσιαγιουόλι ήταν, το 1394, κρατούμενος των Γασκώνων και Καταλανών της Αθήνας, ένας εκ των γαμπρών του, ο Κάρολος Τόκκο, κόμης της Κεφαλονιάς και δεσπότης της Άρτας, άρπαξε αυτά τα δυο φεουδαρχία που απαιτούσαν μάταια οι Βενετοί. Η Βενετία ωστόσο κατέκτησε το Ναύπλιο στα πρώτα χρόνια του δέκατου πέμπτου αιώνα, αλλά το έχασε μετά τη μάχη του 1538. Ο Μοροσίνι την κατέκτησε ξανά μαζί με όλη τη Μορέα το 1586.  Οι Βενετοί την έχασαν πάλι τον Ιούλιο του 1714.

Κατά τη διάρκεια της κατάκτησή τους, κατασκεύασαν πάνω σ΄ ένα βράχο μεμονωμένο ανάμεσα στα νερά, απέναντι από το λιμάνι του Ναυπλίου, ένα τρίτο κάστρο, με σκοπό την προστασία της πόλης, με την οποία συνδεόταν μ΄ έναν λιμενοβραχίονα και του έδωσαν το όνομα, φρούριο του Περάσματος.  Πάνω σ΄ αυτό το βράχο και σ΄ ό, τι είχε απομείνει από αυτό το κάστρο έκτισαν οι Τούρκοι το κάστρο Μπούρτζι για την είσπραξη των διοδίων.  Βλέπουμε ακόμα, στο σημείο της θάλασσας με το μικρότερο βάθος, απομεινάρια των πιλοτών που συνέδεαν παλιά αυτό το κάστρο με την πόλη.  Πάνω στην πύλη της πόλης που βρίσκεται πλησιέστερα του κάστρου, υψώνεται επίσης το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου, σκαλισμένο πάνω σ΄ ένα θυρεό και δίπλα του, βρίσκονται δύο οικόσημα βενετικών οικογενειών, με το σκούφο του δουκάτου ως έμβλημα.

Διαβάζουμε ακόμα την ακόλουθη επιγραφή:

 

POST URBES ARCESQUE EXPUGNATAS VALIDEQUE MUNITAS

POST SEXIES FUGATOS HOSTES, HOC REGNUM PATRIAE RESTITUIT

FRANCISCUS MAURECENUS C. SUPus  ARMus MODERATOR,

ET ALEXANDER BONO, MAXIME TRIREMIS GUBERNATOR,

HOC AETERNITATIS MONUMENTUM POSUIT.

A. D. MDCLXXXVII.

 

Πάνω σε κομμάτια από τα τείχη που οδηγούσαν από εκεί προς το Παλαμήδι, βλέπουμε άλλα οικόσημα σκαλισμένα στο μάρμαρο με το φράγκικο έμβλημα.  Άλλα δυο μνημεία της τελευταίας εποχής της βενετικής κατοχής στέκονται ακόμα.  Το ένα είναι ένα μεγάλο και όμορφο κτίριο που χρησιμοποιείται σήμερα ως στρατώνας και είναι τοποθετημένο στο κάτω μέρος του παλιού Ελληνικού κάστρου·  περιείχε παλαιά όλα τα γραφεία και μαγαζιά της βενέτικης κυβερνήσεως. 

Το άλλο είναι η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου,  που είναι καθόλα βενετική ως προς την αρχιτεκτονική και τις διακοσμήσεις.  Οι καμάρες των θόλων είναι επικαλυμμένες με τοιχογραφίες στον ιταλικό ρυθμό του τέλους του δέκατου έβδομου αιώνα, και μερικές από αυτές τις τοιχογραφίες είναι αρκετά μέτριες.  Στην είσοδο πάνω από το κλίτος, σε ένα φαρδύ κομμάτι τοίχου που δεσπόζει ανάμεσα στις δυο στήλες, βρίσκεται μια κόπια αρκετά καλή, επίσης τοιχογραφία, του Μυστικού Δείπνου του Λεονάρντο ντα Βίντσι.

Στο μεγάλο θόλο του κέντρου είναι ζωγραφισμένος ο Χριστός· στις τέσσερες γωνίες είναι οι τέσσερεις ευαγγελιστές με τα ζώα που χρησιμοποιούν ως έμβλημά τους, όλο αυτό ζωγραφισμένο με τρόπο αρκετά ευρύ και όχι με τα κλισέ που χρησιμοποιούσαν για πολλούς αιώνες οι Έλληνες ζωγράφοι για τους πίνακες των εκκλησιών τους.  Οι ζωγραφιές των θόλων είναι μυστικιστικές.  Αφθονούν εκεί τα φτερά των χερουβείμ και τους βλέπουμε μαζεμένους γύρω από το μυστικό κηροπήγιο.

Κοντά στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, που γκρεμίστηκε την εποχή του Καποδίστρια για ν΄ ανοίξει ο μεγάλος δρόμος, βρισκόταν η ακόλουθη επιγραφή:

 

FRANCISCO GRIMANO

SUPREMO CLASSIS MODERATORI,

QUI URBEM EXTRA MUXIMENTIS FIRMAVIT,

INTUS HAC CONSILII EDE EXORNAVIT,

ANNONA PROVIDIT,

LECIBUS ORDINAVIT,

NAUPLIA VOVET.

ANNO DOMINI MDCCVIII.

 

Από το Ναύπλιο, θα έκανα μια εκδρομή με άλογο στο λιμάνι του Τολού, όπου οι Ενετοί είχαν εγκαταστήσει το οπλοστάσιο τους και την αποθήκη κατασκευής τους. Πολλά από τα πολεμικά τους πλοία βυθίστηκαν από τους Τούρκους όταν ξαναπήραν το Μοριά στα χέρια τους το 1715. Δεν είχε παραμείνει σ’ αυτό τον τόπο κανένα ίχνος αρχαίας κατασκευής, εκτός εάν υπάρχουν τα ερείπια ενός Ελληνικού παλατιού στο βουνό μπροστά στο λιμάνι του Τολού. Η Ελληνική Κυβέρνηση παρείχε καλλιεργήσιμα εδάφη σε κάποιους μετανάστες από την Κρήτη, δίνοντας τους κάποια χρήματα για να κτίσουν και κάποια σιτηρά για να σπείρουν.

Πενήντα οικογένειες έχουν εγκατασταθεί εκεί και τα σπίτια τους περιβάλλονται απ’ όλες τις πλευρές από ωραία δέντρα λεμονιάς δημιουργώντας ένα μικρό χωριό τοποθετημένο στην άκρη της θάλασσας. Τη στιγμή που το επισκέφτηκα δεν κατοικούνταν πλέον, παρά μόνο από γυναίκες. Όλοι οι άνδρες είχαν φύγει κρυφά για να πολεμήσουν στην Κρήτη.

Έμεινα κατά τη διάρκεια των στιγμών της μεγάλης ζέστης καθισμένος κάτω από τις λεμονιές, απολαμβάνοντας το φρέσκο αέρα της θάλασσας, και γυρνούσα στο Ναύπλιο πριν το δειλινό διότι ο Κυβερνήτης Almeide φρόντιζε να κλείνουν οι πόρτες στις 8 το βράδυ, όπως μέσα σε μια πόλη η οποία οχυρώνεται για τις επιθέσεις των εχθρών. Στρατιωτική προφύλαξη άχρηστη και δυσάρεστη για όλους τους κατοίκους και για μικρό αριθμό ξένων που φτάνουν εκεί.

  

Μετάφραση από τα γαλλικά: Κυπαρισσία Ηλιοπούλου

  

Πηγή

  •  Buchon, J. A. C. (Jean Alexandre C.), « La Grece continentale et la Moree 1840-1841», Paris, 1843.

 

 

Θέα Επιδαύρου – Βασίλη Καββαθά

 


 

Κι έτσι πορεύτηκα, μ’ ένα λάβαρο αυτοσχέδιο…

 

Εξώφυλλο: Η Κατίνα Παξινού στο θέατρο της Επιδαύρου, Ιούνιος 1955.

Εξώφυλλο: Η Κατίνα Παξινού στο θέατρο της Επιδαύρου, Ιούνιος 1955.

Ύστερα από την πολύχρονη πορεία του στο χώρο της δημοσιογραφίας, και όχι μόνο, ο Βασίλης Καββαθάς «γυρίζει» στην λατρεμένη πατρώα γη, (πότε αλήθεια έφυγε;) φορτωμένος με γνώσεις εμπειρίες κι αναμνήσεις. Πολλές αναμνήσεις. Τελικά, αλλοίμονο σ’ αυτόν που κάποια στιγμή διαπιστώνει, γυρίζοντας προς τα πίσω, ότι δεν έχει αναμνήσεις. Ότι το ταξίδι που διάλεξε να κάνει ήταν ένα ταξίδι στο κενό, στο τίποτα. Ο Βασίλης Καββαθάς όμως, μας δηλώνει στο τελευταίο του πόνημα ΘΕΑ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ Βίος Επιδαύριος, ανεόρταστος* που αφιερώνει στην αδελφή του Αγγελική, ότι:

«Γύρισα στην δική μου Ιθάκη – αφού έκανα το ταξίδι, είδα (οίδα) όσα η Οδύσσεια προδιαγράφει- όλα τα τέρατα, τα συνάντησα- και την Σκύλα και την Χάρυβδη και τους Κύκλωπες…Με την βοήθεια του Ερμή, μάλιστα, που μου προμήθευσε το Μώλυ- κατάφερα να συμβιώσω με την Κίρκη, που ως γνωστόν είχε κάνει όλους τους συντρόφους μου γουρούνια …… Με λίγα λόγια είπα “ τέρμα οι περιπλανήσεις”, εγκατέλειψα τα κάθε λογής, “χοιροστάσια”, κι ήρθα κι άραξα οριστικά σ’ ένα τόπο όπου, κατά τον ελληνοκεντρικό Γκαίτε, “μπορώ να σκεφτώ μέχρι εξαντλήσεως” ».

Ιούνιος 1959. Τότε που  τα επιβατικά σκάφη «Νεράιδα» και «Αίγινα» φέρνανε τους «προσκυνητές», τα μέλη της Περιηγητικής Λέσχης.

Ιούνιος 1959. Τότε που τα επιβατικά σκάφη «Νεράιδα» και «Αίγινα» φέρνανε τους «προσκυνητές», τα μέλη της Περιηγητικής Λέσχης.

Εμείς θα συμπληρώναμε. Και να αναπολήσεις. Να θυμηθείς – καθισμένος στις «πέτρες» που εσύ κι ο πατέρας σου κάποτε κουβαλήσατε – την μυρωδιά του μελανιού στα τυπογραφεία, το κράμα των ανθρώπων που βιαστικά ανάμεσά τους πέρασες – συνήθως χτυπώντας τους στον ώμο – για να προλάβεις ένα ρεπορτάζ, την θεϊκή ικανοποίηση της τελευταίας πινελιάς στον πίνακα που μόλις τέλειωσες, την απαλή αίσθηση στα δάχτυλα όταν καθάριζες τα πινέλα σου, την πίεση στον δείκτη όταν πάταγες το κάθετο κουμπί της μηχανής για ν’ ακούσεις το μαγικό κλίκ, κλείνοντας σ’ ένα τετραγωνάκι τον κόσμο ολόκληρο.

Οι θεατές καθ’ οδόν για το θέατρο.

Οι θεατές καθ’ οδόν για το θέατρο.

Ο Καββαθάς σ’ αυτό το « άλμπουμ», φύλλα τέχνης τα λέει, συνταιριάζει την εικόνα με το κείμενο – λεζάντα το γράφει- κι επιχειρεί να μας ξεναγήσει στην Αρχαία Επίδαυρο όπου « εκεί είδε το πρώτον φως του ήλιου».

Στην ουσία, χρησιμοποιώντας τις φωτογραφίες και τα μικρά κείμενα ως άλλοθι, μας προσκαλεί να συνοδοιπορήσουμε – ξυπόλυτοι, σαν την μαντιλοφορούσα με την ρόκα-  στην ψυχή του. Μας εξομολογείται. Κι ύστερα από 34 σελίδες μας ομολογεί. «Τούτο εστί το αίμα μου».

Γιώργος Μούτσιος, Μάνος Χατζιδάκης, Νανά Μούσχουρη.

Γιώργος Μούτσιος, Μάνος Χατζιδάκης, Νανά Μούσχουρη.

Δεν είναι εύκολο να γράψεις για το καινούργιο βιβλίο του Καββαθά. Δεν είναι εύκολο να συμπεριλάβεις όσα εκείνος έγραψε, σε μια σελίδα. Ούτε να επιλέξεις μπορείς. Γράφοντας για ένα, παραλείπεις ένα άλλο, ίσως πιο σημαντικό.

Κλείνουμε με ότι εκείνος έγραψε στην 41η σελίδα του βιβλίου του.

Ο Ντοστογιέφσκι έλεγε:

« Μία παιδική ανάμνηση αρκεί για να σωθείτε…»

 Εγώ λέω:  Μια παιδική ανάμνηση αρκεί για να σας σημαδέψει, να σας …

καταστρέψει ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή σας …

 

*Ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που κατά τον Δάντη « έζησαν θεληματικά εις την λύπην». Εξ ου και το πόνημά μου: « Δεν αντέχω να σας βλέπω τόσο πολύ-μα τόσο πολύ-ευτυχισμένους!».

 

 

Τα κορίτσια του χορού, Ιούνιος 1955, εν αναμονή.

Τα κορίτσια του χορού, Ιούνιος 1955, εν αναμονή.

 

 

Το Βιβλίο τυπώθηκε σε 300 αντίτυπα εκ των οποίων τα 100 αριθμημένα, σε συλλεκτική μορφή, για λογαριασμό του Συγγραφέα Βασίλη Καββαθά από τις εκδόσεις « ΠΑΡΑΛΟΣ» τον Ιούνιο του 2009. Μπορείτε να το προμηθευτείτε τηλεφωνώντας στις Εκδόσεις Πάραλος 210-3827314 ή στο 27510- 61315.

  

«Τίγκα» το θέατρο τον Ιούλιο του 1956.

«Τίγκα» το θέατρο τον Ιούλιο του 1956.

 

Παρουσίαση:

Τσάγκος Αναστάσιος

Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού

Κολοκοτρώνης Κολίνος – Κωνσταντίνος (1810-1848)


 

Το 1810, στη Ζάκυνθο όπου ζούσαν, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και η γυναίκα του Αικατερίνη Καρούσου, αποκτούν το τρίτο τους παιδί, τον Κωνσταντίνο. Ήταν η δύσκολη εποχή που οι σκληροί διωγμοί των Τούρκων  ανάγκασαν τον Γέρο του Μοριά να μεταφέρει την οικογένειά του στην Ζάκυνθο. Εδώ, ο Κωνσταντίνος μαθαίνει τα πρώτα γράμματα από την φιλόξενη οικογένεια Ρώμα που φροντίζει και υποστηρίζει όλες εκείνες τις οικογένειες των αγωνιστών που καταδιωγμένοι ζητούν άσυλο και προστασία στα Επτάνησα.

Την προσωνυμία Κολίνος, του την κληροδότησαν κάποιοι αριστοκρατικοί κύκλοι του νησιού που συνήθως μιλούσαν Ιταλικά. Προφανώς, προέρχεται από την συγκοπή της γνωστής λέξης πικολίνο. ( Μικρό).

Ο Κολίνος είναι προκομμένο και ευγενικό παιδί. Ανατρέφεται και μορφώνεται από τους προστάτες του με ιδιαίτερη επιμέλεια και φροντίδα. Το 1823 όμως αφήνει την Ζάκυνθο και ακολουθεί την οικογένειά του στην Πελοπόννησο.

Όταν το 1824 δολοφονείται  ο μεγάλος αδελφός του Πάνος,* μετά από εντολή του Πατέρα του, αναλαμβάνει την αρχηγία του στρατιωτικού σώματος, που διοικούσε μέχρι τότε ο Πάνος. Ήταν μόλις δεκατεσσάρων ετών.  Το 1825, όταν ο εχθρός καίει την Πελοπόννησο, ο Κολίνος διακρίνεται για τις αρετές και τις ικανότητές του, ως Φρούραρχος της Τριπολιτσάς. Μετά την άλωση κι ενώ η οικογένεια του Κολοκοτρώνη αποτραβιέται στα ορεινότερα του Μοριά, ο Κολίνος κατατάσσεται ως εθελοντής στο στρατό του Φαβιέρου και σε λίγο,  προάγεται σε αξιωματικό του ιππικού.

Το 1826 πηγαίνει στην Κέρκυρα, όπου για τρία χρόνια αφιερώνεται στη μελέτη της Ελληνικής, Ιταλικής και Γαλλικής γραμματολογίας. Μετά ταξιδεύει στο Παρίσι και σπουδάζει  νομικά, για τέσσερα χρόνια ενώ παράλληλα είναι και υπασπιστής το βασιλιά Λουδοβίκου Φίλιππου.

Το  1836 ξαναγυρίζει στο Μοριά. Το  1836 διορίζεται ακόλουθος του Υπουργείου Εξωτερικών. Το  1838 Γραμματέας του Συμβουλίου Επικρατείας. Το  1839 εκλέγεται Πρόεδρος του επαρχιακού συμβουλίου της Γορτυνίας.

Το 1843 παντρεύεται την Ραλλού Καρατζά, εγγονή από την Μητέρα της, του  Υψηλάντη και αποκτά 4 παιδιά. Τρία κορίτσια κι ένα αγόρι. Την ίδια χρονιά εκλέγεται πληρεξούσιος Γορτυνίας και τον άλλο χρόνο βουλευτής, όπου ψηφίζεται αντιπρόεδρος της Βουλής. Το 1847 διορίζεται Υπουργός Δικαιοσύνης, ενώ εξακολουθεί να εκλέγεται βουλευτής. Το 1848 διορίζεται Υπουργός επί του Βασιλικού Οίκου και των Εξωτερικών.

Στις 31 Δεκεμβρίου 1848, σε ηλικία 38 μόλις ετών, απεβίωσε.

  

Υποσημείωση


 * Δολοφονήθηκε στις 21 Νοεμβρίου του 1824 στο χωριό Θάνα της Τρίπολης από τους κυβερνητικούς και το κρανίο του φυλάσσεται στο Εθνολογικό Μουσείο. Ήταν παντρεμένος με την κόρη της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας.

 

Πηγή

  •    Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  

 

Διαβάστε επίσης:

Καββαθάς Βασίλης

 

 

 


 

Ένας «δραματικά ερασιτέχνης», Δημοσιογράφος – φωτογράφος – συγγραφέας – ζωγράφος, Επιδαύριος

 

Καββαθάς ΒασίληςΓεννήθηκε στην Αρχαία Επίδαυρο, («εκεί είδεν το πρώτον φως του ήλιου»!) όπου έμαθε και τα «πρώτα»  γράμματα, με δάσκαλο τον πατέρα του Αθανάσιο Καββαθά. Εκείνος, ως ερασιτέχνης ζωγράφος, τον «εξοικείωσε» και με την ζωγραφική, (με την οποία κατεγίνετο «από τ’ άγρια χαράματα»,) και με την γλυπτική. Με την ιδιότητα του «άτυπου εφόρου αρχαιοτήτων»  είχε την εποπτεία του ευρύτερου αρχαιολογικού χώρου της Παλιάς Επιδαύρου, όπου σε κάθε σπιθαμή γης υπήρχε κι ένα αρχαίο κατάλοιπο, ένα κτέρισμα («πρόβαλε ένα χέρι μαρμάρινο»)… Τ’ αγάλματα που ανακαλύπτονταν τότε το ένα μετά το άλλο (συμπεριλαμβανομένου κι εκείνου που έβγαλε στην επιφάνεια  ο μαθητευομένος ! )* με την δική τους πλέον φροντίδα – πατέρα και γιού – μεταφέρονταν στην αυλή του δημοτικού σχολείου.

Στην «αγκαλιά» τους αναπαύθηκε και ονειρεύτηκε ο «περι ου ο λόγος» υιός, (ο οποίος ειρήσθω ένα παρόδω «υποφέρει από μια ψύξη στα πλευρά – κατάλοιπο της επαφής του με το μάρμαρο»!). Πέραν αυτών, στο «Λογείο» αλλά κυρίως στα άβολα σκαλιά του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου, «εκεί στο κοίλον, μια κουκίδα κι εγώ…» (όπου ανελλιπώς παρακολουθεί τα δρώμενα από το 1954, πενήντα δύο συναπτά έτη, δηλαδή!) έμαθε τα «δεύτερα» γράμματα, ως μαθητής του Αισχύλου, του Ευριπίδη, του Σοφοκλή, του Αριστοφάνη…

Αυτή είναι ουσιαστικά η Παιδεία του, και ο τίτλος σπουδών του- αν υποτεθεί ότι υπάρχει τέτοιος- αυτήν την ένδειξη φέρει «μισό αιώνα συνεπής θεατής του θεάτρου της Επιδαύρου!» αυτή- η Παιδεία – είναι η βάση των πολλαπλών ενασχολήσεων του, με την Δημοσιογραφία, και την φωτογραφία**, επί τρεις δεκαετίες και πλέον σε εφημερίδες και περιοδικά, ραδιόφωνα και τηλεοράσεις, με την συγγραφή 25 βιβλίων, πολλά εκ των οποίων έγιναν «μπέστ-σέλλερ», και την ζωγραφική – έχει επιλεκτικά εκθέσει έργα του στις γκαλερί «Επίπεδα», «Ιανός» και «Μιχαλαριάς ΑΡΤ»… (Πίνακες του βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές).

Οι συνάδελφοί του, δημοσιογράφοι και συγγραφείς, έχουν αποφανθεί κατά καιρούς για τις δημοσιογραφικές και λογοτεχνικές του επιδόσεις, και, εν ολίγοις, οι πρώτοι διατείνονται ότι «είναι πολύ καλός φωτογράφος» και οι δεύτεροι «εξαιρετικός ζωγράφος»! Ο ίδιος θεωρεί εαυτόν «δραματικά ερασιτέχνη» σε ότι κάνει-κάνοντας χρήση της γνωστής ρήσης του Γ.Σεφέρη «οι Έλληνες είναι δραματικά ερασιτέχνες…»

Όπως και νά΄χουν τα πράγματα η περίπτωση του Βασίλη Καββαθά είναι μια  περίπτωση για επανεξέταση. Δεδομένου ότι εν Ελλάδι «ελαφρά τη καρδία κρίνεται» κι αυτός, και με μόνο στοιχείο την εντύπωση που προκαλεί ( θετική η αρνητική) «άμα τη εμφανίσει» στο γυαλί … Λαμβανομένου υπ’ όψη του γεγονότος ότι θεωρεί … «την δημοσιογραφία και, εξ αυτής, διασημότητα «πνευματική διαταραχή»- εκδηλούμενες εις την πρωτεύουσα-και την ζωγραφική «θεραπευτική αγωγή…» εις το Αβατον της Επιδαύρου.

Δεν δήλωσε ποτέ ποιητής ή ζωγράφος. Δεν άντεχε την «ελληνική χλεύη»…

 

Υποσημειώσεις

 

 

 


* Ενα απόβροχο είχε ξεμυτίσει από την γη ένα χέρι σπασμένο, το οποίο λες και μου έγνεφε να πλησιάσω… Ηταν το άγαλμα που σας έλεγα… Αργότερα με ένα Γερμανό ερευνητή – επιγραφολόγο εντοπίσαμε το Μικρό Θεάτρο της Επιδαύρου, στο οποίο σήμερα δίδονται οι μουσικές παραστάσεις… Τότε έκανα και την πρώτη παρουσίασή του στον «Ταχυδρόμο»… (απόσπασμα από το βιογραφικό του)

** Τα φωτογραφικά του ντοκουμέντα από την Αιθιοπία (με προλογικά κείμενα του Γιάννη Ρίτσου  του Αντώνη Σαμαράκη και του ιδίου) έγιναν λεύκωμα και εκδόθηκαν από τις εκδόσεις ΑΛΚΥΟΝ-ΜΠΕΛΛ και ταυτόχρονα εξετέθησαν στην Εθνική Πινακοθήκη και στο Φωτογραφικό Κέντρο Αθηνών το 1985.

 

Εργογραφία

 

 

 


 

Παιδικό

Ο νάνος και ο γλάρος. Αθήνα, Γνώση, [χ.η].

Ποίηση

Η άλλη Ελένη. Αθήνα, Αλκυών, [χ.η].

Όλη νύχτα. Αθήνα, Καστανιώτη, 1995. Σελ.: 61.

Πεζά

50+1 γράμματα από έναν αυτόχειρα. Αθήνα, Γνώση, [χ.η].

Το επόμενο πραξικόπημα. Αθήνα, Στρατηγικές Εκδόσεις, 1987. Σελ.: 348.

Ο Θεός κι η ψυχή μας. Αθήνα, Καστανιώτη, 1994. Σελ.: 182.

Το δεύτερο φουστάνι. Αθήνα, Καστανιώτη, 2000. Σελ.: 210.

Θεατρικά

Αλφαβητάριο. Αθήνα, Καστανιώτη, 1993. Σελ.: 245.

Μυθιστορήματα

Ο πειρατής με τη μερσεντέ. Αθήνα, Καστανιώτη, 1994. Σελ.: 262.

Ο ιός του Θεού. Αθήνα, Καστανιώτη, 1995. Σελ.: 235.

Το πακέτο. Το μερτικό των αγγέλων. Αθήνα, Καστανιώτη, 1997. Σελ.: 295.

Ωραίο το φουστάνι σου, Γιώργο μου. Αθήνα, Καστανιώτη, 2000. Σελ.: 347.

Βιογραφίες

Το άλογο και το παράλογο 1. Αθήνα, Στάχυ, 2001. Σελ: 230.

Το άλογο και το παράλογο 2. Αθήνα, Στάχυ, 2001. Σελ: 347.

Το άλογο και το παράλογο 3. Αθήνα, Στάχυ, 2001. Σελ; 110.

Μελέτες

Οι τοιχογραφίες της Επιδαύρου. Αθήνα, Κάκτος, 2003.

Who is who, ποιος είναι ποια. Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2005. Σελ.: 302.

Άλλες Εκδόσεις

Επιμέλεια

Το ημερολόγιο μιας θεατρίνας. Αθήνα, Καστανιώτης, 1991, σελ. 166.

Εν λευκώματι. Αθήνα, Καστανιώτης, 1998, σελ. 156.

Συλλογικό έργο

Περί σχεδίου ο λόγος. Συλλογικό έργο. Αθήνα, Κάκτος, 2006. Σελ.: 167.

Θέα Επιδαύρου, Βιβλιοθήκη – Πινακοθήκη, Φύλλα τέχνης 1, Εκδόσεις Πάραλος, 2009. 

 

Πηγές

 

  

 


 

Μητροπολίτης Αργολίδος  Χρυσόστομος Α΄(Ταβλαδωράκης 1909- 1977)

 


 

Μητροπολίτης Αργολίδος  Χρυσόστομος Α΄

Μητροπολίτης Αργολίδος Χρυσόστομος Α΄

Ο Μακαριστός Χρυσόστομος Α΄ γεννήθηκε στον Πειραιά το 1909. Το όνομά του, κατά κόσμον, ήταν Εμμανουήλ Ταβλαδωράκης.  Το 1935 έλαβε το πτυχίο της Θεολογικής Σχολής Αθηνών και χειροτονηθείς, διετέλεσε Ιεροκήρυκας  της Ιεράς Μητροπόλεως Φιλίππων, Γραμματέας του Επισκοπικού Δικαστηρίου της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και Προϊστάμενος του Ιερού Ναού Αγίου Κωνσταντίνου Ομονοίας Αθηνών. Εκλεγείς ως Μητροπολίτης Αργολίδος το 1945, επιδόθηκε με ιδιαίτερο ζήλο στην πνευματική ανύψωση του λαού της Μητρόπολης του, την ανέγερση Ιερών Ναών και την ανακαίνιση Ιερών Μονών. Ιδιαίτερα διέπρεψε ως κήρυκας του Θείου Λόγου αφού διέθετε καταπληκτική και σπάνια ρητορική δεινότητα.

Ο Μητροπολίτης Αργολίδος  Χρυσόστομος Α΄ με τον τότε Αρχιμανδρίτη  Χρυσοστόμο Δεληγιαννόπουλο στην Πλατεία Αγίου Πέτρου το 1964.

Ο Μητροπολίτης Αργολίδος Χρυσόστομος Α΄ με τον τότε Αρχιμανδρίτη Χρυσοστόμο Δεληγιαννόπουλο στην Πλατεία Αγίου Πέτρου το 1964.

Διετέλεσε κατ’ επανάληψιν μέλος της Ιεράς Συνόδου και εκπροσώπησε την Εκκλησία της Ελλάδος στην Ρωσία κατά τους εορτασμούς της συμπλήρωσης 50 χρόνων από της ανάδειξης του Πατριάρχη Ρωσίας Αλεξίου. Αγωνίστηκε πολύ για την έναντι των ετεροδόξων διαφύλαξη της Ορθόδοξης πίστης, κατά τις διάφορες κινήσεις προσέγγισης των άλλων ομολογιών προς την Ορθόδοξη Εκκλησία. Επίσης συνέγραψε και ορισμένες θεολογικού και εποικοδομητικού χαρακτήρα μελέτες. Με την από 16η  Νοεμβρίου 1965 απόφαση της Ι. Συνόδου της Ιεραρχίας μετατέθηκε στην νεοσύστατη Ιερά Μητρόπολη Πειραιά*. Στις 6 Αυγούστου του 1977 τελεύτησε τον βίο του, αφού ποίμανε ως καλός ποιμένας  επί μία 12ετία το χριστεπώνυμο πλήρωμα της Εκκλησίας του Πειραιά.

  

Υποσημείωση

 


  

* Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς. Από την ίδρυση της Εκκλησίας της Ελλάδας, το 1833, ο Πειραιάς και οι μεταγενέστεροι Δήμοι Νέου Φαλήρου, Δραπετσώνας, Ρέντη, Νίκαιας, Κορυδαλλού, Κερατσινίου και Περάματος, ανήκουν στην δικαιοδοσία της Αρχιεπισκοπής Αθηνών.

Το 1917 ιδρύεται από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Θεόκλητο Α΄ Αρχιεπισκοπικό Γραφείο στον Πειραιά, για την καλύτερη ποιμαντική εξυπηρέτηση των χριστιανών της περιοχής. Από το 1926, τον εκάστοτε Αρχιεπίσκοπο εκπροσωπεί στον Πειραιά Βοηθός Επίσκοπος.

Τον Ιανουάριο του 1962 ιδρύεται η Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς, με τον νόμο 3952/1959 και το Β. Διάταγμα της 16/17 Δεκεμβρίου 1959. Τον Νοέμβριο του 1965 εκλέγεται ο πρώτος Μητροπολίτης Πειραιώς, Χρυσόστομος Α΄( Ταβλαδωράκης) ο οποίος μετατέθηκε από την Μητρόπολη Αργολίδας, κάνοντας για πρώτη φορά χρήση του νόμου “ Περί μεταθετού”.

Στις 12 Ιανουαρίου του 1978 η Ιερά Σύνοδος σε έκτακτη συνεδρίασή της, εκλέγει τον Μητροπολίτη Ρωγών Καλλίνικο, ως νέο Μητροπολίτη Πειραιώς, ο οποίος και ενθρονίζεται στις 5 Φεβρουαρίου, στον Ιερό Ναό της Αγίας τριάδας, στον Πειραιά. Την Τρίτη 7 Φεβρουαρίου του 2006 η Ιερά Σύνοδος αποδέχεται την παραίτηση του υπέργηρου και ασθενούς Ποιμένα, από τον Μητροπολιτικό θρόνο της Μητρόπολης του Πειραιά, τον οποίο υπηρέτησε με πραγματική αφοσίωση επί 28 συναπτά έτη. Στις 28 Φεβρουαρίου 2006 η Ιερά Σύνοδος, εκλέγει ως νέο Μητροπολίτη Πειραιώς τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Χριστιανουπόλεως κ. Σεραφείμ, Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου.

  

Πηγές

 


  •  Χριστιανική Εστία Άργους, «Ημερολόγιον το έτους 1980», Αθήνα, 1979.
  •  Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς.