Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Αρχαία Αγορά Άργους


 

Η Αρχαία Αγορά του Άργους άρχισε να οργανώνεται ήδη από τον 6ο π.Χ. αι. στα νότια της πόλης, σε ένα κεντρικό μέρος όπου κατέληγαν οι οδοί από το Ηραίο, την Κόρινθο και την Τεγέα. Το οικοδομικό πρόγραμμα είχε ολοκληρωθεί στα τέλη του 4ου π.Χ. αι.. Κατά την κλασική και ελληνιστική εποχή την Αγορά όριζαν στοές και κτίρια που δύσκολα διακρίνονται σήμερα κάτω από τις μεταγενέστερες αρχιτεκτονικές φάσεις.

Από τα σημαντικότερα αποκαλυφθέντα μνημεία είναι:

Mια μεγάλη υπόστυλη αίθουσα (32,75 επί 32,75μ) με στέγη που στήριζαν 16 ιωνικοί κίονες, ενώ στην πρόσοψή της υπήρχαν15 κίονες δωρικού ρυθμού. Κτίστηκε γύρω στο 460 π.Χ. όταν το Άργος υιοθέτησε το δημοκρατικό πολίτευμα και ίσως λειτουργούσε ως Βουλευτήριο. Ένα άλλο μεγάλο κτίριο, ίσως παλαίστρα, με στοές με δωρικούς κίονες, που όριζε την νότια πλευρά της Αγοράς.

Άλλα αποκαλυφθέντα κατάλοιπα ανήκουν στην αφετηρία ενός δρόμου σταδίου, σε μια θόλο-νυμφαίο και σε ένα ημικυκλικό θεατρικό κτίριο όπου περιλαμβάνεται η βάση ενός προγενέστερου βωμού, ίσως του ιερού του Λυκείου Απόλλωνα. Κατά την ρωμαϊκή εποχή πολλά από τα υπάρχοντα μνημεία μετατρέπονται σε μορφή και χρήση, προπαντός μαγαζιά και δεξαμενές, όταν τον 2ο και τον 3ο μ.Χ. αι. πραγματοποιείται μία γενική ανοικοδόμηση του χώρου. Αργότερα, τον 4ο μ.Χ. αιώνα, κατασκευάζεται ένα τελευταίο μνημείο του παγανισμού, μια εστία γύρω από την οποία τοποθετήθηκαν στήλες που προέρχονται από ένα μικρό περίβολο ηρώου αρχαϊκής εποχής αφιερωμένο στους «Επτά επί Θήβας».

Η επιδρομή των Γότθων, το 395-396 μ.Χ. επιτάχυνε την καταστροφή και τον αφανισμό των μνημείων της Αγοράς. Το κέντρο της πόλης είχε πια μετακινηθεί.

Πρώτος πραγματοποίησε ανασκαφές στον χώρο της Αγοράς, αποκαλύπτοντας την υπόστηλη αίθουσα το 1904, ο C.W. Volgraff, μέλος της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής. Οι ανασκαφικές έρευνες επαναρχίζουν το 1952 από την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή και διεξάγονται ως σήμερα με ελάχιστες διακοπές για μελέτη του υλικού, υπό την εποπτεία μελών της Σχολής και προπαντός των P. Amandry, P. Aupert, J.-Fr. Bommelaer και J. Des Courtils (η υπόστυλη αίθουσα), P. Courbin, F. Croissant, , R. Ginouvιs, P. Marchetti (Θόλος-Νυμφαίο), A. Pariente (η εστία με τον αρχαϊκό περίβολο και το ημικυκλικό θεατρικό κτίριο), M. Pierart και G. Roux.

 

Πηγή


  • Υπουργείο Πολιτισμού

Αρχαίο θέατρο Άργους


 

Το θέατρο του Άργους, χωρητικότητας περίπου 20.000 θεατών, συγκαταλέγεται στα μεγαλύτερα αρχαία θέατρα στην Ελλάδα. Βρίσκεται στους πρόποδες της νοτιοανατολικής πλευράς του λόφου του κάστρου, σε σημείο που συνδεόταν με την αγορά, δέσποζε πάνω από την αρχαία πόλη και ήταν ορατό από τον Αργολικό κόλπο.

Στο χώρο προϋπήρχαν διάσπαρτα μικρά ιερά, όπως αυτά των Διοσκούρων και του Διός Ευβουλέως, τα οποία δεν καταπατήθηκαν κατά την κατασκευή του μνημείου. Το θέατρο οικοδομήθηκε κατά την ελληνιστική εποχή, στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. και αντικατέστησε το παλαιότερο της πόλης, που βρισκόταν περίπου 100 μ. νοτιότερα και είχε κτιστεί τον 5ο αι. π.Χ. Κατασκευάσθηκε πιθανόν για να φιλοξενήσει τους αγώνες μουσικής και δράματος των πανελλήνιων αγώνων των Νεμέων, που τότε μεταφέρθηκαν οριστικά στην πόλη του Άργους από το ιερό του Δία στην Νεμέα, ενώ περίπου την ίδια εποχή μεταφέρθηκαν στο Άργος και τα Ηραία. Ο αρχαιότερος αγώνας των Νεμέων, που τεκμηριωμένα γνωρίζουμε ότι έλαβε μέρος στο θέατρο του Άργους, ήταν αυτός των κιθαρωδών το 205 π.Χ. Στο μνημείο πραγματοποιούνταν επίσης πολιτικές συνεδριάσεις, όπως η Σύνοδος της Αχαϊκής Συμπολιτείας, που γινόταν τακτικά κατά τον 2ο αι. π.Χ.

 

Αρχαίο Θέατρο Άργους

 

Το τεράστιο κοίλο του θεάτρου είναι στο μεγαλύτερο μέρος του λαξευμένο στο βράχο και χωριζόταν με δύο διαζώματα σε τρία οριζόντια τμήματα και με κλίμακες σε τέσσερις κερκίδες, που αντιστοιχούσαν στις φυλές του Άργους. Στο κεντρικό τμήμα του είναι λαξευμένες στο βράχο 83 σειρές εδωλίων, ενώ περίπου στο μέσο του συμπληρώνεται και στις δύο πλευρές με πρόσθετες σειρές εδωλίων στερεωμένων σε τεχνητά αναχώματα, τα οποία συγκρατούν αναλημματικοί τοίχοι, κτισμένοι με τον άνισο ισοδομικό τρόπο.

Η ορχήστρα ήταν επίσης στο μεγαλύτερο μέρος της λαξευμένη στο βράχο. Αρχικά ήταν κυκλική, με διάμετρο 26 μ. και στο κέντρο της δημιουργήθηκαν δύο ανάγλυφες κατασκευές, ένας κύκλος και δύο εφαπτόμενες γραμμές για την καθοδήγηση των μετακινήσεων των χορών: κυκλικών στους διθυράμβους και ευθύγραμμων στις τραγωδίες και κωμωδίες. Η «χαρώνεια κλίμακα», ένας υπόγειος διάδρομος, ένωνε την ορχήστρα με τα αποδυτήρια και εξυπηρετούσε την εμφάνιση των νεκρών και των χθόνιων θεοτήτων κατά τις παραστάσεις. Το σκηνικό οικοδόμημα στην αρχική του μορφή ήταν κτισμένο με καλά επεξεργασμένους ασβεστόλιθους. Περιλάμβανε το προσκήνιο (24,40 x 2,50 μ.), διακοσμημένο στην εσωτερική του πλευρά με ιωνική κιονοστοιχία, τη σκηνή πάνω από τα αποδυτήρια στο ισόγειο, και μία στοά στην πρόσοψη με δωρική κιονοστοιχία  (24×5,60μ.).

 

Ελληνιστικό θέατρο Άργους – Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης

 

Στα ρωμαϊκά χρόνια, κυρίως το 2ο αι. μ.Χ., την εποχή του αυτοκράτορα Αδριανού, το μνημείο επαναδιαμορφώθηκε. Εδώ φιλοξενούνταν πλέον διάφοροι εορτασμοί (Σεβάστεια, Τίτεια, Τραιάνεια, Αντινόεια) καθώς και θεάματα, όπως κυνήγι θηρίων ή μονομαχίες, που είχαν ως αποτέλεσμα την αλλαγή τόσο της ορχήστρας όσο και της σκηνής. Στο πρώτο μισό του 2ου αι. μ.Χ. το σκηνικό οικοδόμημα, κτισμένο με πλίνθους, επεκτάθηκε προς τα δυτικά, καλύπτοντας μέρος της ορχήστρας. Το προσκήνιο μετατράπηκε σε διώροφο λογείο, επενδυμένο με μάρμαρο και κοσμημένο με κορινθιακές κιονοστοιχίες, ψηφιδωτά και αγάλματα σε κόγχες. Για την προστασία των θεατών από τον ήλιο τοποθετήθηκε ένα ύφασμα πάνω από τμήμα του κοίλου και για την ασφάλειά τους κατά τα θεάματα, ένα δίκτυ μπροστά στην προεδρία, και τα δύο στηριγμένα σε εσοχές λαξευμένες στο βράχο. Τον 3ο αι. μ.Χ. προστέθηκε μία εξέδρα με τρία μαρμάρινα καθίσματα για τους επισημότερους θεατές, όπως τον αντιπρόσωπο του αυτοκράτορα ή τους οργανωτές των θεαμάτων, και τον 4ο αι. μ.Χ. κατασκευάσθηκε στην ορχήστρα μία τεχνητή λίμνη για αθλοπαιδιές στο νερό και παραστάσεις ναυμαχιών. Το θέατρο εγκαταλείφθηκε οριστικά στο τέλος του 4ου αι. μ.Χ.

Το μνημείο παρέμεινε ορατό στους επόμενους αιώνες και σχεδόν όλοι οι περιηγητές το αναφέρουν στις αφηγήσεις τους, ενώ πολλοί το σχεδίασαν. Χρησιμοποιήθηκε και πάλι, όταν στις 15 Ιουλίου 1829 πραγματοποιήθηκε σε αυτό η 4η Εθνοσυνέλευση του νέου ελληνικού κράτους, που οργάνωσε ο Ι. Καποδίστριας.

Η ανασκαφική έρευνα του θεάτρου πραγματοποιήθηκε από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών κατά τα έτη 1890, 1930, 1954-56, 1981-82 και 1986-8, ενώ το 2004 ολοκληρώθηκε το έργο για τη στερέωση, αναστήλωση και αποκατάστασή του. Σήμερα ο χώρος του θεάτρου χρησιμοποιείται περιστασιακά για διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις.

 

Όλγα Ψυχογυιού, αρχαιολόγος. 

Πληροφορίες

Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων

Οδός Τριπόλεως, Άργος (Νομός Αργολίδας)

Τηλέφωνο: +30 27510 68819
Φαξ: +30 27510 24690

Ημέρες Ελευθέρας Εισόδου

6 Μαρτίου – Μνήμη Μελίνας Μερκούρη

5 Ιουνίου – Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος

18 Απριλίου – Διεθνής Ημέρα Μνημείων

Tο τελευταίο Σαββατοκύριακο Σεπτεμβρίου κάθε έτους (Ευρωπαϊκές Ημέρες Πολιτιστικής Κληρονομιάς)

Οι Κυριακές κατά το διάστημα από 1 Νοεμβρίου έως 31 Μαρτίου

Οι επίσημες αργίες του Κράτους

Η πρώτη Κυριακή κάθε μήνα, πλην των μηνών Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου (όταν η πρώτη Κυριακή είναι αργία, ως ημέρα εισόδου καθορίζεται η δεύτερη Κυριακή.)

27 Σεπτεμβρίου, Παγκόσμια μέρα τουρισμού

Πρόσβαση στο Μνημείο

Το μνημείο βρίσκεται στον Αρχαιολογικό Χώρο Θεάτρου, στη συμβολή των οδών Θεάτρου και Τριπόλεως.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

  • Moretti J.-Ch., ”L’ implantation du theatre d’Argos dans un lieu plein de sanctuaires”, Άργος και Αργολίδα. Τοπογραφία και Πολεοδομία, Πρακτ. Διεθ. Συνεδρίου Αθήνα-Άργους 28/4-1/5/1990, Ελληνογαλλικές έρευνες ΙΙΙ, Αθήνα 1990, 233-259.
  • Seve M., Les Voyageurs Francais a Argos, Sites et Monuments XI, Αθήνα 1993.
  • Moretti J.-Ch., Theatres d/Argos, Sites et Monuments 1993.

 

Πηγή


 

 

Οι επτά λόγοι του Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους.

« Οι λόγοι του Πέτρου έχουν τον μανδύαν της αρχαίας ελληνικής και Πατερικής ρητορικής, την καλαισθησίαν της εποχής του ( της οποίας ο Άγιος ασφαλώς αποτελεί εν των καλλιτέρων δειγμάτων) οποία υπήρξε, την σοφίαν και την δογματικὴν κατάρτισιν τού Επισκόπου, την έμφυτον ρητορικὴν δύναμιν του έλληνος. Θαυμάσιον είναι το πλούσιον λεκτικόν του, το ήμερον, αισιόδοξον και πανηγυρικὸν ύφος του, η πλοκὴ του λόγου και η ευκολία της συζεύσεως πολλών και ποικίλων λογοτεχνικών σχημάτων, τα οποία, και αν φθάνουν ενίοτε εις κατάχρησιν και υπερβολήν, εν τούτοις γενικώς είναι επιτυχή και ικανὰ ν διεγείρουν ποικιλίαν συναισθηματικών αντιδράσεων εις τον αναγνώστην ή τον ακροατή».[1]

Οι μέχρι σήμερα γνωστοὶ λόγοι του Αγίου είναι επτά.

  • Εις την Σύλληψιν της Αγίας Άννης. Ευρέθη στην βιβλιοθήκη της μονής του Αγίου Βασιλείου στην Μεσσήνη Σικελίας. ( Αρχιμανδριτικὸ ασκητήριο του Σωτήρος).
  • Επιτάφιος λόγος εις τον μακάριον Αθανάσιον, Επίσκοπον Μεθώνης. Ευρέθη στη βιβλιοθήκη της μονής του Αγίου Βασιλείου στην Μεσσήνη της Σικελίας. ( Αρχιμανδριτικὸ ασκητήριο του Σωτήρος).
  • Εις τους Αγίους Αναργύρους Κοσμάν και Δαμιανόν. Ευρέθη στο Βατικανό.
  • Εγκώμιον εις την Αγίαν Άννα. Ευρέθη στην μονή του Αγίου Σωτήρος της Μεσσήνης Σικελίας, αλλά και στον κώδικα 317 του Βατικανού μαζὶ με τον λόγο για τους Αγίους Αναργύρους και τέλος στην Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών ( χειρόγραφο 485) το οποίον προέρχεται από την μονὴ του Αγίου Γεωργίου Μαλεσίνης Λοκρίδος.
  • Εις τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Ευρέθη στην Καστοριά αλλά και στην μονὴ της Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους.
  • Εις τα Εισόδια της Θεοτόκου. Ευρέθη στην μονὴ του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου- υψηλού στην Λέσβο. Ίσως αντίγραφο του, υπάρχει στην μονὴ της Αγίας στην Άνδρο. Σε αυτόν όμως προηγείται ο Βίος των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού και έπεται ὁ βίος του Αγίου Νικήτα. Ὁ κώδικας της Λέσβου θεωρείται καλλίτερος και ορθογραφικά.
  • Εγκώμιον εις την Αγίαν Μεγαλομάρτυρα του Χριστού Βαρβάρα. Ευρέθη στην μονὴ του Αγίου Ιωάννου του θεολόγου – υψηλού στην Λέσβο.[2]

Τέλος, όπως προκύπτει από το εγκώμιο προς τον Άγιο Πέτρο του Θεοδώρου Νικαίας θα πρέπει να υπάρχει ένας ακόμη λόγος του Αγίου ὁ « περί φυγής» στον οποίο αναλύει τους λόγους της άρνησης Του να αναλάβει την ευθύνη του Αρχιερατικού αξιώματος. Είθε, ὁ Θεός να βοηθήσει ώστε στο μέλλον και άλλοι λόγοι τού Αγίου μας να ευρεθούν προς δόξαν Θεού και Εκκλησίας.

Υποσημειώσεις

  1. Κων/νος Κυριακόπουλος. Καθηγητὴς Φιλολογίας. ΑΓΙΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΡΓΟΥΣ ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ. ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ. ΑΘΗΝΑΙ. 1976. Γενικὴ Εἰσαγωγὴ σ. 7.
  2. Με εντολή τού Μακαριστού κυρού Χρυσοστόμου ( Δεληγιαννόπουλου) εστάλη στην μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Μυτιλήνη ο Θεολόγος π. Δημήτριος Κωστόπουλος ο οποίος και αντέγραψε τους δύο λόγους. Ο ίδιος αντέγραψε και την εις τον Ευαγγελισμόν τής Θεοτόκου ομιλία του Αγίου ο οποίος βρίσκεται στην Εθνική βιβλιοθήκη Αθηνών.΄

Βιβλιογραφία

 

  • Κωνσταντίνος Κυριακόπουλος, «Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους, Βίος Και Λόγοι», Έκδοσις Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος 1976.
  • Πατήρ Γεώργιος Σελλής, «Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους Σημειοφόρος και Θαυματουργός», Έκδοσις Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου, Άργος 2008
  • Τα ιστορικά δεδομένα για τη Βυζαντινή αυτοκρατορία και το Άργος στην  

    περίοδο που έζησε ο Άγιος Πέτρος , Επίσκοπος Άργους (852 – 922).

    Εισαγωγή

     

    Η περίοδος στην οποία έζησε και ανέπτυξε την δραστηριότητα του ο Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου, είναι ιδιαίτερα σημαντική.   Είναι η αρχή της περιόδου ακμής του Βυζαντίου που κυρίως στην περίοδο των Μακεδόνων αυτοκρατόρων (867-1059) θα κορυφωθεί.

     

    Είχε προηγηθεί η μεγάλη κρίση του 7ου και 8ου αιώνα με την Εικονομαχία (726-843), την εγκατάσταση Σλάβων και Βουλγάρων στη Βαλκανική Χερσόνησο και τη στέψη του Καρλομάγνου ως αυτοκράτορα στη Δύση (800), γεγονός που σηματοδότησε την απαρχή της υποχώρησης της Βυζαντινής δύναμης στην Ιταλία  και έπληξε την πολιτική του Βυζαντίου στην περιοχή αυτή. Από τον 9ο αιώνα  η προηγούμενη κρίση θα οδηγήσει στη σταδιακή ωρίμανση του Βυζαντίου, στην ανασύσταση και ανόρθωση του κράτους και στη μεγάλη πνευματική αναγέννηση. Η ακμή αυτή εκδηλώνεται σε όλα τα επίπεδα της ζωής της βυζαντινής κοινωνίας και του κράτους. Ταυτόχρονα η διαδοχή ικανών αυτοκρατόρων και η αξιόλογη δράση σημαντικών πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών εξασφάλισαν την εδραίωση των δυναστικών θεσμών. Η νομοθετική δραστηριότητα, η σωστή οικονομική και κοινωνική πολιτική και η προσαρμογή της κρατικής μηχανής στις απαιτήσεις της εποχής συνέβαλαν στην άσκηση στιβαρής διοίκησης, ικανής να αντιμετωπίσει τα εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα αποτελεσματικά, και στην ανάπτυξη της οικονομίας, βασικής προϋπόθεσης για την οποιαδήποτε πολιτική(κοινωνική, οικονομική, εξωτερική κ.τ λ.).

     

    Η αναγέννηση των γραμμάτων και η ισχυροποίηση της Βυζαντινής εκκλησίας, μετά την περιπέτεια της Εικονομαχίας εξασφάλισαν τις προϋποθέσεις για να μπορέσει το Βυζαντινό κράτος να εντάξει τους νέους λαούς (Βούλγαρους, Σλάβους-Μοραβούς, Ρώσους),που είχαν εμφανιστεί, στη σφαίρα της πολιτικής και πνευματικής του επιρροής.

     

    Λίγο μετά τη γέννηση του Αγίου Πέτρου (852) θα αναγορευθεί Πατριάρχης ο Φώτιος(858-867 και 877-886) στη διάρκεια της βασιλείας του Μιχαήλ του Γ΄(842-867), που είναι ο τελευταίος αυτοκράτορας της δυναστείας του Αμορίου (820-867),και της έντονης παρουσίας του Βάρδα, θείου του Μιχαήλ και ικανότατου πολιτικού και στρατιωτικού ηγέτη. Ο Φώτιος υπήρξε μεγάλη πνευματική φυσιογνωμία και το σημαντικότερο επίτευγμά του υπήρξε ο εκχριστιανισμός των Σλάβων. Στη διάρκεια της άσκησης των πατριαρχικών καθηκόντων του θα γίνει και το πρώτο σχίσμα της Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας(867). Η πνευματική ακτινοβολία του Φωτίου, ο οποίος υπήρξε ο πιο αξιόλογος λόγιος και μελετητής των αρχαίων ελληνικών κειμένων στα πλαίσια της έντονης στροφής που παρατηρείται την περίοδο αυτή προς την αρχαία κληρονομιά , θα επηρεάσει την φυσιογνωμία του Αγίου Πέτρου. Ο μαθητής του Φωτίου Νικόλαος Μυστικός, δύο φορές Πατριάρχης του Βυζαντίου (901-907 και 912-925) θα τον επηρεάσει επίσης με την πρότασή του για να αναλάβει τη μητρόπολη της Κορίνθου, πρόταση που θα αρνηθεί αλλά θα ακολουθήσει τον αδελφό του Παύλο που θα χειροτονηθεί μητροπολίτης Κορίνθου.

     

    Η συμβολή του Αγίου Πέτρου

     

     

    Παρά την ακμή αυτή του Βυζαντίου η περιφέρεια δε φαίνεται να ελκύει το ενδιαφέρον των ιστορικών και χρονογράφων της εποχής. Στα πλαίσια αυτά και οι αναφορές στο Άργος είναι περιορισμένες. Η αναγέννηση του Βυζαντίου, που παρουσιάστηκε παραπάνω, στην Πελοπόννησο εκδηλώνεται κυρίως με την αναζωπύρωση της θρησκευτικής ζωής. Οι εποικισμοί των Σλάβων δε φαίνεται να ήταν σημαντικοί στην περιοχή και δεν επηρέασαν την οικονομική εξέλιξη της πόλης κατά την περίοδο των Μακεδόνων και των Κομνηνών στη συνέχεια. « Τη μόνη πληροφορία και αυτή άκρως συγκεχυμένη για την πόλη του Άργους σε αυτή τη ζοφερή περίοδο μας τη δίδει πάλι το Χρονικόν της Μονεμβάσιας λέγοντας ότι φοβούμενοι τους Σλάβους « οι Αργείοι εν τη νήσω τη καλουμένη Ορόβη…μετώκησαν». [1] Ο εκχριστιανισμός των Σλάβων θα συμβάλει στην αφομοίωση τους προς τους ντόπιους. Στην ιεραποστολική αυτή προσπάθεια θα συμμετάσχει και το Άργος  με επικεφαλής τον Άγιο Πέτρο Επίσκοπο Άργους και Ναυπλίου. Να σημειωθεί ότι το Άργος πολύ νωρίς ήταν επισκοπή και σύμφωνα με μια άποψη η ένωσής της με την επισκοπή του Ναυπλίου πρέπει να έγινε λίγα χρόνια μετά το 879.  Το 1189 επί Ισαακίου Αγγέλου αποσπάσθηκε από την μητρόπολη της Κορίνθου και αποτέλεσε νέα μητρόπολη.[2] Ταυτόχρονα η ανέγερση πλήθους εκκλησιών επιβεβαιώνει τη θρησκευτική, πνευματική και καλλιτεχνική ανάπτυξη της περιοχής.

     

     

     

    Με την πνευματική άνθηση του Άργους συνυφαίνεται και η οικονομική. Ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος (912-959), της Μακεδονικής Δυναστείας, στο έργο του «Περί Θεμάτων» κατατάσσει το θέμα της Πελοποννήσου έκτο στη σειρά ιεραρχήσεως στον Ελλαδικό χώρο και ανάμεσα σε σαράντα πόλεις το Άργος κατέχει μία από τις πέντε σπουδαιότερες θέσεις( τις άλλες κατέχουν η Κόρινθος, η Σικυών, η Σπάρτη και η Πάτρα). Σύμφωνα δε με το Χρονικόν του Μορέως το Άργος ήταν μία από τις δώδεκα καλυτερα οχυρωμένες θέσεις της Πελοποννήσου. Η οικονομική αυτή ανάπτυξη θα συνεχιστεί μέχρι την πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης (1204).[3]

     

    Από το Βίο του Αγίου μαθαίνουμε ότι στη διάρκεια της επισκοπείας του «Λιμός επίεζε την του Πέλοπος.επί τοσούτω δε ταύτην υπεβόσκετο και κατέτρυχεν ,ως και τας οικίας, και τας στενωπούς, και άμφοδα και πλατείας, έτι δε και τα ύπαιθρα εμπλησθήναι νεκρών, μη των ζώντων εξικνούντων ετι τη γή κατακρύπτειν τα σώματα». Ο λιμός αυτός διήρκεσε τρία χρόνια Η αντιμετώπιση του λιμού από τον Άγιο, που πέτυχε τη διατροφή ντόπιων και ξένων, εγγράφεται από το βιογράφο του στα θαύματά του.[4] Ακόμη στις ομιλίες του Αγίου Πέτρου γίνεται λόγος για επιδρομές «αθέων Αγαρηνών» και «Σκυθών» ενώ στο Βίο του αναφέρονται πειρατικές δραστηριότητες των Κρητών που ανάγκαζαν τον Άγιο να εξαγοράζει με λύτρα τους αιχμαλώτους.[5] Οι προαναφερόμενοι Αγαρηνοί και Κρήτες δεν ήταν άλλοι από τους Σαρακηνούς πειρατές που τρομοκρατούσαν τους πληθυσμούς των παραλιακών περιοχών της Πελοποννήσου(9ος και 10ος αιώνας). Αποτέλεσμα της δράσης των πειρατών ήταν η ερήμωση των νησιών και των παραλίων αστικών κέντρων, κάμψη της οικονομίας, πολιτιστική παρακμή και ανασφάλεια στη ναυσιπλοΐα.

     

    Τέλος χαρακτηριστικό γεγονός της περιόδου είναι η  κατάληψη της Πελοποννήσου  από βαρβάρους για τρία χρόνια. Κατά τις εκτιμήσεις των ερευνητών πρόκειται για ατάκτους Βουλγάρους του Συμεών που μετά την ειρήνευση με τους Βυζαντινούς, το 924, παρέμειναν στην Πελοπόννησο και απεχώρησαν αργότερα οικειοθελώς είτε εκδιώχθηκαν από βυζαντινό εκστρατευτικό σώμα. Το γεγονός αυτό αναφέρεται στο Βίο του Αγίου ως προφητεία που επαληθεύθηκε μετά το θάνατό του.

    Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, συνθήκες ανάπτυξης και ακμής του Βυζαντίου, της περιφέρειας και του Άργους, έζησε και έδρασε ο Άγιος Πέτρος. 

         

      Βασίλης Τσιλιμίγκρας

     

     

                                                                                                              


    [1] Βασίλειος Σκουλάτος,  Άργος, τα ίχνη μιας πόλεως στον Ελληνικό Μεσαίωνα, Αργειακή Γη,επιστημονική καιλογοτεχνική έκδοση τουΠνευματικού κέντραου του Δήμου Άργους, τεύχος 1, 2003, σελ.67-85. Πρόκειται για μια πολύ εμπεριστατωμένη προσπάθεια ανίχνευσης της πορείας του Άργους στον Ελληνικό Μεσαίωνα με άρτια τεκμηρίωση.

    [2] Ιωάννης Ζεγκίνης, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, Πύργος ,1968, εκδ. δεύτερη, σελ. 167.

    [3] Βασίλειος Σκουλάτος, ο.π.

    [4] Χρήστος Παπαοικονόμου, Άγιος Πέτρος του Άργους,Αθήνα 1908, σελ.66.

    [5] Βασίλειος Σκουλάτος ,ο.π.

     Απρίλιος του 2006( Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΑΡΓΟΛΙΔΑ»)

     

    Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου

    ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ ΑΠΟ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΑΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ  ΜΕΧΡΙΣ ΗΜΩΝ

    Οι εκδόσεις « εκ προοιμίου » παρουσιάζουν

    το μνημειώδες ιστορικό έργο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου:

     

    ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ ΑΠΟ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΑΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ  ΜΕΧΡΙΣ ΗΜΩΝ. 

     

    Μια αυστηρά περιορισμένη πολυτελής  έκδοση,  ένα συλλεκτικό βιβλίο – για την ιστορία του Άργους , όπως ακριβώς κατετέθη στην Ελληνική γραμματολογία από τον Ιωάννη Κοφινιώτη πριν από  116 χρόνια.

     

     

    Βιογραφικά στοιχεία του Συγγραφέα.

     

    ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΟΦΙΝΙΩΤΗΣ

     

    Φίλτατε μοὶ Δημήτριε,

     

    Ἂφ΄ ὅτου συνεδέθην μετὰ τῆς ὡραίας πατρίδος σου δὶ΄ἐμψύχου δεσμοῦ, διότι πρότερον συνεδεόμην μετ΄αὐτῆς μόνον διὰ τῶν ἀψύχων συγγραμάτων τῶν προγόνων σας, συνέλαβον τὴν ἰδέαν νὰ συγγράψω τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἄργους.

    Δὲν σοὶ ἀποκρύπτω ὅτι ἐπεδόθην εἰς τὸ ἔργον, συμβουλευθείς μᾶλλον τὸ θάρρος μου ἢ τὰς δυνάμεις μου. Διενοούμην δὲ κατ΄ ἀρχὰς νὰ γράψω κἄτι περὶ Ἄργους ἁπλῶς διὰ νὰ εὑρίσκω οὕτως ἀνακούφισίν τινα ἀπὸ τῆς κατεχούσης με τότε ἀθυμίας. Ἀλλά, προχωρῶν, ἐμάνθανον τὸ μεγαλεῖον του Ἀργείου κράτους καὶ τοσοῦτον κατεγοητευόμην ὑπὸ τῆς ὡραιότητος τῆς ὕλης, ὥστε ἐγκατέλιπον τὴν πρώτην ἰδέαν καὶ ἀπεφάσισα νὰ συγγράψω τὴν ἱστορίαν ταύτης τῆς πόλεως ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ἡμῶν, ὅσον δύναμαι λεπτομερῶς καὶ ἐπιμελῶς. Δικαίως κατέληξα εἰς τὴν τολμηράν ταύτην ἀπόφασιν, διότι ἡ πόλις αὕτη εἶνε τὸ λίκνον τοῦ πολιτισμοῦ, εἶνε οὕτως εἰπεῖν ἡ κολυμβήθρα ἐν τῇ ὁποίᾳ ὁ πολιτισμὸς ἐβάπτισε τὴν ἀνθρωπότητα…..[1]

     

    Μὲ αὐτὴ τὴν ἐπιστολὴ γνωστοποιοῦσε στὶς 16 Δεκεμβρίου 1887 ὁ Ἰωάννης Κοφινιώτης, Γυμνασιάρχης τότε στὸ Ναύπλιο, τὴν ἀπόφασή του νὰ συγγράψει τὴν ἱστορία τοῦ Ἄργους, στὸν φίλο του Δημήτριο Βαρδουνιώτη.

    Ὁ Καθηγητὴς φιλολογίας Ἰωάννης Κοφινιώτης (1851-1921)  ὑπηρέτησε στὴν Δημόσια ἐκπαίδευση ὡς Γυμνασιάρχης στὴν Τρίπολη, στὸν Πύργο, στὸ Ναύπλιο καὶ στὴν Ἀθήνα καὶ ὡς Σχολάρχης  γιὰ ἔξι μῆνες στὴν Κεφαλλονιά.  

    Ὡς Τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου Ἐκκλησιαστικῶν ἐργάστηκε γιὰ τὰ προβλήματα τῆς παιδείας καὶ ἔδειξε ἐξαιρετικὲς διοικητικὲς ἱκανότητες.

    Ἀνακηρύχθηκε διδάκτορας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς καὶ ἀσχολήθηκε  μὲ τὴν συγγραφὴ σχολικῶν βιβλίων, ἐκ τῶν ὁποίων περίπου εἴκοσι,  εἶχαν ἐγκριθεῖ καὶ διδάσκονταν στὴν στοιχειώδη καὶ μέση ἐκπαίδευση.

    Ὁ Ἰωάννης Κοφινιώτης  ἀρθρογράφησε δημοσιεύοντας πολλὰ πολιτικὰ ἄρθρα ἐνῶ ὑπῆρξε ὀπαδὸς  τῶν « ἡνωμένων κομμάτων» ποὺ εἶχαν συγκροτήσει οἱ: Κ. Μαυρομιχάλης, Δ. Ράλλης, Γ. Θεοτόκης καὶ Α. Ζαίμης. [1]  καὶ ἦταν ἀντίπαλοί του Βενιζέλου.[2]

    Μάλιστα, μὲ αὐτὸ τὸν συνδυασμό, ἐξελέγη Βουλευτὴς στὴν Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τὸ 1910. Στὶς ἑπόμενες ὅμως ἐκλογὲς τῆς Β΄Ἀναθεωρητικῆς ( 28 -11 –1910 ) ἀπέτυχε.

     

    Ὑπῆρξε πρόεδρος τοῦ Ἀργειακοῦ Συλλόγου « Ἀτρεὺς»στὴν Ἀθήνα.

     

    Ὁ Ἰωάννης Κοφινιώτης, ὁ ὁποῖος ἦταν πιθανότατα ἀπὸ τὸ Κοφίνι παντρεύτηκε το 1883 τὴν Ἀργεία Δήμητρα Ἰωάν. Σημαντήρα.[3]


    [1] Εφημερίς ΑΡΓΟΣ. 1 Ιανουαρίου 1888. Εκδότης: Δημήτριος Κ. βαρδουνιώτης.

    [2] ΑΡΓΟΣ το πολυδίψιον. Οδυσσέας Κουμαδωράκης ( Βίκη Φλώρου). Εκδόσεις «εκ προοιμίου»2007.

    [3] Ομοίως.

     

     

     

     

     

     

     

     

     
     

     

     
     

     

     

    Ένα νέο πολυσέλιδο Λεύκωμα με τίτλο « Η Αργολίδα που φεύγει » παρουσιάζουν στο αναγνωστικό κοινό οι εκδόσεις  ΕΚ ΠΡΟΟΙΜΙΟΥ του ομώνυμου  βιβλιοπωλείου του κ. Τάκη Ουλή στο Άργος.

     

    Το περιεχόμενο του Λευκώματος – Βιβλίου είναι το αποτέλεσμα της πολύχρονης ερευνητικής δουλειάς του δημοσιογράφου – ερευνητή Γιώργου Αντωνίου και στόχο έχει να συντηρήσει στη συλλογική και ατομική μνήμη, εικόνες του χθες της Αργολίδας που σβήνουν γύρω μας.

     

    Κτίσματα, μνημεία, τόποι, αντικείμενα κ.α. συνδεδεμένα κάποτε με την καθημερινή ζωή του ανθρώπου της υπαίθρου, που οι καταιγιστικοί σύγχρονοι ρυθμοί ζωής τα προσπερνούν αδιάφορα. Χώροι ευλογημένοι, εκεί που κάποτε φώλιαζε η ανθρώπινη ψυχή, έργα καμωμένα με ταπεινά γήινα υλικά όπως η πέτρα, το χώμα, το ξύλο, το νερό, ζυμωμένα με το μόχθο και τον αγώνα για επιβίωση ( Αλώνια, Λιοτρίβια, Πατητήρια, Ξερολιθιές ( πεζούλες ), Μύλοι και Νεροτριβές, Πηγάδια με λαξευτές γούρνες, Κρήνες, Μαντριά, Περιστεριώνες, Φούρνοι, Πετρογέφυρα, Χάνια, Λιθόστρωτα καλντερίμια, κ.α ).

     

    Προβιομηχανικά κτίσματα – στολίδια που εξυπηρετούσαν τις στοιχειώδεις ανάγκες της χθεσινής αυτοκαταναλωτικής κοινωνίας. Ένας μνημειακός πλούτος που κοσμεί σήμερα κάθε γωνιά της Αργολικής γης. Έργα που επάνω τους αποτυπώνεται το μεράκι, η ευαισθησία, η έμπνευση των αυτοδίδακτων λαϊκών μαστόρων της εποχής.

     

    Ακόμη ο αναγνώστης του Λευκώματος « Η Αργολίδα που φεύγει » θα έχει την ευκαιρία να θαυμάσει πολλά έργα οικιακής λαϊκής αρχιτεκτονικής. Πλίνθινα και πέτρινα σπίτια με τα λαϊκής επινόησης χρηστικά και αρχιτεκτονικά στοιχεία του χθες, όπως αυλόπορτες και εξώπορτες, καμινάδες, ακροκέραμα, ρόπτρα, ζεμπερέκια κ.α.

    Επίσης κτίρια που είναι συνυφασμένα με τη θρησκευτική πίστη. Ξωκλήσια, εκκλησίες, προσκυνητάρια, καμπαναριά.

     

    Θέση στο Λεύκωμα έχουν και τα πρωτοεμφανιζόμενα τότε έργα της τεχνολογίας όπως τα πρωτόγονα τρακτέρ, οι αλωνιστικές μηχανές γεωργικά εργαλεία, ακόμη τα κάρα και οι σούστες και βέβαια τα αυτοκίνητα.

     

    Επίσης τα πρώτα βιομηχανικά κτίσματα της εποχής που φιλοξένησαν τους κλάδους της κονσερβοποιίας και της υφαντουργίας στη περιοχή μας.

     

    Το φωτογραφικό υλικό του λευκώματος ( 500 φωτογραφίες ) τις οποίες συνοδεύουν επεξηγηματικά κείμενα, είναι ένα μόνο μέρος του αρχειακού υλικού ( πάνω από 30.000 φωτογραφίες ) του Γιώργου Αντωνίου, που κυριολεκτικά όργωσε κάθε γωνιά της Αργολίδας. Το νέο Λεύκωμα μας δίνει τη δυνατότητα να νοιώσουμε την ανάσα των ανθρώπων που δημιούργησαν και έζησαν τα παραπάνω έργα, πολύτιμα τεκμήρια του υλικού μας πολιτισμού.

    Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το 45λεπτο ντοκιμαντέρ με τίτλο « Η Αργολίδα που φεύγει » του Γ. Αντωνίου το οποίο συνοδεύει το Λεύκωμα. Πληροφορίες ( τηλ. 27510  61315 ).

     

     

    Ο Μητροπολίτης Νικαίας Θεόδωρος, αποτελεί μία από τις σημαντικές μορφές της εκκλησιαστικής ιστορίας των μέσων χρόνων του Βυζαντίου. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο περίπου το 895 και ο πατέρας του ήταν ιερέας. Πιθανώς είχε μία αδελφή, της οποίας ο γιος Αναστάσιος, ακολούθησε τον ίδιο στην Κωνσταντινούπολη, όπου και χειροτονήθηκε Διάκονος. Ο Θεόδωρος, μετά την χειροτονία του Αγίου Πέτρου ως Επισκόπου Άργους, υπήρξε μαθητής του στο Άργος, ενώ αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος και στη συνέχεια ιερέας και πιθανόν τοποθετήθηκε σε κάποια υπηρεσία της επισκοπής, όπου απέκτησε διοικητική πείρα.

    Ο ίδιος ήταν «ασκητικός, λιπόσαρκος, μετρίου αναστήματος, με αραιά γένια και λίγα μαλλιά. Φιλάσθενος και αδύναμος από την φύση του, συχνά αναφέρεται στις ηπατικές και στομαχικές του παθήσεις. Η ασκητική του ζωή τον έκανε ακόμα πιο ευάλωτο στις ασθένειες. Η ελαχίστη αλλαγή στο κλίμα, στη διατροφή, στις συνθήκες διαβίωσης ήταν ικανή να του προκαλέσει ιδιαίτερα προβλήματα, ενώ οι αϋπνίες από τις οποίες υπέφερε τον εξαντλούσαν περισσότερο»[1].

    Έτσι παρέμεινε κοντά στον Επίσκοπό του μέχρι τον θάνατο του, το 922. Κατόπιν αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη, όπου Αυτοκράτορας ήταν ο Κωνσταντίνος Ζ΄ από το 912, αλλά ήδη από το 920 συναυτοκράτορας είχε στεφθεί ο Ρωμανός Α΄ο Λεκαπηνός. Άγνωστοι φίλοι και υποστηρικτές, ίσως και συγγενείς του Αγίου Πέτρου, σύστησαν τον Θεόδωρο στην Αυτοκρατορική αυλή, με αποτέλεσμα να ενταχθεί στον Αυτοκρατορικό κλήρο της Αγίας Σοφίας, όταν ο Ρωμανός τοποθέτησε το 933, τον 16ετή γιο του στον Πατριαρχικό θρόνο, αναλαμβάνοντας τη θέση του χαρτοφύλακα.

    Την εποχή αυτή οι κληρικοί της Αγίας Σοφίας τον εξέλεξαν ως εκπρόσωπό τους. Η κοινωνική άνοδος και η επαγγελματική καταξίωση τον διευκόλυναν στις βλέψεις του για υψηλά εκκλησιαστικά αξιώματα, ενώ η φιλία που τον συνέδεε με τον Αυτοκράτορα και τον Πατριάρχη ενίσχυαν την θέση του και τις φιλοδοξίες του. Όμως, λόγω της αυστηρής προσήλωσης στούς κανόνες και τους νόμους, δημιούργησε αρκετούς εχθρούς μεταξύ ορισμένων μοναχών και κληρικών οι οποίοι είτε διότι ήσαν διεφθαρμένοι, είτε διότι φθονούσαν την ανοδική του πορεία, τον κατηγόρησαν αφενός για αδικήματα οικονομικής φύσης και αφετέρου για την κυκλοφορία ενός λιβελογραφήματος κατά του Πατριάρχη Θεοφύλακτου. Το κείμενο αυτό εξόργισε τον Πατριάρχη αλλά και τον Αυτοκράτορα. Ο Θεόδωρος προκειμένου να αμυνθεί, απευθύνθηκε στους συμπατριώτες του τους Ναυπλιείς, ζητώντας την υποστήριξη τους. Στην αρχή αμφιταλαντεύτηκαν, αλλά με την παρέμβαση του Μητροπολίτη Χριστόφορου, μολονότι οι σχέσεις των δύο ανδρών φαίνεται να μην ήταν αγαθές, υποστήριξαν ένθερμα την αθωότητα του. Ο Θεόδωρος δικαιώθηκε, αλλά σχετικά αποδυναμωμένος. Η δεύτερη ευκαιρία στους αντιζήλους του παρουσιάστηκε όταν κατηγορήθηκε ότι αμφισβητούσε τον ίδιο τον Αυτοκράτορα, καταλογίζοντάς του ανικανότητα. Το αδίκημα αυτό επέσυρε την ποινή της εξορίας. Παρ΄όλη την υποστήριξη του Πατριάρχη, ο Θεόδωρος τιμωρήθηκε με την ποινή του εκτοπισμού.

    Εξόριστος κάπου κοντά στην Κωνσταντινούπολη ο Θεόδωρος, έγραφε σε φίλους και υποστηρικτές του προκειμένου να του επιτραπεί η επάνοδος στην Πόλη. Τελικά, με την βοήθεια του Θεοδώρου, Μητροπολίτη Κυζίκου, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Μετά από δύο επιστολές του προς το Αυτοκρατορικό ζεύγος, όχι μόνο αποκαταστάθηκε αλλά του ανέθεσαν και υψηλότερα καθήκοντα στην Εκκλησιαστική διοίκηση. Το 956 περίπου, ο Θεόδωρος χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Νικαίας, σε μία εποχή που συνέγραφε και το Βίο του Αγίου Πέτρου. Αποφεύγει ρήξεις με το αυτοκρατορικό περιβάλλον και το 956 δεν μετέχει σε ομάδα αντιφρονούντων Ιεραρχών που αντιτάχθηκαν στην αποκατάσταση του Πατριάρχη Ευθυμίου. Μάλιστα αναλαμβάνει συντονιστής της ομάδας του Κωνσταντίνου Ζ΄ και των ομοφρόνων Μητροπολιτών που συνηγορούν για την απομάκρυνση του Πολυεύκτου. Σε επιστολή του προς τον Ρωμανό Β΄ σε περίπτωση επιτυχίας του σχεδίου τους ήταν αυτός που θα καταλάμβανε τον Πατριαρχικό θρόνο. Ο θάνατος του Κωνσταντίνου Ζ΄ τον πρόλαβε, με αποτέλεσμα να μην δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες ώστε ο Θεόδωρος να ανέλθει στον Πατριαρχικό θρόνο.

    Ο Θεόδωρος πέθανε περίπου το 963 στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς να γνωρίζουμε που ετάφη.

    Υποσημειώσεις

    1.  Παναγιώτη Α. Γιαννόπουλου (Τακτικός Καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας στο Universite Catholique de Louvain (Βέλγιο)), Ναυπλιακά Ανάλεκτα, ΤΟΜΟΣ IV, (2000)

    Βιβλιογραφία

    • Μιχαήλ Γ. Λαμπρινίδης, Δ.Ν. «Η Ναυπλιά. Από Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις των καθ’ ημάς», Έκδοσις Γ΄, Ναύπλιον 1975.
    • Κωνσταντίνος Κυριακόπουλος, «Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους. Βίος και λόγοι», Έκδοσις Ιεράς Μητρόπολης Αργολίδος, 1976.

    Καλαμαράς Γρηγόριος (1769-1821)


     

    Καλαμαράς Γρηγόριος (1769-1821)

    Μητροπολίτης Αργοναυπλίας (1810-1821) και εθνομάρτυρας, αποτέλεσε μία σημαντική μορφή κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας. Καταγόταν από τη Σίτσοβα Λακωνίας και κατηχήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1819 από το Δανιήλ Παμπούκη [1], ηγούμενο της Μονής του Βράχου [2] Νεμέας.

    Ο Γρηγόριος ως φιλικός, ανέπτυξε αξιόλογη δράση και κατήχησε στη Φιλική Εταιρεία, σημαντικές προσωπικότητες της εποχής όπως τον Ιωάννη Ιατρού και τους αδελφούς Παπαλεξοπούλου στο Ναύπλιο, τον Ιωάννη Περούκα, τον Σταμάτη Αντωνόπουλο, τους αδελφούς Βλάσση στο Άργος, τον Ιερέα Γεώργιο Βελίνη στο Πλατανίτι, τον Θεοδόσιο Μπούσκο στο Τζαφέραγα, τον Γεώργιο Κακάνη στο Χώνικα, τον αρχιδιάκονό του Αθανάσιο Σολιώτη, τον Ιερέα παπα – Κωσταντή στον Αχλαδόκαμπο.

     

    Καλαμαράς Γρηγόριος (1769-1821). Φωτογραφία: Ηλίας Πολυχρονόπουλος.

     

    Όταν οι Τούρκοι κάλεσαν στην Τρίπολη προύχοντες και αρχιερείς, ο Γρηγόριος πήγε μαζί με τον Ιωάννη Περούκα. Εκεί συνελήφθη και οδηγήθηκε στη φυλακή, όπου και πέθανε από τις κακουχίες στις 18 Σεπτεμβρίου 1821, πέντε μόλις ημέρες πριν από την άλωση της Τρίπολης από τους Έλληνες. Ο λαός της Αργολίδας, εκτός από την ομώνυμη οδό, τίμησε τη μνήμη του και με προτομή το 1967, που τοποθετήθηκε αριστερά της δυτικής εισόδου του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου.

     

    Υποσημειώσεις


     

    [1] Δανιήλ Παμπούκης. Στον αγώνα του ’21 πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξε ο ηγούμενος Δανιήλ Παμπούκης ο οποίος μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία και ήταν ένας από τους πρωτεργάτες της Επανάστασης. Η Ιερά Μονή Βράχου και ο ηγούμενος Δανιήλ, συμμετείχε καταλυτικά στην περήφανη νίκη των Ελλήνων στα Δερβενάκια όπου εσώθει η επανάσταση στην Πελοπόννησο. Με την απελευθέρωση η Ι. Μ. Βράχου με εκπρόσωπό της τον Δανιήλ εργάστηκε για την ανόρθωση του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους, βοηθώντας σημαντικά το έργο του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια.

    [2] Η Μονή Βράχου Νεμέας βρίσκεται στην απόκρημνη πλευρά του βουνού Πολυφέγγους και γιορτάζει στις 15 Αυγούστου. Στο Εκκλησιαστικό Μουσείο Κορίνθου φυλάσσεται σφραγίδα της Μονής με τη χρονολογία 1633. Σημαντική ήταν η συμβολή της Παναγίας του Βράχου στην επανάσταση του 1821, κατά την διάρκεια της οποίας ο ηγούμενος της ήταν ο Φιλικός και πρακτικός ιατροχειρούργος Δανιήλ Παμπούκης

     

    Πηγή


    • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

     

    Δανιήλ (Πετρούλιας)


     

    Ο Δανιήλ (Πετρούλιας) υπήρξε μια σημαντική προσωπικότητα στην εκκλησιαστική ιστορία της εκκλησίας της Αργολίδος. Ανέβηκε στο επισκοπικό αξίωμα τον Ιούλιο του 1867 και διακρινόταν για τη μόρφωσή του και τη συγγραφική ικανότητά του, τόσο σε ότι αφορά βιβλία, όσο και στην υμνωδία.

    Μελετώντας την παλαιά ακολουθία του Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους, διαπίστωσε πολλές παραλείψεις, με αποτέλεσμα να παρέβη διασκευάζοντας, συμπληρώνοντας και προσθέτοντας και Μικρό Εσπερινό. Επιπρόσθετα εμπλούτισε τον βίο του Αγίου με στοιχεία που άντλησε από τον Συναξαριστή και το Νέο Εκλόγιο, ενώ εξέδωσε την νέα πλέον ακολουθία το 1870, στην Αθήνα.  

    Εκοιμήθη το Νοέμβριο του 1872 παραμένοντας συνολικά 5 έτη στην ποιμαντική διακονία της Εκκλησίας της Αργολίδος.

     

    Πηγές


    • Χρήστος Παπαοικονόμος, « Ο Πολιούχος του Άργους Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους ο Θαυματουργός», Τυπογραφείο Σ. Βλαστού, Αθήνα, 1908.
    • Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος, « Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλιάς από της συστάσεώς της μέχρι σήμερον », Τεύχος Ἀ, Έκδοσις Χριστ. Εστίας Άργους, 1957.

    Ο Γεράσιμος Παγώνης (1792-1867), Μητροπολίτης Αργολίδος αποτελεί μία σημαντική φυσιογνωμία του κλήρου κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας. Γεννήθηκε στη Μικρή Μαντίνεια και διετέλεσε πρωτοσύγκελλος[1] (αναπληρωτής επισκόπου) και τοποτηρητής της Επισκοπής Μαντινείας. Είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και κατά την πολιορκία της Τριπολιτσάς συντηρούσε με δικά του έξοδα 200 στρατιώτες. Έλαβε μέρος σε όλες τις εθνοσυνελεύσεις και το 1827 η Κυβέρνηση τον έστειλε ως έξαρχο στη Σάμο. Για την αναγνώριση των υπηρεσιών του προς τον Αγώνα του 1821 υπέβαλε αίτηση μετά το θάνατό του ο ανιψιός του Παναγιώτης Παγώνης.[2] Ήταν λόγιος άνδρας, όπως φαίνεται από τα έργα του[3], ενώ διετέλεσε και Γραμματέας του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη[4]. Το 1852 χειροτονήθηκε Επίσκοπος Άργους και Μητροπολίτης Αργολίδας. Από το έτος εκείνο τα όρια της Μητροπόλεως Αργολίδας καθορίστηκαν όπως είναι μέχρι σήμερα. Ο Γεράσιμος Παγώνης θεμελίωσε στις 17 Ιουλίου του 1859 και εγκαινίασε στις 18 Απριλίου του 1865 το Ναό του Αγίου Πέτρου στο Άργος, αφού πρώτα κατεδάφισε τον ημιυπόγειο Ναό Αγίου Νικολάου[5] της οικογενείας Περούκα στην πλατεία Ομονοίας, όπως ονομαζόταν τότε.

    Υποσημειώσεις

    1. Ο αμεσότερος συνεργάτης του μητροπολίτου, ο οποίος τελεί χρέη υποδιοικητή της μητρόπολης. Ο πρωτοσύγκελος προΐσταται του γραφείου της μητροπόλεως και αναπληρώνει το μητροπολίτη κωλυόμενο ή απουσιάζοντα στην άσκηση των διοικητικών του αρμοδιοτήτων, των σχετικών με τη διεύθυνση της μητροπόλεως.
    2. Κατετάγη εις τα Μητρώα Αγωνιστών του 1821 με τον βαθμόν Β΄ τάξεως ήτοι Αντιστράτηγος.
    3. «Περί βαθμών συγγενείας», Αθήναι 1842. «Ακολουθία της Αγίας Εικόνος της Υπαπαντής Καλαμών»
    4. Ο Γεράσιμος Παγώνης γραμματέας του Π. Μαυρομιχάλη «Ωσαύτως και η πρώτη επίσημος πράξις της Επαναστάσεως ήτοι «η προκήρυξις του αρχιστρατήγου και προέδρου της Μεσσηνιακής Γερουσίας Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη προς τας Ευρωπαϊκάς Αυλάς και προς όλα τα εξευγενισμένα γένη των ανθρώπων» ήτις ανεγνώσθη εν τω ποταμώ Νέδονι των Καλαμών όταν, μετά την υπό του Παπαφλέσσα ψαλείσαν δοξολογίαν, ο Πετρόμπεης ύψωσεν εις τας 23 Μαρτίου 1821 την σημαίαν της Επαναστάσεως, η προκήρυξις αύτη, βεβαιούται ότι είναι έργον της γλαφυράς γραφίδος του κατόπιν Αργολίδος Γερασίμου. (Από το αρχείο της Μητρόπολης Αργολίδας)»
    5. Ο επίσκοπος Παγώνης κατεδάφισε το ναό του Αγ. Νικολάου της πλατείας Ομονοίας, για να οικοδομήσει νέο περικαλλή ναό προς τιμή του Αγ. Πέτρου. Ο Άγιος Νικόλαος ήταν ημιυπόγειος, όπως και ο παλιός ναός του Αϊ-Γιάννη στην οδό Γούναρη, και ήταν ιδιωτικός, της οικογένειας Περούκα. Τους έκτιζαν έτσι, για να μην μπαίνουν οι Τούρκοι έφιπποι και τους βεβηλώνουν. Παλιότερα υπήρχε ναός του Αγ. Πέτρου νότια της οδού Αγγ. Μπόμπου και Δ. της οδού Μυστακοπούλου. Εκεί ήταν και το «δεσποτικό», η Μητρόπολη, που καταστράφηκαν από τον Κεχαγιάμπεη τον Απρίλιο 1821. Ανατολικότερα και ανάμεσα στις οδούς Β. Σοφίας και Καλμούχου υπήρχε νεκροταφείο, «Τα μνήματα». Βλ. Αν. Τσακόπουλου, Ιστορικά και Λαογραφικά σημειώματα, Αθήναι 1960,σσ 34-35′.

     Βιβλιογραφία

    • Χρήστος Παπαοικονόμος, «Ο Πολιούχος του Άργους Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους ο Θαυματουργός», Τυπογραφείο Σ. Βλαστού, Αθήνα 1908.
    • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», εκδ. εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
    • Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος,«Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλιάς από της συστάσεώς της μέχρι σήμερον», Τεύχος Ἀ, Έκδοσις Χριστ. Εστίας Άργους 1957.