Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Μυκήνες

 

Ιστορία

 

Οι «Πολύχρυσες Μυκήνες», το βασίλειο του μυθικού Αγαμέμνονα, που πρώτος ύμνησε ο Όμηρος στα έπη του, είναι το σημαντικότερο και πλουσιότερο ανακτορικό κέντρο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην Ελλάδα. Το όνομά τους έχει δοθεί σε έναν από τους λαμπρότερους πολιτισμούς της ελληνικής προϊστορίας, το μυκηναϊκό, και οι μύθοι που συνδέονται με την ιστορία τους διαπέρασαν τους αιώνες με τα ομηρικά έπη και τις μεγάλες τραγωδίες της κλασικής εποχής, ενώ ενέπνευσαν και συνεχίζουν να εμπνέουν παγκοσμίως την πνευματική δημιουργία και την τέχνη. Η μυθική παράδοση φέρει ως ιδρυτή των Μυκηνών τον Περσέα, γιο του Δία και της Δανάης, της κόρης του Ακρισίου, του βασιλιά του Άργους, απόγονου του Δαναού. Ο Παυσανίας (2.16.3) αναφέρει ότι ο Περσέας ονόμασε τη νέα πόλη Μυκήνες είτε επειδή εκεί έπεσε ο μύκης του ξίφους του είτε επειδή εκεί αποκαλύφθηκε μία πηγή με άφθονο νερό, η Περσεία πηγή, κάτω από τη ρίζα ενός «μύκητος», δηλαδή ενός μανιταριού. Σύμφωνα με το μύθο, οι απόγονοι του Περσέα βασίλεψαν στις Μυκήνες για τρεις γενιές, με τελευταίο τον Ευρυσθέα, που σκοτώθηκε χωρίς να αφήσει απογόνους, και έτσι οι κάτοικοι των Μυκηνών επέλεξαν ως βασιλιά τους τον Ατρέα, γιο του Πέλοπα και πατέρα του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου.
 
 
Πύλη Λεόντων. Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μ�χρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επαν�κδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.

Πύλη Λεόντων. Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.

Οι Μυκήνες ιδρύθηκαν ανάμεσα σε δύο ψηλούς κωνικούς λόφους, τον Προφήτη Ηλία (805 μ.) και τη Σάρα (660 μ.), πάνω σε χαμηλό ύψωμα που δέσποζε στην αργολική πεδιάδα και είχε τον έλεγχο των οδικών και θαλάσσιων επικοινωνιών. Η παλαιότερη ανθρώπινη δραστηριότητα στο χώρο τεκμηριώνεται από ελάχιστα κατάλοιπα λόγω των μεταγενέστερων οικοδομικών φάσεων και χρονολογείται στην 7η χιλιετία π.Χ., κατά τη νεολιθική εποχή. Η κατοίκηση ήταν συνεχής έως και τους ιστορικούς χρόνους, τα περισσότερα όμως μνημεία, που είναι ορατά σήμερα, ανήκουν στην εποχή ακμής του χώρου, την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, μεταξύ του 1350 και του 1200 π.Χ. Στις αρχές της 2ης χιλιετίας υπήρχε ένας μικρός οικισμός πάνω στο λόφο καθώς και ένα νεκροταφείο στη νοτιοδυτική του πλευρά, με απλές ταφές σε λάκκους. Γύρω στο 1700 π.Χ. εμφανίσθηκαν ηγεμονικές και αριστοκρατικές οικογένειες, όπως διαπιστώνεται από τη χρήση μνημειωδών τάφων, πλούσια κτερισμένων και περικλεισμένων σε λίθινο περίβολο, που ονομάσθηκε Ταφικός Κύκλος Β. Η εξέλιξη αυτή συνεχίσθηκε στην αρχή της μυκηναϊκής περιόδου, γύρω στο 1600 π.Χ., οπότε οικοδομήθηκε ένα μεγάλο κεντρικό κτήριο στην κορυφή του λόφου, ένας δεύτερος λίθινος περίβολος, ο Ταφικός Κύκλος Α, καθώς και οι πρώτοι θολωτοί τάφοι. Όπως αποδεικνύουν τα ευρήματα, οι ηγεμόνες των Μυκηνών ήταν ισχυροί και συμμετείχαν σε ένα πολύπλοκο δίκτυο εμπορικών συναλλαγών με τις χώρες της Μεσογείου.

Η ανοικοδόμηση των ανακτόρων, που είναι ορατά σήμερα, άρχισε γύρω στο 1350 π.Χ., στην Υστεροελλαδική ΙΙΙΑ2 περίοδο. Τότε ξεκίνησε και η οχύρωση της ακρόπολης, στην οποία διακρίνονται τρεις φάσεις. Ο πρώτος περίβολος κτίσθηκε με το κυκλώπειο σύστημα επάνω στο βράχο. Εκατό χρόνια αργότερα, στην ΥΕ ΙΙΙΒ1 περίοδο, η οχύρωση μετακινήθηκε προς τα δυτικά και νότια και κτίσθηκε η Πύλη των Λεόντων, η μνημειακή είσοδος με τον προμαχώνα της. Στον τειχισμένο χώρο εντάχθηκαν το θρησκευτικό κέντρο και ο Ταφικός Κύκλος Α, που διαμορφώθηκε σε χώρο προγονολατρείας, με την ανύψωση του αρχικού επιπέδου του. Τότε είναι πιθανό ότι οικοδομήθηκε και ο θολωτός τάφος γνωστός ως «θησαυρός του Ατρέα», με τα τεράστια υπέρθυρα και την ψηλή κυψελοειδή θόλο. Γύρω στο 1200 π.Χ., στην ΥΕ ΙΙΙΒ-Γ περίοδο, μετά από εκτεταμένη καταστροφή, πιθανόν από σεισμό, κατασκευάσθηκε η επέκταση των τειχών προς τα βορειοανατολικά του λόφου ώστε να ενταχθεί στον τειχισμένο χώρο η υπόγεια κρήνη. Αλλεπάλληλες καταστροφές συνοδευόμενες από πυρκαγιές οδήγησαν στην οριστική εγκατάλειψη του χώρου γύρω στο 1100 π.Χ.

Μετά την κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος και τη διάλυση της «Μυκηναϊκής Κοινής», ο λόφος παρέμεινε πενιχρά κατοικημένος ως την κλασική περίοδο. Στο διάστημα αυτό δημιουργήθηκαν στην περιοχή τοπικές ηρωικές λατρείες, που οφείλονταν στη φήμη των Μυκηνών, που τα ομηρικά έπη μετέφεραν σε όλο τον ελληνικό κόσμο, ενώ στην κορυφή του λόφου ιδρύθηκε ένας αρχαϊκός ναός αφιερωμένος στην Ήρα ή στην Αθηνά. Το 468 π.Χ., μετά τους μηδικούς πολέμους στους οποίους συμμετείχε η πόλη, το Άργος την κατέκτησε και κατεδάφισε τμήματα της οχύρωσής της. Αργότερα, κατά την ελληνιστική περίοδο, οι Αργίτες ίδρυσαν στο λόφο μία «κώμη», επισκευάζοντας τα προϊστορικά τείχη και τον αρχαϊκό ναό και κτίζοντας ένα μικρό θέατρο πάνω από το δρόμο του θολωτού τάφου της Κλυταιμνήστρας. Τους επόμενους αιώνες η κωμόπολη παρέμεινε σχεδόν εγκαταλελειμμένη και ήταν ήδη ερειπωμένη όταν την επισκέφθηκε ο Παυσανίας το 2ο αι. μ.Χ.

Τα κυκλώπεια τείχη της μυκηναϊκής ακρόπολης, όμως, παρέμεναν ορατά στο πέρασμα των αιώνων και αποτέλεσαν πόλο έλξης πολλών περιηγητών και αρχαιοφίλων, που δεν δίστασαν να λεηλατήσουν το χώρο κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, επωφλούμενοι από την αδιαφορία και τη φιλαργυρία των Τούρκων. Το 1837, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, οι Μυκήνες τέθηκαν υπό την αιγίδα της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, η οποία μέχρι σήμερα πραγματοποιεί έρευνες στο χώρο. Το 1841 ο αντιπρόσωπός της, Κ. Πιττάκης, καθάρισε την Πύλη των Λεόντων και το 1876 ο Ερρίκος Σλήμαν, ύστερα από μικρές δοκιμαστικές τομές το 1874, ξεκίνησε τη μεγάλη του ανασκαφή, που αποκάλυψε τους πέντε τάφους του Ταφικού Κύκλου Α, υπό την επίβλεψη του Π. Σταματάκη, ο οποίος συνέχισε τις εργασίες το διάστημα 1876-1877, αποκαλύπτοντας και τον έκτο τάφο. Στη συνέχεια, ανασκαφές στα ανάκτορα και στα νεκροταφεία πραγματοποίησαν οι Χ. Τσούντας (1884-1902), Δ. Ευαγγελίδης (1909), G. Rosenwaldt (1911), Α. Κεραμόπουλος (1917), και A.J.B. Wace (1920-1923, 1939, 1950-1957). Παράλληλα, οι Ι. Παπαδημητρίου και Γ. Μυλωνάς της Αρχαιολογικής Εταιρείας ανέσκαψαν τον Ταφικό Κύκλο Β και οικίες, κατά τα έτη 1952-1955, ενώ ο Γ. Μυλωνάς μαζί με το Ν. Βερδελή της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, ανέσκαψαν τμήματα του οικισμού. Οι ανασκαφές της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής, υπό την επίβλεψη του λόρδου W. Taylour αποκάλυψαν το θρησκευτικό κέντρο, ενώ έρευνες συνεχίσθηκαν και από την Αρχαιολογική Εταιρεία με το Γ. Μυλωνά και το Σπ. Ιακωβίδη το 1959 και 1969-1974. Αναστηλωτικές εργασίες πραγματοποιήθηκαν το 1950-1955 από τον Α. Ορλάνδο και τον Ε. Στίκα στο θολωτό τάφο της Κλυταιμνήστρας, στο ανάκτορο, στο χώρο γύρω από την Πύλη των Λεόντων και στον Ταφικό Κύκλο Β. Από το 1998 βρίσκεται σε εξέλιξη το έργο «Συντήρηση-Στερέωση-Ανάδειξη των Μνημείων της Ακροπόλεως Μυκηνών και του Ευρύτερου Περιβάλλοντος Χώρου», το οποίο ανέλαβε αρχικά η Ομάδα Εργασίας Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου και στη συνέχεια η Επιτροπή Μυκηνών, που δημιουργήθηκε το 1999 από το Υπουργείο Πολιτισμού.
 

Περιγραφή

 

Ο αρχαιολογικός χώρος των Μυκηνών περιλαμβάνει την τειχισμένη ακρόπολη στην κορυφή του υψώματος, καθώς και διάσπαρτα ταφικά και οικιστικά συγκροτήματα έξω από αυτήν, κυρίως στα δυτικά και νοτιοδυτικά. Τα περισσότερα από τα μνημεία, που είναι σήμερα ορατά, χρονολογούνται στην περίοδο της μεγάλης ακμής του ανακτορικού κέντρου, από το 1350 έως το 1200 π.Χ.  Η ακρόπολη έχει κάτοψη σχεδόν τριγωνική και είναι οχυρωμένη με τα λεγόμενα κυκλώπεια τείχη. Η κύρια είσοδός της, στη βορειοδυτική γωνία των τειχών, είναι η περίφημη Πύλη των Λεόντων, σύμβολο εξουσίας και δύναμης των Μυκηναίων ηγεμόνων. Το ανάγλυφο που έδωσε στην πύλη το όνομά της, παριστάνει δύο συμμετρικά αντιμέτωπα λιοντάρια και είναι λαξευμένο σε μία πλάκα τοποθετημένη στο «ανακουφιστικό τρίγωνο», χαρακτηριστικό στοιχείο της μνημειακής μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής.

Δεξιά από την Πύλη των Λεόντων υπάρχουν τα κατάλοιπα κτηρίου, που ονομάσθηκε Σιταποθήκη, επειδή στα υπόγειά του βρέθηκε απανθρακωμένο σιτάρι. Προχωρώντας κατά μήκος του δυτικού σκέλους του τείχους ο επισκέπτης συναντά πρώτα τον Ταφικό Κύκλο Α, που περικλείει τους έξι μεγάλους λακκοειδείς τάφους, στους οποίους βρέθηκαν πολλά χρυσά αντικείμενα και άλλα πολύτιμα έργα τέχνης. Ακολουθεί μία σειρά κτηρίων, που πιθανότατα ήταν κατοικίες αξιωματούχων: η Οικία του Κρατήρα των Πολεμιστών, το Κτήριο της Αναβάθρας, η Νότια Οικία και η Οικία της Ακρόπολης. Το θρησκευτικό κέντρο, που αναπτύσσεται κατά μήκος του νότιου σκέλους του τείχους, περιλαμβάνει κτηριακά συγκροτήματα λατρευτικού χαρακτήρα, όπως το Ιερό των Ειδώλων, το Κτήριο των Τοιχογραφιών, την Οικία Τσούντα και την Οικία του Αρχιερέως. Ένα κλιμακοστάσιο και μία μεγάλη πομπική οδός συνέδεαν τα ιερά αυτά με το ανάκτορο.

Το ανάκτορο, σύμβολο της δύναμης των Μυκηναίων βασιλέων, δεσπόζει στο ψηλότερο σημείο της ακρόπολης. Είναι κτισμένο σε τεχνητά άνδηρα και η κύρια πρόσβαση σε αυτό γινόταν με μία μεγάλη ανάβαθρα, που ξεκινούσε από την Πύλη των Λεόντων. Τα επίσημα διαμερίσματα του ανακτόρου περιλαμβάνουν τη μεγάλη αυλή, τον ξενώνα και τον πυρήνα του συγκροτήματος, το μυκηναϊκό μέγαρο, το οποίο αποτελείται από τρία μέρη: την αίθουσα, τον πρόδομο και το δόμο, όπου βρισκόταν ο θρόνος του ηγεμόνα και μία κεντρική εστία ανάμεσα σε τέσσερις κίονες. Στο ανακτορικό συγκρότημα περιλαμβάνονται και άλλα κτήρια, που σχετίζονται με το μονοπωλιακό σύστημα διοίκησης των Μυκηναίων, κυρίως χώροι αποθήκευσης και παραγωγής, τα βασιλικά εργαστήρια, χώροι λατρείας και κατοικίες, που πρέπει να ανήκαν σε αξιωματούχους.
 
Στο βορειοανατολικό άκρο του τειχισμένου χώρου βρίσκεται η είσοδος της υπόγειας κρήνης, που κτίσθηκε κατά την τρίτη οικοδομική φάση της οχύρωσης για να εξασφαλισθεί η πρόσβαση προς το νερό από την ακρόπολη σε περίπτωση πολιορκίας. Μία σύριγγα στεγασμένη κατά τον εκφορικό τρόπο οδηγεί σε δεξαμενή 18 μ. βαθύτερα, η οποία βρίσκεται έξω από τα τείχη και κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Σε μικρή απόσταση προς τα δυτικά της εισόδου προς τη δεξαμενή, βρίσκεται η δεύτερη πύλη του τείχους, η λεγόμενη Βόρεια Πύλη, που είναι ίδιας κατασκευής με την Πύλη των Λεόντων, αλλά μικρότερη.
 
Έξω από τα τείχη της ακρόπολης, δυτικά της Πύλης των Λεόντων, βρίσκεται ο Ταφικός Κύκλος Β, που περικλείει 14 λακκοειδείς τάφους. Στην ίδια περιοχή σώζονται τέσσερις θολωτοί τάφοι, από τους εννέα τάφους αυτού του τύπου που έχουν αποκαλυφθεί μέχρι σήμερα στις Μυκήνες, στους οποίους αντιπροσωπεύονται τα στάδια της εξέλιξης του τύπου. Πρόκειται για τον Τάφο των Λεόντων, τον Τάφο του Αιγίσθου, τον Τάφο της Κλυταιμνήστρας και, λίγο νοτιότερα, τον περίφημο «Θησαυρό του Ατρέα», το τελειότερο παράδειγμα αυτού του τύπου, με τα τεράστια υπέρθυρα, το επιβλητικό ύψος της κυψελοειδούς θόλου και την πλούσια διακοσμημένη πρόσοψή του.

Περίπου 50 μ. νότια του Ταφικού Κύκλου Β και δίπλα στο σύγχρονο δρόμο σώζονται τα λείψανα συγκροτήματος τεσσάρων κτηρίων, που ονομάσθηκαν Οικία των Ασπίδων, Οικία του Λαδεμπόρου, Οικία των Σφιγγών και Δυτική Οικία. Όπως υποδηλώνουν οι ενεπίγραφες πήλινες πινακίδες που βρέθηκαν στην Οικία του Λαδεμπόρου και αναφέρονται στο προσωπικό, σε λάδι και σε μυρωδικά, πρόκειται για εργαστήριο παραγωγής αρωμάτων και αρωματικού λαδιού, προϊόντων εξαγωγής των Μυκηναίων. Στην περιοχή γύρω από την ακρόπολη διατηρούνται ακόμη ίχνη του πολύ ανεπτυγμένου οδικού δικτύου, που συνέδεε τις Μυκήνες με άλλα μεγάλα κέντρα της περιοχής. Από αυτό το δίκτυο σώζεται ένας δρόμος με γέφυρα, κοντά στο νεκροταφείο του σημερινού χωριού, ενώ σε ένα δεύτερο δρόμο, που ακολουθούσε την πορεία του βόρειου τείχους, διακρίνονται ακόμη οι αυλακώσεις από τους τροχούς των αρμάτων επάνω στο βράχο.

 

Όλγα Ψυχογυιού

Αρχαιολόγος

 

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

 

  • Mylonas G.E., Mycenae Rich in Gold, Αθήνα 1983
  • Βασιλάκου Ν., Ο Μυκηναϊκός Πολιτισμός, Βιβλιοθήκη της εν Αρχαιολογικής Εταιρείας 152, Αθήνα 1995
  • Σπαθάρη Ε., Ιστορικός και αρχαιολογικός οδηγός των Μυκηνών, Αθήνα 2001
  • French E., MYCENAE, Agamemnon’ s Capital. The Site in its Setting, Tempus 2002

 

Πηγές

 

Υπουργείο Πολιτισμού 

Αρχαιολογικό Μουσείο Ασκληπιείου Επιδαύρου


 

Αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου

Αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου

Το αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου ιδρύθηκε από την Αρχαιολογική Εταιρεία το έτος 1897 και κτίστηκε το 1898 – 1900 από την ίδια. Άρχισε να λειτουργεί από το 1909.Το κτήριο του Μουσείου αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα αρχαιολογικά Μουσεία της Ελλάδος, βρίσκεται εντός του Αρχαιολογικού Χώρου του ιερού του Ασκληπιού στην Επίδαυρο, που αποτελούσε τη μητρόπολη όλων των ασκληπιείων του αρχαίου κόσμου. Κτίστηκε για να στεγάζει τα πολλά και σημαντικά ευρήματα της πολυετούς ανασκαφής του Ιερού του Ασκληπιού (1881-1928), η οποία διεξήχθη από τον αρχαιολόγο Παναγή Καββαδία και την Αρχαιολογική Εταιρεία.

Πρόκειται για επίμηκες κτήριο, κτισμένο μεταξύ του αρχαίου Θεάτρου και του υπόλοιπου ιερού του Ασκληπιού, στη νότια πλευρά μικρού χειμάρρου, προσαρμοσμένο με επιτυχία από αισθητικής πλευράς στο φυσικό, κλασσικό τοπίο του ιερού. Η εμπρόσθια και δυτική πλευρά καταλήγουν σε διώροφες απολήξεις σε σχήμα διπλού Τ. Το Μουσείο αποτελείται από τον προθάλαμο και δύο μακρόστενες αίθουσες. Το 1958 κατασκευάσθηκαν οι αίθουσες φύλαξης γλυπτών και κεραμεικών και η αποθήκη στο ΒΔ άκρο του αρχαιολογικού χώρου. Το 1971 οικοδομήθηκε η αίθουσα της Επιγραφικής Συλλογής στα ΒΔ του Μουσείου, της οποίας την έκθεση του υλικού επιμελήθηκε ο αρχαιολόγος Μάρκελλος Μιτσός.

Προθάλαμος. Νότιο τμήμα. Φωτο: Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.

Προθάλαμος. Νότιο τμήμα. Φωτο: Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.

Η υπάρχουσα έκθεση του Μουσείου είναι παλιά, έγινε από τον Παναγή Καββαδία και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της μουσειακής αντίληψης των αρχών του 20ου αι. αιώνα, με την πυκνή παρατακτική διάταξη των εκθεμάτων, η οποία ήταν υποχρεωτική και λόγω του μεγάλου αριθμού.

Τα εκθέματα του Μουσείου χρονολογούνται από την αρχαϊκή ως τη ρωμαϊκή εποχή. Το είδος των εκθεμάτων ποικίλει και περιλαμβάνει, επιγραφές, ιατρικά εργαλεία, σίμες αρχαίων κτηρίων, ακροκέραμα, ανάγλυφα, αγάλματα μεγάλου μεγέθους αλλά και πολλά αναθήματα μικρού μεγέθους, καθώς και μεγάλα τμήματα σημαντικών αρχαίων κτηρίων από το ιερό του Ασκληπιού: α) Προπύλαια, β) Ναός Ασκληπιού, γ) Ναός Άρτεμης, δ) Θόλος Επιδαύρου, ε) καθώς και το σημαντικό γνωστό ημιτελές Κορινθιακό κιονόκρανο που βρέθηκε κοντά στη Θόλο. Επίσης στο Μουσείο εκτίθενται και εκμαγεία σημαντικών αγαλμάτων όπως της Υγείας 4ου π.Χ. αι. της Αφροδίτης (ρωμαϊκό αντίγραφο), του Ασκληπιού (ρωμαϊκής εποχής), των αετωμάτων του ναού του Ασκληπιού, των ακρωτηρίων του ναού της Άρτεμης καθώς και αναγλύφων, τα οποία βρίσκονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα.

Πληροφορίες: Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων. Ιερό Ασκληπιού Επιδαύρου, 21052 – Λυγουριό, (Νομός Αργολίδας). Τηλέφωνο: 27520 27502

 

Χρήστος Πιτερός, αρχαιολόγος Δ’ ΕΠΚΑ

 

Πηγή  


  • Υπουργείο Πολιτισμού

Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους


 

Στο Αρχαιολογικό Μουσείου του Άργους στεγάζονται κινητά ευρήματα από την περιοχή της πόλης του Άργους, το δυτικό τμήμα της πεδινής Αργολίδας και την ορεινή Αργολίδα. Χρονολογούνται από τις προϊστορικές περιόδους έως και τη ρωμαϊκή εποχή. Το κτιριακό συγκρότημα του μουσείου αποτελείται από δύο τμήματα, ένα διατηρητέο μνημείο, το ¨Καλλέργειο¨ και μία νέα πτέρυγα. Η μόνιμη έκθεση συμπεριλαμβάνει τρεις αίθουσες. Η μεγαλύτερη αίθουσα βρίσκεται στο ισόγειο του νέου τμήματος του μουσείου. Σ’ αυτήν, η έκθεση ακολουθεί χρονολογική σειρά, με ευρήματα από τη μεσοελλαδική περίοδο έως την κλασική εποχή.

Από τα σημαντικότερα εκθέματα είναι μία μεγάλη ταφική πυξίδα, μία χάλκινη πανοπλία, σιδερένιοι οβελοί με τους κρατευτές τους σε σχήμα πλοίου γεωμετρικής εποχής (8ου αιώνα π.Χ.), ένα τμήμα κρατήρος του 7ου αιώνα π.Χ. που εικονίζει την τύφλωση του Πολυφήμου, μία λύρα κατασκευασμένη με καβούκι χελώνας και ένα αττικό ερυθρόμορφο αγγείο του ζωγράφου Ερμόνακτα.

 

Θραύσμα κρατήρα με παράσταση τύφλωσης του Πολύφημου.

 

Στο ισόγειο του ¨Καλλέργειου¨ εκτίθενται ευρήματα από τον προϊστορικό οικισμό της Λέρνας που χρονολογούνται από την Αρχαιότερη Νεολιθική περίοδο έως την μυκηναϊκή εποχή. Από τα σημαντικότερα εκθέματα είναι το πήλινο γυναικείο ειδώλιο νεολιθικής εποχής, η πήλινη κυκλική εστία και τα αποτυπώματα σφραγιδόλιθων από τον πρωτοελλαδικό οικισμό της Λέρνας. Στον όροφο του ¨Καλλέργειου¨ εκτίθενται γλυπτά από την περιοχή, ως επί το πλείστον αντίγραφα κλασικών έργων. Ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτα είναι ένα ανάγλυφο των Ευμενίδων ελληνιστικής εποχής καθώς και ένα αντίγραφο του λεγόμενου Ηρακλή ¨Farnese¨ του Λύσιππου.

Στην αυλή του μουσείου έχει γίνει αναπαράσταση τμήματος του κήπου ρωμαϊκής έπαυλης που βρέθηκε στην οδό Γούναρη στο Άργος. Στις στοές του στεγάζονται ψηφιδωτά δάπεδα που βρέθηκαν σ’ αυτήν ή στην περιοχή. Διακρίνονται σκηνές κυνηγιού με γεράκι και προσωποποιημένες εποχές και μήνες του έτους.

  

Ιστορικό


 

Το παλαιότερο τμήμα του Αρχαιολογικού Μουσείου Άργους αποτελείται από το ¨Καλλέργειο¨. Πρόκειται για ένα κηρυγμένο νεοκλασικό καποδιστριακό κτήριο που οικοδομήθηκε το 1830 ως κατοικία της οικογένειας του Στρατηγού Δημήτρη Καλλέργη. Για ένα διάστημα χρησιμοποιήθηκε ως ¨Παλάτιον της Κυβερνήσεως¨ από τον Καποδίστρια. 

Τον Απρίλιο του 1932 οι κληρονόμοι του Δημήτρη Καλλέργη δώρισαν στο Δήμο Άργους το οίκημα και τον άμεσο περίβολό του για να στεγάσει μουσείο. Ο Δήμος του Άργους το παραχώρησε με το παρακείμενο οικόπεδο στο κράτος το 1955 γι’ αυτόν το σκοπό. Την ανέγερση του μουσείου ανέλαβε η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή με έξοδα του γαλλικού κράτους και την επίβλεψη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Κατεδαφίστηκε τότε τμήμα της νοτιοανατολικής πλευράς του ¨Καλλέργειου¨ και κτίστηκε η νέα πτέρυγα του μουσείου από τον Φόμιν, αρχιτέκτονα ρωσικής καταγωγής. Το ¨Καλλέργειο¨- Μουσείο εγκαινιάστηκε το 1957 και η νέα πτέρυγα το 1961.

Το 2001 πραγματοποιήθηκαν εργασίες επισκευής του εκθεσιακού χώρου της Λέρνας στο ισόγειο του Καλλέργειου (επίστρωση δαπέδου, σοβάτισμα τοίχων, ανανέωση χρωματισμών). Το 2003 τοποθετήθηκαν στην αίθουσα Α του μουσείου μία μακέτα του Αρχαιολογικού Χώρου του Άργους (θεάτρου και αγοράς) καθώς και φωτογραφικό υλικό, δωρεά της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής.

 

Όλγα Ψυχογυιού, αρχαιολόγος

  

Πληροφορίες


 
Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων

Βασ. Όλγας 2, Τ.Κ. 21200, Άργος (Νομός Αργολίδας)

Τηλέφωνο: +30 27510 68819

Πηγή


Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα «Βασίλειος Παπαντωνίου»


 

Το κοινωφελές Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα «Β. Παπαντωνίου» ιδρύθηκε το 1974 και έχει έδρα το Ναύπλιο. Σκοπός του είναι η έρευνα, η διάσωση, η μελέτη και η προβολή του νεότερου ελληνικού πολιτισμού.

Το Ίδρυμα εκδίδει βιβλία, κάρτες, ημερολόγια, αφίσες, καθώς και τα επιστημονικά περιοδικά «Εθνογραφικά» και «Ενδυματολογικά». Στην εκδοτική του δραστηριότητα περιλαμβάνεται επίσης η παραγωγή δίσκων με ελληνική δημοτική μουσική, από ηχοληψίες συνεργατών του στην ύπαιθρο και η παραγωγή CD-ROM, που διατίθενται στο Πωλητήριό του.

Το 1989, με τη μετατροπή του κτιρίου της αποθήκης του παλιού σιδηροδρομικού σταθμού Ναυπλίου – που παραχωρήθηκε ευγενικά από το Δήμο Ναυπλιέων – το ΠΛΙ δημιουργεί το «Σταθμό«, έναν παιδότοπο με πολλαπλές λειτουργίες, όπου παρουσιάζεται ένα τμήμα των συλλογών του, που αφορά το παιδί: αντικείμενα σχετικά με τη γέννηση, τη βάπτιση, το σχολείο, φιγούρες του κουκλοθέατρου και του Καραγκιόζη, παιχνίδια όλων των ειδών. Σ’ αυτό το χώρο εκτελούνται τα Εκπαιδευτικά Προγράμματα, που στοχεύουν στη μάθηση μέσα από το παιχνίδι και τη διασκέδαση, με αγάπη και σεβασμό στη λαϊκή παράδοση και το περιβάλλον.

  

Χρονολόγιο


 

Το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα «Β. Παπαντωνίου» (ΠΛΙ) είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με πενταμελές παλαιότερα και επταμελές σήμερα Διοικητικό Συμβούλιο. Ιδρύθηκε το 1974 από την Ιωάννα Παπαντωνίου στη μνήμη του πατέρα της Βασιλείου Παπαντωνίου. Στεγάζεται στην τροποποιημένη σε μουσείο οικία του Βασιλείου Παπαντωνίου και η πρώτη έκθεση είχε θέμα «Πελοποννησιακές Φορεσιές».

Οι συλλογές του Ιδρύματος αριθμούν σήμερα πάνω από 27.000 αντικείμενα, που καλύπτουν όλους τους κλάδους που αφορούν στο νεότερο ελληνικό πολιτισμό. Για την καλύτερη διαχείριση των συλλογών δημιουργήθηκε το πρόγραμμα ηλεκτρονικής καταγραφής μουσειακών συλλογών «ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ». Το 1976 αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Μουσείου ο Στέλιος Παπαδόπουλος και δημιουργεί την απαραίτητη επιστημονική υποδομή.

Το 1977 ολοκληρώνεται η οικοδόμηση της νέας πτέρυγας και η ανακαίνιση του παλαιού κτιρίου από την αρχιτέκτονα Βιβή Μυλοπούλου και τον πολιτικό μηχανικό Δημήτρη Κρητικό. Την ίδια χρονιά γίνεται μέλος του ICOM.

Με την έκθεση αυτή το ΠΛΙ απέσπασε το 1981 το European Museum of the Year main Award (EMYA), που απονέμεται σε νέα ή ανακαινισμένα μουσεία «για την προσφορά του στη μελέτη του νεότερου ελληνικού πολιτισμού, το μέγεθος και την ποιότητα των συλλογών του, την εκπαιδευτική και καινοτόμο – από αισθητικής πλευράς – έκθεση και την πρωτοτυπία των εκπαιδευτικών του προγραμμάτων», όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της επιτροπής του ΕΜΥΑ.

Στον ερευνητικό τομέα, στις δεκαετίες 1970-1980, περιλαμβάνονται έρευνες σ’ όλη την Ελλάδα, με σκοπό την καταγραφή και μελέτη του λαϊκού πολιτισμού, της μουσικής και του χορού, της προβιομηχανικής τεχνολογίας και του παιδικού παιχνιδιού.

Τα αποτελέσματα των ερευνών γίνονται ο κορμός της εκδοτικής δραστηριότητας του Ιδρύματος, με ξεχωριστή την παρουσία της επιστημονικής επετηρίδας «Εθνογραφικά», που σήμερα αριθμεί 13 τόμους και της νεότερης σειράς «Ενδυματολογικά», που έχουν ήδη εκδοθεί οι δυο πρώτοι τόμοι.

Το 1983 εκδίδεται το βιβλίο του διακεκριμένου Ελβετού εθνομουσικολόγου Samuel Baud-Bovy «Essai sur la chanson populaire grecqe», με πρόλογο του Φοίβου Ανωγειανάκη, ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφορεί ο διπλός μουσικός δίσκος με μουσική και τραγούδια από την Κάτω Ιταλία και τη Σικελία, αποτέλεσμα της ερευνητικής εργασίας του Λάμπρου Λιάβα και του Νίκου Διονυσόπουλου.

Το 1985 ολοκληρώνεται η εθνομουσικολογική έρευνα σε χωριά της Κύπρου και αργότερα θα κυκλοφορήσει το μουσικό λεύκωμα «Ελληνική Δημοτική Μουσική της Κύπρου» σε επτά δίσκους, που αντιπροσωπεύουν μια επιλογή συνολικής διάρκειας 6 ωρών. Τη μουσική επιμέλεια είχε ο εθνομουσικολόγος Φοίβος Ανωγειανάκης. Την έρευνα προετοίμασε και οργάνωσε ο συνεργάτης του ΠΛΙ, Αλέκος Ιακωβίδης.

Τον Οκτώβριο του 1989 το ΠΛΙ ιδρύει το «Σταθμό», το πρώτο ελληνικό Μουσείο Παιδικής Ηλικίας, που στεγάστηκε στο μηχανοστάσιο του παλαιού σιδηροδρομικού σταθμού του Ναυπλίου. Στο «Σταθμό» εφαρμόζονται καθημερινά πρωτοποριακά προγράμματα για παιδιά. Σημαντική ήταν η συμμετοχή του ΠΛΙ στο πειραματικό πρόγραμμα «ΜΕΛΙΝΑ – Εκπαίδευση και Πολιτισμός«.

Το 1989 στο ΠΛΙ ανατέθηκε από τη Μελίνα Μερκούρη το Εθνικό Αρχείο Ελληνικής Παραδοσιακής Ενδυμασίας, ενώ πρόσφατα η Ιωάννα Παπαντωνίου ίδρυσε την Ελληνική Εταιρία Ενδυμασιολογίας, ως προέκταση του Αρχείου.

Ως μέλος του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (ICOM), το ΠΛΙ έχει οργανώσει οκτώ διεθνή συνέδρια και συναντήσεις.

Ιδιαίτερη υπήρξε η συνεργασία του ΠΛΙ με το Δήμο Λευκωσίας, το Λεβέντειο Δημοτικό Μουσείο Λευκωσίας και την Παιδαγωγική Ακαδημία της Κύπρου.

Στους κύριους στόχους του ΠΛΙ συγκαταλέγεται η μετεκπαίδευση και χορηγία υποτροφιών. Από το 1981 μέχρι το 2003 στελέχη του όπως ο Λάμπρος Λιάβας, η Ρένα Λουτζάκη, η Βασιλική Μηναίου, ο Γιάννης Κάλτσας, η Κλειώ Γκουγκουλή και ο Βασίλης Ζηδιανάκης, έχουν μετεκπαιδευτεί στο εξωτερικό σε τομείς όπως η εθνομουσικολογία, η ανθρωπολογία του χορού, η συντήρηση υφασμάτων, η βιβλιοθηκονομία, η κοινωνική ανθρωπολογία, η εθνολογία.

Το 1999 το ανανεωμένο κτίριο του Μουσείου «Βασίλειος Παπαντωνίου» στέγασε την έκθεση «Τα καλύτερα του ΠΛΙ«, σε σχεδιασμό του συνεργάτη του Ιδρύματος Σταμάτη Ζάννου. Η κτιριακή και γενικότερη ανανέωση οφείλεται στη γενναιόδωρη χορηγία του Λάζαρου Εφραίμογλου. Σημαντικά στοιχεία ανανέωσης ήταν ο χώρος υποδοχής και πολλαπλών χρήσεων, όπου από το 1999 έως σήμερα έχουν παρουσιαστεί 36 εικαστικές εκθέσεις και πολλές εκδηλώσεις, καθώς και το Πωλητήριο.

Το 2006, στα 32 του χρόνια, το ΠΛΙ γιόρτασε αλλάζοντας τις εκθέσεις του και το Πωλητήριο. Στο Μουσείο Παιδικής Ηλικίας «Σταθμός» παιδιά και καλλιτέχνες δημιούργησαν εικαστικές εγκαταστάσεις, προτείνοντας την αναμόρφωσή του.

Η νέα μόνιμη έκθεση αφιερώνεται στο «Ελληνικό Άστυ: Ναύπλιον 1822-1922«. Στο ισόγειο του Μουσείου, σε προθήκη, παρουσιάζονται ετερόκλητα μουσειακά αντικείμενα σε μια τολμηρή ελεύθερη εγκατάσταση για να τονιστεί η πολυμορφία των συλλογών του ΠΛΙ. Αυτή η μουσειολογική πρόταση παρουσιάστηκε στο Ναύπλιο σποραδικά ήδη από το 1999 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2006 και στις Πτυχώσεις, την έκθεση της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας του 2004, στο νέο κτίριο του Μουσείου Μπενάκη.

Τα 32 χρόνια του ΠΛΙ χαρακτηρίζονται από την εκτεταμένη επιτόπια έρευνα των συνεργατών του σε όλο τον ελλαδικό χώρο, στην Κύπρο και στην Κάτω Ιταλία

 

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΣΤΗ ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ

 

 

Τέσσερα ιδιαίτερα και ταυτόχρονα χαρακτηριστικά, που μας περιγράφει ο Όμηρος, τα οποία δεν ξαναβρίσκουμε μαζί ούτε πριν, στη Μινωική Κρήτη, ούτε μετά, στον ελληνικό κόσμο εντυπωσιάζουν ιδιαίτερα το μελετητή το μυκηναϊκού πολιτισμού κατά την περίοδο Της μεγαλύτερης ακμής του: οι πολλές ακροπόλεις, η δύναμη Των πολεμιστών, η εκμετάλλευση των ανθρώπων της γης, ο πλούτος των ναυτικών. Και αυτό άσχετα με το έθνος, τη δυναστεία που βασίλευε, τη γλώσσα, τη γεωγραφική θέση. Έχουμε εδώ κάποιο είδος ανθοδέσμης με τέσσερα, λίγο-πολύ, φαρμακερά λουλούδια δεμένα με τον αρκετά χαλαρό δεσμό των οικονομικών αναγκών. Πάνω από Τις τρεις λειτουργικές και απόλυτα θεωρητικές τάξεις στις ινδοευρωπαϊκές κοινωνίες και στις τέσσερις οργανικές τάξεις στις αιγαιοπελαγίτικες κοινωνίες εμφανίζεται ένα ιεραρχικό μισοφεουδαρχικό, μισοφιλελεύθερο σύστημα. Μερικές, γερά ριζωμένες στις πόλεις οικογένειες, βασιλεύουν στο όνομα των θεοτήτων πάνω σ’ ένα λαό από στρατιώτες, χωριάτες, κτηνοτρόφους, τεχνίτες, ναυτικούς, τυχοδιώκτες και ληστές. Στα πόδια τους, ωστόσο, βρίσκεται η θάλασσα, που τους τραβάει όλους αυτούς. Μπορεί η ακρόπολη με τα ανάκτορα, τα ιερά, τα εργαστήρια και τις αποθήκες της, να δίνει την εντύπωση πως διατάζει, πως είναι η πρωτεύουσα, η κεφαλή μ’ άλλα λόγια σ’ αυτό το μεγάλο σώμα: η τόσο κοντινή Μεσόγειος, που τα νερά της προσφέρονται για πειρατεία και οι στεριές της για κατακτήσεις, με τους ασύγκριτους κατακτητές της και πειρατές της σιγοτρώει τον κοινωνικό δεσμό, όπως το νερό σιγοτρώει τους βράχους, ανεβαίνει και πλημμυρίζει τις ακτές. Μπορεί το τείχος της ακρόπολης να φαντάζει πελώριο και από αιώνα σε αιώνα να γίνεται πιο ισχυρό: Θα αδειάσει ωστόσο η ακρόπολη περισσότερο σίγουρα από τους κατοίκους της, παρά αν αυτοί αποφάσιζαν, όπως στην Τροία, να μην αμυνθούν πια.

ΑΚΡΟΠΟΛΕΙΣ

Μπορεί κανείς με την πρώτη ματιά να ξεχωρίσει στην Κρήτη ή στα νησιά ένα μεγαλοχώρι Μυκηναϊκής εποχής από μια πόλη μεταγενέστερης εποχής. Στις πλαγιές ενός χωματοσωρού ή ενός λόφου, σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα, τα χωματένια σπίτια του με το επίπεδο δώμα απλώνονται επάλληλα, κολλημένα το ένα πάνω στο άλλο, ως την κορυφή που τη στεφανώνει το Βασιλικό ανάκτορο. Ένα ή δύο ακόμη περιτειχίσματα, από μεγάλα χαλίκια, που τα έχουν ανυψώσει με τοίχους από πλίθρα με ξύλινες συνδέσεις, προσφέρουν καταφύγιο στους άρχοντες της πόλης Βασιλιάδες και θεότητες, και στους υπηρέτες τους. Στρατιώτες φυλάνε τις πύλες ή περιπολούν πάνω στα οχυρά. Μέσα από τα τείχη υπάρχουν σκαμμένα μέσα στο βράχο πολλά μικρόσπιτα και τάφοι, που πλαισιώνουν έναν πλακόστρωτο δρόμο. Σε αυτά τα περίχωρα, τύμβοι, που το ύψος τους φτάνει καμιά φορά στο ύψος ενός τετραώροφου σπιτιού, σκεπάζουν σαν προστέγασμα θολωτές οικοδομές, που μέσα τους μπαίνει κανείς περνώντας από ένα διάδρομο με επένδυση από πέτρινες πλάκες. Είναι οι θόλοι, ή θολωτοί τάφοι. Στο βάθος, πίσω από την πόρτα και το τριγωνικό τόξο του υποστηρίγματος, αναπαύονται τα λείψανα των ανώτατων αξιωματούχων: ηγεμόνες ή ιερείς και τα μέλη των οικογενειών τους, που έχτισαν τα τείχη. Τα μικρά σπίτια έξω από τα τείχη εξαρτιόνταν κι αυτά από τα ανάκτορα. Στέγαζαν βοηθητικές υπηρεσίες, όπως στις Μυκήνες, όπου το λεγόμενο αυθαίρετο σπίτι του λαδέμπορου, με ολόκληρη τη λογιστική του, τα μεγάλα πιθάρια του και τα μυρωδικά του, δεν ήταν παρά μια από τις βασιλικές αποθήκες, που τις έλεγχαν έξι, το λιγότερο, γραφείς. Αυτό το αποδείχνουν τόσο οι τοιχογραφίες που διασώθηκαν στο διάδρομο και σε πολλά δωμάτια, όσο και οι σφραγίδες στα αγγεία, καθώς και το περιεχόμενο από τις τριάντα μία ενεπίγραφες πινακίδες, που ανακαλύφθηκαν εκεί το 1952: κατάλογοι από δεκαοχτώ άντρες και από διάφορους προμηθευτές λαδερών προϊόντων και γνεσμένου ή υφασμένου μαλλιού, περισσότεροι από ογδόντα άτομα όλοι μαζί. Στα βορινά και στο συνεχόμενο σπίτι, βρέθηκε από τους αρχαιολόγους, που έκαναν τις ανασκαφές το 1953, μια μοναδική συλλογή αντικειμένων από σκαλισμένο ελεφαντόδοντο. Επειδή βρέθηκαν πολλές απεικονίσεις από πολυάριθμες οκτάσχημες μυκηναϊκές ασπίδες, το ονόμασαν Σπίτι των Ασπίδων. Υπήρχαν, ωστόσο, ακόμη εκεί και αγγεία από λαξευτή πέτρα. Ήταν το αντίστοιχο ενός άλλου σπιτιού που το είχαν ανασκάψει το 1954 νότια από την πρώτη αποθήκη. Το ονομάζουν Σπίτι των Σφιγγών από μια πλάκα από ελεφαντόδοντο που τις απεικονίζει από την κάθε πλευρά μιας ιερής κολόνας. Σφραγίδες με σχήματα εραλδικά, λίστες από προμήθειες και κατάλογοι από αγγεία και διάφορα μυρωδικά, δείχνουν και εδώ πως πρόκειται για βασιλική αποθήκη. Ανεβαίνοντας, με λίγα λόγια, στο παλάτι, συναντούσε κανείς κάθε είδους τεχνίτες που δούλευαν γι’ αυτό.

ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΙ

Ακριβώς γύρω στο 1250, έπειτα από έναν ισχυρό σεισμό, άρχισαν να μεγαλώνουν τα τείχη των Μυκηνών. Στον ανηφορικό δρόμο, ππγαινοέρχονταν αδιάκοπα αρχιτεχνίτες, που ήταν ταυτόχρονα αρχιτέκτονες και εργολάβοι, ξυλουργοί, χτιστάδες, σιδεράδες, βοηθοί και δούλοι. Στα περίχωρα κατοικούσαν από παλιά εμιγκρέδες δουλευτάδες και χειρώνακτες, που οι αστοί, που ζούσαν μέσα στα τείχη, θεωρούσαν τις ασχολίες τους κακόφημες ή επικίνδυνες: χύτες, μεταλλουργοί, βυρσοδέψες, βαφείς, λαναράδες, αγγειοπλάστες, γναφείς… Ακόμη και έξω «όλοι αυτοί εκεί οι άνθρωποι» χρειάζονταν κάποιο χώρο και ορισμένη ποσότητα νερού, που τους τα αρνιόνταν μέσα στις ακροπόλεις. Το Άργος, η Κόρινθος, οι Μυκήνες, η Τίρυνθα, η Μιδέα, η Αθήνα, η Θήβα δεν ξέφευγαν από τον κανόνα. Η Ελλάδα της κλασικής εποχής είδε μέσα στα πελώρια τείχη της, το έργο ξένων εργατών, των Κυκλώπων, που δούλευαν με τις οδηγίες των ειδικών, οι οποίοι κατάγονταν από τη μακρινή Λυκία. Οι βασιλιάδες της Τίρυνθας, της Κορίνθου και του Άργους, ο Προίτος, ο Βελλερεφόντης και ο Περσέας, πρόσωπα σίγουρα ιστορικά του τέλους του 14ου και της αρχής του 13ου αιώνα, πρέπει να είχαν φέρει, για τα οικοδομήματά τους, ολόκληρο στρατό από παρόμοιους μισθοφόρους που η παράδοση συνέχιζε να ονομάζει Εκατόγχειρες, Γαστερόχειρες ή Χειρογάστορες, «αυτοί δηλαδή που είναι όλο κοιλιά και χέρια». Η ίδια παράδοση διέκρινε τεσσάρων ειδών Κύκλωπες, που όλοι τους ήταν ξένοι, όλοι πρωτόγονοι κι ωστόσο απαραίτητοι στον μυκηναϊκό πολιτισμό: γίγαντες, ασυναγώνιστοι μεταλλουργοί, που είχαν, λένε, σφυρηλατήσει τα όπλα των θεών του Ολύμπου, όταν οι τελευταίοι μάχονταν με τους ντόπιους θεούς, χτίστες και βοηθοί από τη Λυκία, που έχτισαν όλα τα κολοσσιαία μνημεία της Ελλάδας και της Σικελίας, βοσκοί με τεράστια δύναμη, φημισμένοι κτηνοτρόφοι, που είχαν τα μαντριά τους μέσα σε σπηλιές αλλά και που ταυτόχρονα ήταν μεγάλοι φαγάδες, μεγάλοι πότες και καλοί μουσικοί και, τέλος, υπεράνθρωποι πολεμιστές, κάτοικοι της Πάνω Χώρας και παλιοί καταπιεστές των Φαιάκων. Αρχισιδηρουργοί, πρωτομάστορες, αρχιτσελιγκάδες, δάσκαλοι στα όπλα θεωρούνταν εξαίρετοι τεχνίτες. Ήταν οργανωμένοι σε μυστικές συντεχνίες και ήταν ικανοί να μυήσουν τη νεολαία. Όφειλαν, έλεγαν, τη δύναμή τους και την εξυπνάδα τους στο γεγονός ότι είχαν ένα εξαιρετικό μάτι, ή τοποθετημένο σε εξαιρετική θέση, το μάτι της μαντικής ικανότητας και της γνώσης. Οι αρχαίοι μύθοι της εποχής του ορείχαλκου δεν έχουν ολότελα εξαφανιστεί: μπόρεσα να συγκεντρώσω στα βουνά της Κρήτης, της Δωδεκανήσου και της Κύπρου εξήντα περίπου ιστορίες που μιλούν για Τριόματες, Τριμάτες ή Τριαμάτες, γι’ αυτούς τους πονηρούς και επίφοβους γίγαντες, που, όπως ο θεός Δίας της Λάρισας ή της ακρόπολης του Άργους, έχουν τρία μάτια κι ωστόσο τους ξεγελάνε άντρες ή παιδιά πιο πονηρά από αυτούς. Η απόδοση τιμής σ’ αυτούς τους επινοητικούς δημιουργούς του πολιτισμού δεν είναι σημερινό φαινόμενο: σε πολλές ενεπίγραφες πινακίδες του Οπλοστασίου της Κνωσού, αναφέρεται, γύρω στο 1300 π.Χ., ένα άτομο που το έλεγαν Τιrιοqa, δηλαδή Τριώπα, «αυτός που έχει τρία μάτια».
Πώς θα μπορούσαμε να αγνοήσουμε τους χειρώνακτες αυτούς όταν βλέπουμε τα «κυκλώπεια» μνημεία που άφησαν; Τους λαξεμένους ή ακατέργαστους αυτούς όγκους που, όπως το υπέρθυρο του Θησαυρού του Ατρέα, ζυγίζουν γύρω στους εκατόν είκοσι τόνους και φτάνουν στο μάκρος τα 8,50 μ.; Οι τέσσερις μονόλιθοι που πλαισιώνουν την περίφημη Πύλη των Λεαινών στις Μυκήνες, που έχει ύψος πάνω από 3 μέτρα και άλλο τόσο φάρδος και βάθος, δεν ζυγίζουν λιγότερο. Με την πολυμάθειά τους, ωστόσο, και την ενεργητικότητά τους οι μυθικοί Κύκλωπες, μηχανικοί ή τεχνίτες, μπόρεσαν, τη στιγμή ακριβώς που θα ξεσπούσε ο Τρωικός Πόλεμος, να τους μεταφέρουν από τα λατομεία του Χαρβατιού, σε δύο χιλιόμετρα απόσταση νοτιοδυτικά από την ακρόπολη, να τους ανασηκώσουν πάνω από 200 μέτρα, να τους πελεκήσουν και να τους στήσουν όρθιους και να τους συναρμολογήσουν κατά τρόπο που να αψηφούν την οργή των στοιχείων της φύσης και των ανθρώπων. Οι αιγυπτιακές γκραβούρες, η μυκηναϊκή λογιστική, οι πραγματείες αρχιτεκτονικής και οι επιγραφές, οι αρχαιολογικές αποκαταστάσεις καθώς και οι εργασίες της Ελληνικής Υπηρεσίας Αναστηλώσεων, μας βοηθούν να διακρίνουμε με τι τρόπο εργάζονταν οι οικοδόμοι των μεγάλων και μικρών μνημείων. Και πρώτα απ’ όλα διαπιστώνουμε πόσο ο δικός μας τρόπος, με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ειδίκευση και τον καταμερισμό της εργασίας δεν μπορεί καθόλου να εφαρμοστεί στους μεροκαματιάρηδες της εποχής του ορείχαλκου. Αν αφήσουμε κατά μέρος τους χειρώνακτες με το τριγωνικό πανί στα γεννητικά τους όργανα, που η προσπάθειά τους κάτω από τον ήλιο περιορίζεται σε τρεις εξαντλητικές κινήσεις να περπατούν, να κουβαλούν και να σέρνουν, μαθαίνουμε ότι οι επικεφαλής ομάδων, οι αρχιτεχνίτες και οι εργολάβοι στα διάφορα οικοδομικά έργα, έπρεπε να ξέρουν να κατεργάζονται τόσο το ξύλο όσο και τον πηλό, την πέτρα ή το μέταλλο, να διακρίνονται ταυτόχρονα σαν μακετίστες, ξυλουργοί και επιπλοποιοί, να χαράζουν δρόμους δίπλα στα ποτάμια για να ρυμουλκούν πλοία ή να κατασκευάζουν αναχώματα, να χτίζουν φούρνους, να χρησιμοποιούν σοφά τον ασβέστη, το γύψο, την αμμοκονία, τα πλίθρα, να επινοούν, να πραγματοποιούν, να χειρίζονται τα κατάλληλα όργανα και ιδιαίτερα τα μέτρα και τα σταθμά, τα δοχεία, τα εργαλεία, τις συσκευές έλξης και ανύψωσης.
Άφθονη είναι η πέτρα στην Ελλάδα, είτε πρόκειται για γνεύσιο, ασβεστόλιθο ή ψαμμόλιθο, δεν χρειάζεται να την αναζητήσει κανείς πολύ μακριά. Τα σπίτια κτίζονται κατά κανόνα από άργιλο, πάνω σ’ ένα υπόβαθρο από σκληρές πέτρες, που τις βρίσκουν εκεί κοντά. Όταν, ωστόσο, πρόκειται για τους μεγάλους ογκόλιθους των θεμελίων κάποιου ιερού ή ηγεμονικού κτιρίου, των τειχών ή μόλων, έπρεπε να σηκώνουν και να μεταφέρουν φορτία πολλών τόνων. Τίποτε δεν μας επιτρέπει να πιστέψουμε ότι οι σύγχρονοι του Αγαμέμνονα γνώριζαν το παλάγκο με τροχαλίες, το βαρούλκο, το λοστό για τη μεταφορά των υλικών και τους αναγωγείς της ελληνικής κλασικής εποχής. Το πολύ-πολύ να χρησιμοποιούσαν τα μαγκάνια και τον εργάτη, ξύλινους δηλαδή κινητούς κυλίνδρους γύρω από τον άξονά τους, ιστούς για φορτία, ανάλογους με εκείνους των ψαράδικων του Αιγαίου, μάγκανα πηγαδιών, βαλμένα στη σειρά τους, για να ξεκολλούν από το έδαφος τους βαρείς όγκους, για να μπορούν να τους δένουν με σχοινιά και ψάθα και να τους τοποθετούν πάνω σ’ ένα είδος έλκηθρου για τις κατηφοριές ή σε φορτηγά αμάξια για τους άλλους δρόμους. Στην πρώτη περίπτωση οι εργάτες συγκρατούσαν το έλκηθρο με σχοινιά. Στην άλλη περίπτωση έζευαν στα φορτηγά αμάξια, που είχαν διπλό άξονα, πολλά ζευγάρια βόδια ή μουλάρια ή ακόμη και ανθρώπους. Έπαιρνε ο καθένας ένα σχοινί στον ώμο και τραβούσαν. Ο Ξενοφών, στην Κύρου Παιδεία του, ισχυρίζεται ότι ένα ζευγάρι υποζύγια μπορούσε να μετακινήσει πάνω σε καλό δρόμο γύρω στα εννιακόσια κιλά. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης (Βιβλιοθήκη, ΙΝ, 80) μας πληροφορεί ότι χρειάστηκαν εκατό ζευγάρια βόδια για να μεταφέρουν σε απόσταση δεκαεννιά χιλιομέτρων τις βαριές πέτρες του ναού της διπλής θεάς Έννας. Οι λογαριασμοί των μεγάλων ελληνικών ιερών μας δείχνουν ότι δούλευαν κάπου σαράντα ζευγάρια υποζύγια για να σύρουν ένα μόνο σπόνδυλο κίονα. Οι λογαριασμοί της Πύλου δίνουν μεγάλη θέση στους κατασκευαστές παλαμαριών και διχτυών. Η ανθρώπινη, ωστόσο, δύναμη, μαζί με τη δύναμη των ζώων, δεν θα αρκούσαν για να ανασηκώσουν τους εκατόν είκοσι τόνους ορισμένων ογκόλιθων από τα κυκλώπεια τείχη σε ύψος γύρω στα δεκαπέντε μέτρα πάνω από το έδαφος, αν οι μηχανικοί δεν σκέφτονταν να φτιάξουν, όπως και στην Αίγυπτο, προσωρινές κατωφέρειες από χώμα και να περιζώσουν, όπως στη Σικελία, με πολλά ξύλινα στεφάνια τους όγκους που θα μετακινούσαν. Τους έκλειναν, με τον τρόπο αυτό, σε μεγάλες ρόδες ή μέσα σ’ ένα ολόκληρο κύλινδρο και τις κυλούσαν κατόπιν σαν τεράστια καρούλια. Ένα σύστημα από ξύλινα κατρακύλια και λοστούς, στα τελευταία μέτρα της διαδρομής, έβαζε την πέτρα στη θέση που επιθυμούσαν. Τη στήριζαν κατόπιν με λιθάρια και γέμιζαν τα κενά με πηλό. Πόσα άραγε να κέρδιζαν οι χιλιάδες αυτοί μισθοφόροι, που δούλευαν από την αυγή ως το δείλι, ανάμεσα στις φωνές των καροτσέρηδων, στο τραγούδι που ρύθμιζε την προσπάθειά τους να τραβήξουν τις πέτρες, και στο κουδούνισμα των εργαλείων πάνω στην πέτρα; Το μαθαίνουμε από τη χωρίς τέλος λογιστική των ανακτόρων: ενώ στην Πύλο οι γυναίκες παίρνουν κάτι λιγότερο από ένα λίτρο δημητριακά για άλεσμα και ένα λίτρο σύκα την ημέρα και στην Κνωσό οι άντρες ενάμισι μόνο λίτρο δημητριακά, δώδεκα χτίστες που δουλεύουν στη Μεσσηνία και καταγράφονται στη λογιστική πινακίδα An 35 μοιράζονται 6 κιλά ακατέργαστο μαλλί, 4 κατσίκες, τρία κομμάτια πανί, 360 λίτρα κρασί και 480 λίτρα σύκα. Αυτό ήταν όλο το κέρδος τους, το «όφελός» τους (ΟΝΟ): ένα λίτρο κρασί και γύρω στο ενάμισι λίτρο σύκα το άτομο την ημέρα, λίγο κρέας, και ακόμη ένα μικρό δώρο, που θα τους επέτρεπε να μη δουλεύουν ολόγυμνοι. Και έχουν να ζήσουν ακόμη και ολόκληρη οικογένεια! Έχουν τάχα άδικο οι μεταγενέστεροι που βεβαιώνουν ότι «δεν είναι παρά κοιλιές και χέρια»; Και είχαν πάλι άδικο που καταδίκασαν το δόλιο Σίσυφο, τον ιδρυτή του Ακροκορίνθου, να κυλάει αιώνια πάνω στον ανήφορο της Κόλασης, έναν τεράστιο βράχο, που ξανακατρακυλούσε μόλις έφτανε στην κορυφή;

ΤΕΧΝΙΤΕΣ

Στις πύλες των τειχών έχουν εγκατασταθεί όλοι οι τεχνίτες της φωτιάς, αυτοί που βράζουν τις αλοιφές, οι βαφείς, οι σιδεράδες και, ιδιαίτερα, οι αγγειοπλάστες. Η μυθολογία συνδέει στενά στην Αθήνα, καθώς και στα νησιά, τον Ήφαιστο, τον αρχισιδερά, με την Αθηνά, τη θεά όλων των κεραμουργών. Ο ένας βοηθάει να γεννηθεί η άλλη, ξεγεννώντας τον Δία, ή την καταδιώκει με τις φιλοφρονήσεις του. Θα παραμείνουν στην πραγματικότητα και οι δύο παρθένοι, γιατί είναι πολύ άστατοι και πολύ ανεξάρτητοι για να δημιουργήσουν ένα και μοναδικό σπιτικό. Από τη μεριά τους, όλοι όσοι καταπιάνονται με χύτρες και ανασκαλεύουν τους φούρνους, λίγο-πολύ μόνιμοι, προτιμούν τα περίχωρα παρά το κέντρο της πόλης, όπου οι άνθρωποι φοβούνται τις πυρκαγιές, το θόρυβο και τον καπνό. Η βυρσοδεψία, που βρωμάει, απαιτεί, εκτός από τα δέρματα, πολύ αλάτι, νερό ταννίνη και χρωστικές ουσίες.

ΟΙ ΣΙΔHΡΟΥΡΓΟΙ

Οι πιο σημαντικοί από όλους αυτούς τους εργαζόμενους, οι πιο έξυπνοι και εκείνοι που η εξουσία περισσότερο κολακεύει είναι οι σιδηρουργοί. Είναι φανερό πως τους έχουν ανάγκη. Ήταν οι αποκλειστικοί δημιουργοί της δύναμης των ανακτόρων, γιατί τα εφοδίαζαν με άρματα μάχης, εξόπλιζαν τα πολεμικά και εμπορικά πλοία, θωράκιζαν τις πύλες, πολλαπλασίαζαν όλα τα εργαλεία και όλα τα σκεύη από μπρούντζο, που επιτρέπουν μεγαλύτερη παραγωγή και καλύτερη διατήρηση, διακοσμούσαν τα έπιπλα, γέμιζαν τους ισχυρούς με κοσμήματα. Πάνω από εκατό ενεπίγραφες πινακίδες στην Πύλο, στην Κνωσό και στις Μυκήνες αναφέρονται στην πολύμορφη δραστηριότητά τους. Σ’ αυτούς αποτάθηκαν ακόμη οι άρχοντες της Πύλου, την παραμονή της καταστροφής, για να σφυρηλατήσουν μάνι-μάνι το χαλκό και τον ορείχαλκο που αποσπούσαν από τους ναούς για να τους κάνουν όπλα: «Οι επίτροποι και οι επιστάτες, οι έπαρχοι, οι κλειδούχοι, οι ελεγκτές των καρπών και των συγκομιδών θα παραδώσουν τον μπρούντζο των ιερών για να γίνει αιχμές ακοντίων και λάμες σπαθιών , στις παρακάτω αναλογίες: ο επίτροπος της Πίσσας 2 κιλά, ο έπαρχος 750 γραμμάρια κ.λπ.». Συνολικά επίταξαν περισσότερο από 51 Κιλά θραύσματα και απομεινάρια, αρκετά για να χύσουν και να σφυρηλατήσουν 400 το λιγότερο, σπαθιά, 34.000 αιχμές βελών (πινακίδα ΡΥ, Jπ 829). Μπόρεσαν να υπολογίσουν ακόμη ότι όλος ο μπρούντζος που είχαν κιόλας μοιράσει την ίδια εποχή από το παλάτι στους σιδηρουργούς που δούλευαν στη Μεσσηνία λίγο περισσότερο δηλαδή από ένας τόνος τους επέτρεψε να εξοπλίσουν μια πολιτοφυλακή με δύναμη πάνω από 2.000 άντρες. Μάλιστα, η Αθηνά βγήκε πάνοπλη από το σφυρί του Ήφαιστου.
Τα συλλαβικά κείμενα της Μυκηναϊκής εποχής τούς ονομάζουν με το γενικό όρο ΚAΚEWE, που πιθανόν να το πρόφεραν «ΚHALΚEWES». Συχνά μας δίνουν το προσωπικό τους όνομα. διαπιστώνουμε έτσι ότι, αν οι περισσότεροι από αυτούς έχουν ονόματα αδιαφιλονίκητα ελληνικά, το ένα τρίτο περίπου φαίνονται ξένα για την Πελοπόννησο. Ξούθος, Πυρρός, Πέταλος, Μακρύς, Φιλουργός, Εργατικός, Πλουτεύς, Χαλκεύς, αλλά επίσης WΑUDοΝΟ, Πιερίατας, Λύκειος, Σαμύ(ν)θαιος ή Τεθρεύς, που τα ονόματά τους ή τα παρατσούκλια τους έρχονται κατευθείαν από τη Μακεδονία, τη Λυκία ή τα νησιά. Ταξιδεύουν, όπως ο ορειχαλκουργός αυτός που ξεκίνησε από τη Συρία με ολόκληρο φορτίο από μεταλλικές ράβδους, μεταλλεύματα, παλιά σκεύη και εργαλεία, και βούλιαξε στα ανοιχτά του ακρωτηρίου Γελιδονιά, γύρω στο 1200 π.Χ. Είναι ελεύθεροι εργαζόμενοι, αν και μερικοί μπήκαν στη δούλεψη των ναών σαν «υπηρέτες της θεότητας». Έχουν δικά τους ή με νοίκι χωράφια. Απαλλάσσονται από πολλούς φόρους. Εργάζονται κάτω από τις διαταγές τους μαθητευόμενοι ή συντεχνίτες, ΚΑSΙΚΟΝΟ και δούλοι, DΟERΟ. Μερικοί δικαιούνται να παίρνουν από τα ανάκτορα χορηγία σε μέταλλο, ΤΑRΑSΙΥΑ: πρόκειται για ένα αξίωμα, μια υπηρεσία. Οι άλλοι δεν παίρνουν χορηγία, ΑΤΑRΑSΙΥΑ. Άλλοι, που τους ονομάζουν Α(S)ΚEΤERE(S) φαίνεται πως είναι ειδικευμένοι στην κατεργασία των πολύτιμων μετάλλων, ή διακοσμητές, κοσμηματογλύπτες, ορειχαλκουργοί, που κατασκευάζουν πολύτιμα αντικείμενα. Οι ΡΙRΙΥEΤERE ή λεβητοποιοί κατασκευάζουν λεκάνες, ΡΙRΙΥE, και, αν τύχει, και όπλα. Είναι, με λίγα λόγια, η εμπορική και δυναμική πτέρυγα του πολιτισμού, μια κάστα ισχυρή και πλούσια.
Μέχρι το 1970 περίπου, μπορούσε ακόμη να δει κανείς σε πολλές πόλεις της Κρήτης, ακόμη και στο Μοναστηράκι στην Αθήνα, χαλκωματάδες, κατασκευαστές χάλκινων σκευών, λεβητοποιούς, που εργάζονταν με τον ίδιο τρόπο, όπως και οι άνθρωποι στο χωριό Ασιατία, εδώ και τρεις χιλιάδες διακόσια χρόνια, πάνω-κάτω. Από τα χαράματα ως το δειλινό ακουγόταν το βουητό από τα σφυριά τους, που γινόταν ακόμα περισσότερο διαπεραστικό, γιατί τα μαγαζιά τους βρίσκονταν το ένα κοντά στο άλλο. Μέσα στον καπνό που τον διαπερνούν οι κόκκινες λάμψεις της αναμμένης χόβολης ή η μουντή ανταύγεια του πυρρού χαλκού, βλέπουμε τέσσερις συντρόφους, που φορούν μια δερμάτινη ποδιά, να προσπαθούν να μετατρέψουν μια πλάκα από ζεστό μέταλλο σε λεβέτι με δύο λαβές και τρία πόδια. Κάτω από τα απανωτά χτυπήματα των μπρούντζινων βαριών ή των στρογγυλοκέφαλων σφυριών, ο δίσκος πλαταίνει, απλώνει. πιάνει όλη την επιφάνεια της πλάκας που είναι από γκρίζο ασβεστόλιθο κι ακουμπάει πάνω σ’ ένα χοντρό κούτσουρο από ξύλο ελιάς. Ενώ οι βοηθοί κατόπιν ξαναγεμίζουν το καμίνι, βάζουν τάξη στα εργαλεία, κάνουν χώρο, πίνουν μια γουλιά και φτιάχνουν κρίκους, ρεζέδες ή δικέφαλα καρφιά, ο αρχισιδηρουργός ισοπεδώνει με τον ξύλινο κόπανό του το πάχος του ελάσματός του. Με την ψαλίδα του δίνει το μέγεθος και το στρογγύλεμα που θέλει, κόβει ό,τι περισσεύει και, καθώς το μέταλλο, που το χτύπησε με χιλιάδες χτυπήματα, έχασε κάπως την ελαστικότητά του, το ξαναψήνει πάνω στα κάρβουνα, δυναμώνοντας πολύ τα φυσερά. Αρχίζει τελικά η πιο μακρόχρονη και πιο λεπτή διαδικασία, η μετατροπή ενός οριζόντιου και πλατιού φύλλου σε βαθύ και χωρίς πτυχές θύλακα, χωρίς κανένα τσάκισμα, χωρίς σχισμές και με απόλυτα ομοιόμορφο πάχος. Ο λεβητοποιός ακουμπάει με τη λαβίδα, και με το αριστερό χέρι, το φύλλο από χαλκό πάνω σ’ ένα στρογγυλοκέφαλο αμόνι και ξαναρχίζει να το σφυρηλατεί με το δεξί χέρι, ξεκινώντας από το κέντρο. Το πολύ χτυπημένο και ζυμωμένο από τα χτυπήματα μέταλλο διαστέλλεται εξωτερικά, ενώ διατηρεί την ίδια εσωτερική επιφάνεια. Αρχίζει να λυγίζει. Βαθουλώνει και παίρνει το σχήμα σκούφου. Μακραίνει τόσο, ώστε να κρύψει ακόμη και το επάνω υποστήριγμα του αμονιού. Το ξαναφέρνει πότε-πότε στη φωτιά. το μέταλλο χάνει λίγη από την ακαμψία του και, όταν κρυώσει, το τοποθετεί σ’ ένα καβαλέτο ή δίκερο αμόνι, δηλαδή σ’ ένα αμόνι με μία ή δύο κεφαλές. Τα απανωτά σφυρηλατήματά του δίνουν τελικά τη στρογγυλάδα, το βάθος και την επίπεδη επιφάνεια που περιμένει κανείς από ένα χωρίς σχισμές και προεξοχές δοχείο. Δεν μένει πια παρά να λιμάρουν, να στριφώσουν τα χείλη και να στερεώσουν με το γλωσσίδι τη σύνδεση των ποδιών και των αυτιών.

ΟΙ ΧΡΥΣΟΧΟΟΙ

Ειδικά ιδεογράμματα προσδιορίζουν το χρυσάφι και τον μπρούντζο. Το ιδεόγραμμα του χρυσαφιού μοιάζει με το σταυρό του Αγίου Ανδρέα, που έχει δύο πλάγιους κρίκους κομμένους στη μέση και ένα είδος Π στο πάνω μέρος. Με τον τρόπο αυτό απεικόνιζαν το υψηλότερο τμήμα του καμινιού που συγκρατούσε το χωνευτήρι, όπου το κίτρινο μέταλλο καθαριζόταν και αποχωριζόταν από τις προσμείξεις. Ξεχωρίζουν καθαρά στα κείμενα το χρυσοχόο, ΚURUSΟWΟΚΟ, από τον ορειχαλκουργό ή απλό σιδερά, ΚAΚEU, και από τον οπλοποιό, EΤΟDΟΜΟ, μα όχι λιγότερο καθαρά το μάλαμα, ΚURUSΟ, από το ασήμι, ΑΚURΟ, και από ένα λευκό μέταλλο, που φαίνεται πως είναι το ήλεκτρο. ΡΑRΑΚU. Το χρυσάφι, που παράσερνε ο Πακτωλός και τα ποτάμια της Κολχίδας ή της Γεωργίας, ήταν πάντοτε ανακατεμένο με ασήμι, που καμιά φορά έφτανε σε ποσοστό 30 στα 100. Όταν στην Ελλάδα δεν έφτανε καθαρισμένο και επεξεργασμένο, έπρεπε να το λιώσουν, να ανεβάσουν δηλαδή τη θερμοκρασία του κράματος στους 1.063 βαθμούς, είκοσι περίπου βαθμούς λιγότερο από όσους χρειάζονταν για το χαλκό. ΓΙα πολύ καιρό οι ίδιοι τεχνίτες ασχολούνταν με το ευγενές και με το ευτελές μέταλλο. Στις μυκηναϊκές πολιτείες, ακόμη και στα μεγαλοχώρια, που ήταν πραγματικά πλούσιες σε χρυσάφι, η εξειδίκευση είχε προχωρήσει πολύ περισσότερο από αλλού. Έπρεπε ακόμη να επιβλέπουν από κοντά αυτούς που το κατεργάζονταν. Οι τελευταίοι αυτοί υπηρετούσαν αποκλειστικά τους βασιλιάδες και τους πλούσιους, ζούσαν στη σκιά τους, ανάμεσα στα μικροσκοπικά πριόνια, στα τρυπάνια, στα γλύφανα, στις λίμες και στις ζυγαριές, με το κεφάλι σκυμμένο πάνω στον πάγκο τους και με ένα μεγάλο κομμάτι πετσί τεντωμένο ανάμεσα στη σανίδα και τη ζώνη τους, για να μαζεύουν όλη τη χρυσόσκονη που θα ξέφευγε από το εργαλείο τους. Το χρυσάφι αθάνατο, αναλλοίωτο και ακτινοβόλο υλικό, που έχει το ίδιο, πάνω-κάτω, βάρος με το μολύβι, αλλά είναι περισσότερο μαλακό και εύκαμπτο, είναι για τους Μυκηναίους τόσο θείο όσο και ο ήλιος. Στην Πύλο, γύρω στο 1225, όριζαν δεκατέσσερις ιερόδουλες ή σκλάβες της θεότητας, για να το φυλάνε και να διαχειρίζονται τον «ιερό χρυσό», ΚURUSΟΥΟ ΙΥERΟYΟ (πινακίδα ΡΥ, Αe 303). Την κρίσιμη εκείνη χρονιά, οι άρχοντες του παλατιού εισπράττουν έκτακτη εισφορά σε χρυσάφι από τους αξιωματούχους και τους πιο σημαντικούς γαιοκτήμονες δεκαέξι τμημάτων του μικρού βασιλείου. Στο περιθώριο αυτής της αρχαϊκής φορολογικής σελίδας (ΡΥ, jn 438) κάποιος γραφιάς, μπορεί και ο γενικός ελεγκτής των οικονομικών, υπογράμμισε ένα στα τρία ονόματα: εκείνους που δέχτηκαν ή εκείνους που εναντιώθηκαν; Εύκολα μπορούμε να φανταστούμε πόσους χρυσοχόους, εμπόρους και παραχαράκτες μπορούσε να έχει ένας τέτοιος πλούτος σ’ όλη την Ελλάδα.

ΟΙ ΑΓΓΕΙΟΠΛΑΣΤΕΣ

Σιδηρουργοί και αγγειοπλάστες ήταν οι πρώτοι που απελευθερώθηκαν από την καταπίεση της πρωτόγονης γεωργικής κοινωνίας και σχημάτισαν οικογένειες, ακόμη και φύλα ή κάστες στα περιθώρια της αγροτικής αυτής κοινωνίας. Πριν από είκοσι χρόνια περίπου υπήρχαν ακόμη στην Κρήτη ολόκληρα χωριά αγγειοπλαστών. Πλανόδιοι με τον καλό καιρό, όταν μπορούσαν να φτιάχνουν και να πουλάνε τα αγγεία τους, περνούσαν το φθινόπωρο και το χειμώνα καλλιεργώντας τη γη και ασχολούμενοι με τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Η κατάσταση δεν ήταν καθόλου διαφορετική την εποχή του Τρωικού Πολέμου. Κάθε, ωστόσο, πρωτεύουσα είχε κιόλας, ακόμη και στη Μινωική εποχή, τα εργαστήρια των αγγειοπλαστών της, που εργάζονταν άλλοι στην αποκλειστική υπηρεσία των ιερών και του ανακτόρου και άλλοι στην υπηρεσία του πλήθους. Βρέθηκαν στις ανασκαφές οι κυψελόσχημοι φούρνοι τους από πυρίμαχη γη, τόσο στις Μυκήνες της Αργολίδας, όσο και στο Στύλο της Κρήτης. Ακουμπούν άλλοτε πάνω σ’ ένα βραχώδες τείχισμα και άλλοτε όχι. Έχουν το ύψος ανθρώπου και αποτελούνται από τρία μέρη: μια κυκλική εστία με χαμηλό άνοιγμα, ένα δάπεδο από οπτό άργιλο, ένα θάλαμο για το ψήσιμο αγγείων με πλάγιο άνοιγμα για να βλέπει ο αγγειοπλάστης και ένα άλλο ακόμη στρογγυλό άνοιγμα, στο πάνω μέρος, για να φεύγει ο καπνός. Από το άνοιγμα αυτό έβαζε ο αγγειοπλάστης τα διάφορα δοχεία του, από την οινοχόη ως τη σαρκοφάγο, που έπλαθε στο κατασκότεινο εργαστήρι του. Έκλεινε το άνοιγμα, αφού άναβε πρώτα μια φωτιά από ρείκια, που κράταγε οκτώ ώρες με θερμοκρασία από 800 ως 1.000 βαθμούς, όταν αυτός έκρινε, χάρη στον τοποθετημένο δίπλα στο άνοιγμα που του χρησίμευε για να βλέπει δείκτη, ότι τα δοχεία είχαν πάρει ωραίο χρώμα και ότι δεν έμενε παρά να τα αφήσει αργά-αργά να κρυώσουν, δώδεκα πάνω-κάτω ώρες. Δόξα στην Αθηνά. Οι κεραμουργοί, ΚERΑΜEWE, αναφέρονται συχνά στα μυκηναϊκά κείμενα. Εύκολα μπορούμε να αναμετρήσουμε και να εκτιμήσουμε την πολύπλοκη δραστηριότητά τους, μια και οι επιγραφές πάνω σε επιτραπέζια σκεύη είναι πολυάριθμες και μια που τα αγγεία που βρέθηκαν σ’ όλη τη γύρω από την Ανατολική Μεσόγειο περιοχή και που οι χημικοί και ιστορικοί ανάλυσαν, μας επιτρέπουν να καθορίσουμε μια τεχνική, ένα ρυθμό, ένα συρμό και ακόμη πολλούς εμπορεύσιμους τύπους. Είναι πιθανό να υπήρχαν από τότε στα μεγάλα αστικά κέντρα ή έστω και στις πύλες των πόλεων, στα τέλη του 13ου αιώνα, δυο ειδών κεραμουργοί αυτοί που κατασκεύαζαν και πουλούσαν, αντάλλασσαν, δηλαδή, μεγάλα κομμάτια με τρόφιμα: λουτήρες, λεκάνες, σαρκοφάγους, μεγάλα και υψηλά πιθάρια, πλάκες για διακόσμηση ή για επένδυση κ.λπ. και αυτοί που κατασκεύαζαν και πουλούσαν επιτραπέζια σκεύη καθημερινής χρήσης. Οι πρώτοι μάλαζαν με την τσάπα ένα, δύο είδη ντόπιου, μα αρκετά χοντροκοσκινισμένου πηλού, άφηναν να υποστεί τη ζύμωση και τον έπλαθαν με τα χέρια. Όταν ο αγγειοπλάστης επρόκειτο να φτιάξει την κοιλιά ενός πιθαριού, που για τους αρχαίους χρησίμευε για βαρέλι, κιβώτιο και αποθήκη σιταριού -στα μυκηναϊκά ονομαζόταν QΕΤΟ -έβαζε πάνω στον τροχό, που γύριζε με τα χέρια ο βοηθός ή ο δούλος του, ένα μεγάλο πλακούντα από ζύμη. Σώριαζε, κατόπι, ολόγυρα στις άκρες, απάνω στους κυλίνδρους από πηλό, όλο και πιο μεγάλους, που έφταναν ως το πάνω μέρος της κοιλιάς και κατόπιν όλο και πιο μικρούς που έφταναν ως τα χείλη. Για να αποφύγει να σπάσει η μάζα, άφηνε κάθε ζώνη να στεγνώσει μια ώρα. Δεν απόμενε πια, προτού τη βάλει στο φούρνο, παρά να κολλήσει, με κεραμόκολλα, τις λαβές, που είχαν ζυγό αριθμό, να αλείψει την εξωτερική επιφάνεια με ειδικό επίχρισμα, να τη διακοσμήσει με κυματοειδή σχήματα ή εγκάρσιες γραμμές και να την αφήσει δύο ολόκληρες ημέρες να στεγνώσει στον ήλιο. Κατάρα στους ανέμους, στους δαίμονες ή στους ανθρώπους με κακό μάτι που, αυτήν ακριβώς τη στιγμή, τους έρχεται η ιδέα να ρίξουν βροχή.

ΟΙ ΓNAΦEΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΒΑΦΕΙΣ

Πολλές άλλες ακόμη συντεχνίες επαγγελματιών συνωστίζονταν γύρω από τα τείχη και χρησιμοποιούσαν τα βουερά λεβέτια των σιδηρουργών , τις σκάφες και τους κάδους των αγγειοπλαστών. Εκεί δούλευαν οι γναφείς (ΚAΝΑΡEWE), που τους ονόμαζαν καμιά φορά «βασιλικούς», και οι βαφείς που καθάριζαν με ζεματιστό νερό τα μαλλιά, τα μπουγάδιαζαν με στάχτη και αιγυπτιακή σόδα ή με χώμα από την Κίμωλο, τα ξέβγαζαν, κατέστρεφαν τις φυτικές τρίχες ή ίνες με χυμό αλόης, ροδιάς, ξυνίθρας, στύψης, με ταννίνη ή με διάφορα αμμωνιούχα προϊόντα, για να πιάνουν καλά οι χρωστικές ουσίες, που έβγαζαν από την πορφύρα, την κοχενίλλη, τον κρόκο, την ίριδα, τον ίσατι, τον κάρθαμο ή τα σιδηρούχα χώματα. Μέσα από τα επίσημα έγγραφα των ανακτόρων βλέπουμε τους αξιωματούχους ντυμένους με άσπρους, κόκκινους και μαβιούς μανδύες, με άσπρα ή πολύχρωμα, γκρίζα, ασημένια, μπορεί ακόμη και χρυσά φεστόνια και άλλες γαρνιτούρες. Το ιδεόγραμμα 15β της γραμμικής γραφής Β εικονίζει, αναμφισβήτητα, έναν κάδο βαφέα που ανακατεύει με τη διχάλα του τα ρούχα ή τα κουβάρια του μαλλιού. Τα έτοιμα προϊόντα, ΤEΤUΚΟWΟΑ, στεγνώνουν στον ήλιο, πάνω σε ένα μικρό τοίχο ή σε μεταλλικές βέργες, ανάμεσα σε δυο σειρές δοκάρια, όπως συνηθίζουν ακόμη στη Λιβαδειά της Βοιωτίας ή στην Κρητσά της Κρήτης.

ΟΙ ΑΡΩΜΑTΟΠΟΙΟΙ

Αρωματοποιοί ονομάζονταν «αυτοί που βράζουν τις αλοιφές», ΑLΕΡΗΑΖΟΟΙ ή ΑLEΙΡΗΟΖΟΟΙ. Πρέπει να είχαν πολύ μεγάλη θέση και μέσα και έξω από τα ανάκτορα, αν σκεφτούμε ότι τα αρώματα, οι αλοιφές και τα κοσμητικά χρησιμοποιούνταν τόσο στη λατρεία όσο και σε μη θρησκευτικές χρήσεις, στην περιποίηση των ζωντανών όσο και των νεκρών, ότι αρωμάτιζαν τα κρασιά, τα τρόφιμα ακόμη και τα έπιπλα, ότι οι μυρωδιές ήταν η ευαίσθητη ψυχή των θεών, των ανθρώπων και των πραγμάτων και ότι τα είδη αρωματοποιίας στάθηκαν για πολύ καιρό μια από τις σημαντικές εισοδηματικές πηγές των ελληνικών πόλεων. Στην εποχή που μας απασχολεί ολόκληρα φορτία από φιάλες, οινοχόες, ψευδόστομους αμφορείς σφραγισμένους με κερί, που χωρούσαν δύο με τρία λίτρα αρωματικά έλαια, ξεκινούσαν από τα λιμάνια της Πελοποννήσου και της Κρήτης για όλα τα παράλια της Μεσογείου. Οι συμπληρωμένες με τις σημειώσεις του Θεόφραστου και του Πλίνιου του Πρεσβυτέρου, καθώς και από τις λαϊκές παραδόσεις, πινακίδες της Πύλου, μας δίνουν αρκετές πληροφορίες σχετικά με τη δουλειά της σημαντικής αυτής βιοτεχνίας, που ήταν συνδεδεμένη με τόσες άλλες και που την έλεγχαν οι άρχοντες των ναών και των ανακτόρων, Το 13ο αιώνα προ Χριστού αναφέρονται έλαια του φασκόμηλου, της κύπερης, του ρόδου. Το ελαιόλαδο ανακατεμένο με λίγο αλάτι, για να μην ταγκίζει, αποτελεί πολύ συχνά το είλημα, τη βάση ή, όπως λένε οι ειδικοί, «το σώμα» ή «την ουρά» του αρώματος. Με τη βοήθεια κάποιας ρητίνης ή μιας γόμμας δένδρου, ο τεχνίτης φιξάρει ή δένει σ’ αυτό ένα μύρο που εξατμίζεται πολύ συχνά, το χυμό κάποιου μέρους του φυτού, της ρίζας, του βλαστού, των φύλλων, των λουλουδιών, ακόμη και των καρπών ή των σπόρων.

ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΤΕΧΝΙΤΕΣ

Όλοι αυτοί οι ειδικευμένοι εργαζόμενοι ζούσαν συγκεντρωμένοι στην ίδια συνοικία, στοιβάζοντας την οικογένειά τους και τους δούλους τους μέσα σε μερικά μικροσκοπικά δωμάτια, δίπλα στα μαγαζιά και τους φούρνους τους. Διαβιβάζουν τα επαγγελματικά τους μυστικά από πατέρα σε γιο, αφού υπάρχουν ολόκληρες οικογένειες από τεχνίτες, όπως του ναυπηγού Φήρηκλου, γιου του Τέκτονα, του ξυλουργού και εγγονού του εφαρμοστού Άρμωνα. Ευκολονόητο είναι ότι τα εργαστήρια, που χρησιμοποιούσαν φωτιά, έπρεπε να είναι σχετικά απομακρυσμένα από τον κεντρικό συνοικισμό: η συνοικία του Κεραμεικού στην Αθήνα, με τους αγγειοπλάστες, τους σιδηρουργούς, τους χύτες, τους λαναράδες και τους αρωματοποιούς της, δεν συγχωνεύτηκε ποτέ με την Ακρόπολη, τη συνοικία με τους ναούς, τα ανάκτορα και τα βοηθητικά του κτίρια. Ακόμη και οι βυρσοδέψες, αυτοί που προετοιμάζουν τα δέρματα, οι οπλοποιοί που κατασκευάζουν λινούς μανδύες και δερμάτινες ασπίδες, οι σχοινοποιοί, οι αμαξοποιοί, αυτοί που κατασκευάζουν δίχτυα, που τόσο καλά απεικονίζονται στα κείμενα της Μυκηναϊκής εποχής, όλοι αυτοί χρειάζονται νερό, χώρο και πρώτες ύλες, πράγμα που τους απομάκρυνε από την Ακρόπολη. Όχι, αυτούς που συναντάει κανείς μέσα από τα στενά και φιδωτά σοκάκια της Ακρόπολης, ανάμεσα στους αχθοφόρους, τα παιδιά, τους δούλους, τα φορτωμένα με εμπορεύματα γαϊδούρια και μουλάρια, είναι αποκλειστικά οικογένειες εργατών και αρχιμαστόρων στην υπηρεσία των βασιλιάδων και των θεών. Στη σκιά του παλατιού ζούσε ένα πλήθος από τεχνίτες, άντρες και γυναίκες, αυτόχθονες ή ξένους, μόνιμους κατοίκους σ’ όλη τους τη ζωή ή περαστικούς επισκέπτες, δούλους αφιερωμένους σ’ ένα ναό και λαϊκούς δούλους, πλανόδιους τραγουδιστές, θεραπευτές, μάντεις, κήρυκες, που τους καλούσαν ή τους έδιωχναν οι πλούσιοι. Από τα αρχεία που βρέθηκαν, γνωρίζουμε κάποιους που άκουγαν στο όνομα «Πλουτεύς», που είχαν στις διαταγές τους αμέτρητες υφάντρες, κατασκευάστριες ενδυμάτων και ράφτρες, Πολλοί κατασκευαστές ειδών πολυτελείας δουλεύουν και μοχθούν γι’ αυτούς: υποδηματοποιοί, επιπλοποιοί, λεπτουργοί, σαμαράδες, σμαλτωτές, μαχαιροποιοί, τεχνίτες που επεξεργάζονται το κόκαλο ή το κέρατο, που φτιάχνουν έγχορδα όργανα, που συναρμολογούν τόξα… Οι ναοί που έχουν στην ιδιοκτησία τους απέραντες εκτάσεις και απολαμβάνουν μεγάλα εισοδήματα, έχουν τους δικούς τους αγγειοπλάστες, αρτοποιούς, ιεροφύλακες, οινοχόους, αρχειοφύλακες, δούλους και, καμιά φορά, όπως στην Κύπρο, τα Κύθηρα ή την Κόρινθο, τις ιερές πόρνες τους. Εδώ και πολύ καιρό αναζήτησαν να βρουν πώς έκαναν την περιουσία τους οι κατάφορτοι από χρυσάφι και κοσμήματα άρχοντες, που τους έθαβαν μαζί με τα θαυμάσια επιτραπέζια σκεύη και την πλουσιότατη ιματιοθήκη τους, με λίγα λόγια τον οικονομικό λόγο ύπαρξης του μυκηναϊκού πολιτισμού την παραμονή της καταστροφής. Οι λογιστικές πινακίδες μάς επιτρέπουν να προτείνουμε μια απάντηση: ο πλούτος των αρχόντων της Ελλάδας εξαρτιόταν, κατά μεγάλο μέρος, από το εμπόριο υφασμάτων, ακαθάριστων ή αρωματισμένων ελαίων, μεθυστικών κρασιών, από το δουλεμπόριο και την εκμετάλλευση των δούλων.

ΥΦΑΝΤΑ

Τριών ειδών είναι τα τεκμήρια στα οποία αξίζει να σταματήσουμε για λίγο. Αφορούν στη βιομηχανία υφασμάτων, στην επίπλωση και στη διαχείριση. Μια και τα υφάσματα χρειάζονται για να ντυθούν οι ζωντανοί και οι νεκροί, για την κατασκευή των πανιών και για την εξάρτυση των πλοίων, για την κατασκευή θωράκων, για το κλείσιμο των παραθύρων, για την ταπητουργία, για στρωσίδια του κρεβατιού, για την τυροκομία, για το κυνήγι, για την ιατρική κ.λπ., είναι εύκολο να καταλάβουμε ότι οι άρχοντες των ανακτόρων ή των ναών έλεγχαν αυστηρά την κατασκευή των λινών και μάλλινων υφασμάτων. Έξι διαφορετικά ιδεογράμματα παριστάνουν αντίστοιχα κουβάρια μαλλιών, σεντόνια ή ορθογώνια κομμάτια πανιού (ΡΑWEΑ), που τα αποτελούσαν ένα ως πέντε ραμμένα φύλλα, φορέματα (WEΑΝΟ, στα ελληνικά ελνός), κοντούς χιτώνες, σάρπες ή πολύχρωμα υφάσματα, χαλιά. Το ιδεόγραμμα του σεντονιού συνοδευόταν από πέντε διαφορετικά συλλαβικά σημεία, ΚΕ, KU, ΡΑ, ΡU, ΤΕ, WE, ΖΟ, που προσδιορίζουν το υλικό, την κατασκευή ή την κατεργασία του υφάσματος, αλεύκαντο για παράδειγμα, βαμμένο ή χωρίς γυαλάδα. Διάφορα επίθετα, καμιά φορά, προσδιορίζουν την προέλευση, τον παραλήπτη, τη γαρνιτούρα, το χρώμα. Γιατί ο ηγεμόνας μπορεί να ντύνεται με πορφύρα, οι άνθρωποι όμως της ακολουθίας του ΕQΕΤΑ -οι κόμητες θα λέγαμε- και οι βασιλικοί φιλοξενούμενοι φορούν άσπρα ή πολύχρωμα ρούχα.
Στην κατασκευή υφασμάτων για λογαριασμό του βασιλιά χρησιμοποιούσαν πολυάριθμο γυναικείο προσωπικό, ελεύθερες γυναίκες, δούλες με τα παιδιά τους, που το πλήρωναν με ορισμένη ποσότητα αλευριού και σύκων. Βλέπουμε αμυδρά μέσα από τα κείμενα τις γυναίκες που ξαίνουν, ΡEKΙΤΙRΥΑ, να λαναρίζουν το άγριο μαλλί μέσα στη μικρή τους αυλή, τις κλώστριες, ΑRΑKΑΤEYΑ, κι ανάμεσά τους τις ειδικευμένες στο λινάρι, RΙΝEYΑ, τις υφάντρες, ΙΤΕΥΑ, να εργάζονται σ’ έναν κάθετο αργαλειό και να τραγουδούν, όπως η Καλυψώ, στο βάθος της σκιερής και δροσερής κατοικίας τους, τις κατασκευάστριες, ΑΚΕΤΙRΙΥΑ, τις υφάντρες χαλιών, ΤΕΡΕΥΑ, τις ράφτρες, RΑΡΙΤΙRYΑ, καθισμένες όλες μαζί κατάχαμα, μέσα σε πραγματικά εργοστάσια, να βιάζονται να παραδώσουν τις παραγγελίες για τριάντα και σαράντα σεντόνια, δεκάδες φουστάνια και φούστες με βολάν ή χωρίς βολάν, με μανίκια ή ξεμανίκωτα. Έχουν στήσει κουβεντολόι. Προσπαθούν να αποφύγουν τα μαλώματα της επιστάτριας. Γιατί αυτή τους έχει επιβάλει μια πραγματική τιμωρία, ΤΑRΑSΙΥΑ, να επεξεργαστούν δηλαδή μέσα σε ορισμένο χρόνο μια ποσότητα ακατέργαστης ύλης, που την έχει ζυγίσει. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η πιο σημαντική θεά στις μυκηναϊκές ακροπόλεις, η Αθηνά, ήταν κλώστρια και το αγαπημένο της ζώο, η κουκουβάγια, είναι πουλί της ταπητουργίας. Στην Κνωσό, ορισμένα υφάσματα συνοδεύονται από ενδείξεις για το βάρος τους. ταυτόχρονα είναι και μονάδες αξίας. Εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι να γίνονται όλα πιο γρήγορα και όσο το δυνατόν καλύτερα. Χρειάζεται άραγε να πούμε πως δεν λαμβάνουν ποτέ υπόψη τους το χρόνο ούτε την παιδική θνησιμότητα; Όποιος έχει δει, και σήμερα ακόμη, τις νέες υφάντρες της Εγγύς και Μέσης Ανατολής να εργάζονται μαντεύει τι θέλω να πω.

ΟΙ ΛΕΠΤΟΥΡΓΟΙ

Οι λεπτουργοί και οι κατασκευαστές ψηφιδωτών φαίνεται πως ήταν περισσότερο προνομιούχοι, όχι μόνο γιατί ήταν απόλυτα εξειδικευμένοι διακοσμητές ή γιατί τους έφερναν, όπως τον Ικμάλιο, από την Κύπρο ή τις πόλεις της Συρίας ή της Φοινίκης, αλλά και γιατί τους εμπιστεύονταν πολύτιμα ξύλα και μέταλλα. Τα διακοσμητικά θέματα ταξιδεύουν, όπως και οι καλλιτέχνες και οι φιλοξενούμενοι. Μια μακρόχρονη παράδοση, που ξεκινάει από τα σουμεριακά και βαβυλωνιακά εργαστήρια, δίδαξε στους λεπτουργούς να κόβουν, να λειαίνουν και να συναρμολογούν με σφήνες και λούκια μικρές σανίδες από κέδρο, έβενο, τούγια, χαρούπι, να τις κοιλαίνουν, να κολλούν κόκκαλο, ελεφαντόδοντο, σμάλτο ή λεπτές πλάκες από ήλεκτρο (μείγμα χρυσού και ασημιού), χρυσάφι ή ασήμι, που σχηματίζουν όμορφα σχέδια πάνω στο σκούρο φόντο του επίπλου. Επικολλούν ακόμη ημιπολύτιμους λίθους. Καμιά φορά μέσα στις χαραξιές του ξύλου, που τις έχουν καταστήσει άφλεκτες, οι διακοσμητές χύνουν μια καυτή υαλόμαζα, KUWΑΝΟ, που έχει ένα χρώμα γαλάζιο προς το τυρκουάζ, ανάλογα με την ποσότητα της σκόνης του μαλαχίτη ή αζουρίτη που προσθέτουν σ’ αυτή. Το εργαστήρι τους μυρίζει ψαρόκολλα, άσφαλτο, πίσσα, βερνίκι. Όπως οι λεπτουργοί που είχαν διακοσμήσει τα διαμερίσματα του Τουταγχαμών, των ηγεμόνων της Αλαλάχ, στον Ορόντη ή της Νούζι φτιάχνουν πλαίσια στους τοίχους, έπιπλα, κιβώτια, που η σκαπάνη τα βρίσκει σε χίλια κομμάτια μέσα στους τάφους ή στα ερείπια των ανακτόρων. Είναι συχνά πολύ λεπτή δουλειά να αποδώσουμε τη σημασία των τεμαχίων των αρχείων που αφορούν μια τόσο λεπτομερειακή και τόσο πολύμορφη εργασία στις Μυκήνες, στην Πύλο και στην Κνωσό. Τα πιο σημαντικά είναι τα χαμηλά, πτυσσόμενα τραπέζια, τα ανάκλιντρα με σκαμνάκια, που χρησιμεύουν για να βάζουν τα πόδια. Μόνο οι επιφανείς και οι θεοί δικαιούνται να κάθονται στο κάθισμα που ονομαζόταν θρόνος ή στα κρεβάτια όπου έκθεταν τους επιφανείς νεκρούς. Ο γενικός όρος που προσδιορίζει όλους τους επιπλοποιούς είναι ΤΟRΟΝΟWΟKΟ, «κατασκευαστής θρόνων».

ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ

Οι μεγαλοκυράδες, με τους μπούστους τους και με το φαρδύ παντελόνι σε σχήμα φούστας, γαρνιρισμένο με φραμπαλάδες, καθώς και οι άρχοντες, με την τριγωνική πάνα που τους σκεπάζει τα γεννητικά όργανα ή με χιτώνα, πηγαινοέρχονται φορτωμένοι με κοσμήματα. Στολίζουν τα μαλλιά, τα αυτιά, το λαιμό, τους καρπούς, τα δάχτυλα των χεριών. Πόρπες και καρφίτσες, ροδόσχημα κουμπιά συγκρατούν τις σάρπες, στερεώνουν τα ρούχα. Οι κομμώσεις, που άλλες αφήνουν κυματιστά τα μαλλιά και άλλες πλεκτά, στολίζονται με χτένες, κορδέλες, διαδήματα, μακριές φουρκέτες. Όλοι έχουν το δικό τους σφραγιδόλιθο, από χαλκηδόνιο λίθο, αχάτη ή κρύσταλλο, που αποτελεί αντίτυπο της προσωπικότητάς τους και ταυτόχρονα σφραγίδα και φυλαχτό, γιατί οι σκηνές νίκης που εικονίζονται σ’ αυτόν έχουν συμβολική αξία. Έτσι οι χρυσοχόοι και οι λιθοχαράκτες του ανακτόρου δεν μένουν χωρίς δουλειά και χωρίς πελατεία. Εκείνοι, ωστόσο, που δέχονται τις περισσότερες παραγγελίες, είναι αυτοί που επεξεργάζονται το ελεφαντόδοντο. Δεν τους αρκεί να παραδίνουν στους επιπλοποιούς τα χαραγμένα ή ανάγλυφα στολίδια, που θα στολίσουν το δίφρο του άρματος, τα κιβώτια και τα σκαμνιά, όλα τα μικρά κιβώτια που θα δώσουν οι άρχοντες στους φιλοξενουμένους τους την ημέρα της αναχώρησής τους. Το ελεφαντόδοντο μεταβάλλεται κάτω από τα δάχτυλά τους σε ιντάλιο, σε κοσμήματα, σε φυλαχτά, σε λαβές, σε καθρέφτες, σε τραπέζια παιχνιδιών με τα πιόνια τους, τα ζάρια, τα κότσια τους, σε στρογγυλά κουτιά, σε αγαλματάκια, κεφάλια και μέλη που τα προσαρμόζουν ή τα σφηνώνουν σε μεγάλα επίχρυσα αγάλματα.

ΕΛΕΦΑΝΤΟΥΡΓΟΙ

Ο ελεφαντουργός των Μυκηνών έχει στον πάγκο του, που βρίσκεται πάντα σε μέρος πολύ φωτεινό, επτά μπρούντζινα εργαλεία: ένα μικρό πριόνι, τρία γλύφανα, το ένα με κυρτή λεπίδα, μια λίμα, ένα είδος κυλινδρικού τρίφτη και ένα τοξοειδές τρυπάνι Το ξέστρο του είναι από οψιδιανό λίθο, τη λάβα αυτή που μοιάζει με γυαλί και που τη φέρνει από τη Μήλο ή από το Γυαλί. Το υλικό που θα επεξεργαστεί, το πράσινο, το λευκό ή το κίτρινο ελεφαντόδοντο, του έρχεται κυρίως από τη Συρία: κοπάδια από ελέφαντες ζούσαν στις όχθες του Ορόντη ως τον 8ο αιώνα προ Χριστού. Δεν περιφρονεί, ωστόσο, τα δόντια του ελέφαντα και του ιπποπόταμου της Αιγύπτου, τους χαυλιόδοντες των ελληνικών κάπρων. Κόβει με πριόνι στο χαυλιόδοντα, έναν κύλινδρο με τόσο τέλεια τομή, ώστε θα έλεγε κανείς ότι είναι μια μεταλλική ρωγμή. Σκαλίζει, για να φέρουμε ένα παράδειγμα, πάνω στην εσωτερική επιφάνεια έναν άγριο ταύρο, που ανατρέπει έναν κυνηγό μέσα σ’ ένα τοπίο δάσους. Χαράζει το εσωτερικό μέρος της βάσης, για να στερεώσει με σφήνες και λούκια ένα στρογγυλό πάτο. Ένα σμιλεμένο καπάκι εφαρμόζει στο στόμιο του πάνω μέρους. Θα μουσκέψει το αντικείμενο μιάμιση μέρα, αν ο πελάτης το θέλει, μέσα σε ξίδι ή στύψη και θα το βάψει με πορφύρα. Ή θα κολλήσει στην επιφάνεια ένα φύλλο χρυσού. Διαφορετικά, ο καλλιτέχνης θα σβήσει κατόπιν, με την πιο ψιλή άμμο και με σκόνη από ελαφρόπετρα, τις σπάνιες ανωμαλίες και θα γυαλίσει ολόκληρο το αντικείμενο με ένα στουπί γεμάτο κιμωλία. Τα θέματά του τα δανείζεται από την πανίδα και τη χλωρίδα της πατρίδας του, αλλά και, γύρω στο 1250, από τη θεματογραφία της Μιλήτου, της Σιδώνας και της Κύπρου, όπου ακμάζουν σημαντικά εργαστήρια: σφίγγες η μία απέναντι στην άλλη, πάλη λιονταριού με γρύπες, λιοντάρια που καταβάλλουν ταύρους και ανθρώπους.

ΛΟΓΙΣΤΕΣ

Συχνά γίνεται λόγος για το επάγγελμα, και μάλιστα για την τάξη ή την κάστα των γραφέων. Σε κανένα, ωστόσο, από τα τέσσερις χιλιάδες πήλινα έγγραφα που υπάρχουν και που τα περισσότερα δεν είναι παρά προχειρογραφήματα ή προσωρινές σημειώσεις, δεν αναγράφεται το όνομά τους. Η έννοια όμως του γραφέα φαίνεται πως ήταν ξένη στο μυκηναϊκό πολιτισμό. Όποιος στην Ελλάδα ήξερε να γράφει, έστω κι αν ήταν ξένος, έπαιρνε, όπως και στην αρχαία Κίνα, σημαντική θέση στη διοίκηση των ανακτόρων και των ναών. Οι ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι έπρεπε να είναι όλοι γραμματισμένοι. Μετέγραφαν τους λογαριασμούς και τις χρονιάτικες αναφορές τους σε φθαρτά υλικά, λινό, περγαμηνή, φυτικές ίνες ή φλοιούς. Δέκα το λιγότερο αξιωματούχοι, ίσως και δώδεκα, έλεγχαν τις εισόδους και τις εξόδους των τροφίμων και των ακατέργαστων ή βιομηχανοποιημένων προϊόντων, συνέτασαν τις απογραφές των στάβλων, των αποθηκών των εφοδίων ή των κελαριών, κατέγραφαν λογιστικά τα χρέη και τις οφειλές, καθόριζαν το ρόλο και τη βάση της φορολογίας, πρόβαιναν στην απογραφή του πληθυσμού και των ζωντανών, έκαναν κατανομή της εργασίας στις εργάτριες και στους εργάτες και εξοικειώνονταν με τις πολύπλοκες υποδιαιρέσεις των μονάδων , των μέτρων και των σταθμών. Μερικοί πίστεψαν πως αναγνώρισαν σαράντα, το λιγότερο, διαφορετικά «γραφεία» στο ανάκτορο μόνο της Κνωσού, γύρω στα 1300 π.Χ. Στην πραγματικότητα τα λογιστικά έγγραφα μας γνωρίζουν διάφορους, πολύ ειδικευμένους υπαλλήλους, έναν επιστάτη για τα σύκα (ΟΡΙSUKΟ), έναν για τους καρπούς της γης ή τα δημητριακά (ΟΡΙΚΑΡΕΕU), έναν έφορο για το μέλι(ΜERΙDUΜΑ), έναν αποθηκάριο (ΟΡΙΤΕUΚΕΕU), έναν επιστάτη για τα κράματα (ΜΙΚΑΤΑ) ένα μετρητή (ΜΕΖΑΝΑ), έναν οπλοποιό (EΤΟWΟKΟ), ένα φύλακα των ιερών δερμάτων (;) (DΙΡRERΑΡΟRΟ), έναν επιφορτισμένο στο άναμμα της φωτιάς με πολλούς βοηθούς, έναν υπο-επιστάτη (ΡΟRΟDUΜΑ). Πάνω από αυτούς, που θα ‘πρεπε να ξέρουν να γράφουν, γιατί έπαιρναν και διαβίβαζαν γραπτές διαταγές, υπήρχε ένας επίτροπος (KΟRΑΤE) και ένας πληρεξούσιος (ΡΟΡΟKΟREΤE) και, στις επαρχίες, ένας επαρχιακός επόπτης (ΑΤΟΜΟ) και ένας επαρχιακός διαχειριστής (DΑΜΟKΟRΟ).
Είναι φανερό πως οι τελευταίοι αυτοί αξιωματούχοι (QΑSΙRΕWΙΥΟΤΕ) διακρίνονται σε σχέση με τους προηγούμενους από τα φανταχτερά τους ρούχα και τα εμβλήματά τους, από τη μεγάλη ζωή που έκαναν και από την ίδια την τροφή τους. Ο επαρχιακός ελεγκτής, για να φέρουμε ένα παράδειγμα, έπαιρνε τη χορηγία του σε γουρούνια. Οι επίτροποι και οι έπαρχοι φορολογούνταν διαφορετικά την ημέρα που το Κράτος είχε επείγουσες ανάγκες από μέταλλο ή λινάρι. Ορισμένοι υπάλληλοι με μυστηριώδεις αρμοδιότητες είχαν το δικαίωμα να απαλλάσσουν από ορισμένα βάρη αυτούς που διοικούσαν. Όπως αυτός ο ESΑREU, ίσως κάποιος διαχειριστής, που τον έλεγαν Κεύποδα, ο οποίος εξαιρούσε διάφορες κοινότητες στα νοτιοδυτικά της Πύλου, από τη φορολογία σε λινάρι ή σε είδη από λινάρι. Ή ακόμη ο WΑΤEU, κάποιος ίσως εφοριακός πράκτορας, που ήταν επιφορτισμένος με τις μισθώσεις της γης. Άλλοι μετακινούνταν, όπως ο ΑKERΟ, ελληνικά άγγελος ή αγγελιαφόρος, που ήταν επιφορτισμένος να στέλνει επιστολές, και ο KΑRUKΑ, ή ιερός κήρυκας. Τι να πούμε, ωστόσο, για τον ΡΑDEΥ, τον ΡΑDΑWEΥ και για πολλούς άλλους, που ο όνομά τους δεν εμφανίζεται παρά μια ή δυο φορές συνολικά; Και μια που δεν βρίσκουν κάτι καλύτερο, τους μεταφράζουν σαν κύρια ονόματα, ενώ μπορεί να είναι, για παράδειγμα, όπως οι ΑΜΟΤERE και οιEREUΤERE επίτροποι, επιθεωρητές, πληρεξούσιοι και φοροεισπράκτορες.

ΖΩΓΡΑΦΟΙ

Στην καρδιά του παλατιού, στο βάθος μιας αυλής, πίσω από μια στοά, από έναν προθάλαμο και από μια δίφυλλη πόρτα, απλώνεται μια μεγάλη τετράγωνη αίθουσα, που η οροφή της συγκρατείται από τέσσερις κίονες. Συγκεντρώνονται κοντά στην κεντρική εστία για τα γεύματα, για τα συμπόσια, που συνοδεύονται από τραγούδια και αφηγήσεις, για τις δεξιώσεις. Είναι το μέγαρο. Εκεί μέσα απασχολείται πότε-πότε μια ομάδα διακοσμητών με τους βοηθούς τους, για την επισκευή των τοιχογραφιών. Μιλούν αυθαίρετα για νωπογραφίες, αλλά πρόκειται για μια ολότελα διαφορετική τεχνοτροπία. Πάνω στις εσωτερικές πλευρές του τοίχου έχουν απλώσει οι χτίστες μια στρώση από κιτρινωπή άργιλο ανακατεμένη με ψιλοκομμένο άχυρο για να βαστάξει καλύτερα. Από πάνω οι γυψοποιοί πέρασαν δύο ή τρεις, πολύ λεπτές αλλά του ίδιου πάχους στρώσεις μαρμαροκονίας. Λειαίνουν τη μαρμαροκονία αυτή με μεγάλη προσοχή με το μαρμαρένιο στίλβωτρο, και σε μερικά σημεία ακόμη και με το νύχι: δεν υπάρχει πια η παραμικρότερη γούβα, μια ανωμαλία, ένα χαλίκι. Και κατόπιν τα αφήνουν όλα να στεγνώσουν έναν ολόκληρο μήνα. Οι ζωγράφοι εργάζονται πάνω στην τελευταία επίστρωση, μια στεγνή και σκληρή επένδυση, την ΚΙRΙSΕWΕ, σύμφωνα με τη μέθοδο που τώρα ονομάζουν Α FRESCΟ SECCΟ. Μουσκεύουν κομμάτι, κομμάτι, ελαφρά με το σφουγγάρι την επιφάνεια που θα διακοσμήσουν και που θα τη βάψουν με το πινέλο και το καλάμι. Οι κοπανισμένες χρωστικές ουσίες, που τις διαλύουν μόνο μέσα σ’ ένα αρκετά ανοιχτόχρωμο ασβεστοπολτό, είναι βασικά οργανικές και ορυκτές ουσίες. Όταν το μαύρο δεν είναι από μελάνι σουπιάς, το φτιάχνουν από σκόνη καρβουνιασμένων οστών ή από καπνιά. Η ώχρα δίνει το κίτρινο και όταν την καίνε, διάφορες άλλες αποχρώσεις, που αρχίζουν από το καφέ και φτάνουν στο κοκκινόξανθο. Από τον αιματίτη βγάζουν τα διάφορα κόκκινα χρώματα, από το ροζ μέχρι το κρεμεζί. Το κιννάβαρι δίνει ένα χρώμα ροδαλό. Το μπλε και το πράσινο δεν είναι παρά οι σκόνες αυτές του αζουρίτη και του μαλαχίτη, των δύο αυτών ανθρακικών αλάτων του χαλκού, που συναντήσαμε και παραπάνω στην κατασκευή της υαλόμαζας, που οι κιβδηλοποιοί και οι ερασιτέχνες εξακολουθούν να ονομάζουν λαζούρι, εμαγιέ, σμάλτο ή νιέλλο. Το πιο σκούρο ή πιο ανοιχτό καφέ δεν είναι παρά ένα χώμα με μικρότερη ή μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε οξείδια του σιδήρου και του μαγγανίου. Είναι πολύ πιθανό, μα όχι και βέβαιο, ότι οι μυαλωμένοι αυτοί τεχνίτες είχαν προσέξει τις χρωματικές αρετές που έχουν τα κράματα του κοβαλτίου και του χρωμίου, δύο ορυκτών που τα βρίσκουμε σε πολλά ορυχεία της Κρήτης. Όπως κι αν έχει το πράγμα, ένα είναι σίγουρο: ότι έκαναν διάφορες αναμείξεις μέσα στα δοχεία τους.

 

Πηγή:

 

  • Αποσπάσματα απο το βιβλίο «Η καθημερινή ζωή στη Μυκηναϊκή εποχή» Εκδόσεις Παπαδήμα, που αναδημοσίευσε ο Οικονομικός Ταχυδρόμος σε ειδικό αφιέρωμα τον Μάρτιο του 1997.

Αρχαιολογικό Μουσείο Μυκηνών

 

 

Περιγραφή

 

Αρχαιολόγικο Μουσείο Μυκηνών

Αρχαιολογικό Μουσείο Μυκηνών

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Μυκηνών βρίσκεται εντός του αρχαιολογικού χώρου των Μυκηνών. Είναι διαμορφωμένο ώστε να εξυπηρετεί τόσο τη διαφύλαξη του υλικού που προέρχεται από τις ανασκαφές στην ακρόπολη των Μυκηνών, την άμεση περιοχή της και τον ευρύτερο περιβάλλοντα χώρο της, όσο και να λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος, για την ενημέρωση των επισκεπτών, συμπληρώνοντας την περιήγηση τους. Το μουσείο στεγάζεται σ΄ ένα σύγχρονο κτήριο, το οποίο ανεγέρθηκε στους πρόποδες του λόφου των Μυκηνών και σε άμεση γειτνίαση με την ακρόπολη. Κτίστηκε με τρόπο που να εξασφαλίζει άμεση επικοινωνία με τα αρχαία κατάλοιπα, τμήματα των οποίων είναι ορατά από τα μεγάλα παράθυρα του και που ο επισκέπτης συναντάει στην πορεία του από την είσοδο του αρχαιολογικού χώρου, όπου βρίσκεται το εκδοτήριο. Είναι κτισμένο σε τρία επίπεδα και καλύπτει μία συνολική επιφάνεια 2000 τ.μ. Μεγάλη έκταση του μουσείου είναι αφιερωμένη στη φύλαξη του αρχαιολογικού υλικού που προέρχεται από τις ανασκαφικές έρευνες που διεξάχθηκαν στο παρελθόν και συνεχίζονται στις μέρες μας. Ο εκθεσιακός χώρος καλύπτει περίπου το ένα τέταρτο της έκτασης του μουσείου. Διαμορφώθηκε στην ανατολική πτέρυγα του κτηρίου, σε δύο επίπεδα και περιλαμβάνει τρεις αίθουσες. Η κεντρική του είσοδος βρίσκεται στη νοτιοδυτική του πλευρά. Πριν φτάσει στο προαύλιο όπου και η είσοδος της έκθεσης, ο επισκέπτης συναντά το «θολωτό τάφο των Λεόντων. Η είσοδος οδηγεί σ΄ έναν ευρύχωρο προθάλαμο (165 τ.μ), στο κέντρο του οποίου έχει τοποθετηθεί μία μακέτα της ακρόπολης, ενώ πίνακες με κείμενα και εποπτικό υλικό παρουσιάζουν τις συνδεδεμένες με τις Μυκήνες, απεικονίσεις του χώρου από περιηγητές των περασμένων αιώνων, καθώς και το ιστορικό των ανασκαφών. Η επίσκεψη αρχίζει από την αίθουσα που επικοινωνεί με τον προθάλαμο στη δεξιά του πλευρά. Οι άλλες δύο αίθουσες βρίσκονται σε χαμηλότερο επίπεδο και επικοινωνούν με την πρώτη με διπλό επικλινή διάδρομο. Μετά απ’ αυτές ο επισκέπτης επιστρέφει στον προθάλαμο από άλλο επικλινή διάδρομο.Η έκθεση αναπτύσσεται σε τέσσερις αυτοτελείς ενότητες, ως επί το πλείστον σε μεγάλες περιμετρικές επιτοίχιες προθήκες. Οι δύο πρώτες αίθουσες του εκθεσιακού χώρου είναι αφιερωμένες η πρώτη στη ζωή των Μυκηναίων και η δεύτερη σε κατώτερο επίπεδο, στα ταφικά τους έθιμα. Στην πρώτη αίθουσα, που είναι και η μεγαλύτερη (150 τ.μ.), παρουσιάζονται εκθέματα από την πρώτη χρήση του χώρου ως το τέλος των προϊστορικών χρόνων, ανάλογα με τα κτιριακά συγκροτήματα, στα οποία βρέθηκαν. Στη δεύτερη αίθουσα (115 τ.μ.) παρουσιάζεται το υλικό που προέρχεται από τάφους, αρχίζοντας από τους Ταφικούς Κύκλους Α και Β και συνεχίζοντας με τα εκθέματα από τα διάσπαρτα νεκροταφεία των θαλαμωτών τάφων στην ευρύτερη περιοχή των Μυκηνών. Οι άλλες δύο ενότητες αποτελούν τα θέματα της τρίτης αίθουσας (115 τ.μ.) της έκθεσης. Η πρώτη αφορά στη χρήση του χώρου στις Μυκήνες κατά τους ιστορικούς χρόνους ενώ η δεύτερη και τελευταία είναι αφιερωμένη στις δραστηριότητες των Μυκηναίων, στις οποίες οφείλεται η μοναδικότητα του μυκηναϊκού πολιτισμού. Στις ευρύχωρες αποθήκες του μουσείου στεγάζεται επίσης υλικό που μεταφέρθηκε από το Μουσείο Ναυπλίου και το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Εξειδικευμένα εργαστήρια, κεραμικών και μετάλλινων αντικειμένων επιτρέπουν τη συντήρησή του υλικού επί τόπου ενώ υπάρχουν χώροι γραφείων και βιβλιοθήκη για τη διευκόλυνση των μελετητών, που ενασχολούνται με αυτό.

 

 

Ιστορικό

 

Αρχαιολογικὀ Μουσείο Μυκηνών

Αρχαιολογικὀ Μουσείο Μυκηνών

Η ιδέα της κατασκευής ενός μουσείου ενταγμένου στον Αρχαιολογικό Χώρο Μυκηνών οφείλεται στον αείμνηστο αρχαιολόγο Γιώργο Μυλωνά, της Αρχαιολογικής Εταιρείας.Οι εργασίες ανέγερσης του μουσειακού συγκροτήματος των Μυκηνών άρχισαν το 1985. Μία πρώτη φάση ολοκληρώθηκε έως το 1987 αφού προηγήθηκαν ανασκαφές. Οι εργασίες ανέγερσης του κτηρίου και διαμόρφωσης των εσωτερικών και εξωτερικών του χώρων περατώθηκαν το 1997. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε εκεί το ανασκαφικό υλικό που φυλασσόταν έως τότε σε μικρή αποθήκη στο χώρο. Μεταφέρθηκε επίσης στο Μουσείο, από το 1999 έως το 2002, το σύνολο του υλικού που στεγαζόταν στις αποθήκες ή την μόνιμη έκθεση του Αρχαιολογικού Μουσείου Ναυπλίου και μέρος του υλικού που υπήρχε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών. Η επιλογή της θέσης του μουσείου και η σύλληψη της κτιριακής του μορφής του προήλθαν από την ανάγκη να στεγαστεί το άφθονο υλικό των Μυκηνών και ταυτόχρονα να δημιουργηθεί έκθεση, ενημερωτικού και διδακτικού χαρακτήρα, στην οποία να παρουσιάζονται στο φυσικό τους τοπίο οι διαδοχικές περίοδοι χρήσης του χώρου και να προβάλλεται επί τόπου ο μυκηναϊκός πολιτισμός.  Το Μουσείο εγκαινιάστηκε στις 31 Ιουλίου 2003 από τον τότε Υπουργό Πολιτισμού, κ. Ευάγγελο Βενιζέλο. Το Σεπτέμβριο του 1999 η Ομάδα Εργασίας Μυκηνών, νυν Επιτροπή Μυκηνών, η οποία έγινε τότε αυτόνομη από την Ομάδα Εργασίας Συντήρησης και Στερέωσης Μνημείων Επιδαύρου (Ο.Ε.Σ.Μ.Ε.) ανέλαβε τις εργασίες για τη μόνιμη έκθεση του νέου μουσείου, με υπεύθυνη την κ. Ελισάβετ Σπαθάρη, Επίτιμη Διευθύντρια Αρχαιοτήτων, ενώ η οργάνωση και η λειτουργία του εντάχθηκαν στο Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για τα Μεγάλα Αρχαιολογικά Έργα (ΤΔΠΕΑΕ), με χρηματοδότηση από το Γ’ ΚΠΣ. Τον Απρίλιο του 2007, η Επιτροπή των Μυκηνών ανασυγκροτήθηκε και ανέλαβε το έργο για τη «Συντήρηση, στερέωση και ανάδειξη των Μνημείων Ακροπόλεως Μυκηνών και του ευρύτερου περιβάλλοντος χώρου». Η νέα αυτή Επιτροπή, τελεί τις εργασίες της υπό την προεδρία της κ. Ν. Σγουρίτσα και τη συμμετοχή των μελών κκ. Α. Νακάση, Α. Κόρκα, Ν. Μίνω, Ε. Παπάζογλου-Μανιουδάκη, Ε. Παλαιολόγου και Μ. Καρύδη-Βλασσοπούλου.

 

 

 

Εκθεσιακό υλικό

 

Το εκθεσιακό υλικό προέρχεται από τις Μυκήνες και τις θέσεις που έχουν ερευνηθεί στην ευρύτερη περιοχή και αντιπροσωπεύει όλες τις περιόδους χρήσης του χώρου από την αρχή της Εποχής του Χαλκού, γύρω στο 3000 π.Χ., έως και την ελληνιστική εποχή, τον 2ο αι. π.Χ. Το αποτελούν 2.500 εκθέματα, κυρίως πήλινα, αλλά και μετάλλινα, λίθινα, έργα μικροτεχνίας, χρυσοχοΐας, ελεφαντουργίας και τοιχογραφίες.

Το εκθεσιακό υλικό κατανέμεται σε τέσσερις αυτοτελείς ενότητες, δομημένες θεματικά και χρονικά. Οι δύο πρώτες αφορούν στην Εποχή του Χαλκού, με θέματα τη ζωή των Μυκηναίων και τη μεταθανάτια τους ζωή, η τρίτη, στη χρήση του χώρου κατά τους ιστορικούς χρόνους και η τέταρτη, στον Μυκηναϊκό πολιτισμό.


Τα εκθέματα συνοδεύονται από ανάλογο εποπτικό υλικό όπως πληροφοριακές πινακίδες, πινακίδες ταυτότητας των εκθεμάτων, χάρτες, σχέδια και αναπαραστάσεις. Το υλικό πλαισιώνει τα εκθέματα με τρόπο που ανταποκρίνεται στους σκοπούς της ενταγμένης στο φυσικό τοπίο των Μυκηνών έκθεσης, οι οποίοι είναι η ενημέρωση και η εκπαίδευση των επισκεπτών σχετικά με το χώρο και το μυκηναϊκό πολιτισμό.

 

Ενότητες της έκθεσης


Η ζωή των Μυκηναίων (πρώτη αίθουσα)

 

Στη πρώτη ενότητα παρουσιάζεται πρώτα η χρήση του χώρου συνοπτικά έως το τέλος της Μυκηναϊκής εποχής, μέσω της εξέλιξης της κεραμικής. Ακολουθούν τα σημαντικότερα αρχιτεκτονικά συγκροτήματα της Ακρόπολης, η πύλη των Λεόντων, η Σιταποθήκη, τα τείχη, το ανακτορικό συγκρότημα, το Θρησκευτικό Κέντρο, στο οποίο γίνεται ιδιαίτερη μνεία, καθώς και τα δέκα οικιακά μυκηναϊκά συγκροτήματα εκτός της Ακρόπολης.


Μεταθανάτια ζωή (δεύτερη αίθουσα)


Το υλικό της δεύτερης ενότητας προέρχεται από τον Ταφικό Κύκλο Β, του οποίου οι τάφοι παρουσιάζονται αναλυτικά σε προθήκες με ημικυκλική διάταξη, καθώς και από διάφορα νεκροταφεία θαλαμωτών τάφων της περιοχής, σε τοπογραφικές ενότητες. Αντίγραφα των σημαντικότερων κτερισμάτων αντιπροσωπεύουν τον Ταφικό Κύκλο Α. Τα εκθέματα της ενότητας παρουσιάζονται κατά χρονολογική σειρά.


Χρήση του χώρου κατά τους ιστορικούς χρόνους (τρίτη αίθουσα)


Το μισό της τρίτης αίθουσας είναι αφιερωμένο στην τρίτη ενότητα, με υλικό που προέρχεται από ταφικά κτερίσματα της υπομυκηναϊκής, γεωμετρικής, αρχαϊκής και ελληνιστικής εποχής, ιερά της αρχαϊκής και κλασικής εποχής όπως το Αγαμεμνόνειον και το ιερό του Ενυαλίου, και από κτιριακά συγκροτήματα της ελληνιστικής εποχής. Σε ξεχωριστή προθήκη παρουσιάζεται η συλλογή νομισμάτων των Μυκηνών.


Μυκηναϊκός πολιτισμός (τρίτη αίθουσα)

 
Ο υπόλοιπος χώρος είναι αφιερωμένος στη μοναδικότητα του Μυκηναϊκού πολιτισμού, με ενότητες που αφορούν στις βασικές δραστηριότητες των Μυκηναίων και στα επιτεύγματα του ανακτορικού συστήματος διακυβέρνησης, στη θρησκεία, το εμπόριο, τη διοίκηση, την τέχνη και την τεχνολογία.

 

Όλγα Ψυχογυιού, αρχαιολόγος

 

 Πηγές

Στρατώνες Καποδίστρια – Άργος

 

Οι στρατώνες κτίστηκαν αρχικά τη δεκαετία 1690 από τους Ενετούς και χρησίμευσαν ως νοσοκομείο, το οποίο διηύθυναν οι Αδελφοί του Ελέους. Οι Τούρκοι μετέτρεψαν το κτίσμα σε αγορά (μπεζεστένι) και κάθε Κυριακή γινόταν μεγάλο παζάρι από όλη την επαρχία. Επίσης, εκεί στεγάστηκε και το ταχυδρομείο (Μεντζή Χανέ). Γι’ αυτό και σε έγγραφα της επαναστατικής περιόδου (1828 ) το κτίριο αναφέρεται ως μπεζεστένιο ή μεντζίλιο. Κατά την επανάσταση το κτίριο υπέστη μεγάλη καταστροφή και σύμφωνα με μαρτυρίες ξένων περιηγητών είχε μεταβληθεί σε ερείπια. Ξανακτίστηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια (1828-1829 ) και λειτούργησε για πρώτη φορά ως στρατώνας ιππικού. Τότε προστέθηκε και τέταρτη πτέρυγα στη βόρεια πλευρά της μεγάλης αυλής (1830), η οποία σήμερα δεν υπάρχει. Την ανοικοδόμηση του κτιρίου είχε αναλάβει ο Ιθακήσιος αρχιτέκτονας Λάμπρος Ζαβός και την επιστασία στις εργασίες ασκούσε ο αξιωματικός μηχανικού Κ. Φωτάκης. Στο ισόγειο σταβλίζονταν τα άλογα, στον πρώτο όροφο ήταν οι θάλαμοι των στρατιωτών, ενώ στη βόρεια πτέρυγα στεγαζόταν το διοικητήριο και οι κοιτώνες των αξιωματικών. Φαίνεται όμως πως αυτή η πλευρά, που ήταν αξιολογότερη από αρχιτεκτονικής απόψεως, ανακατασκευάστηκε από τους Βαυαρούς (1833) λόγω πυρκαγιάς.

 

 

alphaline

Στρατώνες Καποδίστρια, στο τέλος της δεκαετίας 1920. αρχείο : alphaline

 

Η θλιβερή ιστορία των στρατώνων, που λίγο ακόμα και θα κατεδαφίζονταν πριν από λίγα χρόνια, αρχίζει από το 1845, όταν κάποιος «γεωμέτρης» θέλησε να οικοπεδοποιήσει τη μεγάλη αυλή και να πουλήσει τα οικόπεδα στους Αργείους. Παρά το γεγονός, πάλι, ότι κτίστηκαν για το στρατό, για μεγάλα χρονικά διαστήματα δεν υπήρχε στρατός στο Άργος. Υπάρχουν πολλά δημοσιεύματα στις τοπικές εφημερίδες, με τα οποία εκφράζονται παράπονα προς τις κυβερνήσεις και διατυπώνεται η άποψη ότι «οι Αξιωματικοί μας δεν θέλουν να μετασταθμεύσουν εις το Άργος, διά να μη χάσουν τα γλυκίσματα του ζαχαροπλαστείου Γιαννάκη, να μη χάσουν την μπύραν και την εκλεκτήν μαγειρικήν της Ήβης, διά να μη χάσουν τας λοιπάς απολαύσεις των ντελικάτων της πρωτευούσης».

 

Πράγματι, γύρω στο 1850 ο στρατός εγκαταλείπει το Άργος για πολλά χρόνια και μόλις το 1889 επανέρχεται κάποια μονάδα ιππικού για λίγο (1889-1890 και 1891-1892). Την επόμενη χρονιά (1893-94) οι στρατώνες μετατρέπονται σε σχολείο, επειδή η στέγη του καποδιστριακού σχολείου είχε καταρρεύσει. Το Μάιο 1899 έγιναν στους χώρους των στρατώνων τα εγκαίνια της πρώτης Πανελλήνιας Γεωργοκτηνοτροφικής έκθεσης παρουσία του βασιλιά Γεωργίου Α΄, γεγονός με πανελλήνια σημασία. Την περίοδο 1905- 1912 στέγασαν μονάδα πεζικού και στη συνέχεια Τούρκους αιχμαλώ τους των βαλκανικών πολέμων.

Το 1915 εγκαταστάθηκε και πάλι ιππικό μέχρι το 1920 περίπου και στη συνέχεια φιλοξενήθηκαν Μικρασιάτες πρόσφυγες. Την πενταετία 1927-1932 χρησιμοποιήθηκαν από τη Σχολή Έφιππης Χωροφυλακής. Τα επόμενα χρόνια (1932-1936) ο στρατός τους επισκευάζει και τότε ήταν που αντικαταστάθηκαν τα ξύλινα πατώματα του πρώτου ορόφου με τσιμέντo. Αλλά τότε κατεδαφίστηκε, δυστυχώς, η βορινή πτέρυγα, ύστερα από έκθεση κάποιου αξιωματικού του Μηχανικού και γι’ αυτό νοίκιασε ο στρατός το σπίτι του Γόρδωνος (1936).

Την ίδια χρονιά εγκαθίσταται μόνιμα το 6ο Σύνταγμα Πυροβολικού, το οποίο έλαβε μέρος στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο μαζί με πολλούς Αργείους. Κατά τη διάρκεια της κατοχής οι στρατώνες μετατράπηκαν σε άντρο ανακρίσεων και βασανισμών και ύστερα από πολλά χρόνια και για τελευταία φορά φιλοξενείται στρατός την περίοδο 1955-1968.

Το 1971 ο Δήμος Άργους τους αγόρασε από το Ταμείο Εθνικής Άμυνας σε πολύ προσιτή τιμή και η ιδέα της κατεδάφισης δεν άργησε να φανεί. Αυτό το θέμα απασχόλησε το Δήμο, τα Υπουργεία, διάφορους φορείς και το λαό του Άργους μέχρι το 1978, εξαιτίας της εμμονής του Δήμου κυρίως να κατεδαφίσει το μνημείο. Η κρισιμότερη στιγμή ήταν η 5η Μαρτίου 1977, όταν το Δημοτικό Συμβούλιο αποφασίζει την κατεδάφιση (απόφαση 48/1977). Ύστερα από δημοσιεύματα για τη διάσωση του μνημείου και τη δυναμική παρέμβαση της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ναυπλίου και του υπό ίδρυση τότε Πολιτιστικού Ομίλου Άργους και ύστερα από την επίσκεψη του τότε Υπουργού Πολιτισμού Γ. Πλυτά, οι στρατώνες κηρύσσονται διατηρητέοι.

 

Βιβλιογραφία

  •  Χαρίκλεια Γ. Δημακοπούλου, « Οι Ιστορικοί Στρατώνες του Άργους», Εν Αθήναις 1980. (Ανάτυπον εκ του περιοδικού ¨ ΒΩΜΟΙ¨ , τεύχος 54 – Μάρτιος – Απρίλιος 1980).  
  • Βασίλη Κ. Δωροβίνη, « Στρατώνες Καποδίστρια στο Άργος. Ιστορία και μια πολιτιστική Μάχη». Ανάτυπο από τα ¨Αρχιτεκτονικά Θέματα¨, τεύχος 13 – 1979.   
  •  Οδυσσέας Κουμαδωράκης. «Άργος τό πολυδίψιον». Εκδόσεις «Εκ Προοιμίου». Άργος 2007.

Κάστρο της Λάρισας


 

Το κάστρο έχει υψόμετρο 289 μ. Οικοδομήθηκε κατά τους προϊστορικούς χρόνους και είναι νεότερο από τις οχυρώσεις της Ασπίδος. Η βάση του σε ορισμένα σημεία έχει ογκόλιθους, που μας θυμίζουν τα κυκλώπεια τείχη. Τον 5ο και 6ο αι. οι Αργείοι επισκευάζουν και συμπληρώνουν το τείχος, ακολουθώντας τα παλαιότερα ίχνη. Σημαντικά τμήματα της εποχής εκείνης σώζονται στο βόρειο και δυτικό τμήμα.

Τον 10ο αι. μ.Χ. κτίστηκε το μεσαιωνικό κάστρο. Τον 13ο αι. το ανανέωσαν οι Φράγκοι, τον 15ο αι. το συμπλήρωσαν οι Ενετοί και αργότερα οι Τούρκοι έκαναν τις δικές τους προσθήκες. Όλοι όσοι το διαφέντεψαν, Έλληνες και μη, φρόντισαν ν’ αφήσουν τα ίχνη της οχυρωματικής τους τέχνης στο επιβλητικό μνημείο, που δεσπόζει στην πεδιάδα του Άργους.

Το κάστρο έχει δύο περιβόλους· τον εξωτερικό, μήκους200 μ., και τον εσωτερικό, μήκους 70 περίπου μέτρων. Στον εσωτερικό χώρο υπήρχε ναός του Λαρισαίου Διός και της Αθηνάς Πολιάδος (Παυσ. ΙΙ, 24,3). Επίσης, υπήρχε σταυρεπίστεγη εκκλησία του 12ου αι. Σώθηκε η κτητορική της επιγραφή με το όνομα του επισκόπου Νικήτα, η οποία φυλάσσεται στις αποθήκες του μουσείου Άργους. Για την κατασκευή της εκκλησίας χρησιμοποιήθηκε οικοδομικό υλικό της αρχαίας εποχής. Αλλά και σε πολλά ακόμη σημεία της τοιχοποιίας του κάστρου ο επισκέπτης μπορεί να διακρίνει ενσωματωμένα αρχιτεκτονικά μέλη.

 

Οι Πύργοι του φρουρίου Λάρισσα του Άργους – Πανοραμική άποψη της αργολικής πεδιάδας, χαλκογραφία. William Gell, 1810.

 

Το κάστρο συνδέθηκε ιστορικά με την επανάσταση του 1821. Όταν έφτασε στο Άργος η μεγάλη στρατιά του Δράμαλη, ο Κολοκοτρώνης έκρινε ότι έπρεπε οι Έλληνες να το καταλάβουν, για να απασχολήσουν τον εχθρό, που θα το πολιορκούσε, και να κερδίσουν πολύτιμο χρόνο. Ο Κολοκοτρώνης έστειλε αρχικά εκατό διαλεχτούς άνδρες, στους οποίους προστέθηκαν αργότερα κι άλλοι κι έγιναν επτακόσιοι. Αρχηγός τους ήταν ο Δημ. Υψηλάντης, ο οποίος έδωσε δείγμα της στρατηγικής του ικανότητας.

Οι Έλληνες κράτησαν το κάστρο μέχρι τις 24 Ιουλίου και κατόρθωσαν να διαφύγουν ύστερα από αντιπερισπασμό, που προκάλεσαν στον εχθρό οι Έλληνες του στρατοπέδου των Μύλων. Οι Έλληνες είχαν κατορθώσει να καθυστερήσουν τον εχθρό 15 περίπου μέρες, που ήταν πολύτιμος χρόνος για την οργάνωσή τους και την αποτελεσματική αντιμετώπιση του εχθρού στα Δερβενάκια μετά από δύο μέρες.

 

Το Κάστρο της Λάρισας από ψηλά. Αεροφωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Το κάστρο σήμερα, αν και είναι παραμελημένο, χρησιμοποιείται κατά διαστήματα για πολιτιστικές εκδηλώσεις. Κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο το 1992 (ΦΕΚ 28 Α/1922).

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Αρχοντικό Κωνσταντόπουλου


 

Κτίστηκε το 1912 από τον Αργείο μεγαλέμπορο Ηλία Κωνσταντόπουλο,* ο οποίος διατηρούσε αλευρόμυλους στον Πειραιά με τον αδελφό του Βασίλη και διακινούσε αλεύρι στο Άργος και σ’ όλη την Πελοπόννησο. Είναι έργο του Γερμανού αρχιτέκτονα Τσίλλερ,[1] ενώ ο θαυμάσιος εσωτερικός του διάκοσμος έργο Ιταλών καλλιτεχνών.

 

Αρχοντικό Ηλία Κωνσταντόπουλου, Δαναού 29. Γενική άποψη πριν την αποκατάσταση (Λήψη φωτογραφίας 1985).

 

Πρόκειται για διώροφο κτίσμα αρκετά ευρύχωρο – το εμβαδόν κάθε ορόφου είναι 285 τ.μ.– και φέρει όλα τα χαρακτηριστικά της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η είσοδος και ο εξώστης, που χρησιμεύει και ως βεράντα του πρώτου ορόφου και στηρίζεται σε δύο πεσσούς και δύο κίονες δωρικού ρυθμού.

 

Αρχοντικό Ηλία Κωνσταντόπουλου.

 

Ιδιαιτερότητα ακόμη παρουσιάζει η μαρμάρινη εσωτερική σκάλα, το προστώο στην κεντρική είσοδο, τα επιμελημένα σφυρήλατα κιγκλιδώματα, οι οροφογραφίες και ο περιβάλλων χώρος. Η επικάλυψη της στέγης είναι κεραμοσκεπής, με κεραμίδια βυζαντινού τύπου, η οποία απολήγει σε γείσο με γησίποδες, σταγόνες και τραβηχτές οριζόντιες ταινίες.

 

Στα σκαλιά του Αρχοντικού του Ηλία Κωνσταντόπουλου. Από το οικογενειακό αρχείο του κ. Σωτήρη Κοτσοβού, ο οποίος μας δίνει πληροφορίες για τα εικονιζόμενα πρόσωπα: «Στην πίσω σειρά από αριστερά είναι ο Τάκης Μπόμπος, βουλευτής – γερουσιαστής, δίπλα του η Νίτσα Κωνσταντοπούλου, κόρη του Ηλία που παντρεύτηκε στην Πάτρα τον μεγαλέμπορο Μουστάκη, δίπλα της η μητέρα της Κωστούλα Γεωρ. Τσαπούρη, συζ. του Ηλία Κωνσταντοπούλου (αδελφή του παππού μου) και στη πάνω άκρη δεξιά η Κατίνα Κωνσταντοπούλου συζ. του Τάκη Μπόμπου. Εμπρός αριστερά είναι ο Μίμης Κωνσταντόπουλος δικηγόρος, (ο τελευταίος επιζών στην μεταβίβαση του κτηρίου) οι άλλοι δύο δεν είναι της οικογένειας.

 

Στο αρχοντικό αυτό φιλοξενούνταν τα καλοκαίρια η μεγάλη ηθοποιός Κατίνα Παξινού, κόρη του Βασίλη Κωνσταντόπουλου. Επί κατοχής στέγασε τη Γερμανική διοίκηση και κλιμάκιο της Γκεστάπο. Μετά τον πόλεμο λειτούργησε ως νοσοκομείο και Γυμνάσιο Θηλέων και αργότερα χρησιμοποιήθηκε από τη Φιλαρμονική και τον Πολιτιστικό Όμιλο Άργους για τις εκδηλώσεις του. Το 1987 το αρχοντικό το απέκτησε η Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου (ΚΕΔ),[2] η οποία αποφάσισε να το παραχωρήσει στο Δήμο, με την προϋπόθεση να το αναπαλαιώσει και να το κάμει πνευματικό κέντρο.

Το Μέγαρο αναστηλώθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού, επί Δημαρχίας Δ. Παπανικολάου.   Λειτουργούσε αίθουσα πολλαπλών εκδηλώσεων, ενώ σε αίθουσές του είχε φυλαχθεί το αρχείο του Δήμου Άργους και στεγαζόταν βιβλιοθήκη.  Το 2010 στέγασε το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου.

Επί Δημαρχίας Δ. Καμπόσου, το 2012, αλλάζει η χρήση του και το κτίριο στεγάζει πλέον  την Ανώτερη Τουριστική Σχολή-ΣΑΕΚ Τουρισμού Πελοποννήσου, ενώ το αρχείο και η βιβλιοθήκη μετακόμισαν σε άγνωστη μέχρι σήμερα διεύθυνση.

 

[Σημ. Βιβλιοθήκης: Συμπληρωματικές πληροφορίες, για την οικογένεια Κωνσταντόπουλου και την Κατίνα Παξινού,  μας δίνει ο Δικηγόρος και Πρόεδρος του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός» κ. Σωτήρης Κωτσοβός, στενός συγγενής της οικογένειας. (Ο Ηλίας Κωνσταντόπουλος είχε νυμφευθεί την Κωστούλα Τσαπούρη αδελφή του παππού του).]

Το όνομα Κωνσταντόπουλος είναι εξελληνισμός του αρχικού επωνύμου τους, Κωνσταντίνοβιτς. Όνομα που υπάρχει και στον οικογενειακό τάφο τους στο κοιμητήριο της Παναγίας στο Άργος. Ήρθαν στην Ελλάδα οικογενειακά απ’ τον Καύκασο στα τέλη του 18ου αιώνα και εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά, φέρνοντας τότε αρκετά μεγάλα χρηματικά ποσά αλλά και χρυσό. Εξ αυτού στον Πειραιά αλλά και στο Άργος μεταγενέστερα το προσωνύμιό τους ήταν «Χρυσικός».

Απ’ αυτούς ο ένας γιος, ο Βασίλης ίδρυσε επιχείρηση εισαγόμενων σιτηρών από την Ρωσία και στη συνέχεια μετεξελίχθηκε και σε βιοτεχνία προϊόντων αλευρόμυλου που γιγαντώθηκε όμως σχετικά γρήγορα και έγιναν μια γνωστή πανελλήνια επιχείρηση με  τον τίτλο, «Μύλοι Κωνσταντόπουλου», αλλά και κοινωνικά μια ιδιαίτερα εξέχουσα  οικογένεια του Πειραιά. Ο Βασίλης απέκτησε επτά (7) παιδιά, μεταξύ αυτών και η Κατίνα (μετέπειτα Παξινού) αλλά και ο Λευτέρης, παππούς της ζωγράφου Μαρίας Ελευθερουδάκη-Τόλια που ζει στην Επίδαυρο.

Ο άλλος γιος ο Ηλίας, που επίσης ασχολήθηκε με εισαγωγή σιτηρών, ήλθε αρχικά απλά ως έμπορος στο Άργος και παντρεύτηκε εδώ την Αργεία Κωστούλα, κόρη του Γεωργίου Τσαπούρη, με την οποία απέκτησαν έξι παιδιά τον Δημήτρη, τον Βασίλη, τον Γιώργο (λογοτέχνη με το ψευδώνυμο «Δωρικός»), την Δέσποινα (Νίτσα), την Κατίνα και την Δήμητρα (Μιμή).

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 έκτισε το σπίτι του (Κωνσταντοπούλειο) στην  οδό Δαναού με σχέδια Τσίλλερ και στην οδό Τσώκρη το κατάστημα πώλησης σιτηρών – αλεύρων κ.λπ. (σημερινό Ernesto). Το σπίτι τους αυτό, χρησιμοποιήθηκε έκτοτε ως επιταγμένη έδρα της Ιταλικής στρατιωτικής δύναμης, στη συνέχεια ως Αγροτική Τράπεζα, ως Νοσοκομείο, ως Γυμνάσιο Θηλέων κ.λπ. και στεγάζει σήμερα την Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων. Παραχωρήθηκε την δεκαετία του ’90 από τους εν ζωή τότε ιδιοκτήτες του γιούς Δημήτρη, Βασίλη και Γεώργιο στην Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου η οποία και το παραχώρησε στον Δήμο Άργους για πολιτιστικούς σκοπούς. Το κατάστημά του πωλήθηκε λίγο μετά την Κατοχή σε ιδιώτη.

Οι σχέσεις των δύο αδελφών Βασίλη και Ηλία ήταν πάντα άριστες όχι μόνον επαγγελματικά, στην εμπορία σιτηρών /αλεύρων αλλά και οικογενειακά. Στο τεράστιο μάλιστα σπίτι του Ηλία στο Άργος έρχονταν πάντα τα καλοκαίρια τα παιδιά του Βασίλη και ιδίως η Κατίνα που ήταν και η αγαπημένη εξαδέλφη της εδώ Κατίνας του Ηλία, η οποία στην πορεία ήταν και η μόνη που έμεινε στο Άργος αφού παντρεύτηκε τον Βουλευτή αλλά και Γερουσιαστή Τάκη Μπόμπο. Όταν μάλιστα η Κατίνα Παξινού διέπρεπε ως ηθοποιός κάθε χρόνο έμενε στο σπίτι της Κατίνας Μπόμπου (επί της οδού Βασ. Σοφίας – ήδη ιδιοκτησία Μαρίκου) για μερικές μέρες πριν πάει στην Επίδαυρο για τις παραστάσεις της.

 

Υποσημειώσεις 


[1] Ο Ερν. Τσίλλερ (1837-1923) ήταν από τη Σαξονία. Ήλθε στην Αθήνα το 1861 ως αρχιτέκτονας της Ακαδημίας, έγινε καθηγητής του Πολυτεχνείου Αθηνών (1872-1882), έκτισε πολλά δημόσια και ιδιωτικά κτίρια στην Αθήνα και σ’ άλλες πόλεις, έκανε ανασκαφές στο θέατρο Διονύσου και αλλού και διετέλεσε Διευθυντής δημοσίων έργων επί κυβερνήσεως Χαρ. Τρικούπη. Πέθανε στην Αθήνα.

[2] Σημ. Βιβλιοθήκης: Μαρτυρία Σωτήρη Κοτσοβού: «Υπάρχουν και άλλες μη προβεβλημένες λεπτομέρειες της απόκτησης του κτιρίου αυτού από τον Δήμο. Η έντονη άρνηση των αδελφών Κωνσταντοπούλου να το μεταβιβάσουν στον Δήμο αλλά να το πουλήσουν στην ΑΤΕ. Στην ΑΤΕ ήταν μισθωμένο πριν την Κατοχή και με την εγκατάσταση του Γερμανικού αρχηγείου εκεί, η ΑΤΕ μετακόμισε στο σημερινό Ερνέστο επίσης ιδιοκτησίας των Κωνσταντοπουλων και τότε κατάστημα τους. Η πίεση όμως της οικογένειάς μου (πρώτοι εξάδελφοι της μητέρας μου) και εμού ως ανιψιού τους και δικηγόρου τους, αλλά και η συγκυρία της προεδρίας της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου από κάποιον κ. Αρτινό, γνωστό του τ. δημάρχου Δ. Παπανικολάου, πείσθηκαν και με ανταλλάγματα ακίνητα Αθηνών το μεταβίβασαν στην ΚΕΔ. Μάλιστα στην παράδοση του ακινήτου απ’ την ΚΕΔ στον Δήμο, θυμάμαι παρέστη τιμητικά και ιδιαίτερα συγκινημένος ο Δημήτρης Κωνσταντόπουλος, τελευταίος επιζών τότε των αδελφών. Αυτά που φαίνονται πλέον ως ιστορίες, τότε ήταν αγκάθια και όχι ρόδινες εξελίξεις.

 

Πηγή


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, Άργος το πολυδίψιον, Εκδόσεις «Εκ Προοιμίου», Άργος 2007.

Παλαμήδι – Κάστρο Παλαμηδίου


 

Παλαμήδι(ον) ή Παλαμήδειον: Ονομαστός ιστορικός λόφος στα ανατολικά του Ναυπλίου με ισχυρότατο φρουριακό συγκρότημα. Έχει ύψος 216 μ. και η ανάβαση γίνεται είτε από αμαξιτή οδό, που ξεκινάει από την Πρόνοια και φθάνει μέχρι την πύλη του, είτε από σκάλα με 999; πέτρινα σκαλοπάτια, που κατασκευάστηκε από τους Βαυαρούς του Όθωνος. Ο λόφος πήρε την ονομασία του από τον ήρωα του Τρωικού Πολέμου, το μυθικό Παλαμήδη, γιο του Ναυπλίου, ιδρυτή της Ναυπλίας, και της Κλυμένης (ή της Φιλύρας ή της Ησιόνης).
 

Κάστρο Παλαμηδίου

 
Το σημερινό φρούριο για πρώτη φορά οχυρώνεται από τους Ενετούς στη διάρκεια της Β΄ Ενετοκρατίας (1686-1715) με ένα τέλειο σύστημα συγχρονισμένης οχύρωσης. Το Παλαμήδι είναι ένα τυπικό φρούριο μπαρόκ, σε σχέδια των μηχανικών Giaxich και Lasalle. Ειδικότερα, πρώτος οχύρωσε συστηματικά (το 1687) το Παλαμήδι ο Φραγκίσκος Μοροζίνης (ο οποίος πέθανε στις 6 Ιανουαρίου 1694 στο Ναύπλιο και τάφηκε στη Βενετία), το έργο συνέχισε το 1690 ο Ιάκωβος Κορνέρ και τέλος το 1712 ο Ενετός προβλεπτής Αυγουστίνος Σαγρέδος ολοκλήρωσε το συγκρότημα και λάξευσε τη θολωτή κλίμακα επικοινωνίας με την πόλη. Στο λόφο υπήρχαν παλαιότερα (από το 13ο αιώνα) ελαφρές οχυρώσεις, και ακόμα μεγαλύτερες έγιναν μετά τη χρησιμοποίηση της πυρίτιδας το 1500.

 

karl krazeisen - Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Το φρουριακό συγκρότημα αποτελείται από 8 προμαχώνες, που καθένας τους περιβάλλεται από τείχος και, σε περίπτωση ανάγκης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνος του για άμυνα ή επίθεση. Τα ονόματά τους, αρχικά τούρκικα και μετά ελληνικά, είναι:

  •  Τζιδάρ Τάπια ή Προμαχώνας του Αγίου Ανδρέου ή Φρουραρχείον (επειδή εκεί ήταν το φρουραρχείο). Ο Ναός Αγίου Ανδρέα βρίσκεται μέσα στον ομώνυμο προμαχώνα. Στεγάζεται με ημικυλινδρικό θόλο και εισχωρεί κατά το ανατολικό μισό μέρος μέσα σε μία από τις καμάρες που στηρίζουν τον περίπατο των τειχών. Το ελεύθερο μέρος του είναι δίκλιτο.
  • Τάβελ Τάπια ή Φωκίων (κατ’ άλλους Φωκιανός).
  • Καρά Τάπια ή Θεμιστοκλής.
  • Μπαζιριάν Τάπια ή Μιλτιάδης (είναι ο ψηλότερος προμαχώνας, ύψους 22 μ., και έχει αποθήκες). Χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή του ήρωα της Επανάστασης Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.
  • Σεϊτάν Τάπια ή Επαμεινώνδας (κοντά του έχει εντειχιστεί λίθινη πλάκα με τα σύμβολα της τουρκικής κατακτήσεως).
  • Τομπράκ Τάπια ή Λεωνίδας.
  • Γιουρούς Τάπια ή Αχιλλεύς (είναι ο χαμηλότερος από όλους, ύψους 6μ. και ονομάστηκε Γιουρούς Τάπια γιατί από εκεί μπήκαν μετά από έφοδο, στα τούρκικα «γιουρούς», στο φρούριο οι Τούρκοι και το κατέλαβαν από τους Ενετούς το 1715· από τον ίδιο προμαχώνα μπήκαν το 1822 και οι Έλληνες και κατέλαβαν το Παλαμήδι).
  • Δενίζ Καπού ή Ρομπέρ (προς τιμήν του Γάλλου φιλέλληνα Φραγκίσκου Ρομπέρ που πέθανε το 1826 από τα τραύματά του κατά την πολιορκία της Ακροπόλεως των Αθηνών).

 

Προμαχώνας Μιλτιάδη, οι φυλακές βαρυποινιτών στο Παλαμήδι.

 

Η ιστορία του λόφου του Παλαμηδίου μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους Σταυροφόρους (1204) είναι αρκετά περιπετειώδης. Έως το 1205 ανήκε στον τοπικό άρχοντα Λέοντα Σγουρό. Ακολούθησε η Φραγκοκρατία (1205-1389), και η Α’  Ενετοκρατία (1389-1540). Το 1540 καταλήφθηκε από τους Τούρκους (Α’ Τουρκοκρατία, έως το 1686), κατόπιν πάλι από τους Βενετούς (Β’ Ενετοκρατία 1686-1715) για να ακολουθήσει η Β’ Τουρκοκρατία από το 1715 μέχρι το 1822. Τη νύκτα της 29/30 Νοεμβρίου 1822 ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος και ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης με 350 (ή κατ’ άλλους 280) επίλεκτα παλληκάρια απελευθέρωσαν το Παλαμήδι και την επομένη το πρωί, 30 Νοεμβρίου, εψάλη δοξολογία στον εκεί μικρό ναό του Αγίου Ανδρέου από το Γεώργιο (Βελλίνη), ιερέα του ναού του Αγίου Γεωργίου.

Το εκκλησάκι του Αγίου Ανδρέου κτίστηκε το 1712 από τον Αυγουστίνο Σαγρέδο και κάθε χρόνο στις 30 Νοεμβρίου, εορτή του τιμώμενου αγίου και επέτειο της απελευθερώσεως του Παλαμηδίου, τελείται εκεί δοξολογία και ακολουθεί η καθιερωμένη ομιλία. Το Παλαμήδι χρησιμοποιήθηκε αργότερα (μέχρι το 1916) ως φυλακές, και συγκεκριμένα ο προμαχώνας Μιλτιάδης για τους ισοβίτες ή θανατοποινίτες κατάδικους και οι λεγόμενες φυλακές του «Αγιαντρέα» ή «Κατάστημα» γι’ αυτούς που είχαν ελαφρότερες ποινές. Ένα μικρό πλάτωμα, το γνωστό ως «Αλωνάκι» χρησίμευε ως τόπος εκτελέσεων, ενώ οι δήμιοι, πρώην θανατοποινίτες, κατοικούσαν στο επιθαλάσσιο φρούριο, το Μπούρτζι. Στους πρόποδες του Παλαμηδίου, πάνω από την οδό Εικοστής Πέμπτης Μαρτίου, σώζεται ένας αιωνόβιος πλάτανος, που σκιάζει μία βενετσιάνικη κρήνη, την ονομαστή «Βρύση του Πλατάνου», από όπου τα ξημερώματα της πρωτοχρονιάς, οι κοπέλλες του Αναπλιού, ακολουθώντας την παράδοση, έπαιρναν το «αμίλητο νερό».

  

Πηγή


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.

 

Σχετικά θέματα: