Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Οι ιερείς και δημοδιδάσκαλοι Κρανιδίου Νικόλαος Δ. Σκλιάς και Αντώνιος Ιωαν. Στρίγκος


 

Νικόλαος Σκλιάς

Νικόλαος Δ. Σκλιάς: Ο Νικόλαος Δ. Σκλιάς φαίνεται να γεννήθηκε στο Κρανίδι λίγο πριν από την Επανάσταση, το 1819 ή το 1820. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στο σχολείο του Κρανιδίου που λειτουργούσε εκεί κατά τους επαναστατικούς χρόνους και συνέχισε στην Αλληλοδιδακτική Σχολή (Καποδιστριακή) του τόπου. Από κατάσταση του Ελληνικού Σχολείου Κρανιδίου του έτους 1857 βλέπουμε ότι ο Νικόλαος Σκλιας φοίτησε στην Α΄ τάξη του ανωτέρω σχολείου, ενώ συνέχισε στο Ελληνικό Σχολείο Αθηνών απ’ όπου έλαβε και το απολυτήριό του.

Στις 10 Ιουλίου 1858, σε ηλικία 39 ετών, χειροτονήθηκε κληρικός και τοποθετήθηκε εφημέριος του Ιερού Ναού της Σύναξης της Θεοτόκου (Πάνω Παναγία) στο Κρανίδι. Μετά τη χειροτονία του υπέβαλε αίτηση στον Επίσκοπο Ύδρας Νεόφυτο ζητώντας να του δοθεί η άδεια για να συνεχίσει τις σπουδές του στο Βασιλικό Διδασκαλείο. Έτσι έγινε δημοδιδάσκαλος και διορίστηκε το 1862 (ή το 1863) στο Αλληλοδιδακτικό Σχολείο Αρρένων (Καποδιστριακή Σχολή) Κρανιδίου. Υπηρέτησε ως δημοδιδάσκαλος πλέον των 35 χρόνων. Το 1896, όντας 75 χρόνων, το Εποπτικό Συμβούλιο Αργολίδας αποφάσισε να τον απαλλάξει «επειδή ένεκα της ηλικίας του δεν ημπορεί να ανταποκρίνεται εις τα καθήκοντά του».

Ως ιερέας ο Νικόλαος Σκλιάς διακρινόταν για τη σεμνότητα, τη φιλανθρωπία, την καλλιφωνία του αλλά και την επιβλητική και ιεροπρεπή φυσιογνωμία του.

    

Αντώνιος Στρίγκος

Αντώνιος Ιωαν. Στρίγκος (ο Παπαντώνης) (1832-1897): Ο Αντώνιος Ιωαν. Στρίγκος γεννήθηκε στις 22 Αυγούστου 1832 στο Κρανίδι. Ήταν, καθώς φαίνεται, ένα από τα παιδιά του Ιωάννη Νικολάου Στρίγκου, οπλαρχηγού της Επανάστασης, που με δικό του στρατιωτικό σώμα ακολούθησε τον Παπαρσένη και τον Δημ. Μερεμέτη στην κατάληψη του Ναυπλίου.

Σε ηλικία 34 χρόνων ο Αντώνιος Στρίγκος αποφάσισε να ακολουθήσει το ιερατικό στάδιο. Έτσι στις 28 Ιανουαρίου 1866 οι ενορίτες της εκκλησίας του Προδρόμου έστειλαν αναφορά στον Επίσκοπο Ύδρας Νεόφυτο ζητώντας την έγκριση χειροτονίας του υποψήφιου ιερέα Αντωνίου Ιωάν. Στρίγκου. Ο Επίσκοπος Ύδρας διαβίβασε το αίτημά τους στην Ιερά Σύνοδο, η οποία στις 5 Απριλίου 1866 εισηγήθηκε αρνητικά, επειδή ο προτεινόμενος δεν είχε απολυτήριο Ελληνικού Σχολείου. Τελικά, στις 29 Απριλίου 1866 η Ι. Σύνοδος επέτρεψε τη χειροτονία του Αντωνίου Στρίγκου σε διάκονο με την προϋπόθεση να φοιτήσει στο Ελληνικό Σχολείο, όπως κι έγινε. Αργότερα φοίτησε στο Διδασκαλείο και στις αρχές της 10/ετίας του 1870 διορίστηκε ως δημοδιδάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου.

Ήδη στα μέσα της 10/ετίας του 1870 ο αριθμός των μαθητών του σχολείου είχε αυξηθεί κατά πολύ και το κτήριο της Καποδιστριακής Σχολής δεν επαρκούσε για τη στέγαση των πεντακοσίων (500) και πλέον μαθητών του.

Με την παρέμβασή του τότε Υπουργού «επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως» Γεώργιου Ιωαν. Μίληση από το Κρανίδι (επί Κυβερνήσεως Αλέξανδρου Κουμουνδούρου) το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου χωρίστηκε σε δυο «σχολεία»· στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων, που στεγαζόταν στο κτήριο της Καποδιστριακής Σχολής και στο 2ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων, «το Παράρτημα», που στεγάστηκε σε χώρο που «ενοικιάσθη υπό του Δημοσίου» και βρισκόταν πίσω από τον Ι.Ν. της Μεταμόρφωσης.[1]

Είναι σκόπιμο να αναφέρουμε για ακόμη μία φορά πως επίσημα στοιχεία (Φ.Ε.Κ.) ίδρυσης 2ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων στο Κρανίδι εκείνους τους χρόνους δεν βρέθηκαν. Στη λειτουργία των δύο σχολείων, του 1ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου και του Παραρτήματος του 2ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου, θα αναφερθούμε σε επόμενα άρθρα.

 

Υποσημείωση


[1] Γεώργιος Π. Παρασκευόπουλος, «Ακτίνες και Νέφη», Αθήνα 1931.

 

Πηγή


  • Γενικά Αρχεία του Κράτους

 

Βιβλιογραφία


  1. Ησαΐας Αγγ. Ιωάννης, «Η ιστορία του Κρανιδίου….», Εκδ. Δήμος Ερμιονίδας, Αθήνα 2013.
  2. Σπετσιώτης Μ. Γιάννης – Ντεστάκου Δ. Τζένη, «Σχετικά άρθρα σε τοπικά ιστολόγια», Νοέμβριος 2019.

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου

 

Αμφίλοχος


 

Ο Αμφίλοχος ήταν μάντης και μυθικός βασιλιάς του Άργους, γιος του Αμφιάραου και της Εριφύλης.

Μαζί με τον αδελφό του Αλκμέωνα έλαβε μέρος στην εκστρατεία των «επιγόνων» κατά της Θήβας. Είχε προηγηθεί η εκστρατεία των «Επτά επί Θήβας», όταν ο Πολυνείκης, διεκδικώντας τον θρόνο των Θηβών από τον αδελφό του Ετεοκλή, κατέφυγε στο Άργος και ζήτησε βοήθεια από τον βασιλιά του Άργους Άδραστο. Έτσι οργανώθηκε η εκστρατεία των «Επτά επί Θήβας», στην οποία συμμετείχε ο Πολυνείκης και έξι ακόμη αρχηγοί, οι οποίοι δεν κατέλαβαν την πόλη, μια και τα δύο αδέρφια αλληλοσκοτώθηκαν σε μονομαχία μπροστά στα τείχη. Η εξουσία πέρασε τότε στον Κρέοντα. Ακολούθησε η εκστρατεία των γιων («των επιγόνων»), οι οποίοι κατέλαβαν και κατέστρεψαν την πόλη. Η εξουσία τότε πέρασε στο γιο του Πολυνείκη Θέρσανδρο. Σ’ αυτή την εκστρατεία έλαβε μέρος και ο Αμφίλοχος με τον αδελφό του Αλκμέωνα. Μετά το τέλος του πολέμου και με την προτροπή του Απόλλωνα βοήθησε τον αδελφό του Αλκμέωνα να φονεύσει τη μητέρα τους Εριφύλη, εξαιτίας της προδοσίας και της αστοργίας της προς τον σύζυγο και τα παιδιά της (Απολλόδ. 3, 7, 5).

 

Αμφίλοχος – Νόμισμα από τη Μαλλό της Κιλικίας, ρωμαϊκής περιόδου, περίπου 253-260 μ.Χ. Στη μια όψη απεικονίζεται ο Αμφίλοχος με χλαμύδα γύρω από το λαιμό και το αριστερό χέρι, κρατάει με το δεξί κλαδί δάφνης. Δεξιά του ένα αγριογούρουνο και αριστερά του ένας τρίποδας στον οποίο περιελίσσεται φίδι. Βοστόνη, Μουσείο Καλών Τεχνών.

 

Αμέσως μετά, και ως ένας από τους μνηστήρες της Ελένης, επομένως δεμένος με τον όρκο προς τον Τυνδάρεο να βοηθήσουν οι επίδοξοι μνηστήρες το ζευγάρι Ελένη – Μενέλαος σε κάποια δύσκολη στιγμή τους, πήρε μέρος στον Τρωικό πόλεμο, αν και δεν αναφέρεται στην Ιλιάδα.  Σαν μάντης προβλέπει την καταστροφή του Ελληνικού στόλου στον Καφηρέα (Κάβο Ντόρο,  ακρωτήριο της Εύβοιας).

Μετά την πτώση της Τροίας έμεινε με τον μάντη Κάλχα στην Μικρά Ασία και στη συνέχεια με το μάντη Μόψο και ίδρυσε την πόλη Μαλλό στην Κιλικία, πριν επιστρέψει στην πατρίδα του το Άργος. Στο Άργος η διαμονή του δεν ήταν ευχάριστη λόγο της καταστάσεως που είχε διαμορφωθεί σε βάρος του εξ αιτίας του φόνου της μητέρας του. Έτσι επέστρεψε στην Μαλλό, όπου βασίλευε ο Μόψος. Ο Αμφίλοχος διεκδίκησε την συμβασιλεία, την οποία ο Μόψος αρνήθηκε να παραχωρήσει, και γι’ αυτό, ακολούθησε μονομαχία μεταξύ Μόψου και Αμφίλοχου, κατά την οποία σκοτώθηκαν και οι δυο. Ετάφησαν κοντά στο όρος Μαργάσα κοντά στον ποταμό Πύραμο.

Σύμφωνα με άλλη παράδοση, ο Αμφίλοχος φονεύτηκε στην πόλη Σόλους  από τον Απόλλωνα πατέρα του Μόψου. Όταν ο Μ. Αλέξανδρος διήλθε εκείνα τα μέρη λέγεται ότι τέλεσε θυσία στον Αμφίλοχο, λόγω συγγενείας προς αυτόν,  γιατί και ο Αλέξανδρος κατήγετο  από τη γενεά του Τημένου.

Μια τρίτη εκδοχή αναφέρει ο Θουκυδίδης, σύμφωνα με τον οποίο, ο Αμφίλοχος επέστρεψε από την Τροία στο Άργος, αλλά η σε βάρος του κατάσταση εξ αιτίας του φόνου της μητέρας του, τον ανάγκασε να φύγει για την Ακαρνανία όπου και ίδρυσε το Άργος το Αμφιλοχιακό.

 

Άργος το Αμφιλοχικόν και Αμφιλοχίαν την άλλην έκτισε μεν μετά τα Τρωικά οίκαδε αναχωρήσας και ουκ αρεσκόμενος τη εν Άργει καταστάσει Αμφίλοχος  ο Αμφιάραω εν τω Αμπρακικώ κόλπω, ομώνυμον τη εαυτού πατρίδι Άργος ονομάσας… (Θουκ. 2, 68).

 

Ο Αμφίλοχος ήταν ο έβδομος βασιλιάς της συμβασιλείας της τρίτης γενιάς η οποία είχε γενάρχη τον Μελάμποδα. Μετά το θάνατο του Αμφίλοχου εξέλειψε η ένδοξη δυναστεία των Μελαμποδιδών και ανήλθαν στο θρόνο του Άργους οι Ατρείδες.

 

Πηγή


  • Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λύκαυγες – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.

 

Στοιχειά της καθημερινότητας από το Ναύπλιο της δεύτερης Βενετοκρατίας – Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Φραντσέσκο Μοροζίνι (Francesco Morosini, 1619- 1694). Χαρακτικό του 18 αιώνα, P. Coronelli.

Είναι γνωστό ότι ένα από τα πιο σημαντικά επεισόδια του πέμπτου βενετοτουρκικού πολέμου (1684-1699)[1] υπήρξε η ανακατάληψη της Αττικής, και ειδικό­τερα της Αθήνας, το 1687, από τα στρατεύματα του επικεφαλής του πολέμου, Βενετού Φραγκίσκου Μοροζίνι. Ωστόσο, η κατάσταση αυτή δεν επρόκειτο να διαρκέσει για μεγάλο διάστημα και η εκ νέου εγκατάλειψη της Αττικής και των γύρω από αυτήν περιοχών στα χέρια των Οθωμανών θα συντελεστεί αρκετά γρήγορα, εξαιτίας των μεγάλων δυσκολιών που αντιμετώπισαν οι δυτι­κές δυνάμεις.[2] Όμως, η αποχώρηση των Βενετών και ο εν συνεχεία περιορι­σμός τους αποκλειστικά στην ανακαταληφθείσα Πελοπόννησο (Regno di Morea) συμπαρέσυρε και πολλούς Έλληνες, κατοίκους της Αττικής και των γύρω περιοχών (Θήβα, Εύβοια), και ιδιαίτερα πολλούς κατοίκους της πόλης της Αθήνας· κάποιες πηγές, μάλιστα, υπολογίζουν τον αριθμό τους σε 6.000 ανθρώπους.[3]

Η υποστήριξη που είχαν παράσχει οι Αθηναίοι στους Βενετούς – είχαν συ­γκροτήσει ακόμα και ένοπλο στρατιωτικό τμήμα για την ενίσχυση των δυτικών δυνάμεων[4]– και ο φόβος για πιθανά βίαια αντίποινα εις βάρος τους εκ μέ­ρους των Οθωμανών, μαζί, βέβαια, με τη διευκόλυνση της μετοικεσίας αυτής εκ μέρους των Βενετών για λόγους ασφαλώς δημογραφικούς,[5] μπορεί να εξη­γήσει σε μεγάλο βαθμό την αιτία εξόδου των Αθηναίων από την πατρίδα τους.

Στο σημείο αυτό θέλω να προσθέσω και ένα άλλο στοιχείο, που ενδεχομέ­νως συμβάλλει στην κατανόηση της στάσης των Αθηναίων να συνδράμουν τον Μοροζίνι: πολλοί από τους Αθηναίους είχαν συγγενικά πρόσωπα στη Βενετία, όπου βρίσκουμε εγκατεστημένους Αθηναίους τουλάχιστον από τα μέσα του 17ου αι., ενώ υπήρχαν και πολλοί μετακινούμενοι μεταξύ Βενετίας και ελλαδικού χώρου, οι οποίοι ασκούσαν το εμπόριο. Τα πολλά κοινά ονόματα[6] που αντιστοιχούν σε μέλη της Ελληνικής Αδελφότητας της Βενετίας και σε κατοίκους της Αθήνας, καταδεικνύουν με σαφή τρόπο τη στενή συνάφεια μεταξύ των ανθρώπων αυτών, πολλούς από τους οποίους η βενετική εμπλοκή οδήγησε σε περιοχές του Μοριά, και κυρίως στο Ναύπλιο, κατά τη δεύτερη βενετοκρατία.

Είναι, λοιπόν, ακριβώς αυτή η συνάφεια των ανθρώπων που μας βοηθά να αντλήσουμε πολλές πληροφορίες για το βενετοκρατούμενο Ναύπλιο και την ενδοχώρα του, επειδή, όπως είναι ευνόητο, η σχέση και οι δοσοληψίες τους εξακολούθησαν να υφίστανται και μετά από την εναλλαγή του τόπου κατοι­κίας: από την Αττική, και κυρίως την Αθήνα, στην Πελοπόννησο, και κυρίως στο Ναύπλιο.

Φυσικά, οι πληροφορίες αυτές δεν αποτελούν συστηματικές και λεπτομε­ρείς αναφορές συνταγμένες από κρατικούς αξιωματούχους για να ενημερώ­σουν τις κεντρικές αρχές της Γαληνοτάτης για την κατάσταση των επαρχιών. Όμως, επειδή προέρχονται από ανθρώπους που ζουν τα γεγονότα από κοντά, δρώντας φυσικά μέσα στον στενό και άμεσο κύκλο των επαφών και των συμ­φερόντων τους, έχουν ιδιαίτερη σημασία και μπορούν να πλαισιώσουν τις επίσημες πηγές, οι οποίες δεν μπορεί παρά να προσεγγίζουν στο σύνολό τους τις καταστάσεις με γενικό τρόπο και να μην αποδίδουν τις λεπτομέρειες των άμεσα εμπλεκομένων.[7]

Οι πληροφορίες αυτές, λοιπόν, προέρχονται από δύο πηγές αλληλογρα­φίας, που έχουν ως τόπο αποστολής το Ναύπλιο και προορισμό τη Βενετία. Αποστολείς, από το Ναύπλιο, είναι ο Χριστόδουλος Λελέκος και ο Νικολός Θεοτόκης, και παραλήπτης, στη Βενετία, είναι πάντα ένας, ο Δημήτριος Πε­ρούλης.[8] Η αλληλογραφία καλύπτει την περίοδο από το 1708 έως το 1715. Έχουμε, ωστόσο και δύο παλαιότερα γράμματα του Θεοτόκη (1698 και 1705), ενώ ο Χρ. Λελέκος θα εξακολουθήσει να στέλνει γράμματα στη Βενετία και μετά από την πτώση του Ναυπλίου, φυσικά από άλλους τόπους και υπό άλλη ιδιότητα.[9]

Ο Νικολός Θεοτόκης,[10] αθηναϊκής καταγωγής, εξάδελφος του Δ. Περού­λη, με εξαμελή οικογένεια, είναι ένας από τους μικροεμπόρους του Μοριά, που προμηθεύουν τον Δ. Περούλη με προϊόντα, στη γνωστή γραμμή της εμπορι­κής δραστηριότητας με αποστολή πρώτων υλών στη Βενετία και εισαγωγή από εκεί προϊόντων της βενετσιάνικης βιοτεχνίας και διάθεσή τους στον ελλαδικό χώρο. Ο Ν. Θεοτόκης καταθέτει στα γράμματά του εμπορικές πράξεις, εκτιμήσεις δοσοληψιών, εκτιμήσεις για την παραγωγή ορισμένων προϊόντων (κυρίως μεταξιού), διαπιστώσεις για την οικονομική κατάσταση στον Μοριά και τα πιθανά κέρδη, εκκλήσεις για επικερδή διάθεση των προϊόντων που στέλνει στη Βενετία, και βέβαια προσωπικά/οικογενειακά συμβάντα. Είχε στείλει τους δύο γιους του (Κωνσταντή και Αδριανό) στη Βενετία, τον πρώτο το 1708 – για να μάθει κοντά στον Περούλη τα του εμπορίου – και τον δεύτε­ρο λίγο πριν από την εισβολή των Τούρκων, ενώ ο ίδιος αιχμαλωτίστηκε με την πτώση του Ναυπλίου και απελευθερώθηκε με την καταβολή λύτρων (βλ. παρακάτω).

Ο άλλος επιστολογράφος μας, ο Ηπειρώτης Χριστόδουλος (Χρίστος) Λελέκος,[11] ήταν από μικρός παραγιός των Περούληδων στην Αθήνα και εν συνε­χεία, ακολουθώντας την πορεία των αφεντικών του, θα βρεθεί στο Ναύπλιο, όπου έγινε, θα λέγαμε, οικονομικός διαχειριστής της οικογένειας. Με άλλα λόγια, βρέθηκε να εξυπηρετεί τα νέα συμφέροντα των αφεντικών του στον Μοριά, δηλαδή αυτά που προέκυψαν από την απόδοση σε εκείνους – όπως και σε πολλούς άλλους εποίκους – κτημάτων στην ενδοχώρα του Ναυπλίου. Ο Χρ. Λελέκος στην πραγματικότητα βρίσκεται στη δούλεψη αρκετών προσώ­πων της οικογένειας Περούλη του Μοριά (γυναίκες, νύφες, γαμπροί, παιδιά), συνολικά υπηρετεί περίπου 20 άτομα. Ανάμεσα στα άτομα αυτά ουσιαστικά δεν υπάρχει υπεύθυνο ενήλικο αρσενικό πρόσωπο με το όνομα Περούλης, επειδή ο Δ. Περούλης – που θα μπορούσε να έχει αυτόν τον ρόλο – βρίσκεται μόνιμα εγκατεστημένος στη Βενετία, ενώ ο πατέρας του, ο γιατρός Σπυρί­δωνας που είναι ένας από τους επικεφαλής των εποίκων Αθηναίων, κινείται συνεχώς μεταξύ Μοριά και Βενετίας, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ανταποκριθεί με συνέπεια στον ρόλο αυτό.

Σε αυτές τις συνθήκες ο Χρ. Λελέκος, πέρα από την επίβλεψη των αγρο­τικών εργασιών, την επιμέλεια της καλλιέργειας των κτημάτων και τη διά­θεση των προϊόντων που αυτά αποδίδουν, αναδεικνύεται και ως ένας οιονεί διαμεσολαβητής ανάμεσα στους Περούληδες του Ναυπλίου και εκείνων της Βενετίας, έχοντας αποκτήσει την εμπιστοσύνη και των δύο μερών. Από την αλληλογραφία του, εξάλλου, φαίνεται καθαρά ότι επιχειρεί να ισορροπήσει τις προσωπικές/οικογενειακές αντιθέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας, κοινοποιώντας στον Δ. Περούλη τα πεπραγμένα του, οικονομικά και ενδοοικογενειακά. Αυτό, ωστόσο, ενέχει και υψηλό ρίσκο, που θα αποτυπωθεί, άλλωστε, στη μετά την πτώση του Ναυπλίου διένεξή του με τον Δ. Περούλη ως προς τα υψηλά έξοδα που παρουσιάζει ότι έχουν γίνει για τη συντήρηση της οικογένειας του Ναυπλίου, διένεξη που τελικά θα καταλήξει στα βενετικά δικαστήρια και εξαιτίας της οποίας διασώθηκε και η εν λόγω αλληλογραφία.[12]

Αιχμάλωτος και ο Χρ. Λελέκος των Τούρκων, μετά την πτώση του Ναυπλίου, εξαγόρασε την ελευθερία του και, ακολουθώντας τα τουρκικά στρατεύματα στην πορεία τους προς τη Χίο και τη Σμύρνη, απελευθέρωσε πολλά μέλη της οικογένειας Περούλη με την καταβολή λύτρων. Σημειώνω ότι μεταξύ του Ν. Θεοτόκη και του Χρ. Λελέκου, δηλαδή της αλληλογραφίας τους, υπάρχει μικρή επικάλυψη και αναφορές του ενός στα πεπραγμένα του άλλου, καθώς εξυπηρετούν και εξαρτώνται από κοινό πρόσωπο.

Όπως ανέφερα ήδη, τα στοιχεία που καταγράφονται σε αυτά τα περίπου 50 γράμματα,[13] είναι πολλά και γι’ αυτό στη μελέτη αυτή θα αναφερθώ υπο­χρεωτικά σε λίγα, στα πιο ενδιαφέροντα, κατά τη γνώμη μου, και πάντως με περιγραφικό και όχι αναλυτικό τρόπο, επιδιώκοντας απλώς να προϊδεάσω τον αναγνώστη για το σύνολο της αλληλογραφίας. Έχω πάντως την εντύπωση ότι είναι από τις λίγες φορές – δεδομένου ότι πηγές αυτού του τύπου και για την περίοδο αυτή είναι λίγες – που μέσω των γραμμάτων του Χρ. Λελέκου, πέρα από τις όποιες πληροφορίες αφορούν τις διαπροσωπικές σχέσεις των ατόμων, μπορούμε να αντλήσουμε στοιχεία για τη φύση και την τύχη της κτηματικής περιουσίας που παραχωρήθηκε στους Αθηναίους εποίκους από το βενετικό δημόσιο.

Έτσι, διαπιστώνουμε τη χρησιμοποίηση ντόπιων εργατών (κολίγων) αλλά ενίοτε και στρατιωτών της φρουράς του Ναυπλίου· τα χωράφια καλλιεργού­νται συστηματικά και αποδίδουν κυρίως σιτάρι, κριθάρι, κουκιά, σταφύλια, βαμβάκι και κρασί, σε ποσότητες οι οποίες – όσον αφορά κυρίως το σιτάρι και το κρασί – είναι τέτοιες που, μετά την καταβολή της δεκάτης και όσων διατίθενται για αυτοκατανάλωση, επιτρέπουν την εμπορευματοποίησή τους.

Οι αναφορές σε ποσότητες σιταριού που, εκχρηματιζόμενες, φορτώνονται σε βενετσιάνικα και γενοβέζικα πλοία είναι συχνές.14

Εκτός όμως από την εκμετάλλευση των υπαρχουσών καλλιεργήσιμων γαιών στην ενδοχώρα του Ναυπλίου, υπάρχουν συνεχείς αναφορές σε εκχερ­σώσεις και μετατροπές σε καλλιεργήσιμη γη νέων εδαφών που βρίσκονται σε βαλτώδεις περιοχές, και μάλιστα με εντατικό τρόπο. Ίσως, μάλιστα, το γεγονός αυτό αποτελεί και ένδειξη του προβλήματος που υπήρχε στην Πελο­πόννησο, δηλαδή της έλλειψης εργατικών χεριών, το οποίο οι Βενετοί προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν διευκολύνοντας την εγκατάσταση εποίκων από την Αττική και τις γύρω από αυτήν περιοχές. Το ενδιαφέρον είναι ότι πολλές φορές υπάρχει πίεση για εκχερσώσεις και από τον Δ. Περούλη της Βενετίας, απόδειξη ότι η παραχώρηση των κτημάτων δεν συντελούσε απλώς στην απο­κατάσταση των εποίκων αλλά αποσκοπούσε σε ουσιαστική παραγωγική εκ­μετάλλευση, όπως μαρτυρεί και η παρακάτω χαρακτηριστική αναφορά του Χρ. Λελέκου:15

 

αν ροτάς διά τά υποστατικά, με χάρης Θεού καλλά έπίγαν κατά τον κερόν όπου έκαμε, και έχω διά πούλισην στάρη πινάκεια[14] [15] [16] [17] 300 και χόρια κουκιά- άλλα 50, και κριθάρη. εις το αμπέλη ήρθαν και μου έδοσαν πρότον λόγον ρηάλια17 – 500, εγώ τους εγίρεψα ριάλια 750.

 

Στις εκμεταλλεύσεις αυτές εντάσσεται και η λειτουργία υδρομύλων, αποκλει­στικά εξαρτώμενων, όπως και οι καλλιέργειες, από τις βροχοπτώσεις, με τις οποίες ενισχύονταν τα νερά των τοπικών χειμάρρων, ώστε να λειτουργεί άρ­τια το σύστημα άλεσης των σιτηρών.

Από τις καλλιέργειες αυτές, δηλαδή από τη διάθεση των προϊόντων που ανέφερα, φαίνεται ότι εισπράττονταν ικανοποιητικά ποσά, τα οποία χρησι­μοποιούνταν για την εξυπηρέτηση εμπορικών συναλλαγών, σύμφωνα με τις εντολές που δίνονταν από τη Βενετία. Εξάλλου, είναι πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι μικρές εμπορικές συναλλαγές βρίσκει τη δυνατότητα να ασκεί και ο παραγιός Χρ. Λελέκος (γνωρίζουμε αρκετές παραγγελίες του σε βιοτεχνικά προϊόντα[18]), ενώ η παρέμβαση του Ν. Θεοτόκη είναι ακριβώς αυτή, δηλαδή η αποστολή προϊόντων (κυρίως μεταξιού) στη Βενετία, η πώλησή τους, η αγο­ρά κατόπιν βιοτεχνικών προϊόντων (κυρίως υφασμάτων) και η διάθεσή τους στην Πελοπόννησο, όπως ήδη έχω αναφέρει.

Ο Χρ. Λελέκος όμως είναι ένας πολύ διορατικός στα οικονομικά, είναι ο παραγιός που συνεχώς εντοπίζει πιθανές πηγές κέρδους. Έτσι, είναι συνε­χής η πίεσή του προς τον Δ. Περούλη να μεριμνήσει για την ενοικίαση της δεκάτης, καθώς στο μυαλό του αυτό είναι μια δραστηριότητα που μπορεί να αποφέρει σημαντικά έσοδα, και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερο κόπο:

 

τόρα της γράφω διά την δεκατία[19]όπου βλέπο και δεν την εκόφτη και διά να την εκονφερμάρη, να την εχομε διά πάντα, και αν την εκουφερμάρη είναι ένα μέριτο καλλό όπου θέλη να μας δίδη τον χρόνον διάφορο ρηάλια -100 χορής καμίαν έξοδο.[20]

 

Ασφαλώς πρόκειται για δεκάτη τοπικής εμβέλειας, η λειτουργία της οποίας αξί­ζει να διευκρινιστεί, αλλά, κατά πάσα πιθανότητα, αναφέρεται στην περιοχή όπου υπάρχουν και οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις των Περούληδων.

Όπως ήδη ανέφερα, η εξάρτηση της απόδοσης των καλλιεργειών από τις καιρικές συνθήκες, δηλαδή στην ουσία από τις ικανές και στην κατάλληλη εποχή βροχές (αλλά και από την ακρίδα που ενδημούσε στην περιοχή), είναι καθοριστική και νά πώς την αποδίδει ο Χρ. Λελέκος στα γράμματά του:[21]

 

σας δίδω ήδισην πος φέτος έχη να γένη μεγάλην πίνα με το να μην έβρεξαι ο απρίλης ολότελα, και έως την σίμερον δεν την ήδαμαι την βροχή, μερικά στάρηα όπου ήχαν σπαρμένα εκαήκαν ολότελα, όπου δεν θερίζουν αλλά μήτε βάνουν δρεπάνει, μόνον ο θεός να κάμη ένα έλεος εις τον κόσμο του. Την σιμερον πιγένη το στάρη δέκα τέσεραις λίτρες[22] το πεινάκη και δεν το εβρίσκουν. Εις το παζάρη ος το μεσιμέρη είναι ψομή και από το μεσημέρη και ήστερα δεν ευρίσκεται.

 

Ένα δεύτερο ενδιαφέρον στοιχείο που αποτυπώνεται στην αλληλογραφία, είναι η έλλειψη καλών ακινήτων (κτηρίων) στο Ναύπλιο και το ενδιαφέρον του Δ. Περούλη να αποκτήσει σπίτια[23] [24] [25] [26] [27] [28] και εργαστήρια.24 Γνωρίζουμε ότι έχει στην κατοχή του ένα καλό σπίτι, το οποίο νοίκιαζε σε Δομινικανούς25 μονα­χούς επί δύο έτη και μετά δέχθηκε πίεση για να το ενοικιάσει σε Βενετσιάνους αξιωματούχους,26 δηλωτικό της έλλειψης κτηρίων που πριν ανέφερα. Πέρα από αυτά, οι ανταποκριτές του τον πληροφορούσαν συνεχώς για την κατά­σταση διάφορων σπιτιών που ενδιαφερόταν να αγοράσει. Χαρακτηριστική είναι η ακόλουθη περιγραφή ενός από τους ανταποκριτές του Δ. Περούλη:27

 

διά το σπήτη όπου μου γράφη διά να της γράψο αν έχη κομοδα,28 εκείνο του ρ Θεοτόκη[29] άλλο δεν έχη παρά εις τον κάτου πάτω έχη μία κάμαρα μηκρή και την κουζήνα, εις τον απάνου πάτω έχη δίο καμαροπούλες και το πόρτιγω[30] με το σαγνισήνη[31] όπου είναι εις τα κεραμήδια του τζοκάκη, μόνον να κάμης αν είναι μοδος[32] να πάρης τον αρχόντων τον κοθονέον,[33] όπου κάθεται ο μέλλος,[34] και αν το πάρης κάνης ένα παλάτην ό[που] να μην εί­ναι άλλο δευτερό του εις το αναύπλη και τέσερα αργαστίρηα εις το πάζάρη, όπου λέμε δίο όπου είναι τα δηκά μας και δίο του ροήδη και να πέρνης τον χρόνον από τα νίκηα ρηάλια -200.

 

Πολύ πιθανόν να βρισκόμαστε μπροστά στην περίπτωση εκμετάλλευσης ακι­νήτων, τάση που θα εκδηλωθεί με ένταση εκ μέρους του Δ. Περούλη λίγο αργό­τερα, αλλά προς άλλες, πιο ασφαλείς και βέβαια πιο προσιτές κατευθύνσεις.[35] [36]

Ένα άλλο στοιχείο που αξίζει να αναφέρω και εμφανίζεται στα γράμματα του Ν. Θεοτόκη σαφέστατα, είναι ότι κατά τις εμπορικές συναλλαγές, δηλαδή από τη διάθεση του μεταξιού, κυρίως, στην πιάτσα της Βενετίας, δεν επιθυμεί την αποστολή χρημάτων αλλά την επένδυσή τους στην αγορά βιοτεχνικών προ­ϊόντων. Αυτό αποτελεί, βέβαια, συνήθη πρακτική, όπως γνωρίζουμε και από τη συμπεριφορά και άλλων εμπόρων της περιόδου αυτής. Ωστόσο, πολλές φορές η πρακτική αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι κατά τη μετατροπή των νομισμάτων στην αγορά του Ναυπλίου ο Ν. Θεοτόκης διαπιστώνει ότι χάνει – επειδή και το λάντζο της μονέδας καλάρη πολύ36-, γι’ αυτό αναζητεί ισόπο­σης αξίας βιοτεχνικά προϊόντα (κυρίως υφάσματα) ή ακόμα και χρυσάφι, το οποίο, μάλιστα, συνιστά να στέλνεται με τον καπετάνιο τού εκάστοτε πλοίου και να επιδίδεται χέρι με χέρι, επειδή το Τελωνείο του Ναυπλίου επιβάλλει υψηλούς δασμούς: να μην το ιδούνε εδώ οι ντουανιέροι, επειδή παίρνουνε εις το χρυσάφι ντάκιο.[37]

Στη γραμμή αυτή και μέσα από τις παραγγελίες βενετσιάνικων βιοτεχνι­κών προϊόντων γίνεται έκδηλα φανερό ότι η τοπική αγορά είναι απόλυτα εξαρ­τημένη και από τις εισαγωγές προϊόντων, που, πέρα από τα αναμενόμενα (υφά­σματα, γυαλικά, βιβλία, ρούχα κτλ.) και τα σπανιότερα (κονιδολόγοι,[38] ρο­δοζάχαρη διά το βλάψιμο) ή προϊόντα ειδικώς επιζητούμενα (πιστόλι και του­φέκι ειδικών προδιαγραφών, ή να μου στίλης ένα καπελάκη χρυσό με τα πτερά διά το πεδή του ρ μάβροιωάνη όπου το έχω βαπτησμένο[39]), έχει ανάγκες και σε φτυάρια, σακούλες για το αλεύρι, παλάντζες για το ζύγισμα κτλ., δηλωτικά της σχεδόν παντελούς έλλειψης επιτόπιας βιοτεχνίας.

Δεν μπορώ να επεκταθώ σε περαιτέρω στοιχεία, τα οποία και πολλά είναι και άλλου τύπου πραγμάτευση απαιτούν. Θα καταλήξω εδώ στη διαπίστωση ότι κάποια στιγμή, όσο πλησιάζουμε προς το τέλος, εκδηλώνεται ο φόβος του τουρκικού κινδύνου, ο οποίος προσδιορίζει τις πράξεις και τις σκέψεις των ανθρώπων.

Όπως γνωρίζουμε, οι απειλητικές διαθέσεις των Τούρκων είχαν γίνει εμφανείς τουλάχιστον ένα χρόνο πριν από την πτώση του Ναυπλίου, πράγμα που αποτυπώνεται και στην αλληλογραφία μας. Θα αναφέρω ορισμέ­να στοιχεία: στα έξοδα του Χρ. Λελέκου καταγράφονται δόσεις για την άμ­μο του Παλαμηδίου, πράγμα που μάλλον σημαίνει επισκευές στο φρουριακό συγκρότημα, καταγράφονται κινήσεις ιππικού (δραγόνοι) στον κάμπο και τάισμα των αλόγων τους με τα σπαρμένα κριθάρια, καταγράφονται υποχρεωτι­κοί δανεισμοί εκ μέρους των Βενετών εις βάρος πλούσιων Ελλήνων, κινήσεις της αρμάδας και διάσπαρτες φήμες για επικείμενη βοήθεια ή επικείμενο ρωσοτουρκικό πόλεμο. Όπως έχει δείξει σε παλαιότερη εργασία της η συνάδελ­φος Ευτυχία Λιάτα,[40] ο φόβος για το επικείμενο κακό πολλές φορές είναι εισαγόμενος, δηλαδή πρώτα τον αισθάνονται εντονότερο οι άνθρωποι που είναι εκτός του Μοριά αλλά κοντά σε κέντρα πληροφοριών.

Ένας από αυτούς τον βιώνουν, είναι και ο Σπυρίδων Περούλης, σπουδασμένος γιατρός στην Πάδοβα, πατέρας του Δημητρίου, που κινείται συνεχώς μεταξύ Μοριά και Βενετίας. Ήδη από τα τέλη του 1713 – αρχές 1714 ο Χρ. Λελέκος παρατηρεί την έντονη ανησυχία του Σπ. Περούλη, όταν αυτός βρισκόταν στο Ναύπλιο, και το επισημαίνει στον γιο του: τον αυθέντη μου το πατέρα της πάλην του εμπίκε ένας σιλογισμός πολής διά τους τούρκους, οπού μάρτις μου ο Θεός, όλη νήκτα δεν έκλη το μάτι του, πεύτη σικόνεται με το ήδιον σιλογισμόν.

 Όπως γνωρίζουμε, ο συλλογισμός του Σπ. Περούλη σε λίγο καιρό θα εξε­λιχθεί σε κίνδυνο προ των πυλών και τότε στην αλληλογραφία μας θα απο­τυπωθούν προσπάθειες διαφυγής από τον κλοιό που αρχίζουν να στήνουν οι Τούρκοι, οι οποίες άλλοτε επιτυγχάνουν και άλλοτε αποτυγχάνουν. Πάντως, στην αλληλογραφία καταγράφονται σκέψεις μεταφοράς των γυναικοπαίδων διά ξηράς είτε στην Πάτρα και από εκεί στην Κέρκυρα, είτε στη Μονεμβασία· επίσης, προσπάθειες αποστολής χρημάτων, ασημικών, πολύτιμων σκευών και προϊόντων έξω από τη ζώνη κινδύνου, με αποτέλεσμα να τιναχθούν στα ύψη οι ναύλοι και οι ασφαλίσεις. Και πέρα από όλα αυτά, η συγκέντρωση ανθρώ­πων και προϊόντων στο Ναύπλιο, που θεωρείται το πλέον ασφαλές καταφύ­γιο, με αποτέλεσμα το κατρακύλισμα των τιμών, στοιχεία που αποτυπώνονται με τον εξής τρόπο στο γράμμα του Χρ. Λελέκου:

 

φέτος με την χάρην του θεού είναι εις όλα τα πράγματα τόση ευτιχία όπου δεν το θημόντε άλλον χρόνον, το τερή πιγένη ασπρόλιτρο, τα κεφάλια όπου είναι αλατισμένα, τρία σολδία την λίτρα, το μαλή το δίδουν το καντάρι 15 λίτρες και 13, όσο θέλη κανής να μαζόξη, το κρασί – 40 γαζέταις η μπότζα, διατί σαν εγρικήσαν ετούτο τον φόβον το εκουβαλίσαν όλο επά μέσα όλο της τροπολιτζάς και του άργους και τρίκαλα και ακόμη και από το μηστρά εφέραν κρασή.[41]

 

Θα ακολουθήσει η πτώση του Ναυπλίου (9 Ιουλίου 1715) και η προσωρι­νή διακοπή της αλληλογραφίας, ή καλύτερα η συνέχειά της υπό άλλους, τρα­γικούς όρους, όπως τους περιγράφει ο Ν. Θεοτόκης:[42]

 

ευγενέσταται και εκλαμπρότατε εξάδελφε σρ: κόντε δημήτρι περούλι, χαίρης ομού με τον ηγαπιμένον μου εξάδελφον τον μπατέρα σου με άλες μου δίο θλιβαιρές, όντας μου εις το Ανάπλι εις την σκλαβιά και μια περ βιας Λάρισον και άλι με τον χρίστο λελέκο, έγραφα την εκλαμπρότι σου τα ανιπόφερτα κακά που μας επανεβρίκαν, οπού λογιάζο απόντες εστάθι ο κόσμος να μιν εγίνι άλη τέτια σκλαβιά που ζιούμε, μόνο έος τόρα δεν μαζι στεριμένη από όλα που ηδό δεύτερον ιποκάμησον να φορέσομε δεν έχομεν, εβρισκόμασταν εδό στο Μιστρά, εγό και η ταλέπορη μου σιμβήα στον σρ: Μελέτη, και τρόμε κομάτι ψομί, και αν τούτος ο δόλιος στεναχοριμένος που ήτι και αν ίχεν τάστιλε στο κατακαημένο Ανάπλι και τάχασε, τα δόλια μας πεδιά στι σκλαβιά, τα μάτια μου τρέχουν, τα χέρια μου τρέμουν και δεν ημπορό να σας τα γράφο καταλευτός, παρά έγραψα όπος ημπόρουν τον μπεδιόν Κοσταντή και Ανδρινού, και σε περικαλό επάρτε την ετζίνη την γραφή και ήδετέ την και σπλαχνιστίτε μας, όχι οσάν πρότα αξαδέλφια οπού ήμεστεν, μόνο να μας ελογιάζετε οσάν αδέλφιά σας, εντούτος ο τζερός ήνε τόρα να δίξουν η άλι εδιτζή τα χριστιανικά έργα να μας ελευθερόσετε που περικουλάρουμε και ψιχικός και σοματηκός και ο θεός σας τα δίνι εκατονταπλασίος και ης τον μπαρόντα και ης τον μέλοντα καιρόν.

 

PAN. D. MICHAILARIS

Aspects of everyday life n Nafplio during the second Venetian Occupation

 

As is well known, many Athenians who followed the Venetians departing from Attica (1687) settled in the Peloponnese, particularly in the city and hinter­land of Nafplio. Among them was the Peroulis family, that was given land in the same region. In this paper I present, in a preliminary form, informa­tion deriving from the correspondence between two persons involved in these events, both related to Dim. Peroulis of Venice. The first is the Athenian Niko- los Theotokis, first cousin of the Peroulis family and their commercial agent in Morea. The second is Chr. Lelekos, a person responsible for the cultivation of their land and the trading of their products. From these letters, preserved in the Archives of Peroulis family, which are part of the State Archives of Venice, apart from the economic issues, we draw information about many aspects of everyday life in Nafplio during the second Venetian occupation, especially the period 1709-1715.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Για τα γεγονότα του πολέμου αυτού που άρχισε το 1684 και έληξε με τη συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699), η συναγωγή πηγών και βιβλιογραφίας είναι μεγάλη και αναλυτική. Περιορίζομαι στην αναφορά δύο έργων, στα οποία ο αναγνώστης μπορεί να αναζητή­σει και περαιτέρω βιβλιογραφική πληροφόρηση: Ιωάννης Χασιώτης, «Οι Έλληνες και οι πόλεμοι μεταξύ της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και ευρωπαϊκών κρατών, 1669-1702», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΑ’, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1975, σ. 8-98, και Κων­σταντίνος Ντόκος, Η Στερεά Ελλάς κατά τον ενετοτουρκικόν πόλεμον (1684-1699) και ο Σαλώνων Φιλόθεος, Αθήνα 1975, στο οποίο, βέβαια, και όλα τα στοιχεία για την εισβολή των Βενετών στην Αττική.

[2] Κωνσταντίνος Ντόκος, «Η μετοικεσία των Αθηναίων στην Πελοπόννησο και η πρώ­τη φάση του επαναπατρισμού τους (1688-1691)», Μνήμων 10 (1985), σ. 96-138.

[3] Στο ίδιο, σ. 100, 101. Στην εργασία αυτή ο Κ. Ντόκος δημοσιεύει τα ονόματα πολλών Αθηναίων που εγκαταστάθηκαν στον Μοριά. Εκτός από αυτά, έναν κατάλογο με άλλα ονόματα δημοσίευσε και ο Κωνστ. Δ. Μέρτζιος, «Παρθενών-Μοροζίνι και το δράμα των Αθηναίων», Αθηνά 55 (1951), σ. 254-257.

[4] Ντόκος, «Η μετοικεσία», ό.π., σ. 98.

[5] Στο ίδιο, σ. 102.

[6] Είναι εύκολο να εντοπίσει ο ενδιαφερόμενος είτε στο Αρχείο της Ελληνικής Αδελφότητας της Βενετίας είτε στα βιβλία που αναφέρονται στην ιστορία της Αθήνας, είτε σε εμπορικές αλληλογραφίες της περιόδου ονόματα όπως: Καπετανάκης, Περούλης, Ταρωνίτης, Μάκολας, Καγγελάρης, Γάσπαρης, Λίμπονας, Δούσμανης, Ροΐδης, Μπενιζέλος, Θω­μάς, Βωβός, Κουτρικάς, Μποζίκης, Ντέκας, Πατούσας, Μαυρογιάννης και πολλά άλλα, τα οποία αντιστοιχούν σε κατοίκους της Αθήνας και σε συγγενείς τους στη Βενετία.

[7] Για τις πηγές της εποχής και τη σημασιοδότησή τους βλ. Ευτυχία Λιάτα, «Μαρ­τυρίες για την πτώση τ’ Αναπλιού στους Τούρκους (9 Ιούλη 1715)», Μνήμων 5 (1975), σ. 101-102.

[8] Ο Δημήτριος Περούλης είναι ο γνωστός, αθηναϊκής καταγωγής, μεγαλέμπορος στη Βενετία του 18ου αι., ο οποίος συνέχιζε την εμπορική παράδοση της οικογένειας του, μέλη της οποίας είχαν εγκατασταθεί στη Βενετία από τα μέσα τουλάχιστον του 17ου αι. και είχαν διακριθεί στο εμπόριο αλλά και σε ηγετικές θέσεις της Ελληνικής Αδελφότητας της Βενετίας. Ο Δ. Περούλης αρχικά θα συνεχίσει τις παροδοσιακές μεταπρατικές εμπορικές πρακτικές της οικογένειάς του, αλλά γρήγορα θα εξελιχθεί σε σημαντικό οικονομικό παρά­γοντα του βενετσιάνικου 18ου αι. Βλ. γι αυτόν, P. D. Michaelaris, «L’attivita armarato- riale di Demetrio Peruli ed il suo intervento al traffic mediterraneo», Actes du II Coloque International d’Histoire, τ. 1, Αθήνα 1985, σ. 175-186, και Vicenzo Ruzza, La famiglia Perulli da Atene a Venezia, Vittorio Veneto 2000 (μια συναισθηματική κατάθεση στοιχείων για την ιστορία της οικογένειας από έναν εκ θηλυγονίας απόγονό της, όπου, παράλληλα, συγκεντρωμένη και η έως το 2000 βιβλιογραφική συναγωγή για την οικογένεια Περούλη).

[9] Ο Χρ. Λελέκος, αφού πρώτα ελευθερώθηκε, ακολούθησε κατά πόδας τα οθωμα­νικά στρατεύματα, τα οποία μετά την κατάληψη του Ναυπλίου επέστρεφαν στις βάσεις τους σέρνοντας μαζί τους και τους σκλαβωμένους Έλληνες, εν αναμονή της καταβολής λύτρων. Πράγματι, ο Χρ. Λελέκος κατάφερε, με την οικονομική συνδρομή του Δ. Περού­λη, να ελευθερώσει πολλά από τα μέλη της οικογένειας Περούλη στη Χίο και στη Σμύρνη, όπου τελικά κατέληξαν ως αιχμάλωτοι των Οθωμανών.

[10] Ντόκος, «Η μετοικεσία», ό.π., σ. 135. Ο Νικολός Θεοτόκης κατέχει τον αρ. 562 στον κατάλογο των αθηναϊκών οικογενειών, τα ονόματα των οποίων δημοσιεύονται, και ανήκε στην πρώτη τάξη των Αθηναίων. Ένας άλλος Θεοτόκης, ο Μελέτης, βρίσκεται εγκατεστημένος στον Μυστρά και συνεργάζεται με τον Νικολό στις εμπορικές συναλλα­γές, φροντίζοντας κυρίως για την προμήθεια μεταξιού.

[11] Για την ενδιαφέρουσα αυτή προσωπικότητα τα όσα στοιχεία γνωρίζουμε προέρ­χονται από τις πληροφορίες που καταθέτει για τον εαυτό του ο ίδιος, όταν προβάλλει τις πράξεις του ή όταν καταφεύγει στην υπενθύμιση των υπηρεσιών που έχει προσφέρει στην οικογένεια Περούλη, και φυσικά από πληροφορίες ανθρώπων που έχουν σχέση μαζί του, όπως λ.χ. ο Ν. Θεοτόκης.

[12] Βλ. Archivio di Stato di Venezia (στο εξής A.S.V), Grande Fraterna di S. Antonin, Commissaria dei Conti Perulli, b. 11: α) Fasc. με την εξωτερική ένδειξη: C Per II Sig Co: Demetrio Perulli C[ontro] Christo Lelleco, ελληνικά έγγραφα του Χρίστου Λελέκου, Δημ. Σπ. Περούλη, σ. 1-53 (r-v). β) Fasc. με την εξωτερική ένδειξη: B Per No 8 Il Sig Demetrio Peruli C[ontro] Christo Lelleco. Στην αρχή στάμπα με τη χειρόγραφη ένδειξη: Perulli ControLelecho (σ. 1-58). Ακολουθούν ελληνικές επιστολές του Χρ. Λελέκου προς τον Δημ. Σπ. Περούλη (σ. 1-58, r-v). γ) Fasc. με την εξωτερική ένδειξη: Per Il Sig Co: Demetrio Peruli C[ontro] Christo Lelecco, σ. 1-97 (r-v).

[13] Τη μικρή αυτή μελέτη ο αναγνώστης πρέπει να θεωρήσει ως πρόδρομη ανακοίνω­ση εν όψει της έκδοσης όλων των γραμμάτων που συγκροτούν την αλληλογραφία αυτή, η οποία τώρα απόκειται στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας: A.S.V, Grande Fraterna di S. Antonin, Commissaria dei Conti Perulli, b. 11 (αλληλογραφία Χρ. Λελέκου προς Δ. Πε­ρούλη) και β) A. S. V., Grande Fraterna di S. Antonin, Archivio Privato dei Conti Perulli, b. 12 (αλληλογραφία του Ν. Θεοτόκη προς Δ. Περούλη).

[14] A.S.V., Grande Fraterna di S. Antonin, Commissaria dei Conti Perulli, b. 11 (γράμ­μα του Χρ. Λελέκου, της 29ης Νοεμβρίου 1712).

[15] A.S.V., Grande Fraterna di S. Antonin, Commissaria dei Conti Perulli, b. 11 (γράμ­μα του Χρ. Λελέκου, της 23ης Οκτωβρίου 1713).

[16] Το πινάκι είναι μονάδα μέτρησης δημητριακών· βλ. γι’ αυτό τα όσα προσκομίζει ο Σπύρος Ασδραχάς, Ελληνική κοινωνία και οικονομία, ιη’ και ιθ’ αι. (υποθέσεις και προ­σεγγίσεις), Αθήνα 1982, σ. 103.

[17] Για το ρεάλι και τις ισοτιμίες του βλ. Ευτυχία Λιάτα, Φλωρία δεκατέσσερα στέ- νουν γρόσια σαράντα. Η κυκλοφορία των νομισμάτων στον βενετοκρατούμενο και τουρκο­κρατούμενο ελληνικό χώρο, ιε’-ιθ’ αι, ΚΝΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 1996, σ. 220.

[18] A.S.V., Grande Fraterna di S. Antonin, Commissaria dei Conti Perulli, b. 11 (γράμ­μα του Χρ. Λελέκου, της 1ης Απριλίου 1712).

[19] Φυσικά εννοεί τον φόρο της δεκάτης επί των παραγόμενων προϊόντων.

[20]  A.S.V., Grande Fraterna di S. Antonin, Commissaria dei Conti Perulli, b. 11 (γράμ­μα του Χρ. Λελέκου, της 8ης Ιουνίου 1713 και της 2ας Φεβρουαρίου 1714).

[21] A.S.V., Grande Fraterna di S. Antonin, Commissaria dei Conti Perulli, b. 11 (γράμ­μα του Χρ. Λελέκου, της 29ης Νοεμβρίου 1712 ).

[22] Για τη βενετσιάνικη λίρα (λίτρα) και τις ισοτιμίες της βλ. Λιάτα, Φλωρία, ό.π., σ. 213.

[23] Από πολλά γράμματα του Χρ. Λελέκου αλλά και του Ν. Θεοτόκη συνάγεται ότι ο Δ. Περούλης επιθυμούσε να έχει ένα καλό κατάλυμα στο Ναύπλιο και ότι σχεδίαζε να ταξιδεύσει στην πρωτεύουσα του Μοριά για να επιβλέψει αυτοπροσώπως τις οικογενει­ακές και προσωπικές-οικονομικές του υποθέσεις. Ορισμένες φορές, μάλιστα, δίνεται η εντύπωση από τα γράμματα ότι στις πρώτες δεκαετίες του 18ου αι. ο Περούλης σκεφτόταν να προβεί και σε μόνιμη ίσως εγκατάσταση στον ελλαδικό χώρο, υπόθεση που φυσικά ανέκοψε τόσο η πτώση του Ναυπλίου όσο και το γεγονός ότι η μεταγενέστερη εμπλοκή του με τα μονοπώλια του αλατιού και του καπνού, αλλά και οι άλλες οικονομικές του δραστηριότητες (ναυτιλία), απαιτούσαν την παρουσία του στη Βενετία, με αποτέλεσμα να μην ταξιδεύσει ποτέ ούτε στη γενέτειρά του Αθήνα αλλά ούτε και στη Λευκάδα, όπου βρίσκονταν οι αλυκές (παλαιές και νέες) της δικαιοδοσίας του.

[24] Για τα εργαστήρια της εποχής βλ. Ευτυχία Λιάτα, Ένα εργαστήρι τ’Αναπλιού στη Βενετοκρατία (1712-1715), Δήμος Ναυπλίου, Ναύπλιο 1998.

[25] A.S.V., Grande Fraterna di S. Antonin, Archivio Privato dei Conti Perulli, b. 12 (γράμματα του Ν. Θεοτόκη της 2ας/13ης Μαρτίου 1711 και της 7ης/18ης Μαϊου 1713): από αυτές τις πληροφορίες, αλλά και από άλλες συμπληρωματικές, φαίνεται ότι το τάγμα των Δομηνικανών μοναχών είχε εγκατασταθεί και στο Ναύπλιο. Ωστόσο, δεν διευκρινίζε­ται σε τι είδους υπηρεσίες χρησιμοποιείται εκ μέρους των Δομηνικανών μοναχών το οίκη­μα του Περούλη, καθώς η μετατροπή του σε θρησκευτικό κατάλυμα είναι μάλλον απίθανη.

[26]  A.S.V, Grande Fraterna di S. Antonin, Archivio Privato dei Conti Perulli, b. 12 (γράμμα του Ν. Θεοτόκη, της 8ης/19ης Απριλίου 1710).

[27]  A.S.V, Grande Fraterna di S. Antonin, Commissaria dei Conti Perulli, b. 11 (γράμ­μα του Χρ. Λελέκου, της 23ης Οκτωβρίου 1713).

[28] Η ιταλική λέξη αναφέρεται στα πλεονεκτήματα (ευκολίες) που διαθέτει το σπίτι.

[29] Φαίνεται ότι ο Ν. Θεοτόκης σχεδίαζε να πουλήσει το σπίτι του ή κάποιο άλλο σπίτι που ενδεχομένως διέθετε.

[30] Ιταλική λέξη που σημαίνει στοά, σκεπαστό πέρασμα, αλλά εδώ μάλλον εννοεί το χαγιάτι.

[31]  Τουρκική λέξη (σαχνισί), που δηλώνει το προεξέχον μέρος του επάνω ορόφου του σπιτιού.

[32] Ιταλική λέξη: τρόπος.

[33] Μεγάλη οικογένεια εμπόρων από την Άρτα, μέλη της οποίας βρίσκουμε εγκατε­στημένα στη Βενετία ήδη από τα τέλη του 16ου έως και τον 19ο αι., ενώ, όπως συμβαίνει και με άλλους Έλληνες, από τα τέλη του 18ου αι. πρέπει να θεωρείται ως εξιταλισμένη. Πολλά στοιχεία γι’ αυτήν υπάρχουν στην αδημοσίευτη διατριβή του Σωτ. Κουτμάνη, Έλ­ληνες στη Βενετία (1620-1710). Κοινωνικό φύλο – οικονομία – νοοτροπίες, Αθήνα 2013, σ. 152, 153, 162-164, 193, 222-224, όπου και η προγενέστερη βιβλιογραφία, στην οποία περιλαμβάνονται δύο μελέτες του Κ. Μέρτζιου: η πρώτη στα Ηπειρωτικά Χρονικά 11 (1936) και η δεύτερη στον Μικρό Ελληνομνήμονα, τχ. 2 (Ιωάννινα 1960), όπου η διαθήκη του Γ Κοθώνη. Ευχαριστώ τον φίλο Χρ. Ζαμπακόλα για την υπενθύμιση των παραπάνω στοιχείων σχετικά με την οικογένεια Κοθώνη.

[34] Για τον Αθηναίο έμπορο Γεωργάκη Μέλο, εγκατεστημένο στη Βενετία, και τα αδέλφια του Νικολό και Μιχάλη, που βρίσκονται τώρα στο Ναύπλιο, βλ. Ευτυχία Λιάτα, «Όψεις της κοινωνίας τ’ Αναπλιού στις αρχές του 18ου αιώνα», Άνθη Χαρίτων, Βενετία 1998, σ. 245-270.

[35]  Γνωρίζουμε ότι τελικά ο Δ. Περούλης θα διαθέσει αρκετά κεφάλαια για να αγορά­σει κτήματα στην περιοχή του Βένετο, ανάμεσα στα οποία και μεγάλη εξοχική κατοικία. Στο αρχείο του διασώζονται όλα τα σχετικά συμβόλαια της αγοράς των κτημάτων αυτών, τα ποσά που διατέθηκαν και ορισμένες φορές και η απόδοσή τους από την υπενοικίαση σε Ιταλούς καλλιεργητές. Εξάλλου, η ύπαρξη μεγάλης κατοικίας, όπως ανέφερα, ίσως εξηγεί τον λόγο που οι Περούληδες δεν απέκτησαν ποτέ στην πόλη της Βενετίας ιδιόκτητο μέγα­ρο, πράγμα απολύτως εφικτό για τις οικονομικές δυνατότητές τους.

[36] Η έκφραση αυτή υπονοεί τη διαφορά που προέρχεται από την ανταλλαγή νομι που σμάτων (aggio) και από την οποία, όπως δηλώνει ο Ν. Θεοτόκης, χάνει αρκετά χρήματα.

[37] Ιταλική λέξη (dazio), που σημαίνει δασμός.

[38] Προφανώς πρόκειται για ειδικό αντικείμενο με το οποίο ήταν δυνατή η απαλλαγή των ανθρώπων από τις κόνιδες της ψείρας.

[39] A.S.V., Grande Fraterna di S. Antonin, Commissaria dei Conti Perulli, b. 11 (γράμμα του Χρ. Λελέκου, της 3ης Φεβρουαρίου 1713).

[40] Λιάτα, «Μαρτυρίες», ό.π., σ. 103, 106.

[41] A.S.V., Grande Fratema di S. Antonin, Commissaria dei Conti Perulli, b. 11 (γράμμα του Χρ. Λελέκου, της 12ης Απριλίου 1715).

[42] A.S.V., Grande Fraterna di S. Antonin, Archivio Privato dei Conti Perulli, b. 12 (γράμμα του Ν. Θεοτόκη, της 27ης Απριλίου 1716, από τον Μυστρά).

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών

Εθνικό ίδρυμα Ερευνών

«Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας από την Αργοναυπλία


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», εργασία του  κ. Χρίστου Ιωάν. Κώνστα, που έχει για θέμα της την καταγραφή των μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (Δ.Σ.Ε.), που κατάγονται από πόλεις και χωριά της Αργοναυπλίας.

 Όπως θα διαβάσουμε παρακάτω  πρόκειται για προδημοσίευση  του υλικού που μέχρι σήμερα έχει συγκεντρώσει και ζητά από γνωστούς και αγνώστους να συνδράμουν στην καταγραφή των μαχητών του Δ.Σ.Ε., που κατάγονταν  από τις Δημοτικές Ενότητες Ναυπλιέων, Ασίνης, Μιδέας, Τίρυνθας, Άργους, Λέρνας, Μυκηνών και Ν. Κίου.

 Και σημειώνει ο συγγραφέας: «Με την προσπάθειά μου αυτή προσδοκώ να διασώσω την μνήμη των ανθρώπων εκείνων ως ιστορικό γεγονός. Ίσως κάποιοι να προβάλουν αντιρρήσεις, σεβαστές οι θέσεις τους. Όμως, θα πρέπει να λάβουμε όλοι μας σοβαρά υπόψη πως έχουν περάσει 70 χρόνια από τη λήξη της εμφύλιας αυτής σύγκρουσης και ο διαδραμών χρόνος νομίζω πως είναι αρκετός και ικανός να μας κάνει να συνδιαλεγόμαστε ελεύθερα και χωρίς πάθος, που τόσο το έχουμε ανάγκη».

 

Σκοτωμένοι ελεύθεροι σκοπευτές της ομάδας Μπαβελή στη θέση Χάνια Φιχτίων στις 17-1-1949. Εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ», 18-1-1949.

 

Ξεκίνησα την καταγραφή των μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (Δ.Σ.Ε.), που κατάγονται από πόλεις και χωριά της Αργοναυπλίας. με την πεποίθηση πως θα ήταν εύκολο να εντοπίσω σε κάθε μικρό ή μεγάλο οικισμό ανθρώπους που θα μπορούσαν να με βοηθήσουν τουλάχιστον στον προσδιορισμό των ατομικών στοιχείων τους. Δεν υπολόγισα, όμως, τον παράγοντα χρόνο, τον χρόνο που πέρασε από τότε, από την έναρξη, δηλαδή, του εμφυλίου πολέμου. Οι άνθρωποι που θα είχαν άμεση γνώση, που θα είχαν βιώσει τα γεγονότα του εμφυλίου και θα μπορούσαν να δώσουν κάποιες πληροφορίες έχουν ήδη φύγει, ενώ οι νεώτεροι, έχω την εντύπωση, πως αρνούνται, για δικούς τους ίσως λόγους, να προσεγγίσουν εκείνη την εποχή. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν συνάντησα και ανθρώπους με γνώση και διάθεση να μεταδώσουν οποιαδήποτε μικρή ή μεγάλη πληροφορία. Όμως ούτε και η προσφυγή σε διάφορα αρχεία και συλλογές ήταν ικανοποιητική.

Έτσι, η μέχρι τώρα προσπάθειά μου έχει πολλές ελλείψεις και κενά. Για το λόγο αυτό πρόκρινα να προχωρήσω σε προδημοσιέυση του υλικού που μέχρι σήμερα έχω συγκεντρώσει και να ζητήσω από γνωστούς και αγνώστους μου να με συνδράμουν στην καταγραφή των μαχητών του Δ.Σ.Ε., που κατάγονταν (γιατί οι ελάχιστοι ζώντες δεν αναιρούν τον κανόνα) από τις Δημοτικές Ενότητες Ναυπλιέων, Ασίνης, Μιδέας, Τίρυνθας, Αργους, Λέρνας, Μυκηνών και Ν. Κίου.

Με την προσπάθειά μου αυτή προσδοκώ να διασώσω την μνήμη των ανθρώπων εκείνων ως ιστορικό γεγονός. Ίσως κάποιοι να προβάλουν αντιρρήσεις, σεβαστές οι θέσεις τους. Όμως, θα πρέπει να λάβουμε όλοι μας σοβαρά υπόψη πως έχουν περάσει 70 χρόνια από τη λήξη της εμφύλιας αυτής σύγκρουσης και ο διαδραμών χρόνος νομίζω πως είναι αρκετός και ικανός να μας κάνει να συνδιαλεγόμαστε ελεύθερα και χωρίς πάθος, που τόσο το έχουμε ανάγκη.

Ευχαριστώ εκ των προτέρων όσους διαθέσουν χρόνο τους για την ολοκλήρωση αυτού του εγχειρήματος.

Η επικοινωνία μπορεί να γίνει με τα επόμενα μέσα: Χρίστος Ιωάν. Κώνστας. Κινητό τηλέφωνο: 6945 959888 – email:   Christos_konstas@yahoo.com

 

 

ΜΑΧΗΤΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΕΛΛΑΔΑΣ

από τις πόλεις και τα χωριά της Αργολίδας

 

Άγιος Ανδριανός (Κατσίγκρι) – Αμυγδαλίτσα (Μπάρδι) – Ανυφί

Άργος – Δένδρα – Λάλουκας – Λίμνες – Μάνεσι

Μιδέα (Γκέρμπεσι) – Ντούσια – (Καλύβια  Μετόχι – Βίλλα)

Πουλακίδα – Φίχτια.

 

Αγ. Αδριανός (Κατσίγκρι)

 

Τις βραδινές ώρες της 18ης Οκτωβρίου 1948 ομάδα 10 περίπου μαχητών του Δ.Σ.Ε. εμφανίστηκαν στο Κατσίγκρι και συγκέντρωσαν στην πλατεία του χωριού όσους νέους βρήκαν στα καφενεία και στους δρόμους. Από κατάλογο καλούσαν νεαρά άτομα από το χωριό και επιστράτευσαν επτά (7). Τη στρατολογία είχαν προετοιμάσει ο Γεώργιος Κωνσταντίνου Βλάσσης και  η Ουρανία Ανδριανού Παπαμάρκου, κάτοικοι Αγίου Αδριανού, που πήγαν εθελοντικά μαζί τους, σύνολο, δηλαδή  εννέα (9).

 

Μαχητές του ΔΣΕ από τον Αγ. Ανδριανό (Κατσίγκρι)

 

  1. Βλάσσης Γεώργιος του Κωνσταντίνου, εθελοντής, δεν γνωρίζουμε βαθμό ή ειδικότητα. Σκοτώθηκε στη σπηλιά Βολιμήρι Φιχτίων 6-7 περίπου μήνες από την κατάταξή του σε σύγκρουση της ομάδας του με χιτομάϋδες πιθανόν στις 15-1-1949.
  1. Καραγιάννης Ευάγγελος του Γεωργίου, επιστρατευμένος. Από τον κατάλογο κάλεσαν τον αδελφό του Χρήστο, που έλλειπε και εκείνος φώναξε παρών και τον πήραν. Υπηρέτησε στην ομάδα του Δημητρίου Μπαβελή με την ειδικότητα του ελεύθερου σκοπευτή και σκοτώθηκε σε σύγκρουση με τη χωροφυλακή στην περιοχή Χάνι Φιχτίων στις 17-1-1949 [1], ενώ σύμφωνα με άλλη πληροφορία τον σκότωσε σε ένα χωριό της ορεινής Αργολίδας στρατιώτης που είχε επιστρέψει με άδεια στο χωριό και τον βρήκε στο σπίτι του.
  1. Καραγιάννης Παναγιώτης του Γεωργίου (Ντιρλαντάς), επιστρατευμένος. Παρουσιάστηκε στις αρχές και δικάστηκε από το στρατοδικείο κατά πληροφορίες μάλλον της Τρίπολης και αφέθηκε ελεύθερος.
  1. Κατσιούρης Ανδριανός του Δημητρίου, επιστρατευμένος. Κάλεσαν από τον κατάλογο τον αδελφό του, Σωτήρη, ο οποίος έλλειπε και πήραν αυτόν. Με τους Τρίγκα Γεώργιο του Δημητρίου και Τσουρδίνη Ανδριανό του Γεωργίου 15-20 ημέρες μετά την επιστράτευσή τους κατάφεραν να αποδράσουν και παρουσιάστηκαν στις Αρχές.
  2. Παπαμάρκου Δημήτριος του Μάρκου, επιστρατευμένος, ήταν μάχιμος. Τον συνέλαβαν στο Ταΰγετο, όπου 40 περίπου μαχητές βρίσκονταν σε μια σπηλιά, που είχε δύο ανοίγματα και για να τους υποχρεώσουν να βγουν, οι στρατιώτες έκαψαν θειάφι. Ένας ΜΑΥ επιχείρησε να τον σκοτώσει, αλλά τον έσωσε ο επικεφαλής επιλοχίας Κατσίγιαννης Αυγουστής από τα Ίρια της Αργολίδας. Παραπέμφθηκε στο στρατοδικείο και αφέθηκε ελεύθερος.
  1. Παπαμάρκου Ουρανία του Ανδριανού, πήγε εθελοντικά. Δεν γνωρίζουμε ειδικότητα ή βαθμό που τυχόν της αποδόθηκαν. Μάλλον παραδόθηκε στον εθνικό στρατό σ’ ένα χωριό του Πύργου, όπου ο Γιάννης Οικονόμου από το Αραχναίο, που τη γνώρισε, εμπόδισε κάποιον που αποπειράθηκε να την εκτελέσει. Δικάστηκε από το στρατοδικείο της Τρίπολης και αφέθηκε ελεύθερη.
  1. Τρίγκας Γεώργιος του Δημητρίου, επιστρατευμένος. Με τους Κατσιούρη Ανδριανό και Τσουρδίνη Ανδριανό 15-20 ημέρες μετά την επιστράτευσή τους κατάφεραν να αποδράσουν και παρουσιάστηκαν στις Αρχές.
  1. Τρίγκας Γεώργιος του Ιωάννου, επιστρατευμένος. Απόδρασε από το Τουρνίκι και παρουσιάστηκε στις Αρχές. Παραπέμφθηκε στο στρατοδικείο και αφέθηκε ελεύθερος.
  1. Τσουρδίνης Ανδριανός Γεωργίου, επιστρατευμένος. Από τον κατάλογο κάλεσαν τον αδελφό του Ευάγγελο, ο οποίος δεν παρευρίσκετο και φώναξε εκείνος παρών και τον πήραν. Με τους Κατσιούρη Ανδριανό του Δημητρίου και Τρίγκα Γεώργιο του Δημητρίου 15-20 ημέρες μετά την επιστράτευση κατάφεραν να αποδράσουν και παρουσιάστηκαν στις Αρχές.

Τις πληροφορίες αυτές μου έδωσε ο Νίκος Κων. Παπαμάρκου από τον Άγιο Ανδριανό  σε προσωπική συνέντευξη, που υπάρχει στο αρχείο μου στις 17 & 23/5/2016. Με βεβαίωσε επίσης, σε παρατήρησή μου, γιατί δεν καταδικάστηκε από το στρατοδικείο κανένας από τους μαχητές του ΔΣΕ, πως η βοήθεια των συγχωριανών τους ήταν ολοκληρωτική και ποικίλη. Μπράβο τους!

Οι δημόσιες ευχαριστίες μου προς το Νίκο Παπαμάρκου, έστω και μετά θάνατο, είναι χωρίς περιορισμό.

 

Αμυγδαλίτσα (Μπάρδι)

 

Τις απογευματινές ώρες της 28ης Σεπτεμβρίου 1948 στρατιωτικό τμήμα του Δ.Σ.Ε. με επικεφαλής τους Γιάννη Δημ. Παπαγεωργόπουλο (Κουτούλη) από το Γκέρμπεσι και τον Γιάννη Παπαϊωάννου του Γεωργ. από την Αμυγδαλίτσα μπήκε στο χωριό με σκοπό να επιστρατεύσει νέους μαχητές. Δεν κάλεσαν σε συγκέντρωση τους κατοίκους του χωριού, όπως συνήθιζαν, αλλά ανά δύο οι μαχητές επισκέφθηκαν τα σπίτια που τους είχαν υποδείξει, προφανώς από κατάλογο και επιστράτευσαν όσους βρήκαν. Το τμήμα ακολούθησε κατά την επιστροφή τη συνηθισμένη διαδρομή Ντούσια, ναός της Παναγίας Προσύμνης, Μυκήνες, κάτω από το γεφύρι της σιδηροδρομικής γραμμής, Μαλαντρένι, Τάτσι (Εξοχή).

 

Μαχητές του ΔΣΕ από την Αμυγδαλίτσα (Μπάρδι)

 

 

  1. Βλάχος Ιωάννης του Μιχαήλ (Μώκος), επιστρατευμένος. Τραυματίστηκε στην κοιλιακή χώρα κατά την προσβολή του Άργους. Σχετικά διηγείται ο συμμαχητής του Γιώργης Κορίλης από τα Δένδρα, «Ήτανε ο Γιάννης Βλάχος, ο Μώκος από το Μπάρδι, αυτός τραυματίστηκε στην κοιλιά, στο Άργος, με τόση βρώμα, σκυλίσια ζωή, ο άνθρωπος είναι θηρίο, έκανε αλλαγές και τέτοια, άμα έβλεπες τη γάζα, μαύρα όλα και έζησε». Τον συνέλαβε ο εθνικός στρατός, καταδικάστηκε από το Στρατοδικείο σε θάνατο κατά πλειοψηφία 3-2 και δεν τον εκτέλεσαν.
  1. Βλάχος Κωνσταντίνος του Παναγιώτη (αδελφός του Μαρνέρη), επιστρατευμένος, σκοτώθηκε σε μάχη.
  1. Κακούρος Γεώργιος του Ευαγγέλου (Ντόρος), εθελοντής. Κατατάχθηκε στον εθνικό στρατό στην Κόρινθο. Με τους συστρατιώτες του Κωνσταντίνο Γεωργίου Γιαννάκο από το Γκέρμπεσι, Δημήτρη Κωτσαρίδη από το Άργος και Φίλιππο Αλμπάνη φοιτητή της ιατρικής από την Κόρινθο ή το Λουτράκι λιποτάκτησαν. Έφυγαν από το στρατόπεδο της Κορίνθου και κατέβηκαν στην Αμυγδαλίτσα, όπου συνάντησαν τους μαχητές Φίλιππο Ρέππα και Μιχάλη Μεϊδάνη, που τους οδήγησαν στην ορεινή Αργολίδα και κατατάχθηκαν στον Δ.Σ.Ε. Μετά τη διάλυση της Μεραρχίας Πελοποννήσου και οι τέσσερις κατέβηκαν στην Αμυγδαλίτσα και κρύβονταν σε δύο καταφύγια, που είχαν φτιάξει στις περιοχές Φίζι και Μπρακά και τους τροφοδοτούσε η μητέρα του Γεωργίου Κακούρου. Στις 21 Μαρτίου 1949 απόσπασμα χωροφυλακής υπό τον ανθυπασπιστή Κωνσταντίνο Χριστάκη επικουρούμενο από χιτομάῢδες κύκλωσε το καταφύγιο. Τον Κωνσταντίνο Γιαννάκο τον σκότωσαν έξω από το καταφύγιο και τους άλλους τρεις μετά τη σύλληψή τους σκότωσαν στη δυτική είσοδο του χωριού.
  1. Κακούρος Δημήτριος του Ευαγγέλου, επιστρατευμένος. Φύλαγε τα πρόβατα του θείου του Δημητρίου Παπαγεωργόπουλου από το Γκέρμπεσι. Όταν οι αντάρτες ήρθαν στις 28 Ιουλίου 1948 στο Γκέρμπεσι για επιστράτευση ο μαχητής Γιάννης Παπαγεωργόπουλος συνοδευόμενος από τον λοχαγό Γιάννη Παππά πήγε στο σπίτι του να ιδεί τον πατέρα του, τον μπάρμπαΜήτσιο Κουτούλη. Ο Παππάς είδε το Μήτσιο και τον πήρε μαζί του, παρά τις προσπάθειες του Γιάννη Π. να τον διώξει. Καταδικάστηκε σε θάνατο μάλλον από το έκτακτο στρατοδικείο Τρίπολης, όπου και τον εκτέλεσαν.
  1. Κακούρος Σπύρος του Παναγιώτη (Τσούτας), επιστρατευμένος. Τον συνέλαβε αιχμάλωτο ο εθνικός στρατός και δικάστηκε από το έκτακτο στρατοδικείο Ναυπλίου. Όπως με πληροφόρησαν με τη μεσολάβηση κάποιων αφέθηκε ελεύθερος.
  1. Παναγής Χρήστος του Αναστασίου, επιστρατευμένος. Στο Τάτσι (Εξοχή) που τους οδήγησαν σε κάποια μετακίνηση επικαλέστηκε σωματική του ανάγκη και κατάφερε να αποδράσει. Μάλλον ο ομοχώριός του Γεώργιος Κακούρος τον διευκόλυνε. Παρουσιάστηκε στην χωροφυλακή στο Άργος και τον άφησαν ελεύθερο. Παρέμεινε 5-6 μήνες στο Ναύπλιο ελεύθερος και επέστρεψε στο σπίτι του.
  1. Παπαϊωάννου Βασίλειος του Αλεξάνδρου (Βασιλάγκας), επιστρατευμένος. Τον συνέλαβε ο εθνικός στρατός, καταδικάστηκε από στρατοδικείο σε 20 ετών κάθειρξη.
  1. Παπαϊωάννου Γεώργιος του Ευαγγέλου (Μπόμπο), επιστρατευμένος. Παραδόθηκε στον εθνικό στρατό και τον έστειλαν ως ανήλικο στη Βασιλικές Τεχνικές Σχολές της Λέρου[2]. Έμαθε την τέχνη του σοβατζή. Παρουσιάστηκε στο Έκτακτο Στρατοδικείο Τρίπολης, όπου κατέθεσε κάποιο έγγραφο από τη Σχολή της Λέρου και το δικαστήριο τον άφησε ελεύθερο.
  1. Παπαϊωάννου Γιάννης του Γεωργίου (του Γεωργάτζη), εθελοντής. Ήταν διμοιρίτης στο λόχο του Γιάννη Παππά. Μετά τη διάλυση μάλλον τον συνέλαβαν και τον εκτέλεσαν στην Κόρινθο.
  1. Παπαϊωάννου Γιάννης του Δημητρίου (Λόντος). Από αμέλειά του εκπυρσοκρότησε το οπλοπολυβόλο, που κρατούσε και σκοτώθηκε∙ τον θάψανε στα Μαζέϊκα.
  1. Παπαϊωάννου Γιάννης του Παντελή, εθελοντής. Υπηρέτησε ως ελεύθερος σκοπευτής στην ομάδα του Δημητρίου Μπαβελή. Σκοτώθηκε σε σύγκρουση της ομάδας με τη χωροφυλακή στην περιοχή Χάνι Φιχτίων στις 17-1-1949.
  1. Παπαϊωάννου Νικόλαος του Αλεξάνδρου (αδελφός του Βασιλάγκα), επιστρατευμένος. Δικάστηκε από στρατοδικείο και μάλλον απαλλάχτηκε.
  1. Παπαϊωάννου Παναγιώτης του Ευαγγέλου (Μπόμπο), επιστρατευμένος, σκοτώθηκε.

 

Καταδιωκόμενοι – Αυτοαμυνήτες

 

Αποστόλης Λεωνίδα Διαλιάτσης και Γιάννης Ευαγγέλου Κακούρος (του ΒαγγέληΚουφό). Ξεκίνησαν από την Αμυγδαλίτσα να πάνε να παραδοθούν στον Σταθμό Χωροφυλακής Αγ. Τριάδας (Μέρμπακα). Στο δρόμο συνάντησαν τον πατριώτη τους και σκληρό δεξιό Γεώργιο Βασιλείου Κυμπούρη (Τούμπανο), που προσφέρθηκε να τους διευκολύνει στη χωροφυλακή˙ όταν όμως παρουσιάστηκαν είπε στους χωροφύλακες πως αυτός συνέλαβε αυτούς τους δύο αντάρτες. Δικάστηκαν από στρατοδικείο και αφέθηκαν ελεύθεροι.

 

Ανυφί

 

Στις 5 Αυγούστου 1948 λόχος του Γιάννη Παππά κατέβηκε στο Ανυφί με σκοπό να στρατολογήσει μαχητές. Στο Ανυφί ήταν εγκατεστημένοι η μάνα και ο αδελφός του Παππά, που τον έπεισαν, κυρίως, όπως λέγεται, η μάνα του, να μην προχωρήσουν στην στρατολογία, αφού σε περίπτωση στρατολογίας τόσο οι Αρχές όσο και το χωριό θα στρέφονταν έναντίον τους. Έτσι, ματαιώθηκε η στρατολογία στο Ανυφί. Συνέλαβαν τον Δημήτριο Μανωλόπουλο, από το Ανυφί, που ήταν ένοπλος ενταγμένος σε μονάδα ΜΑΥ και τον άφησαν ελεύθερο, αφού προηγουμένως του αφαίρεσαν τον οπλισμό.

Την ημέρα εκείνη βρισκόμουν στο Ανυφί και όταν το βράδυ επιστρέφαμε στο σπίτι από το χωράφι με τον μπάρμπα Χρήστο Μητροσύλη και τα ξαδέρφια μου, συναντήσαμε έναν αντάρτη και έναν με πολιτικά ρούχα στη διασταύρωση, που βρισκόταν το βενζινάδικο του Δημητρίου Νικολάου (Μπάκα). Ο μπάρμπα Χρήστος τους χαιρέτισε και συνεχίσαμε το δρόμο μας. Αργότερα, όταν τρώγαμε, ήρθε στο σπίτι ένας αντάρτης και ζήτησε την Αναστασία Κορίλη από τα Δένδρα (Ντιέγκο), για την οποία γνώριζαν ότι δούλευε στα κτήματα το Μητροσύλη. Ο μπάρμπα Χρήστος του είπε πως δεν ήταν στο σπίτι του και ο αντάρτης έφυγε. Η Τασιώ, που ήταν εκεί και τρώγαμε όλοι μαζί, μόλις έφυγε ο αντάρτης πήδησε τη διαχωριστική μάντρα και πήγε στο σπίτι του παππά Διοφάνη  Κυμπουρόπουλου για να αποφύγει την στρατολογία.

 

Άργος

 

Κωτσαρίδας Κωνσταντίνος, εθελοντής. Υπηρέτησε στην επιμελητεία με έδρα τα Λυκούρια. Μετά τη διάλυση κατέβηκε στα  αρβανητοχώρια της Αργολίδας και κρύφτηκε στο καταφύγιο στην Αμυγδαλίτσα (Μπάρδι) με τους Γεώργιο Παπαϊωάννου, Κώστα Γιαννάκο από το Γκέρμπεσι και τον Φάνη Αλμπάνη από την Κορινθία. Στις 21-3-1949 απόσπασμα χωροφυλακής κτύπησε το καταφύγιο, τον συνέλαβαν και τον εκτέλεσαν στη δυτική είσοδο του χωριού.

 

Δένδρα

 

Τη στρατολογία στο Μάνεσι, στα Δένδρα και στην Πουλακίδα έκανε ο λόχος του Γιάννη Παππά ταυτόχρονα στα τρία χωριά στις 18 Σεπτεμβρίου 1948. Και στα Δένδρα ακολουθήθηκε ο ίδιος τρόπος συγκέντρωσης των νέων, όπως δηλαδή στο Μάνεση. Είχαν βάλει, δεν γνωρίζω ποιος είχε την πρωτοβουλία, μια συκωταριά στο φούρνο στο μαγαζί του Κώστα Ουλή (της σωφέραινας) και εκεί τους βρήκαν συγκεντρωμένους. Δεν τους πήραν όλους αλλά επιλεκτικά στρατολόγησαν τους επόμενους:

 

Μαχητές του ΔΣΕ από τα Δένδρα

  1. Βλάχος Χρήστος του Αναστασίου [3] (Τουρλής), επιστρατευμένος, υπάλληλος στην εκκλησιαστική σχολή Κορίνθου. Τον τοποθέτησαν στο υγειονομικό αλλά και διαφωτιστή στα χωριά της ορεινής Αργολίδας και Κορινθίας (Φρουσιούνα, Σκοτεινή κ.λ.π). Μετά τη διάλυση μαζί με άλλους πέρασε από τα Φίχτια και πήγε στο κτήμα του ομοχωρίου του Γιώργη Ιωαννίδη (Μαρδίτση), ο οποίος τον συνόδευσε στην Αστυνομία στο Άργος, όπου παρουσιάστηκε «αυθορμήτως» στις 17 Ιανουαρίου 1949 [4]. Σχηματίστηκαν δύο δικογραφίες σε βάρος του και δικάστηκε από τα Στρατοδικεία Ναυπλίου και Κορίνθου. Καταδικάστηκε σε θάνατο και από τα δύο στρατοδικεία με καταδικαστικές ψήφους 3 έναντι 2 και δεν τον εκτέλεσαν.
  1. Κορίλης Γεώργιος

    Κορίλης Γεώργιος του Ιωάννου (Ντιέγκος), επιστρατευμένος, αγρότης. Στο σπίτι του στα Δένδρα πήγε ο Γιάννης Γεωργίου Παπαϊωάννου από το Μπάρδι και ζήτησε τον αδερφό του το Φάνη, που είχε υπηρετήσει στον ΕΛΑΣ, εκείνος όμως απουσίαζε και πήρε το Γιώργη. Μετά την εκπαίδευση στα έμπεδα (Τουρλάδα και Αγ. Νικόλαος περιοχής Κλειτορίας) εντάχθηκε μάχιμος στο λόχο του Λεωνίδα (Γεωργαντώνη). Δύο ημέρες μετά την άφιξή τους στο Τάτσι τους πήραν και πήγαν να κτυπήσουν τη Νεμέα (21-9-1948), χωρίς η ομάδα τους να πάρει μέρος στη μάχη. Εκεί συνάντησε και το Σωτήρο Δήμα από το Γκέρμπεσι, έκτοτε δεν τον ξανασυνάντησε. Πήρε μέρος στην απόπειρα αναγκαστικής στρατολογίας στη Ν. Επίδαυρο. Οι Επιδαυρίτες τους αντελήφθησαν και έφυγαν πυροβολώντας. Οι αντάρτες μπήκαν στο χωριό, δεν μπόρεσαν να πάρουν κανένα και αφού έκαψαν το Ειρηνοδικείο και πήραν ό,τι είχαν ανάγκη κυρίως φάρμακα και τρόφιμα, πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Τη νύχτα χιόνισεž πέρασαν από τις Λίμνες, όπου χωρίστηκαν σε ομάδες και αφού έφαγαν στα σπίτια του χωριού, μέσα από το Μπερμπάτι και το νεκροταφείο των Μυκηνών επέστρεψαν στη βάση τους. Ασθένησε σοβαρά και ο γιατρός του συνέστησε να πλησιάσει στο χωριό του. Ο Επίτροπος του Συγκροτήματος τον εφοδίασε με φύλλο πορείας και χωρίς ντουφέκι με ένα ξύλο για στήριγμα αρχίζει η οδύσσεια της επιστροφής Λυκούρια-Λίμνη-Φενεού-Γκιόζα-Καντήλα-Σκοτεινή-Μπογιάτι-Αρτεμήσιο, όπου βρίσκει το λόχο του Παππά-Νεστάνη-Σαϊτά (Γκιόζα)-Λαύκα-Καλιάνι, όπου κρύβεται και με τη βοήθεια κάποιου γηγενούς παραδίδεται στο στρατό στις 28-29 Ιανουαρίου 1949. Ακολούθως τον μετέφεραν στο Κιάτο-Κόρινθο και κατέληξε στο στρατόπεδο της Ποσειδωνίας στη βόρεια είσοδο του ισθμού της Κορίνθου προς το Λουτράκι. Είχε ήδη πάθει κρυοπαγήματα στα πόδια και όλους τους «κρυοπαγημένους» τους είχαν συγκεντρώσει σε μια σκηνή. Μετά τη θεραπεία τον έστειλαν ως ανήλικο στις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου, αλλά και εκεί ασθένησε και πάλι και επέστρεψε για θεραπεία σε διάφορα νοσοκομεία. Σχημάτισαν σε βάρος του δικογραφία και τον κάλεσαν στο στρατοδικείο, αλλά δεν παρουσιάστηκε, σύμφωνα με  εντολή που του είχε δώσει ο διευθυντής της σχολής, ούτε ποτέ άλλοτε τον ενόχλησαν.

  1. Ουλής Ανδρέας του Ιωάννου (Μαντάς), επιστρατευμένος, αγρότης. Όταν έφτασαν στο Τάτσι τον απόλυσαν, ίσως με τη μεσολάβηση του Γιάννη Κώνστα από τη Μιδέα και επέστρεψε στα Δένδρα.
  1. Ουλής Βασίλειος του Δημητρίου (Μπέτσιος), επιστρατευμένος, αγρότης. Εγκατέλειψε τη μονάδα του στο Τουρνίκι και παρουσιάστηκε στις Αρχές. Δικάστηκε από έκτακτο στρατοδικείο και αφού έμεινε φυλακισμένος 2-3 χρόνια απολύθηκε.

Λάλουκα [5]

 

Τον Σεπτέμβρη ή Οκτώβρη του 1948 ομάδα του Δ.Σ.Ε. κατέβηκε στο Λάλουκα για επιστράτευση. Δεν φαίνεται να υπήρχε κάποιο σχέδιο συγκέντρωσης των επιστρατευθέντων νέων, απλά οι μαχητές του ΔΣΕ πήραν όποιον νεαράς ηλικίας συνάντησαν στους δρόμους ή στα καφενεία.

 

Μαχητές του ΔΣΕ από το Λάλουκα

 

  1. Δρούλιας Γεώργιος του Σπύρου, επιστρατευμένος, σκοτώθηκε στην Ευρωστίνα Κορινθίας[6].
  1. Κατσίλας Βασίλης του Δημητρίου, επιστρατευμένος, σκοτώθηκε.
  1. Κουτρουφίνης ή Κολέσης Ιωάννης του Δημητρίου[7], εθελοντής, έφυγε όμως μαζί με τους άλλους από το Λάλουκα. Μέλος της ομάδας ελεύθερων σκοπευτών, πήρε μέρος στη σύλληψη του Άγγλου Kenneth Mathew, δημοσιογράφου και ανταποκριτή του BBC στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 1948 στον αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών[8]. Μετά τη διάλυση ήρθε στην περιοχή της Μιδέας στην ομάδα των Ρέππα – Λέκκα – Μεϊδάνη. Παρουσιάστηκε «αυθορμήτως» στην Υποδιοίκηση Χωροφυλακής Άργους. Καταδικάστηκε από τα στρατοδικεία Κορίνθου και Ναυπλίου σε θάνατο και τον εκτέλεσαν στο νεκροταφείο του Ναυπλίου στις 12 Ιουλίου 1949.
  1. Μπαλάσκας Σπύρος του Παναγιώτη, επιστρατευμένος, ηλικίας 17 περίπου ετών και ασθενής μάλλον από καρδιακό νόσημα. Τον άφησαν ελεύθερο.
  1. Πίκης Κώστας του Γεωργίου, επιστρατευμένος, ηλικίας 17 περίπου ετών και μετά από 23 ημέρες επέστρεψε στο χωριό του.
  1. Τσίγκας Αναστάσιος του Κωνσταντίνου, επιστρατευμένος, αγρότης. Τον τοποθέτησαν στην επιμελητεία και άλλες βοηθητικές υπηρεσίες. Κατά την εκτέλεση κάποιας αποστολής εγκατέλειψε τη μονάδα του και παρουσιάστηκε στο Αστυνομικό τμήμα Ξυλοκάστρου. Στη συνέχεια τον μετέφεραν στην Κόρινθο, όπου μετά από 20 ημέρες τον άφησαν ελεύθερο. Έλλειψε από το σπίτι του 50 ημέρες, όπως λέει ο αδερφός του, 30 ημέρες στο Δ.Σ.Ε. και 20 στη φυλακή.

Λίμνες

 

Περί τα μέσα του Οκτωβρίου 1948 διμοιρία του ΔΣΕ με επικεφαλής το Γιάννη Παπαϊωάννου από την Αμυγδαλίτσα  στρατολόγησε νέους άνδρες και γυναίκες στις Λίμνες. Η διμοιρία αποτελούνταν από 27 συνολικά μαχητές Γκερμπεσιώτες, Μπαρδαίους, Λιμνιάτες και άλλους. Η επιστράτευση ήταν επιλεκτική. Μαχητές της διμοιρίας συνοδευόμενοι από Λιμνιάτες ή με υπόδειξη Λιμνιατών επισκέπτονταν συγκεκριμένα σπίτια και αναζητούσαν τους νέους άνδρες ή τα κορίτσια των σπιτιών. Αφού συγκέντρωσαν όσους μπόρεσαν να βρουν αναχώρησαν για το Αγγελόκαστρο και στη συνέχεια επισκέφθηκαν τον Αη Γιάννη. Κινήθηκαν στην περιοχή για τρεις ημέρες και κατά το διάστημα αυτό πέρασαν από διάφορους οικισμούς της περιοχής για να δηλώσουν με τον τρόπο αυτό την παρουσία τους. Την Τρίτη βραδιά στην περιοχή Μαρίνα Γκλιάτα ο Λιμνιάτης Γιάννης Στάρφας (Πατουλιάρης) συνάντησε τη διμοιρία και ενημέρωσε το διμοιρίτη πως κινήθηκε στρατός από το Άργος. Ο διμοιρίτης Παπαϊωάννου ενημέρωσε τους μαχητές αλλά και τους επιστρατευμένους πώς θα κινηθούν για να περάσουν απέναντι με σκοπό να φθάσουν στην περιοχή του Φαρμακά. Περπατώντας τη νύχτα πέρασαν έξω από τις Λίμνες, από τη Ντάρδιζα, το Κλιμάκι, έξω από το Μπερμπάτι και τους βρήκε η ημέρα στην περιοχή της Παναγίας, όπου ανέβηκαν ψηλά στα βράχια (Ποτέκια) και παρέμειναν όλη την ημέρα. Οι παρατηρητές που είχαν βγάλει μπροστά τους πληροφόρησαν πως επεσήμαναν ομάδα δέκα στρατιωτών στο Κουτσοπόδι. Αμέσως κινήθηκαν προς το Μπερμπάτι και το Στεφάνι, αλλά και από την πλευρά αυτή ακούστηκαν πυροβολισμοί. Παρέμειναν κρυμμένοι μέχρι που τους κάλυψε η νύχτα και περνώντας από τις Μυκήνες έφτασαν στα Χάνια, που τα φύλαγαν μόνο την ημέρα οι χωροφύλακες και πέρασαν απέναντι. Να σημειώσουμε εδώ πως μεταξύ των επιστρατευμένων υπήρχαν και μερικοί ηλικιωμένοι, οι οποίοι γνωρίζοντας τον τόπο κατάφεραν τη νύχτα να φύγουν. Τους μετέφεραν στα χωριά Τουρλάδα και Κόκοβα (Σκοτάνη) έξω από τα Μαζέϊκα όπου ήσαν τα έμπεδα και τους ενέταξαν σε μονάδες. Μέχρι τότε δεν τους είχαν δώσει όπλα. Μετά την κατάρρευση ο καθένας τους ακολούθησε το δρόμο του.

Διήγηση στον γράφοντα του μαχητή και την ημέρα εκείνη επιστρατευθέντος Αποστόλη Γεωργίου Βλάχου στις 28-11-2015 στο σπίτι του στις Λίμνες.

 

Μαχητές του ΔΣΕ από τις Λίμνες

 

 

  1. Βλάχος Αναστάσιος του Γεωργίου (Μπούρτζος ή Άσπρος), εθελοντής, καταδικάστηκε σε θάνατο από το Έκτακτο Στρατοδικείο Κορίνθου (τμήμα Β΄ Ναυπλίου) και τον εκτέλεσαν στο Ναύπλιο στις 20-9-1949.
  1. Βλάχος Ανδρέας του Γεωργίου (Μπούρτζος), επιστρατευμένος, επέζησε.
  1. Βλάχος Απόστολος του Γεωργίου

    Βλάχος Απόστολος του Γεωργίου (Κωτσιώρης), επιστρατευμένος, τον χρησιμοποίησαν σε βοηθητικές εργασίες λόγω του νεαρού της ηλικίας, επέζησε.

  1. Βλάχος Γεώργιος του Παναγιώτη, επιστρατευμένος, επέζησε.
  1. Βλάχος Παναγιώτης του Δημητρίου (Ντρίγκος), επιστρατευμένος, πέθανε από το κρύο.
  1. Γεώργας Ιωάννης του Χρήστου (Νιούλας), επιστρατευμένος, σκοτώθηκε το 1949.
  1. Ζώγαλης Δημήτριος του Αναστασίου, επιστρατευμένος, αγνοούμενος.
  1. Ζωνίτσας Σπύρος του Παναγιώτη, επιστρατευμένος, επέζησε.
  1. Κακούρος Ευθύμιος του Δημητρίου (Καρακίτσης), εθελοντής, επέζησε.
  1. Κακούρος Χρήστος του Ιωάννη (ΚίτσιοΚαραχάλιος), εθελοντής. Σκοτώθηκε σε σύγκρουση με Χιτομάϋδες στη θέση «Ρωμαίικα» Λυρκείας[9] (σπηλιά Βολιμίρι) στις 15-1-1949, τους αποκεφάλισαν όλους.
  2. Καραμάνος Αργύρης του Σωτηρίου, εθελοντής. Παρουσιάστηκε «αυθορμήτως» στη Διοίκηση Χωροφυλακής Αργολίδας στις 24-1-1949[10] και καταδικάστηκε παμψηφεί σε θάνατο με την υπ΄αρ. 105/22-23 Ιουλίου 1949 απόφαση του Εκτάκτου Στρατοδικείου Κορίνθου (τμήμα Β΄ Ναυπλίου). Εκτελέστηκε στο Ναύπλιο την 1-8-1949.
  1. Καρούνης Δημήτριος του Γεωργίου (Μπρίσκος), επιστρατευμένος. Τον έστειλαν ως ανήλικο στις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου∙ επέζησε.
  1. Καρούνης Χρήστος του Μιχαήλ (ΚιτσιοΚαλατζής), επιστρατευμένος, επέζησε.
  1. Κατεμής Γεώργιος του Αναστασίου

    Κατεμής Γεώργιος του Αναστασίου, εθελοντής. Ταγματάρχης του Ελληνικού στρατού, κατατάχθηκε στον ΕΛΑΣ και υπηρέτησε ως Διοικητής του 24ου Συντάγματος με έδρα το χωριό Άνω Κοτσανόπουλο του Δήμου Πρέβεζας με το ψευδώνυμο «Αραχναίος». Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας εξορίστηκε στη Νάξο και με εντολή του ΚΚΕ δραπέτευσε τον Απρίλη του 1947 και κατατάχθηκε στο ΔΣΕ. Δραπέτευσαν συνολικά 12 αξιωματικοί, που έφθασαν στη Ρούμελη εκτός από δύο, που συνελήφθησαν. Υπηρέτησε στο ΔΣΕ στο Γ.Α. και ως αξιωματικός επιχειρήσεων κατάρτισε το «σχέδιο ελιγμού» στο Βίτσι. Μετά την ήττα εγκαταστάθηκε στη Σοβιετική Ένωση, στη Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας επέστρεψε στην Ελλάδα. Επέζησε.

  1. Κατεμής Δημήτριος του Αναστασίου (Ντολολός), εθελοντής. Παρουσιάστηκε στις 24 Ιανουαρίου 1949 στη Διοίκηση Χωροφυλακής Αργολίδας[11]. Επέζησε.
  1. Κατεμής Δημήτριος του Ιωάννου (Ντολολός ή Γκαβανάς), εθελοντής. Ελεύθερος σκοπευτής στην ομάδα Μπαβελή. Πήρε μέρος στη σύλληψη του Άγγλου δημοσιογράφου και ανταποκριτή του BBC στην Αθήνα Kenneth Mathew στις 11 Οκτωβρίου 1948 στον αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών. Σκοτώθηκε στις 17-1-1949 σε σύγκρουση της ομάδας με απόσπασμα χωροφυλακής στην περιοχή Χάνι Φιχτίων[12].
  1. Κονδύλη Χρυσούλα του Γεωργίου (Κολιού ή Τσόμπου), επιστρατευμένη∙ υπηρέτησε στην πολιτοφυλακή[13]∙ επέζησε.
  1. Κορδαλή Κατερίνα του Παναγιώτη, επιστρατευμένη, επέζησε.
  1. Κυμπούρης Ιωάννης του Δημητρίου, εθελοντής, αγνοούμενος.
  1. Κυμπούρης Παναγιώτης του Γεωργίου, επιστρατευμένος, αγνοούμενος.
  1. Λέκκα Βασιλική του Ευαγγέλου, εθελόντρια.
  1. Λέκκας Δημήτριος του Αναστασίου, σκοτώθηκε στο διάσελο του κυνηγού από φίλια πυρά.
  1. Μελέτη Σοφία του Ιωάννη, εθελόντρια, ομαδάρχισα[14]. Καταδικάστηκε σε θάνατο από Έκτακτο Στρατοδικείο με καταδικαστικές ψήφους 4 έναντι 1, επέζησε.
  1. Μελέτης Ανάργυρος, επιστρατευμένος. Παρουσιάστηκε στις 24 Ιανουαρίου 1949 στη Διοίκηση Χωροφυλακής Αργολίδας[15].
  1. Μελέτης Δημήτριος (Ρούσσης), επιστρατευμένος, επέζησε.
  1. Μελέτης Μιχαήλ του Ιωάννη, εθελοντής, ελεύθερος σκοπευτής στην ομάδα Μπαβελή. Πήρε μέρος στη σύλληψη του Άγγλου δημοσιογράφου και ανταποκριτή του BBC στην Αθήνα Kenneth Mathew στις 11 Οκτωβρίου 1948 στον αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών[16]. Σκοτώθηκε στις 17-1-1949 σε σύγκρουση της ομάδας με απόσπασμα χωροφυλακής στην περιοχή Χάνι Φιχτίων[17].
  1. Μπαστούνης Δημήτρης του Χρήστου (Μότος ή Στελέτος), επιστρατευμένος, επέζησε.
  1. Νώτη Μαρία, (Μήτα), επιστρατευμένη, αγνοούμενη.
  1. Οικονόμου Βασίλειος του Αριστείδη (Τόπης), εθελοντής, αγνοούμενος.
  1. Οικονόμου Ιωάννης του Παναγιώτη, καταδικάστηκε σε θάνατο από το Έκτακτο Στρατοδικείο Κορίνθου (τμήμα Β΄Ναυπλίου) και εκτελέστηκε στο Ναύπλιο στις 2-8-1949.
  1. Ουλή Σοφία (Γκούμα), επιστρατευμένη, επέζησε.
  2. Πιτσίκου Αναστασία του Αναστασίου (Καρκαβίνη), επιστρατευμένη, επέζησε.
  1. Ρουστέμης Βασίλης του Μαρίνου, εθελοντής, σκοτώθηκε το 1949.
  1. Σουφρίλας Χρήστος του Αριστείδη (Ντόκος), επιστρατευμένος, αγνοούμενος.
  1. Σταμάτη Μαρίνα του Ιωάννη (Κανονιάρα), επιστρατευμένη, επέζησε.
  1. Στάρφας Δημήτριος Παναγιώτη (Σπίγκος), λιποτάκτησε από τον εθνικό στρατό, όπου είχε καταταγεί και προσχώρησε στο ΔΣΕ. Αγνοούμενος.

 

Μάνεσι

 

Τη στρατολογία στο Μάνεσι, στα Δένδρα και στην Πουλακίδα έκανε ο λόχος του Γιάννη Παππά ταυτόχρονα στα τρία χωριά στις 18 Σεπτεμβρίου 1948. Στο Μάνεσι τη στρατολογία οργάνωσαν οι Βασίλειος Κων. Καραμάνος, Πέτρος Χρήστου Ξύδης και ο Σωτήρος Παν. Καραμάνος, κάτοικοι Μάνεσι. Ήταν Σαββατόβραδο και έβαλαν μια συκωταριά ρεφενέ στο μαγαζί του Τάκη Καραμάνου, του αόμματου. Τους συγκέντρωσαν όλους πάνω στα αλώνια. Τη στρατολογία επέβλεπε ο ίδιος ο Παππάς, παρευρίσκονταν επίσης ο Τρύφωνας Παπαγεωργόπουλος από το Γκέρμπεσι, ο Γιώργης Παπαϊωάννου από την Αμυγδαλίτσα και Δημήτριος Κατεμής από τις Λίμνες.

Ο Γιάννης Κουτσουράκης ζήτησε να αφήσουν του γιό του το Γιώργη, επειδή ήταν μικρός, του ζήτησαν όμως να τον αντικαταστάσει με τον άλλο του γιό, το Μήτσιο, τον οποίο και έφερε. Το ίδιο συνέβη και με το Θωμά του Πλιάσκα, ο πατέρας του όμως δεν δέχθηκε να γίνει αλλαγή. Αφού συγκεντρώθηκαν και τα τρία τμήματα (Μάνεσι – Δένδρα – Πουλακίδας) στο εκκλησάκι του Αϊ Σπυρίδωνα κοντά στα Ντούσια, που είχε οριστεί ως τόπος συγκέντρωσης, κατέβηκαν στο γεφύρι του Μπερμπατιού και αφού πέρασαν από το εκκλησάκι της Παναγίας του Μπερμπατιού και τις Μυκήνες διάβηκαν τον επικίνδυνο, γιατί φυλασσόταν, δημόσιο δρόμο Κορίνθου – Άργους πάνω από τα Φίχτια και από το Μοναστήρι της Μπόρσιας και Δούκα έφτασαν στο Τάτσι. Στην Παναγία στο Μπερμπάτι άφησαν ελεύθερο τον Σωτήρο Καραμάνο να επιστρέψει στο χωριό του, γιατί ο Σωτήρος είχε τραυματισθεί στη μάχη της Αθήνας κατά τα Δεκεμβριανά και ήταν ανίκανος για στρατιωτική υπηρεσία και μάλιστα στις συνθήκες του αντάρτικου πολέμου (του είχαν χειρουργικά αφαιρέσει τμήμα του κρανίου). Στο Τάτσι έδωσαν σε κάποιους ειδικότητες και τους υπόλοιπους τους οδήγησαν στα έμπεδα για να τους εκπαιδεύσουν στο χειρισμό των όπλων.

Τα έμπεδα βρίσκονταν πάνω από τα Μαζέϊκα, στα ορεινά χωριά Τουρλάδα και  Κόκοβα (σήμερα Σκοτάνη). Μετά την εκπαίδευση οι μάχιμοι εντάχθηκαν στον νεοφτιαγμένο λόχο του Λεωνίδα (Γεωργαντώνη). Ο Βασίλειος Καραμάνος και ο Πέτρος Ξύδης εντάχθηκαν στο Κέντρο Πληροφοριών (Κ.Π.), ο Αθανάσιος Δήμας στην Πολιτοφυλακή, ο Μιχάλης Ζέρβας και ο Χρήστος Βλάχος στην υγειονομική υπηρεσία και ο Αναστάσιος Καραμάνος (Καρυώτης) πήγε στην επιμελητεία, και οι υπόλοιποι τυφεκιοφόροι.

 

Μαχητές του ΔΣΕ από το Μάνεσι

 

 

  1. Αργύρης Παναγιώτης του Νικολάου

    Αργύρης Παναγιώτης του Νικολάου (Μπαρδούνης), επιστρατευμένος, αγρότης. Είχε υπηρετήσει μάχιμος στον ΕΛΑΣ και μετά την παράδοση των όπλων διώχθηκε από το δεξιό παρακράτος. Στο Δ.Σ.Ε. ήταν μάχιμος και τραυματίστηκε. Δεν γνωρίζουμε εάν συνελήφθη ή παραδόθηκε. Δικάστηκε από το έκτακτο στρατοδικείο Τριπόλεως. Επέζησε.

 

  1. Δήμας Αθανάσιος του Αναστασίου

    Δήμας Αθανάσιος του Αναστασίου, επιστρατευμένος, αγρότης. Υπηρέτησε στην πολιτοφυλακή στο Τάτσι για δέκα ημέρες, στα Μαζέϊκα για δέκα πέντε ημέρες και στη συνέχεια στα Αρφαρά και στην Αγ. Βαρβάρα. Διοικητής ήταν ο Στάθης Λιάκας από την Υπάτη και υποδιοικητής ο Δημήτριος Κορίλης από το Γκέρμπεσι, ο οποίος τον πήρε μαζί του στη Βαρβάρα. Η έδρα της υποδιοίκησης ήταν στο Περιθώρι. Όταν άρχισε η διάλυση ο Δημήτριος Κορίλης τον εφοδίασε με φύλλο πορείας για το Τάτσι, όπου συνάντησε τον Μιχ. Μεϊδάνη. Ακολούθησε την πορεία Κρινόφυλλο, Λυκούρια, Καντήλα, Σκοτεινή, Αγ. Νικόλαος, Τάτσι. Στο Τάτσι ο Μεϊδάνης του συνέστησε να φύγει και τούδωσε συνοδό για λόγους ασφαλείας τον ελεύθερο σκοπευτή Παναγιώτη Δανόπουλο από τα Φίχτια, που τον συνόδευσε μέχρι την περιοχή Λάφρες πάνω από το Ανυφί. Στο Τάτσι πήρε μαζί του και τον Βασίλη Καραμάνο. Έφτασαν στο Μάνεσι στις 28-29 Δεκεμβρίου 1948. Συνδέθηκε με την ομάδα του Γκερμπεσιού και χρησιμοποίησε το καταφύγιο στο Παλιόκαστρο για μικρό διάστημα. Μια βραδιά έμεινε στο καταφύγιο των Μπαρδαίων στο Φίζι, που το περιγράφει ως εξής, «είχαν σκάψει πίσω από έναν ψηλό τοίχο, στην οροφή είχαν στηρίξει ξύλα και τσίγκους και από πάνω είχαν ρίξει χώμα και όλο το χωράφι ήταν σπαρμένο κριθάρι. Μπροστά είχε μια πέτρα που την μετακινούσες και έμπαινες μέσα από μια τρύπα που ίσια ίσια χώραγε ένας άνδρας». Παρουσιάσθηκε αυθορμήτως στον Σταθμό Χωροφυλακής Μιδέας (Μέρμπακα) στις 17-1-1949 συνοδευόμενος από το πατέρα του και το Παναγιώτη Μιχάλο από τα Δένδρα. Καταδικάσθηκε με την υπ’ αρ. 105/1949 απόφαση του εκτάκτου στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄Τμήμα Ναυπλίου)  στην ποινή των ισοβίων δεσμών με ψήφους 3 έναντι 2. Απολύθηκε δυνάμει του  υπ’ αρ. 126/1951 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου λόγω παραγραφής της ποινής του κατ’ εφαρμογή του α.ν. 1504/1950. Επέζησε.

  1. Δήμας Γεώργιος του Θωμά

    Δήμας Γεώργιος του Θωμά (Κακαρίζης), επιστρατευμένος, αγρότης. Όπως μου είχε ειπεί, για ένα διάστημα υπηρέτησε στα έμπεδα {Τουρλάδα και Κόκοβα (σήμερα Σκοτάνη) πάνω από τα Μαζέϊκα} όπου ο Δ.Σ.Ε. Πελοποννήσου είχε οργανώσει στρατόπεδο εκπαίδευσης των στρατολογημένων και στη συνέχεια υπηρέτησε στο λόχο του Παππά μέχρι την ημέρα που τους συνέλαβε ο εθνικός στρατός και ο Παππάς αυτοκτόνησε (10-2-1949). Δεν γνωρίζω τη δικαστική του διαδρομή. Φωτογραφία: Όταν υπηρετούσε στον ΕΛΑΣ.

  1. Δήμας Θεοδόσης του Ιωάννου

    Δήμας Θεοδόσης του Ιωάννου (Κορδατζής), επιστρατευμένος, αγρότης. Παρουσιάσθηκε αυθορμήτως στη Διοίκηση του αποσπάσματος Αλέας στις 22-1-949[18]. Καταδικάσθηκε με την υπ’ αρ. 105/1949 απόφαση του εκτάκτου στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄ Τμήμα Ναυπλίου) στην ποινή των πρόσκαιρων δεσμών 20 ετών και απολύθηκε στις 9-2-1951 δυνάμει του  υπ’ αρ.-126/1951 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου λόγω παραγραφής της ποινής κατ’ εφαρμογή του α.ν. 1504/1950. Επέζησε.

  1. Δήμας Θωμάς του Σταύρου (Πλιάσκας), επιστρατευμένος, αγρότης, υπηρέτησε ως οπλοπολυβολητής. Ο Γιώργης Κορίλης από τα Δένδρα διηγείται σχετικά (μετά τον τότε πρόσφατο φυσιολογικό θάνατό του) «Το Θωμά τον είχα δει. Ήτανε ένας αντάρτης από το Δάρα, ο Νάκος, έτσι τον λέγανε, ένα ζώο ήτανε, κούραση δεν ήξερε τί ήτανε, δηλαδή, πώς έχουμε σήμερα τα 100, έτσι ήτανε η ομάδα του Νάκου και μέσα στην ομάδα αυτή ήτανε και ο Θωμάς. Πολύ γρήγοροι, ακούραστοι άνθρωποι, πετάγανε στον αέρα και να πεθάνει (απεβίωσε από ασθένεια), ποιός; ο Θωμάς, που εκεί πάνω ήτανε πουλί, πέταε». Παρουσιάστηκε στις Αρχές, δικάστηκε από το στρατοδικείο Ναυπλίου. Επέζησε.
  1. Ζέρβας Μιχαήλ του Μιχαήλ (Μπίθας ή Ρασπούτιν), επιστρατευμένος, αγρότης. Υπηρέτησε ως νοσοκόμοςž παρουσιάστηκε αυθορμήτως στις Αρχές (ίσως στην Αλέα με τον Θεοδόση Δήμα). Δικάστηκε από το Έκτακτο Στρατοδικείο Κορίνθου και μάλλον αθωώθηκε. Επέζησε.
  2. Καραμάνος Αναστάσιος του Παναγιώτη (Καριώτης), επιστρατευμένος, αγρότης. Στο Τάτσι πάλεψε με κάποιον άλλο μαχητή και έσπασε το πόδι του. Εργάστηκε στην επιμελητεία. Παρουσιάστηκε στις Αρχές και απαλλάχτηκε της ποινής λόγω πλήρους συγχύσεως με την υπ’ αρ. 105/1949 απόφαση του εκτάκτου στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄ Τμήμα Ναυπλίου). Επέζησε.
  1. Καραμάνος Βασίλειος του Κωνσταντίνου

    Καραμάνος Βασίλειος του Κωνσταντίνου (Τσιαντής), εθελοντής, αγρότης. Υπηρέτησε στην πολιτοφυλακή και στο Κέντρο Πληροφοριών[19]. Παρουσιάστηκε στη Διοίκηση χωροφυλακής Αργολίδας στις 17 Ιανουαρίου 1949 μαζί με το Θανάση Δήμα[20], ο οποίος (Θανάσης) ισχυρίζεται πως ο Βασίλης Καραμάνος παρουσιάστηκε στον αστυνομικό Σταθμό Μιδέας (Μέρμπακα) στις 20 Ιανουαρίου 1949. Καταδικάστηκε με την υπ’ αρ. 105/1949 απόφαση του εκτάκτου στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄ Τμήμα Ναυπλίου) παμψηφεί σε θάνατο και τον εκτέλεσαν στο νεκροταφείο Ναυπλίου (Πρόνοια) την 1η Αυγούστου 1949.

  1. Καραμάνος Γεώργιος του Αναστασίου (Ντουρντούλας), επιστρατευμένος, αγρότης. Δεν έχω πληροφορίες για τη μετά τη διάλυση πορεία του. Επέζησε.
  1. Καραμάνος Δημήτριος του Ιωάννου, με τη σύζυγό του.

    Καραμάνος Δημήτριος του Ιωάννου (Λιόσης), επιστρατευμένος, αγρότης. Στρατολογήθηκε τον Οκτώβρη του 1948 από τους ελεύθερους σκοπευτές, που κινούνταν στην περιοχή μας. Υπηρέτησε στο λόχο του Παππά ως μάχιμος οπλοπολυβολητής. Μετά τη διάλυση παρουσιάστηκε στον εθνικό στρατό. Είχε πάθει κρυοπαγήματα στα πόδια και τον μετέφεραν στο νοσοκομείο της Τρίπολης για θεραπεία. Στη συνέχεια τον μετέφεραν στο στρατόπεδο της Τρίπολης και δικάστηκε από το έκτακτο στρατοδικείο Τρίπολης. Δεν γνωρίζω το αποτέλεσμα της δίκης, ενδιαφέρθηκε πάντως γι αυτόν ο ανώτατος αξιωματικός του εθνικού στρατού Κλεώπας από την Πουλακίδα. Τον έστειλαν στρατιώτη στη Μακρόνησο, όπου παρέμεινε για τρία έτη. Στο νοσοκομείο γνώρισε τη συναγωνίστριά του Γεωργία Σταύρου Κανελλοπούλου από το χωριό Παλιομοίρι της Μεγαλόπολης Αρκαδίας, που έπασχε από κρυοπαγήματα στα κάτω άκρα, με την οποία παντρεύτηκαν και έζησαν στην Αυστραλία και στο Μάνεσι. Στη φωτό με τη σύζυγό του.

  1. Κουτσουράκης Δημήτριος του Ιωάννου, επιστρατευμένος, αγρότης – ποιμένας. Κατά την επιστράτευση ο πατέρας του ζήτησε και αντικατέστησε τον μικρό του γιο Γιώργο με το Μήτσιο. Κατά τους Γεώργιο Ιωάν. Κορίλη και Θανάση Δήμα τον συνέλαβαν πολίτες στη Λαύκα, όπου τον είχαν στείλει να αγοράσει τσιγάρα και τον σκότωσαν.
  2. Μεϊδάνης Μιχάλης του Παναγιώτη

    Μεϊδάνης Μιχάλης του Παναγιώτη (Παναγάρας), εθελοντής. Ο Μιχάλης Μεϊδάνης γεννήθηκε στο Μάνεσι το 1918. Το Νοέμβρη του 1941 μαζί με το Μήτσιο Δεμοίρο από το Ανυφί και τον Πάνο Λιλή από το Γκέρμπεσι εργάστηκε για την δημιουργία οργανώσεων του Ε.Α.Μ. στην Αργολίδα. Στη συνέχεια ανέβηκε στην Αθήνα και γράφτηκε στην Ανωτάτη Εμπορική Σχολή. Τον πιάσανε οι Ιταλοί να μοιράζει προκηρύξεις και τον κλείσανε στις φυλακές Αβέρωφ. Κατάδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης μερικών μηνών και μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών οι Γερμανοί τον μεταφέρανε στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Απολύθηκε το Γενάρη προς Φλεβάρη 1944 και γύρισε στο χωριό. Πήρε μέρος στη Περιφερειακή Συνδιάσκεψη του Κ.Κ.Ε., που συνήλθε στη Ν. Επίδαυρο στις 15 Μαρτίου 1944 και εκλέχτηκε αναπληρωματικό μέλος της Π.Ε. και αντιπρόσωπος στην Πελοποννησιακή Συνδιάσκεψη του Κ.Κ.Ε. που συνήλθε κατά μέσα Απριλίου 1944 στο χωριό Σερακίνη κοντά στο Μπογιάτι Γορτυνίας. Ήταν περιφερειακός υπεύθυνος του Κ.Κ.Ε. για την πόλη του Άργους. Το 1945 τον φυλάκισαν στην Ακροναυπλία μέχρι το τέλος 1945. Στη συνέχεια εντάχθηκε στο Δ.Σ.Ε. Πελοποννήσου. Συνεργαζόταν στενά με τον Φίλιππα Ρέππα και το Γιάννη Λέκκα στα αρβανιτοχώρια της Αργολίδας. Ταχτικά ανέβαιναν στην περιοχή του 4ου Συγκροτήματος και πάλι γύριζαν, όπως με είχε πληροφορήσει ο Θοδόσης Κακούρος από το Μπάρδι, που είχε αναλάβει την τροφοδοσία τους. Πιστεύω πως αποτελούσαν ομάδα πληροφοριών (Κ.Π.). Με τους Φίλιππο Ρέππα και Γιάννη Λέκκα εξεβίασαν τους εργοστασιάρχες της Αργολίδα Ηλία Παπαντωνίου και Καραμέλη και τους απέσπασαν χρήματα για τις ανάγκες του Δ.Σ.Ε. με αντάλλαγμα να μη προκαλέσουν βλάβες στις εργοστασιαρχικές εγκαταστάσεις τους. Κατά την περίοδο της διάλυσης ο Θανάσης Δήμας τον συνάντησε στο Τάτσι. Κατέβηκε στο Μάνεσι με τον Γιάννη Κώνστα, Δημήτριο Κορίλη και Αναστάσιο Παν. Καραμάνο, κατά τις 20 Ιανουαρίου 1949[21]. Ο Μεϊδάνης με τον Φίλιππα Ρέππα και τον Γιάννη Λέκκα και άλλους ευκαιριακούς χρησιμοποιούσαν τρία καταφύγια, το ένα βρισκόταν στη Κιάφα Ρούγκα, το άλλο ανατολικά της Μάλια Κρλια και το τρίτο στο Παληόκαστρο. Στις 18 Μάρτη 1949 δεχθήκανε επίθεση τμημάτων στρατού, χωροφυλακής και πολιτών στο καταφύγιο της Μάλια Κρλια ανατολικά του Γκερμπεσιού και ο Μεϊδάνης και ο Φίλιππας τραυματιστήκανε και στη συνέχεια αυτοκτόνησαν σύμφωνα με πληροφορίες των χωροφυλάκων αλλά και πολιτών, που συνόδευαν το απόσπασμα, ενώ ο Γιάννης Λέκκας μπόρεσε να απομακρυνθεί, τον συνέλαβαν όμως  ένοπλοι πολίτες, που εργάζονταν στην περιοχή. Την περίπτωση της αυτοκτονίας των Μεϊδάνη και Φίλιππα Ρέππα την πιστεύω απόλυτα, γιατί δεν ήσαν άνθρωποι που θα παραδίδονταν. Τους έθαψαν στο νεκροταφείο του Αγ. Νικολάου Άργους.

  1. Ξύδης Πέτρος του Χρήστου

    Ξύδης Πέτρος του Χρήστου (Μπότσας), εθελοντής, επιστρατεύθηκε με τους άλλους Μανεσιώτες. Κατά το Θανάση Δήμα υπηρέτησε στο κέντρο πληροφοριών (ΚΠ). Τον συνέλαβαν με το αρχείο πληροφοριών. Δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο από το στρατοδικείο Κορίνθου (Β΄τμήμα Ναυπλίου) και εκτελέστηκε στο νεκροταφείο Ναυπλίου στις στις 12-7-1949.

 

 

Μιδέα (Γκέρμπεσι)

 

Στις 28 Ιουλίου 1948, ημέρα Τετάρτη το απόγευμα πήγαινα με την αδερφή μου, την Κατερίνα, στο σπίτι. Φτάνοντας στο ρέμα, που περνάει έξω από το σπίτι, βλέπουμε στο δρόμο έναν ένοπλο και τον Γιάννη Δημητρίου Παπαγεωργόπουλο (Κουτούλη) να περνάει τρέχοντας και φωνάζοντας. Ο Γιάννης ήταν στενός οικογενειακός μας φίλος και τον γνωρίσαμε, ξέραμε ότι ήταν στο Δημοκρατικό Στρατό. Για τον καλό μας φίλο θα μιλήσουμε λίγο πιο κάτω. Καταλάβαμε ότι επρόκειτο για αντάρτες. Μετά ακούσαμε που φώναζαν με το χωνί πως το χωριό είναι κυκλωμένο από δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού, να μη φοβηθούμε και να συγκεντρωθούμε στην πλατεία. Είχε κατέβει ο λόχος του Γιάννη Παππά. Οι δεξιοί του χωριού, που ήσαν ένοπλοι, όταν ειδοποιήθηκαν πως έρχονται αντάρτες, έτρεξαν και έφυγαν με κατεύθυνση προς Ναύπλιο για να σωθούν.

Ο Γιάννης Κουτούλης μόλις έμαθε τη φυγή των δεξιών έτρεξε φωνάζοντας προς το αντάρτικο τμήμα της εμπροσθοφυλακής, που θα καταλάμβανε το ύψωμα του Αγίου Θωμά, να μη τους κτυπήσουνε και να τους αφήσουν να περάσουν. Δεν ξέρω αν πρόλαβαν να φύγουν ή αν τους άφησαν οι αντάρτες, γεγονός είναι ότι δεν υπήρξε συμπλοκή.

Ανεβαίνοντας προς την πλατεία ένας αντάρτης μάλλον μικρού αναστήματος, αλλά στιβαρός και μαυριδερός, έτσι τουλάχιστον τον θυμάμαι, με πλησίασε και με ρώτησε φιλικά πώς περνάμε στο χωριό και πώς λέγομαι˙ του απάντησα και αμέσως με ρώτησε «τον Γιάννη Κώνστα, που έχουμε μαζί μας, τι τον έχεις;».

Έτσι έμαθα πως ο πατέρας ήταν μαχητής του ΔΣŞ είχαμε μερικούς μήνες να πάρουμε πληροφορίες του. Ο αντάρτης ήταν ο Μήτσιος Γιομπρές από τη Νεμέα, όπως ο ίδιος μου είπε, ο οποίος τραυματίστηκε θανάσιμα από φίλια πυρά κατά την προσβολή του αστυνομικού τμήματος της Νεμέας από μονάδα του Δ.Σ.Ε. Μαζευτήκαμε στην πλατεία και ο Γιάννης Παππάς μας μίλησε για τους σκοπούς του ΔΣΕ και άλλα. Η μάνα ζήτησε πληροφορίες από το Γιάννη Κουτούλη και αυτός της είπε πως ο πατέρας ήταν μαζί τους. Σκοπός της παρουσίας των ανταρτών στο χωριό ήταν η αναγκαστική στρατολογία νέων μαχητών. Μαζί τους ήταν και ο Γεώργιος Κωνσταντίνου Παπαγεωργόπουλος (Ζιούβας) από τη Μιδέα.

 

Μαχητές του ΔΣΕ από τη Μιδέα (Γκέρμπεσι)

 

  1. Γεώργας Κωνσταντίνος του Γεωργίου (Επαναστατικό ψευδώνυμο: «Ρέππας», Επαναστατικό όνομα: «Φάνης ή καπετάν Φάνης»), εθελοντής. Προσχώρησε στο ΕΑΜ αμέσως μετά τη δημιουργία του και μετά τη σύσταση της ΟΠΛΑ ανέλαβε πολιτικός επίτροπος καθοδηγητής της ομάδας ΟΠΛΑ με έδρα το Γκέρμπεσι. Δεν γνωρίζω ποια ήταν η έκταση της τοπικής της αρμοδιότητας, εάν δηλαδή περιοριζόταν στο Γκέρμπεσι και τα γύρω ενδεχομένως χωριά ή εάν κατελάμβανε ολόκληρη την περιοχή της Ναυπλίας. Το δεύτερο θεωρώ πλησιέστερο προς την αλήθεια, αφού ο έλεγχος της ΟΠΛΑ είχε ανατεθεί στο Γραμματέα της Περιφερειακής Επιτροπής του ΚΚΕ και η Ναυπλία αποτελούσε περιφέρεια, όπως και το Άργος. Με την έναρξη της μεταβαρκιζιανής δεξιάς τρομοκρατίας πήγε στην Αθήνα και όπως μου είχε ειπεί ο ίδιος το κόμμα τον τοποθέτησε Γραμματέα της Κ.Ο.Β. Νέων Σφαγείων και αργότερα οργανωτή της 5ης Αχτιδικής Επιτροπής Καλλιθέας.Κατά το τέλος του 1945 τον κάλεσε ο Ζαχαριάδης στο γραφείο του και του ανακοίνωσε την απόφασή του να τον μεταθέσει στην οργάνωση της Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια τον μετέφεραν στο στρατόπεδο Μπούλκες στη Γιουγκοσλαβία. Το 1947 επιστρέφει  στην Ελλάδα και με το βαθμό του ταγματάρχη  πληροφοριών του Δ.Σ.Ε. αναλαμβάνει τη διοίκηση του Κέντρου Πληροφοριών  Φλωρίνης, Αμυνταίου κ.λπ. Συνελήφθη από τον εθνικό στρατό  μάλλον το 1948 στην περιοχή της Φλώρινας. Τον μετέφεραν στην Αθήνα όπου τον βασάνισαν άγρια και στη συνέχεια τον μετέφεραν στις φυλακές της Ακροναυπλίας και δεν ξέρω πού αλλού. Δικάστηκε από στρατοδικείο χωρίς να γνωρίζω τίποτα περισσότερο. Επέζησε.
  1. Γιαννάκος Κωνσταντίνος του Γεωργίου, εθελοντής. Κατατάχθηκε στον εθνικό στρατό στην Κόρινθο. Με τους Γεώργιο Ευαγγέλου Κακούρο από την Αμυγδαλίτσα, Δημήτρη Κοτσαρίδη από το Άργος και Φίλιππο Αλμπάνη φοιτητή της ιατρικής από την Κόρινθο λιποτάκτησαν∙ έφυγαν από το στρατόπεδο της Κορίνθου και κατέβηκαν στην Αμυγδαλίτσα, όπου συνάντησαν τους Φίλιππο Ρέππα και Μιχάλη Μεϊδάνη και στη συνέχεια ανέβηκαν στην ορεινή Αργολίδα και κατατάχθηκαν στον ΔΣΕ. Μετά τη διάλυση κατέβηκαν στην Αμυγδαλίτσα και κρύβονταν σε δύο καταφύγια, που είχαν φτιάξει στις περιοχές Φίζι και Μπρακά στην περιοχή της Αμυγδαλίτσας. Τους τροφοδοτούσε η μητέρα του Γεωργίου Κακούρου. Στις 21 Μαρτίου 1949 απόσπασμα χωροφυλακής υπό τον Ανθυπασπιστή Κωνσταντίνο Χριστάκη βοηθούμενο από πολίτες κύκλωσε το καταφύγιο. Τον Κωνσταντίνο Γιαννάκο τον σκότωσαν έξω από το καταφύγιο και τους άλλους  τρεις τους σκότωσαν αμέσως μετά τη σύλληψη στη δυτική είσοδο του χωριού και παρουσία της μάνας του Γεωργίου Κακούρου. Στο καταφύγιο οδήγησε το απόσπασμα χωροφυλακής ο αντάρτης Γιάννης Λέκκας από το Γκέρμπεσι, τον οποίο είχαν συλλάβει στις 18-3-1949, όταν κτύπησαν το καταφύγιο στο Γκέρμπεσι.
  1. Γιαννάκος Χρήστος του Γεωργίου

    Γιαννάκος Χρήστος του Γεωργίου, εθελοντής. Πήρε μέρος στην εθνική αντίσταση κατά των Γερμανών από τις τάξεις του ΕΑΜ. Διώχθηκε από το μεταβαρκιζιανό τρομοκρατικό καθεστώς και έφυγε από το χωριό. Το ΚΚΕ τον έστειλε στο Μπούλκες και στη συνέχεια στο ΔΣΕ. Υπηρέτησε σε δίκτυο πληροφοριών στη βόρεια Ελλάδα, ίσως με τον βαθμό του λοχαγού. Τον συνέλαβε η υπηρεσία επαγρύπνησης του ΔΣΕ με άλλους 78 της ίδιας ομάδας με την κατηγορία της κατασκοπίας, όπως ο ίδιος μου είχε εκμυστηρευτεί, για να καλύψουν ευθύνες υψηλόβαθμου στελέχους του ΔΣΕ. Κατάφερε να αποδράσει από το αντίσκηνο όπου τους κρατούσαν και παρουσιάστηκε στον στρατηγό Κετσέα, που διηύθυνε τις επιχειρήσεις στη Στερεά Ελλάδα. Φυλακίστηκε και στην Ακροναυπλία. Δεν γνωρίζω εάν δικάστηκε από στρατοδικείο καθώς και το αποτέλεσμα της δίκης. Επέζησε.

  1. Δήμας Σωτήριος του Χρήστου

    Δήμας Σωτήριος του Χρήστου, επιστρατευμένος, ράφτης. Ο Γεώργιος Κορίλης (Ντιέγκος) ήταν μαζί του στην προσβολή της Νεμέας (2191948). Σκοτώθηκε.

  1. Κορίλης Δημήτριος του Παναγιώτη (Παζής), εθελοντής, αγρότης και έγγαμος με δυο παιδιά. Πολέμησε στην Αλβανία κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Υπήρξε μέλος του ΕΑΜ του χωριού και επικεφαλής του εφεδρικού ΕΛΑΣ της περιοχής. Διώχθηκε από το μεταβαρκιζιανό καθεστώς και μάλλον την άνοιξη του 1948 κατατάχθηκε στο ΔΣΕ. Υπηρέτησε ως υποδιοικητής πολιτοφυλακής Αιγιαλείας με έδρα το Περιθώρι (Διοικητής ήταν ο Στάθης Λιάκας, ταγματάρχης του Ελληνικού Στρατού από την Υπάτη της Ρούμελης)[22]. Μετά την κατάρρευση κατέβηκε στο Γκέρμπεσι και για ένα διάστημα κρύφθηκε σε φιλικά σπίτια. Παρουσιάστηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Μέρμπακα στις 20-3-1949[23]. Καταδικάστηκε με τις υπ’ αρ. 103, 104 και 105/1949 αποφάσεις του Εκτάκτου Στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄τμήμα Ναυπλίου) σε θάνατο και εκτελέστηκε στο νεκροταφείο Ναυπλίου στην πρόνοια την 1η Αυγούστου 1949.
  1. Κώνστας Ιωάννης του Χρήστου

    Κώνστας Ιωάννης του Χρήστου, εθελοντής, αγρότης και έγγαμος με δύο παιδιά. Πήρε μέρος στον ελληνοϊταλικό πόλεμο ως στρατιώτης-τηλεφωνητής και πολέμησε στην Αλβανία. Υπήρξε δραστήριο μέλος του ΕΑΜ στο Γκέρμπεσι και στη ευρύτερη περιοχή. Τον Ιούλιο του 1944 κατατάχθηκε στον ΕΛΑΣ και υπηρέτησε στην ΕΤΑ της ΙΙΙ Μεραρχίας Πελοποννήσου μέχρι την παράδοση των όπλων. Διώχθηκε από το μεταβαρκιζιανό καθεστώς και την άνοιξη του 1948 κατατάχθηκε στο ΔΣΕ. Υπηρέτησε στην επιμελητεία του 4ου Συγκροτήματος Τζήριας Χελμού με έδρα το Τάτσι. Μετά τη κατάρρευση κατέβηκε στο Γκέρμπεσι και κρύφθηκε σε διάφορα σπίτια της γύρω περιοχής. Παρουσιάστηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Μέρμπακα στις 21-3-1949[24] . Καταδικάστηκε σε θάνατο με τις υπ’ αρ. 103 και 104/1949 αποφάσεις του έκτακτου στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄τμήμα Ναυπλίου) για σύσταση και συμμετοχή σε συμμορία κ.λ.π. (Γ΄ Ψήφισμα) και για οπλοκατοχή, στρατολογία κ.λ.π, ανατροπή του πολιτεύματος  (Α.Ν.509) και τον εκτέλεσαν στο νεκροταφείο του Ναυπλίου στην πρόνοια την 1η Αυγούστου 1949.

  1. Λέκκας Ιωάννης του Δημητρίου

    Λέκκας Ιωάννης του Δημητρίου (Μερακλής), εθελοντής. Μέλος του ΕΑΜ και της ΟΠΛΑ. Καταδιώχθηκε από το μεταΒαρκιζιανό καθεστώς αλλά ουδέποτε συνελήφθη. Κατατάχθηκε στο ΔΣΕ και υπηρέτησε μάλλον στο Κέντρο Πληροφοριών της περιοχής μαζί με τους Φίλιππο Ρέππα και Μιχάλη Μεϊδάνη. Οι τρεις τους εξεβίασαν τους βιομήχανους Αργολίδας Παπαντωνίου και Καραμέλη και τους απέσπασαν χρήματα για τις ανάγκες του ΔΣΕ με αντάλλαγμα να μη προκαλέσουν ζημιές τις βιομηχανικές τους εγκαταστάσεις. Στις 18-3-1949 τμήματα στρατού, χωροφυλακής και πολιτών κύκλωσαν τα καταφύγιο στη Μάλια Κρλια ανατολικά του Γκερμπεσιού, όπου κρυβόντουσαν και οι Φίλιππος Ρέππας και Μιχάλης Μεϊδάνης μετά τον τραυματισμό τους αυτοκτόνησαν, ενώ ο Γιάννης Λέκκας προσπάθησε να διαφύγει, συνελήφθη όμως από ένοπλους πολίτες. Καταδικάστηκε από το στρατοδικείο Κορίνθου (Β΄τμήμα Ναυπλίου) σε θάνατο με τις υπ΄αρ. 103, 104 και 105/1949 αποφάσεις για σύσταση και συμμετοχή σε συμμορία κ.λ.π. (Γ΄ Ψήφισμα) και για οπλοκατοχή, στρατολογία κ.λ.π, ανατροπή του πολιτεύματος  (Α.Ν.509) και τον εκτέλεσαν στο νεκροταφείο του Ναυπλίου στην πρόνοια την 1η Αυγούστου 1949.

  1. Παπαγεωργόπουλος Γεώργιος του Κωνσταντίνου

    Παπαγεωργόπουλος Γεώργιος του Κωνσταντίνου (Ζιούβας), εθελοντής, αγρότης και έγγαμος με τέσσερα παιδιά. Μετά τη Βάρκιζα διώχθηκε από το δεξιό παρακράτος και ίσως την άνοιξη του 1948 κατατάχθηκε στο ΔΣΕ. Είχε έρθει στο Γκέρμπεσι με τον λόχο του Παππά κατά τη στρατολόγηση τον Ιούλιο 1948. Πληροφορίες αναφέρουν πως σκοτώθηκε σε σύγκρουση με ομάδα Μάϋδων στην περιοχή των Φιχτίων.

  1. Παπαγεωργόπουλος Ιωάννης του Δημητρίου

    Παπαγεωργόπουλος Ιωάννης του Δημητρίου (Κουτούλης), εθελοντής. Πήρε μέρος στον Ελληνογερμανικό πόλεμο ως Λοχίας υπαξιωματικός και πολέμησε στο οχυρό Κάλη της οριογραμμής Μεταξά. Μετά την κατάρρευση του μετώπου έφυγε για τη Μ. Ανατολή και υπηρέτησε ως αξιωματικός στον εκεί Ελληνικό στρατό. Πήρε μέρος στο κίνημα στη Μ. Ανατολή και επέστρεψε στο χωριό ως αξιωματικός Υπολοχαγός το 1945. Στις αρχές της άνοιξης του 1948 έφυγε για το βουνό και υπηρέτησε στον λόχο του Παππά ως ομαδάρχης. Έπαθε κρυοπαγήματα και μετά την κατάρρευση κάποιοι συμμαχητές του τον έφεραν κοντά στα Ντούσια. Τον παρέλαβε η χωροφυλακή και τον μετέφεραν στο Άργος. Τον σκότωσαν πετώντας τον από τον εξώστη του κτιρίου της αστυνομίας, αφού την προηγούμενη ημέρα τον είχαν εκθέσει στην πλατεία του Άργους σε δημόσιο εμπτυσμό. Τον έθαψαν μαζί με άλλους εφτά στο νεκροταφείο του Αγ. Νικολάου Άργους.

10.

Παπαγεωργόπουλος Κωνσταντίνος Αναστασίου

Παπαγεωργόπουλος Κωνσταντίνος Αναστασίου (Γιουρούσης), επιστρατευμένος, αγρότης-ποιμένας. Τον Δεκέμβρη του 1948 έπαθε κρυοπαγήματα στα δύο του πόδια με αποτέλεσμα να του κόψουν αργότερα στο Νοσοκομείο της Τρίπολης, όπου νοσηλεύθηκε για τέσσερις μήνες, όλα τα δάχτυλα και των δύο ποδιών μέχρι τη μέση. Τον βοήθησε να κατεβεί ο Χρήστος Γεωργίου Διαλιάτσης από τα Ντούσια. Δεν γνωρίζουμε πώς και πού τον έπιασε ο εθνικός στρατός. Τον μετέφεραν στο στρατόπεδο της Ποσειδωνίας κοντά στο Λουτράκι, όπου τον φρόντισαν μεταφέροντάς τον τακτικά στο νοσοκομείο της Κορίνθου για θεραπεία και στη συνέχεια νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο της Τρίπολης. Επέζησε.

  1. Παπαγεωργόπουλος Παναγιώτης του Γεωργίου

    Παπαγεωργόπουλος Παναγιώτης του Γεωργίου (Τζενεράλης), επιστρατευμένος. Ήταν απόφοιτος του Γυμνασίου Άργους. Συνελήφθη στο Άργος από την αστυνομία για παράνομο έρανο, αποβλήθηκε από το Γυμνάσιο Άργους και έδωσε εξετάσεις για να πάρει το απολυτήριο στο Γυμνάσιο Κορίνθου. Κατά τον Γεώργιο Ιωάν. Κορίλη από τα Δένδρα «Τον Πάνο Παπαγεωργόπουλο, Τζενεράλη, τον είχα ιδεί μια φορά, αυτόν τον πήραν και τον πήγανε στη σχολή αξιωματικών, όπως έμαθα. Δεν ξέρω πώς και πού σκοτώθηκε». Δεν φαίνεται να πήρε βαθμό αξιωματικού, σκοτώθηκε ως επικεφαλής ομάδας σε σύγκρουση με τον εθνικό στρατό χωρίς να γνωρίζουμε πού.

  2. Παπαγεωργόπουλος Τρύφωνας του Κωνσταντίνου

    Παπαγεωργόπουλος Τρύφωνας του Κωνσταντίνου (Μυλωνάς), επιστρατευμένος. Υπηρέτησε στο λόχο του Παππά ως οπλοπολυβολητής, πήρε μέρος στις μάχες της Δημητσάνας (στις οπισθοφυλακές), στο σιδηροδρομικό σταθμό Πιτσά στη Βόχα, στα Τρόπαια κλπ. Μετά τη διάλυση κατά το Γενάρη ή Φλεβάρη 1949 με τον Κώστα Σιατερλή από την Πουλακίδα εγκατέλειψαν τη μονάδα τους για να παρουσιαστούν στον εθνικό στρατό. Έμειναν ένα βράδυ στην Κανδήλα, αλλά την επόμενη ημέρα ομάδα μαχητών του ΔΣΕ τους συνέλαβε και επρόκειτο να δικαστούν από το ανταρτοδικείο. Κατά τη διάρκεια της νύχτας κατάφεραν να δραπετεύσουν και παρουσιάστηκαν στον εθνικό στρατό στο Λεβίδι[25]. Καταδικάστηκε με το ελαφρυντικό «της μετρίας συγχύσεως» σε πρόσκαιρα δεσμά 10 ετών και 1 μηνός με την υπ’ αρ. 105/1949 απόφαση του Εκτάκτου Στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄ τμήμα Ναυπλίου). Στη συνέχεια οδηγήθηκε στη Μακρόνησε και απολύθηκε δυνάμει του  υπ’ αρ.14/1911952 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου λόγω παραγραφής της ποινής κατ’ εφαρμογή του α.ν. 1504/1950.

  1. Ρέππας Αναστάσιος του Περικλή

    Ρέππας Αναστάσιος του Περικλή, επιστρατευμένος, αγρότης. Υπηρέτησε στο λόχο του Παππά ως οπλοπολυβολητής. Πήρε μέρος στη μάχη της Νεμέας και της Δημητσάνας. Μετά τη διάλυση τον συνέλαβαν με τον γεμιστή του στα Τριπόταμα Ηλείας και στη συνέχεια τον μετέφεραν στην Πάτρα και τον έστειλαν στη Βασιλικές Τεχνικές Σχολές της Λέρου[26] ως ανήλικο, όπου παρέμεινε επί 9μηνο και διδάχτηκε την τέχνη του κουρέα. Τον παρέπεμψαν στο Έκτακτο Στρατοδικείο Τρίπολης, στο οποίο παρουσίασε κάποιο έγγραφο της σχολής και τον άφησαν ελεύθερο.

  1. Ρέππας Φίλιππας του Νικολάου

    Ρέππας Φίλιππας του Νικολάου, εθελοντής, αγρότης – μελισσοκόμος. Μάλλον υπηρέτησε στο Κέντρο Πληροφοριών με τους Μιχάλη Μεϊδάνη και Γιάννη Λέκα. Οι τρεις τους εξεβίασαν τους βιομήχανους Αργολίδας Παπαντωνίου και Καραμέλη και τους απέσπασαν χρήματα για τις ανάγκες του Δ.Σ.Ε. Πελοποννήσου με αντάλλαγμα να μη προκαλέσουν ζημιές στις βιομηχανικές τους εγκαταστάσεις. Στις 18-3-1949 τμήματα στρατού, χωροφυλακής και πολιτών κύκλωσαν το καταφύγιο στη Μάλια Κρλια ανατολικά του Γκερμπεσιού, όπου κρυβόντουσαν και οι Φίλιππος Ρέππας και Μιχάλης Μεϊδάνης μετά τον τραυματισμό τους αυτοκτόνησαν, ενώ ο Γιάννης Λέκκας προσπάθησε να διαφύγει, συνελήφθη όμως από ένοπλους πολίτες. Τον ενταφίασαν στο νεκροταφείο Αγίου Νικολάου Άργους.

  1. Φρίμη Όλγα του Γεωργίου, επιστρατευμένη, μοδίστρα. Υπηρέτησε ως ράφτρα, επιδιορθώνοντας τα ρούχα των μαχητών. Φυλακίστηκε στις φυλακές Αβέρωφ. Με την υπ’ αρ.104/23071949 απόφαση του Έκτακτου Στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄Τμήμα Ναυπλίου) αθωώθηκε από την πράξη της συμμετοχής σε ομάδα λόγω δεδικασμένου, γιατί είχε δικασθεί και αθωωθεί με απόφαση του στρατοδικείου Κορίνθου και από τις πράξεις της παράνομης στρατολογίας και διάδοσης ανατρεπτικών ιδεών λόγω αμφιβολιών.
  1. Φρίμης Δημήτριος του Γεωργίου, επιστρατευμένος, αγρότης. Μετά από προδοσία τους συνέλαβαν στο κρυσφύγετό τους και τους εκτέλεσαν, άγνωστο πού και πότε.

 

Η ανατολική πλευρά του νεκροταφείου του Ναυπλίου. Έξω από την μάντρα ήταν ο «συνήθης τόπος των εκτελέσεων» των καταδικασμένων από τα κακουργοδικεία και τα έκτακτα στρατοδικεία της 10ετίας του 1940-50. Διαμορφώθηκε σε δρόμο, που ονομάστηκε Γρηγορίου Φαράκου !!!

 

 

Ντούσια (Καλύβια – Μετόχι – Βίλα)

 

 

Από τα Ντούσια υπηρέτησαν στο Δ.Σ.Ε. Πελοποννήσου πέντε (5) μαχητέςž όλοι πήγαν εθελοντικά. Συνεννοούνταν με διερχόμενους αντάρτες και έφευγαν. Ο Χρήστος Νικολάου Διαλιάτσης λιποτάκτησε από τον Ελληνικό Στρατό, όταν είχε έρθει στο σπίτι του με άδεια. Εκτός από τον Νικόλα Λεωνίδα Διαλιάτση κανένας άλλος δεν πέρασε από το σπίτι του για να ιδεί την οικογένειά του κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους στο ΔΣΕ. Κατάγονταν όλοι από οικογένειες αγροτοποιμένων.

 

Μαχητές του Δ.Σ.Ε. από τα Ντούσια

 

 

  1. Διαλιάτσης Γεώργιος του Παναγιώτη, εθελοντής, αγροτοποιμένας. Δεν γνωρίζουμε κάτι για την πορεία του στο ΔΣΕ, μάλλον σκοτώθηκε[27].
  2. Διαλιάτσης Γιάννης του Αναστασίου (Τσαμπάση), εθελοντής, αγροτοποιμένας. Κατά μία πληροφορία σκοτώθηκε σε μάχη στον Ταΰγετο.
  1. Διαλιάτσης Νικόλαος του Λεωνίδα εθελοντής, αγροτοποιμένας. Υπηρέτησε στον λόχο του Παππά[28]. Δεν γνωρίζουμε τίποτα για την ειδικότητα, τη δράση του και το τέλος του. Λέγεται πως σκοτώθηκε.
  1. Διαλιάτσης Παναγιώτης του Γεωργίου (Καραγκούνη), εθελοντής, αγροτοποιμένας. Δεν γνωρίζουμε σε ποια μονάδα υπηρέτησε, ούτε την ειδικότητα και τη δράση του. Καταδικάστηκε από το Έκτακτο Στρατοδικείο Κορίνθου (Β΄τμήμα Ναυπλίου) σε θάνατο και εκτελέστηκε στην Κόρινθο στις 9-6-1949[29].
  1. Διαλιάτσης Χρήστος του Νικολάου (Ληστής), εθελοντής, αγροτοποιμένας. Λιποτάκτησε από τον Εθνικό Στρατό και κατατάχθηκε στο ΔΣΕ Πελοποννήσου. Βρισκόταν με άδεια στο χωριό του και σκηνοθέτησε σε συνεννόηση με αντάρτικη ομάδα την στρατολόγησή του στο χωριό Δενδρά έξω από το σπίτι του γνωστού κομμουνιστοφάγου Δημητρίου Ουλή (Μπλατσάρα). Μετά τη διάλυση του ΔΣΕ Πελοποννήσου κατέβηκε στο Άργος στην περιοχή Καρακάξα και κατευθύνθηκε προς το σπίτι του ξαδέλφου του τον οποίο συνάντησε στο δρόμο. Εκείνος του είπε να πάει στο σπίτι και πως θα γύριζε, αφού ψώνιζε. Αντί για ψώνια, πήγε και τον κατέδωσε στην αστυνομία, που τον συνέλαβε. Από το στρατοδικείο Κορίνθου καταδικάστηκε σε θάνατο με ψήφους 3 έναντι 2 και με τη μεσολάβηση του Γκότση, παράγοντα του Άργους και του Τουρκοβασίλη η ποινή του δεν εκτελέστηκε.[30]

 

Παναρίτη

 

Εθελοντής μαχητής δεν υπήρξε από το Παναρίτη, ούτε επιστράτευση μαχητών έγινε. Τον Γεώργιο Ιωάν. Πουλά (Μπίχτο) και γνωστό γλεντζέ αποσπάσματα μαχητών τον συνάντησαν δύο φορές σε χωριά της Αργολίδας και τον πήραν μαζί τους. Και τις δύο φορές απέδρασε, τη μία με ανοχή του Γιάννη Κώνστα και την άλλη μάλλον του Μιχάλη Μεϊδάνη.

 

Πολυβολείο του εμφυλίου πολέμου στην παλαιά εθνική οδό Άργους – Κορίνθου.

 

Πουλακίδα

 

Τη στρατολογία στο Μάνεσι, στα Δένδρα και στην Πουλακίδα έκανε ο λόχος του Γιάννη Παππά ταυτόχρονα στα τρία χωριά στις 18 Σεπτεμβρίου 1948.

 

Μαχητές του ΔΣΕ από την Πουλακίδα

 

  1. 1. Γιαννάκος Δημήτριος του Κωνσταντίνου;, αγρότης, επιστρατευμένος. Μετά τη στρατολόγησή του και κατά τη διάρκεια της πορείας προς Τάτσι όταν έφτασαν στο χωριό Δούκα συνεννοήθηκε με τον ομοχώριό του και επιστρατευμένο Γιάννη Κατσαλούλη και μαζί οι δυο τους έφυγαν και περπατώντας μέσα στη νύχτα κατάφεραν και γύρισαν στην Πουλακίδα.
  1. Διαμαντής Ιωάννης του Γεωργίου (Γκατζιούμπας), επιστρατευμένος, αγρότης. Όταν έφτασαν στα Λυκούρια τον απέλυσαν, ίσως γιατί τον θεώρησαν ακατάλληλο για τις συνθήκες του ανταρτοπολέμου. Τον παρέλαβε στο Τάτσι ο Γιάννης Κώνστας από τη Μιδέα (Γκέρμπεσι), ο οποίος τον φόρτωσε σε μια φοράδα και τον έφερε μέχρι τη Στέρνα. Συνέχισε με τα πόδια μέχρι την Πουλακίδα. Παρουσιάστηκε στις Αρχές[31] και με την υπ΄αρ. 105/2371949 απόφαση του Εκτάκτου Στρατοδικείο Κορίνθου (Β΄τμήμα Ναυπλίου) απαλλάχτηκε πάσης ποινής λόγω πλήρους συγχύσεως.
  1. 3. Κατσαλούλης Γιάννης του Ευθυμίου, επιστρατευμένος, αγρότης. Μετά τη στρατολόγησή του και κατά τη διάρκεια της πορείας προς το Τάτσι, όταν έφτασαν στο χωριό Δούκα, συνεννοήθηκε με τον ομοχώριό του και επιστρατευμένο Δημήτριο Γιαννάκο και μαζί οι δυο τους έφυγαν και περπατώντας μέσα στη νύχτα κατάφεραν και γύρισαν στην Πουλακίδα.
  1. Παναγής Περικλής του Κωνσταντίνου (Σιαφάκας), εθελοντής, αγρότης. Με τη διάλυση τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν στο «στρατόπεδο συγκέντρωσης κομμουνιστο-συμμοριτών»του ΓΕΣ στην Τρίπολη. Δικάστηκε από το έκτακτο στρατοδικείο Τρίπολης και τον εξόρισαν για 2,5 έτη στον Πολύκαρπο Ικαρίας. Στο στρατόπεδο της Τρίπολης γνώρισε τη συναγωνίστριά του Χάρη Νικολοπούλου από την Πουρναριά (Ποδογορά) Γορτυνίας με την οποία εγκαταστάθηκαν στην Πουλακίδα και παντρεύτηκαν. Η Χάρις είχε πάρει μέρος στη μάχη του Αγ. Βασιλείου Κυνουρίας στις 21-1-1949.
  1. Σιατερλής Κωνσταντίνος του Δημητρίου (Κωστούρος), επιστρατευμένος, αγρότης. Ήταν στρατιώτης και είχε έρθει στο χωριό με άδεια, τον βρήκαν και τον επιστράτευσαν. Μετά τη διάλυση κατά το Γενάρη ή Φλεβάρη 1949 με τον Τρύφωνα Παπαγεωργόπουλο από τη Μιδέα εγκατέλειψαν τη μονάδα τους για να παρουσιαστούν στον εθνικό στρατό. Έμειναν ένα βράδυ στην Κανδήλα, αλλά την επόμενη ημέρα ομάδα μαχητών του ΔΣΕ τους συνέλαβε και επρόκειτο να δικαστούν από το ανταρτοδικείο. Κατά τη διάρκεια της νύχτας κατάφεραν να δραπετεύσουν και παρουσιάστηκαν στον εθνικό στρατό στο Λεβίδι Αρκαδίας.
  2. Σιατιρλής Νικόλαος

    Σιατιρλής Νικόλαος του Μιχαήλ (1917-1993).

    Σιατιρλής Νικόλαος του Μιχαήλ (Πικραγγουριάς, 1917-1993), κάτοικος Πουλλακίδας Ναυπλίας. Γεννήθηκε στη Πουλλακίδα Ναυπλίας το 1917, αγρότης. Κατετάγη στον Ελληνικό Στρατό  την 1 Απριλίου 1938 στο 3ο Σύνταγμα Αντιαεροπορικού Πυροβολικού. Πολέμησε στην Αλβανία και απολύθηκε   την 1 Μαΐου 1941, μετά την κατάρρευση, με την ΔΕΥΕΑ 20001/41. Την 1 Ιουνίου 1942 επιστρατεύτηκε βιαίως  από την κυβέρνηση Τσολάκογλου στην Χωροφυλακή Αργολίδας από όπου τον  απέλυσαν στις 28 Ιανουαρίου 1943 λόγω της δράσης πού ανέπτυξε, (παροχή πληροφοριών, όπλων και πυρομαχικών σε αντάρτες) αφού προηγουμένως βασανίστηκε για να ομολογήσει. Τον Φλεβάρη του 1943 οργανώθηκε στο ΕΑΜ και την ΕΤΑ με καθήκοντα την διενέργεια εράνων, προμήθεια όπλων και τροφίμων για τον ενεργό ΕΛΑΣ. Ακόμη ανέλαβε και υπεύθυνος του εφεδρικού ΕΛΑΣ και συμμετείχε σε επικίνδυνες αποστολές, όπως η επιδρομή στις Φυλακές Τίρυνθας κ.α. Τον Ιούλιο του 1944 τον συνέλαβαν οι Γερμανοί στο χωριό του, έπειτα από άγριο κυνηγητό   (προδοσία) και τον έκλεισαν στο μπουντρούμι των φυλακών Λεονάρδου στο Ναύπλιο. Ακολούθησαν  βασανιστήρια για 48 ώρες χωρίς να ομολογήσει Φυλακίστηκε στην Ακροναυπλία και μετά 1 μήνα  τον απέλυσαν.

    Επιστέφει  στο χωριό και αναλαμβάνει υπηρεσία. Στις 8-10 Αυγούστου 1944 πήγε με αποστολή στην Κόρινθο σαν αγγελιαφόρος να ενεργήσει για την απελευθέρωση αγωνιστών που κρατούνταν εκεί από τους Γερμανούς. Συλλαμβάνεται, βασανίζεται και αφού τον αφήνουν μισοπεθαμένο από το ξύλο τον κλείνουν σε στρατόπεδο μελλοθανάτων της τελευταίας εκτέλεσης η οποία ανεστάλη.

    Αμέσως μετά τον βάζουν στην ναρκοθετημένη  κλούβα  του τρένου της γραμμής  Κορίνθου – Τρίπολης και Κορίνθου – Πατρών μέχρι την απόλυση του την 8-9-1944 οπότε και ξαναγυρίζει στο χωριό του. Την 20 Σεπτεμβρίου 1944 κατετάγη  στον ενεργό ΕΛΑΣ που είχε έδρα το Βραχάτι και το Μπολάτι Κορινθίας.

 

Σιατιρλής Νικόλαος του Μιχαήλ (1917-1993).

 

Ο Νικόλαος Σιατιρλής, δεξιά, στις στρατιωτικές φυλακές Κορίνθου.

 

Την 13η Νοεμβρίου 1944 μπήκε στο στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθήνας και την 13η Δεκεμβρίου 1944 πήρε εξιτήριο και έλαβε μέρος στα Δεκεμβριανά. […33 ημέρες μάχης ανάμεσα στα κυβερνητικά στρατεύματα από τη μια πλευρά, και τον ΕΛΑΣ της Αθήνας από την άλλη (το Α’ Σώμα Στρατού του ΕΛΑΣ, επικουρούμενο από τάγματα του ΕΛΑΣ από Κόρινθο και Λαμία…]. Τον συνέλαβαν οι Εγγλέζοι  στην Εφορία Υλικού Πολέμου και τον παρέδωσαν στην ασφάλεια. Ξύλο μέσα στο υπόγειο με νερό όλη τη νύχτα και το πρωί μαζί με άλλους τους πήγαν στο Γουδί και από εκεί στο λιμάνι και με το υπερωκεάνιο «Καμερόνια» τους έστειλαν στην Ελ Τάμπα στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Αίγυπτο, ]…με αφορμή τα Δεκεμβριανά και τη μάχη της Αθήνα οι ελληνικές αρχές τους συνέλαβαν ως δυνητικά επικίνδυνους αριστερούς (ΕΑΜίτες-ΕΛΑΣίτες) και οι Βρετανοί τους μετέφεραν μυστικά στην Αιγυπτιακή έρημο σε απόσταση 180 χιλ από Αλεξάνδρεια]. Με  άθλιες συνθήκες διαβίωσης για 3 μήνες,  αγνοούμενος από την  οικογένειά του,  μετά την συμφωνία της Βάρκιζας τους έφεραν πίσω στην Αθήνα με το Ινδικό καράβι «Κάπ-Τουράν».

 

Ένορκη βεβαίωση.

 

Βεβαίωση μέλους ΕΑΜ

 

Γυρίζει στο χωριό του το Μάρτη του 1945 και από τότε τον συλλαμβάνουν πολλές φορές τον χτυπάνε γιατί  έφτιαχνε ομάδες και επιστράτευε αντάρτες και  ήταν σε  μόνιμη παρακολούθηση, ώσπου στις 11-2-1948 κλήθηκε να καταταγεί στο 5ο Τάγμα Εθνοφρουράς. Παρουσιάστηκε στην Κόρινθο και τον ρίχνουν στο κρατητήριο και μετά στις φυλακές Κορίνθου. […στρατεύουν όλους του ΕΛΑΣίτες  και από την Ελ Τάμπα και μετά τους στέλνουν σε ξερονήσια].

Στις 18-01-1949  καταδικάζεται σε 8 χρόνια φυλάκιση δια της υπ’ αριθ.9/1949 απόφασης του Εκτάκτου Στρατοδικείου Κορίνθου (αποφεύγει τη ποινή  θανάτου) επί παράβαση του περιβόητου Γ’ Ψηφίσματος. (ΦΕΚ197/18-6-1946 άρθρα 1,2 και 3). Το κατηγορητήριο ήταν  ότι  «…προπαγάνδιζε υπέρ των συμμοριτών και εκδήλωνε φιλικά αισθήματα προς αυτούς και ζητούσε την ανατροπή του κρατούντος πολιτεύματος και κοινωνικού συστήματος …». [ Την  περίοδο εκείνη ήταν στο βουνό ο μικρός του αδελφός Χρήστος Μιχαήλ Σιατιρλής (Σιούτας) και ο φίλος και συγχωριανός του Μιχαήλ Ιωάννη Ξύδης (Μπουτσινέλας)]. Η συνέχεια φυλακές Κορίνθου-Γιούρα-Μακρονήσου-Ακροναυπλίας. Στις 16-03-1951 με αναθεώρηση όλων των δικών επί Πλαστήρα, κρίθηκε ότι πρέπει να απολυθεί αφού  εξέτισε το 1/3 την ποινής του (3 χρόνια και 1 μήνας)  σε ηλικία 34 ετών. Στις 16/02/1984  για όλη  τη δράση του αναγνωρίσθηκε ως αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης.

 

Φύχτια

 

Μαχητές του ΔΣΕ από τα Φίχτια [32]

  

  1. Βασιλόπουλος Αθανάσιος του Ανδρέα

    Βασιλόπουλος Αθανάσιος του Ανδρέα, εθελοντής μαχητής, αγρότης. Σκοτώθηκε σε σύγκρουση με τη χωροφυλακή στην περιοχή της Στέρνας Αργολίδας στις 19-1-1949[33], ενώ κατ΄ άλλη εκδοχή χιτομάϋδες τον εκτέλεσαν κάπου στον Αργολικό κάμπο[34].

  2. Βασιλόπουλος Γεώργιος

    Βασιλόπουλος Γεώργιος, επιστρατευμένος. Τον συνέλαβαν και από το στρατόπεδο της Πάτρας τον έστειλαν στη Βασιλικές Τεχνικές Σχολές της Λέρου[35] ως ανήλικο. Τον παρέπεμψαν να δικασθεί στο Έκτακτο Στρατοδικείο της Τρίπολης, όπου παρουσίασε κάποιο έγγραφο της σχολής και τον άφησαν ελεύθερο.

  3. Δανόπουλος Παναγιώτης του Δημητρίου

    Δανόπουλος Παναγιώτης του Δημητρίου (Αλατζάς), εθελοντής, ελεύθερος σκοπευτής στην ομάδα Μπαβελή. Σκοτώθηκε σε σύγκρουση με τη χωροφυλακή στην περιοχή Χάνι Φιχτίων στις 17-1-1949[36].

  4. Μπαβελής Γεώργιος του Ανδρέα, εθελοντής μαχητής, ελεύθερος σκοπευτής, σκοτώθηκε σε σύγκρουση με χιτομάϋδες στη θέση «Ρωμαίικα» Φιχτίων (σπηλιά Βολυμίρι) στις 15-1-1949[37], τους αποκεφάλισαν όλους.
  5. Μπαβελής Δημήτριος του Ανδρέα

    Μπαβελής Δημήτριος του Ανδρέα (Καπετάν Ραμαντάνος), εθελοντής, επικεφαλής ομάδας ελεύθερων σκοπευτών. Στην περιοχή Χάνι Φιχτίων, στις 17-1-1949 ομάδα χωροφυλάκων τους κύκλωσε και τους εκτέλεσαν όλους, εκτός από τον Δημήτριο Μπαβελή, που κατάφερε να διαφύγει∙ πολίτες τον συνέλαβαν στην περιοχή του αεροδρομίου του  Άργους και τον παρέδωσαν στην Χωροφυλακή, τον χλεύασαν στην αγορά του Άργους και αργότερα τον εκτέλεσαν[38].

  6. Τασόπουλος Χαράλαμπος του Αναστασίου, εθελοντής, ελεύθερος σκοπευτής, σκοτώθηκε σε σύγκρουση με χιτομάϋδες στη θέση «Ρωμαίικα» Φιχτίων (σπηλιά Βολιμίρι) στις 15-1-1949[39]∙ τους αποκεφάλισαν όλους.

 

Α.  Η Ομάδα των ελεύθερων σκοπευτών του Δημ. Μπαβελή

 

1) Μπαβελής Δημήτριος, από τα Φίχτια.

2) Δανόπουλος Παναγής ή Αλατζάς από τα Φίχτια (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

3) Κατεμής Δημήτριος ή Γκαβανάς από τα Φιχτια (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

4) Παπαϊώάννου Ιωάννης του Παντελή από την Αμυγδαλίτσα (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949) (αναφέρεται λανθασμένα ως Κακούρος Γεώργιος).

5) Μελέτης Μιχαήλ από τις Λίμνες (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

6) Καραγιάννης Ευάγγελος; από τον Αγ. Ανδριανό (Κατσίγκρι).

7) Σελιώτης από το Στεφάνι (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

8) Μπαλάφας ή Λέγκας από το Στεφάνι (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

Σε σύγκρουση με ομάδα χωροφυλάκων στην περιοχή Χάνι Φιχτίων στις 17-1-1949 σκοτώθηκαν όλοι (6) εκτός από τον Δημ. Μπαβελή, που τραυματίστηκε. Τον συνέλαβαν αργότερα στον αργολικό κάμπο και τον εκτέλεσαν.

 

Β.  Εκτελεσμένοι στη σπηλιά Βολιμήρι της περιοχής Φιχτίων στις 15-1-1949 σε σύγκρουση με ομάδα χιτομάϋδων. Μετά την εκτέλεση έκοψαν όλων τα κεφάλια, τα κόλλησαν σε ξύλα και εν πομπή κατέβαιναν προς το Αργος. Το γεγονός πληροφορήθηκε ο διοικητής χωροφυλακής  Αργους και τους εμπόδισε να μπουν στην πόλη.

(Ο κατάλογος δεν εξαντλεί τα μέλη της ομάδας).

1) Μπαβελής Γεώργιος από τα Φίχτια. (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

2) Τασσόπουλος Χαράλαμπος από τα φίχτια. (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

3) Τσετσέκος Κώστας από τα φίχτια. (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

4) Κακούρος χρήστος από τις Λίμνες. (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

 

Υποσημειώσεις


[1] Συνέντευξη του Θανάση Δήμα μαχητή του ΔΣΕ στον γράφοντα.

[2] Η ελληνική νεολαία στον 20ό αιώνα. Πολιτικές διαδρομές, κοινωνικές πρακτικές και πολιτιστικές εκφράσεις, Θεμέλιο 2010. Τασούλα Βερβενιώτη: «Οι ανήλικοι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού. Από τις φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου», σελ. 238-258.

[3] Αφήγηση του αδελφού του Δημ. Βλάχου.

[4] Εφημερίδα ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949.

[5] Αφήγηση Θεοδ. Τσίγκα.

[6] Αφήγηση Κων. Δρούλια, αδελφού του μαχητή.

[7] Αφήγηση Αναστ. Κουτροφίνη Κολέση.

[8] Αφήγηση Θανάση Δήμα.

[9] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949.

[10] Εφημερίδα ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2136/30-1-1949.

[11] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2136/30-1-1949.

[12] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949.

[13] Αφήγηση Θανάση Δήμα.

[14] Αφήγηση Θανάση Δήμα.

[15] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2136/30-1-1949.

[16] Αφήγηση Θανάση Δήμα.

[17] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949.

[18] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949 και βούλευμα Συμβ. Εφετών Ναυπλίου 126/1951.

[19] Θανάσης Δήμας.

[20] Εφημερίδα ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949.

[21] Θανάσης Δήμας, σε συνέντευξη στον γράφοντα.

[22] Αφήγηση Θανάση Δήμα στον γράφοντα.

[23] Εφημερίδα του Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φύλλου 2144/25-3-1949.

[24] Εφημερίδα του Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φύλλου 2144/25-3-1949.

[25] Διήγηση του γιού του Κώστα στον γράφοντα.

[26] Η ελληνική νεολαία στον 20ό αιώνα. Πολιτικές διαδρομές, κοινωνικές πρακτικές και πολιτιστικές εκφράσεις, Θεμέλιο 2010. Τασούλα Βερβενιώτη: «Οι ανήλικοι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού. Από τις φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου», σελ. 238-258.

[27] Ο Δ. Παλαιολογόπουλος «Το 4ο Συγκρότημα του Δ.Σ. Πελοποννήσου» εκδόσεις ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ, Αθήνα, 2014, σελ.167, αναφέρει πως στις 12-2-1949 απόσπασμα χωροφυλακής ανακάλυψε πάνω από τα Τρίκαλα σπηλιά με αντάρτες μεταξύ των οποίων και «ο Γιώργος Δαλάκης από το Μάνεσι του Άργους» και παραπέμπει σε Γιώτα Μεγρέμη, χειρόγραφη αφήγηση, Λέφα ..σταυροί σελ. 64. Όμως, Δαλάκης από το Μάνεσι Άργους, Ναυπλίου ορθότερα, δεν υπήρξε, άλλωστε το επώνυμο Δαλάκης είναι εντελώς άγνωστο στα αρβανητοχώρια της Αργολίδας, ενώ με το όνομα Γιώργος ήσαν οι μαχητές από ο Μάνεσι Γεώργιος Δήμας (Κακαρίζης) και Γεώργιος Καραμάνος (Ντουρντούλας), που επέζησαν. Νομίζω πως βάσιμα μπορούμε να ταυτοποιήσουμε το επώνυμο Δαλάκης με το επώνυμο Διαλιάτσης, αφού ηχητικά δεν απέχουν και να δεχτούμε πως πρόκειται για τον Διαλιάτση Γεώργιο του Παναγιώτη από το χωριό Ντούσια. Προσθέτουμε ακόμη πως ο οικισμός Ντούσια ή Μετόχι διοικητικά υπαγόταν στην κοινότητα Μάνεσι της Αργολίδας και η μεταξύ τους απόσταση δεν είναι μεγαλύτερη από δύο χιλιόμετρα.

[28] Αφήγηση Θανάση Δήμα.

[29] Αναφορά του Διοικητή του αστυνομικού σταθμού Πρόνοιας Ναυπλίου προς τον εισαγγελέα εφετών Ναυπλίου.

[30] «Υπό του Υπομοιράρχου κ. Κάβουρα συνελήφθη κρυπτόμενος εις την αγροικίαν εν Χαλέπα (Αργους) Γ. Σελή ο συμμορίτης Διαλιάτσης Χρ.». Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949.

[31] Πληροφορίες από τον Αναστάσιο Θεοδ. Παπαγεωργόπουλο, συγγενή του και κάτοικο Γκέρμπεσι.

[32] Οι φωτό των Βασιλόπουλου Αθ., Δανόπουλου Π. και Μπαβελή Δ. έχουν ληφθεί από το βιβλίο της Ελένης Μπαβελή «Καθρέπτης ψυχής».

[33] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φ. 2135/23-1-1949.

[34] Ελένη Μπαβελή, «Καθρέπτης ψυχής», σελ. 222, Άργος, 2019.

[35] Η ελληνική νεολαία στον 20ό αιώνα. Πολιτικές διαδρομές, κοινωνικές πρακτικές και πολιτιστικές εκφράσεις, Θεμέλιο 2010. Τασούλα Βερβενιώτη: «Οι ανήλικοι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού. Από τις φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου», σελ. 238-258.

[36] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φ. 2135/23-1-1949.

[37] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φ. 2135/23-1-1949).

[38] Ελένη Μπαβελή, «Καθρέπτης ψυχής», σελ. 84, Άργος 2019. Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φ. 2136/31-1-1949.

[39] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φ. 2135/23-1-1949.

 

Χρίστος Ιωάν. Κώνστας*

Αθήνα, Ιανουάριος 2020

*Ο Χρίστος Κώνστας γεννήθηκε στο χωριό Μιδέα (Γκέρμπεσι) της Αργολίδας το 1936. Φοίτησε στα δημοτικά σχολεία Γκέρμπεσι και Μάνεσι. Τελείωσε το Γυμνάσιο του Άργους και πήρε το πτυχίο της νομικής σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών. Διορίστηκε δικηγόρος στο Πρωτοδικείο της Αθήνας και συνταξιοδοτήθηκε το 2006 μετά από 40 έτη εργασίας.

 

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: «Μέτρον άριστον ή αριστεία;»


 

O Σύλλογος Αργείων «O Δαναός» έχει την τιμή και την ευχαρίστηση να σας αναγγείλει, ότι  την Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2020  και ώρα 6.30  μ.μ.  στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου, Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος,  θα μιλήσει, ο Φιλόλογος – Συγγραφέας και συνεργάτης της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού, Αλέξης Τότσικας, με θέμα:

«Μέτρον άριστον ή αριστεία;»

Θα προβληθούν σχετικές διαφάνειες και θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

Λίγα λόγια για τη διάλεξη:

 

Το μέτρον και το κάλλος ήταν χαρακτηριστικά της ελληνικής σκέψης. Οι αρχαίοι Έλληνες έκαναν το μέτρο κανόνα στη ζωή και στην τέχνη. Στην αρχαία τραγωδία τον άνθρωπο που ξεπερνούσε το μέτρο τον τιμωρούσαν οι Ερινύες.

Από την αρχαιότητα το «Μέτρον άριστον» εξελίχθηκε σε διαχρονική αξία και διατηρείται 2.500 χρόνια ως γνωμικό και λαϊκή έκφραση.

Στις μέρες μας όμως τίποτα δεν προσφέρει μεγαλύτερη ικανοποίηση από την αριστεία!

Πιστεύουμε ότι το ακατόρθωτο, το όνειρο γίνεται πραγματικότητα με την υπέρβαση του μέτρου ότι η εξέλιξη του ανθρώπου γίνεται με ρήξεις και ανατροπές και η ανθρωπότητα πήγε μπροστά όχι χάρη στο μέτρο, αλλά επειδή κάποιοι δεν είχαν μέτρο!

Κάθε άνθρωπος θέλει να κάνει πράγματα για τα οποία θα τον θαυμάζουν. Και η αναγνώριση της κοινωνίας χαρίζεται σε όποιον ξεπεράσει το μέτρο.

Ποια είναι, λοιπόν, η σχέση μέτρου και αριστείας;

Μπορώ με το μέτρο να φτάσω στην αριστεία;

Μήπως το άριστο πρέπει να είναι το μέτρο στη ζωή μας;

 

Αλέξης Τότσικας

 

Αλέξης Τότσικας

Γεννήθηκε στο Βρούστι Αργολίδας. Τελείωσε το Γυμνάσιο στο Άργος και φοίτησε  στη Θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, απ’ όπου πήρε πτυχίο κλασσικής φιλολογίας.

Από το 1976 εργάζεται ως εκπαιδευτικός στο Άργος στη δημόσια και ιδιωτική εκπαίδευση, ενώ εργάστηκε ως καθηγητής και στη Σχολή Επιμόρφωσης Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης (ΣΕΛΜΕ) της Τρίπολης.

Σήμερα λειτουργεί το εκπαιδευτικό και πολιτιστικό κέντρο «αυτενεργώ» στο Άργος και είναι διευθυντής των ομώνυμων εκπαιδευτηρίων.

Από το 1984 ασχολείται με τη συγγραφή βιβλίων, αρχικά στο χώρο του σχολικού βιβλίου, όπου έχει εκδώσει μέχρι σήμερα περισσότερα από 30 βιβλία αρχαίων ελληνικών, έκθεσης και ιστορίας για καθηγητές και μαθητές, τα οποία  κυκλοφορούν σ΄ ολόκληρη την Ελλάδα από τις εκδόσεις  Gutenberg.

Τα τελευταία χρόνια έχει εκδώσει σειρά βιβλίων με θέματα σχετικά με τη Λαογραφία και την Τοπική Ιστορία, και έχει δημοσιεύσει σχετικά άρθρα και ενδιαφέρουσες μονογραφίες στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Αρθρογραφεί συχνά στον τοπικό τύπο και έχει πραγματοποιήσει πολλές ομιλίες, ημερίδες και σεμινάρια στην Αργολίδα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας με ειδικά ή γενικότερου ενδιαφέροντος θέματα.

 

Ομιλία στο Δαναό με θέμα:«Φαρμακευτική Νανοτεχνολογία: Όταν τα φάρμακα και τα εμβόλια «αλλάζουν» διαστάσεις».


 

Στα πλαίσια του προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή   2 Φεβρουαρίου 2020  και  ώρα  6.30  μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος,  θα μιλήσει: η Δρ. Νατάσσα Πίππα, φαρμακοποιός, MSc, PhD, μεταδιδακτορική ερευνήτρια στον Τομέα Φαρμακευτικής Τεχνολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με θέμα:

«Φαρμακευτική Νανοτεχνολογία: Όταν τα φάρμακα και τα εμβόλια «αλλάζουν» διαστάσεις».

Θα προβληθούν διαφάνειες και θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

Νατάσα Πίππα


 

Νατάσα Πίππα

Είναι φαρμακοποιός, μεταδιδακτο-

ρική ερευνήτρια στον Τομέα Φαρμακευτικής Τεχνολογίας, του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η ερευνά της αφορά το σχεδιασμό και την ανάπτυξη νανοσωματιδίων  για τη μεταφορά και στοχευμένη δράση φαρμάκων. Διαθέτει μεταπτυχιακό στη «Βιομηχανική Φαρμακευτική»  και ολοκλήρωσε τη διδακτορική της διατριβή στο κλάδο της Φαρμακευτικής Νανοτεχνολογίας το 2015 στο Τμήμα Φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κατά τη διάρκεια του διδακτορικού της, συμμετείχε στο ερευνητικό πρόγραμμα «NANOMACRO: Functional Self-assembled Nanostructures from Block Copolymers and Proteins»,  στο Ινστιτούτο Θεωρητικής και Φυσικής Χημείας, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

Έχει δημοσιεύσει περισσότερες από 80 επιστημονικές εργασίες σε διεθνή περιοδικά με κριτές, 8 κεφάλαια σε επιστημονικά βιβλία και editor σε 3 επιστημονικά βιβλία. Έχει επιλεχθεί ως ομιλήτρια σε εθνικά και διεθνή συνέδρια και έχει παρουσιάσει περισσότερες από 90 αναρτημένες ανακοινώσεις. Έχει λάβει  2 υποτροφίες για μεταδιδακτορική έρευνα στην Ελλάδα από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ)  και  στη Γαλλία από το Campus France στο Πανεπιστήμιο του Bordeaux. Έχει συνεργαστεί με φαρμακευτικές βιομηχανίες για την ανάπτυξη φαρμάκων, καλλυντικών και συμπληρωμάτων διατροφής καθώς σε εθνικά και ευρωπαϊκά επιστημονικά προγράμματα.

Έχει λάβει το διεθνές βραβείο International Association of Advanced Materials Scientist Medal (IAAM Scientist medal) για το έτος  2016 και διάκριση (seal of  excellence) για τη συμμετοχή της στο Marie Skłodowska-Curie actions για την πρόταση: «Mixed Delivery Systems as Vaccines Adjuvants» και έχει επιλεγεί να συμμετάσχει στο 68ο Lindau Nobel Laureate Meeting. Είναι μέλος των ΔΣ της Ελληνικής Φαρμακευτικής  (ΕΦΕ) και της Ελληνικής Εταιρείας Βιοϋλικών.

Είναι εξωτερική συνεργάτης του Εθνικού Κέντρου Αξιολόγησης της Ποιότητας και της Τεχνολογίας στην Υγεία «ΕΚΑΠΤΥ» Α.Ε. και επιθεωρήτρια ISO 9001, 13485 και 22000. Κατάγεται από το Άργος, είναι παντρεμένη με τον Θοδωρή Κρινά και έχουν ένα γιο.

 

Αργείοι Αρχαίοι Γλύπτες


 

Στο αρχαίο Άργος, το οποίο διακρίθηκε για την κατά καιρούς πολιτική και στρατιωτική του δύναμη και την οικονομική του ευμάρεια, αναδείχτηκαν πολλοί αθλητές, συγγραφείς και ποιητές, αρχιτέκτονες και αγγειογράφοι και μουσικοί και άλλοι καλλιτέχνες, καθώς επίσης και πολλοί γλύπτες, ορισμένοι από τους οποίους ήταν διάσημοι.

Η αναφορά μας στους αρχαίους γλύπτες είναι επιγραμματική. Για την καταγραφή των αρχαίων γλυπτών βασιστήκαμε στο βιβλίο «Αργολική προσωπογραφία» του Μάρκελλου Μιτσού, που εκδόθηκε από την Βιβλιοθήκη της «εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας», το 1952.  Η καταχώρηση των ονομάτων είναι αλφαβητική και όχι αξιολογική.

 

  • Αγελάδας (6ος – 5ος π.Χ. αι.): δάσκαλος του Πολύκλειτου και του Μύρωνος με πλούσια καλλιτεχνική δράση.

  • Αθηνογένης (3ος – 2ος π.Χ. αι.): εργάστηκε στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου.

  • Ακέστωρ (3ος – 2ος π.Χ. αι.): κατασκεύασε τον ανδριάντα της Δαμοσθενείας στην Τροιζίνα.

  • Ανδρέας (2ος αι. π.Χ.): κατασκεύασε τον ανδριάντα του ρωμαίου υπάτου Marcius Philippus κ.ά.π.

  • Αντιφάνης (5ος – 4ος αι. π.Χ.). Έργα του: αγάλματα Διοσκούρων στους Δελφούς, αγάλματα Ελάτου, Αφείδαντος και Εράσου κ.ά.π.

  • Αργειάδας, γιος του Αγελάδα (5ος π.Χ. αι.): εργάστηκε στην Ολυμπία.

  • Αριστόμαχος (2ος αι. π.Χ.): γιος ή αδελφός του γλύπτη Ανδρέου, με τον οποίο συνεργάστηκε.

  • Αριστομέδων (6ος-5ος αι. π.Χ.): κατασκεύασε ανδριάντες για λογαριασμό των Φωκέων σε ανάμνηση νικηφόρου πολέμου κατά των Θεσσαλών (485; π.Χ.)

  • Αρίστων (3ος αι. π.Χ.): εργάστηκε στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου.

  • Ασωπόδωρος (6ος – 5ος αι. π.Χ.) της σχολής του Αγελάδα. Εργάστηκε για το ανάθημα του Καμαριναίου Πραξιτέλους στην Ολυμπία (484-480 π.Χ.)

  • Άτοτος (6ος – 5ος αι. π.Χ.): εργάστηκε για το ανάθημα του Καμαριναίου Πραξιτέλους μαζί με τον Ασωπόδωρο.

  • Γλαύκος (5ος αι. π.Χ.): εργάστηκε για το ανάθημα του Ρηγίνου Μικύθου στην Ολυμπία (460 π.Χ.). Από τα πολλά αγάλματα του αναθήματος, στον Γλαύκο αποδίδονταν τα αγάλματα της Αμφιτρίτης, του Ποσειδώνα και της Εστίας.

  • Διονύσιος (5ος αι. π.Χ.): εργάστηκε μαζί με τον Γλαύκο για το ανάθημα του Ρηγίνου Μικύθου στην Ολυμπία (460 π.Χ.). Από τα αγάλματα που αποδίδονταν στον Διονύσιο ήταν οι ανδριάντες της Αφροδίτης, του Γανυμήδη, της Αρτέμιδος, του Ομήρου, του Ησιόδου, του Ασκληπιού, της Υγείας κ.ά.

  • Διοπείθης (3ος αι. π.Χ.): είναι γνωστός από την υπογραφή του σε βάση αγάλματος που βρέθηκε στη Λίνδο της Ρόδου.

  • Δίων (1ος αι. π.Χ.): κατασκεύασε τα αγάλματα για μια εξέδρα στο Ασκληπιείο Επιδαύρου.

  • Δωρόθεος (5ος αι. π.Χ.): κατασκεύασε ανάθημα του Αριστομένους στη χθονία Δήμητρα στην Ερμιόνη.

  • Ευτελίδας (6ος – 5ος αι. π.Χ.): εργάστηκε μαζί με τον Χρυσόθεμη στην Ολυμπία για τους ανδριάντες των ολυμπιονικών Δαμάρετου (520 και 516 π.Χ.) και Θεόπομπου (αρχές 5ου αι. π.Χ.).

  • Ζωίλος (2ος -1ος αι. π.Χ.): εργάστηκε στην Τήνο μαζί με τον Αθηναίο γλύπτη Διότιμο.

  • Θεόδωρος (1ος αι. π.Χ.): εργάστηκε στην Ερμιόνη.

  • Καλλικράτης (4ος-3ος αι. π.Χ.): εργάστηκε στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου και στο Άργος.

  • Λαβρέας (3ος – 2ος αι. π.Χ.): εργάστηκε στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου.

  • Ναυκίδης Μόθωνος (5ος αι. π.Χ.) αδελφός του Πολύκλειτου. Οι δύο αδελφοί γεννήθηκαν στη Σικυώνα ή στο Άργος. Εργάστηκαν στο Άργος και κατασκεύασαν χρυσελεφάντινη Ήβη για το άγαλμα της Ήρας ευθύς μετά την καταστροφή του Ηραίου από πυρκαϊά (423 π.Χ.). Κι ακόμα ο Ναυκίδης: χάλκινο άγαλμα Εκάτης, ανδριάντες για τον παλαιστή Χείμωνα.

  • Ναυκίδης Πατροκλέους (5ος – 4ος αι. π.Χ.): πιθανόν αδελφός του γλύπτη Πολύκλειτου του νεότερου. Έργα του: άγαλμα του Ερμή, άνδρας που θυσιάζει κριάρι, ανδριάντας του Ροδίου Ευκλέους στην Ολυμπία, ανδριάντας του Τριζηνίου παλαιστή Βαύκιδος στην Ολυμπία κ.ά.

  • Ξενόφιλος Στράτωνος (2ος-1ος αι. π.Χ.): εργάστηκε με το γιο του ή και μόνος του στο Ασκληπιείο, Επίδαυρο, Σικυώνα, Κλεωνές, Αργολίδα, Δελφούς και Κόρινθο.

  • Περίκλυτος (5ος αι. π.Χ.): μαθητής του Πολύκλειτου του πρεσβύτερου.

 

Ο Διαδούμενος. Λεπτομέρεια του άνω τμήματος του αγάλματος. Στην κεφαλή του αθλητή διακρίνεται η ταινία της νίκης. Πρόκειται για αντίγραφο του 100 π.X. του φημισμένου χάλκινου αγάλματος του Διαδούμενου, που κατασκεύασε γύρω στο 450-425 π.X. ο Aργείος γλύπτης Πολύκλειτος. © Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού.

 

  • Πολύκλειτος ο νεότερος (5ος – 4ος αι. π.Χ.): πιθανόν αδελφός του Ναυκίδη, γιου του Πατροκλέους. Έργα του: Ζευς Μειλίχιος στο Άργος, ανδριάντες Λητούς, Απόλλωνος, Αρτέμιδος και ανδριάντες ολυμπιονικών κ.ά. Αρχιτέκτονας του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου.

 

Σύμπλεγμα Κλέοβι και Βίτωνα – Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών. Δύο μνημειακά αρχαϊκά αγάλματα, από τα πιο γνωστά δείγματα του τύπου του κούρου. Στέκονται παρατακτικά επάνω σε χωριστές πλίνθους, αλλά σε ενιαίο βάθρο, στο οποίο έχει χαραχθεί επιγραφή, που δεν σώζεται ολόκληρη. Οι δύο νέοι απεικονίζονται γυμνοί, προτείνουν το αριστερό πόδι, ενώ τα χέρια τους είναι σφιγμένα σε γροθιές και ελαφρά λυγισμένα. Από τους περισσότερους μελετητές ταυτίζονται με τον Κλέοβι και το Βίτωνα, δύο νέους από το Άργος, γιους της ιέρειας της Ήρας.

 

  • Πυθέας (2ος – 1ος αι. π.Χ.): είναι γνωστός από την υπογραφή του στη βάση ανδριάντα στο Ίλιον.

  • Στράτων Ξενοφίλου (2ος – 1ος αι. π.Χ.): εργάστηκε με τον πατέρα του Ξενόφιλο.

  • Τόρων Απελλίωνος (3ος αι. π.Χ.): εργάστηκε με τον επίσης Αργείο Ακέστορα στην Τροιζίνα.

  • Τόρων Απελλίωνος (2ος π.Χ.): πιθανόν εγγονός του προηγουμένου. Κατασκεύασε τον ανδριάντα της Επιδαύρειας Νικαρέτας και άλλον ανδριάντα στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου.

  • Φράδμων (5ος αι. π.Χ.): κατασκεύασε ανάθημα των Θεσσαλών για το ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς, το οποίο είχε δώδεκα χάλκινες αγελάδες. Συμμετείχε σε διαγωνισμό στην Έφεσο με θέμα τις Αμαζόνες. Κατασκεύασε ανδριάντα του Ηλείου ολυμπιονίκη Αμέρτα για την Ολυμπία.

  • Χρυσόθεμης (6ος – 5ος αι. π.Χ.): εργάστηκε μαζί με τον Ευτελίδα για την κατασκευή ανδριάντων του Δαμαρέτου και Θεοπόμπου.

 

Πηγή


 

Διαβάστε ακόμη:

 

Αρσενοκοιτία, Μοιχεία και Παλλακεία στη Βυζαντινή Κοινωνία – δρ. Ειρήνη Άρτεμη, Phd, Post Doc Καθηγήτρια – Σύμβουλος στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του ΕΑΠ, «Σπουδές στην Ορθόδοξη θεολογία», Ακαδημαϊκή διδάσκουσα στο Israel Institute of Biblical Studies by Hebrew University of Jerusalem.


 

Η θρησκεία, ο Χριστιανισμός, άσκησε βαθύτατη επιρροή σε όλες τις εκφάνσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στους θεσμούς άσκησης εξουσίας, στην καθημερινή ζωή και στον τρόπο καλλιτεχνικής εκφράσεως των υπηκόων της. Η βυζαντινή αυτοκρατορία μπορεί να θεωρεί­ται μία χριστιανική αυτοκρατορία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πολλές φορές η ηθική των υπηκόων της από τα ανώτερα μέχρι τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα δεν ερχόταν σε σύγκρουση με την ηθική της χρι­στιανικής διδασκαλίας. Έτσι πολλές φορές μέσα από τις γραπτές πη­γές της εποχής γίνεται αναφορά για το φαινόμενο της παλλακείας, της μοιχείας αλλά και της αρσενοκοιτίας.

Αρχικά πρέπει να επισημανθεί ότι η «παλλακεία» θεωρούνταν η σταθερή συμβίωση και συγκατοίκηση ενός άνδρα και μίας γυναίκας, από την οποία όμως συμβίωση λείπει η γαμική διάθεση. Η παλλακεία ήταν ανεπίδεκτη κατηγορίας για πορ­νεία (stuprum) ή για μοιχεία (adulterium) κατά το βυζαντινό δίκαιο. Όσον αφορά στη μοιχεία ήταν αρχικά η ερωτική συνεύρεση έγγαμης ελεύθερης γυναίκας με άγαμο ή έγγαμο, ενώ αργότερα συμπεριελήφθη στο αδίκημα και η συνεύρεση έγγαμου άνδρα με άλλη ελεύθερη γυναί­κα εκτός της συζύγου του. Τέλος, σχετικά με την αρσενοκοιτία, η οποία χαρακτηριζόταν ως «οι νοσούντες την θήλειαν νόσον», «η των Σοδόμων ασθένεια ή Σοδομιτισμός, οι δ’ εις τούτο δουλεύοντες Σοδομίται ή Σοδομηνοί» υπήρχαν τόσο αναφορές σε νομικά όσο και σε εκκλησιαστικά κείμενα, την οποία καταδίκαζαν. Κατά τους Βυζαντινούς τα είδη της «αρσενοκοιτίας» ήταν τρία: το πρώτο και ελαφρύτερο ήταν «το παρ’ άλλων παθείν», το δεύτερο και βαρύτερο «το ποιήσαι εις έτερον» και το τρίτο και βαρύτατο «το παθείν παρ’ ετέρου και ποιήσαι εις έτε­ρον». Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος μιλάει για αρσενικοθήλυκους άντρες, που δεν είναι ούτε άντρες ούτε γυναίκες, αλλά άντρες για τις γυναίκες και γυναίκες για τους άνδρες.

Στην παρούσα εργασία θα μελετήσουμε ποια άποψη κυριαρχούσε στις διάφορες κοινωνικές τάξεις για τις παραπάνω διάφορες μορφές ερωτικών διαπροσωπικών σχέσεων και πώς εκείνες αντιμετωπίζονταν από την κοινωνία γενικότερα, το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο αλλά και την Εκκλησία. Πολλοί πατέρες της Εκκλησίας κάνουν αναφορά σε αυτά τα αμαρτήματα ως θανάσιμα πάθη και τα στηλιτεύουν παραδεχόμενοι ότι ως παγίδες του διαβόλου μπορούσαν να παγιδέψουν τον οποιοδή­ποτε δεν αντιστεκόταν σε αυτά και προβάλλουν την καλλιέργεια των χριστιανικών αρετών ως την πανοπλία εναντίον του πονηρού και των συγκεκριμένων παθών.

  1. Εισαγωγή

Στην εργασία αυτή θα αναφερθούμε συνοπτικά στη μοιχεία, αρσενοκοιτία και παλλακεία στη βυζαντινή κοινωνία μέσα από τα νομικά και πατερικά κείμενα, θέλοντας να δώσουμε μία γενική εικόνα για το τι επικρατούσε στη Βυζαντινή κοινωνία και πώς επηρεάστηκε από τη χριστιανική διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας. Η οικογένεια στο Ύστερο Ρωμαϊκό κράτος αποτελούσε μία χαλαρή ενότητα.

Στη ρωμαϊκή εποχή ο γάμος αποτελούσε μία κοινωνική σχέση – σύνδε­ση ενός άνδρα και μίας γυναίκας, που κατοχυρωνόταν από το νόμο, προκειμένου να ζήσουν μαζί και στην οποία εφαρμόζονταν κάποιοι ηθικοί κανόνες[1]. Η βάση, λοιπόν, του γάμου βρισκόταν στην affectio maritalis, τη γαμική επιθυμία, και στο honor matrimonii, πού προϋπέθε­ταν ένα σύστημα ηθικών υποχρεώσεων που έπρεπε να εφαρμόζεται[2]. Η έλλειψη γαμικής επιθυμίας οφείλεται στο γεγονός ότι δεν μπορούσε να συναφθεί γάμος εξαιτίας του ότι ο ένας από τους δύο συζύγους ήταν κοινωνικά κατώτερος ή οικονομικά. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα αντί για τη νομιμοποίηση της σχέσης μέσα από το νομικό και θεσμικό πλαίσιο του γάμου, να υφίσταται ο θεσμός της παλλακείας[3]. Ο γάμος που είχε γίνει σύμφωνα με όλες τις θετικές προϋποθέσεις – συγκατά­θεση pater familias[4], συναίνεση των μελών κ.α.- που απαιτούσε το Ius Civile[5], δηλαδή το Ρωμαϊκό Αστικό Δίκαιο – και σύμφωνα με το οποίο δεν συνέτρεχε κανένα κώλυμα, όπως αγχιστεία, μοιχεία, συγγένεια, προηγούμενος γάμος, ονομαζόταν από τους Ρωμαίους νόμιμος γάμος, iustae nuptiae, iustum matrimonium, legitimum matrimonium[6]. Κάθε άλλη μορφή γάμου θεωρούνταν iniustum matrimonium[7].

Στη βυζαντινή εποχή και κυρίως υπό την επίδραση του χριστιανι­σμού δημιουργείται σιγά – σιγά ο θρησκευτικός χαρακτήρας του γά­μου. Επιπλέον στα νομικά κείμενα του κράτους αλλάζει το νομικό πλαίσιο τόσο για τις εξωσυζυγικές σχέσεις, όσο για τη μεταχείριση των παλλακίδων αλλά και των δικαιωμάτων που έπρεπε να είχαν τα νόθα παιδιά. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας περιόδου της Ρωμα­ϊκής Αυτοκρατορίας που συμπίπτει σε ένα μέρος της με την εμφάνι­ση χρονικά της πρωτοβυζαντινής περιόδου και, ιδίως, στην εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, τα πράγματα αλλάζουν κοινωνικά και ηθικά απέναντι στο γεγονός της παλλακείας. Αυτό οφείλεται στη χριστιανική διδασκαλία και στην επιρροή που ασκούσε η Εκκλησία τόσο στους αυτοκράτορες όσο και στο λαό. Την περίοδο αυτή η νομοθεσία μάλλον διακρίνεται από αυστηρότητα απέναντι στο θεσμό της παλλακείας. Έτσι, δεν αναγνώριζε κληρονομικά δικαιώματα στην περιουσία του επιφανούς παλλακευόμενου υπέρ των εκτός γάμου τέκνων της και, πιθανότατα, ούτε υπέρ της παλλακής[8]. Οι αυτοκράτορες, όμως, που διαδέχθηκαν στο θρόνο τον Κωνσταντίνο άνοιξαν σταδιακά ρήγματα στην απαγόρευση αυτή, αναγνωρίζοντας στοιχειώδη πλην περιορισμέ­να κληρονομικά δικαιώματα[9].

Όσον αφορά στο ζήτημα της μοιχείας, θεωρείται μία από της με­γάλες αμαρτίες τόσο κατά τον Ιουδαϊκό νόμο και τις δέκα εντολές[10]. Σιγά- σιγά η διδασκαλία του Χριστού και του αποστόλου Παύλου σχε­τικά με το γάμο και την πίστη που πρέπει να έχουν οι σύζυγοι μεταξύ τους[11] γίνεται και συνείδηση σε ολόκληρη τη βυζαντινή κοινωνία και όχι μόνο στις μικρές ομάδες των Χριστιανών των δύο πρώτων αιώνων μ.Χ.

Τέλος, η αρσενοκοιτία ή σοδομισμός δεν ήταν αποδεκτά από τη χριστιανική βυζαντινή κοινωνία, αφού έρχονταν σε αντίθεση με το ήθος που κήρυσσε ο Χριστός και στο οποίο αναφέρεται κατηγορηματικά ο Παύλος στην προς Ρωμαίους Επιστολή «Ομοίως δε και οι άρσενες αφέντες την φυσικήν χρήσιν τής θηλείας έξεκαύθησαν έν τή ορέξει αύτων εις αλλήλους, άρσενες έν αρσεσι τήν ασχημοσύνην κατεργαζόμενοι και τήν αντιμισθίαν ην εδει τής πλάνης αύτων έν έαυτοις απολαμβάνοντες»[12]. Στην προς Κορινθίους Α’ [13] υπογραμμίζεται ότι όσοι εμμένουν στις παρακάτω πρακτικές «ούκ οιδατε ότι … βασιλείαν Θεού ού κληρονομήσουσι; μή πλανάσθε· ούτε πόρνοι ούτε ειδωλολάτραι ούτε μοιχοι ούτε μαλακοί ούτε άρσενοκοΐται».

 

  1. Η μοιχεία στη Βυζαντινή Κοινωνία και η αναφορά σε αυτήν στα πατερικά κείμενα

Στη βυζαντινή κοινωνία σύμφωνα με το νόμο, η μοιχεία αφορούσε την παράβαση της συζυγικής πίστης, μόνο όμως από την πλευράς της συζύγου[14]. Η μοιχεία κατά την περίοδο του Μ. Κωνσταντίνου τιμωρού­νταν με θάνατο[15]. Στον καιρό του Ιουστινιανού η μοιχαλίδα απαγορευ­όταν να ξαναπαντρευτεί, ενώ κίνδυνο να καταδικασθεί σε θάνατο είχε ο άντρας που διατηρούσε σχέσεις με παντρεμένη γυναίκα[16]. Η μοιχαλίδα πολλές φορές αναγκαζόταν να κλεισθεί σε μοναστήρι για μετάνοια[17]. Αν ο σύζυγος διατηρούσε εξώγαμη ή εξώγαμες σχέσεις με ελεύθερη άγαμη γυναίκα, η οποία ανήκε στην τάξη των εντίμων δεν διέπραττε μοιχεία αλλά πορνεία[18]. Αντίθετα, αν οι εξωσυζυγικές σχέσεις συνάπτονταν με γυναίκα που ήταν δούλη ή κατ’ επάγγελμα εταίρα, δεν υπήρχε κά­ποια τιμωρία, ούτε για το κράτος θεωρούνταν ανήθικη πράξη. Ο λόγος πιθανώς ήταν το γεγονός ότι η πορνεία μπορούσε να είναι πολύ προσοδοφόρα περιστασιακά και ως εκ τούτου ευεργετική για το κρατικό θησαυροφυλάκιο μέσω της φορολογίας. Έτσι η παράβαση της συζυγι­κής πίστης από τον άνδρα σύμφωνα με την παραπάνω προϋπόθεση, δεν τιμωρούνταν σύμφωνα με τη νομοθεσία στου Ιουστινιανού[19].

Γρηγόριος Ναζιανζηνός, έργο του Ιταλού ζωγράφου Francesco Bartolozzi, 19ος αι.

Η ελαστικότητα αυτή της νομοθεσίας σχετικά με τη διαφορετική αντιμετώπιση του μοιχού από εκείνην της μοιχαλίδας, δημιουργούσε την αντίδραση των Πατέρων της Εκκλησίας. Οι Πατέρες κατανοούν το άδικο της νομοθεσίας απέναντι στις γυναίκες και προσπαθούν με κάθε τρόπο να το στηλιτεύσουν. Χαρακτηριστικά ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός υπερασπίζεται τη γυναικεία φύση που υφίσταται αδικία από την νομοθεσία. Το πάθος του μάλιστα για να αποκαταστήσει αυτήν την αδικία, τον κάνει να την τονίσει αυτή ενώπιον του αυτοκράτορα του Μ. Θεοδοσίου[20]. Έτσι τονίζει ότι αρνείται να αποδεχτεί τη νομοθεσία που είναι κατά της γυναίκας, αφού οι νομοθέτες ήταν άνδρες[21]. Αυτό, όμως, υποστηρίζει ο Πατήρ, ότι έρχεται σε αντίθεση με όσα έπραξε ο Θεός κατά τη δημιουργία του άνδρα και της γυναίκας, που τους έπλα­σε και τους δύο από χώμα αλλά συγχρόνως «κατ’ εικόνα» και «καθ’ ομοίωσίν» Του[22]. Επιπλέον η νομοθεσία των ανθρώπων, που αδικούσε κατάφωρα τη γυναίκα έρχεται σε αντίθεση με τους νόμους του Θεού, ο οποίος πρόσταξε να τιμούνται και ο άνδρας και η γυναίκα το ίδιο, ως γονείς[23].

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος καταδικάζει την κοινωνία που ήθελε τη γυναίκα πιστή και συγχωρούσε τον άνδρα που μοίχευε[24]. Στην ελαστι­κή αυτή ηθική των ανθρώπων, ο Γρηγόριος αντιπαραβάλει τη δίκαιη τιμωρία που υπέστησαν και οι δύο οι Πρωτόπλαστοι από το Θεό. Παράκουσαν την εντολή του Θεού, αμάρτησαν, τιμωρήθηκαν και οι δύο με την έξωσή τους από τον Παράδεισο και της στέρησης των αγαθών της αρχέγονου καταστάσεως. Αλλά ο Θεός και στους δύο έδωσε την ελπίδα της σωτηρίας με την έλευση του Θεανθρώπου[25], «Και τους δύο τους σώζει ο Χριστός με τα πάθη Του. Έγινε άνθρωπος για τον άνδρα; Το ίδιο και για τη γυναίκα… Λέγεται ότι προέρχεται (ο Χριστός) από το σπέρμα Δαβίδ. Νομίζεις ενδεχομένως ότι με αυτό τιμάται ο άντρας; Γεννάται όμως από την Παρθένο και αυτό είναι υπέρ των γυναικών»[26].

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος υπογραμμίζει ότι δεν πρέπει κάποιος να παντρεύεται μοιχαλίδα γυναίκα, γιατί και ο ίδιος διαπράττει αμαρτία «Έκέλευσα άπολελυμένην γυναίκα μή λαμβάνειν, είπών ότι μοιχεία το πράγμα έστι»[27]. Παράλληλα επικρίνει με δριμύτητα τον μοιχό σύζυγο ακόμα και αν η απιστία του έχει να κάνει με πόρνες και όχι με άλλου σύζυγο: «ούτω καί ο άνήρ, καν εις πάνδημον πόρνην, καν εις έτέραν γυναίκα άνδρα ούκ εχουσαν άμάρτοι, γυναίκα εχων, μοιχείας το πράγ­μα νενόμισται»[28]. Ο χρυσορρήμων Πατήρ τονίζει: «Την κληρωθείσαν εξ αρχής γυναίκα, ταύτην έχειν δια παντός»[29], «γιατί ο Θεός στον καθένα έδωσε γυναίκα (ως σύζυγο), έθεσε όρια στη φύση, την συνουσία με την μία εκείνη γυναίκα … γι’ αυτό η συζυγική απιστία – μοιχεία θεωρείται παράβαση και πλεονεξία και ληστεία»[30]. Σ’ αυτήν την περίπτωση η συζυγία καταντά, κατά τον Χρυσόστομο, «ναυάγιο». Απευθυνόμενος δε στον μοιχό, με αγανάκτηση τον ρωτά με έμφαση προκειμένου να τον συνετίσει: «Γιατί αδικείς την σύζυγο; γιατί προσβάλλεις το δικό σου μέλος; γιατί ντροπιάζεις την αξιοπρέπειά σου;»[31] Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος αν και είχε ακολουθήσει το μοναχικό βίο εξηγεί ότι μεγαλύτερη ηδονή δεν υπάρχει για κάποιο άνδρα από το να έχει γυναίκα – σύζυγο και παιδιά. Δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο πόσο ψηλά είχε το γάμο[32].

Σύμφωνα με τον δ’ κανόνα του Γρηγορίου Νύσσης[33] πορνεία είναι η άθεσμος ηδονή χωρίς να βλάπτεται τρίτος, ενώ η μοιχεία εμπεριέχει την άθεσμο ηδονή αλλά με επιβουλή και αδικία τρίτου που στη συγκε­κριμένη περίπτωση είναι ο σύζυγος. Αυτός είναι ο λόγος που ο επίσκοπος Νύσσης επιτιμά τον μοιχό διπλάσιο χρόνο από τον πόρνο θεωρώ­ντας με τον τρόπο αυτό τη μοιχεία ως ειδεχθέστερο έγκλημα. Μάλιστα ο ιερός Πατήρ θεωρεί ως μοιχεία οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη που μπορεί να έχει ένας έγγαμος άνδρας ή γυναίκα εκτός συζυγικής κλί­νης είτε πρόκειται για ζωοφθορία, για παιδεραστία, για τέλεση γάμου χωρίς λύση του ήδη υφιστάμενου[34]. Μεγάλη τιμωρία υφίσταται και κά­ποιος που γίνεται επίσκοπος έχοντας διαπράξει ο ίδιος ή συγκαλύψει για χρήματα τη μοιχεία της συζύγου του.

Στην νομοθεσία του Ιουστινιανού και συγκεκριμένα στον Πανδέ­κτη γίνεται αναφορά για την τιμωρία που υφίσταται όχι μόνο εκείνος που διαπράττει μοιχεία αλλά και η σύζυγος ή ο σύζυγος που σιωπούν έναντι της μοιχείας των νόμιμων συντρόφων τους λόγω χρημάτων που λαμβάνουν ως δωροδοκία[35]. Θεωρούνται και οι ίδιοι σύζυγοι ως μοιχοί, αφού αποκρύπτουν τη μοιχεία έναντι οικονομικών οφελών[36]. Επιπλέον, τιμωρία έπρεπε να υποστεί όποιος παντρευόταν γυναίκα που είχε κατηγορηθεί για μοιχεία[37]. Παράλληλα, αν ο συγκαλύψας τη μοιχεία ήταν στρατιωτικός έπρεπε να λαμβάνει άμεσα την αποστράτευσή του[38].

 

Ιουστινιανός

 

Στην Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο, την κοινώς ονομαζόμενη εν Τρούλω (692μ.Χ.) και συγκεκριμένα στον 98ο κανόνα της που ταυτίζει το γάμο με τον αρραβώνα και θεωρεί ότι μοιχός είναι όποιος παντρεύ­εται γυναίκα, η οποία ήταν αρραβωνιασμένη με άλλον άντρα, που βρί­σκεται ακόμη στη ζωή[39]. Φυσικά αυτό το συμπεριλαμβάνει και σε μία από τις Νεαρές του ο Αλέξιος ο Κομνηνός[40].

Στο νομοθετικό κείμενο «Εκλογή» των Ισαύρων, η αντικειμενική υπόσταση της πορνείας διευρύνεται και περιλαμβάνει κάθε εξώγαμη συνουσία του ανδρός, στον καταλογισμό της ποινής όμως διατηρείται ως βαρύτερη μορφή η πορνεία που διαπράττεται από έγγαμο άνδρα, τιμωρούμενη με δώδεκα ραβδισμούς, ενώ ο άγαμος τιμωρείται μόνον με έξι[41]. Εάν βέβαια η συναυτουργός του είναι έγγαμη, τότε υπάγεται και ο ίδιος στις διατάξεις περί μοιχείας. Με βάση με τη νομοθεσία του Λέοντα ΣΤ του Ισαύρου υπογραμμιζόταν ότι η μοιχεία κυρίως της γυ­ναίκας ντρόπιαζε το άνδρα της και ήταν αιτία διάλυσης της οικογενει­ακής εστίας της.

Στη Νεαρά 32 του Λέοντα ΣΤ’ τονίζεται με έμφαση: «ο δέ μιαρός της μοιχείας έργάτης πλείστων όσων άνέτρεψε βίους, άνδρός, παίδων, συγγενών άλλων, μία πληγή πάντας τη των γάμων άνατρέπων διασπαράξει»[42]. Στην ίδια Νεαρά του αυτοκράτορα Λέοντος υπογραμμίζεται: «Πρέπει να τιμωρούμε τη μοιχεία το ίδιο αυστηρά με την ανθρωποκτονία. Αυτό το έγκλημα κάποτε τιμωρούταν με θάνατο. Ύστερα έκριναν σκόπιμο να υποκαταστήσουν αυτή την ποινή με μιαν άλλη πιο μαλακή. Δίνοντας την προτίμησή μας στην τελευταία ποινή, αποφασίζουμε την αποκοπή της μύτης της μοιχού και του συνενόχου της». Η ίδια ποινή προβλέπεται για το σύζυγο, που αποδεικνύεται ότι απάτησε τη γυναίκα του. Αλλά υπάρχει μια διάκριση. Ο μοιχός σύζυ­γος θα τιμωρηθεί και αυτός με αποκοπή της μύτης του, αλλά η γυναίκα του θα εξακολουθήσει να συζεί μαζί του. Αντίθετα, αν τιμωρηθεί η γυ­ναίκα που απάτησε το σύζυγό της, με αποκοπή της μύτης, ο απατημένος σύζυγος μπορεί να τη διαπομπεύσει και τη διώξει. Στην τελευταία περίπτωση, η προίκα θα παραμείνει στον άντρα. Όσο για την άπιστη σύζυγο, που της έκοψαν τη μύτη, θα κλειστεί σ’ ένα μοναστήρι.

Εν κατακλείδι, στην πρώιμη βυζαντινή εποχή σχετικά με τη μοιχεία συνεχίστηκε να υφίσταται ο ρωμαϊκός πολιτειακός νόμος, ο οποίος κα­τηγορούσε τις γυναίκες ως μοιχαλίδες, οι οποίες αν και παντρεμένες, διατηρούσαν ερωτικές σχέσεις με ξένους άνδρες. Αντίθετα, οι νυμφευμένοι άνδρες μπορούσαν να διατηρούν ερωτικές σχέσεις με άλλες άγαμες γυναίκες, χωρίς να χαρακτηρίζονται μοιχοί. Οι Πατέρες της Εκκλησίας καταδίκασαν την ανεκτικότητα του νόμου και της κοινωνίας απέναντι στους άντρες σχετικά με τη μοιχεία, και τη σκληρότητα της κοινωνίας απέναντι στις γυναίκες για το ίδιο ζήτημα. Μάλιστα παρά τις επεμβάσεις των πατέρων της Εκκλησίας, η νομοθεσία της αυτοκρα­τορίας άλλαξε με βάση τη χριστιανική διδασκαλία αρκετούς αιώνες αργότερα[43].

 

  1. Η Παλλακεία στη Βυζαντινή κοινωνία

Στους Βυζαντινούς χρόνους συνηθιζόταν η παλλακεία. Ως παλλα­κεία ορίζονται διάφορες μορφές διαπροσωπικών διαρκών σχέσεων με­ταξύ των δύο φύλων, που όμως δε συνιστούν γάμο κάτι που οφείλεται συνήθως σε διαφορά κοινωνικής θέσης ή οικονομικής κατάστασης. Στο πλαίσιο του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ως παλλακεία ορίζεται η στα­θερή συμβίωση και συγκατοίκηση ενός άνδρα και μιας γυναίκας, από την οποία όμως συμβίωση λείπει η γαμική διάθεση. Η παλλακή, λοι­πόν, ήταν η «άγαμη γυναίκα, που είχε έναν μονιμότερο δεσμό μ’ έναν άγαμο άνδρα, χωρίς ο δεσμός της αυτός να αποτελεί νόμιμο γάμο»[44].

Πολλές φορές ο άνδρας έφερνε την παλλακή μέσα στο σπίτι, ισχυριζόμενος πως την έπαιρνε χάριν «παιδοποιίας». Παλλακίδες ήταν κατά κανόνα δούλες ή απελεύθερες, άσημες και φτωχές γυναίκες, καμιά φορά, όμως και ευγενείς. Πρόκειται για τον «άγαμο γάμο», όπως τον χαρακτήριζαν. Φαίνεται δε ότι, αν και η παλλακεία αφορούσε κυρίως στα μεσαία και κατώτερα στρώματα, το φαινόμενο δεν ήταν άγνωστο ούτε στην αριστοκρατία. Την εποχή του Ιουστινιανού, η νομοθεσία και με την ολοένα και αυξανόμενη επίδραση του Χριστιανισμού, ρύθμισε πολλά πράγματα σχετικά με την παλλακεία, όπως η νομιμοποίηση σε γάμο, η αναγνώριση των τέκνων χωρίς γάμου από σχέσης παλλακείας[45].

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι γενικότερα ως τον 6ο αιώνα, ενώ οι πα­τέρες της Εκκλησίας καταδίκαζαν την παλλακεία ως πορνεία και ως μοιχεία που μόλυνε το γάμο και εκείνους που ήταν μέτοχοι σε σχέση παλλακείας, η πολιτεία τήρησε διάφορες στάσεις. Ο Μ. Κωνσταντίνος αντιμετώπισε την παλλακεία με αυστηρό τρόπο, αφού ερχόταν σε αντί­θεση με τη χριστιανική διδασκαλία[46]. Έτσι, κατάργησε την παράνομη παλλακεία -2η και 3η συζυγία μέσα σε νόμιμο γάμο[47]. Τελείως, όμως, η παλλακεία καταργήθηκε από τους Μακεδόνες Αυτοκράτορες[48]. Η απα­γόρευση της παλλακείας από το Λέοντα ΣΤ’ με τη Νεαρά 91 υπήρξε καταλυτικός παράγοντας για ανύψωση του προσώπου της γυναίκας, τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο[49].

 

Ο Νικηφόρος Γρηγοράς ήταν Βυζαντινός ιστορικός συγγραφέας, λόγιος, θεολόγος, ρήτορας, μαθηματικός και αστρονόμος, πολέμιος θρησκευτικών αντιλήψεων του Μεσαίωνα

 

Στην ορθόδοξη αντίληψη, η παλλακή διαφέρει από την πόρνη μόνο στο ότι αμαρτάνει με ένα πρόσωπο ενώ η πόρνη με περισσότερα. Μά­λιστα παρά την απαγόρευση της παλλακείας από τη δυναστεία των Μακεδόνων, η παλλακεία συνέχιζε να υφίστατο όχι μόνο στα φτωχά κοινωνικά στρώματα αλλά και στα πιο υψηλά. Συγκεκριμένα, με παλ­λακή, την Ειρήνη Τραπεζουντία, συγκατοικούσε ο αυτοκράτορας της Τραπεζούντας Βασίλειος, ο Μέγας Κομνηνός, ο οποίος εγκατέλειψε γι’ αυτό τη γυναίκα του, την Ειρήνη Παλαιολογίνα[50], εξώγαμη κόρη του αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Ανδρόνικου Γ’ Παλαιολόγου. Η αντίδραση ήταν μεγάλη από τον Πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα και το Νικηφόρο Γρηγορά (1295 – 1360), αλλά και την οργή του λαού της Τραπεζούντας[51]. Ο πατριάρχης Ιωάννης ΙΑ’ Καλέκας αντιδρώντας, διέταξε με έγγραφο του το μητροπολίτη Τραπεζούντας Γρηγόριο να διακόψει την παράνομη συμβίωση, χαρακτηρίζοντας μάλιστα την παλλακή ως μοιχαλίδα[52].

  1. Αρσενοκοιτία στη Βυζαντινή Κοινωνία

Οι άνθρωποι έχουν σώμα διακρινόμενο από τη φύση του σε άρσεν και θήλυ με αμετάβλητους τους γενετικούς χαρακτήρες του. Έτσι, από τα χρόνια ήδη της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, η ομοφυλοφιλία και κυρίως ο κιναιδισμός υπήρξε κάτι όχι μόνο απαγορευμένο αλλά και εντελώς έξω από την υγιή ανθρώπινη φύση. Ο χρυσορρήμων επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης Χρυσόστομος τονίζει ότι η ομοφυλοφιλία αποτελεί καταπάτηση του θείου νόμου και παράλληλα αποτελεί όνειδος και καταπάτηση της φύσης[53] και μάλιστα τη θεωρεί ως τη χειρότερη μορφή της πορνείας[54]. Συγκρίνοντας μάλιστα δύο βδελυρές πράξεις από την Παλαιά Διαθήκη, όπως την πιθανή ασέλγεια των Σοδομιτών στις παρθένες κόρες του Λωτ και στους φιλοξενούμενούς του άντρες, θεωρεί ότι η τυχόν ασέλγεια στους άνδρες είναι πιο ειδεχθές από το άλλο[55].

Ο ιερός Πατήρ επέκρινε τόσο την πορνεία «εί καί παράνομος, αλλά κατά φύσιν ή μίξις»[56], ενώ για την ομοφυλοφιλία τονίζει ότι είναι «καί παράνομος καί παρά φύσιν»[57] για το λόγο αυτό καταστράφηκαν τα Σόδομα και τα Γόμορρα λόγω των παρανόμων και ξένων προς τη φύση συνουσιών[58].

Δυστυχώς, η ύπαρξη ομοφυλοφιλίας στο χριστιανικό Βυζάντιο ήταν κάτι που δεν μπορεί κάποιος να το αρνηθεί. Ίσως η χαλαρότητα αυτή των ηθών κληροδοτήθηκε στο Βυζάντιο από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατο­ρία. Οι περισσότεροι όμως Βυζαντινοί μέσα από την επίδραση του Χριστιανισμού θεωρούσαν βδέλυγμα την ομοφυλοφιλία και την κατα­δίκαζαν απερίφραστα μαζί με την παιδεραστία. Η αρσενοκοιτία είχε τρεις διαφορετικές πλευρές: α. «το παρ’ άλλων παθείν», το οποίο ήταν απλά αισχρό. Το β. «το ποιήσαι εις έτερον», που ήταν αισχρότερο από το α. Και γ. «το παθείν παρ’ ετέρου και ποιήσαι εις έτερον», το οποίο ήταν το πιο άσχημο από όλα. Μάλιστα αυτούς που στηλιτεύει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος μιλάει για αρσενικοθήλυκους άντρες, που δεν ήταν ούτε άντρες ούτε γυναίκες, αλλά άντρες για τις γυναίκες και γυναίκες για τους άντρες.

Το 390 ένα διάταγμα του αυτοκράτορα Θεοδόσιου Α’ προέβλεπε τη θανατική ποινή για τον πειθαναγκασμό ή το εμπόριο ανδρών για πορ­νεία[59]. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός με τη Νεαρά 141 καταδικάζει την ομοφυλοφιλία κάτι που κάνει και στη Νεαρά 77[60]. Μάλιστα θεωρεί ότι τόσο οι διάφορες ομοφυλοφιλικές τάσεις των ανδρών όσο και η μοιχεία οφείλουν να τιμωρούνται με θάνατο[61].

Ο Μαλάλας μάλιστα αναφέρει ότι την εποχή του αυτοκράτορα Ιου­στινιανού κάποιοι αρσενοκοιτούντες επίσκοποι απομακρύνθηκαν από τις επισκοπές τους[62]. Σε αυτούς ο αυτοκράτορας επέβαλε την τιμωρία της καυλοτομής. Την εποχή αυτή, παράλληλα με τη θανατική ποινή υπήρχε και η «καυλοτομή», η αποκοπή του ανδρικού μορίου, ώστε να μην υπάρχει κάποια πιθανότητα ο ενεργός ομοφυλόφιλος να μη διαφθείρει κάποιον άλλο άνδρα. Η επιβολή της καυλοτομής, η οποία συχνά λόγω αιμορραγίας προκαλούσε τον θάνατο[63].

Πολιτεία και Εκκλησία θεωρούσαν ότι οι σκληροί νόμοι θα ήταν απο­τρεπτικοί για τη σύναψη ομοφυλοφιλικών ερωτικών σχέσεων. Έτσι εξαιτίας του φόβου της διαπόμπευσης, της τιμωρίας, ακόμα και του θανάτου η ομοφυλοφιλία θα εξέλιπε. Ο αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας Κύριλλος στο λόγο του «Κατά εύνούχων» τονίζει ότι «οι καημένοι (αρσενοκοίτες) το ενεργούν αυτό, δηλαδή το να υφίστανται όσα ανήκουν στις γυναίκες, ενώ θέλουν να είναι άνδρες – εξ αιτίας της ακολασίας. Διότι διαφθείρουν τη θεόπλαστη και ανδροπρεπή μορφή μεταβάλλοντας τη φύση, όχι για τίποτε το χρήσιμο, παρά μόνο για την ασέλγεια, είτε με τη θέλησή τους πολλές φορές, είτε αναγκαζόμενοι από άλλους να το υπομείνουν αυτό. Ως φθορείς της φύσεως, και εχθροί του ανθρωπίνου γένους, γίνονται και σπίλοι της πολιτείας και προσβολή για τη ζωή· εκπορνευόμενοι σαν τις Μαινάδες χορεύουν άμετρα στα αίσχιστα πάθη»[64].

Ο κιναιδισμός κυριαρχούσε αδιάντροπα κατά τους πατέρες της Εκ­κλησίας στα υψηλά κοινωνικά στρώματα και οι κίναιδοι πολλές φο­ρές προσπαθούσαν να είναι γυναίκες με τους άντρες ενώ παράλληλα δημιουργούσαν σαρκικές σχέσεις και με τις γυναίκες[65]. Επίσης, ήταν καταδικαστέα, γιατί ως σαρκικό πάθος εκμαύλιζε και την ψυχή. Τέλος, πάθη όπως η ομοφυλοφιλία προάγουν την ιδέα της στείρας ηδονής που δεν οδηγεί πουθενά, άρα απομακρύνει τον άνθρωπο από την επιδίωξη του αγαθού γι αυτό και είναι απορριπτέα.

 

Συμπεράσματα

 

Μέσα από τη νομοθεσία των βυζαντινών αυτοκρατόρων αντλούμε πληροφορίες για τα ηθικά και κοινωνικά ατοπήματα των Βυζαντινών που αφορούσαν θέματα της γενετήσιας ηθικής. Χαρακτηριστικοί για τα θέματα αυτά υπήρξαν οι νόμοι του Ιουστινιανού, των Ισαύρων και συγκεκριμένα η Εκλογή και τέλος η Μακεδονική δυναστεία.

Μία από τις σοβαρότερες ηθικά, κοινωνικά και χριστιανικά γενετή­σιες πράξεις υπήρξε η μοιχεία. Μάλιστα αποτελούσε ένα από τα τρία θανάσιμα αμαρτήματα κατά τη χριστιανική διδασκαλία, τα άλλα δύο ήταν η άρνηση της πίστεως και ο φόνος. Η μοιχεία τιμωρούνταν με ρινότμηση και διαπόμπευση, αν και αρχικά στους μοιχούς επιβάλλονταν ο θάνατος. Φυσικά, μέσα από τα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας φαίνεται ότι οι νόμοι ήταν αυστηροί για τις μοιχαλίδες όχι όμως και για τους μοιχούς[66].

Παράλληλα, συνέχισε να υφίσταται στο χριστιανικό Βυζάντιο ο άγα­μος γάμος, δηλαδή η παλλακεία. Αυτή έδινε τη δυνατότητα στον άνδρα να έχει πέρα από τη νόμιμη σύζυγο, επίσημη ερωμένη. Και σε αυτό η Εκκλησία αντιτάχθηκε, χωρίς όμως να κατορθώσει να εξαλείψει το φαινόμενο αυτό από την κοινωνία.

Αισχρότερο, όμως, φαινόμενα σχετικά με τις σαρκικές επαφές ήταν η αρσενοκοιτία. Η παρά φύση ερωτικές σχέσεις των ανδρών μεταξύ τους ήταν η αιτία καταστροφής των Σοδόμων και Γομμόρων. Ο οι­κουμενικός Ιεράρχης Μ. Βασίλειος το 370 μ.Χ. με τις κανονικές του επιστολές και τον 7ο ιερό του κανόνα επικυρωθέντα από τον 2ο κανό­να της ΣΤ’ Οικουμενικής Συνόδου διακηρύσσει: «Άρρενοφθόροι και ζωοφθόροι και φονεϊς και φαρμακοι και μοιχοι και ειδωλολάτραι της αύτης καταδίκης εισιν ήξιωμένοι, ώστε ον έχεις έπι των άλλων τύπον και έπι τούτων φύλαξον…». Κατά συνέπεια η αρσενοκοιτία υπήρξε για την Εκκλησία η παρά την φύση ανατροπή της ανθρώπινης οντολο­γίας καί φυσιολογίας και ο πλήρης ευτελισμός της έννοιας άνθρωπος πού στην ελληνική γλώσσα σύγκειται από το επίρρημα άνω καί το ρήμα θρώσκω πού σημαίνει άνω βλέπω, άνω φέρομαι, εξαιτίας του ότι δημιουργηθήκαμε με την προοπτική να γίνουμε ισόθεοι.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Α. P. Kazdan, «Η Βυζαντινή οικογένεια και τα προβλήματά της», Μνήμων, 12 (1989), (195-209), σ. 196, http://dx.doi.org/10.12681/mnimon.414.

[2]  Αυτόθι.

[3] Στο πλαίσιο του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου ως παλλακεία ορίζεται η σταθερή συμβίωση και συγκατοίκηση ενός άνδρα και μιας γυναίκας, από την οποία, όμως, συμ­βίωση λείπει η γαμική διάθεση (affectio maritalis).

[4]  B. Severy, Augustus and the family at the birth of the Roman Empire, Routledge, New York 2003, p. 9-10. T. Parkin & A. Pomeroy, Roman Social History. A Sourcebook, Routledge, New York 2007, p. 72-80.

[5] H. J. Wolff, Roman Law. An Historical Introduction, Red Rivers Books, University of Oklahoma Press, 1951, p. 61-70. G. Moussourakis, Roman Law and the Origins of the Civil Law Tradition, Springer International Publishing, Switzerland 2015, p. 27, references 1 & 2, DOI 10.1007/978-3-319-12268-7.

[6] M. Jonaitis & E. Kosaite-Cypiene, «Conception of roman marriage: historical experience in the context of national family policy concept», Jurisprudencija/Jurisprudence of Mykolo Romerio universitetas, 2. 116 (2009), p. 295-316. ISSN 1392-6195 (print).

[7]    B. Rawson, «Spurii and the Roman View of Illegitimacy», The Australian National University: Antichthon 23 (1989), p. 10-41.

[8]  Κ. Harper, Slavery in the Late Roman Mediterranean, Ad 275-425: an Economic, Social, and Institutional Study, Cambridge University Press, Cambridge 2011, p. 443.

[9]  Με βάση το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, Naturales liberi, αποκαλούνταν ως φυσικά τέκνα τα οποία προέρχονται από παλλακευτική σχέση. Με βάση αρχικά το ρωμαϊκό και πρώιμο βυζαντινό δίκαιο τη μόνη κατηγορία εκτός γάμου κατιόντων, που είχαν δικαίωμα να νομιμοποιηθούν, δηλαδή να εξισωθούν ως προς τη νομική τους αντιμετώ­πιση με τα γνήσια τέκνα. Δ. Χ. Γκόφας, «Παλλακεία και Νομιμοποίηση», στο Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου Β’, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1989, σ. 128-129.

[10]  Μέσα στις δέκα εντολές υπάρχει η ρητή έβδομη εντολή «Ού Μοιχεύσεις» (Μαρκ. 3, 19). Το ρήμα Μοιχεύω σημαίνει ότι επιβουλεύομαι την τιμή μιας παντρεμέ­νης γυναίκας και παρεμβαίνω ως τρίτος στο μέσο ενός ανδρόγυνου για να ατιμάσω τη γυναίκα, που ανήκει σε άλλον. Βέβαια, ως ο Κύριος σημειώνει στο Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον, (3, 11-12), μοιχός θεωρείται και ο άντρας και όχι μόνο η γυναίκα (μοιχαλίς), ο/η οποίος/α χωρίζει τον άντρα της/τη γυναίκα του, για να έλθει σε γάμο με άλλην/ον, γιατί στα μάτια του Θεού, άντρας και γυναίκα είναι ίσοι και συνεπώς ότι είναι άτιμο και εξευτελιστικό για τη γυναίκα, είναι άτιμο και εξευτελιστικό και για τον άντρα. Στην εντολή «Ού Μοιχεύσεις» περιλαμβάνεται κάθε πράξη, κάθε συμπεριφορά που προσβάλλει και κηλιδώνει την αγνότητα του σώματος και την καθαρότητα της καρδιάς του ανθρώπου. Άλλωστε, ο ίδιος ο Κύριος, στην επί του Όρους ομιλία του, κατεδίκασε ως αμαρτία και αυτήν ακόμα την εσωτερική αισχρά και σαρκική επιθυμία ως ρίζα του κακού λέγοντας ότι «πας ό βλεπων γυναίκα προς το έπιθυμήσαι αύτήν ήδη έμοίχευσεν αύτήν έν τη καρδία αύτοό» (Ματθ. 5, 28).

[11] Στην Καινή Διαθήκη ο γάμος θεωρείται ιερός και δεν είναι τυχαίο ότι ο Χριστός ποιεί το πρώτο του θαύμα στο γάμο της Κανά. Έτσι λοιπόν ο Σωτήρας ανήγαγε το γάμο σε Μυστήριο στην Καινή Διαθήκη και με την παρουσία του στο γάμο της Κανά, και με όσα είπε ως προς το αδιάλυτο του γάμου προς τους φαρισαίους που τον πεί­ραζαν. Τι είπε τότε; «Ούκ άνέγνωτε ότι ό ποιήσας άπ’ αρχής αρσεν και θήλυ έποίησεν αύτοος και εϊπεν, ενεκεν τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα αύτοό… Και πρόσθεσε ο Χριστός προς τους φαρισαίους· «ώστε ούκέτι είσι δύο, άλλα σάρξ μία. ο οόν ό Θεος συνέζευξεν, άνθρωπος μή χωριζέτω» (Ματθ. 19, 4-6). Και βέβαια ρητώς στην Καινή Διαθήκη ονομάζεται ο γάμος μυστήριο και παραβάλλεται από τον απόστολο Παύλο προς τη μυστική ένωση του Νυμφίου Χριστού προς τη νύμφη Εκκλησία, για να καταδείξει την αγάπη που πρέπει να έχει ο άνδρας προς τη γυναίκα. Και προσθέτει· «το μυστήριον τοότο μέγα έστίν, έγω δε λέγω είς Χριστόν και είς τήν έκκλησίαν» (Εφ. 5, 32), δηλαδή εικόνα και ομοίωση της μυστικής ένωσης του Χριστού με την Εκκλη­σία ήταν η τέλεια ένωση του άνδρα και της γυναίκας, στην αρχή της δημιουργίας, με ιερό δεσμό και εκείνη, όπως με μυστηριώδη έννοια και αυτή. Πάλι δηλαδή αποδίδει ιερότητα μυστική και στο γάμο ο απόστολος Παύλος με την παραπάνω παρομοίωση που κάνει.

[12] Ρωμ. 1, 27.

[13] Α’Κορ. 6, 9.

[14] J. Beaucamp, Le statut de la femme a Byzance (4e-7e siecle). I. le droit imperial, Travaux et memoires du Centre de recherche d’ histoire et civilisation de Byzance, College de France. Venographies, 5, Paris 1990, p. 139-140.

[15] Justinii Codex 9.9.28.

[16] J. A. Evans, The Emperor Justinian and the Byzantine Empire, Greenwood Press, London 2005, p. 28.

[17] Αυτόθι.

[18] Σπ. Τρωιάνος, «Έρως και Νόμος στο Βυζάντιο», Σπ. Τρωιάνος (επιμ.), Έγκλημα και Τιμωρία στο Βυζάντιο, Αθήνα 1997, σ. 181.

[19] Όπ.π.

[20] Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Λόγος 37, PG 36, 281- 308.

[21] Αυτόθι, PG 36, 289AB: «’Άνδρες ήσαν οί νομοθετοόντες, δια τοότο κατά γυναι­κών ή νομοθεσία».

[22] Αυτόθι, PG 36, 289C: «Εις ποιητής άνδρος καί γυναικος, εις χοός άμφότεροι, είκών μία, νόμος εις, θάνατος εις, άνάστασις μία».

[23] Αυτόθι, PG 36, 289BC: «Θεος δε ούχ οότως· άλλά, Τίμα τον πατέρα σου καί τήν μητέρα σου, ήτις εστίν εντολή πρώτη, ίνα εό σοι γένηται, εν επαγγελίαις κειμένη. Καί, Ό κακολογών πατέρα ή μητέρα, θανάτω τελευτάτω. ‘Ομοίως καί το άγαθον ετίμησε, καί το κακον εκόλασεν.».

[24] Αυτόθι, PG 36, 289AB: «Το ερώτημα, ο ερώτησας, τοότο σωφροσύνην τιμάν μοι δοκεί, καί άπόκρισιν άπαιτείν φιλάνθρωπον· σωφροσύνην, περί ήν ορώ τούς πολλούς κακώς διακειμένους, καί τον νόμον αυτών ανισον, καί άνώμαλον. Τί δήποτε γάρ, το μεν θήλυ εκόλασαν, το δε αρρεν επέτρεψαν; Καί γυνή μεν κακώς βουλευσαμένη περί κοίτην άνδρος μοιχαται, καί πικρά εντεόθεν τά τών νόμων επιτίμια· άνήρ δε καταπορνεύων γυναικος, άνεύθυνος; Ου δέχομαι ταύτην τήν νομοθεσίαν, ουκ επαινώ τήν συνήθειαν».

[25] Αυτόθι, PG 36, 289C.

[26] Αυτόθι, PG 36, 289CD.

[27]  Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις τό Γυνή δέδεται νόμω, έφ’ όσον χρόνον ζή ο άνήρ αύτης· έάν δε κοιμηθή, έλευθέρα έστϊν ώ θέλει γαμηθηναι, μόνον έν Κυρίω. Μακαριωτέρα δέ έστιν, έάν οΰτω μείντ\, PG 51, 221D.

[28] Αυτόθι, PG 51, 222Α.

[29] Αυτόθι, PG 51, 219D-220A.

[30] Του ιδίου, Εις Θεσσαλονικεΐς Α, ομιλία. Ε’, PG 62, 424C: «Μή ύπερβαίνειν· καί γαρ έκάστω ο Θεος άπένειμε γυναίκα, καί δρους εθηκε τη φύσει, τήν μίξιν έκείνην τήν προς τήν μίαν. Ώστε ή προς τήν έτέραν παράβασίς έστι καί ληστεία καί πλεονεξία· μάλλον δε πάσης ληστείας χαλεπωτέρα. Ού γαρ οότως άλγοόμεν, των χρημάτων ήμίν έκφορουμένων, ώς τοό γάμου διορυττομένου».

[31] Του ιδίου, Εις ΜΓ Ψαλμό, PG 55, 182AB: «Τί τον γάμον υβρίζεις; τί την εύνήν αδικείς; τί το μέλος το σον επηρεάζεις; τί τήν δόξαν σου καταισχύνεις; Έκκοψον το πάθος, ανελε τας τρυφάς. Τρυφή και μέθη πηγαι πορνείας». Συναφώς, του ιδίου, Εις τόν Γάμον, PG 51, 213D-215A: «Διότι η γυναίκα σου δεν ήλθε σε σένα για να ατιμάζε­ται, δεν εγκατέλειψε πατέρα και μητέρα και όλο το σπίτι της για να προσβάλλεται … Την πήρες συνοδοιπόρο και σύντροφο της ζωής και ελεύθερη και ισότιμη. Πώς λοιπόν δεν είναι παράλογο να δείχνεις κάθε ενδιαφέρον, όταν παίρνεις την προίκα, χωρίς να αφήνεις να ελαττωθεί καθόλου, ενώ αυτό που είναι πιο πολύτιμο από όλη την προίκα, δηλ. τη σωφροσύνη [=σωματική αυτοσυγκράτηση] και τη σεμνότητα και το δικό σου σώμα, που είναι δικό της κτήμα, να το διαφθείρεις και να το μολύνεις; Εάν ελαττώσεις την προίκα, δίνεις λόγο στην πεθερό σου, εάν όμως μειώσεις τη σωφροσύνη θα δώσεις λόγο στο Θεό, ο οποίος εισήγαγε το γάμο και σου παρέδωσε τη γυναίκα».

[32] Του ιδίου, Εις το κατά Ματθαίον, ’Ομιλία ΛΖ’, PG 57, 428A.

[33]  Γ. Ράλλης & Μ. Ποτλής, Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων των τε Αγίων και πανευφήμων Αποστόλων, και των Ιερών και Οικουμενικών και τοπικών Συνόδων, και των κατά μέρος Αγίων Πατέρων, τ. Δ’, Αθήνησιν 1854, σ. 308.

[34]  Αυτόθι, κανόνες 9 και 76 του Μ. Βασιλείου, τ.4 σ. 132, 225.

[35] Digesta 48.5.34. Βασιλικά 60.37.33.

[36]  Digesta 48.5.9. Βασιλικά 60.37.10. Αυτόθι 60.37.52. Justinii Codex 9.9.10.

[37]  Digesta 25.7.1 §2-3. Βασιλικά 60.37.1.

[38] Digesta 48.5.12. Βασιλικά 60.37.13.

[39] Γ. Ράλλης & Μ. Ποτλής, Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων των τε Αγίων και πανευφήμων Αποστόλων, και των Ιερών και Οικουμενικών και τοπικών Συνόδων, και των κατά μέρος Αγίων Πατέρων, τ. Β’, Αθήνησιν 1854, σ. 538-539: «Ό έτέρω μνηστευθεϊσαν γυναίκα, ετι τοό μνηστευσαμένου ζωντος, προς γάμου κοινω­νίαν αγόμενος, τω της μοιχείας ύποκείσθω εγκλήματι». Στο σημείο αυτό φαίνεται η επίδραση της Εκκλησίας που για εκείνην υπήρχε η ιερολογία του μυστηρίου της μνη­στείας. Η Εκκλησία συνδέει το μυστήριο του γάμου με τη μνηστεία, αφού η τελευταία αποτελεί την υπόσχεση για το γάμο. Για την Εκκλησία αλλά και για την Πολιτεία ο θεσμός της μνηστείας σκοπό είχε την καλύτερη προετοιμασία των μελλόνυμφων για το γάμο τους. Βλ. Ε. Κουνουγέρη -Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, Α’, Θεσσαλο- νίκη-Αθήνα 1998, σ. 33.

[40]  Γ. Ράλλης & Μ. Ποτλής, Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων των τε Αγίων και πανευφήμων Αποστόλων, και των Ιερών και Οικουμενικών και τοπικών Συνόδων, και των κατά μέρος Αγίων Πατέρων, τ. Β’, Αθήνησιν 1854, σ. 540-541.

[41]  Εκλογή Ισαύρων: 17, 19-20: «Ό εχων γυναϊκα καί πορνεύων, τυπτέσθω πρός

σωφρονισμόν άλλακτά δώδεκα, κάντε πλούσιός εστί κάντε πένης. Ό μή εχων γυναίκα καί πορνεύων, τυπτέσθω άλλακτά εξ».

[42]  T. Κιουσοπούλου, Ρ. Μπενβενίστε, «Γαμήλιες στρατηγικές και «παρεκκλίσεις» στον οικογενειακό βίο: βυζάντιο και μεσαιωνική δύση», (1989), (σ. 255-278) σ. 273, https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/mnimon/artide/viewFile/8102/8028.pdf Ανακτήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου 2017. P. Noailles-A. Dain, Les Novelles de Lion VI le Sage, Παρίσι 1944.

[43] Κ. Ράλλη, Ποινικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, εκδόσεις Πουρναρά, Αθήνα 1985 σ. 243.

[44] Π. Ι. Ακανθόπουλος, Κώδικας Ιερών Κανόνων και Εκκλησιαστικής Νομοθεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 3η έκδ., Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 686.

[45] A.W. Hunter, A Systematic and Historical Exposition of Roman Law in the Order of a Code, Sweet & Maxwell, London 1803, p. 201.

[46] Δ. Χ. Γκόφας, «Παλλακεία και Νομιμοποίηση», στο Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου Β’, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1989, σ. 128-129.

[47] Αυτόθι.

[48] Π. Σμάγα, Ο θεσμός της υιοθεσίας στο βυζαντινό δίκαιο, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 13.

[49] Κ. Νικολάου, Η γυναίκα στη μέση βυζαντινή εποχή. Κοινωνικά πρότυπα και καθημερινός βίος στα αγιολογικά κείμενα, Αθήνα 2005, σ. 81. Συγκεκριμένα στη Νεαρά 91 σημειώνεται ότι «ο νόμος επιτρέπει σε αδιάντροπους ανθρώπους να διατη­ρούν επαίσχυντες σχέσεις με παλλακίδες. Επομένως, προσπαθώντας να διορθώσει το λάθος του προηγούμενου νομοθέτη επέβαλε στον παρόντα νόμο σιγή, δηλαδή παύει να ισχύει. Στη συνέχεια, απαγορεύει σύμφωνα με τις εντολές που αρμόζουν στους Χρι­στιανούς, την παλλακεία ως ένα είδος προσβολής απέναντι στην πίστη, αλλά ακόμη και της ίδιας της φύσης»… «Ήδη από το προοίμιο της διατάξεως τονίζει την αδιαφορία των προηγούμενων αυτοκρατόρων για το θέμα αυτό. Επίσης, αναφέρει πως υπήρξε νόμος (Πανδέκτης 25.7.1-5, ο οποίος επέτρεπε να διατηρούν όσοι θέλουν σχέσεις με παλλακίδες. Αυτό, όμως, λέει πως πρόσβαλε το πολίτευμα. Έτσι, κατήργησε το νόμο, απαγορεύοντας τέτοιου είδους πράξεις. Στη συνέχεια, αναφερόμενος στην Αγία Γραφή (Παροιμίαι 5,15. «πίνε όδατα από σων αγγείων και από σων φρεάτων πηγής), τονίζει πως αν κάτι δεν είναι δικό σου δεν πρέπει να το ζητάς. Αν, όμως, δεν έχει κάτι δικό σου, δεν απαγορεύεται η διεκδίκηση του. Στο τέλος, μάλιστα, κάνει τη διαπίστωση πως δεν είναι τόσο δύσκολο να βρει κανείς σύζυγο. Βλέπουμε ότι ο Λέων θεωρούσε πως η παλλακεία ήταν μορφή πορνείας, όμως, παρόλα αυτά δεν επέβαλε τις ποινές που προβλέπονταν στις πόρνες.», Ζ. Πολυλογίδου, Οι Εκκλησιαστικές Μεταρρυθμί­σεις του Λέοντος Στ’ Σοφού (886-912) μέσα από τις Νεαρές του. Παρουσίαση και ανάλυση αυτών, μ.δ., Κομοτηνή 2015-2016, σ. 55, 91-92.

[50] W. Miller, Trebizond. The Last Greek Empire, London 1926, p. 46.

[51] Π. Βουγιουκλάκη, «Ειρήνη Παλαιολογίνα (Αυτοκράτειρα)», 2002, Εγκυκλο­παίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=4164>.

[52] Αυτόθι.

[53] Ιωάννης Χρυσόστομος, Ερμηνεία εις την προς Ρωμαίους Επιστολήν, Δ’, PG 60, 418B.

[54] Αυτόθι, PG 60, 419C.

[55] Του ιδίου, Εις την Γένεσιν, ΜΓ’, PG 54, 400-401.

[56] Του ιδίου, Ερμηνεία εις την προς Ρωμαίους Επιστολήν, Δ, PG 60, 419-420.

[57] Αυτόθι.

[58] Γεν. 18, 20. Του ιδίου, Εις την Γένεσιν, ΜΓ’, PG 54, 400-401. Αυτόθι, ΜΒ’, PG 54, 388-389.

[59] Codex.Theodosianus, 9.7.6.

[60] D. Sh. Bailey, Homosexuality and the Western Christian Tradition, Longmans, Green, London 1955, p. 73-75.

[61]  Institutiones, 4.18.4

[62] Ιωάννης Μαλάλας, Χρονογραφία, Λόγος ΙΗ’, XVIII, Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, vol. 14, Bonnae 1731, p. 456.

[63]  Αυτόθι.

[64]  Κύριλλος Αλεξανδρείας, Λόγος στηλιτευτικός κατά ευνούχων, ΙΘ, PG 77, 1108ΑΒ.

[65] Αυτόθι, ΙΘ, PG 77, 1108C: «Είναι λοιπόν δυνατόν νά δεϊ κανείς γεματα τά σπί­τια των μεγιστάνων από τέτοια τερατόμορφα πρόσωπα, πού φοροόν χρυσα περιλαίμια στόν τράχηλο, καί νά έχουν φύση μέν αρσενική, αλλά όψη θηλυκή, καί νά βαδίζουν θηλυπρεπως καί νά όμιλοόν ασελγώς. Όπως τά πορνίδια, περιστρέφουν μέ απρέπεια τό κεφάλι από δώ κι από κεϊ καί γελοόν ακράτητα καί μέ αναίδεια, υποδηλώνοντας φανερή υποδούλωση στόν οίστρο. Έτσι, αφ’ ενός φθείρονται ώς γυναίκες, μαλακά κατακλινόμενοι καί εκθηλυνόμενοι μέ τούς ανδρες, αφ’ ετέρου δέ, κοιμώμενοι μέ τίς γυναίκες ώς φύλακες καί εικόνες σωφροσύνης δήθεν, αίσχροπραγοόν αναίσχυντα καί ασύστολα. Καί αύτοί λοιπόν, φθειρόμενοι μέ αύτόν τόν τρόπο από ανδρες βεβήλους καί ανοσίους, εκθηλύνονται καί καταμολύνονται μέσω τής παρά φύσιν ανοσιουργίας καί σιχαμάρας. Οί ϊδιοι δέ σάν λυσσασμένα σκυλιά καταμολύνουν καί καταβλάπτουν γυναικάρια ταλαίπωρα, «πού έχουν σωρούς από αμαρτίες», όπως έχει λεχθεί καί, τό χειρότερο καί πιό ελεεινό, εξ αιτίας αύτοό γίνονται αίτιοι καί πρόξενοι καί μέτοχοι τής απεράντου κολάσεως, καί εκείνοι πού φθείρουν καί εκείνοι πού φθείρονται».

[66] Μ. Καμπούρη – Βαμβούκου, «Ερωτισμός και Βυζάντιο», Περιοδικό «Αρχαιο­λογία», Τεύχ. 110, Μάρτιος 2009, σ. 26-36.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Καινή Διαθήκη, εκδόσεις Αποστολική Διακονίας, Αθήνα 2000.
  • Παλαιά Διαθήκη, μετάφραση εβδομήκοντα, εκδόσεις Αποστολική Δια­κονίας, Αθήνα 2000.
  • Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Λόγος 37, PG 36, 281- 308. Codex.Theodosianus
  • Digesta, https://sourcebooks.fordham.edu/halsall/sbook1c.asp Εκλογή Ισαύρων
  • Justinii Codex, https://sourcebooks.fordham.edu/halsall/sbook1c.asp Institutiones
  • Ιωάννης Μαλάλας, Χρονογραφία, Λόγος ΙΗ’, XVIII, Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, vol. 14, Bonnae 1731 Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις τό Γυνή δέδεται νόμω, έφ’ όσον χρόνον ζή ό άνηρ αυτής· έάν δε κοιμηθή, έλευθέρα έστιν ώ θέλει γαμηθήναι, μόνον έν Κυρίω. Μακαριωτέρα δέ έστιν, έάν οΰτω μείνη, PG 51, 217-225.
  • Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις την Γένεσιν, PG 54, 581-631.
  • Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις ΜΓ Ψαλμό, PG 55, 178-186.
  • Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις το κατά Ματθαίον, PG 57, 21-472. Ιωάννης Χρυσόστομος, Ερμηνεία εις την προς Ρωμαίους Επιστολήν, PG 60, 583-681.
  • Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις Θεσσαλονικείς Α, PG 62, 391-467. Κύριλλος Αλεξανδρείας, Λόγος στηλιτευτικός κατά ευνούχων, ΙΘ, PG 77, 1108-1109.
  • ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
  • Ακανθόπουλος, Π. Ι., Κώδικας Ιερών Κανόνων και Εκκλησιαστικής Νομοθεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 3η έκδ., Βάνιας, Θεσσα­λονίκη 2006.
  • Bailey, D. Sh. Homosexuality and the Western Christian Tradition, Longmans, Green, London 1955.
  • Beaucamp, J., Le statut de la femme a Byzance (4e-7e siecle). I. le droit imperial, Travaux et memoires du Centre de recherche d’ histoire et civilisation de Byzance, College de France. Venographies, 5, Paris 1990.
  • Βουγιουκλάκη, Π., «Ειρήνη Παλαιολογίνα (Αυτοκράτειρα)», 2002, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία, http://www.ehw. gr/l.aspx?id=4164
  • Γκόφας, Δ. Χ., «Παλλακεία και Νομιμοποίηση», στο Ιστορία και Ει­σηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου Β’, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1989, σ. 117-129.
  • Evans, J. A., The Emperor Justinian and the Byzantine Empire, Greenwood Press, London 2005.
  • Harper, Κ., Slavery in the Late Roman Mediterranean, Ad 275-425: an Economic, Social, and Institutional Study, Cambridge University Press, Cambridge 2011.
  • Jonaitis, M., Kosaite – Cypiene, E., «Conception of roman marriage: historical experience in the context of national family policy concept», Jurisprudencija/Jurisprudence of Mykolo Romerio universitetas, 2. 116 (2009), p. 295-316. ISSN 1392-6195 (print).
  • Hunter, A.W., A Systematic and Historical Exposition of Roman Law in the Order of a Code, Sweet & Maxwell, London 1803.
  • Καμπούρη – Βαμβούκου, Μ., «Ερωτισμός και Βυζάντιο», Περιοδικό «Αρχαιολογία», Τεύχ. 110, Μάρτιος 2009, σ. 26-36.
  • Kazdan, Α. P. «Η Βυζαντινή οικογένεια και τα προβλήματά της» Μνή- μων, 12 (1989), 195-209, http://dx.doi.org/10.12681/mnimon.414
  • Κιουσοπούλου, T, Μπενβενίστε, Ρ. «Γαμήλιες στρατηγικές και «πα­ρεκκλίσεις» στον οικογενειακό βίο: βυζάντιο και μεσαιωνική δύση», (1989), σ. 255 – 278: https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/ mnimon/article/viewFile/8102/8028.pdf Ανακτήθηκε στις 25 Δεκεμ­βρίου 2017.
  • Κουνουγέρη -Μανωλεδάκη, Ε., Οικογενειακό Δίκαιο, Α’, Θεσσαλονί- κη-Αθήνα 1998.
  • Miller, W., Trebizond. The Last Greek Empire, London 1926.
  • Moussourakis, G., Roman Law and the Origins of the Civil Law Tradition, Springer International Publishing, Switzerland 2015, p. 27, references 1 & 2, DOI 10.1007/978-3-319-12268-7
  • Νικολάου, Κ., Η γυναίκα στη μέση βυζαντινή εποχή. Κοινωνικά πρό­τυπα και καθημερινός βίος στα αγιολογικά κείμενα, Αθήνα 2005.
  • Noailles, P., Dain, A., Les Novelles de Leon VI le Sage, Παρίσι 1944.
  • Ράλλης, Γ., & Ποτλής, Μ.,Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων των τε Αγίων και πανευφήμων Αποστόλων, και των Ιερών και Οικουμενικών και τοπικών Συνόδων, και των κατά μέρος Αγίων Πατέρων, τ. Δ’, Αθήνησιν 1854.
  • Ράλλη, Κ., Ποινικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, εκδόσεις Πουρναρά, Αθήνα 1985.
  • Parkin, T., Pomeroy, Α., Roman Social History. A Sourcebook, Routledge, New York 2007.
  • Πολυλογίδου, Ζ., Οι Εκκλησιαστικές Μεταρρυθμίσεις του Λέοντος Στ’ Σοφού (886-912) μέσα από τις Νεαρές του. Παρουσίαση και ανά­λυση αυτών, μ.δ., Κομοτηνή 2015-2016.
  • Rawson, B., «Spurii and the Roman View of Illegitimacy», The Australian National University: Antichthon 23 (1989), p. 10-41.
  • Severy, B., Augustus and the family at the birth of the Roman Empire, Routledge, New York 2003.
  • Σμάγα, Π., Ο θεσμός της υιοθεσίας στο βυζαντινό δίκαιο, Θεσσαλο­νίκη 2007.
  • Τρωιάνος, Σπ., «Έρως και Νόμος στο Βυζάντιο», Σπ. Τρωιάνος (επιμ.), Έγκλημα και Τιμωρία στο Βυζάντιο, Αθήνα 1997.
  • Wolff, H. J., Reman Law. An Historical Introduction, Red Rivers Books, University of Oklahoma Press, 1951.

 

Ειρήνη Αρτέμη

Η Δρ. Ειρήνη Αρτέμη είναι πτυχιούχος θεολογίας και κλασικής φιλολογίας από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου ειδίκευσης και διδακτορικού στον κλάδο της Θεολογίας με εξειδίκευση στην Ιστορία δογμάτων, Πατρολογίας και Πατερικής Θεολογίας από το ίδιο Πανεπιστήμιο. Επίσης έχει αποκτήσει μεταδιδακτορικό στην αρχαία ελληνική και βυζαντινή φιλοσο­φία από το Πανεπιστήμιο Πατρών. Είναι ακαδημαϊκή διδάσκουσα από το 2013 έως σήμερα στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ. Τέλος από το 2014 έως σήμερα εργάζεται ως ΣΕΠ στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Σπουδές στην Ορθόδοξη Θεολο­γία» του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.

  • Η εργασία αυτή παρουσιάστηκε στο 2o ετήσιο συνέδριο Βυζαντινών και Μεσαι­ωνικών Σπουδών στην Κύπρο, στη Λευκωσία, 12-14 Ιανουαρίου Δημοσιεύεται στο περιοδικό «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΦΑΡΟΣ», ΤΟΜΟΣ ΠΘ΄ 2018-2019. Αλεξάνδρεια, 2019.  
  • Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Παπαϊωάννου Δημήτριος Χρ. (1908-1987)


 

Δημήτριος Χρ. Παπαϊωάννου (1908-1987)

Δημήτριος Χρ. Παπαϊωάννου, βουλευτής Αργολίδας, ήταν γεωπόνος και τεχνικός επιθεωρητής της ΑΤΕ (Αγροτικής Τράπεζας). Γεννήθηκε στην Προσύμνη Αργολίδας και σπούδασε στην Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή της Αθήνας. Διορίστηκε γεωπόνος υποκαταστημάτων ΑΤΕ Λακωνίας και Κυθήρων (1935) και μετά από δύο χρόνια μετατέθηκε στο Άργος, εξυπηρετώντας Αργολίδα, Νεμέα και παραλιακή Κυνουρία. Το 1940-41 υπηρέτησε ως έφεδρος Ανθυπολοχαγός επιχειρήσεων και προήχθη σε υπολοχαγό Οικονομικών Υπηρεσιών. Το 1946 προήχθη σε Τεχνικό Επιθεωρητή ΑΤΕ Ανατολικής Πελοποννήσου (Αρκαδίας, Αργολίδας, Κορινθίας) με έδρα το Άργος. Αργότερα (1949) εργάστηκε ως Διευθυντής της Συνεταιριστικής Βιομηχανίας «ΡΕΑ» για ένα επτάμηνο. Το 1959 με έδρα την Πάτρα είχε ως Τεχνικός Επιθεωρητής και την εποπτεία Αχαΐας, Ζακύνθου, Κεφαλονιάς και Ιθάκης. Το 1963 μετατέθηκε στην Αθήνα ως Γενικός Τεχνικός Επιθεωρητής.

Το 1964 εκλέχτηκε Βουλευτής Αργολίδας με την ΕΚ του Γεωργίου Παπανδρέου και μετά το βασιλικό πραξικόπημα (Ιούλ. 1965) παρέμεινε πιστός στις δημοκρατικές αρχές του και στο κόμμα της ΕΚ. Όμως, δεν μπόρεσε να προωθήσει τα προβλήματα της ιδιαίτερης πατρίδας του ως βουλευτής εξαιτίας του Βασιλιά και των αποστατών της παράταξής του, που μετέβαλε την ΕΚ από κυβέρνηση σε αντιπολίτευση.

Μετά τη μεταπολίτευση έβαλε υποψηφιότητα με το ΠΑΣΟΚ υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου (Νοέμβριος 1974), αλλά δεν εκλέχτηκε. Εκλέχτηκε όμως ως βουλευτής του ΠΑΣΟΚ το 1977. Ανάμεσα στα πρώτα του πολιτικά βήματα ως βουλευτή είναι η επερώτησή του προς τους Υπουργούς Γεωργίας και Εμπορίου για τη μοίρα και την τύχη του πορτοκαλιού (βλ. «Αναγέννηση», φ. 64/14-1-1978, Η μάχη στη βουλή για το πορτοκάλι).

Ο Δημήτριος Παπαϊωάννου σαν αγροτόπαιδο γνώριζε τα προβλήματα της υπαίθρου και στήριξε με κάθε τρόπο τους αγροτοκτηνοτρόφους και αλιείς, είτε ως τεχνικός επιθεωρητής της ΑΤΕ είτε ως βουλευτής. Προώθησε παραγωγικά το δανειακό χρήμα της Πολιτείας, στάθηκε δίπλα στον αγρότη και προσπάθησε να προστατεύσει την τιμή των αγροτικών προϊόντων. Με την κύρια συμβολή του δημιουργήθηκαν και λειτούργησαν με επιτυχία διάφορες συνεταιριστικές βιομηχανίες: Συνεταιριστική Βιομηχανία γάλακτος, Συνεταιριστική Βιομηχανία κονσερβών ΡΕΑ, ελαιουργικοί συνεταιρισμοί, γαλακτοκομικοί συνεταιρισμοί, συνεταιριστικά οινοποιεία, αποφλοιωτήριο ορύζης κ.ά.

 

Πηγή


 

Η γέννηση στον ελληνόφωνο χώρο κατά τον 19ο και το πρώτο μισό του 20ού αιώνα – Βασιλική Χρυσανθοπούλου, Δρ Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Ερευνήτρια Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής ΛαογραφίαςΑκαδημία Αθηνών. Περιοδικό «Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 104, Σεπτέμβριος 2007.


 

«Νάνι που το ’σπερνε αητός

τσαι που το γέννα κόρη» [1]

 

Παρά το γεγονός ότι υπαρξιακά είναι το κατ’ εξοχήν ατομικό γεγονός, η γέννηση αποτελούσε ένα συμβάν συλλογικής σημασίας και ανάλογης αντιμετώπισης στις ελληνικές κοινότητες του παρελθόντος. Μελετώντας τις ποικίλες δοξασίες και πρακτικές, τις τελετουργικές πράξεις και το λόγο που αφορούν στη γέννηση, μας αποκαλύπτεται το πλούσιο φάσμα των λαϊκών αντιλήψεων για τη σύλληψη και τη γονιμότητα, τη μητέρα και το παιδί, τη γέννηση και το θάνατο, την υγεία και την ασθένεια, το σώμα, το κοινωνικό φύλο και την κοινωνική τάξη, τη συγγένεια και την κοσμολογία μιας κοινότητας. Στη μελέτη που ακολουθεί παρουσιάζουμε αυτές τις αντιλήψεις και πρακτικές μέσα από την εστίαση στα πρόσωπα της μητέρας (εγκύου, τικτούσης, λεχώνας) και του παιδιού (εμβρύου, βρέφους). Συγχρόνως αναλύουμε το ρόλο των προσώπων που συμμετέχουν ενεργά στη διαδικασία της γέννησης, κυρίως γυναικών, με προεξάρχουσα τη μαμμή, πρωταρχικό συντελεστή στη διάβαση του νέου ανθρώπου από την ανυπαρξία στην κοινωνική ύπαρξη, και τη μύηση της μητέρας του στην ανάληψη του νέου της ρόλου.

 

Η εποχή που περιγράφουμε έχει παρέλθει, και μαζί της έχουν εξαφανισθεί στοιχεία που διέκριναν τον ελληνι­κό πολιτισμό στο παρελθόν. Οι πληροφορίες μας αφορούν σε κοινότητες του ελληνόφωνου χώρου (ελλαδικού, μικρασιατικού, ποντιακού, κυπριακού) του 19ου και του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Το υλικό αυτό προέρχεται από την αδημοσίευτη μεταπτυχιακή διατριβή μου,[2] έχει δε εμπλουτισθεί από δημοσιευμένες και αδημοσίευτες εργασίες,[3] αλλά και από πρόσφατη (2006) συλλογή λαογραφικού υλικού που πραγματοποίησα στο Διαφάνι Ολύμπου Καρπάθου, όπου συγκέντρωσα μαρτυρίες γύρω από τη γέννηση όπως συνέ­βαινε παλιά.[4] Παρ’ ότι υπάρχουν διαφοροποιήσεις όσον αφορά στις τελετουργικές πρακτικές, ακόμη και στις αντι­λήψεις, που αφορούν στη γέννηση, ανάμεσα στις διάφορες ελληνικές κοινότητες του παρελθόντος, εν τούτοις διακρί­νουμε μια κοινή δομή και πορεία στην αντιμετώπιση της γέννησης σε όλο τον ελληνόφωνο χώρο, την οποία και επιχειρούμε να παρουσιάσουμε. Με τη γενικευτική και αφαιρετική αυτή παρουσίαση στόχος μας είναι επίσης να δείξουμε πό­σο διαφορετικά αντιμετώπιζαν τη γέννηση, τη μητέρα και το μωρό, οι ιατρογνωστικά φτωχότερες, αλλά διακρινόμενες από κοινωνική και ψυχολογική αλληλεγγύη μεταξύ των μελών τους, ελληνόφωνες κοινότητες του παρελθόντος.

 

[1] Η γέννηση ως διάβαση: ανθρωπολογικές προσεγγίσεις

 

William-Adolphe Bouguereau (1825-1905) – Charity (1859).

Η γέννηση δεν είναι ποτέ και σε καμία κοινωνία μόνο βιολο­γικό γεγονός. Εντάσσεται στο εκάστοτε πολιτισμικό σύστημα που αναγνωρίζει και ταξινομεί την έλευση ενός ανθρώ­που στον κόσμο, «εξανθρωπίζει» το βιολογικό υποκείμενο, τοποθετώντας συγχρόνως την τεκούσα γυναίκα σε μια νέα κατηγορία, αυτή των μητέρων. Επίσης, δεν είναι στιγμιαία διαδικασία. Κάθε κοινωνία, σε κάθε εποχή, διαχειρίζεται με συγκεκριμένο τρόπο την πορεία από τη βιολογική γέννηση μέχρι την κοινωνική αποδοχή και ενσωμάτωση.

Η γέννηση είναι μια προοδευτική διαδικασία που ξεκινά με τις τελετουργίες και πρακτικές για την πρόκληση γονιμότη­τας και σύλληψης ήδη από το γάμο, περνά τα στάδια της εγκυμοσύνης, του τοκετού και της λοχείας και ολοκληρώνε­ται με το σαράντισμα μητέρας και βρέφους στην εκκλησία, και για το βρέφος με τη βάπτιση. Όλα αυτά τα στάδια εμπε­ριέχουν τελετουργίες αποχωρισμού, διάβασης και ενσωμά­τωσης. Η θεωρία του Γάλλου εθνολόγου Arnold van Gennep για τις διαβατήριες τελετουργίες (rites of passage), βοηθεί να προσεγγίσουμε τη γέννηση και τους συντελεστές της σφαιρικά, μέσα από ένα τριμερές δομικό σχήμα από το οποίο διέρχονται μητέρα και παιδί. [5] Όπως και με τις άλλες στιγμές που σηματοδοτούν το πέρασμα του ανθρώπου από τη μια κατάσταση στην άλλη – για παράδειγμα, το γάμο και το θάνατο -, κατά τη γέννηση τα εμπλεκόμενα μέρη αποχω­ρίζονται (separation) από μια προηγούμενη κατάσταση ύπαρξης (η γυναίκα) ή ανυπαρξίας (το παιδί) και διέρχονται ένα μεταβατικό στάδιο (transition), για να ενσωματωθούν στη νέα κοινωνική τους θέση (incorporation): η μεν γυναίκα πλέον αναγνωρίζεται ως μητέρα, το δε βρέφος ως μέλος της πολιτικής και θρησκευτικής κοινότητας, μέσω της βάπτισης και της ονοματοδοσίας.

Το μεταβατικό στάδιο, κατά το οποίο μητέρα και παιδί ευρίσκονται σε ενδιάμεση κατάσταση, γίνεται αντιληπτό ως επι­κίνδυνο όχι μόνο για το εμπλεκόμενο ζεύγος μητέρας – παιδιού, αλλά και για την κοινωνία που τους πλαισιώνει. Μητέρα και παιδί είναι σε μεθοριακή (liminal) και αμφίσημη (ambiguous) κατάσταση, είναι συγχρόνως ευάλωτα και επικίνδυνα, ιερά και μιαρά.

Οι ουσίες που προέρχονται από το σώμα της τικτούσης και μητέρας, το αίμα του τοκετού και το γάλα του θηλασμού, θεωρούνται επικίνδυνες, αλλά και θεραπευτικές, και το ίδιο συμβαίνει με ουσίες που προέρχονται από το σώ­μα του βρέφους: τον πλακούντα, το υπόλειμμα του αφαλού, τη μεμβράνη που μπορεί να σκεπάζει το πρόσωπό του κατά τον τοκετό.

Η κοινωνία θεσπίζει τρόπους απομόνωσης μητέ­ρας και παιδιού για προστασία των ιδίων, αλλά και των υπο­λοίπων μελών της από το μίασμα (pollution) που διακρίνει τις ενδιάμεσες περιοχές και καταστάσεις, ιδιαίτερα κατά την πε­ρίοδο της λοχείας. [6] Για να επιτευχθεί το ποθητό και ευοίωνο άνοιγμα της γέννησης, πρέπει μητέρα και παιδί να περιφρουρηθούν με προστατευτικό κλείσιμο. Κατά την καίρια πε­ρίοδο του τοκετού, οι λόγοι και οι πράξεις των συμμετεχόντων δίνουν έμφαση στο συμβολισμό του «ανοικτού» που θα επιφέρει το ποθητό αποτέλεσμα της γέννησης. [7] Πέρα, όμως, από την αρνητική (μίασμα), υπάρχει και η θετι­κή διάσταση της μεθοριακότητας, όπως εκδηλώνεται στη μέ­θεξη της κοινότητας, που την αποδίδει ο όρος «communitas» του Victor Turner.

Ο Turner διαπίστωσε ότι η κοινότητα συχνά σπεύδει να περιβάλλει με συμπάθεια, ενδιαφέρον και προστασία άτομα μεθοριακά, ξένα και δομικά κατώτερα, τα οποία λειτουργούν ως σύμβολα της ταυτότητας και της αλ­ληλεγγύης της ίδιας της κοινότητας. «Οι δομικά κατώτεροι είναι οι ηθικά και τελετουργικά ανώτεροι και η κοσμική αδυ­ναμία είναι ιερή δύναμη», [8] μια άποψη η οποία, όπως φαίνεται από τα εθνογραφικά παραδείγματα που ακολουθούν, αποδί­δει την κατάσταση μητέρας και παιδιού κατά τη γέννηση. Στις τελετουργίες της γέννησης στον ελληνόφωνο χώρο του παρελθόντος μητέρα και παιδί αντιμετωπίζονται ως μια ενό­τητα. Η υγεία και η κοινωνική ενσωμάτωση ή μη του ενός μέ­λους επηρεάζει απόλυτα το άλλο. Το βαπτισμένο παιδί, για παράδειγμα, προστατεύει και τη μητέρα του κατά την πε­ρίοδο της λοχείας της. Παρακολουθούμε επίσης τους τρό­πους με τους οποίους το βρέφος αναγνωρίζεται σταδιακά ως νέο μέλος από την τοπική κοινωνία και την εκκλησία. Μέ­σα από διαδικασίες «εκπολιτισμού», από τις οποίες απέχει η μητέρα, άλλα πρόσωπα, όπως η μαμμή, οι συγγενείς και γείτονες, ο νονός ή η νονά και ο ιερέας, αναλαμβάνουν να προ­σανατολίσουν το παιδί από τη βιολογική σχέση με τη μητέ­ρα προς την πολιτισμική σχέση με την κοινότητα.

 

Λεπτομέρεια από τη Γέννηση: το λουτρό του βρέφους. Πηγή: Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού.

 

Οι Bloch και Guggenheim έχουν υποστηρίξει ότι με τη βάπτιση εκφράζεται ένας «υποβιβασμός της μητέρας, επειδή η φυσική γέννηση πρέπει να ξεπεραστεί». [9] Η Ορθοδοξία και ο ελληνικός πολιτισμός, όμως, θεωρούν τη μητρότητα ως αρχετυπικό στοιχείο της γυναικείας φύσης, η οποία κινείται ανάμεσα σε δύο πόλους: της αμαρτωλής Εύας και της ενά­ρετης και μητρικής Παναγίας. [10] Το δώρο της ζωής και του σαρκικού σώματος από τη μητέρα στο παιδί της αποτελεί το έναυσμα για μια σχέση μεταξύ των δύο που διαρκεί μια ολό­κληρη ζωή. [11] Η σχέση αυτή εκδηλώνεται ιδιαίτερα με τη φροντίδα του σώματος του παιδιού μέσω του θηλασμού στην αρχή και της παροχής τροφής στη συνέχεια, στοιχείου που διακρίνει έντονα τις Ελληνίδες μητέρες, σε σημείο που να μελετάται ανθρωπολογικά. [12]

Οι γυναίκες, που υλοποιούν το δώρο της σάρκας στον άνθρωπο μέσω της γέννησης, εί­ναι εξάλλου αυτές που κατευοδώνουν το σαρκικό σώμα στο θάνατο με τις νεκρικές και θρηνητικές τελετουργικές τους φροντίδες. Μέσα από τη μελέτη των αντιλήψεων και πρακτι­κών της γέννησης που ακολουθεί, προβάλλονται επίσης οι αξίες του φύλου στην ελληνική κοινωνία του παρελθόντος, όπως τις εκφράζουν με τη συμπεριφορά τους οι γυναίκες (μητέρα, γιαγιάδες, γειτόνισσες, συγγένισσες, νονά, μαμμή) και οι άντρες (σύζυγος, πεθερός, ιερέας, νονός) που συμμε­τέχουν σε αυτήν.

 

  1. Από τη σύλληψη ως τον τοκετό: υγεία και προστασία εμβρύου και εγκυμονούσης

 

Η επιδίωξη της εγκυμοσύνης ως κοινωνικού ιδανικού στην παραδοσιακή ελληνική κοινωνία του παρελθόντος ήταν έκδηλη ήδη από το γάμο, όπου κυριαρχούσε στις ευχές προς το ζευγάρι, στις ενέργειες αποτροπής του αμποδέματος και στις τελετουργίες με στόχο την πρόκληση της γονιμότητας.

Στο Καστελόριζο και στους Καστελοριζιούς της διασποράς της Αυστραλίας γνωστό είναι το έθιμο της συλλογής, της ευλογίας στην εκκλησία και της περιφοράς στο λιμάνι του νησιού και στα σπίτια των μελλονύμφων, βοτανιών, άγριων μυρωδάτων φυτών από τα βουνά του νησιού ή λεβάντας, την περίπτωση της Αυστραλίας, το Σαββατόβραδο πριν από το γάμο.

Τα βοτάνια συλλέγονταν από αμφιθαλή αγόρια, ανέγγιχτα από το μίασμα του θανάτου, και σκορπίζονταν μέ­σα στο σπίτι και πάνω στους παρευρισκόμενους στην τελε­τουργία με συνοδεία γαμήλιων τραγουδιών. [13] Εξάλλου, οι μελλόνυμφοι ενισχύονταν με διάφορα φυλαχτά ή αποτροπαϊκά αντικείμενα που στόχευαν να περιφρουρήσουν το ζευγάρι από τη μαγγανεία του αμποδέματος του γαμπρού, αλλά και από το κακό μάτι, έκφανση δαιμονικής παρέμβα­σης, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη συνεύρεση και την τεκνοποιία του ζευγαριού: οι Καστελοριζιοί της Αυστρα­λίας εφοδίαζαν το γαμπρό με ψαλίδι, «για να κόβει τις κακές γλώσσες», και δίχτυ, «που έχει επάνω του το σταυρό», ενώ χρησιμοποιούσαν μουσουκάρφια, κανελογαρίφαλα, δηλαδή, σε ειδική τελετουργία και στα γαμήλια εδέσματα για την αποτροπή του ματικού. [14]

Εξώφυλλο βιβλίου περί γυναικολογίας. Σκηνή τοκετού από το βιβλίο του Roesslin Der Swangern Frawen und Hebammen Rosengarten (1513), που απεικονίζει μια γυναίκα καθισμένη σε καρέκλα να δέχεται τις φροντίδες δύο μαιών.

Η πιο διαδεδομένη στον λαϊκό λόγο μεταφορά για τη σύλλη­ψη και την τεκνοποιία είναι παρμένη από την εμπειρία του γε­ωργικού βίου και αφορά στη σπορά (από τον άντρα) του χω­ραφιού (της γυναίκας). Η αντίληψη αυτή, κοινή σε πολλούς λαούς, έχει για τους Έλληνες τις ρίζες της τόσο στην αρχαι­οελληνική ιατρική, όσο και στην εβραϊκή και χριστιανική κοσμολογία. [15] Τόσο στον Αριστοτέλη, όσο και σε νεοελληνικές λαϊκές αντιλήψεις, το αίμα της εμμηνορρυσία των γυναικών θεωρείται ως το αντίστοιχο του ανδρικού σπέρματος που τρέφει το έμβρυο κατά την κύηση. [16] Εξάλλου, είναι διαδεδομένη ανά την Ελλάδα η αντίληψη ότι η συγγένεια, πατρο­πλευρική αλλά και αμφιπλευρική, μεταδίδεται μέσω του αί­ματος των δύο γονέων και συμβολίζεται με το αίμα, ενώ η μη- τροπλευρική-μητρογραμμική συγγένεια, όπου υπάρχει, με­ταδίδεται και συμβολίζεται με το γάλα του θηλασμού. [17]

Όσο η γονιμότητα και η τεκνοποιία θεωρούνταν ευλογία στο παρελθόν, τόσο η ατεκνία ήταν κατάρα και στιγματιζόταν με το λόγο αλλά και με τις αντιλήψεις και πρακτικές που αφο­ρούσαν στους άτεκνους. «Άκληρος, άθεος», μια παροιμία διαδεδομένη πανελλήνια, παραπέμπει στη λαϊκή αντίληψη κατά την οποία οι άτεκνοι είναι αμαρτω­λοί και τελούν υπό τη δυσμένεια του Θε­ού. Η αντίληψη αυτή απηχείται στο ότι σε πολλές κοινότητες οι ιερείς δεν δέχονταν πρόσφορο για τη λειτουργία από γυναί­κα άτεκνη.

Στην άτεκνη γυναίκα, εξάλ­λου, στην οποία αποδίδονταν βαρείς, συ­χνά, ηθικοί χαρακτηρισμοί όπως «κατα­ραμένη, αλειτούργητη, χαραμοψώμα, άχρηστη, μονόψυχη, χρουσούζα» κ.ά., επέρριπτε συνήθως η κοινωνία την ευθύ­νη για την ατεκνία. Οι άτεκνες γυναίκες προσέφευγαν σε ό,τι διαθέσιμο μέσο υπήρχε για την αντιμετώπιση του προ­βλήματος: στη θεϊκή βοήθεια, στη συν­δρομή της φύσης, της μαγείας, και σε κοινωνικά αποδεκτές λύσεις. Ευχέλαια, λειτουργίες, προσκυνήματα και ταξίματα παιδιών σε αγίους, ιδιαίτερα στην Πανα­γία, ήταν, και συνεχίζουν να είναι, πολύ διαδεδομένα. Οι άτεκνες κατανάλωναν βότανα, φάρμακα και μαντζούνια που πα­ρασκεύαζαν οι μαμμές και οι πρακτικές γιάτρισσες, και ακο­λουθούσαν θεραπείες που τους πρότειναν. Το τεκνόχορτο και παιδοβότανο, το αρσενοχόρτι, το κουρ’τσοβότανο και ο μανδραγόρας, με την ανθρωπόμορφη ρίζα του, συνιστώνταν από τις μαμμές στις γυναίκες για να επιφέρουν και να στηρί­ξουν τη σύλληψη. Δεν έλειπαν όμως και πρακτικές που απέ­βλεπαν στην πρόκληση της στειρότητας (π.χ. χρήση στειρο­βότανου, μαρμαρόχορτου, φονικόχορτου, για την πρόκληση εμμήνου ρύσεως) σε περίπτωση φτωχών οικογενειών με πολ­λά παιδιά. Χαρακτηριστική γι’ αυτή την περίπτωση είναι και η κατάρα, «πολυοντία να σ’ εύρει», που λεγόταν στην Όλυμπο της Καρπάθου παλιά. [18]

Η μεθοριακή κατάσταση της εγκύου δηλωνόταν με εκφράσεις όπως «είνι σ’ άλλ’ αράδα» (Ήπειρος) ή «είναι σαν το γυαλί που ραγίζεται» (Μακεδονία). [19] O κόσμος τής ευχόταν «καλή λευτε­ριά». Ως φορέας της νέας ζωής, η έγκυος θεωρούνταν ιερή και προσείλκυε τη μέθεξη της κοινότητας και την ανταπόκριση στις ανάγκες της. Ήδη από το στάδιο της εγκυμοσύνης η γυναίκα διδασκόταν από τον κοινωνικό της περίγυρο να βλέπει τον εαυ­τό της πλέον σε συνύπαρξη με το παιδί που επρόκειτο να γεννήσει. Έπρεπε να προσέχει τις βαριές δουλειές και να τρώει ό,τι επιθυμούσε, αφού πιστευόταν ότι τις ορέξεις και τις ανο­ρεξίες της τις κατεύθυναν οι ανάγκες του παιδιού. Εάν δεν αποκτούσε αυτό που επιθυμούσε, η έγκυος έπρεπε να ακουμπήσει το χέρι της σε απόκρυφο σημείο του σώματός της ώστε ν’ αποτυπωθεί εκεί και όχι σε εμφανές σημείο το σημάδι του αντικειμένου που επιθυμούσε στο παιδί της. Η ίδια έπρεπε να απέχει από εργασίες κάποιες ημέρες θεωρούμενες ιερές, για να μη κινδυνεύσει με παραμόρφωση το παιδί της.

Στην Όλυμπο της Καρπάθου, η έγκυος απείχε από οποιαδήποτε εργασία την ημέρα της Αρκιχρονίας, 1η Σεπτεμβρίου, αρχή του εκκλησια­στικού έτους, των Αγίων Σαράντα, του Αγίου Ευθυμίου και του Αγίου Συμεών και έπρεπε άλλοι να της κόψουν ψωμί να φάει, αλλιώς το παιδί κινδύνευε να βγει «σημαεμένο». Σύλληψη παι­διού τη Μεγάλη Παρασκευή θεωρούνταν μεγάλη αμαρτία που είχε επιπτώσεις στο παιδί. Η έγκυος δεν έπρεπε να πάει σε κη­δείες, γιατί «σαν ι(δ)εί λείψανο, το παιί λιωρά και πλαντά» (τρο­μάζει και λιποθυμά από το πολύ κλάμα). Ήταν ευάλωτη σε δαι­μονοπειράγματα από νεράιδες, αερικά και κυρίως ισκιώματα, κακά πνεύματα του αέρα. Αυτές είναι εκφάνσεις του διαβόλου, που αποτελεί συλλογική αναπαράσταση της αταξίας και της έλλειψης μορφής και εκδηλώνεται στο περιθώριο και σε μεθο­ριακό χρόνο, για παράδειγμα, στην εγκυμοσύνη. Η έγκυος συ­χνά είχε το τετραβάγγελο κάτω από το μαξιλάρι της «για να μην ισκιώνεται». Άλλη έκφανση του διαβόλου ήταν το μάτιασμα, εκούσιο ή ακούσιο, της εγκύου. Σε πολλά μέρη της Ελλάδας όπως σε περιοχές της Μακεδονίας παλιά, η εγκυμοσύνη παρέ­μενε κρυφή «για να μη ματιαστεί» η έγκυος, ενώ οι επισκέψεις στο σπίτι της αποφεύγονταν μετά τη δύση του ηλίου. [20]

Ας δούμε, όμως, κάποιες τελετουργίες με έντονο δραματικό στοιχείο, οι οποίες λάμβαναν χώρα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης γυναικών που κινδύνευαν να αποβάλουν, των λεγόμενων «αραχνόγκαστρων» γυναικών. Τα σύμβολα που εμπεριέχουν παραπέμπουν σε αξίες της φύσης, της θρη­σκείας και της συγγένειας, αλλά κυρίως τονίζουν τη σημα­σία της κοινωνικής αλληλεγγύης και μέθεξης για την ευά­λωτη εγκυμονούσα. Η πιο εντυπωσιακή τελετουργία ήταν η συλλογή την παραμονή της εορτής των Αγίων Σαράντα, 40 ειδών άγριων χόρτων από τη γυναίκα και η ετοιμασία «σαραντόπιττας», την οποία έπρεπε να καταναλώσει η ίδια. Συγ­χρόνως, η έγκυος έπρεπε να επισκεφθεί 40 σπίτια του χωριού ή άλλων χωριών όπου κατοικούσαν 40 Μαρίες, έμπειρες μη­τέρες που έφεραν το ιερό όνομα της Παναγίας, και να ζητή­σει από την καθεμία μία προγεννητική συμβουλή, την ευχή της και μια «θύμηση», το υλικό τεκμήριο της συμβουλής με τη μορφή ενός σιδερένιου καρφιού. Με τα καρφιά αυτά έφτιαχνε ένα περιδέραιο, το οποίο φορούσε κατάσαρκα σε όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, ισχυρό φυλαχτό απέ­ναντι σε κάθε φυσική και μεταφυσική επιβουλή. [21] Από την κοινότητα Ολύμπου Καρπάθου έχουμε άλλη μαρτυ­ρία κοινωνικής αλληλεγγύης προς γυναίκα που «πιάννει» αλ­λά δεν «στερεώννει» παιδί. Πρέπει να κάνει «αερφοποιτό», να της διαβάσει δηλαδή ο ιερέας στην εκκλησία σχετική ευ­χή αδελφοποιίας με κάποιον άγνωστό της και ανυποψίαστον άντρα, στον οποίο αργότερα έκαναν τραπέζι στο σπίτι της γυναίκας, για να στερεώσει το μωρό της. [22]

Με την άφιξη των πόνων του τοκετού και την πρόσκληση της μαμμής η προσπάθεια όλων των παρευρισκομένων στη δο­κιμασία προσανατολιζόταν στο ευοίωνο «άνοιγμα» της εγκύ­ου. Της εύχονταν «καλή λευτεριά» και γρήγορη έξοδο του παιδιού από το σώμα της με μεταφορικές εικόνες όπως «χέλια». «Όπους τρέχ’ του νιρό, έτσ’ να τρέξ’ κι του μ’κρό», έδι­νε την εναρκτήρια του τοκετού ευχή η μαμμή στη Μακεδο­νία, ρίχνοντας τρεις ρουφηξιές νερό από το στόμα της στο στήθος της ετοιμόγεννης. O τοκετός, εκτός απροόπτου, γι­νόταν στον ασφαλή και προφυλαγμένο χώρο του σπιτιού, όπου παρέμεναν μόνο τα κοντινά συγγενικά πρόσωπα της εγκύου και όσες γυναίκες έτυχε να βρίσκονται εκεί τη στιγ­μή που άρχισε ο τοκετός. Η μαμμή, διευθύνοντας τις προε­τοιμασίες, φρόντιζε να υπάρχει φωτιά και ζεστό νερό, να ανοίξει συρτάρια και πόρτες και να ξεκουμπώσει και να λύ­σει όποιο δέσιμο ή κούμπωμα είχε επάνω της η επίτοκος, αλ­λά και τα πολύ κοντινά της πρόσωπα, ιδιαίτερα δε ο σύζυ­γος. Η επίτοκος πρέπει να απαλλαγεί από κάθε δεσμό, υλι­κό αλλά και πνευματικό/ηθικό, που εμποδίζει το άνοιγμα του τοκετού. Δεν μπορεί να γεννήσει «αν δεν αναλύσουν οι κατάρες». Όσοι την καταράστηκαν και μάλωσαν μαζί της, για παράδειγμα, η πεθερά της ή ο ιερέας της κοινότητας, πρέ­πει να τη συγχωρήσουν, δίνοντάς της συμβολικά νερό να πιει. Περίτρανη απόδειξη της ηθικής δύναμης της κοινότητας η δυνατότητά της να διευκολύνει ή να δυσκολεύει το πέρασμα του ανθρώπου από την ανυπαρξία στην ύπαρξη, όπως αντί­στοιχα και το πέρασμά του από τη ζωή στο θάνατο, αφού παρόμοια συγχώρηση παρέχεται και σε ετοιμοθάνατους που αργούν να ξεψυχήσουν. [23]

Κύριος αρωγός της επιτόκου ήταν η μαμμή, διαθέσιμη στις περισσότερες κοινότητες. Γυναίκες που είχαν μάθει να βοη­θούν στον τοκετό και να παρέχουν τις πρώτες φροντίδες στο νεογέννητο, οι μαμμές ήταν μέχρι το 1950 κυρίως «πρα­κτικές». Αλλά και νεότερες μαμμές με εκπαίδευση, που είχαν δουλέψει ως μαίες σε νοσοκομεία και σε κλινικές, συνδύα­ζαν τις επιστημονικές γνώσεις τους με παραδοσιακές τεχνικές που είχαν μάθει από τις μητέρες τους ή από άλλες μαμμές. [24] Λόγω της σύνδεσής τους με τον τοκετό, οι μαμμές συμβόλιζαν τη γονιμότητα αυτή καθεαυτή, όπως φαίνεται από τον εορτασμό της Μέρας της Μπάμπως ή Μαμμής σε χωριά του βορειοελλαδικού χώρου, όπου ακόμη τελείται το έθιμο σήμερα. Στις 8 Ιανουαρίου, γιορτή της Αγίας Δομνίκης ή Δομνής, γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία τιμούσαν τη μαμμή του χωριού τους, καθίζοντάς την πάνω σε θρόνο, στολίζοντάς την με καρπούς και προσφέροντάς της δώρα, ενώ οι ίδιες μεταμφιέζονταν, μεθούσαν, τραγουδούσαν και κρατούσαν γονιμικά σύμβολα. [25]

Αξιοσέβαστες στην κοινότητα, οι μαμμές θεωρούσαν τη συνδρομή τους στην επίτοκο ως προσφορά «για την ψυχή τους» και καμάρωναν βλέποντας τα παιδιά που είχαν βοη­θήσει να έλθουν στον κόσμο να μεγαλώνουν: «τον έχω κρατημένον», έλεγαν, αναφερόμενες στην ανάδυση του μωρού από το σώμα της μητέρας στα χέρια τους. Με παραινέσεις για την καλύτερη στάση του σώματος και για την ώθηση, με μαλάξεις και εντριβές, με βοήθεια προς το έμβρυο που τύχαινε να μην έχει τη σωστή θέση, κυρίως δε με ψυχολογική υποστήριξη, η μαμμή συντελούσε σημαντικά στην επιτυχία του τοκετού. Στη συνέχεια, έκοβε τον αφαλό και βοηθούσε τη γυναίκα να αποβάλει τον πλακούντα. O ομφάλιος λώρος, το αφάλι του παιδιού, ουσία ιερή λόγω της σύνδεσής της με τη γέννηση, φυλασσόταν στο εικονοστάσι ή γινόταν φυλα­χτό για το μωρό που συμβόλιζε τον ισχυρό δεσμό παιδιού – μητέρας. Στους Σαρακατσάνους η μεταχείρισή του παρέπεμπε σε έμφυλες αξίες, καθώς των αγοριών ο λώρος θαβό­ταν κάτω από την εστία, ενώ των κοριτσιών πέρα από τις κα­λύβες, κοντά σε βράχο ή σε ρίζες δέντρων, σύμφωνα με το πατροτοπικό πρότυπο της κοινωνικής τους οργάνωσης. [26] Δεν τελείωνε, όμως, με τον τοκετό το έργο της μαμμής. Επόπτευε τη λοχεία της μητέρας, φροντίζοντάς την πρακτικά και πνευματικά, αλλά κυρίως φρόντιζε το νεογέννητο στο ενδιάμεσο στάδιο από τη φυσική γέννηση έως την κοινωνική ενσωμάτωση, με τη βάπτιση. Πρώτη ενέργειά της ήταν να ελέγξει την αρτιότητα και τη λειτουργία των μελών του, τα οποία φρόντιζε να «πλάσει» τις μέρες που ακολουθούσαν, όταν έπλενε και φάσκιωνε το μωρό.

Ας δούμε τη μαρτυρία μιας γερόντισσας μαμμής από τους Φούρνους της Ικαρίας το 1980: «Στο πρώτο ήθελα ’το ξα­πλώσω το παιδάκι κάτω, να το με­τρήσω, τα χεράκια του, τα ποδαράκια του, να δω πώς είναι, αν εί­ναι γερό, να’ ναι ταιριασμένα όλα του και ύστερι ήθελ’ αφήκω από μέσα τόσο δα, να το διπλώσω κι εκεί να το δέσω τ’ αφάλι του. […] Τώρα ήθελα βράσω νερό να του κάμω το μπάνιο του, ήθελα το’ λλάξω, να το ντύσω, να κάνουμε τα φρυδάκια του όμορφα, τα μαλλάκια του, το’ λειβα λαδάκι». [27] Το φάσκιωμα ή σπαργάνωμα του μωρού θεωρούνταν τρόπος επί­τευξης του σωστού σχήματος του σώματος και προφύλαξής του από φυσικούς και μεταφυσικούς κινδύ­νους. Παρουσιάζει αναλογία με το σαβάνωμα του νεκρού, όπου πάλι ένα μεθοριακό άτομο προστατεύε­ται μπαίνοντας σε ένα τεχνητά κλειστό σύστημα. Φάσκιωμα και σαβάνωμα, εξάλλου, ήταν έργο των έμπειρων γυναικών που παρα­δοσιακά διαχειρίζονταν το ανθρώπινο σώμα κατά τις διαβατήριες στιγμές του. Το σύμβολο του σταυρού ήταν κεντημέ­νο πάνω στις φασκιές και η διαδικασία του φασκιώματος γι­νόταν σε σχήμα σταυρού, ενώ η μητέρα σταύρωνε το μωρό της, ασφαλίζοντάς το με ένα δεσμό που δεν μπορούσε να επηρεαστεί από το κακό. [28] Τι τρανότερη απόδειξη της ση­μασίας του φασκιώματος από το γεγονός ότι «και τον Χριστούλη όταν γεννήθηκε, τον φασκιώσανε κι Αυτόν», όπως μου είπε μια ηλικιωμένη Διαφανιώτισσα, και μου επιβεβαίω­σε του λόγου το αληθές παραθέτοντας το σχετικό κομμάτι από το Μοιρολόγι της Παναγίας που ψάλλουν οι γυναίκες τη Μεγάλη Παρασκευή: «’ Ε μου μιλείς, παιάκι μου, ‘ε μου μι­λείς, υιέ μου/ που σού ’χα φάσκιες αργυρές, κούνιες μαλα­ματένιες/ κι όπου σε βαελίντζασιν οι δώδεκα παρθένες».

 

  1. Λοχεία: υγεία και κοινωνικοποίηση μητέρας και παιδιού

 

Η κοινωνικά αναγνωρισμένη περίοδος της λοχείας διαρκούσε σαράντα ημέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων η λεχώνα και το παιδί της περιβάλλονταν με κάθε δυνατή προφύλαξη, αλλά και με τη στοργική φροντίδα της κοινότητας. Στη μετα­βατική αυτή περίοδο, η λεχώνα θεωρούνταν ιδιαίτερα ευά­λωτη σε δαιμονικές επιρροές, αλλά και επικίνδυνη, γι’ αυτό και έπρεπε να υποβληθεί σε περιορισμό στο σπίτι της, ενώ συγχρόνως απαγορεύονταν οι επισκέψεις τρίτων σε αυτήν. Οι αντιλήψεις για το μίασμα που επιφέρει η τίκτουσα και η λεχώνα υπάρχουν τόσο στην αρχαία ελληνική, όσο και στην εβραϊκή γραμματεία. [29] Το Λευιτικό απαγορεύει στη λεχώνα «να αγγίξει καθαρό πράγμα ή να μπει στο ναό ως την περάτωση της περιόδου κάθαρσης». Στον ελληνόφωνο χώρο, η λεχώνα θεωρούνταν ότι μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τη βλάστηση και την παραγωγή γάλακτος των ζώων εάν τα αντίκριζε, ενώ η παρουσία της σε σπίτια γειτόνων μπορούσε να προκαλέσει ζημιές, για παράδειγμα, να σπάσουν τα γυαλικά, να παρουσιαστούν ποντίκια και πονοκέφαλοι στους ενοίκους τους. Στην Αθήνα του τέλους του 19ου αιώνα, ένας σταυρός από κατράμι σημάδευε την εξώθυρα του σπιτιού όπου υπήρχε λεχώνα, περιορίζοντάς την σε ένα συμβολικό τάφο από τον οποίο θα έβγαινε μετά την ολοκλήρωση της περιόδου της λοχείας. Τα «ανοίγματα» του σώματός της, σημεία ιδιαίτερα ευάλωτα και επικίνδυνα, έπρεπε να κλεί­νουν προστατευτικά, για πρακτικούς και μεταφυσικούς λό­γους: η μαμμή έδενε σφιχτά το σώμα της λεχώνας με ένα εί­δος ζώνης που έσφιγγε τη σάρκα και βοηθούσε τη μήτρα να επανέλθει στη σωστή της θέση, ενώ το στήθος της έπρεπε να είναι καλυμμένο και να φορεί φυλαχτό, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του θηλασμού.

Οι ουσίες και τα αντικείμενα που προέρχονταν από τον τοκε­τό θεωρούνταν μολυσμένα, γι’ αυτό και απαιτούνταν ιδιαίτε­ρη διαχείρισή τους από το μόνο άτομο που κινούνταν ελεύ­θερα στον μεθοριακό αυτόν χώρο, δηλαδή τη μαμμή. Στην Ήπειρο και στη Μακεδονία τον πλακούντα (ύστερο, ακόλου­θο, συντρόφι, λευτέρι), η μαμμή τον έκαιγε ή τον έκοβε κομ­μάτια και τον έθαβε, ρίχνοντας από πάνω βραστό νερό και τοποθετώντας μια βαριά πέτρα «για να μη ξαναζωντανέψει» και «για να μη γυρίσει να πάρει το παιδί». Λόγω της σύνδεσής του με την κατάσταση της εγκυμοσύνης, ο πλακούντας έπρε­πε να καταστραφεί για να επιτευχθεί η επιτυχημένη ενσωμά­τωση μητέρας και παιδιού στη νέα κατάσταση. Συγχρόνως όμως, είναι και «πράμα ιερό το συντρόφι, με το παιδί φυτρώ­νει», όπως πίστευαν οι Πόντιοι πρόσφυγες της Μακεδονίας, γι’ αυτό αλάτιζαν τον πλακούντα και τον έθαβαν στην αυλή του σπιτιού. Και αν έπρεπε να εξαφανισθεί για την απρόσκο­πτη κοινωνική ενσωμάτωση λεχώνας και νεογέννητου, ως σύμβολο γονιμότητας ήταν περιζήτητος από τις στείρες γυ­ναίκες, που συχνά κάθονταν πάνω σε πλακούντα και σε αίμα από γέννα για να συλλάβουν. [30] Ας δούμε και πάλι τα λόγια της γερόντισσας μαμμής για το ρόλο των μαμμών στη δια­χείριση του μιάσματος της λοχείας: «Εγώ ήπλενα και τα ρού­χα της λοχούς. Τα πλέναμε σε ρέματα. Στη θάλασσα δεν κά­νει, το αίμα της λοχούς εν μπαίνει στη θάλασσα, γιατί φουρ­τουνιάζει ο καιρός. Εγώ πρώτα τους έπλενα σαράντα μέρες, και είχα και μια μάντρα παιδιά. Και να σηκώνουμαι τη νύχτα να πάω να πλύνω σ’ αυτό το ρέμα». [31]

Για να προστατευθούν λεχώνα και νεογέννητο απαραίτητη ήταν η θεϊκή βοήθεια και προστασία. Σύντομα μετά τον τοκε­τό ο ιερέας επισκεπτόταν τη λεχώνα και της διάβαζε ευχή δε­όμενος για την κάθαρση, τη θεραπεία και την ταχεία ανάρ­ρωσή της, αλλά και για τη συγχώρηση όσων την είχαν αγγί­ξει («τοις αψαμένοις αυτής»).[32] Της έδινε αγιασμό, το ευχονέρι, με τον οποίο η λεχώνα έπλενε το πρόσωπό της και έπι­νε, οι παρευρισκόμενες γυναίκες βουτούσαν τα δάχτυλά τους πριν φύγουν, και το υπόλοιπο προοριζόταν για το νερό της λεκάνης όπου θα έπλεναν το μωρό. Αντικείμενα ιερά και αποτροπαϊκά τοποθετούνταν κοντά στη λεχώνα ως προφύ­λαξη από δαιμονική επιβουλή: ψωμί, μιτάρια του αργαλειού, αλάτι, κρεμμύδι, σκόρδο. Οι επισκέψεις στο σπίτι της απο­φεύγονταν και απαγορεύονταν τελείως μετά τη δύση του ηλίου, σε σημείο να μη γίνεται δεκτός ούτε ο σύζυγος εάν επέ­στρεφε στο σπίτι αργά. Αν παρ’ όλες τις προφυλάξεις η λε­χώνα παρουσίαζε επιλόχειο πυρετό και παραμιλητό, στη Μα­κεδονία πίστευαν ότι την είχαν πειράξει νεράιδες, αρμέν’τσις ή άλλα δαιμονικά. Τότε γυναίκες που γνώριζαν μεταφυσικές θεραπείες, όπως η μαμμή, έσπευδαν να την ξαρμενίσουν με ειδική τελετουργία που περιλάμβανε γητειές και καπνίσματα με αρμένια, χαμομήλι μαζεμένο στις 24 Ιουνίου, του Αϊ Γιάν­νη του Κλήδονα, με την αλλαγή του ηλιοστασίου.[33]

Η μέθεξη και η αλληλεγγύη της κοινότητας προς τη λεχώνα και το νεογέννητο είναι έκδηλη σε τελετουργίες που αφο­ρούσαν στην καλή διατροφή της μητέρας με στόχο την επί­τευξη της ανάρρωσής της, ιδιαίτερα όμως την παραγωγή επαρκούς και καλής ποιότητας γάλακτος για το θηλασμό του μωρού.[34] Στη Δυτική Μακεδονία συγγένισσες και γειτόνισσες έφερναν στη λεχώνα τα μπουγανίκια ή λιχουν’κά, μα­ντίλια και μποξάδες μέσα στα οποία μετέφεραν τρόφιμα για τη λεχώνα, για να έχει άφθονο και παχύ γάλα για το παιδί της. Ανάλογες ήταν και οι «λεκάνες με χυλόπιττες τσικνωμένες και με μυρωικά» που έστελναν στο σπίτι της λουχούς συγγενείς και φίλοι στην κοινότητα Ολύμπου Καρπάθου μέ­χρι τα Εφτά (και τις έπαιρναν πίσω αργότερα γεμάτες με φα­γητά, επονομαζόμενες λακάνες του παιΐου).[35] Κατά την περίοδο της λοχείας τα καθήκοντα της μαμμής για τον «εξανθρωπισμό» και την κοινωνικοποίηση του βρέφους ήταν σημαντικά.[36] Αυτή ηγούνταν των σταδιακών προσπα­θειών της κοινότητας να αναγνωρίσει και να συμπεριλάβει το βρέφος στους κόλπους της. Στις τελετουργίες που μεσο­λαβούσαν μεταξύ γέννησης και σαραντίσματος ή/και βάφτι­σης, η συμμετοχή της φυσικής μητέρας ήταν μικρή ή απα­γορευόταν.

Ας ξεκινήσουμε από το αλάτισμα του μωρού, μια πρακτική ευρέως διαδεδομένη στον ελληνόφωνο χώρο κατά το παρελθόν, που γινόταν «για να σφίξει το μωρό και για να πήξει ο νους του», έλκει δε την καταγωγή της από ανάλογες πρακτικές που αναφέρονται σε κείμενα του ιατρού της ρω­μαϊκής εποχής, Γαληνού.

Οι αντισηπτικές ιδιότητες του αλατιού είχαν διαπιστωθεί ήδη από την αρχαιότητα. Για να ερμηνεύσουμε όμως το αλάτισμα του μωρού θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τις θετι­κές συνδηλώσεις του άλατος στον νεοελληνικό πολιτισμό: το «νόστιμο» σαφώς προτιμάται από το «ανάλατο», τόσο κυ­ριολεκτικά, όσο και μεταφορικά, ενώ η μέθεξη συμβολίζεται και από την από κοινού κατανάλωση άλατος («φάγαμε μαζί ψωμί κι αλάτι»). Επίσης, ακολουθώντας την ανάλυση του L viStrauss, πρέπει να λάβουμε υπόψη και τις συμβολικές αντιθέσεις ωμού/ ψημένου και φύσης/ πολιτισμού, όπου το αλάτισμα μεσολαβεί μεταξύ των δύο πόλων των συμβολικών ζευγών. Σηματοδοτεί, λοιπόν, το αλάτισμα του μωρού, το μεταβατικό στάδιο μεταξύ φυσικής και κοινωνικής γέννη­σης. Στην Κύπρο, το αλάτι αποκαλούνταν «ο νους του μω­ρού» και όλη η κοινότητα εμπλεκόταν στην τελετουργική διαδικασία κοινωνικοποίησής του. Ένας έξυπνος άντρας αγόραζε το αλάτι και μια συνετή γυναίκα το κοπανούσε. Στη συνέχεια το αλάτι τοποθετούνταν σε ένα δίσκο, απ’ όπου έπαιρναν όλοι οι παρευρισκόμενοι, έβαζαν λίγο στο κρασί τους και το έπιναν, ευχόμενοι «νουν κι ανανούν, Θεγέ μου!». Τέλος, η μαμμή έτριβε το σώμα του παιδιού με το αλάτι («του βάλλει νουν») και το άφηνε με το αλάτι για αρκετές ώρες πριν το ξεπλύνει.[37]

Στις τρεις ή στις εφτά ημέρες από τη γέννηση το νεογέννη­το δεχόταν την επίσκεψη των Μοιρών, γεγονός που μαρτυ­ρούσε την πρόοδο της κοινωνικής αναγνώρισης της οντότητάς του. Οι Μοίρες, συνήθως τρεις στη νεοελληνική παρά­δοση, είναι ανθρωπόμορφες, ασκούν ανθρώπινες δραστη­ριότητες (ξαίνουν, τυλίγουν το μαλλί, γράφουν), έχουν αν­θρώπινα ελαττώματα (συχνά διαπληκτίζονται), και συμβολί­ζουν την κοινή μοίρα της ανθρωπότητας: τον εξ ανάγκης περιορισμένο χρόνο ζωής που διακόπτεται από το θάνατο, το μέτρο της τύχης και της κακοτυχίας του ανθρώπου. Επισκεπτόμενες το νεογέννητο τη νύχτα, του δίνουν το μερίδιό του από την κοινή ανθρώπινη μοίρα. Για να τις καλοπιάσουν, γονείς και συγγενείς φρόντιζαν να είναι καθαρό και τακτοποιημένο το δωμάτιο, πλυμένο και καλοντυμένο το μωρό και να υπάρχουν διάφορα φιλέματα για τις Μοίρες.

 

Οι τρείς Μοίρες (1558–59). Η Κλωθώ, «αυτή που κλώθει», γνέθει το νήμα της ζωής, (συμβολίζει το παρόν), η δεύτερη, η Λάχεσις (το παρελθόν), το ξετυλίγει, (μοιράζει τους κλήρους, καθορίζει τι θα «λάχει» στον καθένα, εξού και λαχείο), ενώ η τρίτη, η Άτροπος το κόβει, όταν έρθει η ώρα (συμβολίζει το μέλλον). Metropolitan Museum of Art, Νέα Υόρκη.

 

Στην Κάρπαθο, με διάφορες τοπι­κές παραλλαγές εντός του νησιού, ακόμη συνηθίζεται το έθιμο των εφτά του μωρού, ενός εορτασμού με τη συμμετοχή της κοινότητας, που συνδυάζεται με την αναμονή της επίσκεψης των Μοιρών. Στην ακόλουθη περιγραφή από την κοι­νότητα Oλύμπου Καρπάθου, την έβδομη ημέρα μετά τη γέννηση, λαμπάδες αναμμένες στον Χριστό και στους αγίους και σταυροκούλουρα τοποθετούνταν σε ένα σινί, χαμηλό και στρογγυλό ξύλινο τρα­πέζι, το μωρό τοποθετούνταν σε ξύλινη σκάφη με ρούχα των γονέ­ων του επάνω του και με δώρα των παρευρισκομένων, ενώ η μαμμή θύμιαζε τις τέσσερις γωνίες του σπιτιού προσκαλώντας τις Μοίρες: «Ελάτε Μοίρες, και δώστε του πλούτη και δώστε του χωρά­φια και δώστε του λεφτά». Σε μιαν άλλη άκρη του δωματίου έφτιαχναν την αλευρέα ζυμώνοντας σε μια μεγάλη λεκάνη αλεύρι και μυρωδικά, και ρίχνοντας ζεματιστό νερό μέχρις ότου ψηθεί το μίγμα· προσέθεταν κρεμμύδι τσικνωμένο στη μέση και με το πιρούνι έπαιρναν εφτά πιρουνιές, τις βουτούσαν στο μέλι και τις έτρωγαν, ενώ πασάλειβαν με αλευρέα το πρόσωπο του πατέρα και του παππού του μωρού. Παλιά τα «Εφτά» συνδυάζονταν με τη βάπτιση του μωρού και ακολουθούσε λαμπρό γλέντι. Η βάπτιση και η ονοματοδοσία του μωρού νωρίς μετά τη γέννηση επιβαλλόταν από το φόβο της βρεφικής θνησιμότητας, ενώ συγχρόνως συνιστούσε ένα μεγάλο βήμα για την ενσωμάτωση του παιδιού στην κοινωνία του χωριού, αλλά κυρίως στην οικογένεια των Oρθοδόξων Χριστιανών.[38]

Στις 40 ημέρες από τη γέννηση μητέρα και παιδί προσέρχο­νται στην εκκλησία με τον διττό στόχο της κάθαρσής τους από το μίασμα της γέννησης και την πρώτη είσοδο του νεο­γέννητου στην εκκλησία. Έλκοντας την αρχή της από το αντί­στοιχο εβραϊκό έθιμο, η τελετουργία αυτή ενισχύθηκε στο Βυζάντιο, όπου ο αυτοκράτορας Λέων ο 6ος (9ος-10ος αι. μ.Χ.) με την 14η Νεαρά του καθιέρωσε την 40ή ως ημέρα βάπτισης, αφού «όπως το παιδί χρειάζεται 40 ημέρες στη μή­τρα της μητέρας του για να διαμορφωθεί ως έμβρυο, χρειά­ζεται 40 ημέρες και για να είναι έτοιμο να προσέλθει στον Οί­κο του Θεού».[39] Το σαράντισμα είναι ακόμη ευρέως διαδε­δομένο στην Ελλάδα, όπου και σήμερα οι γυναίκες αποφεύ­γουν να βγουν από το σπίτι τους και να επιστρέψουν στην ερ­γασία τους πριν από τη συμπλήρωση των 40 ημερών, ενώ εάν το κάνουν, φροντίζουν να πάρουν «τη μισή ευχή».

Η ευχή κάθαρσης στη λεχώνα διαβάζεται και όταν ακόμη το παιδί της ή και η ίδια πεθαίνει πριν σαραντίσει. Κατά το σαράντισμα, το ζευγάρι μητέρας-παιδιού αναδημιουργεί­ται με την παρέμβαση της εκκλησίας. Αφού διαβάσει τις σχετικές εξαγνιστικές ευχές, ο ιερέας παραλαμβάνει το παιδί από τη μητέρα, το εισάγει τελετουργικά στο ναό, το προσάγει στο Άγιο Βήμα, εάν είναι αγόρι, ή στην Ωραία Πύ­λη, εάν είναι κορίτσι, απ’ όπου το παραλαμβάνει η μητέρα του ή, κατά το Ευχολόγιο, ο Ανάδοχος. «Παιδί ασαράντι­στο και πανί ανύφαντο άνθρωπος να μην το βλέπει», βε­βαιώνει μια παροιμία κοινή στο πανελλήνιο, που δηλώνει ότι έως το σαράντισμα,  το παιδί δεν είναι κοινωνικά ανα­γνωρίσιμο και αποδεκτό.[40] Το παιδί το έπλαθε η κοινωνία και η εκκλησία, που το ενσωμάτωνε στους κόλπους της με το σαράντισμα και με τη βάπτιση.

 

  1. Συμπεράσματα

 

Η μελέτη της γέννησης στον ελληνόφωνο χώρο του 19ου και του πρώτου μισού του 20ού αιώνα μας αποκαλύπτει όλο το φάσμα των αντιλήψεων, αξιών και πρακτικών που συνδέονταν με την υγεία και την ασθένεια του ανθρώπου, και με την ίδια την ύπαρξή του. Θρησκεία και μαγεία, εκ­κλησία και φύση συμμετείχαν ως απαραίτητοι και όχι αντα­γωνιστικοί αρωγοί στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της γονιμότητας και της ευγονίας. Παρακολουθήσαμε την αγωνία της σύλληψης, του τοκετού και της ενσωμάτωσης μητέρας και παιδιού στη νέα κατάσταση πραγμάτων, ως συλλογικές προσπάθειες στις οποίες μετείχε όλη η κοινό­τητα. Συγγένισσες και γειτόνισσες, ιδιαίτερα δε η μαμμή, διαχειρίζονταν τη δύσκολη περίοδο της εγκυμοσύνης, και ιδιαίτερα της λοχείας, ώστε να καταστήσουν την επικίνδυ­νη διάβαση μητέρας και παιδιού, επιτυχή. Με τη δική τους διαμεσολάβηση διδασκόταν το ρόλο της η νέα μητέρα, μέ­σα σε πλαίσια συγκεκριμένα, που περιόριζαν αλλά και δια­σφάλιζαν τις ενέργειές της. Ήδη από την εγκυμοσύνη, μά­θαινε να συνδέεται υπαρξιακά, φυσικά και μεταφυσικά με το παιδί της, σε ένα δεσμό που αποτελεί καίρια πολιτισμι­κή αξία στη νεοελληνική κοινωνία.

Μελετώντας τις αντιλήψεις, τις πρακτικές και τις τελετουρ­γίες της γέννησης στον ελληνόφωνο κόσμο του παρελθό­ντος, διαπιστώνουμε ότι η γυναίκα και το παιδί δεν αντιμε­τωπίστηκαν ποτέ μόνον ως σωματικές οντότητες η φυσική κατάσταση των οποίων χρειάζεται ιατρική παρέμβαση. Η εγκυμοσύνη, ο τοκετός και η λοχεία θεωρούνταν στην αλλη­λουχία τους, ως φυσιολογικές καταστάσεις που χρειάζονταν πρακτική, ψυχολογική και κυρίως κοινωνική υποστήριξη για να ευοδωθούν. Παρόλο που δεν διέθεταν επιστημονική ια­τρική γνώση και εξοπλισμό, οι γυναίκες κατάφερναν να πετύχουν πολλά χάρη στην εμπειρία, την πίστη και την αλλη­λεγγύη που τις διέκρινε.

Σήμερα η εγκυμοσύνη, ο τοκετός και η λοχεία σπάνια αντι­μετωπίζονται ως περίοδοι και γεγονότα στη ζωή της γυναί­κας και του παιδιού της, που έχουν μια συνέχεια και συνέ­πεια μεταξύ τους, φυσιολογική και ψυχολογική. O ερχομός ενός παιδιού στον κόσμο είναι, στη σημερινή ελληνική κοι­νωνία, ένα ατομικό γεγονός στο οποίο η κοινότητα έχει μι­κρή συμμετοχή, ο τοκετός χαρακτηρίζεται από παθητικότητα της εγκύου σε ένα νοσοκομειακό και ιατρικοποιημένο περιβάλλον, ενώ η λοχεία είναι συχνά μια εναγώνια, μοναχι­κή προσπάθεια της γυναίκας να «επανέλθει» σωματικά και ψυχολογικά, έτσι ώστε να μπορεί να αναλάβει τις κοινωνι­κές της υποχρεώσεις. Με όλη την αίσθηση του κινδύνου και του φόβου που αποπνέουν οι αντιλήψεις και οι τελετουρ­γίες της γέννησης στο παρελθόν, εκφράζουν συγχρόνως τη σφαιρική αντιμετώπιση και τη συλλογική φροντίδα σε θέμα­τα υγείας και αρρώστιας – πολύτιμα διδάγματα για τη ση­μερινή κοινωνία.

 

Υποσημειώσεις


 

  • Νανούρισμα από το Ζαγόρι, χφ. αρ. 1572 του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών (στο εξής: ΚΕΕΛ), σ. 150, καταγραφή Α. Παπακώστας, 1940, στο Ε. Ψυχογιού, «Νανουρίσματα – Ταχταρίσματα: Λειτουργίες του λόγου στην τελετουργία της γέννησης», Εθνολογία 6-7 (1998-1999), σ. 244.

[2] V. Chryssanthopoulou, «An analysis of rituals surrounding birth in Modern Greece», αδημ. μεταπτυχιακή εργασία (M. Phil. Thesis), Institute of Social and Cultural Anthropology, University of Oxford, 1984.

[3] Βλ. σχετικά Κ. Καραπατάκης, Η μάνα και το παιδί στα παλιότερα χρόνια, Αθήνα 1979′ Θ. Π. Παραδέλλης, «Από τη βιολογική γέννηση στην κοινω­νική: πολιτισμικές και τελετουργικές διαστάσεις της γέννησης στον ελ- λαδικό χώρο του 19ου αιώνα», αδημ. διδ. διατρ., Τμήμα Κοινωνικής Πο­λιτικής και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνι­κών και Πολιτικών Επιστημών, Αθήνα 1995′ L. Rushton, «Η μητρότητα και ο συμβολισμός του σώματος», στο Ε. Παπαταξιάρχης / Θ. Παραδέλλης (επιμ.), Ταυτότητες και φύλο στη σύγχρονη Ελλάδα, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 21998, (Καστανιώτης, 11992), σ. 151-170′ Ψυχογιού, ό.π.

[4] Η επιτόπια έρευνα έγινε στα πλαίσια εντεταλμένης αποστολής από το ΚΕΕΛ για συλλογή λαογραφικού υλικού.

[5] A. van Gennep, The Rites of Passage, Routledge and Kegan Paul, London and Henley 1977 (αρχική γαλλική έκδοση: 1909).

[6] Για την έννοια του μιάσματος, βλ. M. Douglas, Purity and Danger: an Analysis of Concepts of Pollution and Taboo, Routledge and Kegan Paul, London 1966.

[7] Η Ren e Hirschon αναπτύσσει τη θεωρία του ανοιχτού/κλειστού στην ελληνική κοινωνία, βασιζόμενη σε ιθαγενείς όρους και εννοιολογήσεις. Βλ. σχετικά R. Hirschon, «Open Body / Closed Space: The Transformation of Female Sexuality», στο S. Ardener (επιμ.), Defining Females. The Nature of Women in Society, Croom Helm, London, σ. 66-88 (Berg, Oxford 21993) και Chryssanthopoulou, ό.π., σ. 17-19.

[8] V. Turner, The Ritual Process, Routledge and Kegan Paul, London 1969, σ. 125. Βλ. επίσης V. Turner, Dramas, Fields, and Metaphors: Symbolic Action in Human Society, Cornell University Press, Ithaca and London 1974, για περαιτέρω ανάπτυξη της έννοιας της «communitas». Βλ. Chryssanthopoulou, ό.π., σ. 8-11 για τις θετικές και αρνητικές διαστάσεις της μεθοριακότητας. Παρά τις αντιρρήσεις του Παραδέλλη (ό.π., σ. 30­31) για την εφαρμογή της έννοιας της κοινωνικής μέθεξης ή communitas στην περίπτωση των τελετουργιών της κοινωνικής γέννησης, θεωρώ ότι η έννοια της communitas είναι εξαιρετικά χρήσιμη στην ανάλυση των τε­λετουργιών της γέννησης στον ελληνόφωνο χώρο του παρελθόντος, κα­θώς μας βοηθάει να κατανοήσουμε την αλληλεγγύη που αναπτύσσεται γύρω από τους πρωταγωνιστές του δράματος της γέννησης, τη μητέρα και το παιδί.

[9] Μ. Bloch / S. Guggenheim, «Compadrazgo, Baptism and the Symbolism of a Second Birth», Man, n.s. 16 (1981), σ. 376-380, στο Rushton, ό.π., σ. 153.

[10] Bλ. σχετικά J. Du Boulay, Portrait of a Greek Mountain Village, Oxford University Press, Oxford 1974, σ. 104. Επίσης, R. Hirschon, Κληρονόμοι της Μικρασιατικής Καταστροφής: Η κοινωνική ζωή των Μικρασιατών προ­σφύγων στον Πειραιά, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2004, σ. 275-278 (αρχική έκδοση στα αγγλικά, Clarendon Press, Oxford 1989).

[11] Rushton, ό.π., σ. 168-9. Υπό αυτή την έννοια η μητρική προσφορά θα μπορούσε να θεωρηθεί ως «καθαρό δώρο» που δεν αναμένει ανταπόδο­ση (βλ. σχετικά Ε. Αλεξάκης, «Το κοινωνικό φύλο του δώρου. Γαμήλιες ανταλλαγές και μεταβίβαση της περιουσίας στη Ναυπακτία», ανακοίνω­ση στο Επιστημονικό Συνέδριο Ναυπακτιακών Μελετών με θέμα «Η Ναύ­πακτος και η περιοχή της από το 1821 ως το 1940», Ναύπακτος, 15-17 Oκτωβρίου 2004 (υπό δημοσίευση στα Πρακτικά του Συνεδρίου).

[12] Rushton, ό.π., σ. 166. Βλ. επίσης J. Dubisch, «Culture enters through the kitchen: women, food, and social boundaries in rural Greece», στο J. Dubisch (επιμ.), Gender and Power in Rural Greece, Princeton University Press, Princeton 1986.

[13] V. Chryssanthopoulou, «The Construction of  Ethnic Identity among the Castellorizian Greeks of Perth, Australia», αδημ. διδ. διατρ., Institute of Social and Cultural Anthropology, University of Oxford, 1993, σ. 351-358. Για τα γονιμικά σύμβολα στο γάμο γενικότερα, βλ. Παραδέλλης, ό.π., σ. 41-42. Βλ. επίσης Θ. Παραδέλλης, «Η ερωτική και γονιμική μαγεία στο λαϊκό πολιτισμό της νεότερης Ελλάδας», Αρχαιολογία και Τέχνες 72 (Σε- πτ. 1999), Αφιέρωμα «Η Μαγεία στη Νεότερη Ελλάδα», σ. 36-41. Για τη σύνδεση της γυναικείας γονιμότητας με τη φυτική βλάστηση, βλ. Παραδέλλης, Από τη βιολογική …, ό.π., σ. 63-64.

[14] Στο ίδιο, σ. 360-365. Βλ. ειδικότερα Β. Χρυσανθοπούλου-Farrington, «Το κακό μάτι στους Έλληνες της Αυστραλίας: Ταυτότητα, συνέχεια, νεοτερικότητα», Αρχαιολογία και Τέχνες 72 (Σεπτ. 1999), Αφιέρωμα: «Η Μα­γεία στη Νεότερη Ελλάδα», σ. 22-30.

[15] Για τις αρχαιοελληνικές, χριστιανικές και νεοελληνικές λαϊκές αντιλή­ψεις γύρω από τη διαμόρφωση του εμβρύου, βλ. Παραδέλλης, ό.π., σ. 43-54.

[16] Αριστοτέλης, Περί ζώων γενέσεως Α 716α, Les Belles Lettres, κείμενο- μτφρ.: P. Louis, Παρίσι 1961, στο Παραδέλλης, ό.π, σ. 45 και 52.

[17] Βλ. σχετικά Ε. Π. Αλεξάκης, «Γυναίκες, γάλα, συγγένεια: Κοινά παλαιοβαλκανικά στοιχεία στο λαϊκό πολιτισμό των βαλκανικών λαών», στο Ε. Π. Αλεξάκης, Ταυτότητες και Ετερότητες: Σύμβολα, συγγένεια και κοινό­τητα στην Ελλάδα – Βαλκάνια, Εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα 2001, σ. 102­125.

[18] Βλ. σχετικά Παραδέλλης, ό.π., σ. 55-57 και σ. 64 και Ν. Ν. Κόνσολας, «Λαογραφικά Oλύμπου Καρπάθου. Κεφάλαιον Γ’: Ζητήματα σχετικά με το παιδίον», Λαογραφία: Δελτίον της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας ΚΔ’ (1966), σ. 229.

[19] Chryssanthopoulou, An Analysis …, ό.π., σ. 25.

[20] Πληροφορία από την Όλυμπο Καρπάθου, χφ. αρ. 4526 του ΚΕΕΛ, κα­ταγραφή Μ. Ανδρουλάκη 1996, σ. 459. Βλ. επίσης Κόνσολας, ό.π., σ. 230 και σ. 29-30.

[21] Χ. Θ. Oικονομόπουλος, «Το παιδί το σαραντάρι: 40 λαϊκές προγεν­νητικές συμβουλές («40 θύμησες») της Ελληνίδας την εποχή της Τουρκοκρατίας για να γεννηθεί ένα «σωστό» παιδί», Δελτίο Α’ Παιδια­τρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών 30/5 (Σεπτ.-Οκτ. 1983), σ. 369-384.

[22] Από την ανέκδοτη συλλογή λαογραφικού υλικού από την κοινότητα Oλύμπου Καρπάθου του Μανώλη Μακρή.

[23] Βλ. σχετικά Καραπατάκης, ό.π., σ. 40-41 και Chryssanthopoulou, ό.π., σ. 38-39 και 103, σημ. 6. Για την ανάλυση της ελληνικής αρρενολοχείας και τον παραλληλισμό της προς τις τελετουργίες του couvade που υπάρ­χουν σε άλλους λαούς, βλ. Δ. Λουκάτος, «O σύζυγος εις τα κατά την γέν- νησιν έθιμα και λαογραφικαί ενδείξεις περί αρρενολοχείας», Επετηρίς Λαογραφικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών 8 (1956), σ. 124-167. Βλ. επίσης Chryssanthopoulou, ό.π., σ. 40.

[24] Βλ. σχετικά M. Spyridakis, The Social Role of Midwives in Rethymno- Crete, αδημ. μεταπτυχιακή εργασία (M.A. Thesis), Department of Anthropology, University of Durham, 1992, σ. 10.

[25] Γ. Α. Μέγας, «Έθιμα της ημέρας της μαμμής», Επετηρίς του Λαογραφικού Αρχείου 7 (1952), Ακαδημία Αθηνών, εν Αθήναις 1953, σ. 3-27. Βλ. επίσης Μ. Τερζοπούλου, «Η Μέρα της Μπάμπως», Επτά Ημέρες – Η Κα­θημερινή  ΜΖ’ (Ιανουάριος 2002), σ. 116-119.

[26] Chryssanthopoulou, ό.π., σ. 42 και σ. 48-49.

[27] Μ. Τερζοπούλου / Ε. Ψυχογιού, «Μαρτυρίες Γυναικών», Περιοδικό «Εκ Παραδρομής» 7 (1988), σ. 21.

[28] Chryssanthopoulou, ό.π., σ. 66-67.

[29] Στο ίδιο, σ. 109, σημ. 4, με άντληση πληροφοριών από Π. Λεκατσάς, H καταγωγή των θεσμών, των εθίμων και των δοξασιών: Κεφάλαια της κοινωνικής ιστορίας των Ελλήνων και άλλων λαών, Βιβλίο Νεοελληνι­κού Λόγου, Αθήνα 1951, σ. 78-80.

[30] Βλ. σχετικά Chryssanthopoulou, ό.π., σ. 52-53 (από Μακεδονία και Πόντο), σ. 58-59, σ. 46 (πληροφορίες από Πόντιους πρόσφυγες και σ. 46-47 (πληροφορία από Σκιάθο).

[31] Τερζοπούλου / Ψυχογιού, ό.π , σ. 22.

[32] «Ευχαί εις γυναίκα λεχώ τη πρώτη ημέρα της γεννήσεως του παιδί- ου αυτής», Ευχολόγιοντο Μέγα, επιμ. Ν. Π. Παπαδοπούλου, Oίκος Μ. Ι. Σαλιβέρου Α.Ε., Αθήναι, σ. 93-95.

[33] Καραπατάκης, ό.π., σ. 45-46 και σ. 50-53 και Chryssanthopoulou, ό.π., σ. 54-55.

[34] Για το θηλασμό στην Ελλάδα βλ. Αλεξάκης, ό.π.· Ε. Καραμανές / Α. Μπάκολη, «Μητρικό γάλα και θηλασμός: η προσέγγιση των λαογραφι- κών καταγραφών», μελέτη υπό δημοσίευση στην Επετηρίδα του Κέ­ντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών και Χ. Θ. Oικονομόπουλος, «O θηλασμός στην Ελλάδα κατά την Τουρκο­κρατία», Δελτίο Α’ Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών 29, 6 (Νοέμ. – Δεκ. 1982), σ. 420-442.

[35] Καραπατάκης, ό.π., σ. 64-65 και Κόνσολας, ό.π., σ. 234-5.

[36] Βλ. σχετικά Ψυχογιού, ό.π., σ. 213-4.

[37] Βλ. σχετικά Chryssanthopoulou, ό.π., σ. 68-70. Βλ. επίσης C. L vi- Strauss, The Raw and the Cooked, Jonathan Cape, London 1969, σ. 64-65.

[38] Για τις Μοίρες στη γέννηση, βλ. Chryssanthopoulou, ό.π., σ. 75-79 και Κ. Krikos-Davis, «Moira at birth in Greek tradition», Folia Neohellenica IV (1982), σ. 106-134. Για περιγραφές της τελετουργίας των «Εφτά» βλ. Ε. Μανωλακάκης, Καρπαθιακά, Εκ του Τυπογραφείου Α. Καλαράκη, εν Αθήναις 1896 (επανέκδ., Αθήναι 1988), σ. 114-116′ Π. Χιωτάκη-Σκευοφύλακα, Το έθιμο των «Εφτά» στην Κάρπαθο: Θεα- τροποιημένη περιγραφή, Εισαγωγή: Μ. Αλ. Αλεξιάδης, Αθήνα 2001′ Μ. Αλ. Αλεξιάδης, «Το έθιμο των «Εφτά» στην Κάρπαθο: Εισαγωγική μελέτη», στο Μ. Αλ. Αλεξιάδης, Δωδεκάνησα: Λαϊκός Πολιτισμός, Αθήνα 2003, σ. 251-261, όπου και πλούσια βιβλιογραφία για το έθιμο και συσχέτισή του προς την τελετουργία των «Αμφιδρομίων» στην αρχαία Αθήνα, οπότε το νεογέννητο εισαγόταν επίσημα στην οικογέ­νεια και καθοσιωνόταν με περιφορά γύρω από την εστία. Οι περι­γραφές του παρόντος άρθρου προέρχονται από τη δική μου επιτόπια έρευνα στο Διαφάνι Ολύμπου Καρπάθου (2006) και από την ανέκδο­τη συλλογή λαογραφικού υλικού από το ίδιο μέρος από τον Ν. Μα- κρή. Βλ. σχετικά και Κόνσολας, ό.π., 248-9. Για τη βάπτιση και την ονοματοδοσία του παιδιού, βλ. Chryssanthopoulou, ό.π., σ. 79-92 και Παραδέλλης, ό.π., 139-160.

[39] Γ. Κ. Σπυριδάκης, O αριθμός τεσσαράκοντα παρά τοις Βυζαντινοίς και νεωτέροις Έλλησι, Τυποτεχνείον Ελλήνων Επιστημόνων, Αθήνα 1939, σ. 15.

[40] «Ευχή εις γυναίκα λεχώ είκοσι ή δέκα πέντε ημερών», Ευχολόγιον το Μέγα, ό.π., σ. 521. Βλ. επίσης Chryssanthopoulou, ό.π., σ. 92, 94.

 

Βιβλιογραφία


 

  • ΑΛΕΞΑΚΗΣ, Ε. Π., «Γυναίκες, γάλα, συγγένεια: Κοινά παλαιοβαλκανικά στοιχεία στο λαϊκό πολιτισμό των Βαλκανικών λαών», στο Ε. Π. Αλεξάκης, Ταυτότητες και Ετερότητες: Σύμβολα, συγγένεια και κοι­νότητα στην Ελλάδα – Βαλκάνια, Εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα 2001, σ. 102-125 (πρώτη δημοσίευση στο Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας 28 (1987-88), σ. 43-68).
  • ΑΛΕΞΑΚΗΣ , Ε., «Το κοινωνικό φύλο του δώρου. Γαμήλιες ανταλλα­γές και μεταβίβαση της περιουσίας στη Ναυπακτία», Επιστημονικό Συνέδριο Ναυπακτιακών Μελετών με θέμα: Η Ναύπακτος και η πε­ριοχή της από το 1821 ως το 1940, Ναύπακτος, 15-17 Οκτωβρίου 2004, υπό δημοσίευση στα Πρακτικά του Συνεδρίου.
  • ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ, Μ. Αλ., «Το έθιμο των «Εφτά» στην Κάρπαθο: Εισαγω­γική μελέτη», στο Μ. Αλ. Αλεξιάδης, Δωδεκάνησα: Λαϊκός Πολιτι­σμός, Αθήνα 2003, σ. 251-261.
  • VAN GENNEP, A., The Rites of Passage, Routledge and Kegan Paul, London and Henley 1977 (αρχική γαλλική έκδοση: 1909). BLOCH, Μ. / GUGGENHEIM, S., «Compadrazgo, Baptism and the Symbolism of a Second Birth», Man, n.s. 16 (1981), σ. 376-380. DOUGLAS, M., Purity and Danger: an Analysis of Concepts of Pollution and Taboo, Routledge and Kegan Paul, London 1966.
  • DU BOULAY, J., Portrait of a Greek Mountain Village, Oxford University Press, Oxford 1974.
  • DUBISCH, J., «Culture enters through the kitchen: Women, food, and social boundaries in rural Greece», στο J. Dubisch (επιμ.), Gender and Power in Rural Greece, Princeton University Press, Princeton 1986.
  • ΚOΝΣOΛΑΣ, Ν. Ν., «Λαογραφικά Oλύμπου Καρπάθου. Κεφάλαιον Γ’: Ζητήματα σχετικά με το παιδίον», Λαογραφία: Δελτίον της Ελλη­νικής Λαογραφικής Εταιρείας ΚΔ’ (1966), σ. 228-253. KRIKOS-DAVIS, Κ., «Moira at Birth in Greek Tradition», Folia Neohellenica IV (1982), σ. 106-134.
  • L VI-STRAUSS, C., The Raw and the Cooked, Jonathan Cape, London 1969.
  • ΛΕΚΑΤΣΑΣ, Π., H καταγωγή των θεσμών, των εθίμων και των δοξα­σιών: Κεφάλαια της κοινωνικής ιστορίας των Ελλήνων και άλλων λα­ών, Βιβλίο Νεοελληνικού Λόγου, Αθήνα 1951.
  • ΛOΥΚAΤOΣ, Δ., «O σύζυγος εις τα κατά την γέννησιν έθιμα και λαογραφικαί ενδείξεις περί αρρενολοχείας», Επετηρίς Λαογραφικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών 8 (1956), σ. 124-167. ΜΑΝΩΛΑΚΑΚΗΣ, Ε., Καρπαθιακά, Εκ του Τυπογραφείου Α. Καλαρά- κη, εν Αθήναις 1896 (επανέκδοσις, Αθήναι 1988), σ. 114-116. ΜΕΓΑΣ, Γ. Α., «Έθιμα της ημέρας της μαμμής», Επετηρίς του Λαο­γραφικού Αρχείου 7 (1952), Ακαδημία Αθηνών, εν Αθήναις 1953, σ. 3-27.
  • OΙΚOΝOΜOΠOΥΛOΣ, Χ. Θ., «O θηλασμός στην Ελλάδα κατά την Τουρκοκρατία», Δελτίο Α’ Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών 29, 6 (Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1982), σ. 420-442. -, «Το παιδί το σαραντάρι: 40 λαϊκές προγεννητικές συμβουλές («40 θύμησες») της Ελληνίδας την εποχή της Τουρκοκρατίας για να γεννηθεί ένα “σωστό” παιδί», Δελτίο Α ‘ Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών 30/5 (ΣεπτέμβριοςΌκτώβριος 1983), σ. 369­384.
  • ΠΑΡΑΔΕΛΛΗΣ, Θ. Π., «Από τη Βιολογική Γέννηση στην Κοινωνική: Πολιτισμικές και Τελετουργικές Διαστάσεις της Γέννησης στον Ελλαδικό Χώρο του 19ου αιώνα», αδημ. διδ. διατρ., Τμήμα Κοινωνι­κής Πολιτικής και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Αθήνα 1995. -, «Η ερωτική και γονιμική μαγεία στο λαϊκό πολιτισμό της νεότερης Ελλάδας», Αρχαιολογία και Τέχνες 72 (Σεπτ. 1999), Αφιέρωμα: «Η μαγεία στη νεότερη Ελλάδα», σ. 36-41.
  • RUSHTON, L., «Η μητρότητα και ο συμβολισμός του σώματος», στο Ε. Παπαταξιάρχης / Θ. Παραδέλλης (επιμ.), Ταυτότητες και Φύλο στη Σύγχρονη Ελλάδα, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 21998 (1η έκδ. Καστα- νιώτης 1992), σ. 151-170.
  • SPYRIDAKIS, M., «The Social Role of Midwives in Rethymno-Crete», αδημ. διδ. διατρ., Department of Anthropology, University of Durham, 1992.
  • ΤΕΡΖOΠOYΛOΥ, M. / ΨΥΧOΠOY, Ε., «Μαρτυρίες Γυναικών», Περιο­δικό «Εκ Παραδρομής» 7 (1988), σ. 18-22.
  • ΤΕΡΖOΠOYΛOΥ, Μ., «Η Μέρα της Μπάμπως», Επτά Ημέρες – Η Κα­θημερινή ΜΖ’ (Ιανουάριος 2002), σ. 116-119.
  • TURNER, V., Dramas, Fields, and Metaphors: Symbolic Action in Human Society, Cornell University Press, Ithaca and London 1974. -, The Ritual Process, Routledge and Kegan Paul, London 1969.
  • HIRSCHON, R., «Open Body/Closed Space: The Transformation of Female Sexuality», στο S. Ardener (επιμ.), Defining Females. The Nature of Women in Society, Croom Helm, London, σ. 66-88 (2η έκδ., Berg, Oxford 1993). -, Κληρονόμοι της Μικρασιατικής Καταστροφής: Η κοινωνική ζωή των Μικρασιατών προσφύγων στον Πειραιά, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2004 (Clarendon Press, Oxford 1989). ΧΙΩΤΑΚΗ-ΣΚΕΥOΦYΛΑΚΑ, Π., Το έθιμο των «Εφτά» στην Κάρπαθο: Θεατροποιημένη περιγραφή, Εισαγωγή: Μ. Αλ. Αλεξιάδης, Αθήνα 2001.
  • ΧΡΥΣΑΝΘOΠOYΛOΥ – FARRINGTON, Β., «Το κακό μάτι στους Έλλη­νες της Αυστραλίας: Ταυτότητα, συνέχεια, νεοτερικότητα», Αρχαι­ολογία και Τέχνες 72 (Σεπτ. 1999), Αφιέρωμα: «Η μαγεία στη νεότε­ρη Ελλάδα«, σ. 22-30.
  • CHRYSSANTHOPOULOU, V., «An analysis of rituals surrounding birth in Modern Greece», αδημ. διδ. διατρ., Institute of Social and Cultural Anthropology, University of Oxford, 1984. -, «The construction of ethnic identity among the Castellorizian Greeks of Perth, Australia», αδημ. διδ. διατρ., Institute of Social and Cultural Anthropology, University of Oxford, 1993. l+lYXOnOY, Ε., «Νανουρίσματα – Ταχταρίσματα: Λειτουργίες του λόγου στην τελετουργία της γέννησης», Εθνολογία 6-7 (1998-1999), σ. 193-271.

Βασιλική Χρυσανθοπούλου,

Δρ Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Ερευνήτρια Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής ΛαογραφίαςΑκαδημία Αθηνών

Περιοδικό «Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 104, Σεπτέμβριος 2007.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη: