Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Φιλική Εταιρεία – Ήταν ώριμη η Επανάσταση; – Γιώργος Καραμπελιάς


 

Φιλική Εταιρεία – Ήταν ώριμη η Επανάσταση; Το νέο βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις.

 

Το βιβλίο αυτό δεν σκοπεύει να αποτελέσει μια ακόμα αφήγηση των γεγονότων, των σχετικών με τη δημιουργία της Φιλικής Εταιρείας, αλλά θέλει να επιμείνει στους παράγοντες που οδήγησαν στη δημιουργία της και τις πολλαπλές συνιστώσες που τη συναποτέλεσαν· να διερευνήσει τις βαθύτερες αιτίες των επιτυχιών της αλλά και το ανολοκλήρωτο της ιδεολογικής της συγκρότησης. Ένα δοκίμιο που, με αφορμή τη Φιλική Εταιρεία, θέλει να είναι ένας ακόμα λόγος περί της ιδιοπροσωπίας του νεώτερου ελληνισμού.

Η μεγάλη αναγεννησιακή προσπάθεια του ελληνισμού μετά το 1700 κατέστησε δυνατή τη συγκρότηση της Φιλικής Εταιρείας και την πυροδότηση της Επανάστασης·  η ελευθερία μας, υπογραμμίζει ο Δημήτρης Βικέλας, κατεκτήθη δια της «σπάθης» και «θυσιών ακαταλογίστων».

Παρότι θα ιδρυθεί από ριζοσπαστικά στοιχεία, πνευματικούς απογόνους του Ρήγα Βελεστινλή, η επιτυχία της Εταιρείας θα στηριχτεί στον συνδυασμό μιας αταλάντευτης επαναστατικής βούλησης με τη συνείδηση πως ένας εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας θα πρέπει να συμπεριλάβει το σύνολο των δυνάμεων του γένους.

 

Φιλική Εταιρεία – Ήταν ώριμη η Επανάσταση;

 

Το βιβλίο του Γ. Καραμπελιά αποτελεί και  μια απάντηση στην κυριολεκτική εξαφάνιση, από τη σύγχρονη πανεπιστημιακή και ιστοριογραφική παραγωγή, της επαναστατικής οργάνωσης που οδήγησε στη γένεση του ελληνικού κράτους, της Φιλικής Εταιρείας. Καθόλου τυχαία, σε όλη την ιστορική περίοδο της ύστερης μεταπολίτευσης, δεν θα υπάρξει  ούτε μια διδακτορική μελέτη σε ελληνικό πανεπιστήμιο, και η μοναδική γνωστή διατριβή, εκείνη του Γεωργίου Φράγκου, θα γραφτεί στην Αμερική το 1970!

Και αυτό συμβαίνει εν πολλοίς επειδή η ίδια η συγκρότηση της Φιλικής Εταιρείας αναιρεί εν τοις πράγμασι το σχήμα της έκρηξης της Επανάστασης ως της αποκλειστικής συνέπειας της επέκτασης του δυτικού Διαφωτισμού. Διότι δεν ήταν η διανόηση και οι λόγιοι που θα αναλάβουν να ενοποιήσουν τον ελληνικό κόσμο σε μία μεγάλη επαναστατική απόπειρα, αλλά την αρχική πρωτοβουλία θα πάρουν «οι κατεστραμμένοι εμποροϋπάλληλοι», για τους οποίους μιλούσε ο Καποδίστριας, και στην οποία θα συμμετάσχουν εν τέλει, όλες οι ηγέτιδες δυνάμεις του ελληνικού κόσμου. Οι έμποροι, οι ναυτικοί, οι στρατιωτικοί, οι προεστοί, οι κληρικοί, οι Φαναριώτες και οι οι λόγιοι θα συμμετάσχουν εν τέλει στην Εταιρεία και θα ξεσηκώσουν τις μεγάλες μάζες του λαού – κατ’ εξοχήν την αγροτιά – χωρίς τις οποίες καμιά επαναστατική απόπειρα δεν θα μπορούσε να τελεσφορήσει και οι οποίες ήταν έτοιμες να δεχτούν το μήνυμα της Επανάστασης.

Σήμερα δε, στα πλαίσια της γενικευμένης απογοήτευσης που κατατρύχει τους Έλληνες, αρκετοί αμφισβητούν την επιλογή της επαναστατικής οδού  και υποστηρίζουν πως υπήρξε αρνητική για τον ελληνισμό.  Όμως η ακύρωσή της θα είχε, άραγε, τις ευεργετικές συνέπειες που προεξοφλούνται ή, αντίθετα, θα  είχε αρνητικές επιπτώσεις, με άδηλες συνέπειες για το μέλλον; Πάντως, ο  βαθύτατος διχασμός ως προς την ακολουθητέα στρατηγική θα αφήσει ανολοκλήρωτο το όραμα της Φιλικής να απελευθερώσει το σύνολο του ελληνισμού.

Στο Παράρτημα του βιβλίου παρατίθενται τεκμήρια του επαναστατικού σχεδιασμού: Το «Σχέδιον Γενικόν» αφορά τους γενικούς στόχους της επανάστασης, το «Μέγα Σχέδιον» την οργάνωση εξέγερσης στο ελλείπον κέντρο, την Κωνσταντινούπολη, το δε «πολεμικόν Σχέδιον Σάββα» αφορά τον σχεδιασμό στα Βαλκάνια, οι δε διακηρύξεις του Αλέξανδρου Υψηλάντη φωτίζουν τις ιδεολογικές κατευθύνσεις της Εταιρείας. Πρωτότυποι χάρτες και διαγράμματα φωτίζουν την κοινωνική σύνθεση και τη γεωγραφική εξάπλωση της Εταιρείας.

Διακόσια χρόνια μετά το κατόρθωμα της Φιλικής, οι Έλληνες καλούνται είτε να το ακυρώσουν, μέσα από μια μοιραία υποστροφή, είτε να το ολοκληρώσουν, κατ’ εξοχήν πνευματικά, ιδεολογικά, πολιτισμικά.

Στο ανά χείρας δοκίμιο, σημειώνει ο συγγραφέας,  δεν επιμένω στις λεπτομέρειες της συγκρότησης της Εταιρείας των Φίλων, αλλά επιχειρώ να διερευνήσω πριν από όλα την ωριμότητα και την επικαιρότητα του επαναστατικού διαβήματος του ’21, τέτοιο που το σχεδίασε και το πυροδότησε η επαναστατική οργάνωση. Γι’ αυτό και το έργο αναπτύσσεται σε τρία μέρη:

Αρχικώς, παρουσιάζεται διαγραμματικά η διαδρομή του σκλαβωμένου γένους και οι επαναστατικές απόπειρες που κατέληξαν στην Εταιρεία και την Επανάσταση, από τον Κροκόνδειλο Κλαδά έως τον Ρήγα Βελστινλή και από τον Διονύσιο φιλόσοφο έως το Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο.

Το δεύτερο μέρος αφορά στην οργάνωση της Εταιρείας, τον αρχικό πυρήνα της, τα μέλη της και την κοινωνική και γεωγραφική τους προέλευση. Αναπτύσσεται ιδιαίτερα το ζήτημα των διαφορετικών τάσεων και συνιστωσών της επαναστατικής οργάνωσης, έκφραση και αντανάκλαση της κοινωνικής και χωροταξικής συγκρότησης του υπόδουλου Ελληνισμού. Από τον Κωνσταντίνο Ράδο, που έριξε πρώτος την ιδέα της συγκρότησης της εταιρείας, μέχρι την ελλείπουσα ηγεσία της, τον Ιωάννη Καποδίστρια.

Το τρίτο και τελευταίο μέρος αφορά στο κεντρικό ζητούμενο της πραγμάτευσής μας, την ίδια τη βασιμότητα του επαναστατικού διαβήματος.  Οι Έλληνες έπρεπε να προβούν στην κήρυξη της Επανάστασης ή, αντίθετα, θα έπρεπε να περιμένουν την ωρίμανση των συνθηκών, όπως συμβούλευε ο «σοφός Κοραής» και οι περισσότερες κεφαλές του γένους;

Στο Παράρτημα του τόμου παρατίθενται ορισμένα από τα σημαντικότερα τεκμήρια του επαναστατικού σχεδιασμού της Εταιρείας, καθώς  και κάποιες από τις διακηρύξεις του Αλέξανδρου Υψηλάντη που φωτίζουν τις ιδεολογικές κατευθύνσεις της, ενώ έχουν διαμορφωθεί και ορισμένοι πρωτότυποι χάρτες και διαγράμματα για την κοινωνική σύνθεση και τη γεωγραφική εξάπλωσή της.

Αρχικώς παρατίθενται τα τρία βασικά κείμενα του επαναστατικού σχεδιασμού: Το «Σχέδιον Γενικόν» αφορά στους στόχους και τον προγραμματισμό του συνολικού εγχειρήματος· το «Μέγα Σχέδιον» ή «Σχέδιον Μερικόν» διερευνά τη δυνατότητα και προτείνει τα μέσα για την οργάνωση ενός κινήματος στο ελλείπον κέντρο του ελληνισμού, την Κωνσταντινούπολη· τέλος, το «πολεμικόν Σχέδιον Σάββα» (υπογεγραμμένο από τον Σάββα Καμινάρη Φωκιανό) αφορά τον σχεδιασμό των επαναστατικών κινήσεων στα Βαλκάνια και ιδιαίτερα στη Σερβία. Και παρότι αυτό, όπως και το Μέγα Σχέδιον, δεν ετέθη σε εφαρμογή και ο ίδιος ο συντάκτης του αποσκίρτησε τελικώς στους Τούρκους, αποτυπώνει αδρά τη βαλκανική διάσταση του εγχειρήματος της Εταιρείας.

Ακολούθως, αναπαράγονται δύο από τις διακηρύξεις- επιστολές του Αλεξάνδρου Υψηλάντη: η πρώτη, προς τους προκρίτους και τους καπετάνιους των ναυτικών νησιών, κατ’ εξοχήν εκείνους της Ύδρας, πραγματεύεται διά μακρών την αντιπαλότητα των Ελλήνων με τους Εγγλέζους και αποτελεί το μοναδικό ανάλογο κείμενο της Επανάστασης, καταδεικνύοντας την εξαιρετική οξυδέρκεια  και το πολιτικό αισθητήριο της επαναστατικής ηγεσίας· η δεύτερη, επιστολή προς τους προκρίτους και τα μέλη της Εταιρείας στο σύνολο των νησιών του Αιγαίου, με κομιστή τον Δημήτριο Θέμελη, καλεί τους Έλληνες να στηριχτούν στις δικές τους δυνάμεις και να εγκαταλείψουν την  «μα­ταί­α(ν) ἐ­κεί­νη(ν) πρό­λη­ψι(ν), ὅτι πο­τὲ μό­νοι μας δὲν ἐμ­πο­ροῦ­μεν νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θῶμεν, ἀλ­λὰ πρέ­πει νὰ προ­σμέ­νω­μεν ἀ­πὸ ξέ­νους τὴν σω­τη­ρί­αν μας».

Το παράρτημα κλείνει με το γνωστότερο κείμενο, την επαναστατική προκήρυξη «Μάχου ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος» του Αλέξανδρου Υψηλάντη, στις 24 Φεβρουαρίου 1821, με την οποία εγκαινιάστηκε η Επανάσταση από το επαναστατικό στρατόπεδο του Ιασίου και η οποία είχε συνταχθεί από τον Γεώργιο Κοζάκη – Τυπάλδο.

*Στο εξώφυλλο «Ο όρκος των Φιλικών», πίνακας του Νίκου Εγγονόπουλου (ελαιογραφία σε καμβά, 1952). Το νέο μέλος ορκίζεται μπροστά στον λόγιο, τον στρατιωτικό σε ξένη υπηρεσία, τον κλεφταρματωλό, τον έμπορο και τον ιερέα.

 

Φιλική Εταιρεία – Ήταν ώριμη η Επανάσταση; 

Συγγραφέας: Γιώργος Καραμπελιάς

Εναλλακτικές Εκδόσεις 2019

Σελ. 336

 

Αφορισμός – Η προσαρμογή μιας ποινής στις αναγκαιότητες της Τουρκοκρατίας | Παναγιώτης Μιχαηλάρης, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών – Ε.Ι.Ε., σελ. 516, Β΄ έκδοση 2004.


 

Αντικείμενο της μελέτης αυτής είναι μια εκκλησιαστική ποινή, ο αφορισμός και οι προσαρμογές που γνώρισε την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Επειδή όμως το επιτίμιο αυτό δεν ανακύπτει αιφνιδίως κατά την περίοδο αυτή, πολλές φορές κρίθηκε απαραίτητο να γίνουν ουσιαστικές αναφορές προς το απώτερο ή και το απώτατο παρελθόν. Έτσι οι προσφυγές όχι μόνο στην βυζαντινή περίοδο αλλά και στην περίοδο των πρώτων χριστιανικών αιώνων είναι αρκετές καθώς κρίθηκαν απαραίτητες για την κατανόηση τους θέματός μας. […]

 

Αφορισμός – Η προσαρμογή μιας ποινής στις αναγκαιότητες της Τουρκοκρατίας

Αντικείμενο της μελέτης αυτής είναι μία εκκλησιαστική ποινή, ο αφορισμός και οι προσαρμογές που γνώρισε την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Επειδή όμως το επιτίμιο αυτό δεν ανακύπτει αιφνιδίως κατά την περίοδο αυτή, πολλές φορές κρίθηκε απαραίτητο να γίνουν ουσιαστικές αναφορές προς το απώτερο ή και το απώτατο παρελθόν έτσι οι προσφυγές όχι μόνο στην βυζαντινή περίοδο άλλα και στην περίοδο των πρώτων χριστιανικών αιώνων είναι αρκετές καθώς κρίθηκαν απαραίτητες για την κατανόηση του θέματος μας.

Το ενδιαφέρον μου με την ποινή του αφορισμού έχει διττή την προέλευση, σημειώνει ο συγγραφέας: υπήρξε πρώτα πρώτα το ερέθισμα που προήλθε από την ενασχόληση μου με την ιστορία της οικονομίας. Είχα διαπιστώσει τότε ότι πολλές φορές οι αντίδικοι για οικονομικά ζητήματα (εμπορικές ή εταιρικές διενέξεις, διαιτησίες κ.τ.ο.) προκειμένου να επιλύσουν τις διαφορές τους προσέφευγαν συχνά στις «υπηρεσίες» της ποινής. Με άλλα λόγια στήριζαν τις μαρτυρικές καταθέσεις τους στην επίκληση του επιτιμίου ενισχύοντας έτσι το κύρος των επιχειρημάτων τους. ‘Επιπλέον, πάντα μέσα στο ίδιο πλέγμα συμφερόντων, άλλοι που θεωρούσαν ότι υφίσταντο αδικίες προσέφευγαν στις υπηρεσίες των εκκλησιαστικών άρχων, τις όποιες παρακαλούσαν να επιβάλουν την ποινή του αφορισμού εις βάρος του αδικούντος∙ στην διαπλοκή αυτή τις περισσότερες φορές η Εκκλησία στήριζε τον αδικούμενο επιβάλλοντας την ποινή: απειλώντας δηλαδή ότι θα απομακρύνει ή και απομακρύνοντας προσωρινά τον χριστιανό από το άμεσο πεδίο δράσης της, δίνοντας του όμως παράλληλα την δυνατότητα να επανορθώσει και να επιστρέψει πάλι στον οικείο του χώρο.

Αυτό είναι το ένα. Το άλλο ερέθισμα προέρχεται από την ενασχόληση μου στο Πρόγραμμα «Θεσμοί και Ιδεολογία στην ελληνική κοινωνία: 15ος-19ος αι.» που εκπονείται στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του EIE υπό την διεύθυνση του συναδέλφου κ. Δ. Γ. Αποστολόπουλου. Από την συγκέντρωση ενός μεγάλου αριθμού πατριαρχικών πράξεων της τάξεως των χιλιάδων και την συνεχή εξοικείωση με αυτές άρχισα να διαπιστώνω την ιδιαίτερη σημασία της ποινής στη διάρκεια τής Τουρκοκρατίας.

Ο αφορισμός ήταν συνεχώς στο προσκήνιο καθώς αποτελούσε σταθερά την ποινή πού χρησιμοποιούσε η Εκκλησία προκειμένου να αποκαθιστά το δίκαιο μεταξύ των μελών της, δηλαδή το μέσον με το όποιο εξασφάλιζε την εφαρμογή των αποφάσεων της. Το ευρύ αυτό πεδίο δράσης και εφαρμογής της ποινής, συνεχώς διευρύνεται και ενισχύεται κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, όταν συνεπεία της πολιτικής συγκυρίας η Εκκλησία επεκτείνει τις αρμοδιότητες της – επέκταση που είχε αρχίσει να συντελείται ήδη από την ύστερη βυζαντινή περίοδο – σε όλα σχεδόν τα πεδία του Δικαίου.  Έτσι η ποινή από μία καθαρά εκκλησιαστική «επιτιμία» αρχίζει να λειτουργεί και ως κοσμικός, πολιτικός μοχλός αφού χρησιμοποιείται τόσο στο προληπτικό όσο και στο κατασταλτικό επίπεδο.

Το εύρος της λοιπόν καθίσταται υποχρεωτικά πολύ εκτεταμένο κατά συνέπεια η λέξη αφορισμός και όσα αυτή σηματοδοτεί, γίνεται ένας όρος κοινότατος με ποικίλες χρήσεις σε τέτοιο βαθμό ώστε να θεωρείται αυτόματα ότι είναι γνωστό τόσο το περιεχόμενο όσο και οι ποικίλες εφαρμογές του. Η ενασχόληση μου ωστόσο με το θέμα αυτό αποκάλυψε ότι πέραν των διαφόρων κοινοτοπιών, πολλές από τις όποιες στηρίζονται σε μια καθαρά υποκειμενική ή αλογική βάση, το επιτίμιο παραμένει στην ουσία άγνωστο στις λεπτομέρειες του άλλα και στην σημασία του. Περιλαμβάνεται βέβαια η ποινή σε όλα τα εγχειρίδια του εκκλησιαστικού και κανονικού δικαίου αφού η χρήση της δεν έχει θεσμικά αποκλεισθεί και για αμαρτήματα που διαπράττονται στις μέρες μας· επί πλέον κάποιες μικρές μελέτες και άρθρα έχουν γραφτεί γι’ αυτήν ενώ οι συνήθεις δημοσιεύσεις αφοριστικών πράξεων που γίνονται τα τελευταία χρόνια προϋποθέτουν ένα κατακτημένο ήδη θεωρητικό και πρακτικό γνωστικό πεδίο της ποινής. Ωστόσο από την «καταμέτρηση» των αφοριστικών γνώσεων εύκολα συνάγεται ότι η ποινή παραμένει, ως προς τα βασικά χαρακτηριστικά της άλλα και την λειτουργία της, πεδίο ανοιχτό στην έρευνα καθόσον μάλιστα αποτελεί έναν από τους κύριους παράγοντες για την διαμόρφωση της νοοτροπίας των χριστιανών της Τουρκοκρατίας με προεκτάσεις εμφανείς ως και στις μέρες μας.

Βρισκόμαστε στην ουσία μπροστά σε έναν θεσμό, την Εκκλησία, που σε πολλά πεδία υποκαθιστά το πολιτικό πλαίσιο, χωρίς ωστόσο να διαθέτει τους απαιτούμενους κατασταλτικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν την στήριξη των διοικητικών αποφάσεων, και τις δυνάμεις που θα εξαναγκάσουν την εφαρμογή του Δικαίου. Κατά συνέπεια η προσφυγή στην χρήση του αφορισμού προκειμένου να δημιουργηθεί το απαιτούμενο κλίμα του φόβου είναι περίπου αναγκαστική: ο άδικων (αμαρτάνων) θα πρέπει να τεθεί αντιμέτωπος με την ποινή που ασφαλώς θα του δημιουργήσει προβλήματα στις καθημερινές ασχολίες του και αν αδιαφορήσει για τις συνέπειες της να συναισθανθεί ότι μπορεί να οδηγηθεί και στην απώλεια της ψυχής του.

Στην διαπλοκή αυτή δεν μένει απαθής ούτε η πολιτική εξουσία που καταφεύγει στην ποινή – ή και στην ποινή – όταν το κρίνει απαραίτητο. Μπορούμε να διαισθανθούμε και να υποστηρίξουμε ανεπιφύλακτα ότι η τουρκοκρατούμενη κοινωνία, νιώθει την ποινή με τα δραστικά αποτελέσματα της – τα όποια διογκώνονται με την σύνδεση τους προς άλλες καταστάσεις, έλλογες και άλογες -, συνεχώς μπροστά της, έτοιμη να στιγματίσει τον αδικούντα και να τον θέσει στο κοινωνικό περιθώριο. Με αντίστροφο βέβαια τρόπο ο αφορισμός αποτελεί μια κανονικότητα στην οποία το κοινωνικό σύνολο πάντα προσφεύγει δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις της ακύρωσης κάθε προσπάθειας κριτικής στάσης και πολύ περισσότερο ανατροπής τής ποινής.

Αυτά στο γενικό πλαίσιο. Άλλα και ειδικότερα θέματα που έχουν σχέση με την μορφολογία της ποινής, τον τρόπο επιβολής, την άρση της κτλ. εξετάζονται αναλυτικά στην παρούσα μελέτη, προκειμένου να δειχθεί ότι η επιβολή της δεν είναι στοιχείο ξεχωριστό από την τυπολογία της: η απλή μορφή αφορισμού γίνεται συνεχώς συνθετότερη, η απλή αφοριστική απειλή μετατρέπεται σε σχοινοτενή παράθεση αρών, πάντα σε συνάρτηση προς τον χρονικό και τον κοινωνικό συντελεστή.

Τελικά δηλαδή έγινε προσπάθεια το φαινόμενο αυτό να εξεταστεί συνθετικά τόσο από την άποψη των εξωτερικών στοιχείων που το συγκροτούν όσο και από την πλευρά του μηχανισμού παραγωγής φόβου, ικανού να επηρεάσει και ως ένα βαθμό να συντελέσει στην δημιουργία της ατομικής και της συλλογικής νοοτροπίας.

Στις γραμμές των κεφαλαίων που θα ακολουθήσουν πρώτα θα περιγράφουν συνοπτικά τα γενικά χαρακτηριστικά των εκκλησιαστικών ποινών και θα τονισθεί η σημασία που έχουν αυτές για την γενική εκκλησιαστική θεωρία και πρακτική. Για τον αφορισμό βέβαια πού επέλεξα ως θέμα ανάλυσης και επεξεργασίας ο λόγος θα είναι περισσότερο εκτεταμένος και αναλυτικός.

Αυτά θα γίνουν στις σελίδες του εισαγωγικού κεφαλαίου. Στα άλλα κεφάλαια της μελέτης μας θα αναλυθούν φυσικά διεξοδικότερα οι κύριες συνιστώσες του θέματος. Θα εκθέσουμε δηλαδή πρώτα πρώτα τα βασικά εξωτερικά, κατά κάποιον τρόπο, χαρακτηριστικά της ποινής: τι είναι ο αφορισμός, ποια είναι τα διάφορα «είδη» του επιτιμίου, ποιος ο τρόπος επιβολής και άρσης, καθώς και τα «είδη» της ποινής και τα μορφολογικά της στοιχεία. Στο τρίτο μέρος θα δούμε τον τρόπο με τον όποιο η ποινή θα ενσωματωθεί στις διάφορες ιδιωτικές συλλογές απονομής δικαιοσύνης, θα ακολουθήσουν τα σχετικά με την εξέλιξη του επιτιμίου και την προσαρμογή του προς τις εκάστοτε πολιτικές και κοινωνικές μεταβολές, θα μας απασχολήσει ακόμα η χρήση της ποινής και από την άποψη του δογματικού όπλου.

Τέλος, κλείνοντας το θέμα μας θα σταθούμε σε ορισμένες καίριες στιγμές που σημαδεύουν την εξέλιξη της ποινής μέσα στην διαχρονία, μέσα στο γενικό σχήμα: γέννηση – ανάπτυξη –έκρηξη – ανάσχεση που παρακολουθεί την ποινή θα επιχειρήσουμε να δείξουμε τους βασικότερους σταθμούς που προσδιορίζουν άλλωστε και τις διάφορες φάσεις της εξελικτικής πορείας του αφορισμού. Με την διεξοδική αυτή προσέγγιση ελπίζω ότι θα καταδειχθεί πρώτα η μορφή του επιτιμίου, τι είναι ο αφορισμός, άλλα και ποιες είναι οι συνέπειες τής επιβολής του εις βάρος κάποιου χριστιανού… [Από τον πρόλογο του βιβλίου].

Για την ανάγνωση του βιβλίου του πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Αφορισμός – Η προσαρμογή μιας ποινής στις αναγκαιότητες της Τουρκοκρατίας

Παρουσίαση του βιβλίου του Χ. Διονυσόπουλου «Η μάχη του Μαραθώνα», Σάββατο 7 Μαρτίου 2020 και ώρα 19:30 στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης»


 

Οι Εκδόσεις ΚΑΠΟΝ, Η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» και ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας παρουσιάζουν το βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών (το 2014) βιβλίο του κ. Χρήστου Διονυσόπουλου, Φιλολόγου και Αρχαιολόγου «Η μάχη του Μαραθώνα, Ιστορική και Τοπογραφική Προσέγγιση».

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:

Βασίλης Κ. Δωροβίνης, Δικηγόρος, Πολιτικός Επιστήμων, Ιστορικός και ο συγγραφέας του βιβλίου Χρήστος Διονυσόπουλος, ενώ την παρουσίαση θα συντονίσει ο Νικόλαος Μπουμπάρης, Φιλόλογος – Ιστορικός.

Ειδική αναφορά θα γίνει στη σχέση της μάχης του Μαραθώνα με τα γλυπτά του Παρθενώνα. Επιπλέον, θα γίνει μια συνολικότερη ιστορική προσέγγιση των σχέσεων των Ελλήνων με τους Πέρσες στο διάβα του ιστορικού χρόνου.

 

Η μάχη του Μαραθώνα

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Ο ιστορικός – φιλόλογος – αρχαιολόγος Χρήστος Διονυσόπουλος έρχεται αντιμέτωπος με 669 συγγραφείς και 913 άρθρα και βιβλία… βγαίνει από το πεδίο όχι της μάχης αλλά της έρευνας, με μια εμπεριστατωμένη μελέτη που επιχειρεί να ρίξει φως στα γεγονότα, να αποκαλύψει αθέατες πλευρές και να απαντήσει σε ερωτήματα που δεν είχαν απαντηθεί έως σήμερα.

Τι ώρα έγινε η Μάχη του Μαραθώνα; Πόσοι ήταν οι Αθηναίοι και πόσοι οι Πέρσες που συμμετείχαν; Πόση ώρα διήρκησε η μάχη; Πολέμησαν δούλοι μαζί με τους Αθηναίους και πόσοι; Ποιες ήταν οι απώλειες από τις δύο πλευρές; Πόσοι οι αγγελιαφόροι που μετέφεραν το μήνυμα στην πόλη; «Έχουν διατυπωθεί πολλές θεωρίες γύρω από τη Μάχη του Μαραθώνα καθώς η βασική πηγή είναι ο Ηρόδοτος, ο οποίος έχει αφήσει πολλά κενά, τα οποία οι κατά καιρούς μελετητές έχουν καλύψει με την φαντασία τους. Μέσα από την παρούσα έρευνα αξιοποίησα και συνέκρινα όλες τις πηγές με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί η αβεβαιότητα και να εξαχθούν σταθερά συμπεράσματα», επισημαίνει ο ερευνητής που εκτός των άλλων έχει διατελέσει και επιστημονικός συνεργάτης της Ακαδημίας Αθηνών, ο οποίος δεν έχει αφήσει κανένα τομέα χωρίς να τον φωτίσει: από τις θέσεις μάχης και τη στρατηγική των αντιπάλων έως την ταφή των νεκρών και τα αναθήματα της νίκης. Οι Αθηναίοι ρίχτηκαν στον εχθρό όταν τα άλογα των Περσών ήταν στους στάβλους, δηλαδή το απόγευμα. Και επέλεξαν αυτή την ώρα για να μην έχουν να αντιμετωπίσουν και το ιππικό. Χρησιμοποίησαν πρώτοι την τακτική της δρομαίας εφόδου στα τελευταία 200 μέτρα πριν από την σύγκρουση για να μειώσουν την αποτελεσματικότητα των τόξων.

Σύμφωνα με την Ακαδημία Αθηνών, το βιβλίο αυτό «Αποτελεί την πληρέστερη, την πλέον διεξοδική και επιστημονικώς άρτια πραγμάτευση της μάχης, η οποία θα παρέχει υπηρεσίες στην επιστήμη επί μακρά έτη» (Ακαδ. Αθηνών, 19.12.2014).

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 7 Μαρτίου 2020 και ώρα 19:30 στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» στο Ναύπλιο.

 

 

Η αναστολή λειτουργίας του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων «Διδύμου» το 1832 και η επαναλειτουργία του το 1837 | Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου


 

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια (27-9-1931) είναι γνωστό ότι επικράτησε χάος στη χώρα και η κατάσταση έγινε ανεξέλεγκτη με πολύ δυσάρεστες εξελίξεις εξαιτίας, κυρίως, των κομματικών συγκρούσεων. Τα τραγικά γεγονότα εκείνης της περιόδου, όπως ήταν φυσικό, είχαν δυσμενείς επιπτώσεις και στην εκπαίδευση γι’ αυτό πολλά Αλληλοδιδακτικά Σχολεία διέκοψαν τη λειτουργία τους, κυρίως για οικονομικούς λόγους. Έτσι από τα εβδομήντα ένα (71) Αλληλοδιδακτικά Σχολεία που λειτουργούσαν το 1830, στα μέσα του 1832 λειτουργούσαν εξήντα (60) και στις αρχές του 1834 μόλις είκοσι έως τριάντα (20-30).

Μεταξύ των σχολείων που διέκοψαν τη λειτουργία τους ήταν κι εκείνο «του Διδύμου». Με το υπ’ αριθμ. 410/1 Ιουλίου 1832 έγγραφό του ο Διοικητικός Τοποτηρητής του Κάτω Ναχαγέ Λογοθέτης Ζέρβας από το Κρανίδι αναφέρει «Προς τον επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Γραμματέα» ότι το Δημοτικό Σχολείο Διδύμου έπαυσε να λειτουργεί πριν από τρεις μήνες, γιατί ο δημοδιδάσκαλος Δημήτριος Βλαχογιάννης αναγκάσθηκε να «αναχωρήση εκείθεν», επειδή δεν λάμβανε τους μισθούς του από το Εθνικό Ταμείο και «το σχολείον δεν είχε ιδιαιτέρους πόρους».

Κοκκώνης Π. Ιωάννης (1795 Καστρί Κυνουρίας -1864). Το 1836 διορίστηκε διευθυντής του Διδασκαλείου και επιθεωρητής των διδακτικών ιδρυμάτων της Πελοποννήσου.

Το σχολείο ονομαζόταν «Ελληνοαλληλοδιδακτικόν», καθώς εκτός της αλληλοδιδακτικής ο δημοδιδάσκαλος «παρέδιδεν και αρχάς Ελληνικών» και φοιτούσαν σ’ αυτό τριάντα (30) μαθητές, Φαίνεται να παρέμεινε κλειστό για 5 χρόνια. Έτσι στην κατάσταση που υπέβαλε στις 30 Ιανουαρίου 1837 ο Ιωάννης Κοκκώνης, Γενικός Διευθυντής Δημοτικών Σχολείων, στον επί «των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Γραμματέα» για τα σχολεία που λειτουργούσαν στη χώρα, το σχολείο του Διδύμου δεν αναφέρεται.

Με το υπ’αριθμ.16/7 Δεκεμβρίου 1836 έγγραφο, το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης του Διδύμου ψηφίζει τον δημότη της Ερμιόνης Γ. Δ. Πανούτζο «επιφορτισμένον τα συμφέροντα της επαρχίας Ερμιονίδος» να υποστηρίζει «παρά τη Βασιλική Κυβερνήσει» και να εκπροσωπεί σ’ αυτή ως επίτροπος και τον Δήμο του Διδύμου. Παρακαλεί δε τον δήμαρχο του Διδύμου Αν. Αντωνόπουλο να κοινοποιήσει την απόφαση στον ενδιαφερόμενο, το οποίο και έγινε με το υπ’ αριθμ. 193/9 Δεκεμβρίου 1836 έγγραφο του δημάρχου.

Από τις πρώτες ενέργειες του επιτρόπου Γ. Δ. Πανούτζου, με τη σύμφωνη γνώμη του Δημοτικού Συμβουλίου του Διδύμου, ήταν η επαναλειτουργία του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου της πόλης. Έτσι ο Γ. Δ. Πανούτζος, ως επίτροπος της επαρχίας Ερμιονίδος και Τροιζηνίας «γνωστός υπήκοος», υποβάλλει αναφορά τον Μάρτιο του 1837 «υπόψιν της Α.Μ. του Βασιλέως και την ικεσίαν ενός Δήμου της επαρχίας Ερμιονίδος περί αντιμισθίας διδασκάλου».

Μεταξύ άλλων στην αναφορά του σημείωνε: «…χρεωστών να φανώ χρήσιμος δια τους συμπολίτας μου, ενώπιον του αγαθοεργού Βασιλέως μας τολμώ ν’ αναφέρω… την ανάγκην ενός των Δήμων της επαρχίας… να συστήση το Δημοτικόν Σχολείον το οποίον δια της βοηθείας της Σεβαστής Κυβερνήσεως το 1830 είχεν συσταθεί…». Στη συνέχεια αναφέρει στον Βασιλέα, «επικαλούμενος την ευεγερτικήν και πατρικήν του διάθεσιν», να μεριμνήσει να αποσταλεί δημοδιδάσκαλος μισθοδοτούμενος από το κράτος, ενώ ό,τι άλλο χρειάζεται για τη λειτουργία του Σχολείου, αναφέρει, θα το αναλάβει ο Δήμος.

Στην αναφορά του Γ. Δ. Πανούτζου προς τον Βασιλιά Όθωνα απάντησε ο Γραμματέας (Υπουργός) «επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως» με το υπ.αριθμ.11737/27 Μαρτίου 1837 έγγραφό του ανακοινώνοντας ότι «η Α.Μ. ηυδόκησεν να εγκρίνη την μισθοδοσίαν του διδασκάλου όστις θέλει διορισθή κατά τον ερχόμενον μήνα. Προς τούτο θέλετε ειδοποιήσετε τους δημότας Διδύμων να προετοιμάσωσιν έως τότε το σχολείον…».

 Ο ίδιος ο Γραμματέας στέλνει το υπ’αριθμ.11737/16 Απριλίου 1837 προς τον Διοικητή Αργολίδας και τον ενημερώνει ότι «η Α.Μ. ο Σος  ημών Άναξ ηυδόκησεν να εισακούση την αίτησιν των κατοίκων των Διδύμων και να διορίση δημοδιδάσκαλον εκ του Εκκλησιαστικού Ταμείου…». Πρόκειται για τον Κωνσταντίνο Πιπινόπουλο, δημοδιδάσκαλο Γ΄ τάξεως, «όστις και απήλθεν εις Δίδυμον δια να επιστατήση την του σχολείου επισκευήν».

Στη συνέχεια του εγγράφου παρακαλεί τον Διοικητή Αργολίδας να φροντίσει για την τοποθέτηση του δημοδιδασκάλου και να προτρέψει τη δημοτική αρχή της πόλης να επισπεύσει τις επισκευές του σχολείου. Με παρόμοιο έγγραφο που έχει τα ίδια στοιχεία με το προηγούμενο (υπ’αριθμ.11737/16 Απριλίου 1837) προς τον δημοδιδάσκαλο Κ. Πιπινόπουλο ο Υπουργός Α. Πολυζωϊδης [1] τον ενημερώνει για τον διορισμό του ως δημοδιδασκάλου στο Δημοτικό Σχολείο Διδύμου με μισθό πενήντα (50) δραχμές τον μήνα, που ανερχόταν στις επτακόσιες (700) δραχμές τον χρόνο με τα δώρα.

Τρεις μήνες αργότερα με το υπ’ αριθμ.14148/18 Ιουλίου 1837 ο αρμόδιος Γραμματέας ζητάει από τον Διοικητή Αργολίδας να πληροφορηθεί, γιατί έχουν αργήσει να αποσταλούν τα σχετικά έγγραφα (ανάληψη υπηρεσίας, πρωτότυπο, πρωτόκολλο ορκοδοσίας κ.λπ.) του «διορισθέντος δημοδιδασκάλου του δήμου Διδύμου».

Ο Διοικητής Αργολίδος με το υπ’ αριθμ. 3838-5574/13 Αυγούστου 1937 έγγραφό του προς τον Γραμματέα απάντησε, ότι η καθυστέρηση οφείλεται, σύμφωνα με την ενημέρωση από τον Υποδιοικητή Ερμιονίδας – Τροιζηνίας, στην έλλειψη του αναλόγου χαρτοσήμου και παρακαλεί τον Γραμματέα «να διατάξη την έκδοσιν του απαιτουμένου χρηματικού εντάλματος», για την αγορά του.

 

[1] Α. Πολυζωϊδης: διετέλεσε Υπουργός Παιδείας κατά το χρονικό διάστημα 12 Απριλίου 1837-12 Νοεμβρίου 1837, διαδεχθείς τον Ρίζο Νερουλό.

 

Πηγές


  • Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε Α’ Φακ.1531 (Διδύμου Δημοτικόν Σχολείον)
  • Οθωνικό αρχείο
  • Υπουργείο Θρησκείας Φ.51

 

Βιβλιογραφία


  • Σπετσιώτης Μ. Γιάννης – Ντεστάκου Δ. Τζένη, «Η Εκπαίδευση στην Ερμιόνη κατά την Καποδιστριακή και Οθωνική περίοδο 1829-1862», Β΄ έκδοση, συμπληρωμένη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Καρναβάλι- ένα παγανιστικό έθιμο άκρως αντίθετο με το πραγματικό θεολογικό νόημα του Τριωδίου – Δρ. Ειρήνη Αρτέμη


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Φιλοξενούμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Ειρήνης Αρτέμη με θέμα: «Καρναβάλι- ένα παγανιστικό έθιμο άκρως αντίθετο με το πραγματικό θεολογικό νόημα του Τριωδίου».

 

Πολλοί χριστιανοί εδώ και αρκετά χρόνια έχουν συνδέσει λανθασμένα στο μυαλό τους την περίοδο του Τριωδίου και με την έναρξη του Καρναβαλιού, τη διασκέδαση και τα μασκαρέματα. Φυσικά, τα δύο αυτά γεγονότα είναι τελείως διαφορετικά και στην πραγματικότητα τελείως αντίθετα μεταξύ τους.

Η λέξη «Καρναβάλι» έχει πολλές σημασιολογικές εκδοχές σύμφωνα με τους μελετητές. Η επικρατούσα είναι εκείνη που θέλει τις λέξεις carne (κρέας) και vale (γεια σου). Έτσι ετυμολογικά συμπίπτει με τη λέξη Απόκρεω ή Αποκριά που σημαίνει αποχή από το κρέας.

Άλλοι μελετητές συνδέουν τη λέξη καρναβάλι με το χορό των Σατύρων, των θηριόμορφων αγροτικών θεοτήτων που μαζί με τους Σειληνούς, τον Πάνα, τις Νύμφες, τις Μαινάδες και τις Βάκχες ήταν οι ακόλουθοι του θεού Διόνυσου. Οι Σάτυροι που ήταν μεταμφιεσμένοι ως τράγοι, χοροπηδούσαν. Με βάση τον Ησύχιο το λεξικογράφο, ήταν οι κάρνοι, δηλαδή τα πρόβατα που βαλλίζουν δηλαδή χοροπήδαγαν. Η εκδοχή αυτή συνδέεται άμεσα με τις διάφορες παγανιστικές τελετές προς τιμή του Διονύσου, κατά τις οποίες οι Σάτυροι χόρευαν, έπιναν, μεθούσαν. Αργότερα, το 200 π.Χ. οι γιορτές του Διονύσου μεταφέρθηκαν από τη αρχαία Ελλάδα στη Ρώμη και σιγά – σιγά άρχιζαν να ταυτίζονται με ερωτικής φύσεως επαφές. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του ρωμαίου Λίβιου το 186 π.Χ. σύμφωνα με τον οποίο οι συμμετέχοντες στις διονυσιακές γιορτές, τα Βακχανάλια, κατέφευγαν σε ερωτικής φύσεως επαφές ακόμη και με άτομα του ίδιου φύλου και στα οποία υπήρχε και βία.

Η επικράτηση του Χριστιανισμού είχε σαν αποτέλεσμα την απαγόρευση στους πιστούς να συμμετέχουν σε κάθε είδους γιορτές στις οποίες οι άνθρωποι μεθούσαν, χόρευαν άσεμνους χορούς και επιδίδονταν σε ερωτικής φύσεως επαφές. Άλλωστε κατά τη Χριστιανική διδασκαλία, την οποία ανέπτυξε ο Απόστολος Παύλος αλλά και οι Πατέρες της Εκκλησίας, απαγορεύεται οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη εκτός γάμου και φυσικά είναι καταδικαστέα η οποιαδήποτε πορνική ή ομοφυλοφιλική σχέση. Το σώμα για το Χριστιανό είναι δημιούργημα του Θεού και ναός του Αγίου Πνεύματος. Για το λόγο αυτό πρέπει να διατηρείται αγνό και αμόλυντο από κάθε σαρκική ακολασία. Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης σημειώνει: «Το σώμα του Χριστιανού δεν έπλάσθη, διά να τρυφα και έκ της τρυφής νά πίπτη εις τήν πορνείαν, άλλ’ έπλάσθη διά νά ένωθη μέ τόν Κύριον, Ός τις είναι ή κεφαλή του». Επιπλέον, η Εκκλησία δέχεται ότι ο άνθρωπος πλάστηκε με αγάπη από το Θεό ως πρόσωπο. Σκοπός της δημιουργίας του είναι η θέωση του με το Θεό, «το καθ’ ομοίωσιν» και όχι από πρόσωπο να γίνει προσωπείο, δηλαδή να εγκλωβιστεί σε μία ψεύτικη υποκριτική εικόνα, σε μία μάσκα.

Στην προσπάθεια αυτή του ανθρώπου να απελευθερωθεί από τα πάθη του και να βαδίσει ενσυνείδητα το δρόμο της μετανοίας με περισσότερα δάκρυα, προσευχή, νηστεία, εξομολόγηση και εγκράτεια συμβάλλει και η κατανυκτική περίοδος του Τριωδίου που αποτελεί την προετοιμασία μας για το Πάσχα, ώστε να μπορέσουμε να βιώσουμε ολοκληρωτικά τα Πάθη και την Ανάσταση του ενανθρωπήσαντος Χριστού.

Η προπαρασκευαστική αυτή περίοδος για τη Σαρακοστή του Πάσχα με σκοπό την ψυχική και σωματική μας κάθαρση, τη νήψη μας από τα πάθη, αποτελείται από τέσσερις εβδομάδες. Ξεκινά από την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου. Στην παραβολή αυτή τονίζεται η σημασία της μετάνοιάς μας, της πραγματικής αυτογνωσίας της αμαρτωλότητάς μας απέναντι στο Θεό.

 

Ο Τελώνης και ο Φαρισαίος, έργο του Γάλλου καλλιτέχνη, εικονογράφου, γλύπτη και χαράκτη, Γκυστάβ Ντορέ (Gustave Doré‎ 1832-1883).

 

Στη δεύτερη Κυριακή έχουμε την Παραβολή του Άσωτου Υιού. Αυτή η παραβολή θα μπορούσε να ονομαστεί και Κυριακή του Ευσπλαχνικού Πατέρα. Εκεί γίνεται λόγος για ότι ο Θεός Πατήρ περιμένει τη μετάνοιά μας και μας γεμίζει με αγάπη, αρκεί εμείς να συνειδητοποιήσουμε τις αμαρτίες μας και να προσπαθούμε να αγωνιστούμε κάνοντας έστω και λίγα βήματα για την επιστροφή μας.

 

Ο «Άσωτος Υιός», έργο του Γάλλου καλλιτέχνη, εικονογράφου, γλύπτη και χαράκτη, Γκυστάβ Ντορέ (Gustave Doré‎ 1832-1883).

 

Την τρίτη Κυριακή του Τριωδίου που ονομάζεται Κυριακή της Αποκρέω-Κρίσεως. Εδώ, η Εκκλησία μέσω του σχετικού αποσπάσματος του Ευαγγελίου μάς μεταφέρει νοερά στην ώρα της Κρίσεώς των ανθρώπων. Θυμόμαστε τι πρέπει να κάνουμε για να πετύχουμε τη σωτηρία μας και ποια τα κριτήρια κάποιου, ώστε να κερδίσει τη Βασιλεία των Ουρανών. Τέλος την Κυριακή της Τυροφάγου διαβάζεται η περικοπή της ΠΔ σχετικά με την παράβαση των πρωτόπλαστων και την έξοδό τους από τον Παράδεισο. Αυτό υπενθυμίζει στον άνθρωπο ότι ανά πάσα στιγμή με την παρακοή του μπορεί να εκδιωχθεί από το Βασίλειο του Θεού, χάνοντας την αιώνια επαφή με Εκείνον.

Επιπλέον, ότι εμείς οι Χριστιανοί οφείλουμε να νηστεύουμε χωρίς να το επιδεικνύουμε, να συγχωρούμε όσους μάς έχουν βλάψει και να προσπαθούμε να αγωνιζόμαστε κατά της αμαρτίας και των παθών που την προκαλούν.

Μέσα από τη σύντομη αυτή αναφορά στις έννοιες του Καρναβαλιού, της Αποκριάς και του Τριωδίου προσπαθήσαμε να καταστήσουμε σαφές ότι ένας Χριστιανός οφείλει να βιώνει την περίοδο του Τριωδίου ως μίας περίοδο προπαρασκευής για τη μεγάλη εορτή του Πάσχα και όχι ως μία περίοδο με παγανιστικά έθιμα, μέσα από τα οποία ο άνθρωπος απομακρύνεται από το Θεό και καθίσταται αντί για Πρόσωπο, προσωπείο. Κλείνοντας, θα αναφερθούμε στα λόγια του Παύλου: «και μη συσχηματίζεσθαι τω αιώνι τούτω, άλλα μεταμορφουσθαι τη άνακαινώσει του νοος ύμών, εις το δοκιμάζειν ύμας τί το θέλημα του Θεου, το άγαθον και εύάρεστον και τέλειον.» (Ρωμ. 12:2).

 

Ειρήνη Αρτέμη

Η Δρ. Ειρήνη Αρτέμη είναι πτυχιούχος θεολογίας και κλασικής φιλολογίας από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου ειδίκευσης και διδακτορικού στον κλάδο της Θεολογίας με εξειδίκευση στην Ιστορία δογμάτων, Πατρολογίας και Πατερικής Θεολογίας από το ίδιο Πανεπιστήμιο. Επίσης έχει αποκτήσει μεταδιδακτορικό στην αρχαία ελληνική και βυζαντινή φιλοσο­φία από το Πανεπιστήμιο Πατρών. Είναι ακαδημαϊκή διδάσκουσα από το 2013 έως σήμερα στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ. Τέλος από το 2014 έως σήμερα εργάζεται ως ΣΕΠ στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Σπουδές στην Ορθόδοξη Θεολογία» του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Οι αρχιερείς και οι προύχοντες εντός της εν Τριπόλει φυλακής εν έτει 1821, υπό Ιωσήφ Ζαφειροπούλου ιερομονάχου. Συνταχθέν δε υπό Θεοδώρου Ζαφειροπούλου.


 

Από τα τέλη του 1820 είχαν σχεδιαστεί από τους Τούρκους σφαγές των Ελλήνων προυχόντων και θρησκευτικών ηγετών, για να προλάβουν ενδεχόμενες ανεπιθύμητες κινήσεις των υποδούλων. Περίπου ένα μήνα πριν από την έκρηξη της Επανάστασης, το Φεβρουάριο του 1821, η τουρκική διοίκηση αποφάσισε να προσκαλέσει στην Τριπολιτσά τους προύχοντες και αρχιερείς της Πελοποννήσου, υπό το πρόσχημα διαβουλεύσεων.

 

Οι αρχιερείς και οι προύχοντες εντός της εν Τριπόλει φυλακής εν έτει 1821

 

Τις λεπτομέρειες της φυλάκισης των ομήρων γνωρίζουμε από τρία, μικρά σε έκταση, αλλά εξαιρετικής σημασίας, απομνημονεύματα αιχμαλώτων κληρικών: του διακόνου Ιωσήφ Ζαφειρόπουλου, του Τριπολιτσάς Δανιήλ (στιχούργημα) και του Ανδρούσης Ιωσήφ…

Για την ανάγνωση του βιβλίου του πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο:Αρχιερείς και Προύχοντες στη φυλακή της Τριπολιτσάς 

Μέτρον άριστον ή αριστεία;


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Την Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2020, στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου «O Δαναός», έδωσε διάλεξη, ο Φιλόλογος – Συγγραφέας και συνεργάτης της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού, Αλέξης Τότσικας, με θέμα: «Μέτρον άριστον ή αριστεία;». Το «Ελεύθερο Βήμα», δημοσιεύει σήμερα περιληπτικά βασικά σημεία της ομιλίας τα οποία θεωρεί σημαντικά και άξια ανάγνωσης.   

 

«Μέτρον άριστον». Η φράση ανάγεται στην αρχαιότητα και αποδίδεται στον Κλεόβουλο τον Λίνδιο, έναν από τους 7 σοφούς του αρχαίου κόσμου. Σημαίνει ότι το καλύτερο είναι να αποφεύγουμε τις ακρότητες και να τηρούμε το μέτρο σε κάθε πτυχή της δημόσιας και προσωπικής  ζωής. Ωστόσο, στο πέρασμα των αιώνων προστέθηκε το «παν» από λόγιους της Βυζαντινής περιόδου και η φράση έγινε γνωστή ως «παν μέτρον άριστον». Βέβαια, λέγοντας «παν μέτρον άριστον», δηλαδή «κάθε μέτρο είναι το άριστο», προκαλείται νοηματική ασάφεια, σε σημείο που να θεωρείται λανθασμένο. Η σωστή έκφραση που αποδίδει και το ακριβές νόημα της αποφυγής των άκρων, είναι το «μέτρον άριστον».

Είναι άριστο να έχουμε στην ζωή μας μέτρο. Ο συνετός άνθρωπος πρέπει να ενεργεί με μέτρο και να μην υπερβαίνει τα όρια. Οι αρχαίοι Έλληνες έκαναν το μέτρο κανόνα στη ζωή και στην τέχνη. Τα κλασικά έργα τέχνης των αρχαίων Ελλήνων είχαν γνώρισμα το μέτρο, τη μεσότητα. Οι Έλληνες, σε αντίθεση με τους ανατολικούς λαούς, απέφευγαν και αποδοκίμαζαν την υπερβολή στα έργα τους.«Φιλοκαλοῦμέν μετ’ εὐτελείας…» λέει στον επιτάφιο ο Περικλής. Μπορούμε δηλαδή να πετύχουμε το ωραίο με ευτελή μέσα, χωρίς πολυτέλειες και σπατάλες.

Όλες οι εξουσίες, θεϊκές και κοσμικές, το αναγόρευαν σε κανόνα και πρότυπο ζωής. Ακόμα και τα φυσικά φαινόμενα τα κυβερνούσε ο νόμος του μέτρου. «Ήλιος ουχ υπερβήσεται μέτρα. Ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν» λέει ο Ηράκλειτος. Στην αρχαία τραγωδία τον άνθρωπο που ξεπερνούσε το μέτρο τον  τιμωρούσαν οι Ερινύες. Στο θέατρο (σχολείο του λαού) Προμηθέας, τιτάνες, ημίθεοι και βασιλιάδες, που αλαζονικά επιχειρούσαν ν’ αλλάξουν τα καθιερωμένα,  είχαν τραγικές συνέπειες. Το μέτρον και το κάλλος ήταν χαρακτηριστικά της ελληνικής σκέψης. Έκτοτε το «παν μέτρον άριστον» ως γνωμικό και λαϊκή έκφραση διατηρείται 2.500 χρόνια.

 

Ο Αλέξης Τότσικας στο βήμα του «Δαναού».

 

Σήμερα όμως η αναγνώριση της κοινωνίας χαρίζεται σε όποιον ξεπεράσει το μέτρο. Λέμε στο παιδί «να γίνεις σπουδαίος, να διαπρέψεις, να είσαι ο πρώτος». Λέμε «μπράβο» στον πρώτο μαθητή της τάξης. Τον πρώτο του αγώνα επιβραβεύουμε, όχι εκείνον που πέτυχε μια μέτρια επίδοση. Τίποτα δεν προσφέρει μεγαλύτερη ικανοποίηση από την αριστεία. Πρότυπα δεν είναι οι «μέτριοι», αλλά εκείνοι που ξεπέρασαν το μέτρο! Κάθε άνθρωπος θέλει να κάνει πράγματα για τα οποία θα τον θαυμάζουν. Η ανταγωνιστική διάθεση ήταν η κινητήρια δύναμη και στην αρχαία Ελλάδα. «αιέν αριστεύειν  και υπείροχον έμμεναι  άλλων» λέει ο Όμηρος (Ιλιάδα,Ζ,208). Κάποιοι άριστοι έκαναν το μεγάλο βήμα και έλυσαν προβλήματα σε κάθε κοινωνία. Έτσι γεννήθηκε ο πολιτισμός, εξελίχθηκε η σκέψη, η επιστήμη, η τεχνολογία.

 

Μπορώ, λοιπόν, με το μέτρο να φτάσω στην αριστεία;

 

Ο Αριστοτέλης μας έχει δώσει την απάντηση. Η αρετή βρίσκεται ανάμεσα σε δυο άκρα, την έλλειψη και την  υπερβολή: «πᾶς ἐπιστήμων τὴν ὑπερβολὴν μὲν καὶ τὴν ἔλλειψιν φεύγει, τὸ δὲ μέσον ζητεῖ καὶ τοῦθ’ αἱρεῖται, μέσον δὲ οὐ τὸ τοῦ πράγματος ἀλλὰ τὸ πρὸς ἡμᾶς» [Ηθικά Νικομάχεια 1106b].

Ο άνθρωπος πρέπει να αναζητεί το μέσον όχι σε σχέση προς το πράγμα, αλλά σε σχέση προς εμάς. Δεν υπάρχει μέσον της ανδρείας κοινό για όλους μπροστά στον κίνδυνο. Μέτρον της ανδρείας για το  παιδί είναι η ψυχραιμία, να μη βάλει τα κλάματα. Για τον άνδρα είναι η πάλη, η δύναμη να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο. Για τον πολεμιστή μέτρον ανδρείας είναι η επικράτηση, η νίκη. Το μέτρο εξαρτάται από την προσωπική ιδιοσυγκρασία καθενός, από τις υποκειμενικές δυνατότητες και τις αντικειμενικές συνθήκες. Η μεσότητα που οδηγεί στην ευδαιμονία δεν είναι απόλυτη. Αλλάζει ανάλογα με τον άνθρωπο ή τις συνθήκες. Είναι μεσότητα σε σχέση με κάθε άνθρωπο, «μέσον προς ημάς».

Το μέσον επιλέγεται ελεύθερα από το άτομο με τη λογική του και η λογική οδηγεί σε κάτι ούτε ακραίο ούτε ελλειπτικό. Επιστήμων (< επίσταμαι) είναι ο φρόνιμος, ο σώφρων και συνετός άνθρωπος, εκείνος που χρησιμοποιεί τον ορθό λόγο, που αποτελεί  την ειδοποιό διαφορά των ανθρώπων από τα άλλα έμβια, τα φυτά και τα ζώα. Ιδιαίτερο γνώρισμα του φρόνιμου είναι η κριτική ικανότητα. Ο φρόνιμος, κατά τον Αριστοτέλη, αποφεύγει τα άκρα, την υπερβολή και την έλλειψη και με οδηγό τον Ορθό Λόγο ψάχνει να βρει το μέσον. Ο ορθός λόγος επιδιώκει πάντα την ισορροπία, τη συμμετρία και καθοδηγεί τον φρόνιμο άνθρωπο να αποφεύγει την υπερβολή ή την έλλειψη. Οι άνθρωποι με τη φρόνηση ορίζουν την έννοια της μεσότητας. Η μεσότητα δεν είναι μορφή μετριότητας, επιλογή του μέσου όρου. Είναι η επίτευξη, η επιλογή της δύσκολης λύσης. Το  «µέσον» δεν είναι «μετριότης», είναι «ακρότης», είναι η υποκειμενική «αριστεία», το καλύτερο που μπορεί να πετύχει ο καθένας ανάλογα με τις υποκειμενικές του δυνατότητες και τις αντικειμενικές συνθήκες.

Στο δίλημμα, λοιπόν, «μέτρον άριστον ή αριστεία;) η απάντηση είναι: αριστεία με μέτρο. Η αριστεία είναι διαφορετική για τον καθένα και ταυτίζεται με το μέτρον που αντιστοιχεί στις δυνατότητές του. Άριστος δεν είναι μόνο ο μαθητής που στηρίχτηκε στην ευφυΐα, στο ταλέντο του, αξιοποίησε το κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο ζει και πήρε άριστα (20). Εξίσου άριστος είναι και ο μαθητής με φυσικές αδυναμίες και χωρίς σημαντική υποστήριξη από το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον που κατάφερε να ξεπεράσει τη βάση! Γιατί αυτό το όριο ήταν το καλύτερο που μπορούσε να πετύχει…

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Οπτικές μαρτυρίες για το Ναύπλιο των Βένετων – Εικονογραφικά και μορφολογικά ζητήματα. Αφροδίτη Κουρία, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Η εισήγησή μου εστιάζει σε χαρακτικά των ευρωπαϊκών περιηγητικών και συ­ναφών εκδόσεων με σημείο εκκίνησης το δεύτερο μισό του 16ου αι. και με συνεπίκουρη τη μαρτυρία νεότερων εικονογραφικών πηγών (κυρίως του 19ου αι.) για το Ναύπλιο των Βενετών. Θα πρέπει εξαρχής να τονιστεί ότι τα χαρα­κτικά των παλαιών περιηγητικών και άλλων συναφών εκδόσεων είναι καρποί ποικίλων διαμεσολαβήσεων και των διαδικασιών παραγωγής αυτής της εικο­νογράφησης με τις ιδιομορφίες της. Οι εικόνες αυτές, καθώς και οι αντίστοιχές τους ζωγραφικές, είναι πολιτιστικά προϊόντα με πολλαπλές λειτουργίες και πολλούς αποδέκτες. Όλα αυτά σηματοδοτούνται και αισθητοποιούνται στις τυπολογίες τους, στη μορφική διατύπωση των θεμάτων και σε επιμέρους στοιχεία των παραστάσεων, όπως επίσης και στη συνέργεια λόγου και εικό­νας, την οποία συναντάμε σε αρκετά από αυτά τα χαρακτικά.

Οι παλαιότερες απόψεις του Ναυπλίου (του 16ου και 17ου αι.) ακολου­θούν πιστά τον τρόπο εξεικόνισης των πόλεων που ονομάστηκε «vue à vol d’oiseau» («bird’s eye view») ή, ακριβέστερα, «plan perspective», δηλαδή προοπτική κάτοψη (εικ. 1, 2).

 

Εικ. 1: Άποψη του Ναυπλίου (G. F. Camocio, Isole famose, porti, fortezze e terre maritime…, Βενετία περ. 1571-1575), χαλκογραφία.

 

Εικ. 2: Άποψη του Ναυπλίου (S. Pinargenti, Isole che son da Venetia…, Βενετία 1573), χαλκογραφία.

 

Ο τρόπος αυτός στον 16ο αι. εδραιώθηκε ως η κατεξοχήν πιστευτή εικόνα του κόσμου. Η προοπτική κάτοψη, αυτή η πα­νοραμική άποψη όπου η ρεαλιστική αναπαράσταση συνδιαλέγεται με μια κωδικοποιημένη, συνδηλωτική ή και συμβολική γλώσσα, εγγράφεται στα πο­λιτισμικά συμφραζόμενα της εποχής με τις πολιτικές προεκτάσεις τους, στις έρευνες και τα αιτήματα για την αναπαράσταση του ορατού κόσμου, του γεω­γραφικού χώρου, και για τον έλεγχό του, την «οικειοποίησή» του με εργαλείο τη χαρτογραφική-τοπογραφική εικόνα. O Georg Braun, ο οποίος μαζί με τον Frans Hogenberg εξέδωσε τον μνημειώδη άτλαντα Civitates orbis terrarum (1572-1617), έργο που καταξίωσε αυτού του είδους τις απόψεις πόλεων, εξη­γεί με σαφήνεια στην εισαγωγή του άτλαντα τον σκοπό και τα χαρακτηριστικά αυτών των αναπαραστάσεων, όπως επισημαίνουν και οι μελετητές: «Με την έκφραση “ad vivum delineata” [ο Braun] θέλει να δηλώσει ότι η εικόνα έχει σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να προσλαμβάνεται ως αληθινή: δεν είναι μια δισδιάστατη, επίπεδη αντιγραφή, αλλά μια πόλη που προβάλλει τρισδιά­στατη πάνω στο χαρτί. Το “αληθινό” και το “ζωντανό” συμπίπτουν. Το τελικό αποτέλεσμα σχεδιάζεται όχι μόνο για την τέρψη των ματιών αλλά και για να δείχνει ως μια ψευδαισθητική προσομοίωση του “πραγματικού”, έντεχνα κατασκευασμένη».[1] Ο Braun δηλώνει ότι το δικό του βιβλίο είναι ανώτερο από το βιβλίο οποιουδήποτε άλλου στον κόσμο, «artificio & veritate», δηλαδή λόγω της δεξιοτεχνίας και της αλήθειας.[2] Ας σημειωθεί ότι το επίθετο vero, «Il vero disegno […]» [το αληθινό σχέδιο] αναγράφεται σε αρκετά cartouches τέτοιων πορτρέτων πόλεων, ανάμεσά τους και κάποια του Ναυπλίου (εικ. 2).[3]

Ποιο είναι όμως το «πραγματικό», που η προοπτική κάτοψη (ή «bird’s eye view») επιτρέπει να δούμε με αληθοφάνεια; Και εκεί ακόμη ο Braun είναι σα­φής ως προς το περιεχόμενο και τη σημασία αυτών των εικόνων, όπως σημει­ώνουν οι μελετητές.[4]

Δεν πρόκειται ασφαλώς για μια θέα των πόλεων μερική και συγκυριακή, όπως αυτή που έχουμε από μία και μόνη οπτική γωνία ή σε μία μόνο χρονική στιγμή. Η προοπτική κάτοψη προσφέρει ολοκληρωτική εποπτεία του αντικειμένου (της πόλης), συμπεριλαμβάνοντας μέσα σ’ ένα βλέμμα όλες τις απόψεις, τις θέες που θα είχε το μάτι, εάν έβλεπε από διάφορα σημεία και από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Ο Braun πίστευε ότι «οι πόλεις πρέπει να σχεδιάζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε ο θεατής να μπορεί να βλέπει όλους τους δρόμους και επίσης όλα τα κτήρια και τους ανοιχτούς χώρους».[5] Ο Braun διακρίνει με σαφήνεια τις δύο αντιλήψεις, τις δύο εκφραστικές γλώσσες που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή των «vues à vol d’oiseau», δηλαδή τη «ratio geometrica» και τη «ratio perspectiva».[6] Η πρώτη, με την κάτοψη, μας επιτρέπει να δούμε τη μορφή της πόλης στο σύνολό της, τον καταμερισμό του χώρου στο εσωτερικό της, τη σχέση ανάμεσα στα πλήρη και τα κενά· η δεύτερη γλώσσα παρουσιάζει τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά των σημαντικών οι­κοδομημάτων και την κλίμακά τους σε σχέση με τα υπόλοιπα κοινά κτίσματα.

Οι «vues à vol d’oiseau» [προοπτικές κατόψεις] με την υβριδική γλώσσα τους μορφοποιούν τη σύνθετη σχέση των ανθρώπων με τον κόσμο, με το ορα­τό, με το πραγματικό και, παράλληλα, είναι ένα σημαντικό τεκμήριο για τον καθοριστικό ρόλο της εικόνας στην παραγωγή και τη διάδοση της γνώσης από την Αναγέννηση και μετά. «Η σημασία του Civitates έγκειται στο σκεπτικό ότι οι εικόνες των πόλεων, που απευθύνονται στην πιο οξεία αίσθηση, την αίσθηση της όρασης, προσφέρουν τη σχετική πληροφόρηση πολύ πιο άμεσα από την περιγραφή τους μόνο με τον λόγο», γράφει η Nuti, παραπέμποντας και πάλι στο κείμενο του Braun.[7]

Η μεγάλη ζήτηση για απόψεις πόλεων, θέμα πολύ αγαπητό στον φιλοπερίεργο άνθρωπο της Αναγέννησης και των κατο­πινών χρόνων, συντελεί στην πλούσια παραγωγή έντυπων και, σε μικρότερο βαθμό, ζωγραφικών εικόνων με αυτή τη θεματική. Η εικονογράφηση των ταξιδιωτικών χρονικών ζωντανεύει την αφήγηση και είναι ένα πρόσθετο στοι­χείο έλξης για τον αναγνώστη, ο οποίος έτσι γίνεται και θεατής. Ο Charles Talbot, αναφερόμενος στα παλαιότερα χαρακτικά, παρατηρεί: «Η ανάμειξη πραγματικών και φανταστικών απόψεων σε μια έκδοση[8] οδηγεί στην υπόθεση ότι η έλξη που ασκούσαν αυτές οι ξυλογραφίες, απέρρεε τόσο από μια ικανο­ποίηση της περιέργειας για τους πραγματικούς τόπους όσο και από την ευχα­ρίστηση του να βλέπουν απεικονίσεις τόπων σε εικόνες».[9] Βάσιμα μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι αυτό ισχύει και για μεταγενέστερες απόψεις.

Η έλλειψη ακρίβειας και αξιοπιστίας, σε διάφορες εκδοχές, είναι βασικό γνώρισμα των εικόνων που κοσμούσαν πολλές πρώιμες περιηγητικές εκδό­σεις, ιδιαίτερα αυτών για τις οποίες ο σχεδιαστής βασιζόταν σε κάποιο αδρό, πρόχειρο σχέδιο ή (και) σε προφορική ή γραπτή πληροφόρηση. Οι τυχόν επεμβάσεις του χαράκτη, εξάλλου, κατά τη διαδικασία αναπαραγωγής είναι ένας παράγοντας που θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη μελέτη και αξι­ολόγηση αυτού του οπτικού υλικού.[10] Το φαινόμενο της αναξιοπιστίας επα­ληθεύεται πολλαπλά και στην περίπτωση του Ναυπλίου. Σε αρκετές εικόνες η αρχιτεκτονική φυσιογνωμία της πόλης ανακαλεί τυπικές μεσαιωνικές πό­λεις της Δύσης. Ας θυμηθούμε εδώ τον Pierre Lavedan, ο οποίος έχει μιλήσει για «υπερβολή του γοτθικού» και παρατηρεί, αναφερόμενος στην αναπαρά­σταση πόλεων της Ανατολής με τη μορφή των δυτικών: «Πρόκειται για ένα γεωγραφικό αναχρονισμό, μπορούμε να πούμε. Είναι, άλλωστε, φυσικό να φαντάζεται κανείς τις πόλεις που δεν έχει δει σύμφωνα μ’ αυτές που γνωρίζει».[11] Αυθαιρεσίες παρατηρούνται, επίσης, στον πολεοδομικό ιστό, στην το­πογραφία της πόλης και στο φυσικό περιβάλλον της περιοχής, σε ορισμένες μάλιστα εικόνες είναι πρόδηλη μια τοπιογραφική όραση που παραπέμπει σε πανοραμικά τοπία της βορειοευρωπαϊκής ζωγραφικής. [12] Ανακρίβειες παρατη­ρούμε, εξάλλου, και σε επιμέρους θέματα, όπως στο Μπούρτζι, το οποίο, μά­λιστα, σε ορισμένα χαρακτικά εμφανίζεται σε μια αντιρρεαλιστική, εξωπραγ­ματική κλίμακα – απόηχο μιας μεσαιωνικής αντίληψης.[13] Το φαινόμενο αυτό, βέβαια, συνδέεται και με τον ορίζοντα προσδοκίας και υποδοχής των περιη­γητικών εκδόσεων, καθώς υπακούει στο αίτημα για εικόνες που θα γοήτευαν και θα εντυπωσίαζαν τους αγοραστές και αναγνώστες αυτών των βιβλίων.

Πρέπει όμως να τονιστεί ότι σε αρκετές απόψεις του Ναυπλίου – όπως και άλλων πόλεων που ήταν σημαντικές κτήσεις των Βενετών (και όχι μόνο) – έχει αποτυπωθεί με ξεχωριστή προσοχή η οχύρωση, συνήθως με βάση σχέδια στρατιωτικών, τοπογράφων και μηχανικών του στρατού. Μια από τις πιο πρώ­ιμες απόψεις του Ναυπλίου που γνωρίζουμε, έργο του Βενετού χαρτογράφου και χαράκτη Giovanni Francesco Camocio (εικ. 1), αποτελεί πολύτιμο εικονογραφικό ντοκουμέντο, καθώς θεωρείται ότι προσφέρει αξιόπιστα στοιχεία για την παλαιότερη οχύρωση της κάτω πόλης και για τα κάστρα της Ακροναυπλίας, όπως φαίνονται στους τρεις οχυρωμένους περιβόλους.

Προς το δυτικό άκρο βλέπουμε το Κάστρο των Ελλήνων (Castel di Greci), στο μέσον το Κά­στρο των Φράγκων (Castello di Franchi) και στο ανατολικό άκρο το, νεότερο, Castello di Toro (ή Castello Toro), έργο των Βενετών στην πρώτη βενετοκρατία (1389-1540). Βλέπουμε εδώ τον στιβαρό κυκλικό προμαχώνα (Torrione), από τον οποίο φαίνεται ότι πήρε το όνομά του αυτός ο οχυρός περίβολος.[14] Στην ανατολική πλευρά είναι η τάφρος που άνοιξαν οι Βενετοί. Στο τείχος αυτής της πλευράς διακρίνεται η Πύλη της Ξηράς (Porta di Terraferma), με την ξύλινη γέφυρά της – μοναδική πρόσβαση στην πόλη από τη στεριά -, πλάι στον ορθογωνικό πύργο που την προστάτευε. Η περιτείχιση της κάτω πόλης είναι κι αυτή έργο της πρώτης ενετικής κυριαρχίας. Στο χαρακτικό εικονίζονται τα επιθαλάσσια τείχη με τους κυκλικούς πύργους – προμαχώνες και τις πύ­λες από την πλευρά της θάλασσας. Βλέπουμε στη ΒΑ γωνία τον Torrioncino (δηλαδή μικρό κυκλικό πύργο) Contarina, όπως τον έχει ταυτίσει η Ιωάννα Στεριώτου.[15] Η βραχονησίδα στην είσοδο του κόλπου εμφανίζεται επίσης οχυρωμένη (Μπούρτζι). Η οχύρωσή της από τους Βενετούς ξεκίνησε το 1471.

 

Η ενετική Πύλη του Ναυπλίου (η Πύλη της Ξηράς – εξωτερική όψη), τέλος 19ου αιώνα. Έργο του John Fulleylove (1845-1908), Άγγλου αρχιτέκτονα, ζωγράφου και εικονογράφου ταξιδιωτικών βιβλίων. British Museum.

 

Το χαρακτικό του Camocio έγινε όταν πια το Ναύπλιο είχε καταληφθεί από τους Τούρκους (πρώτη τουρκοκρατία, 1540-1686). Ο Camocio πρέπει να είχε ως πρότυπο ένα παλαιότερο σχέδιο της εποχής της πρώτης βενετοκρατίας, καθώς λείπουν από την εικόνα του τα τζαμιά με τους μιναρέδες και μόνη, υπαινικτική, δήλωση της τουρκικής κατάκτησης είναι η ημισέληνος πάνω σε σημαίες.[16] Τέτοιες αναχρονιστικές εικόνες συναντάμε σταθερά σε παλιά χα­ρακτικά με απόψεις ελληνικών πόλεων, καμωμένες στα χρόνια που οι πόλεις είναι πια υπό οθωμανική κατοχή, γιατί αντιγράφουν συνήθως προγενέστερες απόψεις. Η αντιγραφή, άλλωστε, από παλαιότερα ή και σύγχρονα πρότυπα – με μεγάλη πιστότητα ή με ελευθερίες – ήταν πάγια πρακτική στην εικονο­γράφηση κυρίως των πρώιμων περιηγητικών και των συναφών εκδόσεων, και συναρτάται με τους όρους και τις διαδικασίες παραγωγής τους. Είναι, βέβαια, ένα δεδομένο κομβικής σημασίας σε ό,τι αφορά την τεκμηριωτική αξία αυτού του οπτικού υλικού.

Θα σταθούμε και πάλι στα cartouches δύο απόψεων του Ναυπλίου, για τα οποία έγινε λόγος παραπάνω,[17] και στην αναφορά στους «απίστους» (infideli) «που τώρα κατέχουν» την πόλη, όπως διαβάζουμε (εικ. 2). Η χρονική συγκυ­ρία έχει οπωσδήποτε τη σημασία της. Υπαγορεύει τη συσχέτιση αυτών των χαρακτικών, όπως και των εκδόσεων στις οποίες ανήκουν, με τη νικηφόρα για τη χριστιανική Δύση έκβαση της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου.[18]

Η εικονογραφία του Ναυπλίου εμπλουτίζεται σημαντικά στο τελευταίο τέταρτο του 17ου αι., ειδικότερα στα χρόνια των πολεμικών επιχειρήσεων των Βενετών και των συμμάχων τους στην Πελοπόννησο εναντίον των Οθω­μανών, υπό τον αρχιστράτηγο Francesco Morosini. Από τις πιο εντυπωσιακές επιτυχίες των Βενετών ήταν η ανακατάληψη του Ναυπλίου, στο τέλος Αυγούστου του 1686. Η πόλη θα γίνει πλέον η πρωτεύουσα του Βασιλείου του Μο ρέως (Regno di Morea) κατά τη δεύτερη βενετοκρατία (1686-1715). Τα γεγο­νότα αυτού του πολέμου απαθανατίστηκαν, σε διάφορες εκδοχές, κυρίως στα χαρακτικά και στις εκδόσεις του φημισμένου Βενετού χαρτογράφου-κοσμογράφου Vincenzo Maria Coronelli. Οι εκδόσεις του Coronelli, του Βενετού ιστοριογράφου Alessandro Locatelli – γραμματέως του Morosini-, του Gio. Giacomo de Rossi καθώς και άλλων[19] για τις επιχειρήσεις των ενωμένων χρι­στιανικών δυνάμεων υπό τους Βενετούς, με τις απόψεις και τα χαρτογραφικά σχεδιαγράμματα των τόπων που ανακτούσαν από τους Τούρκους, και με τις κωδικοποιημένες αναπαραστάσεις της διάταξης των συμμαχικών δυνάμεων – οι οποίες καταγράφονται αναλυτικά – υπάκουαν σε πολιτικές σκοπιμότητες και χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλεία προπαγάνδας της Γαληνοτάτης, και όχι μόνο, όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί.[20] Η συνέργεια λόγου και εικόνας είναι και πάλι χρήσιμο εργαλείο για την επαρκή ανάγνωση των έντυπων πα­ραστάσεων. Στο χαρακτικό του de Rossi (εικ. 4), που φιλοτεχνείται στη Ρώμη, στην έδρα του πάπα, του οποίου οι δυνάμεις συμμετείχαν στην εκστρατεία κατά των Τούρκων, έχει ασφαλώς ειδικό βάρος η αναφορά στον πάπα Ιννοκέντιο όπως και στους «συμμάχους» – αναφορά που απουσιάζει από ένα ανά­λογο χαρακτικό, όπου κυριαρχεί στο πρώτο πλάνο ο λέων της Γαληνοτάτης.[21]

 

Εικ. 4: G. G. de Rossi, «Σχεδιάγραμμα και προοπτική άποψη της πόλης και του φημισμένου λιμανιού του Ναυπλίου… που πολιορκήθηκαν από το στρατό της Βενετίας και των συμμάχων…» [1687], χαλκογραφία.

 

Ο Coronelli, με εντολή της Γερουσίας, ετοίμαζε τα εικονογραφημένα χρο­νικά των πολεμικών επιχειρήσεων για να τονιστεί η σημασία των βενετικών κτήσεων και, συνακόλουθα, για να δικαιολογηθεί ο δαπανηρός πόλεμος και η τεράστια φορολογική επιβάρυνση για τον λαό.[22] Αξιοσημείωτη είναι η απει­κόνιση των κανονιών σε χαρακτικά, σε σχέδια και σε άλλα συναφή έργα, καθώς και η ειδική αναφορά στα κανόνια, στις πυροβολαρχίες (batterie), που διαβάζουμε στους σχολαστικούς υπομνηματισμούς ιταλικών κυρίως εικόνων (εικ. 3, 4 και 11).[23] Για τη Βενετία «η πληροφόρηση είναι πάνω απ’ όλα ένα εργαλείο διακυβέρνησης», σημειώνει η Donatella Calabi.[24] Αυτό επιβεβαιώ­νεται και στην περίπτωση του Ναυπλίου.

 

Εικ. 3: R. de Hooge, Το Ναύπλιο κατά τον βενετοτουρκικό πόλεμο (από αταύτιστη ολλανδική έκδοση, β΄ μισό 17ου αι.), χαλκογραφία.

 

Ο σκοπός και η αποστολή της εικονογραφίας στα κρίσιμα αυτά χρόνια είναι ευανάγνωστα και στη συμβολική γλώσσα που αρθρώνουν αρκετά χαρα­κτικά. Κύριος φορέας του μηνύματος είναι ο αλαζονικός φτερωτός λέων του Αγίου Μάρκου, όταν μάλιστα έχει στα πόδια του αλυσοδεμένους και γυμνούς τους αντιπάλους του, όπως εικονίζεται στη χαρτογραφική σύνθεση του Ολ­λανδού Frederick de Wit για το Regno di Morea, με τις ένθετες απόψεις και τα σχέδια των βενετικών κτήσεων.[25] Το θεματικό μοτίβο του ταπεινωμένου, γυμνού Οθωμανού στο έδαφος έχει προϊστορία στην υψηλή τέχνη, όπως δεί­χνει ο πίνακας του Τισιανού Ο Φίλιππος Β’ προσφέρει στη Νίκη τον Πρίγκηπα Δον Φερνάντο (περ. 1573-1575, Μουσείο του Πράδο, Μαδρίτη), στον οποίο απαθανατίζεται – με αλληγορική γλώσσα και εδώ – η νίκη των χριστιανικών δυνάμεων στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου.[26] Ο σταυρός πάνω στους μιναρέδες, εξάλλου, που βλέπουμε σε κάποιες απόψεις του Ναυπλίου,[27] συμμετέχει με το δικό του μήνυμα στη συμβολική και προπαγανδιστική γλώσσα των εικόνων.

Ένα εντυπωσιακό, και πολύ σπάνιο, τεκμήριο της σημασίας και του αντικτύπου που είχε η ανακατάληψη του Ναυπλίου από τους Βενετούς, αποτελεί η μεγάλων διαστάσεων άποψη της πόλης από τον – Ιταλό πιθανότατα – Thomas Gaudiello, ένα θολό πρόσωπο προς το παρόν, για το οποίο όμως γνωρίζουμε ότι δούλεψε στη Νάπολη το διάστημα 1688-1727[28] (εικ. 11).

 

Εικ. 11: Thomas Gaudiello, Το Ναύπλιο κατά τον βενετοτουρκικό πόλεμο, περ. 1688, τρισδιάστατη κατασκευή (ζωγραφισμένο ξύλο, πανί, χαρτί, μεταλλικά στοιχεία, 45× 110×14 εκ. (Συλλογή Θ. Θεοδώρου).

 

Το έργο προ­έρχεται από ιταλική ιδιωτική συλλογή και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο πλαίσιο αυτού του Συμποσίου.[29] Έχει εμφανείς συγγένειες με χαρακτικές απόψεις του Ναυπλίου και με εικονογραφήσεις επεισοδίων από τον βενετοτουρκικό πόλεμο. Εδώ, ωστόσο, έχουμε και την «κινηματογραφική» λεπτο­μέρεια του μιναρέ, τη στιγμή που γκρεμίζεται. Εξάλλου, μια πιο ρεαλιστική αντίληψη στην απεικόνιση κτισμάτων της πόλης, μια διακοσμητική διάθεση και το πλήθος των αφηγηματικών λεπτομερειών με τον νατουραλισμό τους υπαγορεύουν τη συσχέτιση και με ζωγραφικούς πίνακες.[30] Ανεξάρτητα από την ιστορική συγκυρία, το έργο αυτό αποτελεί και ένα ενδιαφέρον δείγμα από τον υλικό πολιτισμό της εποχής στις ευρωπαϊκές αστικές κοινωνίες.

Σε ό,τι αφορά τώρα το Ναύπλιο της δεύτερης βενετοκρατίας, υπάρχει σημαντι­κό κενό οπτικής πληροφόρησης. Οι γνωστές έντυπες εικόνες σε εκδόσεις της εποχής είτε βασίζονται σε παλαιότερες απόψεις της πόλης, και άρα είναι αφε­ρέγγυες,[31] είτε επιμένουν στα πολεμικά γεγονότα του 1686. Ξεχωρίζουν, βέ­βαια, αυτές που εστιάζουν στην οχύρωση του Παλαμηδιού, όπως τα χαρακτικά του Coronelli και του S. Vincenzo da Canal, ο οποίος ήταν μέλος της Ακαδη­μίας των Αργοναυτών (Accademia cosmografica degli Argonauti), την οποία είχε ιδρύσει στη Βενετία ο Coronelli[32] (εικ. 5, 6).

 

Εικ. 5: V. Coronelli, Σχεδιάγραμμα του Ναυπλίου και του φρουρίου του Παλαμηδιού (από αταύτιστη έκδοση, α΄ μισό 18ου αι.), χαλκογραφία.

 

Εικ. 6: S. V. da Canal, Το Παλαμήδι οχυρωμένο (από αταύτιστη έκδοση, α΄ μισό 18ου αι.), χαλκογραφία.

 

Σ’ αυτά βλέπουμε το νεότευ­κτο φρουριακό συγκρότημα του Παλαμηδιού – ένα από τα σημαντικότερα έργα της δεύτερης ενετικής κυριαρχίας – με τα οχυρά του, τους προμαχώνες, τις πύ­λες, τους στρατώνες (quartieri) κι ακόμη, σε πολύ σχηματική αποτύπωση, την κλιμακωτή, σκεπαστή σε ορισμένα σημεία, άνοδο σ’ αυτό, τη strada segreta όπως δηλώνεται στον υπομνηματισμό του Coronelli.[33] Το φρούριο πάνω στον βράχο θα εντυπωσιάζει τους επισκέπτες της πόλης και η επιβλητική παρουσία του θα σφραγίσει πλέον την εικονογραφία του Ναυπλίου, η οποία από τον προ­χωρημένο 18ο αι. και εξής, στο πλαίσιο και της εξέλιξης του περιηγητισμού, εμπλουτίζεται με πρωτογενείς (και συχνά αδιαμεσολάβητες) οπτικές μαρτυ­ρίες, που, ωστόσο, δεν είναι πάντα αξιόπιστες. Ένα χαρακτηριστικό δείγμα είναι η υδατογραφία του Γάλλου ζωγράφου JeanBaptiste Hilaire,[34] ο οποίος συνόδευσε τον κόμη Choiseul – Gouffier στο ταξίδι του στην Ελλάδα στα 1776­-1777. Η εικόνα της ίδιας της πόλης παρουσιάζει ανακρίβειες, ενώ είναι προ­βληματική και η ζωγραφική αποτύπωση των μεγάλων οχυρωματικών έργων της δεύτερης βενετοκρατίας στην πόλη (ιδιαίτερα του προμαχώνα Grimani). Είναι πρόδηλη η έμφαση που ο ζωγράφος θέλει να δώσει στις οχυρώσεις.

 

Ναύπλιο, υδατογραφία του Γάλλου ζωγράφου Jean – Baptiste Hilaire (1753-1822), τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα.

 

Με στόχο την έγκυρη τεκμηρίωση προσεγγίζει τη βενετική οχύρωση του Ναυπλίου η Επιστημονική Αποστολή του Μορέως στις αρχές του 19ου αι.,[35] στην οποία οφείλουμε ένα πολύτιμο οπτικό ντοκουμέντο – όπως έχει επισημάνει ο Ιορδάνης Δημακόπουλος – για ένα από τα κορυφαία τοπόσημα της πόλης, έργο και αυτό της δεύτερης ενετικής κυριαρχίας, τη μνημειακή πλέον Πύλη της Ξηράς που αντικατέστησε την παλιά πύλη (εικ. 7).

 

Εικ. 7: Μερική άποψη του Ναυπλίου από την πλευρά της Πρόνοιας (A. Blouet, Expédi¬tion Scientifique de Morée, Παρίσι 1833), χάραξη σε ατσάλι.

 

Ο Δημακόπουλος σημειώνει στη σχετική μελέτη του: «Στην πρωτεύουσα αυτή του “βα­σιλείου του Μορέως” η κυρία αυτή πύλη εισόδου στο Ναύπλιο καθιστούσε αισθητή την παρουσία του νεοφερμένου κυριάρχου […]».[36] Η Πύλη της Ξηράς διακρίνεται και σε μια παρόμοια άποψη της πόλης στην υδατογραφία του Άγγλου περιηγητή James Skene (Συλλογή Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος), έργο που προσφέρει μια κοντινή θέα στον προμαχώνα Grimani, τον επιβλητικό οχυρωματικό περίβολο στην ανατολική άκρη της Ακροναυπλίας, στην περιοχή του Castel Torro, όπου βλέπουμε και τον – παλαιότερο – διπλό πύργο-προμαχώνα (Torrione).[37] Σημαντικό, και σπανιότατο, ντοκουμέ­ντο είναι επίσης η απεικόνιση της εσωτερικής όψης, του εσωτερικού της Πύ­λης, σχεδιασμένη από τον Γερμανό φιλέλληνα Karl von Heideck, που υπήρξε φρούραρχος του Ναυπλίου και κατόπιν μέλος της Αντιβασιλείας.[38]

 

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά), Karl von Heideck 1837.

 

Στο ερευνητικό βλέμμα και την πρόθεση τεκμηρίωσης, με τη συνακόλου­θη περιγραφική σχεδιαστική ακρίβεια, οφείλουμε και άλλα πρωτότυπα έργα (σχέδια, υδατογραφίες) όπως και χαρακτικά του πρώτου μισού του 19ου αι., τα οποία προσφέρουν έγκυρες μαρτυρίες – έστω και αποσπασματικά, σαν ψηφίδες – για το Ναύπλιο των Βενετών. Στο σχέδιο της πλατείας του Αγίου Γεωργίου από τον Γερμανό κλασικιστή αρχιτέκτονα Leo von Klenze (εικ. 8) βλέπουμε στο κέντρο την ιστορική εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, κτίσμα της πρώτης βενετοκρατίας, με την ενετική πλατεία μπροστά και δεξιά ένα μεγάλο οικοδόμημα που, σύμφωνα με τη Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη και την Ελένη Μαΐστρου, υπήρξε ένα παλιό ενετικό σχολείο.[39] Ο Klenze πίστευε ότι «το Ναύπλιο κρατάει ακόμη μόνο στα βενετσιάνικα και στα παλιά τούρκικα λεί­ψανα κάποιο θέλγητρο και μια γραφική ομορφιά».[40] Αυτή τη γραφική ομορ­φιά αναζήτησε και ένας άλλος Γερμανός αρχιτέκτων, ο Ludwig Lange, όπως πιστοποιεί το σχέδιό του, όπου στο κέντρο δεσπόζει ο ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (η Φραγκοκκλησιά), κτίσμα της πρώτης βενετοκρατίας.[41]

 

Εικ. 8: L. von Klenze, Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, 1834, σχέδιο με μολύβι (Μόναχο, Staatliche Graphische Sammlung).

 

Η σύνθετη ταυτότητα του δομημένου χώρου, όπως αυτή διαμορφώθηκε από την πολυκύμαντη ιστορία του Ναυπλίου, η «σκηνογραφία» της αρχιτε­κτονικής φυσιογνωμίας της πόλης διεκδίκησε επίμονα την προσοχή των Ευ­ρωπαίων επισκεπτών. Εύγλωττα τεκμήρια είναι επίσης σχέδια και υδατογρα­φίες της πλατείας Πλατάνου (σημερινής πλατείας Συντάγματος), του Φόρουμ («Φόρου») των Βενετών,[42] με το μικρό τζαμί, που υπήρξε η εκκλησία του Αγίου Αντωνίου της Πάδοβας στο Ναύπλιο των Βενετών, με το Παλαμήδι να κυριαρχεί στο φόντο.

Αναρωτιέται κανείς μήπως η εστίαση σ’ αυτή την πολύμορφη σκηνογρα­φία εξηγεί, ώς ένα βαθμό, την πλήρη σχεδόν απουσία – όσο γνωρίζουμε – από την εικονογραφία του Ναυπλίου ενός κορυφαίου μνημείου της δεύτερης βενετοκρατίας, του Οπλοστασίου του Στόλου (Arsenale), του σημερινού Αρχαι­ολογικού Μουσείου. Το αγνοούν σταθερά στις απόψεις της πλατείας Πλατά­νου και εμφανίζεται μόνον υπαινικτικά, ως μια λεπτομέρεια χρήσιμη για το καδράρισμα όψεων της πόλης, όπως δείχνει η υδατογραφία του εσωτερικού της πόλης (εικ. 9), όπου στο βάθος, στα τείχη, βλέπουμε την Πύλη του Σαγρέδου, έργο και αυτό της δεύτερης βενετοκρατίας (1713).

 

Εικ. 9: Αγνώστου, Εσωτερικό της πόλης του Ναυπλίου (ά μισό 19ου αι.), υδατογραφία (Συλλογή οικογένειας Γ. Φωτόπουλου).

 

Το Παλαμήδι, βέβαια, δεσπόζει σταθερά στις απεικονίσεις του Ναυπλίου (μακρινές και κοντινές) και είναι χαρακτηριστική η φροντίδα με την οποία αποδίδουν την κλιμακωτή άνοδο, όπως βλέπουμε σε αρκετές εικόνες με μερι­κές απόψεις της πόλης (εικ. 8). Αξιοπρόσεκτη είναι μια άποψη του φρουρίου στο βιβλίο του σημαντικού Γάλλου περιηγητή Theodore Du Moncel (εικ. 10). Εντυπωσιασμένος από το Παλαμήδι («Το πλέον σημαντικό και ενδιαφέρον από τα φρούρια είναι εκείνο του Παλαμηδιού […]»), ο Du Moncel αναφέρεται αναλυτικά στα οχυρά του μέσα στο χρονικό του.[43]

 

Εικ. 10: Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι (Th. Du Moncel, Excursion par terre d’Athènes à Nauplie, Παρίσι [1845]), λιθογραφία.

 

Κλείνοντας την εισήγησή μου, θα κάνω κάποιες γενικές παρατηρήσεις. Το παλαιό εικονογραφικό υλικό δεν μας δίνει ουσιαστική πληροφόρηση για την ίδια την πόλη της πρώτης και δεύτερης βενετοκρατίας, δηλαδή την κάτω πόλη αλλά και τους οικισμούς μέσα στους τρεις οχυρωμένους περιβόλους στην Ακροναυπλία με την αρχιτεκτονική φυσιογνωμία τους, τον πολεοδομικό ιστό και κάποια, έστω, σημαντικά κτίσματα με τη μορφολογία τους, αντίθετα από ό,τι συμβαίνει στην περίπτωση των μεγάλων πόλεων της Κρήτης κυρίως, του Regno di Candia, και επίσης ώς ένα βαθμό στις πόλεις της Χίου και της Κέρκυ­ρας. «Πού ήταν η θέση της πλατείας ή αγοράς (του «Φόρου») ή το “Παλάτι του Αφεντός” που λέει ο ψευδοΔωρόθεος ότι έχτισαν τότε οι Βενετσάνοι;», ανα­ρωτιέται η Σέμνη Καρούζου στο βιβλίο της αναφερόμενη στην πόλη της πρώ­της βενετοκρατίας.[44] Και οι άλλες πλατείες που υπήρχαν ήδη από τα χρόνια της βενετοκρατίας[45] είναι επίσης «αόρατες» στην παλαιά εικονογραφία της πόλης.

Στην περίπτωση του Ναυπλίου της δεύτερης ενετικής κυριαρχίας, το οποίο είναι πλέον η πρωτεύουσα του Βασιλείου του Μορέως, προκαλεί μεγαλύτερη εντύπωση αυτή η απουσία των στοιχείων που – εκτός από την οχύρωση – δια­μόρφωσαν τη συγκεκριμένη, την αληθινή ταυτότητα και εικόνα της πόλης, για την οποία, μάλιστα, υπάρχουν εγκωμιαστικές αναφορές από τους σύγχρονούς της Βενετούς χρονογράφους, όπως διαβάζουμε στον Λαμπρυνίδη: «Άπαντες οι σύγχρονοι Ενετοί χρονογράφοι διά των κοσμητικωτέρων επιθέτων εξαίρουσι την πόλιν του Ναυπλίου αποκαλούντες αυτήν “την περιφημοτέραν των πόλεων της Ανατολής, την ευγενεστέραν και θαυμασιωτέραν και ωραιοτέραν πόλιν, το πρωτεύον φρούριον του ανθηρού βασιλείου της Πελοποννήσου” (“La più famosa de tutte le cità, la più nobile, la più splendida e bella cità, la capital piazza del florido regno della Morea”)».[46]

Με βάση τα συνολικά οπτικά δεδομένα που έχουμε, μπορεί να υποστη­ρίξει κανείς ότι η απεικονιστική διαχείριση του Ναυπλίου διαχρονικά καθο­ρίστηκε από την αμυντική δυναμική του, ένας γενεσιουργός παράγοντας της οποίας είναι βέβαια η γεωμορφολογία, η τοπογραφία του. Αυτή η συνθήκη και η συνακόλουθη πρόσληψη της πόλης, πέρα από τα εικονογραφικά τεκμή­ρια (κυρίως τα παλαιά), είναι ευανάγνωστες και σε λεκτικές αναφορές. Ενδει­κτικά παραθέτω: «Μπορεί κανείς να πει γι’ αυτή τη θέση [το Ναύπλιο] ότι η φύση δεν ξέχασε τίποτε από όσα έπρεπε να την κάμουν οχυρή», διαβάζουμε σε έκδοση του Coronelli.[47] Σύμφωνα με τον Du Moncel, εξάλλου, «η θέση του Ναυπλίου […] προαναγγέλλει μια μεγάλη πόλη, πράγμα που πιθανώς το οφείλει στα φρούρια που το περιβάλλουν».[48] Και, τέλος, ο Bory de Saint-Vincent, μέλος της Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως, παρατηρεί: «Τα δύο φρούρια, στο Ιτσ-Καλέ και στο Παλαμήδι, έχουν προσδώσει στο Ναύπλιο μεγάλη σημασία και του προξένησαν μεγάλες συμφορές. Γιατί λίγες πόλεις υπέστησαν τόσες επιθέσεις, καταλήψεις, καταστροφές, ανακαταλήψεις και νέες επιθέσεις».[49]

 

Aphrodite Kouria

Visual Evidence for the Nafplio under the Venetians. Iconographic and Stylistic Issues

 

The paper focuses on European travellers’ prints and relevant works dating from the 16th to the early 18th century. This material offers the main body of visual evidence as regards the Nafplion under Venetian rule (1389-1540 and 1686-1715) and the Veneto-Turkish war. These pictures are complex cultural products functioning at the realistic, the connotative-conceptual and also the symbolic level. This complex function and the multiple meanings that these images convey are expressed and visualized in their hybrid pictorial language, in the codes of representing the town (bird’s eye view) and the historical sub­ject-matter as well as in the interaction of word and image which is a sig­nificant feature of this visual material. Prints and original works (drawings and watercolours) dating from the 19th century contribute an illuminating but fragmentary testimony for the Venetian castles and monuments of the town. The diachronic survey of the iconographic material reveals that the focus of attention were the fortifications of this important Venetian possession and its defensive potency. This attitude and perception of Nafplion are also attest­ed by a number of textual accounts. There are no realistic depictions of the “Venetian” town itself with its urban fabric and the main buildings with their architectural identity.

 

Υποσημειώσεις


 

[1]   L’ oeil du cartographe et la representation geographique du Moyen Age a nos jours, επιμ. C. Bousquet-Bressolier, Παρίσι 1995, σ. 66.

[2] Lucia Nuti, «The Perspective Plan in the Sixteenth Century: The Invention of a Re­presentational Language», The Art Bulletin, τ. 76, αρ. 1 (Μάρτιος 1994), σ. 107. Στο άρ­θρο της, όπου εξετάζει διεξοδικά το Civitates και τη θεωρητική του υποστήριξη από τον Braun, η Nuti παρατηρεί ότι οι επεξηγήσεις του Braun μπορούν να θεωρηθούν «ώριμη έκφραση του πολιτισμικού υπόβαθρου αυτού του τεράστιου εγχειρήματος. Τα σχόλιά του καθρεφτίζουν με ενάργεια τη διπλή φύση της έκδοσης, η οποία ισορροπεί απόλυτα ανάμε­σα στην αγορά και την επιστήμη» (στο ίδιο, σ. 106).

[3] Το ίδιο cartouche, με την υπογραφή εδώ D. Zenoi, υπάρχει σε παρόμοια άποψη του Ναυπλίου από αταύτιστη ιταλική έκδοση, προφανώς σύγχρονη με την έκδοση του Pi nargenti. Βλ. Αφροδίτη Κούρια, Το Ναύπλιο των περιηγητών, Εμπορική Τράπεζα της Ελ­λάδος, Αθήνα 2007, εικ. 22. Σχετικά με την αξιοπιστία της οπτικής αναπαράστασης, που προσδίδει σημαντική αξία στις απόψεις, βλ. και Αναστασία Στουραΐτη, «Η συγκρότηση της γνώσης στα έντυπα βενετικά νησολόγια», Το Αιγαίο Πέλαγος. Χαρτογραφία και Ιστο­ρία 15ος-17ος αιώνας, επιστ. επιμ. Γιώργος Τόλιας, Αρχείο Χαρτογραφίας του Ελληνικού Χώρου – Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2010, σ. 52-53.

[4]  L’oeildu cartographe, ό.π., σ. 66-67.

[5] John Goss, The Mapmaker’s Art. A History of Cartography, Λονδίνο 1994, σ. 260.

[6]  L’oeil du cartographe, ό.π., σ. 67-68, και Nuti, ό.π., σ. 117.

[7] Nuti, ό.π., σ. 106.

[8] Για να καλύψουν τα κενά της εικονογράφησης.

[9] Charles Talbot, «Topography as Landscape in Early Printed Books», The Early Illu­strated Book. Essays in honor of Lessing J. Rosenwald, επιμ. S. Hindman, Library of Con­gress, Ουάσινγκτον 1982, σ. 106.

[10] Βλ. σχετικά Αφροδίτη Κούρια, «Εικόνες του ελληνικού χώρου σε χαρακτικά πε­ριηγητικών εκδόσεων», Ζυγός 57 (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1983), σ. 60-66.

[11] Pierre Lavedan, Représentation des villes dans l’art du Moyen Âge, Παρίσι 1954, σ. 45, 47.

[12] Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας όρασης προσφέρει η άποψη του Ναυπλίου στο βιβλίο του Ολλανδού Olfert Dapper, Naukeurige Beschryving van Morea […], Άμστερνταμ 1688. Βλ. Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 36. Σχετικά με την απεικονιστι- κή διαχείριση των εντός των τειχών πόλεων, τις συμβάσεις με καταγωγή στη μεσαιωνική εικονογραφία και την ελλειπτική απεικόνιση, καθώς και τις ελευθερίες του σχεδιαστή στην απόδοση του φυσικού χώρου, του τοπίου βλ. Nuti, ό.π., σ. 113, 121, 122. Το τοπίο έξω από τα τείχη ήταν στην απόλυτη «δικαιοδοσία» του σχεδιαστή, ο οποίος σε αρκετές περιπτώσεις επέλεγε τη διεύρυνση του οπτικού πεδίου καθώς και μια χαμηλή οπτική γω­νία, ώστε να συμπεριλάβει όλες τις εικονογραφικές-ανεκδοτολογικές λεπτομέρειες (δέ­ντρα, θάμνους, πλοία ή επεισόδια δράσης). Μ’ αυτό το πνεύμα είναι καμωμένα ορισμένα χαρακτικά του Ναυπλίου, ανάμεσά τους και κάποια που αναφέρονται στον βενετοτουρκι- κό πόλεμο, με προβεβλημένα στο πρώτο πλάνο πολεμικά στιγμιότυπα (εικ. 3, 4).

[13] Βλ. κυρίως την άποψη του Ναυπλίου από την έκδοση του J. Peeters, Description exacte desprincipales villes, havres et quelquesplaces de la Grece […], Anvers π. 1690 (Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 27).

[14] Ιωάννα Θ. Στεριώτου, «Συμπληρωματικά αμυντικά έργα στις οχυρώσεις της Πε- λοποννήσου (1684-1715). Δύο σχέδια του τείχους της πόλης του Ναυπλίου (18ος αι.) από το Αρχείο της Βενετίας», Η εκστρατεία τουMorosini και το Regno diMorea, Μονεμβασιώ – τικος Όμιλος, Γ’ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης, 1990, επιμ. Χ. Καλλιγά, Αθήνα 1998, σ. 142.

[15] Στο ίδιο, σ. 142.

[16] Όπως παρατηρεί ο Στυλιανός Αλεξίου, με αναφορά σε μια άποψη του Ρεθύμνου: «Ξέρουμε ότι ένα από τα πρώτα μελήματα των Τούρκων, όταν εδραιώνονταν σε μια χώρα, ήταν η κατεδάφιση των κωδωνοστασίων των χριστιανικών ναών (που φυσικά τους με­τέτρεπαν σε τζαμιά) και η αντικατάστασή τους με μιναρέδες. (Ο μιναρές ήταν βασικό “σημείο” της ισλαμικής κατακτήσεως)». Στ. Αλεξίου, «Μια απεικόνιση του Ρεθύμνου των αρχών του ΙΖ’ αιώνα», Τιμητικό αφιέρωμα στον ομότιμο καθηγητή Κωνσταντίνο Δ. Καλο- κύρη, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 230.

[17] Βλ. σ. 314 και υποσ. 3.

[18] Τη σημασία της νίκης αυτής με αιχμή τη χριστιανική θρησκεία απηχεί η ελαιο­γραφία του Τισιανού, του κορυφαίου Βενετού ζωγράφου της Αναγέννησης, με τίτλο Η Ισπανία συνδράμει τη Θρησκεία, Μουσείο του Πράδο, Μαδρίτη. «Ένα αλληγορικό έργο με αναφορά στη ναυμαχία, όπου ο ζωγράφος εικονίζει την Ισπανία να σώζει τη θρησκεία που απειλείται από τους απίστους» (Consuelo Luca de Tena and Manuela Mena, Guide to the Prado, Silex, Ισπανία 1980, σ. 253, αρ. κατ. 430). Για τον Τισιανό και τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου βλ. και παρακάτω, σ. 320.

[19] Ενδεικτικά αναφέρω: Franc. Scalletari, Condotta navale e vera relatione del viag- gio da Carlistot a Malta dell'[…] Giovanni Gioseppe d’Herberstein […], Γκρατς 1688 και J. Chr. Wagners, Christlich und Turkischer Stadt und Geschichte Spiegel […], Άουγκσ- μπουργκ 1687. Βλ. Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 48, 49, 39. Αξίζει να σημειωθεί ότι το χαρακτικό με το σχεδιάγραμμα της πόλης του Ναυπλίου, τη σχηματική διάταξη των στρα­τιωτικών δυνάμεων και τον πλούσιο υπομνηματισμό, από την έκδοση του Wagner (ό.π., εικ. 39), παρουσιάζει σαφείς εικονογραφικές και μορφολογικές ομοιότητες με αντίστοιχο σχέδιο στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας, το οποίο έχει δημοσιεύσει η Ευτυχία Λιάτα. Βλ. Ευτυχία Δ. Λιάτα, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αι. Οικιστικά μεγέθη και κατανομή της γης, Ακαδημία Αθηνών, Κέντρον Ερεύνης του Μεσαι­ωνικού και Νέου Ελληνισμού, Αθήνα 2002, εικ. 4.

[20] Βλ. Leonora Navari, «Morozini and Coronelli: The Iconography of the Venetian Conquest of the Peloponnesus», Η εκστρατεία του Morosini και το Regno di Morea, ό.π., σ. 181-191, Andrea Nanetti, «Βενετία και Πελοπόννησος», Η Πελοπόννησος. Χαρτογραφία και Ιστορία, 16ος-18ος αιώνας, Αρχείο Χαρτογραφίας του Ελληνικού Χώρου – Μορφωτι­κό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2006, σ. 46, 152, Όλγα Κατσιαρδή-Hering, «Η Λευ­κάδα στη βενετική χαρτογραφία (1686-1729)», Χαρτογραφίες της Ανατολικής Μεσογείου, Τετράδια Εργασίας 25/26, επιμ. Γιώργος Τόλιας – Δημήτρης Λούπης, ΚΝΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2004, σ. 94, 97.

[21] Βλ. Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 33.

[22] Nanetti, ό.π., σ. 46.

[23] Βλ. επίσης Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 33, καθώς και το σχέδιο του Ναυπλίου στο χειρόγραφο ημερολόγιο αγνώστου -Βενετού- συντάκτη, το οποίο έχει παρουσιάσει η Ευτυχία Λιάτα στη μελέτη της Με την αρμάδα στο Μοριά 1684-1687. Ανέκδοτο ημε­ρολόγιο με σχέδια, εισαγωγή – επιμέλεια Ευτυχία Δ. Λιάτα, μεταγραφή κειμένου Κ. Γ Τσικνάκης, Ολκός, Αθήνα 1998, εικ. 16 (χφ. σ. 124-125).

[24] Αναφέρεται στο Heleni Porfyriou, «The Cartography of Crete in the First Half of the 17th Century: a Collective Work of a Generation of Engineers», Χαρτογραφίες της Ανατολικής Μεσογείου, ό.π., σ. 89.

[25] F. de Wit, Peloponnesus Hodie Moreae Regnum […], σε αλλεπάλληλες εκδόσεις από τα τέλη του 17ου αι. Βλ. Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 13.

[26] Venezia e la difesa del Levante […] da Lepanto a Candia 1570-1670, επιμ. Maddalena Redolfi, Arsenale Editrice, Βενετία [1986], σ. 13, εικ. 2.

[27] Βλ. π.χ. την άποψη του Ναυπλίου στη σύνθεση του de Wit και μια άποψη της πό­λης από έκδοση του Coronelli (Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 13, 14, 38).

[28] El Mar en la Coleccion Masaveu (κατάλογος έκθεσης), Corporacion Masaveu, Oviedo 2013, σ. 16. Βλ. και στον παρόντα τόμο, Δ. Χ. Γεωργόπουλος, «Η πολιορκία του Ναυπλίου το 1686 κατά Thomas Gaudiello (1688)», σ. 327-330 και σ. 405, εικ. 1.

[29] Ευχαριστώ και από τη θέση αυτή τον κύριο Θεόδωρο Θεοδώρου για την επισή­μανση του πίνακα και την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

[30] Πρβλ. ενδεικτικά την Tavola Strozzi, 1472-1473 (αποδίδεται στον Francesco Ro- selli) με την άποψη της Νάπολης και τον στόλο της Αραγωνίας στο λιμάνι (Museo nazio- nale di San Martino, Νάπολη).

[31]  Ενδεικτικά αναφέρω την άποψη στην έκδοση του J. Peeters (βλ. παραπάνω, υποσ. 13) και την άποψη στο βιβλίο του A. Lasor a Varea, Universus Terrarum Orbis […], Πά- δοβα 1713, με το ανοχύρωτο Παλαμήδι. Βλ. Λιάτα, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του, ό.π., εικ. 13.

[32] Nanetti, ό.π., σ. 46.

[33] Βλ. εικ. 5, αρ. 19.

[34] Στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Βλ. Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 57.

[35] Βλ. τη λεπτομέρεια τοιχοδομίας από τα ενετικά τείχη της κάτω πόλης στο Abel Blouet, Expedition Scientifique de Moree […], τ. ΙΙ, Παρίσι 1833, πίν. 74, εικ. 3 (Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 104).

[36]  Ιορδάνης Δημακόπουλος, «Η Πύλη της Ξηράς των Ενετικών οχυρώσεων του Ναυπλίου», ανάτυπο από τα Πρακτικά του Δ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπου­δών, 1990, τ. Β’, Αθήναι 1992-1993, σ. 311.

[37] Βλ. Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 6 και 7. Η πύλη είναι ευδιάκριτη και στον εμ βληματικό πίνακα του Γερμανού ζωγράφου Peter von Hess που απαθανατίζει την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο (Neue Pinakothek Bayerische Staatsgemaldesammlungen, Μό­ναχο), έργο καμωμένο το 1835 (βλ. στο ίδιο, εικ. 153).

[38]  Βλ. Σέμνη Καρούζου, Το Ναύπλιο, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1979, εικ. 106.

[39]  Βλ. Μεσογειακές διαδρομές. Catalunya: Lleida, Toscana: Montalbano -Medioval- darno, Αργολίδα – Ναύπλιο. Οδηγός και εκπαιδευτικοί φάκελοι, Πρόγραμμα «Σωκράτης», Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων/ΓΔΧΧΙΙ, Πίζα 1998, Φάκελος «Εκπαίδευση», και Ελένη Μαΐστρου, «Μοναδική αρχιτεκτονική. Μνημεία και ιστορικά κτίρια συνθέτουν την ανεπανάληπτη φυσιογνωμία αυτής της πόλης», Η Καθημερινή – Επτά Ημέρες, Πελο­πόννησος, τ. ΙΒ’, Αθήνα 1996, σ. 27.

[40] Leo von Klenze, Aphoristische Bemerkungen gesammelt auf einer Reise nach Griechenland, Βερολίνο 1838, σ. 508. Το μεταφρασμένο παράθεμα στο Καρούζου, ό.π., σ. 90.

[41] Βλ. Καρούζου, ό.π., εικ. 81.

[42] Μαΐστρου, ό.π., σ. 27 και Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, «Ναύπλιο: Από την τειχι­σμένη μεσαιωνική πόλη στην ανοικτή πόλη του 19ου αιώνα (1828-1870)», Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τ. VIII, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, 150χρόνια Ναυπλιακή Επανάστα­ση, 1 Φεβρουαρίου – 8 Απριλίου 1862, 2012, επιστ. επιμ. Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, Μαρία Βελιώτη-Γεωργοπούλου, Δήμος Ναυπλιέων – Πνευματικό Ίδρυμα «Ιωάννης Καποδίστριας», Ναύπλιο 2013, σ. 329.

[43] Theodore Du Moncel, Οδοιπορικό του 1843 από την Αθήνα στο Ναύπλιο, κείμενα και λιθογραφίες του Th. Du Moncel, μτφρ. και εισαγωγή Ε. Λούβρου, Αθήνα 1984, σ. 168.

[44] Καρούζου, ό.π., σ. 31-32.

[45] Για τις πλατείες βλ. στο ίδιο, σ. 46-47, 50, και Καρδαμίτση – Αδάμη, ό.π., σ. 331.

[46] Μιχαήλ Γ Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τα καθ’ ημάς. Ιστορική μελέτη, Αθήναι 21950, σ. 131.

[47] Vincenzo Maria Coronelli, Description geographique et historique de la Moree reconquisepar les Venitiens […], Παρίσι 1687, σ. 45.

[48] Du Moncel, ό.π., σ. 168.

[49] J. B. G. M. Bory de Saint-Vincent, Relation de Voyage de la Commission Scienti- fique de Morée […], τ. II, Παρίσι – Στρασβούργο 1837-1838, σ. 443.

 

Αφροδίτη Κουρία

Δρ. Ιστορικός Τέχνης

Ανεξάρτητη Επιμελήτρια Εκθέσεων

«Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).

 

Πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος – Εργαστήριο «Η μετάφραση ως πολιτισμική πρακτική: Σταυροδρόμι γλώσσας, ιστορίας και δημιουργικών τεχνών»


 

Το εργαστήριο «H μετάφραση ως πολιτισμική πρακτική» απευθύνεται πρωτίστως σε ενδιαφερομένες/ους φοιτήτριες – φοιτητές και αποφοίτους σχετικών ειδικοτήτων, μεταφράστριες – μεταφραστές, συγγραφείς, αλλά και το ευρύ κοινό. Το εργαστήριο θα περιλαμβάνει θεωρητικό και πρακτικό μέρος. Οι συμμετέχουσες/οντες θα έχουν την ευκαιρία να συνεργαστούν με τη συντονίστρια, να ανταλλάξουν απόψεις και να εμβαθύνουν σε θέματα που αφορούν στα διάφορα είδη μετάφρασης (τεχνική, επαγγελματική, λογοτεχνική), σε προβληματισμούς που σχετίζονται με τη μετάφραση, και τη λειτουργία της μετάφρασης ως πολιτισμική επικοινωνία. Στόχος του εργαστηρίου είναι να εξετάσει τη δραστηριότητα της μετάφρασης στο ιστορικό και πολιτισμικό της πλαίσιο.

Συντονίστρια του Εργαστηρίου θα είναι η κ.  Margaret Wesseling, Μεταφράστρια, θεατρική συγγραφέας.

Προθεσμία υποβολής αιτήσεων: Κυριακή 1η Μαρτίου, 2020.

Ημερομηνία διεξαγωγής των δύο δίωρων συναντήσεων: Σάββατο 21 Μαρτίου 2020.

 

Φωτογραφία: Gerd Altmann

 

Το εργαστήριο θα αποτελείται από δύο μέρη.

 

  • Πρώτο μέρος, πρωινή συνάντηση: Η συντονίστρια θα αναφερθεί σε ανέκδοτα στοιχεία σχετικά με τη ζωή μεταφραστριών/μεταφραστών από διάφορες χώρες και διαφορετικές χρονικές περιόδους, οι οποίες θα οδηγήσουν σε μια ευρύτερη συζήτηση σχετικά με την επιρροή της μετάφρασης στον πολιτισμό. Επιπλέον, η συντονίστρια θα σχολιάσει εκτενώς ένα σύνολο μεταφράσεων και θα συζητήσει με τις/τους συμμετέχουσες/οντες θέματα που σχετίζονται με τη διαδικασία της μετάφρασης, όπως είναι το κοινό στο οποίο απευθύνεται, οι κατηγορίες εξειδικευμένων λεξιλογίων, και το επίπεδο ύφους στη γλώσσα – στόχο.
  • Δεύτερο μέρος, απογευματινή συνάντηση: Οι συμμετέχουσες/οντες θα κληθούν να ασκηθούν – με ομαδικές ασκήσεις – και να αντιμετωπίσουν οι ίδιοι θέματα και προκλήσεις της μετάφρασης, με απώτερο σκοπό να αναδειχθεί η σημασία της, εφόσον είναι απαραίτητη για τον πολιτισμό, και να εμπλακούν σε συζήτηση για την δεοντολογία που την διέπει.

Η συμμετοχή στο εργαστήριο, όπως και σε όλες τις δραστηριότητες που οργανώνει το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών, είναι δωρεάν.

 

Στόχοι του εργαστηρίου:

 

  • Οι συμμετέχουσες/οντες στο εργαστήρι αναμένεται:
  • Να διευρύνουν τις γνώσεις τους σε θέματα που σχετίζονται με την μετάφραση.
  • Να κατανοήσουν βαθύτερα την λειτουργία της μετάφρασης και τις προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι μεταφραστές.
  • Να ευαισθητοποιηθούν και να κατανοήσουν θέματα δεοντολογίας της μετάφρασης.
  • Να συνεργαστούν δημιουργικά μεταξύ τους και να ασκηθούν στην μετάφραση.
  • Να πειραματιστούν σε διάφορα είδη μετάφρασης εφαρμόζοντας επιλεκτικά τα κριτήρια που θα προταθούν από τη συντονίστρια.
  • Να εξετάσουν την κοινωνική λειτουργία ή λειτουργίες που συμπληρώνονται από τη μετάφραση σε διάφορα κοινωνικά πλαίσια.
  • Κατά τη διάρκεια του εργαστηρίου οι συμμετέχουσες/οντες αναμένεται να:
  • συμβάλουν έμπρακτα στις συζητήσεις στην τάξη,
  • συμμετέχουν στις ομαδικές ασκήσεις που θα ζητηθούν από την συντονίστρια,
  • δεσμευθούν ότι θα παρακολουθήσουν όλες τις συναντήσεις του εργαστηρίου και ότι θα είναι συνεπείς στις ώρες της λειτουργίας του.

Το εργαστήριο διεξάγεται στην αίθουσα σεμιναρίων του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών (ΚΕΣ) Ελλάδος στο Ναύπλιο. Το εργαστήριο θα είναι εντατικό. Οι συναντήσεις θα γίνουν το Σάββατο 21 Μαρτίου 2020. Κάθε συνάντηση θα έχει διάρκεια δύο ωρών, με ενδιάμεσο διάλειμμα.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθύνεστε καθημερινά (10.00 – 17.00) στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών, στον αριθμό τηλεφώνου 27520 47030, εσ. 1. Η Ματίνα Γκόγκα, Μάνατζερ Ανάπτυξης Αναλυτικών Προγραμμάτων του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών, είναι στη διάθεσή σας για κάθε πληροφορία.

 

Οι οχυρώσεις του Ναυπλίου: Διαχρονικός οδηγός για την ανάπτυξη του συστήματος των προμαχώνων (15ος -18ος αι.) – Ιωάννα Στεριώτου, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Αρχίζοντας την παρουσίαση περίπου δυόμισι αιώνων, πριν το τέλος μιας επο­χής, το 1715, θα αναπτύξουμε σύντομα ποιες ήταν οι οχυρώσεις του Ναυπλίου κατά την περίοδο της βενετοκρατίας στην πόλη, μια περίοδο καθοριστική για τη Βενετία, το Ναύπλιο και την Πελοπόννησο, και πολύ σημαντική επίσης για την εξέλιξη της τεχνικής των οχυρωματικών έργων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Οι οχυρώσεις του Ναυπλίου είναι μοναδικές στο είδος τους σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο και από τις σημαντικότερες της ανατολικής Μεσογείου.[1] Στην παρουσίαση αυτή δεν θα κάνουμε μόνο ανακεφαλαίωση της κατασκευής των οχυρώσεων από τον 15ο αι. έως και το τέλος της βενετικής κατοχής (1389­-1540, 1686-1715), αλλά θα παρουσιάσουμε, για πρώτη φορά, σχέδια με προ­τάσεις βελτίωσης των θαλάσσιων τειχών της πόλης, που εκπονήθηκαν στην εκπνοή της δεύτερης βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο.

Το 1389 άρχισε η πρώτη βενετική κατοχή για την πόλη, που διήρκεσε έως το 1540. Με την κτήση αυτή η βενετική Δημοκρατία συμπλήρωνε την αλυσίδα των λιμανιών-βάσεων που κατείχε, ώστε με μια συνεχή γραμμή ναυσιπλοΐας, διά μέσου της Κέρκυρας, της Μεθώνης και της Κορώνης, του Ναυπλίου, της Χαλκίδας (Negroponte) και φυσικά της Κρήτης, να φτάνει με ασφάλεια στα λιμάνια της Ανατολής.

Ήδη όμως, από το β’ μισό του 15ου αι., η θέση του Ναυπλίου άρχισε να γίνεται επισφαλής και οι οχυρώσεις του αποδεικνύονταν ανεπαρκείς. Έπρεπε, ωστόσο, να καταλάβουν οι Τούρκοι το Άργος (1463) και τη Χαλκίδα (1470) για ν’ αρχίσουν οι Βενετοί τη συστηματική οχύρωση του Ναυπλίου. Ο διοικη­τής του Vittore Pasqualigo συνεργάστηκε με τον μηχανικό Antonio Gambello. Οι επεμβάσεις εκείνες ήταν:

α) Το φρούριο Μπούρτζι στη βραχονησίδα του Αγίου Θεοδώρου, το «κλει­δί του Ναυπλίου», το οποίο άρχισε να κατασκευάζεται το 1471.

β) Σε συνέχεια του Κάστρου των Φράγκων, προς τα ανατολικά, οι Βενετοί άρχισαν να κατασκευάζουν έναν τρίτο περίβολο, οχυρώνοντας τον λόφο που απέμενε ακάλυπτος σ’ εκείνη την πλευρά. Το ισχυρότερο σημείο αυτού του φρουρίου ήταν ένας ογκώδης, διπλός κυκλικός προμαχώνας (Torrione), με δύο πυροβολεία σε διαφορετικά επίπεδα, σχηματισμό από τον οποίο λέγεται ότι ονομάστηκε ολόκληρο το οχυρό Castel Toro.

γ) Η περιτείχιση της πόλης, η οποία ολοκληρώθηκε στις αρχές του 16ου αι., κάτω από το φρουριακό συγκρότημα της Ακροναυπλίας, προς τα βόρεια.

Υποστηρίζεται ότι κάποιο προάστιο πρέπει να υπήρχε στις ρίζες του λό­φου, έξω από τα τείχη της Ακρόπολης, από τους βυζαντινούς ακόμη χρόνους. Από το β’ μισό του 15ου αι. θα πρέπει να άρχισε η οριστική μετατροπή του προαστίου σε κανονική πόλη, με κυβερνητικά μέγαρα, εκκλησίες, πλατεία, λιμάνι, χάραξη δρόμων και πολεοδομικό σχεδιασμό. Αναπτύχθηκε έτσι μια πόλη πάνω σε μια πλατιά επίχωση, την οποία δημιούργησαν οι Βενετοί προς τη θάλασσα, πάνω σε πασσαλώσεις, μέθοδο που γνώριζαν άριστα από τα έργα τους στη λιμνοθάλασσα της Βενετίας. Το 1502 πάντως είναι η πρώτη χρονιά που αναφέρεται ότι αρχίζουν να κτίζονται τα χαμηλά τείχη του Ναυπλίου.

Ο περίβολος της πόλης, απλός στη χάραξή του, ξεκινούσε από τον Torrione του Castel Toro, κατέβαινε μέχρι τη θάλασσα στον Torrioncino Contarina (μι­κρό κυκλικό πύργο). Στο μέσο αυτής της ανατολικής πλευράς σχηματιζόταν αμβλεία γωνία, όπου ανοιγόταν η Ανατολική κύρια Πύλη, στο ένα πλευρό της οποίας αναπτυσσόταν ορθογωνικός πύργος για τη φύλαξή της. Στην ίδια ανατολική πλευρά η θάλασσα εισχωρούσε μέσα στην ξηρά δημιουργώντας έναν κολπίσκο, ο οποίος έπαιζε τον ρόλο τάφρου και έφτανε μέχρι τη βάση του Castel Toro. Στο βόρειο θαλάσσιο τείχος της πόλης, όχι μακριά από τον ΒΑ μικρό πύργο Contarina, υπήρχε η Πύλη της Θάλασσας. Σε ολόκληρο τον περίβολο της πόλης, που συνέχιζε την πορεία του προς τα δυτικά, για να κλεί­σει πάνω στους βράχους της χερσονήσου, έως τα τείχη του Κάστρου των Ελλήνων, ακολουθώντας τη μορφολογία του εδάφους, βρίσκονταν και άλλες βοηθητικές πύλες, όπως η Porta della Piazza, η Porta dei Fomi κ.ά.

Ανακεφαλαιώνοντας, για την περίοδο της πρώτης βενετοκρατίας στο Ναύ­πλιο, θα λέγαμε ότι η μαζική κατασκευή οχυρώσεων στις τελευταίες δεκαετίες του 15ου και στις πρώτες του 16ου αι. είναι ένα προοίμιο των βενετσιάνικων οχυρώσεων μεγάλης κλίμακας που κατασκευάστηκαν, εκτός από το Ναύπλιο, στη Μεθώνη και στην Κορώνη, για ν’ ακολουθήσουν οι περίφημες οχυρώσεις της Κρήτης και φυσικά της πόλης της Κέρκυρας, από το 1538-1540 (διαρκούντος του τρίτου βενετοτουρκικού πολέμου) και αργότερα, στις επόμενες δεκαετίες του 16ου και του 17ου αι.

Από το 1540 έως το 1686, οι Οθωμανοί, αν και όρισαν το Ναύπλιο πρω­τεύουσα του Μοριά, παραμέλησαν τις οχυρώσεις του. Το μόνο που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι στη ΒΔ γωνία του περιβόλου της πόλης αναπτύχθηκε ένα είδος παράκτιου προμαχώνα, τα «Πέντε Αδέλφια», ονομασία που πήρε από την οργάνωση στην ίδια θέση πυροβολαρχίας με πέντε κανόνια. Μετά την επανακατάληψη του Ναυπλίου από τις δυνάμεις του Morosini, το 1686, η πόλη ορίστηκε ως πρωτεύουσα του Βασιλείου του Μοριά. Ήταν, λοιπόν, επόμενο να φροντίσουν οι Βενετοί να επιδιορθώσουν τις ζημιές που είχαν υποστεί οι οχυρώσεις από τον πόλεμο και τη μακροχρόνια εγκατάλειψη.

 

O προμαχώνας των «Πέντε Αδελφών», A. Haubenschmid, 1833-1834, Βαυαρικό Πολεμικό Μουσείο (Ingolstadt Bayerisches Armeemuseum).

 

Σύμφωνα με την Έκθεση του Filippo Besseti di Verneda – από τους πλέον ειδικούς στη στρατιωτική τέχνη –[2] τα αμυντικά μειονεκτήματα του Ναυπλίου επικεντρώνονταν στην ύπαρξη του βουνού του Παλαμηδιού, που κυριαρχού­σε πάνω από την πόλη. Γι’ αυτό πρότεινε την ενίσχυση της ζώνης του ισθμού που ένωνε τη χερσόνησο με την ξηρά, στη βάση του βουνού.

Οι Βενετοί επικέντρωσαν τη δραστηριότητά τους κυρίως στον ανατολι­κό περίβολο, όπου ανέπτυξαν, στις αρχές του 18ου αι., ένα κανονικό μέτω­πο με προμαχώνες. Η υπό σχεδίαση οχύρωση αποτελείτο από μια κεντρική cortina, στο μέσο της οποίας θα ανοιγόταν η μνημειακή κεντρική Πύλη της Ξηράς, και από δύο προμαχώνες (στα δύο άκρα της cortina): του San Antonio ή Grimani, προσκολλημένου στη βάση του Torrione του Castel Toro, και του San Marco ή Dolfin, στο ΒΑ άκρο πάνω στη θάλασσα, ενισχυόμενου και από το αποσπασμένο οχυρό του San Sebastiano ή Mocenigo, μέσα στη θάλασσα.

 

Η ενετική Πύλη του Ναυπλίου (η Πύλη της Ξηράς – εξωτερική όψη), τέλος 19ου αιώνα. Έργο του John Fulleylove (1845-1908), Άγγλου αρχιτέκτονα, ζωγράφου και εικονογράφου ταξιδιωτικών βιβλίων. British Museum.

 

Τελικά, στη ΒΑ γωνία κτίστηκε ο νέος προμαχώνας San Marco ή Dolfin, με έναρξη των εργασιών στα τέλη του 1702. Σχεδιαστής του ήταν ο μηχανι­κός Levasseur και κατασκευαστής ο μηχανικός Pietro de Lasalle. Παρά τις δυσκολίες του έργου, εξαιτίας κυρίως του αμμώδους εδάφους θεμελίωσης, το έργο περατώθηκε το 1704 χάρη και στην παρέμβαση του προνοητή του στό­λου Loredan.

Μετά τον προνοητή Dolfin, που προγραμμάτισε και άρχισε διάφορα συ­μπληρωματικά έργα στο ίδιο ανατολικό μέτωπο, μόνο ο διάδοχός του Fran­cesco Grimani προχώρησε σημαντικά τις εργασίες, ήδη από την άνοιξη του 1706, με αρκετές όμως διαφοροποιήσεις. Στις 31 Μαρτίου 1708 ο Grimani έγραφε ότι η παλιά Πύλη της Ξηράς, που ήταν εκτεθειμένη σε βολές από το Παλαμήδι, δεν καλυπτόταν αμυντικά από τους γειτονικούς προμαχώνες, γι’ αυτό σχεδίασε καινούργια πύλη, που θα ήταν πραγματικά προφυλαγμένη, ασφαλής, με ξύλινη γέφυρα και δύο ανασυρόμενα τμήματα. Από το 1706 ο Grimani δεν παρέλειπε να υπενθυμίζει την ακαταλληλότητα που δημιουργούνταν στον προμαχώνα Dolfin (ΒΑ) εξαιτίας της προσάμμωσης, η οποία όχι μόνο μείωνε την ασφάλειά του, αλλά – ως γνωστόν – αποτελούσε το μείζον πρόβλημα της μη συστηματικής λειτουργίας του λιμανιού του Ναυπλίου.

Μετά από πολλές συζητήσεις και σχεδιασμούς αποφασίστηκε η κατα­σκευή ενός προμαχώνα «αποκομμένου» στη θάλασσα, προς τη Θαλασσινή Πύλη. Το σχέδιο αυτού του οχυρώματος, με την ονομασία «opera Moceniga» φέρει την υπογραφή του μηχανικού Lasalle.

Μια άλλη κύρια επέμβαση που πραγματοποιήθηκε το 1708, κατά την περί­οδο της διοίκησης του Grimani, ήταν ο επιβλητικός περίβολος που αγκάλιασε την ανατολική – ΒΑ γωνία του Castel Toro, προκειμένου να ανταποκριθεί και αυτή η πλευρά στις νέες τεχνικές της οχυρωματικής. Ο Grimani κατασκεύασε και δύο caponiere[3] στην τάφρο πάνω στον βράχο, στη βάση του βουνού του Παλαμηδιού, πριν αποφασιστεί η ανέγερση του φρουρίου σ’ αυτό.

Η τελευταία από τις βενετσιάνικες κατασκευές, στους χαμηλότερους βρά­χους του Ναυπλίου, ήταν η μνημειώδης πύλη στο βόρειο τείχος του Κάστρου των Ελλήνων, η οποία κατασκευάστηκε στα 1713 από τον γενικό προνοητή Agostino Sagredo για να συντομεύσει την επικοινωνία μεταξύ της πόλης και της ακρόπολης σ’ εκείνη την πλευρά.

Σ’ όλα τα έργα αυτής της περιόδου οι Βενετοί χρησιμοποιούσαν τα πληρώ­ματα των πλοίων τους, όπως αναφέρει ο Kevin Andrews.[4] Πάνω στην Ακροναυπλία, τέλος, έγιναν μόνο εργασίες συντήρησης και ενίσχυσης του οπλι­σμού, και το ίδιο πρέπει να συνέβαινε και στο φρούριο Μπούρτζι.

Θα ακολουθήσει σύντομη περιγραφή ορισμένων σχεδιαγραμμάτων της περι­όδου της δεύτερης βενετοκρατίας, ώστε να υπάρχει πλήρης εικόνα της αμυ­ντικής κατάστασης του Ναυπλίου. Όλα έχουν ήδη δημοσιευθεί αναλυτικά από τη γράφουσα.

Αρχίζουμε την παρουσίαση με δύο σχέδια, τα οποία αναφέρονται στις προαναφερθείσες επεμβάσεις και είναι δημοσιευμένα με λεπτομέρεια στα Πρα­κτικά του Γ’ Συμποσίου Ιστορίας και Τέχνης (Μονεμβασιά 1990).[5] Χρονολο­γούνται στον 18ο αι., χωρίς ακριβή χρονολογία. Στο ένα σχέδιο (εικ. 1) παρα­τηρούμε το ανατολικό χερσαίο τείχος από το Castel Toro μέχρι τον ΒΑ μικρό στρογγυλό πύργο Contarina, την Ανατολική Πύλη και το τμήμα του βόρειου παραθαλάσσιου τείχους με τη Θαλασσινή Πύλη. Το κυριότερο στοιχείο του είναι ένα νέο οχυρό (Α) μέσα στην «τάφρο», έξω από την Ανατολική Πύλη, στο βραχώδες έδαφος, καθώς και το οχυρό (Β) για την κάλυψη της Πύλης της Θάλασσας, που θα παρατηρήσουμε στο επόμενο σχέδιο αναλυτικά. Στο δεύ­τερο σχέδιο (εικ. 2) παρουσιάζεται το οχυρό (Β), γνωστό ως προμαχώνας San Sebastiano ή Mocenigo. Ήταν ένα οχυρό που προστάτευε και ένα μέρος του λιμανιού, το μαντράκι του Ναυπλίου. Μέσα σε αυτό υπήρχαν θέσεις πυρο­βολαρχιών, καλυμμένο κανονιοστάσιο, μικρή αποθήκη πυρίτιδας και κτήριο στρατώνα, στο οποίο στεγαζόταν και μια αποθήκη ξυλείας με εξαρτήματα πλοιαρίων και επίσης το Φρουραρχείο.

 

Εικ. 1: Σχέδιο του τμήματος των τειχών της πόλης του Ναυπλίου προς την ξηρά και το Παλαμήδι (A.S.V, Provveditori da Terra e da Mar, ex. B. 79, dis. 37b).

 

Εικ. 2: Προοπτικό σχέδιο του οχυρού s. Sebastiano ή του Mocenigo στο βόρειο τείχος της πόλης του Ναυπλίου (A.S.V., Provveditori da Terra e da Mar, ex. B. 79, dis. 37).

 

Στη συνέχεια παρουσιάζουμε σύντομα ένα άλλο σχεδιάγραμμα της πόλης του Ναυπλίου και των οχυρώσεών της, κατά την πολιορκία από τις συμμαχι­κές δυνάμεις των Βενετών (31 Ιουλίου – 29 Αυγούστου 1686). Έχει δημοσιευθεί αναλυτικά, πέραν των απλών δημοσιεύσεών του σε διάφορα επιστημονικά άρθρα, στα Θησαυρίσματα το 2003, περιλαμβάνεται δε στον περίφημο Κώδι­κα Morosini για τον «Πόλεμο του Μοριά (1684-1697)», που βρίσκεται στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας.[6]

Τη σύνταξη του σχεδιαγράμματος υπο­γράφει ο μηχανικός Giovanni Bassignani και έγινε κατ’ εντολή του Francesco Morosini, πριν από τον θάνατό του το 1694 (εικ. 3). Αρχίζοντας την περιγρα­φή από την ανατολική πλευρά (ο βορράς προς τα κάτω), βλέπουμε το βουνό Παλαμήδι, τις προσβάσεις από την ενδοχώρα, τις θέσεις των πυροβολαρχιών των Βενετών, το σύνολο των χερσαίων τειχών του Ναυπλίου (από την περί­οδο της πρώτης βενετοκρατίας), το Κάστρο των Ελλήνων, των Φράγκων και το Castel Toro. Έξω από το ανατολικό τείχος παρατηρούμε το έλος, δίπλα στον κολπίσκο που σχηματιζόταν με την εισχώρηση της θάλασσας προς τις υπώρειες του Παλαμηδιού, λειτουργώντας ως ένα είδος τάφρου. Στην κάτω πόλη το τζαμί είχε μετατραπεί σε αποθήκη πυρομαχικών, εικονίζεται ο Άγιος Δομήνικος και η εγκατάσταση (εκκλησία [;]) των Καρμελιτών, ακριβώς δίπλα και εσωτερικά του παραθαλάσσιου τείχους. Ειδικότερα, παρατηρούμε το Νο 13 του υπομνήματος με την επεξήγηση «επίπεδος ημιπρομαχώνας αποσπα­σμένος» (μέσα στην τάφρο) και το Νο 40 ως «Θαλασσινή Πύλη», με τον σχεδιασμό και χωρίς αρίθμηση του αποσπασμένου οχυρού San Sebastiano ή Mocenigo (Β) που περιγράψαμε προηγουμένως. Και τα δύο αναφέρονται στα υπομνήματα με πολλές τεχνικές λεπτομέρειες, ως αμυντικά έργα και με χρώ­μα κίτρινο, δηλαδή κατασκευές «που έγιναν από τον ίδιο τον γενικό καπιτάνο». Επίσης, περιγράφει αναλυτικότατα και όλες τις προσθήκες στα αμυντικά έργα της Ακροναυπλίας, όλων των ιστορικών περιόδων.

 

Εικ. 3: Σχεδιάγραμμα της πόλης του Ναυπλίου, 1686 (B.M.V., It. Cl VII, 94 [10051], No 93).

 

Ακολουθεί συνοπτική περιγραφή τριών σχεδίων της συλλογής Grimani, η οποία βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη στην Αθήνα, που δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό της Europa Nostra, Bulletin (αρ. 59 [2005]).[7]

Σχέδιο ΧΧΙ (Kevin Andrews) (εικ. 4): σε χαρτί με πένα και ακουαρέλα. Υπο­γράφεται από τον μηχανικό Giovanni Bassignani. Η ακριβέστερη χρονολογία, σύμφωνα με τα εικονιζόμενα στοιχεία, συγκρινόμενα και με άλλα ντοκουμέ­ντα, είναι 1699-1701. Παρατηρούμε τις οχυρώσεις της Ακροναυπλίας, όλων των εποχών, τα χερσαία και θαλάσσια τείχη, τις πρώτες επεμβάσεις της δεύ­τερης βενετοκρατίας, όπως τα δύο οχυρά στην τάφρο (Α) και μπροστά και δίπλα στην Πύλη της Θάλασσας (Β), ενώ το φρούριο του Παλαμηδιού δεν εικονίζεται ακόμη.

 

Εικ. 4: Σχεδιάγραμμα της πόλης του Ναυπλίου, 1686 (Αθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Συλλογή Grimani, Kevin Andrews, plate XXI).

 

Σχέδιο ΧΧΙΙ (Kevin Andrews) (εικ. 5): σε χαρτί, με πένα και ακουαρέ­λα. Δεν υπογράφεται ούτε έχει ακριβή χρονολογία γραμμένη πάνω σε αυτό. Υπάρχει σχετικό επεξηγηματικό υπόμνημα. Σε αυτό διακρίνουμε για πρώτη φορά τον νέο ΒΑ προμαχώνα (Dolfin) των χερσαίων τειχών, που αντικατέ­στησε το 1704 τον μικρό στρογγυλό πύργο Contarina, καθώς και τον προμα­χώνα Grimani που κατασκευάστηκε το 1706 κάτω από το Castel Toro, προς τη νότια βραχώδη ακτή, κάτω από το Παλαμήδι Επίσης, εικονίζεται το αποκομμένο οχυρό, μέσα στην τάφρο, έξω από την Πύλη της Ξηράς (Α), αμυ­ντικά έργα πέραν της ανατολικής τάφρου στην περιοχή του έλους καθώς και στην άνοδο προς το βουνό του Παλαμηδιού (προκαταρκτικά αμυντικά έργα σε περίπτωση ανόδου του εχθρού εκεί). Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο είναι η επισήμανση του χώρου έξω από το θαλάσσιο τείχος από τον ΒΑ προμαχώνα Dolfin και προς τα δυτικά, πέραν της Θαλασσινής Πύλης, όπου αναγράφει το υπόμνημα τα εξής (σε μετάφραση): «Θεμέλια= ενίσχυση του υπεδάφους, για να συγκρατηθεί το έδαφος και να δημιουργηθεί πλατεία (= ελεύθερος, επί­πεδος χώρος), όπου μπορούν να κατασκευαστούν αποθήκες ή να καλυφθεί η όποια άλλη ανάγκη». Επίσης, σημειώνονται πάνω στο σχέδιο οι ενδείξεις για τον υποθαλάσσιο μώλο που περιέβαλλε το Μπούρτζι, και για τη δημιουργία νέου λιμανιού (μαντράκι) κάτω από τις ΒΑ υπώρειες της Ακροναυπλίας με την κατασκευή νέου μώλου.

 

Εικ. 5: Σχεδιάγραμμα της πόλης του Ναυπλίου, 1700 περ. (Αθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Συλλογή Grimani, Kevin Andrews, plate XXIΙ).

 

Σχέδιο ΧΧΙΙΙ (Kevin Andrews) (εικ. 6): σε χαρτί, με πένα και ακουαρέλα. Υπογράφεται από τον Bartolomeo Carmoy Colle, ο οποίος παρουσιάζει εξω­τερικά οχυρά ήδη κατασκευασμένα, καθώς και εκείνα που επρόκειτο να κα­τασκευαστούν. Η πόλη του Ναυπλίου εικονίζεται με τις γνωστές οχυρώσεις της στην Ακροναυπλία και στην πόλη, στη βόρεια ακτή και στην ανατολική πλευρά, με την κύρια χερσαία πρόσβασή της κάτω από το Παλαμήδι. Μέσα στην πόλη εικονίζονται: το τζαμί που έγινε η εκκλησία του Αγίου Αντωνίου (Β), η εκκλησία της Παναγίας των Καρμελιτών – Madonna de Carmine C, μια σειρά από palazzi αξιωματούχων, του capitan general (D), του provveditore del Regno (E), του rettore (F), του provveditore (G). Ενδιαφέρον έχει η επι­σήμανση των νέων στρατώνων εσωτερικά και δίπλα στο ανατολικό τείχος, κοντά στην Πύλη της Ξηράς. Επίσης, έξω από τα τείχη της πόλης, προς την ενδοχώρα, παρουσιάζονται πολλά εξωτερικά αμυντικά έργα που περιγράφο­νται με αρκετή ακρίβεια. Τέλος, στο βουνό του Παλαμηδιού προτείνεται η κατασκευή ενός οχυρού συνόλου, αποτελούμενου από μεμονωμένους πύρ­γους που συνδέονταν με τείχος. Ασφαλώς πρόκειται για πρόταση που όμως δεν υλοποιήθηκε.

 

Εικ. 6: Σχεδιάγραμμα της πόλης του Ναυπλίου, 1699-1701 (Αθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Συλλογή Grimani, Kevin Andrews, plate XXIII).

 

Τέλος, παρουσιάζουμε τα δύο νέα σχέδια, αδημοσίευτα από όσο γνωρίζω, προ­ερχόμενα από το Κρατικό Αρχείο της Βενετίας. Βρίσκονται στη σειρά των Provveditori da Terra e da Mar.[8]

Σχέδιο 1 (εικ. 7 και 8): υπογράφεται από κάποιον Maconcin και έχει χρονο­λογία 1715, όταν γενικός προνοητής ήταν ο Alessandro Bon. Ειδικότερα, εί­ναι συνημμένο στο έγγραφο Νο 16, με χρονολογία 20 Ιουνίου 1715. Το σχέ­διο είναι με πένα και ακουαρέλα. Έχει τίτλο «Napoli di Romania. Porzione della Fortezza ossia il baluardo detto Mocenigo con la pianta degli edifici del molo Sovrapposizione pieghevole con la pianta delle strutture da eseguirsi nel settore del molo» [= Ναύπλιο. Τμήμα της οχύρωσης ή του προμαχώνα ονομα­ζόμενου Μοτσενίγκο, με την κάτοψη (σχέδιο) των κτηρίων του μώλου και με επανατοποθέτηση τμήματος χαρτιού πάνω από το σχέδιο με τις κατασκευές που πρέπει να γίνουν στον τομέα του μώλου]. Βλ. και εικ. 9 και 10. Υπάρχει υπόμνημα γραμμένο πάνω στο σχέδιο, ενώ συνδέεται και με σχετικά έγγραφα της ίδιας περιόδου (Ιούνιος 1715), τα οποία πρέπει να διερευνηθούν περαιτέ­ρω. Είναι προτάσεις για την ενίσχυση των οχυρώσεων της πόλης, προκειμένου να μπορούν να αντιμετωπίσουν το προηγμένο οθωμανικό πυροβολικό, σε περίπτωση επίθεσης. Οι προτάσεις ήταν του cavalier de Silva και είχαν εγκριθεί από την ολομέλεια του Πολεμικού Συμβουλίου.

 

Εικ. 7: Σχεδιάγραμμα του παράλιου τείχους του Ναυπλίου και του αποσπασμένου οχυρού Mocenigo, με την υπάρχουσα τότε κατάσταση (Βενετία, Archivio di Stato, Provveditori da Terra e da Mar, F: 857, disegno 1, collocazione fotographica 14111, foto 361-362).

 

Εικ. 8: Υπομνηματισμός του σχεδιαγράμματος εικ. 7.

 

Η αναλυτική περιγραφή με βάση το υπόμνημά του είναι η ακόλουθη:

Με κόκκινο χρώμα σημειώνεται η κατάσταση στην οποία βρισκόταν εκεί­νο το τμήμα της οχύρωσης. Διακρίνουμε το αποσπασμένο οχυρό Mocenigo (Β.Α.), με τον μώλο (Β.Β.), ένα σύνολο κατοικιών πάνω στον μώλο (D.D.), τον μικρό κυκλικό πύργο της Πύλης (εννοεί της Θαλασσινής) (Ε), μια falsabraga ή falsabraca (είδος προτειχίσματος, δηλαδή ένα ανάχωμα στη βάση των τειχών για τη διέλευση των περιπόλων και την αμυντική κάλυψη, εξωτερικά, της βάσης ενός οχυρού περιβόλου), η οποία βρίσκεται μπροστά στα τείχη της οχυρωμένης πόλης (F). Επίσης, διακρίνονται ένας «ημιπρομαχώνας» μπροστά στο παλάτσο (G) και ο στρογγυλός πύργος (κοντά) στους Πατέρες των Καρμελιτών (Η).

Με κίτρινο χρώμα σημειώνεται το χαμηλό οχυρό, σχεδόν τελειωμένο, με υπεύθυνο τον ίδιο ιππότη de Silva: (ειδικά) το «φάλσο οχυρό» (W) με επάλ­ξεις, από τις οποίες οι βολές είναι παράλληλες με το μέτωπο του οχυρού Mo- cenigo, στοχεύοντας πλευρικά τις «εργασίες» (τα έργα), που μπορεί να γίνουν από τους εχθρούς σε περίπτωση επίθεσης.

Με πράσινο χρώμα σημειώνονται οι εργασίες που θα γίνουν με επίχωση, αποτελούμενη από χώμα, δέματα από άχυρα, χόρτα και πασσάλους, δημιουργώ­ντας επίπεδες επιφάνειες στον μώλο. Ειδικότερα στο σχέδιο υπομνηματίζονται:

(X.X.) «Καλυμμένη οδός», με «μπανκέτα» (πεζούλι, πασσάλωση) και «σπάλ- το» (αντέρεισμα εξωτερικά).

(Y.Y.) Πεδίο ασκήσεων, παράταξης στρατού, που περνά ξυστά στο μέτω­πο του αποσπασμένου οχυρού Mocenigo.

(Z.Z.) «Τραβέρσες» (πρόχειρο ανάχωμα ή χωμάτινο παραπέτο, με κατεύ­θυνση εγκάρσια ως προς τα εχθρικά πυρά. Κατασκευαζόταν για την ενίσχυση των μειονεκτικών θέσεων και την κάλυψη των αμυνομένων, σε διάφορα οχυ­ρώματα της τάφρου ή επάνω στις επιχωματώσεις τμημάτων του περιβόλου, που ήταν εκτεθειμένα σε εξωτερικά υψώματα – traversa di trincea, ritirata).

(R.R.) (semplice) Tenaglia, tanaglia, forbice. Απλή «τανάλια» ή «ψαλί- δα» (χαμηλό προτείχισμα σε σχήμα ανοικτής «ψαλίδας», μπροστά σε «κορ- τίνα»-τείχος, για χαμηλά πυρά πάνω από την τάφρο. Υπήρχε απλή και διπλή «ψαλίδα». Συνήθως οι πλευρές της ακολουθούσαν την κατεύθυνση των γραμ­μών άμυνας).

(&.&.) Τμήμα (τείχους) που δέχεται τις βολές που προορίζονταν για το οχυ­ρό Mocenigo, το οποίο έπρεπε να επιχωματωθεί.

(ο.) Άλλο τμήμα (τείχους) για τις βολές «ραντέντε» (επίπεδες) του ίδιου οχυρού Mocenigo.

(y.) Άλλο τμήμα (τείχους) που εκτείνεται (διασταυρώνεται;) με το μέτωπο που είναι στραμμένο προς το «μπόργκο».

(Z.) Alvise Maconcin, a. D.o (το όνομα του υπεύθυνου αξιωματούχου).

Τέλος, αναγράφεται η γραμμική κλίμακα του σχεδίου που είναι σε βενε­τικά «βήματα», no 90.

Σχέδιο 1Α: το αναφερόμενο ως δεύτερο σχέδιο είναι το προηγούμενο, του ίδιου σχεδιαστή αξιωματούχου, στο οποίο επικολλάται χωριστό χαρτί με την πρόταση αναμόρφωσης των κατασκευών στην ίδια περιοχή. Είναι οι κατα­σκευές με το πράσινο χρώμα, όπως περιγράφηκαν παραπάνω. Στην καταχώ­ριση του φωτογραφικού αρχείου στην ίδια σειρά, αναγράφεται ως 1Α (εικ. 9 και 10).

 

Εικ. 9: Παραλλαγή του σχεδιαγράμματος εικ. 7, με τις προτεινόμενες κατασκευές.

 

Εικ. 10: Υπομνηματισμός του σχεδιαγράμματος εικ. 9.

 

Η Βενετία και πάλι εκπλήσσει με τη γραφειοκρατική της τυπολατρία επι­τρέποντας πάντα στους μισθοφόρους επιτελείς της να προγραμματίζουν και να σχεδιάζουν την καλύτερη άμυνα των κτήσεών της, ακόμη και αν γνώριζαν πολύ καλά ότι ο εχθρός ήταν προ των πυλών.

Σχέδιο 2 (εικ. 11 και 12): το δεύτερο, αδημοσίευτο, σχέδιο βρίσκεται στην ίδια σειρά με το προηγούμενο, έχει την υπογραφή του μηχανικού de Lassale και χρονολογία 1715, όταν γενικός προνοητής του στρατού του Βασιλείου ήταν ο Alessandro Bon. Είναι σχεδιασμένο σε χαρτί με πένα και ακουαρέλα, και βρί­σκεται συνημμένο στο έγγραφο της ίδιας σειράς, No 16 της 20ής Ιουνίου 1715. [9]

Από το υπόμνημα που είναι γραμμένο επάνω, προκύπτει ότι πρόκειται για σχέδιο του μώλου του Ναυπλίου, με πρόταση για κατασκευή διάφορων χαρα­κωμάτων και ορυγμάτων, μετά από επίχωση με χόρτα και κλαδιά. Προτάθηκε από τον μηχανικό Lassale, με σκοπό να καλύψει το ασθενές, παράλιο τείχος της πόλης και ταυτόχρονα για να ενισχύσει την άμυνα του αποσπασμένου οχυρού Mocenigo. Οι κατασκευές αυτές αποδίδονται με κίτρινο χρώμα.

 

Εικ. 11: Σχεδιάγραμμα του παράλιου τείχους του Ναυπλίου και του αποσπασμένου οχυρού Mocenigo, με διαφορετικές προτάσεις βελτίωσης της αμυντικής κατάστασης (Βενετία, Archivio di Stato, Provveditori da Terra e da Mar, F: 857, Disegno 2, collocazione fotografica 14112, foto 363).

 

Εικ. 12: Υπομνηματισμός του σχεδιαγράμματος εικ. 11.

 

Ειδικότερα αναγράφονται τα ακόλουθα:

  • «Πλευρό» του «αποσπασμένου» οχυρού-προμαχώνα.
  • Μεγάλο όρυγμα, που προτάθηκε να κατασκευαστεί από χώμα, κλα­διά με χόρτα και επίχωση· έπρεπε μάλιστα να υψωθεί κατά 12 πόδια.
  • «Πλευρό» για την άμυνα του μώλου σε εκείνη τη θέση.
  • «Πλευρό» που χρειαζόταν (;) να κατασκευαστεί για βοήθεια (υπο­στήριξη) του οχυρού στη θέση της Αγίας Τερέζας.
  • Χώρος μεταξύ της οχύρωσης του μώλου για την άνεση του στόλου και άλλων – σωμάτων (;).
  • Δημόσιες αποθήκες πυρομαχικών, χωρίς να εμποδίζουν την οχύρωση.
  • Falsabraga(είδος προτειχίσματος για την άμυνα στον πυθμένα της τάφρου).

Πάνω στο σχέδιο αναγράφονται και οι ενδείξεις «μώλος» και «αποσπα­σμένος προμαχώνας». Τέλος, αναγράφεται η γραμμική κλίμακα του σχεδίου, που είναι σε βενετικά «βήματα», no 50.

Τελευταίο στην αναφορά μας αφήσαμε το φρούριο του Παλαμηδιού. Η επι­βλητική του παρουσία πάνω από την Ακροναυπλία και από ολόκληρη την πόλη του Ναυπλίου, αποτελούσε μια συνεχή απειλή γι’ αυτήν, το κυριότερό του ίσως μειονέκτημα, όπως αναφέρουν οι Βενετοί αξιωματούχοι.

Παρόλο που αρχικά το έργο της κατασκευής ενός ολόκληρου οχυρού στο βουνό του Παλαμηδιού θεωρήθηκε πολύ δύσκολο και οικονομικά ασύμφο­ρο, τελικά, ύστερα από ποικίλες προτάσεις, αποφασίστηκε να γίνει. Ο πρώ­τος που πίστεψε στη σημασία και την αναγκαιότητά του ήταν ο προνοητής Agostino Sagredo, ο οποίος ανέθεσε τον σχεδιασμό του στους μηχανικούς Giaxich και Lasalle.

Είναι πράγματι θαυμαστό πώς μέσα σε τρία χρόνια (1711-1714) ένα τέ­τοιο αμυντικό έργο ολοκληρώθηκε και είναι ιδιαιτέρως σημαντικό γιατί είναι το μοναδικό αυτής της περιόδου σε ολόκληρη την Ελλάδα. Μπορεί να θε­ωρηθεί ότι το Παλαμήδι ήταν η τελευταία κυριότερη αρχιτεκτονική κατα­σκευαστική δραστηριότητα στον τομέα των δημοσίων έργων, και βέβαια των οχυρώσεων της Βενετίας στον ελλαδικό χώρο. Η βασική ιδέα της οργάνωσής του ήταν η κατασκευή μεμονωμένων οχυρωμάτων που θα ακολουθούσαν τις βασικές αρχές της εποχής στο σύστημα κατασκευής προμαχώνων, οχυρών που μπορούσαν να λειτουργήσουν και ανεξάρτητα, αυτοτελώς τοποθετημένα στα κρίσιμα σημεία του ορεινού αναγλύφου του βουνού, έτσι ώστε το πυρο­βολικό, με το οποίο θα ήταν εφοδιασμένο κάθε ένα, να κάλυπτε τα διπλανά οχυρά-προμαχώνες. Ολόκληρο αυτό το αμυντικό σύνολο περιέβαλλε οχυρός περίβολος, με την κύρια πύλη προς την πλευρά της ενδοχώρας και μια δευτερεύουσα προς την πλευρά της πόλης του Ναυπλίου.

Ένα μόλις χρόνο μετά την αποπεράτωση των εργασιών, το Παλαμήδι, η Ακροναυπλία, η Κάτω Πόλη και το Μπούρτζι καταλήφθηκαν από τους Οθω­μανούς, μετά από εννέα μέρες σκληρού αγώνα. Ουσιαστικά μαζί με το Ναύ­πλιο κατακτήθηκε ολόκληρη η Πελοπόννησος και χάθηκε για τη Βενετία το Βασίλειο του Μοριά. Η ειρήνη του Πασάροβιτς, το 1718, υπογράφθηκε από την Αυστρία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, κλείνοντας με τρόπο πο­λύ οδυνηρό για τη Βενετία την τελευταία περίοδο του μακροχρόνιου αγώνα εναντίον των Οθωμανών. Σε αυτόν τον αγώνα, παρά τα λάθη της, η Βενετία κατόρθωσε να αντιμετωπίσει τον φοβερό εχθρό, τον οποίο, έστω και αν δεν μπό­ρεσε να κατατροπώσει, τον κατέστησε εξαντλημένο και κουρασμένο.

Παρ’ όλα αυτά, μέχρι την τελευταία στιγμή η συστηματικότητα με την οποία ήταν οργανωμένη η διοίκηση της μητρόπολης, ιδίως στον στρατιωτικό τομέα, αποδεικνύει ότι η Γαληνοτάτη υπήρξε μια μεγάλη δύναμη που άφη­σε ανεξίτηλα τα σημάδια της στην ελληνική γη. Τα βενετσιάνικα φρούρια των παράκτιων περιοχών της Πελοποννήσου, και όχι μόνο, με τον όγκο τους και την επιβλητικότητά τους είναι οι μάρτυρες αυτής της παρουσίας, μνημεία συνδεδεμένα άρρηκτα με την ιστορία του τόπου.[10]

Καταλήγοντας, θα θέλαμε να τονίσουμε ότι τα οχυρωματικά έργα των Βενετών της τελευταίας περιόδου της κυριαρχίας τους στην Ελλάδα, από τον 16ο αι. έως και τις αρχές του 18ου, έχουν μια αμείλικτη μεγαλοπρέπεια. Τα ισχυρά τείχη του Ηρακλείου της Κρήτης, τα φρούρια της Κέρκυρας και τα δυνατά τείχη του Παλαμηδιού και της Κάτω Πόλης του Ναυπλίου, για ν’ ανα­φέρουμε τα πλέον σημαντικά, είναι από τα σπουδαιότερα μνημεία που διατη­ρούνται στον ελληνικό χώρο.

 

IOANNA STERIOTOU

THE FORTIFICATIONS OF NAFPLIO: A TIMELESS GUIDE FOR THE DEVELOPMENT OF BASTION SYSTEM (15th-18th C.)

 

The Venetians began to organize the defense of the city of Nafplio since 1470, with the construction of several fortifications: the fort Bourtzi on the rocky island at the entrance to the gulf; the Castel del Toro, that was a third fortified enclosure at the eastern end of the hill of Akronafplia, in extension of the me­dieval fortifications; and the walls of the city, as it was developed towards the port, completed in the early 16th century.

During the period of the second Venetian rule, Nafplio played a leading role, as defined capital of the “Kingdom of Morea”. In Nafplio, the Venetians developed the greatest building activity in the field of public works, construct­ing new fortifications, until the second decade of the 18th century. The main concern was the defensive zone coverage in the land (isthmus) that connected the mainland to the peninsula, where the town developed beneath the moun­tain of Palamidi. Those works were completed in 1704.

The highlight though this activity is the fortress Palamidi at the top of the homonymous mountain that dominates over the town of Nafplio. It is indeed significant that within three years (1711-1714) a similar defensive work was completed and it is important, because it is a unique fortification, ex-novo constructed that time across Greece. The basic idea of its organization was the construction of individual strongholds (bastions), which would follow the ba­sic principles of bastion system, meanwhile they could function independent­ly, autonomously, placed at critical points of the rocky terrain of the mountain; so the artillery with which would be provided each bastion, could cover the adjacent ones.

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1]   Ι. Στεριώτου, «Συμπληρωματικά αμυντικά έργα στις οχυρώσεις της Πελοποννήσου (1684-1715). Δύο σχέδια του τείχους της πόλης του Ναυπλίου (18ος αι.) από το αρχείο της Βενετίας», Γ’ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης (Μονεμβασιά, 20-22 Ιουλίου 1990), Αθήνα 1998, σ. 135-154. Της ίδιας, «Βενετοί και δημόσια έργα στον ελλαδικό χώρο», Όψεις της Ιστορίας του βενετοκρατούμενου Ελληνισμού – Αρχειακά τεκμήρια, Ίδρυμα Ελληνικού Πο­λιτισμού, Αθήνα 1993, σ. 489-518. Της ίδιας, Τα βενετικά τείχη του Χάνδακα (τον 16ο και τον 17ο αιώνα). Το ιστορικό της κατασκευής τους σύμφωνα με βενετικές αρχειακές πηγές, «Βικελαία Βιβλιοθήκη» Δήμου Ηρακλείου, Ηράκλειον 1998. Δ. Αθανασούλης, «Η Ενε­τοκρατία στα Ιόνια, τη Δυτική Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Η νέα οχυρωματική τεχνο­λογία και η εφαρμογή της στα ενετικά κάστρα του ελλαδικού χώρου», “Ενετοί και Ιωα- ννίτες Ιππότες, Δίκτυο Οχυρωματικής Αρχιτεκτονικής”, Πειραματική Ενέργεια Αrchi-Μed, Αθήνα 2001, σ. 35-46. Ι. Στεριώτου, «Ο πόλεμος του Μοριά (1684-1697) και ο Κώδικας της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας», Θησαυρίσματα 33 (2003), σ. 241-283. I. Ste- riotou, «The Palamida fortress in Nauplia in the Peloponnese: a unique fortification of the XVIII century in Greece», Europa Nostra – Bulletin 59 (2005), σ. 69-78. Της ίδιας, «The bastioned fortresses in Greek territories under the influence of Vauban», Europa Nostra – Bulletin 62 (2008), σ. 81-90.

[2] O Filippo Besseti di Verneda ήταν στρατιωτικός μηχανικός και γενικός επιθεωρη­τής οχυρώσεων και πυροβολικού στη μακρόχρονη πολιορκία του Χάνδακα στην Κρήτη (17ος αι.), πάντα στην υπηρεσία της Βενετίας.

[3] Η capponiera ήταν ένας καλυμμένος διάδρομος (πέρασμα), συνήθως πασσαλόφρακτος, στον πυθμένα της τάφρου, για την επικοινωνία των αμυνομένων με τα εξωτερικά οχυρά και τη διασφάλιση χαμηλών πυρών.

[4]  Kevin Andrews, The Castles of Morea, Πρίνστον 1953, σ. 90-105.

[5] Στεριώτου, «Συμπληρωματικά αμυντικά έργα», ό.π. Απλά τα παρουσιάζουμε για να γίνει κατανοητή η συνέχεια των οχυρωματικών έργων των Βενετών εκείνη την περίοδο.

[6]  Στεριώτου, «Ο πόλεμος του Μοριά», ό.π.

[7]  Steriotou, «The Palamida fortress», ό.π. Andrews, The Castles of Morea, ό.π.

[8] Archivio di Stato di Venezia, Provveditori da Terra e da Mar, F: 857, disegno 1 (collocazione fotographica 14111, foto 361-362). Διαστάσεις σχεδίου: 585×217 mm.

[9] Archivio di Stato di Venezia, Provveditori da Terra e da Mar, F: 857, disegno 2, collocazione fotografica 14112, foto 363. Διαστάσεις σχεδίου: 436×293 mm.

[10]  Μια πλήρης και συστηματική έρευνα όλων των σχεδίων και των σχετικών με τις οχυρώσεις γραπτών αναφορών που βρίσκονται στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας, με τη μεθοδολογία που ήδη περιγράψαμε, θα τεκμηριώσει απόλυτα τα όσα προαναφέραμε και είναι γνωστό ότι παρόμοια τεκμήρια υπάρχουν πολλά για όλα τα κάστρα του Μοριά.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι όλα τα στοιχεία από το Αρχείο της Βενετίας, που αναφέρθηκαν στην παρουσίαση αυτή, ερευνήθηκαν από τη γράφουσα σε διαφορετι­κές περιόδους, κατά τις δεκαετίες του 1980, 1990 και 2000, που σημαίνει πολύς χρόνος και φυσικά έξοδα. Αν εκείνες τις περιόδους υπήρχε οργανωμένη, όπως τα τελευταία χρό­νια, η βάση δεδομένων του Πολιτιστικού Ιδρύματος του Ομίλου Πειραιώς (Π.Ι.Ο.Π.), οι δυνατότητες θα ήταν διαφορετικές. Το υλικό αυτής της βάσης είναι η καταχώριση όλων των σχεδιαστικών τεκμηρίων όλων των Αρχείων της Βενετίας και αφορούν όλα τα τεχνικά έργα που κατασκεύασαν οι Βενετοί στις κτήσεις τους στην Ελλάδα, σε όλες τις περιόδους της βενετοκρατίας, σε διάφορες φάσεις. Αυτή η τόσο σημαντική έρευνα έγινε μετά από πρωτοβουλία της καθηγήτριας και ακαδημαϊκού κυρίας Χρύσας Μαλτέζου, όταν ήταν διευθύντρια του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας, σε συνεργασία με το Π.Ι.Ο.Π. Έτσι, κάθε ερευνητής που θέλει να ασχοληθεί με ανάλογα θέματα, μπορεί να κερδίσει πολύτιμο χρόνο και χρήμα, προετοιμάζοντας στην Ελλάδα ένα μεγάλο μέρος του υλικού της έρευνάς του, πριν την ολοκληρώσει στα ίδια τα Αρχεία της Βενετίας.

 

Ιωάννα Στεριώτου

Δρ. Αρχιτέκτων, Επιτ. Έφορος Νεωτέρων Μνημείων του ΥΠΠΟΑ

«Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).

 

Διαβάστε ακόμη: