Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Περιοδικό «Το Δέντρο» – Αφιέρωμα στον Γιαννούλη Χαλεπά


 

Το νέο τεύχος του Περιοδικού «Το Δέντρο» (Νο 220-221) φιλοξενεί ένα μεγάλο αφιέρωμα στην ιδιαίτερη περίπτωση του σπουδαίου «σαλού» της Τέχνης Γιαννούλη Χαλεπά. Ένα λογοτεχνικό περιοδικό το ενδιαφέρει ένα φαινόμενο όπως αυτό του «διασαλευμένου» γλύπτη, που με την μυθολογημένη πλέον ζωή του και τον ιδιωματικό μοντερνισμό του εντυπωσιάζει.

Παλαιά και νέα ονόματα των εικαστικών, της κριτικής και της λογοτεχνίας όπως των Ζαχαρία Παπαντωνίου, Μιχάλη Τόμπρου, Στρατή Δούκασ, Γιάννη Τσαρούχη, Γιάννη Ψυχοπαίδη, Χρόνη Μπότσογλου, Γιώργου Χουλιαρά, Μαριλενας Κασιμάτη, Μάνου Στεφανίδημ κ.α. προσεγγίζουν το έργο του δημιουργού της «Κοιμωμένης», ενώ ο αείμνηστος Άγγελος Δεληβορριάς υπογράφει το τελευταίο του κείμενο…

 

Περιοδικό «Το Δέντρο»

 

Περιεχόμενα

  • Αλ. Γουλάκη-Βουτυρά: Ο Χαλεπάς στη νεοελληνική γλυπτική
    Κ. Δανούσης: Ο αγώνας και η αγωνία του Γιαννούλη Χαλεπά για δημιουργία
    Α. Δεληβοριάς: Ο Γιαννούλης Χαλεπάς στο Μουσείο Μπενάκη
    Ν. Δήμου: Γιαννούλης Χαλεπάς
    Κλ. Δίγκα: Ο Μεγάλος της γλυπτικής μας
    Σ. Δούκας: Το όνειρό του πάντα η Αθήνα
    Ε. Διαμαντοπούλου: Η «Κοιμωμένη» χωρίς μεταφυσική
    Ά. Ζερβού: Η δίκη της «Κοιμωμένης»
    Ά. Καρακατσούλη: Ο «μεταλογικός» Χαλεπάς και η αναζήτηση της ελληνικότητας
    Μ. Ζ. Κασιμάτη: Μια εικαζόμενη προσωπογραφία του Χαλεπά στην Κατοχή
    Λ. Λαμέρας: Τα τελευταία έργα του Γιαννούλη Χαλεπά
    Μια συζήτηση των Χρ. Μπότσογλου και Χρ. Γ. Λάζου: Το μάθημα του Χαλεπά
    Κ. Μαλέας: Ο τραγικότερος…
    Χ. Μαρίνος: Το πνεύμα του «Εκατόγχειρα»
    Θ. Μουτσόπουλος: Ο τρελός καλλιτέχνης και ο καλλιτέχνης τρελός
    Ε. Μπέη: Οι εντυπώσεις από το Μουσείο του Γιαννούλη Χαλεπά, στο λιμάνι της Τήνου
    Γ. Μπόλης: Η «Μήδεια» του Γιαννούλη Χαλεπά
    Ζ. Παπαντωνίου: Γιαννούλης Χαλεπάς
    Δ. Παπαστάμος: Σχέδια του Γ. Χαλεπά
    Κλ. Παράσχος: Μια εξαιρετική καλλιτεχνική φυσιογνωμία
    Δ. Παυλόπουλος: Οι μαρμαρογλύπτες της «Κοιμωμένης» του Χαλεπά
    Γ. Πλουμπίδης: Συμφωνία «Χαλεπάς»
    Ά.Γ. Προκοπίου: Χαλεπάς
    Κ. Ρόκος: Η συνάντηση με τον Γιαννούλη Χαλεπά
    Μ. Στεφανίδης: Γιαννούλης Χαλεπάς – Ο ουρανός μέσα απ’ το φρέαρ
    Βλ. Τομαράς: Όταν η τέχνη θεραπεύει την τρέλα
    Μ. Τόμπρος: Ο Χαλεπάς, η τεχνική του πηλού και η πλαστική του μαρμάρου κατεργασία
    Θ. Τραμπούλης: Τρεις αναυθεντικότητες
    Γ. Τσαρούχης: Για τον Γιαννούλη Χαλεπά
    Σ. Φίλκας-Φιλικός: Τέχνη-Μύθος-Ετερότητα. Η περίπτωση του γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά
    Γιώργος Χουλιαράς: Για τον Γιαννούλη Χαλεπά
    Γ. Ψυχοπαίδης: Η προσωπική αλήθεια του Χαλεπά
    Τ. Σίμιτς: Το μολύβι του ποιητή
    Ανί Ερνό: Ο Παβέζε και ο «χαμένος χρόνος»
    Σ. Σόνταγκ: Γράμμα στον Μπόρχες
    Γιασουνάρι Καβαμπάτα: Πικραλίδες
    Μια συζήτηση του Γ. Γουδέλη στο ραδιόφωνο: Με είδε ως μάννα εξ ουρανού
    Ε. Γιούνγκερ: Οι φρικτοί τουρίστες με τις μηχανές
    Ντ. Λίβιτ: Τι ωραίο να είσαι και πάλι ζωντανός
    Γ. Ξενάριος: Άνθρωπος μαγνήτης
    Τζ. Μπέρνσαϊντ: Πέντε ποιήματα
    ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ
    ΤΑ ΦΥΛΛΑ

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

«Ανάμεσα στις γραμμές»: Φυλακές της Αργολίδας, Σάββατο 16 Ιουνίου στο Βουλευτικό Ναυπλίου


 

Φυλακές της Αργολίδας

Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου  θα παρουσιάσουν το Σάββατο 16 Ιουνίου και ώρα 11.00 – 15.00 και 18.00 – 21.00, στο Βουλευτικό Ναυπλίου, τα πορίσματα ερευνητικής εργασίας που πραγματοποίησαν, μέσω συνεντεύξεων, τα οποία αφορούν το αποτύπωμα που άφησαν στην τοπική κοινωνία, στην εκπαίδευση και στον πολιτισμό οι ιστορικές φυλακές Παλαμηδίου, Ακροναυπλίας και Λεονάρδου, καθώς και το Μπούρτζι (Γκιλοτίνα- εκτελέσεις). Επίσης, οι έρευνες  μετέρχονται την παρουσία και την εκπαιδευτική δραστηριότητα των δύο σημερινών Καταστημάτων Κράτησης στην Τίρυνθα και στο Ναύπλιο καθώς και τις αλληλεπιδράσεις τους στο χώρο της περιοχής. Την εκδήλωση θα κλείσει ο μουσικός και δημιουργός Νότης Χασάπης.

 

Αναλυτικά το πρόγραμμα:

Σάββατο 16 Ιουνίου 2018,  11.00-15.00

Χαιρετίζουν την εκδήλωση οι:Αθανάσιος Κατσής, Πρύτανης Πανεπιστημίου Πελοποννήσου – Δημήτρης Κωστούρος, Δήμαρχος Ναυπλίου.

Προλογισμός: Οι φυλακές του Ναυπλίου και το ΠΜΣ «Δραματική Τέχνη και Παραστατικές Τέχνες στην Εκπαίδευση και Διά Βίου Μάθηση». Άλκηστις Κοντογιάννη, Ομότιμη Καθηγήτρια ΠΑ.ΠΕ.

  1. 1818-2018: Διακόσια χρόνια Φυλακές Ναυπλίου και γραμματισμός κρατουμένων. Θεοδώρα  -Ντορέττα Αστέρη.
  2. «28 του Γεναριού»: Τραγούδι αναφερόμενο στις εκτελέσεις. Ερμηνεύει ο Θεόδωρος (Τεό) Παπαϊωάννου.
  3. Φυλακές Παλαμηδίου: Μνήμες και καταγραφές γύρω από την γκιλοτίνα. Χριστίνα Γούση.
  4. «Το Παλαμήδι»: Τραγούδι του Κ. Ρούκουνα. Ερμηνεύει ο Θεόδωρος (Τεό) Παπαϊωάννου.
  5. Η Εκπαίδευση και η πολιτιστική παραγωγή στις φυλακές της Ακροναυπλίας την περίοδο 1937-1943. Νάντια Κατή.
  6.  Η Ακροναυπλία της περιόδου 1946-1966: Μνήμες και καταγραφές. Αδαμαντία Μπεκιάρη και Τσίρου Κωνσταντίνα.
  7. Προβολή του Ντοκιμαντέρ «Μνήμες Φυλακών Ακροναυπλίας» του Νίκου Καβουκίδη

 Σάββατο 16 Ιουνίου 2018,  18.00 – 21.00

  1. Φυλακές του Λεονάρδου και οι δήμιοι του Ναυπλίου. Έλενα Βλαχογιάννη.
  2.  «Το Κάστρο του Παλαμηδιού»: Τραγούδι. Ερμηνεύει ο Θεόδωρος (Τεό) Παπαϊωάννου.
  3. Αγροτικές Φυλακές Τίρυνθας: το σήμερα και το αύριο. Χριστίνα Θεοδωροπούλου.
  4. Αγροτικές Φυλακές Τίρυνθας: Μία  διαδρομή εκπαίδευσης και πολιτισμού. Νεκταρία Αναστασίου.
  5. Καταστήματα Κράτησης Ναυπλίου: Μία «κλειστή πόρτα» με ανοιχτούς ορίζοντες. Αλεξάνδρα Στεργιάννη.
  6. Η Εκπαίδευση στις Φυλακές Ναυπλίου: Αξιολόγηση του εκπαιδευτικού προγράμματος που πραγματοποιήθηκε από το ΠΜΣ του Τμήματος. Φωτεινή Χασάπη και Φλώρου Κωνσταντίνα, ΑΣΠΑΙΤΕ

 

Σχετικά θέματα:

 

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Οι επιπτώσεις του Εθνικού Διχασμού στον Μεσοπόλεμο. Άλκης Ρήγος στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Πρωταρχικά, όταν αναφερόμαστε στη μεσοπολεμική περίοδο του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, την προσδιορίζουμε μεταξύ της Μικρασιατικής καταστροφής του 1922 και της τριπλής κατοχής του 1941. [1]

Πρόκειται για μια ριζικά διαφορετική περίοδο από εκείνη της πρώτης εκατονταετίας του νεοελληνικού κράτους. Μια περίοδο που αποτελεί την αφετηρία ενός ουσιαστικά νέου κράτους, εθνοτικά περισσότερο ομοιογενούς από όλα τα ευρωπαϊκά – μέσα από τις αναγκαστικές ανταλλαγές των πληθυσμών – όπου το μέγιστο των Ελλήνων για πρώτη φορά στην ιστορική του διαδρομή καλείται να ζήσει και να αναπτυχθεί στα όρια ενός ελληνικού κράτους. Τα σύνορα οριστικοποιούνται, ο συνεκτικός πολιτικός μύθος της πρώτης εκατονταετίας της Μεγάλης Ιδέας καταρρέει οριστικά.

Την περίοδο αυτή ο κοινωνικός μας σχηματισμός διέρχεται μια πολύπλευρη κρίση αναντιστοιχίας των ραγδαίων πληθυσμιακών, οικονομικό-κοινωνικών και πολιτισμικών ανακατατάξεων και μιας νέας ριζικά διάφορης πραγματικότητας, η οποία έχει ως συνέπεια μια διαρκή κρίση νομιμοποίησης του όλου πολιτικού συστήματος, την οποία διατρέχει και επικαθορίζει σε όλα τα επίπεδα ο Εθνικός Διχασμός.

Ελευθέριος Βενιζέλος. Αρχείο: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών & Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος».

Πρόκειται για ένα βαθύ ενδοαστικό πολιτικό χάσμα των μέσων της προηγούμενης δεκαετίας του 1910, δημιούργημα της διάστασης απόψεων μεταξύ της Κυβέρνησης Φιλελεύθερων με Πρωθυπουργό τον Ελ. Βενιζέλο και τον Βασιλιά Κωνσταντίνο γύρω από το θέμα της εισόδου της χώρας στον Πόλεμο υπέρ των δυνάμεων της Αντάντ ή την διατήρηση της σε κατάσταση ευμενούς – για τις κεντρικές δυνάμεις – ουδετερότητας. Ένα χάσμα που πήρε διαστάσεις εμφυλίου πολέμου με δύο κυβερνητικές οντότητες εκείνη των Αθηνών και εκείνη της Θεσσαλονίκης και ενδιαφέρουσες κοινωνικές ταξικές παραμέτρους, οι οποίες όμως εκφεύγουν του πλαισίου αυτής της εισήγησης.

Πρόκειται ουσιαστικά για τον πρώτο εμφύλιο πόλεμο που συνταράσσει τη χώρα τον 20ο αιώνα και ο οποίος τελειώνει σε επίπεδο πολιτικής σκηνής, την ώρα που η κοινωνία συγκλονίζεται από το δεύτερο εμφύλιο του αιώνα, εκείνον που με αυτό το όνομα καταγράφεται στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’40.

Συνέπεια και των δύο εμφυλίων είναι η αδυναμία ύπαρξης στον κοινωνικό μας σχηματισμό καθαρών ταξικών αποκρυσταλλώσεων και δημιουργίας μιας εθνικής τάξης, μιας τάξης δηλαδή που προωθώντας τα ειδικά ταξικά της συμφέροντα, κατορθώνει να εντάσσει στις επιλογές της το μέγιστο των άλλων τάξεων και κοινωνικών στρωμάτων που συναποτελούν τον κάθε κοινωνικό σχηματισμό.

Συνέπεια του πρώτου αυτού ενδοαστικού εμφυλίου, που έμεινε στην ιστορία μας ως «Εθνικός Διχασμός», είναι η μη αναγωγή των αστικών στρωμάτων σε τάξη και μάλιστα εθνική, δυνατότητα που φάνηκε να δημιουργείται στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων.

Συνέπεια του δεύτερου είναι η μη αναγωγή σε εθνική μιας άλλης τάξης, της εργατικής, που φάνηκε να μεταλλάσσεται σε εθνική στη διάρκεια της τριπλής κατοχής, αποδεικνύοντας ταυτόχρονα την απόλυτη κοινωνική ενότητα της μέχρι τότε πολιτικά διχασμένης αστικής τάξης, απέναντι στο νέο κίνδυνο. Ενότητα ταξική που παρά την ένταση του Εθνικού Διχασμού σε πολιτικό επίπεδο, είχε ήδη φανεί τον μεσοπόλεμο με τις διώξεις εναντίον των κομμουνιστών, με αποκορύφωμα την ψήφιση του «Ιδιώνυμου» Νόμου του 1929 δίωξης όχι της παράνομης πράξης αλλά των ιδεών και της σκέψης.

Οι συνέπειες μη ύπαρξης εθνικής τάξης στον νεοελληνικό κοινωνικό σχηματισμό είναι καθοριστικές για την όλη του πορεία, η οποία σε συνάρτηση με την ποιοτική κυριαρχία των μικροαστικών στρωμάτων και τις περί πολιτικής προσωποκεντρικές αντιλήψεις αυτών των στρωμάτων, που διαχέονται σε όλο το φάσμα της κοινωνίας συνεπικουρούμενες από μια ιδεαλιστική προσωποκεντρική σύλληψη της Ιστορίας, αποτελεί εκτός πολλών άλλων και τον γενεσιουργό λόγο μιας κυρίαρχης φαινομενικά υπερπολιτικοποίησης μεγάλων λόγων, στην ουσία όμως α-πολιτικοποίησης, η οποία αντιλαμβάνεται την πολιτική πράξη όχι ως έκφραση κοινωνικό-πολιτισμικών διεργασιών αλλά ως ατομικό άθλημα «χαρισματικών» ή μη προσώπων.

Σ’ αυτό το πλαίσιο από τον εθνικό διχασμό στην πολιτική σκηνή εμφανίζονται δύο πάνω κάτω ισοδύναμες αστικές πολιτικές οικογένειες. Δύο «πολιτικοί κόσμοι», όπως τότε έλεγαν, που αναπαράγονται σε μεγάλο βαθμό τεχνητά, στην νέα ριζικά διάφορη μεσοπολεμική περίοδο, πίσω από τους οποίους κρύβονται επιμελώς οι διαφορές οικονομικών συμφερόντων και κυρίως οι ανταγωνισμοί πρόσβασης στον κρατικό μηχανισμό που αποτελεί την κατ’ εξοχήν κοινωνική παραγωγική μηχανή.

Δυο πολιτικές οικογένειες με πολλά επί μέρους πολιτικά μορφώματα – και όχι κόμματα με την οργανωμένη μορφή που εμφανίζουν μόλις στα χρόνια της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας μετά την κατάρρευση της στρατιωτικής Δικτατορίας της 21ης Απριλίου – εκείνη των Φιλελευθέρων / Βενιζελικών και αντιβασιλικών και εκείνη των φιλοβασιλικών Λαϊκών – αυτοπροσδιοριζόμενων και ως αντιβενιζελικών. Αιχμή της αντιπαράθεσης που διατρέχει όλη την μεσοπολεμική περίοδο το καθεστωτικό πρόβλημα. Σε πρώτη φάση το καθεστωτικό φαίνεται να λήγει με το δημοψήφισμα του 1924 και την εγκαθίδρυση της Β΄ Ελληνικής Αβασίλευτης Δημοκρατίας. Δημοψήφισμα που αναγνώρισε και τμήμα της φιλοβασιλικής οικογένειας με επικεφαλής τον αρχηγό του Κόμματος των Ελευθεροφρόνων Ιωάννη Μεταξά. Αλλά επανέρχεται το 1935 μετά από το αποτυχημένο πραξικόπημα του Βενιζέλου που οδήγησε μέσα από το πιο νόθο δημοψήφισμα της Ιστορίας μας στην παλινόρθωση της Βασιλείας. Δημοψήφισμα που όμως νομιμοποίησε με δηλώσεις του ο ίδιος ο εξόριστος Βενιζέλος.

Συστατικό στοιχείο και των δύο αυτών πολιτικών οικογενειών, η «αρχηγική» τους άρθρωση, ως χαλαρές ενώσεις φιλόδοξων πολιτικών και τοπικών παραγόντων, χωρίς σαφείς προγραμματικές, καταστατικές και οργανωτικές δομές, κοινωνικές αναφορές και ιδεολογικές συντεταγμένες, με στόχο την κρατική διαχείριση και όσα αυτή υλικά συνεπάγεται. Αποτέλεσμα αυτών των χαρακτηριστικών είναι οι συχνές μεταπηδήσεις των πολιτευτών τους, από την μια στην άλλη πολιτική οικογένεια, χωρίς κανένα πολιτικό κόστος, οι δημιουργίες βραχύβιων ή και μόνο εκλογικών συμπράξεων, η εμφάνιση πάνω από εξήντα πολιτικών σχημάτων στις επτά εκλογικές αναμετρήσεις της περιόδου. Επίσης ο έντονα πατερναλιστικός τους χαρακτήρας και κυρίως ο μη ιδιαίτερος σεβασμός του δημοκρατικού πολιτικού συστήματος καθώς και των θεσμών και ελευθεριών που καθιερώνει, η εύκολη αλλαγή θέσεων από τις πιο ριζοσπαστικές δημοκρατικές στην εξύμνηση δικτατορικών και στρατοκρατικών προτύπων.

Το τελευταίο εντείνει η ύπαρξη και στις δύο πολιτικές οικογένειες ενός στρατιωτικού δυναμικού βραχίονα, που όμως δεν μεταλλάσσεται σε αυτόνομη πολιτική δύναμη, απλά εναλλάσσεται στη στρατιωτική κλίμακα ηγεσίας και γίνεται δημιουργός σειράς κινημάτων, πραξικοπημάτων και τεσσάρων δικτατορικών εκτροπών. Εκείνης του 1922 μετά την κατάρρευση μικρασιατικού μετώπου υπό τον Πλαστήρα, εκείνης του Πάγκαλου το 1926, την πρόσκαιρη του Κονδύλη το 1935 την αυτοχαρακτηριζόμενη ως «κοσμογονία» και τέλος εκείνη της 4ης Αυγούστου του 1936 με επικεφαλής τον Βασιλιά Γεώργιο Β΄ και εκτελεστικό του όργανο «ταπεινό του υπηρέτη» έναν αποτυχημένο πολιτικό με φασίζουσες ιδέες, τον Ιωάννη Μεταξά.

Φωτεινή εξαίρεση η ύπαρξη του μικρού κόμματος της «Δημοκρατικής Ένωσης», «Άγροτο-Εργατικό» στη συνέχεια, που με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου επιχειρεί μάταια όλη την μεσοπολεμική περίοδο να υπερβεί τον Διχασμό προβάλλοντας ένα θετικό κοινωνικό πρόγραμμα και μια σταθερή αξιακή προσήλωση στο Δημοκρατικό ιδεώδες.

Πάντως όλη την πρώτη μεσοπολεμική δεκαετία το στοιχείο που ανατρέπει την αμφίρροπη ισορροπία των δύο αστικών οικογενειών είναι η μαζική ένταξη των προσφυγικών πληθυσμών – υπερβαίνουν το ενάμιση εκατομμύριο – στην βενιζελική παράταξη, γεγονός που της επιτρέπει την αβίαστη διαχείριση της κυβέρνησης, τουλάχιστον μέχρι το 32, όπου οι συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης στην οικονομικο-κοινωνική σφαίρα, καθώς και το Σύμφωνο Φιλίας και Συνεργασίας με την Τουρκική Δημοκρατία του 1930, με το οποίο τα όνειρα των προσφυγικών πληθυσμών για επιστροφή στις χαμένες πατρίδες ή έστω αποζημιώσεων για τις περιουσίες που εγκατέλειψαν, εξανεμίζονται μεταστρέφοντας μεγάλα τμήματα των προσφυγικών πληθυσμών αλλά και των μικροαστικών και εργατικών στρωμάτων, που έχουν πληγεί από την οικονομική κρίση, προς την νέα πολιτική οικογένεια που την ίδια περίοδο έχει εμφανιστεί στην πολιτική μας σκηνή, εκείνη της Αριστεράς. Μιας Αριστεράς όμως η οποία επίσης δεν κατορθώνει παρά τις προθέσεις της και την αναμφίβολη ιδεολογικο-οργανωτική της ανωτερότητα, ν’ αποκτήσει απήχηση μαζικού κόμματος, τόσο στις σοσιαλιστικές και σοσιαλδημοκρατικές της εκφράσεις οι οποίες μένουν σχεδόν αποκλειστικά στο επίπεδο ενός περιθωριακού φαινομένου διανοουμένων που όπως παρατηρεί ο Ασημάκης Πανσέληνος «ήταν όλοι τους χωρίς οπαδούς και οι λίγοι οπαδοί σκόρπιοι χωρίς ηγέτες». Η προσπάθεια μετά το 1930 που οι κοινωνικές εξελίξεις δημιουργούσαν καλύτερους όρους δράσης ταξικών πολιτικών μορφωμάτων, συνένωσης όλων των σοσιαλιστικών δυνάμεων σε ένα Σοσιαλιστικό Κόμμα, δεν κατορθώνει να αποκτήσει ένα ιδιαίτερο βάρος στην πολιτική σκηνή, παρά την αναμφισβήτητη συμβολή των σοσιαλιστών στην απαρχή δημιουργίας μιας νέας κοινωνικής συνείδησης.

Όσο και στις κομμουνιστικές εκδοχές της, οι οποίες ενώ είναι οι μόνες που αποκτούν συγκρότηση οργανωμένου πολιτικού χώρου – όχι όμως και ενιαίας έκφρασης – δεν καταφέρνουν να ξεπεράσουν τα όρια μιας μεγάλης έστω ομάδας αμφισβήτησης. Παρ’ όλα αυτά η μεγαλύτερη συνιστώσα τους, το Κ.Κ.Ε. αποτελεί κατά την δεκαετία του ’30, ένα νέο υπαρκτό πολιτικό συντελεστή της πολιτικής σκηνής, που τα συμφέροντα τα οποία προσπαθεί να εκφράσει είναι θεμελιακά αντίθετα των δύο αστικών πολιτικών οικογενειών.

Η κυριαρχία πάντως όλη την μεσοπολεμική περίοδο των δύο αστικών πολιτικών οικογενειών, παραμένει αμείωτη όπως και η ενδοαστική φύση του διχασμού η οποία εκτός όλων των άλλων, δεν επιτρέπει την θεμελίωση ενός νέου θετικού ιδεολογικού λόγου αστικής ηγεμονίας, μετά την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας. Το κενό επιχειρεί να καλύψει ο αρνητικός όμως μύθος – μια που δεν υφίστανται πραγματικοί κοινωνικό-πολιτικοί λόγοι θεμελίωσής του – του «κομμουνιστικού κινδύνου». Η ανυπαρξία θετικού λόγου αστικής ηγεμονίας δεν επιτρέπει επίσης στην αβασίλευτη μεσοπολεμική δημοκρατία να υπερβεί την τυπική της μορφή και να αποκτήσει ένα στοιχειώδες κοινωνικό περιεχόμενο, ως προς τις καταπιεζόμενες κοινωνικές τάξεις, στρώματα και κοινωνικές κατηγορίες. Την εκτρέπει σε αλλεπάλληλα οικονομικά και πολιτικά σκάνδαλα, άγονους προσωπικού ανταγωνισμούς, παραστρατιωτικές οργανώσεις και ενδοστρατιωτικές φατρίες συχνές και αδιέξοδες εκλογικές αναμετρήσεις (7 βουλευτικές εκλογές με διαφορετικό εκλογικό σύστημα, 1 εκλογή γερουσιαστών, και δυο δημοψηφίσματα για το πολιτειακό), στρατιωτικές αναμείξεις μέσα από τις οποίες αναδύεται η ανικανότητα του αστικού πολιτικού κόσμου, να σταθεροποιήσει μια πολιτική διαχείριση ικανή να επιλύει τις οξυνόμενες κοινωνικές αντιφάσεις. Αντιφάσεις που γεννά την ίδια περίοδο το πέρασμα της οικονομίας από την Απλή Εμπορευματική Παραγωγή στην κυριαρχία του Καπιταλιστικού Τρόπου Παραγωγής σε συνθήκες πτώχευσης της χώρας, με αυξανόμενη ανεργία και μεγάλα τμήματα πληθυσμού κάτω από το όριο της φτώχειας, με δυσανάλογα αναπτυγμένους εμπορικο-μεσιτικούς και αντιπαραγωγικούς τομείς υπηρεσιών, παραδοσιακές μορφές πρωτογενούς αγροτικής παραγωγής, ταυτόχρονα με τη δημιουργία νέων βιομηχανικών και εμπορικών συμφερόντων και παλιών εφοπλιστικών παραγόντων, έντονα πελατειακά δίκτυα, με όλες τις κοινωνικές συνέπειες που αυτά τα μη αλληλοσυμπληρούμενα φαινόμενα συνεπάγονται. Μια καπιταλιστική κυριαρχία δομημένη μέσω του κράτους και του ελεγχόμενου τραπεζικού συστήματος σε μεγάλο βαθμό από αυτό, σε συνθήκες «θερμοκηπίου» – σύμφωνα με τον Ζολώτα – οι οποίες διατηρήθηκαν αναλλοίωτες μέχρι το 1960 και την απαρχή σύνδεσης της χώρας με την ΕΟΚ. Και όπως παρατηρεί ο συντηρητικός ιστορικός της περιόδου Γρηγόριος Δαφνής: «καθ’ όλην την περίοδο του Μεσοπολέμου, η ελληνική αστική τάξις, η οποία ευρίσκετο εις σημείον ακμής, προσεπάθησεν να αποκτήση ιδεολογικόν περιεχόμενον και να παρουσιάση συνοχήν και οργάνωσιν. Δεν το επέτυχεν».

Οι προσπάθειες υπέρβασης του Διχασμού με την Οικουμενική Κυβέρνηση όλων των αστικών πολιτικών μορφωμάτων του 1926, μετά τις πρώτες εκλογές με απλή αναλογική και χρήση ψηφοδελτίων, έχουν ήδη ναυαγήσει άλλωστε, με ευθύνη του ίδιου του Βενιζέλου ο οποίος για να επανέλθει στην πολιτική σκηνή από την αυτοεξορία του, δεν διστάζει να αναζωπυρώσει το διχασμό, αναμοχλεύοντας τον ανύπαρκτο τότε κίνδυνο επαναφοράς της μοναρχίας. Ο ίδιος βέβαια κλείνει τη ζωή του όπως είδαμε με την αναγνώριση της Βασιλείας προφανώς και λόγω του επερχόμενου πολέμου και της βρετανικής πολιτικής, το περίφημο δύο Β (Βασιλιάς – Βενιζέλος).

Πάντως η τεχνητή αναβίωση του Διχασμού σε πολιτικό επίπεδο κατορθώνει ν’ αποσπάσει τις κυριαρχούμενες τάξεις και στρώματα από τις συσσωρευμένες αντιφάσεις που γεννούν οι νέες συνθήκες, να εντάξει το μεγαλύτερο ποσοστό τους, στους κυρίαρχους μηχανισμούς πατρωνίας – πελατείας, μέσω της διαχείρισης του κρατικού μηχανήματος. Η πολιτική πάλη με αυτό τον τρόπο διεξάγεται με όρους συντήρησης του αστικού status – quo που δρα παράλληλα και ως μηχανισμός αποπροσανατολισμού και «μετάθεσης» των ταξικών συνειδητοποιήσεων.

Η κυριαρχία αυτών των αντιλήψεων και πρακτικών, έκφραση των κοινωνικών ιδιοτυπιών και των μορφών αλληλεπίδρασης μέσω του κράτους, τόσο των γενικότερων οικονομικών λειτουργιών όσο και των στενών ατομικών αναγκών, εξηγεί επίσης και το γιατί όλη την περίοδο της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας και σε αντίθεση με τις άλλες Ευρωπαϊκές και Βαλκανικές χώρες, δε δημιουργούνται στον νεοελληνικό κοινωνικό σχηματισμό μαζικά κινήματα αμφισβήτησης του κυρίαρχου κοινωνικο-οικονομικού συστήματος.

Οι φασιστικές και φασιστοειδείς κινήσεις – παρά την ίδια περίοδο κυρίαρχη εμφάνισή τους στη γηραιά Ήπειρο και την διάχυσή τους σε τμήματα του αστικού πολιτικού, στρατιωτικού και εκδοτικού προσωπικού – δεν ξεπερνούν τα όρια του γελοίου ούτε κατορθώνουν να μετουσιωθούν σε συγκεκριμένη πολιτική πρόταση. Εξαντλούνται σε οπερετικές τελετουργικές μιμήσεις και λεκτικές διακηρύξεις κυρίως ναζιστικών προτύπων και κάποιες απεχθείς ρατσιστικές εκδηλώσεις τοπικού χαρακτήρα, χωρίς πανελλαδικό χαρακτήρα.

Οι κινήσεις για δημιουργία αυτόνομου αγροτικού κινήματος – παρά τους αξιόλογους διανοουμένους που συσπειρώνουν – δεν κατορθώνουν επίσης να αποκτήσουν πανελλαδική εμβέλεια. Παραμένουν κινήσεις «από τα πάνω» με έντονη ιδεολογική ανομοιογένεια και ρευστότητα, κρίσεις και διασπάσεις.

Μέσα σε αυτό το κοινωνικό-πολιτικό πλαίσιο η έρπουσα κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού αστικού συστήματος, όταν αρχίζει να αντιμετωπίζει μετά το 1932 μια αυξανόμενη κοινωνική πίεση από οργανωμένες εκφράσεις συνδικαλιστικές και πολιτικές εργατών και αγροτών και αμφιταλαντεύσεις της σταθερής πελατείας των μικροαστικών στρωμάτων, αδυνατεί να αντιληφθεί την υπέρβασή τους μέσα από ένα κοινωνικό δημοκρατικό όραμα όπως υποστηρίζει ο Αλ. Παπαναστασίου. Και οι δύο πολιτικές οικογένειες – με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις – οδηγούνται στην κυρίαρχη εκείνη την περίοδο στην Ευρώπη αντίληψη ότι τις αντιφάσεις που δεν μπορεί να λύσει με δημοκρατικά μέσα η αστική κοινοβουλευτική διαχείριση μπορεί να τις υπερβεί δυναμικά ένας ισχυρός άνδρας με δικτατορικές εξουσίες, το περίφημο δόγμα – μύθο του Φύρερ Πρινσίπ. Ο χαρισματικός ηγέτης της φιλελεύθερης οικογένειας Ελ. Βενιζέλος το επιχειρεί με την πραξικοπηματική ενέργεια του κινήματος του ’35 και αποτυγχάνει. Η αντιβενιζελική οικογένεια δε διαθέτει χαρισματικό ηγέτη, διαθέτει όμως τον εξόριστο πραγματικό της αρχηγό τον Βασιλιά. «Ο εστεμμένος φελλός που δεν μπορεί να πωματίσει το κοινωνικό ηφαίστειο» σύμφωνα με τον εκδότη της «Καθημερινής» Γεώργιο Α. Βλάχο μετατρέπεται από τον ίδιο εκδότη σύντομα σε αναμενόμενο «Σωτήρα» του κοινωνικού καθεστώτος, που επανέρχεται έστω και με νόθο δημοψήφισμα – που παρά την αποχή βενιζελικών και αριστερών συγκεντρώνει το… 97,80% και 400 χιλιάδες περισσότερους ψηφοφόρους από τους εγγεγραμμένους στους εκλογικούς καταλόγους των τελευταίων βουλευτικών εκλογών του 1933(!), αλλά και με τις ευλογίες και των δύο πολιτικών κατά τα άλλα διχασμένων αστικών οικογενειών – με ελάχιστες τιμητικές εξαιρέσεις και πάλι ανάμεσά τους αξίζει να μνημονεύσουμε τον αρχηγό του Λαϊκού Κόμματος Παναγή Τσαλδάρη – αναστέλλει το Σύνταγμα και εγκαθιστά μετά ένα μικρό δημοκρατικό διάλειμμα τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου.

Το πέρασμα από τη δημοκρατική αρχή σε ένα κράτος «Εκτάκτου Ανάγκης» επιβεβαιώνει την αδυναμία της πολιτικά διχασμένης αστικής τάξης να παίξει στο πολιτικό πεδίο – όπως δεν κατόρθωσε και στο κοινωνικό – παρά τις υπάρχουσες αντικειμενικές δυνατότητες, έναν αυτόνομο ρόλο εθνικής τάξης. Επιβεβαιώνει επίσης την διορατική πρόβλεψη του Αλέξανδρου Σβώλου ότι «το δημοκρατικόν και φιλελεύθερον πολίτευμα θα διέλθη δια της αρνήσεως του εαυτού του, πριν ή η εξέλιξις της κοινωνίας αγάγη προς την κοινωνικήν δημοκρατίαν. Διότι είναι φυσικόν η αστική τάξις να αμυνθή της υπεροχής της θέσεώς της καταφεύγουσα εν ανάγκη εις την έντασιν της κρατικής της επιβολής».

Κάτω από αυτό το πρίσμα πρόκειται για μια αναγκαστική επιλογή των κυριάρχων μερίδων της αστικής τάξης, απέναντι σε υπαρκτούς ή υποτιθέμενους – όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση – κινδύνους που την οδηγούν να παραιτηθεί από μια σειρά πολιτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών ακόμη και από το σύνολό τους, χωρίς βέβαια να χάσει το βασικό για την αστική τάξη δικαίωμα το οποίο αποτελεί και τον πυρήνα κάθε αστικής εξουσίας και το οποίο συνίσταται στη συνέχιση της ιδιοποίησης της παραγόμενης υπεραξίας. Απόδειξη η – χωρίς διαμαρτυρίες – άρση των Συνταγματικών Ελευθεριών από την Δικτατορία και η ψήφιση από την ίδια του πρώτου Αστικού Κώδικα της χώρας.

 

Υποσημείωση


 

[1] Το κείμενο βασίζεται στο βιβλίο μου (1999), Η Β΄ Ελληνική Δημοκρατία 1924-1935. Κοινωνικές διαστάσεις της πολιτικής σκηνής, 3η έκδοση, Πρόλογος Νίκου Σβορώνου, Αθήνα: Ιστορική βιβλιοθήκη, Θεμέλιο, όπου και η αντίστοιχη αναλυτική βιβλιογραφία.

 

Άλκης Ρήγος

 

Ομότιμος καθηγητής πολιτικής επιστήμης & ιστορίας,

Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

Διαβάστε ακόμη:

Τμήμα Θεατρικών Σπουδών – Σχολή Καλών Τεχνών – Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. «Το Βιβλίο του Τζον», της Ελένης Σικελιανός. Κυριακή 10 Ιουνίου, 9 μ.μ. Τριανόν, Ναύπλιο


  

Ελένη Σικελιανός

Το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου παρουσιάζει Το Βιβλίο του Τζον, μια παράσταση βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο της διακεκριμένης Αμερικανίδας συγγραφέως Ελένης Σικελιανός.  Δισέγγονη του μεγάλου Έλληνα ποιητή Άγγελου Σικελιανού, η Ελένη συνθέτει στο Βιβλίο του Τζον μια συγκλονιστική ποιητική βιογραφία του πατέρα της, που πέθανε από ναρκωτικά.  «Είναι η κλασική ιστορία,» γράφει η συγγραφέας, «στην οποία ο ήρωας ξεκινάει ένα ταξίδι, όπως εκείνα στον Όμηρο … και στον δρόμο ανακαλύπτει κάτι για τον εαυτό του, μόνο που τούτη τη φορά δεν έχει απομείνει τίποτα για να ανακαλύψει».  Παρούσα στην παράσταση θα είναι και η Ελένη Σικελιανός.

Το Βιβλίο του Τζον είναι προϊόν συνεργασίας τεσσάρων μαθημάτων του Τμήματος, Θεατρικών Σπουδών: Υποκριτική ΙΙ (διδ. Γ. Λεοντάρης), Κριτική Ανάλυση Παραστάσεων (διδ. Μ. Κοτζαμάνη), Σκηνογραφία ΙΙ (διδ. Α. Δημητρουλοπούλου) και Εισαγωγή στο Θεατρικό Φωτισμό: Πρακτικές Εφαρμογές (διδ. Α. Γουναράς).

 

Η Ελένη Σικελιανός στο εργαστήριο υφαντικής της Μαρίας Γονίδου στο Ναύπλιο.

 

Το Βιβλίο του Τζον είχε παρουσιαστεί για πρώτη φορά στο Ναύπλιο τον Μάρτιο, ως περιπατητική περφόρμανς με τίτλο το Βιβλίο των Νεκρών, στο πλαίσιο μιας διεθνούς συνεργασίας του Τμήματος με την συγγραφέα και με το αγγλικό Τμήμα Υποκριτικής του Πανεπιστημίου St. Mark και St. John, του Πλύμουθ.  Σημαντικός ερευνητικός εταίρος του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών, το αγγλικό Τμήμα επισκέφτηκε φέτος το Ναύπλιο για τέταρτη συνεχή χρονιά.

 

Σεμινάριο υποκριτικής για το Βιβλίο του Τζον.

 

Η Ελένη Σικελιανός γεννήθηκε το 1965 στη Σάντα Μπάρμπαρα της Καλιφόρνια. Βραβευμένη ποιήτρια, της οποίας το έργο έχει μεταφραστεί σε 12 γλώσσες. Διδάσκει στο Πρόγραμμα Δημιουργικής Γραφής (Creative Writing Programm) του Πανεπιστημίου Ντένβερ, στο Κολοράντο, όπου ζει με τον σύντροφό της, τον συγγραφέα Laid Hunt και την κόρη τους Εύα.

Κυριακή 10 Ιουνίου, 9 μ.μ. Τριανόν, Ναύπλιο. Ελεύθερη Είσοδος.

Πληροφορίες Μαρίνα Κοτζαμάνη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Τμήμα Θεατρικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.  m.a.kotzamani@gmail.com

Πολιτισμική κληρονομιά – Όταν οι πολίτες δρουν και οι «Ηγέτες» λαϊκίζουν


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Γεωργίου Κόνδη με θέμα: «Πολιτισμική κληρονομιά – Όταν οι πολίτες δρουν και οι «Ηγέτες» λαϊκίζουν» θέμα που πρόεκυψε από την απόκτηση του έργου «Vue de Nauplie prise oct. 1863 / de Tyrinthe (citadelle) /Argolide» του Louis Francois Boitte και κοσμεί τα γραφεία του Συλλόγου «Ο Παλαμήδης».

 

Υπάρχουν δημόσιες πράξεις πολιτών που πρέπει να μνημονεύονται για την συνεισφορά τους στην διαφύλαξη και ανάδειξη της πολιτισμικής κληρονομιάς και της ιστορίας του τόπου μας. Υπάρχουν και δημόσιες πράξεις «Ηγετών» που πρέπει να μνημονεύονται διπλά για την παταγώδη αποτυχία τους να διαφυλάξουν και να αναδείξουν την πολιτιστική κληρονομιά του τόπου τους και μάλιστα με τρόπο σκανδαλώδους αδιαφορίας. Αφορμή για να γράψω αυτά τα λόγια παίρνω από δυο γεγονότα. Την πολύ πρόσφατη απόκτηση από ομάδα πολιτών του Ναυπλίου μιας υδατογραφίας του 1836 που απεικονίζει το Ναύπλιο και την πρόσφατη αναίτια και σκανδαλώδη άρνηση απόκτησης των χειρόγραφων πρακτικών του πρώτου Δήμου του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, δηλαδή των πρώτων χρόνων λειτουργίας του Δ.  Άργους από τον… ίδιο Δήμο! Να πως εξελίχθηκαν οι δυο περιπτώσεις για να κατανοήσουν οι αναγνώστες τους βαθύτερους λόγους εκδήλωσης αγάπης ή μίσους, διάσωσης ή καταστροφής, ανάδειξης ή γελοιοποίησης της πολιτισμικής μας κληρονομιάς. Δυο περιπτώσεις που αποδεικνύουν επίσης πόσο σημαντική είναι η παιδευτική διάσταση δημοσίων δράσεων από απλούς πολίτες και από «ηγεσίες», για την ισχυροποίηση και ανάπτυξη της πολιτιστικής ταυτότητας ενός τόπου ή αντίθετα για την ισχυροποίηση μιας απαιδευσίας ικανής να διαλύσει και το ισχυρότερο ιστορικό παρελθόν.

 

Η υδατογραφία του Louis Francois Boitte (1836) που αποκτήθηκε σε δημοπρασία με κοινή προσπάθεια Ναυπλιωτών πολιτών.

 

Στις 9 Απριλίου 2018, στις 10.35 π.μ., ο Κώστας Καράπαυλος, γνωστός δικηγόρος του Ναυπλίου και εκ των διαχειριστών της διαδικτυακής σελίδας «Παλαιές φωτογραφίες του Ναυπλίου», αναρτά το κείμενο που ακολουθεί:

Υδατογραφία σε χαρτί του Louis Francois Boitte.
Έτος 1863.
Το
έργο τιτλοφορείται «Vue de Nauplie prise oct. 1863 / de Tyrinthe (citadelle) /Argolide».

Έργα του L. F. Boitte, που εἶναι κυρίως γνωστός γιά τις λεπτομερειακές ἀναπαραστάσεις τῶν μνημείων τῆς Ἀκρόπολης πού σχεδίασε, υπάρχουν στο musée d’Orsay, στο Παρίσι.

Αν βρεθούμε σαράντα άτομα να βάλουμε από ένα εικοσάρικο καθένας, μπορεί να τον πάρουμε τον πίνακα, προκειμένου να εκτεθεί σε περίοπτη θέση στα γραφεία του Συλλόγου «Παλαμήδης».

Ακολουθούν σχόλια πολιτών από τα οποία σημαντικότερο είναι το γνωστό «Μέσα κι εγώ», ένδειξη συγκατάθεσης ενός κόσμου που συναινεί στη διάσωση ενός τεκμηρίου της τοπικής ιστορίας και της πολιτισμικής ταυτότητας της πόλης του Ναυπλίου.

Την 1η Ιουνίου 2018, στις 3.08 μ.μ, ο Κώστας Καράπαυλος αναρτά στην ίδια σελίδα δυο φωτογραφίες, μια δική του και μια του Γ. Καρατάσου συνδιαχειριστή, χαρούμενοι με τον αποκτημένο πίνακα  στα χέρια τους στα γραφεία του Προοδευτικού Συλλόγου Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης». Από εκείνη την ώρα ο πίνακας κοσμεί τα γραφεία του Συλλόγου και οι πολίτες που συμμετείχαν στην απόκτησή του θα κοσμούν την λογική διαφύλαξης της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, όχι μόνο στην πόλη του Ναυπλίου αλλά και σε ολόκληρη τη χώρα. Το χαρούμενο «έπεται συνέχεια» των διαχειριστών της σελίδας, δηλώνει ακριβώς πως η ισχυρή παιδευτική διάσταση των δράσεων αυτών διαμορφώνει και ενισχύει δεσμούς συνείδησης ως προς την πολιτισμική κληρονομιά.

 

Κώστας Καράπαυλος – Γιώργος Καρατάσος

 

Εξώφυλλο της 115ης Δημοπρασίας σπάνιων βιβλίων. Στον κατάλογο της δημοπρασίας και στη θέση 38 ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ (420-433), ο κωδικός 420 αντιστοιχούσε στα «Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Άργους 1856-1890».

Η δεύτερη χαρακτηριστική περίπτωση είναι εκείνη της δημοπράτησης των Χειρόγραφων Πρακτικών του Δ.Σ. του Δήμου Άργους της περιόδου 1856-1890. Ο πρώτος Δήμος της χώρας! Θυμίζω τις αντιστοιχίες με την πρώτη περίπτωση. Τα «Χειρόγραφα Πρακτικά» δημοπρατήθηκαν από τον οίκο «Σπανός-Σπάνια Βιβλία» την Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014 και ώρα 17:00 στην αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός». Ο Πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού κ. Γιώργος Γιαννούσης, εγώ και ο κ. Οδ. Κουμαδωράκης, αναλάβαμε να ζητήσουμε από το Δήμαρχο κ. Καμπόσο να παρέμβει ώστε με κάποιο ευτελές αντίτιμο τα αρχεία να επιστρέψουν στο Άργος. Παράλληλα, ακολουθήσαμε τη διαδικασία της ανεύρεσης ποσού με άλλους πολίτες ώστε από κοινού να αγοράσουμε τα αρχεία. Τίποτα από αυτά δεν ευοδώθηκε καθώς ο Δήμος Άργους επέλεξε τις «νομικίστικες κόντρες» με αποτέλεσμα να ναυαγήσουν οι προσπάθειες απόκτησης των αρχείων και, όπως ακριβώς είχαμε προβλέψει, να αποσυρθούν τα αρχεία από την δημοσιότητα. Επιτυχής πρόβλεψη; Όχι! Πασίγνωστη διαδικασία που ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις και για την οποία είχαμε ενημερώσει τη Δημοτική Αρχή «δια ζώσης» και μέσω συγκεκριμένων δημοσιεύσεων στον τύπο.

Η ιστορία αυτή έφτασε στο δικαστήριο. Επειδή πρόκειται για δημόσια έγγραφα υπήρξε καταδίκη με αναστολή, επομένως είναι σα να μην υπάρχει καταδίκη και το δικαστήριο ΔΕΝ επέβαλε την άμεση επιστροφή των τεκμηρίων στον Δήμο Άργους. Ούτε κλεμμένα ήταν, ούτε καταγεγραμμένα! Ο «νομικίστικος παλληκαρισμός» είχε ακριβώς το αποτέλεσμα που επιθυμούσε: να εξαφανιστούν τα αρχεία και όχι να διασωθούν. Όπως ακριβώς δεν διασώθηκαν τα φωτογραφικά αρχεία του Δήμου (κάηκαν σε τυχαία πυρκαγιά!), όπως εξαφανίστηκαν τα τελευταία ιστορικά αρχεία του Δήμου Άργους και η Βιβλιοθήκη του άμοιρου Κολιαλέξη που την δώρισε στην πόλη του για να καταλήγει, χρόνια τώρα, στο πνευματικό σκουπιδαριό που του επεφύλαξαν οι «κεφαλές του τόπου»!

 

Αίθουσα Κολιαλέξη 2012. Άποψη της Βιβλιοθήκης Κολιαλέξη στον διαμορφωμένο ημι-υπόγειο χώρο του Κωνσταντοπούλειου Μεγάρου επί αντι-δημαρχίας Γ. Αναγνώστου. Εδώ φιλοξενήθηκαν τα εναπομείναντα ιστορικά Αρχεία του Δήμου Άργους των οποίων η τύχη αγνοείται από τότε που το κτήριο δόθηκε στην Τουριστική Σχολή. Εδώ επίσης έγινε η πρώτη συνεδρίαση του Δ. Σ. του Ινστιτούτου Αργειακών Μελετών, το οποίο πετάχτηκε στην πνευματική χωματερή του Δήμου Άργους, όπως και η σημαντική έκδοση «Αργειακή Γη».

 

Αν κάτι είναι ακόμη περισσότερο ανησυχητικό από την καταστροφική μανία με την οποία το ιστορικό σώμα της άτυχης πόλης του Άργους υπέστη πραγματικό σφαγιασμό, είναι η τερατώδης ομοιομορφία πνευματικής αντίληψης για την πολιτισμική κληρονομιά συμπολιτευόμενων και αντιπολιτευόμενων! Η αστειότητα, για παράδειγμα, της ίδρυσης του «Ελληνικού Ιστορικού Πάρκου» σε μια πόλη αρχαιολογικό και ιστορικό χρυσορυχείο, γίνεται αντιληπτή με όρους φτηνής αντιπολιτευτικής αερολογίας και όχι ανάλυσης για τις βαθιές ποιοτικές διαστρεβλώσεις που επιχειρούνται στα πνευματικά κριτήρια και τις αντιλήψεις των πολιτών.

Είναι επομένως σημαντικό να μνημονεύονται οι αξιέπαινες δράσεις Δημοτικών Αρχών και πολιτών που στόχο έχουν τη διατήρηση και ανάδειξη της πολιτισμικής κληρονομιάς του τόπου, όπως αυτή του Ναυπλίου. Είναι επίσης σημαντικό να μνημονεύονται διαρκώς οι ανερμάτιστες πολιτικές και λογικές ως αντι-παραδείγματα για την πολιτισμική ανάπτυξη ενός τόπου. Θα επαναφέρω στη δημοσιότητα με νέες λεπτομέρειες και με κάθε ευκαιρία τα ζητήματα των «χαμένων αρχείων» του Δήμου Άργους.

Στους δε φίλους που αναρωτιούνται γιατί το εξαιρετικό Βυζαντινό Μουσείο Άργους έχει μηδαμινή επισκεψιμότητα, θα απαντούσα: γιατί έχει γίνει ζηλευτή προσπάθεια ώστε η άτυχη πόλη να αναφέρεται ως σημείο προς παράκαμψη σε όλους τους τουριστικούς οδηγούς.

Γεώργιος Η. Κόνδης

 Άργος 6-6-2018

 

Διαβάστε ακόμη: Η πονεμένη ιστορία των Ιστορικών Αρχείων του Δήμου Άργους …

Σπετσιώτης Γιάννης


 

Γιάννης Σπετσιώτης

Ο Γιάννης Σπετσιώτης γεννήθηκε στην Ερμιόνη Αργολίδας το 1945 και αποφοίτησε από το Α΄ Πρότυπο Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών. Πτυχιούχος της Μαρασλείου Παιδαγωγικής Ακαδημίας, μετεκπαιδεύτηκε στην Ειδική Αγωγή στο Μαράσλειο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης (Μ.Δ.Δ.Ε.) και παρακολούθησε επιμορφωτικά προγράμματα, στην Ελλάδα και το εξωτερικό, στον τομέα της Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης. Πτυχιούχος του Παντείου Πανεπιστημίου (Τμήμα Πολιτικών Επιστημών) με Μεταπτυχιακό στο Διοικητικό Δίκαιο, του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Θεολογίας) με σπουδές στη Μουσικοπαιδαγωγική, τη Βυζαντινή και την Ευρωπαϊκή Μουσική. Επίκεντρο των ενδιαφερόντων του η Ένταξη και Συνεκπαίδευση Ατόμων με Αναπηρίες και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες, η Παιδαγωγική και Διδακτική Προσέγγιση Παιδιών και Εφήβων με Κινητικές Αναπηρίες και Νοητική Ανεπάρκεια, οι Μαθησιακές Δυσκολίες και τα θέματα Μουσικοπαιδαγωγικής και Μουσικοθεραπείας.

Διορίστηκε στη Δημόσια Εκπαίδευση και υπηρέτησε, επί 11 χρόνια, ως Ειδικός Παιδαγωγός και Διευθυντής σε Ειδικά Δημοτικά Σχολεία. Δίδαξε στο Μαράσλειο Διδασκαλείο του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών, στα Περιφερειακά Επιμορφωτικά Κέντρα (Π.Ε.Κ.) και συμμετείχε ως Υπεύθυνος Προγραμμάτων, Εισηγητής και Αξιολογητής σε προγράμματα ΕΠΕΑΕΚ του Πανεπιστημίου Αθηνών, για την επιμόρφωση και κατάρτιση των εκπαιδευτικών Α/θμιας και Β/θμιας εκπαίδευσης.

Εισηγητής σε πολλά σεμινάρια που οργάνωσαν το Υπουργείο Παιδείας, τα Πανεπιστήμια Αθηνών και Θεσσαλονίκης, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, η Διδασκαλική Ομοσπονδία (Δ.Ο.Ε.), η Ομοσπονδία καθηγητών (Ο.Λ.Μ.Ε.) και άλλοι φορείς στην Ελλάδα και το εξωτερικό, καθώς και μέλος Οργανωτικών, Επιστημονικών και Καλλιτεχνικών Επιτροπών.

Κατά το χρονικό διάστημα 1992 – 2006 υπηρέτησε ως Σχολικός Σύμβουλος Ειδικής Αγωγής στην Αθήνα. Συμμετείχε στο Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας από το 2004 – 2006, ενώ από το 2005 – 2007 διετέλεσε Ειδικός Σύμβουλος του ΥΠ.Ε.Π.Θ. σε θέματα Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης. Από το 2005 – 2008 ήταν Επιστημονικός Σύμβουλος του Κολλεγίου Αθηνών σε Προγράμματα Μαθησιακών Δυσκολιών. Υπήρξε Πρόεδρος του Π.Υ.Σ.Ε.Ε.Π. Αττικής, Μέλος του Συντονιστικού Συμβουλίου του Α΄ και Β’ Π.Ε.Κ. Αθήνας και της τριμελούς Επιτροπής Ειδικών Επιστημόνων του Ο.Ε.Ε.Κ. Μέχρι και σήμερα είναι Μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» και Κοσμήτορας της Σχολής του Συλλόγου. Έχει δημοσιεύσει τρία λογοτεχνικά έργα, το διήγημα «Πορφύρες από την Ερμιόνη» στη σειρά «Μύθοι και αλήθειες» με την εκπαιδευτικό Τζένη Ντεστάκου και τα Θρησκευτικά – Λαογραφικά βιβλία «Ω γλυκύ μου Έαρ!» και «Των Αγίων Αναργύρων». Αναλυτική μελέτη του για τα Δημοτικά Τραγούδια είναι δημοσιευμένη στο περιοδικό «Παράθυρο στην Εκπαίδευση», στο οποίο αρθρογραφούσε για δέκα και πλέον έτη.

Είναι μέλος της Συντακτικής Ομάδας του Ιστορικού – Λαογραφικού – Λογοτεχνικού περιοδικού «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», όπου και αρθρογραφεί. Άρθρα του με ανάλογο περιεχόμενο δημοσιεύονται και στους τοπικούς ισότοπους. Στο συγγραφικό έργο του Γιάννη Σπετσιώτη συμπεριλαμβάνονται βιβλία, άρθρα, μελέτες και έρευνες που αφορούν την Εκπαίδευση των Παιδιών με Αναπηρίες και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες, τη Μουσική Αγωγή και τη Μουσικοθεραπεία, τη Βυζαντινή Μουσική, την Ανάπτυξη της Δημιουργικής Έκφρασης, των Δεξιοτήτων και της Φαντασίας, καθώς και την Ιστορία της Εκπαίδευσης της Ερμιόνης. Είναι συνεργάτης της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης.

 

Ενδεικτική Εργογραφία

 

  • «Η μουσική στο σχολείο», Αθήνα 1974.
  • «Ομιλίες για παιδιά σε σχολικές γιορτές», Αθήνα 1980.
  • «Εκκλησία και άτομα με ειδικές ανάγκες», Αθήνα 1993.
  • «Εισαγωγή στη διδακτική των σχολικών μονάδων ειδικής αγωγής», Αθήνα 1994.
  • «Άτομα με αισθητηριακές μειονεξίες», Αθήνα 1994.
  • «Η ένταξη μικρών παιδιών στα νηπιαγωγεία και τις πρώτες τάξεις των δημοτικών σχολείων», Βέλγιο 1996.
  • «Ο ρόλος του συμβουλευτή δασκάλου», Αθήνα 1999.
  • «Πρώιμη παιδαγωγική – Εκπαιδευτική παρέμβαση», Αθήνα 2000.
  • «Παιδαγωγική και διδακτική των παιδιών με κινητικά προβλήματα», Αθήνα 2003.
  • «Το εργαστήρι της μουσικής», Αθήνα 2000.
  • «Προγράμματα μουσικής για παιδιά με και χωρίς ειδικές ανάγκες», Θεσσαλονίκη 2001.
  • «Η αόρατη ορχήστρα συνοδεύει τα τραγούδια μας», Αθήνα 2003.
  • «Πρώιμη παιδαγωγική, εκπαιδευτική παρέμβαση», Ωρίων, 2003.
  • «Το παιχνίδι», Αθήνα 2007.
  • «Μεθοδική Διδασκαλία της Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής», Τόμοι Α’ & Β’, Αθήνα 2003 & 2007.
  • «Το Τερερέμ στην Ορθόδοξη Λατρεία», Αθήνα 2008.
  • «Ω γλυκύ μου έαρ!», Ιδιωτική Έκδοση, 2012.
  • «Η Ψαλτική Τέχνη στην Ερμιόνη – Ιστορία και Παράδοση τριών αιώνων (19ος – 20ος – 21ος)», Αθήνα 2013.
  • «Μεθοδική πρώτη ανάγνωση της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής», 2013.
  • «Των Αγίων Αναργύρων», Ιδιωτική Έκδοση, 2015.
  • «Η εκπαίδευση στην Ερμιόνη κατά την Καποδιστριακή και Οθωνική περίοδο (1829-1862)», Ιδιωτική Έκδοση, 2016.
  • «Ερμιονίτικος λαϊκός λόγος», Ιδιωτική Έκδοση, 2017.
  • «Το ελληνικό σχολείο (σχολαρχείον) Ερμιόνης (1890-1909)», Ιδιωτική Έκδοση, 2017.
  • «Η Βιτόριζα», Ιδιωτική Έκδοση, 2017.
  • «Ερμιονίτικος λαϊκός λόγος», Ιδιωτική Έκδοση, 2018.
  • «Η εκπαίδευση των κοριτσιών στα Δίδυμα (1830-1930)», Ιδιωτική Έκδοση, 2019.

 

Πηγή


Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού – Βιβλιονετ.

 

Διαβάστε ακόμη για τον Γιάννη Σπετσιώτη την εργασία της φοιτήτριας Κατερίνας Χάσκα που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της έρευνας του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου για τους συγγραφείς της Αργολίδας: Γιάννης Σπετσιώτης  

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών  –  «Η κρίση του κανόνα δικαίου ως κρίση δημοκρατικής νομιμοποίησης της Ηγεσίας»


 

«Events Series 2018»

«Ηγεσία και Ανθρωπιστικές Αξίες»

 

Την Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2018 και ώρα 19:00 στην αίθουσα του Βουλευτικού στο Ναύπλιο, το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ελλάδος Πανεπιστήμιο Harvard, στο πλαίσιο του εορτασμού των 10 ετών από την έναρξη της επίσημης λειτουργίας του στο Ναύπλιο, οργανώνει εκδήλωση με προσκεκλημένο ομιλητή την Α.Ε. τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κύριο Προκόπιο Παυλόπουλο, με θέμα: «Η κρίση του κανόνα δικαίου ως κρίση δημοκρατικής νομιμοποίησης της Ηγεσίας». Η ομιλία εντάσσεται και ολοκληρώνει τον εφετινό κύκλο της σειράς εκδηλώσεων Events Series 2018 του ΚΕΣ με θέμα «Ηγεσία και Ανθρωπιστικές Αξίες».

Η εκδήλωση πραγματοποιείται με την υποστήριξη του Δήμου Ναυπλιέων – Δ.Ο.Π.Π.Α.Τ. – Πέρας προσέλευσης 18:50.

 

Σύντομη περίληψη της διάλεξης

 

Θεμελιώδης αρχή του κράτους δικαίου είναι η μέσω πλήρων κανόνων δικαίου – ήτοι κανόνων, των οποίων η παράβαση συνεπάγεται συγκεκριμένες κυρώσεις – οριοθέτηση της αρμοδιότητας των κάθε είδους κρατικών οργάνων, κυρίως δε των οργάνων της Εκτελεστικής Εξουσίας. Το φαινόμενο της «απορρύθμισης» – ήτοι της δραστικής συρρίκνωσης του πεδίου της κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας, το οποίο ρυθμιζόταν παραδοσιακώς με κανόνες δικαίου κρατικής προέλευσης – από την μια πλευρά συνεπάγεται ότι η αρμοδιότητα των κρατικών οργάνων χάνει μεγάλο μέρος της κανονιστικής της δύναμης. Και, από την άλλη πλευρά – αλλά και συνακόλουθα – οδηγεί σε ουσιώδη απομείωση της δημοκρατικής νομιμοποίησης των κρατικών οργάνων, και ιδίως εκείνων που βρίσκονται στην κορυφή της ιεραρχίας.

 

Σύντομο βιογραφικό σημείωμα του κυρίου Προκοπίου Παυλοπούλου

 

Ο Προκόπιος Παυλόπουλος γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1950, όπου και τελείωσε το Λύκειο. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1973 και συνέχισε, σε μεταπτυχιακό επίπεδο, τις σπουδές του στο Παρίσι. Το 1977 αναγορεύθηκε διδάκτωρ (Doctorat d’ État) του Πανεπιστημίου Paris II, στο οποίο αργότερα (1986) δίδαξε ως Επισκέπτης Καθηγητής. Το 1982 διορίσθηκε Εντεταλμένος Υφηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και, μετά από διαδοχικές κρίσεις στις βαθμίδες του Επίκουρου Καθηγητή και του Αναπληρωτή Καθηγητή, εξελέγη Καθηγητής της ίδιας Σχολής το 1989.

 

Προκόπιος Παυλόπουλος. Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας.

 

Από το σύνολο των έργων του αναφέρονται, ενδεικτικώς, «La directive en droit administratif», Paris, 1978, «Η συνταγματική κατοχύρωση της αιτήσεως ακυρώσεως: Μια σύγχρονη έποψη του κράτους δικαίου», 1982, «Μαθήματα διοικητικής επιστήμης», 1983, «Η αστική ευθύνη του Δημοσίου», τ. Ι, 1986, τ. ΙΙ, 1989, «Εγγυήσεις του δικαιώματος δικαστικής προστασίας στο ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο», 1993, «Η σύμβαση εκτέλεσης δημόσιου έργου», 1997, «Έντυπος Λόγος: Αρθρογραφία 1987-2003», 2003, το συλλογικό έργο (σε συνεργασία με τους Καθηγητές Α. Γέροντα, Σ. Λύτρα, Γλ. Σιούτη και Σ. Φλογαΐτη) «Διοικητικό Δίκαιο», 2η έκδοση, 2010, «Η Αναθεώρηση του Συντάγματος-Υπό το πρίσμα της κοινοβουλευτικής εμπειρίας, 2010, «Το Λυκόφως των Πολιτικών Ηγεσιών: Αιτία ή αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης;», 2011, κλπ.

Στον πολιτικό στίβο, το 1974-1975 υπήρξε Γραμματέας του πρώτου (προσωρινού) Προέδρου της Δημοκρατίας Μιχαήλ Στασινόπουλου. Διετέλεσε μέλος της Οικουμενικής Κυβέρνησης Ξ. Ζολώτα (1989-1990), στην οποία μετείχε ως Αναπληρωτής Υπουργός Προεδρίας, αρμόδιος για τα ΜΜΕ και Κυβερνητικός Εκπρόσωπος. Από το 1990 ως το 1995 υπήρξε Διευθυντής του Νομικού Γραφείου της Προεδρίας της Δημοκρατίας επί προεδρίας Κωνσταντίνου Καραμανλή. Μεταξύ 1995 και 1996 άσκησε καθήκοντα Εκπροσώπου Τύπου της Νέας Δημοκρατίας. Το 1996 εξελέγη Βουλευτής Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας και ως το 2000 άσκησε καθήκοντα Τομεάρχη Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης. Από το 2000 εκλέγεται συνεχώς Βουλευτής Α΄ Αθηνών. Μεταξύ 2000-2004 άσκησε καθήκοντα Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου της Νέας Δημοκρατίας. Και μεταξύ 2004-2009 διετέλεσε Υπουργός Εσωτερικών στις Κυβερνήσεις Κ. Καραμανλή.

Οι «ελάσσονες» πολιτικές ηγεσίες στο κράσπεδο της εμφύλιας διαμάχης. Η περίπτωση του Αλέξανδρου Θρ. Ζαΐμη. Νίκη Μαρωνίτη στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7- 8 Νοεμβρίου, 2015.


 

[…] Ο Ζαΐμης συνιστούσε ένα μείγμα επαγγελματία πολιτικού και ερασιτέχνη. Ακουμπούσε με ασφάλεια στην πολιτική οικογενειακή παράδοση, στις περγαμηνές που όριζαν η ένδοξη καταγωγή και τα ευρύτερα συγγενικά δίκτυα – εγχώρια και ομογενή – στη συστηματική μόρφωσή που απέκτησε, καθώς και στην ευρύτερη καλλιέργεια που διέθετε. Το ξεκίνημα, και στη συνέχεια η σύνολη πολιτική του σταδιοδρομία, βασίστηκαν αφενός στα εδραιωμένα και γόνιμα τοπικά ερείσματα, με άξονα τη γενέτειρα του, τα Καλάβρυτα, αφετέρου σε αυτά που αντλούσε έξω από τα εθνικά σύνορα: στα διπλωματικά σαλόνια, στις πρεσβείες, στα δυναστικά περιβάλλοντα, στα διεθνή fora, στους χώρους δράσης της ελληνικής ομογένειας.

Αλέξανδρος Ζαΐμης (1855-1936). Library of Congress.

Επομένως η αξιοθαύμαστη ανέλιξη του εδραιώθηκε εποικοδομητικά στις δύο αυτές κλίμακες, τοπική και κοσμοπολιτική, χωρίς να χρειαστεί να αναμετρηθεί στον εθνικό, ανταγωνιστικό κομματικό στίβο, με τους πολιτικούς πρωταγωνιστές της εποχής του. Δεδομένο που του επέτρεψε, αφενός να εκφράσει τις ενδιάμεσες, ρευστές θέσεις των πολυσυλλεκτικών εκλογικών πελατειών, εκείνες δηλαδή που η καθαρότητα και αποκλειστικά των αντίπαλων πολιτικών παρατάξεων δεν μπορούσαν προγραμματικά να εκπροσωπήσουν, αφετέρου να αποκτήσει περισσότερους οιονεί συμμάχους, από ότι δηλωμένους πολέμιους ή εχθρούς. Άλλωστε, αυτές ακριβώς οι πολυσυλλεκτικές, ανυπόμονες εκλογικές πελατείες ευθύνονταν κατά πολλοίς για τον τρωτό, αναλώσιμο χαρακτήρα των πλειοψηφικών κυβερνητικών σχημάτων, καθώς για την αναγκαιότητα προσφυγής σε ανορθόδοξες συνταγματικές επιλογές από την πλευρά του ανώτατου άρχοντα για τη διαμόρφωση ευκαιριακών, μειοψηφικών κυβερνήσεων. Δεν ήταν συμπτωματικό επομένως ότι η ανάληψη ύπατων αξιωμάτων που εγγράφονται στην αδιάλειπτη, μακρά πορεία του Ζαΐμη- βουλευτής, πρόεδρος της Βουλής, πρωθυπουργός (επανειλημμένα), ύπατος αρμοστής της Κρητικής Πολιτείας, διοικητής της Εθνικής Τράπεζας, Πρόεδρος της Γερουσίας, Πρόεδρος της Δημοκρατίας – οφειλόταν σε διορισμούς, αξιοκρατικούς ή σκιώδεις, νόμιμους ή «πραξικοπηματικούς» στους περισσότερους από τους οποίους οι εκπρόσωποι του ελληνικού στέμματος, Γεώργιος και Κωνσταντίνος, αλλά και ο χαρισματικός Ελευθέριος Βενιζέλος έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Αυτή η διαδικασία των «γκρίζων» διορισμών δεν κατάφερε ωστόσο να υπονομεύσει το πολλαπλό όφελος που αποκόμισε ο Καλαβρυτινός πολιτικός: καθώς, μετά την ανάληψη του εκάστοτε υψηλού αξιώματος, το πολιτικό/συμβολικό του κεφάλαιο αποκτούσε πλουσιότερες και ωριμότερες υποδοχές, χρησιμότερες δικτυώσεις, ενισχυμένη διαπραγματευτική ισχύ. Ηγούνταν κατά κανόνα μειοψηφικών ή κυβερνήσεων συνεργασίας, υπηρεσιακών, έκτακτων ή οικουμενικών υπουργείων, σχημάτων δηλαδή που χαρακτηρίζονταν από προσωρινή διάρκεια, ad hoc κοινοβουλευτική υποστήριξη, ρευστό και μεταβαλλόμενο κοινωνικό αντίκρισμα/έρεισμα, αποτελούσαν ωστόσο τον κανόνα και όχι την εξαίρεση στην κυβερνητική ιστορία της μέσης διάρκειας 1890-1936.

Παράλληλα, τα ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά του – νηφαλιότητα, μετριοπάθεια, ικανότητα να διαμορφώνει συναίνεση γύρω από το πρόσωπό του, διαχειριστική δεινότητα, διεθνή αναγνώριση, συνείδηση καθήκοντος – επισκιάζονταν μεν από καταγεγραμμένα ελαττώματα όπως ατολμία, αναποφασιστικότητα, έλλειψη ηγετικών προσόντων, υποχωρητικότητα, ιδιότυπη φιλοδοξία. Σύστηναν όμως, την ίδια στιγμή, ένα εναλλακτικό, νεωτερικό, μοντέλο διακυβέρνησης απέναντι σε αυτό των πρωταγωνιστών της πολιτικής: με άλλα λόγια, ο Αλέξανδρος Ζαΐμης παρουσιαζόταν στο πηδάλιο της εξουσίας, σε επίμαχες και κρίσιμες περιόδους, με στόχο να διαχειριστεί επιτακτικά ζητήματα, αντιπροσωπευτικά των εκάστοτε οξύνσεων/πολώσεων, και να αποκαταστήσει, έστω προσωρινά, την εύρυθμη, θεσμική λειτουργία του πολιτικού και κοινωνικού βίου. Η πολιτική κουλτούρα που υπηρετούσε, οικεία και παρούσα στις ασταθείς και εξίσου ρευστές ευρωπαϊκές πολιτικές σκηνές της περιόδου που εξετάζουμε, νομιμοποιούνταν στην ετοιμότητα και βούληση να αναλάβει την κατάλληλη στιγμή το ύπατο αξίωμα, να ανταποκριθεί επαρκώς κατά τη σύντομη μα εύθραυστη διάρκεια του και να αποσυρθεί όταν ολοκληρωθεί η ορισμένη αποστολή του. Προσημειώνοντας έτσι την δυνατότητα επανάκαμψης, την επόμενη προσωρινή θητεία…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Οι «ελάσσονες» πολιτικές ηγεσίες στο κράσπεδο της εμφύλιας διαμάχης. Η περίπτωση του Αλέξανδρου Θρ. Ζαΐμη.

 

Διαβάστε ακόμη: