Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άργος’

1961-2011:Μισός αιώνας λειτουργίας του Μουσείου Άργους


 


Μουσείο στο Άργος:Η αρχή και η εξέλιξή του

 

Τον Ιούνιο του 1961 εγκαινιαζόταν το σημερινό μουσείο αρχαιοτήτων του Άρ­γους [1], ενώ από τα μέσα του 1959 είχε τελειώσει η ανακαίνιση – διαμόρφωση του κτιρίου της οικίας του Δημητρίου Καλλέργη σε αίθουσα μουσείου, στο ισόγειο της οποίας εκτέθηκαν τα ευρήματα της Λέρνας [2]. Ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα είχε διαμορφωθεί το αίτημα, από λογίους της πόλης, για ίδρυση στο Άρ­γος μουσείου άξιου της ιστορίας του, ενώ οι ανασκαφές του Ολλανδού Wilhelm Vollgraff (για λογαριασμό της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών) κατά πρώτο στην αρχή του 20ού αιώνα, και έπειτα στη δεκαετία του 1930, αναζωπύ­ρωσαν το ενδιαφέρον, τώρα και από τις στήλες του τοπικού Τύπου.

Δημήτριος Καλλέργης. Φωτογραφία του Γάλλου André-Adolphe-Eugène Disdéri (1819-1890), Παρίσι 1865.

Ο νέος κύκλος ανασκαφών της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στο Άργος, από την αρχή της δεκαετίας του 1950, ώθησε το από πολλές πλευρές πια ενδιαφέ­ρον, στη διαμόρφωση του σημερινού αρχαιολογικού μουσείου, με έξοδα του Γαλ­λικού Κράτους, αλλά και με την παραχώρηση της χρήσης της οικίας Καλλέργη,αυτής σε ερειπιώδη κατάσταση, από τον Δήμο Άργους, στον οποίο είχε δωρηθεί το κτίριο από τους απώτερους κληρονόμους του Καλλέργη.

Στο άρθρο αυτό θα εκθέσουμε την «πορεία» μουσείου για τις αρχαιότητες του Άργους από τα μέσα του 19ου αιώνα, όπου βρίσκονται οι πρώτες πληροφορίες για στεγασμένη αρχαιολογική συλλογή στο Άργος, μέχρι τις μέρες μας. Αλλά είναι ανάγκη να προσθέσουμε ότι μόλις τώρα (πιθανόν 2012) δημιουργείται μουσείο για τις βυζαντινές αρχαιότητες (του Άργους, αλλά και της υπόλοιπης Αργολίδας), σε αίθουσες των Στρατώνων Καποδίστρια, ενώ δεν γίνεται καν, ακόμα, σοβαρά και οργανωμένα λόγος, για μουσείο της νεότερης ιστορίας και της λαογραφίας τηςπόλης.

Ο συντάκτης του άρθρου, τα τελευταία τριάντα χρόνια, έχει επανειλημμέ­να, σε διάφορα άρθρα του, τονίσει την ανάγκη για δημιουργία τέτοιου μουσείου, οργανωμένου βεβαίως με τις σύγχρονες μουσειολογικές αντιλήψεις. Τούτο ση­μαίνει ότι πρέπει να δημιουργηθεί μουσείο που δεν θα περιορίζεται σε έκθεση αντικειμένων, αλλά στόχο θα έχει την πρόκληση μέθεξης στους επισκέπτες, σε μία πόλη που δεν έπαψε να ζει συνεχώς με την πάροδο των χρόνων και των αιώ­νων. Ας ελπίσουμε ότι πρώτα ο Δήμος Άργους θα ενστερνισθεί την ιδέα αυτή, μέσα στο πλαίσιο μιας ευρύτερης κατανόησης της κοινωνικής και οικονομικής αξίας της πολιτισμικής ανάπτυξης.

1. Οι απαρχές

Ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης, ανάμεσα στα σκόρπια άρθρα και σημειώματά του, τόσο στον αργειακό όσο και στον αθηναϊκό Τύπο, δημοσίευσε με τα αρχικά του και με την άκρα σεμνότητα που τον διέκρινε, στην εφημερίδα «Δαναΐς» του Δημ. Δεσμίνη, μικρό άρθρο με τον τίτλο «Το εν Άργει Αρχαιολογικόν Μουσείον»[3], όπου με τη γνωστή αντικειμενικότητά του εκθέτει συνοπτικά τις απαρχές της στέγασης μιας πρώτης αρχαιολογικής συλλογής στο Άργος.

Μεταξύ άλλων γράφει ο Βαρδουνιώτης:

«Αι Αργείαι αρχαιότητες ήσαν διεσπαρμένοι τήδε κακείσε, μηδενός μεριμνώντος περί αυτών μέχρι 1 Δεκεμβρίου 1878. Τότε ο αείμνηστος έφορος των αρχαιοτήτων και ευλαβέστατος και ενθουσιώδης λάτρης αυτών Πανα­γιώτης Σταματάκης συνεκέντρωσε αυτάς και υπό το κατάστημα της Δημαρ­χίας μας συνέστησε και ετακτοποίησε πρώτος το αρχαιολογικόν της πόλεως ημών Μουσείον. Περιέλαβε δε τούτο 526 τεμάχια αρχαίων εκ του Ηραίου και του Άργους προ πάντων, μεταξύ των οποίων ήσαν και τινα πολλού λόγου άξια.

 Έκτοτε το Μουσείον μας εξηκολούθει πλουτιζόμενον εκ διαφόρων εκά­στοτε αρχαίων, τα πλείονα των οποίων προήλθον εκ των ανασκαφών της Λυκώνης, του θεάτρου, του λόφου της Ασπίδος κλπ.

 Η φύλαξις του Μουσείου αυτού ήτο ανατεθειμένη αρχήθεν εις τον εκάστο­τε κλητήρα της δημαρχίας. Και είχε μεν διορισθή δημοτικός τις Έφορος του Μουσείου υπό του δημοτικού συμβουλίου και του δημάρχου, αλλ’ ο διορισμός ούτος ήτο μάλλον τιμητικός τίτλος, κενός πάσης εξουσίας και ενεργείας, σχεδόν ΙΝ ΡΑRTIBUS μέχρι Σεπτεμβρίου 1899, ότε ο δημοτικός αυτός έφο­ρος παρητήθη.

 Τούτου ένεκα και διευκολύνθησαν απώλειαί τίνες των εν τω Μουσείω αυτώ αρχαιοτήτων. Κατά δε τον Αύγουστον του 1900 εγένετο σοβαρά κλοπή τοιούτων, αίτινες όμως μετ’ ου πολύ ανεκαλύφθησαν σχεδόν πάσαι.

Κατά την εποχήν εκείνην αφίκοντο ένεκα της ως άνω κλοπής εξ Αθηνών οι κ.κ. Καββαδίας και Τσούντας οίτινες και έλαβον μετά του κ. Νομάρχου Αργολίδος μέτρα διασώσεως των καλλιτέρων αρχαιοτήτων, αφού δεν ήσαν ασφαλείς εν τω Μουσείω μας, ως υπέδειξεν η κλοπή. Μόλις δε τον Οκτώβριον 1901 το Υπουργείον της Παιδείας διώρισε τακτικόν επιμελητήν των εν Άργει αρχαιοτήτων, όστις και μεριμνά και εργάζε­ται όσον δύναται διά το εν λόγω Μουσείον μας.

Λέγω όσον δύναται, διότι το Μουσείον έχει ήδη πλείστας αρχαιότητας σωρευθείσας πολλάς εν μια μόνη αιθούση. Και είναι απόλυτος ανάγκη, ει μη νέου ειδικού οικοδομήματος, τουλάχιστον μιας έτι αιθούσης και ερμαρίων προς αραίωσιν, τακτοποίησιν και νέαν απογραφήν και απαρίθμησιν των αρ­χαιοτήτων. Ο δήμαρχος Αργείων κ. Α. Καρατζάς, μεθ’ ου αρκετά περί τούτου συνωμιλήσαμεν, υπεσχέθη φιλοτιμίας την παραχώρησιν της δευτέρας αιθού­σης, ήτις παράκειται τη πρώτη».

Τελειώνοντας το άρθρο του, ο Δημ. Βαρδουνιώτης καταλήγει ότι πρέπει να γίνουν επισκευές για την ανάδειξη του μουσείου, ότι ο Δήμος δεν έχει τα οικονομικά μέσα και ότι είναι ανάγκη να συνεισφέρει και το κράτος. Διαπιστώνει ότι το μου­σείο είναι γεμάτο σκόνη και απεριποίητο και ότι αν οι αρμόδιοι ευνοούν να το εγκαταλείψουν στην κατάσταση αυτή, είναι καλύτερα να το διαλύσουν και να μεταφέρουν αλλού τις αρχαιότητες. Πράγμα που προφανώς έγινε το 1900. Ως προς τον έφορο – επιμελητή αρχαιοτήτων του μουσείου, εντοπίζουμε σε δημοσιεύματα της εποχής [4] ότι το λειτούργημα αυτό είχε αναλάβει ακριβώς ο Δημ. Βαρδουνιώτης. Τα στοιχεία που παρέχει ο Δημ. Βαρδουνιώτης είναι δυνατό να διασταυρωθούν επωφελώς με όσα παραθέτει στο άρθρο που μνημονεύσαμε προηγουμένως, η Β. Χατζημιχάλη στο «Βήμα», και προφανώς τα μεταφέρει από το Δελτίον της Εν Αθή­ναις Αρχαιολογικής Εταιρείας.

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Σύμφωνα με αυτά, η περισυλλογή και έκθεση αρχαιοτήτων στο Άργος έγινε το 1872, αναφέροντας ότι στη Γεν. Συνέλευση της Εταιρείας της 18ης Ιουνίου, ο Γεν. Γραμματέας της δήλωσε ότι αποφασίσθηκε για πρώτη φορά η επιθεώρηση όλων των αρχαιοτήτων του κράτους, μάλιστα στις επαρχίες, που προέρχονταν «εξ αγροικίας τινός ή πλεονεξίας, ηύξανον δ’ επιφόβως οσημέραι, ένεκα της ακηδίας των κατά τόπους αρχών». Και επειδή κανένα από τα τότε μέλη της Εταιρείας δεν μπορούσε να απουσιά­σει από τα καθήκοντά του στην Αθήνα, επιφορτίσθηκαν άλλα κατάλληλα πρόσω­πα, και συγκεκριμένα ο σχολάρχης της Ερμούπολης Α. Βλαστός και ο βοηθός του «αρχαιολογικού γραφείου» του Υπουργείου Παιδείας Παν. Σταματάκης.

Τον Ιούλιο του 1871 ο Α. Βλαστός επισκέφθηκε και το Άργος και τακτοποίησε την συλλογή των αρχαίων. Το 1878 – και εδώ επιβεβαιώνεται εν μέρει ο Βαρδου­νιώτης- ο Π. Σταματάκης, που είναι πλέον έφορος αρχαιοτήτων στο Υπουργείο, κατεβαίνει στο Άργος, συγκεντρώνει αρχαία που ήταν διασκορπισμένα στην πόλη και τα περίχωρά της και τα μεταφέρει στην «δημοτικήν συλλογήν».

Στο μεταξύ είχαν αρχίσει στις Μυκήνες οι ανασκαφές του Ερρίκου Σλήμαν και η Αργολίδα βρέθηκε στο προσκήνιο ευρωπαϊκού, πια, ενδιαφέροντος. Όμως από το 1831 εί­χαν γίνει περιορισμένες ανασκαφές στην αργολική πεδιάδα, μάλιστα στο Ηραίον, από τον γνωστό μας Τόμας Γκόρντον, που τότε ήταν επικεφαλής του ελληνικού στρατού και είχε κτίσει το σπίτι του στο Άργος (σήμερα έδρα της Γαλλικής Αρ­χαιολογικής Σχολής στην πόλη) από το 1829.

Η αρχαιολογική συλλογή του Άργους είναι, όμως, πλέον βέβαιο, μετά τη γνω­στοποίηση της διατριβής του Michel Seve [5], ότι είχε σχηματισθεί τουλάχιστον από τα μέσα του 19ου αιώνα και στεγασθεί από τότε ήδη στο υπόγειο του κτιρίου της Δημαρχίας [6]. Αυτό μαρτυρείται κατά πρώτο στην επίσκεψη του Ερνέστ Μπρε­τόν, το 1859 στο Άργος: «μια από τις αίθουσες της Δημαρχίας περιέχει μικρό μουσείο αγγείων, γλυπτών και διαφόρων αποσπασμάτων, που συνελέγησαν στις ανασκαφές».

Έπειτα, κατά την επίσκεψη του Σαρλ Σωμπ, το 1862 («Επισκέφθηκα στο κτί­ριο της κοινότητας, ένα μικρό δωμάτιο, γεμάτο από αρχαία υπολείμματα, όμως δεν είδα τίποτε το εντυπωσιακό»!). Συνεχίζοντας, όμως, με τους ταξιδιώτες που περνούν από το Άργος, σύμφωνα με την μαρτυρία του Εμίλ Ιζαμπέρ, το 1873, διαβάζουμε ότι:

«… μερικά ενδιαφέροντα υπολείμματα της αρχαιότητας είναι ακόμα διά­σπαρτα στη σύγχρονη πόλη, ανάμεσα στα άλλα και στο σπίτι του στρατηγού Τσώκρη, ένα ανάγλυφο που απεικονίζει την περίφημη ποιήτρια Τελέσιλλα» (sic από την πλευρά μας). «Στα κτίρια της δημαρχίας βρίσκεται μικρό μου­σείο το οποίο περιλαμβάνει ορισμένες επιγραφές, κυρίως όμως άξια προσο­χής είναι αποσπάσματα γλυπτικής της μετώπης του Ηραίου, έργα της σχολής του Πολυκλείτου που αποκαλύφθηκαν πριν ορισμένα χρόνια, στις ανασκα­φές που διευθύνονταν από τον κ. Ραγκαβή. Πρόκειται για αποσπασματικά υπολείμματα, κεφαλές, μέλη, τμήματα ενδυμάτων, που δεν δοκίμασαν διόλου να συσχετίσουν για να αναστηλώσουν τις μορφές. Όμως αυτά τα υπολείμματα, άκρως ενδιαφέροντα για την ιστορία της τέ­χνης, έχουν τέτοιαν ομορφιά ύφους, ώστε μπορούν να ανταγωνιστούν τα γλυπτά του Παρθενώνα».

Ο Γερμανός Φον Φραντς Πετί επισκέπτεται το Άργος το 1878, τότε που πιθανόν ο Σταματάκης έχει ήδη συνθέσει την αρχαιολογική συλλογή της πόλης. Αναφέρει ότι «το Άργος κατέχει, έτσι, μερικούς θησαυρούς της τέχνης της γλυπτικής, που αποκα­λύφθηκαν πρόσφατα και σχηματίζουν την αρχή μιας συλλογής. Μέχρι να αποκτήσει η πόλη ένα μουσείο, οι θησαυροί αυτοί διατηρούνται στο κτίριο του δικαστηρίου». Η μαρτυρία αυτή υποδεικνύει ότι στο κτίριο του Δημαρχείου είχε ξαναβρεί στέγη και η πρώτη λειτουργία του, του 1831, ως δικαστικού καταστήματος, παράλληλα με τη στέγαση της δημοτικής Αρχής. Ο Πετί συνεχίζει με το ότι ένας δημοτικός υπάλ­ληλος τον συνόδευσε:

«… σε ένα γραφείο προς τα πίσω, όπου διατηρούνται οι θησαυροί. Σε μια γωνιά έσκυβε μελαγχολικά ένα αντίγραφο της Αφροδίτης της Μήλου. Το α­ντίγραφο είναι αρκετά ασήμαντο, μόνο που το άγαλμα, με ύψος ενάμισο πό­δι, έχασε το κεφάλι του στο πέρασμα του χρόνου. Στο πλάι, μια ορθογώνια πλάκα με ανάγλυφη γυναικεία κεφαλή. Η έκφραση του προσώπου είναι ενερ­γητική, το μέτωπο είναι ισχυρό, τα μάτια ορθάνοιχτα, στα πλάγια βρίσκονται δύο φίδια, στραμμένα στην αρχή προς τα πάνω και έπειτα προς τα κάτω(…). Άλλη πλάκα παρουσιάζει ένα νεαρό σε άλογο, κι αυτόν σε ανάγλυφο και προ­φανώς καλής εποχής. Άλλα αποσπάσματα και πολυάριθμα κεραμικά και μπρούτζινα έχουν τοποθετηθεί σε ψηλές ντουλάπες, ανάμεσα σε σκονισμένα αρχεία. Στην αυλή του κτιρίου υπήρχαν πολλά κομμάτια κιόνων και επιστυλίων, που κατά το μεγαλύτερο μέρος τους προέρχονται από το Ηραίον».

 

Την ίδια χρονιά επισκέπτεται το Άργος ο Ζοζέφ Ρενάκ και γράφει ότι «θα επισκε­φθούμε ένα μικρό μουσείο αρχαίων αποσπασμάτων, που αποκαλύφθηκαν στο Η­ραίον και συγκεντρώθηκαν στη Δημαρχία (σημείωση: «μου γράφουν από την Αθή­να ότι η πλατεία του Δημαρχείου του Άργους μόλις πήρε το όνομα πλατεία Γαμ­βέτα – Μάρτιος 1879» χρονολογία έκδοσης του βιβλίου του Ρενάκ):

Όταν μπήκαμε, το δημοτικό συμβούλιο συνεδρίαζε, με πουκάμισα, γύρω από ένα τραπέζι κουζίνας. Βλέποντάς μας, αυτοί οι ταπεινοί διάδοχοι των Ατρειδών, σηκώθηκαν και με χάρη μας παρουσίασαν την αξία του μουσείου τους. Εντυπωσιάστηκα ζωηρά από ένα μικρό μαρμάρινο άγαλμα, που η στά­ση του είναι ίδια με της Αφροδίτης της Μήλου, λίγο πιο όρθιο(…).

Αργότερα, το 1886, ο Άγγλος Τζον Ήντουιν Σάντυς, γράφει ότι επισκέφθηκε πρώ­τα «το μουσείο, ένα δωμάτιο στο ισόγειο της Δημαρχίας, στο ίδιο κτίριο με το τοπι­κό σχολείο. Ο δάσκαλος ξεκλείδωσε την πόρτα» και είδε πολυάριθμα αποσπάσμα­τα γλυπτικής, κυρίως από το Ηραίον. Επισημαίνει και αυτός το μικρό άγαλμα που μοιάζει με την Αφροδίτη της Μήλου και ένα άλλο που αναπαριστά νύμφη, όπως και πολλές επιγραφές.

Τέλος, το 1896, οι μαρτυρίες δύο άλλων ταξιδιωτών μας οδηγούν και πάλι στην αρχαιολογική συλλογή του μουσείου. Ο Γκυστάβ Λαρουμέ γράφει ότι «στο Δημαρχείο υπάρχουν ορισμένα όμορφα θραύσματα γλυπτικής, που σχηματίζουν μικρό μουσείο», ενώ ο αββάς Ε. Λε Καμύ, αφού πρώτα ταυτίζει τη σημερινή πλατεία του Αγίου Πέτρου, με τον νεόκτιστο τότε ομώνυμο ναό, με την … αρχαία αγορά του Άργους (ακόμα δεν είχε ανασκαφεί η πραγματική θέση της), αναφέρει ότι «το μουσείο, σε μία από τις αίθουσες της Δημαρχίας, είναι μέτριου ενδιαφέροντος», τα περισσότερα εκτιθέμενα ευρήματα προέρχονται από το Ηραίον.

«Τα αποσπάσμα­τα που συνελέγησαν θα έπρεπε να μας δώσουν μία ιδέα για τους δύο μεγάλους καλ­λιτέχνες που συνέδεσαν το όνομά τους με αυτό το αριστούργημα (σημ. τον ναό της Ήρας). Δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει. Αυτά τα αποσυνδεμένα υπολείμματα, κεφα­λές, μέλη, επιτάφιοι λίθοι, μετόπες, επιγραφές, όλα θλιβερά κομματιασμένα, δεν λέ­νε σπουδαία πράγματα» (….). «Και αφού ξαναβρήκαν ένα ανάγλυφο που αναπαρι­στά την Τελέσιλλα (sic, από την πλευρά μας, φαίνεται ότι ήδη είχε εμπεδωθεί ο σχε­τικός μύθος), την ποιήτρια και πατριώτισσα που υπήρξε από τις δόξες του Άργους, γιατί δεν βρίσκεται εδώ; Ένας πλούσιος ιδιοκτήτης της πόλης το κράτησε και το φυλάει στο σπίτι του, μαζί με άλλα πολύτιμα αντικείμενα».

Πριν κλείσουμε αυτή την ενότητα, μεταφέρουμε εδώ μία περίεργη σημείωση του Γιάννη Βλαχογιάννη από το αρχείο του[7], μεταφορά από φύλλο της εφημερί­δας «Εφημερίς», σύμφωνα με την οποία το 1854 οι Μπούρσιαν και Ραγκαβής έσκαψαν στο Ηραίο και βρήκαν «χιλιάδες κουκλών και άλλας αρχαιότητας, αίτινες εξετέθησαν εν τω δημαρχιακώ καταστήματι Άργους. Εκ τούτων σήμερον ου­δεμία υπάρχει, άπασαι δ’ απωλέσθησαν». Τη σημείωσή του έχει τιτλοφορήσει «Αρχαιοκαπηλεία εν Άργει».

Στο Ημερολόγιον του Σκόκου, δώδεκα χρόνια αργότερα [8], μεταφέρεται από­σπασμα από έργο του Εδουάρδου Έγγελ, στο οποίο αναφέρεται ότι το «μουσείον εύρηται έν τινι πενιχρά οικοδομή» και ότι «αξιόλογος κατάλογος των εν αυτώ, εκ­πονηθείς υπό του εν Βερολίνω πρέσβεως Αλ. Ραγκαβή» βρίσκεται στο μουσείο, τέλος δε ότι οι Αργίτες δεν κρατούν όσα αρχαία βρίσκουν, αλλά τα παραδίδουν στο μουσείο.

Οι πληροφορίες αυτές είναι πάρα πολύ ενδιαφέρουσες, όπως θα δού­με στη συνέχεια, μάλιστα για την ύπαρξη καταλόγου, ο οποίος στα 1911, όταν γράφει ο Βαρδουνιώτης, προφανώς είχε πια υπερκερασθεί από το πλήθος των νέ­ων ευρημάτων, ιδίως μετά τις ανασκαφές στο Άργος.

Για «μουσείο ενός δωματί­ου» κάνει λόγο και η Ίζαμπελ Άρμστρονγκ, σύμφωνα με σχετικά πρόσφατη δημο­σίευση αποσπάσματος βιβλίου της σε τοπικό περιοδικό [9]. Τέλος, ως προς τη φύλαξη του μουσείου είναι χαρακτηριστικό, μικρό σημεί­ωμα τοπικής εφημερίδας, σύμφωνα με το οποίο, όταν ο τότε ανασκαφέας του Η­ραίου Βαλστάιν επισκέφθηκε το μουσείο, διαπίστωσε ότι έλειπαν αγγεία που είχε δει σε προηγούμενη επίσκεψη του κι όταν ρώτησε τον «επιστάτη» τι απέγιναν, αυτός απάντησε ότι ξένοι επισκέπτες «χάριν φαίνεται ενθυμήσεως λαμβάνουσιν από ταύτα»! Και η εφημερίδα προσθέτει ειρωνικά ότι «Ημείς νομίζομεν ότι δεν πρέπει να γίνηται λόγος περί αυτών, διότι είναι μικρά αντικείμενα ανάξια φυλάξε­ως!!!» (εφημ. «Αγαμέμνων», 10-4-1854).

2. Στις αρχές του 20ού αιώνα

Η κλοπή που σημειώθηκε στην αρχαιολογική συλλογή του Άργους, η οποία, από όσα εκθέσαμε ήδη, φαίνεται ότι δεν είχε τύχει ιδιαίτερης φροντίδας και φύλαξης, μετά την οργάνωσή της από τον Π. Σταματάκη και την σύνταξη καταλόγου από τον Ραγκαβή, σφράγισε την τύχη της κατά το πέρασμα στον 20ό αιώνα. Σε εφημερίδες της εποχής η κατάσταση παρουσιάζεται με αρκετά ανάγλυφο τρόπο. Δημο­σιεύεται η είδηση, στα μέσα του 1901 [10], ότι η συλλογή πρόκειται να μεταφερθεί στο Ναύπλιο, είδηση που συνοδεύεται από σχόλιο ότι «Δεν μας αφήκαν τίποτε. Μας έχουν διαγράψει όλους (οι) επάνω. Μας αφήρεσαν όλα τα οποία είχομεν. Μας αφήκαν έρημον τον στρατώνα. Μας κοροϊδεύουν όλους.

» Και αφού τίποτε, τίποτε δεν έχομε, μας αφαιρούν και το Μουσείον μας. Σημείον ότι στο μέλλον θα βάλουν φωτιά να μας κάψουν. Ο άμοιρος αυτός και άτυχος τόπος είναι διαγεγραμμένος από τους αρμοδίους.»

 

Βεβαίως, παρόμοια σχόλια δεν έπαψαν να δημοσιεύονται στον τοπικό Τύπο του Άργους, όχι μόνο για το μουσείο αλλά και για πλείστα όσα θέματα της πόλης. Η εποχή του Δημάρχου Σπ. Καλμούχου, που προίκισε την πόλη με την νεοκλασι­κή αγορά, το κτίριο παράπλευρα του Δημαρχείου, και με την ίδια την αναμόρφω­ση του δημαρχιακού κτιρίου (αρχιτέκτονάς τους ο από τους σημαντικούς αρχιτέ­κτονες της εποχής Π. Καραθανασόπουλος, 1889-1890), είχε παρέλθει. Και η νοο­τροπία ότι οι άλλοι «φταίνε για το κατάντημα του Άργους», όμως ουδείς από τους τοπικούς αρμοδίους και «φυσικά» κανένας από τους κατοίκους του, μία νοοτροπία που δεν έχει εξαφανιστεί ούτε στις μέρες μας, διαπιστώνεται πως έχει βαθιές τις ρίζες της. Αντίστοιχή της είναι εκείνη για τη «διεθνή συνωμοσία» κατά της Ελλά­δας και των Ελλήνων, πλήρως ανεύθυνων και αθώων κατ’ αυτήν…

Πέντε μήνες αργότερα, από την ίδια εφημερίδα [11] πληροφορούμαστε ότι το μου­σείο είχε κλειστεί περίπου προ μιας διετίας, λόγω της κλοπής τριών αγαλμάτων. Οι δράστες της κλοπής, μη κατονομαζόμενοι και προσδιοριζόμενοι, είχαν ανακαλυφθεί και τιμωρηθεί (δεν αναφέρεται η τύχη των ίδιων των αγαλμάτων, ούτε ποια ακριβώς ήταν), όμως η σχετική ανάκριση που δεν είχε ολοκληρωθεί κρατούσε το μουσείο κλειστό. Και γίνεται έκκληση προς τον δήμαρχο να φροντίσει να ξανανοίξει το μου­σείο, ώστε να μη μειώνεται η υπόληψη της πόλης έναντι των ξένων.

Λίγες μέρες αργότερα [12] δίδεται η είδηση ότι εισαγγελέας είχε ζητήσει από το Υπουργείο Παιδείας να ορίσει έφορο, που να παρευρίσκεται κατά τη στιγμή της «αποσφράγισης» της αρχαιολογικής συλλογής, αλλά και το ότι ο μόνος έφορος του μουσείου που υπήρχε είχε παραιτηθεί προ καιρού και κανένας δεν είχε ζητή­σει την αντικατάστασή του.

Όμως λίγους μήνες αργότερα το Υπουργείο διόρισε «Επιμελητήν των εν Αργεί αρχαιοτήτων» τον Δημ. Βαρδουνιώτη, ενώ πλέον κατο­νομάζεται ο δεύτερος από τους αρχαιοκάπηλους, ο σιδηρουργός Π. Λιμνιάτης, που καταδικάσθηκε στο Ναύπλιο σε 8 μήνες φυλακή [13]. Το μουσείο συνέχισε να παραμένει κλειστό [14], αλλά τον Ιούλιο 1902 ο δήμαρχος Εμμ. Ρούσσος είχε λάβει πρόνοια για επισκευή της αίθουσας και προστασία των παραθύρων της με σιδερένια κιγκλιδώματα. Η εφημερίδα που αναφέρει την είδη­ση [15], συντασσόμενη από τον ίδιο τον Βαρδουνιώτη, δίνει επίσης τις πληροφορίες ότι κατατέθηκαν και άλλες αρχαιότητες στη συλλογή και ότι ο ίδιος ο Βαρδουνιώτης, με ένταλμα Ειρηνοδίκη, κατέσχε στην οικία του Θ. Κοντογιάννη και μετέφερε στη συλ­λογή δύο ανάγλυφα, πήλινα ειδώλια, αγγεία και αρχαία νομίσματα.

Άλλα μεγάλα αγγεία είχαν κατασχεθεί «εις χείρας γυναικός τινος». Ο Βαρδου­νιώτης είχε αρχίσει την ειδολογική τακτοποίηση των αντικειμένων, για τα μικρά από τα οποία είχε παραγγείλει μεγάλες ντουλάπες. Μετά την τακτοποίηση θα ακο­λουθούσε γενική απογραφή και ακριβής κατάλογος, εκφραζόταν δε η ελπίδα ότι έτσι το μουσείο θα γινόταν ένα από τα καλύτερα επαρχιακά.

Εννέα χρόνια αργότερα, δηλαδή το έτος που ο Βαρδουνιώτης δημοσιεύει στη «Δανάϊδα» το εμπεριστατωμένο άρθρο του, σε άλλη τοπική εφημερίδα [16]δημοσιεύεται πολύ σημαντικό σχόλιο, που περιγράφει την κατάσταση στο μουσείο:

… Κανένας δε ζητεί να το επισκεφθεί, επειδή όλα τα αξιόλογα αντικείμενά του είχαν μεταφερθεί στην Αθήνα, ώστε οι εκεί αρχαιολόγοι να τα μελετή­σουν. Μόνο θραύσματα αγγείων και αρχαίες επιγραφές είχαν παραμείνει σε αυτό, πράγμα που συνεχιζόταν και το επόμενο έτος[17], παρά τη δεύτερη περίο­δο των ανασκαφών του Φόλγκραφ. Γι’ αυτό και η εφημερίδα τόνιζε ότι καλύ­τερα να έκλεινε το μουσείο, που κατελάμβανε «ασκόπως» μια αίθουσα του Δημαρχείου, ή να «πλουτισθεί και να γίνει τέλειον», με την επιστροφή και των αντικειμένων που παρέμεναν στην Αθήνα. Ανάλογα τονίζονται και το επόμενο έτος[18], ενώ το 1915 κρούεται ο κώδωνας του κινδύνου ότι αν το μουσείο δεν μεταφερθεί σύντομα σε καταλληλότερη αίθουσα, θα μεταφερ­θούν τα αντικείμενα στο μουσείο του Ναυπλίου. Λίγες μέρες νωρίτερα ο Επό­πτης Αρχαιοτήτων στην Αργολιδοκορινθία Φιλαδελφεύς είχε επιθεωρήσει το μουσείο και «απεκόμισεν» κακές εντυπώσεις, κυρίως για το ότι οι αρχαιότη­τες ήταν τοποθετημένες σε εντελώς ακατάλληλο χώρο του Δημαρχείου[19].

Βρισκόμαστε πλέον στην περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και σε όσα τον ακολούθησαν. Διχασμός, εκστρατεία στη Μ. Ασία, Μικρασιατική Καταστροφή, ενώ σε τοπικό επίπεδο παύει να εκδίδεται κάθε τοπική εφημερίδα. Μόνον ενδελε­χής έρευνα στα δημοσιεύματα της Αρχαιολογικής Εταιρείας και στα τυχόν διασωζόμενα αρχεία του Υπουργείου Παιδείας ενδεχομένως θα μπορούσε να μας παρά­σχει στοιχεία για την αρχαιολογική συλλογή του Άργους μέχρι τον προχωρημένο Μεσοπόλεμο.

3. Η περίοδος του Μεσοπολέμου

Στις εφημερίδες του Άργους που αρχίζουν να εκδίδονται μετά το 1925 εντοπίζου­με ότι η αρχαιολογική συλλογή συνεχίζει να στεγάζεται στο ισόγειο του Δημαρ­χείου και ότι μεταφέρεται σε αίθουσα του παράπλευρου κτιρίου, επί της σημερι­νής οδού Βασ. Σοφίας (όπου σήμερα στεγάζονται υπηρεσίες του Δήμου), που τότε στέγαζε το Ελληνικό Σχολείο[20].

Κομβικό, όμως, για την ίδρυση μουσείου στο Άργος είναι το έτος 1931, οπότε με Υπουργό Παιδείας τον Γεώργιο Παπανδρέου σχεδιάζεται και αρχίζει να υλο­ποιείται εντατικά κτιριακό πρόγραμμα για την ανέγερση ολόκληρης σειράς νέων σχολικών κτιρίων. Έτσι, δίδεται η πληροφορία ότι διάταγμα του Υπουργείου Παιδείας πρόβλεψε την ίδρυση μουσείου στο Άργος[21], ενώ ο τότε δήμαρχος Κ. Μπόμπος φαίνεται να πέτυχε την χορήγηση πίστωσης 600.000 δραχμών από το ίδιο Υπουργείο, για την ίδρυση του μουσείου στην οικία Καλλέργη[22].

Οικία στρατηγού Δημήτρη Καλλέργη 1932.

Σε λίγες μέρες, ειδική επιτροπή για το μουσείο Άργους, υπό την προεδρία του Νομάρχη Παπαδάμ και μέλη την Έφο­ρο Αρχαιοτήτων Σέμνη Καρούζου (που μέχρι το τέλος της ζωής της δεν έπαψε να ενδιαφέρεται για το Άργος), τον πρόεδρο του Ιατρικού Συλλόγου Αρ. Παιδάκη και τον γυμνασιάρχη (μόνιμα μέλη), και με αιρετά μέλη τους Γεώργιο Μέντζο, Γ. Κωνσταντόπουλο και Ανδρέα Καρατζά, επισκέφθηκε την οικία Καλλέργη και γνω­μάτευσε πως είναι κατάλληλη για να στεγάσει το μουσείο[23].

Σέμνη Καρούζου

Δύο χρόνια αργότερα, κι όταν έχουν μεσολαβήσει οι γνωστές ανώμαλες πολιτι­κές εξελίξεις, με στρατιωτικά κινήματα κλπ., δεν έχει σημειωθεί καμία εξέλιξη στο ζήτημα του μουσείου, ενώ τοπική νέα εφημερίδα [24], υπό τον εύγλωττο τίτλο «Υπάρ­χει Μουσείον διεκτραγωδεί την υπάρχουσα κατάσταση και ζητά να τακτοποιη­θούν οι αρχαιότητες στην αίθουσα όπου έχουν μεταφερθεί, να καθορισθούν ώρες για την επίσκεψή της και να τοποθετηθεί πινακίδα που να δείχνει πού βρίσκεται… Η ίδια εφημερίδα, και μέχρι να πάψει την έκδοσή της με τον Β’ Παγκόσμιο Πό­λεμο, δεν παύει να δημοσιεύει άρθρα για την επιτέλους ίδρυση μουσείου στο Άρ­γος [25]. Από άρθρο της του 1935 μαθαίνουμε ότι στο Υπουργείο Παιδείας υπήρχαν «δύο σχέδια», από τα οποία το ένα αφορούσε τη μετατροπή της οικίας Καλλέργη και το δεύτερο την οικοδόμηση νέου κτιρίου (λύση που πρόκρινε και η ίδια).

Αργότερα, το 1936, πληροφορεί ότι από τον Δεκέμβριο του 1933 ο Δήμος Άργους είχε λάβει απόφαση, και την γνωστοποίησε στο Υπουργείο, ότι δώριζε οικόπεδο κοντά στο κτίριο Καλλέργη, όπου θα μπορούσε να ανεγερθεί «μεγαλοπρεπές κτίριον», με δα­πάνη και του Υπουργείου Συγκοινωνιών, «εις το ισόγειον του οποίου θα εστεγάζετο το Μουσείον και εις τους άνω ορόφους αι υπηρεσίαι 3Τ» (ταχυδρομείο, τηλεγραφείο, τηλεφωνείο).

Από τότε είχε αρχίσει η εκτόξευση «φαεινών» κτιριακών ιδεών, που μέχρι σήμερα δεν παύουν να εκτοξεύονται, υπό νέες βεβαίως μορφές, ταλανί­ζουν το Άργος, προκαλούν διαρκείς αναβολές στην εκπόνηση οιασδήποτε ορθολο­γικής πρότασης για χρήση σημαντικών κτιρίων και, σε τελευταία ανάλυση, προκα­λούν θυμηδία και ειρωνικά σχόλια για το πολιτισμικό επίπεδο της πόλης… Σε άλλα σχόλια της ίδιας της εφημερίδας, επί δικτατορίας Μεταξά, το 1938, δημοσιεύονται οι πληροφορίες ότι το κονδύλι του Υπουργείου Παιδείας για το μουσείο δύο φορές είχε εγγραφεί στους ετήσιους προϋπολογισμούς του και δύο φορές είχε διαγραφεί, διότι… δεν υπήρχε νόμος για την ανέγερση μουσείων, παρά μόνο για επισκευές ή συμπληρώσεις τους (sic). Γι ‘ αυτό και το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε να δωρίσει το ίδιο το κτίριο Καλλέργη, πράγματι προέβη στη δωρεά, αλλά κεντρικά κρίθηκε ακατάλληλο για τον σκοπό αυτό. Ο Δήμος Άργους φαίνεται ότι συνεχίζει αμέθοδες προσπάθειες, που τελικά αποδεικνύονται πλήρως ατελέσφορες, όπως και εκείνη, την ίδια εποχή, για ίδρυση Πνευματικού Κέντρου στην πόλη.

4. Η αρχαιολογική συλλογή κατά την Κατοχή

 

Ισόγειο

Σε αχρονολόγητο τμήμα επίσημης έκθεσης του ελληνικού κράτους, όπου καταγρά­φονται οι καταστροφές που προκάλεσαν στη χώρα οι Αρχές Κατοχής (σχετικά εκδόθηκε στα αγγλικά και «Μαύρη Βίβλος», σε μεγάλο σχήμα), περιλαμβάνεται και μνεία για το ότι κατά την περίοδο αυτή κλάπηκαν ευρήματα τα οποία απόκεινταν στο μουσείο Άργους. Η αρχαιολογική συλλογή είχε επανέλθει στο ισόγειο του Δημαρ­χείου, είχε εμπλουτισθεί με ευρήματα των νέων ανασκαφών Φόλγκραφ, κατά τη δεκαετία του 1930 [26], αλλά παραμένει εντελώς άγνωστο αν είχε συνταχθεί νέος κα­τάλογος των αποκειμένων αντικειμένων ή, επιτέλους, αν είχε ενημερωθεί ο παλαιός, που σίγουρα υφίστατο από την εποχή των Σταματάκη – Ραγκαβή – Βαρδουνιώτη.

Έτσι, παραμένει στο σκοτάδι τι ακριβώς αφαιρέθηκε από την συλλογή αυτή, αν εντοπίστηκαν μεταπολεμικά, στις πρώην χώρες Κατοχής της χώρας μας, αντι­κείμενα ή έστω στοιχεία για τα αφαιρεθέντα αντικείμενα, όπως και αν και πώς και με ποιο αποτέλεσμα τυχόν διεκδικήθηκαν από τις ελληνικές Αρχές. Κυκλοφόρη­σαν, βεβαίως, και εξακολουθούν να κυκλοφορούν ακόμα στην πόλη, ιδιαίτερα μεταξύ των παλαιοτέρων, «πληροφορίες» για κλοπές και για κλοπείς Γερμανούς και Ιταλούς, αλλά χωρίς τίποτε το συγκεκριμένο.

Τέλος, δεν έχει ποτέ διευκρινισθεί πόσα και ποια, τελικά, αντικείμενα της αρ­χαιολογικής συλλογής όδευσαν προς το Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών και αν, ποια και πότε τυχόν «επέστρεψαν» στο Άργος. Αλλά και δεν έχω πληροφόρηση αν εκείνα τα αντικείμενα που εντοπίζονται στην αρχαιολογική συλλογή κατά τον 19ο αιώνα, από ξένους ταξιδιώτες, βρίσκονται σήμερα στο μουσείο.

Ισόγειο, ευρήματα Λέρνας.

5. Η μεταπολεμική ίδρυση του μουσείου (και η συνέχεια)

 

Με την επανέκδοση της εφημερίδας «Ασπίς», υπό την αποκλειστική διεύθυνση πια του τυπογράφου I. Ψωμαδάκη, επαναλαμβάνεται τακτική αρθρογραφία, από το 1950, και λίγο πριν ξαναρχίσει η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή συστηματικές ανασκαφές στο Άργος, αλλά και η δική μας Αρχαιολογική Υπηρεσία τις σωστικές ανασκαφές, για την ίδρυση του αρχαιολογικού μουσείου[27].

Σε φύλλο της 16-5-1954 δημοσιεύε­ται επίσημη απάντηση του τότε Γεν. Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας Κων­σταντίνου Γεωργούλη, του γνωστού φιλολόγου, ότι καταρχήν αποφασίσθηκε να ι­δρυθεί Μουσειακή Συλλογή (sic) στο Άργος, υπό την προϋπόθεση (που όμως .. .απο­τελούσε δεδομένο, μετά την απόφαση περί δωρεάς από τον Δήμο Άργους) να εγκα­τασταθεί στο «μέγαρο Καλλέργη» και «εφόσον τούτο ήθελεν επισκευασθεί».

Τελικά η ανέγερση του νέου μουσείου αναλαμβάνεται με έξοδα του Γαλλικού κράτους, σε σχέδια του ρώσου αρχιτέκτονα της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών Φομίν, με αξιοποίηση του κτιρίου Καλλέργη και με την ανέγερση νέας πτέρυγας, που ο Φομίν όχι μόνο πρόβλεψε ανατολικά του Καλλέργειου, αλλά τη «σφήνωσε» στην πλευρά του προς νότο. Δυστυχώς εξαφάνισε και όλες τις ιστορι­κές πλέον τοιχογραφίες στο εσωτερικό του ερειπωμένου κτιρίου, ενώ δεν πρόβλεψε την αναστήλωση του προστυλίου του, για το οποίο δεν υπήρχαν μεν τότε διαθέσιμες οι αναπαραστάσεις του, όπως του Στάντεμαν, όμως ήταν σαφέστατα ορατές οι βάσεις στήριξης των δοκών αυτού του προστυλίου, που ο Φομίν τις έχει αποτυπώ­σει, ενώ στο καποδιστριακό σχέδιο πόλης σαφώς και εμφανίζεται το προστύλιο σε κάτοψη.

Εσωτερικό πρώτου ορόφου, ελληνορωμαϊκά γλυπτά.

Θεωρώ ότι κατά τη μελλοντική ανασυγκρότηση του μουσείου Άργους, που έχει προγραμματισθεί, θα πρέπει να αποκατασταθεί η ανατολική πλευρά του «Καλλέργειου» και να απελευθερωθεί από τη «σφήνα», καθώς και ότι ο Δήμος θα πρέπει να το απαλλάξει από το βάρβαρο πρόσκτισμα, στη νότια πλευρά, που πα­λαιότερα το είχε νοικιάσει σε σιδηρουργείο και σήμερα σε φαστφουντάδικο. Η αντίληψη του μπουρδουκλώματος μουσείου – «3Τ»- και όποιας άλλης χρήσης, κολλητά στο μουσείο, είναι καιρός να πάρει τέλος.

Μέσα σε ένα χρόνο  (1956-1957) είχαν λυθεί όποια ζητήματα παρουσιάστηκαν για τη δημιουργία του μουσείου και είχε επισκευασθεί το «Καλλέργειο» [28], στο ισόγειο του οποίου εκτέθηκαν τα ευρήματα από τις ανασκαφές στη Λέρνα, από τον Τζον Κάσκυ [29], ενώ τελείωσε στις αρχές του 1959 η νέα πτέρυγα, όπου άρχισαν να τοποθετούνται προθήκες, για να μεταφερθούν οι αρχαιότητες από το ισόγειο του κτιρίου της Εμπορικής Σχολής (παλαιότερα, του Ελληνικού Σχολείου), όπου και πάλι είχαν μετακομίσει από το ισόγειο του Δημαρχείου [30].

Έτσι, στις 25 Ιουνίου 1961 έγιναν με κάθε επισημότητα τα εγκαίνια του συνό­λου συγκροτήματος του μουσείου Άργους [31]. Ανακαίνιση του Μουσείου, περιορι­σμένης έκτασης, έγινε το 1991 [32], ενώ από το 1995 άρχισαν να εμφανίζονται desiderata, δίχως όμως χωροταξική και τεχνική θεμελίωση, για δημιουργία νέου μουσείου, στον ευρύτερο χώρο της Αρχαίας Αγοράς.

Το σημερινό μουσείο είναι αλήθεια ότι έχει υπερκορεσθεί από τη συγκέντρωση αρχαιοτήτων και μία προσω­ρινή λύση για μεταφορά μέρους των αρχαιοτήτων σε αποθήκη του Δήμου Άργους παρουσιάζει πλήθος μειονεκτημάτων. Το 2005, σε θερινή επίσκεψη του στο Άρ­γος, ο τότε υφυπουργός Πολιτισμού Π. Τατούλης δήλωσε ότι «το Υπουργείο ήταν αποφασισμένο να προχωρήσει στη δημιουργία ενός νέου μεγάλου και σύγχρονου μουσείου, που θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των καιρών και θα διαθέτει, παράλληλα, σύγχρονους αποθηκευτικούς χώρους».

Πέντε χρόνια νωρίτερα, πάλι σε θερινή επίσκεψη, ο τότε Υπουργός Πολιτι­σμού Θ. Πάγκαλος δήλωσε ότι: «Για το μουσείο Άργους: καταλήξαμε στην απόφαση ότι πρέπει να δημιουρ­γηθεί νέο μουσείο. Ο δήμαρχος θα προτείνει τους υπάρχοντες χώρους στο νέο σχέδιο του Άργους, το κατάλληλο ακίνητο, εντός του οποίου θα ξεκινήσουμε τη διαδικασία, ελπίζοντας να γίνει έναρξη των εργασιών μέσα στην τετραετία» [33]. Τελικά, τον Απρίλιο του 2010 ανακοινώθηκε ο εκσυγχρονισμός του υπάρχοντος μουσείου και ότι το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο ενέκρινε τη σχετική αρχι­τεκτονική μελέτη [34].

Στέγαστρο, οπού και τα ελληνορωμαϊκά μωσαϊκά.

6. Ως κατάληξη

Στο Άργος συγκροτείται μια πρώτη αρχαιολογική συλλογή και στεγάζεται, ίσως και πριν τα μέσα του 19ου αιώνα, σε αίθουσα του ισογείου του κτιρίου του Δημαρχείου Άργους, που κτίσθηκε το 1830 και στέγασε αρχικά το «Ανέκκλητον Δικαστήριον» του νέου ελληνικού κράτους. Υπάρχουν πολλές, αλλά όχι λεπτομερείς πληροφορίες για τα αντικείμενα του μουσείου και, πάντως, μπορούμε να παρακολουθήσουμε την εξέλιξή του μέσα στο χρόνο, μέσα από πολύτιμες πληροφορίες που δημοσιεύονται στον τοπικό Τύπο (άρθρα, σχόλια, ειδήσεις).

Οι Π. Σταματάκης και Αλ. Ραγκαβής ήταν αυτοί που κατέταξαν τα αντικείμενα της αρχαιολογικής συλλογής και συνέτα­ξαν τους πρώτους καταλόγους, ενώ ο ιστορικός του νεότερου Άργους Δημ. Βαρδουνιώτης διετέλεσε Επιμελητής-Έφορός της και μερίμνησε στη συνέχεια για τη συλ­λογή αυτή. Ήδη από την αρχή του 20ού αιώνα διαμορφώθηκε το αίτημα για δημιουργία μουσείου στην πόλη. Κατά τον Μεσοπόλεμο αναλήφθηκαν συγκεκριμένες ενέρ­γειες για τον σκοπό αυτό και γράφηκε σχετικό κονδύλι στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Παιδείας. Εσωτερικές ασυστηματοποίητες και δίχως προφανή συνέχεια ενέργειες και γνώμες, αλλά και κεντρικές ανωμαλίες εμπόδισαν την υλοποίη­ση της δημιουργίας του.

Μεταπολεμικά, με δαπάνες του Γαλλικού κράτους, συ­γκροτήθηκε το σημερινό Μουσείο Άργους, αλλά με ασύμβατες επεμβάσεις στε­γάσθηκε στο ιστορικό κτίριο του Δημ. Καλλέργη (κτίσθηκε το 1830). Σήμερα σχε­διάζεται ο εκσυγχρονισμός του, ενώ κατά τη διαρρεύσασα δεκαετία γενικές προ­τάσεις για δημιουργία νέου μουσείου και υπουργικές υποσχέσεις φαίνεται να επα­ναλαμβάνουν, με αναπάντεχο τρόπο, την «πορεία» του μουσείου κατά την περίο­δο του Μεσοπολέμου.

Αθήνα, Οκτώβριος 2010

Προσθήκη

Στις αρχές του 2012 κυκλοφόρησε το έργο της Ντόρας Βασιλικού «Το χρονικό της ανασκαφής των Μυκηνών, 1870-1878» (έκδοση της Αρχαιολογικής Εταιρείας). Στο έργο αυτό αναδεικνύεται ο σημαντικός ρόλος του αρχαιολόγου Παν. Σταματάκη και αξιοποιείται το αρχείο του, όσον αφορά τις ανασκαφές των Μυκηνών κατά τη δεκαετία του 1870. Μεταξύ άλλων δίδεται η πληροφορία ότι, το φθινόπωρο του 1878, ξεκίνησε έρευνες στο Άργος και στο Ναύπλιο, αρρώστησε βαριά από ελονοσία, η οποία και τον οδήγησε στο θάνατο το 1885 (σελ. 185, 105,81).

Αλλά και πριν το 1878 ο Σταματάκης βρισκόταν σε επαφή με το Άργος, όπως το 1873, από όπου γράφει επιστολή στον Στέφ. Κουμανούδη (σελ. 83, σημ. 193), το 1876, από όπου συντάσσει επιστολή προς τον Νομάρχη Αργολίδας και το 1877, οπότε συντάσσει άλλη επιστολή προς τον πρόεδρο της Αρχ. Εταιρείας (σελ. 204-205). Σύμφωνα με τα Πρακτικά της Αρχ. Εταιρείας (συνεδρίαση της 24-11-1876), οι Αργείοι ήθελαν να κρατήσουν τα αρχαία των Μυκηνών επί τόπου, αλλά αντέδρασε ο αντιπρόεδρός της Φιντικλής, που βρισκόταν για λίγες μέρες στις Μυκήνες, διότι στο Άργος δεν υπήρχε κατάλληλος χώρος ούτε για εναπόθεση ούτε για μελέτη (σελ. 137).

Έτσι, ενισχύονται οι πληροφορίες του Βαρδουνιώτη που δημοσιεύουμε στη μελέτη μας, ιδιαίτερα όσον αφορά την παραμονή του Σταματάκη στο Άργος και την τακτοποίηση από αυτόν της αρχαιολογικής συλλογής της πόλης, το Νοέμβριο του 1878, αλλά και την κατά καιρούς διαπιστωνόμενη έλλειψη επαρκούς χώρου για τις αρχαιότητες.

(Β.Κ.Δ, 23-2-2012)

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Δικηγόρος, πολιτικός επιστήμων, ιστορικός

 Αργειακή Γη, Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση της Κοινωφελούς Επιχείρησης Δήμου Άργους – Μυκηνών, τεύχος 5, Μάρτιος 2012.

 Υποσημειώσεις


[1] Εκτός από τον τοπικό Τύπο της εποχής, και ο αθηναϊκός έδωσε επαρκή δημοσιότη­τα στο γεγονός, βλ. γ. π. εκτενές άρθρο της Β. Χατζημιχάλη στο «Βήμα» της 25-6-1961.

[2] Βλ. άρθρο-έρευνα του Μ. Παρασκευαΐδη στην «Καθημερινή» της 4-7-59. Για την ιστορία του κτιρίου του Δημ. Καλλέργη, βλ. σειρά άρθρων μου στο περιοδικό «Αρχαιολο­γία», τεύχη 36 (Σεπτ. 1990), 38 (Μάρτ. 1991) και 74 (Ιούν. 2000). Βασίστηκαν στην απο­δελτίωση του τοπικού Τύπου, σε υλικό αρχείων και σε εικονογράφηση εποχής. Αναδημο­σιεύουμε εδώ τμήμα του εικονογραφικού αυτού υλικού.

[3]«Δαναΐς», φύλλο της 18-11-1911, με υπογραφή «Εν Άργει, Δ.Κ.Β.». Έχουμε συγκε­ντρώσει και κατατάξει δεκάδες άρθρων του Βαρδουνιώτη, θα μπορούσαν δε να εκδοθούν μόνο τα ιστορικά του, με τη σχετική εργογραφία του, βιβλιογραφία κλπ.

[4]Βλ. σ.χ. εφημερίδα «Άργος» φ. II, 1-1-1903, σελ. 4.

[5] Διατριβή 3ου Κύκλου στο Πανεπιστήμιο 10 του Παρισιού (Ναντέρ), υπό τη διεύθυν­ση του Ρενέ Ζινουβές, 1979, υπό τον τίτλο (μετάφραση) «Μαρτυρίες ταξιδιωτών και καλ­λιτεχνών για την πόλη και τις αρχαιότητες του Άργους, 16ος -19ος αιώνας». Το έργο αυτό, επεξεργασμένο από τον συγγραφέα, πρόκειται να εκδοθεί προσεχώς στα ελληνικά.

[6] Για την ιστορία του κτιρίου της Δημαρχίας βλ. στο περιοδικό «Αρχαιολογία» τη μελέτη μου «Το «Δημόσιον Κατάστημα», σήμερα συγκρότημα όπου το Δημαρχείο Άρ­γους», τχ. 30 (Μάρτ. 1989) και 31 (Ιούν. 1989). Δυστυχώς, από τεχνικό λάθος, έχει γίνει αντιμετάθεση παραγράφων στην αρχή του κειμένου, την οποία ο αναγνώστης πρέπει να λάβει υπόψη για την ομαλή ανάγνωσή του.

[7] ΓΑΚ/Βλαχ./κουτί 60. από το φύλλο της εφημερίδας «Εφημερίς», της 25-11-1876.

[8]«Ημερολόγιον» Σκόκου, 1888, σελ. 68.

[9] «Ελλέβορος» τχ. II, «Πρώτο αφιέρωμα στο Άργος» σελ. 39, δίχως καμία αναφορά τίτλου του βιβλίου, έτους έκδοσης, μετάφρ. Αρίστης Κούρτογλου.

[10] Εφημ. «Μυκήναι», που διευθυνόταν από τον λόγιο Κ. Ολύμπιο, φ. 6, 6-5-1901.

[11] Εφημ. «Μυκήναι», φ. 28, 7-10-1901.

[12] Εφημ. «Μυκήναι», φ. 30, 21-10-1901

[13]Εφημ. «Ίναχος», φ. 8, 25-1-1902.

[14] Εφημ. «Μυκήναι», φ. 48, 17-3-1902

[15]Εφημ. «Ίναχος», φ. 9-10, 6-7-1902.

[16] Εφημ. «Άργος», φ. 126, 25-5-1911.

[17]Εφημ. «Άργος», φ. 168, 27-4-1912.

[18] Εφημ. «Άργος», φ. 176, 21-6-1912.

[19] Εφημ. «Άργος», φ. 19-3-1915.

[20] Εφημ. «Αλήθεια», 13-4-1927, «Παναργειακή» 3-6-1928 και «Αγροτική Αργολίς» επίσης 3-6-1928.

[21] Εφημ. «Χρονικά του Άργους», 26-7-1931.

[22] Εφημ. «Αγροτ. Αργολίς», 2-8-31

[23]Εφημ. «Αγροτ. Αργολίς», 30-8-1931.

[24]«Ασπίς τον Άργους», 22-10-1933.

[25] «Ασπίς του Άργους», φύλλα των 7-10-1934, 24-2-1935, 3-3-1936, 19-7-1936, 21-2-1937, 23-5-1937, 6-3-1938, 25-3-1938, 26-9-1938.

[26]Για την απήχηση των ανασκαφών Φόλγκραφ στο Άργος βλ. μελέτη μου που πρόκειται να δημοσιευθεί στα Πρακτικά του συνεδρίου για τον Φόλγκραφ.

[27] Από το φύλλο της 3-9-1950 και συνεχής αρθρογραφία μέχρι και την ολοκλή­ρωση του μουσείου.

[28] Βλ. χαρακτηριστικά απάντηση του τότε Υπουργού Παιδείας Κ. Τσάτσου εφημ. «Ασπίδα» της 13-1-1957.

[29] Βλ. «Ασπίδα» 10-8-58.

[30]«Ασπίς» 24-5-59.

[31]Βλ. σημ. 1.

[32]«Φείδων», 22-5-91, «Αργειακό Βήμα» 3-7-91.

[33]Οι δηλώσεις Τατούλη στην «Αργολίδα» της 20-8-05, στο «Αργειακό Βήμα» της 24-8-05 και στον «Φείδωνα» της 7-9-05. Οι δηλώσεις Πάγκαλου στα «Νέα της Αργολίδας» και στον «Παρατηρητή» της 17-7-2000.

[34]«Τα Αργολικά» της 1-4-2010.

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Ιφιγένεια εν Αυλίδι – Αρχαίο Θέατρο Άργους | Φεστιβάλ Άργους 2012


 

  

Την Ιφιγένεια εν Αυλίδι του Ευριπίδη, παρουσιάζει την Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012 στο  Αρχαίο Θέατρο Άργους, η 5η ΕΠΟΧΗ ΤΕΧΝΗΣ, σε συνεργασία με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βέροιας.

Η Ιφιγένεια εν Αυλίδι, ένα από τα κορυφαία κείμενα της αρχαίας ελληνικής πραγματείας, είναι κείμενο βαθύτατα πολιτικό, ένα ειρωνικό και ταυτόχρονα τραγικό σχόλιο πάνω στο θέμα της πολιτικής σκοπιμότητας. Η Ιφιγένεια σύμβολο κάθε θυσίας, είναι το εξιλαστήριο θύμα των πολιτικών σκοπιμοτήτων κάθε εποχής. Η Ιφιγένεια δεν θυσιάζει μόνο τη ζωή της, αλλά κυρίως, θυσιάζει, την αθωότητα της καθώς καλείται σχεδόν ακαριαία, να συνειδητοποιήσει το ανελέητο του κόσμου αυτού.

 

Ιφιγένεια εν Αυλίδι

 

H παράσταση…

«Η παράσταση επιχειρεί μια σύγχρονη σκηνική ανάγνωση του κειμένου, μέσα σε ένα ποιητικό εικαστικό περιβάλλον, με την σύγχρονη μουσική επεξεργασία του Κ. Βήτα.

Ένας πυροβολισμός. Σκοτάδι.

Μια γυναίκα νεκρή. Κάπου κοντά σε μια παραλία. Ένα σύνολο γυναικών μάρτυρες του θανάτου, ανακρίνονται. Αυτοκτονία ή δολοφονία. Ο χορός αποκτά πρόσωπο, κάθε γυναίκα εκφράζεται διαφορετικά. Τα χορικά γίνονται το σημείο συνάντησης και αντιπαράθεσης με την ιστορία. Οι ήρωες αναζητούν καθένας τη δική του αλήθεια εκφράζοντας καθένας ένα διαφορετικό κόσμο, που αρνείται πεισματικά να συνυπάρξει με το αυτονόητο…

Η έννοια της θυσίας αποκτά πολλαπλές διαστάσεις. Συγγενεύει με τη δολοφονία…» Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Θέμης Μουμουλίδης.

Πρωταγωνιστούν:

Καρυοφυλλiά Καραμπέτη [Κλυταιμνήστρα], Στέλιος Μάϊνας [Αγαμέμνων] Ιωάννα Παππά [Ιφιγένεια], Μηνάς Χατζησάββας [πρεσβύτης], Γιάννης Στάνκογλου [Αχιλλέας], Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου [άγγελος], Άγγελος Μπούρας [Μενέλαος], Λουκία Μιχαλοπούλου, Μαρούσκα Παναγιωτοπούλου, Γιάννα Παπαγεωργίου, Λένα Παπαληγούρα, Αρετή Πασχάλη. Σε ρόλο κορυφαίας η Ρίτα Αντωνοπούλου.

Η παράσταση ανεβαίνει σε μετάφραση Κ. Χ. Μύρη, σκηνοθεσία – επεξεργασία κειμένου Θέμη Μουμουλίδη, σκηνικό Γιώργου Πάτσα, κοστούμια Παναγιώτα Κόκκορου, μουσική Κωνσταντίνου Βήτα, φωτισμούς Νίκου Σωτηρόπουλου.

 

Ιφιγένεια εν Αυλίδι

 

Η ιστορία…

Η «Ιφιγένεια εν Αυλίδι«, είναι το προτελευταίο έργο του Ευριπίδη. Πραγματεύεται τη θεϊκή βούληση της Άρτεμης να θυσιαστεί η Ιφιγένεια, κόρη του βασιλιά των Μυκηνών, Αγαμέμνονα, προκειμένου να φυσήξουν ούριοι άνεμοι και να κινήσει ο στόλος των Ελλήνων για την Τροία. Ο πόλεμος γίνεται αυτή τη φορά γιατί ο Πάρις έκλεψε την Ελένη σύζυγο του Μενέλαου, προσβάλλοντας έτσι την Ελλάδα. Ο στόλος των Ελλήνων περιμένει στην Αυλίδα να φυσήξουν οι άνεμοι…

Η αρχική απόφαση του Αγαμέμνονα ν’ αποδεχτεί το χρησμό, μέσα σε μία κατάσταση σύγχυσης και πανικού και η ψευδής ανακοίνωσή του για γάμο της Ιφιγένειας με τον Αχιλλέα προκειμένου να οδηγηθεί η Ιφιγένεια στην Αυλίδα, σύντομα ανακαλείται από τον ίδιο. Ωστόσο τελικά, ο Αγαμέμνων, παρά τις ικεσίες της Κλυταιμνήστρας και της Ιφιγένειας, αποφασίζει τη θυσία. Η Ιφιγένεια, καλείται σε μια στιγμή να συνειδητοποιήσει την αμετάκλητη αλλαγή στη ζωή της. Αδύναμη και αηδιασμένη απέναντι στη βία του στρατεύματος, ανυπεράσπιστη, κι αθώα, αποφασίζει, με ένα λόγο ειρωνικό που φτάνει στα όρια του σαρκασμού, να θυσιαστεί οικειοθελώς. Η θυσία αποφασίζεται! Η εκστρατεία θα ξεκινήσει…

Η ιστορία συνεχίζεται…

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012  ώρα: 9.00 μμ.

Αρχαίο Θέατρο Άργους 

Οργάνωση: Κ.Ε.Δ.Α-Μ

Πληροφορίες: 2751360791 -92 -93

 

Read Full Post »

Οιδίπους Τύραννος – Αρχαίο Θέατρο Άργους | Φεστιβάλ Άργους 2012  


 

 

Μετά την πετυχημένη πρεμιέρα στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, η κλασική τραγωδία του Σοφοκλή, σε μια ανάγνωση του γνωστού λιθουανού σκηνοθέτη Τσέζαρις Γκραουζίνις, «Οιδίπους Τύραννος» συνεχίζει την περιοδεία της στο Αρχαίο Θέατρο του Άργους, στις 2 Αυγούστου 2012.

Ο Οιδίποδας, το παιδί της Τύχης.

Ο Οιδίποδας, ως το αρχετυπικό πρόσωπο που προκαλεί τη μοίρα του.

 

Οιδίπους Τύραννος

 

Ο Οιδίπους Τύραννος του Σοφοκλή (430-425 π.Χ.), σε σκηνοθεσία και διασκευή Τσέζαρις Γκραουζίνις, είναι μια αρσενική τελετουργία που ψάχνει πως είναι να χάνει κανείς, παραμένοντας «νικητης», πως «κερδίζει» ενώ τα αρνείται όλα. Οι ηθοποιοί, χρησιμοποιώντας τα ουσιώδη εργαλεία του θεάτρου, όχι μόνο παρουσιάζουν την ιστορία του Οιδίποδα, αλλά εκθέτουν στα μάτια του κοινού και την ίδια τη διαδικασία της θεατρικής δημιουργίας της.

Μετάφραση:Μίνως Βολανάκης
Σκηνοθεσία: Τσέζαρις Γκραουζίνις
Μουσική Σύνθεση: Δημήτρης Θεοχάρης
Σκηνικά – Κοστούμια: Κέννι Μακλίλαν
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Μάρω Παπαδοπούλου

Παίζουν οι ηθοποιοί: Αιμίλιος Χειλάκης, Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Χρήστος Σαπουντζής, Κώστας Κορωναίος, Αλμπέρτο Φάις, Γιάννης Τσεμπερλίδης, Κώστας Σειραδάκης, Παναγιώτης Εξαρχέας, Ονίκ Κετσογιάν, Γιώργος Παπανδρέου, Τζεφ Μααράουι.

Μια συμπαραγωγή της εταιρίας αρτivities, του ΔΗΠΕΘΕ Βόλου και του φεστιβάλ Επιδαύρου.

 

Read Full Post »

Ιερά Μονή Αγίας Μαρίνας Άργους


 

Τη νότια πλευρά του κάστρου του Άργους, στολίζει το κατάλευκο μοναστήρι της Αγίας Μαρίνας. Ένα σχετικά μικρό συγκρότημα, που κυριολεκτικά κρέμεται στην άκρη του βουνού της Λάρισας. Πάνω του στέκεται αγέρωχο το ιστορικό κάστρο του Άργους.

« Εις την κορυφήν, εκεί πλησίον όπου σήμερον υπάρχει το εκκλησίδιον της Αγ. Μαρίνης, υπήρχεν ο ναός του Λαρισαίου Διός, άνευ ορόφου και άγαλμα ξύλινον λατρευόμενον σχεδόν μέχρι του Παυσανίου». (Ιωάννης Ζεγκίνης. Το Άργος δια μέσου των αιώνων. Αθήναι 1996).

 

Ιερά Μονή Αγίας Μαρίνας – Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Το 1965, δύο μοναχές, οι αδελφές Σαμιώτη, μετά τον θάνατο της μητέρας τους, αποσπάστηκαν από τη συνοδεία του αδελφού τους Θεόκλητου, Ηγούμενου της γειτονικής Μονής, της αφιερωμένης στη Γέννηση του Ιησού Χριστού, και εγκαταστάθηκαν στην Αγία Μαρίνα.

Εκεί έχτισαν  τα πρώτα μικρά οικήματα. Ο ναός και ο γύρω χώρος τους παραχωρήθηκε από το Σύλλογο των Παπουτσήδων του Άργους. ( Εκ παραδρομής αναφέρεται σε πολλά σημειώματα ότι την αγόρασαν απ’ αυτούς. Ποτέ δεν ήταν ιδιοκτησία τους αλλά τους είχε παραχωρηθεί με απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Τιμίου Προδρόμου, όπως θα δούμε παρακάτω.) Αρωγός στις προσπάθειές τους στάθηκε ο Μητροπολίτης Αργολίδος κυρός Χρυσόστομος ο Β΄ Δεληγιανόπουλος. Γυναικεία Μονή έγινε το 1972 με επίσημο διάταγμα.

 

Ιερά Μονή Αγίας Μαρίνας – Κάστρο του Άργους. Αεροφωτογραφία, Σαράντος Καχριμάνης.

 

Ο ναός είναι μια μικρή κεραμοσκέπαστη βασιλική, με εσωτερικό θόλο και με διαστάσεις 6,5 x8,5 μέτρα. Το τέμπλο της είναι απλό και ξύλινο. Έχει μόνο φορητές εικόνες λαϊκής τεχνοτροπίας που είναι έργα του 1830- 1870. Ο δυτικός τοίχος του ναού είναι μεσότοιχος ενός άλλου κτιρίου, που προστέθηκε αργότερα και το οποίο χρησιμεύει ως αρχονταρίκι. Στη θέση του παλιότερα υπήρχε στέρνα για την αποθήκευση νερού. Νοτιοδυτικά του ναού έχει κτισθεί το νέο κτίριο των κελιών.

Στο προαύλιο της Μονής, ένας εξώστης – σχεδόν μετέωρος- πάνω από το Άργος και τον Αργολικό κάμπο, ανάμεσα σε όμορφα λουλούδια και ψηλά κυπαρίσσια, ο επισκέπτης μπορεί να ξεκουραστεί κάτω από την πλατύφυλλη κληματαριά.

Στο ανατολικό τμήμα της πεντακάθαρης και ολάνθιστης αυλής, που με πολλή αγάπη φροντίζει η μικρή αδελφότητα, μετά από έγκριση της Αρχαιολογίας, το 1970 κτίσθηκε ένας μικρός ναός, αφιερωμένος στην Παναγία τη Γιάτρισσα, στην Αγία Ειρήνη Χρυσοβαλάντου και στην Αγία Μαρία την Αιγυπτία. Αυτός ο ναός κτίστηκε κυρίως, ως πράξη ευλάβειας και τιμής στην Παναγία (Θεοτόκο) του κάστρου, η οποία είχε κτισθεί από τον επίσκοπο Άργους Νικήτα, το 1174.

 

Ο νέος Ναός αφιερωμένος στην Παναγία τη Γιάτρισσα, στην Αγία Ειρήνη Χρυσοβαλάντου και στην Αγία Μαρία την Αιγυπτία.

 

Πρώτη αναφορά για την ύπαρξη της εκκλησίας της Αγίας Μαρίνας στη θέση αυτή γίνεται από τον Γάλλο κληρικό Michel Fourmont, ο οποίος μαζί με τον ανεψιό του Claude-Louis Fourmont, έφτασε στο Άργος το 1729. Ο Michel Seve στο βιβλίο του « Οι Γάλλοι ταξιδιώτες στο Άργος» γράφει ότι ο Fourmont  έδωσε 20 παράδες « σ’ αυτόν που μας οδήγησε στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, όπου υπάρχουν επιγραφές». Ακόμη, ο ίδιος συγγραφέας μας πληροφορεί ότι και ο Γάλλος ταξιδιώτης Dominique Papety, αναφέρει: « Πάνω στην κορυφογραμμή της Λάρισας διαγράφεται η εκκλησία της Αγίας Μαρίνας».

Ο Αναστάσιος Τσακόπουλος γράφει ότι: «…εις τον ναΐσκον ήτο εντετοιχισμένη πλαξ με γράμματα. Πράγματι ευρέθη πλαξ (0.50x 0.30) όπισθεν του ιερού, την οποίαν κατά την προ ετών επίσκεψίν μου δεν είδον, διότι ήτο κεκαλυμμένη με την κατηραμένην την άσβεστον. Αλλ’ ο φίλος μου ο Γ. Θεωνάς, ον ευχαριστώ, εις ον οι επίτροποι έχουν αναθέσει την όλην επιμέλειαν και φροντίδα των του ναού, μετά κόπου κατώρθωσε να καθαρίση την πλάκα και να φέρη εις φως τα εξής: « Εν έτει 1859- και κάτωθι γράμματα- Ι.Χ….» και ούτω ελύθη το ζήτημα της ανεγέρσεως του ιερού ναού της αγίας Μαρίνης». ( Συμβολαί εις την Ιστορίαν της Αποστολικής Εκκλησίας Αργολίδος, τεύχος Ε΄ Αθήναι 1955, σ.29).

Προφανώς ο αείμνηστος δάσκαλος και συγγραφέας, θεώρησε ως χρονολογία κτίσεως το 1859 ενώ μάλλον πρόκειται για ημερομηνία ανακαίνισης του ναού.

Από τον Αναστάσιο Τσακόπουλο– και πάλι- αντιγράφουμε: « η αγία Μαρίνα, ως παρεκκλήσιον, δια πράξεως του Δημοτικού Συμβουλίου και δια του περί « ενοριακών ναών και περιουσίας κ.τ.λ.» νόμου 6/9 Μαρτίου 1910, υπήγετο εις τον ναόν του Τιμίου Προδρόμου, ως επίτροπος όμως με τον μακαρίτην τον Μ. Τσαμπάσην (+ Αύγ.1930) βλέποντες εκτός του οικονομικού, ότι τα έσοδα ουδόλως αντεπεκρίνοντο εις τα έσοδα, αλλά και δι’ άλλον σοβαρώτερον λόγον, γνωρίζοντες ότι τον ναΐσκο τούτον προ πολλών ετών επέβλεπε και επεμελείτο η συντεχνία των Παπουτσήδων, ένεκα τούτου δια πράξεως μας τον Μάρτιον του 1913, παρά τας μεμψιμοιρίας και διαμαρτυρίας, ενίων ενοριτών, τον παρεχωρήσαμεν εις τους παπουτσήδες». ( Συμβολαί εις την Ιστορίαν της Αποστολικής Εκκλησίας Αργολίδος, τεύχος Ε΄ Αθήναι 1955, σ.25).

Πράγματι, η Αγία Μαρίνα ήταν η προστάτρια των παπουτσήδων. Την παραμονή της γιορτής της -17 Ιουλίου – οι παπουτσήδες του Άργους, με πρώτη τη σημαία τους, με νταούλια και πίπιζες ανέβαιναν στην Αγία Μαρίνα, ακολουθούμενοι από πλήθος Αργείων προσκυνητών. Αφού – με κατάνυξη –  παρακολουθούσαν τον εσπερινό, ξεκίναγαν το γλέντι.

« Με τις περίφημες γκιόσες (βραστή γίδα) και τα κρασιά τους θεράπευαν τις πίκρες και τους καημούς της μικροζωής τους μέσα στη ζεστή καλοκαιριάτικη νύχτα». (Ντιάνα Αντωνακάτου-Τάκης Μαύρος «Ελληνικά Μοναστήρια. Πελοπόννησος», τόμος Α’).  

Ανήμερα, ξαναγύριζαν ντυμένοι στα γιορτινά τους για την θεία Λειτουργία. Όταν τέλειωναν, πήγαιναν στην Παναγία την Κατακεκρυμμένη, την πορτοκαλούσα, και άναβαν κι εκεί ένα κεράκι. Μερικοί- όσοι είχαν σούστες- πήγαιναν στους Μύλους και συνέχιζαν το γλέντι μέχρι αργά το βράδι. Εκεί, κάτω από τους ίσκιους των πλατανιών, δόξαζαν το Θεό και την Αγία τους, για την υγεία και τη ζωή που τους χάρισαν.

 

Κελιά της Ιεράς Μονής

 

Τώρα πια, ούτε γιορτή των παπουτσήδων, ούτε μουσικές και τραγούδια. Ήρεμα κυλάει η γιορτή της αγίας Μαρίνας, με ευλαβικούς  προσκυνητές, οικογένειες με τα παιδιά τους, απλούς ανθρώπους με ξάστερα μάτια.

Η φιλοξενία και η αγάπη των καλογραιών – πάντα πρόθυμες να εξυπηρετήσουν και να περιποιηθούν τους προσκυνητές – μετέτρεψαν την μικρή Μονή της Αγίας Μαρίνας σε μια πνευματική κυψέλη της πόλης του Άργους, όπου ο καθένας μπορεί να προσευχηθεί, μέσα σε απόλυτη ησυχία και γαλήνη, που την διακόπτουν μόνο τα κελαϊδίσματα των πουλιών, που χαμηλοπετούν στα κλαδιά της ρίγανης, των θυμαριών και του ύσσωπου. Κυρίως όμως μπορεί να αισθανθεί την ψυχική ανάταση που απορρέει από την ιερότητα του χώρου και την θεία χάρη που σκεπάζει το ιερό αυτό ασκητήριο.

Ηγουμένη της Μονής ήταν η Μακαρία Δήμα και Μοναχές η Χρυσοστόμη, η Χριστοδούλη και η Μαριάμ. Η μακαριστή Γερόντισσα Μακαρία Δήμα διετέλεσε Ηγουμένη από το 2000 μέχρι και της κοιμήσεώς της, Τετάρτη 12 Μαΐου 2021. Συνολικά έζησε στην μοναχική ζωή 72 έτη.

 

Πηγές


 

  • Michel Seve,  « Οι Γάλλοι Ταξιδιώτες στο Άργος », Ecole Francaise D’ Athenes, 1993
  • Αναστάσιος Τσακόπουλος, «Συμβολαί εις την Ιστορίαν της Αποστολικής Εκκλησίας Αργολίδος », Έκδοσις ¨Χρονικών του Μοριά¨, Αθήναι, 1955.
  • Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια / Πελοπόννησος», τόμος 1ος, Αθήνα, 1976.
  • Σαραντάκης Πέτρος, « Αργολίδα – Οι Εκκλησίες και τα Μοναστήρια της», Εκδόσεις Οιάτης, Αθήνα, 2007.

 

Read Full Post »

Οι «Ικέτιδες» του Αισχύλου στο Αρχαίο Θέατρο Άργους από τη Θεατρική Ομάδα του 1ου Γυμνασίου Άργους


 

Ο μύθος των Δαναΐδων, ο γενέθλιος μύθος του Άργους, θα αναβιώσει στο αρχαίο θέατρο της πόλης, από τη Θεατρική Ομάδα του 1ου Γυμνασίου Άργους, το Σάββατο 7 Ιουλίου, στις 21:00.

Μαθητές και μαθήτριες του 1ου Γυμνασίου, στα πλαίσια της υλοποίησης Προγράμματος Πολιτιστικών Δραστηριοτήτων και Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης των καινοτόμων Σχολικών Δραστηριοτήτων, παράλληλα με τα μαθήματά τους, έθεσαν στους εαυτούς τους το φιλόδοξο στόχο να ανεβάσουν ένα αρχαίο δράμα, με «Αργείτικη υπόθεση».

Δύσκολη η προσπάθειά τους, αν λάβουμε υπόψη μας το βαρύ πρόγραμμα που έχουν να αντιμετωπίσουν. Μαζί τους μια ομάδα Καθηγητριών και Καθηγητών του σχολείου, έδωσε τον ελεύθερο χρόνο της για να βοηθήσει τα παιδιά στην κατανόηση του Αρχαίου Δράματος και της σχέσης του με το Μύθο και να τα μυήσει στην τέχνη του Θεάτρου. Με πολύωρες και κοπιαστικές πρόβες μαθητές και καθηγητές νιώθουν έτοιμοι να παρουσιάσουν το έργο του Αισχύλου στο κοινό της πόλης.

Αρωγοί της προσπάθειας και συνδιοργανωτές  στην παρουσίαση της παράστασης στάθηκαν η Περιφέρεια Αργολίδας και η Κοινωφελής Επιχείρηση του Δήμου Άργους–Μυκηνών (Κ.Ε.Δ.Α.-Μ.), η οποία συμπεριέλαβε το έργο στα  πλαίσια των καλοκαιρινών εκδηλώσεων  στο  Αρχαίο Θέατρο του Άργους.

 

Ικέτιδες (1964) – Εθνικό Θέατρο: Κεντρική Σκηνή | 25/07/1964 – 26/07/1964 Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. Στο κέντρο: Λυκούργος Καλλέργης (Πελασγός). Πίσω: Θάνος Κωτσόπουλος (Δαναός). Αρχείο: Εθνικό Θέατρο.

 

Οι Ικέτιδες είναι όχι μόνον η αρχαιότερη τραγωδία του Αισχύλου, αλλά και το αρχαιότερο έργο του ευρωπαϊκού δράματος.  Ο ρόλος του Χορού είναι κυρίαρχος και τα διαλογικά μέρη είναι μικρά σε έκταση, δηλαδή είναι ένα δείγμα της πιο παλιάς μορφής του δράματος, όπου ο πραγματικός Πρωταγωνιστής είναι ο Χορός.

«Ικέτιδες», στην τραγωδία του Αισχύλου, είναι οι Δαναΐδες. Οι κόρες του Δαναού διωκόμενες από τους γιούς του Αιγύπτου, καταφεύγουν στο Άργος. Η γενιά τους κράταγε από την Αργείτισσα Ιώ και νιώθουν πως γυρίζουν στην πατρίδα τους. Ικετεύουν το βασιλιά του Άργους Πελασγό να τους δώσει άσυλο, για να γλυτώσουν από τον ανεπιθύμητο γάμο.

Ο Πελασγός απευθύνεται στο λαό και ζητάει τη γνώμη του. Οι Αργείτες αποφασίζουν υπέρ της παροχής ασύλου στις 50 Ικέτιδες. Ο απεσταλμένος που έρχεται να τις πάρει δεν κατορθώνει να τις αποσπάσει από τους βωμούς, όπου έχουν καταφύγει. Το έργο τελειώνει με ύμνους των Δαναΐδων προς τους θεούς για τη σωτηρία τους.

Για πολλούς μελετητές η τραγωδία, αυτή, αποτελεί ύμνο στη δημοκρατία και την αξιοπρέπεια της γυναίκας και  επικρατεί η άποψη ότι εδώ, όπως και στους «Πέρσες», συγκρίνεται ο πολιτισμός των Ελλήνων με τη βία και την αλαζονεία των βαρβάρων.

Παρότι το έργο γράφτηκε για το δικό του τόπο και χρόνο, φανερώνει τις γυναίκες μόνες, θνητές, απέναντι σ΄ έναν κόσμο γεμάτο δυνάμεις μεγαλύτερες απ΄ αυτές, που κατευθύνουν τη μοίρα τους. Προβλήματα οικουμενικά και διαχρονικά αναδεικνύονται μέσα από το λόγο του Αισχύλου και δίνουν σύγχρονη διάσταση στο έργο.

Την επιμέλεια της παράστασης την έχουν οι Καθηγήτριες Μαρία Π. Δοντά, Φιλόλογος (Δραματουργική παρέμβαση και Σκηνοθεσία), Μαρίκα Νάσση, Οικιακής Οικονομίας (Γενική Επιμέλεια και Συντονισμός), Βασιλική Κουρουνιώτη, Μουσικός (Μουσική Σύνθεση και διδασκαλία), Ιωάννα Γρηγορίου, Φυσικής Αγωγής (Κίνηση χορού) και ο Καθηγητής Γιώργος Γαλάνης, Καλλιτεχνικών, (Σκηνικό).

Στο έργο συμμετέχουν οι εξής μαθητές και μαθήτριες του 1ου Γυμνασίου Άργους:

ΧΟΡΟΣ ΙΚΕΤΙΔΩΝ: Ρούλα Αθανασοπούλου, ΧρύσπηΒουβούσα, Ναταλία Γαλάτουλα, Μαρία Γιαγού, Σοφία Γρινέζου, ΜπιάνκαΙοάνα, Βίκυ Καμπόσου, Λίνα Κουτσούκου, Ρέα Λυμπέρη, Θεοδώρα Μαρούλη, Μαρία Μπαλάσκα, Φωτεινή Νάσση, ΝερίναΞιξή, Έλενα Ουλή, Εύη Παπαναστασίου, Χρύσα Ρούκα, Αγγελική Σκανδάλη, Βικτώρια Τριπολιτσιώτη Νικολέτα Τσόκα, Κλειώ Χρονοπούλου.

ΔΑΝΑΟΣ: Δημήτρης Καχριμάνης

ΠΕΛΑΣΓΟΣ: Σπύρος Αργυρόπουλος

ΑΙΓΥΠΤΟΣ: Δημήτρης Σκιτζής

ΚΗΡΥΚΑΣ: Θοδωρή Καρούτης

ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ ΒΑΣΙΛΙΑ:Σταύρος Βίγκος, Κώστας Διαμαντόπουλος, Ηρακλής Ζουγλής.
ΜΟΥΣΙΚΟΙ: Μαριπένη Κουσκούκη: ΚΙΘΑΡΑ, Δέσποινα Φιλοπούλου – Καψαμπέλη: ΦΛΑΟΥΤΟ, Ανδρέας Κωτσιόπουλος: ΑΡΜΟΝΙΟ.

 

Read Full Post »

Μια έκθεση «γιορτάζει», ένα σπίτι καταρρέει – Η οικία του Χαρίλαου Τρικούπη στο Άργος σε αντίφαση με το αφιέρωμα της Βουλής


  

Με μια σημαντική έκθεση η Βουλή των Ελλήνων τιμά τον Χαρίλαο Τρικούπη αναδεικνύοντας το έργο του οραματιστή πολιτικού που ταυτίστηκε με την λέξη «εκσυγχρονισμός». Το αρχείο, η βιβλιοθήκη, ιστορικά κειμήλια, προσωπογραφίες, αντικείμενα της οικογενείας Τρικούπη, καθώς και έντυπο υλικό, αλλά και φωτογραφικά τεκμήρια από τις συλλογές της Βιβλιοθήκης της Βουλής, περιλαμβάνονται στην έκθεση «Χαρίλαος Τρικούπης: έκθεση ιστορικών κειμηλίων της οικογένειας Τρικούπη» στη Βουλή των Ελλήνων.

 

Η αίθουσα της Βουλής των Ελλήνων που φιλοξενεί την έκθεση. (Φωτ. Αλέξανδρος Φιλιππίδης, δημοσιεύεται στην εφημερίδα Καθημερινή)

Υπάρχει ένας περισσότερο κι ένας λιγότερο προφανής λόγος για να μας απασχολεί σήμερα ο Χαρίλαος Τρικούπης. Η δραματική κατάληξη του πρώτου σοβαρού εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος στη νεότερη ιστορία της χώρας με την πτώχευση του 1893 δημιουργεί αναπόφευκτους συνειρμούς. Μπορεί οι συνθήκες, έναν αιώνα και 19 χρόνια μετά, να μην επιτρέπουν απευθείας συγκρίσεις, ωστόσο ο πειρασμός είναι μεγάλος. Αλλά ποιος ο λόγος να καταφεύγεις σε θεωρητικές ακροβασίες, όταν η πραγματικότητα μας τα προσφέρει όλα στο πιάτο;

Το σπίτι των Τρικούπηδων στο Άργος, εκεί που πιθανότατα γεννήθηκε και (αποδεδειγμένα) έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του ο άνθρωπος ο οποίος σφράγισε τα πολιτικά μας πράγματα το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, κινδυνεύει με αφανισμό. Τμήμα του ανατολικού εξώστη έχει καταρρεύσει ήδη από το 2003 και σήμερα στη διώροφη ερειπωμένη κατοικία βρίσκουν καταφύγιο τοξικομανείς και άστεγοι αλλοδαποί.

Την ίδια στιγμή, η Βουλή των Ελλήνων γιορτάζει τον εμβληματικό Χαρίλαο Τρικούπη (1832-1896) με μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έκθεση ιστορικών κειμηλίων της οικογένειας Τρικούπη.

Το αρχείο, η βιβλιοθήκη, ιστορικά κειμήλια, προσωπογραφίες, προσωπικά και οικογενειακά αντικείμενα που παρουσιάζονται είναι δωρεά της Rita Frei-Τρικούπη, χήρας του Κωνσταντίνου Σπ. Τρικούπη, το 2010, προς τη Βιβλιοθήκη της Βουλής. Έντυπο υλικό, φυλλάδια, βιβλία, εφημερίδες και περιοδικά της εποχής, φωτογραφικά τεκμήρια από τις συλλογές της Βιβλιοθήκης της Βουλής υποστηρίζουν και συμπληρώνουν την έκθεση που έχει ελάχιστα προβληθεί αν και «τρέχει» από τον περασμένο Μάρτιο (θα διαρκέσει μέχρι το τέλος του 2012).

 

Απαγόρευση

  

Η μειωμένη προβολή της οφείλεται στην απαγόρευση μεμονωμένων επισκέψεων σε εκθέσεις της Βουλής των Ελλήνων για λόγους ασφαλείας. Η έκθεση, δηλαδή, είναι «κλειστή» και μπορεί να τη δει κανείς μόνο αν είναι μαθητής ή μέλος μιας ομαδικής επίσκεψης. Η άρθρωση της έκθεσης κινείται σε δύο παράλληλους άξονες, ανάμεσα, δηλαδή, στα προσωπικά κειμήλια και στα τεκμήρια της πολιτικής δραστηριότητας των δύο μεγάλων ανδρών της ελληνικής ιστορίας του 19ου αιώνα.

 

Βιτρίνα της έκθεσης όπου δεσπόζει το πορτρέτο του Χαρίλαου Τρικούπη φιλοτεχνημένο από τον Αλέξανδρο Φιλαδελφέα. (Φωτ. Αλέξανδρος Φιλιππίδης, δημοσιεύεται στην εφημερίδα Καθημερινή)

 

Αν πάντως δεν έχετε την ευκαιρία να δείτε την έκθεση, όλα τα αντικείμενα της δωρεάς θα φυλάσσονται στην Μπενάκειο Βιβλιοθήκη στην οδό Ανθίμου Γαζή, αφού πρώτα ολοκληρωθούν οι εργασίες αποκατάστασης του κτιρίου. Εκεί προβλέπεται αίθουσα Τρικούπη και μια μόνιμη έκθεση.

Πλην της Βιβλιοθήκης της Βουλής, άλλοι σημαντικοί οργανωμένοι πυρήνες αρχειακού υλικού περί τον Χαρίλαο Τρικούπη διασώζονται στον Δήμο Μεσολογγίου, στο ΕΛΙΑ και στο Εθνικό και Ιστορικό Μουσείο.

 

Οικία Τρικούπη στο Άργος

  

Η αντίφαση ως σπαρταριστή εισαγωγή στο «ελληνικό πρόβλημα»: εντός του εθνικού Κοινοβουλίου η έκθεση, καλοσχεδιασμένη, πυκνή, πλούσια, «πανηγυρικού» χαρακτήρα (καλλιτεχνικός σχεδιασμός: Γιάννης Μετζικώφ) και την ίδια στιγμή 120 χιλιόμετρα νοτιότερα ένα από τα πρώτα μετεπαναστατικά κτίρια της ελεύθερης Ελλάδας, αφημένο στην τύχη του, αν και αποτελεί κρατική περιουσία: από το 1985 περνάει στην ιδιοκτησία της Αγροτικής Τράπεζας που προτίθεται να εγκαταστήσει εκεί το υποκατάστημά της στο Άργος. Μια πρόθεση που έμελλε να μείνει στα χαρτιά.

Το σπίτι χτίστηκε το 1829 με σχέδια του Αυστριακού προξένου Γκρόπιους από τον τέκτονα Κομνηνό Τήνιο, καλύπτοντας μέρος του οθωμανικού μεντρεσέ. Πρόκειται για ένα από τα δύο κτίρια που κατασκεύασε ο Σπυρίδων Τρικούπης (1788-1873), λόγιος, πολιτικός και πατέρας του Χαρίλαου, με την πώληση των οικοπέδων στο Ηραίον του Άργους που του είχαν δοθεί ως αποζημίωση για τη συμμετοχή του στην Επανάσταση.

  

Νεότερη εκδοχή

  

Βιογραφία Χαρίλαου Τρικούπη (Φυλλάδιο 1892)

Ενώ στην ιστοριογραφία έχει περάσει το Ναύπλιο ως τόπος γέννησης* του Χαρίλαου Τρικούπη, τα τελευταία χρόνια κερδίζει έδαφος το Άργος. Στους θερμούς υποστηρικτές της νεότερης εκδοχής ο Βασίλης Κ. Δωροβίνης, ο οποίος αρθρογραφεί υπέρ του Άργους από τις σελίδες του περιοδικού «Αρχαιολογία & Τέχνες» (1997).

«Kατά τον Σπυρόπουλο», σημειώνει ο κ. Δωροβίνης, «ο Σπυρίδων Τρικούπης έφτασε στο Ναύπλιο το 1824 και αγόρασε από την τότε Κυβέρνηση γαίες στο χωριό Αβδήμπεη, τις οποίες το 1826-30 μεταπώλησε σε τρεις επιφανείς Ναυπλιώτες. Με το χρηματικό ποσό που έλαβε μπόρεσε να χτίσει τα σπίτια του Άργους και του Ναυπλίου.

Το 1830, λέει κατηγορηματικά ο Σωτηρόπουλος, αποκρούοντας ρητά το 1832, γεννήθηκε ο Χαρίλαος, μόλις είχε ολοκληρωθεί το σπίτι στο Άργος. Στο Άργος κατοικούσαν πολλοί Έλληνες αντικαποδιστριακοί όπως ο Μαυροκορδάτος, ο Νέγρης και ο Πολυζωίδης που συναντώνταν στο νεόκτιστο σπίτι για διαβουλεύσεις.

Ο Σπ. Τρικούπης πώλησε το σπίτι το 1847 στον Π. Α. Κυπαρίσση. Από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι το 1940 η τοπική μνήμη διατηρεί ζωηρά την ονομασία του σπιτιού ως “οικίας Τρικούπη” και συγκεκριμένη απήχησή της συναντάμε στον τοπικό Τύπο, ως απλή αναφορά ή σε ειδικά άρθρα με μνεία παλαιών κτιρίων του Άργους. Με τις ανακατατάξεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου η ονομασία αυτή εξαφανίζεται και το σπίτι αποκτά το “κατασκευασμένο” όνομα των τελευταίων του ιδιοκτητών (“σπίτι του Κωλέττη”)».

 

Σημείωση Βιβλιοθήκης:

Σχετικά με τον τόπο γέννησης του Χαρίλαου Τρικούπη, στο φύλλο 19/2η σελίδα της 28ης  Απριλίου 1896 στην εφημερίδα « Δαναός» ο ιστορικός Δ. Βαρδουνιώτης σε συμπληρωματική σημείωση του αναφέρει:

 

Συνεπεία των εν τω αριθ. 16 του «Δαναού» γραφέντων περί του τόπου της γεννήσεως του αοιδίμου Χ. Τρικούπη, εγράφη εν τη «Ακροπόλει» ότι ο Χ. Τρικούπης ενώπιον του πρώην βουλευτού Άργους κ. Ιω. Ζωγράφου, ταγματάρχου της Χωροφυλακής, προτείναντος αυτώ μετά την 16 Απριλίου να εκτεθή εν Άργει, εκείνου παραιτουμένου είπεν, ότι ούτε εγεννήθη εν Άργει, ούτε εγκατάστασιν έχει ενταύθα.

Μετά ταύτα όμως ο κ. Ιω. Ζωγράφος, εν Μεσολογγίω ήδη ως εκ την υπηρεσίας του διατρίβων έγραψεν ενταύθα ότι, ότε προέτεινε τω Χ. Τρικούπη να εκτεθή, ως υποψήφιος βουλευτής Άργους, αυτού παραιτουμένου, ιδού τι είπεν αυτώ ο αοίδιμος Χ. Τρικούπης.

« Δικαίωμα να εκτεθώ λόγω εγκαταστάσεως δεν έχω. Έχω όμως τοιούτο λόγω γεννήσεως και το Άργος θεωρείται τόπος της γεννήσεως μου. Διότι, ότε ο πατήρ μου διέστη προς τον Καποδίστριαν, η οικογένειά μου μετώκησεν εις Άργος, όπου ο πατήρ μου δι’ έλλειψιν καταλλήλου οικίας, ωκοδόμησε την και νυν καλουμένην οικίαν Τρικούπη. Κατόπιν όμως, ένεκα απειλουμένων ταραχών εν Άργει, προσωρινώς και προς ασφάλειαν η οικογένειά μας κατέφυγεν εις Ναύπλιον, όπου και εγεννήθην. Της τάξεως δε αποκαταστάσης, επανήλθομεν και διεμείναμεν εις Άργος».

Αύτη εστίν η μαρτυρία του αξιοτίμου κ. Ιω. Ζωγράφου και ταύτα είπεν αυτώ ο αοίδιμος ανήρ. Όθεν, ο Χ. Τρικούπης, ως τόπον της γεννήσεως του εθεώρει το Άργος. Ταύτα δε συμφωνούσιν εν πολλοίς προς όσα διηγήθη ημίν ο γηραιός δικηγόρος κ. Εμμ. Σωτηρόπουλος και προεδημοσιεύσαμεν. (Δ. Κ. Βαρδουνιώτης )    

Αναλυτικά για το θέμα μπορείτε να διαβάσετε στην Αργολική Βιβλιοθήκη, στο τέλος του άρθρου που αφορά στον Χαρίλαο Τρικούπη.

 

Τα οικήματα των Τρικούπηδων

 

Η έκθεση υιοθετεί την «επίσημη» θέση περί Ναυπλίου, μέσα από δύο σημειώματα της εποχής αλλά γενικά κρατά χαμηλούς τόνους ως προς το θέμα. Η κ. Αντζελα Καραπάνου, η μία από τις δύο επιμελήτριες της έκθεσης και του καταλόγου μαζί με την κ. Μαρία Βλασσοπούλου, μας λέει ότι ο τόπος γέννησης του Χαρίλαου Τρικούπη κρίνεται στις λεπτομέρειες για τις οποίες δεν μπορούμε ακόμα σήμερα να είμαστε εντελώς βέβαιοι. «Δεν αποκλείεται η Αικατερίνη Μαυροκορδάτου, αδελφή του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και μητέρα του Χαρίλαου, να γέννησε στο Ναύπλιο, λίγες μόνο ημέρες πριν από την αποπεράτωση της νεόδμητης οικίας στο Άργος και τη μετακίνηση της οικογένειας εκεί».

Η φωτογραφία του σπιτιού στο Άργος υπάρχει στην έκθεση όπως και άλλων οικημάτων που συνδέθηκαν με τη ζωή του Σπυρίδωνος και του Χαρίλαου Τρικούπη. Το σπίτι της οικογένειας στο Μεσολόγγι ανήκει στον Δήμο και λειτουργεί «Μουσείο Τρικούπη», ενώ το κομψό νεοκλασικό κτίριο της οδού Ακαδημίας 54, όπου έζησαν ο Χαρίλαος Τρικούπης με την αδελφή του Σοφία για πολλά χρόνια κατεδαφίστηκε το 1936. Αντίθετα, επιβίωσε το σπίτι των Τρικούπηδων στα Πατήσια, το μετέπειτα Άσυλο Ανιάτων. Με το ερείπιο του Άργους έχουμε την ευκαιρία να δείξουμε ότι μαθαίνουμε από τα λάθη μας.

 

Δημήτρης Ρηγόπουλος

Καθημερινή, Τέχνες & Γράμματα, Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το Άργος στην Αγγλική Βιβλιογραφία


 

Ένας από τους σκοπούς που πρέπει να επιτύχη κάθε τοπικό συνέδριο είναι και η συγκέντρωση της βιβλιογραφίας, Ελληνικής και ξένης, για τον υπό εξέταση νομό. Έτσι θα ταυτισθή και η έννοια τοπικό με την αντί­στοιχη αγγλική λέξη topic που σημαίνει το προκείμενο θέμα. Όσον αφορά στο Άργος και γενικώτερα την Αργολική ή πλουσιώτερη ξένη βιβλιογραφία είναι στην αγγλική γλώσσα[1] και κατά δεύτερο λόγο στην γαλλική[2] και στις άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες[3].

Χρέος των τοπικών πολιτιστικών συλλόγων, Δαναός και Παλαμήδης και των τοπικών Βιβλιοθηκών είναι να συγκεντρώσουν την αντίστοιχη ξένη βιβλιογραφία για το νομό Αργολίδος, αφού έρθουν σε επαφή με τις μεγάλες ευρωπαϊκές και αμερικανικές βιβλιοθήκες από τις οποίες μπορούν με την μέθοδο της ανταλλαγής να λάβουν σε βιβλιογραφικά δελτία και σε φωτοτυπημένα αποσπάσματα έργων όσα σχετίζονται με τον νομό.

 

Οι Πύργοι του φρουρίου Λάρισσα του Άργους – Πανοραμική άποψη της αργολικής πεδιάδας, χαλκογραφία. William Gell, 1810.

 

Μ’ αυτό τον τρόπο ο μελλοντικός ερευνητής των αργολικών θεμάτων θα μπορή να βρίσκη στον τόπο της έρευνάς του και κυρίως στις τοπικές Βιβλιοθήκες του νομού την πιο ουσιαστική βοήθεια και ενημέρωση. Μικρή συμβολή στην εκπλήρωση αυτού του σκοπού αποτελεί και η δημοσίευση της παρούσης ανακοινώσεως.

Γκιζέλα Ρίχτερ

Αρχίζοντας από τα τελευταία άρθρα των εγκυκλοπαιδειών του αγγλό­φωνου κόσμου για το Άργος βλέπουμε ότι τονίζονται ιδιαίτερα στην αρ­χαιολογία η προϊστορική περίοδος, όπως παρουσιάζεται στο έργο του Αμερικάνου αρχαιολόγου Μπλέγκεν[4] για το Ηραίο του Άργους με τον τίτλο Prosymna, όπως και στα έργα των Βαλντστάϊν[5] και Λέμαν[6] για το Ηραίο και την Αργολίδα. Για την Αρχιτεκτονική και την Γλυπτική, στις oποιες ο Αργολικός γενικά χώρος έχει προσφέρει βασικό υλικό για χρονολόγηση και αξιολόγηση, βασίζονται στα έργα του Ντίνσμουρ «Η Αρχιτεκτονική της Αρχαίας Ελλάδος»[7] και της Γκιζέλα Ρίχτερ «Η Γλυπτική και οι Γλύπτες των Ελλήνων»[8].

Όσον αφορά στην ιστορία μετά την Μυκηναϊκή εποχή, την εποχή του Φείδωνος, των Περσικών πολέμων και του Πελοποννησιακού πολέμου δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην Ελληνιστική περίοδο της ιστορίας του Άργους, επειδή οι αρχαίες πηγές προσφέρουν πλουσιώτερο και λεπτομερέστερο υλικό. Κατόπιν εντάσ­σουν την ιστορία της πόλεως στη γενική ιστορία της Ελλάδος και μνημο­νεύουν ιδιαίτερα τις χρονιές των επιδρομών των Γότθων 267 και 395 μ.Χ. Σταματούν ακόμα στα αποτελέσματα που είχε η Τετάρτη Σταυροφορία για την Αργολική, δηλαδή την παρακμή του Άργους και την άνοδο σε πολι­τική και στρατιωτική σημασία του Ναυπλίου.

Τονίζονται ακόμη οι κατα­στροφές από τούς Τούρκους του 1397 και 1500 και κυρίως ο σημαντικός ρόλος που έπαιζε το Άργος στον αγώνα της Ανεξαρτησίας του 1821. Στα άρθρα που αναφέρονται στο Άργος το υλικό προέρχεται για την αρχαία περίοδο σε αποσπάσματα των συγγραφέων Ηροδότου, Θουκυδίδη, Ξενοφώντα και κυρίως του Πλουτάρχου, τα Γεωγραφικά του Στράβωνα και φυσικά του Παυσανία.

Πλουσιώτερο υλικό υπάρχει για την Αργολική στην πληθώρα των εκδόσεων των νεωτέρων χρόνων για την Ελλάδα, όπου βρίσκουμε παντός είδους πληροφορίες. Αυτές υπάρχουν στις ταξιδιωτικές εντυπώσεις των Άγγλων συγγραφέων και μπορούν να αξιολογηθούν ανά­λογα με την παιδεία του συγγραφέα, ανθρωπιστική ή πολιτική και κοινω­νική.

Αναγκαία είναι η μετάφραση των αποσπασμάτων των έργων αυτών που αναφέρονται στο Άργος στους τρεις τελευταίους αιώνες. Για την περί­οδο 1700-1750 έχουμε 75 εκδόσεις, 1750-1800 115 και για την περίοδο 1804 -1853 450. Αν αναλογισθούμε το ρόλο της Αργολίδας στην ιστορία της Πελοποννήσου ειδικότερα και ότι βρέθηκε στη δίνη όλων των αξιοσημείω­των γεγονότων της Ελληνικής ιστορίας αυτών των περιόδων, μπορούμε να καταλάβουμε την αξία που έχει για τις Αργολικές σπουδές μια μελλον­τική αναδίφηση των αγγλικών εκδόσεων αυτών των περιόδων.

Οι συγγραφείς των έργων αυτών περιέρχονται την ύπαιθρο τις περισ­σότερες φορές με κίνδυνο της ζωής τους και όταν τα κίνητρά τους δεν είναι εμπορικά, όπως για την Λεβάντ Κόμπανυ ή θρησκευτικά, όπως ο αντιπαπισμός και ο προσηλυτισμός, αλλά η τάση φυγής από τον Ευρω­παϊκό Βορρά, η αρχαιοφιλία και η αισθητική καλλιέργεια, τότε μας δίνουν πολύτιμες πληροφορίες για ην ζωή του τόπου.

Βρίσκουμε χρήσιμες γεωγραφικές παρατηρήσεις μαζί με τις περιγραφές αρχαιολογικών ευρημάτων στα έργα αυτά, που βοήθησαν όχι μόνο την ερασιτεχνική ασχολία, αλλά και την επιστημονική και έγιναν κίνητρα για την αναζωπύρηση του συγ­χρόνου περιηγητικού πνεύματος. Η έκδοση του τουριστικού δρομοδείκτη της Πελοποννήσου στα γερμανικά από την κρουαζιέρα του Ναυπλίου το 1833 είναι εκδήλωση αυτού του πνεύματος, που επιζή μέχρι σήμερα στις τουριστικές ευρωπαϊκές εκδόσεις για την Ελλάδα.

William Martin Leake, by Christian Albrecht Jensen oil on canvas, 1838

Από τους Άγγλους περιηγητές σημαντικώτερος σαν συγγραφέας είναι ο στρατιωτικός Γουίλιαμ Λήκ [9], που επεσκέφθη την Αργολική τον Ι­ούνιο του 1802, 25 ετών τότε, και τον Μάρτιο του 1806. Καταγράφει τις εντυπώσεις του λεπτομερειακά και με ημερολογιακό τρόπο στο έργο του «Ταξίδια στον Μοριά». Σαν πρότυπό του έχει τον Παυσανία, που ακολουθεί τα βήματά του, προσπαθώντας να βρη και να ταυτίση μ’ αυτά που έβλεπε ό,τι είχε καταγράψει ο Παυσανίας[10] στα Αργολικά του.

Δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τη σύσταση του πληθυσμού, την παραγωγή της πεδιά­δας του Άργους και παρατηρεί ότι λόγω τής ποιότητας του νερού οι γυναί­κες του Ναυπλίου είναι ωραιότερες από τις Αργίτισσες (!), γι΄ αυτό ίσως να υπεχώρησαν προ των γυναικών του Άργους και οι Σπαρτιάτες στον μεταξύ τους πόλεμο, θα προσθέταμε εμείς σήμερα με βρετανικό χιούμορ. Με γλωσσικά θέματα ασχολείται και στο άλλο του βιβλίο «Έρευνες στην Ελλάδα».

Ο Άγγλος ιστορικός Φίνλεη [11] κάνοντας ένα απολογισμό του έργου του Λήκ γράφει: «Οι μακροχρόνιες και κοπιαστικές του προσπά­θειες να καθαρίση την αρχαία ιστορία της Ελλάδος από τα σκοτάδια και την νεώτερη από τις παρερμηνείες τον έκαναν άξιο της επιδοκιμασίας της Αγγλίας και της ευγνωμοσύνης της Ελλάδος».

Ο Λήκ βρήκε κατόπιν πολλούς μιμητές των βασικών γραμμών του έργου του, εμπλούτισε έτσι την αγγλική βιβλιογραφία και την εξύψωσε με το έργο του σε επιστημονικό επίπεδο. Μετά απ’ αυτόν μπορούμε να ξε­χωρίσουμε τους συγγραφείς που διαπνέονται από ρωμαντική διάθεση για τα Ελληνικά πράγματα και η πλούσια σε ιστορία και φυσικές ομορφιές Αργολική γη πάντοτε δημιουργούσε τέτοια διάθεση, από εκείνους που συνδυάζουν την γνώση των αρχαίων πηγών, την αισθητική καλλιέργεια και την παρατηρητικότητα της σύγχρονης Ελληνικής ζωής.

Πολλοί νεώ­τεροι συγγραφείς θα αποφεύγουν την υπερβολική περιγραφή των μνημείων της ιστορίας και της αρχαιολογίας του τόπου και θα στρέφωνται, μετά τον Λήκ, προς την περιγραφή των κληρονόμων αυτού του παρελθόντος.

Πρό­θεσή τους θα είναι να διδάξουν τους συμπατριώτες τους στην Αγγλία, αλλά και τους Έλληνες, που δεν είχαν τότε τη μόρφωση, αλλά κυρίως τα δικά τους εφόδια σε πηγές, εκδόσεις, πανεπιστημιακά συγγράμματα. Η συγγραφική αυτή παράδοση πάνω σ’ αυτές τις βασικές γραμμές συνεχίζεται σε μεγαλύτερο βαθμό μέχρι σήμερα έτσι, ώστε να βρίσκουμε σήμερα στο λήμμα «Άργος»[12] στις αγγλικές Βιβλιοθήκες πληροφορίες πάσης φύσεως, που περιλαμβάνουν ακόμα και συμβουλές προς τον ξένο για τη συμπεριφορά του μέσα σ’ ένα καφενείο του Άργους: «να μη συναναστρέφεσαι πολλή ώρα την ίδια παρέα στο ίδιο τραπέζι, γιατί θα σε παρεξηγήσουν οι άλλοι, που δεν τους έκανες την ίδια τιμή».

Διαβάζοντας τέτοιες παρατηρήσεις πρέπει να λαμβάνουμε υπ’ όψη το διαφορετικό χα­ρακτήρα του φλεγματικού Άγγλου επισκέπτη της χώρας μας, αλλά και το πνεύμα αυτών των παρατηρήσεων χάριν της δικής μας αυτογνωσίας πολλές φορές μέσα από τα μάτια των ξένων, αφού ο λαός μας λέει ότι «όσα βλέπει ο ξένος σε τρεις μέρες δεν βλέπει ο ντόπιος σε τρία χρόνια».

Εκδόσεις για τις πολεμικές επιχειρήσεις των Άγγλων στην Ελλάδα κατά τον τε­λευταίο πόλεμο [13] διαφωτίζουν πολλά σημεία της τοπικής ιστορίας, όπως ο βομβαρδισμός του Άργους και του αεροδρομίου στο Κουτσοπόδι στις 14 -10/1943 με τις τραγικές συνέπειες του για τον άμαχο πληθυσμό.

Οι εργασίες όλων των ανωτέρω κατηγοριών που βρίσκονται σήμερα στις Βιβλιοθήκες των υπερβορείων σκοτεινών αγγλικών πόλεων σαν πνευ­ματικά έργα εμπνευσμένα από το Ελληνικό φως της πανάρχαιης Αργο­λικής γης [14] δεν παύουν να φωτίζουν και σήμερα όπως και την εποχή που γράφτηκαν από συγγραφείς με ελληνική ανθρωπιστική καλλιέργεια. Και με τα λόγια του Λήκ από το τελευταίο του έργο εκφράζω μια ευχή για την Αργολική γη, αλλά και για κάθε Ελληνικό τόπο: «οι πληροφορίες μου εστάθηκαν στους Έλληνες χρήσιμες, πράγμα που με ικανοποίησε ιδιαί­τερα, γιατί μόνο με την προαγωγή της Ελληνικής Παιδείας μπορούν οι χώρες που αποτελούσαν την Βυζαντινή αυτοκρατορία να ανακτηθούν από την βαρβαρότητα και να αποδοθούν στην Χριστιανοσύνη».

  

Γεωργίος Α. Ντελόπουλος

Συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού Ακαδημίας Αθηνών

Διατηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα

 

Υποσημειώσεις


[1] Άρθρον Argos εις την Βρετανική Εγκυκλοπαίδεια και την Αμερικανικήν.

[2] Άρθρον Άργος εις Encyclopedioue Larousse και αναφορές για το Άργος εις
Bul. de Corr. Hellenioue 1904.

[3] Άρθρον Άργος εις την Γερμανική Εγκυκλοπαίδεια Real Enc.

[4] Biegen, C. W., Prosymna (1937).

[5] Wald st ein, C, The Argive Hereaum, Vol. 1 (1902), vol. 2(1905).

[6] Lehmann, H., Argolis (1937).

[7] D i n s m o o r, W. B., The Architecture of Ancient Greece (1950).

[8] R i c h t e r, G. M. A.,The Sculpture and Sculptors of Ancient Greece the Greeks.

[9] Leake, W. M., Travels in the Morea, vol. 2, ch. 19-22 (1835).

[10] Levi, Peter, Pausanias – Guide toGreece, London Penguin Books series.

[11] Finlay, G., articles in «THE TIMES» (1864-1870).

[12] Catalogues ofBritishMuseum (British Council inAthens, Library).

[13] K. A.F. History of Military Operations 2nd World War II.

[14] Τ ο ζ e r, Η. F., Geography of Greece, pp. 292-294,1873. Clark, Peloponne­sus: Notes of Study and Travel (1858). Ho ρ ρ in, J. C, The Vases. Cosa, Η. F. de, The Bronzes (Excavations of the American School of Athens at the Heraion of Argos 1892). American Archaeological Journal since 1892 (many articles). Volgraff, W., in Bull, de Corr. Hellen. 1904 pp. 364-399, 1906 pp. 1-45, 1907 pp. 130-184. C u r t i u s E., Peloponnesos, ii 350-364 (Gotha 1851). Tod, Μ. N., A Selection of Greek Histori­cal Inscriptions, p. 5, 59, 60, 62, 3, 176-177-186, 188 Oxford 1946. Δια το Άργος εις τας αρχαίας πηγάς βλέπε τας εκδόσεις των συγγραφέων Ηροδότου, Ξενοφώντος, θουκυδίδου, Πλουτάρχου, Στράβωνος, Παυσανίου εις την σειράν της Loeb Library.

Read Full Post »

Άργος – Th. du Moncel


 

Ο Théodose ή Théodore Achille Louis Vicomte du Moncel (1821- 1884) γεννήθηκε στο Παρίσι και εκτός από ικανός σχεδιαστής και χαράκτης των λιθογραφημένων πινάκων του, ήταν αρχαιολόγος και ηλεκτρολόγος. Το πλούσιο δημοσιευμένο έργο του μαρτυρεί την πολυμέρεια των γνώσεων και ενδιαφερόντων του, που επεκτείνεται σε πολλούς τομείς του επιστητού. Ενώ η μια πλευρά των επιστημονικών του ενασχολήσεων τον στρέφει σε μελέτες για τη φυσική και ειδικότερα τον ηλεκτρισμό, η άλλη, που υπηρετεί την αγάπη του για την αρχαιολογία, τον οδηγεί αναπόφευκτα στην Ελλάδα (Νοέμβριος 1843 – Άνοιξη 1844).

 Στο λεύκωμα, Excursion par terre dAthènes à NauplieΠαρίσι, [1845], το οποίο  περιλαμβάνει τοπία και αρχαιότητες της Μεγαρίδας, της Κορινθίας και της Αργολίδας, σημειώνει για το Άργος:

 

Th. du Moncel

[…] Αφού επισκέφθηκα και μελέτησα όλα τα αρχαία των Μυκηνών, ετοιμαζόμουν να επιστρέψω στο Άργος και από εκεί να πάω να δια­νυκτερεύσω στο Ναύπλιο. Σταμάτησα για λίγο, σε απόσταση μερι­κών βημάτων από τον τάφο του Αγαμέμνονα, για να θαυμάσω και να σχεδιάσω την ωραία θέα που απλώνεται από το σημείο αυτό προς την πεδιάδα του Άργους. Έπειτα, ξανακατεβαίνοντας από τα υψώματα των Μυκηνών (Χαρβάτι), ξαναβρεθήκαμε στην πε­διάδα. Τέλος, αφού διασχίσαμε τον Ίναχο και τον Χάραδρο, φθάσα­με μπροστά στους κωνικούς λόφους στους πρόποδες των οποίων βρί­σκεται το Άργος.

Οι αρχαιότητες που ακόμη συναντάμε στην πόλη αυτή μπορούν να συνοψισθούν στα μέλη που απεικονίζονται στον [παρακάτω] πίνακα.

 

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

 

Το πλέον ενδιαφέρον από τα λείψανα αυτά της αρχαιότητας είναι το θέα­τρο, του οποίου οι κερκίδες, λαξευμένες στο βράχο, διατηρούνται ακόμη τόσο καλά, ώστε ο Καποδίστριας, ο κυβερνήτης της Ελλάδας, κήρυξε εδώ, το 1829, την έναρξη της νομοθετικής συνέλευσης [1]. Δί­πλα στο θέατρο αυτό ανακαλύπτουμε επίσης τις κερκίδες ενός άλλου θεάτρου, μικρότερου, κάτω από το οποίο φαίνονται σύμμικτα κρηπιδώματα, πιθανώς τα κατάλοιπα του προσκηνίου[2].

Τα μεγάλα ερείπια που παρατηρούμε στον πίνακα, σε πρώτο επίπεδο, είναι πλίνθινα ρωμαϊκά ερείπια [3]. Εκείνα που βρίσκονται λί­γο μακρύτερα, μισοθαμμένα στο βουνό, ανήκουν σε κτίσμα ιδιαιτέ­ρου είδους, όπου πρέπει να κατέληγε το υδραγωγείο, ίχνη του οποίου ανακαλύπτουμε μακρύτερα. Αυτό το ερείπιο, ρωμαϊκής κατασκευής, έχει ως βάση ένα άνδηρο που υποβαστάζει ένα άλλο παλαιότερο κτί­σμα, όπου διακρίνονται μερικά ίχνη επιγραφών και γλυπτικής. Το τελευταίο τέμνεται προς το κέντρο από ένα σύγχρονο τοίχο, που φαί­νεται ότι προοριζόταν για να κλείνει την είσοδο ενός υπογείου[4]. Η ση­μασία του κτίσματος και η ιδιομορφία που επεσήμανα, ίσως μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι εδώ ήταν η είσοδος της φυλακής της Δανάης.

Στο σχέδιό μας, το βουνό, επειδή απεικονίζεται σε σμίκρυνση, δεν φαίνεται αιχμηρό, ενώ είναι ο υψηλότερος από τους δύο λόφους που δεσπόζουν στο Άργος, και το φρούριο που παρατηρούμε στην κο­ρυφή του είναι κτισμένο στη θέση ακριβώς της αρχαίας ακρόπολης. Αυτό το οχυρό είναι ενετικό κτίσμα, αλλά ανακαλύπτουμε εδώ, κυ­ρίως στις θεμελιώσεις, μέλη κυκλώπειας κατασκευής, ανάλογα προς τα τείχη των Μυκηνών και της Τίρυνθας, επιπλέον μεγάλη ποσότητα από αρχαία κατάλοιπα διαφόρων εποχών, που χρησιμοποιήθηκαν ως υλικά[5].

Στο φρούριο αυτό, γνωστό με το όνομα Λάρισα, ο Υψηλάντης με μια χούφτα Έλληνες (περίπου διακόσιοι άνδρες), έχοντας τρόφιμα μόνο για πέντε μέρες και πολεμοφόδια, μερικά δέματα φυσίγγια, συγκράτησε τις δυνάμεις μιας ολόκληρης τουρκικής στρατιάς, ενώ οι συναγωνιστές του είχαν εγκαταλείψει τον αγώνα και διέφυγαν, αφού έβαλαν φωτιά στο Άργος.

Το κτίσμα που διακρίνεται κάτω από το φρούριο, και στην πλα­γιά του βουνού, είναι το μοναστήρι (Kathéchouméni) [6], που φαίνε­ται ότι είχε κτισθεί στη θέση του ναού της Ακραίας Ήρας [7].

Το Άργος είχε πολλά αξιόλογα μνημεία: ήταν η αγαπημένη πόλη των θεών και των ηρώων ήταν η τροφοδότρα γη ονομαστών καλλονών και γενναίων δρομώνων. Το ίδρυσε ο Ίναχος, φοινικικής καταγωγής, δεκαοκτώ αιώνες προ Χριστού και αρχικά το κυβέρνη­σαν βασιλείς, ύστερα, το έτος 948 π.Χ. [8], οργανώθηκε σε δημοκρατία, αλλά μαζί με τους βασιλείς του έχασε και όλη του τη λάμψη. Το ισχυρό Άργος του Αγαμέμνονα δεν κυβέρνησε πια την Ελλάδα. Άλ­λοτε υπό την εξάρτηση της Αθήνας και άλλοτε της Σπάρτης, μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου, περιήλθε οριστικά στο ζυγό της τελευταίας αυτής δύναμης, από τον οποίο όταν απαλλάχθηκε, τον διαδέχθηκε εκείνος της Αχαϊκής Συμπολιτείας. Κατά τη ρωμαϊκή εισβολή συμ­μερίστηκε την τύχη ολόκληρης της Ελλάδας, και στον Μεσαίωνα το συναντάμε υπό την φράγκικη κυριαρχία.

Όταν πέθανε ο Πέτρος Cornaro, ο τελευταίος υποτελής ηγεμό­νας της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης, η χήρα του[9] πούλησε την ηγεμονία του Άργους, το 1383[10], στη δημοκρατία της Βενε­τίας. Το 1463 περιήλθε στην κυριαρχία του σαντζάκη της Κορίνθου. Λίγο αργότερα οι Ενετοί το ανέκτησαν, αλλά δεν το διατήρησαν για καιρό. Το 1686 ο αρχιστράτηγος Μοροζίνης το ανακατέλαβε από τους Τούρκους οι οποίοι το ξαναπήραν για να παραμείνουν κύριοι ως την επανάσταση του 1821.

Από την εποχή αυτή ως το 1829, η πόλη του Άργους κατα­στράφηκε και ξανακτίστηκε τρεις φορές. Σήμερα αριθμεί οκτώ χιλιά­δες κατοίκους, και, επειδή κάθε σπίτι διαθέτει τον κήπο του, κατα­λαμβάνει την ίδια έκταση με το αρχαίο ‘Αργος. Τώρα υπάρχουν στην πόλη αυτή πολλά όμορφα σπίτια και ένας στρατώνας ιππικού. Ο οδηγός μου δεν παρέλειψε να μου δείξει, περνώντας, το σπίτι του Καλλέργη, όπως μέχρι πρόσφατα ακόμη έδειχνε στην Αθήνα το σπίτι του λόρδου Μπάυρον. [ Στη συνέχεια ο συγγραφέας συνεχίζει, περιγράφοντας τη μετάβασή του στο Ναύπλιο].  

 

Υποσημειώσεις


[1] Πρόκειται για την τετάρτη Εθνική Συνέλευση, της οποίας οι εργασίες άρ­χισαν στις 11 Ιουλίου 1829 και έληξαν στις 3 Αυγούστου 1831. (Σημ.τ.Μ.). Το θέατρο είναι και σήμερα το πιο καλά διατηρούμενο αρχαίο μνημείο του Άργους. Φαίνεται ότι κατασκευάστηκε στο τέλος του 4ου π.Χ. αιώνα. Στα ρωμαϊκά χρό­νια δέχτηκε μετασκευές.

[2] Πρόκειται για το ρωμαϊκό ωδείο που, στη μορφή που σώζεται, ανάγεται στους αυτοκρατορικούς χρόνους. Κατέλαβε εν μέρει χώρο, όπου είχαν σκαλισθεί στο βράχο ευθύγραμμα εδώλια και ίσως ήταν η Αλιαία στην οποία γινόταν η συ­νέλευση του δήμου.

[3] Είναι, και σήμερα, τα εκπληκτικότερα ερείπια του Άργους που ανήκουν σε ρωμαϊκές θέρμες, νεότερες των μέσων του 2ου μ.Χ. αιώνα.

[4] Πρόκειται για το ιερό των Ευμενίδων, που έχει διαμορφωθεί με αναλημματικούς τοίχους και λαξεύσεις περίπου100 μ. επάνω από το θέατρο, βορειοα­νατολικά. Παλαιότερα, είχε θεωρηθεί ότι ταυτίζεται με το Κριτήριον που αναφέ­ρει η φιλολογική παράδοση. Ίσως επί Αδριανού αναπλάστηκε και στην πλευρά του βουνού λαξεύτηκε Νυμφαίο με δύο δεξαμενές, που χρησίμευαν για την ύδρευ­ση της πόλης. Το νερό ερχόταν μάλλον από την περιοχή του Κεφαλόβρυσου, μέ­σω υδραγωγείου του οποίου σώζονται λείψανα.

[5] Τα τμήματα αρχαίων τειχών που ενσωματώθηκαν στο μεσαιωνικό κά­στρο, δεν είναι μυκηναϊκά («κυκλώπεια»), αλλά κλασικά.

[6] Πρόκειται για την Παναγία την Κατακεκρυμμένη ή των Βράχων. Κατά την παράδοση, ήταν καθολικό γυναικείας μονής και χρονολογείται τον 10ο αιώ­να. Ο ναός καταστράφηκε και ανοικοδομήθηκε επί ενετοκρατίας. Καταστράφηκε πάλι επί τουρκοκρατίας και ξανακτίστηκε αργότερα. (Σημ.τ.Μ.).

[7] Η ταύτιση γίνεται και σήμερα δεκτή ως πιθανή υπόθεση.

[8] Η χρονολογία αυτή είναι πολύ υψηλή. Η κατάργηση της βασιλείας συν­δέεται με την τυραννίδα του Φείδωνος ή με τους αμέσους απογόνους του, και, παρά την αβεβαιότητα που ακόμη επικρατεί, δεν φαίνεται να μπορεί να χρονολο­γηθεί πριν από τα μέσα του 7ου αι. π.Χ., το παλαιότερο.

[9] Ήταν η Μαρία d’ Enghien. (Σημ.τ.Μ.).

[10] Το 1388. (Σημ.τ.Μ.).

 

Πηγή


  • Th. Du Moncel, «Οδοιπορικό του 1843 από την Αθήνα στο Ναύπλιο», μετάφραση: Ειρήνη Λούβρου – Αρχαιολογική επιμέλεια: Νικόλας Φαράκλας. Εκδόσεις Ολκός – Αριάδνη, Αθήνα, 1984. 

  

Read Full Post »

180 Χρόνια  Καποδιστριακό Σχολείο Άργους


 

Ο Συλλόγος Γονέων και Κηδεμόνων του 1ου Δημοτικού Σχολείου Άργους – Καποδιστριακού –  οργανώνει επετειακή εκδήλωση για τη συμπλήρωση 180 χρόνων από την έναρξη λειτουργίας του Καποδιστριακού Δημοτικού Σχολείου Άργους που θα γίνει στο προαύλιο του σχολείου την Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2012 και ώρα 20:00 μ.μ.

 

Καποδιστριακό σχολείο

 

Η εκδήλωση περιλαμβάνει παρουσίαση οπτικοακουστικού αφιερώματος στο Καποδιστριακό Διδακτήριο από μαθήτριες της ΣΤ’ τάξης, απονομή αναμνηστικών σε παλαιούς δασκάλους και μαθητές και έκθεση φωτογραφίας – αρχειακού υλικού. Ειδική συμμετοχή στην παρουσίαση της εκδήλωσης θα έχουν ο Αργείος δικηγόρος και ιστορικός Βασίλης Δωροβίνης και ο εκπαιδευτικός και συγγραφέας Γεώργιος Κόνδης.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »