Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άργος’

 Πέντε Αργείτικα του Αναπλιώτη 


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ο Γιώργος Γιαννούσης, Οικονομολόγος και Πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, σκιαγραφεί με απλά λόγια τον Ναυπλιώτη ποιητή  Αντώνη Αναπλιώτη  και παραθέτει  πέντε ποιήματά του αφιερωμένα στο Άργος.

 

«Πέντε Αργείτικα του Αναπλιώτη»

 

Το βιβλίο «Αναπλιώτικα» του Αντώνη Αναπλιώτη, εκδόθηκε στην Αθήνα το 1958, εφτά χρόνια μετά το θάνατο του ποιητή. Είναι μια υπέροχη έκδοση που επιμελήθηκαν οι φίλοι του λογοτέχνες Σπύρος Παναγιωτόπουλος, Γιώργος Τσουκαντάς, και Νίκος Δεληβοριάς.

Σκίτσο του Αντώνη Αναπλιώτη που φιλοτέχνησε ο Νίκος Καστανάκης.

Ο Αναπλιώτης, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Αντώνη Λεκόπουλου, που γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1888 και πέθανε στη Αθήνα το 1951, υπήρξε ένας μοναδικός βάρδος που ύμνησε και τραγούδησε την Αργολίδα και ιδιαίτερα την πατρίδα του, το πολυαγαπημένο του Ανάπλι. Και είναι μεγάλη αλήθεια αυτό που οι φίλοι του τονίζουν στη εισαγωγή του στο βιβλίο, ότι «σπάνια ποιητής αγαπήθηκε τόσο πολύ από το λαό όσο ο Αναπλιώτης». Και όχι μόνο από τους συμπολίτες του, που του έστησαν  την προτομή του στον περίβολο της Δημοσίας Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», αλλά και οι άνθρωποι της τέχνης και της επιστήμης τον αναγνώρισαν καθολικά ως μεγάλο έλληνα λυρικό ποιητή και συγχρόνως λαϊκό υμνητή – τραγουδιστή της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Ζώντας μακριά από το Ανάπλι του, ήταν ανώτερος κρατικός λειτουργός και υπηρετούσε στην Αθήνα, η αγάπη και η νοσταλγία για την πατρίδα του, οδήγησαν το μοναδικό ταλέντο του να περιγράψει τις αναμνήσεις του υμνώντας και τραγουδώντας τα παλιά ξέγνοιαστα νεανικά του χρόνια, τις ομορφιές της πόλης του, τους ανθρώπους, όχι μόνο τα γνωστά ή συγγενικά του πρόσωπα, αλλά και κάθε ιδιαίτερο, μοναδικό, αλλιώτικο ή γραφικό, τα ήθη και έθιμα, τα πανηγύρια και τις γιορτές, τις λύπες και τις χαρές, τους έρωτες και τους καημούς, μ’ ένα μοναδικό τρόπο, που ξεχειλίζει από συναίσθημα και λυρισμό.

Για το γειτονικό Άργος, ο Αντώνης Αναπλιώτης, με πολύ αγάπη και νοσταλγία, θυμάται και τραγουδά τις γυναίκες του Άργους τις όμορφες, «τις καλοφτιαγμένες και κοσμοξακουσμένες»,  τους άνδρες με τα μάγκικα τραγούδια τους, τους χορούς και τα γλέντια, τα πανηγύρια με τους υπέροχους λαϊκούς μουσικούς, ένα Άργος που φαντάζει μέσα από τις περιγραφές του λεβέντικό και εργατικό και συγχρόνως μερακλίδικο, γλετζέδικο και ερωτικό.

Ας απολαύσουμε  πέντε ποιήματα – τραγούδια αφιερωμένα στο Άργος, τα οποία συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο του  τα «Αναπλιώτικα», για να τον γνωρίσουν και οι νεώτεροι Αργείτες. Και ίσως να τους βοηθήσουν τα τραγούδια αυτά να γνωρίσουν  καλύτερα το Άργος των πατεράδων και  των παππούδων  τους  και να αγαπήσουν και αυτοί σήμερα την πόλη τους, τόσο, όσο και ο Ναυπλιώτης ποιητής.

 

ΑΡΓΕΙΤΙΚΟ

 

Ο Μπίρμπος κι’ ο Νταή – Αρματάς,

Με κλαριτζή το Φέκα,

Τραγούδησαν στην Κοτσινιά,

Τσ’ ακούστη στη Χαλιέπα!…

 

Ρεμπούμπλικες, ψηλά – στραβά

– Κλαρίνο Αργείτικον – χαβά –

Μουστάκες ξαγριεμένες

Και «πατατούκες» στόνα τους

Μανίκι, φορεμένες !…

– Ζουνάρες – κρεμασμένες…

 

Ο Μπίρμπος κι’ ο Νταή – Αρματάς,

Με κλαριτζή το Φέκα,

Τραγούδησαν στην Κοτσινιά,

Τσε τα’ ακούσε η Χαλιέπα,

 

Για μιάν Αργείτισσα γλυτσά

Νταρντάνα και δουλιεύτρα…

 

Άργος. Το βόρειο τμήμα της πλατείας του Αγίου Πέτρου και η αρχή της Βασ. Κωνσταντίνου. Το πρώτο κτίριο δεξιά κατεδαφίστηκε και παραχώρησε τη θέση του σε πολυκατοικία. Το επόμενο κτίσμα ήταν το ξενοδοχείο «Αγαμέμνων». Αριστερά της οδού, το πρώτο κτίσμα ήταν το γραφικό «Γιαλί Καφενέ», που κατεδαφίστηκε το 1958, για να παραχωρήσει τη θέση του σε άλλη μία πολυκατοικία. (Φώτο του 1930;).

 

 

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ

 

(Mιά φορά κι’ έναν καιρό…)

Eις μνήμην Σαρδέλλη – Νίνου – Μπουμπούκη, παληών αμαξάδων Του Άργους, που μετέφεραν την Παιδική ψυχή στο «πανηγύρι!»…   

 

– Άϊντες!.. Να ιδής τις νειόπαντρες,

Στ’ Άργους το πανηγύρι…

– Κιλίμι ασημοπότηρο,

Γυαλί, μαλλί, μπακίρι

Λάμπα, καθρέφτη, εικόνισμα,

Μύλο, λιβανιστήρι,

– Άϊντες!.. να ιδής τις νειόπαντρες,

Στ’ Άργους το πανηγύρι…

 

Και μιά μικρή, μιά νειόνυφη,

Αργείτικο καμάρι,

– Ψηλά – στραβά το φέσι της,

– Η φούντα του, ως τη μέση της –

Κι’ ασίκικο «μπουμπάρι»*,

Και μιά μικρή, μιά νειόνυφη.

Μιά μικροπαντρεμένη,

Στο πανηγύρι μπαίνει…

 

Κρατάει το νηό – το ταίρι της,

– Στο χέρι του το χέρι της –

Πυρρή και ξαναμμένη,

(Μικρούλα και πρωτόβγαλτη

Στο πανηγύρι μπαίνει…)

 

Και γουρνοπούλα Άργείτικη,

Ροδοκοκκινισμένη,

– Μαστόρικα ψημμένη,

(Η κοσμοξακουσμένη !…)

Μυρίζει της – μυρίζει της,

Και στέκει ζαλισμένη,

Ως ναν της φέρουν το «μεζέ»·

Γιατ’ είναι… γκαστρωμένη…

* Μπουμπάρι: Παραδοσιακός πικάντικος μεζές. Είναι λουκάνικο με γέμιση κρέας μοσχαρίσιο ή αρνί ή κατσίκι και τα εντόσθια του, εκτός από το συκώτι.

 

ΣΤΗ «ΣΟΥΣΤΑ» ΤΗΝ ΑΡΓΕΙΤΙΚΗ…

 

Στη «σούστα» την Αργείτικη

– Άργος – Άργος –

Στη «σούστα» την καμπίτικη,

– Κάμπος – κάμπος –

τη «μέγκλα* – μερακλίτικη»·

– Καθρέφτες μ’ αγγελάκια –

Ζουγραφιστά, πολύχρωμα,

Του κάμπου λουλουδάκια,

Και με τα χρυσοκόκκινα

στις ρόδες της «παρμάκια»,

Στη «σούστα» την Αργείτικη

– Τη «μέγκλα – μερακλίτικη»,

Νά ξανακαβαλλήσω,

Κανονικό κι ανάλαφρο

Κουδούνι ν’ αγροικήσω

Με της αυγούλας τη δροσιά,

– Κορδέλλα – πέρα ή δημοσιά,

Να σιγοτραγουδήσω…

 

Στη «σούστα» την Αργείτικη

– Βλάγκα φοράδα**

(Φέλπα ή γυαλάδα!)***

Λεβεντιά κι’ ωμορφάδα

(Το βελουδένιο σου πετσί,)

Πως να σηκώση καμουτσί;

– Στράκες,**** μονάχα, αράδα…

– Γκέμι – γερό!

– Σούζες – σωρό!

– Τρέκλες – Χορό!

– Βλάγκα – φοράδα,

(Ομήρου Ιλιάδα…)

Με μπάσταρδο πουλάρι

Καμπίσιο θρεφτάρι

– Καμπίσιο βλαστάρι!

Του κάμπου καμάρι.

 

Στη «σούστα» την Αργείτικη

– Άργος – Άργος –

τη «μέγκλα – μερακλίτικη»·

– Κάμπος – κάμπος –

Στου χρόνου τα γυρίσματα,

Για τα καλωσωρίσματα,

Σούς «μπάγκους» – στα καθίσματα –

Αργείτικα κιλίμια

Στο καμουτσί, στα γκέμια της

Αργείτικα «τσαλίμια…»

 

* Μέγκλα: Μάγκικη λέξη που εννοεί το άριστο, το πολύ καλό.

** Βλέγκα: Λέξη στην Κύπρο. Εννοούν το πολύ θερμό κλίμα, την ζεστή ατμόσφαιρα.

*** Φέλπα ή γυαλάδα: Ιταλική λέξη για το μαλακό ύφασμα με τη βελούδινη υφή.

**** Στράκα: Ξερός διαπεραστικός ήχος που παράγεται όταν κτυπάς το καμουτσίκι στον αέρα.

 

 

Άργος. Η οδός Βασ. Κωνσταντίνου (1930;). Στο βάθος διακρίνεται το κάστρο της Λάρισας και η Παναγία η Κατακεκρυμμένη.

 

ΤΟ ΤΟΥΜΠΟΥΡΛΟΥ

 

«Τουμπουρλού μωρή,

Το σαλβάρι* σου,

Στρογγυλό παχύ,

Το ποδάρι σου».

 

Τουμπουρλού μωρή

Τουμπουρλού μωρή

Μπήκε η Αποκρηά,

Στρώσανε οι χοροί,

Τουμπουρλού μωρή…

 

Του Φέκα το κλαρίνο,

Κανείς δεν το βαρεί,

Τουμπουρλού μωρή

Του Μπόγια το ζουνάρι,

Κανείς δεν το φορεί,

Τουμπουρλού μωρή…

 

Του Μπόγια, του Μπεκιάρη**

– Άργείτη μακελλάρι –

Ο Χάρος χάρισέ του,

Λεπίδα κοφτερή,

Τουμπουρλού μωρή…

Κι’ έκοβεν ανθρώπους

(Χρόνια καί καιροί)

Τουμπουρλού μωρή…

 

Τ’  Αργείτικο μαχαίρι,

(Δεν το πιάνει χέρι)

Βγήκε απ’ το θηκάρι

Κι’ άσπλαχνο βαρεί,

Τουμπουρλού μωρή…

 

Ο Μάνος ο Καλλέργης,***

Άγάπησε Κορώνα,

Βασίλισσα, γοργόνα,

Να ζήση δεν μπορεί,

Τουμπουρλού μωρή.

Και παλαβωμένος,

Στα σοκάκια του Άργους

Κλαίει και καρτερεί,

Τουμπουρλού μωρή…

 

Τα κορίτσια του Άργους,

Τα καλοφτειασμένα,

Κοσμοξακουσμένα,

Τ’ Άργους οι χοροί,

Τουμπουρλού μωρή…

 

* Σαλβάρι: Περσική λέξη. Φαρδιά γυναικεία παντελόνα που φορούσαν παλιά οι χωρικές.

** Μπεκιάρης: Παλαιός δήμιος εξ Άργους.

*** Καλλέργης: Ο εραστής της αυτοκράτειρας Ευγενίας.

 

Ο ΓΙΑΛΕΛΗΣ

 

Ο Γιαλελής ο Κίτσος,

Καρίπης αμαξάς,

Κι’ ο κλαριτζής ο Γιώργης

Ο Καραμουτζάς,

Το βλάγχο τον ανέμη,

Το βλάγκο τον ασίκη,

Πού δεν σηκώνει γκέμι,

Δεν παίρνει καμουτσίκι,

Τον ζέψανε στη σούστα,

Στη φτεροσούστα τους,

Και βγήκανε στην τσάρκα,

– Αμάν, και διπλοστράκα –

Και βγήκανε να κάνουν

Στ’ Άργος τα γούστα τους.

 

Ο Αραμπάς περνάει,

Κι’ ο αραμπατζής τρελλός

Φεύγατε Αργειτοπούλες,

Να μη σας πάρη ομπρός…

 

Τα μάγκικα τραγούδια,

– Της λεβεντιάς λουλούδια –

Τα μάγκικα τραγούδια

Τ’ αποκρέψανε,

Πέντε – έξη μπαγλαρώσαν

Κάνα – δύο μαχαιρώσαν

Και… ξεζέψανε…

 

Γιώργος Γιαννούσης

Οικονομολόγος – Πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης

Ιστορίας & Πολιτισμού

 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους όπως δεν φαίνεται – Άννα Μπανάκα, Δρ. Αρχαιολόγος, Αναπληρώτρια Διευθύντρια στην Δ΄ ΕΠΚΑ Ναυπλίου. Διημερίδα «Η Ιστορική και Αρχαιολογική ερευνά στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων». Τρίπολη, 04 & 05 Οκτωβρίου 2013. Πρακτικά. Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολη 2014.


 

Καθώς πληθαίνουν με την πάροδο του χρόνου οι έρευνες στην Ελλάδα και αρχίζει η συλλογή αρχαίων, η συσταθείσα από το 1837 Αρχαιολογική Εταιρεία [1] ενεργοποιείται στη διάσωση των αρχαιοτήτων στις Επαρχίες και ζητάει από την Κυβέρνηση την άδεια να διορίζει Εφόρους, υπεύθυνους για την προστασία των αρχαίων μνημείων. Οι ενέργειές της καταγράφονται στις αναφορές πεπραγμένων στο έγκυρο επιστημονικό περιοδικό υπό τον τίτλο Πρακτικά της Αρχαιολογικής Εταιρείας [2]. Ο Αντώνιος Βλαστός [3], σχολάρχης στην Ερμούπολη της Σύρου, και ο αυτοδίδακτος αρχαιολόγος Παναγιώτης Σταματάκης [4] ορίσθηκαν για το σκοπό αυτό. Ο πρώτος περιόδευσε στην Πελοπόννησο και ο δεύτερος στη Στερεά Ελλάδα αρχικά και στην Πελοπόννησο αργότερα [5] καθιστώντας σαφή την εποπτεία και εκπροσώπηση του ελληνικού κράτους στη διάρκεια ανασκαφικών ερευνών σε περιοχές με ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρον (Μυκήνες) [6]. Τα αποτελέσματα της προσπάθειας αυτής ήταν εξαιρετικά και με πρόταση της Αρχαιολογικής Εταιρείας στην Κυβέρνηση ψηφίσθηκε ειδικός νόμος για την καθιέρωση των επαρχιακών Εφόρων [7].

Οι περιοδείες αποφέρουν καρπούς και με τη φροντίδα του Π. Σταματάκη ιδρύονται αρχαιολογικές συλλογές στη Στερεά Ελλάδα (Θήβα, Χαιρώνεια, Πλαταιές, Τανάγρα, Δελφοί, Αυλίδα, Θεσπιές) [8], Μύκονο [9] και στην Πελοπόννησο (Άργος, Νεμέα, Αίγιο) [10]. Όπως φαίνεται από τις αναφορές των περιηγητών που είχαν επισκεφθεί το Άργος τα ευρήματα είχαν συγκεντρωθεί στο κτήριο του Δημαρχείου ήδη στα τέλη του 1850 [11]. Η συλλογή αποκτά επιστημονική οντότητα την 1η Δεκεμβρίου του 1878 όταν ο Π. Σταματάκης καταγράφει και ταξινομεί γλυπτά και ανάγλυφα προερχόμενα από την πόλη αλλά και την ευρύτερη περιοχή [12].  Οι αδιαμφισβήτητες ικανότητές του επιβραβεύονται με τον διορισμό του αρχικά ως αναπληρωτή του Παναγιώτη Ευστρατιάδη, Γενικού Εφόρου Αρχαιοτήτων στις 24 Φεβρουαρίου του 1884. Το ίδιο έτος προήχθη σε Γενικό Έφορο, θέση την οποία τίμησε μέχρι το θάνατό του το 1885 [13]. Στην επιστημονική ιεραρχία ακολούθησε ο Παναγιώτης Καββαδίας [14], ο οποίος σύμφωνα με δημοσιεύματα στον αργειακό τύπο επισκέφθηκε το Άργος το ίδιο έτος, όταν προσδιορίζεται χρονικά μεταφορά αρχαίων από το Μουσείο του Άργους στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα [15]. Με την ενέργεια αυτή μπορεί να συνδυασθεί η χειρόγραφη επανάληψη του καταλόγου του Σταματάκη με την επισήμανση «ότι ακριβές αντίγραφον. Εν Άργει την 8 Αυγούστου 1885. Ο Δήμαρχος Αργείων» [16]. Σε κάθε περίπτωση όταν ο Π. Καββαδίας συντάσσει τον πρώτο οδηγό της έκθεσης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και των γλυπτών [17] περιλαμβάνονται αρχαία έργα από το Άργος και τη γύρω περιοχή.

Στο ενδιαφέρον της τοπικής κοινωνίας εντάσσεται και η πρωτοβουλία εκ μέρους των λογίων για διεξαγωγή έρευνας. Το 1888 οι έρευνες του Ι. Κοφινιώτη στο ύψωμα της Λυκώνης, νότια της Λάρισας [18] προσθέτουν σημαντικά στοιχεία για την τοπογραφία της πόλης στους ιστορικούς χρόνους φέρνοντας στην επιφάνεια κατάλοιπα που συνδέονται με την αναφορά του Παυσανία για το ιερό της Ορθίας Αρτέμιδος. Σύμφωνα με την μαρτυρία του περιηγητή στο ιερό υπήρχαν αγάλματα του Απόλλωνα, της Άρτεμης και της Λητούς, έργα αποδιδόμενα στον Πολύκλειτο [19]. Τέσσερα χρόνια αργότερα δημοσιεύεται το βιβλίο του Κοφινιώτη για τις αρχαιότητες του Άργους, Ιστορία του Άργους μετ΄ εικόνων από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών (1892 – 1893) [20].

Έχουμε φθάσει χρονικά κοντά στην περίοδο που η πόλη θα αναδειχθεί σταδιακά με τα ερευνητικά προγράμματα μελών της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής [21]. Ο Ολλανδός αρχαιολόγος Wilhelm Vollgraff έρχεται το 1902 [22] και επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στον Λόφο του Προφήτη Ηλία και στο μυκηναϊκό νεκροταφείο της Δειράδας [23]. Στην πρώτη σελίδα του ημερολογίου του σημειώνει : «17 Μαΐου 1902. Έφθασα με το τραίνο στη μία η ώρα. Το απόγευμα ανέβηκα στην Ασπίδα και μάζεψα μια συλλογή από όστρακα μυκηναϊκά και άλλα». Ο Vollgraff αναφέρεται στο Λόφο του Προφήτη Ηλία [24]. Η παρουσία του δεν περνά απαρατήρητη από τους κατοίκους του Άργους οι οποίοι του υποδεικνύουν αρχαιότητες [25]. Η περιοχή δεν άργησε να προσελκύσει ειδικούς επιστήμονες οι οποίοι την επισκέπτονται ως εκδρομείς στο πλαίσιο του Διεθνούς Αρχαιολογικού Συνεδρίου που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα [26].

Πιθανότατα το πρόγραμμα του Vollgraff ευνοείται από την εξέλιξη αυτή και φαίνεται ότι ανταλλάσσεται σχετική αλληλογραφία με το Υπουργείο για τη διεξαγωγή συστηματικών ερευνών. Το Αρχαιολογικό Συμβούλιο γνωμοδοτεί θετικά και ενημερώνει εγγράφως την αρμόδια υπηρεσία (εικ. 1)· οι έρευνές του τελούν υπό την εποπτεία του Εφόρου Αρχαιοτήτων Αργολίδος : «Γνωρίζομεν υμίν ότι κατά γνώμην του Αρχαιολογικού Συμβουλίου ενεκρίναμεν όπως η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή συνεχίση εν Άργει ας από ετών ενεργεί δια του κ. Vollgraff ανασκαφάς. Η εποπτεία τούτων ανατίθεται υμίν, θέλετε δε γνωρίση εγκαίρως τω ενεργήσοντι τας ανασκαφάς ότι πάσα ζημία επενεχθησομένη εν μη δημοσίοις κτήμασι θέλει βαρύνη την άνω Σχολήν ή ατομικώς τον ενεργήσοντα τας ανασκαφάς. Δια τούτο προ πάσης ενεργείας αναγκαίον νομίζομεν να προηγήται η μετά του ιδιοκτήτου συνεννόησις και η προ της ανασκαφής του κτήματος συγκατάθεσις αυτού. Ο Υπουργός» [27]. Μετά από μεγάλη διακοπή συνεχίζει τις έρευνες στο ύψωμα της Λάρισας τη διετία 1928 -1930 [28]. Σύμφωνα με τα αναγραφόμενα σε δύο πρωτόκολλα παράδοσης και παραλαβής που συντάσσονται μεταξύ του ανασκαφέα και του εκπροσώπου της Ζ΄ Αρχαιολογικής Περιφέρειας στις 27 Αυγούστου 1928 και 1930 τα ευρήματα παραλαμβάνει ο Ιωάννης Ιωακείμ, «ως ο επί των ενεργουμένων ενταύθα παρά της Γαλλικής Σχολής ανασκαφών επιμελητής αυτών διορισθείς» [29]. Στα ενδιαφέροντα του Vollgraff περιλαμβάνονται και περιοχές γύρω από το Άργος (Σχ(ο)ινοχώρι [30], Μαγούλα Κεφαλαρίου [31]) όπου διεξάγονται βραχύχρονες έρευνες. Τα ευρήματα συγκεντρώνονται σε χώρο του Δημαρχείου [32], όπου στη διάρκεια της κατοχής δέχονται δύο φορές την επέμβαση φιλομάθειας των ιταλικών στρατευμάτων [33]. Η περιγραφή του σοβαρότερου περιστατικού σε έγγραφο αποτελεί ένα δείγμα των δοκιμασιών της πολιτιστικής κληρονομιάς στην πόλη του Άργους.

 

(εικ. 1)

 

«Ιταλοί της εκεί στρατιωτικής διοικήσεως διέρρηξαν το παράθυρο του Μουσείου και έκλεψαν πολλά αντικείμενα αυτού. Μεταξύ των κλαπέντων είναι εις χρυσούς δακτύλιος, γλυπτά και πήλινα αντικείμενα και άλλα άτινα αγνοούνται, καθόσον προήρχοντο εκ των ανασκαφών Vollgraff και ευρίσκοντο εις εσφραγισμένα κιβώτια προκειμένου να μελετηθούν από τον ίδιον τον διενεργήσαντα την ανασκαφή. Μεταξύ των κλαπέντων υπήρχε και κιβώτιον πλήρες εκ των ανασκαφών τούτων. Πολλά των αριθμημένων αντικειμένων ελλείπουν. Την 24η Οκτωβρίου 1941 ο λοχαγός διοικητής του Άργους Aurelio Marcarino υπό τας διαταγάς του στρατηγού U. Ricagno αφήρεσε εκ του Μουσείου του Άργους διάφορα αντικείμενα μεταξύ των οποίων εν ιππάριον, πέντε αγγεία, δύο λύχνους και δύο ειδώλια γυναικών. Πληροφορηθείς όμως προφανώς ότι θα του ζητηθεί να επιστρέψει τα αντικείμενα εσκηνοθέτησε και πραγματοποίησε διάρρηξη του Μουσείου προς κάλυψη της κλοπής στις 30 του ιδίου μηνός κατά την οποία αφαιρέθηκαν αρκετά ακόμα αντικείμενα του Μουσείου δυσεξακρίβωτα λόγω του ότι εκλάπη και ο κατάλογος.

Όταν εζητήθη από τον λοχαγό Marcarino να επιστρέψει τα κλαπέντα, τα επέστρεψε・ συναινούσης δε και της προϊσταμένης του αρχής επεχείρησε να δικαιολογήσει την πρώτη του κλοπή με την πρόφασιν ότι κατεγίνετο με την ιστορία του Άργους. Σημειωθήτω όμως ότι τρία εκ των ως άνω αναφερομένων πήλινων αγγείων, άτινα είχε κλέψει κατά την πρώτην του κλοπή δεν επέστρεψεν» [34]. Σχεδόν ένα μήνα μετά το συμβάν ο Επιμελητής Αρχαιοτήτων ενημερώνεται ότι «η Ιταλική διοίκησις προέβη εις το κλείσιμο των παραθύρων δια τούβλων, ώστε είναι αδύνατος πλέον η είσοδος ανθρώπου δια τούτων. …. Όσον αφορά τα αντικείμενα του μουσείου θέλομεν σας αναφέρει κατά την εδώ άφιξή σας [35]».

Η φύλαξη των επιστραφέντων γίνεται με τη μεταφορά τους – άγνωστο πότε – στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και μετά από πολλά χρόνια στο Μουσείο Άργους [36]. Το υλικό, που περιλαμβάνει ευρήματα από την αρχαϊκή έως την ελληνιστική εποχή, αποθηκεύεται στη διδακτική συλλογή της Σχολής, στο υπόγειο της νέας πτέρυγας του Μουσείου, με την ένδειξη «ανασκαφές Vollgraff» [37].

Επιστρέφοντας στο ιστορικό οδοιπορικό του Μουσείου, στο κτήριο του Δημαρχείου Άργους η από 21-3-49 αναφορά του Παναγιώτη Διακουμή, φύλακα αρχαιοτήτων στις Μυκήνες, προς το Σεβαστόν Υπουργείον Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας – Διεύθυνσις Αρχαιοτήτων περιγράφει την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στο χώρο των αρχαίων: «Λαμβάνω την τιμήν να αναφέρω ευσεβάστως υμίν τα κάτωθι. Υποδιεύθυνσις Χωροφυλακής Άργους επίταξε το Μουσείον Άργους και έχη τοποθετήση εντός του Μουσείου πυρομαχικά και (ε)ίδη τροφίμων. Υποβάλλεται η Παράκλησις όπως προβήτε εις την λήψιν των ενδεδειγμένων μέτρων. Ευπειθέστατος (υπογραφή)».

Στο έγγραφο με αρ. πρωτ. 24, Μάρτιος 1949 που εστάλη από τον Προϊστάμενο προς το Υπουργείο αναφέρεται το γεγονός και επιπροσθέτως τα ακόλουθα: «Δια ταύτα παρακαλώ όπως ως τάχιστα τηλεγραφικώς διαταχθή η εκκένωσις της Συλλογής από παντός ξένου προς τας αρχαιότητας αντικειμένου και η παράδοσις των κλειδιών εις τον εκεί Επιμελητήν. Δεν παραλείπω να αναφέρω ότι εντός των προθηκών, αίτινες δεν είναι ασφαλείς, φυλάσσονται σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα. Ευπειθέστατος (χωρίς υπογραφή)». Δεν γνωρίζουμε τα σχετικά με την αποκατάσταση του χώρου αλλά από το περιεχόμενο του εγγράφου προκύπτει ότι έχει διαμορφωθεί μία έκθεση αντικειμένων γνωστή σε αρχαιογνωστικούς – περιηγητικούς οδηγούς (Les Guides Bleus), οι συντελεστές των οποίων επιθυμούν να την συμπεριλάβουν στην ύλη τους [38] συμπληρώνοντας κατ΄ αυτόν τον τρόπο την αρχαιολογική εικόνα της Αργολίδας [39].

Στον νομό έχει συγκροτηθεί η Τοπική Επιτροπή Τουρισμού Ναυπλίου, η οποία απευθύνεται ως εξής προς την αρμόδια Υπηρεσία: «Προς τον κ. Έφορον Αρχαιοτήτων Ναυπλίου – Ενταύθα. Έχομεν την τιμήν να σας διαβιβάσωμεν παράκλησιν της Επιτροπής Τουρισμού Ναυπλίου όπως παραχωρήσητε εις τον Δήμον Αργείων τας κλείδας του εν Άργει Αρχαιολογικού Μουσείου ίνα ευχεραίνηται η επίσκεψις αυτού ως άλλωστε μέχρι τούδε εγίγνετο. Την παράκλησιν ημών ταύτην διαβιβάζωμεν εν τη πεποιθήσει ότι η φύλαξις των αρχαιολογικών ευρημάτων θα είναι ασφαλής και εις χείρας του Δήμου Άργους, ώστε να μη υπάρξη δισταγμός τις εκ του λόγου τούτου, εφ΄ ΄οσον δε και υμείς συμφωνείτε εις τούτο, ελπίζομεν, ότι θέλετε αποδεχθή την παρακλήσιν μας προς διευκόλυνσιν των επιθυμούντων να επισκευθούν το Μουσείον Άργους. Μετά τιμής, Ο πρόεδρος Παν. Μελισσηνός». [40]

Η παράκληση αυτή αναδεικνύει εμμέσως πλην σαφώς την έλλειψη προσωπικού φύλαξης με αποτέλεσμα την αδυναμία της λειτουργίας της συλλογής ως επισκέψιμου χώρου. Το πρόβλημα της ασφάλειας απασχολεί τον Σ. Ι. Χαριτωνίδη, Επιμελητή Αρχαιοτήτων στο Ναύπλιο, και, καθώς δεν επιλύεται άμεσα, απευθύνεται εγγράφως για συνδρομή στην Αστυνομία Άργους: «έχομεν την τιμήν να παρακαλέσωμεν υμάς, όπως αναλάβητε την διαφύλαξιν του κλείθρου της εν Άργει αποθήκης αρχαίων και το άνοιγμα και κλείσιμον της θύρας, οσάκις προσέρχονται προς μελέτην εν αυτή οι εν τη πόλει σας διενεργούντες ανασκαφάς αρχαιολόγοι, μέλη της Γαλλικής Σχολής Αθηνών κ.κ. Roux, Courbin, Charneux, Martin και Boddah. Ούτοι ενδεχομένως δύνανται να συνοδεύονται υπό 2-3 εργατών και του τεχνίτου συγκολλητού. Μετά τιμής, ο Επιμελητής των Αρχαιοτήτων, Σ .Ι. Χαριτωνίδης» [41].

Ένα μήνα σχεδόν μετά επανερχόμενος με το αρ. 532/26 Ιουλίου 1952 έγγραφό του προς την ίδια αρχή γράφει: «έχομεν την τιμήν να παρακαλέσωμεν υμάς, όπως επιστρέψητε ημίν την κλείδα της Αποθήκης Αρχαίων, την οποίαν ανελάβητε προσωρινώς να διαφυλάξητε κατόπιν του υπ΄ αρθ. 487/12-6-52 ημετέρου εγγράφου. Μετά τιμής, ο Επιμελητής των Αρχαιοτήτων (Μονογραφή)» [42].

Οι ημερομηνίες των δύο εγγράφων αντιστοιχούν στο διάστημα των συστηματικών ανασκαφικών ερευνών της ΓΑΣ στο Άργος [43]. Στην ακόλουθη αλληλογραφία είναι εμφανής η προσπάθεια για τη φύλαξη των συγκεντρωμένων αρχαίων, τη δυνατότητα επίσκεψης της συλλογής και τη διευκόλυνση όσων είχαν αποδεδειγμένα λόγο εργασίας εκεί. Απευθυνόμενος προς τον Ι. Παπαδημητρίου, Έφορο Αρχαιοτήτων, γράφει:

«Λαμβάνω την τιμή να σας αναφέρω ότι επραγματοποιήθη η υπό του Δήμου Άργους παραχώρησις της μεγάλης αιθούσης του ισογείου του Δημαρχείου, ένθα η Γαλλική Σχολή ετοιμάζεται να οργανώση έκθεσιν των ευρημάτων των τελευταίων της ανασκαφών [44]. Κατόπιν τούτου η δικαία απαίτησις της επισκέψεως του προσωρινού τούτου Μουσείου (εικ. 2 -4) [45]  θα είναι υπέρποτε επίμονος και είναι ανάγκη να υπάρχη φύλαξ εν Άργει, η παρουσία του οποίου είναι μάλιστα σήμερον απαραίτητος μετά την προσθήκη εις τα προς φύλαξιν αρχαία και του πλήρως αποκαλυφθέντος Ωδείου με τα μωσαϊκά δάπεδα. Ως εκ τούτου μέχρι επιτεύξεως διορισμού νέου φύλακος θα έδει να μεταβαίνη εις Άργος ο μάλλον διαθέσιμος και πλησιέστερα κατοικών φύλαξ του Ηραίου κατόπιν διαταγής σας ή αποσπώμενος δια προτάσεώς σας υπό του Υπουργείου. Ευπειθώς, ο Επιμελητής των Αρχαιοτήτων» [46].

 

(εικ. 2)

 

(εικ. 3)

 

(εικ. 4)

 

Η εισήγηση έγινε δεκτή και ο Χαριτωνίδης ανέθεσε εγγράφως καθήκοντα στον φύλακα αρχαιοτήτων Ηραίου: «Κατόπιν εντολής του κ. Εφόρου παραγγέλλομεν υμίν, όπως εις το εξής μεταβαίνητε τρις της εβδομάδος, ήτοι εκάστην Τετάρτην, Σάββατον και Κυριακήν εις Άργος, ίνα ανοίγητε την εν τω ισογείω της Δημαρχίας προσωρινήν έκθεσιν του Μουσείου προς επίσκεψιν υπό του κοινού από της 9ης μέχρι 14ης ώρας. ‘Απαξ τουλάχιστον της εβδομάδος δέον, όπως επιθεωρήτε το Θέατρον μετά του Ωδείου και τον παρακείμενον χώρον των ανασκαφών. Την εν τω ισογείω της Εμπορικής Σχολής αποθήκην θα ανοίγετε μόνον κατόπιν σημειώματος του Εφόρου ή του Επιμελητού. Ο Επιμελητής των Αρχαιοτήτων (μονογραφή Σ.Χ).[47]

Τα σωρευμένα από τις ανασκαφές αρχαία και η μικρή έκθεση στο Δημαρχείο δημιουργούν κλίμα κοινωνικής πίεσης και συμβάλλουν στην υλοποίηση της επιθυμίας των κληρονόμων του Δ. Καλλέργη για τη χρήση της οικίας του ως μουσείου. Άλλωστε υπό την προϋπόθεση αυτή και μετά από τις απαραίτητες επισκευές του κτηρίου συναινεί, μετά από γνωμοδότηση του Αρχαιολογικού Συμβουλίου στην αρ. 12/30-3-54 Συνεδρία του, η Διεύθυνση Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας σε σχετικό έγγραφο προς τον Δήμο Άργους για την ίδρυση αρχαιολογικής συλλογής στην πόλη του Άργους. «Προ της επισκευής τούτου, δεν φρονούμεν ότι ενδείκνυται η ίδρυσις αρχαιολογικής συλλογής εν Άργει, δεδομένου ότι και η χρησιμοποιουμένη σήμερον δια την διαφύλαξιν δευτερευουσών αρχαιοτήτων αποθήκη του Δημαρχιακού Μεγάρου είναι ακατάλληλος δια τον σκοπόν τούτον» [48].

Στις 21/5/1955 ο Δήμος Άργους ανακοινώνει στον Νομάρχη Αργολίδος την αρ. 144/55 Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου «εν σχέσει προς την κατά παράκλησιν παραχώρησιν ιδιοκτησιών Δήμου προς το Ελληνικόν Δημόσιον δια τας ανάγκας του Μουσείου Άργους» και  «άνευ ανταλλάγματος» – όπως συμπληρώνεται στον δεύτερο όρο της Απόφασης [49]. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της σχετικής αλληλογραφίας ακολουθεί και μια δεύτερη Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, η αρ. 405/55, που κοινοποιείται στο Νομάρχη Αργολίδος και στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας. Από σχετική ερμηνεία τους προκύπτει ότι η δεύτερη Απόφαση είχε σχέση με τον περιβάλλοντα χώρο της οικίας Καλλέργη. Το Υπουργείο ενημερώνει εγγράφως τον Νομάρχη με κοινοποίηση προς τον Έφορο της Δ΄ Αρχαιολογικής Περιφέρειας ότι «συμφωνούμε προς τα εν τη υπ’ αριθ. 405/1955 αποφάσει διαλαμβανόμενα, υπό τον όρο μόνον, ότι εντός του κήπου, περί ου το εδάφιο 4, δεν θέλει επιτραπή εγκατάστασις οιασδήποτε επιχειρήσεως απαδούσης προς την ιερότητα του χώρου» [50].

Για την επίσπευση δε του θέματος ζητείται η συνέχιση της οικονομικής ενίσχυσης από την Αρχαιολογική Εταιρεία. Ακολουθεί η έκδοση χρηματικού εντάλματος στο όνομα του καθηγητή Αν. Ορλάνδου «εκ του προϋπολογισμού της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας δια τας εργασίας αποπερατώσεως του Μουσείου Καλλέργη εν Άργει» [51] (εικ. 5-6) και με δεύτερο, αντίστοιχου περιεχομένου, η συνέχιση της οικονομικής ενίσχυσης «προς έτι μεγαλύτερον βαθμόν, ίνα είναι σύμμετρος και η ενίσχυσις της εν λόγω Σχολής προς τα αναληφθέντα παρ΄ αυτής έργα πλησίον του εν λόγω Μουσείου» [52].

 

(εικ. 5) Οικία στρατηγού Δημητρίου Καλλέργη.

 

(εικ. 6)

 

Για την ολοκλήρωση του μουσειολογικού προγράμματος είναι απαραίτητη η παραχώρηση από τον Δήμο Άργους «και του υπολοίπου οικοπέδου, του κειμένου παραπλεύρως του ανεγειρομένου υπό της εν λόγω Σχολής μουσείου, προκειμένου η Γαλλική Σχολή να προέλθη εις την ανέγερσιν υποστέγου προς τον σκοπόν της στεγάσεως των αυτόθι μωσαϊκών. Τονίζομεν ότι η προς το Δημόσιον μεταβίβασις της κυριότητος, τόσον του εν λόγω οικοπέδου, όσον και του οικοπέδου του νέου μουσείου, αποτελεί βασικήν προϋπόθεσιν δια την χορήγησιν αδείας συνεχίσεως των εργασιών αποπερατώσεως του ανεγειρομένου μουσείου» [53].

Οι κατά νόμο προβλεπόμενες διαδικασίες επικυρώνονται με Γνωμοδότηση του Αρχαιολογικού Συμβουλίου [54] και ενημέρωση του Συμβουλίου Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών για την αποδοχή «της δωρεάν παραχωρήσεως προς το Ελληνικό Δημόσιο του εν Άργει και παρά το Καλλέργειον οίκημα, οικοπέδου του, δια τας μουσειακάς ανάγκας της πόλεως….. υπό τον όρο της απαλείψεως εκ της ανωτέρω αποφάσεως του υπ΄ αρ. 10 όρου της» [55].

Πριν τις οικοδομικές εργασίες διενεργείται εκτεταμένη ανασκαφική έρευνα από την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, στο χώρο ανέγερσης της νέας πτέρυγας του Μουσείου που  προσαρτήθηκε στην οικία Καλλέργη [56] και της στοάς [57].

Ωστόσο η πρόοδος των εργασιών δεν ικανοποιεί κάποιους φορείς. Ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού απευθυνόμενος προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας επισυνάπτει σχετικό απόκομμα της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ, ο ανταποκριτής της οποίας στις 18 Αυγούστου 1958 (εικ. 7) γράφει ότι: «Ελλείψει μικράς πιστώσεως δεν λειτουργεί κανένα από τα δύο αρχαιολογικά μουσεία του Άργους. Βαρέα η ευθύνη του κράτους» και συνεχίζει αναφέροντας τις δυσκολίες που έχουν παρουσιασθεί. Το Υπουργείο ζητάει εγγράφως ενημέρωση από τον Έφορο Αρχαιοτήτων [58]. Η απάντηση του Προϊσταμένου αναδεικνύει και πάλι το πρόβλημα της έλλειψης προσωπικού «ειδικώς για την πόλιν του Άργους, όπου ως γνωστόν υπηρετεί εις μόνον φύλαξ, καθωρίσαμεν όπως ούτος τας μεν πρωϊνάς ώρας παρευρίσκηται εις το νεόδμητον Μουσείον, τας δε απογευματινάς εις τον αρχαιολογικόν χώρον. Άλλως τε δεν υπάρχει ακόμη εις την πόλιν ωργανωμένον Μουσείον, τα δε αποθηκευμένα κάτωθεν της Δημαρχίας αρχαία αντικείμενα καθ΄ όν τρόπον είναι συσωρευμένα δεν καθίστανται προσιτά εις τους πάσης φύσεως επισκέπτας, ει μη μόνον εις τους ειδικούς, τους οποίους πάντοτε εξυπηρετούμεν. Ευπειθέστατος» [59].

 

(εικ. 7)

 

Μικρή καθυστέρηση των εκθεσιακών εργασιών προκαλεί ανησυχία στην Παναργειακή Ένωση Αθηνών [60], η οποία απευθύνει εγγράφως ερώτημα στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας. Το θέμα τίθεται υπόψη του Ν. Βερδελή, Εφόρου Αρχαιοτήτων της Δ΄ Περιφέρειας [61], ο οποίος απαντά «περί του εν περιλήψει θέματος και συν τη επιστροφή της αιτήσεως της Παναργειακής Ενώσεως Αθηνών λαμβάνω την τιμήν να αναφέρω ότι, ως τυγχάνει και ημίν γνωστόν, ήρχισαν ήδη αι προκαταρκτικαί εργασίαι δια την επανέκθεσιν των αντικειμένων εις το Μουσείον Άργους τόσον εις την ανεγερθείσαν υπό της Γαλλικής σχολής πτέρυγα όσον και εις την πτέρυγαν του Καλλεργείου. Ελπίζομεν δε ότι μέχρι τέλους του έτους θα είναι δυνατόν να αρχίση η λειτουργία τούτου. Ευπειθέστατος» [62].

Στην απάντηση αυτή ο Έφορος έχει λάβει υπόψη του ότι οι διαδικασίες προχωρούν με εγκρίσεις από το Αρχαιολογικό Συμβούλιο των σχεδίων που εκπονήθηκαν από τον αρχιτέκτονα Youri Fomine και συγκεκριμένες οδηγίες για την παρουσίαση της εκθεσιακής πρότασης. Σύμφωνα με συμφωνητικό που συντάχθηκε στις 29/4/1959 στο πλαίσιο μειοδοτικής δημοπρασίας για τις προθήκες, «άπασαι αι προθήκαι θα κατασκευασθούν συμφώνως προς τας διαστάσεις και τα σχέδια της Δ/σεως Αναστηλώσεως, ως προς δε την μορφήν και τας λεπτομέρειας θα ληφθούν ως υπόδειγμα αι προθήκαι της αιθούσης Μυκηνών του ΕΑΜ» [63]. Παράλληλα με τις εργασίες για το εσωτερικό του Μουσείου έχει ληφθεί πρόνοια και για τον αύλειο χώρο με μελέτη η οποία εγκρίθηκε από το Αρχαιολογικό Συμβούλιο [64].

Σε συνεννόηση με την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή ακολουθεί η σταδιακή μεταφορά των αρχαίων από το κτήριο του Δημαρχείου και την αποθήκη της Εμπορικής Σχολής στις αποθήκες του νέου Μουσείου. Με έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας προς τη Διοίκηση Χωροφυλακής Ναυπλίου τίθεται το θέμα της ρύθμισης της διέλευσης οχημάτων μπροστά από το κτήριο «εις το σημείον τούτο της πόλεως εις τρόπον ώστε παρά το Μουσείον να επιτρέπηται η διέλευσις μικρών οχημάτων, τα δε βαρέα να διέρχονται άλλοθεν…… διότι η διέλευσις βαρέων οχημάτων δια της οδού της διερχομένης έμπροσθεν του Μουσείου Άργους δημιουργεί συνεχή όχλησιν εις τους επισκέπτας του Μουσείου και εν γένει κατάστασιν αντικειμένην εις τον χαρακτήρα του Ιδρύματος» [65]. Στο εσωτερικό του Μουσείου αναρτάται η επιτοίχια αναμνηστική πλάκα προς τιμήν της Σχολής και η ημερομηνία των εγκαινίων του Μουσείου στις 25 Ιουνίου 1961 [66]. Η εφημερίδα ΒΗΜΑ στο φύλλο της 25ης /06/ 1961 χαιρετίζει το γεγονός με τίτλο «Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΤΕΛΕΤΗ ΕΙΣ ΤΟ ΑΡΓΟΣ. Η ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΗ ΠΟΛΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΕΓΚΑΙΝΙΑΖΕΙ ΤΟ ΝΕΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ ΤΗΣ» και υπότιτλο «Μια χορηγία του γαλλικού κράτους – Προ ενενήντα ετών κραυγή κινδύνου για τις αρχαιότητες – Η ηρωϊκή εποχή της αρχαιολογίας». Μετά την ρύθμιση τελευταίων λεπτομερειών σχετικά με την καταβολή εισιτηρίου εκ μέρους των επισκεπτών είναι έτοιμο να δεχθεί τους επισκέπτες. Ένα μήνα αργότερα ο Δήμος Άργους, με την αρ. 85/13-7-1961 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, απονέμει τον τίτλο του επίτιμου δημότη στον Διευθυντή και στα μέλη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής που συνέβαλαν στην υλοποίηση της έκθεσης. Λίγα χρόνια μετά τα εγκαίνια διαμορφώνεται τμήμα του εσωτερικού του προθαλάμου αριστερά της εισόδου σε μικρό πωλητήριο – εκθετήριο (εικ. 8).

 

(εικ. 8)

 

Παρά την ίδρυση του Μουσείου η αρμόδια Υπηρεσία, η οποία εποπτεύει και τον Ν. Κορινθίας, παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα υποστελεχωμένη. Από αναφορές στο Αρχαιολογικό Δελτίο φαίνεται ότι στο Ναύπλιο υπηρετούν τρεις αρχαιολόγοι συμπεριλαμβανομένου του Προϊσταμένου [67]. Στο Άργος διενεργείται στοιχειώδης και κατά περίπτωση έλεγχος του υπεδάφους, κυρίως εντός του περιγράμματος των πεδίλων θεμελίωσης των νέων οικοδομών [68]. Όπως και στο παρελθόν [69] κάποιες φορές κρίνεται απαραίτητη η συνδρομή της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στο ανασκαφικό έργο της Εφορείας [70], σε χρονικά διαστήματα που δεν διεξάγει συστηματικές έρευνες στο αρχαίο Θέατρο και την Αγορά. Ο αρχαιολογικός έλεγχος της πόλης γίνεται πιο συστηματικός από το 1970 και εξής και τα κινητά ευρήματα των ανασκαφών φυλάσσονται στις αποθήκες του μουσείου.

Η έκθεση πλαισιώνεται με αντικείμενα από τις συστηματικές έρευνες της ΓΑΣ στην αρχαία Αγορά, το Θέατρο, το Μυκηναϊκό Νεκροταφείο της Δειράδας (Λόφος του Προφήτη Ηλία) και τη Λέρνα (Μύλοι) [71]. Από τα χίλια περίπου έργα που εκτίθενται, ελάχιστα είναι αυτά που προέρχονται από σωστικές έρευνες της Εφορείας Αρχαιοτήτων. Μέχρι τα εγκαίνια του Μουσείου είχαν έρθει στο φως διακόσιοι πενήντα τάφοι, από τους οποίους έγινε επιλογή για το εκθεσιακό υλικό της πρώτης αίθουσας. Πρωτότυπη για την εποχή εκείνη είναι η ιδέα της απόδοσης της σφυρήλατης πόρτας της εισόδου (εικ. 9) με αντιγραφή θεμάτων από αγγεία των υστερογεωμετρικών χρόνων (πομπή χορευτριών, ελάφια, πουλιά, ψάρια, παλαιστές, άλογα, ιχνηλάτες) [72] καθώς και τα μοτίβα των ενάλληλων γωνιών στο δάπεδο του προθαλάμου του Μουσείου.

 

(εικ. 9)

 

Στην πρώτη αίθουσα (εικ. 10) ευρήματα από τη Μεσοελλαδική περίοδο έως την Κλασική εποχή αναδεικνύουν το μεγαλείο του Άργους με αναμφισβήτητη την ακμή της πόλης – κράτους στα γεωμετρικά χρόνια. Τα εκθέματα είναι τοποθετημένα σε γυάλινες εύθραυστες στη ματιά προθήκες. Στερεωμένες σε τέσσερις λεπτές και ελαφρά συγκλίνουσες κυλινδρικές ράβδους φέρνουν κοντά στο βλέμμα του θεατή το παρελθόν των Αργείων που αντικατοπτρίζεται από τη μια προθήκη στην άλλη, σε μια προσπάθεια να δηλωθεί η συνέχεια στη ζωή της αρχαίας πόλης [73]. Μια συνέχεια όμως η οποία, συνδεδεμένη με την αυστηρά επιστημονική πλευρά της αρχαιολογίας και της ιστορίας της τέχνης, δεν απομακρύνθηκε από ζητήματα χρονολόγησης, απόδοσης και τεχνοτροπίας, που επισημαίνει και διαχωρίζει το «πρώϊμο» και το «ύστερο». Είναι εμφανές ότι το μεγαλύτερο μουσείο της χώρας, το Εθνικό Αρχαιολογικό, είχε διαμορφώσει μία αντίληψη – πρότυπο, που μεταφερόταν σε μουσεία της περιφέρειας επί σειρά ετών. Με επίκεντρο ενδιαφέροντος έργα ταξινομημένα πολλές φορές ανάλογα με το υλικό κατασκευής τους, συνοδευόμενα από μια συνοπτική μνεία χρονολόγησης και ιστορικής περιόδου, απευθύνονταν σε επισκέπτες – αποκρυπτογράφους μιας ή πολλών αφηγήσεων.

 

(εικ. 10)

 

Το «ιππόβοτον» και «πολυδίψιον» Άργος με τις λιγόλογες στερεότυπες λεζάντες των προθηκών αφυπνίζει η μοναδικότητα ορισμένων εκθεμάτων. Η έρευνα του «τάφου του πολεμιστή» στα ανατολικά του ρωμαϊκού Ωδείου έφερε στο φως τον χάλκινο κωδωνόσχημο θώρακα με το κράνος [74]. Οι λαθρανασκαφείς της αρχαιότητας κατέλιπαν το σημαντικότερο για τις επόμενες γενιές εύρημα, όπου η ζωή και ο θάνατος συμπορεύονται τόσο εύγλωτα: πλούτος, κοινωνική – αριστοκρατική τάξη, στρατιωτική δύναμη στο Άργος των ύστερων γεωμετρικών χρόνων. Τα έθιμα των συμποσίων είχαν ιδιαίτερη σημασία και αντικείμενα που χρησιμοποίησε εν ζωή (κρατευτές, οβελοί) ο Αργείος πολεμιστής τον συνόδευαν και στο θάνατο [75]. Μειώνοντας την απαγορευτική μεσολάβηση της προθήκης με τους αυθεντικούς οβελούς οι συντελεστές της έκθεσης αντιγράφουν έξι αντικείμενα αυτής της κατηγορίας και τα αναρτούν (εικ. 11) στο νότιο τοίχο της πρώτης αίθουσας [76], προσκαλώντας τους επισκέπτες να αφουγκρασθούν στο βάρος του μετάλλου την ιστορία του Άργους. Η επιδεξιότητα των Αργείων τεχνιτών αναδεικνύεται σε πλήθος έργων: στον αμυντικό και επιθετικό οπλισμό [77], χάλκινες περόνες, πόρπες, δαχτυλίδια, αναθηματικές φιάλες, στα χρυσά [78], γυάλινα και ελεφαντοστέϊνα κοσμήματα.

 

(εικ. 11)

Κεραμική με μοτίβα «ανατολίζοντος ρυθμού», τροχήλατα ή χειροποίητα έργα κοροπλαστικής, (ασπιδοφόροι ιππείς, ένθρονες γυναικείες θεότητες, ομοιώματα κύκλιων χορών κ.α.), αποτελούν χαρακτηριστικές δημιουργίες εγχώριων εργαστηρίων στη διάρκεια της αρχαϊκής περιόδου. Οι γνώσεις διαδίδονται είτε με τις μετακινήσεις Αργείων τεχνιτών είτε με τεχνοτροπικές αντιγραφές από εργαστήρια κεραμικής διαφόρων περιοχών εντός και εκτός Πελοποννήσου [79]. Μύθος, τέχνη, ιστορικό παρελθόν συνδυάζονται στο τμήμα αργείου κρατήρα με τη σκηνή της τύφλωσης του Πολύφημου από τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του (670 π.Χ.), εμπνευσμένη από την Οδύσσεια [80]. Αντίστοιχα μηνύματα ανιχνεύονται σε ευρήματα κλασικών χρόνων, όπως ο αττικός ερυθρόμορφος κωδωνόσχημος κρατήρας του «ζωγράφου του Ερμώνακτα» (460 – 450 π.Χ.) με τη σκηνή της μονομαχίας του Θησέα με τον Μινώταυρο και την παρουσία της Αριάδνης [81]. Στους χρόνους του περιηγητή Παυσανία, ο οποίος επισκέφθηκε το Άργος (2ος αι. μ.Χ.), μεταφέρει τον επισκέπτη η μακέτα των αρχαιολογικών χώρων (Αγορά, Θέατρο), δωρεά της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής [82].

Στο διάδρομο και το ισόγειο του Καλλέργειου παρουσιάζεται η συλλογή της Λέρνας [83]. Ο προϊστορικός οικισμός με τα σπουδαία ευρήματα, που ήρθε στο φως στη διάρκεια ανασκαφών (1952 – 1958) από την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών υπό την εποπτεία του John L. Caskey. Η ανάπτυξη, η ζωή και η τέχνη του οικισμού, που κατοικείται συνεχώς από τα Νεολιθικά χρόνια έως το τέλος της Εποχής του Χαλκού, ευνοήθηκε ιδιαίτερα από την γειτνίαση με τη θάλασσα, όπως αποδεικνύουν τα εισηγμένα αγγεία από τις Κυκλάδες (Μήλος), Κρήτη, Κύθηρα, Αίγινα και την Τροία. Στα πολυταξιδεμένα στο εσωτερικό και το εξωτερικό έργα της συλλογής περιλαμβάνεται το πήλινο γυναικείο ειδώλιο της Μέσης Νεολιθικής Εποχής που συμβολίζει την πνευματική ζωή του νεολιθικού ανθρώπου [84]. Η Πρωτοελλαδική εστία και τα πήλινα σφραγίσματα από τις αποθήκες της Οικίας των Κεράμων [85] αναδεικνύουν ιδιαίτερες αντιλήψεις, κοινωνική δομή και έλεγχο της ατομικής ιδιοκτησίας και η αποκάλυψη του οικισμού περιλαμβάνεται σε εκτενές άρθρο εφημερίδας (εικ. 12) με ευρύτατη κυκλοφορία [86].  Επιπλέον, για ενημέρωση του κοινού σχετικά με την ευρύτερη περιοχή της Λέρνας, εγκρίθηκε με γνωμοδότηση του Αρχαιολογικού Συμβουλίου η πώληση βιβλίου στα μουσεία Ναυπλίου και Άργους και στους αρχαιολογικούς χώρους Μυκηνών, Τίρυνθας, Επιδαύρου και Μύλων [87].

 

(εικ. 12)

 

Στον πρώτο όροφο του Καλλέργειου περίοπτα έργα γλυπτικής, στήλες και ανάγλυφα σώζουν στην επιδερμίδα τους την πάτινα του χρόνου ανάμεικτη με το χώμα της ανασκαφής που δεν εμπόδισε την παρουσίασή τους στα μάτια των επισκεπτών. Αντίθετα, η εξέλιξη των τεχνολογικών μεθόδων και της επιστήμης αναδεικνύουν πολύτιμες λεπτομέρειες της ικανότητας των δημιουργών τους [88]. Ρωμαϊκά αντίγραφα έργων των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων, τα περισσότερα από τα οποία προέρχονται από τις ανασκαφές της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στην αρχαία Αγορά και το Θέατρο [89], έχουν τοποθετηθεί με έναν θεατρικό τρόπο καθώς επιτρέπουν στον επισκέπτη να γλιστρήσει ανάμεσά τους σε μια προσπάθεια αποκωδικοποίησης της σιωπής τους και συμπλήρωσης της λιγόλογης λεζάντας. Θεότητες, ημίθεοι, ήρωες, μορφές θνητών, απηχούν το δημόσιο και ιδιωτικό βίο, τη μουσική παιδεία, την επίσημη και λαϊκή θρησκεία των Αργείων.

(εικ. 13)

Ψηφιδωτά από ανασκαφές κοντά στο αρχαίο Θέατρο έχουν ενσωματωθεί στο δάπεδο της Στοάς στον κήπο του Μουσείου, με ποικιλία διακόσμου [90]. Σύμφωνα με σχετικά έγγραφα η αποκόλληση, συντήρηση και τοποθέτησή τους έγινε υπό την εποπτεία ειδικού συντηρητή. Στον ίδιο χώρο εκτίθενται έργα ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων. Ανάμεσά τους ανάγλυφη κεφαλή Μέδουσας με φίδια [91] (εικ. 13).

Το παγωμένο βλέμμα της δεν απέτρεψε το ζωντάνεμα του αρχαιολογικού πλούτου του Μουσείου Άργους με τα παιχνίδια πολιτισμού του προγράμματος ΜΕΛΙΝΑ. Σε συνεργασία με το Δήμο Άργους, διοργανώθηκε πολιτιστική εκδήλωση στον κήπο του Μουσείου με ανάγνωση κειμένων με θέμα «Άθλος, άθλημα, έπαθλο, αθλητής, αθλητισμός» [92]. Παρά τις όποιες δυσκολίες υποδομής ο προθάλαμος του Μουσείου διαμορφώθηκε σε εκθεσιακό χώρο για περιοδικές εκθέσεις. Με τη συνεργασία του Δήμου Άργους και των ΕΛΤΑ παρουσιάσθηκε έκθεση γραμματοσήμων με θέματα από την αρχαία ελληνική τέχνη [93]. Στον ίδιο χώρο η μικρή σε έκταση αλλά περιεκτική έκθεση με θέμα «Πολυδίψιον Άργος – Ο Υδάτινος πλούτος της Αργολίδας» αποτελεί μία μυθική και ιστορική διαδρομή της ανθρώπινης προσπάθειας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα για την ορθή εκμετάλλευση του θαύματος του νερού, που ταυτίζεται με την ίδια τη ζωή [94]. Θεοί και άνθρωποι, ήρωες και ημίθεοι αγωνίζονται και επιδιώκουν να καθιερώσουν την παρουσία τους σε συνδυασμό με κάποια μορφή του υδάτινου στοιχείου: θάλασσα, ποτάμι, λίμνη, πηγή, πηγάδι, κρήνες, βροχή. Στο κέντρο της έκθεσης το ανάγλυφο της Λήδας με τον Δία μεταμορφωμένο σε Κύκνο σε μια μυθολογική ερωτική συνύπαρξη προσελκύει τον επισκέπτη που μαγεύεται από τη θεϊκή αταξία [95].

Πολλές φορές χρησιμοποιούμε εκφράσεις όπως η ιστορία επαναλαμβάνεται, όλα τα γεγονότα κάνουν τον κύκλο τους και πάλι από την αρχή.

Το 2008 η Δ΄ ΕΠΚΑ έλαβε αίτημα από το κολλέγιο Beloit στο Σικάγο που αφορούσε στη συλλογή πληροφοριών σχετικά με την προέλευση ενός αντιγράφου αρχαίου έργου με απεικόνιση της κεφαλής της Μέδουσας. Το αντίγραφο είχε δωρηθεί από την Ελληνική Κυβέρνηση το 1893 στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης στο Σικάγο. Το νήμα μας οδηγεί στον κατάλογο του εκμαγέα Napoleone Martinelli, ο οποίος είχε ιδρύσει επιχείρηση στην Αθήνα, γύρω στο 1870, από εκεί που ξεκινήσαμε το οδοιπορικό του άρθρου μας. Ταξιδιώτες και ξένοι οργανισμοί προμηθεύονται από αυτόν εκμαγεία, μεταφέροντας την ελληνική τέχνη στην οικουμένη. Προς διευκόλυνση των αγοραστών τα έργα του απαρτίζουν κατάλογο και, σε αυτόν που εξέδωσε ο ίδιος το 1875, περιλαμβάνεται έξεργο ανάγλυφο με κεφαλή Μέδουσας που περιβάλλεται από δύο φίδια. Το έργο έχει ύψος 60 εκ. και πλάτος 50 εκ. Τιμή πώλησης 60 φράγκα [96]. Ταυτίζεται με το ανάγλυφο έργο που εκτίθεται στη Στοά των Ψηφιδωτών του Μουσείου Άργους.

Τόπος, χρόνος, άνθρωποι δημιουργούν μια γοητευτική και ατελείωτη αφήγηση που ανανεώνεται, εμπλουτίζεται και συνεχίζει το ταξίδι αναζήτησης. Συμβολική παράθεση της εικόνας του χθες για το Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους που αναβαθμίζεται [97] η παρούσα μελέτη. Ποιος άραγε μπορεί να βάλει την τελευταία τελεία στη γνώση και την ιστορία του πολιτισμού;

Αφιερωμένο στους συναδέλφους πολύτιμους συνεργάτες της Δ΄ ΕΠΚΑ που απολύονται.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Πετράκος 2004.

[2] ΠΑΕ 1871, 17. Καββαδίας 1900, 79.

[3] Πετράκος 1987, 75 -76.

[4] Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 1991, τ. 9Α , 378.

[5] ΠΑΕ 1872, 13 –16.

[6] Πετράκος 1987, 75 – 77. Πετράκος 1990, 106 – 112.

[7]ΠΑΕ 1872, 16. Σχετικά με τη θητεία των Εφόρων Αρχαιοτήτων σε γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας βλ. Γενική Εφορεία των Αρχαιοτήτων και Μουσείων, Συλλογή αρχαιολογικών νόμων, διαταγμάτων και εγκυκλίων (εν Αθήναις 1892), 5 – 6. Πετράκος 1987, 75, 77.

[8] ΠΑΕ 1872, 14. ΠΑΕ 1874, 29-31. ΠΑΕ 1876, 40. ΠΑΕ 1877, 29. ΠΑΕ 1878, 25 –26.

[9] ΠΑΕ 1873, 29.

[10] ΠΑΕ 1871 –1872, 14 (Άργος). Α. Ρ. Ραγκαβής, Απομνημονεύματα, Β΄(Αθήναι 1894 – 1930), 307. ΠΑΕ 1877, 29 (Νεμέα). Κόκκου 1977, 152.

[11] Δωροβίνης 1989, 61-69. Seve 1993, 22. Μάντης 2013, 25 και σημ. 30 (γίνεται αναφορά σε μαρτυρία για μουσειακή συλλογή το 1855).

[12] ΑΜ 4 (1879), 148. Μάντης 2013. Η μέριμνα για τη σύνταξη καταλόγων και κατάταξη των ευρημάτων των συλλογών συνιστά βασική επιστημονική υποχρέωση.

[13] Γενική Εφορεία των Αρχαιοτήτων και Μουσείων, Συλλογή αρχαιολογικών νόμων, διαταγμάτων και εγκυκλίων (εν Αθήναις 1892), 5 – 6. Πετράκος 1987, 135.

[14] Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 1991, τ. 4, 194 – 195.

[15] Κόκκου 1977, 187 -188 (σχετικά με τη μεταφορά αρχαίων το 1877 με φροντίδα της Αρχαιολογικής Εταιρείας από τις Μυκήνες και το Άργος στο δεύτερο όροφο του Πολυτεχνείου). Μάντης 2013, 30 (μεταφορά το 1885 σημαντικών ευρημάτων από το μουσείο Άργους – Δημαρχείο- στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο).

[16] Ευχαριστώ θερμά και από τη θέση αυτή τους συναδέλφους Αναστασία Παναγιωτοπούλου και Μιχάλη Πετρόπουλο, Επίτιμους Εφόρους Αρχαιοτήτων, οι οποίοι στη διάρκεια της θητείας τους ως Προϊστάμενοι στην Ε΄ ΕΠΚΑ Σπάρτης έθεσαν υπόψη μου καταγραφή στον επίσημο κατάλογο αρχαίων με τίτλο «ΜΟΥΣΕΙΑ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ», για τις αρχαιότητες του Μουσείου Άργους το έτος 1878. Σύμφωνα με τον κατάλογο των Δημάρχων που παραθέτει ο Ζεγκίνης η αντιγραφή του καταλόγου του Σταματάκη εμπίπτει στο διάστημα της δεύτερης δημαρχίας (1883 – 1891) του Σπήλιου Καλμούχου (βλ. Ζεγκίνης 1968, 304).

[17] Καρούζου 1967, ιδ΄.

[18] Καββαδίας 1888, 205. Μάντης 2013, 30.

[19] Παυσανίας ΙΙ, 24, 5.

[20] Για την εργογραφία του Ι. Κοφινιώτη βλ. Δωροβίνης 2009.

[21] Οι Ξένες Αρχαιολογικές Σχολές στην Ελλάδα. Από τον 19ο στον 21ο αιώνα (Υπουργείο Πολιτισμού, Αθήνα 2007), 76- 87.

[22] Pierart 2013. Δωροβίνης 2013.

[23] BCH 28 (1904), 364-399.

[24] Μπανάκα – Δημάκη 2009, 52 σημ. 6 και εικ. 2.

[25] Ενδεικτικά βλ. BCH 27 (1903), 260 – 279 όπου ο Vollgraff εκφράζει τις ευχαριστίες του προς τον δικηγόρο Ξενοφώντα Οικονομόπουλο για τον εντοπισμό επιγραφικού υλικού. Το επόμενο έτος ο Απόστολος Ζεγκίνης με την από 12 Ιανουαρίου 1904 δήλωση του γνωστοποιεί «προς τον κ. Πέτρον Φαρμακόπουλον, Γενικόν Επιμελητήν των κατά την Αργολίδα Αρχαιοτήτων. Κύριε Επιμελητά λαμβάνω την τιμήν να δηλώσω υμιν ότι η τελευταία εκ των βροχών επελθούσα πλημμύρα απεκάλυψεν εις το προς ανατολάς μέρος της εν Άργει σταφιδαμπέλου μου, κειμένης εις θέσιν (Π)αλαιόν (Λ)ουτρόν πλάκα εκ λίθου σκληρού, η οποία εκ της επ΄ αυτής υπαρχόντων αναγλύφων παραστάσεων /γυνή προσευχομένη/ φαίνεται ότι είνε αρχαία. Την δήλωσιν μου ταύτην ποιών προς υμάς παρακαλώ, ίνα έλθητε και παραλάβητε αυτήν και εφαρμόσητε τα υπό του νόμου διατασσόμενα, όπως αποδοθή ημίν η νόμιμος αμοιβή. Ο δηλών». Πρόκειται για την ενεπίγραφη επιτύμβια στήλη που δημοσιεύεται από τον Vollgraff στο BCH 33 (1909), 458 – 460, 459 αρ. 24. Η στήλη χρονολογείται στον 1ο αι. π.Χ., φέρει αρ. καταγραφής Ε 196 (ΓΑΣ, κατάλογος Cl. Pretre) και περιλαμβάνεται στα έργα που εκτίθενται στη Στοά των Ψηφιδωτών του Μουσείου Άργους.

[26]  Πρόκειται για το Διεθνές Αρχαιολογικό Συνέδριο που έγινε στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1905. Το γεγονός ανακοινώνεται με μεγάλη επισημότητα στις Εφορείες Αρχαιοτήτων, στις διοικητικές, αστυνομικές και δημοτικές αρχές. Στο πρόγραμμα του Συνεδρίου περιλαμβάνονται εκπαιδευτικές εκδρομές στις Μυκήνες (1/4), στην Τίρυνθα και το Άργος (2/4) και στην Επίδαυρο 2-3/4 (βλ. Καββαδίας 1892, 400 – 402).

[27] Υπ’ αρ. πρωτ. 5261/15-3-1912 (αρ. διεκπεραίωσης 4686) έγγραφη άδεια του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως.

[28] BCH 30 (1907), 148-149. BCH 52 (1928), 476-477. BCH 54 (1930), 479-480. Mnemosyne 1929, 206-234.

[29] Ο Ι. Ιωακείμ είχε ορισθεί με το αρ. 25236/1277/27 Ιουνίου 1928 (αρ. διεκπ. 1058) έγγραφο ως αντιπρόσωπος του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων (Τμήμα Αρχαιολογίας) για την εποπτεία των ερευνών του Vollgraff στο Άργος, μετά από εισήγηση του Ν. Μπέρτου, Εφόρου της Ζ΄ Αρχαιολογικής Περιφέρειας. Ο ίδιος επιμελητής συνυπογράφει πρωτόκολλο (27 Αυγούστου 1930) με κατάλογο αντικειμένων από έρευνες στο αρχαίο Θέατρο. Τα ευρήματα μεταφέρονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο για συντήρηση (αρ. πρωτ. 50153/2192/16-8-1930). Σύμφωνα δε με σχετική σημείωση στο Ευρετήριο του Μουσείου Ναυπλίου (τόμος Δ΄) προκύπτει ότι ο ίδιος εκπρόσωπος παραλαμβάνει ευρήματα και από άλλη περιοχή του Ν. Αργολίδας (ανασκαφή στο χωριό Μπόρσα δυτικά των Μυκηνών). Το 1931 ο Ι. Ιωακείμ μετατίθεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο με έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων (58906/3206 /8 Οκτωβρίου 1931). Ο θεσμός του διορισμού Επιμελητή συμβάλλει στην περισυλλογή και διάσωση αρχαιοτήτων σε διάφορες περιοχές της Αργολίδας (πρβλ. Μ. Μιτσός, Πολιτική Ιστορία του Άργους. Από του τέλους του Πελοποννησιακού πολέμου μέχρι του έτους 146 π.Χ. Αθήνα 1945, 72, σημ. 1).

[30] BCH 44 (1920), 225. Πρόκειται για το μυκηναϊκό νεκροταφείο στη θέση «Μελίσσι» στο Σχ(ο)ινοχώρι. Ο Vollgraff ερεύνησε πέντε από τους οκτώ θαλαμοειδείς τάφους με ενδιαφέροντα ευρήματα. Η συνέχιση της ανασκαφής και η δημοσίευση έγινε από τον L. Renaudin, BCH 47 (1923), 190-240. Η αναζήτηση περισσότερων πληροφοριών στο αρχείο της Γαλλικής Σχολής Αθηνών δεν απέδωσε διότι «οι ερευνητές εργάστηκαν σε μία εποχή όπου δεν υπήρχε ακόμη η κεντρική διαχείριση των επιστημονικών αρχείων». Ο εντοπισμός της θέσης της ανασκαφής έγινε επιτακτική ανάγκη καθώς η περιοχή του Σχ(ο)ινοχωρίου άρχισε να προσελκύει το ενδιαφέρον για ανάπτυξη ποικίλων αγροτικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Το 2002 στη διάρκεια περιήγησής μας εντοπίσθηκε η θέση «Μελίσσι» με τμήμα του νεκροταφείου σε αγρό με εσπεριδοειδή λίγο δυτικότερα από την περιοχή «Δρακονέρα», όπου σώζονται κατάλοιπα του Αδριάνειου Υδραγωγείου Άργους. Η επί σειρά ετών καλλιέργεια του κτήματος χωρίς την απαραίτητη άδεια και συνακόλουθη εποπτεία της αρμόδιας Εφορείας έχει διαταράξει την εικόνα του μυκηναϊκού νεκροταφείου. Ορισμένοι εκ των θαλάμων εισχωρούν κάτω από τις εγκαταστάσεις όμορου ποιμνιοστασίου.

[31]BCH 31 (1907), 179 – 180. Στη Μαγούλα Κεφαλαρίου αποκαλύφθηκε η γωνία μικρού οικοδομήματος, ένας δωρικός μονολιθικός κίονας, μαρμάρινο θραύσμα αγάλματος και αποθέτης με ειδώλια και πλήθος αγγείων του 7ου και 6ου αι. π.Χ. Πολλά χρόνια αργότερα, το 1984, ανασκαφή που έγινε από την Δρα Αγγέλικα Ντούζουγλη, Επιμελήτρια Αρχ/των τότε στον Ν. Αργολίδας, την οποία ευχαριστώ θερμά και από τη θέση αυτή για την άδεια μελέτης του υλικού, πρόσθεσε σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα για τα εξωαστικά ιερά του Άργους (Βλ. Μπανάκα – Δημάκη 2009, 51-64).

[32] Στο από 1-12-1959 έγγραφο του Δημάρχου Άργους προς τον Έφορον Αρχαιοτήτων Αργολίδος αναφέρεται ότι «Από τας πρώτας ανασκαφάς του Ολλανδού αρχαιολόγου Καθηγητού Βόλκραφ εν Άργει κατά το έτος 1901, παρεχωρήθη κατά παράκλησιν υπό της τότε Δημοτικής Αρχής Άργους η χρήσις μιας ισογείου αιθούσης – αποθήκης επί της οδού Ναυπλίου, νυν Β. Σοφίας, ίνα χρησιμοποιηθή αύτη προς τοποθέτησιν και διαφύλαξιν Αρχαιοτήτων. (Έ)κτοτε και εν συνεχεία μέχρισήμερον εχρησιμοποιήθη παρά της Υπηρεσίας Υμών άνευ καταβολής ενοικίου. Ήδη εκλιπόντος του λόγου και μετά την μεταφοράν των αρχαιοτήτων και εκκένωσιν ταύτης παρακαλούμεν όπως παραδώσητε ημίν τας κλείδας της ανωτέρω αιθούσης – αποθήκης. Ισχυρισμός τις της Σχολικής Εφορείας Γυμνασίου Άργους ότι αύτη ανήκει εις το Νομικό Πρόσωπον της Σχολικής Εφορείας Γυμνασίου Άργους, είναι άνευ σημασίας …».

[33] Σιμόπουλος 1993, 63. Για τις περιπέτειες της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς με την έναρξη του πολέμου το 1940 βλ. «Η αλήθεια για τα κλεμμένα της Κατοχής», Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 19 Μαΐου 2013. Τιβέριος 2013.

[34] Η σημαντική αυτή μαρτυρία καταγράφεται σε έκδοση του Υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας – Διεύθυνσις Αρχαιοτήτων και Ιστορικών Μνημείων με τίτλο Ζημίαι των Αρχαιοτήτων εκ του Πολέμου και των Στρατών Κατοχής. Εκ του Εθνικού Τυπογραφείου (Αθήναι 1946), 25.

[35] Η Υπηρεσία ενημερώθηκε για το συμβάν με την από 27 -11-1941 αναφορά του Κ. Δράμαλη, αρχαιοφύλακα Άργους.

[36] Σε εντολή μεταφοράς ευρημάτων των ανασκαφών του Vollgraff από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στο Μουσείο Άργους αφορά το αρ. 14512/11-8-1965 (Δ΄ ΕΠΚΑ 1657/17-8-1965) έγγραφο που εξεδόθη από την Προεδρία της Κυβερνήσεως (Υπηρεσία Αρχαιοτήτων και Αναστηλώσεως, Δ/νση Αρχαιοτήτων, Τμήμα Μουσείων) χωρίς συνημμένο κατάλογο. Μια δεύτερη μεταφορά φαίνεται ότι έγινε στη δεκαετία του ΄70, σύμφωνα με πληροφορία την οποία οφείλω στον Χαρ. Κριτζά, Επίτιμο Δ/ντή του Επιγραφικού Μουσείου, Επιμελητή Αρχ/των τότε στο Ν. Αργολίδος, τον οποίο ευχαριστώ θερμά.

[37] Μια πρώτη παρουσίαση των ευρημάτων των αρχαϊκών χρόνων έγινε από την γράφουσα με ανακοίνωση με τίτλο «Αργείτικη κοροπλαστική αρχαϊκών χρόνων. Ανασκαφικές μαρτυρίες και ευρήματα», Επιστημονική Συνάντηση προς τιμήν της ΑΓΓΕΛΙΚΑΣ ΝΤΟΥΖΟΥΓΛΗ και του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΖΑΧΟΥ (Ιωάννινα, 1-3 Νοεμβρίου 2012. Πρακτικά υπό έκδοση).

[38] Το από 4-6-1950 (αρ. εισερχόμενου στην Εφορεία Ναυπλίου 129/24-7-1950) αίτημα. Les Guides Bleus.

[39] «Από της συστάσεως του νέου κράτους μέχρι σήμερα ποικίλαι υπήρξαν αι διοικητικαί μεταβολαί της Αργολίδος. Κατά την πρώτη διοικητική διαίρεση του 1828 ένα των επτά τμημάτων της Πελοποννήσου εκλήθη Αργολίς, περιλαμβάνον τας επαρχίας Άργους, Ναυπλίου, Κάτω Ναχαγιέ και Κορίνθου. Κατά το 1833 ιδρύθη ο Ν. Αργολίδος και Κορινθίας. Έκτοτε άλλοτε διεχωρίζετο η Κορινθία και άλλοτε ηνούτο, δια να έχωμεν το 1949 τον ιδιαίτερο νομό Αργολίδος με τρείς επαρχίες: Άργος (με πρωτεύουσα το Άργος), Ναυπλίου (Ναύπλιο) και Ερμιονίδα (Κρανίδι), αφού η επαρχία Τροιζηνίας από το 1946 υπήχθη διοικητικά στην επαρχίαν Αττικής» (βλ. Δ. Β. Βαγιακάκος, Σύγχρονον τοπωνυμικόν Αργολίδος, ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΑ-Πρακτικά του Β΄ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών. Αθήνα 1989, 339 – 360).

[40] Το αρ. πρωτ. 158/10-12-1950 (αρ. πρωτ. εισερχόμενου 209/15-12-1950) έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Τουρισμού – Τοπική Επιτροπή Τουρισμού Ναυπλίου.

[41] Έγγραφο (σχέδιον), αρ. πρωτ. 487 – Ναύπλιο 12 Ιουνίου 1952.

[42] Έγγραφο (σχέδιον), αρ. πρωτ. 532 / 26 Ιουλίου 1952.

[43] Από το 1952 και εξής το ερευνητικό πρόγραμμα των αρχαιολόγων – μελών της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στο Άργος γίνεται πιο συστηματικό με τη συμμετοχή επιστημόνων και άλλων ειδικοτήτων (BCH 1952 -54, Chronique des Fouilles en 1952, 243 σημ. 1).

[44] BCH 78 (1954), 183 και 184 εικ. 50

[45] Οι αρ. 2 -6 και 8 -11 φωτογραφίες προέρχονται από το αρχείο της Γαλλικής Σχολής. Ευχαριστώ θερμά για την βοήθεια τους συναδέλφους της Γαλλικής Σχολής κ.κ. G. Touchais και Cl. Pretre.

[46] Έγγραφο, αρ. πρωτ. 778 / 13 Ιουνίου 1953.

[47] Τα καθήκοντα ανετέθησαν στον φύλακα Θεόδωρο Μπιτζή (έγγραφο αρ. 882 / 1 Οκτωβρίου 1953).

[48] Υπουργείον Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων – Διεύθυνσις Αρχαιοτήτων – Τμήμα

Διοικητικού αρ. πρωτ. 41609/1943/17-4-1954 (Βασίλειον της Ελλάδος, Εφορεία των Αρχαιοτήτων της Δ΄ Αρχαιολογικής Περιφέρειας, αρ. Πρωτ. 1007/24-4-54).

[49] Έγγραφο Δήμου Άργους, αρ. πρωτ. 1987/21 Μαϊου 1955 με συνημμένο αντίγραφο Πράξεως του Δημοτικού Συμβουλίου και κοινοποίηση στο Υπουργείο Παιδείας, στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Δ΄ Περιφερείας και την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή (αρ. εισ. Εφορεία Αρχαιοτήτων 752/25-5-55).

[50] Έγγραφο αρ. πρωτ. 150850/1694 π.έ./16-8-1956.

[51] Έγγραφο αρ. Πρωτ. 75.236/1233/13-8-1956.

[52] Έγγραφο αρ. Πρωτ. 125553/5553/5-11-56.

[53] Έγγραφο αρ. πρωτ. 9103/328/22-1-1957 του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων προς τον Δήμο Άργους με κοινοποίηση στη Νομαρχία Αργολίδος και στον Έφορο Αρχαιοτήτων της Δ΄Περιφέρειας.

[54] Το θέμα εξετάσθηκε στην αρ.31/25 -7-57 Συνεδρία του Αρχαιολογικού Συμβουλίου.

[55] Αρ. πρωτ. 75476/3169/17-12-1957 έγγραφο.

[56] Δωροβίνης 2012

[57] BCH 81 (1957), 647 – 660. BCH 83 (1959), 764 – 768. Courbin 1974, 63 -64. Οι ανασκαφικές τομές είναι ευδιάκριτες σε αεροφωτογραφία του Άργους που ελήφθη το 1958 (βλ. Π. Ξηνταρόπουλος, Η Αρχιτεκτονική της κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα. Άργος 2006).

[58] Έγγραφο αρ. Πρωτ. 109931/ 4677/ 18-9-1958 του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.

[59] Έγγραφο αρ. πρωτ. 445/30-9-1958 της Δ΄ Περιφέρειας Αρχαιοτήτων.

[60] ΒΔ της 24.1.1897 «Περί εγκρίσεως καταστατικού της Αδελφότητος των εν Αθήνησι Αργείων» (ΦΕΚ Β΄ 13). Στους σκοπούς του καταστατικού αναφέρεται «η εν τη πόλει Άργους ίδρυσις Μουσείου δια τας εν αυτή αρχαιότητας».

[61] Έγγραφο αρ. πρωτ. 43183/2644/27-4-1959 Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (Δ/νσις Αρχαιοτήτων, Τμήμα Διοικητικού).

[62] Το αρ. πρωτ. 310/14-5-1959 έγγραφο της Δ΄ Περιφέρειας Αρχαιοτήτων.

[63] BCH 82 (1958), 646 – 648. Ωστόσο στο υπόδειγμα των προθηκών της μυκηναϊκής αίθουσας του ΕΑΜ προσαρμόσθηκαν σχεδιαστικά και κατασκευαστικά μόνο οι προθήκες της προϊστορικής συλλογής της Λέρνας στο ισόγειο του Καλλέργειου. Σχετικά με τις εργασίες βελτίωσης και ανανέωσης της έκθεσης των μυκηναϊκών χρόνων στο ΕΑΜ βλ. Δημακοπούλου 1997, 74 -75.

[64] Αρ. πρωτ. 95301/4485/17 – 2-1956 έγγραφο του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων προς την Γαλλική Αρχαιολογική σχολή με κοινοποίηση στον Έφορον Αρχαιοτήτων Δ΄Περιφέρειας.

[65] Αρ. πρωτ. 88341/5461/2617/ 25-7-1960 έγγραφο.

[66] BCH 86 (1962), 905 -906.

[67] Το ολιγάριθμο επιστημονικό προσωπικό της Υπηρεσίας προκύπτει από τις ενυπόγραφες αναφορές των πεπραγμένων στο ΑΔ 16 (1960) έως ΑΔ 20 (1965): Χρονικά Β’1.

[68] Ανασκαφικές εκθέσεις στο ΑΔ 22 (1967): Χρονικά Β’1 έως ΑΔ 24 (1969

[69] BCH 78 (1954), 167.

[70] BCH 91 (1967), 802 – 846. BCH 94 (1970), 788 – 798. BCH 95 (1971), 769 – 770.

[71] Σε συνολικό εμβαδόν 1365 τ.μ. περίπου μόνο τα 416 τ.μ. χρησιμοποιήθηκαν ως εσωτερικοί εκθεσιακοί χώροι. Τις εκθεσιακές ενότητες (α΄ αίθουσα) ανέλαβε ο P. Courbin (BCH 84, 1960, 853). Λαμπρινουδάκης ΑΡΓΟΛΙΔΑ, 85 – 91. Μπανάκα – Δημάκη 2003. Σπαθάρη 2010, 114 – 117.

[72] BCH 85 (1961), 900 εικ. 1.

[73] BCH 85 (1961), 899, 900 εικ. 1-2, 901 εικ. 3-4 και 902 εικ. 5.

[74] Λαμπρινουδάκης ΑΡΓΟΛΙΔΑ, 91. Σπαθάρη 2010, 114 εικ. 106

[75] BCH 81 (1957), 322 – 386.

[76] BCH 85 (1961), 902 εικ. 5. Στο αρχείο της Εφορείας δεν βρέθηκαν πληροφορίες σχετικά με την απομάκρυνση των αντιγράφων των οβελών από την έκθεση του Μουσείου.

[77] P. Courbin, Tombes geometriques d’ Argos, I, 1952 – 1958 (Etudes Peloponnesiennes VII), Paris 1974.

[78] Τα αρ. ευρ. ΜΑ 3426 και ΜΑ 3427 χρυσά ελικοειδή σκουλαρίκια που απολήγουν σε εγχάρακτη ιχθυάκανθα (875 -825 π.Χ.) μαζί με παρεμφερή της Συλλογής Ελ. Σταθάτου στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, κατέχουν σημαντική θέση στη μελέτη της εξέλιξης της αρχαίας κοσμηματοποιίας. Για τα ευρήματα βλ. ΑΔ 27 (1972): Χρονικά Β΄1, 192, πίν. 134 α. Επίσης Αικ. Δεσποίνη, Αρχαία χρυσά κοσμήματα, Ελληνική Τέχνη (Εκδοτική Αθηνών 1996), 220 αρ. 48.

[79] Ενδεικτικά βλ.Villard 1983, 133 κ.ε. Λαμπρινουδάκης 1988, 104 -109.

[80] P. Courbin, BCH 79 (1955), 1- 49, εικ. 1 -4, πίν. Ι. Λαμπρινουδάκης ΑΡΓΟΛΙΔΑ, 87. Κατάλογος Έκθεσης «Θεοί και Ήρωες της Εποχής του Χαλκού. Η Ευρώπη στις ρίζες του Οδυσσέα» (Αθήνα 2000), 279, αρ. 235, εικ. σ. 182. Σπαθάρη 2010, 115 εικ. 108.

[81] Η απόδοση του έργου στο «ζωγράφο του Ερμώνακτα» οφείλεται στην οξυδέρκεια της Σ. Παπασπυρίδη – Καρούζου. Η ταύτιση έγινε αποδεκτή από τον διακεκριμένο μελετητή της αγγειογραφίας Sir John Beazley.

[82] Η μακέτα δωρήθηκε το 2002 και τοποθετήθηκε στην α΄ αίθουσα της έκθεσης.

[83] Το 2001 έγιναν εργασίες βελτίωσης της έκθεσης της προϊστορικής συλλογής της Λέρνας, η οποία όμως δεν ολοκληρώθηκε με εποπτικό υλικό (σχέδια, φωτογραφίες, χάρτες κ.λ.π.) λόγω ελλιπούς χρηματοδότησης (ΑΔ 56 -59, 2001 -2004 : Χρονικά Β΄4, Πελοπόννησος, 11).

[84] Το νεολιθικό ειδώλιο της Λέρνας έχει πλαισιώσει σημαντικές περιοδικές εκθέσεις του Υπουργείου Πολιτισμού. Ενδεικτικά βλ. Mediteraenean Godesses 2000, 149 – 150.

[85] J. L. Caskey, Lerna in the Argolid. A Short Guide. ASCS (Athens 1997).

[86] Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ αρ. 12319, έτος 34/20 Οκτωβρίου 1952.

[87] Δημ. Α. Λαμπρόπουλος, Η ΛΕΡΝΑ. Μεθ΄ ιστορικών σημειώσεων περί των αρχαιοτάτων πολιχνών : ΑΠΟΒΑΘΜΩΝ – ΓΕΝΕΣΙΟΥ – ΕΛΑΙΟΥΣΗΣ και ΥΣΙΩΝ της Αργολίδος (Αθήναι 1959) Αρ. 8/16-12-1960 Συνεδρία του Αρχαιολογικού Συμβουλίου.

[88] Στο αρ. ΜΑ 60 (ΓΑΣ 99) αγαλματίδιο Αθηνάς (α΄ μισό 2ου αι. μ. Χ.) παρατηρούνται ίχνη αρχαίου χρώματος στην αιγίδα κοντά στους δεξιούς βόστρυχους της μορφής.

[89] BCH 81 (1957), 405-474. BCH 87 (1963), 33-187. BCH Suppl. VI (1980), 133-184 και 185 – 194.

[90] Π. Ασημακοπούλου – Ατζακά, Σύνταγμα των παλαιοχριστιανικών ψηφιδωτών δαπέδων της Ελλάδος, ΙΙ. Πελοπόννησος – Στερεά Ελλάδα (Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών). Θεσσαλονίκη 1987, σ. 51 κ.π.

[91] Marcade, Raftopoulou 1963, 185 -187, αρ. 179, εικ. 107.

[92] Η εκδήλωση πλαισίωσε το Φεστιβάλ Άργους 1997.

[93] Η έκθεση διοργανώθηκε το 1998. Για εκπαιδευτικά προγράμματα της Δ΄ ΕΠΚΑ βλ. Ε. Σπαθάρη, «Αρχαιολογικά εκπαιδευτικά προγράμματα της Δ΄ ΕΠΚΑ στην Αργολίδα και την Κορινθία», ανακοίνωση στη Συνάντηση εργασίας για τις αρχαιολογικές εκπαιδευτικές δράσεις και τα εκπαιδευτικά πολιτιστικά δίκτυα του ΥΠ.ΠΟ. (διοργάνωση Δ/νση Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων – Τμήμα Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων και Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων – Τμήμα Μουσείων. Αμφιθέατρο Υπουργείου Πολιτισμού. Αθήνα 24 – 25 Ιουνίου 1998). Επίσης Το έργο του ΥΠ.ΠΟ. στον τομέα της Πολιτιστικής Κληρονομιάς (Αθήνα 1998), 79, 81.

[94] Ε. Σπαθάρη, «Πολυδίψιον Άργος – Ο Υδάτινος πλούτος της Αργολίδας», ένθετο στο περιοδικό Ματιές στην Αργολίδα, τχ. 8 (Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2002), 25 – 40.

[95] Α. Μπανάκα – Δημάκη, «Οι μύθοι του νερού στην Αργολίδα», ανακοίνωση στην ημερίδα με θέμα Τα προβλήματα του νερού στη Μεσόγειο και την Αργολίδα (Cornell University, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Υπουργείο Τουριστικής Ανάπτυξης & ΤΕΔΚ Αργολίδος. Ναύπλιο, 14 Ιουνίου 2008). Παρουσίαση εκπαιδευτικού προγράμματος για το νερό στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του ΥΠΠΟΤ Φωνές νερού μυριάδες με εποπτικό υλικό και ξεναγήσεις εκπαιδευτικών και μαθητών στο Κεφαλάρι (πηγές Ερασίνου ποταμού) και στο Μουσείο Άργους (2011).

[96] Μάντης 2013, 28.

[97] Με το από 16-5-2014 Δελτίο Τύπου της Δ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων ανακοινώθηκε το κλείσιμο του Αρχαιολογικού Μουσείου Άργους στο πλαίσιο της εκτέλεσης έργου για την αναβάθμισή του. Ευκταίον η τοπική κοινωνία να αντιληφθεί την προσφορά των Υπηρεσιών του ΥΠ.ΠΟ.Α που αναδεικνύουν τον διαχρονικό πλούτο της πόλης, αξιοποιώντας ιστορικές υποδομές στον πυρήνα του αστικού ιστού.

 

Βιβλιογραφία


 

  • ΑΕ  Αρχαιολογική Εφημερίδα
  • ΠΑΕ  Πρακτικά Αρχαιολογικής Εταιρείας
  • ΑΜ  Mitteilungen des Deutschen Archaologishen Institutes, Athenische Abteilung
  • BCH  Bulletin de Correspondence Hellenique
  • Δημακοπούλου 1997 – Αικ. Δημακοπούλου, Προβλήματα και προοπτικές της σύγχρονης μουσειολογίας. Η εμπειρία από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, στο Μ. Σκαλτσά (επιμ.), Η ΜΟΥΣΕΙΟΛΟΓΙΑ ΣΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ. Θεωρία και πράξη, Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου (Θεσσαλονίκη, 21 – 24 Νοεμβρίου 1997), 73 – 77.
  • Δωροβίνης 1989 – Β. Κ. Δωροβίνης, Συμβολές στην ιστορία της Κτιριοδομίας της Καποδιστριακής εποχής (1828-1833), ΙΙ. Το «Δημόσιον Κατάστημα Άργους», ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ, τ. 31 (1989), 61-69.
  • Δωροβίνης 2009 – Β. Κ. Δωροβίνης, Ο Ιωάννης Κ. Κοφινιώτης και η Ιστορία του Άργους. Αργείοι λόγιοι και ιστορική μνήμη (Άργος 2009).
  • Δωροβίνης 2012 –  Β. Κ. Δωροβίνης, 1961 -2011: Μισός αιώνας λειτουργίας του Μουσείου Άργους, Αργειακή Γη, Επιστημονική και Λογοτεχνική έκδοση της Κοινωφελούς Επιχείρησης Δήμου Άργους – Μυκηνών, τχ. 5 (Μάρτιος 2012).
  • Δωροβίνης 2013 – Β. Κ. Δωροβίνης, Γαλλικές ανασκαφές στο Άργος και η αντίδραση του κοινού. Η περίπτωση του Wilhelm Vollgraff, στο D. Mulliez, Α. Banaka – Dimaki (επιμ.), Sur les pas de Wilhelm Vollgraff. Cent ans d’activites archeologiques a Argos, Actes du Colloque international organise par la IVe EPΚΑ et l’ EFA. Athenes, 25 -28 Septembre 2003 (Paris 2013), 41 – 57.
  • Ζεγκίνης 1968 – Ι. Ε. Ζεγκίνης, Το Άργος δια μέσου των αιώνων² (Πύργος 1968).
  • Καββαδίας 1888 – Π. Καββαδίας, Ανασκαφαί εν Αργολίδι, ΑΔ 1888 (Νοέμβριος).
  • Καββαδίας 1900 – Γ. Καββαδίας, Ιστορία της Αρχαιολογικής Εταιρείας από της εν έτει 1837 ιδρύσεως αυτής μέχρι του 1900 (Αθήναι 1900).
  • Καρούζου 1967  – Σ. Καρούζου, Εθνικόν Αρχαιολογικόν Μουσείον. Συλλογή Γλυπτών (Αθήναι 1967).
  • Κόκκου 1977 –  Α. Κόκκου, Η μέριμνα για τις αρχαιότητες στην Ελλάδα και τα πρώτα Μουσεία (Αθήνα 1977).
  • Λαμπρινουδάκης ΑΡΓΟΛΙΔΑ – Β. Κ. Λαμπρινουδάκης, ΑΡΓΟΛΙΔΑ. Αρχαιολογικοί Χώροι και Μουσεία (Εκδόσεις ΑΠΟΛΛΩΝ).
  • Λαμπρινουδάκης 1988 – Β. Κ. Λαμπρινουδάκης, Η αρχαϊκή ελληνική αγγειογραφία. Η πρώϊμη αρχαϊκή εποχή (Αθήνα 1988).
  • Μάντης 2013 – Α. Μάντης, Η μέριμνα για τις αρχαιότητες του Άργους κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, D. Mulliez, Α. Banaka – Dimaki (επιμ.), Sur les pas de Wilhelm Vollgraff. Cent ans d’activites archeologiques a Argos, Actes du Colloque international organise par la IVe EPΚΑ et l’ EFA. Athenes, 25 -28 Septembre 2003 (Paris 2013), 17 -30.
  • Μπανάκα – Δημάκη 2003 – Α. Μπανάκα – Δημάκη, Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους, στο περιοδικό ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ, τεύχος 89 (2003), 107-110.
  • Μπανάκα – Δημάκη 2009 – Α. Μπανάκα – Δημάκη, Μαγούλα Κεφαλαρίου 1984. Σωστική ανασκαφική έρευνα σε ιερό αρχαϊκών χρόνων (αγρός Ανδρέα Καντζάβελου), στο ΜΝΗΜΗ ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ (1998-2008), Ι.Δ.Βαραλής – Γ.Α.Πίκουλας (επιμ.), Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας – Τμήμα ιστορίας Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Δημοτική  Επιχείρηση Πολιτισμού Δ. Άργους. Άργος 15.11.2008 (Βόλος 2009), 51-64.
  • Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 1991 – Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό (Εκδοτική Αθηνών 1991).
  • Πετράκος 1987 – Β. Χ. Πετράκος, Ιδεογραφία της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, ΑΕ 126 (1987), 25 – 197.
  • Πετράκος 1990 – Β. Χ. Πετράκος, Ο Παναγιώτης Σταματάκης και η ανασκαφή των Μυκηνών, κατάλογο έκθεσης (επιμ. Κ. Δημακοπούλου), ΤΡΟΙΑ, ΜΥΚΗΝΕΣ, ΤΙΡΥΝΣ, ΟΡΧΟΜΕΝΟΣ. Εκατό χρόνια από το θάνατο του Ερρίκου Σλήμαν (Αθήνα 1990), 106 – 112.
  • Πετράκος 2004 – Β. Χ. Πετράκος, Η απαρχή της Ελληνικής Αρχαιολογίας και η ίδρυση της Αρχαιολογικής Εταιρείας (Αθήνα 2004).
  • Σιμόπουλος 1993 – Κ. Σιμόπουλος, Η λεηλασία και καταστροφή των ελληνικών αρχαιοτήτων (Αθήνα 1993).
  • Σπαθάρη 2010 – Ε. Σπαθάρη, ΚΟΡΙΝΘΙΑ – ΑΡΓΟΛΙΔΑ (Εκδόσεις ΕΣΠΕΡΟΣ. Αθήνα 2010).
  • Τιβέριος 2013 –  Μ. Τιβέριος, Μνήσθητε των εν τοις πολέμοις παραλόγων. Οι αρχαιότητες στην κατοχή (Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών, τ. 88 Β΄, 20130, 159-202).
  • Courbin 1974 – P. Courbin, Tombes Geometriques d’ Argos, I (1952 – 1958), Etudes Peloponnesienes VII (Paris 1974).
  • Marcadé, Raftopoulou 1963 – J. Marcade– E. Raftopoulou, Sculptures argiennes II , BCH 87 (1963), 33 – 187.
  • Mediteraenean Godesses 2000 – Κατάλογος έκθεσης «Godesses – Mediteraenean female images from Prehistoric times to the Roman period» (Βαρκελώνη 21/6 – 5/11/2000).
  • Pierart 2013  – M. Pierart, “Arrive au train d’ une heure’’. Les foulles de Wilhelm Vollgraff a Argos, D. Mulliez, Α. Banaka – Dimaki (επιμ.), Sur les pas de Wilhelm Vollgraff. Cent ans d’activites archeologiques a Argos, Actes du Colloque international organise par la IVe EPΚΑ et l’ EFA. Athenes, 25 -28 Septembre 2003 (Paris 2013), 31-39.
  • Seve 1993  – M. Seve, Οι Γάλλοι ταξιδιώτες στο Άργος, Sites et Monuments XII (Αθήνα 1993).
  • Villard 1983  – F. Villard, La ceramique polychrome du VIIe siecle en Grece, en Italie du Sud et en Sicile et sa situation par rapport a la ceramique protocorinthienne, Grecia, Italia e Sicilia nell’ VIII e VII secolo a. c. Atene 15 – 20 Ottombre 1979, Tomo I, ASAtene N. S. LIX (1983).

 

Άννα Μπανάκα – Δημάκη

Δρ. Αρχαιολόγος – Αναπληρώτρια Διευθύντρια στην Δ΄ ΕΠΚΑ Ναυπλίου

 

Διημερίδα «Η Ιστορική και Αρχαιολογική ερευνά στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων». Τρίπολη, 04 & 05 Οκτωβρίου 2013. Πρακτικά. Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολη 2014.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ποντίνος (Κρόι)


 

Ποντίνος. Αρχαίος ποταμός της Αργολίδας. Στα δυτικά της Λέρνας υπάρχει ένα βουνό ή μάλλον λόφος, Ποντίνος, με ερείπια του μεσαιωνικού κάστρου Κιβέρι και ενός τούρκικου πύργου [1] στην κορυφή του. Το βορειοανατολικό τμήμα του λόφου προσεγγίζει τον Αργολικό κόλπο. Ο Παυσανίας, προερχόμενος από το Άργος, πριν συναντήσει την Αμυμώνη και την Αλκυονία, λέει ότι το βουνό αυτό δεν αφήνει το νερό της βροχής  να τρέξει, αλλά το κρατάει μέσα του (προφανώς λόγω της ασβεστολιθικής του σύστασης) και από το βουνό αυτό ρέει ο ποταμός Ποντίνος [2]. Αναφέρεται [3] ότι τον περασμένο αιώνα κυλούσε με άφθονο νερό διασχίζοντας το δρόμο Μύλων – Άργους και παρακωλύοντας τη συγκοινωνία, αφού δεν υπήρχε στον τότε χωματόδρομο γέφυρα.

Πύργος Κιβερίου ή Πύργος Βασιλοπούλας. Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος.
Ο πύργος αυτός ονομάζεται από τους κατοίκους της περιοχής «πύργος της βασιλοπούλας» επειδή κατά την τοπική παράδοση σε παλαιότατα χρόνια ζούσε σ’ αυτόν μία βασιλοπούλα με εξαίρετη ομορφιά (ή κατ’ άλλους με ανυπόφορη ασχήμια), η οποία είχε κατασκευάσει μία υπόγεια δίοδο από τον πύργο της ως τη θάλασσα, για να κατεβαίνει και να κάνει απαρατήρητη το μπάνιο της.

Σήμερα όλο σχεδόν το νερό των πηγών του Ποντίνου που βρίσκονται στην είσοδο των Μύλων, αριστερά του δρόμου που έρχεται από το Άργος, δεσμεύεται για την υδροδότηση Άργους, Ναυπλίου και κοινοτήτων. Όσα περισσεύουν σχηματίζουν μικρό έλος που καταλήγει σε ρυάκι μήκους 400 μέτρων, το οποίο χύνεται στη θάλασσα, κυλώντας παράλληλα και μερικές εκατοντάδες μέτρα βορειότερα της Αμυμώνης.

Το 1698 οι Ενετοί περιέβαλαν με λιθόκτιστο τοίχωμα τις πηγές του Ποντίνου και της Αμυμώνης, οπότε δημιουργήθηκε τεχνητή λίμνη, της οποίας τα νερά κινούσαν ολόκληρο περιτειχισμένο συγκρότημα από μύλους, μεταξύ των οποίων και μπαρουτόμυλους. Το 1714, οπότε οι Οθωμανοί ανακατέλαβαν την περιοχή, η λειτουργία των μύλων συνεχίστηκε με Τούρκους μυλωνάδες.

Ίσως η ονομασία του βουνού και του ποταμού να δηλώνει το ότι βρίσκονται πολύ κοντά στη θάλασσα, αν και πόντος συνήθως λεγόταν η ανοιχτή θάλασσα. Παρεμφερή ονομασία συναντάμε στα παραθαλάσσια Ποντίνια έλη («Paludi Pontine») της Ρώμης. Για την πηγή του Ποντίνου επιβιώνει στη μνήμη των γηραιότερων και η παλιά ονομασία Κρόι. Άλλοι αποδίδουν την ονομασία αυτή στην εγκατάσταση εκεί μεγάλου σταυρού – croix στη Γαλλική – ως ικεσία κατά της επιδημίας ελονοσίας, από τον ιερέα των γαλλικών πλοίων που ναυλόχησαν το 1871 στον Αργολικό κόλπο και άλλοι, που μάλλον έχουν δίκιο, τη θεωρούν αλβανικής προέλευσης [4].

Ο Ρος [5] βρήκε τον Ποντίνο να αναβρύζει από ισχυρή πηγή 100μ. Β. των Μύλων, να σχηματίζει ρυάκι και να χύνεται στη θάλασσα και διορθώνει τον Gell, που γράφει ότι η Λέρνα πηγάζει από τη συμβολή των ποταμών Φρίξου και Ερασίνου. Ο ίδιος προσθέτει: Ανάμεσα στη λίμνη και το ποταμάκι του Ποντίνου όπου βρισκόταν το αρχαίο άλσος των πλατάνων, βλέπει κανείς ποικίλα θεμέλια, καθώς επίσης και μερικά ερείπια στηλών από πυριτόλιθο, χρισμένα με στόκο, όπου σχηματίζονται οι ραβδώσεις. Ανήκαν πιθανώς σε ένα από τα Ιερά. Το άλσος έχει εντελώς εξαφανισθεί. Ένα μοναχικό κυπαρίσσι υψώνεται στη θέση του και αντικρίζει με λύπη τη χαμένη μεγαλοπρέπεια.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Πύργος Κιβερίου ή Πύργος Βασιλοπούλας. Ο πύργος αυτός ονομάζεται από τους κατοίκους της περιοχής «πύργος της βασιλοπούλας» επειδή κατά την τοπική παράδοση σε παλαιότατα χρόνια ζούσε σ’ αυτόν μία βασιλοπούλα με εξαίρετη ομορφιά (ή κατ’ άλλους με ανυπόφορη ασχήμια), η οποία είχε κατασκευάσει μία υπόγεια δίοδο από τον πύργο της ως τη θάλασσα, για να κατεβαίνει και να κάνει απαρατήρητη το μπάνιο της.

[2]  2, 36, 8. [«Παυσανίου – Ελλάδος περιήγησις, Αττικά, Κορινθιακά, Λακωνικά, Αρκαδικά, Μεσσηνιακά, Αχαϊκά, Ηλειακά», Ν.Δ. Παπαχατζή, Εκδοτική Αθηνών, 1976, 1979,  1980].

[3]  Κοφινιώτη Ι. Κ., «Ιστορία του Άργους από των αρχαιοτάτων χρόνων  μέχρις ημών», Αθήνα 1892, επαν. Εκδόσεις «Εκ προοιμίου», Άργος, 2008.

[4] Λαμπρόπουλου Δημ. Α., «Η Λέρνα», Αθήναι, 1959.

[5] Ρος Λουδοβίκος, «Αναμνήσεις και ανταποκρίσεις από την Ελλάδα», 1863. Αθήνα, 1976. Εκδ. Αφοί Τολίδη.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

 Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Διαβάστε ακόμη:

Αρχαίοι Ποταμοί Αργολίδας

 

Read Full Post »

Χείμαρος (Κηρίμι)


 

Χείμαρος (Κηρίμι). Αρχαίος ποταμός στην Αργολίδα. Aναφερόμενος στον ποταμό αυτό ο Παυσανίας [1], λέει ότι κοντά του υπάρχει λίθινος περίβολος, απ’ όπου ο Πλούτωνας κατέβηκε στο βασίλειό του μετά την αρπαγή της Κόρης. Δεδομένου ότι τον συναντά, μετά τον Ερασίνο στο δρόμο για τη Λέρνα, τον ταυτίζουν με τη ρεματιά που ξεκινά από τον Κτενιά, λίγο βορειότερα από τα ερείπια του χωριού Παλιοσκαφιδάκι, οι κάτοικοι του οποίου μετακόμισαν χαμηλότερα. Περνάει ανάμεσα στα βουνά Χάον και Ποντίνος, αφήνει αριστερά του στο χωριό Ελληνικό τα ερείπια της περίφημης πυραμίδας των Κεγχρεών και περνά από το χωριό Διχάλια (τ. Φακλαρέικα), κοντά στο Σκαφιδάκι, με το όνομα Κηρίμι. Παλαιότερα έπεφτε στον Αργολικό,  βορείως των Μύλων, εφ’ όσον κατάφερνε να υπερπηδήσει ένα προτείχισμα που είχε κατασκευαστεί, για να συγκρατεί τα νερά του. Σήμερα στις μεγάλες βροχές φτάνει στη θάλασσα, διασπασμένο σε αποστραγγιστικά αυλάκια.

 

Πυραμίδα του Ελληνικού (Κεγχρεών). Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών», Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.

 

Ο Ρος [2] γράφει: Από τους Μύλους για το Άργος, σε μισή ώρα, φθάσαμε σε μια εκκλησία του Αγίου Δημητρίου με παλιές τετραγωνισμένες πλάκες και ερείπια από στήλες. Εδώ ήταν ίσως ο περίβολος που μνημονεύει ο Παυσανίας. Κοντά στον περίβολο, δύο ξεχασμένες νεροσυρμές, ωστόσο δεν τολμώ να κρίνω αν αυτές ήταν ο Χείμαρρος και ο ποταμός Φρίξος του Παυσανία. Εκκλησάκι του Αγ. Δημητρίου υφίσταται και σήμερα κοντά στις εκβολές του Χειμάρρου.

Η ονομασία του Χειμάρρου, συνηθέστατη ως προσδιορισμός ποταμών, αλλά ασυνήθης ως ονομασία τους, ετυμολογείται από το χείμα και ρέω, εννοώντας αυτόν που ρέει τον χειμώνα, χαρακτηρισμός που ταιριάζει στα περισσότερα Πελοποννησιακά ποτάμια.

 

Υποσημειώσεις


[1]  2, 36, 7. [«Παυσανίου – Ελλάδος περιήγησις, Αττικά, Κορινθιακά, Λακωνικά, Αρκαδικά, Μεσσηνιακά, Αχαϊκά, Ηλειακά», Ν.Δ. Παπαχατζή, Εκδοτική Αθηνών, 1976, 1979,  1980].

[2] Ρος Λουδοβίκος, «Αναμνήσεις και ανταποκρίσεις από την Ελλάδα», 1863. Αθήνα, 1976. Εκδ. Αφοί Τολίδη.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Διαβάστε ακόμη:

Αρχαίοι Ποταμοί Αργολίδας

Read Full Post »

Γνωριμία με τα μουσικά όργανα – Ανοιχτά μαθήματα στο Δημοτικό Ωδείο Άργους


 

Για  όλα τα παιδιά του Δήμου Άργους-Μυκηνών που θέλουν να γνωρίσουν από κοντά τη διαδικασία της μουσικής διδασκαλίας, να αγγίξουν, να αισθανθούν, να ακούσουν  τα μουσικά όργανα, το Ωδείο θα είναι ανοικτό την επόμενη Παρασκευή, το Σάββατο και την Δευτέρα.

 

Πρόγραμμα – Άργος (στο Ωδείο)

Παρασκευή  28 Σεπτεμβρίου 2018

Ώρα: 16.00-19.00: πιάνο, φλάουτο, φλάουτο με ράμφος, σαντούρι, τουμπελέκι, ακορντεόν, αρμόνιο.

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2018

Ώρα: 10.00 -13.00: Πιάνο, βιολί, βιόλα, κιθάρα.

Ώρα: 15.00-18.00: Βιολοντσέλο, κλαρινέτο, φλάουτο με ράμφος, σαξόφωνο.

 

Γνωριμία με τα μουσικά όργανα

 

N. Kίος (στο Ωδείο)

Σάββατο  29 Σεπτεμβρίου 2018

Ώρα: 11.00-13.00: Πιάνο, φλάουτο, φλάουτο με ράμφος.

Δευτέρα  1 Οκτώβριου 2018 

Ώρα: 16.00-20.00: Κιθάρα.

Πληροφορίες: Δημοτικό Ωδείο Άργους, Παρ. Φείδωνος 48, Άργος. Τηλ. –  Fax: 2751025095. Υπεύθυνη:  Γ. Λημνιούδη

 

Read Full Post »

Αμυμώνη (Λέρνη, Mαστός)


  

Στην ευρύτερη περιοχή των Μύλων τοποθετείται η Λέρνη, αρχαία παραθαλάσσια τοποθεσία της Αργολίδας, η οποία ήταν φημισμένη από την αρχαιότητα για τα άφθονα νερά της, τα οποία τροφοδοτούν την αργολική πεδιάδα ακόμη και σήμερα. Η Λέρνη είναι  επίσης διάσημη από τον μύθο της πάλης του Ηρακλή με τη Λερναία Ύδρα.

 Η Λέρνη αναφέρεται άλλοτε ως ποταμός, άλλοτε ως πηγή και άλλοτε ως λίμνη και κατ’ επέκταση ως πεδιάδα. Από την πηγή Λέρνη, δίπλα από τον οικισμό των Μύλων, πηγάζει ο μικρός ποταμός Ποντίνος, εκβάλλοντας στη θάλασσα μετά από μια σύντομη διαδρομή. Από τα άφθονα νερά της, καθώς και τα νερά άλλων παρακείμενων πηγών, σχηματίζονταν κατά την αρχαιότητα πολλά έλη. Στην ίδια περιοχή, κοντά στην ακτή, υπάρχει και σήμερα η μικρή λίμνη Λέρνα.

Στην ελώδη αυτή περιοχή κατοικούσε κατά τη μυθολογία η Λερναία Ύδρα, ένα τέρας με σώμα φιδιού και εννέα κεφαλές, που εξόντωσε ο Ηρακλής με τη βοήθεια του Ιόλαου, στον δεύτερο από τους άθλους του.

 

Η νύμφη και ο ερωτύλος θεός

 

Ποσειδώνας και Αμυμώνη. Λύκηθος. Metropolitan Museum of Art. New York.

Στο Άργος βασίλευε ο Γελάνωρ [1], ο τελευταίος των Ιναχιδών, όταν έφτασε εκεί από την Αίγυπτο και τον εκθρόνισε ο Δαναός, γιος της κόρης του Νείλου Αγχιρρόης, απόγονος κι αυτός της κόρης του Ινάχου Ιούς. Συνοδευόταν από τις πενήντα θυγατέρες του, τις οποίες είχε αποκτήσει με την Ευρώπη [2].

Ο Δαναός έγινε βασιλιάς και μια από τις πρώτες του κινήσεις ήταν να βρει νερό στην τότε διψασμένη Αργολίδα. Ανέθεσε λοιπόν στις κόρες του κι ανάμεσά τους στην Αμυμώνη, αυτή την αποστολή. Η νεαρή Δαναΐδα, ψάχνοντας για νερό στο δάσος δέχθηκε την επίθεση Σάτυρου. Κλασική εικόνα βγαλμένη από τα παιδικά μας παραμύθια, αυτή της απροστάτευτης παρθένας με την κανάτα της, μέσα στο σκοτεινό δάσος, όπου παραμονεύει κάποιος κακός.

Ο Ποσειδώνας, τον οποίο επικαλέστηκε, εξακόντισε την τρίαινά του, κυνηγώντας τον ερωτιδέα, αλλά αστόχησε και χτύπησε βράχο απ’ όπου ανέβλυσε νερό από τρία σημεία. Η πηγή που γεννήθηκε πήρε το όνομα της Δαναΐδας [3]. Η Αμυμώνη ευγνωμονούσα, ζευγαρώθηκε με τον Ποσειδώνα και γέννησε τον Ναύπλιο [4], που πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία:

ήλθε κι ο Ναύπλιος της Αμυμώνης γιος αγαπημένος

που τον γέννησε πλαγιάζοντας με τον δοξασμένο  κοσμοσείστη  [5].

Προφανώς ο «τρώσας και ιάσεται». Ο Ποσειδώνας, υπαίτιος για την ξήρανση των Αργολικών ποταμών [6], ευεργετεί με την πλούσια πηγή για χάρη της Αμυμώνης το άνυδρο πεδίο. Η ύπαρξη πηγής γλυκού νερού, τόσο κοντά στη θάλασσα, αποδόθηκε λογικά στο θεό των κυμάτων. Δικαιολογημένα λοιπόν ο Ευριπίδης δίνει με το στόμα της Αντιγόνης στην πηγή τον τίτλο Ποσειδωνία, μιλώντας για τις Θηβαίες, που δούλες θα κουβαλάνε νερό, αν πέσει η πόλη στους Αργείους:

...Λερναία τε δώσειν τρίαινα,

Ποσειδανίοις Αμυμωνίοις

ύδασι δουλείαν περιβαλών  [7]

 

Όταν βασιλιάς του Άργους ήταν ο Δαναός, μεγάλη ξηρασία βασάνιζε το Άργος γιατί ο Ποσειδώνας είχε στερέψει όλες τις πηγές επειδή η πόλη είχε περάσει στην προστασία της Ήρας, ύστερα από σφοδρή διαμάχη μεταξύ τους. Έστειλε τότε μια από τις πενήντα κόρες του, την Αμυμώνη να βρει νερό. Ένας Σάτυρος θέλησε να της επιτεθεί, εκείνη όμως επικαλέστηκε τη βοήθεια του Ποσειδώνα. Αυτός, όχι μόνο την προστάτεψε αλλά της φανέρωσε και μια πηγή με γάργαρο και άφθονο νερό. Η ομορφιά της Αμυμώνης όμως, μάγεψε το θεό κι έτσι έσμιξε ερωτικά μαζί της. Από αυτή την ένωση γεννήθηκε ο Ναύπλιος.
Στην παράσταση ο Ποσειδώνας κοιτάζει στα μάτια την Αμυμώνη ενώ αυτή, με την υδρία στο χέρι, κάνει να φύγει, κλίνοντας το κεφάλι συνεσταλμένα προς αυτόν. Δεξιά, μια από τις Δαναΐδες φεύγει προς τον πατέρα της που στέκεται στην άκρη με το σκήπτρο. Αριστερά, η Αφροδίτη παρακολουθεί, ενώ ο Έρωτας πετάει πάνω από το ζευγάρι κρατώντας το στεφάνι του γάμου. Η θεατρική παράσταση του σατυρικού δράματος του Αισχύλου « Αμυμώνη» ίσως είναι ο λόγος της πληθώρας των παραστάσεων του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης που φιλοτεχνήθηκαν εκείνη την εποχή. Ο Αισχύλος εκτός από την «Αμυμώνη» που δεν έχει διασωθεί έγραψε και την τριλογία « Ικέτιδες», «Αιγύπτιοι» και « Δαναΐδες».
( Ερυθρόμορφη πελίκη. Γύρω στα 450 π.Χ. Ρώμη. Villa Giulia).

 

Ο Δαναός και οι κόρες του συνάπτονται με τα νερά και ο συσχετισμός τους με την πηγή παραπέμπει πιθανότατα σε υδρευτικά έργα, στη μυστηριώδη και έντονα μυθολογικά φορτισμένη περιοχή της Λέρνης. Ο Στράβων επικαλείται και τον στίχο: Άργος άνυδρον εόν Δανααί θέσαν Άργος ένυδρον  [8].

 Η Λέρνα υπήρξε διασημότατη στον αρχαίο κόσμο, γι αυτό και ο Σενέκας την εντάσσει μαζί με τον Ίναχο στα σημαντικά νερά της Αργολίδας:

Τώρα η Λέρνα οπισθοχώρησε

το Φορωνικό ρέμα χάθηκε

ο ιερός Αλφειός άλλο δεν κατεβάζει τα νερά του

…………………………………………………………

Και το αρχοντικό Άργος, φοβάται την αρχαία ξηρασία του [9].

Τη ρίζα της ονομασίας της Αμυμώνης πρέπει να αναζητήσουμε στη λέξη αμύμων, που θα πει άμωμος και που θα υπονοεί την αγνότητα της Δαναΐδας. Με το ίδιο όνομα υπήρχε πόλη της Ηλείας και στην Αττική δήμος της Ιπποθωντίδας φυλής, ενώ ο Πλίνιος αναφέρει και κρήνη της Λακωνίας [10].

 

Δαναΐδες (1785). Martin Johann Schmidt (1718-1801). National Gallery of Slovenia.

 

 

Η Αμυμώνη εμπνέει

 

Ποσειδώνας και Αμυμώνη. Μινιατούρα του Blaise de Vigenere (1637), τοιχογραφία του θεάτρου Tahqua Land στο Μίσιγκαν.

Το παραμύθι της Αμυμώνης ενέπνευσε συγγραφείς, ποιητές και ζωγράφους. Ο Αισχύλος έγραψε ομώνυμο σατυρικό δράμα, απ’ όπου δυστυχώς σώθηκαν ελάχιστα αποσπάσματα, ερωτόλογα του θεού στη νύμφη:

Μοιρόγραφτο είναι να γενείς δικιά μου

κι εγώ σαν άντρας σου μ’ εσέ να σμίξω.

Από τον μύθο εμπνεύστηκε και ο Λουκιανός έναν διάλογο, ο οποίος καταλήγει με τα παρακάτω λόγια του θεού προς την κόρη:

Μη φοβάσαι, δεν θα πάθεις κανένα κακό. Μα και πηγή που θα έχει το όνομά σου θα κάνω να αναβρύσει εδώ χτυπώντας με το τρικράνι μου τον βράχο, κοντά στο ακρογιάλι κι εσύ ευτυχισμένη θα είσαι και μονάχα συ απ’ όλες τις αδερφές σου δεν θα κουβαλάς νερό όταν πεθάνεις[11].

Ο Καλλίμαχος [12] εξυμνεί τις πηγές του Άργους:

Δεν γινόταν, ω νερονύμφες του Ποσειδώνα,

οι κόρες που υφαίνανε

της Ήρας τον αγνό χιτώνα,

να σταθούνε δίπλα στη σαΐτα

πριν στον ιερό βράχο να καθίσουν

ολόγυρα που τρέχετε

το νερό σας να ρίξουν πάνω στα κεφάλια τους.

Σεβάσμια Αμυμώνη και αγαπημένη Φυσάδεια

και Ίππη και Αυτομάτη [13],

χαίρετε αρχαιότατες κατοικίες των νυμφών

και λαμπρές ρέετε Πελασγιάδες.

Συναντάμε επίσης πολλές αναπαραστάσεις του μύθου σε αγγεία, τοιχογραφίες, νομίσματα, κύπελλα, δακτυλιόλιθους και κάτοπτρα. Έτσι, σε ερυθρόμορφο αγγείο του 5ου π.Χ. αιώνα, που βρίσκεται στη Villa Giulia της Ρώμης, αναπαρίσταται ο Ποσειδώνας με την τρίαινά του να αγκαλιάζει τη ντροπαλή Αμυμώνη, υπό τα όμματα της Αφροδίτης, του Έρωτα, μιας άλλης Δαναΐδας και του Δαναού. Σε δακτυλιόλιθο της συλλογής Κέστνερ απεικονίζονται οι δυο εραστές όρθιοι, με την Αμυμώνη να κρατάει ένα δοχείο με νερό. Σε νομίσματα του Ρωμαϊκού Άργους απεικονίζεται ο Ποσειδών διώκων την Αμυμώνη. Ο Παυσανίας περιγράφοντας τη λάρνακα του Κύψελου στην Ολυμπία, αναφέρει παράσταση του Ηρακλή που τοξεύει την Ύδρα, το εν τω ποταμώ τη Αμυμώνι θηρίον [14].   Σύμφωνα με την περιγραφή του ποιητή Χριστόδωρου (5ος μ.Χ. αι.), στο γυμνάσιο του Ζεύξιππου στην Κωνσταντινούπολη υπήρχε άγαλμα της ροδοδάχτυλης Αμυμώνης [15].

 

Οι Δαναΐδες (1906). Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ (John William Waterhouse, 1849 – 1917).

 

Ο κόσμος του νερότοπου της Λέρνας δεν άφησε αδιάφορους τους δυτικούς. Ο Έρασμος, θέλοντας να περιγράψει τον ψυχικό βούρκο των τιποτένιων, μιλάει για τον Λερναίο βάλτο της ζωής τους[16]. Ο Αντώνιος Πολλαγιουόλο ζωγράφισε περί το 1470 σε ελαιογραφία την πάλη του Ηρακλή με την Ύδρα. Στο βάθος του πίνακα που βρίσκεται στο Φλωρεντινό μουσείο Ουφίτσι, εμφανίζεται το ποτάμι της Αμυμώνης να διασχίζει σαν φίδι τα έλη της Λέρνας.

  

Η πηγή, η λίμνη, το έλος και το ρυάκι

 

Η ταύτιση των πηγών και των ρυακιών, που συνωστίζονται στο μικρό κάμπο της Λέρνας, είναι δύσκολη, αφού οι αλλαγές που έχουν συντελεσθεί στο πέρασμα του χρόνου στην προσχωσιγενή πεδιάδα είναι πολλές και οι μαρτυρίες των αρχαίων συγγραφέων αόριστες. Η Αμυμώνη αναγνωρίζεται στη νότια πηγή του χωριού Μύλοι, δίπλα  στο δρόμο του Άργους, που τα νερά της τροφοδοτούνται από την καταβόθρα της Σκοτεινής και που σχηματίζει τη σχεδόν παραθαλάσσια  λιμνούλα,  που ο Στράβωνας [17] ονομάζει Λέρνη [18] και ο Παυσανίας Αλκυονία [19]. Από την εκχείλιση της  λίμνης  σχηματίζεται  το ρυάκι   της Αμυμώνης, το οποίο ο Παυσανίας [20] λέει ποταμό, που μετά από βραχύ ρου 300 μέτρων, αφού περάσει κάτω από τις σιδηροδρομικές γραμμές, εκβάλλει στον Αργολικό, βόρεια του προϊστορικού οικισμού της Λέρνας. Παλιότερα κινούσε μύλους που εξ αιτίας τους ονομάστηκε το χωριό. Ο Ρος τον περασμένο αιώνα μέτρησε πέντε από αυτούς, ενώ σήμερα δεν απόμεινε κανείς. Πάντως, ο  Γάλλος φιλέλληνας Maxime Raybaud είδε τον Νοέμβρη του 1821 τους μύλους να στέκουν όρθιοι, παρ’ όλο που ο Κεχαγιάμπεης είχε πυρπολήσει τα σπίτια του χωριού. Ο Μελέτιος καταγράφει για το ποταμάκι την κοινή ονομασία Μαστός, ονομασία που στην ουδέτερη εκδοχή Μαστό, βλέπουμε και στη Χάρτα του Ρήγα.

Η πηγή της Αμυμώνης, η λίμνη και ο ποταμός της απασχόλησαν πολλές γραφίδες. Ο Ευριπίδης γράφει για τα νερά της Λέρνας όπου ζει ο βασιλιάς Ιππομέδων: Λερναία δ’ οικεί νάμαθ’, Ιππομέδων άναξ  [21], ενώ αλλού την ονομάζει έλος [22]. Ο Στράβων αναφέρει την Αμυμώνη ως κρήνη και αλλού  τον ποταμό της λίμνης Λέρνης ονομάζει κι αυτόν Λέρνη [23]. Ποταμό Λέρνη εμφανίζουν και οι Βιργίλιος και Βαλέριος Φλάκκος [24], ενώ ο σχολιαστής του Βιργίλιου Σέρβιος [25] ισχυρίζεται εσφαλμένα πως δεν υπάρχει ποταμός με το όνομα αυτό. Ο Αισχύλος μιλάει για τον Λέρνης βαθύ λειμώνα και  ..της Λέρνας την κρήνη [26]. Ο Υγίνος αναφέρει Αμυμώνια πηγή, Λερναία πηγή και Αμυμώνιο ρείθρο [27], ενώ ο Λουτάτιος Λερναία πηγή και Αμυμώνιο ποταμό [28]. Ο Νόννος μνημονεύει πηγήν οφιώδεα Λέρνην [29]. Σαν έλος  αναφέρεται η Λέρνη από τούς: Στάτιο [30], Απολλόδωρο [31], Ιωάννη Πεδιάσιμο [32], Seqvester. O τελευταίος στον κατάλογο των ελών γράφει επί λέξει: Λέρνα της Αρκαδίας, όπου η ύδρα με τα εκατό κεφάλια, την οποία εξολόθρευσε ο Ηρακλής. Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος αναφέρεται στο Λέρνης ύδωρ [33]. O Oβίδιος [34], μιλώντας για την κυνηγημένη Ιώ, δίνει μια γαλήνια εικόνα του τοπίου: Έφτασε στης Λέρνας το ρυάκι, που κυλούσε ειρηνικά ανάμεσα στις αμμουδερές του όχθες, όταν το νερό ανέκοψε την παραπέρα φυγή της και εδώ ικέτεψε τις αδελφές της του ρέματος ν’ αλλάξουν τη μορφή της.

Αλλά την πιο ειρηνική εικόνα καθημερινής ζωής, γύρω από τη διαβόητη λίμνη, σκιαγραφεί ο Βιργίλιος, μιλώντας για …τον Αρκάδα, που περίγυρα στα νερά της ψαροθρόφας Λέρνης την τέχνη του και το φτωχικό σπίτι είχε [35].

 

Δαναΐδες

 

Ζοφερή εικόνα δίνει ανώνυμος μυθογράφος [36], αποκαλώντας τη λίμνη «άβυσσο». Με τον τελευταίο συμφωνεί και ο Παυσανίας [37], που μεταφέρει ισχυρισμούς ότι η Αλκυονία  ήταν είσοδος του Άδη [38] απ’ όπου πέρασε ο Διόνυσος,  για να επαναφέρει τη  μητέρα του Σεμέλη. Ο ίδιος προσθέτει: Το βάθος της Αλκυονίδας δεν έχει τέλος και δεν ξέρω κανένα που να μπόρεσε  να βρει τον πυθμένα της με κανένα τρόπο, αφού και ο Νέρων που έδεσε σκοινιά πολλών σταδίων, το ένα με το άλλο, και πρόσδεσε σ’ αυτά και μολύβι και χρησιμοποίησε οτιδήποτε άλλο θα του ήταν χρήσιμο, ούτε κι αυτός βρήκε κανένα όριο του βάθους. Άκουσα και το εξής, αν και το νερό της λίμνης δείχνει από την όψη του ήρεμο και γαλήνιο, αρπάζει οποιονδήποτε τολμήσει να το διασχίσει κολυμπώντας και τον τραβάει στο βάθος. Σε όποιον τα περί αβυσσαλέου βάθους της λίμνης φαίνονται φλυαρίες του περιηγητή, ο Ρος καταθέτει τη μαρτυρία του: Πριν λίγα χρόνια επιχειρήθηκε με βυθομετρητή ελληνικού καραβιού να βρεθεί ο βυθός της Αλκυονίδος. Μάταια, το βάθος της είναι απύθμενο έως σήμερα. Αλλά και Άγγλοι αξιωματικοί που αποπειράθηκαν το 1872 με αλυσίδες μήκους 300 μέτρων να υπολογίσουν το βάθος, κατέληξαν σε μετρήσεις 80-150 μέτρων στην περιφέρεια της λίμνης, ενώ γύρω από το κέντρο, το μήκος τους δεν στάθηκε αρκετό. Και ο Μηλιαράκης [39] καταγράφει την Αλκυονίδα ως λίμνη αμέτρητου βάθους, σύμφωνα με τα λεγόμενα των κατοίκων. Ίσως η φήμη αυτού του βάθους να έδωσε στη Λέρνα την ονομασία «Φονιά», που καταγράφει ο Σοφιανός, αν δεν πρόκειται για λάθος, αφού το όνομα αυτό είχε η λίμνη Φενεού, που σχημάτιζε ο ποταμός Όλβιος.

 

 Οι τελετές

 

Το περιμένει κανείς, ένας τέτοιος χώρος να έχει συνδεθεί με μυστηριακές τελετές. Σύμφωνα με μια παράδοση, οι Δαναΐδες αποκεφάλισαν τη νύχτα του γάμου τους συζύγους τους, γιους του  Αιγύπτου, αδελφού του πατέρα τους και έθαψαν τα σώματά τους κάτω από τα νερά της Λέρνας [40]. Ο άντρας της Αμυμώνης παραδίδεται από τους μυθογράφους κυρίως με τα ονόματα Πολυδέκτωρ ή Εγκέλαδος. Οι Δαναΐδες τιμωρήθηκαν για την ανόσια πράξη τους, κουβαλώντας στον Άδη, ατελείωτα και μάταια, νερό στον απύθμενο πίθο τους. Ο μύθος του αποκεφαλισμού θα είναι ο απόηχος πανάρχαιων ανθρωποθυσιών στις όχθες της λίμνης και θαψίματος των κομμένων κεφαλιών των θυμάτων στον βυθό, με σκοπό την αύξηση του νερού. Και σε άλλους λαούς είναι γνωστές αντίστοιχες τελετές με ταφή θυμάτων σε πυθμένες λιμνών, είτε για εξευμενισμό των στοιχειών της λίμνης, είτε για αύξηση των νερών. Τον καιρό του Παυσανία γίνονταν στη λίμνη γιορτές του Διονύσου [41] με φαλλικό χαρακτήρα, και ο θεοφοβούμενος περιηγητής προτιμά να κρατήσει το στόμα του κλειστό, γιατί όπως λέει, κρίνει ασέβεια την περιγραφή τους για τους πολλούς. Ο ίδιος αναφέρει επίσης και μυστική τελετή για την Δήμητρα, τα «Λερναία» [42], τα οποία μνημονεύει και ο Πλούταρχος, τελετή που θα πρέπει να συσχετίσουμε με το γεγονός ότι η Αλκυονία θεωρείτο μια από τις εισόδους απ’ όπου η Περσε-φόνη κατέβηκε στον Άδη. Οι τελετουργίες αυτές γινόντουσαν στο περίφημο άλσος από πλατάνια που αναφέρει ο Παυσανίας, ανύπαρκτο σήμερα,  και το οποίο είχε περίπου τη θέση του χωριού των  Μύλων, οριοθετούμενο προς Βορράν από το ποταμάκι Ποντίνο, προς Δυσμάς από το βουνό Ποντίνος, προς Νότον από την Αμυμώνη και την Αλκυονία και ανατολικά από τη θάλασσα. Μέσα στο δασύλλιο υπήρχαν αγάλματα της Δήμητρας, του Διονύσου και της Αφροδίτης. Ο Στράβων λέει ότι από τους καθαρμούς που έγιναν στην λίμνη βγήκε η παροιμία Λέρνη κακών, δηλαδή «της Λέρνας τα κακά».

Η παρουσία της Δήμητρας, θεάς που αναζητούσε την κόρη της στον κάτω κόσμο και εθεωρείτο χθονία, πρέπει να συσχετισθεί με την άβυσσο της λίμνης, μια από τις εισόδους στο βασίλειο του Πλούτωνα. Είδαμε πως ο Διόνυσος πήγε να φέρει από το κάτω κόσμο την μητέρα του Σεμέλη, μέσω της Αλκυονίδας. Σχετικά με την εδώ κάθοδο στον Άδη του Διονύσου, ο Πλούταρχος αναφέρει και άνοδο του Θεού, ένα είδος θεϊκής επιφάνειας μέσα από το νερό: Αργείοις δε βουγενής Διόνυσος επίκλην εστίν. Ανακαλούνται αυτόν υπό σαλπίγγων εξ ύδατος, εμβάλλοντες εις την άβυσσον άρνα τω Πυλαόχω [43]. Πετούσαν δηλαδή οι Αργείοι ένα αρνί μέσα στη ρουφήχτρα της λίμνης, προσφορά στον Πυλάοχο Άδη, πιστεύοντας ότι έτσι ανακαλούσαν το Διόνυσο από την «εις Άδου κάθοδον», για να φέρει την ανοιξιάτικη άνθηση.  Δεν πρέπει δε να είναι καθόλου τυχαία η ύπαρξη και της μη εντοπισμένης πηγής «του Αμφιαράου», που αναφέρει ο Παυσανίας κοντά στη λίμνη. Ο ίδιος γράφει αλλού[44] για την πηγή του Αμφιαράειου της Ωρωπίας, μέσω της οποίας ο ήρως αναδύθηκε θεοποιημένος μετά την εξαφάνισή του κάτω από ένα άνοιγμα της Γης.

 

Το τέρας και οι συμβολισμοί

 

Από μια τόσο μυστηριώδη λίμνη δεν μπορούσε να λείψει το τέρας της. Η διαβόητη Λερναία Ύδρα ζούσε εκεί ..απαίσια σφυρίζοντας [45]. Ανέκαθεν η λαϊκή φαντασία επινοούσε Δράκους, που φυλάνε τις πηγές, τρομοκρατούν τους κατοίκους και μoλύνουν το περιβάλλον με τη δηλητηριώδη ανάσα τους, μέχρι που κάποιο παλικάρι σκοτώνει το θηρίο [46]. Η Αμυμώνη διαθέτει με το παραπάνω όλα αυτά τα στοιχεία του θρύλου. Ο Απολλόδωρος[47] τοποθετεί την φωλιά του τέρατος στην πηγή της: ..εν τινί λόφω (τόπω;) παρά τας πηγάς της Αμυμώνης, όπου ο φωλεός αυτής υπήρχεν. Ο Παυσανίας [48] συμφωνεί, προσθέτει και ένα πλατάνι δίπλα της και πιστεύει ως προς το μέγεθος ότι θα ήταν μεγαλύτερο από τα άλλα νερόφιδα, και ότι το δηλητήριό του ήταν θανατηφόρο. Είναι όμως πολύ συγκρατημένος στον αριθμό των κεφαλών της. Μόνο μία. Μέμφεται μάλιστα τον ποιητή Πείσανδρο από την Κάμειρο ότι, για να κάνει το ποίημά του [49] πιο σπουδαίο, παρουσίασε την Ύδρα με πολλά κεφάλια. Τα τελευταία απασχόλησαν πολλούς. Άλλοι τα θέλουν πέντε, άλλοι έξι [50] ή εννέα [51] ή πενήντα [52]  ή εκατό [53] ο Ευριπίδης μύρια [54], στα περισσότερα νομίσματα όπου απεικονίζεται έχει επτά, αλλά η επικρατέστερη παράδοση παραδίδει εννέα, από τα οποία το πέμπτο ήταν απέθαντο, πράγμα που κατά τον Απολλόδωρο ανάγκασε τον Ηρακλή να το θάψει κάπου στο σημερινό βουνό Ζάβιτσα, νότια της Λέρνας.

 

Ο Ηρακλής και η Λερναία Ύδρα. Ένα από τα 60 χαρακτικά της συλλογής του Βασιλικού Συμβούλου Mr Favereau, τα οποία δημοσίευσε ο Αbbe de Marolles, μετά τον θάνατό του στο βιβλίο του « Ο Ναός του Μουσών».

 

Τι δηλώνει ο μύθος; Το τέρας συμβολίζει την πηγή των υπόγειων ποταμών της περιοχής. Όσον αφορά στη θανατηφόρα αναπνοή, θα πρόκειται ασφαλώς για τις δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις του έλους της Λέρνας. Τα πολλά κεφάλια υποδηλώνουν τις πολυάριθμες πηγές, η δε διαφοροποίηση στον αριθμό, θα οφείλεται στην ευεξήγητη υπερβολή των ποιητών αλλά και στην ποικιλία των εκτιμήσεων, αφ’ ενός λόγω του ελώδους εδάφους, αφ’ ετέρου λόγω του ευμετάβλητου της ροής των πηγών, όπως πιστοποιείται και από σύγχρονες επιστημονικές παρατηρήσεις που θα δούμε παρακάτω. Η εκβλάστηση νέων κεφαλών στη θέση των καρατομημένων, θα συμβολίζει την ανάβλυση καινούργιων πηγών στην προσπάθεια απόφραξης άλλων. Τέλος η εξόντωση της Ύδρας από τον Ηρακλή με τη βοήθεια της φωτιάς, παραπέμπει στην επιτυχή αποξήρανση του έλους, που πρέπει να συντελέστηκε περί το 1300: …κι εκεί πέρα το μαύρο έλος του νερού της Λέρνας, σημαδεμένο απ’ την Ηράκλεια φωτιά[55]. Ο Ευημεριστής [56] Σέρβιος υπογράφει σχεδόν αυτούσιες τις παραπάνω σκέψεις [57].

Βέβαια, υπάρχουν και άλλες ερμηνείες. Άλλοι Ευημεριστές θεωρούν ότι η Ύδρα ήταν φρούριο, όπου ο ήρωας Λέρνος υπεράσπισε τη Λέρνη ανεπιτυχώς από τον Ηρακλή, που εξαπέστειλε εναντίον τους ο βασιλιάς Ευρυσθέας, επειδή δεν αναγνώριζαν την επικυριαρχία του. Ανάλογα ιστορεί και ο Παλαίφατος, που θεωρεί ότι τα κεφάλια της Ύδρας συμβολίζουν τους 50 σωματοφύλακες του βασιλιά της ομώνυμης πολίχνης, που αντικαθίσταντο αμέσως μετά από κάθε απώλεια.

 

Αυτός ο μελανόμορφος γαμικός λέβης (550-540 π.Χ.) είναι από τα καλλίτερα μελανόμορφα αγγεία που κατασκευάστηκαν στην Ερέτρια. Η κεντρική διακόσμησή του έχει για θέμα τον άθλο του Ηρακλή με την Λερναία Ύδρα που ζούσε στην περιοχή Λέρνη, ένα βαλτότοπο νότια του Άργους, απ΄ όπου πήρε και το όνομά της. Το άντρο της βρισκόταν στους πρόποδες του όρους Ποντίνου, κοντά στην πηγή της Αμυμώνης.
Οι μεγάλες επιφάνειες του αγγείου επιτρέπουν το άπλωμα των πρωταγωνιστών, που μοιράζονται τον χώρο δεξιά κι αριστερά του τέρατος που βρίσκεται στο κέντρο. Ο Ηρακλής με γυμνό ξίφος, πιάνοντας ένα από τα κεφάλια της Ύδρας, προσπαθεί να την εξοντώσει. Από την άλλη μεριά ο αχώριστος φίλος του Ιόλαος, επιχειρεί να τον συνδράμει, κρατώντας στο χέρι του ένα από τα κεφάλια του τέρατος και προσπαθεί να το αποκόψει. Πίσω από τον Ηρακλή εικονίζεται μια γυναικεία μορφή. Πρέπει να είναι η προστάτιδα του θεά Αθηνά και πίσω της ο θεός Ερμής, ενώ πίσω από τον Ιόλαο υπάρχουν τρεις γυναίκες που παρακολουθούν. Στον ψηλό λαιμό του αγγείου φαίνονται δυο οπλίτες αριστερά και ένας δεξιά που κρατούν δόρυ, πλαισιώνοντας ένα τέθριππο, που ο ηνίοχός του φορά κωνικό σκούφο και κρατά καμτσίκι. Μάλλον δεν πρόκειται για το άρμα του Ηρακλή με το οποίο ο ήρωας θα έφευγε μετά την ολοκλήρωση του έργου του. Πιθανόν λόγοι διακοσμητικοί οδήγησαν τον καλλιτέχνη στην δημιουργία του άρματος. Το υπόλοιπο αγγείο διακοσμούν άγρια θηρία, πουλιά και τέρατα. (Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο).

 

Ο Μηλιαράκης και ντόπιοι συγγραφείς αναφέρονται σε ένα φαινόμενο που μαρτυρούν διηγήσεις χωρικών, το λεγόμενο Τριμέρι. Ανά 15ετία περίπου (1905, 1920, 1936) τα υπόγεια νερά υπερχειλίζουν και κατακλύζουν το πεδίο. Αυτό ασφαλώς συνηγορεί υπέρ της πρώτης ερμηνείας. Αλλά και τελευταίες επιστημονικές έρευνες καταλήγουν σε πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα: «Ο Ελβετός γεωλόγος-αρχαιολόγος Έμπερχαρντ Ζάνγκερ, με τη βοήθεια παλαιών δορυφορικών λήψεων, κατόρθωσε να λύσει το μυστήριο της περιοχής που υποτίθεται ότι ζούσε η Λερναία Ύδρα… Οι δορυφορικές απεικονίσεις έδειξαν ότι μια περιοχή στην Πελοπόννησο τροφοδοτείται από υπόγειες πηγές,  που διαδοχικά στέρευαν και επανεμφανίζονταν, όπως οι κεφαλές του μυθικού τέρατος, μεταβάλλοντας περιοδικά την τοποθεσία σε έλος. Σημαντική βοήθεια προσέφεραν στοιχεία από ραντάρ μακρών κυμάτων, τα οποία διείσδυσαν σε βάθος εδάφους 5 m. Oι δορυφορικές φωτογραφίες καθιστούν ευδιάκριτους υπόγειους δρόμους, κοίτες ποταμών και αρχιτεκτονικές κατασκευές» [58]. Αυτή η ανακάλυψη δικαιώνει το Σέρβιο.

 

Το τοπίο και το νερό

 

Στην άνυδρη Αργολίδα, η παρουσία τόσου νερού δεν πέρασε απαρατήρητη. Είδαμε πως ο Μελέτιος εύρισκε πιο λογικό να είναι το ποταμάκι της Λέρνας ο Ίναχος. Ο Παυσανίας και ο Απολλόδωρος θεωρούσαν πως μόνον εδώ υπήρχε νερό στην Αργία. Ο τελευταίος έγραψε χαρακτηριστικά πως: Θέρους δε αυά σφίσιν εστί τα ρεύματα πλην των εν Λέρνη [59]. Τα πολλά νερά έκαναν την περιοχή κατοικήσιμη από πολύ παλιά. Νότια του σημερινού χωριού των Μύλων, όπου και ο αρχαίος οικισμός της Λέρνας, ανασκάφτηκε νεολιθική εγκατάσταση, που ήκμασε στην αρχή του 3000 π.Χ. Παρά τον φοβερό μύθο της ύδρας, φαίνεται πως το νερό εδώ ήταν πόσιμο. Στο ερώτημα που τέθηκε μεταξύ των Δειπνοσοφιστών του Αθήναιου ποιο είναι το γλυκύτερο νερό, μερικοί  εγκωμίασαν αυτό της Λέρνας [60].

 

Ηρακλής και Ποσειδώνας. Maarten van Heemskerck (1498-1574). Λάδι σε ξύλο. Άμστερνταμ, Rijksmuseum.

 

Ο Πουκεβίλ περιγράφει τη λίμνη Λέρνη γεμάτη γλάρους, κορμοράνους και θαλασσινά πετροχελίδονα. Στις ακαθόριστες λόγω βλάστησης όχθες της είδε άγριες γλαδιόλες, σπάρτα, σκίνα και χορτάρια. Το ποταμάκι της λίμνης κινούσε μύλους και έδειχνε γεμάτο ψάρια. Ήπιε από το νερό της και παρά τα παράπονα των ντόπιων, του φάνηκε καθαρό, άποψη που την υποστηρίζει αναφέροντας ότι από εκεί ανεφοδιάζονται και τα πλοία με νερό …χωρίς να νοιάζονται ούτε για την Λερναία Ύδρα….ούτε για τις νοσηρές ιδιότητες που αποδίδονται στην λίμνη. O ίδιος όμως αντιφάσκει και ισχυρίζεται ότι η παράκτια ζώνη μεταξύ Ερασίνου και Απόβαθμου [61], μαστίζεται από μεφιτικές αναθυμιάσεις. Δεν πρέπει να μας παραξενεύει η αντίφαση αυτή. Ο Γάλλος συγγραφέας, φυλακισμένος στην Τριπολιτσά, έχοντας κάποια ευχέρεια κινήσεων συνέλεξε ελάχιστο υλικό για τον Μοριά, που το δημοσίευσε, διανθισμένο με κλεμμένες πληροφορίες από άλλους περιηγητές, στο αναξιόπιστο 5τομο Voyage en Moree,… (1805).

Πολύ νωρίτερα ο Πίρι Ρέις, μιλώντας για το Ναύπλιο, λέει πως μπορούν να αράξουν 600 καράβια, για τα οποία υπάρχει νερό: Είναι ένα ποταμάκι. Αν δεν εννοεί τον Ερασίνο, θα πρόκειται για την Αμυμώνη. Ο Κινέ δίνει την πιο γραφική περιγραφή: τρία ρυάκια μέσα σε αυλάκια κυλάνε με τρομερή ταχύτητα ανάμεσα στα ψηλά χορτάρια και χάνονται ανατολικά μέσα σ’ ένα έλος. Η Λερναία Ύδρα δεν έχει πια παρά αυτά τα τρία κεφάλια που κάνουν κάτι μύλους και γυρίζουν. Εκεί μέσα βουτούσαν μερικές καμήλες γονατισμένες κάτω από τα φορτία τους. Ο θόρυβος που κάνει αυτό το νερό, καθώς αναβρύζει από τα ριζά του βουνού, σκεπάζει τις φωνές των καμηλιέρηδωνΟ Belle μιλάει κι αυτός για τρεις πηγές, για γλάρους και αλκυόνες που πετούν πάνω από τη μέχρι διακόσια μέτρα πλάτος λίμνη και δίνει μια θλιβερή περιγραφή των περιοίκων που έχουν πληγεί από την ελονοσία. Ο Puckler μιλάει για τη λίμνη Λέρνα που ακόμα τώρα είναι μόνο ένας βούρκος. O Κόντογλου, μιλώντας για το κάστρο των Μύλων – εννοώντας αυτό που βρίσκεται πάνω στον Ποντίνο λόφο – λέει: Αποκάτω είναι ένα στενό πέρασμα ανάμεσα στο βουνό και στη θάλασσα, οι Μύλοι, που τρέχουνε τα πράσινα νερά (η Λέρνη).

Ο Φωτάκος περιγράφει τον ευρύτερο χώρο: Η θέσις αύτη των Μύλων είναι οχυρά εκ φύσεως, διότι μεσημβρινώς κείται η λίμνη, η Λέρνη λεγομένη, αρκτικώς είναι το μέρος βαλτώδες, προς ανατολάς η θάλασσα και προς δυσμάς υψούται το βουνόν, Πλεύρα καλούμενον. Η τοποθεσία υπήρξε στρατηγική κατά την επανάσταση του ’21 λόγω του πόσιμου νερού, της στενότητας της περιοχής, της γειτονίας με τις πόλεις του Άργους και του Ναυπλίου και διότι αποτελούσε δίοδο προς την Τριπολιτσά, της οποίας οι Μύλοι αποτελούσαν το επίνειο για τη μεταφορά εμπορευμάτων. Έτσι εδώ συγκεντρώθηκαν  αρκετές φορές στρατεύματα και καράβια, για να εφοδιασθούν με νερό.

Ο χώρος είχε διαμορφωθεί από τους Ενετούς και τους Τούρκους, με μάντρες, νερόμυλους, αποθήκες και με δεσπόζουσα την «κούλια», τον πύργο δηλαδή του αγά της Λέρνης. Το Ιούνιο του 1825 ο Μακρυγιάννης οχυρωμένος εδώ νίκησε τους άντρες του Ιμπραήμ, ο οποίος είχε εκστρατεύσει στην Αργολίδα. Όπως γράφει ο πρώτος στα απομνημονεύματά του, ταμπουρωμένος στον πύργο έκοψα και νερό από το μυλαύλακον και το πέρασα εις την κούλια κάτου από τη γη, νάχωμεν νερό… Κάποια στιγμή οι Έλληνες καταδιώκοντας τους Αιγύπτιους, βούτηξαν στα νερά μέχρι το λαιμό [62]. Σε λαϊκό πίνακα που αναπαριστά τη μάχη των Μύλων, φαίνονται οι εγκαταστάσεις της περιοχής και ο σύντομος ρους μέσα στους βαλτότοπους της Αμυμώνης και του Ποντίνου [63]. Διακρίνεται καθαρά και ένας νερόμυλος, που κινιόταν με τα νερά του τελευταίου.

 

Για τον Ηρακλή, που η καταγωγή του ήταν από το Άργος, οι Έλληνες έπλασαν αναρίθμητους μύθους και εξύμνησαν τα κατορθώματά του. Είναι γνωστοί οι άθλοι του. Πάλεψε με άγρια θηρία, με φοβερούς και τρομερούς αντιπάλους, ακόμη και στον Άδη κατέβηκε και τιθάσευσε τον κέρβερο. Στην εικόνα, ο Ηρακλής που ξεκουράζεται από το πολύμοχθο έργο του κάτω από τον ίσκιο μιας ελιάς, δέχεται την Αθηνά που του προσφέρει κρασί για να τον δροσίσει. Εσωτερικό ερυθρόμορφης κύλικας. Γύρω στο 470 π.Χ. Μόναχο, Staatliche Antikensammlungen.

 

Η σημερινή διαμόρφωση ελάχιστα θυμίζει το μυθικό παρελθόν. Βέβαια, και ο Παυσανίας βρήκε τη λίμνη μικρή, με διάμετρο μόλις το ένα τρίτο του σταδίου, με χλόη και σχίνα στις όχθες, εικόνα που μοιάζει με τη σημερινή, όμως η επέλαση των κατοίκων της περιοχής έχει σαρώσει τα πάντα.

Τα λιγοστά ερείπια του προϊστορικού οικισμού, το μισοεξαφανισμένο ρυάκι του Ποντίνου, η ελώδης λιμνούλα, το ρέμα της Αμυμώνης, που ακόμα τρέχει, νωχελικά στην αρχή και ταχύτερα όσο πλησιάζει στη θάλασσα, και τα δυσδιάκριτα από την πεδιάδα απομεινάρια του κάστρου Τσιβέρι στον Ποντίνο λόφο, δεν είναι αρκετά για να ανασυνθέσουν  το πανάρχαιο επιβλητικό τοπίο με το κατάρρυτο ιερό άλσος. Και ενώ οι αφέγγαρες νύχτες εδώ θυμίζουν ακόμα τους στίχους του Στάτιου: ...γύρω σε σκοτεινό μπλε ατσάλι τρέχει το ναρκωμένο ρυάκι της Λέρνας [64], τα βοσκήσιμα λιβάδια της Λέρνας, για τα οποία μιλάει ο Οβίδιος [65], ή τα βαθιά λειβάδια των ψηλών δασών, όπου η δροσερή Λέρνα, διάφανη με τα κρυσταλλικά τενάγη της του Σενέκα[66], έχουν χαθεί  …και η Αμυμώνη, πλανιέται θλιμμένη δίπλα στο ρυάκι που βρήκε [67]. Οι βιαστικοί ταξιδιώτες προσπερνούν ανυποψίαστοι, …κι ο Άδραστος στέλνει  ανιχνευτές να βρουν αν υπάρχουνε ακόμα οι λίμνες της Λίκυμνας[68] ή τίποτ’ απ’ τα νερά της Αμυμώνης, μα όλα απλώνονται στραγγισμένα από αθέατη φωτιά [69].

 

Υποσημειώσεις


 

[1]  Γιος του Σθενέλα, ένατος βασιλιάς της πόλης.

[2] Ο μύθος έχει πολλές παραλλαγές. Πάντως ο ήρωας μαζί με τις Δαναΐδες είναι συνδεδεμένος με επινοήσεις  του προϊστορικού πολιτισμού, ιδιαίτερα με συλλογή νερού, αρδεύσεις και κρήνες.

[3]  Υγίνος, Μυθ. 169.

[4]  Απολλόδωρος 2, 1, 4.

[5] «Αργοναυτικά», 203. Έργο αποδιδόμενο στον Ορφέα.

[6] Βλ. π. Ίναχος

[7] «Φοίνισσαι», 187.

[8] Στο 8, 371. Ο στίχος αυτός είναι άγνωστης προέλευσης, αν και ο Meineke θεωρεί ότι είναι διορθωμένο το 128 απόσπασμα Μerkelbache του Ησίοδου.

[9] «Θυέστης», 115.

[10] Θησαυρός  Ορτέλιου.

[11]  Ενάλιοι διάλογοι. «Τρίτων και Ποσειδών», 305.

[12]  Αίτια 66.

[13]  Πηγές στην Αργολίδα που ονομάστηκαν από τις κόρες του Δαναού.

[14] 5,17,11.

[15] «Ελληνική Ανθολογία», II, 62. Ο Χριστόδωρος ήταν επικός ποιητής από την Κοπτό της Αιγύπτου.

[16] «Μωρίας εγκώμιον»,  40.

[17] 8, 371.

[18] Ο  Παυσανίας (2, 4, 5) αναφέρει πηγή Λέρνα και στην Κόρινθο.

[19] Ίσως από τον Αλκυονέα, έναν από τους Γίγαντες που γέννησε η Γη. Ίσως όμως η ονομασία της λίμνης να σχετίζεται με την Αλκυόνη, θυγατέρα του Αιόλου που μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο θαλάσσιο πτηνό, ή μιαν άλλη Αλκυόνη, αδελφή του βασιλιά των Μυκηνών Ευρυσθέα. Τέλος, υπάρχει μια Πλειάδα Αλκυόνη, που ήλθε σε συνεύρεση με τον Ποσειδώνα. Επίσης, η βορειοανατολική απόληξη του Κορινθιακού κόλπου λεγόταν επίσης Αλκυονίς θάλασσα, από τα θαλασσοπούλια που ζούσαν εκεί.

[20]  2, 37, 1.

[21]  Φοίνισσαι 126. Σ’ αυτόν αποδιδόταν το χτίσιμο της Ακρόπολης του όρους Ποντίνος.

[22] «Ηρακλής μαινόμενος», 153.

[23]  8,368.

[24] «Αργοναυτικά», II, V, 496.

[25]  Σχόλια στην Βιργιλίου «Αινειάδα», XII, V, 518.

[26]  «Προμηθέας Δεσμώτης» 663 & 686-687.

[27]   30 &169.

[28]  Σχ. στην «Στάτιου Θηβαΐδα», II, V, 433.

[29] «Διονυσιακά», XXV, 196.

[30]  Θηβαΐς 1, 360 & 2, 376

[31]  Σελ.51, 23 έκδ. Westerman Μυθογράφοι

[32]  Σελ.350,20 και 350,23 Μυθογράφοι

[33]  «Αργοναυτικά» 3, 241.

[34]   Μετ.1, 702.

[35]  «Αινειάδα», XII, 518.

[36]  Μυθογράφοι σελ.348. 18

[37]  2, 37, 5-6.

[38]  Άλλες είσοδοι στην Πελοπόννησο ήταν στους ποταμούς Όλβιο και Νέδα.

[39] Αντώνιος (1841-1905). Ιστορικός που ασχολήθηκε με την Ελληνική Γεωγραφία. Βλ. βιβλιογραφία.

[40]  Παυσανίας, 2, 24, 2.

[41]  2, 37, 6.

[42]  2, 36, 7.

[43] «Περί Ίσιδος και Οσίριδος» σ. 364 F. Mε την υπόθεση αυτή έχει ασχοληθεί ο Nilson. Tον συσχετισμό με την πηγή του Αμφιαράειου πραγματοποιεί ο Κ. Ρωμαίος στο άρθρο του «Θρησκειολογικά προβλήματα σχετικά με την Λέρνα» στα  Πελοποννησιακά των 1978-‘79. Μπορεί κανείς να προσέξει τις αντιστοιχίες με την Ανάσταση του Χριστού, σύμφωνα με την Ελληνορθόδοξη παράδοση.

[44]  1, 34, 4.

[45]  Βιργίλιος «Αινειάδα», VI, 287.

[46]  Ο Κάδμος σκότωσε τον δράκο μιας πηγής στη θέση των Θηβών.

[47]  II, V, 2.

[48]  2, 37, 4

[49]  Σχετικό με τους άθλους του Ηρακλή, γράφτηκε τον 7ο π.Χ. αιώνα.

[50]  Σε πόρπες της γεωμετρικής εποχής.

[51]  Απολλόδωρος 2,77 κ.ε.

[52]  Παλαίφατος,

[53]  Οβίδιος, Διόδωρος Σικελιώτης (IV, 11, 5). Ευρυπίδης (Ηρακλής μαινόμενος 1190).

[54]  «Ηρακλής Μαινόμενος» 419 και 1274. Μυριόκρανον, Αμφίκρανον και παλιμβλαστή.

[55]  Στάτιου «Θηβαΐς», I, 385.

[56] Οπαδοί του Μεσσήνιου φιλόσοφου Ευήμερου του 4ου-3ου π.Χ.αιώνα, που έγραψε την περίφημη «Ιερά Αναγραφή», από την οποία ελάχιστα σώζονται και στην οποία κατέγραφε την θεωρία του ότι οι Θεοί ήταν κάποτε ισχυροί άνθρωποι. Θεωρήθηκαν εκπρόσωποι του αθεϊσμού.

[57] Σχόλιο στη Βιργίλιου «Αινειάδα», VI, 287.

[58] Αναδημοσίευση της «Ελευθεροτυπίας» της 17ης-7-’96 από το γερμανικό «Spiegel» .

[59] 2, 1, 4.

[60]  Αθήναιου «Δειπνοσοφισταί», 4, 156, e.

[61]  Ορμίσκος του Αργολικού, νοτίως της Λέρνης, σημείο αποβίβασης του Δαναού και των πενήντα θυγατέρων του, στον ερχομό τους από την Αίγυπτο.

[62] Βλ. Σ. Παναγιωτόπουλου «Η μάχη…».

[63] Δ. Ζωγράφου – Ι. Μακρυγιάννη, υδατογραφία – Γεννάδειος Βιβλιοθήκη. Συνοδεύεται από εκτενές επεξηγηματικό υπόμνημα.

[64] «Θηβαΐς», IV, 172.

[65] «Μεταμορφώσεις» I, 597.

[66] «Ιππόλυτος», 507.

[67]  Στάτιου «Θηβαΐς», VI, 288.

[68]  Η Ακρόπολη της Τίρυνθας.

[69]  Στάτιου «Θηβαΐς» IV, 735. Ο Άδραστος, βασιλιάς του Άργους, ήταν ένας από τους Επτά επί Θήβας.

 

Βιβλιογραφία σε μορφή pdf: Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας – Βιβλιογραφία

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

Σχετικά θέματα:

 

 

 

 

Read Full Post »

Αστερίων (Ποταμός)


 

Αστερίων: Ποταμός, οι κόρες του οποίου, Ακραία, Εύβοια και Πρόσυμνα, υπήρξαν οι παραμάνες της Ήρας, που τη μεγάλωσαν στον τόπο όπου αργότερα θα κτιστεί το ιερό της θεάς στο Άργος. Η κοίτη του ποταμού είναι ακόμη ορατή κοντά στο ιερό, ενώ από τις κόρες του παίρνει το όνομά του όρος απέναντι από τον ναό (Ακραία), η περιοχή γύρω από τον ιερό χώρο (Εύβοια) και η περιοχή κάτω από αυτή την τοποθεσία (Πρόσυμνα).

 

Ο ποταμός και οι κόρες του

 

Καταδικασμένος από τον Θεό της θάλασσας, όταν αυτός διεκδικούσε από την Ήρα το Άργος, όπως και οι άλλοι δυο διαιτητές, ο Ίναχος και ο Κηφισός, έχασε τα νερά του.  Είχε όμως τρεις κόρες: Τις Εύβοια, Ακραία και Πρόσυμνα [1], τροφούς της Ήρας. O Aστερίων, όπως και ο Ίναχος αλλά και ο κοντινός Ασωπός είχαν πολλά παιδιά και σ’ αυτούς πρέπει να αναφέρεται ο Χορός των Δαναΐδων, όταν προτρέπει να δοξάζεται το Άργος και οι πολύτεκνοι ποταμοί που λιπαίνουν το χώμα της γης του [2]. Οι κάτοικοι της περιοχής τίμησαν τις θυγατέρες του ποταμού τους, δίνοντας τα ονόματά τους αντίστοιχα, στο βουνό που υψώνεται πάνω από το ιερό της θεάς, στον απέναντι ανατολικό λόφο και στον χώρο κάτω από το ιερό. Πιστεύεται πως στην περιοχή υπήρξε και προϊστορική εγκατάσταση με το όνομα της Πρόσυμνας. Ο Πλίνιος [3] αναφέρει στην Αργολίδα βουνό Αστερίωνα, αλλά πιθανότατα πρόκειται για λάθος.

Ο Στάτιος [Πόπλιος Παπίνιος Στάτιος περ. 45 – περ. 96 μ.Χ.) ήταν Ρωμαίος ποιητής της λεγόμενης «Αργυρής Εποχής» της λατινικής λογοτεχνίας], κάνει τρεις αναφορές στην «Θηβαΐδα» του στον Αστερίωνα. Με την αιθεροβάμονα υπερβολή των γοητευμένων από μια Ελλάδα, που δεν την είχαν επισκεφτεί, Ρωμαίων ποιητών, δημιουργεί την εξωπραγματική εντύπωση ότι πρόκειται για μεγάλο ποτάμι. Έτσι μιλάει για την στρατιά αυτών που τη γη τους κυκλώνει ο γοργός Αστερίων [4], τον οποίο αλλού παρομοιάζει με …κυματισμένη θάλασσα [5].

Ο Νόννος [Ο Νόννος ο Πανοπολίτης ήταν σημαντικός Χριστιανός Έλληνας επικός ποιητής και συγγραφέας από την Πανόπολη (τη σημερινή Αχμίμ) της Άνω Αιγύπτου], κάνει μια μακάβρια αναφορά στον ποταμό, όταν μιλάει για την άφιξη του Βάκχου στην Αργολίδα. Ο Θεός τρέλανε τις γυναίκες του Άργους κι αυτές σκότωναν τα παιδιά τους: Ο Αστερίων, που σ’ αυτόν συχνά οι νέοι κόβαν τον ανθό των λιπότριχων κροτάφων τους σαν πρώτο καρπό της ώριμης ήβης, τώρα δεχόταν τα ίδια τα παιδιά κι όχι πια των μαλλιών τους βοστρύχους [6].

 

 Η Κλεισούρα

 

Ο Αστερίων, για τον οποίο ο Παυσανίας [7] λέει ότι ρέει πέρα από το Ηραίο και πως τα νερά του εξαφανίζονται σε φαράγγι, απετέλεσε το αντικείμενο της έρευνας πολλών ξένων, που ψάξανε να εντοπίσουνε τον μυθικό ποταμό. Μια εύκολη λύση ήταν η αναζήτησή του στον χώρο του Ηραίου. Ο Mure, μιλώντας για τον λόφο της Ήρας, παρατηρεί ότι στην ανατολική του πλευρά που προστατεύεται από απότομο γκρεμό βρίσκεται η κοίτη του Αστερίωνα, που βαθμιαία εξαφανίζεται στη διψασμένη γη,  που την καταπίνει χωρίς να αφήνει ίχνη επικοινωνίας με τη θάλασσα, ακολουθώντας την κοινή μοίρα των ρεμάτων που περιβάλλουν το αργολικό πεδίο. Tην άποψη αυτή καταγράφει και ο Frazer, ονομάζοντας το ρέμα αυτό Γλυκειά [8].

Ο Steffen βρίσκει λογικότερο να ονομαζόταν Αστερίων το μεγάλο ρέμα της Κλεισούρας, που ρέει ανατολικότερα σε ικανή απόσταση από το Ηραίο. Προβάλλει δυο επιχειρήματα. Πρώτο: ο χείμαρρος αυτός τροφοδοτείται από τους λόφους της Εύβοιας και της Ακραίας, που έχουν τα ονόματα των ποταμίων θυγατέρων. Δεύτερο: ένα τόσο ασήμαντο χαντάκι, όπως αυτό του Ηραίου, δεν μπορεί να είναι ένας από τους τρεις ποταμούς, που ο Παυσανίας υπονοεί ότι ήταν οι σημαντικότεροι της Αργολίδας.

Το ρέμα αυτό, με την ευρεία τάφρο, ξεκινά από την περιοχή δυτικά του κάστρου του Αγιονορίου. Διασχίζει άγριο, άνυδρο και ερημικό τοπίο, περνάει από το χωριό Λίμνες και ρέει παράλληλα στον ορεινό δρόμο Αγιονορίου – Πρόσυμνας – Χώνικα [Νέο Ηραίο], δηλαδή στη σημαντική αρχαία οδό της Κοντοπορίας, που ονομαζόταν έτσι γιατί συντόμευε μέσα από τα βουνά τη διαδρομή Άργους – Κορίνθου. Έχοντας στα δεξιά του το ύψωμα της Εύβοιας με το Ηραίο και αριστερά τον λόφο της Ακραίας με την απότομη κορυφή, φτάνει στη βαθειά και απότομη Κλεισούρα της Πρόσυμνας (τ. Μπερμπάτι), περνώντας κάτω από πέτρινη τρίτοξη γέφυρα.

Λίγο πριν έχει δεχτεί τα νερά της ρεματιάς Κεφαλάρι, που κατηφορίζει από το ύψωμα του Δαφνιά, νότια του χωριού Άγιος Βασίλειος.  Στην αρχή και στο τέλος του Κεφαλαριού βρίσκονται ερείπια παλιών μύλων, που κινούσαν οι πηγές της ρεματιάς. Η νοτιότερη από αυτές με το όνομα Μαστός [9], πρέπει να είναι αυτή που μνημονεύει ο Αθήναιος [10], λέγοντας πως ανεβαίνοντας προς την Κόρινθο την ακρώρεια υπήρχε κρήνη, που έβγαζε νερό ψυχρότερο κι από το χιόνι. Έτσι ή αλλιώς, θα επρόκειτο για πηγή που κατέληγε στον Αστερίωνα, αφού αυτός είναι ο φυσικός αποδέκτης όλων των νερών του τμήματος αυτού της Κοντοπορίας.

 

«Σκηνικόν στον δρόμον από Ναυπλίου προς Κόρινθον», J. B. Bentley από το βιβλίο του Christopher Wordsworth, Greece Pictorial, Descriptive and Historical. London 1844.

 

Βγαίνοντας από τη στενωπό στην πεδιάδα, σκορπίζει στους πορτοκαλεώνες της εξ αιτίας της ονομαζόμενης περιοχής «Κατεβασιές» του Χώνικα, χωρίς να καταφέρει να συναντήσει τον Ίναχο, προς τον οποίο κατευθύνεται, πράγμα που όμως φαίνεται να κατορθώνει στους χάρτες των Seutter και Lotter. Φαίνεται, πάντως, ότι ποτέ δεν κατέληγε στη θάλασσα. Ο περιηγητής βεβαιώνει ότι τα νερά του, αν βρέξει ο Θεός, εξαφανίζονται μέσα σε φαράγγι, εννοώντας τη σημερινή Κλεισούρα. Στην αρχαιότητα η κοίτη του στην πεδιάδα ήταν γεμάτη καλάμια: Και δόνακι πλήθοντα λιπών ρόον Αστερίωνος [11].

Η αδιέξοδη πορεία του προκάλεσε τον Αύγουστο του 1912 μεγάλες πλημμύρες και οδήγησε στην καταστροφή καπνοφυτειών, αμπελιών και σπιτιών. Το φαινόμενο «τριμέρια», παρουσιάζει έξαρση στις όχθες του, στις οποίες ξεπηδούσε νερό, μετά από δυνατή βροχή. Παλιότερα κινούσε 4 μύλους, χάρις προφανώς στα νερά του Κεφαλαριού.

Ο Steffen είδε και στις δυο πλευρές της χαράδρας αυλάκια νερού και ερειπωμένους μύλους. Ίχνη του ενός υπάρχουν και σήμερα αμέσως δεξιά μετά τη γέφυρα. Σημειώνει πάντως πως τα νερά του χάνονταν πέντε λεπτά δρόμο, μετά την είσοδό τους στην Κλεισούρα, μέσα στις πέτρες και τα χαλίκια της κοίτης.

Στις 28 Ιουλίου 1822, δυό μέρες μετά την καταστροφή στα λίγο δυτικότερα Δερβενάκια, ο Δράμαλης, προερχόμενος από τη «Γλυκειά» (Τίρυνθα;), όπου είχε αποσυρθεί, έφτασε στην Κλεισούρα του Μπερμπατιού κατευθυνόμενος προς την Κόρινθο. Λίγο βορειότερα, κοντά στην κοίτη του Αστερίωνα, προς το μέρος του Αγιονορίου τον περίμεναν οι Έλληνες. Ο πασάς έστειλε ένα μικρό απόσπασμα προς τους τελευταίους για να τους παραπλανήσει, ενώ ο κύριος όγκος του στρατού του στράφηκε δυτικότερα προς το Στεφάνι.

 

 Ένα βοτάνι

 

Το βοτάνι Αστερίων σε αγγλικό χειρόγραφο των τελών του 12ου αιώνα.

Ο  Παυσανίας σημειώνει ότι στις όχθες του φυτρώνει βοτάνι με τ’ όνομα Αστερίων, που το προσφέρουν στην Ήρα, πλέκοντας  ταυτόχρονα και στεφάνια γι’ αυτήν με τα φύλλα του. Ο Ευστάθιος [12] γράφει πως το βότανο χρησιμοποιείτο σε καθαρτήριες τελετές, συγχέοντας πιθανότατα τον Αστερίωνα με το Ελευθέριο. Ίσως το φυτό να είναι ο αστερίσκος του Θεόφραστου [13]. Ο Διοσκορίδης [14], επίσης, αναφέρεται στον Αστερίσκο ή Αστέρα Αττικό, για τον οποίο αναφέρει ότι φύεται σε τόπους τραχείς και πετρώδεις, έχει φυλλάρια όμοια με άστρο, άνθος μήλινον (κιτρινωπό) ώσπερ ανθεμίδος (χαμομηλιού) και θεραπεύει παθήσεις του στομάχου και των βουβώνων, φλεγμονές των οφθαλμών και τις προσπτώσεις της έδρας. Ο Sibthorp [15] καταγράφει φυτό Aster που υπάρχει στα νησιά μας και στον Αργολικό κάμπο. O Γερμανός βοτανολόγος Ηeldreich, που μελέτησε διεξοδικά την ελληνική χλωρίδα, κατατάσσει τον Αστερίσκο του Διοσκουρίδη σε ένα είδος ποώδους Νεκρανθέμου (calendula arvenris bicolor-καλανδίς).  Στο είδος αυτό πιθανολογεί ο γεωπόνος Π. Γεννάδιος ότι ανήκει ο Αστερίων του Παυσανία. Τέλος φαίνεται καταλυτική η μαρτυρία του καθηγητή Αρβανιτόπουλου, πως εντόπισε στην ευρύτερη περιοχή του Ηραίου πόα, που οι χωρικοί αποκαλούν «αστράκι».

 

Η προέλευση του ονόματός του

 

Από πού πήρε το όνομα ο ποταμός; Ίσως από το αστεροειδές βοτάνι, που ήταν ιδιαίτερα γνωστό, αφού όπως φαίνεται δεν άνθιζε μόνο στις όχθες του. Αν πάλι αναζητήσουμε πρόσωπα με το όνομα αυτό, θα βρούμε τον Αστερίωνα, τον γνωστό Μινώταυρο της Κρήτης, γιο της Πασιφάης και ενός ταύρου. Το πώς το μακρινό τέρας έδωσε το όνομά του στον ποταμό, μπορεί να εξηγηθεί μέσω της κρητικής επίδρασης στα Αργολικά τοπωνύμια, της μυθολογικής σύνδεσης Αργολίδας-Κρήτης [16] και επιπλέον, από την συνήθη πρoσωποποίηση των ποταμών με μορφή ταύρου. Ακόμη και η εξαφάνιση του ποταμού στο φαράγγι μπορεί να δημιουργούσε στους ντόπιους συνειρμούς με τον λαβύρινθο. Τέλος, αναφέρεται και μία Δαναΐδα με το όνομα Αστερία [17]. Δεδομένου ότι, όπως είπαμε μιλώντας για την Αμυμώνη, κάμποσες πηγές του Άργους ήταν επώνυμες των θυγατέρων του Δαναού, η τελευταία αυτή εκδοχή δεν είναι απορριπτέα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Παυσανίας, 2,17, 1.

[2] Αισχύλου «Ικέτιδες», 1016.

[3] «Φ. Ιστ.», IV, 17.

[4]  IV, 119..

[5]  ΙV, 711,  122.

[6]  XLVII, 493.

[7] 2, 17, 2.

[8] Έτσι αποκαλείται όμως μια πηγή γλυφού νερού στους πρόποδες του προφήτη Ηλία του Ναυπλίου, που ονομάστηκε έτσι κατ’ ευφημισμόν και η οποία έχει δώσει το όνομά της και σε τμήμα της παραλιακής έκτασης.

[9] Ονομασία και των πηγών της Αμυμώνης.

[10] Β΄, 43,e. Λέει πως βρήκε την πληροφορία στον βασιλιά Πτολεμαίο. (Α΄ ο Σωτήρ, συγγραφέας του «Περί των πράξεων του Αλεξάνδρου»).

[11] Το απόσπασμα διασώζει και αποδίδει στον Καλλίμαχο το Μ. Ετυμολογικό στο λήμμα Δόναξ.

[12] Σχόλια στην  «Οδύσσεια», xxii, 48, i.

[13] «Ιστ. Φυτών» Δ, 12, 2.

[14] «Περί ύλης Ιατρικής» 1, 4, 120. Ο συγγραφέας (1ος μ.Χ. αιώνας) θεωρείται θεμελιωτής της Φαρμακολογίας. Στο 5τομο έργο του ασχολείται με τα θεραπευτικά φυτά.

[15] 2073, Syngenesia Polygamia Superflua-Inula. Bοτανολόγος, καθηγητής της Οξφόρδης, που το 1786 και το 1794 ταξίδεψε στην Ελλάδα, μελετώντας τα φυτά που αναφέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς.

[16] Βλ. π. Ίναχος.

[17] Απολλόδωρος, II, I, 5.

 

Βιβλιογραφία


 

  • «Παυσανίου – Ελλάδος περιήγησις, Αττικά, Κορινθιακά, Λακωνικά, Αρκαδικά, Μεσσηνιακά, Αχαϊκά, Ηλειακά», Ν.Δ. Παπαχατζή, Εκδοτική Αθηνών, 1976, 1979,  1980.
  • Αισχύλου, «Αποσπάσματα» Εκδ. Κάκτος, Αθήνα, 1992.
  • Statius, «Silvae-Thebaid i-iv», J.H.Mozley, The Loeb Cl.Lib. London MCMLXI.
  • Statius, «Thebaid v-xii-Achilleid», J.H.Mozley, The Loeb Cl.Lib. London MCMLXI.
  • Nonnos, «Dionysiaca», Loeb Cl. Library. Vol. Ι, ΙΙ, ΙΙΙ. London MCMLXXXIV.
  • Eustathii Archiepiscopi Thessalonicensis, «Commentaris ad Homeri Iliadem Pertinentes», Marchinus van der Valk. Volumen Α-Δ. Lugduni Batavorum 1971-Leiden 1987.
  • Διοσκουρίδης, «Περί ύλης Ιατρικής», Sprengel 1830, τ.25-26 συλλογή Ελλήνων γιατρών του Κυν.
  • Sibthorp Johannes, «Florae Graecae», Vol. II, Londini M DCCC XIII.
  • Apollodorus, «The Library», Sir James George Frazer. Vol. I. II. The Loeb Classical Library. London, MCMLXI. MCMLVI.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »