Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άργος’

Κατοχικές μνήμες στην Καρυά Αργολίδας – Σπύρος Κ. Καραμούντζος


 

Φτώχεια, πείνα, ξυπολυσιά, μπαλωμένα ρούχα, συγκατοίκηση με τα ζώα, ελλείψεις τροφίμων και φαρμάκων, αρρώστιες,  βασικές στερήσεις αγαθών… Τη ζωή της κατοχής θυμάται και γράφει ο  Σπύρος Κ. Καραμούντζος μέσα στις σελίδες του βιβλίου του  «Λόγια Καρυάς – Παιδικές Αναμνήσεις και αναφορές 1930-1950», », σελ. 213-217, που εκδόθηκε το 2007.

 Σε σημείωσή του ο συγγραφέας μας πληροφορεί ότι έπεται άλλο βιβλίο στο οποίο καταγράφονται τα γεγονότα της κατοχής, της αντίστασης και του εμφυλίου.

 Όμως επανέρχεται ένα χρόνο αργότερα και με άρθρο του στην Εφημερίδα «Καρυά» Φύλλο 16, Αύγουστος 2008, «ζωντανεύει» την σύλληψη και την εκτέλεση από τους Γερμανούς του θείου του, αδελφού του πάτερά του, δασκάλου του χωριού Σπύρου Ι. Καραμούντζου…

 

Όσοι ζήσαμε τα χρόνια εκείνα και μάλιστα ως παιδιά βιώσαμε καταστάσεις απίστευτες στους νεότερους με τα σημερινά δεδομένα. Όταν τους τα διηγείσαι, τα θεωρούν γεροντικά παραμύθια. Στην πραγματικότητα ήμασταν μία γενιά άλλης εποχής και σε πολλά «άτυχη» και «τυχερή» συνάμα.

Και τούτο, γιατί καταστάσεις και γεγονότα όπως πόλεμος, Κατοχή, Εμφύλιος, φτώχεια, πείνα, ξυπολυσιά, μπαλωμένα ρούχα, συγκατοίκηση με τα ζα, ψείρες, ρόγιασμα παιδιών, βασικές στερήσεις αγαθών (βιβλίων κ.ά.), ελλείψεις τροφίμων και φαρμάκων, αρρώστιες κ.λπ. δεν είναι λέξεις κενές περιεχομένου, είναι βιώματα από κούνια, που ευχόμαστε να μην τα ζήσουν άλλα παιδιά στην πατρίδα μας και σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Απ’ ό,τι μαθαίνουμε όμως τα ίδια και χειρότερα συμβαίνουν σε πολλές υπανάπτυκτες περιοχές της Αφρικής και της Ασίας.

Ο συγγραφέας Σπύρος Καραμούντζος σε ηλικία 13 ετών στο Άργος, το 1945.

Αναφέροντας όμως παραπάνω και το χαρακτηρισμό «τυχερή γενιά», εννοώ ότι αφού περάσαμε και επιζήσαμε μέσα από τις συμπληγάδες τόσων κακών, μάθαμε από μικρή ηλικία ν’ αντιμετωπίζουμε δυσκολίες, ν’ αντέχουμε στις κακουχίες, να μην κάνουμε σπατάλες, να πίνουμε νερό και να κοιτάζουμε και το Θεό, να λέμε το ψωμί ψωμάκι, να είμαστε ολιγαρκείς και σε κάθε αναποδιά να λέμε και το μη χειρότερα. Κανένα σχολείο δε σ’ τα μαθαίνει όλα αυτά.

Ένα από τα κακά που βιώσαμε στην περίοδο του πολέμου, της κατοχής και του εμφυλίου, δηλαδή όλη τη δεκαετία 1940-1950, ήταν μαζί με το φόβο και την ανασφάλεια η έλλειψη των πιο βασικών ειδών διατροφής. Όταν αναφερόμαστε στην πείνα, που περάσαμε στο χωριό μας, εννοούμε την έλλειψη, για μεγάλα διαστήματα, κυρίως του ψωμιού.

Φυσικά δε γίνεται σύγκριση με την πείνα και τις άλλες δυσκολίες που αντιμετώπισαν τα παιδιά και όχι μόνο στις πόλεις, αλλά εγώ θ’ αναφερθώ στη δική μας πείνα, όπως τη θυμάμαι στο σπίτι μας και στο χωριό μας γενικότερα.

Με την έναρξη του πολέμου (Οκτώβρης 1940), όλοι οι νέοι άνδρες του χωριού μαζί και με τα άλλα «της Ελλάδας παιδιά» επιστρατεύτηκαν, αφήνοντας τα δικά τους παιδιά, τις γυναίκες και τους ηλικιωμένους γονείς και σε λίγες ημέρες βρέθηκαν στα σύνορα Ελλάδας – Αλβανίας, για να αντιμετωπίσουν τον πανίσχυρο σε οπλισμό ιταλικό στρατό του Μουσολίνι, που με ιταμότητα ζήτησε να καταλάβει την πατρίδα μας.

Εκεί είπαν, ως γνήσιοι απόγονοι των ηρώων του Λεωνίδα που έπεσαν στις Θερμοπύλες, των Σαλαμινομάχων, των Μαραθωνομάχων και των αγωνιστών του 1821, το δικό τους ΟΧΙ στους επιδρομείς. Φώναξαν «αέρα!», ελευθέρωσαν πολλά χωριά και πόλεις της Βορείου Ηπείρου, μάλιστα ειπώθηκε ότι «οι ήρωες πολεμούσαν σαν Έλληνες», και ενώ ήταν έτοιμοι να ρίξουν τους Ιταλούς στη θάλασσα αναγκάστηκαν, λόγω της επίθεσης που δέχτηκε η Ελλάδα από τις γερμανικές ορδές του Χίτλερ στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, να επιστρέφουν με ψηλά το κεφάλι στα χωριά τους, όσοι φυσικά επέζησαν.

Διέσχισαν με τα πόδια ολόκληρη την Ελλάδα άοπλοι, πεινασμένοι, με τραύματα, ηττημένοι μεν αλλά περήφανοι και δοξασμένοι, γιατί κάνανε το καθήκον τους στο ακέραιο και γιατί γράψανε με το αίμα και τον ηρωισμό τους το ένδοξο Έπος της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας.

Στον πόλεμο αυτό επιτάξανε και όλα τα μουλάρια, που βοήθησαν κι αυτά τους στρατιώτες μας στην πρώτη γραμμή του Μετώπου. Ήταν αυτά που εντυπωσίασαν πολλούς από τους ζωγράφους του πολέμου και τα απαθανάτισαν με το χρωστήρα τους φορτωμένα με πολεμοφόδια ή και τραυματίες να ανεβοκατεβαίνουν στις χιονισμένες και κακοτράχαλες αλβανικές οροσειρές.

Όπως είναι σε όλους γνωστό, από το τέλος της Άνοιξης του 1941 που τελείωσε ο πόλεμος στο Μέτωπο, η πατρίδα μας έζησε, κάτω από την μπότα του Φασισμού και του Ναζισμού, τέσσερα πολύ δύσκολα κατοχικά χρόνια.

Επειδή όμως «ο τράχηλος του Έλληνα ζυγό δεν υποφέρει», συνήλκε γρήγορα από το κακό που τον βρήκε, αντιστάθηκε και συνέχισε τον πόλεμο κατά των κατακτητών. Με όποια προβλήματα και προδοσίες οργανώθηκαν οι Έλληνες στις πόλεις και στη συνέχεια ανέβηκαν αντάρτες στα βουνά. Από εκεί, σαν άλλοι ήρωες του 1821, με ενέδρες, επιθέσεις και σαμποτάζ κάνανε δύσκολη τη ζωή και την παραμονή των επιδρομέων στην πατρίδα μας. Με τα κατορθώματα τους επηρέασαν τις εξελίξεις και σε άλλα μέτωπα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η Εθνική Αντίσταση των Ελλήνων κατά των Ναζιστών και Φασιστών, την περίοδο 1941-1944, δεν υστερεί σε τίποτα από τους άλλους απελευθερωτικούς αγώνες της πατρίδας μας. (Η Κατοχή, ο Ανταρτοπόλεμος, ο Εμφύλιος και φυσικά όσα συνέβηκαν και αφορούν το δικό μας χωριό, είναι κεφάλαια ενός άλλου βιβλίου μου, που θα κυκλοφορήσει αργότερα).

Τα όσα έγραψα παραπάνω, όπως ήταν και φυσικό, επηρέασαν αρνητικά τη μέχρι τότε φυσιολογική ζωή των νοικοκυριών του χωριού μας και γενικότερα όλων των Ελλήνων.

Τα χωράφια και τ’ αμπέλια δεν καλλιεργούνταν πια, όπως πρώτα. Το έργο των τσοπαναραίων έγινε πιο δύσκολο. Το εργατικό δυναμικό και κατά κύριο λόγο οι άνδρες δεν μπορούσαν να πηγαινοέρχονται στη Βόχα, στη Βοϊστίτσα και σ’ άλλα εύφορα μέρη για μεροκάματο. Τα μουλάρια τους χαθήκανε στο Μέτωπο. Από τα λιγοστά τους εισοδήματα η Δεκάτη έπαιρνε το δικό της χαράτσι. Οι διορισμένοι δεκατιστές εισέπρατταν το δέκα τοις εκατό από όλες τις παραγωγές, για λογαριασμό των κατακτητών. Οι ελλείψεις στην αγορά, στα μαγαζιά, όλων των αγαθών και κυρίως των τροφίμων πρώτης ανάγκης, δεν άργησαν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους.

Οι μαυραγορίτες, το κατακάθι αυτό της κοινωνίας, με την ανοχή των κατακτητών και των πουλημένων συνεργατών τους, κάνανε χρυσές δουλειές σε βάρος των φτωχών και ανυπεράσπιστων ανθρώπων.

Οι δημόσιες υπηρεσίες, τα σχολεία και τα δικαστήρια υπολειτουργούσαν. Δε λειτουργούσαν καλά σε ομαλές συνθήκες, σκεφτείτε τότε. Ήταν καλά να μην πάθαινε κανείς τίποτα, γιατί αδίκως θα προσπαθούσε να βρει το δίκιο του.

Η φτώχεια μέρα με την ημέρα έκανε την εμφάνισή της και χτύπαγε την πόρτα όλων ανεξαιρέτως των σπιτιών. Σιγά σιγά συγκατοικούσε, χωρίς να μπορούσαν να την καταπολεμήσουν. Δεκάρα τσακιστή δεν είχαν οι γονείς μας, όχι για ψώνια, αλλά ού­τε και για ν’ ανάψουν κερί στην εκκλησία. Το σιτάρι που κάνανε δεν έφτανε για όλο το χρόνο. Δεν τους έμενε ούτε λίγος σπόρος για τη νέα σπορά. Για λάδι δε γίνεται λόγος, ήταν είδος πολυτελείας και δυσεύρετο.

Αν η πείνα αντιμετωπίζεται δύσκολα από τους μεγάλους, σκεφτείτε πόσο μεγάλο και, ανυπόφορο κακό είναι για τα μικρά παιδιά. Γι’ αυτό μερικές οικογένειες και μάλιστα από τις πολύτεκνες, που ήταν και οι περισσότερες του χωριού, με πέντε παιδιά κατά μέσο όρο, για να ταΐσουν και για να χορτάσουν τα πεινασμένα στόματα, ρόγιαζαν ένα δύο παιδιά, αγόρια και κορίτσια, δέκα δώδεκα χρόνων, ως κοπέλια και υπηρέτες, σε εύπορα σπίτια του κάμπου. Εκεί με τις μικροδουλειές που κάνανε, εξασφάλιζαν το ψωμάκι τους, ένα ζευγάρι παπούτσια και κανά ρουχαλάκι. Πολλές φορές μάλιστα βοηθούσαν να τα φέρει πέρα με τρόφιμα και η υπόλοιπη οικογένεια.

Μετά το χειμώνα οι νερόμυλοι του χωριού μας δεν άλεθαν σιτάρι. Μόνο κριθάρι, βρώμη και αραποσίτι εδώ κι εκεί. Οι γυναίκες ζυμώνανε μόνο κριθαρένιο μαύρο ψωμί και μπομπό­τα που σκόρπαγε και δε γινότανε κανονικό καρβέλι. Μερικές οικογένειες, από άγνοια, φάγανε λαθούρια, με αποτέλεσμα, τα παιδιά κυρίως, να πάθουν λαθουρισμό, δηλαδή μία αρρώστια με νευρολογικές και κινητικές διαταραχές.

Άλλες οικογένειες αντί για ψωμί τρώγανε τα χρόνια εκείνα βελανίδια, όπως και τα γουρούνια. Τα μαζεύανε από κάτι ήμερες βελανιδιές στο Μάζι και τα έψηναν στη θράκα ή τα άλεθαν και τα έκαναν ένα είδος ψωμιού. Ήταν πολύ πικρά και τα γλύκαιναν με λίγες μαύρες σταφίδες, αν είχαν.

Στο δικό μας σπιτικό δοκιμάσαμε κι εμείς τα βελανίδια και την μπομπότα, για να κάνουμε οικονομία στο κανονικό ψωμί.

Η αλήθεια είναι ότι στο χωριό μας, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, δεν πείνασε ο κόσμος, με την κυριολεξία του ρήματος αυτού. Για το λόγο αυτό, πολλοί συχωριανοί μας γύρισαν από τις πόλεις πίσω στο χωριό, για ν’ αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της πείνας. Όλο και κάτι έβρισκαν για φαγητό. Λίγο γάλα από τις γίδες για τα παιδιά, κανένα φρέσκο αβγό, χυλοπίτες, τραχανά και άλλα.

Κρέας, εδώ κι εκεί, έτρωγε κανείς απ’ ό,τι ζωντανό είχε στο σπιτικό του, κυρίως κότα. Θυμάμαι ότι εμείς τα παιδιά και όχι μόνο στήναμε παράνομα στα μονοπάτια θηλιές από σύρμα και πιάναμε πού και πού κανένα λαγό. Από τότε έχω να φάω πάλι.

Οι γυναίκες τότε μαζεύανε στα χωράφια λάχανα που δεν ήταν μόνο πικρά, αλλά πώς να τα έτρωγες χωρίς λάδι και χωρίς ψωμί. Επίσης από τον κήπο, ανάλογα με την εποχή, όλο και βρίσκανε κανά κολοκύθι, αραποσίτια και κυρίως βλίτα. Από φρούτα δεν είχαμε παράπονο. Αν ξέπεφτε κανένα πορτοκάλι, το μοιράζαμε όλη η οικογένεια. Γκόρτσα και μούρες τρώγαμε τόσα που στο τέλος μας έκοβαν. Δεν είχε άδικο η μάνα, που έλεγε: Φάε μούρες, πιες νερό κι έβγα στο προ­σηλιακό, να δεις θέρμες και κακό. Το καλοκαίρι πάντως όλο και απολαμβάναμε, πριν καλά καλά γίνουνε, σύκα και σταφύλια.

Η ζάχαρη κι εκείνη στη μαύρη αγορά κι αν βρισκότανε. Γι’ αληθινό καφέ δε γίνεται λόγος. Οι γυναίκες καβουρδίζανε λίγο κριθάρι και ξεγελιόντουσαν ότι πίνανε καφέ.

Από τη φτώχεια και την ασιτία χτύπησε πολύ κόσμο, ιδίως τους εξασθενημένους οργανισμούς των ηλικιωμένων, η φυματίωση (χτικιό τη λέγανε). Από τις χειρότερες και αθεράπευτες αρρώστιες της εποχής. Πέθαιναν οι δυστυχείς αβοήθητοι και απομονωμένος με το φόβο μήπως κολλήσουν κι άλλοι άνθρωποι. Επίσης η ελονοσία, το καλααζάρ κ.λπ. κάνανε θραύση και λεφτά δεν υπήρχαν, για να αγοράσει κανείς κινίνο και άλλα φάρμακα. Ο θάνατος παραμόνευε παντού.

Τα χρόνια της Κατοχής δεν αντιμετωπίσαμε μόνο τη φτώχεια, τις αρρώστιες και την όποια πείνα περιέγραψα παραπάνω. Ήταν ακόμα και τα χρόνια που όλους «μας έσκιαζε η φοβέρα και μας πλάκωνε η σκλαβιά». Είχαμε μεγάλο φόβο ακόμη και στα σπίτια μας και τα κλειδαμπαρώναμε. Τα βράδια δεν κυκλοφορούσε ο κόσμος στους δρόμους. Δεν ξέραμε αν κάποιος κτυπούσε την πόρτα μας, αν ήταν Γερμανός, Ιταλός, Ταγματασφαλίτης ή Αντάρτης.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που ερχόντουσαν και φυσικά δεν έφευγαν με άδεια τα χέρια. Πρώτη προτίμηση είχαν στις κότες, στα κατσικάκια και σε ό,τι άλλο φαγώσιμο. Φυσικά μέναμε κι ευχαριστημένοι, γιατί μπορούσαν να μας κάνουν και κάτι χειρότερο. Για το λόγο αυτό οι πιο πολλές οικογένειες κοιμόντουσαν, καιρού επιτρέποντος, μακριά από τα σπίτια τους στα χωράφια μαζί με τα ζωντανά τους.

Εμείς τα παιδιά βλέποντας, ακούγοντας και βιώνοντας τα δεινά της Κατοχής, δεν είχαμε πια όρεξη για γέλια και παιγνίδια. Ήμασταν γεμάτα θυμό και μίσος προς τους κατακτητές και ονειρευόμασταν τη στιγμή που θα ζούσαμε ελεύθερα και πάλι.

Μετά από τόσα χρόνια που πέρασαν μέχρι σήμερα, η μαύρη Κατοχή, όπως αποκλήθηκε, δεν μπορεί και δεν πρέπει να ξεχαστεί από κανέναν Έλληνα. Από μένα σίγουρα όχι.

 

Η εκτέλεση του Δάσκαλου Σπύρου Ι. Καραμούντζου*…

 

Ο Δάσκαλος Σπύρος Καραμούντζος του Ιωάννου (1908- 1944). Με άλλους συχωριανούς του εκτελέστηκε από τους Γερμανούς κατακτητές, στις 5 Αυγούστου 1944.

Ο Δάσκαλος Σπύρος Καραμούντζος του Ιωάννου και της Σοφίας, γεννήθηκε στην Καρυά Αργολίδας, το 1908. Στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού του παρακολούθησε τα εγκύκλια μαθήματα. Είχε μεγάλο ζήλο για τα γράμματα και για το λόγο αυτό ο πατέρας του, παρά τις οικονομικές δυσκολίες που είχε, τον πήγε στο Γυμνάσιο του Αργούς, όπου και αποφοίτησε με άριστα. Στη συνέχεια στο Διδασκαλείο της Σπάρτης πήρε το πτυχίο του Δασκάλου. Αφού έκανε τη θητεία του στο στρατό, διορίστηκε, ως δάσκαλος, στον Θούριο της Θράκης, κοντά στα σύνορα, στα νέα μέρη, όπως τα έλεγαν τότε μετά την απελευθέρωσή τους. Στο Δημοτικό Σχολείο Θουρίου υπηρέτησε έξι χρόνια (1926-1932) απ’ όπου και μετατέθηκε στην Αργολίδα.

Εδώ δίδαξε διαδοχικά στα Δημοτικά Σχολεία: Καρυά, ένα χρόνο (1933-34), Κρανιδίου, ένα χρόνο (1934-35), Χούνης, δυο χρόνια (1935-37), και πάλι Καρυάς, επτά χρό­νια (1937-44). Στον πόλεμο του 1940- 41 επιστρατεύτηκε και πολέμησε τους φασίστες Ιταλούς επιδρομείς, στην πρώτη γραμμή του Μετώ­που, στα βουνά της Αλβανίας και της Βό­ρειας Ηπείρου. Κατά τη διάρκεια της Κατο­χής συνέχισε τον απελευθερωτικό αγώνα μέσα από τις τάξεις της Εθνικής Αντίστα­σης.

Οι μαθητές του, όλων των σχολείων που υπηρέτησε, τον ενθυμούνται μέχρι σήμερα και τον ευγνωμονούν, γιατί όπως ομολογούν, από το δάσκαλο τους, Σπύρο Καραμούντζο, έμαθαν γράμματα. Τους πιο πολλούς τους έστελνε στο Γυμνάσιο και επέμενε να μην τους αδικήσουν οι γονείς τους. Τους έκανε μάλιστα και ιδιαίτερο φροντιστήριο, για να πετύχουν στις εισαγωγικές εξετάσεις. Έτσι βρήκανε το δρόμο τους πολλά Καρυωτάκια τα χρόνια εκείνα.

Δυστυχώς όμως, ελάχιστοι, από τον ευ­ρύτερο χώρο της Καρυάς, γνωστοί και μη εξαιρετέοι, μετρημένοι στα δάχτυλα των χεριών, τα ονόματα των οποίων δεν θέλω ού­τε καν να τα αναφέρω στην παρούσα συγκυρία, μαζί και με λίγους Βρουστιώτες, κά­νανε τόσο μεγάλο κακό στο χωριό μας, που δε γιατρεύεται όσα χρόνια κι αν περάσουν. Χίτες, Γερμανοτσολιάδες και Ταγματασφαλίτες θυμάμαι ότι τους λέγανε. Αυτοί συνεργαζόντουσαν και εκτελούσαν τις εντολές των δυνάμεων Κατοχής. Ήταν μάλιστα ντυμένοι και οπλισμένοι από τους Γερμανούς.

Οι ελάχιστοι αυτοί συγχωριανοί και Βρου­στιώτες, μέσα στο ζοφερό κλίμα του μί­σους, του διχασμού και του αδελφοκτόνου αλληλοσπαραγμού, που επικρατούσε τότε, ύπουλα και κατόπιν προδοσίας, κάνανε μπλόκο, αιφνιδίασαν, παγίδεψαν και συνέ­λαβαν το δάσκαλο τους Σπύρο Καραμούντζο, σ’ ένα ξέφωτο του ελατοσκέπαστου Αρτεμισίου, ανυποψίαστο, άοπλο και χωρίς να προβάλει καμία αντίσταση. (Τον καιρό εκείνο, όλοι οι κάτοικοι της Καρυάς τις νύχτες κρυβόντουσαν στις γύρω βουνοπλα­γιές από το φόβο των Γερμανών).

Το σπουδαίο είναι ότι δεν προέβαλαν αντίσταση και δε διαμαρτυρήθηκαν για τα τεκταινόμενα και οι υπόλοιποι παραβρισκόμενοι, άλλοι από φόβο και άλλοι γιατί ήταν μυημένοι και γνώριζαν το τι επρόκειτο να γίνει. Μερικού εξ αυτών μάλιστα ήταν και συγγενείς, αχάριστοι και ευεργετηθέντες. Μαζί του επίσης συνέλαβαν τη γυναίκα του και άλλους πέντε άσχετους, άοπλους και φυσικά αθώους συντοπίτες, που συνέπεσε να διανυκτερεύουν στον ίδιο χώρο. Οι δύο εξ αυ­τών ήταν δάσκαλοι. Στη συνέχεια, πριν καλά κα­λά ξημερώσει, τους έδεσαν με τριχίες, τους προπηλάκισαν βάναυσα, τους ταπείνωσαν, τους λοιδόρησαν με γιουχαίσματα, βρισιές και σπρωξιές και τους κατέβασαν από το βουνό ξυπόλητους και τρέχοντας, πριν φωτίσει, σαν να ήθελαν να προλάβουν κάτι, μέσα από μονοπάτια και ρεματιές και τους παρέδωσαν άνανδρα όλους στο Άργος «ως πρόβατα επί σφαγήν» στο Γερμανικό φρουραρχείο, την Κομαντατούρ, δηλαδή στο στόμα του λύκου.

Ένα μεγάλο γιατί! Μένει αναπάντητο από τους φυσικούς και αμετανόητους αυτουργούς 64 χρόνια μετά. Γιατί πιάσανε αυ­τούς τους συγκεκριμένους εκείνο το βράδυ και ακόμα γιατί τους παρέδωσαν στους Γερμανούς! Οι Γερμανοί, άλλο που δεν ήθελαν, ευχαρίστησαν τους συνεργάτες τους και με συ­νοπτικές διαδικασίες, μετά χαράς, τους εκτέλεσαν και τους έθαψαν σε κοινό τάφο, αστόλιστους, άψαλτους και άκλαυτους, χωρίς την παρουσία συγγενών, την επόμενη νύχτα, πριν ανατείλει ο ήλιος της 5ης Αυγούστου 1944, απέναντι από τον Άγιο Βα­σίλειο Άργους, στην ανατολική όχθη του ξεροπόταμου λίγες ημέρες πριν ξεκουμπιστούν, οριστικά ηττημένοι, από το Άργος και ελευθερωθεί η πατρίδα μας από δαύτους.

Σύμφωνα με έγκυρες μαρτυρίες, στις προσπάθειες και στις μεσολαβήσεις, που έγιναν και έγιναν πολλές, προς τις τοπικές γερμανικές αρχές, από φίλους, συγγενείς και άλλους παράγοντες της Κοινωνίας του Άργους, για να τον απελευθερώσουν, ο Σπύρος Καραμούντζος, τους απάντησε με υψηλό αίσθημα ευθύνης, αγωνιστικού πνεύματος, χρέους, πατριωτισμού, αλτρουισμού και ανθρωπισμού, ως δάσκαλος και ως Έλληνας, αφού πρώτα τους ευχαρίστησε για το ενδιαφέρον τους, ότι θα δεχόταν την κολακευτική πρόταση αποφυλάκισης του, υπό τον βασικό όρο να άφηναν ελεύθερους και όλους ανεξαιρέτως τους συγκρατούμενους του, εκ των οποίων μάλιστα ο ένας υπήρξε και μαθητής του στο σχολείο.

Όπως ήταν αναμενόμενο δε το δέχτηκαν οι Γερμανοί και τον εκτέλεσαν μαζί με όλους τους άλλους. Εξαίρεση έκαναν μόνο για τη σύζυγο του.

Με το παράδειγμα του αυτό, και την εν γένει στάση του, Λίγες ώρες πριν εκτελε­στεί, σφράγισε μία ζωή γεμάτη προσφορά στο κοινωνικό σύνολο και έδειξε για άλλη μία φορά τι δάσκαλος και τι άνθρωπος ήταν. Με τον πρόωρο και άδικο θάνατο του έμειναν χωρίς προστασία: Η γυναίκα του Ευγενία, η ανήλικη κόρη του Σοφία, εννέα χρονών, οι ηλικιωμένοι γονείς του (ο πατέρας του ήταν τυφλός) και εκατόν τριάντα επτά (137) παιδιά του χωριού δίχως το δικό τους Δάσκαλο.

 

Σπύρος Κ. Καραμούντζος

Εκπαιδευτικός – Ποιητής 

 

Σπύρος Κ. Καραμούντζος,  «Λόγια Καρυάς – Παιδικές Αναμνήσεις και αναφορές 1930-1950», Αθήνα, 2007.

 * Εφημερίδα «Καρυά» Φύλλο 16, Αύγουστος 2008.

 

Read Full Post »

Μαρτυρίες από την Κατοχή. Κλοπές αρχαιοτήτων, λαθρανασκαφές, καταστροφές αρχαιοτήτων στην Πελοπόννησο από τις γερμανικές και ιταλικές στρατιωτικές μονάδες κατοχής* – Κωνσταντίνος Χαρ. Τζιαμπάσης


 

Στους απολογισμούς των δεινών που επέφεραν οι ξένοι κατακτητές στη χώρα μας κατά τη διάρκεια της Κατοχής, οι καταστροφές της πολιτιστικής κληρονομιάς είναι αυτές που έχουν απασχολήσει σε μικρότερη έκταση έως σήμερα τους ερευνητές. Το ίδιο άγνωστες είναι οι καταστροφές των αρχαιολογικών θησαυρών της Πελοποννήσου, παρά τις συνοπτικές αλλά έγκαιρες καταγραφές.

Η παρούσα εργασία βασίζεται κυρίως στο βιβλίο «Ζημίαι των αρχαιοτήτων εκ του πολέμου και των στρατών Κατοχής» και αφορά την τύχη των αρχαιοτήτων της Πελοποννήσου.

Το βιβλίο «Ζημίαι των αρχαιοτήτων εκ του πολέμου και των στρατών Κατοχής» είναι μια έκθεση-μελέτη 160 σελίδων του 1946, η οποία συντάχθηκε από τη Διεύθυνση Αρχαιοτήτων και Ιστορικών Μνημείων του τότε Υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας, με εντολή του υπουργού Α. Παπαδήμου. Από τα όσα αναφέρονται στην έκθεση, στη διάρκεια της Κατοχής σε 37 πόλεις και περιοχές της χώρας εκλάπησαν αρχαιότητες από τους Γερμανούς κατακτητές, ενώ την ίδια περίοδο Γερμανοί αρχαιολόγοι πραγματοποίησαν παράνομες ανασκαφές σε 17 περιοχές της Ελλάδος, απ’ όπου τα ευρήματα εστάλησαν στη Γερμανία. Δεν είναι αμελητέα η συμπεριφορά των Ιταλών που ρήμαξαν ίσως και περισσότερο από τους Γερμανούς τα μουσεία και τους αρχαιολογικούς χώρους.

Σύμφωνα με τον τόμο του υπουργείου Ανοικοδομήσεως, «όλους σχεδόν τους αρχαιολογικούς τόπους τούς κατέλαβαν οι δυνάμεις του εχθρού και σε πολλούς προκάλεσαν σημαντικές καταστροφές, γιατί έκλεψαν, κατέστρεψαν, έκτισαν πυροβολικά και έργα, χωρίς να σέβωνται τίποτε. Οι Γερμανοί προκάλεσαν καταστροφές σε 87 αρχαιολογικούς ή ιστορικούς χώρους, οι Ιταλοί σε 39. Σήμερα, μερικοί σημαντικοί αρχαιολογικοί τόποι, δεν υπάρχουν». Και συνεχίζει: «Έγιναν, όμως, και αυθαίρετες ανασκαφές, που προκάλεσαν την καταστροφή και την κλοπή αρχαιολογικών θησαυρών. Ό,τι βρήκαν στις ανασκαφές αυτές, οι κατακτητές το πήραν μαζί τους και μας μένει ακόμα άγνωστο. Τέτοιες καταστροφές έγιναν από Γερμανούς σε 24 τόπους και από Ιταλούς σε 2. Σημαντικές ήταν και οι κλοπές αρχαιολογικών θησαυρών. Οι Γερμανοί, ειδικότερα, έκλεψαν αρχαιότητες από 42 μουσεία ή αρχαιολογικούς χώρους (σ.σ.: αρχαιολογικές συλλογές, αγάλματα, ανάγλυφα, νομίσματα, χρυσοί στέφανοι, ιερά σκεύη κ.λπ.). Οι Ιταλοί έκλεψαν αρχαιότητες από 33 μουσεία ή αρχαιολογικούς χώρους.

 

Η προετοιμασία για τον Πόλεμο

 

Άγνωστη επίσης στους πολλούς είναι η προετοιμασία της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας να προστατέψει τις αρχαιότητες της χώρας, ήδη από το 1939, όταν έγινε σαφές ότι ο μεγάλος πόλεμος δε θα άφηνε ανεπηρέαστη την Ελλάδα. Η γιγαντιαία επιχείρηση «εξασφάλισεως των αρχαιοτήτων», όπως χαρακτηριστικά ονομάστηκε, περιελάμβανε την πλήρη εκκένωση των μουσείων και την απόκρυψη των εκθεμάτων, σε υπόγεια, σε θησαυροφυλάκια τραπεζών, σε ορύγματα κάτω από τις αίθουσες των μουσείων που τα φιλοξενούσαν, ακόμα και σε σπηλιές. Και είναι γεγονός ότι, κατά την είσοδό τους στη χώρα, οι εισβολείς αντίκρισαν μουσεία άδεια.

Μια κατηγοριοποίηση των καταστροφών εις βάρος της πολιτιστικής κληρονομιάς της Πελοποννήσου, στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, θα κατέληγε στο διαχωρισμό τεσσάρων βασικών κατηγοριών: 1) τις μεγάλες ζημιές στα Αρχαιολογικά Μουσεία και 2) τις καταστροφές στις επαρχιακές Αρχαιολογικές Συλλογές, 3) τις καταστρεπτικές επεμβάσεις στους αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία, και τέλος 4) στις παράνομες αρχαιολογικές ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν σε όλους τους νομούς της Πελοποννήσου και τα στοιχεία τους δεν έχουν περιέλθει ακόμη στη Αρχαιολογική Υπηρεσία. Γεγονός πάντως είναι ότι οι καταστροφές αυτές υπήρξαν τεράστιες, παρά την πολιτική προστασίας των Ελληνικών Αρχαιοτήτων από τη Γερμανική Υπηρεσία Προστασίας Τέχνης, μέλη της οποίας υπήρχαν βέβαια και στην Πελοπόννησο.

Σε αυτό το σημείο είναι καλό να δούμε αυτές τις πράξεις και να τις απαριθμήσουμε ανά νομό της Πελοποννήσου. Ξεκινώντας πρώτα από την Αργολίδα.

 

1) Αργολίδα

 

Μυκήνες

α) Το καλοκαίρι του 1941 Γερμανοί στρατιώτες πήραν δύο πλάκες από τον κυκλικό περίβολο των τάφων.

β) Τον Αύγουστο του 1943 πέντε Γερμανοί στρατιώτες μπήκαν στο Θησαυρό του Ατρέως και με κοπίδια, σφυριά κ.λπ. κατέστρεψαν τάφους για να αφαιρέσουν πέντε χάλκινους ήλους.

γ) Άλλοι «συμβάρβαροί» τους, πυροβόλησαν με περίστροφα τα λιοντάρια στην Πύλη των Λεόντων.

δ) Στην Πύλη των Λεόντων χάραξαν και τα ονόματα τους για να μείνουν στην Ιστορία.

ε) Γερμανοί στρατιώτες μετακίνησαν ογκόλιθους από την ακρόπολη των Μυκηνών και κατέστρεψαν μια γρώνη (γούρνα).

στ) Τον Ιανουάριο του 1943 οι Ιταλοί γκρέμισαν ογκόλιθους από την ακρόπολη των Μυκηνών και τις έριξαν μέσα σε τάφους του Ά ταφικού κύκλου. Ένας στρατιώτης χάραξε το όνομα του μέσα στον τάφο του Ά ταφικού κύκλου (Locatelli Mario).

 

Ιταλός καραμπινιέρος στις Μυκήνες: Η περίφημη «Πύλη των Λεόντων», φρουρείται από τα Ιταλικά στρατεύματα κατοχής. Ιστορικό Φωτογραφικό Αρχείο της Ιταλίας.

 

Άργος

α) Από τα έγγραφα προκύπτει ότι από εσκαφικές εργασίες στρατιωτικής φύσεως κοντά στο σύγχρονο νοσοκομείο του Άργους βρέθηκαν πήλινα αντικείμενα που για χρόνια παρέμειναν στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο και μετά την Κατοχή επιστραφήκαν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας.

β) Οι Ιταλοί της διοικήσεως του Άργους διέρρηξαν το παράθυρο του Αρχαιολογικού Μουσείου και έκλεψαν πολλά αντικείμενα. Το σημαντικότερο είναι ένα χρυσό δακτυλίδι, γλυπτά και πήλινα αντικείμενα τα οποία αγνοούνται έως και σήμερα. Η προέλευση ήταν από τις ανασκαφές του Vollgraff.

Μια ιστορία με πρωταγωνιστές τους Ιταλούς συνέβη την 24 Οκτωβρίου 1941, όταν ο λοχαγός Α. Marcarino αφαίρεσε από το Μουσείο του Άργους μαζί με στρατιώτες της 3a Regg. Ant. alpina διάφορα αντικείμενα, ένα ιππάριον, πέντε αγγεία γεωμετρικής περιόδου, δυο λύχνους και δύο ειδώλια γυναικών. Όταν οι Γερμανοί πληροφορήθηκαν την κλοπή των αρχαίων από το μουσείο, τον ανάγκασαν να τα επιστρέψει στην θέση τους. Τότε αυτός σκηνοθέτησε εκ νέου μια κλοπή στο μουσείο, στις 30 Οκτωβρίου, όταν και εκλάπη ακόμη ένα γεωμετρικό αγγείο, δυο οξυκόρυφοι κορινθιακοί αμφορείς, δυο αττικές λήκυθοι με ανθέμια, αβαφές ρωμαϊκό αγγείο, πήλινα ειδώλια και ο κατάλογος του μουσείου. Στον λοχαγό Marcarino ζητήθηκε να επιστρέψει τα κλοπιμαία αλλά μάταια, τα τρία αγγεία γεωμετρικής περιόδου παρέμειναν στην κατοχή του και μάλλον βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Βενετίας.

γ) Κατά το καλοκαίρι του 1943 Ιταλοί στρατιώτες κατέστρεψαν τμήματα των παλαιών ανασκαφών του Volgraff, μετατόπισαν πέτρες από το ενετικό τείχος και τις χρησιμοποίησαν σε οχυρωματικά έργα.

 

Ναύπλιο

α) Κατά τα τέλη Φεβρουαρίου του 1942 οι Ιταλικές Αρχές διέταξαν την μεταφορά των πέντε ιστορικών κανονιών του Ναυπλίου που ονομάζονταν και «πέντε αδέρφια» και ένα άλλο μαζί με μια βομβάρδα ενετικής περιόδου με ιστορικά ακιδογραφήματα, που ήταν συνδεδεμένα με την ιστορία του Ναυπλίου. Η δικαιολογία για την κλοπή ήταν ότι επρόκειτο για παλιοσίδερα.

β) Κατά τον Φεβρουάριο του 1942, Ιταλοί στρατιώτες που διέμεναν στις «φυλακές Λεονάρδου» έσπασαν με βίαιο τρόπο την πόρτα και άνοιξαν πολλά από τα κιβώτια με αρχαία που βρίσκονταν εκεί, προκαλώντας ανεπανόρθωτες ζημιές στην επιστήμη.

 

Τίρυνθα

α) Το καλοκαίρι του 1944 οι Γερμανοί προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές στην ακρόπολη της Τίρυνθας μιας και έκαναν εκτεταμένα οχυρωματικά έργα ανοίγοντας στο βράχο δυο καταφύγια. Σ’ ολόκληρη την ακρόπολη έφτιαξαν θέσεις για πολυβολεία προκαλώντας ζημιές στην είσοδο, στη μέση ακρόπολη και στη δυτική αυλή, ανατίναξαν δε το λίθινο κατώφλι της εισόδου προς την αυλή, μέρος από τον βωμό και τη βάση του.

β) Τον Απρίλιο του 1943 καταστράφηκαν οικίες από την αρχαία πόλη της Τίρυνθας  για οχυρωματικά έργα και έργα οδοποιίας.

 

Ασίνη

α) Το καλοκαίρι του 1943 καταστράφηκαν αρχαίοι τάφοι στο λόφο της Μπαρμπούνας. Για την ολοκληρωτική καταστροφή της Ασίνης και την μετατροπή της σε οχυρωματικό έργο, έχουν εξολοκλήρου ευθύνη οι Ιταλοί και ιδιαίτερα ο λοχαγός Bagnolesi από την Πίζα που σχεδίασε την όλη επιχείρηση.

β) Την καταστροφή της ακρόπολης της Ασίνης συνέχισαν οι Γερμανοί.

 

2) Αρκαδία

 

Άγιοι Απόστολοι – Λεοντάρι

Οι Γερμανοί κατέστρεψαν με δυναμίτη το καμπαναριό και θρυμμάτισαν τις καμπάνες, ζημιές υπέστησαν ένας κίονας και η οροφή του ναού.

 

Μεγαλόπολη

Στην Μεγαλόπολη οι Ιταλοί στρατοπέδευσαν εκεί που βρίσκονταν η αρχαιολογική συλλογή, την οποία μετέφεραν σε ένα κοντινό χοιροστάσιο. Ακόμη έχει διαπιστωθεί ότι υπήρχαν κλοπές αρχαίων αλλά και καταστράφηκε ο κατάλογος της συλλογής.

 

Λυκόσουρα 

Τον Μάρτιο του 1942, 400 Ιταλοί στρατιώτες στρατοπέδευσαν στις αρχαιότητες της Λυκόσουρας, κατέρριψαν τους τρεις όρθιους κίονες του ναού της Δέσποινας και κατέστρεψαν τέσσερεις μαρμάρινες πλάκες.

 

3) Αχαΐα

 

Πάτρα 

α) Την 31 Αυγούστου του 1943 κλάπηκαν από Ιταλούς στρατιωτικούς από το φρούριο των Πατρών δυο επιγραφές, μια ελληνική και μια λατινική. Την ίδια περίοδο ο Ιταλός πρόξενος της Πάτρας έκλεψε την συλλογή Craw, που αποτελούνταν από έναν θώρακα από την Ολυμπία, μια μεταλλική περικεφαλαία, 96 πήλινα τεμάχια, έναν μεταλλικό ίππο και άλλα μεταλλικά αντικείμενα.

β) Οι Γερμανοί γκρέμισαν την αριστερή γωνία της Α. πύλης, για να διέρχονται φορτηγά αυτοκίνητα. Οι αρχές Κατοχής επέφεραν διάφορες τροποποιήσεις στο τείχος χρησιμοποιώντας το υλικό του φρουρίου.

 

Αγία Λαύρα 

Καταστράφηκε από πυρκαγιά που έβαλαν οι Γερμανοί ο πάνω όροφος των κελίων της μονής.

 

Ρίο 

Το φρούριο στο Ρίο σε ολόκληρη την περίοδο της Κατοχής χρησιμοποιήθηκε ως οχυρό από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς λόγω της οχυρής του θέσης.

 

4) Ηλεία

 

Ολυμπία 

α) Από την παραμονή των μηχανοκίνητων μονάδων στο χώρο, προξενήθηκαν μεγάλες ζημιές (σ.σ.: δεκάδες εξ αυτών αναφέρονται). Καταστράφηκε το πιο μεγάλο μέρος του πήλινου αγωγού του Γυμνασίου. Καταστράφηκαν εξολοκλήρου ή μερικώς οι βάσεις της εσωτερικής κιονοστοιχίας του Γυμνασίου. Καταστράφηκε τμήμα του περιβόλου της Ιεράς Άλτεως, τμήμα του αγωγού κοντά στο Πελόπιον. Και όλα αυτά έγιναν ύστερα από τη διαβεβαίωση του αντιπροσώπου του Γ’ Ράιχ, Άλτενμπουργκ, ότι η Ολυμπία είναι χώρος «που ενδιαφέρει εξαιρέτως τον Χίτλερ». Να φανταστεί κανείς και να μην τον ενδιέφερε εξαιρετικά.

β) Την 8η Ιουλίου του 1942 Ιταλοί στρατιώτες αφαίρεσαν 6 επεξεργασμένους λίθους για την κατασκευή πυροβολείου. Αργότερα οι Γερμανοί επέστρεψαν δυο από αυτούς.

 

5) Κορινθία

 

Αρχαία Κόρινθος

α) Γερμανοί αξιωματικοί και διπλωματικοί υπάλληλοι κατά διαστήματα έκλεψαν πολλά αρχαία μαρμάρινα μέλη από το Ασκληπιείο και τον ναό του Καπιταλίου Δία. Επανειλημμένα αφαιρούσαν υλικό από το δάπεδο του λουτρού κοντά στην Πειρήνη κρήνη και από τα καταστήματα της Ρωμαϊκής Αγοράς. Σοβαρές ήταν και οι κλοπές από αρχαιότητες που αφαίρεσαν από τις αποθήκες του Μουσείου Κορίνθου από το Μάιο του 1941 έως τον Απρίλιο του 1943.

β) Οι Ιταλοί που είχαν εγκατασταθεί στην Αρχαία Κόρινθο λεηλάτησαν το χώρο του Ασκληπιείου και τα αντικείμενα που φυλάσσονταν εκεί. Άλλοι από το πολεμικό ναυτικό της Ιταλίας έκλεψαν τα κιβώτια και αποκόλλησαν αρχαία μάρμαρα την 26η Ιανουαρίου 1943. Το ίδιο έγινε και την 2α Απριλίου 1943. Μετά από διαταγή του Ιταλού Στρατιωτικού Διοικητή της Πελοποννήσου που έδρευε στο Ξυλόκαστρο, τέσσερεις Ιταλοί στρατιώτες απέκοψαν δέκα τρία γλυπτά από το γείσο. Η εργασία έγινε υπό την καθοδήγηση και τις εντολές του στρατηγού Giuseppe Pafundo, commandante del 8o corpo d’armata, γνωστού συλλέκτη αρχαιοτήτων από τη βόρεια Ιταλία.

γ) Το καλοκαίρι του 1941 καταστράφηκαν αρχιτεκτονικά μέλη και πώρινος κίονας μετά από μετατόπιση μεγάλων λίθων κοντά στην Πειρήνη κρήνη. Την ίδια περίοδο Γερμανοί βρέθηκαν στο εσωτερικό του Μουσείου και κομμάτιασαν αρχαιότητες εκτός από εκείνες που έκλεψαν.

δ) Το τέλος του καλοκαιριού του 1941 οι Ιταλοί έσπασαν πολλές αρχαιότητες (πώρινα αρχιτεκτονικά μέλη), μιας και με τη βία κατέστρεψαν το χώρο των αποθηκών του Ασκληπιείου.

6) Λακωνία

 

Ο γερμανός W.v. Vacano εργάσθηκε, κατά τις πληροφορίες της DIA, σε διάφορες περιοχές της Λακωνίας, μεταξύ αυτών και στο Κουφόβουνο. Από την ανασκαφή ήρθαν στο φως όστρακα, πυρόλιθοι, οστέινα εργαλεία, που μεταφέρθηκαν στην Αυστρία και αργότερα στην Γερμανία.

 

7) Μεσσηνία

 

Καλαμάτα

Γερμανικό πυροβολικό κανονιοβόλησε το βυζαντινό μοναστήρι της Βελανιδιάς, μέσα στο οποίο υπήρχαν πολλές βυζαντινές εικόνες και πολύτιμη βιβλιοθήκη. Μετά των κανονιοβολισμό της Μονής της Βελανιδιάς καταστράφηκαν πλήθος βυζαντινών αρχαιοτήτων και η πολύτιμη βιβλιοθήκη της μονής.

 

Μεθώνη

α) Οι Γερμανοί για να εγκαταστήσουν πυροβόλα ανατίναξαν το ΒΔ μέρος του φρουρίου και ένα οικοδόμημα που βρίσκονταν κοντά στην εκκλησία του κάστρου.

β) Ιταλοί αξιωματικοί έκλεψαν μια πώρινη πλάκα με παράσταση λιονταριού – προφανώς ενετικής περιόδου – αλλά δεν πρόλαβαν να την φυγαδεύσουν και παρέμεινε σε ξενοδοχείο της περιοχής. Οι Ιταλοί κατέστρεψαν και τις παραστάδες από τις πύλες του φρουρίου για να περάσουν στρατιωτικά οχήματα σε αυτό.

 

Κορώνη

Στο κάστρο της Κορώνης οι Γερμανοί κατέστρεψαν το τείχος στο Β και στο Α μέρος, στο Ν κατέστρεψαν τον προμαχώνα και τους εξωτερικούς πυργίσκους.

 

Ιθώμη 

Τον Μάιο του 1941 οι Γερμανοί έκλεψαν τρεις ογκόλιθους και του μετακίνησαν έξω από το κάστρο. Το Σεπτέμβρη του 1943 οι Γερμανοί κατέστρεψαν το Ν τμήμα του φρουρίου.

 

Πύλος 

Οι Ιταλοί εγκαταστάθηκαν μέσα στο φρούριο και κατέστρεψαν μέρος του τείχους για να κατασκευάσουν οχυρωματικά έργα. Το ίδιο έκαναν αργότερα και οι Γερμανοί. Τέλος, λεηλατήθηκαν, καταστράφηκαν, αλλά και υπέστησαν τεράστιες ζημιές πολλές βυζαντινές αρχαιότητες. Και, βέβαια, κυρίως εκκλησίες. Εκτιμάται ότι καταστράφηκαν 15 μοναστήρια, μεταξύ των οποίων τα ιστορικής σημασίας Αγίας Λαύρας και Μεγάλου Σπηλαίου, καθώς και 300 εκκλησίες, με έργα μεγάλης πολιτιστικής αξίας.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να παραλείψω από την παρούσα εργασία τις ιστορίες – μαρτυρίες που έχω συλλέξει από φύλακες αρχαιοτήτων για τις βιαιότητες και τις απειλές αλλά ακόμα και τα βασανιστήρια που υπέστησαν κατά την διάρκεια της Κατοχής στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων τους. Η Αργολίδα και η Κορινθία ομολογώ ότι κρατούν τα σκήπτρα. Υπόσχομαι βέβαια ότι θα επανέλθω σύντομα, όταν ολοκληρωθεί η μελέτη, με νέο άρθρο.

Μια συνολική αποτίμηση των καταστροφών που προκλήθηκαν στις αρχαιότητες στην Κατοχή συνοψίζεται στην απώλεια αρκετών εκατοντάδων – ή και χιλιάδων – αρχαίων αντικειμένων που απομακρύνθηκαν από την Πελοπόννησο. Δεν ήταν όμως λίγες και οι καταστροφές που προκλήθηκαν στα αρχαία μνημεία από τους βανδαλισμούς και κυρίως από την τετράχρονη, κατά τη διάρκεια της κατοχής, έλλειψη σοβαρής συντήρησης.

Το ελληνικό κράτος αμέσως μετά τον πόλεμο επιδίωξε την αναζήτηση των κλεμμένων θησαυρών, ουδέποτε όμως οι Γερμανικές και Ιταλικές αρχές εκλήθησαν να επανορθώσουν με κάποιο τρόπο για τις καταστροφές που προξένησαν. Τα αποτελέσματα της αναζήτησης των αρχαιοτήτων που αποσπάσθηκαν από την Πελοπόννησο, παρά τη σοβαρότητα του μεταπολεμικού εγχειρήματος, υπήρξαν τότε, δυστυχώς, απογοητευτικά.

Πρόσφατα έγινε γνωστό ότι το Υπουργείο Πολιτισμού επανεξετάζει τα αρχεία του, προκειμένου να ξεκινήσει νέο γύρο διεκδίκησης των κλεμμένων αρχαιοτήτων. Ευχόμαστε όλοι η αναζήτηση αυτή τη φορά να είναι περισσότερο επιτυχής.

 

Σημείωση

 

(*)Τις πιο θερμές ευχαριστίες στους διοργανωτές του Συνεδρίου και ιδιαίτερα στον Αν. Προϊστάμενο του Α.Ι.Π.Σ. (Τρίπολη) Σ. Ραπτόπούλο για τις όμορφες και οξυδερκείς πρωτοβουλίες του για την ιστορική γνώση και τη διάδοση της, πράγμα δύσκολο στις μέρες μας. Αμέριστη ευγνωμοσύνη στον διευθυντή της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής της Αθήνας καθ. κ. Emm. Greco, για τις διευκολύνσεις, που μου προσέφερε και την ζεστή φιλοξενία, στην πλούσια βιβλιοθήκη της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής της Αθήνας.

 

Ενδεικτική Βιβλιογαφία:


 

  • Αντωνάκης Χρ. Ν. «Το Ανταρτικό στον Ταΰγετο 1941 -1944: Πρωτοπόρα η Αλαγονία», εκδ. Τεχνική Εκδοτική, Αθήνα, 1994.
  • Αντωνόπουλος Κ., «Κατοχή 1941 -1944 – Εθνική Αντίσταση και ελευθερία», Καλαμάτα, 1980.
  • Βαζαίος Εμμ., «Τα άγνωστα παρασκήνια της Εθνικής Αντίστασης εις την Πελοπόννησο», Κόρινθος, 1961.
  • Γλέντης Κ.Α., «Εφτά χρόνια στη Σπάρτη (1936-46)», Αθήνα, 1977.
  • Ζέρβης Ν. Ι., «Καλαμάτα: Πρώτη Γερμανική Κατοχή», τ. Ά, 1941.
  • Ζέρβης Ν. Ι., Η Γερμανική Κατοχή στην Μεσσηνία: Όπως καταγράφεται στις απόρρητες ημερήσιες αναφορές του Γερμανικού Στρατού Κατοχής (Σεπτέμβριος 1943 – Σεπτέμβριος 1944), Καλαμάτα 1998.
  • Κουτσούμπος Ι., «Ζωντανές εικόνες του Ναυπλίου από τον Πόλεμο και την Κατοχή, Ναυπλιακά Ανάλεκτα τ.5, Ναύπλιο, 2005.
  • Λάγαρης Δ. «Πέντε χρόνια αίματος , δόξης και σκλαβιάς – Η Πάτρα στον πόλεμο και στην Κατοχή», Πάτρα 1946.
  • Mayer H.F., «Από την Βιέννη στα Καλάβρυτα: Τα αιματηρά ίχνη της 117ης μεραρχίας καταδρομών στην Σερβία και στην Ελλάδα» , εκδ. Εστία, Αθηνα, 2003.
  • Μπουγάς Ι., «Ματωμένες μνήμες 1940 -45», Εκδ. Πελασγός, 2009.
  • Παπακογκος Κ., Αρχείον Πέρσον: «Κατοχικά Ντοκούμέντα του Δ.Ε.Σ. Πελοποννήσου»,εκδ. Παπαζήσης, 1977.
  • Πετρόπουλος Γ., «Τα τάγματα ασφαλείας στην Πελοπόννησο», διδακτ. Πάντειο , Αθήνα 2007.
  • La Grecia ha diritto di essere diffesa, per la pace nel Mediterraneo, Societa’ editrice dell’Orso, Roma, 1949.
  • Documentazioni il drama del popolo Greco, Roma 1949.
  • «Φάκελος Ελλάς: Τα Μυστικά Αρχεία του Φόρεειν Όφφις: Δικτατορία, Πόλεμος, Κατοχή, Μέση Ανατολή, Αντάρτικο, Δεκεμβριανά» εκδ. Νέα Σύνορα,1989.
  • Πόλεμος και Κατοχή από τα Γερμανικά φωτογραφικά Αρχεία, Αθήνα, 1980.

 

Κωνσταντίνος Χαρ. Τζιαμπάσης

Ερευνητής Κλασσικής Αρχαιολογίας

University of Messina

  

Διημερίδα «Η Ιστορική και Αρχαιολογική ερευνά στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων». Τρίπολη, 04 & 05 Οκτωβρίου 2013. Πρακτικά. Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολη 2014.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

Read Full Post »

Καταγραφή των πλημμυρών και του πλημμυρικού κινδύνου στην ευρύτερη περιοχή του Αργολικού Πεδίου – Παναγιώτης Καμπόσος, Πτυχιακή εργασία, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος, Αθήνα, 2016.


 

[…] Σε ότι αφορά αντιπλημμυρικά έργα, στους χειμάρρους Χάραδρο και Ίναχο έχουν διεξαχθεί από τη δεκαετία του 1940 και μετά έργα διάνοιξης και διευθέτησης τμημάτων των κοιτών στο Αργολικό πεδίο. Μάλιστα κατά τμήματα έχουν αναπτυχθεί και τραπεζοειδή αναχώματα.

Η κοίτη του χειμάρρου Χαράδρου από την συμβολή του με τον ‘Ιναχο διαθέτει διευθετημένη κοίτη μήκους περίπου 2,5 km, μέχρι την γέφυρα Κουρτακίου, στη συνέχεια και για μήκος 1,5 km μέχρι τη γέφυρα της εθνικής οδού Άργους – Κορίνθου, η κοίτη του έχει επενδυθεί ολικώς στη δεξιά όχθη για προστασία της πόλης του Άργους και μερικώς στην αριστερή όχθη.

Πάντως, τα παραπάνω έργα κατά καιρούς δεν αποδείχθηκαν επαρκή για την αποτελεσματική αντιπλημμυρική προστασία της περιοχής, δεδομένου ότι στο μεν Ίναχο, λόγω ρηγμάτωσης των αναχωμάτων, προκλήθηκε υπερχείλιση της αριστερής όχθης του στο παρελθόν, από τη γέφυρα Κουρτακίου μέχρι την γέφυρα της εθνικής οδού Άργους – Κορίνθου, στο δε Ξεριά σημειώθηκαν επανειλημμένες υπερχειλίσεις, ιδιαίτερα δε στο τμήμα από τη συμβολή του στον Ίναχο μέχρι την γέφυρα Κουρτακίου, με αποτέλεσμα την κατάκλυση οικισμών του Άργους και την πρόκληση σημαντικών ζημιών.

 

Η κατεστραμμένη γέφυρα στη θέση Άκοβα Άργους κατά τα πλημμυρικά φαινόμενα του 2013.

 

[….] Από τη γέφυρα της εθνικής οδού Άργους – Κορίνθου έως και τη θέση Διπόταμα, όπου συμβάλλει στον Ίναχο, η κοίτη του Ξεριά είναι πολλαπλά τροποποιημένη σε διάφορες περιόδους στη διάρκεια του τελευταίου αιώνα. Διατέμνεται από μια σειρά από γέφυρες που ενώνουν την πόλη του Άργους με τους οικισμούς του Δήμου και πριν από τη θέση Διπόταμα, στον Άγιο Βασίλειο, διατέμνεται σε πολύ μικρή απόσταση από οδική και σιδηροδρομική γέφυρα. Οι διαστάσεις της κοίτης του Ξεριά στη γέφυρα της ΕΟ Άργους – Κορίνθου ξεπερνούν τα 90m σε μήκος και φθάνουν τα 3,5m σε ύψος. Αντίθετα στη περιοχή του Αγίου Βασιλείου η κοίτη είναι διαμορφωμένη σε διατομή τραπεζίου με βάση μικρή 18,9m (πυθμένας), βάση μεγάλη 26,1m, ενώ το ύψος στην οδική γέφυρα φθάνει τα 3,7m και στη γέφυρα του τρένου τα 3,3m. Η σημαντική αυτή μείωση της ωφέλιμης διατομής του Ξεριά δημιουργεί σε συνδυασμό με ακραίες βροχοπτώσεις πλημμυρικά φαινόμενα. Από γεωμορφολογικής άποψης, το τμήμα αυτό του Ξεριά, αποτελεί ένα ενεργό αλλουβιακό ριπίδιο, το οποίο διαμορφώνεται ήδη από τους ιστορικούς χρόνους. Σύμφωνα με τους (FOUACHE & GAKI – PAPANASTASSIOU, 1997) και (ZAMANI et al., 1991), οι ρυθμοί απόθεσης του σύγχρονου αλλουβιακού ριπιδίου του Ξεριά στη περιοχή του Αγίου Βασιλείου στην περίοδο των Ρωμαϊκών χρόνων φθάνουν τα 3,1 χιλ./έτος. Η τιμή αυτή υπολογίστηκε με βάση τα θαμμένα ερείπια γεφυρών των Ρωμαϊκών χρόνων σε βάθη 7m (2ος – 3ος αιώνας μΧ) και 5,5m (4ος αιώνας μΧ).

Όπως αντιλαμβάνεται εύκολα κάνεις, ο ρυθμός απόθεσης σε χιλιοστά/έτος, δε διατηρείται σταθερός. Η τάση όμως καταδεικνύει, πως ο Ξεριάς βρίσκεται σε δυναμικό καθεστώς απόθεσης με υψηλούς ρυθμούς, πάνω από 2.000 χρόνια. Οι αποθέσεις αυτές δημιούργησαν το σημερινό του ριπίδιο, το οποίο δεν είναι ορατό εύκολα, δεδομένου ότι διαχέεται στο Αργολικό πεδίο. Όμως η πόλη του Άργους, που βρίσκεται δυτικά της κοίτης του Ξεριά, είναι συστηματικά σε χαμηλότερα υψόμετρα, δημιουργώντας μια ξεχωριστή υδρολογική λεκάνη, η οποία μέσω τάφρων διοχετεύει τα νερά της στα κατάντη, στη περιοχή της λεκάνης του Ερασίνου. Η κοίτη του Ξεριά, από τη γέφυρα της ΕΟ Άργους – Κορίνθου έως και τα Διπόταμα, όπως έχει διαμορφωθεί κατά θέσεις, αποτελεί το σχετικό όριο (υδροκρίτη) των επιφανειακών υδάτων. Έτσι σε κανονικές περιόδους βροχοπτώσεων, όσο δεν υπερχειλίζει ο Ξεριάς, το δίκτυο των τάφρων νότια του Άργους, έχει την ικανότητα να μεταφέρει τα επιφανειακά νερά στα κατάντη, έστω και με αργούς ρυθμούς. Σε περιόδους όμως ακραίων και ραγδαίων βροχοπτώσεων, όταν η κοίτη του υπερχειλίζει, ο όγκος του νερού που διοχετεύεται προς τη πόλη του Άργους είναι τέτοιος που τόσο το αποχετευτικό σύστημα ομβρίων, όσο και οι τάφροι στη κατάντη περιοχή αδυνατούν να το οδηγήσουν γρήγορα στη θάλασσα, με άμεσο αποτέλεσμα τη πλημμύρα σε περιοχές εντός της πόλης του Άργους…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της εργασίας πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:Καταγραφή των πλημμυρών και του πλημμυρικού κινδύνου στην ευρύτερη περιοχή του Αργολικού Πεδίου

 

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

 Πέντε Αργείτικα του Αναπλιώτη 


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ο Γιώργος Γιαννούσης, Οικονομολόγος και Πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, σκιαγραφεί με απλά λόγια τον Ναυπλιώτη ποιητή  Αντώνη Αναπλιώτη  και παραθέτει  πέντε ποιήματά του αφιερωμένα στο Άργος.

 

«Πέντε Αργείτικα του Αναπλιώτη»

 

Το βιβλίο «Αναπλιώτικα» του Αντώνη Αναπλιώτη, εκδόθηκε στην Αθήνα το 1958, εφτά χρόνια μετά το θάνατο του ποιητή. Είναι μια υπέροχη έκδοση που επιμελήθηκαν οι φίλοι του λογοτέχνες Σπύρος Παναγιωτόπουλος, Γιώργος Τσουκαντάς, και Νίκος Δεληβοριάς.

Σκίτσο του Αντώνη Αναπλιώτη που φιλοτέχνησε ο Νίκος Καστανάκης.

Ο Αναπλιώτης, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Αντώνη Λεκόπουλου, που γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1888 και πέθανε στη Αθήνα το 1951, υπήρξε ένας μοναδικός βάρδος που ύμνησε και τραγούδησε την Αργολίδα και ιδιαίτερα την πατρίδα του, το πολυαγαπημένο του Ανάπλι. Και είναι μεγάλη αλήθεια αυτό που οι φίλοι του τονίζουν στη εισαγωγή του στο βιβλίο, ότι «σπάνια ποιητής αγαπήθηκε τόσο πολύ από το λαό όσο ο Αναπλιώτης». Και όχι μόνο από τους συμπολίτες του, που του έστησαν  την προτομή του στον περίβολο της Δημοσίας Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», αλλά και οι άνθρωποι της τέχνης και της επιστήμης τον αναγνώρισαν καθολικά ως μεγάλο έλληνα λυρικό ποιητή και συγχρόνως λαϊκό υμνητή – τραγουδιστή της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Ζώντας μακριά από το Ανάπλι του, ήταν ανώτερος κρατικός λειτουργός και υπηρετούσε στην Αθήνα, η αγάπη και η νοσταλγία για την πατρίδα του, οδήγησαν το μοναδικό ταλέντο του να περιγράψει τις αναμνήσεις του υμνώντας και τραγουδώντας τα παλιά ξέγνοιαστα νεανικά του χρόνια, τις ομορφιές της πόλης του, τους ανθρώπους, όχι μόνο τα γνωστά ή συγγενικά του πρόσωπα, αλλά και κάθε ιδιαίτερο, μοναδικό, αλλιώτικο ή γραφικό, τα ήθη και έθιμα, τα πανηγύρια και τις γιορτές, τις λύπες και τις χαρές, τους έρωτες και τους καημούς, μ’ ένα μοναδικό τρόπο, που ξεχειλίζει από συναίσθημα και λυρισμό.

Για το γειτονικό Άργος, ο Αντώνης Αναπλιώτης, με πολύ αγάπη και νοσταλγία, θυμάται και τραγουδά τις γυναίκες του Άργους τις όμορφες, «τις καλοφτιαγμένες και κοσμοξακουσμένες»,  τους άνδρες με τα μάγκικα τραγούδια τους, τους χορούς και τα γλέντια, τα πανηγύρια με τους υπέροχους λαϊκούς μουσικούς, ένα Άργος που φαντάζει μέσα από τις περιγραφές του λεβέντικό και εργατικό και συγχρόνως μερακλίδικο, γλετζέδικο και ερωτικό.

Ας απολαύσουμε  πέντε ποιήματα – τραγούδια αφιερωμένα στο Άργος, τα οποία συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο του  τα «Αναπλιώτικα», για να τον γνωρίσουν και οι νεώτεροι Αργείτες. Και ίσως να τους βοηθήσουν τα τραγούδια αυτά να γνωρίσουν  καλύτερα το Άργος των πατεράδων και  των παππούδων  τους  και να αγαπήσουν και αυτοί σήμερα την πόλη τους, τόσο, όσο και ο Ναυπλιώτης ποιητής.

 

ΑΡΓΕΙΤΙΚΟ

 

Ο Μπίρμπος κι’ ο Νταή – Αρματάς,

Με κλαριτζή το Φέκα,

Τραγούδησαν στην Κοτσινιά,

Τσ’ ακούστη στη Χαλιέπα!…

 

Ρεμπούμπλικες, ψηλά – στραβά

– Κλαρίνο Αργείτικον – χαβά –

Μουστάκες ξαγριεμένες

Και «πατατούκες» στόνα τους

Μανίκι, φορεμένες !…

– Ζουνάρες – κρεμασμένες…

 

Ο Μπίρμπος κι’ ο Νταή – Αρματάς,

Με κλαριτζή το Φέκα,

Τραγούδησαν στην Κοτσινιά,

Τσε τα’ ακούσε η Χαλιέπα,

 

Για μιάν Αργείτισσα γλυτσά

Νταρντάνα και δουλιεύτρα…

 

Άργος. Το βόρειο τμήμα της πλατείας του Αγίου Πέτρου και η αρχή της Βασ. Κωνσταντίνου. Το πρώτο κτίριο δεξιά κατεδαφίστηκε και παραχώρησε τη θέση του σε πολυκατοικία. Το επόμενο κτίσμα ήταν το ξενοδοχείο «Αγαμέμνων». Αριστερά της οδού, το πρώτο κτίσμα ήταν το γραφικό «Γιαλί Καφενέ», που κατεδαφίστηκε το 1958, για να παραχωρήσει τη θέση του σε άλλη μία πολυκατοικία. (Φώτο του 1930;).

 

 

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ

 

(Mιά φορά κι’ έναν καιρό…)

Eις μνήμην Σαρδέλλη – Νίνου – Μπουμπούκη, παληών αμαξάδων Του Άργους, που μετέφεραν την Παιδική ψυχή στο «πανηγύρι!»…   

 

– Άϊντες!.. Να ιδής τις νειόπαντρες,

Στ’ Άργους το πανηγύρι…

– Κιλίμι ασημοπότηρο,

Γυαλί, μαλλί, μπακίρι

Λάμπα, καθρέφτη, εικόνισμα,

Μύλο, λιβανιστήρι,

– Άϊντες!.. να ιδής τις νειόπαντρες,

Στ’ Άργους το πανηγύρι…

 

Και μιά μικρή, μιά νειόνυφη,

Αργείτικο καμάρι,

– Ψηλά – στραβά το φέσι της,

– Η φούντα του, ως τη μέση της –

Κι’ ασίκικο «μπουμπάρι»*,

Και μιά μικρή, μιά νειόνυφη.

Μιά μικροπαντρεμένη,

Στο πανηγύρι μπαίνει…

 

Κρατάει το νηό – το ταίρι της,

– Στο χέρι του το χέρι της –

Πυρρή και ξαναμμένη,

(Μικρούλα και πρωτόβγαλτη

Στο πανηγύρι μπαίνει…)

 

Και γουρνοπούλα Άργείτικη,

Ροδοκοκκινισμένη,

– Μαστόρικα ψημμένη,

(Η κοσμοξακουσμένη !…)

Μυρίζει της – μυρίζει της,

Και στέκει ζαλισμένη,

Ως ναν της φέρουν το «μεζέ»·

Γιατ’ είναι… γκαστρωμένη…

* Μπουμπάρι: Παραδοσιακός πικάντικος μεζές. Είναι λουκάνικο με γέμιση κρέας μοσχαρίσιο ή αρνί ή κατσίκι και τα εντόσθια του, εκτός από το συκώτι.

 

ΣΤΗ «ΣΟΥΣΤΑ» ΤΗΝ ΑΡΓΕΙΤΙΚΗ…

 

Στη «σούστα» την Αργείτικη

– Άργος – Άργος –

Στη «σούστα» την καμπίτικη,

– Κάμπος – κάμπος –

τη «μέγκλα* – μερακλίτικη»·

– Καθρέφτες μ’ αγγελάκια –

Ζουγραφιστά, πολύχρωμα,

Του κάμπου λουλουδάκια,

Και με τα χρυσοκόκκινα

στις ρόδες της «παρμάκια»,

Στη «σούστα» την Αργείτικη

– Τη «μέγκλα – μερακλίτικη»,

Νά ξανακαβαλλήσω,

Κανονικό κι ανάλαφρο

Κουδούνι ν’ αγροικήσω

Με της αυγούλας τη δροσιά,

– Κορδέλλα – πέρα ή δημοσιά,

Να σιγοτραγουδήσω…

 

Στη «σούστα» την Αργείτικη

– Βλάγκα φοράδα**

(Φέλπα ή γυαλάδα!)***

Λεβεντιά κι’ ωμορφάδα

(Το βελουδένιο σου πετσί,)

Πως να σηκώση καμουτσί;

– Στράκες,**** μονάχα, αράδα…

– Γκέμι – γερό!

– Σούζες – σωρό!

– Τρέκλες – Χορό!

– Βλάγκα – φοράδα,

(Ομήρου Ιλιάδα…)

Με μπάσταρδο πουλάρι

Καμπίσιο θρεφτάρι

– Καμπίσιο βλαστάρι!

Του κάμπου καμάρι.

 

Στη «σούστα» την Αργείτικη

– Άργος – Άργος –

τη «μέγκλα – μερακλίτικη»·

– Κάμπος – κάμπος –

Στου χρόνου τα γυρίσματα,

Για τα καλωσωρίσματα,

Σούς «μπάγκους» – στα καθίσματα –

Αργείτικα κιλίμια

Στο καμουτσί, στα γκέμια της

Αργείτικα «τσαλίμια…»

 

* Μέγκλα: Μάγκικη λέξη που εννοεί το άριστο, το πολύ καλό.

** Βλέγκα: Λέξη στην Κύπρο. Εννοούν το πολύ θερμό κλίμα, την ζεστή ατμόσφαιρα.

*** Φέλπα ή γυαλάδα: Ιταλική λέξη για το μαλακό ύφασμα με τη βελούδινη υφή.

**** Στράκα: Ξερός διαπεραστικός ήχος που παράγεται όταν κτυπάς το καμουτσίκι στον αέρα.

 

 

Άργος. Η οδός Βασ. Κωνσταντίνου (1930;). Στο βάθος διακρίνεται το κάστρο της Λάρισας και η Παναγία η Κατακεκρυμμένη.

 

ΤΟ ΤΟΥΜΠΟΥΡΛΟΥ

 

«Τουμπουρλού μωρή,

Το σαλβάρι* σου,

Στρογγυλό παχύ,

Το ποδάρι σου».

 

Τουμπουρλού μωρή

Τουμπουρλού μωρή

Μπήκε η Αποκρηά,

Στρώσανε οι χοροί,

Τουμπουρλού μωρή…

 

Του Φέκα το κλαρίνο,

Κανείς δεν το βαρεί,

Τουμπουρλού μωρή

Του Μπόγια το ζουνάρι,

Κανείς δεν το φορεί,

Τουμπουρλού μωρή…

 

Του Μπόγια, του Μπεκιάρη**

– Άργείτη μακελλάρι –

Ο Χάρος χάρισέ του,

Λεπίδα κοφτερή,

Τουμπουρλού μωρή…

Κι’ έκοβεν ανθρώπους

(Χρόνια καί καιροί)

Τουμπουρλού μωρή…

 

Τ’  Αργείτικο μαχαίρι,

(Δεν το πιάνει χέρι)

Βγήκε απ’ το θηκάρι

Κι’ άσπλαχνο βαρεί,

Τουμπουρλού μωρή…

 

Ο Μάνος ο Καλλέργης,***

Άγάπησε Κορώνα,

Βασίλισσα, γοργόνα,

Να ζήση δεν μπορεί,

Τουμπουρλού μωρή.

Και παλαβωμένος,

Στα σοκάκια του Άργους

Κλαίει και καρτερεί,

Τουμπουρλού μωρή…

 

Τα κορίτσια του Άργους,

Τα καλοφτειασμένα,

Κοσμοξακουσμένα,

Τ’ Άργους οι χοροί,

Τουμπουρλού μωρή…

 

* Σαλβάρι: Περσική λέξη. Φαρδιά γυναικεία παντελόνα που φορούσαν παλιά οι χωρικές.

** Μπεκιάρης: Παλαιός δήμιος εξ Άργους.

*** Καλλέργης: Ο εραστής της αυτοκράτειρας Ευγενίας.

 

Ο ΓΙΑΛΕΛΗΣ

 

Ο Γιαλελής ο Κίτσος,

Καρίπης αμαξάς,

Κι’ ο κλαριτζής ο Γιώργης

Ο Καραμουτζάς,

Το βλάγχο τον ανέμη,

Το βλάγκο τον ασίκη,

Πού δεν σηκώνει γκέμι,

Δεν παίρνει καμουτσίκι,

Τον ζέψανε στη σούστα,

Στη φτεροσούστα τους,

Και βγήκανε στην τσάρκα,

– Αμάν, και διπλοστράκα –

Και βγήκανε να κάνουν

Στ’ Άργος τα γούστα τους.

 

Ο Αραμπάς περνάει,

Κι’ ο αραμπατζής τρελλός

Φεύγατε Αργειτοπούλες,

Να μη σας πάρη ομπρός…

 

Τα μάγκικα τραγούδια,

– Της λεβεντιάς λουλούδια –

Τα μάγκικα τραγούδια

Τ’ αποκρέψανε,

Πέντε – έξη μπαγλαρώσαν

Κάνα – δύο μαχαιρώσαν

Και… ξεζέψανε…

 

Γιώργος Γιαννούσης

Οικονομολόγος – Πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης

Ιστορίας & Πολιτισμού

 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους όπως δεν φαίνεται – Άννα Μπανάκα, Δρ. Αρχαιολόγος, Αναπληρώτρια Διευθύντρια στην Δ΄ ΕΠΚΑ Ναυπλίου. Διημερίδα «Η Ιστορική και Αρχαιολογική ερευνά στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων». Τρίπολη, 04 & 05 Οκτωβρίου 2013. Πρακτικά. Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολη 2014.


 

Καθώς πληθαίνουν με την πάροδο του χρόνου οι έρευνες στην Ελλάδα και αρχίζει η συλλογή αρχαίων, η συσταθείσα από το 1837 Αρχαιολογική Εταιρεία [1] ενεργοποιείται στη διάσωση των αρχαιοτήτων στις Επαρχίες και ζητάει από την Κυβέρνηση την άδεια να διορίζει Εφόρους, υπεύθυνους για την προστασία των αρχαίων μνημείων. Οι ενέργειές της καταγράφονται στις αναφορές πεπραγμένων στο έγκυρο επιστημονικό περιοδικό υπό τον τίτλο Πρακτικά της Αρχαιολογικής Εταιρείας [2]. Ο Αντώνιος Βλαστός [3], σχολάρχης στην Ερμούπολη της Σύρου, και ο αυτοδίδακτος αρχαιολόγος Παναγιώτης Σταματάκης [4] ορίσθηκαν για το σκοπό αυτό. Ο πρώτος περιόδευσε στην Πελοπόννησο και ο δεύτερος στη Στερεά Ελλάδα αρχικά και στην Πελοπόννησο αργότερα [5] καθιστώντας σαφή την εποπτεία και εκπροσώπηση του ελληνικού κράτους στη διάρκεια ανασκαφικών ερευνών σε περιοχές με ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρον (Μυκήνες) [6]. Τα αποτελέσματα της προσπάθειας αυτής ήταν εξαιρετικά και με πρόταση της Αρχαιολογικής Εταιρείας στην Κυβέρνηση ψηφίσθηκε ειδικός νόμος για την καθιέρωση των επαρχιακών Εφόρων [7].

Οι περιοδείες αποφέρουν καρπούς και με τη φροντίδα του Π. Σταματάκη ιδρύονται αρχαιολογικές συλλογές στη Στερεά Ελλάδα (Θήβα, Χαιρώνεια, Πλαταιές, Τανάγρα, Δελφοί, Αυλίδα, Θεσπιές) [8], Μύκονο [9] και στην Πελοπόννησο (Άργος, Νεμέα, Αίγιο) [10]. Όπως φαίνεται από τις αναφορές των περιηγητών που είχαν επισκεφθεί το Άργος τα ευρήματα είχαν συγκεντρωθεί στο κτήριο του Δημαρχείου ήδη στα τέλη του 1850 [11]. Η συλλογή αποκτά επιστημονική οντότητα την 1η Δεκεμβρίου του 1878 όταν ο Π. Σταματάκης καταγράφει και ταξινομεί γλυπτά και ανάγλυφα προερχόμενα από την πόλη αλλά και την ευρύτερη περιοχή [12].  Οι αδιαμφισβήτητες ικανότητές του επιβραβεύονται με τον διορισμό του αρχικά ως αναπληρωτή του Παναγιώτη Ευστρατιάδη, Γενικού Εφόρου Αρχαιοτήτων στις 24 Φεβρουαρίου του 1884. Το ίδιο έτος προήχθη σε Γενικό Έφορο, θέση την οποία τίμησε μέχρι το θάνατό του το 1885 [13]. Στην επιστημονική ιεραρχία ακολούθησε ο Παναγιώτης Καββαδίας [14], ο οποίος σύμφωνα με δημοσιεύματα στον αργειακό τύπο επισκέφθηκε το Άργος το ίδιο έτος, όταν προσδιορίζεται χρονικά μεταφορά αρχαίων από το Μουσείο του Άργους στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα [15]. Με την ενέργεια αυτή μπορεί να συνδυασθεί η χειρόγραφη επανάληψη του καταλόγου του Σταματάκη με την επισήμανση «ότι ακριβές αντίγραφον. Εν Άργει την 8 Αυγούστου 1885. Ο Δήμαρχος Αργείων» [16]. Σε κάθε περίπτωση όταν ο Π. Καββαδίας συντάσσει τον πρώτο οδηγό της έκθεσης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και των γλυπτών [17] περιλαμβάνονται αρχαία έργα από το Άργος και τη γύρω περιοχή.

Στο ενδιαφέρον της τοπικής κοινωνίας εντάσσεται και η πρωτοβουλία εκ μέρους των λογίων για διεξαγωγή έρευνας. Το 1888 οι έρευνες του Ι. Κοφινιώτη στο ύψωμα της Λυκώνης, νότια της Λάρισας [18] προσθέτουν σημαντικά στοιχεία για την τοπογραφία της πόλης στους ιστορικούς χρόνους φέρνοντας στην επιφάνεια κατάλοιπα που συνδέονται με την αναφορά του Παυσανία για το ιερό της Ορθίας Αρτέμιδος. Σύμφωνα με την μαρτυρία του περιηγητή στο ιερό υπήρχαν αγάλματα του Απόλλωνα, της Άρτεμης και της Λητούς, έργα αποδιδόμενα στον Πολύκλειτο [19]. Τέσσερα χρόνια αργότερα δημοσιεύεται το βιβλίο του Κοφινιώτη για τις αρχαιότητες του Άργους, Ιστορία του Άργους μετ΄ εικόνων από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών (1892 – 1893) [20].

Έχουμε φθάσει χρονικά κοντά στην περίοδο που η πόλη θα αναδειχθεί σταδιακά με τα ερευνητικά προγράμματα μελών της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής [21]. Ο Ολλανδός αρχαιολόγος Wilhelm Vollgraff έρχεται το 1902 [22] και επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στον Λόφο του Προφήτη Ηλία και στο μυκηναϊκό νεκροταφείο της Δειράδας [23]. Στην πρώτη σελίδα του ημερολογίου του σημειώνει : «17 Μαΐου 1902. Έφθασα με το τραίνο στη μία η ώρα. Το απόγευμα ανέβηκα στην Ασπίδα και μάζεψα μια συλλογή από όστρακα μυκηναϊκά και άλλα». Ο Vollgraff αναφέρεται στο Λόφο του Προφήτη Ηλία [24]. Η παρουσία του δεν περνά απαρατήρητη από τους κατοίκους του Άργους οι οποίοι του υποδεικνύουν αρχαιότητες [25]. Η περιοχή δεν άργησε να προσελκύσει ειδικούς επιστήμονες οι οποίοι την επισκέπτονται ως εκδρομείς στο πλαίσιο του Διεθνούς Αρχαιολογικού Συνεδρίου που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα [26].

Πιθανότατα το πρόγραμμα του Vollgraff ευνοείται από την εξέλιξη αυτή και φαίνεται ότι ανταλλάσσεται σχετική αλληλογραφία με το Υπουργείο για τη διεξαγωγή συστηματικών ερευνών. Το Αρχαιολογικό Συμβούλιο γνωμοδοτεί θετικά και ενημερώνει εγγράφως την αρμόδια υπηρεσία (εικ. 1)· οι έρευνές του τελούν υπό την εποπτεία του Εφόρου Αρχαιοτήτων Αργολίδος : «Γνωρίζομεν υμίν ότι κατά γνώμην του Αρχαιολογικού Συμβουλίου ενεκρίναμεν όπως η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή συνεχίση εν Άργει ας από ετών ενεργεί δια του κ. Vollgraff ανασκαφάς. Η εποπτεία τούτων ανατίθεται υμίν, θέλετε δε γνωρίση εγκαίρως τω ενεργήσοντι τας ανασκαφάς ότι πάσα ζημία επενεχθησομένη εν μη δημοσίοις κτήμασι θέλει βαρύνη την άνω Σχολήν ή ατομικώς τον ενεργήσοντα τας ανασκαφάς. Δια τούτο προ πάσης ενεργείας αναγκαίον νομίζομεν να προηγήται η μετά του ιδιοκτήτου συνεννόησις και η προ της ανασκαφής του κτήματος συγκατάθεσις αυτού. Ο Υπουργός» [27]. Μετά από μεγάλη διακοπή συνεχίζει τις έρευνες στο ύψωμα της Λάρισας τη διετία 1928 -1930 [28]. Σύμφωνα με τα αναγραφόμενα σε δύο πρωτόκολλα παράδοσης και παραλαβής που συντάσσονται μεταξύ του ανασκαφέα και του εκπροσώπου της Ζ΄ Αρχαιολογικής Περιφέρειας στις 27 Αυγούστου 1928 και 1930 τα ευρήματα παραλαμβάνει ο Ιωάννης Ιωακείμ, «ως ο επί των ενεργουμένων ενταύθα παρά της Γαλλικής Σχολής ανασκαφών επιμελητής αυτών διορισθείς» [29]. Στα ενδιαφέροντα του Vollgraff περιλαμβάνονται και περιοχές γύρω από το Άργος (Σχ(ο)ινοχώρι [30], Μαγούλα Κεφαλαρίου [31]) όπου διεξάγονται βραχύχρονες έρευνες. Τα ευρήματα συγκεντρώνονται σε χώρο του Δημαρχείου [32], όπου στη διάρκεια της κατοχής δέχονται δύο φορές την επέμβαση φιλομάθειας των ιταλικών στρατευμάτων [33]. Η περιγραφή του σοβαρότερου περιστατικού σε έγγραφο αποτελεί ένα δείγμα των δοκιμασιών της πολιτιστικής κληρονομιάς στην πόλη του Άργους.

 

(εικ. 1)

 

«Ιταλοί της εκεί στρατιωτικής διοικήσεως διέρρηξαν το παράθυρο του Μουσείου και έκλεψαν πολλά αντικείμενα αυτού. Μεταξύ των κλαπέντων είναι εις χρυσούς δακτύλιος, γλυπτά και πήλινα αντικείμενα και άλλα άτινα αγνοούνται, καθόσον προήρχοντο εκ των ανασκαφών Vollgraff και ευρίσκοντο εις εσφραγισμένα κιβώτια προκειμένου να μελετηθούν από τον ίδιον τον διενεργήσαντα την ανασκαφή. Μεταξύ των κλαπέντων υπήρχε και κιβώτιον πλήρες εκ των ανασκαφών τούτων. Πολλά των αριθμημένων αντικειμένων ελλείπουν. Την 24η Οκτωβρίου 1941 ο λοχαγός διοικητής του Άργους Aurelio Marcarino υπό τας διαταγάς του στρατηγού U. Ricagno αφήρεσε εκ του Μουσείου του Άργους διάφορα αντικείμενα μεταξύ των οποίων εν ιππάριον, πέντε αγγεία, δύο λύχνους και δύο ειδώλια γυναικών. Πληροφορηθείς όμως προφανώς ότι θα του ζητηθεί να επιστρέψει τα αντικείμενα εσκηνοθέτησε και πραγματοποίησε διάρρηξη του Μουσείου προς κάλυψη της κλοπής στις 30 του ιδίου μηνός κατά την οποία αφαιρέθηκαν αρκετά ακόμα αντικείμενα του Μουσείου δυσεξακρίβωτα λόγω του ότι εκλάπη και ο κατάλογος.

Όταν εζητήθη από τον λοχαγό Marcarino να επιστρέψει τα κλαπέντα, τα επέστρεψε・ συναινούσης δε και της προϊσταμένης του αρχής επεχείρησε να δικαιολογήσει την πρώτη του κλοπή με την πρόφασιν ότι κατεγίνετο με την ιστορία του Άργους. Σημειωθήτω όμως ότι τρία εκ των ως άνω αναφερομένων πήλινων αγγείων, άτινα είχε κλέψει κατά την πρώτην του κλοπή δεν επέστρεψεν» [34]. Σχεδόν ένα μήνα μετά το συμβάν ο Επιμελητής Αρχαιοτήτων ενημερώνεται ότι «η Ιταλική διοίκησις προέβη εις το κλείσιμο των παραθύρων δια τούβλων, ώστε είναι αδύνατος πλέον η είσοδος ανθρώπου δια τούτων. …. Όσον αφορά τα αντικείμενα του μουσείου θέλομεν σας αναφέρει κατά την εδώ άφιξή σας [35]».

Η φύλαξη των επιστραφέντων γίνεται με τη μεταφορά τους – άγνωστο πότε – στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και μετά από πολλά χρόνια στο Μουσείο Άργους [36]. Το υλικό, που περιλαμβάνει ευρήματα από την αρχαϊκή έως την ελληνιστική εποχή, αποθηκεύεται στη διδακτική συλλογή της Σχολής, στο υπόγειο της νέας πτέρυγας του Μουσείου, με την ένδειξη «ανασκαφές Vollgraff» [37].

Επιστρέφοντας στο ιστορικό οδοιπορικό του Μουσείου, στο κτήριο του Δημαρχείου Άργους η από 21-3-49 αναφορά του Παναγιώτη Διακουμή, φύλακα αρχαιοτήτων στις Μυκήνες, προς το Σεβαστόν Υπουργείον Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας – Διεύθυνσις Αρχαιοτήτων περιγράφει την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στο χώρο των αρχαίων: «Λαμβάνω την τιμήν να αναφέρω ευσεβάστως υμίν τα κάτωθι. Υποδιεύθυνσις Χωροφυλακής Άργους επίταξε το Μουσείον Άργους και έχη τοποθετήση εντός του Μουσείου πυρομαχικά και (ε)ίδη τροφίμων. Υποβάλλεται η Παράκλησις όπως προβήτε εις την λήψιν των ενδεδειγμένων μέτρων. Ευπειθέστατος (υπογραφή)».

Στο έγγραφο με αρ. πρωτ. 24, Μάρτιος 1949 που εστάλη από τον Προϊστάμενο προς το Υπουργείο αναφέρεται το γεγονός και επιπροσθέτως τα ακόλουθα: «Δια ταύτα παρακαλώ όπως ως τάχιστα τηλεγραφικώς διαταχθή η εκκένωσις της Συλλογής από παντός ξένου προς τας αρχαιότητας αντικειμένου και η παράδοσις των κλειδιών εις τον εκεί Επιμελητήν. Δεν παραλείπω να αναφέρω ότι εντός των προθηκών, αίτινες δεν είναι ασφαλείς, φυλάσσονται σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα. Ευπειθέστατος (χωρίς υπογραφή)». Δεν γνωρίζουμε τα σχετικά με την αποκατάσταση του χώρου αλλά από το περιεχόμενο του εγγράφου προκύπτει ότι έχει διαμορφωθεί μία έκθεση αντικειμένων γνωστή σε αρχαιογνωστικούς – περιηγητικούς οδηγούς (Les Guides Bleus), οι συντελεστές των οποίων επιθυμούν να την συμπεριλάβουν στην ύλη τους [38] συμπληρώνοντας κατ΄ αυτόν τον τρόπο την αρχαιολογική εικόνα της Αργολίδας [39].

Στον νομό έχει συγκροτηθεί η Τοπική Επιτροπή Τουρισμού Ναυπλίου, η οποία απευθύνεται ως εξής προς την αρμόδια Υπηρεσία: «Προς τον κ. Έφορον Αρχαιοτήτων Ναυπλίου – Ενταύθα. Έχομεν την τιμήν να σας διαβιβάσωμεν παράκλησιν της Επιτροπής Τουρισμού Ναυπλίου όπως παραχωρήσητε εις τον Δήμον Αργείων τας κλείδας του εν Άργει Αρχαιολογικού Μουσείου ίνα ευχεραίνηται η επίσκεψις αυτού ως άλλωστε μέχρι τούδε εγίγνετο. Την παράκλησιν ημών ταύτην διαβιβάζωμεν εν τη πεποιθήσει ότι η φύλαξις των αρχαιολογικών ευρημάτων θα είναι ασφαλής και εις χείρας του Δήμου Άργους, ώστε να μη υπάρξη δισταγμός τις εκ του λόγου τούτου, εφ΄ ΄οσον δε και υμείς συμφωνείτε εις τούτο, ελπίζομεν, ότι θέλετε αποδεχθή την παρακλήσιν μας προς διευκόλυνσιν των επιθυμούντων να επισκευθούν το Μουσείον Άργους. Μετά τιμής, Ο πρόεδρος Παν. Μελισσηνός». [40]

Η παράκληση αυτή αναδεικνύει εμμέσως πλην σαφώς την έλλειψη προσωπικού φύλαξης με αποτέλεσμα την αδυναμία της λειτουργίας της συλλογής ως επισκέψιμου χώρου. Το πρόβλημα της ασφάλειας απασχολεί τον Σ. Ι. Χαριτωνίδη, Επιμελητή Αρχαιοτήτων στο Ναύπλιο, και, καθώς δεν επιλύεται άμεσα, απευθύνεται εγγράφως για συνδρομή στην Αστυνομία Άργους: «έχομεν την τιμήν να παρακαλέσωμεν υμάς, όπως αναλάβητε την διαφύλαξιν του κλείθρου της εν Άργει αποθήκης αρχαίων και το άνοιγμα και κλείσιμον της θύρας, οσάκις προσέρχονται προς μελέτην εν αυτή οι εν τη πόλει σας διενεργούντες ανασκαφάς αρχαιολόγοι, μέλη της Γαλλικής Σχολής Αθηνών κ.κ. Roux, Courbin, Charneux, Martin και Boddah. Ούτοι ενδεχομένως δύνανται να συνοδεύονται υπό 2-3 εργατών και του τεχνίτου συγκολλητού. Μετά τιμής, ο Επιμελητής των Αρχαιοτήτων, Σ .Ι. Χαριτωνίδης» [41].

Ένα μήνα σχεδόν μετά επανερχόμενος με το αρ. 532/26 Ιουλίου 1952 έγγραφό του προς την ίδια αρχή γράφει: «έχομεν την τιμήν να παρακαλέσωμεν υμάς, όπως επιστρέψητε ημίν την κλείδα της Αποθήκης Αρχαίων, την οποίαν ανελάβητε προσωρινώς να διαφυλάξητε κατόπιν του υπ΄ αρθ. 487/12-6-52 ημετέρου εγγράφου. Μετά τιμής, ο Επιμελητής των Αρχαιοτήτων (Μονογραφή)» [42].

Οι ημερομηνίες των δύο εγγράφων αντιστοιχούν στο διάστημα των συστηματικών ανασκαφικών ερευνών της ΓΑΣ στο Άργος [43]. Στην ακόλουθη αλληλογραφία είναι εμφανής η προσπάθεια για τη φύλαξη των συγκεντρωμένων αρχαίων, τη δυνατότητα επίσκεψης της συλλογής και τη διευκόλυνση όσων είχαν αποδεδειγμένα λόγο εργασίας εκεί. Απευθυνόμενος προς τον Ι. Παπαδημητρίου, Έφορο Αρχαιοτήτων, γράφει:

«Λαμβάνω την τιμή να σας αναφέρω ότι επραγματοποιήθη η υπό του Δήμου Άργους παραχώρησις της μεγάλης αιθούσης του ισογείου του Δημαρχείου, ένθα η Γαλλική Σχολή ετοιμάζεται να οργανώση έκθεσιν των ευρημάτων των τελευταίων της ανασκαφών [44]. Κατόπιν τούτου η δικαία απαίτησις της επισκέψεως του προσωρινού τούτου Μουσείου (εικ. 2 -4) [45]  θα είναι υπέρποτε επίμονος και είναι ανάγκη να υπάρχη φύλαξ εν Άργει, η παρουσία του οποίου είναι μάλιστα σήμερον απαραίτητος μετά την προσθήκη εις τα προς φύλαξιν αρχαία και του πλήρως αποκαλυφθέντος Ωδείου με τα μωσαϊκά δάπεδα. Ως εκ τούτου μέχρι επιτεύξεως διορισμού νέου φύλακος θα έδει να μεταβαίνη εις Άργος ο μάλλον διαθέσιμος και πλησιέστερα κατοικών φύλαξ του Ηραίου κατόπιν διαταγής σας ή αποσπώμενος δια προτάσεώς σας υπό του Υπουργείου. Ευπειθώς, ο Επιμελητής των Αρχαιοτήτων» [46].

 

(εικ. 2)

 

(εικ. 3)

 

(εικ. 4)

 

Η εισήγηση έγινε δεκτή και ο Χαριτωνίδης ανέθεσε εγγράφως καθήκοντα στον φύλακα αρχαιοτήτων Ηραίου: «Κατόπιν εντολής του κ. Εφόρου παραγγέλλομεν υμίν, όπως εις το εξής μεταβαίνητε τρις της εβδομάδος, ήτοι εκάστην Τετάρτην, Σάββατον και Κυριακήν εις Άργος, ίνα ανοίγητε την εν τω ισογείω της Δημαρχίας προσωρινήν έκθεσιν του Μουσείου προς επίσκεψιν υπό του κοινού από της 9ης μέχρι 14ης ώρας. ‘Απαξ τουλάχιστον της εβδομάδος δέον, όπως επιθεωρήτε το Θέατρον μετά του Ωδείου και τον παρακείμενον χώρον των ανασκαφών. Την εν τω ισογείω της Εμπορικής Σχολής αποθήκην θα ανοίγετε μόνον κατόπιν σημειώματος του Εφόρου ή του Επιμελητού. Ο Επιμελητής των Αρχαιοτήτων (μονογραφή Σ.Χ).[47]

Τα σωρευμένα από τις ανασκαφές αρχαία και η μικρή έκθεση στο Δημαρχείο δημιουργούν κλίμα κοινωνικής πίεσης και συμβάλλουν στην υλοποίηση της επιθυμίας των κληρονόμων του Δ. Καλλέργη για τη χρήση της οικίας του ως μουσείου. Άλλωστε υπό την προϋπόθεση αυτή και μετά από τις απαραίτητες επισκευές του κτηρίου συναινεί, μετά από γνωμοδότηση του Αρχαιολογικού Συμβουλίου στην αρ. 12/30-3-54 Συνεδρία του, η Διεύθυνση Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας σε σχετικό έγγραφο προς τον Δήμο Άργους για την ίδρυση αρχαιολογικής συλλογής στην πόλη του Άργους. «Προ της επισκευής τούτου, δεν φρονούμεν ότι ενδείκνυται η ίδρυσις αρχαιολογικής συλλογής εν Άργει, δεδομένου ότι και η χρησιμοποιουμένη σήμερον δια την διαφύλαξιν δευτερευουσών αρχαιοτήτων αποθήκη του Δημαρχιακού Μεγάρου είναι ακατάλληλος δια τον σκοπόν τούτον» [48].

Στις 21/5/1955 ο Δήμος Άργους ανακοινώνει στον Νομάρχη Αργολίδος την αρ. 144/55 Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου «εν σχέσει προς την κατά παράκλησιν παραχώρησιν ιδιοκτησιών Δήμου προς το Ελληνικόν Δημόσιον δια τας ανάγκας του Μουσείου Άργους» και  «άνευ ανταλλάγματος» – όπως συμπληρώνεται στον δεύτερο όρο της Απόφασης [49]. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της σχετικής αλληλογραφίας ακολουθεί και μια δεύτερη Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, η αρ. 405/55, που κοινοποιείται στο Νομάρχη Αργολίδος και στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας. Από σχετική ερμηνεία τους προκύπτει ότι η δεύτερη Απόφαση είχε σχέση με τον περιβάλλοντα χώρο της οικίας Καλλέργη. Το Υπουργείο ενημερώνει εγγράφως τον Νομάρχη με κοινοποίηση προς τον Έφορο της Δ΄ Αρχαιολογικής Περιφέρειας ότι «συμφωνούμε προς τα εν τη υπ’ αριθ. 405/1955 αποφάσει διαλαμβανόμενα, υπό τον όρο μόνον, ότι εντός του κήπου, περί ου το εδάφιο 4, δεν θέλει επιτραπή εγκατάστασις οιασδήποτε επιχειρήσεως απαδούσης προς την ιερότητα του χώρου» [50].

Για την επίσπευση δε του θέματος ζητείται η συνέχιση της οικονομικής ενίσχυσης από την Αρχαιολογική Εταιρεία. Ακολουθεί η έκδοση χρηματικού εντάλματος στο όνομα του καθηγητή Αν. Ορλάνδου «εκ του προϋπολογισμού της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας δια τας εργασίας αποπερατώσεως του Μουσείου Καλλέργη εν Άργει» [51] (εικ. 5-6) και με δεύτερο, αντίστοιχου περιεχομένου, η συνέχιση της οικονομικής ενίσχυσης «προς έτι μεγαλύτερον βαθμόν, ίνα είναι σύμμετρος και η ενίσχυσις της εν λόγω Σχολής προς τα αναληφθέντα παρ΄ αυτής έργα πλησίον του εν λόγω Μουσείου» [52].

 

(εικ. 5) Οικία στρατηγού Δημητρίου Καλλέργη.

 

(εικ. 6)

 

Για την ολοκλήρωση του μουσειολογικού προγράμματος είναι απαραίτητη η παραχώρηση από τον Δήμο Άργους «και του υπολοίπου οικοπέδου, του κειμένου παραπλεύρως του ανεγειρομένου υπό της εν λόγω Σχολής μουσείου, προκειμένου η Γαλλική Σχολή να προέλθη εις την ανέγερσιν υποστέγου προς τον σκοπόν της στεγάσεως των αυτόθι μωσαϊκών. Τονίζομεν ότι η προς το Δημόσιον μεταβίβασις της κυριότητος, τόσον του εν λόγω οικοπέδου, όσον και του οικοπέδου του νέου μουσείου, αποτελεί βασικήν προϋπόθεσιν δια την χορήγησιν αδείας συνεχίσεως των εργασιών αποπερατώσεως του ανεγειρομένου μουσείου» [53].

Οι κατά νόμο προβλεπόμενες διαδικασίες επικυρώνονται με Γνωμοδότηση του Αρχαιολογικού Συμβουλίου [54] και ενημέρωση του Συμβουλίου Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών για την αποδοχή «της δωρεάν παραχωρήσεως προς το Ελληνικό Δημόσιο του εν Άργει και παρά το Καλλέργειον οίκημα, οικοπέδου του, δια τας μουσειακάς ανάγκας της πόλεως….. υπό τον όρο της απαλείψεως εκ της ανωτέρω αποφάσεως του υπ΄ αρ. 10 όρου της» [55].

Πριν τις οικοδομικές εργασίες διενεργείται εκτεταμένη ανασκαφική έρευνα από την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, στο χώρο ανέγερσης της νέας πτέρυγας του Μουσείου που  προσαρτήθηκε στην οικία Καλλέργη [56] και της στοάς [57].

Ωστόσο η πρόοδος των εργασιών δεν ικανοποιεί κάποιους φορείς. Ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού απευθυνόμενος προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας επισυνάπτει σχετικό απόκομμα της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ, ο ανταποκριτής της οποίας στις 18 Αυγούστου 1958 (εικ. 7) γράφει ότι: «Ελλείψει μικράς πιστώσεως δεν λειτουργεί κανένα από τα δύο αρχαιολογικά μουσεία του Άργους. Βαρέα η ευθύνη του κράτους» και συνεχίζει αναφέροντας τις δυσκολίες που έχουν παρουσιασθεί. Το Υπουργείο ζητάει εγγράφως ενημέρωση από τον Έφορο Αρχαιοτήτων [58]. Η απάντηση του Προϊσταμένου αναδεικνύει και πάλι το πρόβλημα της έλλειψης προσωπικού «ειδικώς για την πόλιν του Άργους, όπου ως γνωστόν υπηρετεί εις μόνον φύλαξ, καθωρίσαμεν όπως ούτος τας μεν πρωϊνάς ώρας παρευρίσκηται εις το νεόδμητον Μουσείον, τας δε απογευματινάς εις τον αρχαιολογικόν χώρον. Άλλως τε δεν υπάρχει ακόμη εις την πόλιν ωργανωμένον Μουσείον, τα δε αποθηκευμένα κάτωθεν της Δημαρχίας αρχαία αντικείμενα καθ΄ όν τρόπον είναι συσωρευμένα δεν καθίστανται προσιτά εις τους πάσης φύσεως επισκέπτας, ει μη μόνον εις τους ειδικούς, τους οποίους πάντοτε εξυπηρετούμεν. Ευπειθέστατος» [59].

 

(εικ. 7)

 

Μικρή καθυστέρηση των εκθεσιακών εργασιών προκαλεί ανησυχία στην Παναργειακή Ένωση Αθηνών [60], η οποία απευθύνει εγγράφως ερώτημα στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας. Το θέμα τίθεται υπόψη του Ν. Βερδελή, Εφόρου Αρχαιοτήτων της Δ΄ Περιφέρειας [61], ο οποίος απαντά «περί του εν περιλήψει θέματος και συν τη επιστροφή της αιτήσεως της Παναργειακής Ενώσεως Αθηνών λαμβάνω την τιμήν να αναφέρω ότι, ως τυγχάνει και ημίν γνωστόν, ήρχισαν ήδη αι προκαταρκτικαί εργασίαι δια την επανέκθεσιν των αντικειμένων εις το Μουσείον Άργους τόσον εις την ανεγερθείσαν υπό της Γαλλικής σχολής πτέρυγα όσον και εις την πτέρυγαν του Καλλεργείου. Ελπίζομεν δε ότι μέχρι τέλους του έτους θα είναι δυνατόν να αρχίση η λειτουργία τούτου. Ευπειθέστατος» [62].

Στην απάντηση αυτή ο Έφορος έχει λάβει υπόψη του ότι οι διαδικασίες προχωρούν με εγκρίσεις από το Αρχαιολογικό Συμβούλιο των σχεδίων που εκπονήθηκαν από τον αρχιτέκτονα Youri Fomine και συγκεκριμένες οδηγίες για την παρουσίαση της εκθεσιακής πρότασης. Σύμφωνα με συμφωνητικό που συντάχθηκε στις 29/4/1959 στο πλαίσιο μειοδοτικής δημοπρασίας για τις προθήκες, «άπασαι αι προθήκαι θα κατασκευασθούν συμφώνως προς τας διαστάσεις και τα σχέδια της Δ/σεως Αναστηλώσεως, ως προς δε την μορφήν και τας λεπτομέρειας θα ληφθούν ως υπόδειγμα αι προθήκαι της αιθούσης Μυκηνών του ΕΑΜ» [63]. Παράλληλα με τις εργασίες για το εσωτερικό του Μουσείου έχει ληφθεί πρόνοια και για τον αύλειο χώρο με μελέτη η οποία εγκρίθηκε από το Αρχαιολογικό Συμβούλιο [64].

Σε συνεννόηση με την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή ακολουθεί η σταδιακή μεταφορά των αρχαίων από το κτήριο του Δημαρχείου και την αποθήκη της Εμπορικής Σχολής στις αποθήκες του νέου Μουσείου. Με έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας προς τη Διοίκηση Χωροφυλακής Ναυπλίου τίθεται το θέμα της ρύθμισης της διέλευσης οχημάτων μπροστά από το κτήριο «εις το σημείον τούτο της πόλεως εις τρόπον ώστε παρά το Μουσείον να επιτρέπηται η διέλευσις μικρών οχημάτων, τα δε βαρέα να διέρχονται άλλοθεν…… διότι η διέλευσις βαρέων οχημάτων δια της οδού της διερχομένης έμπροσθεν του Μουσείου Άργους δημιουργεί συνεχή όχλησιν εις τους επισκέπτας του Μουσείου και εν γένει κατάστασιν αντικειμένην εις τον χαρακτήρα του Ιδρύματος» [65]. Στο εσωτερικό του Μουσείου αναρτάται η επιτοίχια αναμνηστική πλάκα προς τιμήν της Σχολής και η ημερομηνία των εγκαινίων του Μουσείου στις 25 Ιουνίου 1961 [66]. Η εφημερίδα ΒΗΜΑ στο φύλλο της 25ης /06/ 1961 χαιρετίζει το γεγονός με τίτλο «Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΤΕΛΕΤΗ ΕΙΣ ΤΟ ΑΡΓΟΣ. Η ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΗ ΠΟΛΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΕΓΚΑΙΝΙΑΖΕΙ ΤΟ ΝΕΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ ΤΗΣ» και υπότιτλο «Μια χορηγία του γαλλικού κράτους – Προ ενενήντα ετών κραυγή κινδύνου για τις αρχαιότητες – Η ηρωϊκή εποχή της αρχαιολογίας». Μετά την ρύθμιση τελευταίων λεπτομερειών σχετικά με την καταβολή εισιτηρίου εκ μέρους των επισκεπτών είναι έτοιμο να δεχθεί τους επισκέπτες. Ένα μήνα αργότερα ο Δήμος Άργους, με την αρ. 85/13-7-1961 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, απονέμει τον τίτλο του επίτιμου δημότη στον Διευθυντή και στα μέλη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής που συνέβαλαν στην υλοποίηση της έκθεσης. Λίγα χρόνια μετά τα εγκαίνια διαμορφώνεται τμήμα του εσωτερικού του προθαλάμου αριστερά της εισόδου σε μικρό πωλητήριο – εκθετήριο (εικ. 8).

 

(εικ. 8)

 

Παρά την ίδρυση του Μουσείου η αρμόδια Υπηρεσία, η οποία εποπτεύει και τον Ν. Κορινθίας, παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα υποστελεχωμένη. Από αναφορές στο Αρχαιολογικό Δελτίο φαίνεται ότι στο Ναύπλιο υπηρετούν τρεις αρχαιολόγοι συμπεριλαμβανομένου του Προϊσταμένου [67]. Στο Άργος διενεργείται στοιχειώδης και κατά περίπτωση έλεγχος του υπεδάφους, κυρίως εντός του περιγράμματος των πεδίλων θεμελίωσης των νέων οικοδομών [68]. Όπως και στο παρελθόν [69] κάποιες φορές κρίνεται απαραίτητη η συνδρομή της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στο ανασκαφικό έργο της Εφορείας [70], σε χρονικά διαστήματα που δεν διεξάγει συστηματικές έρευνες στο αρχαίο Θέατρο και την Αγορά. Ο αρχαιολογικός έλεγχος της πόλης γίνεται πιο συστηματικός από το 1970 και εξής και τα κινητά ευρήματα των ανασκαφών φυλάσσονται στις αποθήκες του μουσείου.

Η έκθεση πλαισιώνεται με αντικείμενα από τις συστηματικές έρευνες της ΓΑΣ στην αρχαία Αγορά, το Θέατρο, το Μυκηναϊκό Νεκροταφείο της Δειράδας (Λόφος του Προφήτη Ηλία) και τη Λέρνα (Μύλοι) [71]. Από τα χίλια περίπου έργα που εκτίθενται, ελάχιστα είναι αυτά που προέρχονται από σωστικές έρευνες της Εφορείας Αρχαιοτήτων. Μέχρι τα εγκαίνια του Μουσείου είχαν έρθει στο φως διακόσιοι πενήντα τάφοι, από τους οποίους έγινε επιλογή για το εκθεσιακό υλικό της πρώτης αίθουσας. Πρωτότυπη για την εποχή εκείνη είναι η ιδέα της απόδοσης της σφυρήλατης πόρτας της εισόδου (εικ. 9) με αντιγραφή θεμάτων από αγγεία των υστερογεωμετρικών χρόνων (πομπή χορευτριών, ελάφια, πουλιά, ψάρια, παλαιστές, άλογα, ιχνηλάτες) [72] καθώς και τα μοτίβα των ενάλληλων γωνιών στο δάπεδο του προθαλάμου του Μουσείου.

 

(εικ. 9)

 

Στην πρώτη αίθουσα (εικ. 10) ευρήματα από τη Μεσοελλαδική περίοδο έως την Κλασική εποχή αναδεικνύουν το μεγαλείο του Άργους με αναμφισβήτητη την ακμή της πόλης – κράτους στα γεωμετρικά χρόνια. Τα εκθέματα είναι τοποθετημένα σε γυάλινες εύθραυστες στη ματιά προθήκες. Στερεωμένες σε τέσσερις λεπτές και ελαφρά συγκλίνουσες κυλινδρικές ράβδους φέρνουν κοντά στο βλέμμα του θεατή το παρελθόν των Αργείων που αντικατοπτρίζεται από τη μια προθήκη στην άλλη, σε μια προσπάθεια να δηλωθεί η συνέχεια στη ζωή της αρχαίας πόλης [73]. Μια συνέχεια όμως η οποία, συνδεδεμένη με την αυστηρά επιστημονική πλευρά της αρχαιολογίας και της ιστορίας της τέχνης, δεν απομακρύνθηκε από ζητήματα χρονολόγησης, απόδοσης και τεχνοτροπίας, που επισημαίνει και διαχωρίζει το «πρώϊμο» και το «ύστερο». Είναι εμφανές ότι το μεγαλύτερο μουσείο της χώρας, το Εθνικό Αρχαιολογικό, είχε διαμορφώσει μία αντίληψη – πρότυπο, που μεταφερόταν σε μουσεία της περιφέρειας επί σειρά ετών. Με επίκεντρο ενδιαφέροντος έργα ταξινομημένα πολλές φορές ανάλογα με το υλικό κατασκευής τους, συνοδευόμενα από μια συνοπτική μνεία χρονολόγησης και ιστορικής περιόδου, απευθύνονταν σε επισκέπτες – αποκρυπτογράφους μιας ή πολλών αφηγήσεων.

 

(εικ. 10)

 

Το «ιππόβοτον» και «πολυδίψιον» Άργος με τις λιγόλογες στερεότυπες λεζάντες των προθηκών αφυπνίζει η μοναδικότητα ορισμένων εκθεμάτων. Η έρευνα του «τάφου του πολεμιστή» στα ανατολικά του ρωμαϊκού Ωδείου έφερε στο φως τον χάλκινο κωδωνόσχημο θώρακα με το κράνος [74]. Οι λαθρανασκαφείς της αρχαιότητας κατέλιπαν το σημαντικότερο για τις επόμενες γενιές εύρημα, όπου η ζωή και ο θάνατος συμπορεύονται τόσο εύγλωτα: πλούτος, κοινωνική – αριστοκρατική τάξη, στρατιωτική δύναμη στο Άργος των ύστερων γεωμετρικών χρόνων. Τα έθιμα των συμποσίων είχαν ιδιαίτερη σημασία και αντικείμενα που χρησιμοποίησε εν ζωή (κρατευτές, οβελοί) ο Αργείος πολεμιστής τον συνόδευαν και στο θάνατο [75]. Μειώνοντας την απαγορευτική μεσολάβηση της προθήκης με τους αυθεντικούς οβελούς οι συντελεστές της έκθεσης αντιγράφουν έξι αντικείμενα αυτής της κατηγορίας και τα αναρτούν (εικ. 11) στο νότιο τοίχο της πρώτης αίθουσας [76], προσκαλώντας τους επισκέπτες να αφουγκρασθούν στο βάρος του μετάλλου την ιστορία του Άργους. Η επιδεξιότητα των Αργείων τεχνιτών αναδεικνύεται σε πλήθος έργων: στον αμυντικό και επιθετικό οπλισμό [77], χάλκινες περόνες, πόρπες, δαχτυλίδια, αναθηματικές φιάλες, στα χρυσά [78], γυάλινα και ελεφαντοστέϊνα κοσμήματα.

 

(εικ. 11)

Κεραμική με μοτίβα «ανατολίζοντος ρυθμού», τροχήλατα ή χειροποίητα έργα κοροπλαστικής, (ασπιδοφόροι ιππείς, ένθρονες γυναικείες θεότητες, ομοιώματα κύκλιων χορών κ.α.), αποτελούν χαρακτηριστικές δημιουργίες εγχώριων εργαστηρίων στη διάρκεια της αρχαϊκής περιόδου. Οι γνώσεις διαδίδονται είτε με τις μετακινήσεις Αργείων τεχνιτών είτε με τεχνοτροπικές αντιγραφές από εργαστήρια κεραμικής διαφόρων περιοχών εντός και εκτός Πελοποννήσου [79]. Μύθος, τέχνη, ιστορικό παρελθόν συνδυάζονται στο τμήμα αργείου κρατήρα με τη σκηνή της τύφλωσης του Πολύφημου από τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του (670 π.Χ.), εμπνευσμένη από την Οδύσσεια [80]. Αντίστοιχα μηνύματα ανιχνεύονται σε ευρήματα κλασικών χρόνων, όπως ο αττικός ερυθρόμορφος κωδωνόσχημος κρατήρας του «ζωγράφου του Ερμώνακτα» (460 – 450 π.Χ.) με τη σκηνή της μονομαχίας του Θησέα με τον Μινώταυρο και την παρουσία της Αριάδνης [81]. Στους χρόνους του περιηγητή Παυσανία, ο οποίος επισκέφθηκε το Άργος (2ος αι. μ.Χ.), μεταφέρει τον επισκέπτη η μακέτα των αρχαιολογικών χώρων (Αγορά, Θέατρο), δωρεά της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής [82].

Στο διάδρομο και το ισόγειο του Καλλέργειου παρουσιάζεται η συλλογή της Λέρνας [83]. Ο προϊστορικός οικισμός με τα σπουδαία ευρήματα, που ήρθε στο φως στη διάρκεια ανασκαφών (1952 – 1958) από την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών υπό την εποπτεία του John L. Caskey. Η ανάπτυξη, η ζωή και η τέχνη του οικισμού, που κατοικείται συνεχώς από τα Νεολιθικά χρόνια έως το τέλος της Εποχής του Χαλκού, ευνοήθηκε ιδιαίτερα από την γειτνίαση με τη θάλασσα, όπως αποδεικνύουν τα εισηγμένα αγγεία από τις Κυκλάδες (Μήλος), Κρήτη, Κύθηρα, Αίγινα και την Τροία. Στα πολυταξιδεμένα στο εσωτερικό και το εξωτερικό έργα της συλλογής περιλαμβάνεται το πήλινο γυναικείο ειδώλιο της Μέσης Νεολιθικής Εποχής που συμβολίζει την πνευματική ζωή του νεολιθικού ανθρώπου [84]. Η Πρωτοελλαδική εστία και τα πήλινα σφραγίσματα από τις αποθήκες της Οικίας των Κεράμων [85] αναδεικνύουν ιδιαίτερες αντιλήψεις, κοινωνική δομή και έλεγχο της ατομικής ιδιοκτησίας και η αποκάλυψη του οικισμού περιλαμβάνεται σε εκτενές άρθρο εφημερίδας (εικ. 12) με ευρύτατη κυκλοφορία [86].  Επιπλέον, για ενημέρωση του κοινού σχετικά με την ευρύτερη περιοχή της Λέρνας, εγκρίθηκε με γνωμοδότηση του Αρχαιολογικού Συμβουλίου η πώληση βιβλίου στα μουσεία Ναυπλίου και Άργους και στους αρχαιολογικούς χώρους Μυκηνών, Τίρυνθας, Επιδαύρου και Μύλων [87].

 

(εικ. 12)

 

Στον πρώτο όροφο του Καλλέργειου περίοπτα έργα γλυπτικής, στήλες και ανάγλυφα σώζουν στην επιδερμίδα τους την πάτινα του χρόνου ανάμεικτη με το χώμα της ανασκαφής που δεν εμπόδισε την παρουσίασή τους στα μάτια των επισκεπτών. Αντίθετα, η εξέλιξη των τεχνολογικών μεθόδων και της επιστήμης αναδεικνύουν πολύτιμες λεπτομέρειες της ικανότητας των δημιουργών τους [88]. Ρωμαϊκά αντίγραφα έργων των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων, τα περισσότερα από τα οποία προέρχονται από τις ανασκαφές της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στην αρχαία Αγορά και το Θέατρο [89], έχουν τοποθετηθεί με έναν θεατρικό τρόπο καθώς επιτρέπουν στον επισκέπτη να γλιστρήσει ανάμεσά τους σε μια προσπάθεια αποκωδικοποίησης της σιωπής τους και συμπλήρωσης της λιγόλογης λεζάντας. Θεότητες, ημίθεοι, ήρωες, μορφές θνητών, απηχούν το δημόσιο και ιδιωτικό βίο, τη μουσική παιδεία, την επίσημη και λαϊκή θρησκεία των Αργείων.

(εικ. 13)

Ψηφιδωτά από ανασκαφές κοντά στο αρχαίο Θέατρο έχουν ενσωματωθεί στο δάπεδο της Στοάς στον κήπο του Μουσείου, με ποικιλία διακόσμου [90]. Σύμφωνα με σχετικά έγγραφα η αποκόλληση, συντήρηση και τοποθέτησή τους έγινε υπό την εποπτεία ειδικού συντηρητή. Στον ίδιο χώρο εκτίθενται έργα ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων. Ανάμεσά τους ανάγλυφη κεφαλή Μέδουσας με φίδια [91] (εικ. 13).

Το παγωμένο βλέμμα της δεν απέτρεψε το ζωντάνεμα του αρχαιολογικού πλούτου του Μουσείου Άργους με τα παιχνίδια πολιτισμού του προγράμματος ΜΕΛΙΝΑ. Σε συνεργασία με το Δήμο Άργους, διοργανώθηκε πολιτιστική εκδήλωση στον κήπο του Μουσείου με ανάγνωση κειμένων με θέμα «Άθλος, άθλημα, έπαθλο, αθλητής, αθλητισμός» [92]. Παρά τις όποιες δυσκολίες υποδομής ο προθάλαμος του Μουσείου διαμορφώθηκε σε εκθεσιακό χώρο για περιοδικές εκθέσεις. Με τη συνεργασία του Δήμου Άργους και των ΕΛΤΑ παρουσιάσθηκε έκθεση γραμματοσήμων με θέματα από την αρχαία ελληνική τέχνη [93]. Στον ίδιο χώρο η μικρή σε έκταση αλλά περιεκτική έκθεση με θέμα «Πολυδίψιον Άργος – Ο Υδάτινος πλούτος της Αργολίδας» αποτελεί μία μυθική και ιστορική διαδρομή της ανθρώπινης προσπάθειας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα για την ορθή εκμετάλλευση του θαύματος του νερού, που ταυτίζεται με την ίδια τη ζωή [94]. Θεοί και άνθρωποι, ήρωες και ημίθεοι αγωνίζονται και επιδιώκουν να καθιερώσουν την παρουσία τους σε συνδυασμό με κάποια μορφή του υδάτινου στοιχείου: θάλασσα, ποτάμι, λίμνη, πηγή, πηγάδι, κρήνες, βροχή. Στο κέντρο της έκθεσης το ανάγλυφο της Λήδας με τον Δία μεταμορφωμένο σε Κύκνο σε μια μυθολογική ερωτική συνύπαρξη προσελκύει τον επισκέπτη που μαγεύεται από τη θεϊκή αταξία [95].

Πολλές φορές χρησιμοποιούμε εκφράσεις όπως η ιστορία επαναλαμβάνεται, όλα τα γεγονότα κάνουν τον κύκλο τους και πάλι από την αρχή.

Το 2008 η Δ΄ ΕΠΚΑ έλαβε αίτημα από το κολλέγιο Beloit στο Σικάγο που αφορούσε στη συλλογή πληροφοριών σχετικά με την προέλευση ενός αντιγράφου αρχαίου έργου με απεικόνιση της κεφαλής της Μέδουσας. Το αντίγραφο είχε δωρηθεί από την Ελληνική Κυβέρνηση το 1893 στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης στο Σικάγο. Το νήμα μας οδηγεί στον κατάλογο του εκμαγέα Napoleone Martinelli, ο οποίος είχε ιδρύσει επιχείρηση στην Αθήνα, γύρω στο 1870, από εκεί που ξεκινήσαμε το οδοιπορικό του άρθρου μας. Ταξιδιώτες και ξένοι οργανισμοί προμηθεύονται από αυτόν εκμαγεία, μεταφέροντας την ελληνική τέχνη στην οικουμένη. Προς διευκόλυνση των αγοραστών τα έργα του απαρτίζουν κατάλογο και, σε αυτόν που εξέδωσε ο ίδιος το 1875, περιλαμβάνεται έξεργο ανάγλυφο με κεφαλή Μέδουσας που περιβάλλεται από δύο φίδια. Το έργο έχει ύψος 60 εκ. και πλάτος 50 εκ. Τιμή πώλησης 60 φράγκα [96]. Ταυτίζεται με το ανάγλυφο έργο που εκτίθεται στη Στοά των Ψηφιδωτών του Μουσείου Άργους.

Τόπος, χρόνος, άνθρωποι δημιουργούν μια γοητευτική και ατελείωτη αφήγηση που ανανεώνεται, εμπλουτίζεται και συνεχίζει το ταξίδι αναζήτησης. Συμβολική παράθεση της εικόνας του χθες για το Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους που αναβαθμίζεται [97] η παρούσα μελέτη. Ποιος άραγε μπορεί να βάλει την τελευταία τελεία στη γνώση και την ιστορία του πολιτισμού;

Αφιερωμένο στους συναδέλφους πολύτιμους συνεργάτες της Δ΄ ΕΠΚΑ που απολύονται.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Πετράκος 2004.

[2] ΠΑΕ 1871, 17. Καββαδίας 1900, 79.

[3] Πετράκος 1987, 75 -76.

[4] Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 1991, τ. 9Α , 378.

[5] ΠΑΕ 1872, 13 –16.

[6] Πετράκος 1987, 75 – 77. Πετράκος 1990, 106 – 112.

[7]ΠΑΕ 1872, 16. Σχετικά με τη θητεία των Εφόρων Αρχαιοτήτων σε γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας βλ. Γενική Εφορεία των Αρχαιοτήτων και Μουσείων, Συλλογή αρχαιολογικών νόμων, διαταγμάτων και εγκυκλίων (εν Αθήναις 1892), 5 – 6. Πετράκος 1987, 75, 77.

[8] ΠΑΕ 1872, 14. ΠΑΕ 1874, 29-31. ΠΑΕ 1876, 40. ΠΑΕ 1877, 29. ΠΑΕ 1878, 25 –26.

[9] ΠΑΕ 1873, 29.

[10] ΠΑΕ 1871 –1872, 14 (Άργος). Α. Ρ. Ραγκαβής, Απομνημονεύματα, Β΄(Αθήναι 1894 – 1930), 307. ΠΑΕ 1877, 29 (Νεμέα). Κόκκου 1977, 152.

[11] Δωροβίνης 1989, 61-69. Seve 1993, 22. Μάντης 2013, 25 και σημ. 30 (γίνεται αναφορά σε μαρτυρία για μουσειακή συλλογή το 1855).

[12] ΑΜ 4 (1879), 148. Μάντης 2013. Η μέριμνα για τη σύνταξη καταλόγων και κατάταξη των ευρημάτων των συλλογών συνιστά βασική επιστημονική υποχρέωση.

[13] Γενική Εφορεία των Αρχαιοτήτων και Μουσείων, Συλλογή αρχαιολογικών νόμων, διαταγμάτων και εγκυκλίων (εν Αθήναις 1892), 5 – 6. Πετράκος 1987, 135.

[14] Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 1991, τ. 4, 194 – 195.

[15] Κόκκου 1977, 187 -188 (σχετικά με τη μεταφορά αρχαίων το 1877 με φροντίδα της Αρχαιολογικής Εταιρείας από τις Μυκήνες και το Άργος στο δεύτερο όροφο του Πολυτεχνείου). Μάντης 2013, 30 (μεταφορά το 1885 σημαντικών ευρημάτων από το μουσείο Άργους – Δημαρχείο- στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο).

[16] Ευχαριστώ θερμά και από τη θέση αυτή τους συναδέλφους Αναστασία Παναγιωτοπούλου και Μιχάλη Πετρόπουλο, Επίτιμους Εφόρους Αρχαιοτήτων, οι οποίοι στη διάρκεια της θητείας τους ως Προϊστάμενοι στην Ε΄ ΕΠΚΑ Σπάρτης έθεσαν υπόψη μου καταγραφή στον επίσημο κατάλογο αρχαίων με τίτλο «ΜΟΥΣΕΙΑ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ», για τις αρχαιότητες του Μουσείου Άργους το έτος 1878. Σύμφωνα με τον κατάλογο των Δημάρχων που παραθέτει ο Ζεγκίνης η αντιγραφή του καταλόγου του Σταματάκη εμπίπτει στο διάστημα της δεύτερης δημαρχίας (1883 – 1891) του Σπήλιου Καλμούχου (βλ. Ζεγκίνης 1968, 304).

[17] Καρούζου 1967, ιδ΄.

[18] Καββαδίας 1888, 205. Μάντης 2013, 30.

[19] Παυσανίας ΙΙ, 24, 5.

[20] Για την εργογραφία του Ι. Κοφινιώτη βλ. Δωροβίνης 2009.

[21] Οι Ξένες Αρχαιολογικές Σχολές στην Ελλάδα. Από τον 19ο στον 21ο αιώνα (Υπουργείο Πολιτισμού, Αθήνα 2007), 76- 87.

[22] Pierart 2013. Δωροβίνης 2013.

[23] BCH 28 (1904), 364-399.

[24] Μπανάκα – Δημάκη 2009, 52 σημ. 6 και εικ. 2.

[25] Ενδεικτικά βλ. BCH 27 (1903), 260 – 279 όπου ο Vollgraff εκφράζει τις ευχαριστίες του προς τον δικηγόρο Ξενοφώντα Οικονομόπουλο για τον εντοπισμό επιγραφικού υλικού. Το επόμενο έτος ο Απόστολος Ζεγκίνης με την από 12 Ιανουαρίου 1904 δήλωση του γνωστοποιεί «προς τον κ. Πέτρον Φαρμακόπουλον, Γενικόν Επιμελητήν των κατά την Αργολίδα Αρχαιοτήτων. Κύριε Επιμελητά λαμβάνω την τιμήν να δηλώσω υμιν ότι η τελευταία εκ των βροχών επελθούσα πλημμύρα απεκάλυψεν εις το προς ανατολάς μέρος της εν Άργει σταφιδαμπέλου μου, κειμένης εις θέσιν (Π)αλαιόν (Λ)ουτρόν πλάκα εκ λίθου σκληρού, η οποία εκ της επ΄ αυτής υπαρχόντων αναγλύφων παραστάσεων /γυνή προσευχομένη/ φαίνεται ότι είνε αρχαία. Την δήλωσιν μου ταύτην ποιών προς υμάς παρακαλώ, ίνα έλθητε και παραλάβητε αυτήν και εφαρμόσητε τα υπό του νόμου διατασσόμενα, όπως αποδοθή ημίν η νόμιμος αμοιβή. Ο δηλών». Πρόκειται για την ενεπίγραφη επιτύμβια στήλη που δημοσιεύεται από τον Vollgraff στο BCH 33 (1909), 458 – 460, 459 αρ. 24. Η στήλη χρονολογείται στον 1ο αι. π.Χ., φέρει αρ. καταγραφής Ε 196 (ΓΑΣ, κατάλογος Cl. Pretre) και περιλαμβάνεται στα έργα που εκτίθενται στη Στοά των Ψηφιδωτών του Μουσείου Άργους.

[26]  Πρόκειται για το Διεθνές Αρχαιολογικό Συνέδριο που έγινε στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1905. Το γεγονός ανακοινώνεται με μεγάλη επισημότητα στις Εφορείες Αρχαιοτήτων, στις διοικητικές, αστυνομικές και δημοτικές αρχές. Στο πρόγραμμα του Συνεδρίου περιλαμβάνονται εκπαιδευτικές εκδρομές στις Μυκήνες (1/4), στην Τίρυνθα και το Άργος (2/4) και στην Επίδαυρο 2-3/4 (βλ. Καββαδίας 1892, 400 – 402).

[27] Υπ’ αρ. πρωτ. 5261/15-3-1912 (αρ. διεκπεραίωσης 4686) έγγραφη άδεια του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως.

[28] BCH 30 (1907), 148-149. BCH 52 (1928), 476-477. BCH 54 (1930), 479-480. Mnemosyne 1929, 206-234.

[29] Ο Ι. Ιωακείμ είχε ορισθεί με το αρ. 25236/1277/27 Ιουνίου 1928 (αρ. διεκπ. 1058) έγγραφο ως αντιπρόσωπος του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων (Τμήμα Αρχαιολογίας) για την εποπτεία των ερευνών του Vollgraff στο Άργος, μετά από εισήγηση του Ν. Μπέρτου, Εφόρου της Ζ΄ Αρχαιολογικής Περιφέρειας. Ο ίδιος επιμελητής συνυπογράφει πρωτόκολλο (27 Αυγούστου 1930) με κατάλογο αντικειμένων από έρευνες στο αρχαίο Θέατρο. Τα ευρήματα μεταφέρονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο για συντήρηση (αρ. πρωτ. 50153/2192/16-8-1930). Σύμφωνα δε με σχετική σημείωση στο Ευρετήριο του Μουσείου Ναυπλίου (τόμος Δ΄) προκύπτει ότι ο ίδιος εκπρόσωπος παραλαμβάνει ευρήματα και από άλλη περιοχή του Ν. Αργολίδας (ανασκαφή στο χωριό Μπόρσα δυτικά των Μυκηνών). Το 1931 ο Ι. Ιωακείμ μετατίθεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο με έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων (58906/3206 /8 Οκτωβρίου 1931). Ο θεσμός του διορισμού Επιμελητή συμβάλλει στην περισυλλογή και διάσωση αρχαιοτήτων σε διάφορες περιοχές της Αργολίδας (πρβλ. Μ. Μιτσός, Πολιτική Ιστορία του Άργους. Από του τέλους του Πελοποννησιακού πολέμου μέχρι του έτους 146 π.Χ. Αθήνα 1945, 72, σημ. 1).

[30] BCH 44 (1920), 225. Πρόκειται για το μυκηναϊκό νεκροταφείο στη θέση «Μελίσσι» στο Σχ(ο)ινοχώρι. Ο Vollgraff ερεύνησε πέντε από τους οκτώ θαλαμοειδείς τάφους με ενδιαφέροντα ευρήματα. Η συνέχιση της ανασκαφής και η δημοσίευση έγινε από τον L. Renaudin, BCH 47 (1923), 190-240. Η αναζήτηση περισσότερων πληροφοριών στο αρχείο της Γαλλικής Σχολής Αθηνών δεν απέδωσε διότι «οι ερευνητές εργάστηκαν σε μία εποχή όπου δεν υπήρχε ακόμη η κεντρική διαχείριση των επιστημονικών αρχείων». Ο εντοπισμός της θέσης της ανασκαφής έγινε επιτακτική ανάγκη καθώς η περιοχή του Σχ(ο)ινοχωρίου άρχισε να προσελκύει το ενδιαφέρον για ανάπτυξη ποικίλων αγροτικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Το 2002 στη διάρκεια περιήγησής μας εντοπίσθηκε η θέση «Μελίσσι» με τμήμα του νεκροταφείου σε αγρό με εσπεριδοειδή λίγο δυτικότερα από την περιοχή «Δρακονέρα», όπου σώζονται κατάλοιπα του Αδριάνειου Υδραγωγείου Άργους. Η επί σειρά ετών καλλιέργεια του κτήματος χωρίς την απαραίτητη άδεια και συνακόλουθη εποπτεία της αρμόδιας Εφορείας έχει διαταράξει την εικόνα του μυκηναϊκού νεκροταφείου. Ορισμένοι εκ των θαλάμων εισχωρούν κάτω από τις εγκαταστάσεις όμορου ποιμνιοστασίου.

[31]BCH 31 (1907), 179 – 180. Στη Μαγούλα Κεφαλαρίου αποκαλύφθηκε η γωνία μικρού οικοδομήματος, ένας δωρικός μονολιθικός κίονας, μαρμάρινο θραύσμα αγάλματος και αποθέτης με ειδώλια και πλήθος αγγείων του 7ου και 6ου αι. π.Χ. Πολλά χρόνια αργότερα, το 1984, ανασκαφή που έγινε από την Δρα Αγγέλικα Ντούζουγλη, Επιμελήτρια Αρχ/των τότε στον Ν. Αργολίδας, την οποία ευχαριστώ θερμά και από τη θέση αυτή για την άδεια μελέτης του υλικού, πρόσθεσε σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα για τα εξωαστικά ιερά του Άργους (Βλ. Μπανάκα – Δημάκη 2009, 51-64).

[32] Στο από 1-12-1959 έγγραφο του Δημάρχου Άργους προς τον Έφορον Αρχαιοτήτων Αργολίδος αναφέρεται ότι «Από τας πρώτας ανασκαφάς του Ολλανδού αρχαιολόγου Καθηγητού Βόλκραφ εν Άργει κατά το έτος 1901, παρεχωρήθη κατά παράκλησιν υπό της τότε Δημοτικής Αρχής Άργους η χρήσις μιας ισογείου αιθούσης – αποθήκης επί της οδού Ναυπλίου, νυν Β. Σοφίας, ίνα χρησιμοποιηθή αύτη προς τοποθέτησιν και διαφύλαξιν Αρχαιοτήτων. (Έ)κτοτε και εν συνεχεία μέχρισήμερον εχρησιμοποιήθη παρά της Υπηρεσίας Υμών άνευ καταβολής ενοικίου. Ήδη εκλιπόντος του λόγου και μετά την μεταφοράν των αρχαιοτήτων και εκκένωσιν ταύτης παρακαλούμεν όπως παραδώσητε ημίν τας κλείδας της ανωτέρω αιθούσης – αποθήκης. Ισχυρισμός τις της Σχολικής Εφορείας Γυμνασίου Άργους ότι αύτη ανήκει εις το Νομικό Πρόσωπον της Σχολικής Εφορείας Γυμνασίου Άργους, είναι άνευ σημασίας …».

[33] Σιμόπουλος 1993, 63. Για τις περιπέτειες της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς με την έναρξη του πολέμου το 1940 βλ. «Η αλήθεια για τα κλεμμένα της Κατοχής», Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 19 Μαΐου 2013. Τιβέριος 2013.

[34] Η σημαντική αυτή μαρτυρία καταγράφεται σε έκδοση του Υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας – Διεύθυνσις Αρχαιοτήτων και Ιστορικών Μνημείων με τίτλο Ζημίαι των Αρχαιοτήτων εκ του Πολέμου και των Στρατών Κατοχής. Εκ του Εθνικού Τυπογραφείου (Αθήναι 1946), 25.

[35] Η Υπηρεσία ενημερώθηκε για το συμβάν με την από 27 -11-1941 αναφορά του Κ. Δράμαλη, αρχαιοφύλακα Άργους.

[36] Σε εντολή μεταφοράς ευρημάτων των ανασκαφών του Vollgraff από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στο Μουσείο Άργους αφορά το αρ. 14512/11-8-1965 (Δ΄ ΕΠΚΑ 1657/17-8-1965) έγγραφο που εξεδόθη από την Προεδρία της Κυβερνήσεως (Υπηρεσία Αρχαιοτήτων και Αναστηλώσεως, Δ/νση Αρχαιοτήτων, Τμήμα Μουσείων) χωρίς συνημμένο κατάλογο. Μια δεύτερη μεταφορά φαίνεται ότι έγινε στη δεκαετία του ΄70, σύμφωνα με πληροφορία την οποία οφείλω στον Χαρ. Κριτζά, Επίτιμο Δ/ντή του Επιγραφικού Μουσείου, Επιμελητή Αρχ/των τότε στο Ν. Αργολίδος, τον οποίο ευχαριστώ θερμά.

[37] Μια πρώτη παρουσίαση των ευρημάτων των αρχαϊκών χρόνων έγινε από την γράφουσα με ανακοίνωση με τίτλο «Αργείτικη κοροπλαστική αρχαϊκών χρόνων. Ανασκαφικές μαρτυρίες και ευρήματα», Επιστημονική Συνάντηση προς τιμήν της ΑΓΓΕΛΙΚΑΣ ΝΤΟΥΖΟΥΓΛΗ και του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΖΑΧΟΥ (Ιωάννινα, 1-3 Νοεμβρίου 2012. Πρακτικά υπό έκδοση).

[38] Το από 4-6-1950 (αρ. εισερχόμενου στην Εφορεία Ναυπλίου 129/24-7-1950) αίτημα. Les Guides Bleus.

[39] «Από της συστάσεως του νέου κράτους μέχρι σήμερα ποικίλαι υπήρξαν αι διοικητικαί μεταβολαί της Αργολίδος. Κατά την πρώτη διοικητική διαίρεση του 1828 ένα των επτά τμημάτων της Πελοποννήσου εκλήθη Αργολίς, περιλαμβάνον τας επαρχίας Άργους, Ναυπλίου, Κάτω Ναχαγιέ και Κορίνθου. Κατά το 1833 ιδρύθη ο Ν. Αργολίδος και Κορινθίας. Έκτοτε άλλοτε διεχωρίζετο η Κορινθία και άλλοτε ηνούτο, δια να έχωμεν το 1949 τον ιδιαίτερο νομό Αργολίδος με τρείς επαρχίες: Άργος (με πρωτεύουσα το Άργος), Ναυπλίου (Ναύπλιο) και Ερμιονίδα (Κρανίδι), αφού η επαρχία Τροιζηνίας από το 1946 υπήχθη διοικητικά στην επαρχίαν Αττικής» (βλ. Δ. Β. Βαγιακάκος, Σύγχρονον τοπωνυμικόν Αργολίδος, ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΑ-Πρακτικά του Β΄ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών. Αθήνα 1989, 339 – 360).

[40] Το αρ. πρωτ. 158/10-12-1950 (αρ. πρωτ. εισερχόμενου 209/15-12-1950) έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Τουρισμού – Τοπική Επιτροπή Τουρισμού Ναυπλίου.

[41] Έγγραφο (σχέδιον), αρ. πρωτ. 487 – Ναύπλιο 12 Ιουνίου 1952.

[42] Έγγραφο (σχέδιον), αρ. πρωτ. 532 / 26 Ιουλίου 1952.

[43] Από το 1952 και εξής το ερευνητικό πρόγραμμα των αρχαιολόγων – μελών της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στο Άργος γίνεται πιο συστηματικό με τη συμμετοχή επιστημόνων και άλλων ειδικοτήτων (BCH 1952 -54, Chronique des Fouilles en 1952, 243 σημ. 1).

[44] BCH 78 (1954), 183 και 184 εικ. 50

[45] Οι αρ. 2 -6 και 8 -11 φωτογραφίες προέρχονται από το αρχείο της Γαλλικής Σχολής. Ευχαριστώ θερμά για την βοήθεια τους συναδέλφους της Γαλλικής Σχολής κ.κ. G. Touchais και Cl. Pretre.

[46] Έγγραφο, αρ. πρωτ. 778 / 13 Ιουνίου 1953.

[47] Τα καθήκοντα ανετέθησαν στον φύλακα Θεόδωρο Μπιτζή (έγγραφο αρ. 882 / 1 Οκτωβρίου 1953).

[48] Υπουργείον Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων – Διεύθυνσις Αρχαιοτήτων – Τμήμα

Διοικητικού αρ. πρωτ. 41609/1943/17-4-1954 (Βασίλειον της Ελλάδος, Εφορεία των Αρχαιοτήτων της Δ΄ Αρχαιολογικής Περιφέρειας, αρ. Πρωτ. 1007/24-4-54).

[49] Έγγραφο Δήμου Άργους, αρ. πρωτ. 1987/21 Μαϊου 1955 με συνημμένο αντίγραφο Πράξεως του Δημοτικού Συμβουλίου και κοινοποίηση στο Υπουργείο Παιδείας, στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Δ΄ Περιφερείας και την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή (αρ. εισ. Εφορεία Αρχαιοτήτων 752/25-5-55).

[50] Έγγραφο αρ. πρωτ. 150850/1694 π.έ./16-8-1956.

[51] Έγγραφο αρ. Πρωτ. 75.236/1233/13-8-1956.

[52] Έγγραφο αρ. Πρωτ. 125553/5553/5-11-56.

[53] Έγγραφο αρ. πρωτ. 9103/328/22-1-1957 του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων προς τον Δήμο Άργους με κοινοποίηση στη Νομαρχία Αργολίδος και στον Έφορο Αρχαιοτήτων της Δ΄Περιφέρειας.

[54] Το θέμα εξετάσθηκε στην αρ.31/25 -7-57 Συνεδρία του Αρχαιολογικού Συμβουλίου.

[55] Αρ. πρωτ. 75476/3169/17-12-1957 έγγραφο.

[56] Δωροβίνης 2012

[57] BCH 81 (1957), 647 – 660. BCH 83 (1959), 764 – 768. Courbin 1974, 63 -64. Οι ανασκαφικές τομές είναι ευδιάκριτες σε αεροφωτογραφία του Άργους που ελήφθη το 1958 (βλ. Π. Ξηνταρόπουλος, Η Αρχιτεκτονική της κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα. Άργος 2006).

[58] Έγγραφο αρ. Πρωτ. 109931/ 4677/ 18-9-1958 του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.

[59] Έγγραφο αρ. πρωτ. 445/30-9-1958 της Δ΄ Περιφέρειας Αρχαιοτήτων.

[60] ΒΔ της 24.1.1897 «Περί εγκρίσεως καταστατικού της Αδελφότητος των εν Αθήνησι Αργείων» (ΦΕΚ Β΄ 13). Στους σκοπούς του καταστατικού αναφέρεται «η εν τη πόλει Άργους ίδρυσις Μουσείου δια τας εν αυτή αρχαιότητας».

[61] Έγγραφο αρ. πρωτ. 43183/2644/27-4-1959 Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (Δ/νσις Αρχαιοτήτων, Τμήμα Διοικητικού).

[62] Το αρ. πρωτ. 310/14-5-1959 έγγραφο της Δ΄ Περιφέρειας Αρχαιοτήτων.

[63] BCH 82 (1958), 646 – 648. Ωστόσο στο υπόδειγμα των προθηκών της μυκηναϊκής αίθουσας του ΕΑΜ προσαρμόσθηκαν σχεδιαστικά και κατασκευαστικά μόνο οι προθήκες της προϊστορικής συλλογής της Λέρνας στο ισόγειο του Καλλέργειου. Σχετικά με τις εργασίες βελτίωσης και ανανέωσης της έκθεσης των μυκηναϊκών χρόνων στο ΕΑΜ βλ. Δημακοπούλου 1997, 74 -75.

[64] Αρ. πρωτ. 95301/4485/17 – 2-1956 έγγραφο του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων προς την Γαλλική Αρχαιολογική σχολή με κοινοποίηση στον Έφορον Αρχαιοτήτων Δ΄Περιφέρειας.

[65] Αρ. πρωτ. 88341/5461/2617/ 25-7-1960 έγγραφο.

[66] BCH 86 (1962), 905 -906.

[67] Το ολιγάριθμο επιστημονικό προσωπικό της Υπηρεσίας προκύπτει από τις ενυπόγραφες αναφορές των πεπραγμένων στο ΑΔ 16 (1960) έως ΑΔ 20 (1965): Χρονικά Β’1.

[68] Ανασκαφικές εκθέσεις στο ΑΔ 22 (1967): Χρονικά Β’1 έως ΑΔ 24 (1969

[69] BCH 78 (1954), 167.

[70] BCH 91 (1967), 802 – 846. BCH 94 (1970), 788 – 798. BCH 95 (1971), 769 – 770.

[71] Σε συνολικό εμβαδόν 1365 τ.μ. περίπου μόνο τα 416 τ.μ. χρησιμοποιήθηκαν ως εσωτερικοί εκθεσιακοί χώροι. Τις εκθεσιακές ενότητες (α΄ αίθουσα) ανέλαβε ο P. Courbin (BCH 84, 1960, 853). Λαμπρινουδάκης ΑΡΓΟΛΙΔΑ, 85 – 91. Μπανάκα – Δημάκη 2003. Σπαθάρη 2010, 114 – 117.

[72] BCH 85 (1961), 900 εικ. 1.

[73] BCH 85 (1961), 899, 900 εικ. 1-2, 901 εικ. 3-4 και 902 εικ. 5.

[74] Λαμπρινουδάκης ΑΡΓΟΛΙΔΑ, 91. Σπαθάρη 2010, 114 εικ. 106

[75] BCH 81 (1957), 322 – 386.

[76] BCH 85 (1961), 902 εικ. 5. Στο αρχείο της Εφορείας δεν βρέθηκαν πληροφορίες σχετικά με την απομάκρυνση των αντιγράφων των οβελών από την έκθεση του Μουσείου.

[77] P. Courbin, Tombes geometriques d’ Argos, I, 1952 – 1958 (Etudes Peloponnesiennes VII), Paris 1974.

[78] Τα αρ. ευρ. ΜΑ 3426 και ΜΑ 3427 χρυσά ελικοειδή σκουλαρίκια που απολήγουν σε εγχάρακτη ιχθυάκανθα (875 -825 π.Χ.) μαζί με παρεμφερή της Συλλογής Ελ. Σταθάτου στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, κατέχουν σημαντική θέση στη μελέτη της εξέλιξης της αρχαίας κοσμηματοποιίας. Για τα ευρήματα βλ. ΑΔ 27 (1972): Χρονικά Β΄1, 192, πίν. 134 α. Επίσης Αικ. Δεσποίνη, Αρχαία χρυσά κοσμήματα, Ελληνική Τέχνη (Εκδοτική Αθηνών 1996), 220 αρ. 48.

[79] Ενδεικτικά βλ.Villard 1983, 133 κ.ε. Λαμπρινουδάκης 1988, 104 -109.

[80] P. Courbin, BCH 79 (1955), 1- 49, εικ. 1 -4, πίν. Ι. Λαμπρινουδάκης ΑΡΓΟΛΙΔΑ, 87. Κατάλογος Έκθεσης «Θεοί και Ήρωες της Εποχής του Χαλκού. Η Ευρώπη στις ρίζες του Οδυσσέα» (Αθήνα 2000), 279, αρ. 235, εικ. σ. 182. Σπαθάρη 2010, 115 εικ. 108.

[81] Η απόδοση του έργου στο «ζωγράφο του Ερμώνακτα» οφείλεται στην οξυδέρκεια της Σ. Παπασπυρίδη – Καρούζου. Η ταύτιση έγινε αποδεκτή από τον διακεκριμένο μελετητή της αγγειογραφίας Sir John Beazley.

[82] Η μακέτα δωρήθηκε το 2002 και τοποθετήθηκε στην α΄ αίθουσα της έκθεσης.

[83] Το 2001 έγιναν εργασίες βελτίωσης της έκθεσης της προϊστορικής συλλογής της Λέρνας, η οποία όμως δεν ολοκληρώθηκε με εποπτικό υλικό (σχέδια, φωτογραφίες, χάρτες κ.λ.π.) λόγω ελλιπούς χρηματοδότησης (ΑΔ 56 -59, 2001 -2004 : Χρονικά Β΄4, Πελοπόννησος, 11).

[84] Το νεολιθικό ειδώλιο της Λέρνας έχει πλαισιώσει σημαντικές περιοδικές εκθέσεις του Υπουργείου Πολιτισμού. Ενδεικτικά βλ. Mediteraenean Godesses 2000, 149 – 150.

[85] J. L. Caskey, Lerna in the Argolid. A Short Guide. ASCS (Athens 1997).

[86] Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ αρ. 12319, έτος 34/20 Οκτωβρίου 1952.

[87] Δημ. Α. Λαμπρόπουλος, Η ΛΕΡΝΑ. Μεθ΄ ιστορικών σημειώσεων περί των αρχαιοτάτων πολιχνών : ΑΠΟΒΑΘΜΩΝ – ΓΕΝΕΣΙΟΥ – ΕΛΑΙΟΥΣΗΣ και ΥΣΙΩΝ της Αργολίδος (Αθήναι 1959) Αρ. 8/16-12-1960 Συνεδρία του Αρχαιολογικού Συμβουλίου.

[88] Στο αρ. ΜΑ 60 (ΓΑΣ 99) αγαλματίδιο Αθηνάς (α΄ μισό 2ου αι. μ. Χ.) παρατηρούνται ίχνη αρχαίου χρώματος στην αιγίδα κοντά στους δεξιούς βόστρυχους της μορφής.

[89] BCH 81 (1957), 405-474. BCH 87 (1963), 33-187. BCH Suppl. VI (1980), 133-184 και 185 – 194.

[90] Π. Ασημακοπούλου – Ατζακά, Σύνταγμα των παλαιοχριστιανικών ψηφιδωτών δαπέδων της Ελλάδος, ΙΙ. Πελοπόννησος – Στερεά Ελλάδα (Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών). Θεσσαλονίκη 1987, σ. 51 κ.π.

[91] Marcade, Raftopoulou 1963, 185 -187, αρ. 179, εικ. 107.

[92] Η εκδήλωση πλαισίωσε το Φεστιβάλ Άργους 1997.

[93] Η έκθεση διοργανώθηκε το 1998. Για εκπαιδευτικά προγράμματα της Δ΄ ΕΠΚΑ βλ. Ε. Σπαθάρη, «Αρχαιολογικά εκπαιδευτικά προγράμματα της Δ΄ ΕΠΚΑ στην Αργολίδα και την Κορινθία», ανακοίνωση στη Συνάντηση εργασίας για τις αρχαιολογικές εκπαιδευτικές δράσεις και τα εκπαιδευτικά πολιτιστικά δίκτυα του ΥΠ.ΠΟ. (διοργάνωση Δ/νση Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων – Τμήμα Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων και Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων – Τμήμα Μουσείων. Αμφιθέατρο Υπουργείου Πολιτισμού. Αθήνα 24 – 25 Ιουνίου 1998). Επίσης Το έργο του ΥΠ.ΠΟ. στον τομέα της Πολιτιστικής Κληρονομιάς (Αθήνα 1998), 79, 81.

[94] Ε. Σπαθάρη, «Πολυδίψιον Άργος – Ο Υδάτινος πλούτος της Αργολίδας», ένθετο στο περιοδικό Ματιές στην Αργολίδα, τχ. 8 (Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2002), 25 – 40.

[95] Α. Μπανάκα – Δημάκη, «Οι μύθοι του νερού στην Αργολίδα», ανακοίνωση στην ημερίδα με θέμα Τα προβλήματα του νερού στη Μεσόγειο και την Αργολίδα (Cornell University, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Υπουργείο Τουριστικής Ανάπτυξης & ΤΕΔΚ Αργολίδος. Ναύπλιο, 14 Ιουνίου 2008). Παρουσίαση εκπαιδευτικού προγράμματος για το νερό στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του ΥΠΠΟΤ Φωνές νερού μυριάδες με εποπτικό υλικό και ξεναγήσεις εκπαιδευτικών και μαθητών στο Κεφαλάρι (πηγές Ερασίνου ποταμού) και στο Μουσείο Άργους (2011).

[96] Μάντης 2013, 28.

[97] Με το από 16-5-2014 Δελτίο Τύπου της Δ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων ανακοινώθηκε το κλείσιμο του Αρχαιολογικού Μουσείου Άργους στο πλαίσιο της εκτέλεσης έργου για την αναβάθμισή του. Ευκταίον η τοπική κοινωνία να αντιληφθεί την προσφορά των Υπηρεσιών του ΥΠ.ΠΟ.Α που αναδεικνύουν τον διαχρονικό πλούτο της πόλης, αξιοποιώντας ιστορικές υποδομές στον πυρήνα του αστικού ιστού.

 

Βιβλιογραφία


 

  • ΑΕ  Αρχαιολογική Εφημερίδα
  • ΠΑΕ  Πρακτικά Αρχαιολογικής Εταιρείας
  • ΑΜ  Mitteilungen des Deutschen Archaologishen Institutes, Athenische Abteilung
  • BCH  Bulletin de Correspondence Hellenique
  • Δημακοπούλου 1997 – Αικ. Δημακοπούλου, Προβλήματα και προοπτικές της σύγχρονης μουσειολογίας. Η εμπειρία από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, στο Μ. Σκαλτσά (επιμ.), Η ΜΟΥΣΕΙΟΛΟΓΙΑ ΣΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ. Θεωρία και πράξη, Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου (Θεσσαλονίκη, 21 – 24 Νοεμβρίου 1997), 73 – 77.
  • Δωροβίνης 1989 – Β. Κ. Δωροβίνης, Συμβολές στην ιστορία της Κτιριοδομίας της Καποδιστριακής εποχής (1828-1833), ΙΙ. Το «Δημόσιον Κατάστημα Άργους», ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ, τ. 31 (1989), 61-69.
  • Δωροβίνης 2009 – Β. Κ. Δωροβίνης, Ο Ιωάννης Κ. Κοφινιώτης και η Ιστορία του Άργους. Αργείοι λόγιοι και ιστορική μνήμη (Άργος 2009).
  • Δωροβίνης 2012 –  Β. Κ. Δωροβίνης, 1961 -2011: Μισός αιώνας λειτουργίας του Μουσείου Άργους, Αργειακή Γη, Επιστημονική και Λογοτεχνική έκδοση της Κοινωφελούς Επιχείρησης Δήμου Άργους – Μυκηνών, τχ. 5 (Μάρτιος 2012).
  • Δωροβίνης 2013 – Β. Κ. Δωροβίνης, Γαλλικές ανασκαφές στο Άργος και η αντίδραση του κοινού. Η περίπτωση του Wilhelm Vollgraff, στο D. Mulliez, Α. Banaka – Dimaki (επιμ.), Sur les pas de Wilhelm Vollgraff. Cent ans d’activites archeologiques a Argos, Actes du Colloque international organise par la IVe EPΚΑ et l’ EFA. Athenes, 25 -28 Septembre 2003 (Paris 2013), 41 – 57.
  • Ζεγκίνης 1968 – Ι. Ε. Ζεγκίνης, Το Άργος δια μέσου των αιώνων² (Πύργος 1968).
  • Καββαδίας 1888 – Π. Καββαδίας, Ανασκαφαί εν Αργολίδι, ΑΔ 1888 (Νοέμβριος).
  • Καββαδίας 1900 – Γ. Καββαδίας, Ιστορία της Αρχαιολογικής Εταιρείας από της εν έτει 1837 ιδρύσεως αυτής μέχρι του 1900 (Αθήναι 1900).
  • Καρούζου 1967  – Σ. Καρούζου, Εθνικόν Αρχαιολογικόν Μουσείον. Συλλογή Γλυπτών (Αθήναι 1967).
  • Κόκκου 1977 –  Α. Κόκκου, Η μέριμνα για τις αρχαιότητες στην Ελλάδα και τα πρώτα Μουσεία (Αθήνα 1977).
  • Λαμπρινουδάκης ΑΡΓΟΛΙΔΑ – Β. Κ. Λαμπρινουδάκης, ΑΡΓΟΛΙΔΑ. Αρχαιολογικοί Χώροι και Μουσεία (Εκδόσεις ΑΠΟΛΛΩΝ).
  • Λαμπρινουδάκης 1988 – Β. Κ. Λαμπρινουδάκης, Η αρχαϊκή ελληνική αγγειογραφία. Η πρώϊμη αρχαϊκή εποχή (Αθήνα 1988).
  • Μάντης 2013 – Α. Μάντης, Η μέριμνα για τις αρχαιότητες του Άργους κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, D. Mulliez, Α. Banaka – Dimaki (επιμ.), Sur les pas de Wilhelm Vollgraff. Cent ans d’activites archeologiques a Argos, Actes du Colloque international organise par la IVe EPΚΑ et l’ EFA. Athenes, 25 -28 Septembre 2003 (Paris 2013), 17 -30.
  • Μπανάκα – Δημάκη 2003 – Α. Μπανάκα – Δημάκη, Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους, στο περιοδικό ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ, τεύχος 89 (2003), 107-110.
  • Μπανάκα – Δημάκη 2009 – Α. Μπανάκα – Δημάκη, Μαγούλα Κεφαλαρίου 1984. Σωστική ανασκαφική έρευνα σε ιερό αρχαϊκών χρόνων (αγρός Ανδρέα Καντζάβελου), στο ΜΝΗΜΗ ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ (1998-2008), Ι.Δ.Βαραλής – Γ.Α.Πίκουλας (επιμ.), Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας – Τμήμα ιστορίας Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Δημοτική  Επιχείρηση Πολιτισμού Δ. Άργους. Άργος 15.11.2008 (Βόλος 2009), 51-64.
  • Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 1991 – Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό (Εκδοτική Αθηνών 1991).
  • Πετράκος 1987 – Β. Χ. Πετράκος, Ιδεογραφία της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, ΑΕ 126 (1987), 25 – 197.
  • Πετράκος 1990 – Β. Χ. Πετράκος, Ο Παναγιώτης Σταματάκης και η ανασκαφή των Μυκηνών, κατάλογο έκθεσης (επιμ. Κ. Δημακοπούλου), ΤΡΟΙΑ, ΜΥΚΗΝΕΣ, ΤΙΡΥΝΣ, ΟΡΧΟΜΕΝΟΣ. Εκατό χρόνια από το θάνατο του Ερρίκου Σλήμαν (Αθήνα 1990), 106 – 112.
  • Πετράκος 2004 – Β. Χ. Πετράκος, Η απαρχή της Ελληνικής Αρχαιολογίας και η ίδρυση της Αρχαιολογικής Εταιρείας (Αθήνα 2004).
  • Σιμόπουλος 1993 – Κ. Σιμόπουλος, Η λεηλασία και καταστροφή των ελληνικών αρχαιοτήτων (Αθήνα 1993).
  • Σπαθάρη 2010 – Ε. Σπαθάρη, ΚΟΡΙΝΘΙΑ – ΑΡΓΟΛΙΔΑ (Εκδόσεις ΕΣΠΕΡΟΣ. Αθήνα 2010).
  • Τιβέριος 2013 –  Μ. Τιβέριος, Μνήσθητε των εν τοις πολέμοις παραλόγων. Οι αρχαιότητες στην κατοχή (Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών, τ. 88 Β΄, 20130, 159-202).
  • Courbin 1974 – P. Courbin, Tombes Geometriques d’ Argos, I (1952 – 1958), Etudes Peloponnesienes VII (Paris 1974).
  • Marcadé, Raftopoulou 1963 – J. Marcade– E. Raftopoulou, Sculptures argiennes II , BCH 87 (1963), 33 – 187.
  • Mediteraenean Godesses 2000 – Κατάλογος έκθεσης «Godesses – Mediteraenean female images from Prehistoric times to the Roman period» (Βαρκελώνη 21/6 – 5/11/2000).
  • Pierart 2013  – M. Pierart, “Arrive au train d’ une heure’’. Les foulles de Wilhelm Vollgraff a Argos, D. Mulliez, Α. Banaka – Dimaki (επιμ.), Sur les pas de Wilhelm Vollgraff. Cent ans d’activites archeologiques a Argos, Actes du Colloque international organise par la IVe EPΚΑ et l’ EFA. Athenes, 25 -28 Septembre 2003 (Paris 2013), 31-39.
  • Seve 1993  – M. Seve, Οι Γάλλοι ταξιδιώτες στο Άργος, Sites et Monuments XII (Αθήνα 1993).
  • Villard 1983  – F. Villard, La ceramique polychrome du VIIe siecle en Grece, en Italie du Sud et en Sicile et sa situation par rapport a la ceramique protocorinthienne, Grecia, Italia e Sicilia nell’ VIII e VII secolo a. c. Atene 15 – 20 Ottombre 1979, Tomo I, ASAtene N. S. LIX (1983).

 

Άννα Μπανάκα – Δημάκη

Δρ. Αρχαιολόγος – Αναπληρώτρια Διευθύντρια στην Δ΄ ΕΠΚΑ Ναυπλίου

 

Διημερίδα «Η Ιστορική και Αρχαιολογική ερευνά στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων». Τρίπολη, 04 & 05 Οκτωβρίου 2013. Πρακτικά. Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολη 2014.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ποντίνος (Κρόι)


 

Ποντίνος. Αρχαίος ποταμός της Αργολίδας. Στα δυτικά της Λέρνας υπάρχει ένα βουνό ή μάλλον λόφος, Ποντίνος, με ερείπια του μεσαιωνικού κάστρου Κιβέρι και ενός τούρκικου πύργου [1] στην κορυφή του. Το βορειοανατολικό τμήμα του λόφου προσεγγίζει τον Αργολικό κόλπο. Ο Παυσανίας, προερχόμενος από το Άργος, πριν συναντήσει την Αμυμώνη και την Αλκυονία, λέει ότι το βουνό αυτό δεν αφήνει το νερό της βροχής  να τρέξει, αλλά το κρατάει μέσα του (προφανώς λόγω της ασβεστολιθικής του σύστασης) και από το βουνό αυτό ρέει ο ποταμός Ποντίνος [2]. Αναφέρεται [3] ότι τον περασμένο αιώνα κυλούσε με άφθονο νερό διασχίζοντας το δρόμο Μύλων – Άργους και παρακωλύοντας τη συγκοινωνία, αφού δεν υπήρχε στον τότε χωματόδρομο γέφυρα.

Πύργος Κιβερίου ή Πύργος Βασιλοπούλας. Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος.
Ο πύργος αυτός ονομάζεται από τους κατοίκους της περιοχής «πύργος της βασιλοπούλας» επειδή κατά την τοπική παράδοση σε παλαιότατα χρόνια ζούσε σ’ αυτόν μία βασιλοπούλα με εξαίρετη ομορφιά (ή κατ’ άλλους με ανυπόφορη ασχήμια), η οποία είχε κατασκευάσει μία υπόγεια δίοδο από τον πύργο της ως τη θάλασσα, για να κατεβαίνει και να κάνει απαρατήρητη το μπάνιο της.

Σήμερα όλο σχεδόν το νερό των πηγών του Ποντίνου που βρίσκονται στην είσοδο των Μύλων, αριστερά του δρόμου που έρχεται από το Άργος, δεσμεύεται για την υδροδότηση Άργους, Ναυπλίου και κοινοτήτων. Όσα περισσεύουν σχηματίζουν μικρό έλος που καταλήγει σε ρυάκι μήκους 400 μέτρων, το οποίο χύνεται στη θάλασσα, κυλώντας παράλληλα και μερικές εκατοντάδες μέτρα βορειότερα της Αμυμώνης.

Το 1698 οι Ενετοί περιέβαλαν με λιθόκτιστο τοίχωμα τις πηγές του Ποντίνου και της Αμυμώνης, οπότε δημιουργήθηκε τεχνητή λίμνη, της οποίας τα νερά κινούσαν ολόκληρο περιτειχισμένο συγκρότημα από μύλους, μεταξύ των οποίων και μπαρουτόμυλους. Το 1714, οπότε οι Οθωμανοί ανακατέλαβαν την περιοχή, η λειτουργία των μύλων συνεχίστηκε με Τούρκους μυλωνάδες.

Ίσως η ονομασία του βουνού και του ποταμού να δηλώνει το ότι βρίσκονται πολύ κοντά στη θάλασσα, αν και πόντος συνήθως λεγόταν η ανοιχτή θάλασσα. Παρεμφερή ονομασία συναντάμε στα παραθαλάσσια Ποντίνια έλη («Paludi Pontine») της Ρώμης. Για την πηγή του Ποντίνου επιβιώνει στη μνήμη των γηραιότερων και η παλιά ονομασία Κρόι. Άλλοι αποδίδουν την ονομασία αυτή στην εγκατάσταση εκεί μεγάλου σταυρού – croix στη Γαλλική – ως ικεσία κατά της επιδημίας ελονοσίας, από τον ιερέα των γαλλικών πλοίων που ναυλόχησαν το 1871 στον Αργολικό κόλπο και άλλοι, που μάλλον έχουν δίκιο, τη θεωρούν αλβανικής προέλευσης [4].

Ο Ρος [5] βρήκε τον Ποντίνο να αναβρύζει από ισχυρή πηγή 100μ. Β. των Μύλων, να σχηματίζει ρυάκι και να χύνεται στη θάλασσα και διορθώνει τον Gell, που γράφει ότι η Λέρνα πηγάζει από τη συμβολή των ποταμών Φρίξου και Ερασίνου. Ο ίδιος προσθέτει: Ανάμεσα στη λίμνη και το ποταμάκι του Ποντίνου όπου βρισκόταν το αρχαίο άλσος των πλατάνων, βλέπει κανείς ποικίλα θεμέλια, καθώς επίσης και μερικά ερείπια στηλών από πυριτόλιθο, χρισμένα με στόκο, όπου σχηματίζονται οι ραβδώσεις. Ανήκαν πιθανώς σε ένα από τα Ιερά. Το άλσος έχει εντελώς εξαφανισθεί. Ένα μοναχικό κυπαρίσσι υψώνεται στη θέση του και αντικρίζει με λύπη τη χαμένη μεγαλοπρέπεια.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Πύργος Κιβερίου ή Πύργος Βασιλοπούλας. Ο πύργος αυτός ονομάζεται από τους κατοίκους της περιοχής «πύργος της βασιλοπούλας» επειδή κατά την τοπική παράδοση σε παλαιότατα χρόνια ζούσε σ’ αυτόν μία βασιλοπούλα με εξαίρετη ομορφιά (ή κατ’ άλλους με ανυπόφορη ασχήμια), η οποία είχε κατασκευάσει μία υπόγεια δίοδο από τον πύργο της ως τη θάλασσα, για να κατεβαίνει και να κάνει απαρατήρητη το μπάνιο της.

[2]  2, 36, 8. [«Παυσανίου – Ελλάδος περιήγησις, Αττικά, Κορινθιακά, Λακωνικά, Αρκαδικά, Μεσσηνιακά, Αχαϊκά, Ηλειακά», Ν.Δ. Παπαχατζή, Εκδοτική Αθηνών, 1976, 1979,  1980].

[3]  Κοφινιώτη Ι. Κ., «Ιστορία του Άργους από των αρχαιοτάτων χρόνων  μέχρις ημών», Αθήνα 1892, επαν. Εκδόσεις «Εκ προοιμίου», Άργος, 2008.

[4] Λαμπρόπουλου Δημ. Α., «Η Λέρνα», Αθήναι, 1959.

[5] Ρος Λουδοβίκος, «Αναμνήσεις και ανταποκρίσεις από την Ελλάδα», 1863. Αθήνα, 1976. Εκδ. Αφοί Τολίδη.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

 Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Διαβάστε ακόμη:

Αρχαίοι Ποταμοί Αργολίδας

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »