Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άρθρα’

Εθνικός Διχασμός 1915-1917 – Η «προσχώρηση» των Κυκλάδων. Εντάσεις και διευθετήσεις. Κώστας Δανούσης στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

[…] Οι Κυκλάδες καλύπτουν το κεντρικό Αιγαίο και ανάμεσά τους διέρχονταν από αιώνες οι κύριοι θαλασσινοί δρόμοι που οδηγούσαν από τη Δύση στην Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη και τη Σμύρνη. Ας μην ξεχνάμε ότι στους διαύλους της Κέας – Μακρονήσου και Τήνου – Μυκόνου το γερμανικό υποβρύχιο U-73 πόντισε τις νάρκες που έστειλαν στο βυθό τον «Britannic» στις 8/11/1916 (π.η.) και έπληξαν το «Braemar Castle» δύο μέρες αργότερα. Η γεωπολιτική τους θέση ενισχύθηκε μετά την Εκστρατεία της Καλλίπολης και την εγκατάσταση του συμμαχικού προγεφυρώματος στη Μακεδονία. Άμεσα κατελήφθησαν η Μήλος και η Λήμνος, λιμάνια κομβικής σημασίας για τις επιχειρήσεις και τις θαλάσσιες μεταφορές. Ταυτόχρονα οι Σύμμαχοι – με βάση το προηγούμενο της ανθράκευσης παρά τη Δονούσα των γερμανικών καταδρομικών Goeben και Breslau – υποψιάζονταν ότι στις μικρές Κυκλάδες γινόταν με την ανοχή, ή την άμεση συνεργασία, της Ελληνικής Κυβέρνησης τροφοδοσία σε καύσιμα των εχθρικών υποβρυχίων. Τέλος, και ίσως το σημαντικότερο, η Ερμούπολη ήταν κεντρικός σταθμός της Eastern Telegrapf, της Αγγλικής Εταιρείας που διαχειριζόταν το δίκτυο των τηλεγραφικών επικοινωνιών με τη Μέση και Εγγύς Ανατολή, τις Ινδίες και την Ινδοκίνα. Ήταν, λοιπόν, αδύνατον να μην ενδιαφερθούν για τον απόλυτο έλεγχο μιας τόσο κομβικής σημασίας για το Μακεδονικό μέτωπο, αλλά και για την Ανατολική Μεσόγειο, περιοχής. Αντιθέτως μάλιστα, τόσο οι Αγγλικές όσο και Γαλλικές Υπηρεσίες Πληροφοριών είχαν αρκετά νωρίς εγκαταστήσει τα δίκτυά τους στην περιοχή. Εξάλλου η Σύρος ήδη από τις αρχές του 1916 τελούσε υπό την άμεση εποπτεία του Αγγλικού στόλου.

[…] Στη Νάξο, η άρνηση των Απειρανθιτών να αναγνωρίσουν την κυβέρνηση
Θεσσαλονίκης οδήγησε σε αιματηρές εξελίξεις, τα τραγικά γεγονότα οφείλονταν στην
παθολογική εξάρτηση των κατοίκων από τον συμπατριώτη τους Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, την εσφαλμένη εκτίμηση της κατάστασης και την ανελαστικότητα του επικεφαλής των στρατιωτικών δυνάμεων. Οι ορεσίβιοι και αγέρωχοι εκείνοι Αξιώτες αναγκάστηκαν να υποταχθούν, όταν αντιλήφθηκαν ότι τα όπλα σκοτώνουν!… Επιλογή φωτογραφίας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Η κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης πάλι, η οποία ενδιαφερόταν, για την επέκταση του χώρου ελέγχου της και συνακόλουθα για την ενίσχυση των μονάδων στρατού που είχε ήδη συγκροτήσει, κατανόησε πολύ ενωρίς ότι οι συνθήκες για μια επιχείρηση προσεταιρισμού των Κυκλάδων – όπως και άλλων νησιών του Αιγαίου και του Ιονίου – είχαν ωριμάσει. Τα νησιά, ήδη από τον πρώτο συμμαχικό αποκλεισμό της χώρας, που απέβλεπε στον περιορισμό της εισαγωγής καυσίμων και σιτηρών, είχαν έντονα αισθανθεί το φάσμα της πείνας. Εκτός ίσως τα δύο μεγάλα νησιά, την Άνδρο και την Νάξο, όπου θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για κάποια αυτάρκεια, στα υπόλοιπα η επιβίωση εξαρτιόταν άμεσα από τις εισαγωγές. Στην Τήνο, αίφνης, από τα χρόνια της βενετικής κυριαρχίας τα παραγόμενα δημητριακά δεν κάλυπταν τις τοπικές ανάγκες για περισσότερους από 7 ή 8 μήνες.

Οι τοπικές κοινωνίες ήσαν εξαιρετικά εξωστρεφείς – η θάλασσα συνδέει, δε χωρίζει – και είχαν στενές επαφές με τα κοσμοπολίτικα κέντρα της Ανατολής, όπου διατηρούσαν ισχυρές παροικίες. Π.χ. τα Βουρλά, στη χερσόνησο της Ερυθραίας, μύριζαν έντονα Νάξο! Μοιραία οι πληθυσμοί τους ανήκαν στην Ελλάδα που τολμούσε να αισιοδοξεί και στις εκλογές των 1910, 1912 και του Μαΐου του 1915 είχαν στηρίξει εγκαρδίως το κόμμα των Φιλελευθέρων, ενώ στις εκλογές του επόμενου Δεκεμβρίου η αποχή υπήρξε ιδιαίτερα μεγάλη. Αυτό βέβαια δε σημαίνει – το απέδειξε εξάλλου το Δημοψήφισμα του 1924 – ότι διαπνέονταν από αντιδυναστικά αισθήματα. Τουναντίον, ιδίως οι καθολικοί των Κυκλάδων, ήσαν προσηλωμένοι στην ιδέα της βασιλείας. 85 χρόνια ελεύθερου βίου ήσαν εκπαιδευμένοι στην ελέω θεού βασιλεία. Στα περισσότερα μάλιστα σπίτια των καθολικών των Κυκλάδων υπήρχαν λιθογραφίες των βασιλιάδων της Ευρώπης, κληρονομιά της Ιεράς Συμμαχίας και της πολιτικής του Πίου του Θ΄ (1846-78). Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι κατά το Δημοψήφισμα του 1924 κατά του βασιλικού θεσμού τάχθηκε ρητά μόνον το ανατολικό τόξο της χώρας, περιοχές δηλαδή που είχαν πρόσφατα απελευθερωθεί…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Εθνικός Διχασμός 1915-1917 – Η «προσχώρηση» των Κυκλάδων…

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Στοιχεία για δύο εκδηλώσεις του Εθνικού Διχασμού στο Άργος: το «ανάθεμα» και η εξορία του Δ. Βαρδουνιώτη – Βασίλης Κ. Δωροβίνης, Δικηγόρος – Πολιτικός Επιστήμονας – Ιστορικός.


 

Ελάχιστα είναι τα τεκμήρια για τις εκφάνσεις και εκδηλώσεις του Εθνικού Διχασμού στο Άργος κατά την περίοδο 1915 – 1918. Από το 1913 και μέχρι την αρχή της δεκαετίας του 1920 δεν εκδίδονται, πλέον, τοπικές εφημερίδες στην πόλη, λανθάνουν τοπικές αφηγήσεις με πληρότητα, ενώ ελάχιστες είναι οι προφορικές καταθέσεις που έχουμε εντοπίσει.

Η εισήγηση αναφέρεται σε δύο γεγονότα – ψήγματα εκδηλώσεων του Εθνικού Διχασμού στο Άργος. Από το ένα μέρος στην οργανωμένη «πορεία» των μαθητών του Γυμνασίου Άργους υπό τον Γυμνασιάρχη τους για το «ανάθεμα» κατά του Βενιζέλου, το οποίο οργανώθηκε με πρωτοβουλία του τότε Μητροπολίτη Αργολίδας και αντιβενιζελικών της πόλης και από το άλλο μέρος, στην εξορία, μαζί με άλλους Αργείους, του δικηγόρου και επιφανούς ιστορικού του νεότερου Άργους, Δημητρίου Βαρδουνιώτη, προφανώς καθ’ υπόδειξη φιλοβενιζελικών.

Πρόκειται για δείγματα εμπάθειας, μισαλλοδοξίας και φανατισμού, που κατά τη γνώμη μου πρέπει να ενταχθούν σε σταθερότερο κοινωνικό υπόβαθρο, το οποίο δεν έχει εκλείψει μέχρι σήμερα.

Πρόκειται για τον φατριασμό και τις φατρίες, κοινωνικές σταθερές στη χώρα μας που, ειδικότερα στο Άργος, εκδηλώνονται χαρακτηριστικά και με την αποδοκιμασία του Βενιζέλου τον Μάρτιο του 1912, αλλά και του Π. Τσαλδάρη, το 1936. Ανάλογες εκδηλώσεις σημειώνονται κατά τον πρόσφατο Εμφύλιο, ενώ η σύγκρουση γύρω από τη διατήρηση των Στρατώνων Καποδίστρια, από το 1977, αναδεικνύει και πάλι μορφές μισαλλοδοξίας εκ μέρους των «κατεδαφιστών» τους. Πάντως δεν λείπουν και τα «φωτεινά διαλείμματα», όπως κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου 1944 – Ιανουαρίου 1945, με την απελευθέρωση και τη συναινετική διοίκηση της πόλης από την Αριστερά. [1]

 

Το «ανάθεμα» στο Άργος

 

Φαίνεται ότι η πρακτική του αναθέματος για απόρριψη και καταδίκη κάποιου ατόμου ή ατόμων ή συμβόλων είναι παληά και απαντάται και σε άλλες κοινωνίες και λαούς, αν κρίνουμε από το συμβάν στη Μέκκα της Σαουδικής Αραβίας κατά το περσινό εκεί προσκύνημα και την ποδοπάτηση και θανάτωση 2.100 ατόμων που όδευαν προς το τελετουργικό «ανάθεμα» και τη ρίψη λίθων στη θέση, όπου «οι στύλοι του Σατανά».

Το «ανάθεμα» πυρήνα της οργάνωσής του είχε στην Αθήνα, με κύριο άξονα τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Θεόκλητο και τους φιλοβασιλικούς κύκλους της πρωτεύουσας. Αφορμή είχε τον αποκλεισμό του Πειραιά το 1916 από τις δυνάμεις της Αντάντ, την επέμβαση γαλλικού στρατού στην Αθήνα τον Νοέμβριο και τον βομβαρδισμό του κέντρου της. Τούτο εξαγρίωσε τους αντιβενιζελικούς, με αποτέλεσμα να οργανωθεί κύμα τρομοκρατίας κατά των βενιζελικών (επιβεβαιώθηκαν 35 φόνοι, 922 παράνομες φυλακίσεις, 503 περιπτώσεις λεηλασίας και 31 αναστολές κυκλοφορίας εφημερίδων).

Την 12 Δεκεμβρίου 1916 οργανώνεται ογκώδης αντιβενιζελική πορεία. Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος μαζί με διαδηλωτές κατευθύνονται στο Πεδίον του Άρεως και αναθεματίζουν τον αποκαλούμενο από τους αντιβενιζελικούς «σατανά» Βενιζέλο, ρίχνοντας πέτρες στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται το άγαλμα της Αθηνάς και επαναλαμβάνοντας την κατάρα κατά του Βενιζέλου, όπως την διατύπωσε ο Αρχιεπίσκοπος. Από τις φωτογραφίες της εποχής αναδημοσιεύουμε ορισμένες πολύ χαρακτηριστικές, μαζί με μια γελοιογραφία και τους εξίσου χαρακτηριστικούς τίτλους αντιβενιζελικών εφημερίδων.

 

Φωτογραφίες από το «ανάθεμα» των Αθηνών.

 

Το «ανάθεμα» σε αντιβενιζελικά δημοσιεύματα των Αθηνών.

 

Για το ανάθεμα στο Άργος υπάρχουν δύο κατά πολύ μεταγενέστερες αναφορές, του Τάκη Μαύρου και του Ι. Ε. Ζεγκίνη (το 1977 και το 1996 αντίστοιχα). [2] Ημερομηνία αναφέρει μόνον ο Ζεγκίνης, την 12η Δεκεμβρίου 1916, σημειώνοντας ότι η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπό την προεδρία του Θεοκλήτου, οργάνωσε το «ανάθεμα» για όλη τη χώρα (εννοείται την «Παλαιά Ελλάδα»). Έτσι, με άμαξα έφθασε στο Άργος ο τότε Μητροπολίτης Αργολίδας Αθανάσιος (σύμφωνα και με τη μαρτυρία του Τ. Μαύρου) και η ρίψη λίθων έγινε στο τότε ακάλυπτο δημοτικό οικόπεδο, όπου, στη δεκαετία του 1950, ανεγέρθηκε το κτίριο του Ο.Τ.Ε. Ο Τ. Μαύρος αναφέρει ότι ο Μητροπολίτης είχε αναθέσει ειδικότερα την οργάνωση του αναθέματος στον Παπαμπόμπο, ο οποίος όμως, ευσχήμως αποσύρθηκε και την οργάνωση ανέλαβε ο ιερέας Δημ. Γεωργόπουλος. Κατά τον Ζεγκίνη, όμως, ο Μητροπολίτης συνοδευόταν από τον ιερέα Αρβανίτη (γνωστό για τον αντιβενιζελισμό του) και φθάνοντας στο τόπο του αναθέματος δήλωσε: «Ο Εφιάλτης επρόδωσεν την πατρίδα του. Ο Ιούδας επρόδωσεν τον Θεόν του. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος επρόδωσεν και την πατρίδα του και τον Θεόν του. Ανάθεμα!».

Οι παριστάμενοι φωνάζοντας καθένας «Ανάθεμα!» έριχναν τις πέτρες. Ο Τ. Μαύρος αναφέρει και ότι τραγουδούσαν ένα εξάστιχο κατά του Βενιζέλου και της «Τριανδρίας» της Θεσσαλονίκης. Επίσης αναφέρει ότι αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στην «τελετή» ορισμένοι γνωστοί Αργείοι, όπως ο μετέπειτα βιομήχανος Θ. Κατσούλας, ο Θ. Νανόπουλος, ο Δ. Κόλιας, ο Αν. Παναρίτης, ο Π. Βλασταράς, ο μετέπειτα βιομήχανος Ανδρ. Ρόκας, ο Β. Μαρούσης, ο Γιάγκος Μακρής από την Πυργέλα και άλλοι. Ορισμένοι από αυτούς κακοποιήθηκαν.

Ο Γυμνασιάρχης Παπαδιαμαντόπουλος πήρε την πρωτοβουλία και οδήγησε συντεταγμένα τους μαθητές του Γυμνασίου στον τόπο του «αναθέματος», για να συμμετάσχουν στην «τελετή». Δύο όμως από τους μαθητές της τελευταίας τάξης του Γυμνασίου, οι Κώστας Κεραμίδας και Στέφανος Μακρής, βγήκαν από τη σειρά και αρνήθηκαν να ρίξουν πέτρα. Τότε ο Γυμνασιάρχης τους χαστούκισε δημόσια για παραδειγματισμό. Το γεγονός αυτό διασώθηκε προφορικά από τους ίδιους και από άλλους Αργείους, το κατέγραψε δε ο Τ. Μαύρος. Ο Κ. Κεραμίδας σταδιοδρόμησε ως γιατρός – χειρουργός ιδρύοντας την πρώτη ιδιωτική χειρουργική κλινική στο Άργος, ενώ ο Στ. Μακρής ως δικηγόρος, διετέλεσε και Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ναυπλίου.

 

Κώστας Κεραμίδας και Στέφανος Μακρής σε ώριμη ηλικία.

 

Σημειώνουμε ότι ανάλογη μεταχείριση υπέστησαν και άλλοι μαθητές, σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, που αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στις «τελετές» του «αναθέματος», όπως ο Κων. Βουδούρης, τελειόφοιτος και αυτός στο Γυμνάσιο Φιλιατρών Ηλείας.

 

Η εξορία του Δημ. Βαρδουνιώτη

 

Ο Δημήτριος Κ. Βαρδουνιώτης υπήρξε επιφανής ιστορικός, ιδίως του νεότερου Άργους, αλλά και διακεκριμένος δικηγόρος, ο πρώτος Έφορος του Μουσείου Άργους, δημοτικός σύμβουλος κατά την ανορθωτική δημαρχία του γιατρού Σπήλιου Καλμούχου και, όπως αποδεικνύεται από την αλληλογραφία προς αυτόν επιφανών ανθρώπων του πνευματικού κόσμου των Αθηνών, που πρόσφατα έφερε σε φως η Σ. Πατούρα, αναγνωρισμένος από αυτούς για την προσωπικότητα και την αξία του. Γεννήθηκε στο Άργος το 1847 και πέθανε στην ίδια πόλη το 1924. Πολύ λίγοι συμπατριώτες του τον συνόδευσαν στην κηδεία του, και το έργο, όπως και το όνομά του, ξεχάστηκαν μέχρι τη δεκαετία του 1980, οπότε ο γράφων τα ανέσυρε από τη λήθη. [3] Μετά τον θάνατό του η οικογένειά του πούλησε τη μεγάλη βιβλιοθήκη και την αλληλογραφία του. Ελάχιστα προσωπικά τεκμήριά του διασώθηκαν στα χέρια απογόνων του, από όπου και κατάφερα να αναπαράγω φωτογραφίες και ένα χειρόγραφό του. Αλλά και αυτά τα ελάχιστα τεκμήριά του χάθηκαν από τους μετέπειτα απογόνους του.

Ορισμένα άλλα τεκμήρια εντόπισα στο αρχείο Τσακόπουλου και τα ενσωμάτωσα στο αρχείο Βαρδουνιώτη, που έχω καταρτίσει, με συλλογή πάρα πολλών άρθρων του για την τοπική ιστορία, που θέλω να ελπίζω ότι, μαζί με την προς αυτόν αλληλογραφία, θα βρουν κάποτε το δρόμο της δημοσίευσής τους.

Από όλο το υλικό αυτό νομίζω ότι καταγράφεται, με αδρές γραμμές, η προσωπικότητα Βαρδουνιώτη: άνθρωπος ακέραιος, βαθυστόχαστος, άκρως μελετηρός και εργατικός (βρήκα ότι είχε σφραγίδα, με τη λατινική λέξη «LABOREMUS» (=να εργαζόμαστε), με την οποία σφράγιζε τα γραπτά του. Διασταυρώνοντας συχνά ιστορικές αναφορές του, δεν έχω εντοπίσει ανακρίβειες ή παρερμηνείες.

Η όλη του πορεία ως πολίτη θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί με σημερινούς όρους κατ’ ουσία προοδευτική, ανεξάρτητα από την κατ’ ιδίαν στάση του απέναντι σε κόμματα και κομματικές αντιπαραθέσεις. Πορεία προοδευτική στην κοίτη της πάλαι ποτέ αστικής προοδευτικότητας, μιας αστικής αντίληψης που ποτέ δεν ολοκληρώθηκε στη χώρα μας, απ’ όπου και η νεκρανάσταση ενός λαϊκισμού της εποχής του παλαιοκομματισμού του τέλους του 19ου αιώνα. Με βάση αυτή την εκδοχή, νομίζω ότι είναι δυνατό να εξηγηθεί η αποχώρησή του από τον σύλλογο «Δαναός» και τη θέση του ως αντιπροέδρου του, αλλά και η ίδρυση του συλλόγου «Ίναχος», με την ομώνυμη εφημερίδα που κυκλοφόρησε.

 

Ο Βαρδουνιώτης φοιτητής, σε ώριμη και προχωρημένη ηλικία.

 

Για το θέμα που μας ενδιαφέρει σήμερα θεωρώ ότι χρήσιμο είναι να γίνουν ορισμένες διευκρινήσεις. Δεδομένου ότι, όπως είπαμε, παύει η κυκλοφορία τοπικών εφημερίδων του Άργους από το 1913, δεν μπορούμε να παρακολουθήσουμε αντιλήψεις και θέσεις του Βαρδουνιώτη στην κρίσιμη περίοδο του Εθνικού Διχασμού, ενώ λανθάνουν κατά το ίδιο διάστημα εφημερίδες του Ναυπλίου, με το μακροβιότατο «Σύνταγμα» να λείπει και αυτό στην ίδια περίοδο από κάθε βιβλιοθήκη, τοπική και κεντρική.

Είναι όμως, σημαντικό ένα από τα τελευταία δημοσιεύματα (μήπως το τελευταίο του;), ακριβώς στην εφημερίδα «Σύνταγμα» της 13ης Νοεμβρίου 1912. Υπογράφει με τα πασίγνωστα αρχικά του («Δ.Κ.Β.») και τιτλοφορεί το άρθρο του «Η πλατεία Συντάγματος». Αφορμή για το άρθρο είναι η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Ναυπλίου να μετονομασθεί η πλατεία Συντάγματος σε… «Πλατεία Κωνσταντίνου του Ελευθερωτού», προς τιμήν του τότε διαδόχου και μετέπειτα βασιλιά Κωνσταντίνου. Με διπλωματικότητα αναγνωρίζει ότι ο διάδοχος πρέπει να τιμηθεί στο Ναύπλιο, προτείνοντας μάλιστα και εναλλακτική λύση, την άλλοτε οδόν «Όθωνος». Όμως, τονίζει, τα ιστορικά και ένδοξα μέρη αξιώνουν μείζονα σεβασμό από τον λαό και τα ονόματά τους πρέπει να διατηρούνται ανέπαφα. Έτσι, προβαίνει σε ανασκόπηση της ιστορίας της πλατείας Συντάγματος, με ιδιαίτερη έμφαση στις επαναστάσεις του 1843 (οπότε και πήρε το όνομά της) και του 1862. Και τελειώνει το άρθρο του με τα εξής: «Άφετέ την εις την ησυχίαν και τας ιστορικάς αναμνήσεις της, εξ ων είναι κατάφορτος. Συμβολίζει όλην την ιστορίαν του Ναυπλίου και μη την θίγετε».

Είναι πιθανό το άρθρο αυτό να συνέβαλε, τελικά, στην αποτροπή της μετονομασίας και, πάντως, η όλη επιχειρηματολογία του φανερώνει άνθρωπο αφανάτιστο, που όποια γνώμη κι αν είχε περί βασιλείας και διαδόχου, δεν έκανε καμία υποχώρηση σε καίρια θέματα.

Ο Βενιζέλος επιστρέφει στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 1917 και προβαίνει στη λήψη «αντιμέτρων»: κηρύσσεται έκπτωτος ο Μητροπολίτης Θεόκλητος και όσοι είχαν πρωτοστατήσει στο ανάθεμα, αίρεται η ισοβιότητα των δικαστών και η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και ακολουθούν δεκάδες απολύσεις τους. Από το τέλος εκείνου του έτους λαμβάνεται και το μέτρο της εσωτερικής εξορίας αντιβενιζελικών «στοιχείων». Από το λογοτεχνίζον «Κριτικό σημείωμα» του Γεωργίου Λογοθέτη «Δημήτριος Βαρδουνιώτης» το οποίο προκάλεσε και σφοδρή κριτική, απάντησή του και ανταπάντηση, [4] πληροφορούμαστε, για πρώτη φορά, ότι ο Βαρδουνιώτης, με άλλους Αργείους, εξορίστηκε στη Μυτιλήνη, τον χειμώνα του 1918, και ότι παρέμεινε εξόριστος για πολλούς μήνες. [5]

Η πληροφορία ελέγχεται, πλέον, ως μερικά ανακριβής και είναι απορίας άξιο πώς ο Λογοθέτης, μόλις τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του Βαρδουνιώτη, προέβη σε τέτοιαν ανακρίβεια. Από την προς Βαρδουνιώτη αλληλογραφία σε ταχυδρομικά δελτάρια, τα περισσότερα από τα οποία φέρουν την επιγραφή «Στρατιωτική ΤαχυδρομικήΥπηρεσία» και είναι υπό λογοκρισία, προφανώς διότι απευθύνονταν σε εξόριστους, παρακολουθούμε όλη την πορεία της εξορίας του Βαρδουνιώτη και είμαστε σε θέση να την ανασυστήσουμε. Έτσι, από ταχυδρομικό δελτάριο με δυσανάγνωστη υπογραφή, που φεύγει από την Αθήνα στις 11/2/1918 και το λαμβάνει ο Βαρδουνιώτης στις 21/2/1918 (όπως υποσημείωνε με συστηματικότητα στις επιστολές που λάμβανε, με την επιπλέον σημείωση, πότε ο ίδιος απάντησε…) μαθαίνουμε ότι, μαζί με αυτόν είχαν εξοριστεί στη Χίο, αρχικά (και όχι στη Μυτιλήνη, όπως γράφει ο Λογοθέτης), εκτός από τον ίδιο και οι αδελφοί Μπόμπου, ο Μπηλιαράς, ο γυμνασιάρχης Παπαδιαμαντόπουλος, ο Παπαμιχαλόπουλος και ο Σαραβάκος.

Στις 27 Φεβρουαρίου γράφει ο Βαρδουνιώτης στον Τάσο Τσακόπουλο, που βρισκόταν στις Σπέτσες, ότι βρίσκεται στη Μυτιλήνη, όπου μεταφέρθηκαν την προηγουμένη και κατοικούν στο ξενοδοχείο… «Γαλλίας» (να υποθέσουμε ιδιοκτησίας βενιζελικών;…) και ότι του είχε γράψει από την Χίο, όπου προφανώς τους είχαν αρχικά μεταφέρει. Γράφει : «Είμαι εντελώς καλά, ευχόμενος να είσαι και συ» (αυτά μήπως λόγω λογοκρισίας;).

Μετά ένα μήνα, στις 27 Μαρτίου, ο Βαρδουνιώτης έχει επιστρέψει στην Αθήνα και στέλνει δελτάριο στη γυναίκα του Καλλιόπη, στο Άργος, λέγοντας ότι έλαβε μέσω του φίλου του Τάσου Στεργίου 300 δραχμές, το ρολόι του και άλλα αντικείμενα (πράγμα που δημιουργεί υπόνοιες για το εσπευσμένο της προφανούς σύλληψης και εξορίας του). Την βεβαιώνει ότι είναι καλά στην υγεία και γράφει υπαινικτικά ότι «Το ζήτημα ακόμα δεν ελύθη. Αύριον περιμένω τον φίλον κ. Τομπάζην».

Στο τέλος Μαρτίου (αλλά με ημερομηνία 15/3ου) στέλνεται από τη Χίο και ταχυδρομείται από τη Μυτιλήνη δελτάριο προς τον Βαρδουνιώτη με μία υπογραφή δυσανάγνωστη και με δεύτερη του Κ. Τσίγκου. Απευθύνεται στην διεύθυνση του ξενοδοχείου «Η Γαλλία», η οποία έχει διορθωθεί με την ένδειξη «Ξενοδοχείον Όλγας, Αθήναι», όπου το παραλαμβάνει ο Βαρδουνιώτης.

Τέλος με δελτάριο και με ένδειξη διεύθυνσης του Βαρδουνιώτη το ξενοδοχείο «Θεσσαλονίκη», στην οδό Αιόλου στην Αθήνα, ο Τσακόπουλος του εκφράζει τη χαρά του, γράφοντας ότι… «θα τραβήξω μεθύσι εις την υγείαν σου με κρασί Αιγινήτικο, 2-3 λάβρακας για μεζέ κλπ», προσθέτοντας ότι δεν ήξερε ότι είχε ασθενήσει ούτε και γνώριζε κάτι για την νόσο του, ενώ του είχε ήδη στείλει 6-7 δελτάρια (δεν μπόρεσα να τα συμβουλευθώ, αν βέβαια τυχόν διατηρούνται). Η ημερομηνία που φέρει το δελτάριο είναι η 24η Μαρτίου.

Στην αλληλογραφία προς Βαρδουνιώτη εντοπίζεται σύντομο γράμμα με την υπογραφή Κ. Ορλάνδος, με ημερομηνία 2/11/1920 και την προαγγελία «Ζήτω ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος – Χριστός Ανέστη», όταν ο Βαρδουνιώτης είναι βέβαια, στο Άργος. Του στέλνονται ευχές, κυρίως «επί τη απελευθερώσει μας εκ της τυραννίας» και για την ονομαστική εορτή του και διαβιβάζονται ευχές και στους άλλους Αργείους που ήταν συνεξόριστοι στη Χίο. Η προσφώνηση γίνεται προς τον «Σεβαστό κο Δημητράκη» και το γράμμα κλείνει με το «Σας προσκυνώ με άπειρον σεβασμόν και αγάπην». Όλα αυτά, μετά την εκλογική ήττα του Βενιζέλου και δύο χρόνια πριν την καταστροφή του μικρασιατικού Ελληνισμού.

Από τα συναισθήματα ενός για πολύ μικρό διάστημα συνεξόριστου του Βαρδουνιώτη είναι επιτρεπτό να συμπεράνουμε κάτι ανάλογο για τον ίδιο; Νομίζω ότι θα επρόκειτο για καταχρηστική μεταφορά. Παραμένει, έτσι κι αλλιώς, μια «γκρίζα ζώνη» στη ζωή του, από το 1913 μέχρι και τον θάνατό του.

 

Αναλογίες…

 

Στις 5 Μαρτίου 1912 ο Ελ. Βενιζέλος, μετά από μια θριαμβευτική περιοδεία στην Πελοπόννησο, έφθασε για επίσκεψη στο Άργος. Ο τοπικός παλαιοκομματικός βουλευτής Γεώρ. Καρπετόπουλος (υπάρχει και δρόμος με το όνομά του στην πόλη…) οργανώνει αποδοκιμασία του με έκτροπα και τραμπουκισμούς την εποχή της ανόρθωσης του κράτους από την κυβέρνηση. Δύο μέρες πριν, το τοπικό φύλλο προαναγγέλλει κατά κάποιον τρόπο, τι πρόκειται να συμβεί, και στο αμέσως επόμενο περιγράφονται παραμορφωτικά τα γεγονότα και η ευθύνη των εκτρόπων αποδίδεται… στον Βενιζέλο. Τριάντα έξι χρόνια αργότερα, Αθηναίος δημοσιογράφος δίνει στα «Νέα» ακριβή περιγραφή των γεγονότων, για να καταλήξει με τη σκηνή της επιβίβασης του Βενιζέλου σε αμαξοστοιχία και τον Καρπετόπουλο, «ιππαστί» στους ώμους οπαδού του να μουντζώνει τον Βενιζέλο… [6]

Στις 17 Ιανουαρίου 1936 ο Παναγής Τσαλδάρης, αρχηγός του Λαϊκού κόμματος και υποψήφιος βουλευτής Αργολιδοκορινθίας, επισκέπτεται το Άργος και ο μέχρι πρόσφατα κομματάρχης του στο Άργος Π. Μπόμπος, που είχε συγκρουστεί μαζί του, οργανώνει αποδοκιμασία του στην πόλη. Ακολουθούν βίαιες συγκρούσεις. Η όλη κατάσταση περιγράφεται με αντικειμενικότητα από την τοπική εφημερίδα «Ασπίς» (19/1/1936), που κατά τα άλλα ήταν προσκείμενη στη βενιζελική παράταξη.

Το 1977 ο Δήμος Άργους σπεύδει να εξοφλήσει το τίμημα αγοράς του κτιρίου των Στρατώνων Καποδίστρια, ώστε κατά τη σχετική απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, πρώτα να τους κατεδαφίσει και μετά να προγραμματίσει τι θα οικοδομηθεί στη θέση τους (το «σχέδιο» τότε ήταν να ανεγερθεί πολυώροφο γκαράζ με προκήπιο). Η μάχη που δόθηκε επί μία δεκαετία μεταξύ του καλλιεργημένου στρώματος της αργειακής κοινωνίας και των «κατεδαφιστών» ανέδειξε, για άλλη μια φορά, τη σημασία του φατριασμού, μικρό δείγμα του οποίου προβάλλεται στην εκδήλωση, μέσα από δεκάδες και εκατοντάδες δημοσιεύματα.

Πρόκειται, συνολικά, για κατά καιρούς εκφάνσεις και εκδηλώσεις φατριαστικού πνεύματος, που επιδεικνύουν συντεθειμένες φατρίες. Η δυναμική τους ξεφεύγει από αρχικές ιδέες και ιδεολογίες και καταλήγει σε συμπεριφορές που παρουσιάζουν εκπληκτική ομοιότητα, ομόλογη βέβαια με το πολιτισμικό επίπεδο της κοινωνίας σε κάθε συγκεκριμένη περίοδο. Κύριο γνώρισμα φατριαστικών συμπεριφορών είναι η ακράδαντη βεβαιότητα για την ορθότητα και το «δίκιο» της φατρίας, η ύφανση εσωτερικών δεσμών με τρόπο απαράλλακτο, ώστε κάθε τυχόν «παρέκκλιση» να θεωρείται «προδοτική» – όπως συχνά προδότες θεωρούνται και οι αντίπαλοι ή εχθροί του κόμματος, του έθνους, της πόλης κλπ. Έπειτα, η αρχή «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» αποτελεί μόνιμη μεθοδολογία στην πράξη.

Νομίζω ότι η παρούσα αναφορά σε δύο εκφάνσεις του Εθνικού Διχασμού στο Άργος, το 1916-1918, επιβεβαιώνει το συμπέρασμα στο οποίο καταλήξαμε.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Για την πολιτισμική και κοινωνική σύγκρουση γύρω από τους Στρατώνες Καποδίστρια βλέπε δύο μελέτες μου «Στρατώνες Καποδίστρια στο Άργος: ιστορία και πολιτιστική μάχη», στο περιοδικό Αρχιτεκτονικά Θέματα, τεύχος 13, 1979 και «Μια εύγλωττη σύγκρουση: Στρατώνες Καποδίστρια στο Άργος, κράτος, δήμος, κόμματα, φορείς και πολίτες» στον συλλογικό τόμο Το οικολογικό κίνημα στη Ελλάδα, εκδόσεις Μετά τη βροχή, (1987). Οι μελέτες κυκλοφόρησαν πρόσφατα στο διαδίκτυο, στον ιστότοπο της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού. Για τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου 1944 βλέπε σχετικό άρθρο μου στα Ενθέματα της Αυγής, 14 Δεκεμβρίου 2014, σ. 42-43.

[2] Άρθρο του Μαύρου, Τ. με το ψευδώνυμο «Ο Γείτων», στην εφημερίδα Αναγέννηση, της 17/12/1977 – αναδημοσίευση από την εφημερίδα Αργολικά, της 5/11/2011 – και αναφορά του Ζεγκίνη, Ι. στην 3η έκδοση του, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, σ. 403-404.

[3] Ξεκίνησα από το απόσπασμα άρθρου του στο Αργολικόν Ημερολόγιον του 1910 (ανατυπώθηκε το 2015) για τους Στρατώνες Καποδίστρια και την ιστορικότητά τους, για να συγκροτήσω σταδιακά αρχείο με έργα του, βιογραφικά του, για τη δράση του, με αναφορές άλλων σε αυτόν. Για πρώτη φορά το 1979, με δύο άρθρα μου στην τοπική Αναγέννηση, 6 και 25/10/1979, έδωσα στοιχεία για το έργο και τη ζωή του, ενώ τον Φεβρουάριο 1980, στο εντευκτήριο του Πολιτιστικού Ομίλου Άργους, έκαμα εισήγηση γι’ αυτόν (με μαγνητοφωνημένη μαρτυρία του Σπ. Παναγιωτόπουλου). Τον Μάιο του ίδιου έτους διάβασα σχετική ανακοίνωση στο Β΄ Διεθνές Συνέδριο Πελοποννησιακών Σπουδών, στην Πάτρα. Τέλος, στις 31/3/1984 η Αργολική Οικολογική Εταιρεία με ομιλητή τον γράφοντα, οργάνωσε στην αίθουσα του «Δαναού», στο Άργος, φιλολογικό μνημόσυνο για τον Βαρδουνιώτη, με την συμπλήρωση 60 χρόνων από τον θάνατό του. Στην εκδήλωση ήταν απόν όλο το Διοικητικό Συμβούλιο του «Δαναού», πλην ενός μέλους, του μακαρίτη Μίμη Σταθόπουλου. Έκτοτε με πλήθος άρθρων μου στον τοπικό Τύπο, φρόντισα να μην χαθεί ο Βαρδουνιώτης από την τοπική μνήμη, βεβαίως από όσους την συντηρούν. Σημειώνω ότι το κείμενό του για την Πλατεία Συντάγματος στο Ναύπλιο το αναδημοσίευσα, με εκτενή εισαγωγή μου, στο ναυπλιώτικο περιοδικό: Απόπειρα Λόγου και Τέχνης, τεύχος 3, Άνοιξη 1992.

[4] Φυλλάδιο που εκδόθηκε στην Αθήνα, το 1928. Η έκδοσή του προκάλεσε «Σκέψεις επί ενός κριτικού σημειώματος», με, αντί υπογραφής το λατινικό γράμμα “W”, στην εφημερίδα Αγροτική Αργολίς, φύλλο 74, 1/4/1928. Ο Λογοθέτης απάντησε με επιστολή του στο επόμενο φύλλο στις 7/4/1928, στην οποία δόθηκε μακροσκελής απάντηση στις 15/4/1928, σ. 3, «Επί του γνωστού σημειώματος», με υπογραφή πάλι “W”.

[5] Ο Αργείος λογοτέχνης Σπύρος Παναγιωτόπουλος δημοσίευσε το 1960, στην ετήσια έκδοση Φιλολογική Πρωτοχρονιά, κριτικό σημείωμα και αναμνήσεις του για τον Βαρδουνιώτη, υπό τον τίτλο «Δ. Βαρδουνιώτης, ο ιστορικός – η ζωή και το έργο του». Για την εξορία του Βαρδουνιώτη σημειώνει: «Θαυμαστής του Βενιζέλου δεν ήτανε ποτέ, μα και δεν τον μάχονταν, ως τη στιγμή που ήρθε σε αντίθεση με τον Κωνσταντίνο. Τότε ξύπνησε μέσα του κατά τρόπον ανεξήγητο μία εριστική διάθεση, που του άλλαξε τον χαρακτήρα, την ίδια του τη Μοίρα. Παράτησε τα γραψίματα και τις μελέτες, παραμέλησε το επάγγελμά του και άρχισε να ανακατεύεται με τους φανατικούς βασιλόφρονες, να παίρνει μέρος σε θυελλώδεις συζητήσεις, να «βυσσοδομεί» κατά του «μισθάρνου οργάνου της Αντάντ» όπως αποκαλούσε τον ήρωα του Θερίσσου. Έγινε ηγετική μορφή στους κύκλους των «επιστράτων» του Άργους – και κατά κάποιο τρόπο, όργανό τους. «Αυτό του στοίχισε την εκτόπισή του σ’ ένα νησί. Έζησε εκεί πικρές μέρες και μαύρες νύκτες, ανάμεσα σε ομόφρονές του που δεν είχαν τίποτ’ άλλο να του προσφέρουν, παρά τις ατέλειωτες συζητήσεις για τη φρικτή απομόνωσή τους και τις αχνές ελπίδες μιας σκληρής εκδίκησης […]».

«Μέρα με τη μέρα μαραινότανε σαν ένα δενδρί που δεν ποτίζεται, που μήτε της νυκτερινής δροσιάς την παρηγοριά δεν έχει. Καθώς του ’λειψε η καλή τροφή και η στοιχειωδέστατη περίθαλψη, αρρώστησε. Πάλεψε με τον θάνατο κάμποσα μερόνυκτα κ’επί τέλους σώθηκε. Μα είχε καταντήσει αγνώριστος. Η αρρώστια τον απογέρασε, τον έκανε να σταφιδιάσει. Όταν τερματίστηκε η εκτόπιση και ξαναγύρισε στο Άργος ήταν ένα κουρέλι […]».

Όσα γράφει ο Παναγιωτόπουλος για την υγεία και με όσα συνεχίζει για την πλήρη κατάπτωση του Βαρδουνιώτη μπορούν να ελεγχθούν ως υπερβολικά, δεδομένου ότι η εκτόπισή του δεν ξεπέρασε τους δύο μήνες, διέμενε σε ξενοδοχείο και προφανώς σιτιζόταν κανονικά. Αλλά προφανώς περιγράφει αξιόπιστα την ανάμειξή του στο αντιβενιζελικό «στράτοπεδο» του Άργους, αφού εκεί ζούσε τότε ο ίδιος ο Παναγιωτόπουλος. Και δεν έχουμε λόγους να αμφισβητούμε την επιρροή της σύντομης εξορίας στον ψυχισμό του Βαρδουνιώτη, αλλά και οπωσδήποτε ότι συνέβη κλονισμός της σωματικής υγείας του κατ’ αυτή. Τέλος, από τις πληροφορίες που συνάγουμε μέσα από τα ταχυδρομικά δελτάρια, καταλήγουμε ότι η λήξη

της εξορίας του Βαρδουνιώτη θα πρέπει να οφείλεται σε ευνοϊκή παρέμβαση παραγόντων των Αθηνών και ίσως και πνευματικών ανθρώπων, με τους οποίους διατηρούσε επαφή.

[6] «Άργος» της 11/3/1912 και η περιγραφή του Ζαρίφη, N. στα Νέα της 25/8/1948 – με εισαγωγή μου. Την αναδημοσίευσα στα Αργολικά της 26/11/2011.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Δικηγόρος – Πολιτικός Επιστήμονας – Ιστορικός

1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.

 

Δυνατότητα ανάγνωσης του κειμένου σε μορφή pdf, στον σύνδεσμο: Στοιχεία για δύο εκδηλώσεις του Εθνικού Διχασμού στο Άργος

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η περιπέτεια του Εθνικού Διχασμού και η στάση του πνευματικού κόσμου της εποχής. Βασίλης Τσιλιμίγκρας στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Στόχος της εισήγησής μου, που αφορά τον Εθνικό Διχασμό, είναι να προσπαθήσω να παρουσιάσω, όσο πιο συνοπτικά γίνεται, ένα αρκετά μεγάλο σε έκταση γεγονός, ιδιαίτερα έντονο και ενδιαφέρον σε διακυμάνσεις και καθοριστικό σε αποτελέσματα, δηλαδή το ρόλο των διανοουμένων κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού.

Ο Εθνικός Διχασμός (1915-1917) αποτέλεσε ένα δραματικό εμφυλιοπολεμικό γεγονός που επηρέασε καθοριστικά την πορεία του ελληνικού κράτους και της ελληνικής κοινωνίας. Πιστοποιούσε τη θερμή «ρήξη» Βενιζελικών και Αντιβενιζελικών, που προσωποποιούνταν συμβολικά αλλά και ουσιαστικά στον Βενιζέλο και στον βασιλιά Κωνσταντίνο, και είχε ως ιδεολογικό, κοινωνικό και πολιτικό υπόβαθρο τη σφοδρή αντιπαράθεση των νέων αστικών μεταρρυθμιστικών δυνάμεων και αντιλήψεων με τις αντίστοιχες συντηρητικές – παραδοσιακές.

Η παρουσία και η δράση των πνευματικών ανθρώπων δεν ξεκινά ξαφνικά το 1915, που αρχίζει η ρήξη, ούτε τελειώνει το 1917 με την αποκατάσταση της βενιζελικής διακυβέρνησης. Είναι η κορύφωση μιας πορείας που θα συνεχιστεί με άλλες μορφές και όρους στην εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας και του κράτους.

Τα ιδρυτικά μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου: Αλέξανδρος Δελμούζος, Δημήτρης Γληνός και Μανώλης Τριανταφυλλίδης σε φωτογραφία του 1915. Αθήνα, Φωτογραφικό Αρχείο Ε.Λ.Ι.Α.

Θα παρουσιάσω τις ιδεολογικές τάσεις, τα πρόσωπα ως δράστες και εκφραστές – ενσαρκωτές απόψεων και αντιλήψεων, τις δράσεις και τις συνέπειές τους στο ελληνικό γίγνεσθαι. Ενώ θα έπρεπε να αναφερθώ και στη στάση του τύπου της εποχής, που αποτελεί όχημα επικοινωνίας, έστω και περιορισμένης εμβέλειας εκείνη την εποχή, του λαού με τους πολιτικούς και τους διανοούμενους, αλλά και το όργανο της σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης, της προπαγάνδας, του φανατισμού και της καθοδήγησης των πολιτικοκοινωνικών δυνάμεων με τα οδυνηρά αποτελέσματα των συγκρούσεων και των υπερβολών κάθε είδους στην περίοδο του Εθνικού διχασμού, αυτό δεν είναι δυνατό στο πλαίσιο της παρούσας εισήγησης.

Ο Εθνικός Διχασμός, ως όρος, απαλύνει κάπως την πραγματικότητα που δεν ήταν άλλη απ’ αυτή ενός εμφυλίου πολέμου με διαιρεμένη τη χώρα σε μια κρίσιμη περίοδο, όπου ποικίλες ευρωπαϊκές και βαλκανικές δυνάμεις, στη δίνη του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου, χρησιμοποιούν τη βόρεια Ελλάδα ως πεδίο στρατιωτικών επιχειρήσεων και πεδίο ανταγωνισμού των βαλκανικών εθνικισμών με ιδιαίτερα επικίνδυνες προεκτάσεις που απειλούν την ίδια την υπόσταση της χώρας και το μέλλον της.

Επιχειρώντας να προσδιορίσουμε το περιεχόμενο του όρου διανοούμενος πρέπει να επισημάνουμε ότι στις δύο πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα παρατηρείται ένα καινούριο φαινόμενο που αφορά τη συγκρότηση των διανοουμένων σε διακριτή ομάδα. Έτσι η ατομική πνευματική και καλλιτεχνική προσπάθεια μετατρέπεται σε συλλογική, κοινωνικοπολιτική παρέμβαση στα πλαίσια του Δημοτικισμού.

Ο όρος διανοούμενος αρχίζει να κάνει αισθητή την παρουσία του μαζί με τον αντίστοιχο ξένο «ιντελεκτουάλ», που προηγείται, στην περίοδο αυτή. Οι παλαιότεροι όροι λόγιοι, πεπαιδευμένοι, άνθρωποι των γραμμάτων δε φαίνεται να μπορούν να ανταποκριθούν στις νέες ανάγκες της κοινωνικής και εκπαιδευτικής εξέλιξης. Ο Παναγιώτης Μουλλάς σημειώνει: «Οι διανοούμενοι, λοιπόν, στο προσκήνιο. Γύρω στα 1910, η λέξη μπορεί να μην υπάρχει ακόμη, αλλά οι άνθρωποι υπάρχουν. Οι άνθρωποι: δηλαδή όσοι αγωνίζονται για τη γλώσσα και συζητούν στο Νουμά για το βιβλίο του Σκληρού ή ιδρύουν συλλόγους και υπογράφουν διαμαρτυρίες ή σπουδάζουν και ονειρεύονται ανορθώσεις, σχολεία, πολιτική δράση, δημιουργία κόμματος, κλπ., οι πρεσβύτεροι και οι νεώτεροι, οι αναλυτές της εξουσίας».

Βάση και κυρίαρχο πεδίο έντονης ιδεολογικής και όχι μόνο αντιπαράθεσης, που έχει γενικότερη συμβολική αξία για τη γενικευμένη σύγκρουση μεταρρυθμιστών και συντηρητικών, είναι η γλώσσα, και συγκεκριμένα η υιοθέτηση και χρήση της δημοτικής γλώσσας στην εκπαίδευση. Έτσι, η γλώσσα δεν είναι μόνο ο προνομιακός χώρος αντιπαράθεσης, με δεδομένη την κυριαρχία της καθαρεύουσας στο χώρο της παιδείας, της επιστήμης αλλά και του κράτους, αλλά και η ενοποιητική ουσία ενός έθνους – κράτους καθώς και χώρος αποτύπωσης των ιδεολογικών αναζητήσεων, των επιστημονικών και τεχνολογικών επιτευγμάτων και κυρίως μέσο διαμόρφωσης και καθοδήγησης των ανθρώπων.

Στην Ελλάδα, στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του εικοστού αιώνα, κύριος ιδεολογικός άξονας και προβληματισμός είναι «το ζήτημα της ολοκλήρωσης του εθνικού γίγνεσθαι, της Μεγάλης Ιδέας». Αν και δεν ικανοποιείται από τους βαλκανικούς πολέμους η ανάγκη ενοποίησης των ελληνικών πληθυσμών, όλοι κινούνται στο πλαίσιο αυτής της ιδέας, ακόμη και αυτοί που στοχεύουν στην ανατροπή της.

Ταυτόχρονα ο δημοτικισμός και μάλιστα ο εκπαιδευτικός, στον οποίο κυριαρχεί η φιλελεύθερη τάση, εντάσσεται στο συνολικότερο αίτημα του εκσυγχρονισμού και εξευρωπαϊσμού της ελληνικής κοινωνίας. Όμως, εξακολουθεί να υπάρχει «το ομιχλώδες κλίμα των ελπίδων και των προσμονών» που δημιούργησε η επανάσταση του 1909. Αυτό το γεγονός αποτυπώνεται σε επιστολή του Μ. Τριανταφυλλίδη προς την Πηνελόπη Δέλτα (7/12/1909), όπου, αφού εκφράζει την απογοήτευσή του για την έλλειψη ηγετικής μορφής, γράφει το εξής για τις κινήσεις των δημοτικιστών: «Στο ότι δε το ζήτημα θα καταντήση πολιτικό, όταν βέβαια ωριμάση, σ’ αυτό και οι άλλοι μας έχομε την ίδια γνώμη». Στο πλαίσιο του ίδιου προβληματισμού θα γράψει ο ίδιος τον Αύγουστο του 1910: «το ζήτημα δεν μπορεί να μείνη – καθώς ούτε και είναι – γλωσσικό αλλά κοινωνικό, γιαυτό τίποτε δεν θα μπορέσει να κατορθωθεί μέσα στο κράτος χωρίς τη βοήθεια ενός πολιτικού κόμματος». Προτείνει, τέλος, να προσεγγισθεί και να κρατείται ενήμερη η πριγκίπισσα Σοφία και ο διάδοχος Κωνσταντίνος.

Ο κοινωνικός και πολιτικός χαρακτήρας του γλωσσικού ζητήματος είχε ήδη επισημανθεί, πριν από τον Ψυχάρη και τον Σκληρό. «Το γλωσσικό ζήτημα θεωρείται ζήτημα εθνικό», σύμφωνα με τους δημοτικιστές, γιατί το ιδανικό μιας ενιαίας γλώσσας εξακολουθεί να εκφράζει την αποκρυστάλλωση της εθνικής ενότητας μέσα και κυρίως έξω από τα τότε ελληνικά σύνορα.

Η παρέμβαση του Σκληρού, με το έργο του Το κοινωνικό μας ζήτημα, στο διαμορφωμένο εθνικό προβληματισμό των δημοτικιστών συνίσταται κυρίως στην τοποθέτηση του δημοτικιστικού κινήματος μέσα στα πλαίσια των κοινωνικών και όχι των εθνικών αγώνων, εφόσον η γλώσσα, ως πνευματικό αγαθό, γίνεται αντικείμενο συγκρουόμενων κοινωνικών συμφερόντων. Πιστεύει ότι, για να μπορέσει ο δημοτικισμός να επιτύχει τους στόχους του, πρέπει να αποκτήσει συγκεκριμένη κοινωνική βάση και να ταυτιστεί με την τάξη εκείνη της οποίας τα συμφέροντα υπηρετούνται με την υιοθέτηση της δημοτικής, για να μπορέσει μέσα από αυτή να ασκήσει πολιτική πίεση για την επικράτηση του Δημοτικισμού. Έτσι, ο Σκληρός προχωρεί στην ταξικοποίηση και πολιτικοποίηση του γλωσσικού ζητήματος. Τέλος αξιολογώντας τους φορείς του δημοτικισμού γνωρίζει ότι πρόκειται για την πρωτοπορία της αστικής τάξης, για τα «καλύτερα, γνωστότερα, γενναιότερα και μάλλον ενθουσιώδη παιδιά της μπουρζουαζίας μας». Καταλήγει, τελικά, στο συμπέρασμα ότι ο δρόμος της επικράτησης του δημοτικισμού είναι ο δρόμος του σοσιαλισμού. Την ίδια άποψη έχουν και ο Κ. Χατζόπουλος και ο Δ. Γληνός και άλλοι ιδρυτές του Εκπαιδευτικού Ομίλου…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η περιπέτεια του Εθνικού Διχασμού και η στάση του πνευματικού κόσμου της εποχής

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Κατασκοπία στην επαναστατημένη Πελοπόννησο; Ανέκδοτη οθωμανική έκθεση περί της αφαιρεθείσης επιστολής του Θ. Κολοκοτρώνη για τη μάχη των τρικόρφων (Θέρος του 1825). Γεώργιος Κ. Λιακόπουλος,  πρακτικά  Δ´ Τοπικού Συνεδρίου Αρκαδικών Σπουδών (Τρίπολις – Δημητσάνα, 1-3 Νοεμβρίου 2013).


 

[…] Το δελτίο της μετάφρασης μαζί με το παρόν υπόμνημα του αναφερθέντος βαλή διαβάστηκε από την Αυτοκρατορική μου Αρχή. Η μάχη του ρηθέντος Ιμπραήμ Πασά με τον αναθεματισμένο, ονόματι Κολοκοτρώνη, αναφέρθηκε σε κάποια ενημερωτικά δελτία ολίγω πρότερον. Όμως είναι άξιο προσοχής το ότι ο μνημονευθείς (βαλής) δεν παρέμεινε σε εκείνα τα μέρη, αλλά επέστρεψε στο Ναβαρίνο. Άραγε αναγκάστηκε (να προβεί σε αυτήν την κίνηση) βεβιασμένα από την έλλειψη προμηθειών και άλλων κονδυλίων για το υπό τις διαταγές του στράτευμα η εξαιτίας κάποιου άλλου λόγου; Όπως και να έχει, αυτό παραμένει άγνωστο, καθώς δεν έχει ληφθεί αλληλογραφία από τον αναφερθέντα επ’ αυτού του ζητήματος.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

Εξοχότατε, ελεήμονα, υψηλότατε, ευμενή, εύσπλαχνε, ευεργέτη, πολυάγαθε, μεγάθυμε Αφέντη μου, Μεγαλειότατε Σουλτάνε μου, ως αρμόζει στη δουλεία μου και σύμφωνα με ό,τι απαιτεί η υπηρεσία μου, φροντίζοντας για την εξακρίβωση και τον προσδιορισμό των μαχών και των άλλων γεγονότων που λαμβάνουν χώρα στον Μοριά, (αναφέρω ότι) τα επικουρικά, κατά βάση, στρατεύματα των άθλιων κακούργων, ακόμα κι αν φτάσουν απ’ αυτήν την περιοχή, δηλαδή το κάστρο του Ναυπλίου και του Μεσολογγίου, μέχρι την Αθήνα και καταλάβουν και υποτάξουν ολόκληρο το Νησί του Μοριά, και πάλι, αν αυτά τα δύο μέρη, που εποφθαλμιούν, βρεθούν στα χέρια τους, έχοντας οχυρωθεί ψοφοδεείς (με την ψυχή στο στόμα) στο απόκρημνο Διάσελο, δεν υπάρχει πιθανότητα να μπουν σε κάποιου είδους τάξη (να συστήσουν τακτικό στρατό). Καθώς είναι γνωστό ότι οι υποθέσεις δεν θα εξελιχθούν έτσι, ο εύσπλαχνος εξοχότατος ελ-Χάτζ Ιμπραήμ Πασάς, ο έχων το ιερό καθήκον να τελεί εισέτι βαλής της Μέκκας και του Μοριά, ερευνώντας ενδελεχώς και διορθώνοντας την κατάσταση των καταραμένων λήσταρχων που βρίσκονται στο Ναύπλιο και την ενδοχώρα του, προηγουμένως αναχώρησε από το Ναβαρίνο και κατά μήκος της πορείας του κατέστρεψε κωμοπόλεις και χωριά. Εξακριβώθηκε από τις προφορικές δηλώσεις κάποιων γλωσσών (αιχμαλώτων) που συνελήφθησαν παρά τα Σάλωνα ολίγω πρότερον ότι αναχώρησε προς την κωμόπολη της Τριπολιτσάς, απ’ όπου έφυγε, ύστερα από την εγκατάλειψή της από τους απίστους που βρίσκονταν εντός της, καθώς δεν υπήρχε μέρος να οχυρωθεί. Κατόπιν τούτου, ο ρηθείς εξοχότατος, ως απαιτούσε η περίσταση, ξεκίνησε από την Τριπολιτσά και επέστρεψε και αναχώρησε εκ νέου για το Ναβαρίνο. Η επιστολή που έγραψε προς τους λήσταρχους του Ναυπλίου ο επάρατος Κολοκοτρώνης, η οποία αναφέρει με ποιόν τρόπο πολέμησε (ο βαλής) με αληθινή αφοσίωση στην τοποθεσία Τρίκορφα, έξω από την Τριπολιτσά, και πως νίκησε τον τρισκατάρατο αρχηγό των άτακτων ληστών, πέρασε με κάποιον πλάγιο τρόπο (μέσον) στα χέρια του Αυστριακού κομαντάντε, ο οποίος έδωσε ένα αντίγραφό της στον δούλο τού καπουντάν πασά κι εκείνος, με τη σειρά του, απέστειλε στο ταπεινό μου πρόσωπο το αντίγραφο της μετάφρασής του, για να υποβληθεί το περιεχόμενό του προς ενημέρωση στον ευεργέτη (σουλτάνο). Αυτό το αντίγραφο εσωκλείεται στη δουλική έκθεσή μου, που υποβάλλεται ενώπιον της αυτοκρατορικής υψηλότητάς του (του μεγάλου βεζίρη). Σύμφωνα με το περιεχόμενο της αναφερθείσας μετάφρασης, παρόλο που πλείστοι όσοι εξευτελισμένοι, άνευ ορίου κατατροπωμένοι και τραπέντες σε φυγή αντάρτες έφτασαν στον Άδη και αφανίστηκαν, ο προαναφερθείς εξοχότατος Ιμπραήμ Πασάς, για άγνωστο λόγο, δεν παρέμεινε στην Τριπολιτσά, αλλά οπισθοχώρησε πάλι προς το Ναβαρίνο. Μία ομάδα τεσσάρων χιλιάδων μιαρών ερπετών με πέντε-έξι καπεταναίους από τους Ρουμελιώτες αντάρτες, που βρίσκονταν στον Μοριά ως απαραίτητη δύναμη των απίστων, πέρασε προς τα Σάλωνα για να συνδράμει στο Μεσολόγγι. Εκεί προσχώρησε στους συγκεντρωμένους απίστους και, ένεκα τούτου, ως ασφαλώς συνάγεται από το περιεχόμενό της (της επιστολής), τρεις χιλιάδες άτομα αποσχίσθηκαν και, όπως δηλώθηκε στην άλλη έκθεσή μου, ήρθαν με τον καταχθόνιο σκοπό να πατήσουν τον αφοσιωμένο στρατό. Και πάλι οι προφορικές δηλώσεις των γλωσσών των ζωντανών συλληφθέντων από τους προαναφερθέντες απίστους εκφράζουν και μνημονεύουν ότι με τη δόξα του Υψίστου ηττήθηκαν και υποτάχθηκαν κατεστραμμένοι και μάλιστα ότι οι άπιστοι διακόμισαν τους τραυματισμένους και τους αρρώστους με κάποια από τα υπάρχοντά τους, που είχε αφήσει ο προαναφερόμενος (βαλής) στην Τριπολιτσά.

Αυτήν την ταπεινή αναφορά του δούλου σας πήρα το θάρρος να υποβάλω στον ηγεμονικό τόπο λήψης αποφάσεων επί σημαντικών ζητημάτων. Είθε ο Ύψιστος να επιτρέψει να μας τιμήσει άμα τη αφίξει της η εδραία εντολή και το πρόσταγμα, τα οποία ανήκουν σε εκείνον εξ ου η διαταγή (δηλ. εκείνον που η υψηλότητά του έχει το δικαίωμα να διατάζει)…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Κατασκοπία στην επαναστατημένη Πελοπόννησο;

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

«Αυτός ο προδότης δεν έπρεπε να επιζήσει από την απόπειρα της 21ης Ιουνίου». Αντιβενιζελισμός και γερμανική προπαγάνδα στην Ελλάδα του Εθνικού Διχασμού. Στράτος Δορδανάς στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Όταν τον Αύγουστο του 1914 εξερράγη ο Α΄Παγκόσμιος Πόλεμος η Ελλάδα βρισκόταν ένα βήμα πριν από έναν νέο πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, καθώς οι διαπραγματεύσεις για εκκρεμή εδαφικά ζητήματα δεν είχαν αποδώσει έως τότε καρπούς. Έναν ακριβώς χρόνο νωρίτερα η συνδιάσκεψη του Βουκουρεστίου (Αύγουστος 1913) είχε σφραγίσει επισήμως τους Βαλκανικούς Πολέμους και επισημοποιήσει τις αλλαγές συνόρων στα Βαλκάνια υπέρ των νικητών. Ως μια από τις νικήτριες χώρες, η Ελλάδα διπλασίασε τα εδάφη και τον πληθυσμό της, επεκτείνοντας – εκτός των άλλων περιοχών – την κυριαρχία της στη Μακεδονία, με την πρωτεύουσά της Θεσσαλονίκη. Σε σύντομο, επομένως, χρονικό διάστημα νικητές και ηττημένοι στα Βαλκάνια καλούνταν και πάλι να λάβουν σημαντικές αποφάσεις.

 

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος οι ηγέτες και οι αντιπροσωπείες των Βαλκανικών κρατών κατά τη στιγμή της υπογραφής της Συνθήκης του Βουκουρεστίου (1913). Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

Αυτή τη φορά, όμως, ο πόλεμος δεν διεξαγόταν στην περιφέρεια αλλά η σπίθα που είχε ανάψει από το Σαράγιεβο είχε επεκταθεί σταδιακά παντού στην Ευρώπη, εμπλέκοντας όλες τις Μεγάλες Δυνάμεις. Γρήγορα δε θα μετατρεπόταν από ευρωπαϊκή σύρραξη σε παγκόσμια. Έναντι, λοιπόν, των μεγάλων συνασπισμών ποια θα έπρεπε να είναι η θέση των μικρών χωρών, ακόμα και αν επέλεγαν να υιοθετήσουν επί του παρόντος στάση ουδετερότητας; Η είσοδος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών δύο μήνες αργότερα, φάνηκε πως διευκόλυνε την ελληνική θέση, η Ελλάδα εκ των πραγμάτων αναμενόταν να βρεθεί μετά την εξέλιξη αυτή στο ακριβώς αντίπαλο στρατόπεδο. Αλλά τα πράγματα αποδείχθηκε τελικά πως ήταν πολύ πιο περίπλοκα από όσο αρχικά φαινόταν.

Καταρχάς, η χώρα δεσμευόταν από τη συνθήκη συμμαχίας με τη Σερβία και την αντίστοιχη στρατιωτική σύμβαση του Ιουνίου 1913 που προέβλεπαν τη σύμπραξη των δύο χωρών σε περίπτωση βουλγαρικής επίθεσης ή επίθεσης από τρίτη δύναμη. Όπως γίνεται κατανοητό, μετά την επίθεση της Αυστροουγγαρίας εναντίον της Σερβίας, η Ελλάδα καλούταν να αποφασίσει αν θα έσπευδε σε βοήθειά της ή θα επέλεγε να παραμείνει θεατής της σύγκρουσης. Στο συγκεκριμένο ακριβώς ζήτημα ερμηνείας της συνθήκης καταγράφηκε η πρώτη διαφωνία μεταξύ του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και του βασιλιά Κωνσταντίνου. Ο μεν πρώτος θεωρούσε πως η χώρα θα έπρεπε να παραμείνει σε κατάσταση παροδικής ουδετερότητας αλλά σε περίπτωση βουλγαρικής επίθεσης εναντίον της Σερβίας να εξέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Από την άλλη, ο Κωνσταντίνος και ο στενός κύκλος των ανθρώπων του όχι μόνο υποστήριζαν τις ακριβώς αντίθετες θέσεις αλλά προχωρούσαν ένα βήμα παραπέρα: Για την Ελλάδα ήταν ευκαιρία να συνεργαστεί με τη Γερμανία, να συμμαχήσει με τη Βουλγαρία και να επιτεθούν από κοινού εναντίον της Σερβίας, αποκομίζοντας εδαφικά κέρδη μετά την πλήρη καταστροφή της.

Η εμπλοκή του γερμανικού παράγοντα υπήρξε αποφασιστικής σημασίας για την κατανόηση των ελληνικών πολιτικών εξελίξεων, που καθόρισαν και τη στάση της χώρας συνολικά έναντι των εμπολέμων. Εξίσου κρίσιμης σημασίας είναι η σκιαγράφηση της προσωπικότητας και των πολιτικών αντιλήψεων των δύο κύριων πρωταγωνιστών, του πρωθυπουργού και του βασιλιά. Ο Βενιζέλος αντιπροσώπευε τη νέα γενιά των πολιτικών αντρών που αναδύθηκαν στην κεντρική σκηνή, προωθώντας εκσυγχρονιστικά μοντέλα και μια νέα αντίληψη για τη διακυβέρνηση σε σχέση με τις έως τότε πρακτικές των παλαιών κομμάτων. Εκσυγχρονιστής, ρεαλιστής, κυνικός όπου χρειαζόταν, οραματιστής, οπαδός της βαλκανικής συνεννόησης και ταυτόχρονα της εθνικής εδαφικής ολοκλήρωσης, στενός σύμμαχος των εγγυητριών δυνάμεων της Αγγλίας και της Γαλλίας, ήρθε στην Αθήνα από την Κρήτη το 1910 και οδήγησε τη χώρα στους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, από την άλλη, σπούδασε στη φημισμένη στρατιωτική ακαδημία του Βερολίνου στα τέλη του 19ου αιώνα και γρήγορα υιοθέτησε πολλά από τα στοιχεία που χαρακτήριζαν τη γερμανική αυτοκρατορία. Θαυμαστής της γερμανικής οργάνωσης στο επίπεδο της κοινωνίας και του στρατού, ανέπτυξε μιλιταριστικές, αντικοινοβουλευτικές, συντηρητικές – απολυταρχικές απόψεις, τις οποίες προσπάθησε να εφαρμόσει όταν ανήλθε στο θρόνο. Ταυτόχρονα, νυμφευόμενος την αδελφή του Κάιζερ, Σοφία, απέκτησε και συγγενικές σχέσεις με τον οίκο των Χοεντσόλερν.

Η συνεργασία μεταξύ πρωθυπουργού και βασιλιά υπήρξε το πρώτο διάστημα επιτυχής και έφτασε στο αποκορύφωμά της κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Τερματίστηκε δε οριστικά όταν ξέσπασε ο «Μεγάλος Πόλεμος». Ο πρωθυπουργός ήταν σίγουρο πως αργά ή γρήγορα θα οδηγούσε την Ελλάδα στον πόλεμο ως σύμμαχος της Αντάντ, ενώ ο βασιλιάς δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να βρεθεί αντιμέτωπος με τη Γερμανία, που θαύμαζε και της οποίας τη νίκη ευχόταν.

Με βάση τις παραπάνω επισημάνσεις η έκρηξη του «Μεγάλου Πολέμου» έθεσε σε σκληρή δοκιμασία τις σχέσεις μεταξύ Βενιζέλου και βασιλιά, ιδιαίτερα από τη στιγμή που ο τελευταίος ξεκίνησε να αλληλογραφεί με τον Κάιζερ εν αγνοία της κυβέρνησής του. Στο πρώτο τηλεγράφημά του ο Γερμανός αυτοκράτορας ζητούσε από τον Κωνσταντίνο να σταθεί στο πλευρό του για να πολεμήσουν από κοινού τους Σλάβους στα Βαλκάνια. Στην απάντησή του ο Έλληνας μονάρχης αντιπρότεινε η Ελλάδα να παραμείνει ουδέτερη, καθώς λόγοι στρατηγικοί και γεωπολιτικοί δεν της επέτρεπαν να προσχωρήσει στην Τριπλή Συμμαχία. Η λύση αυτή στην πραγματικότητα ικανοποιούσε επίσης απολύτως το Βερολίνο, από τη στιγμή που άνοιγε ουσιαστικά τον δρόμο για τη στρατιωτική εμπλοκή της Βουλγαρίας στις επιχειρήσεις εναντίον της Σερβίας. Η ουδέτερη Ελλάδα, διαβεβαίωνε ο Κωνσταντίνος, δεν σκόπευε να βοηθήσει σε καμία περίπτωση τη Σερβία και από την άποψη αυτή πρόσφερε τις καλύτερες υπηρεσίες για την εκπλήρωση των γερμανικών σχεδίων στο βαλκανικό μέτωπο…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: «Αυτός ο προδότης δεν έπρεπε να επιζήσει από την απόπειρα της 21ης Ιουνίου».

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Από την παράδοση του οχυρού Ρούπελ στην κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης. Μια περιπτωσιολογική ανάλυση των αιτίων του Εθνικού Διχασμού. Διονύσιος Τσιριγώτης στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Η ερμηνευτική προσέγγιση των ιστορικών γεγονότων είναι μια πολυδιάστατη διανοητική διαδικασία η οποία οδηγεί ενίοτε σε ανταγωνιστικές – αντιθετικές και ενίοτε σε συμπληρωματικές εικόνες – αφηγήσεις, αντανακλώντας τον διαφορικό τρόπο κατανόησης ενός συγκεκριμένου ιστορικού – κοινωνικοπολιτικού φαινόμενου από τους εκάστοτε δρώντες – άτομο, ομάδα, οργανισμούς. Κατά τούτο, προ-επιτάσσεται η ορθή αξιολόγηση και η εκλεκτική επιλογή των ερευνητικών μεταβλητών, μέσα από ένα πολυσύνθετο φάσμα εμπειρικών πηγών και αποδεικτικών στοιχείων. Ειδικότερα στην παρούσα μελέτη η πολυπλοκότητα του φαινομένου είναι εναργής και αντικατοπτρίζεται στα διαφορετικά και πολλαπλά επίπεδα λειτουργίας του, τα οποία εναλλάσσονται – επαλλάσονται μεταξύ των ατομικών ιδιοσυγκρασιών, των συλλογικών πολιτικών παθών, των αντιμαχόμενων κοινωνικοπολιτικών ιδεολογιών, των ενδοπολιτειακών συνταγματικών παρεκτροπών που οξύνονται και οριοθετούνται από έξωθεν πολιτικο – στρατιωτικές επεμβάσεις. Δυνάμει των ανωτέρω, ο μεθοδολογικός στόχος της ανάλυσης που ακολουθεί είναι η διασύνδεση του ιστορικού αφηγήματος με μια θεωρητική, επεξηγηματική ερμηνεία, αναδεικνύοντας και αποκωδικοποιώντας τα αίτια των φαινομένων για την εξαγωγή αξιόπιστων πορισμάτων. Κατά μία άλλη διατύπωση, στην παρούσα μελέτη επιχειρείται η εξέταση – ερμηνεία των αξονικών αιτίων του Εθνικού Διχασμού, μέσα από μια εις βάθος περιπτωσιολογική ανάλυση της περιόδου 1914 – 1917, τόσο στο ενδοκρατικό κοινωνικοπολιτικό και στρατηγικό επίπεδο όσο και στο διακρατικό επίπεδο του διεθνούς συστήματος. Με αφετηρία την πολιτικοστρατηγική διαφωνία του Ε. Βενιζέλου με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, ως προς τη διαμορφωθείσα ελληνική υψηλή στρατηγική / πολιτική κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το προκείμενο της έρευνας δεν περιορίζεται μόνο στα φαινομενικά αίτια της κοινωνικοπολιτικής διαίρεσης του ελλαδικού ελληνισμού, όπως χαρακτηριστικά περιγράφονται από τον Έλληνα πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη, Κ. Σακελλαρόπουλο:

«Βάσις του κακού, ο διχασμός προέκυψε από τας δύο, εντός του 1915, συγκρούσεις του Βενιζέλου με τον βασιλέα Κωνσταντίνον και τας συνέπειαν αυτών παραιτήσεις του».

Τουναντίον, προεκτείνεται και στην καταγραφή της εσωτερικής λογικής που διέπει την εν λόγω πολιτικό-ιδεολογική αντιπαράθεση, η οποία εδράζεται στις θεμελιακές αφετηρίες του νεοελληνικού κράτους, και αποκρυσταλλώνεται στην αέναη διαμάχη για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας μεταξύ των δυνάμεων του παλαιοκομματισμού / φαυλοκρατίας και των δυνάμεων της εθνικής ανασυγκρότησης / αστικού εκσυγχρονισμού. Για τις πρώτες, ο στόχος του εν λόγω εγχειρήματος περιορίζεται στην οργάνωση και συντήρηση ενός μικρού, κομματικού – πελατειακού κράτους, μέσω της νομής του δημόσιου πλούτου για την ανάληψη και διατήρηση της εκτελεστικής εξουσίας. Για τις δεύτερες, ως θεμελιώδης πολιτικός στόχος ορίζεται η συστηματοποίηση του έργου της εθνικής κρατικής ανασυγκρότησης, παράλληλα με την επιζήτηση εξωτερικών διπλωματικών ερεισμάτων, για την επίτευξη του προτάγματος της εθνικής ολοκλήρωσης.

Υπό αυτό το πρίσμα, στις γραμμές που ακολουθούν επιχειρείται μια αξιολογικά ουδέτερη περιγραφή και ερμηνεία των αιτίων του εθνικού διχασμού μέσω της συνεξέτασης τριών αλληλοσυνυφαινόμενων επιπέδων ανάλυσης – ατομικό, ενδοκρατικό και διακρατικό. Η εν λόγω μέθοδος έρευνας, προκρίνεται λόγω της πολυδιάστατης φύσεως του ζητήματος και του αέναου χαρακτήρα του, απότοκη της εξωελληνικής διαδικασίας θέσμισης – συγκρότησης του νεοελληνικού κράτους. Αυτό γιατί, όπως και σε κάθε άλλο ερευνητικό εγχείρημα, είναι αναγκαίο ο μελετητής να προβαίνει στην ανάλυση – προσδιορισμό των συστατικών μερών του υπό εξέταση ζητήματος, με μεθοδολογικό στόχο την εξεύρεση των αξονικών αιτιών της εκάστοτε αιτιώδους σχέσης.

Ελευθέριος Βενιζέλος (Ποικίλη Στοά). Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Εκκινώντας από την ιστορική διαφωνία του Ε. Βενιζέλου με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, ως προς το ζήτημα του πολιτικοστρατηγικού προσανατολισμού της Ελλάδας κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, συνωθούμαστε, αβίαστα και απροβλημάτιστα, στην προφανή αιτία του Εθνικού Διχασμού, δηλαδή την αντιθετική κοσμοεικόνα των δύο ως προς την έννοια του εθνικού συμφέροντος. Πάραυτα, το πρώτο επίπεδο ανάλυσης, αν και περιορίζει τον αριθμό τον προς διερεύνηση μεταβλητών στο ατομικό επίπεδο, στα ανθρώπινα κίνητρα – ορμέμφυτα, δεν παρέχει την ικανή και αναγκαία κοσμοεικόνα (αιτιολόγηση) για μια παραδεκτή – αποδεκτή αιτιολόγηση και ερμηνεία μεταξύ αιτίου – αιτιατού.

Συγκεκριμένα το ερώτημα που τίθεται στο σημείο αυτό είναι εάν και σε ποιο βαθμό η διαπροσωπική αντίθεση μεταξύ πολιτικής και πολιτειακής ηγεσίας οδήγησε στην κοινωνικό – πολιτική διαίρεση και στην συνεπαγόμενη πόλωση του ελληνικού έθνους σε δύο αντίπαλα πολιτικά στρατόπεδα. Η αντίστροφα, η εσωτερική κοινωνικοπολιτική διαίρεση προηγείται της διαπροσωπικής διαφωνίας, με συνεπούμενο να προκαλεί και να οριοθετεί την εν λόγω έριδα. Με διαφορετική διατύπωση το ερώτημα τίθεται ως εξής: «Ήταν ο διχασμός ζήτημα σύγκρουσης προσωπικοτήτων, εκείνης του Βενιζέλου και του Βασιλιά και των κορυφαίων Βασιλικών ή οι αιτιολογικοί παράγοντες ήταν άλλες «βαθιές δυνάμεις»».

Εν τις πράγμασι, η προσωπική αντιπαράθεση Βενιζέλου – Κωνσταντίνου, η οποία ξεκινά κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού πολέμου και κορυφώνεται στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά την περίοδο 1915-1916, νοηματοδοτείται από τα διαφορετικά επίπεδα της πολιτικοστρατηγικής τους λειτουργίας. Η πολιτική σκέψη και πράξη του Ελευθερίου Βενιζέλου οριοθετείται με γνώμονα τον αντικειμενικό στόχο μιας λυσιτελούς υψηλής στρατηγικής, δηλαδή τη βέλτιστη δυνατή προάσπιση – προαγωγή των ιεραρχημένων – προσδιορισμένων εθνικών συμφερόντων εντός ενός ισορροπημένου, ως προς την κατανομή ισχύος, περιφερειακού συστήματος. Αντίστροφα, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος εμφορείται τόσο από την πολιτειακή, ως ανώτατου πολιτικού άρχοντα, όσο και από την στρατιωτική του ιδιότητα, ως αρχιστράτηγου. Το γεγονός αυτό καταδεικνύεται αφενός, με την συνταύτισή του με το Γενικό Επιτελείο στρατού, ως προς το ζήτημα της επιλεγείσας ελληνικής πολιτικής – στρατηγικής στην πρόσκληση της Αντάντ για συμμετοχή της Αθήνας στην εκστρατεία των Δαρδανελίων (Φεβρουάριος 1915) αιτιολογώντας την απόφασή του με βάση τη στρατιωτική αποτελεσματικότητα της εν λόγω επιχείρησης. Αφετέρου, τον Σεπτέμβριο του 1915, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος θα προδηλώσει την απόφασή του, ως αξίωση ισχύος, έναντι του Έλληνα πρωθυπουργού, να καταστεί ο κύριος και αποκλειστικός θεσμός στη διαδικασία επιλογής, διαμόρφωσης και εφαρμογής της ελληνικής υψηλής στρατηγικής, αιτιολογώντας την λόγω της ελέω Θεού μοναρχίας.

Στο πλαίσιο αυτής της συλλογιστικής δύναται να ερμηνευθούν και οι δύο παραιτήσεις του Έλληνα πρωθυπουργού, Ε. Βενιζέλου, με πολιτικό διακύβευμα την έξοδο ή μη της Ελλάδας στον πόλεμο παρά το πλευρό της Αντάντ.

Συγκεκριμένα, η πρώτη παραίτηση του Έλληνα πρωθυπουργού (στις 21 Φεβρουαρίου / 6 Μαρτίου 1915) ήταν απότοκη της άρνησης του βασιλιά Κωνσταντίνου, εδραζόμενος στην τοποθέτηση του Γενικού Επιτελείου, να μην αποδεχθεί την πρόταση του πρώτου, η οποία είχε ήδη εγκριθεί από το Συμβούλιο του Στέμματος, (στο οποίο μετείχαν πλην του Βενιζέλου και του Βασιλιά Κωνσταντίνου όλοι οι ζώντες πρώην πρωθυπουργοί – Ζαΐμης, Θεοτόκης, Δραγούμης, Ράλλης, Μαυρομιχάλης και ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, Β. Δούσμανης) για στρατιωτική συμμετοχή της Ελλάδας στην επιχείρηση της Αντάντ στα Δαρδανέλια και ουσιαστικά την έξοδο της χώρας στον πόλεμο. Συνακόλουθα, τέσσερις μήνες μετά την επανεκλογή του στο πρωθυπουργικό αξίωμα (στις εκλογές τις 31ης Μαΐου), ο Βενιζέλος θα εξαναγκασθεί σε δεύτερη παραίτηση (22 Σεπτεμβρίου / 5 Οκτωβρίου 1915) από τον βασιλιά Κωνσταντίνο, λόγω της μη έγκρισης της πολιτικής του επιλογής, (ήτοι την τήρηση της ελληνοσερβικής συνθήκης συμμαχίας) για σύμπραξη με τον ισχυρότερο πολιτικοστρατιωτικό συνασπισμό – Αντάντ, με αντικειμενικό στρατηγικό σκοπό την προάσπιση του εδαφικού καθεστώς στη Χερσόνησο του Αίμου, μέσω της ανάσχεσης της Βουλγαρίας…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Από την παράδοση του οχυρού Ρούπελ στην κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και ένας εμφύλιος που ονομάστηκε «Διχασμός». Γ. Β. Δερτιλής στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015. 


 

Η ανακοίνωση αυτή στηρίζεται σε ένα αφήγημα των γεγονότων της περιόδου 1914-1922. Το αφήγημα απευθύνεται πρωτίστως στο γενικό κοινό και όχι τόσο σε συναδέλφους που ήδη γνωρίζουν τα γεγονότα. Γι’ αυτό θα περιοριστώ σε μία και μόνη επεξηγηματική υποσημείωση.  Σε ένα κείμενο αναγκαστικά βραχύλογο που όμως φιλοδοξεί να καλύψει ένα θέμα ευρύτατο, η επίδειξη εμβρίθειας με παραπομπές και υποσημειώσεις θα ήταν περιττή.

Αφηγούμενος τα συμβάντα και συνδέοντάς τα συνεχώς με τη χρονολόγησή τους, ελπίζω να αναδείξω τα αίτιά τους και, επομένως, τα εξής ερμηνευτικά συμπεράσματα που ενδιαφέρουν και τους ιστορικούς.

Κωνσταντίνος Α΄, έργο του Philip de László (1868-1937) φιλοτεχνημένο τον Απρίλιο του 1914. Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Πρώτον, ότι στον «Διχασμό» οδήγησαν κυρίως εξωγενή «αιτιακά πλέγματα»: τα πολιτικά και οικονομικά διακυβεύματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και οι αντίστοιχες μεταβολές του γεωπολιτικού περιβάλλοντος της Ελλάδας πριν, κατά και μετά τον πόλεμο.

Δεύτερον, ότι η τεράστια σημασία των διακυβευμάτων του μεγάλου πολέμου τον κατέστησε έναν πόλεμο συνειδητής και δυνάμει ολοκληρωτικής εξόντωσης του αντιπάλου όπως μαρτυρεί η μαζική βιαιότητά του.

Τρίτον, ότι εφόσον οι ελληνικές επιδιώξεις στα Βαλκάνια και στην Ανατολή ήταν παράλληλες προς τις τοπικές επιδιώξεις ορισμένων Δυνάμεων αλλ’ αντίθετες προς επιδιώξεις άλλων, ήταν αναπόφευκτο να μεταφερθούν και στην Ελλάδα οι ιδιότητες του ολοκληρωτικού πολέμου. Με αυτές επρόκειτο να διεξαχθεί και ο «Διχασμός».

Γι’ αυτό άλλωστε, τέταρτον, ο λεγόμενος «Διχασμός» ήταν ουσιαστικώς ένας εμφύλιος πόλεμος που διήρκεσε εννέα χρόνια, οδήγησε σε μαζικούς διωγμούς, πολιτικές δολοφονίες και εκτελέσεις, άφησε χιλιάδες τραυματίες και νεκρούς, και μετά το 1922 επέφερε τέσσερις δικτατορίες και δεκατέσσερα στρατιωτικά κινήματα.

Στις 28 Ιουλίου 1914, η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Σερβίας. Στις 3 Αυγούστου, η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε διακηρύξει ένοπλη ουδετερότητα. Στα τέλη Οκτωβρίου, όμως, υπέγραψε με τη Γερμανία μια συμφωνία που στρεφόταν κατά της Ρωσίας. Η Ρωσία, η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία κήρυξαν πάραυτα τον πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στην Ελλάδα βασίλευε ο Κωνσταντίνος, σύζυγος της αδελφής του Κάιζερ, γερμανο-σπουδασμένος και θαυμαστής της γερμανικής πειθαρχίας και στρατιωτικής ισχύος. Το 1914, ενώ ενδομύχως επιθυμούσε συμμαχία με τη Γερμανία, ήταν υπέρ της ουδετερότητας· η οποία, με τα γεωπολιτικά δεδομένα των Βαλκανίων, θα ήταν ουσιαστικώς μια ευμενής ουδετερότητα υπέρ της Γερμανίας. Ενδομύχως, επιθυμούσε βεβαίως συμμαχία με τις λεγόμενες «Κεντρικές Δυνάμεις»: τις δύο αυτοκρατορίες, τη Γερμανική και την Αυστρο-Ουγγρική, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αυτά άλλωστε πίστευαν τόσο η Entente όσο και ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Ο πρωθυπουργός θεωρούσε επιπλέον τα ελληνικά συμφέροντα παράλληλα και συμπληρωματικά των βρετανικών. Ο ελληνικός στόλος καθιστούσε την Ελλάδα έναν δυνάμει σημαντικό σύμμαχο των Βρετανών. Αντιθέτως, αν η Ελλάδα συμμαχούσε με τους Γερμανούς, θα ήταν γι αυτούς δευτερεύων σύμμαχος σε σύγκριση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία· και ο ελληνικός στόλος θα ήταν εύκολος στόχος για το πανίσχυρο βρετανικό ναυτικό…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γ.Β.Δερτιλή πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο Α Παγκόσμιος Πόλεμος και ένας εμφύλιος που ονομάστηκε «Διχασμός»

 

 

Read Full Post »

Φανατισμός, δογματισμός, συγκρότηση ταυτότητας – Μια προσέγγιση στο λόγο των σχολικών εγχειριδίων – Χριστίνα Κουλούρη, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, τόμ. 18, Αθήνα, 1996.


 

Στις αρχές του αιώνα μας, σε κάποιο μονοτάξιο δημοτικό σχολείο του ελληνικού κράτους, ο μικρός μαθητής απηύθυνε την έξης ερώτηση στο δάσκαλό του: «Δάσκαλε κατά μας ήσανε οι Ρωμαίοι ή κατά τούς Τούρκους;». Πέρα από την αφέλεια και την έλλειψη γνώσεων που αποκαλύπτει η απορία του μαθητή, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εικόνα που έχει για το παρελθόν και την ιστορία τής Ελλάδας υπακούει σε μια μανιχαϊκή διάκριση ανάμεσα σε εμάς και τούς άλλους, τούς εχθρούς δηλαδή, πού ενσαρκώνονται εκείνη την εποχή ακόμη κατεξοχήν από τούς Τούρκους.

Ωστόσο, κατά πόσο η απλοϊκή διχαστική εικόνα του κόσμου – όπως στην περίπτωση του μικρού μαθητή – ενέχει στοιχεία φανατισμού είναι ένα ζήτημα πού χρήζει προκαταρκτικά κάποιων μεθοδολογικών και εννοιολογικών διασαφηνίσεων. Παρατηρείται, πράγματι, σε πολλές θεωρητικές και εμπειρικές προσεγγίσεις μια σύγχυση στην ορολογία πού χρησιμοποιείται αλλά και μια γενικευτική τάση έτσι ώστε να ενταχθούν στην ιδία αναλυτική κατηγορία φαινόμενα πού διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ τους. Στην περίπτωση του φανατισμού, πολλές παρανοήσεις προκύπτουν από τη σύγχυση των ορίων πού διακρίνουν συγκεκριμένες διαβαθμίσεις στη διαδικασία συγκρότησης τής ταυτότητας ατόμων ή ομάδων -από την απλή πίστη ή πεποίθηση στο δογματισμό και, στη συνέχεια, στο φανατισμό. Η μελέτη του λόγου των σχολικών εγχειριδίων είναι δυνατό να αποκαλύψει τα διαφορετικά αυτά στάδια τα οποία έχουμε την τάση να τα συμφύρουμε, ανάλογα μάλιστα με την ιδεολογική σκοπιά από την οποία ασκούμε κριτική. Η επιλογή του συγκεκριμένου παραδείγματος προς ανάλυση σημαίνει επίσης ότι θα πρέπει να συνυπολογίσουμε εξαρχής τα βασικά, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του είδους του αναλυόμενου λόγου, τα όποια αποτελούν συνάρτηση της φυσιογνωμίας των παραγωγών και των καταναλωτών του.

Αναγνωστικό του Ο.Ε.Σ.Β. του 1954 για την Ε’ τάξη του δημοτικού. Γ. Καλαματιανός, Θ. Γιαννόπουλος, Δ. Δούκας, Δ. Δεληπέτρος, Ν. Κοντόπουλος. Το αναγνωστικό αυτό επανεκδόθηκε το 1971, επί δικτατορίας.

Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση του περιεχομένου των σχολικών εγχειριδίων με κριτήριο το φανατισμό, είναι ίσως σκόπιμο να αναφέρουμε ότι σε κάποιες περιόδους της ελληνικής ιστορίας τα σχολικά εγχειρίδια υπήρξαν τα ίδια αντικείμενο φανατικής αντιμετώπισης. Παρουσιάστηκαν, λόγω του περιεχομένου τους, ως απειλή για το έθνος, για τη θρησκεία, για την οικογένεια, και η αντιμετώπισή τους υπήρξε αντίστοιχη του κινδύνου πού εκπροσωπούσαν: κάηκαν. Η φανατική πράξη της δια πυράς καταστροφής κάποιων βιβλίων είναι, όπως γνωρίζουμε, μια χειρονομία με διαχρονικό συμβολισμό. Στην περίπτωση της απόφασης, το 1920, να καταστραφούν τα βιβλία πού συντάχθηκαν σύμφωνα με τις αρχές του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, βρισκόμαστε στο κέντρο μιας ιδεολογικής και πολιτικής διαμάχης στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας, που πήρε τη μορφή του πραγματικού Διχασμού. Τα σχολικά βιβλία υπήρξαν μία από τις παραμέτρους αυτής της διαμάχης, όπου ο φανατισμός σφράγισε το λόγο και τις πράξεις των αντίπαλων μερίδων. Και κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν, εξάλλου, εξαιτίας της σημασίας που αποδόθηκε στον κοινωνικό και ιδεολογικό ρόλο του σχολικού θεσμού, τα σχολικά εγχειρίδια υπήρξαν συχνά αντικείμενο κριτικής και ιδεολογικής διεκδίκησης από όπου δεν έλειψαν οι φανατικές όψεις.

Για τη μελέτη του περιεχομένου των σχολικών εγχειριδίων, επέλεξα να διερευνήσω μια μακρά χρονική περίοδο, από τον 19ο αιώνα – στην ουσία από το 1880 και εξής – έως τα πρόσφατα χρόνια, δηλαδή τη Μεταπολίτευση. Χρησιμοποίησα ένα δείγμα εγχειριδίων, εντελώς τυχαίο, κυρίως του δημοτικού σχολείου και κατεξοχήν αναγνωστικά και βιβλία ιστορίας. Η επιλογή κατευθύνθηκε πάντως από τη μέριμνα να περιληφθούν βιβλία από όλες τις περιόδους πού μπορεί να διακρίνει κάποιος στο εσωτερικό αυτού του μεγάλου ερευνητικού αναπτύγματος και μάλιστα από εποχές κρίσεων, εθνικών και πολιτικών, όταν φαίνεται πώς παρατηρούνται κατά κανόνα εντονότερες και πυκνότερες εκδηλώσεις φανατισμού.

Τα σχολικά βιβλία βεβαίως δεν επιθυμούν να είναι φανατικά. Το σχολικό εγχειρίδιο, προορισμένο να μεταδώσει στις νεότερες γενεές το σύνολο των βασικών γνώσεων και τις κυρίαρχες για την εκάστοτε εποχή αξίες, υιοθετεί ένα λόγο «αντικειμενικό» και ουδέτερο πού επιβεβαιώνει το κύρος του ως vulgata της γνώσης. Από την άλλη μεριά όμως, το γεγονός ότι στην Ελλάδα το σχολικό εγχειρίδιο υπήρξε κατά κανόνα κρατικό μονοπώλιο προσέφερε στις κοινωνικές και πολιτικές ομάδες πού έλεγχαν κάθε φορά την κεντρική εξουσία μια μοναδική ευκαιρία αποτελεσματικής προπαγάνδας. Με την κρατική έγκριση, οι συγγραφείς των εγχειριδίων μπορούσαν συνεπώς να μεταδώσουν θετικές ή αρνητικές εικόνες, να ορίσουν εχθρούς και φίλους, να καλέσουν σε συναισθηματική ταύτιση τους μαθητές, μέσω ενός λόγου όχι πλέον ουδέτερου άλλα συγκινησιακά φορτισμένου. Σε παρόμοιες αποστροφές, όπου κυριαρχεί το συγκινησιακό στοιχείο, είναι δυνατό να ανιχνεύσουμε εκδηλώσεις φανατισμού.

Οι εκδηλώσεις αυτές θα πρέπει πάντως να αναλυθούν με βάση κάποιους πρωταρχικούς ορισμούς, εφόσον δηλαδή διευκρινίσουμε τί διακρίνει τη φανατική στάση και συμπεριφορά. Είναι άλλωστε δύσκολο να αποφύγουμε την αξιολογική κρίση απέναντι σε παρόμοιες στάσεις, δεδομένου ότι ο ορισμός του φανατισμού γίνεται πάντα σε σχέση με κάποιον «κανόνα», μια «κανονικότητα» από την οποία παρατηρείται απόκλιση. Πότε κάποιος διαβαίνει το κατώφλι της «κανονικότητας» για να χαρακτηρισθεί ως φανατικός είναι ένα ερώτημα το οποίο δύσκολα απαντάται, δεδομένης και της πρωτεϊκής φυσιογνωμίας του φανατισμού.

Θα επιδιώξω ωστόσο να καθορίσω κάποια γενικά χαρακτηριστικά τα όποια, εφόσον ανευρεθούν σε ένα κείμενο, μπορούν να εκλαμβάνονται ως ενδείξεις φανατικής στάσης, θα μπορούσαμε πράγματι να ορίσουμε το φανατισμό ως «μια πνευματική κατάσταση, μια νοοτροπία που συναποτελείται από μισαλλοδοξία, μίσος, επιθετικότητα απέναντι στον υποτιθέμενο εχθρό, καθώς και δικαιολογίες γι’ αυτή την επιθετικότητα στο όνομα μιας ιδέας πού κατέστη σημαντικότερη από κάθε άλλη, και από κάθε άλλον – φίλους, οικογένεια, ή όποιον άλλο θα μπορούσαμε να αγαπάμε». Ο φανατισμός περιέχει την «απόλυτη, αποκλειστική, παθιασμένη, ζηλόφθονη και τυφλή προσκόλληση στο αντικείμενο της λατρείας, μαζί με την απώθηση για οτιδήποτε είναι είτε ξένο είτε αντίθετο προς αυτό το αντικείμενο».

Στην περίπτωση των σχολικών εγχειριδίων έχουμε να κάνουμε με μία από τις όψεις του φανατισμού, αυτή πού θα ορίζαμε με μια φράση «εθνικιστικό φανατισμό». Αυτή η μορφή φανατισμού σχετίζεται με τη λατρεία της πατρίδας και ονομάζεται συνήθως σωβινισμός. Ο σωβινισμός θεωρείται η «πιο ακραία, η πιο παράλογη, ή πιο επικίνδυνη μορφή» του εθνικισμού. Πρόκειται για ένα «στενό και φιλέκδικο πάθος για την πατρίδα, γεμάτο από φιλοπόλεμη διάθεση απέναντι σε κάθε τι ξένο». Στην περίπτωση του σωβινισμού, σύμφωνα με τον ορισμό που δώσαμε προηγουμένως για το φανατισμό, αντικείμενο λατρείας είναι η πατρίδα ή το έθνος και στο όνομα της εθνικής ιδέας δικαιολογείται όχι μόνο η έλλειψη ανοχής ή η έμμεση απόρριψη του «άλλου» αλλά και η επιθετικότητα απέναντι στον υποτιθέμενο εχθρό η οποία είναι δυνατό να εκφράζεται ακόμη και με πράξεις βίας. Το έθνος ενσαρκώνει τη μοναδική αλήθεια, εκείνη πού επιτρέπει τη μανιχαϊκή διάκριση σε καλό και σε κακό και την επακόλουθη έως αναγκαία κατασκευή των εχθρών. Οι εχθροί αυτοί εμφανίζονται να απειλούν την ύπαρξη του έθνους και την ασφάλεια της πατρίδας, έτσι πού να θεωρείται απόλυτα δικαιολογημένη η ξενόφοβη βία.

Η απειλή για το έθνος δεν προέρχεται πάντα από τον εθνικό «άλλο», παρόλο που αυτό αποτελεί τον κανόνα. Η απειλή μπορεί να είναι εσωτερική, να προέρχεται δηλαδή από τους κόλπους του ίδιου έθνους και να αποδίδεται στον κοινωνικό και πολιτικό «άλλο». Αυτό, στην ελληνική περίπτωση, είναι ιδιαιτέρως προφανές κατά τη μετεμφυλιακή περίοδο και με κορύφωση την εποχή της δικτατορίας.

Η επιθετικότητα, το μίσος και ο θυμός απέναντι στον εκάστοτε «άλλο» συνδυάζονται συχνά, στο πλαίσιο της φανατικής ιδεολογίας, με την παθολογική διόγκωση της συλλογικής αυτο-εικόνας και τις μεγαλομανείς επιδιώξεις. Πρόκειται για επιδιώξεις πού οι φανατικοί φορείς τους επιθυμούν να τις πραγματοποιήσουν έξω από τα όρια της πραγματικότητας, την οποία πραγματικότητα επιπλέον τις περισσότερες φορές αγνοούν ή παραβλέπουν. Οι αλυτρωτικές ιδεολογίες, όπως κάποιες εκφάνσεις της Μεγάλης Ιδέας για παράδειγμα, εγκλείουν παρόμοιες μεγάλο μανιακές πτυχές. Αυτές οι φανατικές, μεγαλομανιακές, ιδέες είναι – σε αναλογία με τον όρισμα που δίνει ο Freud για τα δόγματα – «ψευδαισθήσεις, πού εκπληρώνουν τις πιο παλιές, τις πιο ισχυρές και τις πιο επείγουσες επιθυμίες της ανθρωπότητας. Το μυστικό της ισχύος τους βρίσκεται στην ισχύ αυτών των επιθυμιών».

Η μελέτη των σχολικών εγχειριδίων μπορεί να αποκαλύψει πολλές από τις φανατικές πτυχές της κυρίαρχης ιδεολογίας: την επιθετικότητα και την ενθάρρυνση πράξεων βίας απέναντι στον «άλλο», τη μεγαλομανιακή προβολή του εθνικού «εγώ», τη μανιχαϊκή αντίληψη της πραγματικότητας, την ανάδειξη του έθνους σε απόλυτη και υπερβατική αξία και σε αντικείμενο λατρείας. Η ανεύρεση παρόμοιων στοιχείων σε σχολικά κείμενα αποκτά πρόσθετη σημασία αν αναλογισθούμε ότι διαβάζονται από το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού  – ιδιαίτερα όσα ανήκουν στην υποχρεωτική εκπαίδευση – κι επομένως η εμβέλειά τους είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη οποιουδήποτε προπαγανδιστικού κειμένου…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της μελέτης της κυρίας Χριστίνας Κουλούρη  πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φανατισμός, δογματισμός, συγκρότηση ταυτότητας – Μια προσέγγιση στο λόγο των σχολικών εγχειριδίων.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ο «χρηστός πολιτευτής» Φίλιππος Π. Βάρβογλης © Σοφία Μπελόκα, Δρ. Ιστορίας


 

Μετά το 1862 και τη μεταβολή του πολιτικού τοπίου στο ελληνικό κράτος, την κατάρτιση του νέου συντάγματος καθώς και του νέου εκλογικού νόμου, διαμορφώθηκαν διαφορετικές συνθήκες θεσμικής οργάνωσης, νέοι όροι λειτουργίας στην πολιτική ζωή του τόπου και στο πεδίο του διευρυμένου πλέον κοινοβουλευτικού θεσμού, στη βάση σύνθετων, διεθνών συσχετισμών ισχύος και πιεστικών εσωτερικών θεμάτων. Στο πλαίσιο μεταβολής του ελληνικού πολιτικού συστήματος και του κύριου αντιπροσωπευτικού οργάνου του, νέα πρόσωπα αναδείχθηκαν στην εσωτερική πολιτική ζωή. Σε μια από τις σημαντικές περιοχές της ενδοχώρας, την Αρκαδία, πολιτευτές που εξέφραζαν μια νέα δυναμική αναδείχθηκαν σε σημαντικούς παράγοντες, με επιρροή που ξεπερνούσε τα όρια της ιδιαίτερης πατρίδας τους.

 

Φίλιππος Βάρβογλης (1835-1907), τσιγκογραφία. Πηγή: Πανδέκτης.

Ο Φίλιππος Βάρβογλης γεννήθηκε το 1835 στην Τρίπολη Αρκαδίας και σπούδασε νομικά [1]. Προερχόταν από επιφανή και δημοφιλή οικογένεια της πόλης, μέλη της οποίας έλαβαν ενεργά μέρος στον αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας καθώς και στον πολιτικό βίο του τόπου, εκπροσωπώντας επανειλημμένα την περιοχή τους. Ο πατέρας του, Παναγιώτης Βάρβογλης [2], γεννήθηκε το 1799 στην Τρίπολη. Σπούδασε νομικά, μαθηματικά και ιατρική. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και με την έναρξη της ελληνικής επανάστασης δραστηριοποιήθηκε έντονα, διαδραματίζοντας σημαντικό ρόλο στην προπαρασκευή, στην οργάνωση των επιχειρήσεων στην επαρχία της Τρίπολης. Κατά την καποδιστριακή περίοδο του προσφέρθηκαν σημαντικές θέσεις. Κατά την πρώιμη οθωνική περίοδο σταδιοδρόμησε στον δικαστικό κλάδο. Στη συνέχεια στράφηκε στη δικηγορία αλλά και στην πολιτική. Αναδείχθηκε επανειλημμένα βουλευτής της περιφέρειάς του. Διετέλεσε επίσης υπουργός σε πολλά κυβερνητικά σχήματα της οθωνικής εποχής. Απεβίωσε το 1870. Ο παππούς του Φιλίππου, Γεώργιος Βάρβογλης [3], προερχόταν από εύπορη οικογένεια εμπόρων. Μέλη της είχαν εγκατασταθεί στην Τρίπολη από την προεπαναστατική περίοδο και έλαβαν ενεργά μέρος στην ελληνική επανάσταση του 1821. Ο Γεώργιος εγκαταστάθηκε επίσης στην αρκαδική πρωτεύουσα, όπου αναδείχθηκε προεστός και βεκίλης. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και στο πλαίσιο της προπαρασκευής του αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας δραστηριοποιήθηκε έντονα στην επαρχία της Τρίπολης. Συνελήφθη και φυλακίστηκε από τις οθωμανικές αρχές μαζί με άλλους αρχιερείς και προύχοντες. Κατόρθωσε να διαφύγει και στη συνέχεια διαδραμάτισε σημαντικό οργανωτικό, διοικητικό, πολιτικό ρόλο (τόσο στο πλαίσιο των ευρύτερων, κρίσιμων εξελίξεων όσο και σε επίπεδο αντιπροσώπευσης των κατοίκων της επαρχίας του) έως τον θάνατό του (το 1826). Εξαιρετικά δημοφιλής φαίνεται ότι υπήρξε και ο εγγονός του, Φίλιππος Βάρβογλης. Είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη των συμπολιτών του στην αστική κοινότητα της Τρίπολης. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά σε σύγχρονη της εποχής πηγή που αποτυπώνει την πορεία του «Η πόρτα της οικίας του Φιλίππου Βάρβογλη είναι ανοικτή εις πάντας˙ οι αδικούμενοι ευρίσκουσιν εκεί νόμιμον προστασίαν και παραμυθίαν, ουδείς δε ποτέ επένθησεν εξ αιτίας του» [4].

Η δημοτικότητά του αποδείχθηκε και στο πλαίσιο της μακράς πολιτικής σταδιοδρομίας του. Ειδικότερα, από το 1865 έως τον θάνατό του αναδείχθηκε δώδεκα φορές βουλευτής της εκλογικής περιφέρειας της Τρίπολης, της επαρχίας Μαντινείας, συχνότητα που αντανακλά την εμπιστοσύνη, την υποστήριξη των κατοίκων της ιδιαίτερης πατρίδας του αλλά και της ευρύτερης επαρχίας, της αρκαδικής περιοχής προς το πρόσωπό του. Ειδικότερα, υπηρέτησε κατά την τέταρτη κοινοβουλευτική περίοδο (26 Φεβρουαρίου 1872-29 Νοεμβρίου 1872), κατά την πέμπτη (27 Ιανουαρίου 1873-26 Απριλίου 1874), την έβδομη (18 Ιουλίου 1875-17 Ιουλίου 1879), την ένατη (20 Δεκεμβρίου 1881-11 Φεβρουαρίου 1885), κατά τη δέκατη περίοδο (7 Απριλίου 1885-6 Νοεμβρίου 1886), την ενδέκατη (4 Ιανουαρίου 1887-17 Αυγούστου 1890), τη δωδέκατη (14 Οκτωβρίου 1890-12 Μαρτίου 1892), τη δέκατη τρίτη (3 Μαΐου 1892-20 Φεβρουαρίου 1895), τη δέκατη τέταρτη (16 Απριλίου 1895-9 Δεκεμβρίου 1898), τη δέκατη πέμπτη (7 Φεβρουαρίου 1899-19 Σεπτεμβρίου 1902), τη δέκατη έβδομη (20 Φεβρουαρίου 1905-1 Φεβρουαρίου 1906) και τη δέκατη όγδοη (από τις 26 Μαρτίου 1906 έως τον θάνατό του) [5].

Σχετικά με τον πολιτικό προσανατολισμό και την κομματική ένταξή του [6] κατά τη μακρά πορεία του εκτιμάται ότι, ως βουλευτής, αρχικά ακολούθησε τον Δημήτριο Βούλγαρη. Μετά τον θάνατο του τελευταίου εντάχθηκε στην πολιτική μερίδα του Θεόδωρου Π. Δηλιγιάννη [7], ο οποίος φαίνεται ότι τον εκτιμούσε ιδιαίτερα. Ο Φίλιππος συμπορευόταν σταθερά με τον Γορτύνιο πολιτικό, ως ένας από τους παλαιότερους φίλους και υποστηρικτές του. Η παρουσία του, η δραστηριότητά του αναφορικά με την εκπροσώπηση των κατοίκων της επαρχίας του, της εκλογικής περιφέρειας της Τρίπολης, αποτιμάται θετικά από την κοινότητα, από την τοπική κοινή γνώμη. Σύμφωνα με καταγραφές της εποχής [8], ο Φίλιππος εκτιμάται ότι φρόντισε ιδιαίτερα για την ίδρυση δημοτικών σχολείων αρρένων στην επαρχία. Ενίσχυσε επίσης τη σύσταση σχολείων θηλέων σε πολλούς δήμους της περιφέρειάς του, της επαρχίας Μαντινείας. Ενθάρρυνε επίσης και την ίδρυση σχολείων μέσης εκπαίδευσης στην ίδια περιοχή. Επιπλέον, δραστηριοποιήθηκε δυναμικά στο πεδίο της πραγματοποίησης υποδομών σημασίας. Συνέβαλε στην αναβάθμιση του οδικού δικτύου, στην υλοποίηση εγγειοβελτιωτικών έργων, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες σε επίπεδο καλλιεργειών και ορθολογικής διαχείρισης των πόρων στην περιοχή. Ενδιαφέρθηκε ακόμα για τη μείωση της επαχθούς φορολογίας που έπληττε την παραγωγή της επαρχίας και ανέκοπτε την αναπτυξιακή πορεία, τη δυναμική της.

Επισημάνεται ότι ο Φίλιππος Βάρβογλης διαδραμάτισε υπολογίσιμο ρόλο στο κοινοβουλευτικό πεδίο της εποχής υπηρετώντας και σε άλλη θέση. Η βουλή αποτέλεσε βασικό θεσμό της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και ειδικά μετά το 1862 απέκτησε ενισχυμένο ρόλο στον πολιτικό βίο του τόπου. Ο ρόλος του προεδρείου του σώματος υπήρξε σημαντικός αναφορικά με θέματα που σχετίζονταν με την οργάνωση του διαλόγου, τη διευθέτηση των προς συζήτηση θεμάτων. Στην επιλογή του επικεφαλής, του προέδρου της βουλής, συνήθως βάρυνε η πρόταση του κόμματος που διέθετε την πλειοψηφία. Το προεδρείο του κοινοβουλευτικού σώματος απαρτιζόταν από τον πρόεδρο και άλλα μέλη, τους αντιπροέδρους, τους γραμματείς. Σύμφωνα με το πλαίσιο οργάνωσης  και λειτουργίας της βουλής (όπως καθοριζόταν από το άρθρο 74 του συντάγματος του 1864), κατά την έναρξη κάθε βουλευτικής περιόδου  η  βουλή προχωρούσε στην εκλογή των προσώπων, των βουλευτών που θα συγκροτούσαν το προεδρείο της [9]. Το προεδρείο διηύθυνε τις εργασίες του σώματος και η θητεία των μελών του διαρκούσε όσο και η βουλευτική σύνοδος.

Ο Φίλιππος Βάρβογλης αναδείχθηκε επανειλημμένα γραμματέας του προεδρείου της βουλής. Επισημαίνεται ότι κατόρθωσε να εκλεγεί σε αυτή τη θέση στο πλαίσιο μιας εξαιρετικά ρευστής περιόδου εσωτερικής, εξωτερικής πολιτικής αστάθειας και διάχυτης έντασης. Ο Φίλιππος ουσιαστικά επιδόθηκε στην πολιτική από το 1872. Επισημαίνεται ότι η περίοδος βασιλείας του Γεωργίου Α΄ εγκαινιάζει μια νέα εποχή για την πραγματικότητα και την πορεία του ελληνικού κράτους. Ειδικά μετά το 1864, κατά την πρώτη περίοδο εφαρμογής του νέου συντάγματος, η εσωτερική πολιτική ζωή προσδιορίζεται κυρίως από διακριτές μεταβολές, ενδιαφέρουσες πρωτοβουλίες και ποικίλες μεταρρυθμίσεις σε επίπεδο κατανομής και διαχείρισης της εξουσίας, από νέες συσπειρώσεις, νέες παρουσίες, από τις παρεμβάσεις του μονάρχη και των ισχυρών δυνάμεων της εποχής [10]. Η προσαρμογή στις νέες συνθήκες δεν υπήρξε εύκολη. Η πολιτική ένταση, η αστάθεια που χαρακτήρισε την πορεία του ελληνικού κράτους κατά το εν λόγω χρονικό ανάπτυγμα, κορυφώθηκε από το 1871, με ζητήματα που σχετίζονταν με τη συνταγματική νομιμότητα, τη συμμετοχή, τη λειτουργία των αντιπροσωπευτικών θεσμών να κυριαρχούν, στο πλαίσιο ιδιαίτερων κοινωνικών, οικονομικών, πολιτισμικών, ιδεολογικών μετασχηματισμών.

Σε αυτό το πλαίσιο, κατά το 1872 και υπό το κυβερνητικό σχήμα με επικεφαλής τον Δημήτριο Βούλγαρη, πρόεδρος της βουλής αναδείχθηκε ο Σπυρίδων Μήλιος [11]. Αν και το εν λόγω σχήμα εδραζόταν σε ισχυρή πλειοψηφία, λόγω παρεμβάσεων του μονάρχη, παραιτήθηκε τον Ιούλιο του  ίδιου έτους. Νέες εκλογές προκηρύχθηκαν από τη νέα κυβέρνηση για το 1873. Ο Φίλιππος εκλέχθηκε για πρώτη φορά γραμματέας του προεδρείου της βουλής στις 11 Μαΐου 1873 [12], όταν επικεφαλής της κυβέρνησης τέθηκε ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης και πρόεδρος της βουλής ορίστηκε ο Ιωάννης Ν. Δελιγιάννης [13]. Ακολούθησε η εναλλαγή ποικίλων, βραχύβιων κυβερνητικών σχημάτων στην εξουσία. Η ανάθεση του σχηματισμού κυβέρνησης στον Χαρίλαο Τρικούπη κατά το 1875 οδήγησε στην ανανέωση του κοινοβουλευτικού σώματος. Τη δεύτερη φορά που ο Φίλιππος εκλέχθηκε γραμματέας του προεδρείου (στις 9 Οκτωβρίου 1875) [14], ως επικεφαλής του σώματος υπηρετούσε ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, κοινός υποψήφιος της αντιπολίτευσης [15]. Στο διάδοχο κυβερνητικό σχήμα με τον τελευταίο πλέον στη θέση του πρωθυπουργού, ο Φίλιππος εκλέχθηκε για τρίτη φορά γραμματέας της βουλής (στις 5 Οκτωβρίου 1876) [16], υπό την προεδρία του Θρασύβουλου Ζαΐμη [17]. Η τοποθέτησή του σε αυτή τη θέση, στο πλαίσιο αλλεπάλληλων κυβερνητικών σχημάτων, καταδεικνύει τη δημοτικότητά του και την εμπιστοσύνη που είχε καλλιεργηθεί προς το πρόσωπό του, εκ μέρους του ευρύτερου πολιτικού κόσμου του τόπου. Σημειώνεται ότι και πριν τη διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών του 1895, ο Φίλιππος προτάθηκε από τον αρχηγό του «εθνικού κόμματος» Θεόδωρο Δηλιγιάννη ως υποψήφιος πρόεδρος της βουλής [18].

Ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης εξέφρασε την εμπιστοσύνη του προς τον παλαιό φίλο και υποστηρικτή  του και στο πλαίσιο της μεγάλης νίκης του κατά το 1895. Πρόκειται για μια εποχή [19] κατά την οποία κορυφώνονται οι ποικίλες προσπάθειες που προσανατολίζονταν προς τη μεταβολή της εσωτερικής, θεσμικής, πολιτικής, δημοσιονομικής πραγματικότητας, στη βάση περιορισμένων υλικών δυνατοτήτων, κυριαρχίας του δικομματισμού και των συνθετών συνθηκών που άρχισαν να επικρατούν στα Βαλκάνια, στην Ευρώπη. Αξίζει να σημειωθεί ότι το «εθνικό κόμμα» του Θεόδωρου Δηλιγιάννη εξέφραζε εν πολλοίς πιο συντηρητικές, μετριοπαθείς θέσεις σχετικά με την ανασυγκρότηση του κράτους και τις επιλογές σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής [20]. Ο Θεόδωρος αναδείχθηκε θριαμβευτικά νικητής της μεγάλης εκλογικής αναμέτρησης σε επίπεδο βουλευτικών εκλογών, που διεξήχθη στις 16 Απριλίου 1895. Στο νέο κυβερνητικό σχήμα ο ίδιος (εκτός από την πρωθυπουργία) διατήρησε και το υπουργείο των οικονομικών. Στη θέση του υπουργού δικαιοσύνης [21] τοποθετήθηκε ο Φίλιππος Βάρβογλης, τρίτος εκπρόσωπος της οικογένειας που κατέλαβε το εν λόγω αξίωμα. Οι κάτοικοι της Τρίπολης φαίνεται ότι υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό την είδηση. Ο τοπικός τύπος πανηγυρίζει για την ανάληψη του υπουργείου δικαιοσύνης από τον βουλευτή Μαντινείας Φίλιππο Βάρβογλη. Εκτιμάται ότι ο αρχηγός του «εθνικού κόμματος» στράφηκε προς υποστηρικτές του, που δεν ήταν απλώς ικανοί κοινοβουλευτικοί ρήτορες. Επέλεξε προσωπικότητες που παρέμεναν πιστές σε παραδοσιακές αρχές και αξίες, άνδρες αφοσιωμένους στους κατοίκους των επαρχιών που αντιπροσώπευαν. Αναφορικά με την εκλογή του Φ. Βάρβογλη σημειώνεται χαρακτηριστικά ότι ο Θ. Δηλιγιάννης «ειδικώς δε προκειμένου περί του υπουργείου της Δικαιοσύνης εξέλεξεν εκ των φίλων του εκείνον, ον φίλοι και εχθροί απ’ αυτού του βήματος του κοινοβουλίου ανακηρύττουσιν ως χαρακτήρα εντιμότατον και χρηστότατον, και του οποίου το πολιτικόν στάδιον διακρίνουσι η ακεραιότης, η ειλικρίνεια και το μειλίχιον ηνωμένου μετά του αυστηρού» [22]. Τον διορισμό του σε αυτή τη θέση χαιρετίζουν και δημοσιεύματα του αθηναϊκού τύπου. Σημειώνεται ότι ύστερα από τον παππού του (Γεώργιο) και τον πατέρα του (Παναγιώτη), υπήρξε το τρίτο μέλος της οικογένειας Βάρβογλη που υπηρέτησε σε αυτή τη σημαντική θέση. Ο επικεφαλής της κυβέρνησης ενδιαφέρθηκε να προσανατολιστεί προς μια μετριοπαθή πολιτική, τόσο σε εσωτερικό όσο και σε εξωτερικό επίπεδο, δίνοντας έμφαση σε εκκρεμή ζητήματα εθνικής σημασίας, κυρίως πολιτικού και οικονομικού χαρακτήρα. Ωστόσο, συνθήκες όπως η τεταμένη ατμόσφαιρα και η σύνθετη πραγματικότητα που επικρατούσε στο πεδίο διευθέτησης του ανατολικού ζητήματος, ουσιαστικά τον υποχρέωσαν να εμπλακεί σε πολεμικές επιχειρήσεις [23] με την οθωμανικό κράτος κατά το 1897. Η έκβαση του εν λόγω εγχειρήματος οδήγησε (ύστερα από βασιλική παρέμβαση) στην αντικατάσταση του κυβερνητικού σχήματος, κατά τον Απρίλιο του ίδιου έτους. Στις 18 Απριλίου 1897 ο Φίλιππος Βάρβογλης παραιτήθηκε από τη θέση του υπουργού δικαιοσύνης [24].

Ο Φίλιππος Π. Βάρβογλης απεβίωσε το 1907 στην Αθήνα [25], σε ηλικία εβδομήντα δύο ετών. Υπήρξε γόνος μιας από τις επιφανείς οικογένειες της Τρίπολης, ανέπτυξε δυναμική δραστηριότητα στον πολιτικό βίο της χώρας κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Συνέβαλε τόσο στη διευθέτηση ζητημάτων ευρύτερης σημασίας όσο και στη βελτίωση των όρων διαβίωσης στην κοινότητα της αρκαδικής πρωτεύουσας και της ευρύτερης περιοχής της, που αντιμετώπιζε ποικίλες δυσχέρειες και επί μακρόν τον όριζε εκπρόσωπό της, μέλος της εθνικής αντιπροσωπείας. Καθώς αναδείχθηκε ένας από τους πιο δημοφιλείς πολιτευτές της περιοχής του, εκλέχθηκε δώδεκα φορές βουλευτής της εκλογικής περιφέρειας της Τρίπολης, υπηρέτησε τρεις φορές ως γραμματέας του προεδρείου της βουλής και ανέλαβε καθήκοντα ως υπουργός δικαιοσύνης, παραμένοντας επί μακρόν ένας από τους έμπιστους υποστηρικτές του Θεόδωρου Δηλιγιάννη. Σε μια εποχή κρίσιμων εξελίξεων και μετασχηματισμών, έξαρσης των κομματικών παθών και διάχυτης πολιτικής έντασης, επαινέθηκε για τον μετριοπαθή και ακέραιο χαρακτήρα του.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν, τόμος Ε΄, έκδοσις της εγκυκλοπαιδικής επιθεωρήσεως «ΗΛΙΟΣ», Αθήνα, χ. χ., σ. 555˙ Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica, τόμος 13ος, Αθήνα 1994, σ. 293˙ Παύλου Δρανδάκη, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 16ος, έκδοσις δευτέρα, χ. χ, χ. τ., σ. 685˙ Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 5 (8 Μαρτίου 1895)

[2] Σοφία Μπελόκα, Η  πόλη της Τρίπολης 1828-1862: Διοικητική, δημογραφική, πολιτική, κοινωνική και οικονομική εξέλιξη, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Διδακτορική διατριβή, Αθήνα 2017, σ. 281-283, 294-296.

[3] Σοφία Μπελόκα, ό. π., σ. 281, υποσημείωση 6.

[4] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 5 (8 Μαρτίου 1895)

[5] Μητρώο Πληρεξουσίων, Γερουσιαστών και Βουλευτών 1822-1935, Βουλή των Ελλήνων, Διεύθυνση Διοικητικού, Τμήμα Μητρώου Βουλευτών, Αθήνα 1986, σ. 94-95.

[6] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 19 (9 Ιουνίου 1895)

[7] Ο Θεόδωρος Π. Δηλιγιάννης υπήρξε ένας από τους πρωταγωνιστές της ελληνικής πολιτικής ζωής κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα. Προερχόταν από επιφανή αρκαδική οικογένεια προκρίτων, μέλη της οποίας έλαβαν ενεργά μέρος στον αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας. Σπούδασε νομικά και έως το τέλος της οθωνικής εποχής υπηρέτησε σε διοικητικές θέσεις. Κατά την περίοδο βασιλείας του Γεωργίου Α΄ ανέπτυξε δυναμική δραστηριότητα στο πολιτικό πεδίο. Αναδείχθηκε επανειλημμένα βουλευτής, υπουργός, πρωθυπουργός, υπηρετώντας σε κρίσιμες περιόδους για την κατοπινή εξέλιξη του τόπου. Βλ. Αντώνης Μακρυδημήτρης, Οι υπουργοί των εξωτερικών της Ελλάδας 1829-2000, Αθήνα 2000, σ. 54-55.

[8] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 19 (9 Ιουνίου 1895)

[9] Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, φ, 48 (17 Νοεμβρίου 1864)

[10] Βλ. ενδεικτικά, Γεώργιος Δερτιλής, Ιστορία του ελληνικού κράτους 1830-1920, έκτη αναθεωρημένη και συμπληρωμένη έκδοση, τόμος Α΄, Αθήνα 2010, σ. 419-423˙ Γρηγόριος Δαφνής, «Η περίοδος βασιλείας του Γεωργίου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Αθήνα 1977, σ. 237-252˙ Νίκη Μαρωνίτη, «Η εποχή του Γεωργίου Α΄. Πολιτική ανανέωση και αλυτρωτισμός», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 5ος, Τα χρόνια της σταθερότητας, 1871-1909. Η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του ελληνισμού, Αθήνα 2003, σ. 9-36˙ Λίνα Λούβη, «Το ελληνικό κράτος 1833-1871. Το πολιτικό πλαίσιο των πρώτων βηματισμών», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 4ος, Το ελληνικό κράτος 1833-1871. Η εθνική εστία και ο ελληνισμός της οθωμανικής αυτοκρατορίας, Αθήνα 2003, σ. 25-26.

[11] Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία, επιστημονική επιμέλεια Αντώνης Μακρυδημήτρης, Αθήνα 2009, σ. 191.

[12] Αλκιβιάδης Προβατάς, Πολιτική ιστορία της Ελλάδος από 1821-1980: Νομοθετικά και εκτελεστικά σώματα, Αθήνα 1980, σ. 155.

[13] Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008, ό. π., σ. 191.

[14] Αλκιβιάδης Προβατάς, ό. π., σ. 155.

[15] Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008, ό. π., σ. 191-192.

[16] Αλκιβιάδης Προβατάς, ό. π., σ. 155.

[17] Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008, ό. π., σ. 193.

[18] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 19 (9 Ιουνίου 1895)

[19] Βλ. ενδεικτικά Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, «Πολιτική των κυβερνήσεων και προβλήματα από το 1881 ως το 1895», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΔ΄, Νεώτερος ελληνισμός από το 1881 έως το 1913, Αθήνα 1977, σ. 39-56.

[20] Βλ. Νίκη Μαρωνίτη, ό. π., σ. 21-24.

[21] Τρύφωνος Ευαγγελίδου, Τα μετά τον Όθωνα ήτοι ιστορία της μεσοβασιλείας και της βασιλείας Γεωργίου του Α΄(1862-1898), Αθήνα 1898, σ. 98-99˙ Αλκιβιάδης Προβατάς, ό. π., σ. 359-360.

[22]  Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 19 (9 Ιουνίου 1895).

[23] Βλ. εκτενέστερα Νίκη Μαρωνίτη, ό. π., σ. 26-32.

[24] Αλκιβιάδης Προβατάς, ό. π., σ. 361.

[25] Μητρώο Πληρεξουσίων, Γερουσιαστών και Βουλευτών 1822-1935, ό. π., σ. 96.

 

Σοφία Μπελόκα

Δρ. Ιστορίας

 

Δυνατότητα ανάγνωσης του κειμένου σε μορφή pdf, στον σύνδεσμο: Ο «χρηστός πολιτευτής» Φίλιππος Π. Βάρβογλης

Read Full Post »

Τα Αρχαία Θέατρα της Αργολίδας © Μαρία Μικεδάκη, Λέκτορας Αρχαίου Θεάτρου, Τμήμα Θεατρικών Σπουδών Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.


 

Αρχαία θέατρα του Άργους: Το «Θέατρο της Αγοράς», το μεγάλο θέατρο του Άργους,  το θέατρο με τα ευθύγραμμα εδώλια, το ρωμαϊκό ωδείο του Άργους, τo θέατρο στο ιερό του Απόλλωνα Πυθίου ή Δειραδιώτη.

 Αρχαία θέατρα της Επιδαύρου: Το μικρό θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, το ελληνιστικό θέατρο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου, το ρωμαϊκό ωδείο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου.

Το ελληνιστικό θέατρο των Μυκηνών.

 

Η αρχαιολογική σκαπάνη έχει φέρει στο φως εννέα αρχαία θέατρα στο νομό Αργολίδας. Πέντε από αυτά έχουν αποκαλυφθεί στο Άργος, τρία στην Επίδαυρο και ένα στις Μυκήνες. Αν εξαιρέσει κανείς τα δύο μικρά θέατρα του Άργους (το «Θέατρο της Αγοράς» και το θέατρο στο ιερό του Απόλλωνα Πυθίου) που προορίζονταν για συγκεντρώσεις θρησκευτικού και πολιτικού χαρακτήρα ή για λατρευτικούς σκοπούς, τα υπόλοιπα επτά θέατρα φιλοξενούσαν πρωτίστως μουσικούς αγώνες. Οι αγώνες αυτοί συνήθως περιλάμβαναν αγώνες ποίησης, οργανικής μουσικής, άσματος, χορού και δράματος. Εντάσσονταν, δε, στο πλαίσιο συγκεκριμένων εορτών που διοργάνωναν οι πιστοί προς τιμήν των θεών τους. Στις Μυκήνες ο τιμώμενος θεός ήταν ο Διόνυσος, στην Επίδαυρο ο Ασκληπιός και ο Διόνυσος, ενώ στο Άργος η Ήρα, ο Δίας και αργότερα οι θεοποιημένοι ρωμαίοι αυτοκράτορες.

 

Το τιμητικό θεωρείο στο μεγάλο θέατρο του Άργους από νοτιοδυτικά (φωτογραφία: Μ. Μικεδάκη / Copyright © Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας – Ελληνικό Υπουργείο Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων / Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων.

 

Πολλές από τις δραματικές παραστάσεις που παρουσιάζονταν στα θέατρα της Αργολίδας ήταν επαναλήψεις έργων των μεγάλων τραγικών, που είχαν εμπνευστεί τις υποθέσεις τους από μύθους που είχαν «γεννηθεί» στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Αρκεί να θυμηθεί κανείς το μύθο των Δαναΐδων, του Ορέστη και της Ηλέκτρας που εκτυλίσσεται στο Άργος, τη σπουδαιότερη από τις αργολικές πόλεις. Επιπλέον, μυθικά πρόσωπα της Αργολίδας γίνονται dramatis personae σε αρκετές – σωζόμενες ή μη – τραγωδίες. Ενδεικτικά αναφέρεται ο Περσέας στην Ανδρομέδα του Ευριπίδη, ο Ηρακλής στον Ηρακλή μαινόμενο του ιδίου τραγικού, ο Ναύπλιος (ο Νεώτερος) μαζί με τον γιο του Παλαμήδη στο έργο του Σοφοκλή Ναύπλιος Πυρκαεύς, o Ίναχος (βασιλιάς του Άργους) στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή, o Ευρυσθέας (έτερος βασιλιάς του Άργους) στους Ηρακλείδες του Ευριπίδη και, τέλος, ο Προίτος (βασιλιάς της Τίρυνθας) στη Σθενέβοια του Ευριπίδη.

 

Το θέατρο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου από βόρεια. Φώτο: Διάζωμα.

 

Η μουσική, με την αξεπέραστη ψυχαγωγική της δύναμη, κατείχε ιδιαίτερη θέση στο αρχαίο ελληνικό θέατρο. Από αυτή την άποψη θα πρέπει κανείς να εξάρει τη μεγάλη συνεισφορά του Άργους στην εξέλιξη της μουσικής των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (ΙΙΙ, 131, 3), οι κάτοικοι του Άργους είχαν τα πρωτεία από όλους τους Έλληνες στη μουσική. Ονομαστοί για την τέχνη τους ήταν οι Αργείοι μουσικοί Αριστόνικος (7ος αι. π.Χ.) και Σακάδας (τέλη 7ου – αρχές 6ου αι. π.Χ.) που καθιέρωσαν την κιθάρα και τον αυλό αντίστοιχα ως αυτόνομα σολιστικά όργανα στους μουσικούς αγώνες, χωρίς τη συνοδεία άσματος, ο Ιέραξ (7ος αι. π.Χ.) που επινόησε τρία είδη συνθέσεων για αυλούς (τον ιεράκειον νόμον, το ιεράκειον μέλος και την ενδρομήν), καθώς και η ποιήτρια και μουσικός Τελέσιλλα (τέλη 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ.), η οποία έγινε γνωστή τόσο για τα λυρικά της ποιήματα όσο και για το ηρωικό της θάρρος που απέτρεψε την κατάληψη της πόλης της από τους Σπαρτιάτες. Από το Άργος κατάγονταν, εξάλλου, ο Ιοφώντας και ο Τιμοκράτης που συνέθεταν τα λυρικά μέρη των δραμάτων του Ευριπίδη (Γένος Ευριπίδου και Βίος, 16-17 [έκδ. CUF]). Στα ονόματα αυτά θα πρέπει, τέλος, να προστεθεί και εκείνο του Λάσου από την Ερμιόνη Αργολίδας (6ος αι. π.Χ.) που ήταν ποιητής διθυράμβων, ανακαινιστής της διθυραμβικής μουσικής και περίφημος μαθητής του Σακάδα…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της μελέτης της κυρίας Μαρίας Μικεδάκη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Τα αρχαία θέατρα της Αργολίδας

 

 Σχετικά θέματα:  

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »