Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άρθρα’

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Ο Ορφικός μύθος περί προελεύσεως του ανθρώπου


 

Ορφεύς και Ορφικοί

 

Ορφέας και Ευρυδίκη

Από τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. μέχρι αρκετά προχωρημένο τον 6ο αιώνα μ.Χ., αναπτύχθηκε στην Ελλάδα ένα θρησκευτικό ρεύμα, το οποίο σή­μερα ονομάζουμε Ορφισμό. Επρόκειτο για ένα κί­νημα με απροσδιόριστα όρια, το οποίο μοιραζόταν αρκετές δοξασίες με τους Πυθαγορείους, την Ελευ­σίνια και τη Διονυσιακή Θρησκεία, και υποστήρι­ζε απόψεις περί θεότητας παρόμοιες με αυτές που εξέφραζαν ποιητές του ώριμου αρχαϊσμού, όπως ο Αισχύλος ή ο Πίνδαρος. Οι οπαδοί του κινήματος αυτού βασίζονταν σε μια σειρά ποικίλων κειμένων που αποδίδονταν στον Ορφέα, ένα θαυμάσιο μυθικό τραγουδιστή, για τον οποίο λεγόταν πως είχε συνοδεύσει τους Αργο­ναύτες, πως είχε κατεβεί στον Άδη προς αναζήτη­ση της νεκρής συζύγου του και πως είχε καταφέρει να συγκινήσει με το τραγούδι του ακόμη και τους ί­διους τους θεούς, όπως έκανε με τους θνητούς και τα ζώα.

Παρ’ όλ’ αυτά, η αδυναμία του να σεβαστεί τη θεϊκή απαγόρευση να μη γυρίσει να κοιτάξει τη σύζυγό του, όπως έλεγαν, ματαίωσε την τελευταία στιγμή τη διάσωσή της από τον άλλο κόσμο και την επιστροφή της στον κόσμο των ζώντων. Υπέθε­ταν πως ένα τόσο μυθικό ταξίδι, παρά την αποτυχία του, είχε προικίσει τον Ορφέα με ειδικές γνώσεις σχετικά με τον άλλο κόσμο, που του επέτρεπαν να γνωρίζει ποια ήταν η τύχη των ψυχών μετά το θά­νατο και πως ο Ορφέας είχε αποφασίσει να μετα­δώσει τις γνώσεις του σε συγκεκριμένες ομάδες θνητών μυημένων σε μια μυστηριακή θρησκεία μέσω μιας σειράς κειμένων. Πράγματι, έχουμε στοιχεία για την ύπαρξη μιας ευρείας και ποικίλης λογοτεχνικής παραγωγής, θρησκευτικής ή με φιλοσοφικά στοιχεία, που με βεβαιότητα προέρχεται από διάφορες εποχές, από τον 6ο αιώνα π.Χ. μέχρι αρκετά προχωρημένης της ρωμαϊκής εποχής, και η οποία θεωρούνταν έργο του Ορφέα.

Δεδομένου ότι ο Ορφέας ήταν ένα μυθικό πρό­σωπο και όχι υπαρκτός άνθρωπος, οφείλουμε να σκεφθούμε πως τα κείμενα που του αποδίδονταν θα πρέπει να ήταν έργα διαφόρων ποιητών, οι οποίοι, από φόβο μήπως δεν ληφθούν σοβαρά υπ’ όψιν, αντί να διακινδυνεύσουν να παρουσιάσουν ως δικά τους τα έργα και το θρησκευτικό μήνυμα που περι­είχαν, προτίμησαν να παραμείνουν στην ανωνυμία, ώστε τα πιστεύω τους να γίνουν πιο εύκολα αποδε­κτά (με το πρόσχημα ότι προέρχονταν από ένα φη­μισμένο αυτόπτη μάρτυρα του άλλου κόσμου).

 

Ένας μύθος περί προελεύσεως του ανθρώπου

 

Το ορφικό δόγμα θεμελιωνόταν σε ένα μύθο πε­ρί προελεύσεως του ανθρώπου, κάτι το σπάνιο για τον ελληνικό κόσμο, στον οποίο ουσιαστικά δεν υ­πάρχουν άλλοι μύθοι γι’ αυτό το θέμα. Στη Θεογο­νία του Ησιόδου, το μόνο αρχαίο κοσμογονικό ποίημα που έχει διασωθεί ολόκληρο, λείπει η αναφο­ρά στο πως προέκυψαν οι άνθρωποι στον κόσμο. Ο ορφικός μύθος, η ύπαρξη του οποίου στην αρ­χαιότητα αμφισβητήθηκε επανειλημμένως αλλά με ανεπαρκή επιχειρήματα, [1] προκύπτει από διάφορα κείμενα τα οποία, όπως συχνά παρατηρείται στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, αναφέρονται σε κάποιο α­πό τα επεισόδια ή σε συγκεκριμένες πτυχές του μύ­θου, αλλά δεν τον διηγούνται με τρόπο συνεχή.

Από τα στοιχεία που μας προσφέρουν αυτά τα κεί­μενα μπορούμε να συνθέσουμε ένα σύνολο που εί­ναι, σε γενικές γραμμές, το ακόλουθο: Ο Ζευς είχε λάβει το θεϊκό θρόνο από τον πατέρα του, τον Κρόνο, έπειτα από μια σειρά εναλλα­γών της εξουσίας, από τις οποίες δεν έλειπαν τα βί­αια επεισόδια. Κατά πολλές απόψεις, ο ορφικός μύ­θος συμπίπτει με αυτό που διηγείται ο Ησίοδος στη Θεογονία. Ο παππούς του Δία, ο Ουρανός, δεν ά­φηνε τα παιδιά του να γεννηθούν για να διατηρή­σει το θρόνο του, αλλά ευνουχήθηκε από τον Κρό­νο, γιο του και πατέρα του Δία, με τη βοήθεια της συζύγου του Ουρανού, της Γαίας. Αλλά και ο Κρόνος, έχοντας τον ίδιο σκοπό, δη­λαδή να μη χάσει το θρόνο, καταβρόχθιζε τους α­πογόνους του κατά τη γέννησή τους. Όμως η σύζυ­γός του, η Ρέα, έκρυψε έναν από αυτούς, τον Δία, σε μια σπηλιά και έδωσε στον άντρα της μια πέτρα τυλιγμένη σε σπάργανα για να την καταβροχθίσει. Όταν ο Δίας μεγάλωσε, ευνούχισε και αυτός τον πατέρα του (μια λεπτομέρεια που δεν αναφέρεται στην εκδοχή του Ησιόδου) και ανέλαβε την εξουσία των θεών.

Ο Ζευς διέπραξε τότε αιμομιξία με τη μητέ­ρα του Ρέα, η οποία ταυτίζεται με τη Δή­μητρα, και απέκτησε ως κόρη την Περσε­φόνη. Ο Ζευς επίσης ενώθηκε με την κό­ρη του και αποτέλεσμα της ένωσης ήταν η γέννηση του θεού Διονύσου (συχνά αποκαλούμε­νου ως Ζαγρεύς στην ορφική παραλλαγή). Ο νέος αυτός θεός ήταν λοιπόν αποτέλεσμα διπλής αιμο­μιξίας και ήταν συγχρόνως γιος, εγγονός και ετεροθαλής αδερφός του Δία. Αυτή η ανω­μαλία, όσον αφορά τις γενεές, απέτρεπε την κανονική σει­ρά διαδοχής, καθιστώντας τον Διόνυσο ένα είδος alter ego του Δία. Ο Ζευς αποφάσισε τότε να παραδώσει το σκήπτρο στον Διόνυσο ενώ ακόμη ήταν βρέφος. Η Ήρα, η σύζυγος του Δία, η οποία ενοχλούνταν από ένα γιο που προήλθε από άλλη θεά, εκμεταλλευ­όμενη το φθόνο των Τιτάνων, για το βασιλικό α­ξίωμα που παραχωρήθηκε στον Διόνυσο, τους υ­ποκίνησε να επιτεθούν στο βρέφος.

Οι Τιτάνες ήταν αδερφοί του Κρόνου και κατά συνέπεια ανήκουν στις πρωταρχικές γενεές των θε­ών, οι οποίες είχαν αποκλειστεί από την εξουσία και δεν μπορούσαν να συμφιλιωθούν με αυτή την ιδέα. Αποφασισμένοι να εκδικηθούν το μικρό Διό­νυσο, μεταμφιέστηκαν βάφοντας τα πρόσωπά τους με γύψο και παραπλάνησαν τον Διόνυσο με διά­φορα παιχνίδια, έτσι ώστε τελικά να τον φονεύ­σουν. Αφού τον σκότωσαν, τον διαμέλισαν, τον μα­γείρεψαν και τον καταβρόχθισαν. Η θυσία του Διονύσου μετετράπη από τους Ορφι­κούς σε παράδειγμα αιματηρής θυσίας, την οποία, όπως θα δούμε αργότερα, απέρριπταν. Ο Ζευς, οργισμένος με την εγκληματική πράξη των Τιτάνων, τους κατακεραύνωσε. Από την ανάμι­ξη της φωτιάς του κεραυνού, της στάχτης και του αίματος των Τιτάνων με το χώμα, όπου έπεσαν, δη­μιουργήθηκαν τα ανθρώπινα όντα. Οι συνέπειες αυτής της προέλευσης είναι διάφο­ρες.

 

Η τιμωρία των Τιτάνων. Έργο του Jacob Jordaens, Museo del Prado, Madrid, Spain.

 

Η πρώτη είναι πως, δεδομένου ότι οι άνθρωποι προέρχονται εν μέρει από θεούς (οι Τιτάνες και ο Διόνυσος ήταν θεοί) και εν μέρει από χώμα, έχουν ένα θεϊκό και αθάνατο μέρος, την ψυχή, και ένα θνητό και φθαρτό συστατικό, το σώμα. Η δεύτερη συνέπεια της προέλευσης των ανθρώ­πων είναι ότι η ψυχή τους, πριν από τη δημιουργία του είδους, μολύνθηκε από το έγκλημα των Τιτά­νων, ένα έγκλημα το οποίο απαιτούσε εξιλέωση. Η τρίτη συνέπεια είναι ότι η ψυχή έχει μια θετι­κή θεϊκή συνιστώσα, η οποία προέρχεται από τον Διόνυσο, αλλά επίσης έχει και μια αρνητική θεϊ­κή συνιστώσα, κατάλοιπο της Τιτάνιας φύσης, δη­λαδή της αλαζονείας των προγόνων του ανθρώπου, των Τιτάνων, οι οποίοι επίσης ήταν θεοί.

Η ψυχή πρέπει να απελευθερωθεί από το βάρος της εγκληματικής συνιστώσας της και αυτό θα απαιτήσει ένα μεγάλο χρονι­κό διάστημα, ανάλογο του μεγέθους του ε­γκλήματος, πράγμα που σημαίνει πως η τιμωρία και ο εξαγνισμός υπερβαίνουν τη χρονι­κή διάρκεια μιας και μόνο ζωής. Συνεπώς, η είσο­δος της ψυχής στο σώμα, η εξιλέωση και η απε­λευθέρωσή της με το θάνατο του σώματος, επανα­λαμβάνεται αρκετές φορές σε μια μακροχρόνια διαδικασία, κατά την οποία η ψυχή εγκαθίσταται διαδοχικά σε σώματα τα οποία είναι γι’ αυτήν μια φυλακή ή ένας τάφος (θυμηθείτε την περίφημη φράση την οποία μας μεταδίδει ο Πλάτων, σώμα σήμα, δηλαδή, το σώμα, ένας τάφος, στην οποία κάνει λογοπαίγνιο βασιζόμενος στην ομοιότητα των δυο λέξεων στα ελληνικά [2]).

Ονομάζουμε μετεμψύχωση [3] τη μετοίκηση της ψυχής από τον άλλο κόσμο σε αυτόν και από ένα σώμα σε άλλο, έως ότου, εξιλεωμένη από τις α­μαρτίες της, μπορεί να επιτύχει την απελευθέρω­ση. Για να επιταχύνει την έλευση της στιγμής κα­τά την οποία η ψυχή, οριστικά απελευθερωμένη, μπορεί να απολαύσει μια ευτυχισμένη ζωή στον άλλο κόσμο, ο άνθρωπος πρέπει, κατ’ αρχάς, να μυηθεί στα Διονυσιακά μυστήρια και, στη συνέ­χεια, να ζει σε αυστηρή αγνότητα, χωρίς να μολύ­νεται από κανένα νεκρό ον, και να συμμετέχει σε διάφορες ιεροτελεστίες.

 

Η αρχαιότητα του μύθου

 

Orpheus leads Eurydice (Rodin 1893)

Ο μύθος εμφανίζεται στην πιο εξελιγμένη μορ­φή του στις Ραψωδίες, ένα ποιητικό έργο το οποίο είναι γραμμένο πιθανότατα στον 1ο αιώνα π.Χ., και το οποίο χρησιμοποιεί σημαντικά στοιχεία αρχαιό­τερων έργων. Πιο συγκεκριμένα, και όσον αφορά το μύθο που μας απασχολεί, υπάρχουν ενδείξεις πως υπήρχε από παλαιότερα. Μεταξύ των 4ου και 3ου αιώνων π.Χ., ο Καλλίμαχος αναφέρει τον Διό­νυσο Ζαγρέα ως γιο του Δία και της Περσεφόνης, ενώ κατά τον 3ο αιώνα π.Χ., ο Ευφορίων υπενθυμίζει τον τρόπο με τον οποίο έβαψαν το πρόσωπό τους οι Τιτάνες.

Και οι δυο αυτοί συγγραφείς διηγούνται πως οι Τιτάνες μαγείρεψαν τον Διόνυσο. [4]Και ακόμη πριν από αυτούς, ο Πλάτων μας προ­σφέρει δυο σημαντικά έπ’ αυτού κείμενα.

Νόμοι Πλάτωνος (ΟF 37 ΙΒ): Στη συνέχεια αυ­τής της ελευθερίας, θα μπορούσε να εμφανιστεί η άρνηση υπακοής στις αρχές και ως συνέπεια αυτής, η διαφυγή από τις υποχρεώσεις και από τις πατρικές, μητρικές ή άλλων ηλικιωμένων ατό­μων νουθεσίες, και κοντά στο τέλος, η αξίωση της μη υποταγής στους νόμους και στο τέλος, η έλ­λειψη φροντίδας των όρκων, της πίστης και γε­νικά των θεών, με εκδηλώσεις και μίμηση της λεγόμενης «αρχαίας Τιτάνιας φύσης», καταλή­γοντας κατ πάλι σ’ εκείνη την ίδια και διάγοντας μια θλιβερή ζωή, χωρίς ποτέ να επιτευχθεί η α­παλλαγή από τις δυστυχίες.

Οι σύγχρονοι σχολιαστές ερμηνεύουν με διαφορετικό τρόπο την πλατωνική αναφορά στους Τιτάνες. Οι πιο επιφυλακτικοί, όσον αφορά την ύπαρξη του μύθου στην αρχαιότητα, [5] θεωρούν ότι ο φιλόσο­φος δεν ταυτίζει την ανθρωπότητα με την Τιτάνια κληρονομιά, αλλά απλώς συγκρίνει τη συμπερι­φορά της με αυτήν των Τιτάνων ως ένα είδος αρνητικού παραδείγματος. Μια πιο προσεκτική εξέταση στο κείμενο καθιστά εμφανές ότι ο Πλάτων δεν αναφέρεται σε μια συμπεριφορά όπως αυτή των Τι­τάνων, αλλά σε μια φύση η οποία εκδηλώνεται σε αυτούς. Η φύση λοιπόν είναι κάτι που υπάρχει εκ γενετής. Ο φιλόσοφος ισχυρίζεται πως ο άνθρωπος «μιμείται» αυτή τη φύση διότι η ανθρώπινη ψυχή έχει κληρονομήσει όχι μόνο την Τιτάνια φύση, αλ­λά και αυτήν του Διονύσου, η οποία είναι θετική.

Εκείνοι οι οποίοι επιδεικνύουν υπακοή στο νόμο αναπτύσσουν τη Διονυσιακή,[6] ενώ αυτοί οι οποίοι βρίσκονται σε τροχιά παρακμής, προσεγγίζουν διαρκώς την Τιτάνια φύση σε καθαρή μορφή. Γι’ αυτό το λόγο ο Πλάτων αναφέρει ότι επιδεικνύουν φύση Τιτάνια, διότι ήδη ενυπήρχε σε αυτούς, αλλά εμφανίζεται σε αυτούς τους ανθρώπους με τέτοια έ­νταση που τους κάνει να μοιάζουν στους ίδιους τους Τιτάνες, οι οποίοι αποτελούν την προέλευση και το παράδειγμα αυτής της φύσης. Επί πλέον, μια τέτοια ερμηνεία βρίσκεται σε συμφωνία με μια σειρά από αναφορές του Πλάτωνα, όπως το σώμα ως φυλακή, η εξιλέωση του αρχικού αμαρτήματος και άλλα πα­ρεμφερή θέματα.[7] Επίσης, αυτή η ερμηνεία βρί­σκει έρεισμα και σ’ ένα άλλο κείμενο το οποίο επί­σης ανήκει στους «Νόμους». [8]

Δεν είναι ούτε ανθρώπινο ούτε θεϊκό το κακό που τώρα σε παρακινεί να κατευθυνθείς προς το ιερόσυλο λείψανο, αλλά η έμφυτη ερεθιστικότητα των ανθρώπων λόγω παλαιών και βεβήλων α­δικημάτων, που ολέθρια πλανάται γύρω τους.

Σε αυτό το κείμενο επαναλαμβάνονται αναφορές σε μια φυσική τάση του ανθρώπου προερχόμενη α­πό «παλαιά αδικήματα», που δεν μπορεί να είναι άλλα από αυτά που διεπράχθησαν από τους Τιτάνες. Μια «έμφυτη τάση» δεν προέρχεται από την ίδια τη ζωή του ανθρωπίνου όντος, αλλά από τη σύ­στασή του ως είδους, την αρχική στιγμή. Ακόμη, μπορούμε να επικαλεστούμε και άλλες μαρτυρίες όσον αφορά την αρχαιότητα αυτού του μύθου. Ο Παυσανίας [9] αποδίδει στον Ονομάκριτο, τον οποίο οι Έλληνες τοποθετούσαν χρονικά στην κλασική περίοδο, την ίδρυση των ιεροτελεστιών του Διονύσου, κατά τις οποίες αναπαρίστατο ο τρό­πος με τον οποίο οι Τιτάνες προκαλούσαν το μαρ­τύριο του θεού.

Αυτό καταδεικνύει ότι ο Παυσανίας γνώριζε την ύπαρξη Διονυσιακών τελετών – αναμ­φίβολα μυστηριακών- κατά την κλασική περίοδο. Είναι πιθανό μια ιερή ιστορία, η οποία αφηγείται τη γένεση των ανθρώπων και την προέλευση του α­μαρτήματος το οποίο πρέπει να εξιλεωθεί, να α­παγγέλλονταν σε μυητικές τελετές οι οποίες θα ε­ξηγούσαν τη σωστή διαδικασία ώστε να επιτευχθεί ένας καλύτερος προορισμός στον άλλο κόσμο. Εν μέσω του 5ου αιώνα π.Χ. βρίσκουμε άλλη μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία του Ηροδότου.[10]

Λένε οι Αιγύπτιοι ότι αυτοί που κυριαρχούν στον Καταχθόνιο κόσμο είναι η Δήμητρα και ο Διόνυσος. Ήταν, επίσης, οι Αιγύπτιοι αυτοί που πρώτοι διατύπωσαν τη δοξασία ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη και ότι, μετά το θάνατο του σώματος, εισέρχεται σε άλλο ον που ξαναγί­νεται πάντα ζωντανό. Αφού περάσει από όλα τα ε­πίγεια όντα, τα θαλάσσια και τα πτερωτά, επα­νέρχεται στο σώμα ενός ανθρώπου που πρόκειται σύντομα να γεννηθεί και ολοκληρώνει αυτόν τον κύκλο σε τρεις χιλιάδες χρόνια. Υπάρχουν μερικοί Έλληνες, άλλοι πριν και άλλοι κατόπιν -τα ονόματα των οποίων, αν και γνωρίζω, δεν θα αναφέρω- που ακολούθησαν αυτή τη θεωρία σαν να ήταν δική τους.

Ο Ηρόδοτος μεταφράζει τα ονόματα των Αι­γυπτίων θεών κατά τέτοιον τρόπο, ώστε η Δήμητρα να αντιστοιχεί στην Ίσιδα και ο Διόνυσος στον Οσιρι. Όμως, σύμφωνα με την ομόφωνη μαρτυρία των αιγυπτιολόγων,[11] η θεωρία της μετεμψύχωσης αναμφίβολα δεν είναι αιγυπτιακή. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, αυτό που περισσότερο μας λυπεί είναι ότι ο ιστορικός δεν θέλησε να αναφέρει ρητά το ποιοι είναι οι Έλληνες – «κάποιοι πριν, κάποιοι κατόπιν»- τους οποίους α­ναφέρει ως υποστηρικτές αυτής της θεωρίας.

Ορφέας

Όπως ήταν αναμενόμενο, στη σύγχρονη εποχή συζητήθη­κε πολύ το αν ο Ηρόδοτος αναφέρεται στους Ορφι­κούς και τον Πυθαγόρα, στους Ορφικούς και τον Εμπεδοκλή ή στον Πυθαγόρα και τον Εμπεδο­κλή. [12] Προσωπικά μου φαίνεται ως πιο πειστική η ερμηνεία του Μπέρκρετ (Burkret), σύμφωνα με την οποία ο Ηρόδοτος αναφέρεται στον Πυθαγόρα και τον Εμπεδοκλή, αλλά θεωρεί δεδομένο ότι οι Ορφι­κοί και ο Πυθαγόρας είναι ένα και το αυτό. [13]

Ο Ηρόδοτος δείχνει την ίδια έλλειψη σαφήνειας σε τρία χωρία (2,61· 132· 170) όπου αναφέρεται σε ιεροτελεστίες του Οσίριδος, τις οποίες δεν θεωρεί θεμιτό από θρησκευτικής πλευράς να μνημονεύσει. Στην Αίγυπτο, αυτές οι τελετές και οι μύθοι δεν ήταν μυστικά, ούτε και αποτελούσαν τμήματα μυστηρίων. Γι’ αυτό το λόγο, διάφοροι συγγραφείς [14] θεωρούν ότι αυτή η παράξενη σιωπή του ιστορικού εξηγείται μόνον εάν στην εποχή του, στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια των Βακχικών μυστηρίων, διη­γούνταν μια παρεμφερή ιστορία (το διαμελισμό του Διονύσου) στην οποία δεν ήταν όντως θεμιτό να αναφερθεί.

Τέλος, προερχόμενο από μια εποχή ακόμη πιο παλιά, διατηρούμε ένα απόσπασμα του Πινδάρου (6ος-5ος αιώνας π.Χ.) το οποίο ο Πλάτων μετέδωσε ως μαρτυρία της θεωρίας της μετεμψύχωσης, [15] όπου ο Θηβαίος ποι­ητής αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο οι ψυχές πρέπει να τιμωρηθούν για ένα «παλαιό αδίκημα» διαπραχθέν εις βάρος της Περσεφόνης (που δεν μπορεί να είναι άλλο από το θάνατο του γιου της Διονύσου από τους Τιτάνες, προγόνους των ανθρώ­πων), και στο πως θα ελευθερωθούν όταν επιτύχουν τη συγγνώμη της καταχθόνιας θεάς.[16] Σε ένα χρυσό έλασμα της Πελίννας [17] προσδιορίζεται πως είναι ο ίδιος ο Διόνυσος αυτός που γνωστοποιεί στη μητέρα του τη στιγμή κατά την οποία η ψυχή επι­τυγχάνει την απελευθέρωση: «Πες στην Περσεφό­νη ότι ο ίδιος ο Βάκχος σε ελευθέρωσε».

 

Alberto Bernabe

Πανεπιστήμιο Compluence της Μαδρίτης

 

 

Υποσημειώσεις


-Ευχαριστώ θερμά την κ. Πηνελόπη Σταυριανοπούλου για την ελληνική μετάφραση του κειμένου.

[1] Κυρίως από τον R.Edmonds, «Tearing apart the Zagrus Myth.: a few disparaging remarks on Orphism and Originai Sin», Classical Antiquity, 18, 1999, 35-73. Αλλά Βλέπε τα επιχειρήματα του A. Bernabé, «La toile de Penèlope: a-t-il existé un mythe orphique sur Dionisos et les Titans?», Revue de l’  Histoire des Religions 219, 2002, 401- 433.

[2] Πλάτωνος Κρατύλος  400c.

[3] Βλ. G. Casadio, «La metempsicosi tra Orfeo e Pitagora», en Ph. Borgeaud (ed), Orphisme et Orphée, en l’  honneur de Jean Rudhardt, Genève 1991,119-155.

[4] Καλλίμ. 43, 117 Pfeiffer [OF 34 Β. Από εδώ και στο εξής το OF ακολουθούμενο από έναν αριθμό αναφέρεται στον αριθμό του χωρίου της έκδοσης (στο τυπογραφείο των Ορφικών αποσπασμάτων, έργο του συγγραφέα του παρόντος άρθρου στις εκδόσεις Biblioteca Teubneriana), Εύφορ. Απόσπ. 86 De Cuenca = 92 Van Groningen (OF 35B.), Schol. Tzetz. In Lycophr. Alex 208 (98, 6Scheer, cf Callim. Fr. 643 Pf. Euphor. Fr. 13 de Cuenca) (OF 36B.)

[5] I.M. Linforth, 1941 The Arts of Orpheus,  Berkeley-Los Angeles 1941, 339 s, Edmonds, art. Cit., 43ss. Έχω αντικρούσει διεξοδικά τα επιχειρήματα του oro Bernabé, ό.π.

[6] Πλάτωνος Πολιτεία 363c και Γοργίας  493b βασιζόμενος σε Ορφική πηγή, περιγράφει μια τιμωρία στον άλλο κόσμο που ήταν το να κουβαλάει ο τιμωρημένος νερό μέσα σε ένα κόσκινο. Το όργανο της τιμωρίας θυμίζει σαφώς την αιτία της ποινής, την ανικανότητα να καθαριστεί η ψυχή από το αρνητικό και διεφθαρμένο μέρος, κατά τον ίδιο τρόπο που καθαρίζει κανείς το αλεύρι από τις ακαθαρσίες. Βλ. Α. Bernabé, «Platone e l’  orfismo», en G. Sfameni Gasparro (ed.), Destino e salvezza: tra culti pagani e gnosi cristiana. Itinerari storico-religiosi sulle orme di Ugo Bianchi, Cosenza 1998, 37-97:76.

[7] Όπως Κρατ. 400 (OF  430 I).

[8] Πλάτωνος Νόμοι  845b (OF  37 II Β.)

[9] Παυσανία 8,37,5 (OF  39 B.)

[10] Ηροδοτ. 2,123 (OF  423 B.)

[11] Βλ. π.χ. τα σχόλια του Lloyd σχετικά με αυτό το χωρίο, με βιβλιογραφία.

[12] Βλ. σχετικά με το ζήτημα στο Casadio, ó.π., 203 α. 9.

[13] W. Burkret, 1972 Lore and scince in ancient Pythagoreanism,CambridgeMass. 1972, 126 n. 38.

[14] Βλ. κυρίως W. Burkret, Homo necans, The antropology of ancient Greek sacrificial ritual and myth,Berlin-New York 1983, 225 n. 43.

[15] Πίνδ. fr. 133 Snell-Maehl. (OF  443 B.)

[16] Βλ. A. Bernabé, «Una cita de Pindaro en Platon Men 81 b (fr. 133 Sn.-M)», στον J. A. Lopez (ed.), Desde los poemas homéricos hasta la prosa griega del siglo IV d.C. Veintiséis estudios folologicos,Madrid 1999, 239-259, με την πλούσια βιβλιογραφία που αναφέρεται στην εργασία αυτή.

[17] OF  485 Β.

  

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Ορφέας και Ορφισμός / Ένας Χριστός πρό Χριστού», τεύχος 266, 23 Δεκεμβρίου 2004.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Θανατική ποινή: Η πρώτη εφαρμογή και «υποδοχή» της στη νεότερη Ελλάδα


 

Το θέμα της καταργήσεως ή διατηρήσεως της θανατικής ποινής δεν παύει να προκαλεί, κατά καιρούς, συζητήσεις στη χώρα μας, αλλά και στην Ευρώπη γενικότερα. Ο αθηναϊκός τύπος «κάλυψε», φέτος, την σχετική ανταλλαγή απόψεων στο Συμβούλιο της Ευρώπης, που κατέληξε στη διατύπωση γνώμης υπέρ της αναβολής κάθε θανατικής εκτελέσεως στα κράτη – μέλη· εκτενής συζήτηση για το θέμα θα γίνει σύντομα. [ Σημ. Βιβλ. Η παρούσα ανακοίνωση του Βασίλη Δωροβίνη έγινε το 1981].

Πριν μερικούς μήνες, επίσης, πρόταση νόμου για την κατάργησή της δεν κατάφερε να περάσει από την μικτή κοινοβουλευτική επιτροπή Δικαιοσύνης, πέντε ολόκληρους μήνες αφότου είχε κατατεθεί. Στην πράξη, βρισκόμαστε μπροστά σε μία παράδοξη κατάσταση, που συνίσταται στην αποφυγή επιβολής ή εφαρμογής της ποινής αυτής επί μία, περίπου, δεκαετία, ενώ στο νομοθετικό επίπεδο εκδηλώνεται, για την ώρα, σαν επικρατέστερη η τάση για διατήρησή της.

Οι ληστές της σφαγής στο Δήλεσι μετά τη σύλληψή τους, χαλκογραφία βρετανικού περιοδικού.

Η κατάσταση αυτή, τόσο από την πλευρά της προληπτικής ποινικής πολιτικής, όσο και από καθαρά κοινωνιολογική άποψη, δεν νομίζουμε ότι ανταποκρίνεται, πλέον, στην παραμικρή συνειδητή άσκηση μιας οποιασδήποτε «τακτικής», αλλά σε μιαν αντίφαση και σε ένα χάσμα ανάμεσα στην κοινωνική πραγματικότητα και στη συγκεκριμένη στάση των ελληνικών δικαστηρίων, από το ένα μέρος, και την έλλειψη θάρρους και ρεαλισμού των αρμοδίων νομοθετικών οργάνων. Το άρθρο αυτό γράφτηκε με στόχο να συμβάλει, όσο μπορεί, στην άρση της παραπάνω αντιφάσεως, δείχνοντας ότι, από τα πρώτα «βήματά της» στη χώρα μας, μετά την Επανάσταση του ΄21, η ποινή του θανάτου, και όταν ακόμα προκάλεσε, κάποτε, θεαματική προσέλευση του «κοινού» (στις περιπτώσεις που εφαρμόστηκε «παραδειγματικά», λ.χ. η τιμωρία των ληστών του Δήλεσι και η υστερία που δημιούργησε), είναι πολύ αμφίβολο, πλέον, το ότι συνάντησε την αποδοχή του ελληνικού λαού και των φωτισμένων εκπροσώπων του.

Δεν κάνουμε λόγο για κανενός είδους «φρονηματισμό»: τέτοια, κάπως απλοϊκή αντίληψη, δικαιολογεί το, ίσως, πριν από την επανάσταση της ψυχολογίας του βάθους (ψυχανάλυσης) και του γόνιμου προβληματισμού που προκάλεσε. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι, στις μέρες μας, η εφαρμογή της ποινής του θανάτου έφτασε να γίνεται με δύο μορφές: ή με ελάχιστους μάρτυρες, «δια το νομότυπον του πράγματος» (οπότε ανταποκρίνεται — επιμένουμε όχι σαν ΑΡΧΗ, αλλά σαν ΕΦΑΡΜΟΓΗ, και έχουμε το λόγο μας γι΄ αυτό — στην εντελώς αφηρημένη ιδέα της «Δικαιοσύνης», με κρατικό, πλέον, περίβλημα, και στο εντελώς αμφισβητήσιμο «δικαίωμα» του κράτους να εφαρμόζει το νόμο του ΤALIO) ή σε θέα του κοινού και του «λαού», οπότε, σύμφωνα με τις γνώσεις και την συνειδητότητα που έχουμε σήμερα, προκαλεί και διεγείρει αλγολαγνικές τάσεις σε αυτόν (με κανένα αισθητό, στατιστικά, «φρονιματιστικό» αποτέλεσμα).

Το πρώτο είδος εφαρμογής είναι εκείνο των λεγομένων «ανεπτυγμένων» χωρών, ενώ το δεύτερο είδος συναντάται στις χώρες του λεγομένου «Τρίτου Κόσμου», με πρόσφατα και «θεαματικά» παραδείγματα εκείνα της Λιβερίας και της Σαουδικής Αραβίας. Τούτο δεν σημαίνει ότι, στην πρώτη περίπτωση, δεν εμφανίζονται τα φαινόμενα της δεύτερης (για την εκτέλεση του Γκάρυ Γλίλμορ – 1976 -,  στην Πολιτεία Γιούτα των Η.Π.Α., πλήθος υποψηφίων εκτελεστών διαγκωνίζονταν για να επιλεγούν στο εκτελεστικό απόσπασμα, όχι, βέβαια, «κατακαιόμενοι» από τις επιταγές κάποιας «ιδέας δικαιοσύνης»), ούτε και ότι, στη δεύτερη περίπτωση, δεν εμφανίζεται, μόνιμα και επίμονα, η αντίληψη της ίδιας, αφηρημένης κρατικής Δικαιοσύνης, και των «δικαιωμάτων» της (αδιάφορο αν «επαναστατικώ» η μη «δικαίω»).

Θα θέλαμε να συμπληρώσουμε αυτή την εισαγωγική σημείωση με την διευκρίνιση ότι ευνόητο είναι πως το άρθρο τούτο γράφεται από πρόσωπο που έχει πεισθεί για την αναγκαιότητα να καταργηθεί, στις μέρες μας, η ποινή του θανάτου στην Ελλάδα. Αν φθάσαμε σε αυτήν την ενδόμυχη πεποίθηση, δεν είναι από αφηρημένη θεωρητική τοποθέτηση ούτε (μόνο) από γενική ηθική αποτίμηση. Είναι, και από έρευνες, ιστορικές και κοινωνιολογικές, που δείχνουν ξεκάθαρα, πλέον, ότι στη χώρα μας, τουλάχιστο, η ποινή του θανάτου βασικά δεν έγινε δεκτή από το λαό, σε περιόδους σχετικής πολιτικής ισορροπίας και νηφαλιότητας, εννοείται, και δεν έδρασε «φρονιματιστικά» η «παραδειγματικά».

Αν κάποιο «παράδειγμα» δόθηκε, αυτό ήταν ενός κρατικού μηχανισμού που έφθανε στο ίδιο επίπεδο (η και χειρότερο) με όσους είχαν προσβάλει βάναυσα ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια ή το κοινωνικό σύνολο.

Το υλικό το οποίο επιλέξαμε για το άρθρο αυτό προέρχεται από τέσσερεις πηγές: για την καποδιστριακή περίοδο, από συστηματική αποδελτίωση της «Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος» (1828 – 1831), δηλαδή της τότε Εφημερίδας της Κυβερνήσεως και από εξίσου συστηματική αποδελτίωση των φακέλλων της Γενικής Γραμματείας της Επικρατείας (είδους γραφείου του Πρωθυπουργού, με τα σημερινά δεδομένα), της ίδιας περιόδου, που βρίσκονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους.

Προμαχώνας Μιλτιάδη, οι φυλακές βαρυποινιτών στο Παλαμήδι.

Για την μετέπειτα περίοδο και μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, το υλικό προέρχεται από πλήρη αποδελτίωση του τοπικού τύπου της Αργολίδας καθώς και από άρθρα που εντοπίσαμε για το θέμα σε «Ημερολόγια» της εποχής (ειδικότερα, στο «Εθνικόν Ημερολόγιον» του Σκόκκου). Το ότι, για την δεύτερη περίοδο, στρέψαμε την προσοχή μας προς την Αργολίδα και, ειδικότερα, προς το Ναύπλιο, είναι, βέβαια, ζήτημα ερευνητικής επιλογής, παράλληλα όπως, ανταποκρίνεται και σε ένα δεδομένο: το Ναύπλιο αποτέλεσε, κατά την περίοδο αυτή, τον κύριο τόπο εκτελέσεων (γίνονταν στο Παλαμήδι, ενώ ο πύργος στη νησίδα Μπούρτζι χρησιμοποιόταν σαν κατοικία των δημίων). Η στάση, επομένως, της τοπικής κοινής γνώμης απέναντι στην εφαρμογή της θανατικής ποινής αποτελεί πολύτιμο κοινωνιολογικό «δείκτη» για την «υποδοχή» της στη χώρα μας.

 

Καποδιστριακή περίοδος

 

Μετά την έλευση του Καποδίστρια στην Ελλάδα (7 Ιανουαρίου 1828) και επί τρία, σχεδόν, χρόνια δεν φαίνεται να εκτελέσθηκε θανατική ποινή, τουλάχιστον σύμφωνα με τις πηγές που αναφέραμε. Είναι, μάλιστα, ενδιαφέρον να μνημονεύσουμε δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις, από τις οποίες η μία αφορά ανθρωποκτονία «εκ παραδρομής και απροσεξίας» και η δεύτερη μετατροπή θανατικής ποινής, ώστε να καταδείξουμε ποιο ήταν το γενικότερο πνεύμα της σωφρονιστικής πολιτικής κατά τα τρία, αυτά, χρόνια.

Στην πρώτη περίπτωση, του κατηγορουμένου Γεωρ. Παρασκευά, που είχε σκοτώσει τον Δημ. Γεωργίου, η Στρατιωτική Επιτροπή που δίκαζε, τότε, παρόμοια αδικήματα σύμφωνα με την διαταγή αρ. 457 του Καποδίστρια, αποφαίνεται στις 28 Φεβρουαρίου 1828 ότι, σύμφωνα με την απολογία του κατηγορουμένου, με μαρτυρικές καταθέσεις, αλλά και «παρατηρήσασα και τα συνοδεύοντα το έγκλημα περιστατικά», ο φόνος διαπράχθηκε «ουχί εκ προμελέτης» και τιμωρεί τον φονέα ως εξής: «καταδικάζει τον διαληφθέντα ένοχον… εις την εφεξής ποινήν κατά τον Μθ’ παράγραφον του κώδηκος των νόμων. Εξ ολόκληρους μήνας από της σήμερον να ευρίσκεται υπό παιδείαν, τους μεν πρώτους τρεις εξ αυτών φέρων άλυσσον εις τους πόδας να δουλεύη παστρεύων τας ακαθαρσίας της πολιτείας Ναυπλίου, εις στηλίτευσιν της κακίας και παράδειγμα των ατακτούντων, τους λοιπούς τρεις μήνας να μένη εις την φυλακήν κατά συνέχειαν». Ταυτόχρονα, το δικαστήριο επιβάλει και αποζημίωση προς όφελος της χήρας και του ορφανού του Δημ. Γεωργίου  ([1]).

Παλαμήδι: Από το 1890-1913 λειτούργησε σαν αποκλειστικό μέρος των εκτελέσεων με γκιλοτίνα.

Στη δεύτερη περίπτωση, με την αρ. 13317 πράξη του της 5 Ιουλίου 1829, ο Κυβερνήτης μετατρέπει θανα­τική ποινή, που είχε επιβληθεί από το Πρωτόκλητο Δικαστήριο των Δυτικών Σποράδων στον πλοίαρχο Κων. Καρά και στους «συντρόφους» του (υποθέτουμε για πειρατεία), θεωρώντας ότι «τα εγκλήματα τούτων είναι της σκληρός ανάγκης και των εκ του πολέμου δεινών, μάλλον, ή της κακής διαθέσεως αυτών αποτε­λέσματα˙ Λαβόντες οίκτον δια τας απόρους και αθλίας οικογενείας αυτών, απειλουμένας παντελή όλεθρον και καταστροφήν, εκτελουμένης της αποφάσεως». Σύμφωνα με την πράξη του Κυβερνήτη, οι καταδικα­σμένοι «απολύονται της θανατικής ποινής, αλλά θέλουν κρατείσθαι μέχρι δευτέρας διαταγής υπό φύλαξιν εις το εν Μονεμβασία φρούριον»  ([2]).

Μόλις προς το τέλος του έτους 1830 επισημαίνουμε, στην «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος», την πρώτη εκτέλεση  θανατικής  ποινής («κεφαλικής ποινής»). Συνολικά, τρεις φορές και μόνο τούς δύο τελευταίους μήνες του 1830 βρίσκουμε εκθέσεις εκτελέσεων ([3]), από τις οποίες η πρώτη γίνεται στη Σκόπελο, η δεύ­τερη στην Καλαμάτα και η τρίτη στα Σάλωνα.

Χαρακτηριστικό είναι ότι οι εκτελέσεις γίνονταν δημόσια, αφού ο μελλοθάνατος εγκλειόταν σε ναό της περιοχής μαζί με ιερέα, για συνεχή εξομολόγηση επί μία ημέρα, μετάνοια και συγχώρηση. Και στις τρεις περιπτώσεις εκτελεστές ήταν τρεις άνδρες της τοπικής φρουράς, που πυροβολούσαν εξ επαφής, ενώ ήταν παρούσες και οι τοπικές αρχές.

Τα αδικήματα, για τα οποία είχε επι­βληθεί η θανατική ποινή, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν, σήμερα, σαν ειδεχθή: κλοπή και, κατόπιν, φόνος τριπλός, στην πρώτη περίπτωση, τριπλός φόνος και ληστεία σε πλοίο («φονοπειρατία»), στη δεύτερη περίπτωση, και εξαιρετικά δόλια ανθρωποκτονία και ληστεία, στην τρίτη περίπτωση (με επιβαρυντικό το ότι ο δολοφόνος πήρε μέρος σε συνωμοσία για από­δραση κρατουμένων, μετά τη σύλληψή του). Ο Κυβερνήτης είχε αρνηθεί, και στις τρεις περιπτώσεις, να χορηγήσει χάρη. Από τις σχετικές εκθέσεις, που δημοσιεύθηκαν αυτούσιες στην «Γενική Εφημερίδα», μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η φύση του εγκλήματος και ο παραδειγματισμός ήταν τα αποφασιστικότερα κριτήρια για την τελική επιβολή της θανατικής ποινής.

Το περίεργο είναι ότι και οι τρεις εκτελέσεις γίνονται σε διάστημα 34 ήμερων (15, 28 Οκτωβρίου και 17 Νοεμβρίου 1830, αντίστοιχα). Τα εγκλήματα είχαν τελεσθεί στις 28 και 6 Μαρτίου 1830, και το 1826, αντίστοιχα. Δεν ξέρουμε αν οι τρεις εκτελέσεις ανταποκρίνονταν σε κάποιαν ιδιαίτερη σκοπιμότητα σωφρονιστικής πολιτικής της εποχής εκείνης. Η «Γενική Εφημερίς» δεν αναφέρει και καμία ιδιαίτερη κρίση, ούτε για την τυχόν αναγκαιότητα της ποινής, ούτε για τον τρόπο επιβολής της.

Από μια πρώτη αποδελτίωση του υπολοίπου τύπου της περιόδου αυτής δεν αποκομίζουμε άλλα στοιχεία για το θέμα. Μπορούμε, λοιπόν, να συμπεράνουμε ότι κατά την καποδιστριακή περίοδο η θανατική ποινή δεν εφαρμόστηκε συστηματικά (άλλωστε, μόλις ένα μήνα, σχεδόν, πριν από τη δολοφονία του, ο Κυβερνήτης μετέτρεψε σε «δεκαετή φυλακήν» άλλη θανατική καταδίκη ([4]) και, μάλιστα, να υποθέσουμε βάσιμα πως χρησιμοποιήθηκε μόνο σαν εντελώς εξαιρετικό μέτρο.

Παράλληλα, δεν διαθέτουμε βάσιμο και αντικειμενικό στοιχείο που να συνηγορεί για το ότι η ποινή αυτή και η εφαρμογή της βρήκαν συνεχή αποδοχή στον ελληνικό λαό: η εκτέλεση του Γεωργίου Μαυρομιχάλη, ενός από τους δολοφόνους του Κυβερνήτη, και η ομόθυμη αποδοχή της από τον λαό, υπήρξε μία εξαιρετική περίπτωση, που δεν είναι δυνατό να μας οδηγήσει σε γενικά συμπεράσματα.

 

Η μετέπειτα περίοδος (μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα)

 

Με την έλευση του Όθωνα, εισάγεται σαν τρόπος εκτελέσεως η λαιμητόμος ([5]) και καθιερώνεται το «λει­τούργημα» του δημίου. Σύμφωνα με εμπεριστατωμένο άρθρο του Μιχ. Λαμπρυνίδη για το θέμα ([6]), «η λαιμητόμος, άμα ως απεβιβάσθη εις Ναύπλιον, κατήρξατο πάραυτα του απαισίου αυτής έργου (…)». Η πρώτη θανατική εκτέλεση έγινε (δημόσια), στο προάστειο Πρόνοια του Ναυπλίου, με δήμιο Γάλλο και βοηθούς του ένα Βούλγαρο και έναν Ιταλό, και αποκεφαλίστηκε ο ληστοπειρατής Μητρομαργαρίτης. Αμέσως μετά η λαιμητόμος στάλθηκε στο Μεσολόγγι, όπου αποκεφαλίστηκαν εννέα ληστές, αφού προηγουμένως αντιστάθηκαν κατά των δημίων και τους κακοποίησαν.

Το γεγονός αυτό προκάλεσε και την άμεση αποχώρηση του Γάλλου δημίου, ο οποίος αντικαταστάθηκε από Αλβανό, που ορκίστηκε να «εκπληρεί ακριβώς το εμπιστευθέν εις αυτόν χρέος». Η επίσημη αυτή όρκισή του προκάλεσε, όπως γράφει ο Λαμπρυνίδης, «την αγανάκτησιν των Ορθοδοξούντων». Ο νέος δήμιος προέβη στην πρώτη του εκτέλεση στο Άργος (καρατόμηση τριών ληστών), «υπό τα όμματα πλήθους λαού, μετά ζωηράς συγκινήσεως και φρίκης παρακολουθήσαντος το απαίσιον θέαμα μεθ΄ ο οι εκτελεσταί του Νόμου, αποδοκιμαζόμενοι και λιθοβολούμενοι ωδηγήθησαν υπό ασφαλή στρατιωτικήν συνοδείαν εις Ναύπλιον και ενεκλείσθησαν εις το επιθαλάσσιον φρούριον, ένθα καθωρίσθη έκτοτε ο τόπος της παραμονής αυτών, μη επιτρεπομένης της εξόδου αυτών ή κατά τας εκτελέσεις».

Ο αλβανός δήμιος και ο αλγερινός βοηθός του, μετά οκταετή «υπηρεσία», θέλησαν να εγκαταλείψουν, μετά από σχετική άδεια, την Ελλάδα, με το «προϊόν του αιμοχαρούς αυτών επαγγέλματος»: μόλις απομακρύνθηκαν από την πόλη δολοφονήθηκαν, χωρίς κανείς ν’ αγγίξει τα χρήματά τους που, με τα πτώματά τους, ρίχτηκαν στη θάλασσα.

 

Εκτέλεση θανατικής ποινής με γκιλοτίνα, Γαλλία, 1793.

 

Ο Λαμπρυνίδης σημειώνει ότι «η έμφυτος αποστροφή του Έλληνος προς το απεχθές έργον του Δημίου περιήγαγεν επί αρκετόν χρόνον εις απεργίαν το νέον όργανον των θανατικών εκτελέσεων (…). Η τοιαύτη δυσχέρεια περί την στρατολογίαν των χειριστών της λαιμητόμου εξηνάγκασε την Κυβέρνησιν να προκαλέση την επιψήφισιν συμπληρωματικού Νόμου της 28ης Ιουνίου 1846, καθ’ ον «η θανατική ποινή εκτελείται δια της λαιμητόμου και δια τουφέκισμου ». Πλην και η πρόνοια αύτη της Πολιτείας προσέκοψε προ της ακάμπτου δυσφορίας των Ελλήνων στρατιωτών, αποστεργόντων να γένωνται όργανα εκτελέσεων κοινών καταδίκων όθεν εδέησε μετά πολλής δυσκολίας και δι’ υποσχέσεως προσθέτου αμοιβής κατά πάσαν αποκοπτομένην κεφαλήν καταδίκου να στρατολογώνται έκτοτε οι Δήμιοι μεταξύ των εξωλεστέρων δολοφόνων, των ορρωδούντων προ του ικριώματος». Και τελειώνει με την παρατήρηση ότι στα σαράντα, περίπου, πρώτα χρόνια της εφαρμογής της θανατικής ποινής με καρατόμηση, δεν βρέθηκε ούτε ένας από τους ληστές που εκτελέστηκαν να σώσει τη ζωή του, αποδεχόμενος το ρόλο του δημίου.

Η τελευταία αυτή παρατήρηση επιβεβαιώνεται και από μαρτυρίες ξένων που επισκέφθηκαν την Ελλάδα προς το τέλος του 19ου αι. αρχές του 20ου. Έτσι γ.π. ο Γκαστόν Ντεσάν ([7]) γράφει ότι «ποτέ δεν βρέθηκε στην Ελλάδα αξιοπρεπής άνθρωπος να γίνει δήμιος» και σημειώνει ότι ένας κατάδικος προτίμησε να εκτελεστεί παρά να γίνει δήμιος. Αλλά και στο μνημειώδες έργο των Μπώ – Μποβύ και Μπουασονά ([8]), αναφέρεται μία επίσκεψη που έγινε στο κατάλυμα του δημίου (Μπούρτζι) και δηλώνεται ότι ο δήμιος προκαλεί απέχθεια στους Έλληνες, ενώ σαν αριθμός εκτελέσεων κατ’ έτος στο Ναύπλιο (αποκλειστικός, τότε, τόπος εκτελέσεων) αναφέρεται εκείνος των εικοσιπέντε, κατά μέσον όρο, αποκεφαλισμών.

 

Παλαμήδι: Φωτογραφία από τις φυλακές, Φρεντ Μπουασονά, αρχές του 1900.

 

Ας προχωρήσουμε, όμως, στο ποια απήχηση είχε η εκτέλεση της θανατικής ποινής στον τοπικό τύπο της Αργολίδας, από το 1833 μέχρι το 1900. Τον Ιανουάριο του 1834 εκτελείται ένας κατάδικος για τριπλό φόνο, και η εφημερίδα «Σωτήρ» ([9]) εκθειάζει την γενναιότητά του, τόσο κατά τη δίκη όσο και κατά την εκτέλεσή του, χωρίς να αναφέρει το παραμικρό για τον τυχόν «παραδειγματισμό» του πλήθους (πράγμα που, κατά κανόνα, χαρακτηρίζει και τα επόμενα αποσπάσματα που θα αναφέρουμε). Η ίδια εφημερίδα αναφέρει αργότερα  ([10]) την πρώτη… απειλή απεργίας του δημίου στο Ναύπλιο, με αίτημα μισθολογική αύξηση που πέτυχε, τελικά, πράγμα που προκάλεσε περιφρονητικά σχόλια άλλης εφημερίδας (της «Αθηνάς») για τον υπουργό Κ. Σχινά.

Στον «Σωτήρα» των αρχών του 1835 ([11]) βρίσκουμε πρωτοσέλιδο άρθρο με τον τίτλο «Κατάργησις της ποινής του θανάτου» και με θέμα σχετική πρόταση βέλγου βουλευτή, που συνάντησε ευνοϊκή αντίδραση. Αναφερόμενος στη σχετική συζήτηση που έγινε στη βελγική Βουλή, αποκαλεί εχθρούς της προόδου τους οπαδούς της ποινής του θανάτου και καταλήγει: «ας ομολογήσωμεν ότι τοιαύτα επιχειρήματα είναι γελοιώδη, και όλως διόλου ανόητα. Και μ’ όλον τούτο τοιαύτα είναι τα κυριώτερα όπλα, τα όποια οι εχθροί των προόδων του ανθρωπίνου πνεύματος συνήθως μεταχειρίζονται δια να υποστηρίξουν τας τερατώδεις δοξασίας των, και να εμποδίσουν την ανάπτυξιν του πολιτισμού και όλων των φιλανθρώπων αρχών του αιώνος μας. Εις έλλειψιν του ορθού λόγου, προσφυέστερα δεν ημπορούν να εύρουν».

Ξύλινη λαιμητόμος της εποχής του Όθωνα. Εγκληματολογικό Μουσείο. Ιατρική Σχολή του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Με την επανάσταση κατά του Όθωνα, που άρχισε στο Ναύπλιο, ο «Συνταγματικός Έλλην» γράφει ότι «ο λαός, την εσπέραν της Δευτέρας έκαυσε την λαιμητόμον εν πομπή, δείξας το προς την θανατικήν ποινήν μίσος του. Έπραξε πράξιν αξίαν του ΙΘ’ αιώνος» ([12]). Είναι σαφής η επίδραση των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης, που ενέπνευσαν, άλλωστε, και τον κύκλο των δημοκρατικών της πόλεως, με επικεφαλής την Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου.

Λίγα χρόνια αργότερα, στην εφημερίδα του Ναυπλίου «Αργολίς» ([13]) δημοσιεύεται πεντάστηλο άρθρο του αργίτη δικηγόρου και ιστορικού Δημ. Βαρδουνιώτη, του άλλου σημαντικού ιστορικού του Νομού και σύγχρονου, σχεδόν, του Λαμπρυνίδη, με τον τίτλο «Περί της κηδείας των υφισταμένων την ποινήν του θανάτου».

Στο άρθρο καυτηριάζεται το ότι οι μελλοθάνατοι «μόλις φθάσωσι εις τον τόπον της καταδίκης κηδεύονται ζώντες και κατόπιν παραδίδονται εις τας χείρας του δημίου», καθώς και το ότι συνοδεύονται από ιερέα που συμμετέχει, έτσι, στη διαδικασία της εκτελέσεως, και σημειώνεται ότι « (…) ο ημέτερος Νομοθέτης, θεμένος ως βάσιν της ποινής την εκφόβησιν κατά την θεωρίαν του Φαϋερβάχ (…)’ η επιστήμη και η πείρα κατέδειξαν το επισφαλές της τοιαύτης θεωρίας, ήτις πολλάκις επιφέρει όλως άλλοια αποτελέσματα» (…). Αφού δεν δυνάμεθα να καταργήσωμεν την ποινήν του θανάτου, ας απλοποιήσωμεν τουλάχιστον αυτήν, συμφώνως προς τας ιδέας του χριστιανισμού, της φιλανθρωπίας και του σημερινού πολιτισμού».

Τον επόμενο χρόνο, στην ίδια εφημερίδα ([14]), διατυπώνεται το έξης σχόλιο (πρωτοσέλιδα) για την εκτέλεση τριών ληστών στο Μεσολόγγι: «Τα δυστυχή ταύτα όντα προσήχθησαν εις το σφαγείον με μεγίστην αυτών αταραξίαν και υπέστησαν τον αλγεινόν θάνατον ζητωκραυγάσαντα υπέρ του βασιλέως ημών και της δικαιοσύνης. Έως πότε η κοινωνία θα γίνηται θεατής τοιαύτης ανθρωποσφαγής;»

Αλλά και στην εφημερίδα «Ανεξαρτησία» του Ναυπλίου, δημοσιεύονται σχόλια το 1873 ([15]), στην αρχή σαφώς κατά της ποινής του θανάτου («οι ποινικολόγοι τι φρονούσι περί της εν Ελλάδι θανατικής ποινής; Αύτη συνέστειλε τα εγκλήματα ή τουναντίον επέτεινεν αυτά;»), έπειτα, όμως, μετά από μία μητροκτονία στα Κύθηρα, τάσσεται υπέρ της ποινής, ερχόμενη σε σύγκρουση με τον Βαρδουνιώτη που, στο φ. 194 της «Αργολίδος», ελεεινολογεί την ύπαρξή της «εις τον 19 αιώνα  υπερμεσούντα».

Η «Ανεξαρτησία» φαίνεται να εμμένει στην ίδια θέση όταν, το 1884([16]), παρατηρεί: «Αι θανατικοί εκτελέσεις εξακολουθούσιν, ή δε περιλάλητος λαιμητόμος μετά των θυμάτων και των δημίων περιέρχεται τα διάφορα μέρη. Πανταχόθεν αποκρούεται το μέτρον αυτό της Κυβερνήσεως η ποινή του θανάτου είναι αναγκαία, αλλ’ ανάγκη να εκτελήται αμέσως και σοβαρώς, άνευ βασάνων και αγριοτήτων». Είναι προφανές, και από προηγούμενα παρόμοια σχόλια της ίδιας εφημερίδας, ότι οι εκτελέσεις δεν γίνονταν «αμέσως» και «απλώς», από την αδεξιότητα, κυρίως, του δημίου, που ήταν, πλέον, έλληνας βαρυποινίτης, την εποχή εκείνη, ο Δ. Μπεκιάρης από το Άργος, ο οποίος μετά τη «θητεία» του διέπραξε και πάλι φόνο ([17]).

Θα τελειώσουμε με ένα γεγονός που, προς το τέλος του 19ου αι., το 1896, προκάλεσε αποτροπιασμό στην Αργολίδα, όπως φαίνεται από το άρθρο που θα μνημονεύσουμε, αλλά και όπως μαρτυρεί η προφορική παράδοση που ακόμα διασώζεται σε δύο, τουλάχιστον, αυτόπτες μάρτυρες που επιζούν στο Νομό. Τον Αύγουστο του 1896 εκτελούνται, δημόσια πάντα, στο Παλαμήδι δεκαπέντε κατάδικοι ληστές. Στην εφημερίδα «Δαναός» του Άργους και στο φύλλο της 8 Σεπτεμβρίου δημοσιεύεται πρωτοσέλιδο άρθρο, με τον τίτλο «Διδάγματα αποκεφαλισθέντων». Είναι το πρώτο (και τελευταίο) άρθρο στον τοπικό τύπο που μνημονεύει τον «διδακτικό» ρόλο της θανατικής ποινής, ενώ σημειώνεται ότι οι εκτελέσεις αυτές προκάλεσαν σχόλια του τύπου σε όλο τον κόσμο και δίνονται εκτενή αποσπάσματα δηλώσεων των «μετανοησάντων κακούργων».

Εκτέλεση θανατικής ποινής με γκιλοτίνα.

Στο ίδιο, όμως, φύλλο του «Δαναού» δημοσιεύεται και άρθρο του Βαρδουνιώτη, με τον τίτλο «Το Παλαμήδιον ως τόπος θανατικών εκτελέσεων», όπου το πνεύμα του γράφοντος είναι πολύ διαφορετικό, ενώ σημειώνεται πως οι εκτελέσεις προκάλεσαν εξέγερση των πνευμάτων στο Ναύπλιο, όπου οι κάτοικοι, με αναφορά τους, ζήτησαν «ν’ απαλλαγώσι τοιούτου άχθους και άγους» και προτείνουν να μεταφερθεί αλλού ο τόπος εκτελέσεων. Ο Βαρδουνιώτης συντάσσεται με την πρόταση αυτή και σημειώνει συγκεκριμένα ότι «είνε δε εσχάτη ασέβεια και άρνησις των ιερών και οσίων του Εθνικού εκείνου αγώνος η μεταβολή του Παλαμηδίου εις σφαγείοντων αποκεκηρυγμένων υπό της κοινωνίας κακούργων».

Στον ίδιο «Δαναό», την 25 Ιουλίου 1903, σε σχόλιο με αφορμή τις καρατομήσεις που συνεχίζονταν στο Παλαμήδι, σημειώνεται, πια, ότι «δυστυχώς ουδεμία παρατηρείται ελάττωσις της εγκληματικότητος ούτε με τας καρατομήσεις, ούτε με τας πολυχρονίους φυλακίσεις»: η ιδέα του ανώφελου και αντίθετου προς την πρόοδο θεσμού επεκτείνεται, πλέον, πολύ μακρύτερα και θίγει ένα άλλο θέμα που, στις μέρες μας, γίνεται και πάλι επίκαιρο στην Ελλάδα, τόσο για την συλλογιστική των ποινικολόγων όσο και για την κοινή γνώμη.

Με το υλικό που παρουσιάσαμε και σχολιάσαμε νομίζουμε ότι γίνεται καταφανές ότι η ποινή του θανάτου, κατά την περίοδο της καποδιστριακής διοικήσεως σπάνια εφαρμόστηκε, ασφαλώς από δυσπιστία των διοικούντων για την δήθεν αποτελεσματικότητά της, ενώ στη μετέπειτα περίοδο και μέχρι την αρχή του 20ου αιώνα δεν βρήκε ποτέ την αποδοχή της κοινής γνώμης του κυρίου τόπου εκτελέσεων και προκαλούσε συνεχώς πολύ σκεπτικισμό ως προς την αποτελεσματικότητά της. Άλλες μελέτες, προς ανάλογη κατεύθυνση, ασφαλώς θα μπορούσαν να μας δώσουν μια σφαιρικότερη εικόνα της κοινωνικής αντιδράσεως των Ελλήνων απέναντι στην ποινή του θανάτου. Η «δειγματοληψία», όμως, που παραθέσαμε δείχνει, νομίζουμε, επαρκώς ότι, από ιστορική και κοινωνική άποψη, βασικά η αντίδραση τους υπήρξε αρνητική.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Δικηγόρος – Ιστορικός – Πολιτικός Επιστήμονας

 

Υποσημειώσεις


[1] Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φύλλο της 10.3.1828.

[2] Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φύλλο της 11.9. 1829.

[3] Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φύλλα της 12.11.1828, της 17.12 και της 31.12.1830.

[4] Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φύλλο της 9.9.1831 η μετατροπή έγινε με διάταγμα της 21.8.1831.

[5] Ποινικός Νόμος της 18 Δεκεμβρίου 1833, άρθρο 5.

[6] «Ο ι πρώτοι δήμιοι εν Ελλάδι», στο «Εθνικόν Ημερολόγιον» του Σκόκκου, του 1916. Το άρθρο γράφηκε τον Μάιο του 1915, δηλαδή λίγο πριν από τον θάνατο του διακεκριμένου νομικού και ιστορικού του Ναυπλίου. Για τους πρώτους δημίους βλ. επίσης, Ανδρ. Σκανδάμη, «Οι τελευταίοι έλληνες δήμιοι στο Μπούρτζι» (εφημ. «Ο τύπος της Αργολιδοκορινθίας», της 15 Μαρτίου και 6, 13 και 20 Απριλίου 1958), καθώς και Μιχ. Κ. Πετροχείλου «Το Μπούτρζι» (στο περιοδικό «Αμυμώνη», αρ. 13/1961).

[7] Gaston Deschamps: «La Grèce d’au­jourd’hui», Παρίσι, 1897, σελ. 169.

[8] Daniel Baud – Bovy και Fred. Bois­sona s : «La Grèce par monts et par vaux», Αθήνα – Γενεύη, 1910, σελ. 54.

[9] Φύλλα της 14 και 21.1.1834.

[10] Φύλλο της 19.8.1834.

[11] Φύλλο της 7.3.1835.

[12] Φύλλο της 23.2.1862.

[13] Φύλλο της 2.5.1870.

[14] Φύλλο της 14.1.1871.

[15] Φύλλα των 24 Φεβρουαρίου, 3 Μαρτίου, 5 Μαΐου και 12 Ιουνίου 1873.

[16] Φύλλο της 6.7.1884.

[17] Εκτενές σχετικό άρθρο στην «Αργολίδα» της 12.5.1886.

 

Πηγή


  • Βασίλη Κ. Δωροβίνη, Θανατική ποινή: Η πρώτη εφαρμογή και «υποδοχή» της στη νεότερη Ελλάδα, «Νομικό Βήμα», τεύχος 29, Αθήνα, 1981.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Εικόνες του Ναυπλίου από τον πόλεμο και την κατοχή


 

 Τα καταφύγια του Ναυπλίου το 1940 – Ο βομβαρδισμός των συμμαχικών πλοίων στην περιοχή Καραθώνας – Αληθινές πολεμικές ιστορίες – Η μάχη της Κρήτης δια μέσω του Ναυπλίου – Κατοχή, Χριστούγεννα στο Ναύπλιο – Η απελευθέρωση του Ναυπλίου την 14η Σεπτεμβρίου 1944 – Η είσοδος του ΕΛΑΣ στο Ναύπλιο.

 

Τα καταφύγια του Ναυπλίου το 1940

 

Παρότι έχουν περάσει έξι περίπου δεκαετίες πιστεύω πως ήσαν πρό­σφατα. Ήμουν παιδί στην τετάρτη Δημοτικού στην Πρόνοια. Δεν πέρναγε από το μυαλό μου ότι η Ελλάδα πήγαινε για πόλεμο. Οι εφημερίδες της εποχής έγραφαν για επιστρατεύσεις συγγενών και άλλα, που τα διάβαζαν οι γονείς μας. Στις 28 Οκτωβρίου 1940, ημέρα Δευτέρα στις 8 το πρωί που πήγαμε στο σχολείο, η διευθύντρια κ. Ιωάννα Βαρκάντζα μας ανακοίνωσε κλαίγο­ντας πως δεν θα κάναμε μάθημα για λίγες μέρες, γιατί μας κήρυξαν οι Ιτα­λοί τον πόλεμο. Αρχίσαμε εμείς τα μικρά παιδιά των 10 και 12 χρονών να ζητωκραυγάζουμε. Οι καμπάνες χτυπούσαν στις εκκλησίες της Αγίας Τριάδας, της Ευαγ­γελίστριας και της πόλης του Ναυπλίου. Ο λαός έβαλε τις εθνικές σημαίες στα μπαλκόνια. Όλοι το έλεγαν «η Ιταλία μας κήρυξε τον πόλεμο».

Ναύπλιο. Δρομόσκαλα στην Παλιά Πόλη. Δημοσιεύεται στο Γ. Ρούβαλης, Οι Πέτρες και οι Άνθρωποι. Μικροϊστορία του Ναυπλίου.

Την ίδια μέρα έφθασαν οι επίστρατοι στο Ναύπλιο, επίστρατοι από όλη την Πελοπόννησο. Εδώ ήταν η έδρα του 8ου Συντάγματος Πεζικού. Δι­οικητής ήταν ο Συνταγματάρχης Δημήτριος Μπασακίδης. Από εδώ που πα­ρουσιάστηκαν έφυγαν για το Αλβανικό μέτωπο. Το Ναύπλιο γέμισε με νέ­ους άντρες 25 έως και 45 χρονών. Οι κάτοικοι του Ναυπλίου βοηθούσαν πρόθυμα αυτούς που παρουσιάζονταν, όλα τα σημεία της πόλης είχαν γί­νει κέντρα παρουσίασης. Όπως οι αποθήκες του Καταγά και το παλαιό γυ­μναστήριο, που είχε κάτι ξύλινες αποθήκες για αποδυτήρια. Στον σιδηροδρομικό σταθμό μεγάλη κίνηση. Ο σταθμός ήταν στις δόξες του. Κάθε ώρα έφευγε μια αμαξοστοιχία για την Αθήνα και κατό­πιν προς βορράν.

Ο πόλεμος με τους Ιταλούς κράτησε πέντε μήνες. Για μας τους Έλληνες ήταν νικηφόρος. Στη περιοχή της Βορείου Ηπείρου ο στρατός μας έγραψε ιστορικές σελίδες δόξας και όλος ο κόσμος έμεινε έκπληκτος. Αλλά τον Απρίλιο του 1941 ενεπλάκησαν στον πόλεμο οι Γερ­μανοί κατά της Ελλάδος. Τότε κατέλαβαν οι Γερμανοί την Ελλάδα, μετά από σθεναρή αντίσταση του στρατού μας και άρχισε η Κατοχή της Ελλά­δας από τους Ιταλούς και τους Γερμανούς, με όλα τα φοβερά δεινά που προκάλεσε. Η Ελλάδα έπαιξε κύριο και αποφασιστικό ρόλο στην ιστορία του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Στις πρώτες μέρες, μετά την κήρυξη του πολέμου από την Ιταλία, στην πόλη μας, όπως και σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας, ετέθη σε εφαρμογή το σχέδιο πολιτικής αεράμυνας. Δηλαδή της προφύλαξης του πληθυσμού κάθε πόλης από πιθανούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς, που δεν ήταν και λίγοι, όπως σε μεγάλες πόλεις, Πάτρα, Πειραιάς, Κέρκυρα και άλλες.

Για τον λόγο αυτό στο Ναύπλιο ετοποθετήθη σειρήνα στην ταράτσα του Δικαστικού Μεγάρου και καθορίστηκαν τα εξής καταφύγια: Προϋπήρχαν το καταφύγιο στον Αγιάννη, στη σπηλιά της κυρά-Καλλιόπης, όπως ξέραμε. Καταφύγιο στο υπόγειο της Εθνικής Τράπεζας. Στην ντάπια της Αρβανιτιάς στην υπόγεια σήραγγα, με είσοδο στη γωνία της στροφής του δρόμου προς την Ακροναυπλία, όπου είναι και σήμερα ορατή η είσοδος και έξοδος στο παλαιό γυμναστήριο, όπου τώρα το πάρκο του Σταϊκοπούλου. Και ως το τέλος Δεκεμβρίου 1940 έγινε και άλλη έξοδος, έργο εξόδου προς την οδό Συγγρού και τη Ζυγομαλά, στα παλιά χασάπικα. Επίσης για καταφύγιο εχρησιμοποιούντο η καμάρα στο δρόμο της Αρβανιτιάς, η σπηλιά κάτω από το βράχο του Παλαμηδιού, η σπηλιά στην Παναΐτσα, στη σπηλιά στο ύψωμα Ευαγγελιστρίας, τα λαγούμια όπως ξέ­ρουμε. Επίσης ένα μεγάλο καταφύγιο φυσικό ήταν στον Προφήτη Ηλία.

Με πρωτοβουλία της Στρατιωτικής διοίκησης Ναυπλίου σκάφτηκαν χαρακώ­ματα στα Πέντε Αδέλφια, στον Ψαρομαχαλά, βάθους ενάμισυ μέτρου και πλάτους ενός μέτρου. Στην πλατεία Συντάγματος σκάφτηκαν χαρακώματα κατά τρόπον τριγωνικό από την οδό Κωλέτη μέχρι την οικία Ρούσσου, στην επάνω γωνία της Εθνικής Τράπεζας. Κατά τον αυτό τρόπο έγιναν και στην πλατεία Τριών Ναυάρχων μπροστά στα σχολεία και στην πλατεία Εθνοσυνελεύσεως, στην Πρόνοια. Επίσης και στην πλατεία Αγίου Νικολά­ου είχε ανασκαφεί υπερυψωμένο παρόμοιο καταφύγιο. Για καταφύγια επί­σης χρησιμοποιούντο και σπίτια στους πρόποδες του Παλαμηδιού, όπου με το άκουσμα της σειρήνας γέμιζαν από κόσμο, των πιο κάτω συνοικιών.

Όπως είπαμε, στην ταράτσα του Δικαστικού μεγάρου είχε τοποθετη­θεί μεγάλη σειρήνα, ύψους τριών μέτρων, σε βάση με σιδερένια πλαίσια, ό­που με το άκουσμά της έτρεχε ο κόσμος στα προαναφερθέντα καταφύγια. Στο πολεμικό μουσείο Ναυπλίου σε μια αίθουσα, που έχει ειδικά δια­μορφωθεί, υπάρχουν το ονόματα των Ναυπλιωτών, που έπεσαν ηρωικά κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, όπως και ο χρόνος αλλά και ο τόπος που πέθαναν.

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Τα Νέα της Αργολίδας», Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2001)

 

Ο βομβαρδισμός των συμμαχικών πλοίων στην περιοχή Καραθώνας

 

Μετά την εμπλοκή των Γερμανών στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και την κατάρρευση της αντίστασης των ελληνικών δυνάμεων, άρχισε η ραγδαία προέλαση των Γερμανών προς όλη την Ελληνική επικράτεια, καταλαμβά­νοντας τη μια πόλη μετά την άλλη, από τη βόρεια Ελλάδα προς το νότο. Στην ευρύτερη περιοχή της Πελοποννήσου, βρίσκονταν πολλές συμμα­χικές δυνάμεις, Άγγλοι, Νεοζηλανδοί κ.ά. με την εντολή να συγκεντρωθούν στο Ναύπλιο, προκειμένου ν’ αναχωρήσουν για τη Μέση Ανατολή και την Κρήτη, για να μην πέσουν στα χέρια των Γερμανών. Μετά τις 25 Απριλί­ου 1942, κατέπλευσαν στο Ναύπλιο, τρία μεγάλα συμμαχικά οπλιταγωγά, που αγκυροβόλησαν στ’ ανοικτά του Ναυπλιακού κόλπου προς την Καραθώνα, όπου μάλιστα το ένα κόλλησε στα αβαθή νερά της περιοχής.

«Ulster Prince», τον Απρίλιο του 1941, βυθίστηκε στον κόλπο του Ναυπλίου.

Οι Γερμανικές υπηρεσίες έμαθαν τις προθέσεις των συμμάχων και από τις 26 του μηνός κιόλας άρχισαν σφοδρές επιθέσεις με «Στούκας» προκειμένου να ματαιώσουν την αναχώρηση των συμμάχων. Τις μέρες εκείνες, πολλές ναυπλιώτικες οικογένειες κατέφυγαν στην Καραθώνα, όπου έζησαν στιγμές αγωνίας και είδαν το χάρο με τα μάτια τους. Θυμάμαι την οικογένεια του Βαγ. Χαραλάμπους ή Κουτσομύτη, του Σπυρ. Νίκα, Γεωρ. Μακρή και άλλων πολλών από την Πρόνοια. Στις 27 Απριλίου, ολοκληρώθηκαν οι βομβαρδισμοί και καταστράφη­καν τα τρία πλοία, αφού όμως πρώτα έπληξαν ένα γερμανικό «στούκας», που έπεσε στην περιοχή του Προφήτη Ηλία. Τις μέρες αυτές, στο Ναύπλιο είχαν συγκεντρωθεί Άγγλοι στρατιώτες, συγκεκριμένα στην περιοχή της Αγ. Παρασκευής, που μας εντυπωσίασαν με την ψυχραιμία που αντιμετώπιζαν τα γεγονότα.

Στο τέλος, για να μην πά­ρουν οι Γερμανοί λάφυρα τα πολλά στρατιωτικά αυτοκίνητα, έβαζαν μπρο­στά τις μηχανές και τα έριχναν από το ύψος της στροφής του Παλαμηδίου στο γκρεμό προς την Καραθώνα, και έτσι τα κατέστρεψαν. Μετά τον βομβαρδισμό των πλοίων, άρχισαν να βγαίνουν στην αμ­μουδιά της Καραθώνας άλογα άριστης ράτσας του Αγγλικού ιππικού και ανηφόριζαν προς τα βουνά. Πολλοί φτωχοί κάτοικοι συνέλεξαν κάποια απ’ αυτά, μόλις πληροφορήθηκαν το γεγονός. Στις γύρω αμμουδιές, από τον Αγ. Κωνσταντίνο μέχρι το τέλος, στο μώλο, είχαν εκβρασθεί πτώμα­τα Άγγλων και Νεοζηλανδών στρατιωτών, που είχαν σκοτωθεί κατά τους βομβαρδισμούς. Δυστυχώς αυτό το μακάβριο και φριχτό θέαμα το έζησαν όσοι είχαν καταφύγει στην Καραθώνα και μαζί μ’ αυτούς και η οι­κογένειά μου.

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», 27-28 Απριλίου 1996)

 

Αληθινές πολεμικές ιστορίες

 

Αντίκρυ στην 28η Οκτωβρίου 1940 πυργώθηκε η 6η Απριλίου 1941, όταν η μεγάλη σύμμαχος των ηττημένων εχθρών μας εισέβαλε στην Ελλά­δα για να τους σώσει. Είναι πεπρωμένο ο μαρτυρικός αυτός τόπος να γί­νεται, όταν οι ώρες είναι κοσμοϊστορικές, οργισμένοι οι καιροί της Ιστο­ρίας, δοξασμένος Γολγοθάς και μαζί ο Ιερός Φάρος για τη διάλυση του πνιγηρού σκότους ολόκληρης της ανθρωπότητας. Μετά λοιπόν την εμπλο­κή των Γερμανών στον ελληνοϊταλικό πόλεμο στις αρχές Απριλίου 1941 και την καταφανή υπεροχή τους, ο ελληνικός στρατός αμυνόταν «επί πα­τρίου εδάφους» κατά τρόπο ηρωικό στην περιοχή του όρους Μπέλες, όπου βρίσκονταν τα περιβόητα οχυρά Μεταξά. Δόθηκαν σκληρές μάχες με σοβα­ρές απώλειες και από τις δυο πλευρές, τον ηρωισμό όμως των Ελλήνων παραδέχτηκαν οι Γερμανοί, αφού είχαν εμποδιστεί από τους ήρωες Έλληνες στρατιώτες.

Προέλαση των Γερμανικών στρατευμάτων προς το νότο. Φωτογραφία: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο Bundesarchiv.

Στην προέλασή τους προς νότο, οι Γερμανοί κατέλαβαν πολλές πόλεις της Β. Ελλάδας, οδεύοντας προς την Αθήνα χωρίς σχεδόν καμιά αντίσταση απέναντι στη διαμορφούμενη κατάσταση. Η κυβέρνηση των Αθηνών υπό τον Εμ. Τσουδερό τότε, ο βασιλιάς Γεώργιος και τα υπό­λοιπα μέλη της βασιλικής οικογένειας αναχώρησαν στην Κρήτη, παίρνο­ντας μαζί και τον χρυσό από τα υπόγεια της Τράπεζας της Ελλάδας, που φορτώθηκε σε αντιτορπιλικό, για να μην πέσει στα χέρια του εχθρού. Οι Γερμανοί έφθασαν στην Αθήνα στις 26 Απριλίου, όπου όρκισαν κυβέρνηση υπό τον στρατηγό Τσολάκογλου, που υπέγραφε ανακωχή με τους κατακτητές, προς μεγάλη απογοήτευση των Ελλήνων μαχητών.

Στο μεταξύ, οι πρώτες φήμες για κατάληψη της Αθήνας, κατόπιν των Μεγάρων και της Κορίνθου, αιφνιδίασαν τους κατοίκους του Ναυπλίου, αφού ήταν βέβαιο ότι σε δυο-τρεις μέρες θα ερχόταν και η σειρά της. Όπως σε άλλο κείμενο έχει σημειωθεί, ικανός αριθμός Άγγλων, Νεοζηλανδών, Καναδών στρατιωτών, είχε συγκεντρωθεί στην περιοχή με την ελπίδα μέσω θαλάσσης ν’ αναχωρήσουν από Ναύπλιο ή Τολό για Κρήτη και Αίγυπτο. Η επιχείρη­ση αυτή ματαιώθηκε, αφού τρία μεγάλα μεταγωγικά πλοία που ήταν ανοι­χτά του λιμανιού επλήγησαν από γερμανικά «Στούκας».

Στο Ναύπλιο εισέβαλαν οι Γερμανοί το απόγευμα της 28ης Απριλίου 1941. Στην είσοδο της πόλης, στη «Γλυκειά», υποδέχτηκαν αυτούς ομάδα συμπολιτών που απαρ­τιζόταν: από τον τότε νομάρχη Αργολιδοκορινθίας Αντ. Λεμπέση, τον ελληνογερμανό διερμηνέα Νικ. Λειβαδίτη, τον τότε διοικητή Χωροφυλακής Ζαμβράκη και τον γερμανόφιλο στρατιωτικό διοικητή Ραζή, τον οποίο αρ­γότερα οι Γερμανοί προώθησαν σε στρατιωτικό διοικητή Αθηνών. Ο τότε δήμαρχος Γ. Μηναίος δεν παρευρέθηκε, τον οποίον έπαυσαν αμέσως για τη στάση του.

 

Ναύπλιο. Το ξενοδοχείο «Νέον», δεκαετία 1930. Δημοσιεύεται στο Γ. Ρούβαλης, Ναύπλιον, Σπηλιάδου 1.

 

Εισερχόμενοι στη νεκρή πόλη με επικεφαλής μοτοσικλετιστές, ακολουθούμενοι από καμιόνια και τανκς, σταμάτησαν στο Δικαστικό Μέ­γαρο. Τότε ο επικεφαλής Γερμανός αξιωματικός, κοιτάζοντας τα σκαλιά του Παλαμηδιού, έδωσε σε ομάδα στρατιωτών τη Γερμανική σημαία και αυτοί ύψωσαν τη σβάστικα στον ιστό του ιστορικού φρουρίου. Κατόπιν, κατευθύνθηκαν στην παραλία, στα ξενοδοχεία Μ. Βρετανία και Νέον, Μπούρτζι και στο αρχοντικό του Μ. Μανουσάκη, που τα επίταξαν, μαζί με άλλα αξιόλογα κτίρια της πόλης μας. Αυτά όλα είχαν ως αποτέλεσμα την επικράτηση ενός κλίματος φοβίας και τρόμου απέναντι στους βάρβαρους κατακτητές. Άλλαξε ο τρόπος ζωής, η καθημερινότητα του Ναυπλίου, αφού οι Γερμανοί επέβαλλαν τους παρα­κάτω περιοριστικούς όρους: απαγόρευση κυκλοφορίας από τις 6:00 το βράδυ ως τις 7:00 το πρωί, απαγόρευση συγκέντρωσης ομάδων πολιτών πάνω των δυο ατόμων και ποινή τουφεκισμού για όσους πολίτες έκρυβαν Άγγλους στρατιώτες. Κατάσχεση οχημάτων, κατάληψη του Τηλεγραφείου στην Πλ. Συντάγματος, του Σιδηροδρομικού Σταθμού, κλπ. Έτσι περίπου έχει η κατάληψη του Ναυπλίου από τον στρατό κατο­χής, που κράτησε ως το τέλος του πολέμου, 1200 μέρες περίπου.

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», 7 Μαΐου 1997)

 

Η μάχη της Κρήτης δια μέσω του Ναυπλίου

 

Για τη μάχη της Κρήτης, που άρχισε με τη Γερμανική αεροπορική επίθεση εναντίον του νησιού και υπήρξε ορόσημο του Β’ παγκοσμίου πο­λέμου, τις 20 Μαΐου 1941 έχουν γραφεί πολλά, έχουν εκδοθεί βιβλία, από ανθρώπους που είχαν λάβει μέρος στην όλη αυτή επιχείρηση, Γερμανούς, Άγγλους, Έλληνες, Νεοζηλανδούς κ.ά. και έχουν αναφερθεί λεπτομερώς στην καταγραφή των γεγονότων, τις μεγάλες απώλειες που είχαν οι Γερ­μανοί σε στρατό και αεροπλάνα, ως και οι συμμαχικές και ελληνικές δυ­νάμεις, όπως και μαχητές της Κρήτης. Για τη σπουδαιότητα που είχε για τον Χίτλερ η κατάκτηση της Κρήτης, αφού για το σκοπό αυτό έστειλε εκεί να πολεμήσουν, τους θαυμάσια εκπαιδευμένους και αφοσιωμένους αλεξιπτωτιστές της 7ης Αερομεταφερόμενης Γερμανικής Μεραρχίας, το Άνθος της Γερμανικής Νεολαίας, όπως την έλεγαν. Για τους διακριθέντες λοιπόν και πεσόντες κατά τη μάχη της Κρήτης ο Χίτλερ καθιέρωσε το ανώτατο παράσημο Ανδρείας με την επωνυμία «ΚΡΗΤΗ».

Τώρα ως προς τη συμμετοχή του Ναυπλίου στην όλη αυτή επιχείρη­ση, είμαι σε θέση να σας γνωρίσω τα πιο κάτω αναφερόμενα: Ως γνωστό αεροδρόμια από τα οποία απογειώνονταν τα μεταγωγικά Γιούνκερς με τους αλεξιπτωτιστές και μαχητικά Στούκας που βομβάρδιζαν, ήταν τα α­εροδρόμια Ελευσίνας, Μεγάρων, Χασανίου και του Άργους. Φυσικά όλη η ηπειρωτική Ελλάδα είχε καταληφθεί από τις 26 Απριλίου, από τους Γερμανούς, όπως και το Ναύπλιο στις 28 Απριλίου, όπου τμήματα αυτών έμειναν στα Ξενοδοχεία Μ. Βρετανίας, Νέον και άλλα παραδοσιακά κτί­ρια της πόλης μας. Οι Γερμανοί πιλότοι των αεροπλάνων που ήταν στο αεροδρόμιο Άργους, όλοι τους επίλεκτοι αξιωματικοί της Γερμανικής Αεροπορίας, έμε­ναν στο ξενοδοχείο τότε Μπούρτζι και κάθε πρωί ξεκινούσαν με στρατιω­τικά καμιόνια για το Άργος προκειμένου να ριχτούν στην κατά της Κρή­της μάχη.

 

Ναύπλιο, Μπούρτζι.

 

Τα βράδια που έμεναν στο Μπούρτζι οι Γερμανοί πιλότοι αξιω­ματικοί, επιδίδονταν σε χορευτικές βραδιές, τραγουδώντας το θρυλικό «Λιλή Μαρλέν» πίνοντας μπύρες, και άλλα ποτά, ώσπου την άλλη μέρα πε­τώντας από το Άργος για την Κρήτη περνούσαν σύριζα πάνω από το Μπούρτζι περνώντας την Ακροναυπλία και χάνονταν στο πέλαγος. Η παρέα λοιπόν των Γερμανών πιλότων αρχικά ήταν περίπου 30 άτομα, κά­θε μέρα όμως γινόντουσαν λιγότεροι λόγω των μεγάλων απωλειών που εί­χαν στο Νησί. Κάθε βράδυ στο Μπούρτζι αναρωτιώντουσαν που είναι ο Χάνς, ο Πίτερ, ο Φρίτς κ.λπ., ώσπου ως το τέλος Μαΐου που ολοκληρώ­θηκε η κατάληψη της Κρήτης, στην παρέα των επίλεκτων αυτών Γερμανών πιλότων είχαν μείνει καμία δεκαριά. Τα πιο πάνω σχετικά με το «Μπούρτζι» μου τα είχε διηγηθεί ο αείμνηστος Καπετάν Πάνος Βασιλείου ή Μπεντζένης, που ήταν από το 1938 έως το 1970 πλοηγός του καϊκιού μεταξύ Μπούρτζι και λιμανιού…

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», 5-6 Ιουνίου 1999)

 

Κατοχή, Χριστούγεννα στο Ναύπλιο

 

Τα Χριστούγεννα του 1941 στο Ναύπλιο ήταν τα πρώτα που έγιναν υπό την κατοχή των Γερμανών. Έχουν περάσει πέντε μήνες από την εί­σοδο των Γερμανών στην Ελλάδα και ο χειμώνας ήταν ιδιαίτερα δριμύς, είχε πέσει και χιόνι. Στο Ναύπλιο και την ευρύτερη περιοχή τα πράγμα­τα ήταν ελαφρώς καλύτερα από άλλες περιοχές της χώρας σ’ ότι αφορά την διαβίωση.

Στα χωριά της Ναυπλίας όλο και υπήρχε κάποια γαλοπούλα ή κοτό­πουλο ή αρνάκι βοσκής. Επίσης στις παρυφές της πόλης, στη Πρόνοια στους πρόποδες του Παλαμηδίου, την Ευαγγελίστρια, Αγία Παρασκευή, Πολύγωνο, σ’ όλες αυτές τις γειτονιές συνήθιζαν να έχουν κάποιες κότες ή γαλοπούλες. Θέλω να πω ότι οι συμπολίτες μας αυτοί ήταν από τους τυχερούς που είχαν ένα φαγητό για να χαρούν τα Χριστούγεννα. Στα μαγαζιά του Ναυπλίου δεν υπήρχαν τρόφιμα παρά ελάχιστα. Στα κρεοπωλεία αντί για κρέατα τις παραμονές των Χριστουγέννων έβλεπες να κρέμονται λαχανίδες. Τα κρεοπωλεία της Πρόνοιας ήταν γεμάτα από αυ­τές. Στου Ηλία Ξυλά, Αναστάσιου Κούτρη και Βαγγέλη Μπουρέκα γεμάτα λαχανίδες.

Αν είχαν κανένα χοντρό κρέας, αυτό πουλιόταν στη μαύρη α­γορά, όπως συνηθιζόταν τότε. Στα μπακάλικα της πόλης η ίδια κατάσταση. Άδεια ράφια. Ούτε ζάχαρη, ούτε αλεύρι, τίποτα. Ευτυχώς που υπήρχε ο Ερυθρός Σταυρός, που είχε πάρει τουλάχιστον μέτρα για τους απόρους. Στη Μητρόπολη λειτουργούσε υπηρεσία που τους βοηθούσε, με λίγο γάλα και ζάχαρη.

Στο παντοπωλείο του Κουλουρίδη στον Άγιο Σπυρίδωνα μοίραζαν με δελτίο από 100 δράμια ζάχαρη, μισή οκά αλεύρι, 100 δράμια μέλι για κά­θε άπορη οικογένεια, ενώ στον Δανιγγέλη στην Πρόνοια μοίραζαν 100 δρά­μια ρετσίνα. Στη παραλία, δίπλα στο τελωνείο, λειτουργούσαν συσσίτια για τους απόρους. Το μενού ήταν φασόλια χωρίς λάδι, ρεβύθια, φακές, μπουλουγούρι. Και εδώ την οργάνωση είχαν αναλάβει οι κυρίες του Ερυθρού Σταυ­ρού, οι οποίες εκτελούσαν έργο θεάρεστο. Μερικών δε θυμάμαι και σήμε­ρα τα ονόματα. Ήταν οι κυρίες Κατίνα Κωστούρου, Πόπη Παπαδάκη, Ολυμπίου, Παπαντωνίου, Χαρμαντά, Δέσποινα Κατσίκα. Μαγείρισσες ήταν η Λουκία Μπόμπου, η Φρόσω Καράγιωργα και η Ελένη Ρόζη από την Πρόνοια. Το θρησκευτικό αίσθημα των Ναυπλιωτών πάντως ήταν ακμαίο. Την Παραμονή των Χριστουγέννων κατά ομάδες ή μεμονωμένα έψαλλαν τα κά­λαντα σ’ όλη την πόλη. Οι εκκλησίες ήταν από νωρίς το πρωί κατάμεστες από κόσμο.

 

Η απελευθέρωση του Ναυπλίου την 14η Σεπτεμβρίου 1944

 

Ύστερα από την προώθηση των Γερμανικών Στρατιών στο ρωσικό μέτωπο οι μέρες παραμονής των κατακτητών στην Ελλάδα ήταν μετρη­μένες. Η απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία ήταν η «χαριστική βολή» για τους Γερμανούς, οι οποίοι άρχισαν σιγά-σιγά να αποσύρουν το στρα­τό τους από τα κράτη που είχαν καταλάβει, κατά τη διάρκεια του επεκτατικού τους πολέμου. Από την Ελλάδα άρχισαν να φεύγουν μετά από τέσσαρα χρόνια τριπλής κατοχής – αφού είχαν συμμάχους τους, τους Βουλγάρους και Ιταλούς –  τα πιο τραγικά ύστερα από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους. Η χώρα ήταν εξαθλιωμένη και οι φρικτές επιπτώσεις της Κατοχής θα έμεναν για πολλά χρόνια ανεξίτηλα τυπωμένες στις μνήμες όσων τις έζη­σαν: πείνα, στερήσεις, κακουχίες, βομβαρδισμοί, συλλήψεις, εκτελέσεις πα­τριωτών.

Στην περιφέρειά μας, ήταν ευρύτατα αισθητή η παρουσία του στρατού κατοχής, όπως από τις αρχές του 1944 διαφαινόταν πολύ έντονα η τάση φυγής των Γερμανών από την Ελλάδα. Αυτό άλλωστε επαληθευόταν από την αισθητή μείωση του αριθμού των στρατιωτικών τους δυνάμεων. Ειδικά στην πόλη μας, οι Γερμανοί φαίνεται πως ήθελαν να αφήσουν φεύγοντας τα σημάδια της τυρρανικής παρουσίας τους: είχαν λοιπόν αρχί­σει από τον Ιούνιο δήθεν οχυρωματικά έργα, σ’ όλο το μήκος της παρα­λίας από τον τότε βάλτο – κοντά στο σημερινό γήπεδο – μέχρι το φανάρι. Το έργο είχε ανατεθεί στον πολιτικό μηχανικό Δ. Ρουμελιώτη και το προ­σωπικό που θα απασχολιόταν εκεί ήταν Έλληνες εργάτες, υπό την επίβλε­ψη του τελευταίου τότε στρατιωτικού διοικητή Α. Μύλλερ.

Το έργο βέβαια αυτό δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά ένα σατανικό σχέδιο δολιοφθοράς: δηλα­δή, τοποθέτηση υπόγειων καλωδίων και εκρηκτικών υλών προκειμένου φεύγοντας οι Γερμανοί να ανατινάξουν μέρος του λιμανιού της πόλης.

Οι συμμετέχοντες τότε στο έργο Έλληνες, με επικεφαλής τον εργολά­βο σκέφτηκαν πατριωτικά: θα εκτελούσαν το έργο κατά ένα μέρος όμως. Δε θα έβαζαν δηλαδή την απαιτούμενη εκρηκτική ύλη για την καταστροφή του λιμανιού. Το σχέδιο του Γερμανού διοικητή το έμαθαν οι τότε τοπικοί παράγοντες, οι οποίοι με γρήγορη παρέμβασή τους προσπάθησαν να περι­σώσουν ότι μπορούσαν. Έτσι λοιπόν, χαράματα της 14ης Σεπτεμβρίου, ημέρας του Τιμίου Σταυρού, ακούστηκαν εκκωφαντικοί κρότοι από τις ανατινάξεις. Μια από αυτές έγινε και στο ιστορικό ρολόι της πόλης μας, στην Ακροναυπλία. Βέ­βαια στο λιμάνι, οι εκρήξεις ήταν απανωτές, ανά 15-20 μέτρα, ευτυχώς όχι με τα καταστρεπτικά αποτελέσματα στην έκταση που προέβλεπε το αρχικό σχέδιο των Γερμανών.

Από την 6η πρωινή, οι κατακτητές άρχισαν να αναχωρούν οδικώς μέσω Άργους και Κορίνθου προς την Αθήνα, αφού πρώτα υπέστειλαν την Γερμανική Σημαία από το Παλαμήδι και το Μπούρτζι. Ο τελευταίος Γερ­μανός αξιωματικός παρέδωσε την πόλη στον εκπρόσωπο του Τάγματος Ασφαλείας Ναυπλίου ισόβαθμο του τότε ανθυπασπιστή Παναγιώτη Κολιόπουλο. Οι κάτοικοι του Ναυπλίου, με ανάμεικτα συναισθήματα χαράς και λύ­πης για τις καταστροφές γιόρτασαν το γεγονός της αναχώρησης. Οι κα­μπάνες χτύπησαν χαρμόσυνα και ο ήχος τους διέσχιζε πέρα ως πέρα τον ελεύθερο πλέον Ναυπλιώτικο ουρανό. Έγινε δοξολογία στον Άγιο Γεώργιο, τα σπίτια σημαιοστολίστηκαν και οι κάτοικοι χαμογελούσαν με ανακούφι­ση. Μ’ αυτό τον τρόπο έλαβε τέλος η ιστορία της παραμονής του Γερμα­νικού Στρατού κατοχής στο Ναύπλιο.

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 1997)

 

 Η είσοδος του ΕΛΑΣ στο Ναύπλιο

 

Μετά την αποχώρηση των Γερμανών από το Ναύπλιο περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του ’44, ύστερα από την διαγραφομένη συντριβή τους υπό των συμμάχων, στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου και ώσπου να ορ­κιστεί η πρώτη Ελληνική Κυβέρνηση μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας υπό τον Γ. Παπανδρέου, όπως σε όλη την Ελλάδα έτσι και στο Ναύπλιο επικρατούσε αβεβαιότητα, αναταραχή, ως προς το ποιος θα διοικεί αυτήν την πόλη.

Σ’ όλη την ορεινή Αργολίδα, απ’ το 1942 είχε φουντώσει το Αντάρ­τικο. Στη Μηδέα, Κέρμπεσι, Κουρτάκι, Μάνεσι, κυριαρχούσε ο ΕΛΑΣ. Αριθμούσε μερικές χιλιάδες άνδρες υπαγόμενους στο 8ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ με έδρα την Γκούρα Κορινθίας. Στο Ναύπλιο, την τήρηση της τάξεως, είχε αναλάβει ολιγομελής δύνα­μη χωροφυλακής υπό τον μοίραρχο Ορφανό, και δυο λόχοι ταγματασφαλιτών υπό τον ταγματάρχη Δημ. Μουστακόπουλο.

Στο διάστημα αυτό από την αποχώρηση των Γερμανών και την είσο­δο του ΕΛΑΣ δεν είχαμε σοβαρές αδελφοκτόνες συγκρούσεις εκτός από με­ρικές αψιμαχίες στην είσοδο της πόλης απ’ τη μεριά της Αρετούς, με εξαίρεση μια πρωινή συμπλοκή, αρχές Νοεμβρίου, μεταξύ τσολιάδων και ανταρτών, προερχομένων μάλιστα απ’ τα απέναντι του Ναυπλίου παράλια της Κυνουρίας, όπου έφτασαν εδώ με καΐκια του ΕΛΑΝ. Οι συγκρούσεις άρχισαν στα στενά της παραλίας Ναυπλίου, όπου εφονεύθησαν ο παντοπώλης Δ. Μόρφης έχων κατάστημα στην οδό Κωτσονοπούλου, με τον αδερφό του Γιάννη. Ο Μόρφης εφονεύθη από αδέσποτη σφαίρα, όπως διεδόθη, καθώς και δυο αθίγγανοι. Οι συμπλοκές έφτασαν ως την Πλατεία Συντάγματος, όπου τραυματίστηκε και η υπηρέτρια της οικίας Μελισινού.

 

Ναύπλιο. Μεγάλος Δρόμος, 1922. Δημοσιεύεται στο Γ. Ρούβαλης, Ναύπλιον, Σπηλιάδου 1.

 

Το ότι δεν υπήρξαν σοβαρές συγκρούσεις οφείλετε στην σωφροσύνη των αντιπάλων αρχηγών, κατά τα λεγόμενα της εποχής. Μετά από μακροήμερες και επίπονες συνεννοήσεις του ΕΛΑΣ που υπερτερούσαν αριθμητικά, επήλθε συμφωνία ν’ αποχωρήσουν οι ολιγάριθμες δυνάμεις των ταγμάτων ασφαλείας και χωροφυλακής (έφυγαν προς τις Σπέτσες με πλωτά μέσα). Αμέσως τις επόμενες μέρες οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ εισήλθαν πανηγυρικά στο Ναύπλιο, με επικεφαλής έφιππο τον στρατηγό Π. Λούρη απ’ το Άργος, με επίσης έφιππους τους ταγματάρχες Σεφερλή και Καρατζαφέρη. Ακολούθησαν οι καπεταναίοι και άνδρες του ΕΛΑΣ με σταυρωτές αρμάδες και βαριά οπλισμένοι με Γερμανικά, Αγγλικά και Ιταλικά όπλα τραγουδώντας το γνωστό τραγούδι του ΕΛΑΣ «στ’ άρματα, στ’ άρματα». Μεταξύ αυτών και οι συμπολίτες Κ. Χαύτας, Δ. Ξύδης, Ν. Βαλασάκης, Χ. Σπυρόπουλος ή καπετάν Άνεμος και πολλοί άλλοι απ’ τα γύρω χωριά. Στην είσοδο της πόλης τους έγινε επίσημη υποδοχή από επιτροπή κα­τοίκων της πόλης με επικεφαλή τον τότε μεγαλέμπορο του Ναυπλίου Μ. Λάμπρου, τον γιο του οποίου Νίκο, είχαν κρεμάσει οι Γερμανοί στο Μ. Πεύκο, μαζί με άλλους πατριώτες, και ο οποίος μέχρι την συμφωνία της Βάρκιζας ήταν δήμαρχος του Ναυπλίου (ο επονομαζόμενος τότε δήμαρχος ΕΑΜ).

Πλαισιωμένος και από άλλους, όπως το γιατρό απ’ την Άρεια Γ. Οικονομόπουλο, τη δασκάλα I. Βαρκάτζα, τους δασκάλους I. Ζευγολατάκο, Παν. Ξύδη, τους δικηγόρους Δ. Μανιάτη, Σ. Θεοδωρόπουλο, τους αρχη­γούς της ΕΠΟΝ, με επικεφαλής τον φοιτητή Σπ. Δημόπουλο, την αδερφή του Άννα, την Α. Ξύδη (κόρη του δασκάλου) και πολλούς άλλους επονίτες Πρόνοιας και Ναυπλίου. Μετά την προσφώνηση απ’ τον Μ. Λάμπρου, η φάλαγγα κατευθύνθει στην Πλατεία Συντάγματος, όπου ο στρατηγός Λούρης, απ’ το μπαλκόνι της Εθνικής Τράπεζας, ανέπτυξε την δράση του ΕΛΑΣ κατά την περίοδο της Κατοχής και την συμβολή αυτού στην απελευθέρωση της πατρίδας. Επίσης, πύρινους λόγους για την αντίσταση εκφώνησε ο Σπ. Δημόπουλος, η αδελφή του Άννα και η Α. Ξύδη.

Μετά την τελετή της υποδοχής με πρώ­το τον στρατηγό Λούρη, όλοι έψαλαν τον Εθνικό Ύμνο. Κάπως έτσι τελείωσε η εορτή της εισόδου του ΕΛΑΣ στο Ναύπλιο, ενώ οι κάτοικοι του Ναυπλίου αμήχανοι παρακολουθούσαν τα γενόμενα. Αργότερα, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ εγκαταστάθηκαν εκεί όπου ήταν η Αστυνομία, στο κτίριο της Οδού Βύρωνος, στα σκαλιά της Φραγκοκλησιάς, όπου ήταν η Ανωτέρα Δι­οίκηση Χωροφυλακής Πελοποννήσου, στις αποθήκες του Καταγά στην παρα­λία, όπου ήταν ιταλικοί καταυλισμοί και σε άλλα κτίρια της πόλης μας. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ έμειναν στην πόλη μόνο μέχρι την συμφωνία της Βάρκιζας, όταν ορκίσθηκε η πρώτη μεταπολεμική κυβέρνηση υπό τον Γ. Παπανδρέου. Τις όλες εικόνες της υποδοχής αποθανάτισε ο τότε φωτογράφος Κ. Καραχάλιος, μερικές απ’ τις οποίες υπάρχουν στα γραφεία της πρωτοβάθ­μιας Δημ. Εκπαίδευσης Αργολίδας.

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», Νοέμβρης 1995)

 

Πηγή


  • Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός, «Εικόνες του Ναυπλίου από τον πόλεμο και την κατοχή», Ναυπλιακά Ανάλεκτα V, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2004.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »