Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού’

Ιατρός Μιχαήλ (1779;-1868)


 

Ο Μιχαήλ Ιατρός ήταν αγωνιστής του 1821, πολιτικός, οικονομικός παράγοντας, δημοτικός άρχοντας και μέγας δωρητής της πόλης του Ναυπλίου. Καταγόταν από κλάδο των Μεδίκων της Φλωρεντίας, που εγκαταστάθηκε στη Μάνη (πριν ή – κατ’ άλλους- μετά τα Ορλωφικά, 1769-1770) και εξελλήνισε το επώνυμό του σε Ιατρός ή Ιατρόπουλος.

Μιχαήλ Ιατρός, ελαιογραφία Δ. Τσόκου, 1848, συλλογή Κ. Κ. Σπηλιωτάκης.

Γεννήθηκε στο χωριό Λογκανίκο της Λακωνίας γύρω στο 1779. Από τις επιχειρήσεις του (εμπόριο, μεταξοβιομηχανία, ναυτιλία, τραπεζικές εργασίες) απέκτησε μεγάλη περιουσία. Μόλις κηρύχθηκε η Επανάσταση του 1821 διέθεσε χρήματα και το πλοίο του για τις ανάγκες του Αγώνα και αργότερα πήρε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Ασχολήθηκε επίσης με τα κοινά και διετέλεσε εκπρόσωπος των Υδραίων στη Συνέλευση της Ζαράκοβας (Ιούλιος 1821) και βουλευτής Μυστρά το 1824. Ανέλαβε με επιτυχία εμπιστευτικές αποστολές και ήταν σχεδόν πάντοτε μέλος επιτροπών που είχαν σχέση με οικονομικά θέματα.

Εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο όταν έφθασε εκεί ο Καποδίστριας, αλλά δεν δέχθηκε διάφορες κυβερνητικές θέσεις που του πρότεινε ο Κυβερνήτης. Διετέλεσε μέλος της επιτροπής σύστασης σχολείου στην πόλη (1832), Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου το 1835-1837, Δημοτικός Σύμβουλος το 1837-1842, Βουλευτής Ναυπλίας το 1844-50 και κατόπιν αντιπρόεδρος της Βουλής και αντιπρόεδρος του Εμπορικού Επιμελητηρίου.  

Έλαβε ενεργό μέρος στη Ναυπλιακή Επανάσταση. Ήταν πρόεδρος της Επαναστατικής Επιτροπής (1862) και πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση, που συνήλθε στην Αθήνα τον ίδιο χρόνο, λίγο μετά την έξωση του Όθωνα. Ο Μιχαήλ Ιατρός είχε μεγάλη κτηματική περιουσία σε διάφορες περιοχές. Με τη διαθήκη του άφησε ακίνητα στο Ναύπλιο, στην ιδιαίτερη πατρίδα του κ.α.

Οι μεγάλες δωρεές του στο Ναύπλιο είναι δύο: η Αγία Μονή και το Νεκροταφείο. Σκοπός της δωρεάς του στην Αγία Μονή ήταν η ανασύσταση του τότε ερειπωμένου μοναστηριού. Το κληροδότημα συμπεριελάμβανε όλα τα κτήματα γύρω από τη Μονή, ιδιοκτησίας του δωρητή.  

Σχετικά με τη δεύτερη δωρεά του αναφέρεται το εξής: Κάποια μέρα, που έκανε έφιππος περίπατο στην εξοχή με την κόρη του, βρέθηκαν εμπρός σε ένα άταφο πτώμα που το κατασπάρασσαν τα όρνια. Επειδή αυτό έκανε φοβερή εντύπωση στην κοπέλα, ο Μιχαήλ Ιατρός αποφάσισε να δωρίσει έκταση για νεκροταφείο, για να μη ξαναπαρουσιαστεί στο μέλλον η μακάβρια αυτή σκηνή. Στη δωρεά του, εκτός από την έκταση αυτή, περιλαμβανόταν η περιτοίχισή της και ο μικρός ναός των Ταξιαρχών. Η κατασκευή άρχισε το 1848 και οι εργασίες ολοκληρώθηκαν το 1852. Αργότερα, το 1856, μετέφερε στη σημερινή του θέση το νεκροταφείο των Χριστιανών από την περιοχή που είχαν διαθέσει γι’ αυτό οι Τούρκοι στην Πρόνοια, κοντά στον (τότε) μικρό ναό των Αγίων Πάντων.

Ο Μιχαήλ Ιατρός παντρεύτηκε τη Μαγδαληνή (Χατζή) Νικολάου Σέκερη († Άργος 1871) και απέκτησε δύο γιούς, τους Αναστάσιο και Παναγιώτη, και τρεις κόρες, τις Μαρία ή Μαριγώ, Φλωρεντία και Ελένη. Ένα χρόνο πριν το θάνατό του, ο Ιατρός ασθένησε με συμπτώματα αιματουρίας και στις 14 Οκτωβρίου 1868, ενενήντα σχεδόν χρόνων, πέθανε στην Αθήνα  στο οικοδόμημα του μεταξουργείου, που είχε ιδρύσει με τον Κωνσταντίνο Δουρούτη, σύζυγο της κόρης του Ελένης, στην οδό Γιατράκου (το κτίριο σώζεται μέχρι σήμερα στη συνοικία Μεταξουργείου).

Αμέσως μετά το θάνατό του, του απονεμήθηκε ο Χρυσούς Σταυρός του Σωτήρος. Το σπίτι και το γραφείο του στο Ναύπλιο βρίσκονταν στο άκρο της σημερινής Λεωφόρου Αμαλίας, αλλά κάηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Στο Κιβέρι σώζεται το εξοχικό του σπίτι.

 

Πηγές


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • Κ. Κ. Σπηλιωτάκης, «Αρχείον Μιχαήλ Ιατρού 1802-1893», τετράδια εργασίας, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα, 1983.

 

Read Full Post »

«Τα Συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως / της πρώτης Φεβρουαρίου 1862», Υφ’ ενός Ναυπλιέως


 

Τα συμβάντα της Ναυπλιακής επαναστάσεως

Χρονικό μοναδικό και πολύτιμο

 

Το χρονικό της αιματηρής αυτής επανάστασης που συγκλόνισε την Ελλάδα για 67 ημέρες και δυναμίτισε το θρόνο του Όθωνα, το έγραψε και το εξέδωσε σε βιβλίο ένας συγγραφέας που κράτησε την ανωνυμία του. Το βιβλίο έχει 94 σελίδες και τιτλοφορείται «Τα Συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως / Της πρώτης Φεβρουαρίου 1862». Στη θέση του ονόματος του συγγραφέα τίθεται η φράση: «Υφ’ ενός ΝΑΥΠΛΙΕΩΣ».

Το ανώνυμο αυτό βιβλίο, μοναδικό ντοκουμέντο της Ναυπλιακής Επανάστασης, επανέκδωσε με τη μέθοδο της φωτογραφικής ανατύπωσης, ύστερα από 134 χρόνια η μη κερδοσκοπική εταιρεία «Απόπειρα». Στον πρόλογο του βιβλίου, ο φιλόλογος Γιώργος Αναστασόπουλος μας δίνει το ιστορικό πλαίσιο της εποχής, και μας μιλά για το περιεχόμενο και τον ανώνυμο συγγραφέα.  Ας δούμε τι αναφέρει για τα δύο τελευταία.         

 

Το περιεχόμενο

 

Το βιβλίο του ανώνυμου Ναυπλιέως χωρίζεται σε δύο μέρη, αν και όχι τόσο ευδιάκριτα από τεχνικής πλευράς. Το πρώτο και εκτενέστερο (67 σελίδες) περιέχει την ιστορική αφήγηση, ενώ το δεύτερο (27 σελίδες) αποτελεί παράρτη­μα στο οποίο παραθέτει έγγραφα που εξεδόθησαν τις ημέρες της επαναστάσεως από την επαναστατική Επιτροπή, τον Αρχηγό, και το Δήμαρχο Ναυπλιέων. Περιλαμβάνει ακόμα ψηφίσματα συμπαράστασης των Δημοτικών Συμβουλίων αρκετών πόλεων, το έγγραφο της επιτροπής προς τους πρέσβεις Αγγλίας, Γαλ­λίας και Ρωσίας και πολλά άλλα, συνολικά 22 τον αριθμό.

 

«Τα Συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως / Της πρώτης Φεβρουαρίου 1862», Υφ' ενός Ναυπλιέως

 

Στις 9 πρώτες σελίδες του α’ μέρους εκθέτει το σκοπό της συγγραφής του, τα αίτια της επα­νάστασης, τους πρωτεργάτες της προετοιμασίας και τους λόγους της επίσπευσής της. Στις επόμενες 17 σελίδες περιγράφονται οι πρώτες ενέργειες των επαναστατών, η εκλογή αρχηγού και επαναστατικής επιτροπής, η ορκωμοσία, η διακήρυξη αρχών και σκοπών, η απόφαση να οχυρωθούν και να παραμείνουν στο Ναύπλιο περιμένοντας να ξεσπάσει η επανάσταση και σε άλλες πόλεις, και γενικά η διευθέτηση όλων των ζητημάτων που αφορούσαν τη ζωή της πόλης και την οργάνωση της άμυνας απέναντι στον κυβερνητικό στρατό, που έσπευσε αστραπιαία να πολιορκήσει το Ναύπλιο, υπό τη διοίκηση του υπασπιστή του Όθωνα Ελβετού στρατηγού Χαν.

Από τη σελίδα 27 έως τη σελίδα 66 έχουμε ένα συστηματικό χρονικό με τις μάχες ανάμεσα σε επαναστάτες και κυβερνητικό στρατό, που έγιναν αρχικά στη περιφέρεια του Ναυπλίου, Άρια, Προφήτη Ηλία, Μύλους Ταμπακόπουλου (σημερινές εργατικές κατοικίες), Κατσίγκρι, (Άγιος Ανδριανός), Τολό, Χαϊδάρι (Δρέ­πανο), και στη συνέχεια το σταδιακό σφίξιμο του Ναυπλίου με την πτώση των παραπάνω θέσεων και την πυρπόληση της Πρόνοιας.

Καταγράφονται οι απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό, η δύναμη των εμπολέμων και εξαίρεται ο ηρωισμός στο πεδίο της μάχης. Διατρέχει γρήγορα τις μέρες που δεν έχουν σπουδαία γεγονότα και κάνει λεπτομερή πε­ριγραφή των αξιόλογων μαχών και των πολε­μικών κατορθωμάτων. Αναφέρεται διεξοδικά στο διχασμό των επα­ναστατών μετά τον αποκλεισμό τους μέσα στα τείχη αλλά και στον ενθουσιασμό μετά τη συμφιλίωση των πολιτών.

Περιγράφει συγκινητικά και με αξιοπαρατήρη­τες κρίσεις τις τελευταίες μέρες, όταν εκκενώνεται η πόλη από τις οικογένειες και η Επιτροπή αποφασίζει την παράδοση της πό­λης, παρόλο που η αμνηστία που έδωσε ο Όθωνας δεν ήταν Γενική, όπως ήταν ο όρος των διαπραγματεύσεων. Ιδιαίτερα συγκινητική εί­ναι η περιγραφή των σκηνών που εκτυλίχθηκαν στην πόλη τις τελευταίες δύο μέρες πριν την παράδοση. Η γνώση της ανθρώπινης ψυχολο­γίας του επιτρέπει να ζωγραφίζει στην εντέλεια τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών και τη στάση του πλήθους. Ο επίλογος είναι από τις ωραιότερες σελίδες του έργου. Περιέχει μια έξοχη επανεκτίμηση – επιβεβαίωση των αιτιών της επανάστασης και έναν κλαυθμό για τους γενναίους που χάθηκαν στα πεδία της τιμής. Και, όπως συχνά συμβαί­νει στο έθνος μας, στρέφει το νου και τις ελπίδες του στους εκτός Ελλάδος Έλληνες.

 

Ο συγγραφέας

 

Ο συγγραφέας υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων που αφηγείται. Πρόκειται μάλλον για αξιωματικό που πήρε μέρος στην επανάσταση, και μάλιστα από θέση που του επέτρεπε να έχει καλή πληροφόρηση. Ο Δημήτρης Φωτιάδης στο βιβλίο του «ΟΘΩΝΑΣ – Η ΕΞΩΣΗ» πιθανολογεί ότι «το ανώνυμο αυτό βιβλιαράκι, μοναδικό ντοκουμέντο της Ναυπλιακής Επανάστασης, ίσως γράφτηκε από τον ταγματάρχη της Στρατιωτικής Οικονομίας Σπυρ. Κυδωνάκη που ήταν τότε επιμελητής της φρουράς του Αναπλιού». Από όποιον, όμως, και να γράφτηκε αποτελεί μαρτυρία πολύτιμη για τα δραματικά γεγονότα εκείνης της περιόδου, που συγκλόνισαν το θρόνο του Όθωνα τόσο, ώστε λίγους μήνες αργότερα δεν χρειάστηκε παρά μια αναίμακτη εξέγερση για την οριστική εκθρόνισή του.

Γιατί όμως ανώνυμος; Η επιλογή της ανωνυμίας ενισχύει την άποψη ότι ήταν αξιωματικός (πως ήταν επαναστάτης το δηλώνει άμεσα και έμμεσα ο ίδιος). Πιθανόν συνεχίζει τη σταδιοδρομία του, αφού δόθηκε αμνηστία, και έχει λόγους να μην προκαλεί «το σύστημα». Ο σπουδαιότερος όμως λόγος είναι ότι θέλει να διατηρήσει τη νηφαλιότητά του. Είναι χαρακτήρας αμερόληπτος, παρόλο που βρέθηκε στη μια πλευρά, και θέλει ν’ αποδώσει τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Αν έγραφε επώνυμα ή θα δυσαρεστούσε τους πιο θερμόαιμους από τους συναγωνιστές και φίλους του, ή θα παρασυρόταν σε τόνους υπερβολικούς. Προτίμησε λοιπόν την ασφάλεια της ανωνυμίας που του επέτρεψε να εκθέσει τα γεγονότα και να αξιολογήσει πρόσωπα και καταστάσεις χωρίς ανεπιθύμητες παρενέργειες.

Όταν δεν αφηγείται, αλλά κρίνει, αιτιολογεί γίνεται περισσότερο φανερή η δύναμη της σκέψης του και η αντικειμενική του διάθεση. Δεν διστάζει, για παράδειγμα, ν’ αναγνωρίζει αρετές στον αρχηγό του αντίπαλου στρατοπέδου, Ελβετό στρατηγό Χαν, ή να επικρίνει ενέργειες του ηρωικού υπολοχαγού και φίλου του (κατά δήλωση του) Δ. Γρίβα, που υπήρξε η ψυχή της επανάστασης. Μια κάποια εντύπωση προκαλεί η συντομότατη αναφορά του στην Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, πρωτεργάτιδα στην προετοιμασία της επανάστασης. Φαίνεται πως ενοχλείται από τη συμμετοχή γυναικών στα πολιτικά ζητήματα και δεν το κρύβει. «Εν γένει δε το γυναικείον φύλον παρατηρείται έχον μεγίστην τάσιν να εξέλθει του προορισμού του και να λάβη θέσιν επίφοβον εις τα περί ελευθερίας ζητήματα», γράφει στη σελίδα 51.

Η αναφορά του στους πολίτες είναι πολύ περιορισμένη και γίνεται κυρίως για να αναφέρει τη συμμετοχή τους στην επανάσταση. Δεν ασχολείται με τις άλλες όψεις της ζωής στην πόλη, αυτές τις 67 μέρες. Ακόμα και για την εφημερίδα της επανάστασης, το «Συνταγματικό  Έλληνα», κάνει μόνο μια σύντομη μνεία. Το ύφος του συγγραφέα είναι μάλλον λιτό και λυρικό, μολονότι η χρήση της καθαρεύουσας δίνει την εντύπωση μιας μεγαλοπρέπειας. Διακρίνεται για τη σαφήνειά του, την παραστατικότητα της έκφρασής του και τη γλωσσική του επάρκεια. Ξέρει να αφηγείται, ξέρει να στοχάζεται, ξέρει να αξιολογεί.

Το βιβλίο διατίθεται από τα βιβλιοπωλεία του Ναυπλίου, καθώς και από την έκθεση βιβλίου, η οποία θα λειτουργήσει στο χώρο του «Βουλευτικού» στα πλαίσια των εκδηλώσεων για τη Ναυπλιακή Επανάσταση.   

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο Καποδίστριας και το Σερβικό ζήτημα


 

Το Φεβρουάριο του 1804 στη σερβική ορεινή περιοχή της Σουμάντιγια (Sumadija) ξέσπασε το πρώτο εθνικοαπελευθερωτικό της Χερσονήσου του Αίμου, το κίνημα των Σέρβων υπό τον Γεώργιο Πέτροβιτς, που μας είναι περισσότερο γνωστός σαν Καραγιώργης. Το κίνημα αυτό, παρόλο τον ηρωισμό των Σέρβων, θα καταπνιγεί στο αίμα του. Οι διεθνείς συνθήκες, που επικρατούσαν τότε στην Ευρώπη, και κυρίως η ρωσοτουρκική συνθήκη του Βουκουρεστίου που υπογράφτηκε στα 1812, συνετέλεσαν στο να σβήσει και η τελευταία εστία αντίστασης των Σέρβων επαναστατών στα 1813 [1]. Μετά όμως από δύο χρόνια οι Σέρβοι θα ξαναπάρουν τα όπλα, τη φορά αυτή υπό τον Μίλος Ομπρένοβιτς [2] (Milos Obrenovic), ο οποίος, ακολουθώντας διπλωματικές με­θόδους, κατόρθωσε να επιτύχει την πολυπόθητη αυτονομία για τη χώ­ρα του το έτος 1830.

 

Γεώργιος Πέτροβιτς (Καραγεώργης). Ο αρχηγός των Σέρβων κατά την επανάσταση του 1804-1813 που τελικά κατεστάλη από τον Χουρσήτ πασά.

 

Τα επαναστατικά κινήματα των Σέρβων συγκίνησαν τις ψυχές και των άλλων λαών της Χερσονήσου του Αίμου. Έτσι, ανάμεσα στους άλλους, πολλοί Έλληνες έμποροι της Διασποράς, Έλληνες ιεράρχες στις διάφορες βαλκανικές μητροπόλεις, Έλληνες πολιτικοί και διπλωμάτες, όπως ο Κωνσταντίνος Υψηλάντης, ηγεμόνας της Βλαχίας, ο Ιωάννης Καρατζάς, ηγεμόνας του ίδιου ρουμανικού πριγκιπάτου, ο Κωνσταντίνος Ροδοφοινίκιν, έξοχος Έλληνας διπλωμάτης στη ρωσι­κή υπηρεσία, και ο μετέπειτα πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάν­νης Καποδίστριας, έσπευσαν να βοηθήσουν τους ομόδοξους Σέρβους στον εθνικοαπελευθερωτικό τους αγώνα [ 3].

Τις σχέσεις του Καποδίστρια με τους Σέρβους μπορούμε να τις διαι­ρέσουμε σχηματικά σε δύο μεγάλες περιόδους. Η πρώτη αρχίζει το 1812 και τελειώνει το 1815, η δεύτερη δε περίοδος καταλαμβάνει το χρονικό διάστημα από το 1816 ως το 1821, οπότε είναι πια υπουργός των Εξωτερικών του τσάρου.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας ήλθε για πρώτη φορά σε επαφή με τους Σέρβους επαναστάτες κατά τη διαμονή του στο Βουκουρέστι το έτος 1812. Έχοντας αναλάβει τότε τη διεύθυνση του διπλωματικού γραφεί­ου του Ρώσου αρχιστράτηγου Παύλου Βασιλίεβιτς Τσιτσαγκόφ, ο Καποδίστριας είχε την ευκαιρία να επιδείξει τα εξαιρετικά του προσό­ντα, χάρη στα οποία θα διαπρέψει αργότερα στη ρωσική διπλωματική υπηρεσία. Όταν ο μετέπειτα πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας έφθα­σε στην πρωτεύουσα της Βλαχίας, η ειρήνη με τους Τούρκους είχε ήδη υπογραφεί βεβιασμένα, γιατί ο τσάρος, μπροστά στον επαπειλούμενο νέο κατά της Γαλλίας πόλεμο, ήθελε να είναι σε θέση να ανακαλέσει, το ταχύτερο δυνατόν, τον στρατό του που βρισκόταν στη Χερσόνησο του Αίμου [4].

Όπως έγραφε αργότερα ο Ιωάννης Καποδίστριας στην αυτοβιογραφία του, «Η διπλωματία δεν είχε πλέον να πράξη τι το σοβαρόν εκείθεν του Δουνάβεως. Η συνθήκη του Βουκουρεστίου, καίπερ ανεφάρμοστος, ώφειλε να επικυρωθή, όπερ και εγέντο. Η Δικαι­οσύνη, η Θρησκεία και η Φιλανθρωπία απήτουν εν τούτοις παρηγορίαν τινά δια τους λαούς ους η Ρωσία δια τετάρτην φοράν ηναγκάζετο να εγκατάλειψη εις την εκδίκησιν των Τούρκων… Αι παρηγορίαι αύ­ται εδόθησαν. Οι Σέρβοι έλαβον μεγάλας βοηθείας εις χρήματα, εις όπλα και εις πολεμοφόδια»[5].

Κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου της Βιέννης, παρά τα μεγάλα ευ­ρωπαϊκά προβλήματα που συζητούσαν στην αυστριακή πρωτεύουσα, ο Καποδίστριας δεν λησμόνησε τους Σέρβους. Ήδη πριν από την έναρξη του Συνεδρίου, ο μετέπειτα πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας, σε ακρόαση που είχε στη Βιέννη πλησίον του τσάρου, τόνισε τη θλιβε­ρή κατάσταση, στην οποία η συνθήκη του Βουκουρεστίου είχε οδηγή­σει τα μεγάλα συμφέροντα της Ρωσίας και των ομόδοξων προς αυτή λαών στην Ανατολή[6].

Τρανή απόδειξη του ενδιαφέροντος, το οποίο επέδειξε ο Ιωάννης Καποδίστριας για τη Σερβική υπόθεση κατά τη διάρκεια του Συνεδρί­ου της Βιέννης, παρέχουν τα απομνημονεύματά του πρωθιερέα Ματ­θαίου Νενάντοβιτς [7] (Matisa Nenadovic). Συγκεκριμένα, μετά την ολο­σχερή κατάπνιξη της Α΄ Σερβικής Επανάστασης (1813), οι Σέρβοι  φυ­γάδες, που είχαν εναπομείνει στην Αυστρία μετά την αναχώρηση του Καραγιώργη για τη Ρωσία, απέστειλαν στην αυστριακή πρωτεύουσα το Νενάντοβιτς με τον σκοπό να προσπαθήσει να επισύρει την προσοχή των εκεί συγκεντρωμένων ισχυρών της γης για τη δεινή κατάστα­ση που βρίσκονταν τότε οι συμπατριώτες του. Στα σπουδαία απομνημονεύματά του αφηγείται κατά τρόπο συγκινητικό τις πολύτιμες υπη­ρεσίες, τις οποίες ο Καποδίστριας πρόσφερε στους δεινοπαθούντες Σέρβους.

 

Ιωάννης Καποδίστριας

 

Η επιστροφή του Ιωάννη Καποδίστρια στη Ρωσία και ο ταυτόχρονος διορισμός του στο υψηλό αξίωμα του υπουργού των Εξωτερικών εγκαινιάζουν μια νέα φάση στις σχέσεις του Έλληνα διπλωμάτη με τους Σέρβους που είχαν αρπάξει για δεύτερη φορά τα όπλα εναντίον του οθωμανικού ζυγού. Συγκεκριμένα, στις αρχές του έτους 1816 ο Καποδίστριας επιφορτίστηκε να συντάξει τις οδηγίες για τον Γρηγόριο Αλεξάντροβιτς Στρόγκανοφ, ο οποίος, ως νέος πρέσβης της Ρω­σίας, θα μετέβαινε στην Κωνσταντινούπολη. Με την ευκαιρία αυτή ο Έλληνας διπλωμάτης επιχείρησε να πείσει τον τσάρο, ώστε, επιδεικνύοντας απέναντι στην Τουρκία σθεναρή στάση, να απαιτήσει τη λύση των ζητημάτων που εκκρεμούσαν μεταξύ των δύο κρατών από το έτος 1812. Και για να γίνουμε πιο σαφείς:

Όταν έγινε δεκτός από τον Αλέ­ξανδρο Α΄, ο Ιωάννης Καποδίστριας απέδειξε στον τσάρο ότι το γράμμα – και όχι βέβαια το πνεύμα- της συνθήκης του Βουκουρεστίου άφηνε στην Αυτοκρατορία των Οθωμανών πλήρη ελευθερία δράσις απέναντι στους Μολδοβλάχους και στους δυστυχείς Σέρβους· ταυτό­χρονα δε πήρε το θάρρος να προτείνει στον Ρώσο αυτοκράτορα να δοθεί στην αποστολή του βαρόνου Στρόγκανοφ εντελώς διαφορετι­κός χαρακτήρας. Αλλά ας αφήσουμε να εκθέσει ο ίδιος ο Καποδί­στριας τους λόγους που απηύθυνε τότε προς τον Ρώσο τσάρο:

 

«Αντί να αποσταλεί ούτος (δηλαδή ο Στρόγκανοφ), Μεγαλειότατε, όπως διαπραγματευθεί την εκτέλεσιν ανεφαρμόστου συνθήκης, ας λάβωμεν ως αφετηρίαν την διακοίνωσιν ην ο αρχιστράτηγος του στρα­τού του Δουνάβεως (δηλαδή ο Τσιτσαγκόφ) επέδωσεν εις τον Μέγαν Βεζύρην κατά την ανταλλαγήν των επικυρώσεων της συνθήκης ταύ­της. Η διακοίνωσις αύτη εδήλου εις την Πύλην, ότι εάν δεν ενεργήσει από κοινού μετά της Ρωσίας κατά του Ναπολέοντος, η συνθήκη θα εί­ναι άκυρος… Επομένως, η Ρωσία δικαιούται να προτείνει εις τους Τούρκους νέαν συνθήκην ειρήνης, συνοδεύουσα δε την πρότασίν της διά στρατιωτικής κινήσεως εις τα σύνορα και εν των Ευξείνω, δύναται να είναι βεβαία ότι οι Τούρκοι θα παραδεχθούν ταύτην. Ούτω θα δυνηθή τέλος η Ρωσία να απαλλάξει δια παντός τους Μολδαβούς, τους Βλάχους και τους Σέρβους από της αυθαιρέτου και καταθλιπτικής διοικήσεως ήτις τους καταπιέζει. Η Μολδαβία, η Βλαχία και η Σερβία δεν δύνανται άραγε να σχηματίσουσιν τρεις ομόσπονδους ηγεμονίας, κυβερνώμενος υπό ηγεμόνων εκ τριών διαφόρων δυναστειών, οίτινες δύνανται να εκλεγούν εκ των ηγεμονικών οίκων της Γερμανίας, ίνα ούτω συμβιβασθούν πάντα τα συμφέροντα και ορθή πάσα αφορμή ζη­λοτυπίας; Δια να μη στερηθή δε η Πύλη των δικαιωμάτων αυτής, δύνα­ται να απονεμηθή εις αυτήν, ως κυρίαρχου Δυνάμεως το δικαίωμα του προμηθεύεσθαι δια την Κωνσταντινούπολιν ζωοτροφίας των τριών τούτων ηγεμονιών επί μετρία τιμή…»[8]

 

Αλλά και με άλλα επιχειρήματα προσπάθησε ο Ιωάννης Καποδί­στριας να πείσει τον τσάρο Αλέξανδρο Α’ να προβεί σε αναθεώρηση της συνθήκης του Βουκουρεστίου και να βοηθήσει τους Σέρβους κα τους άλλους ομόδοξους λαούς της Χερσονήσου του Αίμου. Ο Έλλη­νας διπλωμάτης, τονίζοντας τα μεγάλα οφέλη που θα μπορούσε να φέ­ρει ένας τέτοιος συνδυασμός, έλεγε στον Ρώσο αυτοκράτορα τα εξής:

 

«Η ευφορία των χωρών τούτων, οι περιεχόμενοι εν αυταίς θησαυροί, οι εκμεταλλευθησόμενοι δια των τεχνών, της βιομηχανίας, του εμπο­ρίου και του ελευθέρου επί του Δουνάβεως πλου, θα προσφέρουν εις την Ρωσίαν, ως και εις την Αυστρίαν, την Γερμανίαν και τα άλλα πολι­τισμένα έθνη, μεγίστας ωφελείας. Οι Χριστιανοί της Ανατολής, εγκαθιστάμενοι εις τα νέα ταύτα κράτη, θα ωφελήσουν αυτά και θα καρ­πωθούν αμοιβαίαν ωφέλειαν, και εκείνοι δε, οίτινες θα μείνουν εισέτι υπό το συντετριμμένον σκήπτρον της Οθωμανικής κυβερνήσεως, θα υπομένουν τότε το παρόν επί τη ελπίδι μέλλοντος εξησφαλισμένου. Με την ελπίδα ταύτην ζουν ήδη από αιώνων οι χριστιανοί, βλέποντες δε αυτήν πραγματοποιουμένην τέλος δια τους αδελφούς αυτών Δάκας και Σέρβους, προς τι θα ζητήσουν ταύτην αλλαχού που και ουχί εν τη δικαιοσύνη και ελευθεριότητι της Ρωσίας; Αλλά τούτο θα είχε και αλ­λάς έτι συνεπείας. Παρέχουσα ενώπιον του κόσμου τοιούτον παρά­δειγμα μετριοπάθειας, δεν θα αφόπλιση αράγε η Ρωσία την ζηλοτυπίαν όλων των άλλων κυβερνήσεων;»[9]

 

Όλες όμως οι προτάσεις του Καποδίστρια, μολονότι περιείχαν ισχυρά επιχειρήματα, δεν έγιναν δεκτές από τον Ρώσο αυτοκράτορα Αλέξανδρο Α’, γιατί, όπως ισχυρίστηκε, δεν είχε καμιά διάθεση, επί του παρόντος τουλάχιστον, να κηρύξει τον πόλεμο εναντίον της Οθω­μανικής Αυτοκρατορίας. Και ιδού πως ακριβώς έχει η απάντηση που έδωσε ο Ρώσος τσάρος προς τον έλληνα διπλωμάτη: «Αι σκέψεις αύ­ται είναι πολύ λογικοί, αλλά δια να εκτέλεση τις τι πρέπει να προσφυ­γή εις το τηλεβόλον, τούθ’ όπερ δεν επιθυμή. Αρκετούς πολέμους έσχομεν επί του Δουνάβεως οι δε τοιούτοι πόλεμοι επιδρούν κακώς επί του ηθικού των στρατευμάτων. Του τελευταίου τούτου σεις ο ίδιος υπήρξατε μάρτυς. Αφ’ ετέρου η ειρήνη της Ευρώπης δεν έχει εισέτι στερεωθή, οι δε υποκινηταί των επαναστάσεων ουδέν θα επεθύμουν τόσον όσον να με ίδουν εις ρήξιν προς τους Τούρκους»[10].

Τα γεγονότα, που επακολούθησαν, απέδειξαν πόσο ορθά είχε προΐδει τα πράγματα ο Ιωάννης Καποδίστριας. Ο Στρόγκανοφ, φθά­νοντας στην Κωνσταντινούπολη, βρέθηκε μπροστά στην απροθυμία και έντονη άρνηση της Υψηλής Πύλης να συζητήσει για την επίλυση των ρωσοτουρκικών διαφορών. Γι’ αυτό και οι ενέργειες του υπέρ των Σέρβων, που διήρκεσαν από τα 1816 ως τα 1821, δηλαδή, επί τέσσερα και πλέον έτη, δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα.

Από τα 1821, έτος έναρξης της Ελληνικής Επανάστασης και διακοπής των ρωσοτουρκι­κών σχέσεων εξαιτίας της επανάστασης αυτής – η ρύθμιση του Σερβι­κού ζητήματος θα συνδεθεί με την τύχη των Ελλήνων επαναστατών και μόνο η εγκαινίαση σθεναράς πολιτικής από τον τσάρο Νικόλαο Α’, διάδοχο του Αλεξάνδρου Α, θα επιτρέψει στους Σέρβους τον δια­κανονισμό των ζητημάτων τους, που εκκρεμούσαν από δέκα πέντε και πλέον χρόνια, την οριστική ρύθμιση της τύχης τους».

 

Ιωάννης Α. Παπαδριανός

Καθηγητής Βαλκανικής Ιστορίας Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

 

Υποσημειώσεις


[1] D. Djordjevic, Ιστορία της Σερβίας, 1800-1918, Θεσσαλονίκη 1970, σσ. 17 κ.ε.

[2] Mih. Gavriolovic, Mitos Obrenovií, τ. 1,Beograd 1908, σσ. 152 κ.ε.

[3] Για τη συμμετοχή των Ελλήνων κατά την Α’ και Β’ Σερβική Επανάσταση βλ. τις παρακάτω νεότερες μελέτες: Kliment Dzambazovski, «Grci u Pivom Srpskom Ustanku» (Οι Έλληνες κατά την Α Σερβική Επανάσταση», Λ Ελληνοσερβικό Συμπόσιο. Πρακτι­κά, Θεσσαλονίκη 1979, σσ. 185 κ.ε. Α. Αγγελόπουλος «Η συμβολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου εις τα πνευματικός σχέσεις Ελλήνων και Σέρβων κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνος», στα Πρακτικά του ίδιου Συμποσίου, σσ. 197 κ.ε.

[4] Μιχαήλ Θ. Λάσκαρης, Έλληνες και Σέρβοι κατά τους απελευθερωτικούς των αγώ­νας, 1804-1830, Αθήναι 1936, σσ. 44-45.

[5] Χρησιμοποιούμε εδώ, όπως και σε άλλα σημεία της μελέτης μας, το κείμενο της ωραίας μετάφρασης της Αυτοβιογραφίας του Καποδίστρια που εκπόνησε ο αείμνηστος καθηγητής μου Μιχαήλ Λάσκαρης (βλ. Ιωάννου Καποδίστρια, Αυτοβιογραφία, Εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια Μιχαήλ Λάσκαρη, έκδ. β’, Αθήναι 1968,σ.. 31-32).

[6] Βλ. Λάσκαρης, Έλληνες και Σέρβοι, σα. 47-48, σημ. 1, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[7] Matija Nenadovic, Memoari (Απομνημονεύματα), Beograd. 1867, σα 225,375.

[8] Καποδίστριας, Αυτοβιογραφία, σσ. 76-77

[9] Καποδίστριας, ό.π., σσ. 77-78.

[10] Καποδίστριας, Αυτοβιογραφία, σσ. 79.

Πηγή


  • Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «Ιωάννης Καποδίστριας / 170 χρόνια μετά 1827-1997», Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας, Ναύπλιο, 1998.

Read Full Post »

Διάλεξη στο Harvard: «Το αρχαίο δράμα: ανάμεσα στο κείμενο και την παράσταση»


 

Την Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου και ώρα 19.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη η κυρία Ελένη Παπάζογλου, Επίκουρη Καθηγήτρια του Τμήματος Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών  του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2012”του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών, θα είναι: «Το αρχαίο δράμα: ανάμεσα στο κείμενο και την παράσταση».

Η σειρά εκδηλώσεων «Events Series 2012» πραγματοποιείται σε συνεργασία με τους Δήμους Ναυπλιέων, Άργους-Μυκηνών και Ερμιονίδας.

 

Ελένη Παπάζογλου, επίκουρη καθηγήτρια του Αρχαίου Δράματος



Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Iωαννίνων (1988) και στο Πανεπιστήμιο του Mπρίστολ στην Aγγλία (διδακτορικό δίπλωμα, 1994, θέμα: The Drama of Storytelling: A Study of the Tragic Chorus). Στο Τμήμα Θεάτρου του A.Π.Θ., διδάσκει θεωρητικά μαθήματα σχετικά με το αρχαίο δράμα από το 1995. Έχει διδάξει επίσης στη δραματική σχολή του KΘBE (2001-2004). Tα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζονται στα ζητήματα της φύσης και λειτουργίας του δραματικού προσώπου στην τραγική δραματουργία και την πρόσληψη του αρχαίου δράματος στην Ευρώπη και την Ελλάδα.

Ενδεικτικές δημοσιεύσεις: 

  • «Αρχαίο ελληνικό δράμα», Θέατρο – Κινηματογράφος – Μουσική-Χορός, Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 28, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1999, σ. 33-40.
  • «H θέα των προσώπων», στο: Θυμέλη. Μελέτες χαρισμένες στον καθηγητή Ν. Χ. Χουρμουζιάδη, επιμ. Δ. Ιακώβ & Ελ. Παπάζογλου, ΠΕΚ, Ηράκλειο 2004, σ. 217-249.
  • «Mήδεια: η περιπέτεια του προσώπου», στο: Η τραγωδία τότε και τώρα: Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου για την τραγωδία και τον Αριστοτέλη, επιμ. A. Γιαννακούλας & M. Xρυσανθόπουλος, Εκδόσεις Kαστανιώτη, Αθήνα 2006, σ. 130-165.
  • «Ψάχνοντας το πένθος που ταιριάζει στην Ηλέκτρα», Αρχαιολογία & Τέχνες, 118 (2010), σ. 46-52.
  • «Η διδασκαλία της τραγωδίας στη μέση εκπαίδευση: μερικά ηθικά διδάγματα», Φιλόλογος, τχ. 143 (2011), σ. 134-150.

Στο θέατρο έχει συνεργαστεί ως σύμβουλος δραματουργίας σε παραστάσεις αρχαίου δράματος και χοροθεάτρου. Έχει μεταφράσει, μαζί με τον Κ. Βαλάκα, τις Tραχίνιες του Σοφοκλή (KΘBE, Φεστιβάλ Επιδαύρου 2004).

 

Read Full Post »

Κλέντσε Λέο φον (Leo von Klenze, 1784-1864)


 

Ένα ελληνικό όνειρο: Λέο φον Kλέντσε, ο Αρχαιολόγος

 

Ο Λέο φον Κλέντσε γνωρίζει τον Λουδοβίκο το 1814 και μένει στην υπηρεσία της Βαυαρίας ως το 1859. Γέννημα θρέμμα της εποχής του Κλασικισμού, ο Κλέντσε οραματίζεται την αναγέννηση της ελληνικής αρχιτεκτονικής, ιδίως του δωρικού ναού. Σταθμό στην πορεία του αποτέλεσαν τα ταξίδια του στη Μεγάλη Ελλάδα με τους δωρικούς ναούς στο Πέστουμ, την αρχαία Ποσειδωνία, στον Ακράγαντα, τη Σεγέστα, τον Σελινούντα. Ο «αρχαιολόγος» Κλέντσε αφήνεται να καθοδηγηθεί από τα ίδια τα μνημεία που σχεδιάζει με κάθε λεπτομέρεια επί ώρες. Στους τέσσερις μήνες που πέρασε στην Ελλάδα το 1834, ο Κλέντσε σχεδίασε τον αρχαϊκό ναό στο Καρδάκι της Κέρκυρας, το ναό της Αφαίας στην Αίγινα, την πλατεία του Αγίου Γεωργίου στο Ναύπλιο, άποψη της Χαλκίδας, τους Αέρηδες στην Πλάκα, ενώ η ελαιογραφία με τη φανταστική αναπαράσταση της Ακρόπολης έγινε αργότερα στο Μόναχο.

Ο Κλέντσε στην Αθήνα κίνησε τη διαδικασία για την επέκταση της νομοθεσίας προστασίας των αρχαίων. Για πρώτη φορά τοποθετούνται φύλακες σε αρχαιολογικούς χώρους ενώ, και πάλι με δική του ενέργεια, αρχίζει η καταγραφή των αρχαιοτήτων της Ελλάδας και το αναστηλωτικό έργο στην Ακρόπολη. Η επίσημη έναρξη, που εποπτεύει ο ίδιος, γιορτάστηκε στις 10 Σεπτεμβρίου με συμμετοχή του λαού. Ήταν η πρώτη γιορτή στην Ακρόπολη ύστερα από αιώνες.

 

Πορτρέτο του Λέο φον Κλέντσε.

Ο Γερμανός αρχιτέκτονας, ζωγράφος, συγγραφέας και φιλέλληνας  Φραντς Καρλ Λέο φον Κλέντσε, γεννήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1784, σε μια μικρή πόλη του Χάρτς της κεντρικής Γερμανίας. Το 1800 άρχισε τις σπουδές του στο Βερολίνο, παρακολουθώντας μαθήματα νομικής, λίγο αργότερα όμως, επηρεασμένος ίσως από τη συνάντησή του με τον αρχιτέκτονα W. Gilly, αποφάσισε να σπουδάσει αρχιτεκτονική. Το 1803 συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι. Στα 1806-1807 επισκέφθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα την Ιταλία (Ρώμη, Νεάπολη, Βενετία), όπου για πρώτη φορά ήρθε σε επαφή με τα μνημεία της αρχαιότητας. Εργάσθηκε για λίγο καιρό στην πόλη Κάσσελ, στην αυλή του βασιλιά Ιερώνυμου, όπου κατασκεύασε το θέατρο της πόλης (στην Wilhelmshohe). Το 1813 παντρεύτηκε την Φελίτσιτας Μπλαντζίνι, από το Τουρίνο.

Το 1814 συναντάται για πρώτη φορά με το Λουδοβίκο. Η συνάντησή του αυτή επρόκειτο να γίνει καθοριστική για την όλη του εξέλιξη, γιατί δύο χρόνια αργότερα ο Λουδοβίκος τον καλεί στο Μόναχο, προτείνοντάς του να γίνει αρχιτέκτονας της αυλής και να συνεργασθεί με άλλους μαζί, για το πολεοδομικό σχέδιο του Μονάχου. Ήδη από τις αρχές της παραμονής του στην πόλη αυτή αρχίζει παράλληλα και η δραστηριότητά του για την αγορά αρχαίων. Σαν ειδικός απεσταλμένος του Λουδοβίκου, πηγαίνει στο Παρίσι για να λάβει μέρος στη δημοπρασία της συλλογής του καρδιναλίου Φες.

Πολυάριθμοι αρχιτέκτονες, πολεοδόμοι, συλλέκτες και μεσίτες έργων τέχνης είχαν συγκεντρωθεί, με πρωτοβουλία του Λουδοβίκου, την εποχή εκείνη στο Μόναχο. Πολλοί απ’ αυτούς, όπως ο Μάρτιν φον Βάγκνερ, ο Χάλλερ φον Χάλλερσταϊν, ο Φρίντιχ φαν Γκαίρτνερ κ.α. διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξή του. Ο Κλέντσε είναι, όμως, ίσως ο μόνος που – φερόμενος με ιδιαίτερη διπλωματία- κατόρθωσε να διατηρήσει σχεδόν συνέχεια ακλόνητη την εμπιστοσύνη του μονάρχη, μη διστάζοντας μερικές φορές και να παραμερίσει τους ανταγωνιστές του. Ταξίδεψε με τον Λουδοβίκο δύο φορές στην Ιταλία, όπου επισκέφθηκαν τη Ρώμη, τη Νεάπολη, τη Φλωρεντία και τη Σικελία. Μετά την ενθρόνιση του Λουδοβίκου το 1825, ανακηρύχτηκε βασιλικός σύμβουλος για τα αρχιτεκτονικά θέματα.

Την Ελλάδα επισκέφθηκε ο Κλέντσε μόνο μια φορά ως απεσταλμένος του Λουδοβίκου, από τον Ιούλιο έως τον Νοέμβριο του 1834. Όμως, στο ταξίδι αυτό θα αναφερθούμε εκτενέστερα πιο κάτω. Ο Κλέντσε παρέμεινε στην υπηρεσία της Βαυαρίας έως το 1859. Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης θητείας του κτίσθηκαν πάνω από 50 οικοδομήματα, σύμφωνα με δικά του αρχιτεκτονικά σχέδια, ενώ ένας επίσης μεγάλος αριθμός σχεδίων δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

Ο Λέο φον Κλέντσε αρχιτέκτονας, της εποχής του Κλασικισμού, οραματίστηκε την αναγέννηση της ελληνικής αρχιτεκτονικής και τη δημιουργία μιας νέας Αθήνας στο Μόναχο, όπου πολυάριθμα κτίριά του σφράγισαν οριστικά το πρόσωπο της πόλης αυτής. Στην ίδια την Αθήνα, μοναδικό δείγμα της αρχιτεκτονικής του είναι η καθολική εκκλησία (Άγιος Διο­νύσιος) δίπλα στο Οφθαλμιατρείο. Όμως και εδώ ο Κλέντσε έπαιξε ση­μαντικό ρόλο κάνοντας βασικές τροποποιήσεις στο πολεοδομικό σχέδιο της πόλης, δημιούργημα των Κλεάν­θη και Σάουμπερτ. Το πρώτο αρχιτεκτονικό σχέδιο για ένα αρχαιολογικό μουσείο κοντά στην Ακρόπολη, έργο επίσης του Κλέντσε, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Όμως η δημιουργικότητα του Κλέντσε δεν περιορίσθηκε σε όρια αυστηρά αρχιτεκτονικά – πολεοδομικά.

Σ’ αυτόν οφείλεται η Γλυπτοθήκη του Μονάχου, όχι μόνο σε ό,τι έχει σχέση με την εξωτερική της μορφή. Και η ίδια η διαμόρφωση των αιθουσών ως εκθεσιακών χώρων, αλλά ακόμη και η επιλογή των εκθεμάτων, είναι έργο δικό του. Ως σύμβουλος του διαδόχου και μετέπειτα βασιλιά Λουβοδίκου σε θέματα τέχνης, στον οποίο ο Λουδοβίκος είχε πολλές φορές τυφλή εμπιστοσύνη, κατόρθωσε να συγκεντρώσει στο Μόναχο ένα σημαντικό αριθμό γλυπτών, αγοράζοντάς τα από διάφορες συλλογές και δημοπρασίες, όπως π χ. τον Απόλλωνα της Τενέας, την Ει­ρήνη του Κηφισοδότου, τον λεγόμενο «βασιλιά του Μονάχου». Εδώ επέδειξε πολλές φορές ένα πολύ σωστό αισθητικό κριτήριο και γνώση της ελληνικής γλυπτικής, αν και όπως άλλωστε είναι φυσικό για την εποχή του, δεν ήταν πάντοτε απαλλαγμένος από την επίδραση που ασκούσε ακόμη ο Βίνκελμαν και οι απόψεις του σχετικά με την αρχαία τέχνη.

Παράλληλα με τον εμπλουτισμό της Γλυπτοθήκης, ο Κλέντσε κατόρθωσε να δημιουργήσει και συλλογή αγγείων, στην οποία συγκαταλέγονται πολλά αριστουργήματα της ελληνικής αγγειογραφίας. Η συλλογή αυτή, που αρχικά δεν ήταν επισκέψιμη παρά μόνον από λίγους ειδικούς, έμελλε να στεγασθεί αργότερα σε κτίριο που κτίσθηκε επίσης στην Καίνιγκςπλατς, τη μεγάλη κλασικιστική πλατεία του Μονάχου, απέναντι ακριβώς από τη Γλυπτοθήκη.

Εμπλουτισμένο και με πολλά άλλα αντικείμενα από χαλκό και διάφορα πολύτιμα και μη μέταλλα, πήρε την ονομασία «Μουσείο Αρχαίας Μικροτεχνίας». Τον πυρήνα, λοιπόν, της έκθεσης αποτελεί η προσπάθεια μιας προσέγγισης της ως τώρα άγνωστης πλευράς του Κλέντσε ως αρχαιολόγου.

 

Ο Αρχαιολόγος

 

Ίσως κανένας από τους συγχρόνους του Κλέντσε να μην προσανατολίστηκε, σε τέτοιο βαθμό, στην ελληνική τέχνη, όσο αυτός. Οι νέες κλασικιστικές τάσεις που επικρατούσαν την εποχή εκείνη, και με τις οποίες γαλουχήθηκε κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Βερολίνο και στο Παρίσι, φαίνεται ότι τον είχαν επηρεάσει βαθύτατα. Έτσι, η ελληνική αρχιτεκτονική γίνεται γι’ αυτόν «μέτρο πάντων», ιδίως η αρχέτυπη μορφή της, που είναι ο δωρικός ναός, ο οποίος μέχρι το τέλος της ζωής του δεν έπαψε να τον απασχολεί. Ιδιαίτερα τον ενδιέφερε η θεωρία, οι νόμοι της αναλογίας και η γνώση των συμβόλων που κρύβει μέσα του. Από την έντονη απασχόληση του με τον δωρικό ναό προέκυψαν διάφορα γραπτά κείμενα, όπως το «Μελέτες και αποσπάσματα σαν σκέψεις πάνω στη δημιουργία, την ιστορία και τους κανόνες της αρχιτεκτονικής».

Η προσπάθεια της θεωρητικής προσέγγισης και κατανόησης της εξελίξεως των μορφών χαρακτηρίζει ιδιαίτερα την εποχή αυτή, αλλά και την ίδια την αρχαιογνωστική επιστήμη. Σκοπός του Κλέντσε, όσον αφορά τα αρχιτεκτονικά μνημεία, δεν ήταν η επαναφορά τους στην αρχική τους μορφή αλλά η επανάκτηση των νόμων κατασκευής τους, έτσι ώστε να γίνει δυνατή και στην εποχή του η ανοικοδόμηση τέλειων ελληνικών ναών. Σε ένα από τα γραπτά του διαβάζουμε: «Ολόκληρος ο ελληνικός ναός, ακόμη και το παραμικρότερο μέλος του, δεν έχει τίποτα το κρυφό, αινιγματικό… έχουμε στη διάθεσή μας ολόκληρο το αρχιτεκτο­νικό αλφάβητο…αν γράψουμε με αυ­τό θα είμαστε σε θέση να δημιουργήσουμε νέα και εξαιρετικά έργα.»

 

Φραντς Καρλ Λέο φον Κλέντσε, Λιθογραφία, περίπου 1858.

 

Αποκαλυπτικά στάθηκαν, σίγουρα, τα ταξίδια του στην Ιταλία και η επαφή του με τους πολυάριθμους δωρι­κούς ναούς, στη Σικελία και στη Μεγάλη Ελλάδα. Το Πέστουμ, δηλαδή η αρχαία Ποσειδώνια, καθώς και οι πόλεις της Σικελίας Ακράγας. Σεγέστα και Σελινούς, αποτέλεσαν σταθμό στην πορεία του, αφού εδώ του δόθηκε για πρώτη φορά η δυνατότητα να εμβαθύνει τις γνώσεις του, αναπτύσσοντας συγχρόνως και το αισθητικό του κριτήριο. Τα σχέδια και οι ελαιογραφίες του εκτός των άλλων παρουσιάζουν και ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί μας δείχνουν πόσο είχε ήδη προχωρήσει η κατανόηση της, ως τότε, κάπως ξένης ακόμη, αρχαϊκής δωρικής τέχνης.

Ο δωρικός ναός είχε κινήσει το ενδιαφέρον πολλών ερευνητών, ήδη τον 18ο αι. Ο Λε Ρουά, στο πολύ δημοφιλές εικονογραφημένο έργο του, που είχε κυκλοφορήσει το 1758, είχε ήδη χωρίσει κατά περιόδους την εξέλιξη του δωρικού ρυθμού. Πραγματικό σταθμό, όμως, απετέλεσε η έκδοση του έργου των Stuart και Revett (Αρχαιότητες των Αθηνών), γιατί για πρώτη φορά έκανε γνωστούς τους δωρικούς ναούς της ίδιας της Ελλάδας. Η αντίδραση στους κύκλους των διανοουμένων ήταν μεικτή. Εδώ φάνηκε πόσο δύσκολο ήταν να συνδυασθούν οι καινούργιες γνώσεις με την αισθητική ισορροπία, όπως την είχε εκφράσει και θεμελιώσει ο Βίνκελμαν. Χαρακτηριστικά ήταν αυτά που αυθόρμητα είπε ο Γκαίτε, όταν στις 23 Μαρτίου 1787 επισκέφθηκε την Ποσειδώνια: «Βρέθηκα σε έναν τελείως ξένο κόσμο». Αμέσως μετά, όμως, συμπλήρωσε: «Σε λίγο, πάντως, συνήλθα, θυμήθηκα την ιστορία της τέχνης, έφερα στο νου μου τον αυστηρό ρυθμό της γλυπτικής, και πριν περάσει μια ώρα είχα συμφιλιωθεί».

Ο Κλέντσε κατόρθωσε σύντομα να ξεφύγει από τη μονομερή έρευνα των αναλογιών και άφησε να τον καθοδηγήσουν τα ίδια τα μνημεία. Και σ’ αυτήν ακριβώς την αντιμετώπιση κρύβεται ο «αρχαιολόγος» Κλέντσε. Μέρες ολόκληρες, και με σκληρές συνθήκες, εργαζόταν στους ναούς σχεδιάζοντας με κάθε λεπτομέρεια. Χαρακτηριστικά για τον τρόπο της δουλειάς του είναι τα σχέδια και οι μετρήσεις του από τα ερείπια του Ακράγαντα.

 

Στην Ελλάδα

 

Ο πρώτος ναός που ο Κλέντσε επισκέφτηκε και σχεδίασε μετά την άφι­ξή του στην Ελλάδα, τον Ιούλιο του 1834, είναι ο αρχαϊκός ναός που βρίσκεται στο Καρδάκι της Κέρκυρας, μέσα στον κήπο του MON REPOS. Η αποστολή του στη χώρα μας είχε κυρίως πολιτικό χαρακτήρα: έπρεπε να ανακληθούν δύο από τα τρία μέλη της Αντιβασιλείας, οι φον Μάουρερ και φον ‘Αμπελ, λόγω διαφορών που είχαν ξεσπάσει μεταξύ τους. Δεύτερος στόχος του ταξιδιού αυτού ήταν και η διευθέτηση του ζητήματος που είχε προκύψει σχετικά με το πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας, έργο των Κλεάνθη και Σάουμ­περτ, ενάντια στο οποίο είχαν διατυπωθεί διάφορες αντιρρήσεις. Το διάστημα των τεσσάρων μηνών, όμως, που παρέμεινε στην Ελλάδα ο Κλέντσε, το χρησιμοποίησε για να γνωρίσει τον τόπο και τους ανθρώ­πους του.

Αξίζει να διαβάσει κανείς τις απόψεις του για τους Έλληνες:

 

«Πνευματική υπεροχή σε υψηλό βαθμό, ίσως πάνω από όλους τους λαούς της γης, αφάνταστη ευπλασία του χαρακτήρα, περιφρόνηση προς το θάνατο και την φιλοκτημοσύνη, μεγάλη αυτοπεποίθηση και εθνική υπερηφάνεια – δηλαδή η ελληνική φιλαυτία, που χαρίζει και στους βοσκούς και στους αγρότες μια εμφάνιση αξιοπρόσεκτη, που ακόμη και εκείνο τον τυφλό ζητιάνο έξω από τις πύλες του Ναυπλίου τον κάνει να μοιάζει με Πατριάρχη της φτώχειας- όλα πρέπει να θεωρηθούν σαν εθνικές ιδιότητες των Ελλήνων, όλων των κοινωνικών στρωμάτων (Από το βιβλίο του: «Αφοριστικές σημειώ­σεις»).

 

Από την Κέρκυρα ο Κλέντσε έφθασε με πλοίο στην Πάτρα, απ’ όπου συνέχισε το ταξίδι του με κυβερνητικό πλοίο ως την Κόρινθο. Η πρώτη του συνάντηση με το ξερό καλοκαιριάτικο τοπίο της Κορινθίας τον ξένισε κάπως, όπως διαφαίνεται από τα γραπτά του. Αφού επισκέφθηκε τα ερείπια του ναού του Απόλλωνα συνέχισε, διασχίζοντας την Αργολίδα, για το Ναύπλιο.

 

Ναύπλιο. Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, 1834. Σχέδιο σε μολύβι του αρχιτέκτονα Λέο φον Κλέντσε (Leo von Klenze 1784-1864).

 

Επειδή το πρώτο μέρος του ταξιδιού του ήταν κατά κύριο λόγο αφιερωμένο στα θέματα της αποστολής του, πρέπει το σχέδιο του, που αποδίδει με ακρίβεια και ευαισθησία την πλατεία του Αγίου Γεωργίου στο Ναύ­πλιο, να προέρχεται από το δεύτερο ταξίδι του στην πόλη αυτή. Στο μικρό αυτό διάστημα της παραμονής του στο Ναύπλιο, κατόρθωσε να διεισδύσει σε μεγάλο βαθμό στα προβλήματα του νέου τότε κράτους. Στις 12 Αυγούστου συνέχισε το ταξίδι του για την Αθήνα, μέσω Επιδαύρου, Πάρου και Αίγινας, όπου τον απασχόλησαν ιδιαίτερα τα ίχνη χρώματος στα αρχιτεκτονικά μέλη του ναού της Αφαίας που είχε ανασκαφεί το 1811. Από την περίοδο της παραμονής του στην Αθήνα ενδιαφέρον παρουσιάζει μια γραφική άποψη από την περιοχή των Αέρηδων. Η πολύ γνωστή ελαιογραφία με την φανταστική αναπαράσταση της Ακρόπολης στη ρωμαϊκή εποχή είναι έργο υστερότερο, που έγινε στο Μόναχο.

 

Αναπαράσταση της Ακρόπολης και του Αργείου Πάγου (1846). Neue Pinakothek (Gallery), Munich.

 

 

Η προστασία των αρχαιοτήτων

 

Μια από τις βασικότερες ενέργειες του Κλέντσε ήταν η διαδικασία, που έθεσε σε κίνηση, για την επέκταση της νομοθεσίας προστασίας των αρχαίων. Ως τότε η διαφύλαξή τους ήταν έργο φιλάρχαιων ιδιωτών και της Φιλομούσου Εταιρείας. Γνωστή είναι η αυτοθυσία και ο απέραντος ενθουσιασμός του Κυριάκου Πιττάκη για την προστασία των μνημείων της Αθήνας.

Με διάταγμα της 28ης Αυγούστου του 1834 τοποθετήθηκαν, για πρώτη φορά φύλακες στους εξής αρχαιολογικούς χώρους: Αθήνα, Αίγινα, Ελευσίνα, Δελφούς, Ραμνούντα, Σούνιο, Επίδαυρο, Κόρινθο, Μυκήνες, Φιγάλεια – Βάσσες, Μεσσήνη, Δήλο και Ολυμπία.

Λέο φον Κλέντσε, φωτογραφία του Franz Hanfstaengl, 1856

Επίσης, σε ενέργεια του Κλέντσε οφείλεται η καταγραφή των αρχαιοτήτων της Ελλάδας και η αίτηση προς την κυβέρνηση για διεξαγωγή αναστηλωτικών εργασιών στην Ακρόπολη, με κρατική ευθύνη. Αποκορύφωμα της παραμονής του στην Ελλάδα ήταν η επίσημη έναρξη των αναστηλωτικών εργασιών, με εποπτεία του ιδίου, που γιορτάσθηκαν στις 10 Σεπτεμβρίου επάνω στον ιερό βράχο, με συμμετοχή του λαού. Σχεδόν ολόκληρος ο πληθυσμός της Αθήνας ανέβηκε σε πομπή, τον ανηφορικό δρόμο προς την Ακρόπολη, για να παραβρεθεί στην ανασύνδεση ορισμένων σπονδύλων από κίονες του Παρθενώνα, το πρώτο βήμα στην αναστήλωση του μνημείου αυτού. Ήταν η πρώτη γιορτή στην Ακρόπολη μετά από αιώνες. Ανάμεσα    στις    προτάσεις    του Κλέντσε για τη διαμόρφωση του χώρου ήταν και η όσο το δυνατόν γρηγορότερη απομάκρυνση των ύστερων κτισμάτων και τειχών. Όμως μόνο μετά την αποχώρηση της βαυαρικής φρουράς από την Ακρόπολη, στις 30 Μαρτίου 1835, είχαν οι αρχαιολόγοι και συντηρητές πραγματικά ελεύθερο πεδίο δράσεως.

Όσον αφορά τη σχέση που είχε ο Κλέντσε με το πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας, εδώ έπαιξε, με τις τροποποιήσεις που έκανε, ένα ρόλο συμφιλιωτικό στα προβλήματα που είχαν προκύψει. Αντίθετα με τους Κλεάνθη και Σάουμπερτ, ο Κλέντσε πίστευε ότι η πολεοδομία δεν μπορούσε πλέον να βασίζεται σε ελεύθερες, καλλιτεχνικές ιδέες, και σε συμβολικές θεωρίες. Τις προτάσεις του, που πραγματοποιήθηκαν τελικά θέλησε να τις στηρίξει στα τοπογραφικά και ιστορικά δεδομένα του χώρου. Αυτό βέβαια θα ήταν αποδοτικό μόνο αν η πόλη αυτή μεγάλωνε «οργανικά».

Η ανάδειξη όμως, της Αθήνας σε πρωτεύουσα του κράτους είχε σαν αποτέλεσμα την πολύ γρήγορη ανάπτυξη και τη μεγάλη πυκνότητα του πληθυσμού της, πράγμα που οδήγησε στο χάος. Αν είχε ακολουθηθεί το αρχικό πολεοδομικό σχέδιο με τους φαρδείς δρόμους και το ιπποδάμειο σύστημα, η εξέλιξη αυτή ίσως είχε αποφευχθεί.

Στις 15 Σεπτεμβρίου ο Κλέντσε αναχωρεί από την Αθήνα για την Πελοπόννησο απ’ όπου, θα καταλήξει στη Ζάκυνθο, μετά από ένα περίπου μήνα, για να πάρει πια το δρόμο της επιστροφής. Στη διάρκεια της περιοδείας του, επισκέφθηκε την Τίρυνθα και τις Μυκήνες όπου εντυπωσιάσθηκε από την Πύλη των Λεόντων την Τεγέα, τη Μαντινεία, τη Μεγαλό­πολη και τη Λυκόσουρα. Μέσα από την ορεινή Αρκαδία από την Καρύ­ταινα και τη Δημητσάνα έφθασε τελικά στην Ολυμπία, που βρισκόταν όμως ακόμη θαμμένη κάτω από7 μέτρα άμμου από τις προσχώσεις του Αλφειού. Πληροφορίες να τις περιηγήσεις του μας δίνουν σημειώσεις και κείμενα. Τα τελευταία του σχέδια προέρχονται από τον σταθμό του στη Ζάκυνθο.

Ο Κλέντσε δεν έμελλε να έρθει για δεύτερη φορά στην Ελλάδα. Στους τέσσερις μήνες που έμεινε εδώ κατόρθωσε να γνωρίσει από κοντά την πραγματικότητα του νέου κράτους να εξοικειωθεί με τα πολιτικά και οικονομικά δεδομένα να καταλάβει το χώρο και τους ανθρώπους πράγμα που τον οδήγησε σε εμφανή κριτική κατά της βαυαρικής κυριαρχίας. Από το Μόναχο προσπάθησε να συνεχίσει την επιτήρηση των εργασιών στην Ακρόπολη, δεν θέλησε όμως να δεχθεί την πρόταση του Λουδοβίκου να έρθει σαν μόνιμος σύμβουλος του Όθωνα στην Ελλάδα. Πέθανε ακριβώς 30 χρόνια αργότερα τον Ιανουάριο του 1864 στο Μόναχο.

  

Αλίκη Μουστάκα

Αρχαιολόγος ΚΕΑ Ακαδημίας Αθηνών

 

Βιβλιογραφία


  • Κατάλογος έκθεσης Μονάχου: Ein grie­chischer Traum Leo von Klenze. Der Arcnaologe Ausstellung von 6 Dezember 1985 – 9 Februar 1986 GlyplotheK München.
  • Η Η. Russack Deutsche bauen in Athen (1942).
  • Κατάλογος της έκθεσης Leo von Klenze als Maler und Zeichner. Bayerische Aka­demie der Schonen Künste. Ausstellung vom 2 Oktober 1977 – 29 Januar 1978.
  • Κατάλογος: Glyptothek Muncnen 1830-1980.  Jubiläumsausstellung zur Entslehungs-und   Baugeschichle,17 September-23 November 1980.
  • W Seidl. Βαυαροί στην Ελλάδα (1984).
  • Α Κόκκου. Η μέριμνα για τις αρχαιότη­τες στην Ελλάδα και τα πρώτα μουσεία, σ. 202-206 (1977).
  • Κατάλογος έκθεσης: Αθήνα, Πρωτεύου­σα Πόλη (1985) Τομ. II σ. 58-65.

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες», τεύχος 20, Αύγουστος 1986. 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Τριτάκης  Ν. Διονύσιος  (1827-1902)


 

Διονύσιος Τριτάκης

Ο Διονύσιος Τριτάκης, στρατιωτικός,  γεννήθηκε στις 24-5-1827* στα Μέθανα, την ημέρα που λύθηκε η πολιορκία της Ακρόπολης στην οποία ο πατέρας του, συνταγματάρχης Νικόλαος Τριτάκης, πήρε μέρος και πολέμησε με τον Φαβιέρο. Σπούδασε στη Σχο­λή Ευελπίδων και εντάχθηκε στο Ιππικό του ελληνικού στρατού. Στην Ναυπλιακή επανάσταση μαζί με τον Δημήτριο Γρίβα έπαιξε πρω­ταγωνιστικό ρόλο.

Στη Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια αναφέρεται:

 «Αι πρώται αψιμαχίαι και συγκρούσεις μεταξύ στασιαστών και κυβερνητικού στρατού ήρξαντο από τα Δερβένια της Κορινθίας, όπου ο εκ των στασιαστών αξιωματικός του Ιππικού Τριτάκης, ηγούμενος ιππέων, επεζήτησε να αναστείλη την κάθοδον των κυβερνητικών».

Η μαχητική θέση του και η στιβαρή αντίσταση του προς τα βασιλικά στρατεύματα, ήταν και ο λόγος που εξαιρέθηκε από το διάγγελμα αμνηστίας που υπέγραψε ο Όθωνας μετά την κατάληψη του Ναυπλίου.

 

Πορτραίτο του υποστράτηγου Διονύσιου Τριτάκη, τέλη 19ου αιώνα, έργο του Γεωργίου Ροϊλού (1867-1928).

 

Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την περίθαλψη των αποστράτων φτωχών αξιωματικών και υπαξιωματικών του Ιππικού. Το 1866 συγκρότησε Σώμα εθελοντών στην Αθήνα και κατέβηκε στην Κρήτη όπου πολέμησε στους Κάμπους, στους Λάκκους και στον Ομαλό. Η Κρήτη αναγνωρίζοντας τους αγώνες του γι’ αυτήν, τον ανέδειξε πρώτο πληρεξούσιο της Επαρχίας Κυδωνίας εκ του Δήμου Ακρωτηρίου, από την οποία καταγόταν. Κάποιες αντίξοες συνθήκες όμως τον ανάγκασαν να παραιτηθεί από το στρατό και να ιδιωτεύσει. Έφτασε στο βαθμό του υποστρατήγου και πέθανε στην Αθήνα στις 15-2-1902. Είχε τιμηθεί με τον Ελληνικό Ταξιάρχη.

  

Υποσημείωση


 * Το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών αναφέρει ότι ο Διονύσιος Τριτάκης γεννήθηκε το έτος 1826 ή 1828 και πέθανε το 1902 ή 1905.

Πηγές


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα, χ.χ.
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνώνhttp://pandektis.ekt.gr
  • Ποικίλη Στοά, Εθνική εικονογραφημένη επετηρίς, Αθήνα, 1912.
  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 5ς, Αθήνα, 1930.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Μιαούλης Αθανάσιος (1815- 1867)


 

Αθανάσιος Μιαούλης

Αθανάσιος Μιαούλης: Στρατιωτικός και πολιτικός. Ήταν πέμπτος γιος του ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη (1815-1867). Γεννήθηκε στην Ύδρα το 1815 και ως υπότροφος του βασιλιά Λουδοβίκου της Βαυαρίας σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή του Μονάχου. Υπηρέτησε στο αγγλικό ναυτικό, μετά στο ελληνικό και αργότερα διορίστηκε υπασπιστής του Όθωνα. Εισήρθε στην πολιτική και εκλέχθηκε βουλευτής Ύδρας το Σεπτέμβριο του 1855.

Στην Κυβέρνηση Δημητρίου Βούλγαρη, ανέλαβε το υπουργείο των Ναυτικών το 1855. Μετά την παραίτηση του Βούλγαρη ανέλαβε ως πρωθυπουργός. Ήταν αφοσιωμένος στο θρόνο αλλά επί της πρωθυπουργίας του (13 Νοεμβρίου 1857 – 26 Μαΐου 1862), άρχισαν να πυκνώνουν οι λαϊκές εκδηλώσεις κατά του Όθωνα, των οποίων αποκορύφωμα υπήρξε η Ναυπλιακή επανάσταση.

Κατέστειλε μεν την επανάσταση αλλά αμέσως μετά υπέβαλε την παραίτησή του και παρέδωσε την εξουσία στον τελευταίο πρωθυπουργό του Όθωνα, τον Γενναίο Κολοκοτρώνη. Έκτοτε δεν διαδραμάτισε κανένα πολιτικό ρόλο. Με την εκθρόνιση του Όθωνα αναγκάστηκε να εκπατρισθεί και επανήλθε μετά την άνοδο του Γεωργίου Α΄ στον Ελληνικό θρόνο.  Πέθανε το 1867 στο Παρίσι.

 

Πηγή


  • Σπύρος Β. Μαρκεζίνης, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964», τόμος 1ος,  Εκδόσεις «Πάπυρος», Αθήνα, 1966.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Παπαζαφειρόπουλος Ιωάννης (1829-1879)


 

Προκήρυξη της Κυβέρνησης Βάλβη (1863), η οποία αναγορεύει Συνταγματικό Βασιλέα τον Γεώργιο Α'. Φέρει την υπογραφή του Ιωάννη Παπαζαφειρόπουλου.

Ο Ιωάννης Παπαζαφειρόπουλος γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1829. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και τη Λειψία. Το 1862 ήταν δικηγόρος στο Ναύπλιο. Φανατικός αντιμοναρχικός, πήρε μέρος στην Ναυπλιακή επανάσταση. Μετά την αποτυχία της εξορίστηκε και μέχρι την Οκτωβριανή επανάσταση διέμεινε στην Αλεξάνδρεια.

Όταν επανήλθε, μετά την έξωση του Όθωνα, αναδείχτηκε πληρεξούσιος της Τρίπολης στην Συνέλευση της Αθήνας, όπου, νεότατος, αναρριχήθηκε στην θέση του υπουργού Δικαιοσύνης στην Κυβέρνηση Ζηνοβίου Βάλβη (1863) και στην Κυβέρνηση Θρασύβουλου Ζαΐμη (1871). Έκτοτε αντιπροσώπευε διαρκώς την επαρχία του στη Βουλή. Ο Ιωάννης Παπαζαφειρόπουλος υπήρξε ένα από τα επιφανέστερα μέλη του Ελληνικού Κοινοβουλίου και απολάμβανε της αγάπης όσων των γνώριζαν. Πέθανε στην Τρίπολη στις 5 Αυγούστου 1879 από τυφοειδή πυρετό.

  

Πηγές


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα, χ.χ. 
  • Δελτίον της Εστίας – αριθ. 137, 12 Αυγούστου 1879.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ασίνη


  

Ασίνη: Αρχαία παραλιακή κωμόπολη της Αργολίδος που αναφέρεται στην Ιλιάδα του Ομήρου. Τα ερείπιά της βρίσκονται στη θέση «Καστράκι» ή «Παλαιόκαστρο», κοντά στο Τολό, σε απόσταση 9 χλμ. από το Ναύπλιο

 

Ασίνη. Άνδρες και αγόρια στον προμαχώνα της ανατολικής πλευράς του κυκλικού οχυρώματος της ακροπόλεως. 1922 (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Η Ασίνη ανήκε στο βασίλειο του Άργους και προϊστορικοί κάτοικοί της ήταν οι Δρύοπες. Το 740 π.Χ. καταστράφηκε από τους Αργείους και από την καταστροφή σώθηκε μόνο ο ναός του Πυθαέως Απόλλωνος. Οι κάτοικοί της τότε την εγκατέλειψαν και εγκαταστάθηκαν ως άποικοι στη Μεσσηνία, όπου ίδρυσαν την ομώνυμη πόλη. Κατά τις αρχαιολογικές έρευνες, που άρχισαν το 1922 από Σουηδούς αρχαιολόγους, βρέθηκαν ερείπια αρχαίου τείχους πλάτους 2 μέτρων και μήκους περίπου 125, ναού, νεκροπόλεως κ.ά. και εντοπίστηκε η σημερινή θέση της.

 

Το λιμάνι της Αρχαίας Ασίνης. Διακρίνεται το Τολό δεξιά και η νησίδα Ρόμβη αριστερά. Άφιξη των εφοδίων για τις ανασκαφές. 1922 (Αρχείο Ασίνης).

 

Μυκηναϊκό ειδώλιο από την Ασίνη, γνωστό ως ο «άρχων της Ασίνης» (12ος αιώνας π.Χ.)

Με τις ανασκαφές αυτές ήλθαν στο φως κοσμήματα, χρυσοποίκιλτα ξίφη και το μυστηριώδες προσωπείο, «ο Άρχων της Ασίνης» (Lord of Asine, όπως το χαρακτήρισαν οι ξένοι), μικρό πορτραίτο από αργιλώδη γη, που σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο Ναυπλίου. Σώζονται επίσης ερείπια της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής εποχής.

Το όνομα Ασίνη έχει σήμερα  δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Ναυπλίου, με 1100 περίπου κατοίκους, που βρίσκεται πολύ κοντά στο Τολό, και απέχει από το Ναύπλιο 8 χλμ.Το χωριό αυτό ονομαζόταν παλαιότερα Τζαφέρ Αγά, από το όνομα ενός Τούρκου τοπάρχη. Το ίδιο όνομα έχουν επίσης ένα χωριό της επαρχίας Πυλίας του νομού Μεσσηνίας, που κτίστηκε στη θέση της αρχαίας ομώνυμης πόλεως, μία αρχαία πόλη της Λακωνίας 5 χλμ. ΝΔ του Γυθείου, μία πόλη της Κύπρου, που αναφέρεται από το Στέφανο Βυζάντιο, και μία πόλη της Κιλικίας στη Μικρά Ασία.

Γιώργος Σεφέρης

Ο Γιώργος Σεφέρης στην Ασίνη. Ο Γιώργος Σεφέρης (1900-1971), που τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963, αποθανάτισε την Ασίνη, το αρχαίο λιμάνι κοντά στο Ναύπλιο, στο ποίημά του «Ο Βασιλιάς της Ασίνης», από την συλλογή ποιημάτων του Deck Diaries B. Το ποίημα είναι ένα ελεγείο για τον χαμένο χρόνο, την ασημαντοσύνη της ανθρώπινης ύπαρξης και την ματαιότητα της δόξας. Ο Βασιλιάς της Ασίνης, που κυβερνούσε κατά την Μυκηναϊκή περίοδο, ο Σεφέρης λέει γι’ αυτόν, ότι ήταν σίγουρα ένας παντοδύναμος άνδρας της εποχής του, και έπαιρνε αποφάσεις που επηρέαζαν τις ζωές των άλλων, έχει χαθεί, έχει εξαφανιστεί αλλά αναφέρεται στην Ιλιάδα. Τίποτα δεν έμεινε μακροπρόθεσμα, από το πέρασμα των ανθρώπων στον κόσμο, προειδοποιεί ο Σεφέρης.

 

Γιώργος Σεφέρης: Ο βασιλιάς της Ασίνης

Ασίνην τε…

ΙΛΙΑΔΑ

 

Κοιτάξαμε όλο το πρωί γύρω-γύρω το κάστρο

αρχίζοντας από το μέρος του ίσκιου εκεί που η θάλασσα

πράσινη  και  χωρίς αναλαμπή, το  στήθος σκοτωμένου παγονιού

μας δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.

 

Οι φλέβες του βράχου κατέβαιναν από ψηλά

στριμμένα κλήματα γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας

στ΄ άγγιγμα του νερού, καθώς το μάτι ακολουθώντας τις

πάλευε να ξεφύγει το κουραστικό λίκνισμα

χάνοντας δύναμη ολοένα.

  

Από το μέρος του ήλιου ένας μακρύς γιαλός ολάνοιχτος

και το φως τρίβοντας διαμαντικά στα μεγάλα τείχη.

Κανένα πλάσμα ζωντανό τ’ αγριοπερίστερα φευγάτα

κι ο βασιλιάς της  Ασίνης που τον γυρεύουμε δυο χρόνια τώρα

άγνωστος λησμονημένος απ’ όλους κι από τον  Όμηρο

μόνο μια λέξη στην  Ιλιάδα κι εκείνη αβέβαιη

ριγμένη εδώ σαν την εντάφια χρυσή προσωπίδα.

 

Την άγγιξες, Θυμάσαι τον  ήχο της; κούφιο μέσα στο φως

σαν το στεγνό πιθάρι στο σκαμμένο χώμα

κι ο ίδιος ήχος μες στη θάλασσα με τα κουπιά μας.

Ο βασιλιάς της  Ασίνης ένα κενό κάτω απ’ την προσωπίδα

παντού μαζί μας παντού μαζί μας, κάτω από ένα όνομα:

«Ασίνην τε… Ασίνην τε…»

 και τα παιδιά του αγάλματα

κι οι πόθοι του φτερουγίσματα πουλιών κι ο αγέρας

στα διαστήματα των στοχασμών του και τα καράβια του

αραγμένα σ’ άφαντο λιμάνι

κάτω απ’ την προσωπίδα ένα κενό.

 

Πίσω από τα μεγάλα μάτια τα καμπύλα χείλια τους βοστρύχους

ανάγλυφα στο μαλαματένιο σκέπασμα της  ύπαρξής μας

ένα σημείο σκοτεινό που ταξιδεύει σαν το ψάρι

μέσα στην  αυγινή γαλήνη του πελάγου και το βλέπεις:

ένα κενό παντού μαζί μας.

 

Και το πουλί που πέταξε τον  άλλο χειμώνα

με σπασμένη φτερούγα σκήνωμα ζωής,

κι η νέα γυναίκα που έφυγε να παίξει

με τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού

κι η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον  κάτω κόσμο

κι ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο που παρασέρνει

ο χείμαρρος του ήλιου με τ’ αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη.

 

Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι αναρωτιέται

υπάρχουν άραγε

ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις

αιχμές τα κοίλα και τις καμπύλες

υπάρχουν άραγε

εδώ που συναντιέται το πέρασμα της  βροχής του αγέρα

και της  φθοράς

υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της  στοργής

εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας

αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με

την απεραντοσύνη του πελάγου

ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος

η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής

εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας

σαν τα κλωνάρια της  φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη

διάρκεια της  απελπισίας

ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα

μες στο βούρκο

εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής.

Ο ποιητής ένα κενό.

 

 Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας

κι από το βάθος της  σπηλιάς μια νυχτερίδα τρομαγμένη

χτύπησε πάνω στο φως σαν τη σαΐτα πάνω στο σκουτάρι:

«Ασίνην τε Ασίνην τε…».

Να ‘ταν αυτή ο βασιλιάς της Ασίνης

που τον  γυρεύουμε τόσο προσεχτικά σε τούτη την ακρόπολη

αγγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά μας την υφή του πάνω στις πέτρες.

 

Ασίνη, καλοκαίρι ’38 – Αθήνα, Γεν. ’40

 

Πηγές


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • http://nylou.com

Read Full Post »

Λαμπρυνίδης Μιχαήλ (1850 ή 1851 -1915)


 

Μιχαήλ Λαμπρυνίδης

Μιχαήλ Λαμπρυνίδης: Λόγιος, συγγραφέας, πολιτικός και νομομαθής (διδάκτωρ της νομικής) από το Ναύπλιο. Διετέλεσε βουλευτής Ναυπλίας, σύμβουλος της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας και συγγραφέας ιστορικών μελετών. Ήταν ανεψιός της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου. Εργασίες του δημοσιεύτηκαν σε επιστημονικά περιοδικά της εποχής του και στην εφημερίδα «Αθήναι».

Η Ευτυχία Λιάτα, στον πρόλογό της για την τέταρτη έκδοση της «Ναυπλίας», 2001, σημειώνει: «Ο Μιχαήλ Λαμπρυνίδης, μοιράζοντας τη ζωή του κατά διαστήματα ανάμεσα στο Ναύπλιο και στην Αθήνα, δεν αποκόβεται από τον επιστημονικό περίγυρο, τις πνευματικές ζυμώσεις και τον επαγωγικό διάλογο του κέντρου. Η ευρυμάθεια, η καλλιέργεια και η μεθοδικότητά του θα αποτυπωθούν στο πλούσιο και θεματικά ποικίλο έργο του, που ξεπερνάει κατά πολύ τα τοπικά όρια και επεκτείνεται σε θέματα γενικότερης εμβέλειας, όπως είναι για παράδειγμα οι οικονομολογικές του μελέτες».

Από τα πιο σημαντικά του έργα αναφέρουμε:

  • «Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς»*, ιστορική μελέτη. Εν Αθήναις: Τύποις Εκδοτικής Εταιρείας, 1898.
  • «Οι θεσμοί παρ’ Έλλησιν», Ιστορική επισκόπησις. Εν Αθήναις :Εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου,1903.
  • « Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον / Ύδρα –Σπέτσαι. Η χερσόνησος του Αίμου και οι κάτοικοι αυτής (Επίμετρον)».** Εν Αθήναις Τυπογραφείον «Εστία», Κ. Μάϊσνερ και Ν. Καργαδούρη,1907.

 

Υποσημειώσεις


 

* Ένα μόνο χρόνο αργότερα από την έκδοση της «Ναυπλίας» ο Λαμπρυνίδης ξεκινά έρευνα, για την συλλογή νέων στοιχείων, που οδηγεί σε μια δεύτερη γραφή της «Ναυπλίας», επαυξημένης και βελτιωμένης (υπερδιπλάσιας), σε απλούστερη αλλά πάντα κομψή καθαρεύουσα, με σκοπό να κυκλοφορήσει το 1914. Το 1949 η κόρη του συγγραφέα Χαρίκλεια Α. Χαρτουλάρη τη δώρισε στον Προοδευτικό Σύλλογο Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», με το ρητό όρο της δημοσίευσης. Δυστυχώς έως σήμερα παραμένει ανέκδοτη στα συρτάρια του συλλόγου.

** Μία από τις πρώτες απόπειρες ιστορικής σύνθεσης για τον αλβανικό εποικισμό του νοτιοελλαδικού χώρου κατά τους ύστερους βυζαντινούς χρόνους. Ο συγγραφέας,  τοποθετεί την πρώτη αλβανική εγκατάσταση στην Πελοπόννησο μεταξύ των ετών 1370-1380 και εξιστορεί τη συμμετοχή των Αλβανών στους απελευθερωτικούς αγώνες του ελληνικού Γένους μέχρι και την Επανάσταση του 1821. Ασπάζεται την «πελασγική θεωρία», δηλαδή τη «συγγένεια αίματος» και τις «κοινές ρίζες» Ελλήνων και Αλβανών. Οι Αλβανοί «απετέλουν απλούν γένος της αυτής ομοφυλίας». Η πραγματεία του για την «εθνολογική καταγωγή των Αλβανογενών Ελλήνων», όπως ο ίδιος αναφέρει, είχε ιδιαίτερη σημασία την αυγή του 20ού αιώνα, όταν οι εθνικοί ανταγωνισμοί στα Βαλκάνια είχαν κορυφωθεί και η προοπτική συμπερίληψης της (αγέννητης) Αλβανίας στην επικράτεια του ελληνικού κράτους ήταν ακόμη ανοικτή.

 

Πηγές


  • Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, « Η Ναυπλία από των Αρχαιοτάτων Χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς », έκδοση 4η, Ναύπλιο, 2001.
  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδης, «Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον / ‘Υδρα-Σπέτσαι», Αναστατικές Εκδόσεις, Διονύσιος Νότη Καραβίας, Αθήνα, 1987.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »