Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού’

Διάλεξη στο Harvard: «Στ’ Αναπλιού το Παλαμήδι: Όταν στην Πελοπόννησο χωριά γεννούν τραγούδια»


 

Την Τετάρτη 18 Ιανουαρίου και ώρα 19.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη ο κύριος Νίκος Χαραλαμπόπουλος, Λέκτορας Τμήματος Φιλολογίας της Σχολής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πατρών.

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2012”του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών, θα είναι: «Στ’ Αναπλιού το Παλαμήδι: Όταν στην Πελοπόννησο χωριά γεννούν τραγούδια».

Η σειρά εκδηλώσεων «Events Series 2012» πραγματοποιείται σε συνεργασία με τους Δήμους Ναυπλιέων, Άργους-Μυκηνών και Ερμιονίδας.

 

Read Full Post »

Βαμβακοκαλλιέργεια


 

Γενικά – Βαμβακοκαλλιέργειες στην Αργολίδα – Εκκοκκιστήρια βάμβακος στο Άργος

  

Η αρχική χρήση του βαμβακιού από τον άνθρωπο χάνεται μέσα στο σκοτάδι της προϊστορίας. Οι αρχαιότερες ενδείξεις προέρχονται από την Ινδία. Σε ανασκαφές που έγιναν σε μια περιοχή κοντά στον Ινδό ποταμό βρέθηκαν υπολείμματα από υφάσματα και σχοινιά από βαμβάκι, που υπολογίστηκε ότι ανάγονται στο 3000 π.Χ. Η πρώτη γραπτή μαρτυρία για το βαμβάκι βρίσκεται σε ένα πανάρχαιο θρησκευτικό βιβλίο των Ινδών, που γράφηκε γύρω στο 1500 π.Χ. Μερικές εκατονταετίες αργότερα, γύρω στο 800 π.Χ., σε ένα άλλο ιερό βιβλίο στο οποίο εκτίθεται η διδασκαλία του βραχμανισμού, καθορίζεται και η εργασία εκείνων που ασχολούνταν με το πλύσιμο και την ύφανση των βαμβακερών υφασμάτων.

 

Βαμβακιές

 

Η καλλιέργεια του βαμβακιού ήταν άγνωστη στην αρχαία Ελλάδα. Αρκετοί συγγραφείς, όμως, αναφέρουν ότι το βαμβάκι αναπτυσσόταν στην Ινδία. Ο Ηρόδοτος κατά το 445 π.Χ. αναφέρει στην ιστορία του ότι « στην Ινδία φυτρώνουν άγρια δέντρα που παράγουν μαλλί πιο ωραίο και πιο εκλεκτό από το μαλλί των προβάτων. Από τα δέντρα αυτά οι Ινδοί εξασφαλίζουν τα ρούχα τους». Ο Ηρόδοτος αποκαλεί το βαμβάκι «είρια από ξύλου» και αναφέρει ότι οι Ινδοί ήταν ντυμένοι με «είματα από ξύλων πεποιημένα», δηλαδή με βαμβακερά υφάσματα.

Για πρώτη φορά αναφέρεται η καλλιέργεια του βαμβακιού στην αρχαία Ελλάδα από τον Παυσανία κατά τον 2  μ.Χ. αιώνα. Κατά την εποχή εκείνη το βαμβάκι ήταν γνωστό με το όνομα βύσσος.  Το όνομα βαμβάκι αναφέρεται για πρώτη φορά στη νομοθεσία του Ιουστινιανού, φαίνεται δε να προέρχεται από τη λέξη βόμβυξ με την οποία ονόμαζαν το μετάξι, που είχε προέλευσή του την Ασία. Κατά την εποχή του Ιουστινιανού, γύρω στο 552 μ.Χ., η καλλιέργεια του βαμβακιού ήταν ευρύτατα διαδεδομένη.

Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο η βαμβακοκαλλιέργεια άρχισε να αποκτά ισχύ στην Ελλάδα, λόγω κυρίως της αυξανόμενης ζήτησης που παρουσιάσθηκε σε είδη ένδυσης εξαιτίας του αποκλεισμού της Ευρωπαϊκής αγοράς από τα μεγάλα κέντρα παραγωγής της Αμερικής. Το 1911, το βαμβάκι καλλιεργείται σε 90.500 στρέμματα, τα οποία μετά από μια εικοσαετία περίπου ανήλθαν σε 200.000 στρέμματα. (Αυγουλάς ΧΕ, 1995).

 

Συλλογή βαμβακιού, Μισισιπής, 1908. Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου.

 

Η συστηματική του καλλιέργεια άρχισε μετά το 1931 με την ίδρυση των δύο κρατικών ιδρυμάτων, του Ινστιτούτου και του Οργανισμού Βάμβακος, με άμεσους στόχους την προώθηση της καλλιέργειας, την υποβοήθηση της εμπορίας του και γενικότερα την ανάπτυξη της βιομηχανίας κατεργασίας του βαμβακιού και των προϊόντων του. Η συμβολή τους φάνηκε αμέσως, αφού μέσα σε μια δεκαετία τετραπλασιάστηκε η καλλιεργούμενη με βαμβάκι έκταση.

Βαμβακοκαλλιέργεια

Το Κράτος πρόσεξε ιδιαίτερα το βαμβάκι και έλαβε τα ενδεικνυόμενα μετρά για την ενίσχυση της παραγωγής. Ο Οργανισμός Βάμβακος και οι αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου γεωργίας διέδωσαν κατά τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής τους παραγωγικές και υψηλής αξίας ποικιλίες βάμβακα. Οι καλλιεργητές είχαν αρχίσει να εφαρμόζουν επιστημονικές μεθόδους καλλιέργειας και καταπολέμησης εχθρών και ασθενειών του βάμβακα.

Κατά το διάστημα 1973-1982 αγοράστηκαν οι πρώτες δίσειρες βαμβακοσυλλεκτικές μηχανές με κρατική επιδότηση από τον Οργανισμό Βάμβακος, που τις παραχωρούσε για τη συγκομιδή του βαμβακιού σε Ομάδες Κοινής Καλλιέργειας Παραγωγών. Αργότερα οι μηχανές αυτές αγοράστηκαν από τις Ομάδες Κοινής Καλλιέργειας Παραγωγών που είχαν ενταχθεί στο πρόγραμμα. Κατά αυτόν τον τρόπο δόθηκε λύση στο πρόβλημα της έλλειψης εργατικών χεριών, με αποτέλεσμα την περαιτέρω επέκταση της βαμβακοκαλλιέργειας.  Η θεαματική όμως αύξηση της βαμβακοκαλλιέργειας συντελέστηκε με το πέρας του 1981, με την είσοδο δηλαδή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Βασιλική Κώνστα

 

Βαμβακοκαλλιέργειες στην Αργολίδα


 

Βαμβάκι

Το μπαμπάκι καλλιεργούνταν στην Αργο­λίδα από πολύ παλιά. Το 1691 αναφέρεται σε έκθεση του Μαρίνου Μικέλλη προς την κυβέρνηση της Ενετικής Δημοκρατίας. Αλ­λά στα τέλη του 19ου αι. έπαψαν να το καλ­λιεργούν για χάρη της καλλιέργειας καπνού και σταφίδας, που ήταν αποδοτικότερα προϊόντα. Από το 1933 άρχισαν πάλι να καλλιεργούν μπαμπάκι σε βάρος άλλων καλλιεργειών, της τομάτας και του καπνού, ιδιαίτερα σε χωράφια που προσβάλλονταν από σκουλήκι (ριζόβιους σκώληκες) και στα οποία δεν ευδοκιμούσε ο καπνός. Ίσως η αλλαγή της καλλιέργειας να οφειλό­ταν και στην οικονομική κρίση του 1929, έτος κατά το οποίο τα καπνά είχαν πουλη­θεί σε πολύ χαμηλές τιμές ή είχαν μείνει αδιάθετα στις αποθήκες των παραγωγών.

Έσπερναν την ποικιλία «άκαλα» και οι βαμβακοφυτείες ήταν κατά κανόνα πο­τιστικές και σπανιότερα ξερικές. Επίσης, χρησιμοποιούσαν το ίδιο χωράφι, όπου εί­χαν σπείρει κυρίως κριθάρι (καλλιέργεια αμειψισποράς Αμειψισπορά είναι η εναλλαγή καλλιεργειών στο ίδιο χωράφι). Όργωναν το χωράφι τρεις φορές (φθινόπωρο, Γενάρη, Μάρτη) και τον Απρίλη έσπερναν τον βαμβακόσπορο, αφού τον μούσκευαν σε νερό με κοπριά για ένα 24ωρο και τον άφηναν μετά να στραγ­γίσει και να στεγνώσει λίγο. Αμέσως μετά τη σπορά, έκαναν ακόμη μια ελαφριά άροση, για να καλυφθεί ο σπόρος. Όταν φύ­τρωνε, αραίωναν τα νεαρά φυτά, ώστε να αναπτυχθούν και να μεγαλώσουν σωστά οι μπαμπακιές. Άλλοτε, πάλι, άνοιγαν με το αλέτρι αυλακιές κι έριχναν μέσα το σπό­ρο. Στη συνέχεια έπρεπε να κάνουν 2-3 σκαλίσματα.

Άνθος βαμβακιού. Βαρκελώνη - Σπόρος που λαμβάνεται από την Ελλάδα. Αρχείο: Victor M. Vicente Selvas.

Η συλλογή του μπαμπακιού γινόταν από τον Αύγουστο μέχρι και το Νοέμβριο καμιά φορά. Κάθε βδομάδα περνούσαν οι γυναίκες, για να μαζέψουν το γινωμένο μπαμπάκι και μάλιστα με ιδιαίτερη προσο­χή, ώστε να είναι καθαρό. Ο παραγωγός διέθετε ένα δωμάτιο για την προσωρινή του φύλαξη. Ήταν δύσκολη και βασανιστική η εργασία της συλλογής, γιατί η μπαμπακιά τσιμπούσε και έπρεπε οι εργάτριες να προ­σέχουν, για να μην αγκυλώνονται.  Βαμβακοπαραγωγοί υπήρχαν πολλοί στην ευρύτερη περιοχή του Άργους και σε πολλά χωριά: Δαλαμανάρα, Ίναχο, Χώνικα, Κουρτάκι, Λάλουκα, Μύλους, Ανυφί, Νέα Κίο, Πουλακίδα, Αργολικό, Κουτσοπόδι, Φίχτια, Μπούτια (Ήρα) και αλλού. Μάλιστα, οι αγρότες ήταν πολύ ευχαριστη­μένοι, γιατί η καλλιέργεια ήταν εύκολη, το κόστος παραγωγής χαμηλό και η απόδοση ικανοποιητική.

Έσπερναν 3 – 4 οκάδες σπό­ρο ανά στρέμμα και η αντίστοιχη σοδειά ήταν 120-150 οκάδες μπαμπάκι, το οποίο θεωρούνταν πολύ καλής ποιότητας. Από 100 οκάδες ανεκκόκκιστου μπαμπακιού, το καθαρό μπαμπάκι ήταν 36-38 οκάδες. Αλ­λά η ποιότητά του εξαρτιόταν από το μή­κος της ίνας και το αργείτικο θεωρούνταν μακρόινο (μήκος 29-32 χιλιοστά). Προπολεμικά δεν υπήρχε εκκοκκιστήριο βάμβακος στο Άργος και το παραγόμε­νο μπαμπάκι μεταφερόταν στα εκκοκκιστή­ρια του Πειραιά.

  

Εκκοκκιστήρια βάμβακος στο Άργος


 

Μέχρι το 1936 δεν υπήρχαν εκκοκκιστήρια βάμβακος στο Άργος και οι βαμβακοπαραγωγοί έστελναν τα βαμβάκια τους στον Πειραιά, επιβαρυνόμενοι τα μεταφορικά, τα οποία μάλιστα ήταν αυξημένα λό­γω του όγκου του προϊόντος. Την εποχή εκείνη λειτούργησαν δύο εκκοκκιστήρια στο Άργος, τα οποία απορροφούσαν όλη την παραγωγή της Αρ­γολίδας. Το πρώτο λειτούργησε το 1936 στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου και ήταν ιδιοκτησία του τότε Δημάρχου Κωστή Μπόμπου. Μετά τον θάνατό του το ανέλαβε ο ανιψιός του Ηλίας Μπόμπος, ο οποίος το δούλεψε μέχρι που έκλεισε οριστικά στις αρχές της δεκαετίας 1970. Αργότερα μετατράπηκε σε κατοικία, όπου διαμένει τώρα ο γιος του Ηλία Μπόμπου Κωστής Μπόμπος.

 

Εγώ ήμουνα οδηγός στα εκκοκκιστή­ρια βάμβακος του Μπόμπου δυο χρονιές, το ’60 και το ’61. Μετέφερα τα βαμβάκια από τους αγρούς στο εκκοκκιστήριο και ύστερα, επεξεργασμένο πλέον, το μετέφερα στον Καρέλλα στο Λαύριο και στα κλωστή­ρια του Λαναρά στον Κηφισό στην Αθήνα. Τα είχε λίγο πιο πάνω από τα ΚΤΕΛ. Τα μπαμπάκια ήταν και από την Αργολίδα και από άλλες περιοχές, από τη Φιλιππιάδα της Η­πείρου, από τη Σκάλα Λακωνίας. Εδώ στην Αργολίδα τα σκήπτρα κρατούσε η Δήμαινα. Είχε πολύ μπαμπάκι η Δήμαινα. Μαρτυρία: Μπάμπης Αθ. Σπηλιόπουλος.

 

Το άλλο εκκοκκιστήριο λειτούργησε την επόμενη χρονιά (1939), αρχικά σε ενοικιαζόμενο κτίριο ιδιοκτησίας Μπόνη στην οδό Περούκα και τον επόμενο χρόνο μεταστεγάστηκε σε δικό του κτίριο στο Ν. Κόσμο (Κουρτακίου και 25ης Μαρτίου γωνία), το οποίο κτίστηκε εκείνη την εποχή για το λόγο αυτό. Ήταν το συνεταιρικό εργοστάσιο Κωνσταντίνου Τσαγκούρη και Αντώ­νη Κολύβα. (Ο δεύτερος είχε παντρευτεί την αδελφή του πρώτου). Το εργοστάσιο έκλεισε το 1975 λόγω συνταξιοδότησης των εταίρων (μαρτυρία Πέτρου Α. Κολύβα). Αργότερα το κτίριο κατεδαφίστηκε. Πρόσφατα, σε τμήμα του οικοπέδου κτίστηκε διδακτήριο για τη στέγαση του Δημοτικού Σχολείου μαθητών με ειδικές ανάγκες. Αλλά ας επανέλθουμε στη λειτουργία και στην παραγωγή των εκκοκκιστηρίων.

 

Βαμβακοκαλλιέργεια

 

Οι εργοστασιάρχες καθόριζαν την τιμή του προϊόντος και μέσω των αντιπροσώπων τους κλείνονταν οι συμφωνίες και συνέλεγαν τα μπαμπάκια της Αργολίδας, τα οποία ήταν εξαιρετικής ποιότητας. Αλλά από το 1960 και μετά αγόραζαν από άλλα μέρη μακρινά (Σκάλα Λακωνίας, Τρίκαλα Θεσσαλίας, Βό­νιτσα, Παραμυθιά, Λειβαδιά), μια και στην Αργολίδα εγκαταλείφθηκε σταδιακά η καλλιέργεια του μπαμπακιού και οι αγρότες στράφηκαν προς τα εσπεριδοειδή.

Βαμβάκι

Τα εκκοκκιστήρια λειτουργούσαν εποχιακά. Άνοιγαν αρχές Σεπτεμβρίου και την 1η Μαΐου σφραγίζονταν από τον Οργανισμό Βάμβακος. Το καλοκαίρι απαγορευόταν η εκκόκκιση, διότι το μπαμπάκι δεν είχε καθόλου υγρασία. Εξάλλου, η συλλογή ξεκινούσε τον Αύγουστο και τελείωνε το Νοέμβριο. Τα εργοστάσια είχαν πολλή δουλειά από τον Οκτώβριο μέχρι τον Ιανουάριο. «Είχαμε τότε τρεις βάρδιες με 8-10 άτομα κάθε βάρδια. Τους υπόλοιπους μήνες είχαμε δύο ή μία βάρδια. Και τον Απρίλιο συνήθως δε δουλεύαμε», μας είπε ο Πέτρος Κολύβας. Το καθαρό μπαμπάκι συσκευαζόταν σε μπάλες των 400(!) κιλών με λινάτσες και σύρματα και προωθούνταν σε κλωστήρια. Και συνεχίζει: «Είχαμε πελάτες στη Γαλλία, στην Ουγγαρία και στην Ισπανία. Εδώ στην Ελλάδα είχαμε την Πειραϊκή – Πατραϊκή, τα Κλωστήρια του Γαβρι­ήλ και του Ρετσίνα στον Πειραιά και του Μιχαηλίδη στη Θήβα».

Ο βαμβακόσπορος, που ήταν άριστη ζωοτροφή, πουλιόταν στους κτηνοτρόφους. Μάλιστα, όταν έκανε βαρυχειμωνιά και τα ζώα δεν έβγαιναν έξω για βοσκή, οι κτηνοτρόφοι κατέφευγαν στα εργοστάσια και αγόραζαν βαμβακόσπορο. Όσο σπόρο δεν απορροφούσε η κτηνοτροφία τον επεξεργάζονταν τα σπορελαιουργεία, τα οποία παρήγαγαν το βαμβακέλαιο. Κι αυτό που απόμενε ήταν η μπαμπακόπιτα, πάλι τροφή για τα ζώα. Υπήρχαν αρκετά σπορελαιουρ­γεία στην Αττική, μεγάλες επιχειρήσεις, του Μάνου, του Γερόλυμου και άλλες. (Από συνεντεύξεις που μας παραχώρησαν ευγενώς ο Βασίλης Μπόμπος και ο Πέτρος Κολύβας).

 

Οδυσσέας Κουμαδωράκης

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.
  • Κώνστα Βασιλική, «Η Βαμβακοκαλλιέργεια στην Ελλάδα», Διπλωματική εργασία, Αθήνα, 2001, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Read Full Post »

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: «Τα ιστορικώς εξακριβωμένα στοιχεία για το Βίο του Αγίου Πέτρου Άργους»


 

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  15  Ιανουαρίου 2012  και ώρα 6.30΄ μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος,  θα μιλήσει:

ο κ.  Παναγιώτης Γιαννόπουλος

Ομότιμος Καθηγητής της Βυζαντινής Ιστορίας

του Πανεπιστημίου του Λουβαίν (Βέλγιο),

με θέμα: «Τα ιστορικώς εξακριβωμένα στοιχεία για

το Βίο του Αγίου Πέτρου Άργους».

Θα ακολουθήσει συζήτηση.

Η παρουσία σας αποτελεί ιδιαίτερη τιμή για τον ομιλητή και τον Σύλλογο.

 

Παναγιώτης Γιαννόπουλος


 

Γεννήθηκε  στο χωριό Λάλουκα Άργους, όπου τελείωσε τη στοιχειώδη εκπαίδευση.

1957 : τελείωσε την επταετή Εκκλησιαστική Σχολή Κορίνθου.

1962 : έλαβε το πτυχίο Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

1962-1964 : υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία.

1964 : γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

1964-1965 : εργάστηκε ως μέλος ερευνητικής ομάδας στη Μονή Αγίας Αικατερίνης του Σινά για την τακτοποίηση του αρχείου της Μονής.

1966-1967: παρακολούθησε ως υπότροφος στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου ένα ερευνητικό πρόγραμμα με θέμα: Μεσαιωνική Βαλκανική Ιστορία.

1967 : έλαβε υποτροφία για μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν (Βέλγιο) με αντικείμενο το Βυζαντινό κόσμο.

1968 : έλαβε το πτυχίο του Ιστορικού-Αρχαιολογικού τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

1969 : έλαβε το μεταπτυχιακό δίπλωμα των Ιστορικών επιστημών του Πανεπιστημίου του Λουβαίν.

1972 : υποστήριξε τη διατριβή La société profane dans l’empire byzantin des VIIe, VIIIe et IΧe siècles και ανακηρύχτηκε διδάκτορας ιστορικών επιστημών του Πανεπιστημίου του  Λουβαίν.

1972 : εκλέχτηκε δόκιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν.

1973 : έλαβε το πτυχίο Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης (ειδίκευση Βυζαντινή νομισματική) του Πανεπιστημίου του Λουβαίν.

1973 : ονομάστηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν.

2005 : ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λουβαίν.

Στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν δίδαξε Νέα ελληνική γλώσσα, Βυζαντινή Ιστορία, Βυζαντινούς θεσμούς, Νομισματική. Επίσης από το 1977 ως το 1984 δίδαξε νεοελληνική γλώσσα στη Σχολή Μεταφραστών και διερμηνέων του Πανεπιστημίου του Μονς (Βέλγιο).      Κατά καιρούς δίδαξε ως προσκεκλημένος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας της Ισπανίας. Επί σειρά ετών δίδαξε νεοελληνική γλώσσα και νεοελληνική λογοτεχνία στο Ινστιτούτο Libre Marie Haps των Βρυξελλών, και νεοελληνική ορολογία στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Από το 2004 διδάσκει εθελοντικά Ιστορία της Εκκλησίας στο Ορθόδοξο Ινστιτούτο Saint Jean Théologien των Βρυξελλών. Από το 1990 ως το 1995 εργάστηκε εθελοντικά  ως άμισθος μορφωτικός σύμβουλος της ελληνικής πρεσβείας στις Βρυξέλλες. Έχει λάβει μέρος σε δεκάδες επιστημονικά συνέδρια με ανακοινώσεις, συνήθως  ως απεσταλμένος του Βελγικού Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει πέντε βιβλία, 148 άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά ή συλλογικά έργα και εκατοντάδες βιβλιοκρισίες και βιβλιοπαρουσιάσεις.  Μεταξύ των ετών 1995 και 2009 είχε την επιστημονική διεύθυνση του διεθνούς περιοδικού ΒΥΖΑΝΤΙΟΝ.

Έχει τιμηθεί με το παράσημο εξαιρέτων πράξεων του βασιλείου του Βελγίου.

Είναι Άρχων του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης.

Είναι μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ.

Βιογραφικά του σημειώματα έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί στο ελληνικό Who’s Who (1993-1994), στο βελγικό Qui est  francophone en Begique και σε  επιστημονικά περιοδικά.

 

 

Read Full Post »

Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Αργολίδας


 

 

1930 – 1940. Η δεκαετία του 1930 υπήρξε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδος για τον αγροτικό κόσμο της Αργολίδας, που την εποχή εκείνη βέβαια αποτελούσε το συντριπτικό μέρος του πληθυσμού. Είχε προηγηθεί μια περίοδος περίπου 20 ετών, που οι αγρότες είδαν τα εισοδήματά τους να βελτιώνονται σε σημαντικό βαθμό, κυρίως λόγω της καλής μοίρας που είχαν την εποχή αυτή τα δυο κύρια εξαγώγιμα προϊόντα της περιοχής, δηλαδή η σταφίδα και ο καπνός. Παρέμενε βέβαια σαν κυρίαρχη καλλιέργεια αυτή των δημητριακών. Η παγκόσμια όμως οικονομική κρίση του 1929 οδήγησε σε κατάρρευση την αγορά του καπνού, η δε σταφίδα είχε σταδιακά εγκαταλειφθεί λόγω της προσβολής της από τη φυλλοξήρα. Το 1929, σε σύνολο 540.000 στρεμμάτων που καλλιεργήθηκαν στον ενωμένο τότε Νομό Αργολιδοκορινθίας, η κατανομή είχε ως εξής:

Σιτηρά: 303.891 στρ.

Όσπρια:19.572 στρ.

Λαχανικά: 24.002 στρ.

Βιομηχανικά φυτά: 24.389 στρ.

Άμπελοι: 58.864 στρ.

Σταφίδα: 63.160 στρ.

Ελιές: 33.570 στρ.

Το νέο προϊόν που οι παραγωγοί επιλέγουν σε μεγάλη κλίμακα είναι η τομάτα, η οποία παραδοσιακά καλλιεργείται και τροφοδοτεί την αγορά της Αθήνας μέσω του σιδηροδρόμου. Ταυτόχρονα όμως παρατηρείται ή ίδρυση πολλών μονάδων παραγωγής τοματοπολτού ήδη από τη δεκαετία του 1920, όπως ΚΥΚΝΟΣ, ΠΕΛΑΡΓΟΣ, ΛΥΚΟΜΗΤΡΟΣ, ΚΡΙΝΟΣ, ΜΗΝΑΙΟΣ, ΑΡΓΟΛΙΚΗ, ΠΑΤΣΟΠΟΥΛΟΣ.

 

Πρόσοψη του εργοστασίου κονσερβοποιίας ΡΕΑ, 1963. Πηγή: Φωτογραφία Δ. Χαρισιάδης, Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη.

 

Η αύξηση της παραγωγής παίρνει μεγάλες διαστάσεις και οδηγεί σε πτώση των τιμών, που το 1936 αγγίζει τα κατώτατα όρια με μεγάλο τμήμα του προϊόντος να παραμένει αδιάθετο στα χωράφια. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί μεγάλη ένταση και προβληματισμό και αρχίζουν έντονες συζητήσεις για την εξεύρεση κάποιας λύσης. Ήδη από το 1928 έχει ιδρυθεί η Αγροτική Τράπεζα, η οποία το 1934 ιδρύει υποκατάστημα στο Άργος. Ταυτόχρονα η ίδρυση της ΠΑΣΕΓΕΣ δημιουργεί ένα θετικό πλαίσιο για την προώθηση του συνεταιριστικού κινήματος. Αρχίζουν συζητήσεις από το 1933 για την ίδρυση Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών. Το 1936 οργανώνεται στο Μέρμπακα Παναγροτικό Συνέδριο και είναι χαρακτηριστικά τα θέματα που το απασχόλησαν:

Καπνικό ζήτημα

Αγροτικά χρέη

Χημικά λιπάσματα

Αγροτική πίστις-Αγροτική Τράπεζα

Φόρος ελαίου

Προστασία βάμβακος

Τέλος το 1936, επιβάλλεται η δικτατορία Μεταξά, η οποία σε γενικές γραμμές διάκειται θετικά προς το συνεταιριστικό κίνημα. Η κρίση στη διάθεση τομάτας του 1936 οδηγεί την κυβέρνηση να αναθέσει στην ΑΤΕ τη μελέτη της ίδρυσης μετοχικού εργοστασίου κονσερβών των παραγωγών. Το επόμενο έτος (1937) η κατάσταση παραμένει η ίδια, όσον αφορά την τύχη του προϊόντος. Παρά το ότι η μελέτη του εργοστασίου έχει ολοκληρωθεί, δεν επιδεικνύεται ενδιαφέρον για την ίδρυση φορέα που θα αναλάβει την ίδρυση και λειτουργία του.

Στις 23 Ιανουαρίου 1938 έξι πρωτοπόροι συνεταιριστές σε σύσκεψη στο Ναύπλιο αποφασίζουν την ίδρυση της Ένωσης Συνεταιρισμών Παραγωγών Κηπαίων Προϊόντων Αργολίδας. Για την ιστορία τους αναφέρουμε:

Μέρμπακα: Ανδρέας Μαστοράκος

Άργος: Απόστολος Σπυρόπουλος

Χώνικα: Κωνσταντίνος Γαμβρουλάς

Ναύπλιο: Θανάσης Κούρτης

Κοφίνι: Παναγιώτης Μαστοράκος

Δαλαμανάρα: Κωνσταντίνος Χειβιδόπουλος

Είχαν κληθεί και άλλοι που αρνήθηκαν, ο δε συνεταιρισμός Ανυφίου που είχε κληθεί, τελικά εκείνη την ημέρα απουσίαζε. Είχε αναληφθεί εκστρατεία από τα ιδιωτικά εργοστάσια τοματοπολτού ώστε να αποτραπεί η ίδρυση της Ένωσης. Στο φύλλο της 6ης Φεβρουαρίου 1938 της εφημερίδας του Ναυπλίου «Σύνταγμα», δημοσιεύθηκε μεγάλο άρθρο με τίτλο «Η κόπρος του Αυγείου» που αναφερόταν σε ατασθαλίες στον αμπελουργικό συνεταιρισμό Αττικοβοιωτίας, πάνω στο οποίο προστέθηκε η φράση «αυτό θα πάθουν και οι παραγωγοί της Αργολίδας», το οποίο υπογραμμισμένο με κόκκινο μολύβι διανεμήθηκε στους αγρότες της Αργολίδας.

Όλες όμως αυτές οι προσπάθειες δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα, γιατί η απελπιστική κατάσταση οδήγησε τους παραγωγούς να ενταχθούν στην Ένωση. Τον Ιούλιο του 1938, με κυβερνητική παρέμβαση επείσθησαν τα ιδιωτικά εργοστάσια να εκχωρήσουν τις εγκαταστάσεις τους στη νεοσύστατη Ένωση, λαμβάνοντας από αυτή το κόστος λειτουργίας τους. Η διάθεση της παραγωγής έγινε χωρίς προβλήματα και οι παραγωγοί έλαβαν 2 δρχ. ανά οκά, όταν τα 2 προηγούμενα χρόνια είχαν λάβει 0,5-0,6 δρχ. ανά οκά.

Τον Οκτώβριο του 1938, αποφασίστηκε η απόκτηση οικοπέδου για την εγκατάσταση του εργοστασίου μεταξύ της Δαλαμανάρας και του Ναυπλίου και ταυτόχρονα άρχισε η εγγραφή των ενδιαφερομένων να αποκτήσουν μετοχές. Κατά την παραγωγική περίοδο 1939 και πάλι η Ένωση προχώρησε σε παραγωγή τοματοπολτού σε όλα τα ιδιωτικά εργοστάσια της Αργολίδας. Η επιλογή του οικοπέδου αντιμετώπιζε δυσκολίες λόγω διαφωνιών των προερχομένων από την επαρχία Άργους με αυτούς που προέρχονταν από την επαρχία Ναυπλίου. Η γερμανική κατοχή διακόπτει κάθε προσπάθεια.

1940-1950. Την περίοδο 1940-1945 η Ένωση ασχολείται με προμηθευτικές εργασίες διαφόρων υλικών και εφοδίων για λογαριασμό των παραγωγών, π.χ. θειάφι, χαλκός, πατατόσπορος, τσιμέντα, υφάσματα κλπ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα βιβλία της Ένωσης ούτε μια φορά δεν αναφέρεται ότι υπάρχει κατοχή. Ταυτόχρονα ιδρύει και λειτουργεί συσσίτια στο Ἀργος και στο Ναύπλιο.

Αμέσως μετά την απελευθέρωση με την εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου αρχίζει η προσπάθεια εκεί που είχε σταματήσει για την κατασκευή εργοστασίου. Τελικά η επιλογή του χώρου ανάμεσα στα τρία προταθέντα αγρόκτημα Κολοκοτρώνη, αγρόκτημα χήρας Ταμπάκη και κτήμα Αγροτικών Φυλακών, ανατίθεται από το Υπουργείο Γεωργίας σε ραβδοσκόπο, λόγω της αυξημένης ανάγκης του εργοστασίου σε νερό. Η εξαγορά του οικοπέδου, εκτάσεως 12 στρεμμάτων, έγινε στις 26/3/1947, αντί 64 εκατ. δρχ. της εποχής, ισοδυνάμων με 650 χρυσές λίρες.

Η κατασκευή του εργοστασίου ΡΕΑ ολοκληρώθηκε την άνοιξη του 1949 και λειτούργησε τον Ιούλιο του 1949 και έδωσε πραγματικά λύση στο πρόβλημα της διάθεσης της βιομηχανικής τομάτας. Για την εποχή του υπήρξε ένα μοντέρνο εργοστάσιο, που στο αρχικό στάδιο διοικήθηκε από πενταμελή επιτροπή, αποτελούμενη από 2 εκπροσώπους της Ένωσης, 2 εκπροσώπους της ΑΤΕ και τον Διευθυντή Γεωργίας.

Το εργοστάσιο ΡΕΑ, το 1960

1950 – 1960. Τη δεκαετία του 1950, έπαιξε καταλυτικό ρόλο για την εξασφάλιση του αγροτικού εισοδήματος. Απορρόφησε σημαντικές ποσότητες τομάτας και το προϊόν διατέθηκε τόσο στην εσωτερική αγορά, όσο και σε εξαγωγές στην Ιταλία, Γερμανία, Αγγλία, Σαουδική Αραβία, Λίβανο. Συμμετείχε συστηματικά στην Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, όπου και βραβεύθηκε για την ποιότητα των προϊόντων της. Φυσικά υπήρχαν και παράπονα. Αυτά αφορούσαν κυρίως την αδυναμία του εργοστασίου να παραλάβει το σύνολο της προσφερόμενης παραγωγής και οδηγούσαν σε συγκρούσεις ανάμεσα στα χωριά, αλλά και στους παραγωγούς του κάθε χωριού. Υπήρχαν επίσης διαμαρτυρίες για ανοχή στην ποιότητα της παραλαμβανόμενης τομάτας. Παραμένει όμως το αντικειμενικό γεγονός της απορρόφησης μεγάλων ποσοτήτων του προϊόντος και της ανακούφισης των παραγωγών.

1960 – 1970. Στην αρχή της δεκαετίας του 1960, αρχίζουν τα προβλήματα. Οι παραγωγοί στρέφονται στην καλλιέργεια πορτοκαλιάς και βερικοκιάς που φέρνει καλύτερο εισόδημα και εγκαταλείπουν την παραγωγή τομάτας. Αυτή η αλλαγή συνετελέσθη με εξαιρετικά γρήγορο ρυθμό. Ενώ ακόμη το 1962 υπάρχει υπερπροσφορά, το 1965 αρχίζει να παρουσιάζεται έλλειψη τομάτας. Για να καλύψει την έλλειψη Α’ ύλης η Ένωση μεταφέρει τομάτα από την Ηλεία ή τον Δομοκό, με αποτέλεσμα το κόστος μεταφοράς να είναι μεγαλύτερο του κόστους της Α’ ύλης και φυσικά την εμφάνιση ζημιών. Το 1968 κλείνει με ζημία 8.000.000 δρχ, ποσό σημαντικό για την εποχή. Σε αυτή τη σημαντική στροφή των παραγωγών, η Ένωση αδυνατεί να ακολουθήσει, παρ’ ότι ήδη από το 1956 έχει παρθεί η απόφαση για κατασκευή Συσκευαστηρίου και Χυμοποιείου εσπεριδοειδών. Από το 1962 αρχίζουν οι αποχωρήσεις μελών, η μείωση της παραγωγής και εμφανίζονται ζημίες.

 

Εργάτριες σε εργοστάσιο εσπεριδοειδών, 1963.

 

1970 – 1980. Το 1971 ένα τραγικό συμβάν ολοκληρώνει την καταστροφή. Η Ένωση πουλάει σε μια Ιταλική εταιρία 600 τόνους τοματοπολτού, η οποία φορτώνεται στο πλοίο ΙΛΟΝΑ στο Ναύπλιο. Η πώληση είναι F.O.B. και έχει ανοιχθεί η σχετική πίστωση στην Τράπεζα. Λίγα μέτρα μετά τον απόπλου το πλοίο ανατρέπεται μέσα στο λιμάνι του Ναυπλίου την 26/7/1971. Και αντί οι υπεύθυνοι της Ένωσης να πάνε στην Τράπεζα να πάρουν τα χρήματα, ασχολούνται με την ανέλκυση του φορτίου, αναλαμβάνοντας έξοδα και αφήνοντας κρίσιμο χρόνο να περάσει, οπότε με τη λήξη της πίστωσης υπάρχει αδυναμία είσπραξης. Στρέφονται δικαστικά κατά της ασφαλιστικής εταιρίας στην οποία ο ιταλός αγοραστής έχει ασφαλιστεί και φυσικά χάνουν. Είναι το τέλος μιας εποχής. Η Ένωση περιέρχεται σε ανυποληψία, η ουσιαστική της βιομηχανική λειτουργία παύει, αλλά το προσωπικό διατηρείται. Η ΑΤΕ δανειοδοτεί για την πληρωμή των μισθών. Το 1980 τα συσσωρευμένα χρέη φθάνουν τα 300.000.000 δρχ, με εκτιμώμενη από την Τράπεζα αξία του εργοστασίου 30.000.000 δρχ.

1980 – 1990. Το 1983 μια νέα Γ.Σ. και ένα νέο Δ.Σ. αποφασίζει την ανασυγκρότηση της Ένωσης. Αυτή η ανασυγκρότηση περιελάμβανε επί μέρους σημεία:

Βελτίωση του επιπέδου του προσωπικού.

Αναβάθμιση του μηχανισμού εσωτερικού ελέγχου.

Δημιουργία ιδιόκτητων παραγωγικών εγκαταστάσεων για τα σημερινά προϊόντα του νομού.

Δημιουργία εμπορικού δικτύου.

Στα χρόνια που μεσολάβησαν έκτοτε, με επιμονή επιδιώχθηκε η υλοποίηση των στόχων που τέθηκαν. Το 1983 η Ένωση νοίκιασε τα κονσερβοποιεία Εξαρχάκη, ΔΑΝΑΙΔΑ, ΕΛΝΑΚΟ, ΠΑΝ, το χυμοποιείο ΒΙΟΦΡΟΥΤ και το συσκευαστήριο Τόμπρα. Το ίδιο επαναλήφθηκε το 1984 και μερικά το 1985. Το 1986 προχώρησε στην εξαγορά του κονσερβοποιείου ΠΕΛΑΡΓΟΣ, αντί 108 εκατ. δρχ. Το εργοστάσιο είναι κτισμένο σε οικόπεδο 18.000 τ.μ. και έχει κτίρια επιφάνειας 10.000 τ.μ.

 

Το εργοστάσιο ΠΕΛΑΡΓΟΣ

 

Το 1987 κατασκευάστηκε το συσκευαστήριο και τα ψυγεία στην παραλία του Ναυπλίου. Το οικόπεδο παραχωρήθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης κατά πλήρη κυριότητα στην Ένωση, έχει έκταση 80.000 τ.μ. και κτίρια 7.000 τ.μ.

1990 – 2000. Το 1990 λόγω άρνησης της ΑΤΕ να χρηματοδοτήσει την λειτουργία, η Ένωση εκχωρεί το σύνολο της παραγωγής του ΠΕΛΑΡΓΟΥ στη γαλλική συνεταιριστική οργάνωση CONSERVE GARD η οποία ήταν παραδοσιακός της πελάτης. Οι Γάλλοι αναλαμβάνουν την κάλυψη του συνόλου των εξόδων, την αμοιβή του προσωπικού του εργοστασίου και αποζημιώνουν την Ένωση για 5 χρόνια παραχώρησης, με το ποσό των 350 εκατομ. δρχ, ποσό εξαιρετικά σημαντικό, ιδιαιτέρως αν συγκριθεί με το τίμημα των 300 εκατομ. δρχ που εξασφάλισε η ΑΤΕ από την πώληση της ΣΕΚΟΒΕ την ίδια εποχή, αλλά και με το ποσό των 108 εκατ. δρχ που είχε διαθέσει η Ένωση για την εξαγορά του.

Τα χρήματα αυτά εκχωρήθηκαν στην ΑΤΕ και αποτέλεσαν τη βάση πάνω στην οποία επιχειρήθηκε η προσπάθεια οικονομικής εξυγίανσης. Ταυτόχρονα η συμπεριφορά της ΑΤΕ είχε σαν αποτέλεσμα μια βαθύτατη μεταβολή στον τρόπο σκέψης των υπευθύνων της Ένωσης. Ότι δηλαδή πρώτη προτεραιότητα πρέπει να αποτελέσει η άμεση απεξάρτηση από την ΑΤΕ. Αυτή η απόφαση αποτέλεσε οδηγό σε όλες τις μετέπειτα ενέργειες. Το 1995 ενοικιάστηκε το χυμοποιείο ΛΕΜΟΡΑ και το 1999 μετά την εξαγορά του ιδιωτικού χυμοποιείου ΑΡΓΟΧΥΜ, κατασκευάστηκε το συγκρότημα «Εσπερίδες» που είναι σήμερα μια από τις μεγαλύτερες μονάδες παραγωγής συμπυκνωμένων χυμών. Η έκταση του οικοπέδου είναι 34.000 τ.μ. και ο στεγασμένος χώρος 7.000 τ.μ. Το εργοστάσιο έχει δυναμικότητα απορρόφησης 30 τόνων φρούτων την ώρα, και ψυκτικές εγκαταστάσεις καταψύξεως 6.000 κ.μ.

 

Το εργοστάσιο «Εσπερίδες»

 

Στον ίδιο χώρο εγκαταστάθηκαν 3 γραμμές συσκευασίας χυμών σε Tetra Pak, σε συσκευασία 1 λιτ. και 0,25 λιτ. συνολικής δυναμικότητας 20.000 μονάδων την ώρα. Εγκαταστάθηκε μια γραμμή παραγωγής αναψυκτικών σε φιάλες ΡΕΤ, δυναμικότητας 6.000 φιαλών την ώρα και αυτή την ώρα εγκαθίσταται μια γραμμή παραγωγής αναψυκτικών σε αλουμινένια κουτιά, δυναμικότητας 300 τεμ. το λεπτό. Στο χώρο του εργοστασίου κατασκευάστηκε βιολογικός καθαρισμός για την επεξεργασία των υγρών αποβλήτων. Το νερό που είναι απαραίτητο για την λειτουργία της μονάδας μεταφέρεται από γεώτρηση δυτικά της Ν. Κίου.

Το εργοστάσιο έχει εξασφαλίσει πιστοποίηση ISO 9001:2000 και εφαρμόζει τα πρότυπα HACCP. Παράγει πάνω από 60 κωδικούς προϊόντων, τόσο με τα εμπορικά σήματα της Ένωσης, όσο και για λογαριασμό μεγάλων αλυσίδων σούπερ μάρκετ. Τα προϊόντα καταναλώνονται κυρίως στην Ελλάδα, αλλά και εξάγονται στην Κύπρο, στην Αρμενία, στη Γερμανία, στην Ολλανδία, στα Σκόπια κλπ.

Από το 1994 σταθεροποιείται η οικονομική κατάσταση και αρχίζει η σταδιακή αποπληρωμή χρεών του παρελθόντος. Η τράπεζα που τη δεκαετία του ’70 χρηματοδοτούσε μια χρεοκοπημένη επιχείρηση χωρίς να ζητάει τίποτα, εμφανίστηκε να απαιτεί το σύνολο των κεφαλαίων, των τόκων και των τόκων υπερημερίας. Το 1994 υπογράφηκε σύμβαση με την ΑΤΕ για την αποπληρωμή του συνόλου των χρεών σε διάστημα 15 ετών. Έχουν κανονικά εξοφληθεί οι 12 δόσεις. Ήδη η Ε.Α.Σ. Αργολίδας δεν χρειάζεται τραπεζική χρηματοδότηση προκειμένου να λειτουργήσει. Την περίοδο 1999-2006 υλοποίησε επενδύσεις € 7 εκατ. χωρίς δανεισμό και χωρίς επιδότηση, λόγω δυστυχώς της εφαρμογής των Ζ.Ο.Ε. Στο διάστημα των τελευταίων 25 ετών, επετεύχθησαν ορισμένοι στόχοι, απόλυτα μετρήσιμοι, που μετέτρεψαν την Ένωση από μια χρεοκοπημένη επιχείρηση σε μια ζωντανή παραγωγική μονάδα, με προοπτική:

 

Μεγέθη

1980 2007
Αριθμός Υπαλλήλων 35 25
Εξ αυτών πτυχιούχοι 2 15
Σύνολο οικοπέδων 12.000 τ.μ 144.000 τ.μ
Σύνολο κτιρίων 4.000 τ.μ. 28.000 τ.μ.
Εγκατεστημένη ισχύς 200 HP 4.500 HP
Ποσότητα μεταποιηθέντων αγρ.προϊόντων 200 τόνοι 40.000 τ.
Σύνολο χρεών ως προς τον Κύκλο Εργασιών 10πλασια 1/10
Σύνολο χρεών ως προς την αξία ακινήτων 10πλάσια 1/10
Επενδύσεις τελευταίας 10ετίας 0 € 7 εκατ.€
Αριθμός πελατών κανένας 300
Ανοιχτές χρηματοδοτήσεις τελ.5ετίας 5 καμία

 

Ταυτόχρονα, ανελήφθησαν πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση προβλημάτων του αγροτικού τομέα όπως:

 

  • Ανόρυξη περίπου 30 γεωτρήσεων κατά μήκος του καναλιού του Αναβάλου για υποβοήθηση του εμπλουτισμού.
  • Δημιούργησε ειδικό φυτώριο 20.000 δενδρυλλίων, τα οποία εμπλουτίστηκαν με CALES NOAKI και διανεμήθηκαν δωρεάν σε όλους τους παραγωγούς της Αργολίδας , για την αντιμετώπιση του εριώδη-αλευρώδη.
  • Βοήθησε στην οργάνωση εκδηλώσεων από Δήμους και Συλλόγους, στην έκδοση ιστορικού βιβλίου από το Δήμο Άργους, σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις της Νομαρχίας Αργολίδας.
  • Συμμετείχε σε ερευνητικό πρόγραμμα σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης για την παραγωγή υποκειμένων βερυκοκιάς άνοσων στη Σάρκα.
  • Συμμετείχε σε ερευνητικό πρόγραμμα σε συνεργασία με την CONSERVE GARD για τη μελέτη θερμικής επεξεργασίας των βερυκόκων, για την αποφυγή του λιωσίματος των προσβεβλημένων από Σάρκα.
  • Οργάνωσε επισκέψεις παραγωγών και γεωπόνων σε καλλιέργειες στο Ισραήλ, την Ισπανία και την Ολλανδία.
  • Οργάνωσε ημερίδες με μετάκληση σημαντικών προσωπικοτήτων του τομέα μας, όπως του Τεχνικού Δ/ντή του Ινστιτούτου Εσπεριδοειδών της Βαλένθια, του Δ/ντή Ποιοτικού Ελέγχου της εταιρίας EDEKA, καθηγητών της Γεωπονικής Σχολής Αθηνών, του Εμπορικού Ακολούθου της Ελλάδας στο Μόναχο.
  • Φιλοξένησε για λογαριασμό του Ελληνικού Κράτους (Υπ. Εξωτερικών, Υπ. Γεωργίας) δεκάδες ξένες αντιπροσωπείες.
  • Εκπροσώπησε τους παραγωγούς και κάλυψε το κόστος δεκάδων δικαστικών υποθέσεων που αφορούσαν είτε κινητοποιήσεις των αγροτών, είτε θέματα εμπλουτισμού, είτε προσφυγή στο Σ.τ.Ε. για το διάταγμα περί Ζ.Ο.Ε.
  • Συμμετείχε σε πλήθος εκθέσεων όπως σε όλες του Επιμελητηρίου Αργολίδας, στις εκθέσεις ΤΡΟΦΙΜΑ ΠΟΤΑ στην Αθήνα, στη ΔΕΤΡΟΠ στη Θεσσαλονίκη, στη Διεθνή Εκθεση Λευκωσίας, στην Εκθεση Τροφίμων στη Μόσχα, στην Εκθεση Τροφίμων στο Πόζναν (Πολωνία), στην Εκθεση Τροφίμων στο Βελιγράδι, στην Εκθεση ANUGA στην Κολωνία, στην Εκθεση SIAL στο Παρίσι.

 

Πέραν όμως αυτών, η Ε.Α.Σ. Αργολίδας έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αλλαγή της φιλοσοφικής προσέγγισης του Συνεταιριστικού Κινήματος. Ήδη από το 1985, επίμονα διαμορφώθηκε η άποψη ότι πρέπει να έλθουμε σε άμεση ρήξη με την αντίληψη του κρατισμού και της ακινησίας. Υποστηρίξαμε ότι οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις είναι απλά επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, με πολλούς μετόχους και όσο λιγότερη επαφή έχουν με το κράτος, τόσο καλύτερα. Για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής το κράτος έχει άλλους φορείς, τον Ο.Γ.Α., το ΠΙΚΠΑ, την Κοινωνική Πρόνοια. Η άποψη ότι οι συνεταιριστικές οργανώσεις οφείλουν να ασκούν κοινωνική πολιτική υποκρύπτει την πρόθεση κάλυψης της ανικανότητας και της κακοδιαχείρισης. Η κοινωνική προσφορά των συνεταιριστικών οργανώσεων ολοκληρώνεται με την ύπαρξή τους. Αισθανόμαστε μεγάλη ικανοποίηση γιατί αυτή η άποψη τώρα πια υιοθετείται από πολλούς. Όσοι επέμειναν στην άλλη άποψη, απλά χρεοκόπησαν.

Είναι φανερό από την παράθεση αυτών των στοιχείων ότι η Ένωση βρίσκεται σε μια αναπτυξιακή τροχιά. Είναι αυτή ακριβώς η εξέλιξη που μας κάνει να πιστεύουμε ότι υλοποιούμε τα οράματα αυτών των 6 που στις 23 Ιανουαρίου 1938 κατάφεραν να ορθώσουν το ανάστημά τους και να αναλάβουν την πρωτοβουλία της ίδρυσης. Στα χρόνια που μεσολάβησαν, παρά τις κατά καιρούς κακές στιγμές, η Ένωση έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της Αργολίδας. Η πορεία των 70 χρόνων μας φορτώνει με βαριές ευθύνες για τι μέλλον. Σήμερα, που το κύριο χαρακτηριστικό της εποχής είναι η δραματική συρρίκνωση του αγροτικού εισοδήματος και η κατακόρυφη μείωση του αγροτικού πληθυσμού, είναι βέβαιο πως θα χρειαστούμε καινούριες ιδέες, αν θέλουμε να μείνουμε παρόντες στο νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται. Η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Αργολίδας συνεχίζει να επενδύει σε μια εποχή που η Αργολίδα αποβιομηχανοποιείται ραγδαία.

Η παρουσίαση αυτή αποτελεί την ομιλία του διευθυντή της Ε.Α.Σ.Α. κ. Γιάννη Δημάκη, που έγινε στην εκδήλωση για τα 70 χρόνια της Ένωσης που γιορτάστηκαν στην αίθουσα του βουλευτικού στο Ναύπλιο, στις 18 Μαρτίου 2008.

 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Σηροτροφία


 

Γενικά – Καλλιέργεια μεταξοσκωλήκων – Οι σηροτρόφοι στη Νέα Κίο – Το μεταξουργείο της Νέας Κίου – Μεταξουργεία Αργολίδας

  

Η σηροτροφία αποτελεί κλάδο της κτηνοτροφίας και ασχολείται με την εκτροφή μεταξοσκωλήκων για την παραγωγή μεταξιού. H τέχνη της εκτροφής του μεταξοσκώληκα και της παραγωγής μεταξιού είναι γνωστή εδώ και περισσότερο από 4000 χρόνια. Από το 3.000 π.Χ. έως και τον 5ο αιώνα µ.Χ. η μεγάλη αυτοκρατορία της Κίνας ήταν ο μοναδικός παραγωγός καλλιεργημένου και επεξεργασμένου μεταξιού σε όλο τον κόσμο. Πατρίδα του θεωρείται η Κίνα, παρόλο που σημαντικές ποσότητες παράγονται και στην Ιαπωνία, στην Κορέα και την Ινδοκίνα.

Στην Ευρώπη εισήχθηκε για πρώτη φορά στο Βυζάντιο στα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού, όταν δύο καλόγεροι, επιστρέφοντας από µια ιεραποστολική περιοδεία στην Κίνα το 554 µ.Χ., έφεραν μαζί τους κουκούλια μέταξας κρυµµένα στα κούφια ραβδιά τους, γιατί απαγορευόταν η εξαγωγή τους.

 

Η Σηροτροφία: ήτοι Η Τέχνη της μεταξοποιΐας / εκ διαφόρων ερανισθείσα υπό Στεφάνου Μαρτζέλλα, Εν Παρισίω, 1846.

 

Η Ελλάδα έχει μακρά ιστορία στον τοµέα της Σηροτροφίας και μεταξοϋφαντουργίας. Οι τομείς αυτοί υπήρξαν ανέκαθεν πηγή πλούτου και πολιτισμού για όλες τις περιοχές της χώρας. Το μετάξι, ως ύφασμα, ήταν γνωστό στους αρχαίους Έλληνες από τον 4ο αι. π.Χ. χάρη στις εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Τον 6ο αι. µ.Χ. το μυστικό της εκτροφής διαρρέει στο Βυζάντιο, κι από κει το μετάξι και η επεξεργασία του διαδίδονται στη Δύση. Τον 16ο – 19ο αιώνα ευνοείται η καλλιέργεια της μουριάς κι έτσι η σηροτροφία αναπτύσσεται από τη Λακωνία ως τη Θράκη τροφοδοτώντας τόσο την τοπική όσο και την Ευρωπαϊκή µεταξουργία (Γαλλία και κυρίως Ιταλία) µε κουκούλια και µεταξόνηµα, µε ιδιαίτερη άνθηση από το 1920 µέχρι τον πόλεµο του 1940. Μεταπολεμικά, παρά τις προσπάθειες της Πολιτεί­ας (Υπουργείο Γεωργίας) με προγράμματα και επιδοτήσεις, δεν κατέστη δυνατή η ανάπτυξη της σηροτροφίας σε ικανοποιητικά επίπεδα εξαιτί­ας των χαμηλών τιμών του μεταξιού, μια και το ανταγωνίζονταν οι τεχνητές και συνθετικές ίνες.

 

Καλλιέργεια μεταξοσκωλήκων

 

Οι μεταξοσκώληκες φιλοξενούνται σε δροσερά και μισοσκότεινα δωμάτια, στα ο­ποία οι σηροτρόφοι τοποθετούν διάφορα πλέγματα, συνήθως καλαμωτές, όπου ζουν οι περιζήτητες κάμπιες. Την άνοιξη, όταν ανοίγουν οι μουριές και πρασινίζουν με το πυκνό τους φύλλωμα, γίνεται η επώαση των αβγών του μεταξοσκώληκα σε θερμοκρα­σία 25° C περίπου. ( Τα φύλλα της μουριάς αποτελούν την τροφή των μεταξοσκωλήκων).

Μετά από 12-15 ημέ­ρες εκκολάπτεται από κάθε αβγό μία πολύ τριχωτή και σκουρόχρωμη προνύμφη μήκους τριών χιλιοστών περίπου. Αυτό το σκουληκάκι είναι αδηφάγο: φαγανό, λαί­μαργο και αχόρταγο. Οι σηροτρόφοι γνω­ρίζουν την αδηφαγία του και το ταΐζουν κα­λά. Σε λιγότερο από ένα μήνα έχει γίνει μια κάμπια οκτώ εκατοστών και έχει βάρος 8.000 φορές μεγαλύτερο του αρχικού της. Την περίοδο της ραγδαίας ανάπτυξης του ο μεταξοσκώληκας αποβάλλει πρόωρα το τρίχωμα του και από γκρίζος γίνεται λευ­κός και ελαφρά γκριζωπός.

 

Εκτροφή Μεταξοσκώληκα

 

Μέχρι την τε­λική του ανάπτυξη υφίσταται τέσσερις δια­δοχικές εκδύσεις – ας τις ονομάσουμε εδώ «εξελικτικά στάδια»-. Πριν από κάθε έκδυση καταλαμβάνεται από χαρακτηριστι­κή βουλιμία και μετά την τελευταία έκδυση εκδηλώνει και τη μεγαλύτερη λαιμαργία. Μία εβδομάδα μετά την τελευταία έκ­δυση ο μεταξοσκώληκας είναι έτοιμος ν’ αρχίσει την παραγωγή μεταξιού και η όρε­ξή του σταματά απότομα. Αναζητά τότε μέ­ρος, για να φτιάξει το κουκούλι του. Ενώ μέχρι τότε παρέμενε στην ίδια θέση και πε­ρίμενε παθητικά την τροφή του, πάντοτε μουρόφυλλα, που τα καταβρόχθιζε με ιδιαί­τερη ευχαρίστηση, τώρα του κόβεται η όρεξη και περνάει στο στάδιο της αναρρί­χησης. Αρχίζει, λοιπόν, να μετακινείται, α­νεβαίνοντας σε οποιοδήποτε αντικείμενο.

Μεταξοσκώληκας

Οι σηροτρόφοι τότε τοποθετούν επάνω στις καλαμωτές κλαδάκια. Ο μεταξοσκώληκας αναρριχάται και επιλέγει το σημείο όπου θα κάνει τη «φωλιά» του. Εκκρίνει τότε μί­α μεταξένια λεπτή κλωστή από έναν πόρο στο κάτω χείλος του και πλέκει αρχικά ένα αραιό πλέγμα από πολύ λεπτά νήματα, που προσκολλώνται σε διάφορα σημεία. Αυτό το πλέγμα είναι η φωλιά του, η οποία έχει σκοπό να στηρίξει το κουκούλι. Στη συνέ­χεια πλέκει το κουκούλι γύρω από το σώ­μα του. Αυτή η διαδικασία διαρκεί 3-4 η­μέρες. Το κάθε κουκούλι αποτελείται από ένα και μοναδικό νήμα μήκους έως και 1500 μέτρα, δηλαδή έχει το μέγεθος ενός μικρού αβγού κότας. Υπάρχουν και κου­κούλια με νήμα 300 ή 500 ή 800 μέτρων, που σημαίνει ότι είναι μικρότερα.

Μέσα στο κουκούλι αυτό θα γίνει η νύμφωση. Δηλαδή η κάμπια θα μεταμορ­φωθεί σε χρυσαλλίδα, μια πεταλουδίτσα, η οποία θα τρυπήσει το κουκούλι, για να βγει έξω. Γι’ αυτό και οι σηροτρόφοι φουρ­νίζουν τα κουκούλια, βάζοντάς τα σε τα­ψιά, για να σκοτώσουν το έντομο, πριν τρυ­πήσει το κουκούλι και το καταστρέψει. Κρατάνε μόνο λίγα κουκούλια για σπόρο. Από τα κουκούλια αυτά θα βγουν ισάριθ­μες πεταλούδες με χοντρό τριχωτό σώμα και μεγάλα υπόλευκα φτερά, που στην πλή­ρη ανάπτυξή τους έχουν άνοιγμα 4-5 πό­ντους. Οι αρσενικές ξεχωρίζουν από τη λε­πτότερη κοιλιά τους. Αμέσως μετά τη σύ­ζευξη η θηλυκή γεννάει εκατοντάδες αβγά (μέχρι 1000). Η ωοτοκία γίνεται αρχές κα­λοκαιριού, οι πεταλουδίτσες μετά από λί­γες μέρες πεθαίνουν και ο σπόρος «κοι­μάται» μέχρι την επόμενη άνοιξη (περίο­δος διάπαυσης). Με την παραγωγή των κουκουλιών το έργο του σηροτρόφου ουσιαστικά έχει τε­λειώσει. Για την περαιτέρω επεξεργασία ει­σερχόμαστε στο δεύτερο στάδιο παραγωγής μετάξης, το βιοτεχνικό ή βιομηχανικό.

 

Κουκούλια

 

Παλιότερα, όταν δεν υπήρχαν εργοστάσια, ο σηροτρόφος βουτούσε τα κουκούλια σε βραστό νερό, για να γίνει το ξετύλιγμά του συνεχούς νήματος. Αυτή η διαδικασία, να ξετυλίγεται η κλωστή από το κουκούλι και να τυλίγεται σε ανέμες, ονομαζόταν αναπηνισμός. Τα κουκούλια τοποθετούνταν σε ειδικές μικρές λεκάνες με ζεστό νερό 50-60 C, για να διαλυθεί η μεταξόκολλα και να ξετυλιχτεί ευκολότερα η ίνα. Στη συνέχεια, σ’ ένα τρίτο στάδιο, γινότανε η κλώ­ση, δηλαδή το «γνέσιμο» του καθαρού νή­ματος, που ήταν έτοιμο για ύφανση, μια διαδικασία δύσκολη και πολύπλοκη, την ο­ποία αναλάμβαναν τα βιομηχανικά εργα­στήρια, τα γνωστά μας μεταξουργεία.

 

Οι σηροτρόφοι στη Νέα Κίο

 

Στον αργολικό κάμπο καλλιεργούσαν μετάξι μόνο στη Νέα Κίο. Οι μικρασιάτες πρόσφυ­γες γνώριζαν την καλλιέργεια από την πα­λιά τους πατρίδα, την Κίο των Αργοναυ­τών. Κάθε οικογένεια χρησιμοποιούσε πε­ρίπου 5 δράμια κουκουλόσπορου. Η από­δοση ήταν 6 οκάδες κουκούλια από κάθε δράμι σπόρου. Δεν υπήρχαν, όμως, ειδικά σηροτροφεία, αλλά χρησιμοποιούσαν ένα δωμάτιο του σπιτιού τους. Οι μουριές στη Νέα Κίο αναπτύσσονταν γρήγορα και είχαν πλούσια φυλλώματα. Η ευδοκίμησή τους οφειλόταν βασικά στο υγρό κλίμα και στη μεγάλη υγρασία του υπεδάφους, μολονότι ο θερμός άνεμος που έπνεε κατά την περίοδο της κατασκευής των κουκουλιών (λίβας) δεν ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκός για την βελτίωση της ποιότητας του μεταξόσπορου, τον οποίο παρασκεύαζαν επί τόπου.  Παρά τους κινδύνους αυτούς η σηροτροφία υπήρξε για μεγάλο διάστημα ενισχυτικό εισόδημα των οικογενειών που συνεχώς προσπαθούσαν για την ποιοτική αναβάθμιση της παραγωγής τους.

 

Το μεταξουργείο της Νέας Κίου

 

Ο δημοσιογράφος και ποιητής Χρήστος Δελής (1887-1960) ο οποίος διετέλεσε επί δύο δεκαετίες πρόεδρος της κοινότητας της Ν. Κίου, ίδρυσε Μεταξουργείο, συνεχίζοντας την παράδοση της Κίου της Μικράς Ασίας. Μουριές φυτεύτηκαν στους δρόμους της κοινότητας και στα σπίτια διαμορφώθηκε ειδικός χώρος για την επεξεργασία των κουκουλιών. Το 1932 μάλιστα, το μετάξι αυτό πήρε το πρώτο βραβείο στην Έκθεση Θεσσαλονίκης. Το μετάξι διοχετευόταν στη βιομηχανία υφασμάτων Ναθαναήλ. Απασχολούσε 50-60 περίπου εργάτριες κατά τη διάρκεια των εργασιών του, οι οποίες διαρκούσαν περίπου οκτώ μήνες. Το Μεταξουργείο καταστράφηκε από τους Γερμανούς στα χρόνια της κατοχής. Ο ιδιοκτή­της δεν μπόρεσε να το επαναλειτουργήσει και οι Κιώτες στράφηκαν στα λαχανικά, εγκατα­λείποντας τη σηροτροφία. Στο δίτομο έργο του Ευρυσθένη Α. Λασκαρίδη « ΚΙΑΝΑ» (τ. Α΄σελ. 288) διαβάζουμε:

 

 

« Η Νέα Κίος έχει και εργοστάσιον κον­σερβοποιίας κηπευτικών προϊόντων. Επίσης και εργοστάσιον μεταξουργίας ιδρύθη από τα πρώτα έτη της ιδρύσεως της Νέας Κίου, διότι από τους πρώτους μήνας της εκεί εγκαταστά­σεως των οι Κιανοί εφύτευσαν και φυτώριον συκαμιών (συκαμιά, μουριά), μετά την ανάπτυξιν των οποίων παρήγον και κουκούλια, όπως και εις την παλαιάν των πατρίδα. Το εργοστάσιον όμως τούτο της μεταξουργίας κατεστράφη κατά την κατοχήν υ­πό των κατακτητών, χωρίς μετά να δυνηθή ο ιδιοκτήτης του να το επανιδρύση. Μετά την καταστροφήν του μεταξουργείου αντικατέστησαν οι κάτοικοι της Νέας Κίου τας συκαμιάς των με κηπευτικά είδη ».

 

Μεταξουργεία Αργολίδας

  

Στην Αργολίδα λειτούργησαν τέσσερα με­ταξουργεία. Το πιο παλιό ήταν του Μιχαήλ Παπανικολάου στο Ναύπλιο, το οποίο ι­δρύθηκε το 1875. (Οδηγός Ν. Ιγγλέση, σ. 334). Δεν έχουμε άλλες πλη­ροφορίες για το μεταξουργείο αυτό. Το άλ­λο μεταξουργείο, στο Ναύπλιο και αυτό (Σιδηράς Μεραρχίας και Κιλκίς), ιδρύθη­κε από τους ετεροθαλείς εκ πατρός αδελ­φούς Γεώργιο Π. Νταβέλη και Ανδρέα Κό­τσυφα το 1905 «με 10 εργάτιδας εργαζομένας με ανέμην». (Οδηγός Ν. Ιγγλέση, σ. 334). Λειτούργησε μέχρι το 1935 περίπου. Όπως μας πληροφόρησε ο εγγονός του ιδρυτή Γιώργος Νταβέλης, ο πατέρας του οποίου Ορέστης δούλεψε πολ­λά χρόνια εκεί, τα κουκούλια τα προμηθεύ­ονταν από το Τολό, από την Καλαμάτα κι από άλλα μέρη εκτός Αργολίδας. Στη συ­νέχεια μετατράπηκε σε νηματουργείο.

Το τρίτο κατά χρονολογική σειρά μεταξουργείο ήταν της Νέας Κίου, το οποίο στε­γάστηκε δεξιά της κεντρικής οδού Άργους – Ν. Κίου, στο ύψος της Αγίας Ειρήνης, και ήταν ιδιοκτησίας Χρήστου Δελή, ενός από τους ιδρυτές του προσφυγικού συνοι­κισμού και πρώτου κοινοτάρχη της Ν. Κί­ου.

Το τέταρτο μεταξουργείο λειτούργη­σε στο Άργος στην οδό Αγ. Κωνσταντίνου και ήταν ιδιοκτησίας Ηλία Σαραντόπουλου, ο οποίος καταγόταν από το Άργος, αλλά αρ­γότερα εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθή­να. Αγόραζε κουκούλια από τον Αχλαδόκαμπο κι από άλλες περιοχές εκτός Αργολίδας. Οι εργάτριες του εργοστασίου ήταν ίσως από τη Νεστάνη Αργολίδας και μέ­νανε με ενοίκιο σε ταπεινά σπιτάκια της περιοχής Αρβανιτιάς Άργους. Η πληροφο­ρία σημειώνεται με κάθε επιφύλαξη, επει­δή στάθηκε αδύνατο να διασταυρωθεί. Ο ίδιος πληροφοριοδότης μάς εξήγησε ότι οι Αργείτισσες δεν καταδέχονταν να δου­λέψουν στο μεταξουργείο, γιατί ήταν βρό­μικη και ταπεινή εργασία. Βέβαια, οι Αργείτισσες εργάζονταν στα χωράφια και στα μποστάνια, όπου καλλιεργούσαν κυρίως τομάτα, και δεν είχανε ίσως χρόνο. Σίγουρα όμως υπήρχαν και Αργειτοπούλες εργάτριες στο μεταξουργείο.

  

« Είχα πάει λίγο καιρό στο μεταξουργεί­ο στην Αγίου Κων/νου. Δε θυμάμαι πώς λέ­γανε το αφεντικό. Ήμουνα κορίτσι 16 χρο­νών τότε, πριν το ’40. Αλλά με πείραζε η άχνη, τα παράτησα κι έφυγα. Ήμουνα από τη Χούνη, αλλά έμενα εδώ στο Άργος σε μια θεία μου. Εγώ έδινα τα κουκούλια απέξω, που τα βράζανε σε καζάνια και τα παίρνανε άλλες και τα εργαζόντανε. Βάζανε την κλω­στή σε ανέμες. Το κουκούλι ήταν πολύ βρό­μικο και μύριζε πολύ, γιατί είχε μέσα το σκουλήκι, που ήτανε ψόφιο. Δεν ξέρω από πού τα φέρνανε τα κουκούλια. Δεν ξέρω πολλά πράγματα, γιατί κάθησα λίγο, καμιά ‘κοσαριά μέρες. Δεν μπορούσα, με πίγκωνε η άχνη. Αρρώσταινα, μα ύστερα ξαναπήγαινα, μέχρι που τα παράτησα. Υπήρχα­νε πολλά μηχανήματα. Μερικές δουλεύανε χρόνια εκεί».  Μαρτυρία της εργάτριας του μεταξουργείου Άργους Κων/νας Μιχαλοπούλου.

 Δε γνωρίζουμε μέχρι πότε λειτούργη­σε το μεταξουργείο Άργους. Πάντως, μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας 1950 καλλιερ­γούσαν μεταξοσκώληκες στον Αχλαδόκαμπο, αν και είναι βέβαιο ότι θα μπορούσαν να πουλάνε τα κουκούλια τους και στο με­ταξουργείο της Τρίπολης, ιδιοκτησίας Πα­ράσχου, το οποίο λίγο αργότερα έγινε υφαντουργείο (μαρτυρία π. Σταύρου Παρά­σχου).

 

Το μεταξουργείο του Ηλία Σαραντόπουλου στο Άργος

 

Ας σημειωθεί εδώ ότι οι περισσότε­ρες συναλλαγές του Αχλαδοκάμπου γίνο­νταν με την Τρίπολη και την ευρύτερη περιοχή, επειδή οι αποστάσεις ήταν μικρότε­ρες και εξυπηρετούνταν και με το τρένο. Πάντως, όταν το κτίριο του μεταξουργεί­ου Άργους το αγόρασε από τον Ηλία Σαραντόπουλο ο Ηλίας Μπόμπος το 1958 ή 1959, επενδύοντας τα χρήματά του στο α­κίνητο, το εργοστάσιο δε λειτουργούσε. Στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε από την Α­γροτική Τράπεζα με ενοίκιο ως αποθη­κευτικός χώρος (μαρτυρία Βασίλη Μπό­μπου). Παρεμπιπτόντως, αξίζει να σημειώ­σουμε εδώ ότι η οδός Αγίου Κων/νου στο Άργος παρουσίαζε ιδιαίτερη βιομηχανική δραστηριότητα. Το πρώτο εργοστάσιο ή­ταν το υφαντουργείο Παζιώτα, ο σημερι­νός κινηματογράφος Movieland. Ακολου­θούσε το εκκοκκιστήριο βάμβακος του τό­τε Δημάρχου Κωστή Μπόμπου και του α­νιψιού του Ηλία Μπόμπου και ακολουθού­σε το μεταξουργείο του Ηλία Σαραντόπουλου. Η οδός Ιακώβου Μάνου στο σημείο εκείνο δεν υπήρχε, ούτε η πολυκατοικία στη γωνία. Ο χώρος ήταν ενιαίος. Απένα­ντι λειτουργούσε το ελαιοτριβείο του Κώ­στα Κοντογιάννη, το οποίο αρχικά δούλευε με άλογο και αργότερα με ντιζελομηχανή.

 

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.
  • Γυμνάσιο Νέας Κίου, «Η εντεύθεν και εκείθεν του Αιγαίου Κίος», Νέα Κίος, 2010.
  • Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων, «Ανάπτυξη τομέα Σηροτροφίας», Σεπτέμβριος, 2007.
  • Αναγνωστόπουλος Ν. – Γάγαλης Γ., «Η Αργολική Πεδιάς», Αθήναι, 1938.
  • Ιγγλέσης Γ, Νικος, «Οδηγός της Ελλάδος», έτος Ε΄, τόμος Β΄(1916-17), Αθήναι χ.χ.

 

 Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Βουλευτικό – Πότε χτίστηκε το μεγάλο Τζαμί «Βουλευτικό» στο Ναύπλιο


 

Ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της Τουρκοκρατίας στην παλιά πόλη του Ναυπλίου είναι το μεγάλο τζαμί με το μοναδικό τριώροφο Μεντρεσέ (ιεροδιδασκαλείο) κτισμένο στα νότια πλευρά του. Το τζαμί αυτό είναι γνωστό ως «Βουλευτικό», από την πρώτη βουλή των Ελλήνων που λειτούργησε κατά την Ελληνική Επανάσταση στο χώρο αυτό από το 1825. Πρόκειται για ένα μοναδικό υπερυψωμένο μνημείο με κάλλος και μέγεθος, έργο σπουδαίου άγνωστου αρχιτέκτονα από τη μέχρι τώρα έρευνα, αλλά και ενός σπουδαίου πρωτομάστορα, όπως θα γίνει φανερό στη συνέχεια. Το μνημείο κτισμένο με πελεκητή πέτρα από γκριζόλευκο ασβεστόλιθο εντυπωσιάζει τον επισκέπτη της παλιάς πόλης, η οποία σαν ένα παλίμψηστο διατηρεί εναρμονισμένα μεταξύ τους μουσουλμανικά και χριστιανικά μνημεία,   ενσωματωμένα   στον   πολεοδομικό   ιστό, αψευδείς μάρτυρες της ιστορικής της διαδρομής.

 

Βουλευτικό Ναυπλίου (Τέμενος - Τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.)

 

Σε κάθε εποχή ανάλογα με τον κυρίαρχο της πόλης τα λατρευτικά κτίρια «άλλαζαν θρησκεία». Γιατί όπως έχει επισημάνει ο μεγάλος τραγικός ποιητής Αισχύλος στους «Πέρσες», όταν μια πόλη κυριευθεί όχι μόνο οι άνθρωποι αλλά και οι θεοί παίρνουν το δρόμο της προσφυγιάς. Άλλωστε, είναι αξιοσημείωτο ότι σημαντικά μνημεία της πόλης του Ναυπλίου, το τζαμί της πλατείας (Τριανόν), ο Άγιος Γεώργιος και η Φραγκοκκλησιά κτίστηκαν ως τζαμιά στη θέση χριστιανικών ναών. Η αρχιτεκτονική μορφή των τζαμιών έχει ως πρότυπο τις εκκλησίες βυζαντινού ρυθμού με τρούλο, διότι οι Οθωμανοί Τούρκοι όταν κατέκτησαν τη Βυζαντινή αυτοκρατορία δεν είχαν δική τους τέχνη και μιμήθηκαν, όπως ήταν φυσικό επακόλουθο, την τέχνη των κατακτημένων.

Το μνημείο χρονολογείται στη δεύτερη Τουρκοκρατία. Οι παραδόσεις που σχετίζονται με το μνημείο προφανώς απηχούν την ιστορική πραγματικότητα μέσα από την προφορική παράδοση. Το «Βουλευτικό» παρά το ότι πρόσφατα ανακαινίστηκε από το Δήμο Ναυπλίου (1994 – 1999) με την εποπτεία των αρμοδίων υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού, δεν έχει μελετηθεί διεξοδικά και δημοσιευθεί. Διεξοδική έρευνα για το σημαντικό κτίριο του Μεντρεσέ (ιεροδιδασκαλείο), τις γνωστές φυλακές Λεονάρδου στα νότια του μεγάλου τζαμιού – «Βουλευτικού», με το οποίο αποτελεί ενιαία αρχιτεκτονική ενότητα, εκπονήθηκε πρόσφατα σε διπλωματική εργασία από την αρχιτέκτονα Β. Μαυροειδή[1]. Το μνημείο είναι γνωστό, λόγω μεγέθους, ως Μεγάλο Τζαμί και σύμφωνα με την παράδοση κτίστηκε στο τέλος του 18ου αιώνα από τον Αγά – Πασά του Ναυπλίου, που κατείχε πλούτο και πολλές αστικές και αγροτικές ιδιοκτησίες. Η μεγαλοπρεπής κατοικία του σώζεται νοτιότερα από το τζαμί και τον μεντρεσέ, η οποία στα χρόνια της επανάστασης χρησιμοποιήθηκε ως έδρα του Εκτελεστικού [2].

 

Η πλατεία Πλατάνου ( Συντάγματος) με το Σεράι του Μορά Πασά και το Βουλευτικό, σχέδιο σε μολύβι, L. Lange, 1834.

 

Σύμφωνα με την παράδοση, δύο νέοι από τη Βενετία απόγονοι του τελευταίου Βενετού προβλεπτή του Ναυπλίου της Β’ Ενετοκρατίας (1686-1714), έφτασαν στο Ναύπλιο για να αναζητήσουν ένα κρυμμένο μεγάλο θησαυρό στην κατοικία του πρώην Ενετού προβλεπτή, όπου κατοικούσε ο Αγά Πασάς [3]. Μετά από συμφωνία μαζί του, οι δύο νέοι κατέβηκαν μια νύχτα στο υπόγειο του σπιτιού όπου ανακάλυψαν την κρύπτη με το μεγάλο θησαυρό. Ο Αγά-Πασάς θαμπώθηκε από το θησαυρό, σκότωσε τα δύο παιδιά και τα έθαψε στην κρύπτη. Μετά από αυτό το ανοσιούργημα για να απαλλαγεί από τις τύψεις αλλά και τις συμφορές που τον βρήκαν, ένας σοφός Σεΐχης ή Δερβίσης τον συμβούλευσε να κτίσει τζαμί ή τεκέ και να προσεύχεται επτά φορές την ημέρα. Αλλά ο Πασάς δεν επέζησε για να προσευχηθεί στο τζαμί που έκτιζε. Καθώς παρακολουθούσε καθημερινά τις εργασίες από το μπαλκόνι του σπιτιού του, μια μέρα το μπαλκόνι κατέρρευσε και σκοτώθηκε.

Σύμφωνα με παράδοση των μοναχών της Ιεράς Μονής Αγίου Δημητρίου Καρακαλά, ο τεκές κατασκευάστηκε από πωρόλιθους της παλιάς εκκλησίας της Ι. Μ. Αγίου Δημητρίου Καρακαλά, την οποία κατεδάφισε ο Βελή Πασάς του Ναυπλίου (1807 – 1812), γιος του Αλή Πασά, ο οποίος είχε διοριστεί Μουχαβούζης (γενικός επόπτης των φρουρίων) όλης της Πελοποννήσου. Η χήρα του Αγά – Πασά Φατιμέ μετά το θάνατο του συζύγου της και για εξαγνισμό της ψυχής της ανακαίνισε με δικές τις δαπάνες ερειπωμένο ενετικό ναό και τον μετέτρεψε σε οθωμανικό προσκύνημα, το πιθανότερο τη γνωστή σήμερα Καθολική Εκκλησία (Φραγκοκκλησιά), η οποία παραχωρήθηκε από το Βασιλιά Όθωνα για τις λατρευτικές ανάγκες των καθολικών του Ναυπλίου. Η παράδοση αυτή σε συνδυασμό με άλλες παρατηρήσεις βοηθάει να προσεγγίσουμε κατά το δυνατόν την πραγματικότητα.

 

L. Lange, Η Φραγκοκκλησιά.

 

Είναι αξιοσημείωτο ότι στο υπέρυθρο (ανώφλι) της μιας από τις τρεις δυτικές πόρτες εισόδου του Βουλευτικού είχε κτιστεί τμήμα κίονα από το θησαυρό του Ατρέα (θολωτό τάφο) των Μυκηνών [4]. Ωστόσο, ως προς την ακριβή χρονολόγηση του «Βουλευτικού» έχουν εκφραστεί διάφορες απόψεις. Σύμφωνα με την ανηρτημένη πινακίδα εσωτερικά του ανακαινισμένου κτιρίου, το μνημείο αυτό κτίστηκε το 1730 από τον Αγά Πασά -Δελβινακιώτη.

Η Σέμνη Καρούζου, το τζαμί – Βουλευτικό με βάση την τοιχοδομία, το χρονολογεί στα τέλη του 18ου αρχές 19ου αιώνα και επισημαίνει ότι το τζαμί είναι κτισμένο από γκριζόλευκη πολύ καλής ποιότητας πελεκητή πέτρα, χαρακτηριστικό δείγμα της λαμπρής λαϊκής αρχιτεκτονικής [5]. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο είναι κτισμένο και το ισόγειο του Μεντρεσέ, με τον οποίο το Βουλευτικό αποτελεί ενιαίο αρχιτεκτονικό  σύνολο. Το ανώτερο τμήμα του Μεντρεσέ ο πρώτος και δεύτερος όροφος είναι κτισμένος με διαφορετικό τρόπο, με γκρίζες ασβεστολιθικές πέτρες, ενώ η στοά του τρίτου ορόφου είναι κτισμένη με πωρόλιθους.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι δύο ανώτεροι όροφοι του Μεντρεσέ χτίστηκαν σε δεύτερη φάση, ενώ οι πωρόλιθοι με τους οποίους είναι κτισμένος ο τρίτος όροφος συμφωνεί με την παράδοση ότι χτίστηκαν από τους πωρόλιθους του παλιού ναού του Ι. Ν. Αγίου Δημητρίου Καρακαλά, που κατεδάφισε ο Βελή Πασάς του Ναυπλίου (1807 – 1812). Η δεύτερη φάση ανοικοδόμησης του Μεντρεσέ (2°ς -3ος όροφος) φαίνεται ότι συνεχίστηκε από τη χήρα του Αγά Πασά, Φατιμέ, το πιθανότερο στις αρχές του 19ου αιώνα.

 

Μεντρεσές Ναυπλίου.

 

Στο βιβλίο του Χρ. Κωνσταντινόπουλου αναφέρεται η σημαντική πληροφορία ανώνυμου λόγιου του 19ου αιώνα από τα Λαγκάδια της Αρκαδίας, σύμφωνα με την οποία το «Βουλευτικό» το έκτισε ο ξακουστός λαγκαδινός πρωτομάστορας Αντώνης Ρηγόπουλος, ο οποίος «αυτοσχεδίως ανοικοδόμησε τους μεγαλοπρεπείς της εποχής εκείνης ναούς και προπύργια και το μέγα ειδωλείον (= ναό των ειδώλων) των Οθωμανών εις Ναύπλιον, όπου και προνόμιον εις αυτόν εχορηγήθη»[6].

Το «μέγα ειδωλείον των Οθωμανών» δεν είναι άλλο από το τζαμί του Αγά Πασά, που χρησιμοποιήθηκε για τη στέγαση του Βουλευτικού στα χρόνια της Ανεξαρτησίας (1825). Ο ξακουστός πρωτομάστορας Αντώνης Ρηγόπουλος  μας είναι γνωστός  από μια επιγραφή του 1808 στο υπέρθυρο της πόρτας του Τιμίου Προδρόμου Λαγκαδιών: «Επιστασία Αντωνίου Ρηγόπουλου, πρωτομάστορα, χειρ δε Ευσταθίου Θεοδώρου, 1808». Ωστόσο, δεν είναι γνωστή η ακριβής χρονική περίοδος δράσης του. Η αναφερόμενη χρονολογία 1808 το πιθανότερο απηχεί την τελευταία περίοδο της ενεργού δράσης του.

Σημαντικές πληροφορίες για την ανέγερση ενός Τζαμιού του Ναυπλίου μας δίνει ένα σημαντικό έγγραφο, το οποίο έστειλε ο μουχαβούζης (φρούραρχος) του Ναυπλίου Ραγκή(π) Πασάς προς τους προεστούς της Ύδρας το Μάρτιο του 1816, με το οποίο τους ζητάει να του βρουν καΐκι ή άλλο καράβι για την Πόλη (Κωνσταντινούπολη), το οποίο θα μεταφέρει μαστόρους για να εξασφαλίσει κατάλληλη ξυλεία για την ανέγερση ενός τζαμιού. Το σημαντικό αυτό έγγραφο αναδημοσίευσε ο Τάκης Μαύρος στην τοπική εφημερίδα «Ειδήσεις» 23/2/1992.

«Τοις προεστώσιν της Ύδρας Ευγενέστατοι περιπόθητοι φίλοι μου ακριβοί προεστώτες καπετάν Νικόλαε και επίλοιποι, φιλικώς και ακριβώς σας χαιρετώ, ερωτώ το επιθυμητό μου χατήρι σας. Μετά τον ακριβόν μου φιλικόν χαιρετισμόν, ερωτώ δια την ευτυχή υγείαν σας όπου μου είναι επιθυμητή, αν ρωτάτε και δια μέρος μας, με την χάριν του Θεού υγιαίνομεν, όθεν σας φανερώνω, φίλοι μου, ότι πολλές φορές σας ενόχλησα με γράμματά μου, και πολλές δούλεψες και καλοσύνες είδα από το χέρι σας, και έμεινα υποχρεωμένος, όθεν και τώρα με θάρρος σας γράφω, ότι με το να ηκουλούθησεν και έχω νιγέτι (πρόθεση), ισαλά (πρώτα ο θεός) να φτιάσω ένα τζαμί εδώ εις την πατρίδα μου εις το Ανάπλι και μάζους (επίτηδες) και ήφερα τους παρόν μαστόρους από την πόλιν, λοιπόν με το να μην είχε ινταρέ (πρόβλεψη) από κεραστέ (ξυλεία), πάλι τους στέλνω μαξούς εις βασιλεύουσαν, δια να φέρουν ότι κερεστές χρειάζεται του Τζαμιού, και με το να μην έφτασε καΐκι οκαζιόν να μισεύουν από έδωθεν, τους στέλνω αυτού, όπου μπορεί να τύχη καράβι να μισεύση ή καμμίαν σακολέβαν δια βασιλεύουσαν, δια τούτο κάνω ριτζά (ζητώ, παρακαλώ) προς τους ακριβούς φίλους μου, όπου δια χατήρι μου, αμέσως όπου τύχη κανένα καΐκι ή καράβι να προστάζετε με το μέσον σας να πάρουν και αυτούς τους μαστόρους, δια να πάνε σιγούρως εις την Πάλιν, και είμαι βέβαιος εις την στενήν φιλίαν όπου έχομεν, καθώς και άλλες φορές μου εκάματε την χάριν και τώρα να επιτύχω της αιτήσεως μάλιστα όπου είναι εδική μου χρεία, και μεγάλως με υποχρεώσεις γράφω, να ακολουθήσετε, και τα κουσούρια (τις ζημιές, τα έξοδα) αφι (άφεριμ, καλά. Δηλαδή: ότι έζοδα γίνουν βάλτε τα στο λογαριασμό μου), γράφοντας σας την καλήν σας υγεία. Ταύτα και μένω.  1816 Μαρτίου Ανάπλι. Τον ενδοξοσοφολογιώτατον αδελφόν μου Ισούφ Χόντζα τον ακριβοχαιρετώ, ερωτώ το χατήρι σερίφι   του  (την  πολύτιμη   υγεία   του).   Ηγαπημένος   σας   Ραγκή   πασσάς μουχαφούζης Αναπλίου».

 (Αρχείο της κοινότητας Ύδρας 1778 – 1832 τ. 5 (1813 – 1817), εν Πειραιεί 1924 σ. 256).

Ο Ραγκή Πασάς, όπως αναφέρει ο Τάκης Μαύρος στην τοπική εφημερίδα «Ειδήσεις» 23/2/1992, ήταν σημαντική φυσιογνωμία του τουρκοκρατούμενου Ναυπλίου και όπως προκύπτει από το αρχείο του οπλαρχηγού της Επανάστασης Αναστασίου Νέζου, αναφέρεται ως Ραγκίπ Πασάς και ήταν ιδιοκτήτης εκτεταμένων εκτάσεων (χωραφιών) στην περιοχή μεταξύ Κουτσοποδίου και Πασσά (Ινάχου). Με τον Ραγκίπ Πασά ο Α. Νέζος είχε στενή φιλία. Το παλιό όνομα Πασσάς του χωριού Ινάχου προφανώς έχει λάβει το όνομά του από τον ιδιοκτήτη των εκτάσεων της περιοχής Ραγκίπ Πασά του Ναυπλίου.

Ο Τάκης Μαύρος με την παραπάνω αναδημοσίευση του εγγράφου απλώς υπέθεσε ότι το έγγραφο σχετίζεται με το μεγάλο Τζαμί του Ναυπλίου, «το Βουλευτικό», αλλά άφησε το θέμα ανοιχτό για περαιτέρω έρευνα. Το έγγραφο αυτό με την ακριβή χρονολόγησή του το Μάρτιο του 1816 προφανώς δεν σχετίζεται με το «Βουλευτικό» και το πιθανότερο αναφέρεται στο κτίσιμο του Τζαμιού – καθολική εκκλησία της Φραγκοκκλησιάς. Με Βάση τα παραπάνω το τζαμί – Φραγκοκκλησιά προφανώς κτίστηκε μετά το μεγάλο Τζαμί – Βουλευτικό, λίγα χρόνια πριν την επανάσταση στα 1817 – 1820 περίπου.

 

Καθολική Εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος

 

Τέλος, είναι αξιοσημείωτη μια άλλη αδημοσίευτη πληροφορία που προέρχεται από το αρχείο του Δ. Περρούκα, σύμφωνα με την οποία η Δημογεροντία του Άργους πλήρωσε χρήματα για τη μεταφορά ξυλείας με ζώα από το Άργος στο Ναύπλιο για την ανέγερση ενός τζαμιού[7]. Η δεύτερη αυτή γραπτή αναφορά το πιθανότερο σχετίζεται με το Τζαμί – Φραγκοκκλησιά, αλλά κρίνεται απαραίτητη η δημοσίευση του αρχείου Δ. Περρούκα και η ακριβής χρονολόγηση του σχετικού εγγράφου.

Το Μεγάλο Τζαμί – «Βουλευτικό» του Ναυπλίου από τα παραπάνω φαίνεται ότι είναι δημιούργημα της λαϊκής αρχιτεκτονικής των λαγκαδινών μαστόρων και προοίμιο της καθαρής γραμμής του νεοκλασικισμού, που δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα στο Ναύπλιο τα χρόνια της Ανεξαρτησίας. Μια συγκριτική μελέτη της λαϊκής αρχιτεκτονικής της Πελοποννήσου είναι πιθανόν να καταλήξει σε ακριβέστερα συμπεράσματα.

Στην ίδια παράδοση και συνέχεια ανήκει η Φραγκοκκλησιά, το μοναδικό κτίριο της Πλατείας Συντάγματος, το «Εστιατόριο Ελλάς» πρώην ξενοδοχείο «ΜΥΚΗΝΑΙ», η οικία Άρμανσπεργκ στην αρχή της οδού Πλαπούτα, καθώς και τα άλλα κτίρια της πόλης, αλλά και ο μεγαλοπρεπής ναός του Αγίου Ιωάννη στο Άργος.

Είναι αξιοσημείωτο ότι δίπλα ακριβώς στο λαμπρότερο ενετικό κτίριο, κόσμημα (ornamentum) της Πλατείας Συντάγματος, την Αποθήκη του Στόλου του 1713, οι Οθωμανοί έκτισαν αρκετά χρόνια αργότερα ένα Τζαμί με μεντρεσέ ανάλογου μεγέθους με το ενετικό κτίριο.

Το Τζαμί – «Βουλευτικό» προφανώς κατασκευάστηκε υπερυψωμένο λόγω της φυσικής διαμόρφωσης του εδάφους, αλλά και του πρωτοφανούς σε μέγεθος ενετικού κτιρίου. Το ενιαίο μουσουλμανικό τέμενος καταλαμβάνει μεγάλη έκταση μεταξύ των παράλληλων οδών Σταϊκοπούλου και Κων/λεως, καθώς και την ενδιάμεση οδό Καποδιστρίου, την οποία διέκοψε βάναυσα, έναν από τους παλαιότερους δρόμους του Ναυπλίου, που συνεχίζεται δυτικότερα με την οδό Σπετσών σε όλο το μήκος της πόλης.

Το Μεγάλο Τζαμί – «Βουλευτικό» και ο Μεντρεσές επισκευάστηκαν στα 1825 από τον Κερκυραίο συνταγματάρχη – μηχανικό Θ. Βαλλιάνο και μετατράπηκε σε Βουλή των Ελλήνων [8]. Στη συνέχεια επισκευάστηκε το 1826 ο τρούλος, όταν χτυπήθηκε από οβίδα κατά τη διάρκεια του εμφυλίου μεταξύ των φρουράρχων του Παλαμηδίου και της Ακροναυπλίας, Γρίβα και Φωτομάρα. Στις αρχές του 20ου αιώνα κατέρρευσε από σεισμό το προστώο του κτιρίου, του οποίου σώζονται τμήματα των κιόνων και τα κιονόκρανα στην αυλή του.

Στη μεγαλόπρεπη αίθουσα γίνονταν οι δεξιώσεις και χοροί της εποχής της Αντιβασιλείας του Όθωνα καθώς και σημαντικές εκδηλώσεις της πόλης. Ο μεντρεσές, γνωστός ως φυλακές Λεονάρδου, και το ισόγειο του Βουλευτικού χρησιμοποιήθηκαν ως χώρος φυλακών υποδίκων το 19° έως τις τρεις πρώτες δεκαετίας του 20ού αιώνα. Εδώ φυλακίστηκε και ο πορθητής του Ναυπλίου Στάϊκος Σταϊκόπουλος. Στις φυλακές αυτές πρέπει να αναφέρεται ένα δημοτικό τραγούδι που το τραγουδάνε ακόμα σε παραδοσιακά γλέντια οι κάτοικοι της Αργολίδας:

Στ’ Ανάπλι στο Βουλευτικό

Μαρία – Μαριγώ τι γύρευες εδώ;

ήρθα να δω τ’ αδέλφια μου

τ’ αδέλφια τα δικά μου

τα φύλλα της καρδιάς μου.

Τ’ αδέλφια σου τα σκότωσαν

στ’ Ανάπλι όξω στην Πρόνοια

που στήσαν τα κανόνια

στ’ Ανάπλι όξω στην Άρεια

με τ’ άλλα παλλικάρια.

Κι η Μαριγώ σαν τ’ άκουσε

το μοιρολόι άρχισε

 

Το «Βουλευτικό» από το 1915 έως το 1932 λειτούργησε ως αρχαιολογικό μουσείο και στη συνέχεια ως ωδείο. Πρόσφατα, 1994-1998, ανακαινίστηκε και αποτελεί πνευματικό κέντρο του Δήμου Ναυπλίου, μια λειτουργική χρήση αντάξια της ιστορίας του και της πολιτιστικής παράδοσης της πόλης του Ναυπλίου.

 

Στη μνήμη του Τάκη Μαύρου

Χρήστος Ι. Πιτερός

αρχαιολόγος της Δ’ ΕΠΚΑ

 

Υποσημειώσεις


[1] Β. Μαυροειδή, «Φυλακές Λεονάρδου». Μελέτη, αποτύπωση, αποκατάσταση, επανάχρηση και αρχιτεκτονική φωτισμού. Διπλωματική Εργασία, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Αθήνα 2006.

[2] Κ. Σπηλιωτάκη, «Τα εν Ναυπλίω κτήρια του Βουλευτικού και του Εκτελεστικού (1824 – 1826)», Δελτίο Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τ.20, Αθήνα 1973, 54-69. Χ. Δημακοπούλου, «Θεόδωρος Βαλλιάνος, Αγωνιστής και Αρχιτέκτων», Επετηρίς Ιδρύματος Νεοελληνικών Σπουδών τ.2ος Αθήνα 1981-1982, 110-122.

[3] Μ. Λαμπρυνίδου, «Η Ναυπλία», Γ’ έκδοση, Ναύπλιο, 1975, 191.

[4] Μ. Λαμπρυνίδου ο.π. 190 Λ. Ρος. Αναμνήσεις και ανακοινώσεις από την Ελλάδα (1832-1833), Αθήνα 1976, 69. Χ. Πιτερός, Ναύπλιο, Αρχαιολογικό Δελτίο 54 (1999) Β1 χρονικά, 148.

[5] Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιο, Αθήνα 1979, 58, φωτ. 69, 86, 87.

[6] Χρ. I. Κωνσταντινόπουλου, Οι παραδοσιακοί κτίστες της Πελοποννήσου, Αθήνα 1983, σελ. 18, 24.

[7] Σ. Σπέντζας «φορολογικές και οικονομικές πληροφορίες από το Αρχείο Περρούκα», Συνέδριο Αργειακών Σπουδών «Το Άργος κατά τον 19° αιώνα» Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004 (Σύλλογος Αργείων ο Δαναός) υπό έκδοση. Πρέπει να επισημάνουμε ότι στο Ναύπλιο την περίοδο της Τουρκοκρατίας υπήρχαν περισσότερα τζαμιά.

[8] Δ. Βαρδουνιώτη, Το Βουλευτικόν, τοπική εφημερίδα ΑΡΓΟΛΙΣ έτος Η’ αρ. φύλλου 168, 1-1 1-1872, του ιδίου «Αι φυλακαί του Ναυπλίου», Εφημερίς ΑΡΓΟΛΙΣ 1 877. Ανδρ. Καρκαβίτσα, «Το Βουλευτικό», «Ταξιδιωτικά», Ναύπλιο 1892.

Read Full Post »

Καββαθάς Σπ. Μιχαήλ (1895-1972) – Ο πρωτεργάτης της διάδοσης της καλλιέργειας του πορτοκαλιού στην Αργολίδα


 

π. Μιχαήλ Καββαθάς

Στο χωριό Αργολικό (Κούτσι) του Νομού Αργολίδος, από το 1924, αρχίζει μια νέα, αγροτικού ενδιαφέροντος, περίοδος. Μια σταυροφορία για την διάδο­ση – εξάπλωση της πορτοκαλλιέργειας. Ο Μιχαήλ Σπ. Καββαθάς διορίζε­ται εφημέριος στον Ιερό Ναό του χωριού «Κοίμησις της Θεοτόκου». Μέσα στα ιερατικά καθήκοντά του προγραμματίζει και την διάδοση και επι­κράτηση της πορτοκαλλιέργειας. Σύντομα η αγροτική αυτή κοινότητα γίνεται ένας απέραντος κήπος με κύρια φυτεία του την πορτοκαλιά. Οι τοπικές οικολογικές συνθήκες ευνοούν την διάδοση της πορτοκα­λιάς, και αυτή με τη σειρά της, ευνοεί (ευεργετεί), ως ευεργετηθείσα, τον τό­πο. Ανθεί η «φαιδρά πορτοκαλέα», με επακόλουθο να «ανθεί» και η οικονομία του Αργολικού, με συνεπακόλουθο τον εκπολιτισμό της Κοινότητας.

 

Η Πρόσφορη γη της Αργολίδας

 

Η Ελληνική γη είναι μια από τις πλέον ευνοϊκές χώρες, για την καλ­λιέργεια και εκμετάλλευση της δενδροκομίας. Μάλιστα δε, ελάχιστες χώρες της γης παρουσιάζονται με ανάλογες ευνοϊκές συνθήκες κλίματος και εδά­φους, για την καλλιέργεια της ελιάς, του σταφυλιού και της πορτοκαλιάς, πασίγνωστης, άλλωστε της, «ποιητικώ τω τρόπω», διαμήνυσης – πληροφόρησης των στίχων, που ακολουθούν:

«Η χώρα όπου ανθεί φαιδρά η πορτοκαλέα,

και κοκκινίζει η σταφυλή

και θάλλει η ελαία,

δεν είν’ άλλη παρά η Γη Ελληνίς».

Να τονισθεί, ότι όλα τα δενδροκομικά (ελληνικά) προϊόντα είναι ανώτερης ποιότητας: καρποί εύχυμοι, εύγευστοι, υγιεινοί, συνεκτικοί σε θρεπτικά συστατικά, αρωματικοί, εντυπωσιακών χρωμάτων. Η ανάγλυφη όψη των εδαφών, η γειτνίαση με τη θάλασσα, το  εύκρατο κλίμα, με τον άπλετο και διαυγή φωτισμό, και oι παρατετα­μένες θερινές περίοδοι ευνοούν την διάδοση της πορτοκαλλιέργειας. Ένα τέτοιο γεωγραφικό διαμέρισμα είναι και η Αργολική γη.

 

Η Σπουδαιότητα της πορτοκαλλιέργειας

 

Όλα τα Εσπεριδοειδή ευδοκιμούν, ως προσοδοφόρες καλλιέργειες, σε τοποθεσίες, στις οποίες oι παγετοί είναι σπάνιοι ή άγνωστοι. Τα Εσπεριδοειδή είναι καρποφόρα (με εδώδιμους τους καρπούς τους), βιομηχανικού ενδιαφέροντος (τα άνθη για την παραγωγή αιθέριων ελαίων, oι καρποί στην ζαχαροπλαστική, αρωματοποιία, φαρμακευτική), και κυρίως καλλωπιστικά. Η Πορτοκαλιά, αυτό το γνωστότατο μικρού μεγέθους δένδρο, με την σφαιρική κόμη, στολίζεται με την παραγωγή των άφθονων λευκών ανθέων του και το πλήθος των σφαιρικών ευωδέστατων – γλυκόχυμων καρπών του. Καλλιεργείται για τους πολύτιμους καρπούς του, τους γευστικότατους και αρωματικούς, αλλά και υγιεινούς – θρεπτικούς, oι οποίοι περιέχουν στον πλουσιότατο χυμό τους βιταμίνες (C, Ρ), μεταλλικά άλατα (Ca, Ρ), σάκχα­ρα, οξέα. Δυστυχώς, μέχρι και σήμερα, πολλοί από τους νέο-Έλληνες, αγνοούν ή περιφρονούν την σπουδαιότητα του πορτοκαλιού.

  

Μια σύντομη ιστορική αναδρομή

 

Μόλις κατά το Έτος 1950 γραφόταν: «Η Δενδροκομία υστερεί, πολύ, εις τοιούτον βαθμόν, ώστε να θεωρείται ως μηδόλως γνωστή εν Ελλάδι. Δεν διαφεύγει, άλλωστε, ουδενός την αντίληψιν, ότι ουδαμώς υφίσταται άξια λόγου Δενδροκομία[1]… Η προώθησις και η ανάπτυξις της Δενδροκομίας, συνεπώς, ενδείκνυται ως εθνική ανάγκη…»[2]. Αυτή την «εθνική ανάγκη» ένας αγαθός Ιερέας, ο προαναφερθείς Μι­χαήλ Σπ. Καββαθάς υπηρετεί. Αναδεικνύεται διαφωτιστής στο χωριό Αργολικό, με σκοπό την διάδοση, ανάπτυξη και επικράτη­ση (ευδοκίμηση) της πορτοκαλλιέργειας. Για να αντιληφθεί κανείς την συμβολή και το μέγεθος της προσφοράς του Μ. Καββαθά, πρέπει να λάβει γνώση του Καποδιστριακού εγγράφου [3], στο οποίο αναφέρεται η παντελής απουσία της συστηματικής καλλιέργειας καρποφόρων δένδρων: «… Δεν αγνοείται παρά των Υμετέρων Εξοχοτήτων ότι… Η Ελλάς είναι σήμερον τόπος το πλείστον έρημος, άκαρπος…». Μέρος αυτού του τόπου του « ερήμου, ακάρπου», προσπαθεί, ύστερα από ένα αιώνα, ο π. Μ. Καββαθάς, να καταστήσει γόνιμο, καρποφορούντα, στολισμένο με την «αγλαόκαρπο» πορτοκαλιά, με επακόλουθο την οικονομικότερη ευχέρεια των κατοίκων του Αργολικού.

 

Βιογραφικά στοιχεία του Ιερέως Μιχαήλ Καββαθά

 

Το χωριό Αργολικό, του Νομού Αργολίδας, ήταν κι αυτό τόπος ημικαλλιεργήσιμος, μέχρι του διορισμού [4] του εφημερίου της Κοινότητος. Ο Μιχαήλ Σπ. Καββαθάς [5], γιος του Σπύρου και της Παρασκευής, γεν­νήθηκε στο Αργολικό το έτος 1895. Ήταν έγγαμος κληρικός, [6] και με την σύζυγό του Βασιλική (έτος γεννήσεως το 1901) απέκτησε τέσσερα τέκνα. Την Αγγελική (1926), την Ιουλία (1928), τον Σπυρίδωνα (1930), και την Κατίνα (1933). Ήταν κάτοχος σπουδών «Ελληνικού Σχολείου» [7] και Απολυτηρίου «Εκκλησιαστικής Προπαρασκευαστικής Σχολής Αργολίδος» (Ναύπλιο) [8]. Όπως δε μας πληροφορεί, πιστοποιών, ο επίσκοπος Ταλαντίου Ιερόθεος [9]: «… εχειροτονήσαμε τον Μιχαήλ Σπ. Καββαθά τη χάριτι του Παναγίου και Τελεταρχικού Πνεύματος εις Διάκονον μεν εν τω παρεκκλησίω του Μητρο­πολιτικού Ναού Αθηνών του Αγίου Ελευθερίου τη 7η Ιουλίου 1924, πρεσβύτερον δε εν τω Ιερώ Ναώ της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μοναστηρακίου Αθηνών τη 8η Ιουλίου 1924».

Από πιστοποιητικό της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος [10] πληροφο­ρούμεθα για τις υπηρεσιακές μεταβολές του πρεσβυτέρου Μιχαήλ Σπ. Καββαθά: «Διωρίσθη δια του υπ’ αριθμ. 809, από 30.7.1924, εγγράφου εις τον εν Αργολικώ Ιερόν Ναόν Κοιμήσεως Θεοτόκου υπηρετήσας εν αυτώ μέχρι της 29.6.1972, ότε απεβίωσεν…».

Ο μακαριστός παπα-Μιχαήλ νεαρός ακόμη, και ακόμη άγαμος, εργά­ζεται στις Αγροτικές Φυλακές Τίρυνθας. Πλησιάζει τον γεωπόνο του Αγροκτήματος από τον οποίο διδάσκεται, με ζήλο και φιλομάθεια τις όποιες δε­ξιοτεχνίες της δενδροκομικής τέχνης. Τοποθετείται στον χώρο των φυτω­ρίων Εσπεριδοειδών (πορτοκαλιάς, μανταρινιάς). Ασκείται στους χειρισμούς εμβολιασμών, αναδειχθείς άριστος «μπολιαστής». Παράλ­ληλα, όμως, ασχολείται και με άλλες τρέχουσες – αναγκαίες αγροτικές φρον­τίδες, αποκτώντας πολλές εμπειρίες, κηπευτικού ενδιαφέροντος.

 

Η Κοινότητα Αργολικού και ο νεοδιορισθείς εφημέριος Μιχαήλ Καββαθάς

 

Ο νεοφερμένος εφημέριος δεν λησμονεί τις αποκτηθείσες αγροτικές «αρετές» του, αφού παράλληλα προς τα καθήκοντά του, ως εφημέριου, συνεχί­ζει να εφαρμόζει ό,τι κατέχει σαν άριστος φυτοτεχνίτης, στη γυμνή, και εν πολλοίς ακαλλιέργητη, γη της Ενορίας του. Συγκεκριμένα, στο σπίτι, που απέκτησε από το γάμο του, εγκαθιστά και θέτει σε λειτουργία ιδιωτικό φυτώριο. Σ’ αυτό εφαρμόζει την αποκτηθείσα εμπειρία του. Μέχρι του διορισμού του, ως εφημέριος, στο χωριό Αργολικό δεν υπάρχει δένδρο πορτοκαλιάς, παρά μόνο ένα μεμονωμένο περιβόλι με πορ­τοκαλιές πού είχε φυτέψει ένας συγχωριανός του ονόματι Μανουσάκης, πού ήτανε μέτοχος στο εργοστάσιο ΚΥΚΝΟΣ.

Προϋπήρχε, λοιπόν, ένας προο­δευτικός πορτοκαλλιεργητής, αφού φρόντισε και φύτεψε πορτοκαλιές, πού σαν προνοητικός πρόβλεψε το μέλλον της πορτοκαλλιέργειας. Όμως, δεν φρόντισε να παρακινήσει και άλλους, προς μίμηση… Ύστερα από τον προοδευτικό Μανουσάκη, έρχεται ο εφημέριος Μιχαήλ Καββαθάς (προοδευτικός – προνοητικός), ο οποίος αναδει­κνύεται ο παρακινητής-προπαγανδιστής της πορτοκαλλιέργειας. Σε οικοπεδική έκταση, μόλις, ενάμιση στρέμματος εγκαθιστά φυτώριο Εσπε­ριδοειδών (λεμονιάς, πορτοκαλιάς, μανταρινιάς), με προοπτική προώθησης – προμήθειας των δενδρυλλίων στους αγρότες των γύρω χω­ριών, ως μέλλοντες αγοραστές.

 

Βραβείο Γεωργικής Υπηρεσίας Αργολίδας

 

Έτσι, αρχίζει η προσπάθεια διάδοσης – εμφάνισης μιας νέας δενδροκο­μικής μορφής καλλιέργειας, η οποία έχει, ταυτόχρονα, και κοινωνικού ενδιαφέροντος πρωτοβουλία, με ευρύτερη διάσταση: «η γυμνή ή αδιοργάνωτα καλλιεργούμενη γη, να καλλιεργείται συστηματικά». Αλλά και κάτι άλλο, σημαντικό: το δένδρο, αναγκάζει τον αφέντη του σε διαρκή συναγερμό – παρουσία στα «πόδια» του, τον υποβάλλει σε συνεχή παρακολούθηση και φροντίδα σε ότι χρειάζεται, (ψεκασμό, σκάλισμα, πότισμα, κ.ά.).

Ο π. Μιχαήλ Καββαθάς αναδεικνύεται εύστοχος, εύστροφος, μεθοδικός. Ευχάριστος, μα και πολύτιμος. Σκέφτεται και αποφασίζει το πλησία­σμα, αρχικά, σε δύο παλιούς συγχωριανούς του, Ελληνο – Αμερικάνους, από την Καλιφόρνια [11]. Τους πλησιάζει, για να του υποδείξουν -ενημερώσουν όσα αυτοί γνωρίζουν, αλλά άγνωστα σ’ αυτόν, σε ό,τι αφορά στα «μυστικά» της πορτοκαλλιέργειας, και γενικότερα των Εσπεριδοειδών. Αυτοί, προθυμοποιούνται και του υποδεικνύουν, ως τους πλέον ειδικούς, φίλους τους ομογενείς, καταγόμενους από την Σπάρτη, παλιννοστήσαντες και εισαγωγείς εμβολίων της ιδιαίτερα παραγωγικής ποικιλίας πορτοκαλιάς, την «ομφαλοφόρον». Τους επισκέπτεται. Αυτοί, πρόθυμα, τον ενημερώνουν, και τον εφοδιάζουν με κλαράκι, περιέχον φυτικά τμήματα, για την λήψη εμβολίων.

Ο παπα – Καββαθάς καταφτάνει στη γενέτειρά του, αλλά και στην ενορία του, για να διαφωτίσει τους χωρικούς. Δυστυχώς, του «έπιασαν» δυο μόνον, από τα μπολιάσματα. Αν και στους συγχωριανούς του ήτανε παντελώς άγνωστη η «εμπορική αξία» αυτής της ποικιλίας, δεν έδειξαν ενδιαφέρον, για την προμή­θεια της νέας ποικιλίας. Ύστερα από αυτή την αδιαφορία, αρχίζει ο παπα-Μιχαήλ μια νέα προσπάθεια. Επινοεί την ενημέρωση των περισσότερο προοδευτικών φίλων και συγγενών του. Τους πλησιάζει και τους ενημερώνει για τις όσες χρήσιμες συμβουλές του μετέδωσαν οι επα­ναπατρισθέντες Σπαρτιάτες. Τους κατατοπίζει, αναλυτι­κά, για τα πλεονεκτήματα των «ομφαλοφόρων» πορτοκαλιών.

Σε δεύ­τερη φάση, ανοίγει διαφωτιστικό διάλογο με τους συμπατριώτες του, αφού είχε προηγηθεί μια πρόχειρη ενημέρωση από τους μυημένους φίλους και συγγενείς του. Αυτός, τώρα, τους κατατοπίζει, εμπεριστα­τωμένα, για τα προτερήματα της ομφαλοφόρου πορτοκαλιάς, όπως το άσπερμο του πορτοκαλιού, η τακτική, δηλαδή ετήσια, ανθοφορία – καρποφορία, και η ανώτερη ποιότητα σε «φαγητό» (καρπός εύχυμος, εύγευστος, αρω­ματικός, ψιλόφλουδος). Εξ άλλου, επισημοποιεί τις προσπάθειές του με επισκέψεις του στη Γε­ωργική Υπηρεσία Αργολίδος, με σκοπό ευρύτερης, και υψηλότερου επιπέ­δου, συνεργασία. Δέχεται, και υιοθετεί σημαντικές υποδείξεις, για τον τρόπο παρακίνησης των αγροτών συμπατριωτών του αλλά και νεότε­ρες μεθόδους πορτοκαλλιέργειας. Παρ’ όλα αυτά, ύστερα από συνεχή προσπάθεια τεσσάρων ετών, οι συμ­πατριώτες του δεν πολυσυγκινούνται. Έτσι, τα έτοιμα ήδη δενδρύλλια του φυτωρίου του παραμένουν αζήτητα. Αδιάθετα, από έλλειψη ενδιαφέροντος προμήθειας, κατέχουν το χώμα του φυτωρίου. Γρήγορα, όμως, μεταφυτεύο­νται για να αποτελέσουν τον πρώτο πορτοκαλεώνα του παπα-Μιχάλη.

Τότε όμως κηρύχθηκε ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος (1940-44), στον οποίο αναμείχτηκε και η χώρα μας. Ακολούθησε η διπλή κατοχή μας από τους Γερμανούς – Ιταλούς κατακτητές. Οι παλιότεροι, παιδιά τότε, θυμόμαστε καλά, τα φοβερά δεινά, μεταξύ δε των άλλων και τους πολυάριθ­μους θανάτους από την πείνα. Στερηθήκαμε και τα στοιχειώδη είδη δια­τροφής. Τότε, οι αγρότες, όπως και οι κάτοικοι του Αργολικού, στρά­φηκαν και επιδόθηκαν στην καλλιέργεια οσπρίων (φασολιών, ρεβιθιών, κουκιών, φακών, ακόμα και λαθουριού), και σιτηρών (κυρίως σταριού), με σκοπό την πώληση των παραγομένων από αυτούς προϊόντων, στις αγορές των αστικών πληθυσμών, και κυρίως στους λιμοκτονούντες κατοίκους της Αθήνας και του Πειραιά.

Μετά την απελευθέρωση, αρχίζει μια αλλαγή προτιμήσεων σε αγροτικά προϊόντα του καταναλωτικού κοινού, στις αγορές των μεγαλουπόλεων. Σε σειρά προτίμησης, έρχεται απ’ τα πρώτα και το πορτοκάλι. Έτσι, καθί­σταται πρόσφορο το «έδαφος», για αλλαγή καλλιεργειών και εκμετάλλευση των εδαφών με προτεραιότητα στην πορτοκαλλιέργεια. Αυτή η προτίμηση – στροφή στην αγορά, επιφέρει και στροφή επιλογής αξιοποίησης των καλλιεργούμενων εδαφών και στο Αργολικό. Έτσι, η επιδιωκόμενη πρωτοβουλία του παπα-Μιχαήλ βρίσκει, τώρα, θε­τική ανταπόκριση. Οι συμπατριώτες του καλλιεργητές στρέφονται προς την πορτοκαλλιέργεια. Μάλιστα δε, ζητάνε για τα περιβόλια τους πορτοκαλιές ομφαλοφόρου ποικιλίας. Στο μεταξύ στις λαχαναγορές Αθήνας και Πειραιά προτιμάται το ομφαλοφόρο πορτοκάλι πού καταφτάνει από την Κέρκυρα [12].

Κερδίζει την προτίμηση του καταναλωτικού κοινού, λόγω των προαναφερθέντων πλεονεκτημάτων του, σε σύγκριση με τις μέχρι τότε διαδεδομένες ποικιλίες. Βέ­βαια, υπερτερούν και άλλες ποικιλίες, όπως π.χ. τα πορτοκάλια περιοχής Μυρτιάς Αγρινίου. Αυτή η προτίμηση του καταναλωτικού κοινού, έχει σαν επακόλουθο την ενθάρρυνση του παπα-Μιχαήλ και άνετα στοχεύει για την εξάπλωση της ομφαλοφόρου ποικιλίας στον τόπο του.

Αρχίζει την διανομή εμβολιασμέ­νων σε ομφαλοφόρο ποικιλία δενδρυλλίων πορτοκαλιάς, όχι μόνο στο Αργολικό, αλλά και στις γειτονικές περιοχές. Με τον καιρό, μακρύτερα, μέχρι και στα σύνορα Αργολιδο – Κορινθίας. Εδώ, αξίζει να σταθεί κανείς, για να αναλογισθεί και να εκτιμήσει, όσο πρέπει, την σπουδαιότητα της μεγάλης συμβολής του παπα-Μιχαήλ, σε ό,τι αφορά στην διάδοση της, οικονομικού ενδιαφέροντος, καλλιέργειας της ομφαλοφόρου πορτοκαλιάς, με τις προσοδοφόρες αποδόσεις στην αγορά, και την υπέροχη εκμετάλλευση των εδαφών. Επί πλέον δε την επακολουθή­σασα δραστηριοποίηση των άνεργων αγροτικών χεριών, που έπιαναν στα χέρια τους, όλο και περισσότερα χρήματα.

Με μεράκι συνεχίζει ο ακούραστος ανακαινιστής παπα-Μιχαήλ το κοινωνικού χαρακτήρα έργο του, με τις όποιες θετικές οικονομικές και βιοτικές επιπτώσεις. Σε επίπεδο κοινοτικό (άμεσο) και εθνικό (έμμεσα). Σαν άριστος δενδροκόμος επαυξάνει, σε εδαφικές εκτάσεις, το φυτώριό του, με σκοπό την εξασφάλιση δενδρυλλίων ομφαλοφόρου πορτοκαλιάς. Μαζεύει καρπούς νεραντζιάς, για να εξασφαλίζει τους σπόρους τους, που του χρησι­μεύουν σαν πολλαπλασιαστικό υλικό. Τους σπέρνει και όταν φυτρώνουν τα δενδρύλλια και αποκτούν ηλικία 2-3 ετών τα μπολιάζει. Σ’ αυτά τα τρία πρώτα χρό­νια της ζωής τους τα περιποιείται, τα ποτίζει, τα σκαλίζει, τα βοτανίζει. Τα μεγαλώνει σαν τα «μάτια» του. Τα προσέχει και τα καμαρώνει. Ενθουσιάζεται. Ικανοποιείται. Προγραμματί­ζει.

 

Δεν άργησε η αναγνώριση

 

Σούστες καταφτάνουν την περίοδο εξαγωγής των μπολια­σμένων δενδρυλλίων, για παραλαβή και μεταφορά τους, από το φυτώριο του παπα-Μιχαήλ στους αγρούς, για εγκατάσταση πορτοκαλεώνων. «Ώρα θερισμού»… των κόπων και των αγώνων του παπα-Μιχαήλ. Δεν άργησε και η στιγμή πρόσκλησης, για στενότερη συνεργασία με την Διεύθυνση Γεωργίας Αργολίδος, σε ό,τι άφορα στην προμήθεια – διάδοση, με τον επιβαλλόμενο βέβαια «ποιοτικό έλεγχο» των προωθούμενων απ’ αυτόν δενδρυλλίων.

 

Μετάλλιο Γεωργικής Αξίας

 

Έτσι, ο π. Μιχαήλ Καββαθάς γίνεται ευρύτερα γνωστός και παραδε­κτός. Αναγνωρίζεται ο ζήλος του και το αδιάπτωτο ενδιαφέρον του, για συ­νεχή προσπάθεια διάδοσης της καλλιέργειας της ομφαλοφόρου ποικιλίας πορτοκαλιάς. Αποκτά φήμη έμπειρου και έμπιστου φυτωριούχου. Μνημονεύεται σαν τοπικός ευεργέτης. Κάποια στιγμή διακόπτει τις φυτωριακές επιχειρήσεις του, αλλά δεν εγκαταλείπει το πολυσχιδές έργο που άρχισε. Συνεχίζει να διανέμει τα εναπομείναντα μπολιασμένα δενδρύλλια του φυτωρίου του. Συνεχίζει να παρα­κολουθεί τις φυτωριακές εργασίες των  διαδόχων του. Σ’ όλους αυτούς τους μαθητές του, φτιάχνει τα «τζάκια» (τα σπο­ρεία), τους μεταδίδει την τεχνική, και επεμβαίνει στην όποια αναγκαία μέριμνα – φροντίδα. Τους μαθαίνει πως να εμβολιάζουν στη νεραντζιά, σαν υπο­κείμενο, μπόλια από ομφαλοφόρες ποικιλίες. Συχνά τους επαναλαμβάνει ότι πρέπει να επαγρυπνούν, για την αδιάκοπη παρακολούθηση της πορείας των φυτωρίων. Γι’ αυτό oι γερον­τότεροι μιλάνε γι’ αυτόν. Η φήμη του και το ευεργετικό πέρασμά του από το Αργολικό διατηρούνται στη μνήμη των κατοίκων και άλλων χωριών, όπως στο Κοφίνι, στον Παναρίτη.

 

Επιλεγόμενα

 

Ο μακαριστός π. Μιχαήλ Καββαθάς αποτελεί μια συνέχεια, με συ­νέπεια, στο χώρο της στρατιάς των αγαθών κληρικών των οποίων η ποιμαντική δραστηριότητα προεκτείνεται και διακλαδίζεται και σε εξωεκκλησιαστικούς τομείς. Κατόρθωσε την διείσδυση σε χώρους «καλλιεργητικών αναδιαρθρώ­σεων». Φρόντισε να μεταδώσει σε αμαθείς – ημιμαθείς αγρότες της γενέτειράς του, πού ήταν ταυτόχρονα και ενορίτες του, όσες αγροτεχνικές δεξιοτε­χνίες απέκτησε, αφού, τελικά τους έπεισε να στραφούν προς την προσοδο­φόρο καλλιέργεια της ομφαλοφόρου ποικιλίας πορτοκαλιάς.

Έτσι, ο π. Μιχαήλ Καββαθάς αναδείχθηκε ευεργέτης της γενέτειράς του. Αποδείχθηκε πολύτιμος συνεργάτης της Γεωργικής Υπηρεσίας Αργολίδος, σε ό,τι αφορά στην προ­ώθηση της δενδροκομίας. Συνετέλεσε στην εξασφάλιση φυτωριακού υλικού, το οποίο σπάνιζε στην περιοχή, την εποχή εκείνη. Κατάφερε να κατευθύ­νει, κατά μεγάλο ποσοστό τους χωρικούς, όχι μόνο του Αργολικού, σε παραγωγικότερη, πλέον προσοδοφόρα καλλιέργεια, με αποτέλεσμα την οικονομική ανακούφισή τους.

Αυτή, η οικονομική ευχέρεια στην κάθε κοινότητα, αποτελεί υπόβαθρο του εν γένει βιοτικού επιπέδου. Επίσης, συνέβαλε, εμμέσως, θετικά στην εξάπλωση της Μελισσοκο­μίας, μια και οι φυτείες πορτοκαλιάς εξασφαλίζουν την συλλογή νέκταρος και γύρεως, πολύτιμα υλικά για την Μέλισσα. Επισημαίνουμε, τελειώνοντας, ότι η χειρονακτική – φυτοκομική ενασχό­ληση του μακαριστού Μιχαήλ Σπ. Καββαθά, ήταν μια σοβαρή κοινωνική λειτουργία για τον Άνθρωπο και την Ζωή, παράλληλα και με το σοβαρό και το κύριο Ιερατικό έργο του, που είχε επίκεντρο την θεία Λειτουργία. Έτσι, ο καλός ιερέας του Αργολικού υπηρέτησε πιστά και αποδοτικά στο Ναό του Θεού αλλά και στο ναό της Φύσεως.

 

Θεόδωρος Ι. Ψαριώτης

Γεωπόνος τ. καθηγητής της Χαροκοπείου

Ανωτάτης Σχολής Οικιακής Οικονομίας

 

Υποσημειώσεις


[1] Εκείνη την χρονική περίοδο άρχιζε η προσπάθεια Δενδροκομικής ανάπτυξης στα παράλια της Κορινθίας, στις ηριορεινές περιοχές Πηλίου, Φλώρινας και λίγο αργότερα στο τρίγωνο των πόλεων της Μακεδονίας: Βέροια, Νάουσα, Έδεσσα.

[2] Λάμπρος Χ. Οικονομίδης, Τα οπωροφόρα δένδρα της Ελλάδος, Εκδ. Υπουργείου Γεωργίας, Αθήναι 1950, σσ. 9.

[3] ΥΠΟΜΝΗΜΑ επίσημον της Α.Ε. του Κυβερνήτου της Ελλάδος, απευθυνθέν προς τους Αντιπροσώπους των τριών συμμαχικών δυνάμεων (εν Πόρω 30 Οκτωβρίου 1828).

[4] Με το υπ’ αριθμ. 809, από 30.7.1924, έγγραφο της Ιεράς Μητροπόλεως Αργο­λίδος διορίζεται, ως εφημέριος ο Μιχαήλ Σπ. Καββαθάς εις τον εν Αργολικώ Ιερόν Ναόν «Κοίμησις Θεοτόκου».

[5] Σύμφωνα με το Ατομικόν Δελτίον Ιερέως (Στατιστική Ιερών Ναών και Ιερού Κλήρου Μητροπόλεως Αργολίδος) και με Αριθμό Μητρώου 9.

[6] Σύμφωνα με το Δελτίον Απογραφής Κληρικών της Ιεράς Μητροπόλεως Αργο­λίδος (6 Νοεμβρίου 1947).

[7] Απολυτήριον Ελληνικού Σχολείου Αγίου Πέτρου Κυνουρίας.

[8] «… Κατά την Σχολικήν Περίοδον από 1ης Οκτωβρίου 1923 έως 31ης Μαρτίου 1924,… ίνα χειροτονηθεί Ιερεύς εν Ι. Ναοίς πόλεων ή χωρίων πληθυσμού ελάσσονος των τριών χιλιάδων κατοίκων».                     

[9] Με το υπ’ αριθμ. 2337 Πιστοποιητικόν (Εν Αθήναις τη 9 Ιουλίου 1924).

[10] Με αριθμ. Πρωτ. 596 και ημερομηνία εκδόσεως 29 Ιουλίου 1972.

[11] Στην Καλιφόρνια έχει κιόλας παρουσιαστεί σημαντική πρόοδος Φυτοτεχνολογίας, για την εκμετάλλευση των Εσπεριδοειδών.

[12] Προϊόν του προτύπου αγροκτήματος του μεγαλοκτηματία ΜΕΡΛΙΝ. Οι λαχανέμποροι λέγοντας Μέρλιν, εννοούντες τον παραγωγό, κατάληξαν να εννοούν και τα ομφαλοφόρου πορτοκαλιάς πορτοκάλια (Μέρλιν).

Πηγή


  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμος ΙV (2000), έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.

Read Full Post »

Διπλοβατάτζης Θωμάς (1468-1541) – Έλληνες διαπρέψαντες στη Δύση (15ος αιώνας)


 

 Έλληνας λόγιος από την Κωνσταντινούπολη (Νομομαθής – Ουμανιστής), γεννημένος στην Κέρκυρα, όπου είχε καταφύγει η οικογένειά του μετά την Άλωση. Ο πατέρας του, ο πρίγκιπας Γεώργιος Διπλοβατάτζης, από αρχοντική Βυζαντινή οικογένεια της Θράκης, πολέμησε στο πλευρό των Βασιλέων της Ισπανίας και σκοτώθηκε έξω από τα τείχη της Γρανάδας, πολεμώντας ως αρχηγός ιππικού ενάντια στους Μαυριτανούς. Ο Θωμάς Διπλοβατάτζης, με την προτροπή της μητέρας του Μαρίας Λασκάρεως, σπούδασε φιλοσοφία και νομικά στο πανεπιστήμιο του Σαλέρνο, στη Φεράρα και στην Πάντοβα. Το 1490 έγινε διδάκτωρ και διορίστηκε στην υπηρεσία του ηγεμόνα Ιωάννη Σφόρτσα, τοποτηρητής στο Δικαστήριο του Πέζαρο, ενώ το 1492 ανέλαβε καθήκοντα εισαγγελέα στο Πέζαρο. Παρέμεινε εκεί και μετά την πτώση των Σφόρτσα από τον Καίσαρα Βοργία. Στη συνέχεια, παραιτήθηκε το 1505 και εγκαταστάθηκε στη Ρώμη, κοντά στον πάπα Ιούλιο Β’. Δίδαξε νομικά στη Βενετία και κατόπιν επέστρεψε στο Πέζαρο, όπου έζησε ως το θάνατό του το 1541. Έχει πλούσιο συγγραφικό έργο, το οποίο τον κατατάσσει στους κορυφαίους μελετητές του Βυζαντινού και του ρωμαϊκού δικαίου. Τα σημαντικότερα έργα του είναι: «Περί των ενδόξων νομομαθών», που γράφτηκε στα λατινικά, «Η επιτομή των Βίων του Πλουτάρχου», «Ο Βίος Ιννοκεντίου Δ’»κ.ά.

 

Ο Θωμάς Διπλοβατάτζης, «Πατρίκιος Κωνσταντινοπολίτης», όπως ο ίδιος αποκαλούσε τον εαυτό του, αλλά και οι σύγχρονοί του διανοούμενοι, ιστορικοί και ουμανιστές, γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1468 όπου είχαν καταφύγει και διέμειναν από το 1457 έως το 1477 οι γονείς του. Πατέρας του ήταν ο πρίγκιπας Γεώρ­γιος Διπλοβατάτζης, από μεγάλη ομώνυμη οικογένεια της Θράκης, Μακεδονίας και Πελοποννήσου, «δεσπότης» της Λήμνου την οποία παρέδωσε στη Ρωμαϊκή Εκκλησία της Ρόδου το 1457, προκειμένου η νήσος αυτή να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων, αυτός δε «να ανακτήσει άλλους τόπους και άλλες υποθέσεις της Αγίας Σταυροφορίας» στη Δύση.

Οι βασιλείς της Ισπανίας Φερδινάνδο και Ισαβέλλα.

Η μητέρα του Μαρία Λασκάρεως ήταν αδελφή του γνωστού γραμματικού Κωνσταντίνου, ο οποίος ευρίσκετο ήδη στην Ιταλία κατά την άφιξη εκεί της οικογένειας της αδελφής του. Και ο μεν πατέρας Γ. Διπλοβατάτζης, απογοητευμένος από τη στάση της Παπικής Εκκλησίας όσον αφορά την τήρηση της γραπτής συμφωνίας του 1457 για «άλλους τόπους», κατέφυγε στους βασιλείς της Ισπανίας Φερδινάνδο και Ισαβέλλα και ως «σταυροφόρος» πλέον της άλλοτε Βυζαντινής Αυτοκρατορίας εφονεύθη μαχόμε­νος ηρωικώς ως αρχηγός ιππικού κατά των Μαυρι­τανών στη Γρανάδα το 1481. Η δε μητέρα του Μαρία απέσπασε το νεαρό Θωμά από το φιλολογικό προσανατολισμό που είχε οραματισθεί γι’ αυτόν ο θείος του Κωνσταντίνος και μεταναστεύοντας στα βόρεια της Ιταλίας, έδωσε στο γιο της την ευκαιρία να σπουδάσει νομικά στα πανεπιστήμια της Πάδοβας και της Φεράρας, όπου και αναγορεύθηκε διδάκτωρ του φε­ουδαρχικού «…και του άλλοτε (ρωμαϊκού) δικαί­ου…» το 1490.

Ο Θωμάς εισέρχεται στην υπηρεσία του Ιωάννη Σφόρτσα, ηγεμόνα του κρατιδίου του Πισαύρου (Πέζαρο), προστατευόμενος της αδελφής του τελευταίου Καμίλλης, το δε 1493 διορίσθηκε σύμβουλος, δωδέκατος τη τάξει επί συνόλου δεκατεσσά­ρων, του Ηγεμονικού Συμβουλίου. Με αφορμή Διάταγμα του Σφόρτσα για τη σύνθεση του Συμβουλίου και τη σχετική «πρωτοκαθεδρία» (praecendentia) των συμβούλων (νομικών, ιατρών και πιθανώς κληρικών), ο Θωμάς υποστήριξε ότι οι «δόκτορες» έπρεπε να προηγούνται των στρατιωτικών (ιπποτών, equestres) και να κάθονται πλησιέστερα στον ηγεμόνα.

Για να αποδείξει δε του λόγου το αληθές, τη βασιμότητα του ισχυρισμού του, άρχισε τη μελέτη και συγγραφή του κυριότερου έργου του Praestantia Doctorum (Περί της υπεροχής -ή προσφοράς-των δοκτόρων). Το έργο αυτό δεν ανευρέθη ολόκληρο, πλην όμως είναι γνωστό το περιεχόμενό του: η ύλη ήταν κατανεμημένη σε 12 βιβλία. Τα πρώτα 8 διελάμβαναν για τα Ιδρύματα (σχολές, πανεπιστήμια) τα οποία απένεμαν τα διδακτορικά διπλώματα, καθώς και για τις σχετικές διαδικασίες φοίτησης, σπουδών, επιστημονικούς κλάδους.

Διεσώθη το 9ο βιβλίο υπό μορφή αντιγράφου του απολεσθέντος πρωτοτύπου χειρογράφου, το οποίο είναι γνωστό ως Liber de Claris Juris Consultis (Βιβλίο ή Βίβλος των Ενδόξων -ή Επιφανών- Νο­μομαθών). Περιλαμβάνει τις βιογραφίες, κατά χρονολογική σειρά, περισσοτέρων από 600 νομοθετών, νομομαθών και νομοδιδασκάλων της προκλασικής Ελλάδας (Φορονεύς, Μίνως), τον Μωυσή και σχεδόν όλους τους νομοθέτες της κλασικής Ελλάδας και της Κάτω Ιταλίας, τους Ρωμαίους της κλασικής και μετακλασικής περιόδου, τους Βυζαντινούς της Ιουστινιανείου περιόδου και τέλος τους νομομαθείς διαφόρων «εθνοτήτων» της τότε Ευρώπης (Ιταλούς, Γάλλους, Ισπανούς, Άγγλους, Ελβετούς, Γερμανούς) έως το έτος 1511.

Το διασωθέν έργο -τεράστιο σε έκταση- Περί των Ενδόξων Νομομαθών, γραμμένο στη λατινική γλώσσα της εποχής και σε αυστηρή και ενίοτε άκομψη διατύπωση, έχει βέβαια φιλολογικές ελλείψεις και παρατυπίες. Το περιεχόμενο είναι επίσης διάσπαρτο με αλφαβητικά σύμβολα με αναφορές βιβλίων, με παραπομπές στην Ιουστινιάνειο Νομοθεσία (Corpus Juris Civilis), αλλά ακριβές, πρωτότυπο και εν πολλοίς αποκαλυπτικό, με μοναδικό πρωτογενές υλικό, το οποίο μόνο ο Θωμάς κατείχε στη μεγάλη βιβλιοθήκη του και το κατέγραψε.

Στις αρχές του 20ού αιώνα Γερμανοί κατ’ αρχάς και αργότερα Γάλλοι προστέθηκαν σε Ιταλούς επιστήμονες για μια πιο συστηματική μελέτη και έκδοση του χειρογράφου αφ’ ε­νός, και αφ’ ετέρου για την παρουσίαση ειδικής θεματολογίας και ερμηνευτικής των πηγών και των ποικίλων καταγραφών του θ. Διπλοβατάτζη.

Εξ αυτών, οι Γερμανοί Χέρμαν Καντόροβιτς (Hermann Kantorowich) και Φριτς Σουλτς (Fritz Schulz), ιστορικός και κοινωνιολόγος ο πρώτος, φιλόλογος ο δεύτερος, μελέτησαν μεθοδικά και κα­τά τρόπο υποδειγματικό το ήμισυ του Χειρογράφου (Βιογραφίες έως και την εποχή της Ιουστινιανείου Νομοθεσίας) το οποίο και εξέδωσαν στο Βερολίνο το 1919 με εκτενή Εισαγωγή, υπομνηματισμούς, διορθώσεις, προσθήκες και ερμηνευτικά σχόλια.

Μισό αιώνα αργότερα (1968), Ιταλοί ερευνητές δημοσίευσαν το υπόλοιπο κείμενο του Χειρογρά­φου του Liber de Claris Juris Consultis, το οποίο περιέχει περίπου 300 νομομαθείς των θεωρουμένων σκοτεινών χρόνων του Μεσαίωνα (7ος-16ος αι.). Δυστυχώς δεν συμπεριλαμβάνονται στο κείμενο του Θ. Διπλοβατάτζη βυζαντινοί νομοθέτες και νομομαθείς της περιόδου αυτής, άλλοι από τον Ιουστινιανό, μολονότι ο Διπλοβατάτζης γνώριζε ελληνικά και παρακολουθούσε τη νομική κίνηση του Βυ­ζαντίου και τα γνωστά μεγάλα νομοθετήματα, όπως τα Βασιλικά των Μακεδόνων.

Η έκδοση αυτή του 1968 προτάσσει μεταφρασμένη στην ιταλική γλώσσα την Εισαγωγή της προηγούμενης έκδοσης (1919), ακολουθώντας κατά τα άλλα τη μέθοδο μελέτης των δυο Γερμανών. Το κείμενο της ιταλικής έκδοσης παρουσιάζει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, διότι οι βιογραφίες του Θ. Διπλοβατάτζη αποτελούν αποκλειστική πηγή τόσο για τη γνωριμία με εκατοντάδες Ευρωπαίους νομομαθείς και ταυτοχρόνως κλειδί για την πληρέστερη και καλύτερη κατανόηση των ιστορικών, φιλολογικών και κοινωνικών πλαισίων γένεσης της σύγχρονης ευρωπαϊκής νομικής επιστήμης ως κοινού πολυεθνικού φιλολογικού προϊόντος, στις απαρχές της αναγεννησιακής εποχής.

Μεταξύ των δυο αυτών χρονολογικών οροσήμων για την ολοκλήρωση της κριτικής έκδοσης του Liber de Claris Juris Consultis, πληθώρα επί μέ­ρους ερευνών και μελετών για τον Θ. Διπλοβατάτζη, το πολυσχιδές έργο του και τη σημασία της προσφοράς του έως την εποχή μας, έκαναν την εμ­φάνισή τους στην Ιταλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και στην Ελλάδα.

Στην κατηγορία των ερευνών αυτής της ενδιαμέσου περιόδου εντάσσονται και οι αρχειακές έρευνες και οι μελέτες του γράφοντος αυτό το σημείωμα, οι οποίες έγιναν αρχικώς στη Γαλλία και την Ιταλία στις αρχές του 1960 και στην Ελλάδα αργότερα, περίοδο κατά την οποία δεν είχε ακόμη εκδοθεί το έτερο ήμισυ των βιογραφιών του Liber De Claris Juris Consultis. Η αρχική αρχειακή μου έρευνα, που υπεβλήθη το 1965 στη Νομική Σχολή Παρισιού ως διατριβή Ιστορίας και Κοινωνιολογίας των Δικαίων, συμπλήρωσε κενά της γαλλικής βιβλιογραφίας και διαφώτισε πολλά σημεία αμφισβητούμενα ή ανεπαρκώς ή κακώς ερμηνευόμενα, με τεκμηρίωση βασιζόμενη σε ελληνικά κείμενα και επιχειρήματα.

Εν συμπεράσματι, οι αμφισβητήσεις και αρνητικές παρατηρήσεις Ευρωπαίων μελετητών για τη ζωή και το έργο αυτό του Θ. Διπλοβατάτζη είναι πολύ περιορισμένες σε αριθμό και σημασία και αντικρούονται ευχερώς. Αν αναφέρουμε τον ανυπόστατο ισχυρισμό Ιταλού ιστορικού και πολιτικού του τέλους του 19ου περί δήθεν και σλαβικής καταγω­γής του Θ. Διπλοβατάτζη, προσκομίζουμε γραπτά και επίσημα έγγραφα των 15ου και 16ου αιώνων, του ίδιου και της οικογένειάς του, επιστολή του επίσης στο Συμβούλιο της Βενετίας, στο οποίο αφιέρωσε και προσέφερε το έργο του για τα Προνόμια της Βενετίας, τα οποία αποδεικνύουν την ελληνική του καταγωγή και συνείδηση.

Το δεύτερο έργο του Θωμά Διπλοβατάτζη «Βίβλος των ενδόξων νομομαθών», 1511.

Το μέγεθος της γενικής αυτής αναγνώρισης συνοψίζεται και εκφράζεται με την ομόφωνη, ταυτόσημη και επιγραμματική διατύπωση Ιταλών, Γερ­μανών και Γάλλων νομικών, ιστορικών, φιλολόγων και κοινωνιολόγων, σύμφωνα με τους οποίους ο Θωμάς Διπλοβατάτζης ήταν «Ιδρυτής της Φιλολογικής Ιστορίας του Δικαίου» (Fondatore de la Storia Letteraria del Diritto) και «Πρόδρομος της Ιστο­ρικής Σχολής του Δικαίου» (Precursore de la Scuola Eritica del Diritto), (19ος αι.) της οποίας κύριος εκπρόσωπος ήταν ο Γερμανός Κάρολος φ. Σαβινί. Ο τελευταίος αυτός είχε επιπολαίως εκφράσει επιφυλάξεις για την αξία και τη χρησιμότητα του έργου του Θ. Διπλοβατάτζη, το οποίο, πα­ρά ταύτα, συνεβουλεύθη και χρησιμοποίησε σε μεγάλη έκταση για τη συγγραφή του τρίτομου έργου του για το Ρωμαϊκό Δίκαιο κατά τον Μεσαίωνα.

Η μετέπειτα έκδοση ολόκληρου του χειρογράφου του Liber de Claris Juris Consultis διέψευσε αρκούντως την άποψή του και απέδειξε ακριβώς το αντίθετο του ισχυρισμού του. Η αξιολόγηση του νομικού έργου του Θωμά Δι­πλοβατάτζη, τόσο με κριτήρια της εποχής του όσο και με a posteriori και σημερινές προσεγγίσεις, οδηγεί σε πολλά συμπεράσματα.

Κατ’ αρχάς ο Θ. Διπλοβατάτζης, λόγω της κλασικής ελληνικής του παιδείας (γλώσσα, ευρύ πεδίο πρόσβασης στην κλασική, μετακλασική και βυζα­ντινή γραμματεία), πέρα από την επίκτητη ρωμαϊκή και ιταλική, ήταν σε πλεονεκτική θέση σε σύγκριση με σύγχρονούς του αλλά και μετά αυτόν ιστορικούς του δικαίου, για να προβεί σε μια ολική, διαχρονική και διεθνοτική εποπτεία της γένεσης και εξέλιξης της ζωής και του έργου των νομομαθών.

Η ενοραματική αυτή αντίληψη για συγκρίσιμες παρα­μέτρους παραγωγής, διάδοσης, διάπλασης και βίω­σης ενός από τα κυριότερα πολιτιστικά αγαθά του αρ­χαίου, μεσαιωνικού και αναγεννησιακού κόσμου, ό­πως το Δίκαιο, ήταν και παρέμεινε μοναδική για την εποχή του και αξεπέραστη για τους αιώνες που ακολούθησαν. Τούτο αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι η αναγνώριση και μελέτη από μεγάλους Ευρωπαίους νομικούς, όπως ο Γερμανός Μίταϊς (Mitteis), και άλλων εθνικών δικαίων (εκτός του Ρωμαϊκού), όπως το αρχαίο ελληνικό, άρχισαν από το τέλος του 19ου αι. και μετέπειτα.

Προηγήθηκε συνεπώς ο Θ. Διπλοβατάτζης όσον αφορά και την ιδέα της παγκοσμιότητας του δικαίου, αλλά και την ουσιαστική απόδειξή της με τη συλλογή και δημοσίευση των πηγών και των δεδομένων του δικαίου των προηγειθησών δυο χιλιετιών, ντοκουμέντα που ήσαν εν πολλοίς, μόνο τότε, διαθέσιμα και προσιτά. Δυστυχώς αυτή η ευρύτητα σύλληψης και πραγμάτωσης της πρωτοποριακής για την εποχή της διπλοβατάτζειας αντίληψης και προσέγγισης του δικαϊκού πολιτισμού, δεν είχε ούτε συνέχεια ούτε αναπαραγωγή και άμεση επίπτωση έκτοτε στο θετό δίκαιο, για σχεδόν τριακόσια χρόνια. Η Δυτική Ευρώπη της Αναγέννησης, των επαναστατικών διαδικασιών του 18ου αι., καθώς και της διαμόρφωσης των εθνικών κρατών το 19ο αι. στηρίχθηκε, όσον αφορά το ιδιωτικό βέβαια δίκαιο, αποκλειστικά στο Ρωμαϊκό Δίκαιο και στα κατά έθνη και κατά τόπους έθιμα και θέσμια (Στατούτα, Κανονισμούς).

Το δεύτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα του Liber de Claris Juris Consultis είναι η πρωτότυπη επιλογή της μορφής και του περιεχομένου του έργου. Ο Θ. Διπλοβατάτζης δεν ασχολήθηκε με τους θεσμούς του ουσιαστικού δικαίου (οικογενειακό, κλη­ρονομικό, συναλλακτικό), αλλά υπεισήλθε στη βάση της ανθρωπογένεσης και της διαμόρφωσης του δικαίου, με τις προσωπικότητες που παρήγαγαν τους κανόνες δικαίου, αλλά και με τα υφιστάμενα κοινωνικοπολιτικά πλαίσια της εποχής τους. Με την επιλογή αυτή κατόρθωσε να εισχωρήσει στις ρίζες και στις υποκείμενες συνθήκες διαμόρφωσης της πλούσιας ετερότητας, αλλά και της εσωτερικής ενότητας της επικρατούσας διαχρονικής έννομης συμβίωσης των ανθρώπων. Επιπλέον, για την πραγμάτωση αυτής της μεθό­δου του, προτάσσει τα πρόσωπα, δηλαδή τους νομο­θέτες και επιστήμονες, από τη ζωή και δράση των ο­ποίων παράγεται και εξαρτάται το γραπτό δίκαιο.

To έργο του Annibale Degli Abbati Olivieri, η πρώτη συστηματική παρουσίαση της ζωής και του έργου του Θωμά Διπλοβατάτζη, Πέζαρο, 1771.

Περαιτέρω, ο Θ. Διπλοβατάτζης δεν περιορίζεται σε μια μονότονη παράθεση βιογραφικών και κοινωνικών πληροφοριών, ξεκομμένων των μεν από τις δε. Ακολουθεί μια διπλή μέθοδο καταγραφής. Για κάθε βιογραφούμενο παραθέτει, σύμφωνα με λογική σειρά, το όνομα, την καταγωγή, την εθνό­τητα, την κοινωνική και άλλη προέλευση, την παι­δεία του, τη χρονολογία, τις γνώμες συγχρόνων και μεταγενεστέρων. Αναγράφει δε λεπτομέρειες τίτλων των κειμένων και δηλώνει αν έχει λάβει γνώση ο ίδιος των αναφερομένων κειμένων ή αν έχει έμμεση γνώση γι’ αυτά και από ποία πηγή. Ακο­λούθως, προβαίνει σε αξιολόγηση της προσωπικό­τητας και του έργου κάθε βιογραφούμενου. Περατώνει δε πάντα, κάνοντας μνεία του χρόνου θανά­του των πρωταγωνιστών του έργου του. Και, τέλος, ε­πικαλείται και διανθίζει τα κείμενά του, κατά περί­πτωση, και ιδιαίτερα εκείνα της μεσαιωνικής πε­ριόδου, με ποικίλες αναφορές και παράθεση φιλο­λογικών, εκτός των νομικών, πηγών με στίχους και με αποφθέγματα γνωστών φιλολόγων και ποιητών (Πετράρχης, Δάντης), καθώς και φιλοσόφων, ιστο­ρικών και ιστοριογράφων όλων των εποχών.

Από μια άλλη άποψη, κάνει κατά περίπτωση συσχετισμό του έργου των βιογραφουμένων και ανιχνεύει τις επιδράσεις που δέχθηκαν ορισμένοι από προηγουμένους τους ή και από συγχρόνους τους, φέρνοντας στην επιφάνεια τους εσωτερικούς μηχανισμούς σύγκλισης-απόκλισης λύσεων και απόψεων πάνω σε βασικά νομικά προβλήματα, δια μέσου της διάχυσης της νομικής διδασκαλίας ή της αποδοχής των νομικών κειμένων. Διαφαίνεται έτσι η επίδραση που άσκησαν οι Έλληνες νομοθέτες της κλασι­κής περιόδου στους Ρωμαίους νομοδιδασκάλους, για ορισμένους δε από αυτούς κάνει αξιολογήσεις, αποδίδοντάς τους χαρακτηρισμούς στην ελληνική γλώσσα, όπως «σοφός».

Το μεγάλο πλεονέκτημα, συνεπώς, του έργου του Διπλοβατάτζη, έστω και αν αυτό δεν είχε άμεση επίπτωση και επίδραση στη σύγχρονή του και ύστερη διαμόρφωση και εφαρμογή του παντοδύναμου Ρωμαϊκού Δικαίου, έγκειται στις εξής τρεις πρωτότυπες προσφορές του:

Ήταν ο πρώτος νομομαθής της εποχής του ο οποίος έκανε υπέρβαση της θεώρησης, μελέτης και εφαρμογής του δικαίου με τη μέθοδο των αποσπασματικών σχολίων των πηγών του Ρωμαϊκού Δι­καίου, κλείνοντας έτσι τη «Σχολή» και την εποχή των Σχολιαστών γλωσσογράφων (glossatores) και εγκαινιάζοντας τη «Σχολή» της Συστηματικής Μελέτης (postglossatores).

Ήταν επίσης και παρέμεινε ο μοναδικός ερευνητής-μελετητής του δικαίου με τη βοήθεια συγκριτικών φιλολογικών και ιστορικών κειμένων, καθώς και πρωτογενών βιωματικών δεδομένων, εντάσσοντας έτσι το θεματικό κύκλο του νομικού βίου στον ευρύτερο και συνολικό πολιτιστικό, ανθρωπιστικό (ουμανιστικό) και κοινωνιολογικό, όντας ο πρώτος νομικός – ανθρωπιστής – φιλόλογος και ο πρώτος κοινωνιογράφος – κοινωνιολόγος του δικαίου.

Η ολιστική θεώρηση δικαίου και νομικών προ­σωπικοτήτων διαφορετικών λαών, εποχών και συν­θηκών υπό τη μορφή του βιογραφικού λόγου και της προσωποποίησης και επώνυμης ταυτοποίησης της κριτικής μελέτης, γένεσης και εξέλιξης των δι­καίων, με τελική σύγκλιση τους προς το κυριαρ­χούν (πριν, στην εποχή του και στη συνέχεια μέχρι σήμερα) Ρωμαϊκό και Βυζαντινό Δίκαιο, του προσ­δίδει και μια τρίτη ιδιότητα – εκτός εκείνων του ιδρυτού της Φιλολογικής Ιστορίας του Δικαίου και του προδρόμου της Ιστορικής Σχολής του Δικαίου: εκείνη του πρωτεργάτη της έκτοτε διαμόρφωσης της ευρωπαϊκής νομικής επιστήμης, ως πρωταρχικού συστατικού και συνεκτικού στοιχείου της Αναγέννησης της υπεροχής της επιστήμης απέναντι στις φεουδαρχικές αξίες και του πολύπλευρου σημερινού «ευρωπαϊκού κεκτημένου».

 

Διονύσης Μαυρόγιαννης

Καθηγητής Κοινωνιολογίας,

πρ. πρύτανης  του ΔΠΘ

 

Βιβλιογραφία


 

  • Diplovatatius Thomas, Exterpa Codicis Diplovatacii, Lugduni 1769.
  • Olivieri M.H. degli Abati, Memorie di Tommaso Diplovatazio, Πέζαρο 1771.
  • Μουστοξύδης Α., Θωμάς Διπλοβατάτζης, Ελληνομνήμων, τόμος Α’, σελ. 96-114,1845.
  •  Σάθας Κ., Νεοελληνική Φιλολογία (1453-1821), 1868 Besta Enrico, Tommaso Diplovataccio e l’  opera sua, Nuovo Archivio Veneto, t. 6 (1906).
  • Kantorowich Η. και Schulz Fr., Thomae Diplovatatii: De claris juris consultis, Pars Prior, 1919.
  • Kantorowich H., «Thomae Diplovatatiia»,Breslau1931 (άρθρο).
  • Πετρόπουλος Γεώργιος, Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου, 1949 και β’ έκδοση 1963, σελ. 343.
  • Mavrogiannis D., Le jurisconsulte Grec Thomas Diplovatatzis:  Introduction documéntaire à sa vie et à son oeuvre (διατριβή), Παρίσι 1966, 150 σελ.
  • Rabotti G., Thomae Diplovatatti: Liber de claris juris consultis, Pars Posterior, 1968.
  • Πανταζόπουλος Νικόλαος, Οι Έλληνες της Διασποράς και το Ρωμαϊκόν Δίκαιον (1453-1821), Αντιχάρισμα, Επετηρίδα ΑΠΘ, 1986, σελ. 610-611.
  • Μαυρόγιαννης Διον., Αρχειακές έρευνες για τη ζωή και το έργο της ιστορικής κοινωνιογραφίας της ευρωπαϊκής νομικής επιστήμης του Θωμά Διπλοβατάτζη (1468-1541), Αθήνα 1981, 116 σελ., του ιδίου, Θωμάς Διπλοβατάτζης, Patrizio Constantinopolitano e Pesarese. Γενεαλογικές αναφορές, ομιλία στην Εραλδική και Γενεαλογική Εταιρεία, 1999, του ιδίου, «Ο νομομαθής και ανθρωπιστής Θωμάς Διπλοβατάτζης (1468-1541)», Ανάτυπο του Περιοδικού του Φ.Σ. Παρνασσός, τ. MB’ (2000), 16 σελ.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Έλληνες διαπρέψαντες στη Δύση (15ος αιώνας)», τεύχος 221, 29 Ιανουαρίου 2004.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Έτος ένα – Η καθημερινή ζωή στη Ρώμη και στον κόσμο


 

 

Αύγουστος

Κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Αυγούστου (27 π.Χ. – 14 μ.Χ.) η καθημερινή ζωή στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία χαρακτηριζόταν από πολυμορφία. Είναι αξιοσημείωτο ότι η ρωμαϊκή κατάκτηση δεν έθιξε τα ήδη και τις συνήθειες των κατοίκων των επαρχιών που προσάρτησε, κυρίως για πολιτικούς λόγους. Μάλιστα, οι επιρροές από το ρωμαϊκό τρόπο ζωής ανιχνεύονται δύσκολα αυτήν την περίοδο στις ανατολικές επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπως στην Ελλάδα, τη Μ. Ασία, αλλά ακόμη και την Αίγυπτο όπου το ελληνικό στοιχείο παρέμεινε ισχυρό. Οι ελληνικοί πληθυσμοί συνέχισαν τον τρόπο ζωής τους, διατήρησαν το ημερολόγιό τους, το οποίο ήταν διαφορετικό από το ρωμαϊκό, τη θρησκεία τους και τον τρόπο εκπαίδευσής τους. Οι Ρωμαίοι που είχαν εγκατασταθεί στις ανατολικές επαρχίες ακολουθούσαν τις δικές τους καθημερινές συνήθειες, σύμφωνα με τις παραδόσεις τους και η ζωή τους δεν διέφερε από εκείνη των ανθρώπων που ζούσαν στη Ρώμη. Ο Αύγουστος παρουσιαζόταν ως προασπιστής της ειρήνης, πρόσφερε «άρτο και θεάματα» σε όλους τους υπηκόους της αυτοκρατορίας και αξίωνε συμμετοχή στις αυτοκρατορικές γιορτές και απόδοση τιμών στο πρόσωπό του.

 

Ο ρόλος του άντρα

 

Ο άντρας είχε ηγετικό ρόλο στη ρωμαϊκή κοινωνία της εποχής του Αυγούστου. Ανάλογα με την κοινωνική του θέση, είχε τη δυνατότητα να εκλεγεί στα δημόσια αξιώματα. Ήταν επίσης ο αρχηγός του οί­κου, ο οποίος αποφάσιζε αμέσως μετά τη γέννηση του παιδιού του εάν θα το αναγνώριζε ή θα προχωρούσε στην έκθεση του νεογέννητου έξω από το σπίτι ή σε έναν δημόσιο χώρο. Εάν επέλεγε να το αναθρέψει, είχε αυτομάτως απέναντί του νομική εξουσία μέχρι το θάνατό του, γεγονός που είχε προκαλέσει μεγάλη εντύπωση στους ελληνικούς πληθυσμούς των ρωμαϊκών επαρχιών. Αν και η πατρική εξουσία (patria potestas) ήταν πιο χαλαρή από την παλαιότερη εποχή της Δημοκρατίας, ο πατέρας συνέχιζε να καθορίζει τις τύχες των υπόλοιπων μελών, κυρίως των παιδιών του, πάνω στα οποία μάλιστα είχε δικαίωμα ζωής και θανάτου.

Στην εποχή του Αυγούστου χρονολογούνται τα τελευταία παραδείγματα πατεράδων που οδήγησαν τους γιους τους στη θανατική καταδίκη, ενέργεια που ξεσήκωσε την έντονη αντίδραση της κοινής γνώμης. Η συγκατάθεση του πατέρα ήταν αναγκαία προϋπόθεση για το γάμο των παιδιών του και αν ο ίδιος το αποφάσιζε μπορούσε επίσης να τον διαλύσει. Στα χέρια του, επιπλέον, περιερχόταν όλη η οικογενειακή περιουσία την οποία είχε τη δυνατότητα να διαθέσει όπως εκείνος επιθυμούσε μετά το θάνατό του και ακόμη να αποκληρώσει τα παιδιά του με ρητή αναφορά στη διαθήκη του. Στον πατέρα ανήκαν επίσης και τα χρήματα που κέρδιζε κάθε εργαζόμενος γιος, ο οποίος ενηλικιωνόταν επίσημα και αποκτούσε την ανεξαρτησία του μόνο μετά το θάνατο του πατέρα του. Σε αυτήν την περίπτωση, οι κόρες, αν δεν είχαν παντρευτεί ή αν είχαν χωρίσει, ήταν πια ελεύθερες να παντρευτούν όποιον ήθελαν. Ακόμη και η σύζυγος, η οποία νομικά μπορούσε να μη βρίσκεται κάτω από την κηδεμονία του άντρα της την εποχή του Αυγούστου, δεν εξαιρούνταν από την κυριαρχία του. Γίνεται λοιπόν φανερό ότι ο πατέρας ασκούσε μεγάλη καταπίεση σε όλα τα μέλη της οικογένειας.

 

Η θέση της γυναίκας

 

Την εποχή του Αυγούστου, η γυναίκα περνούσε τον περισσότερο χρόνο της μέσα στο σπίτι, αφού στη ρωμαϊκή κοινωνία, όπως και στην ελληνική, αυτή είχε τη φροντίδα του. Οι γυναίκες των οικονομικά ασθενέστερων στρωμάτων ασχολούνταν με τις οικιακές εργασίες, τουλάχιστον μέχρι το απόγευμα, που θα έφευγαν για τα δημόσια λουτρά. Η δράση τους όμως εκτεινόταν και σε δημόσιους χώρους, όπως η αγορά.

Πορτραίτο νέας γυναίκας – Πομπηία

Αντίθετα, οι εύπορες ήταν απαλλαγμένες από τη φροντίδα του σπιτιού, καθώς είχαν στην υπηρεσία τους πολυάριθμους δούλους. Έτσι, είχαν το χρόνο να επισκεφθούν τις φίλες τους ή να πάνε περίπατο, ενώ το βράδυ συνόδευαν συχνά τους συζύγους τους σε κοινωνικές εκδηλώσεις (π.χ. συμπόσια), όπου αυτοί ήταν προσκεκλημένοι. Τέλος, οι γυναίκες όλων των κοινωνικών τάξεων είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθούν τις θεατρικές παραστάσεις, τις ιπποδρομίες και τα θεάματα του αμφιθεάτρου. Επίσης, προσέρχονταν στα ιερά, για να συμμετάσχουν στις θρησκευτικές τελετουργίες. Η γυναίκα αυτής της εποχής αποκτούσε τη στοιχειώδη μόρφωση πηγαίνοντας στο σχολείο. Μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις ο πατέρας προσλάμβανε για την κόρη του κάποιον ιδιωτικό δάσκαλο μετά το τέλος της βασικής της εκπαίδευσης. Τέλος, για τις γυναίκες των καλών οικογενειών, η μόρφωση συμπληρωνόταν και ολοκληρωνόταν από το σύζυγό τους. Οι αρετές μιας γυναίκας – συζύγου ήταν η ταπεινοφροσύνη, το ήθος, η πίστη, η εργατικότητα και η εντιμότητα. Μόλις 12 ετών η γυναίκα βρισκόταν σε ηλικία γάμου και στα δεκατέσσερά της θεωρούνταν ενήλικη. Ο ρόλος της στο γάμο ήταν να εξυπηρετεί τις ανάγκες του συζύγου, καταπιέζοντας συχνά τον εαυτό της, και να υποτάσσεται στη θέλησή του.

Την εποχή του Αυγούστου η γυναίκα απέκτησε, νομικά, μεγαλύτερη ανεξαρτησία στη διαχείριση της περιουσίας της λόγω χαλάρωσης της κηδεμονίας της από το σύζυγο ή τον πατέρα της. Αξιοσημείωτη είναι η εξ ολοκλήρου απαλλαγή της, εάν γινόταν μητέρα τριών παιδιών. Οι γυναίκες του αυτοκρατορικού κύκλου παρουσιάζονταν ως πρότυπα για τις υπόλοιπες Ρωμαίες της αυτοκρατορίας, αν και πολλές φορές επωφελήθηκαν από τη θέση τους, ώστε να αποκτήσουν έναν βαθμό αυτονομίας και αυτενέργειας, με αποτέλεσμα να επηρεάσουν ή ακόμη και να αντιταχθούν στην κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής, όπως συνέβη με την κόρη του Αυγούστου, την Ιουλία. Επίσης, σύμφωνα με μαρτυρίες, η Λιβία, σύζυγος του Αυγούστου, κανόνιζε συναντήσεις με τους πρέσβεις ή απεσταλμένους όταν ο Αύγουστος ήταν απασχολημένος. Ο ίδιος πάντως υπολόγιζε τη γνώμη της, όπως φαίνεται από το ότι κρατούσε σημειώσεις με τις συμβουλές της και στη συνέχεια τις μελετούσε.

 

Ο γάμος

 

Ο γάμος ήταν μια ιδιωτική πράξη, η οποία δεν απαιτούσε την επίσημη άδεια καμιάς δημόσιας αρχής. Επίσης, κανένα έγγραφο δεν ήταν αναγκαίο, α­φού δεν υπήρχε κανενός τύπου συμβόλαιο, εκτός α­πό εκείνο που σχετιζόταν με την προίκα της νύφης. Οι Ρωμαίοι παντρεύονταν για τα χρήματα, καθώς η προίκα ήταν ο νόμιμος τρόπος για να πλουτίσουν, αλλά και για την απόκτηση παιδιών, τα οποία ως νόμιμοι κληρονόμοι αποκτούσαν το όνομα του πατέρα τους και την περιουσία και συνέχιζαν τις τάξεις των πολιτών. Έτσι, κατά τη διάρκεια του 1ου αιώνα π.Χ., ο γάμος αντιμετωπιζόταν από τον άντρα ως μέσο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του σαν πολίτης. Ο Αύγουστος, με ειδικά διατάγματα σχετικά με τη μοιχεία και το γάμο, προσπάθησε να προστατεύσει και να προωθήσει το θεσμό, κυρίως στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα.

Βασική του επίσης μέριμνα ήταν να ενθαρρύνει την τεκνοποίηση στην κυβερνούσα τάξη της Ρώμης και να αποθαρρύνει τους γάμους μεταξύ ανθρώπων διαφορετικών τάξεων, προκειμένου να διατηρήσει την ομοιογένεια της ανώτερης τάξης. Ο γάμος ήταν συνήθως προαποφασισμένος από τους γονείς και ανεξάρτητος από τη θέληση των μελλόνυμφων, αφού η αγάπη δεν αποτελούσε τη βάση του θεσμού, αλλά μπορούσε να αναπτυχθεί με το πέρασμα του χρόνου.

Στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, ο γάμος εξυπηρετούσε πολιτικές ή οικονομικές σκοπιμότητες, αλλά η ιδεολογία του απαιτούσε την ανάπτυξη του αμοιβαίου σεβασμού, της τρυφερότητας και της πίστης. Περισσότεροι από ένας γάμοι ήταν συνηθισμένο φαινόμενο σε αυτές τις τάξεις. Η υιοθεσία ήταν μια πρακτική πολύ διαδεδομένη στη ρωμαϊκή κοινωνία. Μέσω αυτής μια οικογένεια εξασφάλιζε τη συνέχεια του ονόματος της, επέλεγε τους κληρονόμους της, αλλά συγχρόνως αποκτούσε και ο άτεκνος άντρας την ιδιότητα του pater fami­lias, που ήταν απαραίτητη από το νόμο για τους υποψηφίους των δημοσίων αξιωμάτων. Τέλος, το διαζύγιο ήταν μια απλή διαδικασία: αρκούσε η εγκατάλειψη του σπιτιού από τον ένα σύζυγο με την πρόθεση του χωρισμού. Η γυναίκα, ανεξάρτητα με το αν έπαιρνε ή όχι την πρωτοβουλία του διαζυγίου, έπρεπε να αφήσει μέρος της προίκας της στο σύζυγό της. Τα παιδιά παρέμεναν με τον πατέρα.

 

Η οικογένεια

 

Η οικογένεια αποτελούσε τη βασική κοινωνική μονάδα στη ρωμαϊκή κοινωνία, αφού μέσω αυτής μεταφέρονταν στα μέλη της ο πλούτος και η κοινωνική τους θέση. Έτσι, το μοντέλο της οικογένειας προβλήθηκε πολύ από τον Αύγουστο για λόγους πολιτικο-κοινωνικής προπαγάνδας, ξεκινώντας από την ίδια την αυτοκρατορική οικογένεια, η οποία παρουσιαζόταν να λειτουργεί ομαλά κάτω από έναν αξιοπρεπή και προστατευτικό πατέρα και μια αφοσιωμένη σύζυγο. Μια τέτοια οικογένεια μόνο είχε τη δυνατότητα να εξασφαλίσει την ειρήνη και την ευτυχία των Ρωμαίων, των παιδιών της.

 

Τοιχογραφία σπιτιού στην Πομπηία

 

Το μοντέλο αυτό προωθήθηκε και διαδόθηκε σε ολόκληρη την αυτοκρατορία μέσω των αναπαραστάσεων της οικογένειας του Αυγούστου σε έργα τέχνης, νομίσματα και βωμούς, καθώς και μέσω της μνημόνευσής της σε επιγραφές οικοδομημάτων, αλλά και σε τελετές. Δημόσια εικόνα και πολιτικό πρόγραμμα ήταν συνειδητά συνυφασμένα και η γυναίκα έπαιζε ρόλο και στα δύο. Η γυναίκα και τα παιδιά του αυτοκράτορα ήταν σύμβολα νομιμότητας και το εχέγγυο ενός ειρηνικού μέλλοντος. Στην πραγματικότητα, βέβαια, η οικογένεια του Αυγούστου δεν χαρακτηριζόταν από την αρμονικότητα την οποία προέβαλε στους υπηκόους. Η κόρη του, Ιουλία, ήταν γνωστή για τα ερωτικά της σκάνδαλα. Αλλά και ο ίδιος ο Αύγουστος δεν αποτελούσε παραδειγματικό οικογενειάρχη, αφού η αδυναμία του στις εξωσυζυγικές σχέσεις είχε οδηγήσει τη σύζυ­γό του, Λιβία, να του εξασφαλίζει ερωμένες ακόμη και όταν αυτός βρισκόταν πια σε μεγάλη ηλικία!

 

Τα παιδιά

 

Μετά τη γέννησή του, το βρέφος παραδιδόταν σε μια παραμάνα που ήταν δούλη. Αυτή ήταν υπεύθυνη για την ανατροφή του, σε συνεργασία με έναν παιδαγωγό (τροφός) που αναλάμβανε την εκπαίδευση του παιδιού μέχρι την εφηβεία. Ο παιδαγωγός του μάθαινε να μιλάει και αργότερα να διαβάζει. Μάλιστα, στους αριστοκρατικούς κύκλους προσλαμβάνονταν Έλληνες παιδαγωγοί, ώστε το παιδί να διδαχθεί από νωρίς ελληνικά, τη γλώσσα του πολιτισμού. Το σχολείο αποτελούσε έναν αναγνωρισμένο θεσμό. Σημαντικός αριθμός παιδιών πήγαινε στο σχολείο μέχρι την ηλικία των δώδεκα ετών. Αγόρια και κορίτσια παρακολουθούσαν μαζί τα μαθήματα, σε μικτά δηλαδή σχολεία, που γίνονταν το πρωί. Εκεί διδάσκονταν τους κλασικούς συγγραφείς και τη μυθολογία. Μετά τα δώδεκα και μέχρι τα δεκαοχτώ, ανώτερη εκπαίδευση αποκτούσαν μόνο τα αγόρια και μάλιστα των εύπορων οικογενειών. Τότε διδάσκονταν τη ρητορική, καθώς η ευφράδεια στο βήμα έπαιζε σημαντικό ρόλο στο ρωμαϊκό κόσμο.

Στις ελληνικές επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η στοιχειώδης εκπαίδευση των παιδιών συνεχιζόταν μέχρι την ηλικία των δεκαέξι ετών και το σχολείο εξακολουθούσε να αποτελεί χώρο προετοιμασίας για τη δημόσια ζωή, με τα μαθήματα να γίνονται στην παλαίστρα και στο γυμνάσιο και την έμφαση στην άθληση του σώματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο χαρακτήρας της ρωμαϊκής εκπαίδευσης ήταν πολύ διαφορετικός, αφού δεν είχε στόχο τη διάπλαση του χαρακτήρα του παιδιού και την ένταξή του στην κοινωνία. Εφοδίαζε το νέο με βασικές γνώσεις, ενώ οι σπουδές στη ρητορική του προσέδιδαν γόητρο. Τα κορίτσια εγκατέλειπαν το σπίτι τους όταν παντρεύονταν, ενώ τα αγόρια, των οποίων η ηλικία γάμου ήταν γύρω στα 30, απομακρύνονταν από το πατρικό τους σπίτι είτε για να υπηρετήσουν τη θητεία τους στο στρατό είτε για να διαχειριστούν μέρος της πατρικής περιουσίας που βρισκόταν σε άλλη περιοχή.

 

Εργασίες και επαγγέλματα

 

Το επάγγελμα που ακολουθούσαν οι Ρωμαίοι καθοριζόταν κατά κανόνα από την κοινωνική τάξη στην  οποία ανήκαν. Έτσι η εργασία για βιοπορισμό ήταν ασυμβίβαστη με την κοινωνική θέση των Ρωμαίων αριστοκρατών. Η ενασχόληση με τη γεωργία, όμως, ήταν αποδεκτή ακόμη και για τους συγκλητικούς. Οι Ρωμαίοι των ανώτερων κοινωνικών στρω­μάτων έκαναν καριέρα κυρίως στο στρατό και στην κυβέρνηση, όπου κατείχαν τα α­ξιώματα του ταμία, του αγορανόμου, του δημάρχου, του πραίτορα κατ του υπάτου. Η θητεία σε αυτά ήταν ετήσια και δεν πληρωνόταν. Έτσι, ο γιος ενός συγκλητικού σε ηλικία 16 ετών εισαγόταν στην τάξη των ιππέων και στα 17 μπορούσε να αναλάβει το πρώτο του δημόσιο αξίωμα (π.χ. διοικητής του νομισματοκοπείου).

Η δικηγορία μπορούσε να αποτελέσει το πρώτο βήμα προς μια καριέρα στην πολιτική. Μολονότι οι νομικές συμβουλές έπρεπε να δίνονται δωρεάν και οι δικηγόροι απαγορευόταν να δέχονταν αμοιβές, πολύτιμα δώρα και γενναιόδωρα μερίδια από κληρονομιές λάμβαναν οι επιτυχημένοι. Η τάξη των ιππέων ασχολείται κυρίως με τις επιχειρήσεις, τα δημόσια έργα και το εμπόριο. Επίσης, στις επαρχίες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας εμφανί­ζονταν ως δανειστές και ταμίες των προσόδων. Ένα επάγγελμα με μεγάλη άνθηση στη Ρώμη ή­ταν του τραπεζίτη, ο οποίος δεν περιοριζόταν στη διευκόλυνση των συναλλαγών, αλλά παράλληλα έ­παιζε το ρόλο του δανειστή και βοηθούσε τους πε­λάτες του να επενδύσουν τα χρήματά τους.

Οι απελεύθεροι εργάζονταν ως τεχνίτες ή αν ήταν μορφωμένοι ως υπάλληλοι στις κρατικές υπηρεσίες (π.χ. γραμματείς). Την ιατρική ασκούσαν κυρίως α­πελεύθεροι και ξένοι. Φημισμένοι γιατροί στη Ρώ­μη ήταν οι Έλληνες, στους οποίους μάλιστα ο Αύ­γουστος παραχώρησε πολλά προνόμια. Οι μικροέμποροι και τεχνίτες (π.χ. ο φούρναρης, ο τσαγκάρης, ο κλειδαράς, ο χρυσοχόος, ο βυρσοδέ­ψης) είχαν τα καταστήματα ή τα εργαστήριά τους στην αγορά ή σε συγκεκριμένες συνοικίες της πόλης και πολλοί από αυτούς οργανώνονταν σε συντεχνίες. Τέλος, η άνεργη μερίδα του πληθυσμού ανακουφιζόταν με τακτικές κρατικές διανομές τροφίμων, ενώ πολλοί νέοι είχαν στραφεί και στο μισθοφορικό στρατό που σε περιόδους ειρήνης απασχολούνταν σε δημόσια έργα.

 

Η ενδυμασία

 

Ενδυμασία

Ο ενδυματολογικός κώδικας έπαιζε μεγάλο ρόλο στη ζωή των Ρωμαίων. Υπήρχαν ενδύματα για το σπίτι, καθώς και άλλα για τις δημόσιες εμφανίσεις. Το κατεξοχήν ένδυμα των Ρωμαίων πολιτών ήταν η τόγκα, που φοριόταν σε όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις. Η τόγκα ήταν ένα ημικυκλικού σχήματος μάλλινο ύφασμα, διαμέτρου6 μ. περίπου την εποχή του Αυγούστου και κάλυπτε το σώμα από τους ώμους μέχρι τα πόδια, αφήνοντας ελεύθερο μόνο το δεξί χέρι. Απαιτούσε μεγάλη επιδεξιότητα και πολύ χρόνο για να φορεθεί λόγω της ιδιαίτερης επιτήδευσης των πτυχώσεών της. Οι χρωματικές της διαβαθμίσεις ήταν ενδεικτικές για την κοινωνική θέση του πολίτη. Η τόγκα των ανώτερων αξιωμα­τούχων είχε κατά μήκος της άκρης της μια πλατιά πορφυρή ταινία, σύμβολο εξουσίας και πλούτου, ε­νώ τόγκα του μέσου ενήλικου πολίτη είχε το φυσικό χρώμα του μάλλινου υφάσματος.

Οι πιο συντηρητικοί αριστοκράτες έριχναν πάνω από την τόγκα την τήβεννο, κατά το παράδειγμα του Αυγούστου, ως ένδειξη της πίστης τους στα παλιά ήθη. Τέλος, ο ελληνικού τύπου χιτώνας, δύο κομ­μάτια μάλλινου ή λινού υφάσματος ραμμένα μαζί, ήταν ένα πολύ συνηθισμένο ένδυμα για τους Ρωμαίους και φοριόταν τόσο από άντρες όσο και από γυναίκες. Πίσω έπεφτε ακανόνιστα μέχρι τα γόνα­τα, ενώ μπροστά κατέβαινε πιο χαμηλά και είχε κο­ντά μανίκια.

Ο χιτώνας των γυναικών ήταν μακρύτερος και έφθανε συχνά μέχρι τη φτέρνα. Συχνά δενόταν με μια ζώνη πάνω από τη μέση. Μέσα από το χιτώνα, την τήβεννο και την τόγκα φοριόταν ένα λινό κομμάτι ύφασμα που δενόταν γύρω από τη μέση και αποτελούσε το εσώρουχο. Τέλος, ένα άλλο ένδυμα το οποίο φοριόταν κάτω από την τόγκα, αλλά και μέσα στο σπίτι ήταν το χιτώνιο. Τα υποδήματα των Ρωμαίων ήταν ο σολέες, ένα είδος δηλαδή σανδαλιών των οποίων η σόλα δενό­ταν με κορδόνια στο πάνω μέρος του ποδιού ή πέδι­λα με σχοινένια ή δερμάτινη σόλα που συγκρατείτο με διασταυρούμενους ιμάντες, καθώς και τα χοντρά, ξύλινα παπούτσια, οι κόθορνοι.

 

Η περιποίηση του σώματος

 

Από την εποχή του Αυγούστου γενικεύτηκε η καθημερινή φροντίδα του σώματος με το λουτρό πριν από το δείπνο, που σηματοδοτούσε τη μετάβαση από την ένταση της ημέρας στη χαλάρωση, καθώς και με την περιποίηση των μαλλιών και το τακτικό ξύρισμα των αντρών. Η περιποίηση του σώματος αποτελούσε ένα βασικό στοιχείο της καθημερινής ζωής της πόλης – οι Ρωμαίοι που ζούσαν στην επαρχία έδιναν σε αυτή λιγότερη σημασία – και χαρακτήριζε τον άνθρωπο, όπως και το ένδυμα. Οι Ρωμαίοι έκαναν το ημερήσιο μπάνιο τους είτε στα δημόσια λουτρά, χωριστά για άντρες και γυναίκες, είτε σε ιδιωτικά, εάν ήταν αρκετά εύποροι και διέθεταν λουτρά στο σπίτι τους. Τα δημόσια λουτρά ήταν προσιτά ακόμη και στους πιο φτωχούς, καθώς η είσοδος στοίχιζε πολύ λίγο. Διέθεταν επίσης χώρους για αθλοπαιδιές και ηλιοθεραπεία, πισίνες, αποδυτήρια και δωμάτια για μασάζ.

Η διαδικασία σε ένα οργανωμένο λουτρό περιλάμβανε δύο φάσεις: στην πρώτη με τη θερμότητα και τον ατμό το σώμα ζεσταινόταν και κατά συνέπεια χαλάρωνε και το νερό στη συνέχεια το καθάριζε και το αναζωογονούσε. Για την επίτευξη του πρώτου στόχου εφαρμόζονταν η παραμονή σε δωμάτιο ατμού (σάουνα), το παιχνίδι της μπάλας ή η ηλιοθεραπεία. Έπειτα ακολουθούσε το ζεστό, το χλιαρό και το κρύο μπάνιο σε διαφορετικούς χώρους. Το τακτικό ξύρισμα των αντρών ήταν ένα επίσης χαρακτηριστικό που σηματοδότησε την εποχή του Αυγούστου. Μόνο βέβαια οι πιο κομψοί ξυρίζονταν καθημερινά. Όσοι πολίτες δεν ήταν σε θέση να ε­πωμιστούν το έξοδο του ιδιωτικού κουρέα συνωστίζονταν στα κουρεία της Ρώμης και των άλλων ρω­μαϊκών πόλεων, τα οποία σταδιακά απέκτησαν το χαρακτήρα ενός χώρου κοινωνικής συναναστροφής.

Οι κουρείς ξύριζαν, κούρευαν, κατσάρωναν και έβαφαν τα μαλλιά των πελατών τους. Αρκετοί Ρω­μαίοι για να αποφύγουν τα ατυχήματα του ξυραφιού κατέφευγαν σε πιο ριζικές μεθόδους, όπως η χρήση αποτριχωτικών αλοιφών (από ρητίνη και πίσσα) ή ακόμη και στις λαβίδες της τσιμπίδας. Η πρώτη φροντίδα της Ρωμαίας το πρωί ήταν το χτένισμα των μαλλιών της, το οποίο την εποχή του Αυγούστου δεν διαρκούσε πολύ ώρα, καθώς η κόμμωση δεν ήταν περίτεχνη. Συχνό ήταν το χτένισμα σε κοτσίδες που τις τύλιγαν σε σχήμα στεφάνης πάνω από το μέτωπο. Οι γυναίκες κατέφευγαν στις κομμώτριες για τα πολύπλοκα χτενίσματα, αλλά και για αποτρίχωση, βάψιμο μαλλιών και προσώπου.

 

Τα φαγητά

 

Τα φημισμένα ρωμαϊκά συμπόσια με τα «εξωτικά» φαγητά (π.χ. παγόνια και στρουθοκαμήλους) δημιουργούν μια εσφαλμένη εικόνα για τις διατροφικές συνήθειες των μεσαίων και των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Το σιτάρι ήταν ο βασικό συστατικό της τροφής της ρωμαϊκής οικογένειας στα χρόνια του Αυγούστου. Με αυτό μαγείρευαν έναν πολτό για το δείπνο (ce­na) – το κύριο γεύμα της μέρας γύρω στις 17.00 – 18.00 το χειμώνα και μια ώρα νωρίτερα το καλοκαίρι, με το τέλος της δουλειάς – του οποίου η γευστική μονο­τονία έσπαγε με τη χρήση καρυκευμάτων.

Η ποικιλία στο βραδινό τραπέζι εξασφαλιζόταν με τα λαχανικά και τις ελιές, ενώ μόνο σε εορταστικές ημέρες έτρωγαν ελάχιστο κρέας, ψάρια και πουλερικά. Το ψωμί αλειφόταν με ένα μίγμα τυριού, λαδιού, σκόρδου και αλατιού. Πολλοί Ρωμαίοι ξεκινούσαν τη μέρα τους χωρίς πρωινό (jentaculum), ενώ άλλοι έτρωγαν πολύ ελαφρά, όπως ψωμί με αλάτι ή μέλι, χουρμάδες ή ε­λιές. Το πρόγευμα ήταν συνήθως ένα κομμάτι τυρί και ψωμί, ενώ το μεσημεριανό (prandium), που μπορούσε και αυτό να περιοριστεί σε ένα κομμάτι ψωμί, εμπλουτιζόταν συχνά με λαχανικά, φρούτα και λίγο κρασί.

Οι εύποροι Ρωμαίοι, αντίθετα, έτρωγαν καθημερινά πλουσιοπάροχα και συχνά οργάνωναν συμπόσια, δηλαδή επίσημα γεύματα για συγγενείς, φίλους και πελάτες. Το γεύμα ξεκινούσε με πολλά ορεκτικά, όπως σαλάτες, ραπανάκια, μανιτάρια, αυγά, στρείδια, σαρδέλες, τα οποία συνοδεύονταν από κρασί με μέ­λι. Στη συνέχεια ακολουθούσαν τα κύρια πιάτα με ψάρια (τόνος, μπαρμπούνια, χέλια, γαρίδες), πουλε­ρικά (κοτόπουλο, πάπια, χήνα, στρουθοκάμηλος, πέρδικα, φασιανός, περιστέρι, παγόνι) και κρέας (ε­λάφι, αγριογούρουνο, αγριοκάτσικο, χοιρινό, αρνί, λαγός). Τα κρέατα σερβίρονταν ψητά, βραστά ή γεμιστά με φρούτα και καρυκεύματα. Σε όλη τη διάρκεια του φαγητού, δούλοι πρόσφεραν κρασί, το οποίο συνήθως έπιναν, όπως και οι Έλληνες, αναμεμιγμένο με νερό σε αναλογία 1 προς 2. Τέλος, προσφέρονταν τα επιδόρπια, φρούτα και αρτοπαρασκευάσματα με μέλι. Το φαγητό συχνά σερβιρόταν σε πολυτελή ασημένια σκεύη. Οι συνδαιτυμόνες εί­χαν στη διάθεσή τους μαχαίρια, οδοντογλυφίδες και κουτάλια. Οι Ρωμαίοι έτρωγαν με τα δάχτυλα.

 

Διασκεδάσεις – παιχνίδια

 

Ο Αύγουστος της Πρίμα Πόρτα, μια από τις διασημότερες απεικονίσεις του πρώτου Αυτοκράτορα της Ρώμης. Μουσείο Βατικανού.

Ο Αύγουστος εξασφάλισε για το λαό της Ρώμης «άρτο και θεάματα», δηλαδή ανέλαβε τον επισιτισμό των απόρων υπηκόων με τακτικά συσσίτια και επίσης φρόντισε για τη διασκέδαση τους, οργανώνοντας θεάματα και εκδηλώσεις στο χώρο της αγοράς (forum) στα στάδια, στον ιππόδρομο, στα αμφιθέατρα, στα θέατρα. Ο ίδιος κι η οικογένειά του παρακολουθούσαν τα θεάματα αυτά ανελλιπώς. Αυτό ήταν το μεγάλο έργο της εσωτερικής του πολιτικής με στόχο τη διαρκή απασχόληση των υπηκόων, μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο στάσεων και άλλων εκδηλώσεων δυσαρέσκειας. Οι Ρωμαίοι είχαν πολλές αργίες, σχετιζόμενες κατά κανόνα με τις θρησκευτικές γιορτές, κατά τη διάρκεια των οποίων διοργανώνονταν ποικίλες εκδηλώσεις και αγώνες. Ο Αύγουστος καθιέρωσε από το 11 π.Χ. τακτικούς αγώνες την ημέρα των γενεθλίων του και αναδιοργάνωσε τους αγώνες για τον εορτασμό της αλλαγής εκατονταετηρίδας (17 π.Χ.).

Ιππόδρομος: Εκεί πραγματοποιούνταν οι ιπποδρομίες και οι αρματοδρομίες, η συχνότητα των οποίων, την εποχή του Αυγούστου, έφθανε τις 12 την ημέρα. Αποτελούσαν σημαντική διέξοδο για ο λαό της Ρώμης και την πρώτη θέση στις προτιμήσεις του. Στον ιππόδρομο, πέρα από τους αγώνες, το πρόγραμμα περιλάμβανε συχνά και ακροβατικά. Οι έφιπποι οδηγούσαν δύο άλογα και πηδούσαν από το ένα στο άλλο ή ιππεύοντας συμμετείχαν σε χει­ρισμούς όπλων. Ο λαός πήγαινε στον ιππόδρομο ντυμένος επίσημα, φορώντας δηλαδή την εορταστι­κή του τήβεννο, όπως είχε καθορίσει σχετικό διά­ταγμα του Αυγούστου. Συχνότατο φαινόμενο αποτε­λούσαν τα στοιχήματα σχετικά με την απόδοση συ­γκεκριμένων αλόγων και ιππέων.

θέατρο: Παίζονταν ακόμη τα έργα των κλασικών Ελλήνων δημιουργών, αλλά η θεατρική παραγωγή αυτού του τύπου είχε αρχίσει να φθίνει. Τα θεατρικά είδη που επικράτησαν ήταν ο μίμος και η παντομίμα. Ο μίμος συνίστατο σε κωμικές σκηνές που παρουσίαζαν με φαιδρότητα γεγονότα από την καθημερινή ζωή σχολιάζοντας πρόσωπα και καταστάσεις. Η πολιτική σάτιρα ήταν επίσης μέρος της θε­ματολογίας του. Στο μίμο συμμετείχαν και γυναίκες ηθοποιοί. Διάσημος μιμογάφος κατά την εποχή του Αυγούστου ήταν ο Φιλιστίων από τη Μ. Ασία. Στην παντομίμα όλη η ερμηνεία περιορίστηκε σε έναν μόνο ηθοποιό, ο οποίος με τις ρυθμικές κινήσεις και τις χειρονομίες ενσάρκωνε όλα τα πρόσωπα και τη δράση. Πολύ φημισμένος παντομίμος της εποχής ήταν ο Πυλάδης.

Αμφιθέατρο: Εκεί πραγματοποιούνταν οι μονομαχίες  που αποτελούσαν μια από τις πιο αγαπημένες διασκεδάσεις του ρωμαϊκού λαού. Μπορούσαν να τις παρακολουθούν πέρα από τους Ρωμαίους πολίτες, γυναίκες, ξένοι και δούλοι. Οι παραστάσεις διαρκούσαν από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου. Οι μονομάχοι (gladiatores) ήταν δούλοι, αλλά και ελεύθεροι που προέρχονταν από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και δελεάζονταν από τις μεγάλες ανταμοιβές των νικητών μονομάχων. Ανάμεσα τους βρίσκονταν ακόμη αιχμάλωτοι πολέμου και κακοποιοί. Στην αρένα καλούνταν να αναμετρηθούν με άγρια ζώα (venationes) ή να συμπλακούν μεταξύ τους σε αιματηρές μονομαχίες. Πέρα από τις μονομαχίες υπήρχαν και παραστάσεις εξημερωμένων και γυμνασμένων ζώων, αλλά και αιματηρές συ­μπλοκές ζώων. Ο μικρός αριθμός των αμφιθεάτρων που βρέθηκαν στις ανατολικές επαρχίες της Ρώμης αποτελεί ένδειξη ότι τα αιματηρά θεάματα άργησαν να εδραιωθούν σε περιοχές με ελληνικούς πληθυσμούς. Η αρχαιολογική έρευνα, όμως, έχει δείξει ό­τι για τις μονομαχίες και την πάλη ζώων χρησιμοποιούνταν στις περιοχές αυτές κατάλληλα διαμορφωμένα θέατρα.

Ο Αύγουστος, πέρα από τις αιματηρές μονομαχίες, έκανε προσπάθεια να ανασυστήσει τους ελληνικούς αθλητικούς αγώνες, οι οποίοι ανέπτυσσαν άλλα ιδεώδη στο λαό και ενίσχυαν το πνεύμα μέσω της άσκησης του σώματος. Μάλιστα μετά τη νίκη του κατά του Αντωνίου στη ναυμαχία στο Άκτιο, οργάνωσε τα Άκτια, αθλητικούς αγώνες που τελού­νταν στη Ρώμη, αλλά και στις επαρχίες κάθε τέσσερα χρόνια. Στάδια, όπως της Ολυμπίας, των Δελ­φών και της Επιδαύρου στέγαζαν αγώνες κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο. Τις ημέρες που δεν υπήρχαν θεάματα, οι Ρωμαί­οι περνούσαν το απόγευμα τους κάνοντας περιπά­τους στους δρόμους, στις πλατείες, στις στοές και στους κήπους με παιχνίδια, αθλητικές ασκήσεις και λουτρά, μένοντας έτσι απασχολημένοι μέχρι την ώρα του δείπνου.

Το μεγάλο πάθος των Ρωμαίων ή­ταν τα τυχερά παιχνίδια, τα οποία μάλιστα ελέγχονταν από τον Αύγουστο και απαγορεύονταν εκτός από την περίοδο των Σατουρναλίων. Δημοφιλή ήταν τα ζάρια, τα κότσια και το τάβλι, καθώς και ένα παιχνίδι με καρύδια που διασκέδαζε μικρούς και με­γάλους. Συναγωνίζονταν να ανοίξουν τα καρύδια χωρίς να τα σπάσουν ή άλλοτε με βολή ακριβείας να στήσουν το καρύδι τους σε ένα σωρό από αυτά χωρίς να τα διαλύσουν ή, τέλος, να χτυπήσουν με έ­να καρύδι εκείνα των αντιπάλων τους.

 

Θρησκεία

 

Η ρωμαϊκή θρησκεία ήταν ένα κράμα θεοτήτων των ντόπιων ιταλικών φυλών και των ελληνικού πανθέου. Οι Ρωμαίοι δεν δίστασαν να υιοθετήσουν και νέους θεούς από τους κατακτημένους λαούς, ό­πως τις μυστηριακές λατρείες της Ανατολής προς τι­μή της Μεγάλης Μητέρας θεάς, της φρυγικής Κυ­βέλης, της αιγυπτιακής Ίσιδας. Τηρούσαν επίσης με μεγάλη τυπικότητα το τελετουργικό των θρησκευτι­κών τους εορτών, σημαντικότερες από τις οποίες ήταν τα Paternalia, κατά την οποία τιμούσαν τους προγό­νους, τα Cerialia, αφιερωμένα στη γεωργία και τα Campitalia προς τιμήν των θεοτήτων των οδών.

Πα­ράλληλα, οι υπήκοοι των επαρχιών της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν ελεύθεροι να ακολουθούν τη δι­κή τους θρησκεία και να τελούν τις δικές τους γιορ­τές σύμφωνα με το ημερολογιακό τους έτος. Ο Αύγουστος, γοητευμένος από τις μυστηριακές λατρείες, στάθηκε ιδιαίτερα ευνοϊκός απέναντί τους και μάλιστα ταξίδεψε ο ίδιος στην Αθήνα για να μυηθεί στα Ελευσίνια Μυστήρια. Ανέλαβε επίσης την αναδιοργάνωση παλαιότερων λατρειών, κυρίως των θεοτήτων των οδών και την ανοικοδόμηση να­ών. Από την εποχή του και σε όλη τη διάρκεια της αυτοκρατορικής περιόδου, παρουσιάστηκε έξαρση της λατρείας των αφηρημένων εννοιών, όπως της Ειρήνης (Pax), της Τύχης (Fortuna), της Ομόνοιας (Concordia), της Αφθονίας (Ops). Η λατρεία τους εξυπηρετούσε κυρίως την πολιτική προπαγάνδα και είχε μεγάλη απήχηση σε όλη την αυτοκρατο­ρία, καθώς οι υπήκοοι είχαν πειστεί ότι μόνο κάτω από μια ισχυρή Ρώμη, όπως αυτή εμφανιζόταν την εποχή του Αυγούστου, θα μπορούσαν οι ιδέες αυτές να πραγματωθούν.

Η συστηματοποίηση της λατρείας του αυτοκράτορα ως θεού, μετά το θάνατό του, πραγματοποιήθηκε στη Ρώμη από τον Αύγουστο και βρήκε μεγάλη απήχηση στις επαρχίες, κυρίως τις ανατολικές όπου ανάλογες τιμές αποδίδονταν στους ηγεμόνες ήδη α­πό την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου. Έτσι, τιμούσαν τους Ρωμαίους αυτοκράτορες με αγώνες, λατρευτικά αγάλματα, ναούς και θυσίες προς τιμήν τους, πράξεις κυρίως πολιτικού – διπλωματικού και λιγότερο θρησκευτικού χαρακτήρα. Τέλος, ο Αύγουστος συγκέντρωσε στο πρόσωπό του όλα τα ανώτατα ιερατικά αξιώματα, συνδέοντας έτσι τη ρωμαϊκή θρησκεία με το πρόσωπό του. Επωμίστηκε μάλιστα όλες τις δαπάνες για την ανοικοδόμηση και επισκευή ναών, ανυψώνοντας τον εαυτό του σε μέγιστο προστάτη της θρησκείας και αναδεικνύοντας τη μοναδική του σχέση με το θεό.

 

Ελένη Ζυμή

Δρ Κλασικής Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Οξφόρδης

 

Βιβλιογραφία


 

 

  • ALPOELDI, G., Ιστορία της Ρωμαϊκής Κοινωνίας. Μτφ. Α. Χανιώτης, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Α8ήνα 1988.
  • BALDSON, J.P.VD., Ρωμαίες γυναίκες και τα έθιμά τους. Μτφ. Ν. Πετρόχειλος, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1984.
  • BRADLEY, KR., Slavery and Society in the Roman Empire,CambridgeUniversityPress,Cambridge1994.
  • COWELL, F.R., Everyday Life in ancientRome, B.T. Batsford,London1961.
  • DIXON, S., The Roman family, John Hopkins University Press, Baltimore 1992.
  • DUPONT, F., Daily Life in ancientRome, TransL CH. WcodalL, BlackwelL,Oxford1992.
  • GALINSKY, K, Augustan Culture. An Interpretive Introduction. Princeton University Press, Princeton, N. Jersey 1996.
  • ΚΑΡΚΩΠΙΝΟ, Ζ., Η καθημερινή ζωή στη Ρώμη στο απόγειο της Αυτοκρατορίας. Μτφ. Κ. Παναγιώτου, Εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1990.
  • POTTER, D.S., MATTINGLY, D.J., Life, Death and Entertainment in the Roman Empire, TheUniversityofMichiganPress,Ann Arbor1999.
  • PRICE, S.R.F., «The place of religion:Romein the Early Empire», στο The Cambridge Ancient History. Vol. X The Augustan Empire, 43 BC-AD 69, Cambrigde University Press, Cambridge 1996.
  • ROBERT, L., Les gladiateurs dans Γ Orient Grec, A.M. Hakkert,Amsterdam1971.
  • VEYNE, P., (éd.), A History of Private Life. I. From PaganRometoByzantium,HarvardUniversityPress,Cambrigde,Massachusetts/London,England1996.
  • WIEDEMAN, T., Adults and children in theRoman empire, Yale University Press, N. Heaven/London 1989.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Έτος 1 μ.Χ.», τεύχος 11, 30 Δεκεμβρίου 1999.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Κουλιγκάς Βασίλης (1909- 2001)


 

Ο συγγραφέας Βασίλης Κουλιγκάς, με την οικογένειά του. Δημοσιεύεται στο: «Κίος η αλησμόνητη», Εκδόσεις Δωδώνη, 1995.

Γεννήθηκε στην Κίο της Μικράς Ασίας το 1909. Γονείς του ήταν ο Παναγιώτης Κουλιγκάς και η Αναστασία Σαρηβαλάση. Ο πατέρας του είχε παντοπωλείο στην Κίο, αλλά υπηρετούσε και στο λεγόμενο «Σεφκιέτι», Επιμελητεία στα Ελληνικά, υπηρεσία για το ψάρεμα και το πάστωμα της παλαμίδας για την προμήθεια του τουρκικού στρατού [1]. Συχνά ταξίδευε λοιπόν στην Πόλη και συνδύαζε την επίσκεψη αυτή με την ολοκλήρωση δουλειών για το μαγαζί που διατηρούσε στην Κίο. Έτσι, 5 χρονών ο Βασίλης, έκανε το πρώτο ταξίδι του με ελληνικό πλοίο στην Κωνσταντινούπολη συνοδεύοντας τον πατέρα του [2]. Ο Παναγιώτης Κουλιγκάς επιπλέον μαζί με τον αδελφό του Ευστράτιο, είχαν αγοράσει στην Κίο οικόπεδο από τον πατέρα του Τζελάλ Μπαγιάρ, μετέπειτα πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας, στο οποίο ανέγειραν, Μεταξοσκωληκοτροφείο ( «Μποτζελίκι» στα τούρκικα ) [3] και μαγαζιά.

Το 1914-1915 ο Βασίλης Κουλιγκάς φοίτησε στην Πρώτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου στην Κίο. Συνέχισε τη φοίτηση στο Αρρεναγωγείο της Κίου με διευθυντή τον Παναγιώτη Πινάτση. Αφηγείται ο ίδιος στα βιβλία του, την καλή του επίδοση στα Τουρκικά, απαραίτητο μάθημα στα ελληνικά σχολεία της Κίου, για την οποία βραβεύτηκε με επαίνους [4]. Ήταν μέλος των προσκόπων αλλά και του Μουσικού Συλλόγου. Έψελνε στην Κοίμηση της Θεοτόκου και συμμετείχε στην εκκλησιαστική λατρεία [5]. «Σαν παιδιά ζούσαμε σε ένα περιβάλλον οικογενειακό και ανεξάρτητα από την οικονομική άνεση της κάθε οικογένειας, ήμασταν όλοι Κιώτες», έλεγε συχνά στα παιδιά του. Το καλοκαίρι του 1918 , θυμάται ανάμεσα στ’ άλλα, ότι ο πατέρας του έστειλε την οικογένεια, μητέρα και δύο παιδιά για παραθερισμό σε τουρκόφωνο χωριό με Έλληνες χριστιανούς κατοίκους κοντά στην Προύσσα, το Τεπετζίκι. Ο Βασίλης Κουλιγκάς έπαιζε με την μπάντα του Μουσικού Συλλόγου κατά την είσοδο στην πόλη του αγγλικού στόλου και του ελληνικού απελευθερωτικού στρατού τον Ιούλιο του 1920. Η μέρα αυτή, όπως δήλωνε, ήταν η ευτυχέστερη της ζωής του.

 

Κίος, τελευταία μέρα πριν από την εγκατάλειψη. Δημοσιεύεται στο: «Κίος η αλησμόνητη», Εκδόσεις Δωδώνη, 1995.

 

Τον Αύγουστο του 1922, μετά την κατάρρευση του μετώπου, μαζί με πολλές άλλες οικογένειες περίμενε στο λιμάνι της Κίου, με τη μητέρα και τα δυο μικρότερα αδέλφια του, Γιώργο και Μανώλη, το πλοίο που θα τους μετέφερε στην Πόλη. Ο πατέρας του αρχικά έμεινε πίσω για να βρει μεγάλο μεταφορικό μέσο προκειμένου να φορτώσει τα είδη του σπιτιού και του μαγαζιού. Τελικά έφυγε την επόμενη μέρα ύστερα από πληροφορίες για την κατάσταση του Μετώπου. Έτσι, στις 26 Αυγούστου 1922,  δυο   μέρες  πριν  από   την αναχώρηση του ελληνικού στρατού, τελικά έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη με μικρό πλοίο υπό αγγλική σημαία, που είχαν στείλει Πολίτες συγγενείς τους.

 

Κίος, η παραλία του Μπαλουκπαζαριού, έρημη με τα δέματα εγκαταλειμμένα. Δημοσιεύεται στο: «Κίος η αλησμόνητη», Εκδόσεις Δωδώνη, 1995.

Ο Πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης και ο αρχιστράτηγος Γεώργιος Χατζηανέστης, στην Κίο, λίγο πριν από την καταστροφή. Δημοσιεύεται στο: «Κίος η αλησμόνητη», Εκδόσεις Δωδώνη, 1995.

 

Ήδη στην Κίο είχε φτάσει ο συνταγματάρχης Ζήρας με δύο τάγματα στρατού και είχε δημιουργήσει την ελπίδα στους κατοίκους ότι η αναχώρηση από την Κίο ήταν προσωρινή, αφού ο τουρκικός στρατός θα αναχαιτιζόταν από τον ελληνικό. Ο μικρός Βασίλης με θάρρος και τη σιγουριά της νίκης μίλησε σε Τούρκους ανώτερους υπαλλήλους που τον ρώτησαν για την κατάσταση στην Κίο. Το φθινόπωρο του ’22 ο Βασίλης Κουλιγκάς βρέθηκε με την οικογένειά του πρόσφυγας στη Θεσσαλονίκη. Όπως αναφέρει ο ίδιος [6], η αναχώρηση των προσφύγων από την Προποντίδα έγινε σε δύο στάδια: τον Αύγουστο του 1922 από τις πατρίδες τους στην Ανατολική Θράκη ( Ρεδαιστός, Ηράκλεια, Συλίβρια ), πρώτο στάδιο και τον Σεπτέμβριο από την Αν. Θράκη στην Ηπειρωτική Ελλάδα, δεύτερο στάδιο.

Οι αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη

Έτσι, στη Ρεδαιστό είχε φτάσει αρχικά η Αναστασία Κουλιγκά με τους τρεις γιους της. Εκεί συναντήθηκε με το σύζυγό της, Παναγιώτη Κουλιγκά, που είχε καθυστερήσει την αναχώρησή του από την Κίο. Όλοι μαζί έφυγαν για την Θεσσαλονίκη. Ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή της οικογένειας Κουλιγκά και του μικρού Βασίλη ξεκινάει εκεί. Τραγικές ήταν οι πρώτες μέρες της εγκατάστασης στην πόλη, αγωνιώδεις οι προσπάθειες για προσωρινή στέγαση και για «επαγγελματική τακτοποίηση» στη συνέχεια. Η Θεσσαλονίκη, είχε μετατραπεί σε προσφυγούπολη, σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου.

Φοιτά στο «Ανατόλια», το Αμερικανικό Κολλέγιο, και κερδίζει μετάλλια από την ενασχόλησή του με τον αθλητισμό. Καλλιεργεί την ατομική πειθαρχία και πλάθει έναν δυναμικό και γεμάτο θέληση χαρακτήρα, όπως αφηγείται σήμερα ο γαμπρός του, Κωνσταντίνος Παύλου. Αποφοιτά από το κολλέγιο το 1929 με επαίνους. Το καλοκαίρι αυτής της χρονιάς δημιουργείται ένας σύλλογος αποφοίτων από τους πρώτους 25 μαθητές του «Ανατόλια» που μόλις είχαν αποφοιτήσει. Όπως διηγούνταν ο ίδιος ο Κουλιγκάς, η τάξη του πραγματοποίησε εκδρομή στο τέλος του σχολικού έτους, στο ημιτελές κτίριο του νέου σχολείου. Φύτεψαν όλοι από ένα δέντρο. Τη συνήθεια αυτή ακολούθησαν οι απόφοιτοι και των επόμενων ετών.

Κίος η αλησμόνητη

«Οι δεσμοί μας με το αγαπημένο μας σχολειό, με το οποίο συνδεθήκαμε έξη ολόκληρα χρόνια (μπήκαμε παιδιά και βγήκαμε παλικάρια) ήταν τόσο μεγάλοι, που δεν θέλαμε να αποχωριστούμε οριστικά» λέει ο ίδιος. «Θέλαμε να διατηρήσουμε ένα δεσμό που να συνεχίζεται και μετά την αποφοίτησή μας. Για αυτό, αρκετό καιρό σκεπτόμασταν και μελετούσαμε για τη δημιουργία του Συλλόγου Αποφοίτων. Και το κατορθώσαμε το καλοκαίρι του 1929». Μαζί με τα άλλα ιδρυτικά μέλη του Συλλόγου βρήκαν και συμπεριέλαβαν στο Σύλλογο αποφοίτων και μαθητές παλιότερων ετών, που ήρθαν ως πρόσφυγες στη Θεσσαλονίκη και την Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, μια και το αρχικό κολλέγιο λειτουργούσε στη Μερζιφούντα του Πόντου. Πολλοί από αυτούς δεν είχαν κατορθώσει να αποφοιτήσουν μετά τα γεγονότα της Μ. Ασίας και τη μεταφορά του κολλεγίου Ανατόλια στην Ελλάδα [7].

Σκόρπιες μνήμες

Ο Κουλιγκάς μετά την αποφοίτησή του εργάζεται στην οικογενειακή επιχείρηση εμπορίου παστών προϊόντων. Μετακομίζει στη συνέχεια στην Αθήνα. Εκεί ασχολείται με το εμπόριο καταναλωτικών προϊόντων και μετά από λίγο καιρό συνεργάζεται με το φίλο του από την Κίο, Φρίξο Θεοδωρίδη, στο ναυτιλιακό του γραφείο. Γνωρίζει και παντρεύεται τη Ζωζώ Αυγουστίνου, μια «αριστοκρατική νέα», όπως έλεγε ο ίδιος, από την Κίο, ήδη εγκατεστημένη στον Πειραιά. Η χαρά του ήταν μεγάλη, μια και η καταγωγή της ήταν από την Κίο. Παντρευτήκανε στην εκκλησία της Αγίας Φωτεινής στην Νέα Σμύρνη και εγκατασταθήκανε στο Παλαιό Φάληρο. Απέκτησαν δύο παιδιά, τον Παναγιώτη και τη Μαρία Κουλιγκά.

Ο Παναγιώτης ασχολήθηκε με τον αθλητισμό, όπως και ο πατέρας του. Εκπροσώπησε την Ελλάδα σε 3 Ολυμπιάδες και αναδείχτηκε Ολυμπιονίκης στην ιστιοπλοΐα. Σήμερα διατηρεί σχολή ιστιοπλοΐας στο Παλαιό Φάληρο. Η Μαρία τον φρόντισε μέχρι το τέλος της ζωής του. Στα τρία εγγόνια του (Χριστιάνα, Βασίλη Κουλιγκά και Τζώρτζη Παύλου) διηγούνταν με λεπτομέρειες τη ζωή του στην Κίο, αλλά και όσα έζησε με τη γυναίκα του, με την οποία ήταν πολύ δεμένος. Όταν την έχασε, επέλεξε να ζει μόνος του στο Παλαιό Φάληρο. Αφιερώνεται από τότε στην Κίο. Καταγράφει τις αναμνήσεις του, ψάχνει τα αίτια και τις αφορμές για την καταστροφή. Γράφει έτσι σταδιακά τρία βιβλία, γεμάτα μνήμες ζωής για την αλησμόνητη πατρίδα του. Τα αφιερώνει στη γυναίκα του.

  • Κίος, 1912-22, Οι αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη, Βασίλη Κουλιγκά, Εκδ. ΔΩΔΩΝΗ, 1988.
  • Κίος, 1912-22, Σκόρπιες μνήμες, Βασίλη Κουλιγκά, Εκδ. ΔΩΔΩΝΗ, 1993.
  • Κίος η αλησμόνητη, Από όσα ακόμα θυμάμαι, Εκδ. ΔΩΔΩΝΗ, 1995.

Έλεγε, «Ποιος περίμενε ότι θα γίνω συγγραφέας;». Όταν έγραψε το πρώτο βιβλίο, τον πίεσαν να γράψει και τα επόμενα. Σημειώνει χαρακτηριστικά: «Ένας λόγος που με ανάγκασε να γράψω είναι ότι οι περισσότεροι επιζήσαντες από την καταστροφή ολιγοστεύουν. Φεύγει ο ένας μετά τον άλλον και εμείς, τα παιδιά τότε , αποτελούμε την τελευταία γενιά. Θα φύγουμε κι εμείς μια μέρα όπως φύγανε οι μεγαλύτεροί μας και δε θα υπάρχει κανείς επιζών για να διηγηθεί στους απογόνους μας περιστατικά και λεπτομέρειες από τη χαμένη μας πατρίδα. Για να μάθουν τα παιδιά των παιδιών μας, γεννημένα από Κιώτες γονείς, περισσότερα για το μικρασιατικό πολιτισμό, που δυστυχώς δεν υπάρχει πια.»

Ο στρατηγός Αλέξανδρος Μαζαράκης – Αινιάν, διοικητής της Μεραρχίας Σμύρνης που έδρευε στην Κίο, με τον Τούρκο στρατηγό Τζαφέρ Ταγιάρ ο οποίος είχε συλληφθεί αιχμάλωτος στην Θράκη. Δημοσιεύεται στο: «Οι αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη», Εκδόσεις Δωδώνη, 1988.

Το 1988 σε εκδηλώσεις μνήμης για την Κίο της Μ. Ασίας λέει ο ίδιος: «Την περιγραφή την έκανα από τις αναμνήσεις μου. Από όσα θυμάμαι. Και θυμάμαι πολλά. Διότι αγαπούσα πολύ την πατρίδα μου. Και όποιος αγαπά, θυμάται. Γι’ αυτό, όσα γράφω, είναι όλα σωστά, όλα αληθινά». «Όπου κι αν πάγω, όπου κι αν βρεθώ, Κίο μου πάντα εσένα νοσταλγώ», γράφει το 1990 σε ποίημα αφιερωμένο στην Κίο με τον τίτλο «Νοσταλγία». [8] Τα τελευταία χρόνια επισκεπτόταν συχνά τη Νέα Κίο. Αποτελούσε το τιμώμενο πρόσωπο σε τοπικές πολιτιστικές εκδηλώσεις. Συμμετείχε στο Σύλλογο Απανταχού Κιωτών. Είχε χαρίσει μάλιστα στο Λαογραφικό Μουσείο Ν. Κίου έναν πίνακα κεντημένο από τη μητέρα του, Αναστασία Σαρηβαλάση, με τα μαλλιά της. Διοργανώθηκε ειδικά από το Σύλλογο εκδήλωση για να τονιστεί η σημασία της δωρεάς αυτής.

Όπως αναφέρει ο ίδιος σε συνέντευξή του για το Αρχείο Μαρτυριών του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού [9], στις 14-3-1997, επί τρία χρόνια τουλάχιστον δεν κοιμόταν, αλλά ονειρευόταν πότε θα πάει να δει την Κίο. Όταν κάποια στιγμή ταξίδεψε στην πατρίδα του, το 1982, συμφιλιωμένος με την πραγματικότητα, δε γύρισε στενοχωρημένος, αλλά με χαμόγελο , γιατί ξαναβρέθηκε στους χώρους στους οποίους μεγάλωσε, γιατί αντίκρισε ξανά την πολυαγαπημένη του Κίο. Πέθανε στην Αθήνα το 2001. «Βασίλης Κουλιγκάς» έχει προταθεί να ονομαστεί το Νηπιαγωγείο Ν. Κίου, που βρίσκεται μπροστά από την οδό Β. Κουλιγκά. Η οδός αυτή ονομάστηκε έτσι το 2001 μετά το θάνατο του Κουλιγκά. Είναι η τρίτη παράλληλος της παραλιακής οδού Ναυπλίου – Κίου – Μύλων.  Το Δημοτικό Συμβούλιο αιτιολόγησε την απόφασή του για την συγκεκριμένη ονοματοδοσία της οδού, με το σκεπτικό ότι τα τρία βιβλία του Κουλιγκά αποτελούν «μεγάλη προσφορά για τους νεώτερους, προκειμένου να γνωρίσουν την ιστορία της αλησμόνητης πατρίδας» (Πρακτικά Δήμου Ν. Κίου, απ. 90/2001 ).

  

Υποσημειώσεις


[1] Η υπηρεσία στο Σεφκιέτι, καθαρά ελληνική υποχρέωση, ήταν ένας τρόπος για τους Έλληνες κατοίκους της περιοχής να αποφύγουν τα λεγόμενα Αμελέ Ταμπουρού, τα τάγματα εργασίας. Οι Κιώτες ψαράδες εγκαταστάθηκαν στο συνοικισμό «ΧαμντίΜπεϊ» και με την εμπειρία τους, έφτιαξαν γρι γρι και γέμισαν, όπως αναφέρει στο βιβλίο του, Κίος η αλησμόνητη, Από όσα ακόμα θυμάμαι, Εκδ. ΔΩΔΩΝΗ, 1995, ο Κουλιγκάς, την αγορά με ψάρια.

[2] Θυμάται ένα ζέπελιν στον ουρανό της Πόλης, γερμανικό αερόπλοιο, ενδεικτικό των καλών σχέσεων της Γερμανίας με την Τουρκία, όπως σχολιάζει και ο ίδιος. Θυμάται ακόμα ελληνικά πλοία στον Βόσπορο αλλά και τη βασιλική πομπή του Σουλτάνου, όταν περνούσε τη γέφυρα του Γαλατά.

[3] Το Μποτζελίκι βρήκε ανέπαφο στην επίσκεψη στην Κίο το 1982 ο Βασίλης Κουλιγκάς.

[4] Αναφέρει μάλιστα ότι η μητέρα του είχε προσλάβει μια Εβραία δασκάλα στο σπίτι. Σ’ αυτήν οφειλόταν η καλή γνώση της τουρκικής γλώσσας. Μετά τη συνθηκολόγηση της Τουρκίας κατά το τέλος του πολέμου, τα διπλώματα αυτά ο Βασίλης Κουλιγκάς τα έσκισε όπως λέει ο ίδιος (Κίος η αλησμόνητη, σελ. 41).

[5] Οι γονείς του ήταν «Θεοφοβούμενοι», όπως αναφέρει ο ίδιος.

[6] «Κίος η αλησμόνητη», Δωδώνη, 1995.

[7] Επίσημα αναγνωρίστηκε ο Σύλλογος από το κράτος το 1937. Ουσιαστικά όμως ιδρύθηκε το 1929.

[8] σελ. 124, Βασίλη Κουλιγκά, Κίος 1912-1922, Σκόρπιες μνήμες, Εκδ. Δωδώνη.

[9] Ο Β. Κουλιγκάς το Μάρτιο του 1997 είχε δώσει συνέντευξη στο αρμόδιο τμήμα ιστορικών τεκμηρίων του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού. Στη διεύθυνση http://www.ikaros.fhw.gr βρίσκονται τα video στα οποία ο Κουλιγκάς, αφηγείται χαρακτηριστικά περιστατικά από τη ζωή του στην Κίο, αλλά και από το τελευταίο του ταξίδι στην πατρίδα της Μ. Ασίας.

 

Πηγή


  • Γυμνάσιο Νέας Κίου, «Η εντεύθεν και εκείθεν του Αιγαίου Κίος», Νέα Κίος, 2010.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »