Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού’

Βραχνός Βασίλειος (1887 – 1971)


 

Βραχνός Βασίλειος

Έλληνας στρατιωτικός. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1887. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πήρε μέρος σε όλους τους πολέμους από το 1912 μέχρι το 1922. Το 1940 έγινε υποστράτηγος και διορίστηκε διοικητής της 1ης Μεραρχίας Πεζικού. Μετά την έναρξη των επιχειρήσεων, έσπευσε σε βοήθεια του Αποσπάσματος Πίνδου και συνέβαλε στην ήττα της Μεραρχίας Αλπινιστών Τζούλια. Στη διάρκεια της Κατοχής ήταν ένας από τους ιδρυτές της αντιστασιακής οργάνωσης «Άγνωστος Μεραρχία». Συνελήφθη και εκτοπίστηκε πρώτα στην Ιταλία και μετά στη Γερμανία. Απελευθερώθηκε το 1945. Το 1946 προήχθη σε αντιστράτηγο και το 1948 αποστρατεύτηκε.

Εξελέγη βουλευτής Αργολιδοκορινθίας το 1951 και Ναυπλίας το 1952 με τον Ελληνικό Συναγερμό. Το 1954 ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπάγος τον διόρισε υφυπουργό Εξωτερικών.

Πέθανε κατά τον ύπνο του, στην Αθήνα, έπειτα από δηλητηρίαση λόγω φωταερίου. Ο Β. Βραχνός, ετών 84ων, βρέθηκε νεκρός,  από την κόρη του μαζί με τη σύζυγό του, Μαρίκα Λάμπρου, και το καναρίνι τους στο υπόγειο διαμέρισμά τους, στις 7 Μαρτίου 1971. Το αέριο είχε διαφύγει από τους αγωγούς που διέρχονταν από τα θεμέλια της πολυκατοικίας όπου διέμενε το ζεύγος.

 

Η είδηση του θανάτου του Βασιλείου Βραχνού στην εφημερίδα, «Μακεδονία» 1971-03-09.

 

Τιμήθηκε μεταξύ άλλων με τους Μεγαλόσταυρους της Γιουγκοσλαβίας και της Αιθιοπίας. Ο Βασίλειος Βραχνός έγραψε απομνημονεύματα, τα οποία δεν ολοκληρώθηκαν λόγω του θανάτου του.

.

Πηγή


  • National Geographic, «1940-41 Ελλάδα, η Πρώτη Νίκη», Αθήνα, 2000.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Παρουσίαση του Βιβλίου « Τετράδιο Πολέμου 1940 »


 

Λίγο πριν φτάσουν στο μέτωπο. Ο Δ. Σιώτος δεξιά.

Η Κοινωφελής Επιχείρηση Δήμου Άργους-Μυκηνών (ΚΕΔΑΜ), οι Εκδόσεις « Εκ Προοιμίου» και η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, σας προσκαλούν στην παρουσίαση του Βιβλίου « Τετράδιο Πολέμου 1940 » του Γιώργου Κόνδη, που θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα εκδηλώσεων του Μπουσουλοπούλειου 1ου Γυμνασίου Άργους ( Δαναού 26) το Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011 και ώρα 8.00 μ.μ.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:

Ο Αγαθοκλής Π. Παναγούλιας, Ιστορικός – Ερευνητής,

Ο Βασίλης Τσιλιμίγκρας, Φιλόλογος – Ιστορικός και ο Συγγραφέας.

Αποσπάσματα θα διαβάσει ο Σκηνοθέτης της Αργολικής Πολιτιστικής Πρότασης Νικόλας Ταρατόρης.

Η παρουσία σας θα μας δώσει ιδιαίτερη χαρά.

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο


 

Αλβανικό μέτωπο.

Το νέο βιβλίο του Κοινωνιολόγου – Εκπαιδευτικού « Τετράδιο Πολέμου 1940» έρχεται  να  προστεθεί  και  να  εμπλουτίσει την ήδη σημαντική σειρά των ερευνητικών βιβλίων, που αφορούν κυρίως στην τοπική ιστορία και παράδοση,  των εκδόσεων « Εκ προοιμίου».  Στις σελίδες ενός κιτρινισμένου και φθαρμένου τετραδίου που χρόνια κρατούσε κρυμμένο στο μπαούλο του ο Δημήτριος Ι. Σιώτος από τα Σταθέϊκα Άργους, είχε φυλαγμένες τις σκληρές αναμνήσεις μιας ολόκληρης εποχής. Κληρωτός του 1936, στην επιστράτευση του Οκτωβρίου 1940, εντάχθηκε στον 10ο Λόχο του 8ου Συντάγματος Πεζικού που είχε έδρα το Ναύπλιο.

« Στις 23/11/40 το βράδι εξεκίνησε όλο το σύνταγμα να φύγει πήραμε έναν ατραπό δρόμο ένας πίσω τον άλλον μέσα σε κάτι ρεματιές και σε κάτι δάση που δεν έβλεπες ούτες θεό από τις οξιές. Δο να μίνουμε κι να φθάσουμε που να μίνουμε άλος έπεφτε δόθε άλος γλίστραγε κίθε από τις λάσπες και την κακοτοπιά…».

Έτσι ξεκινάει η μακρά πορεία στο μέτωπο. Ο Δημήτριος Σιώτος με τα λιγοστά γράμματα της Δ΄ Δημοτικού καταγράφει το έπος της Αλβανίας με ένα πηγαίο λόγο, απλό και απέριττο. Η ιστορία του μπορεί να είναι η ιστορία κάθε στρατιώτη εκείνων των ημερών. Στις σελίδες του τετραδίου του, παρουσιάζονται οι κακουχίες και οι περιπέτειες ενός στρατού που κλήθηκε να υπερασπίσει την πατρίδα του σ’ έναν πόλεμο που κήρυξαν απροκάλυπτα οι δυνάμεις του άξονα.

 

Τετράδιο Πολέμου 1940

 

Περιγράφοντας την πεζοπορία προς το μέτωπο, ο Δημήτριος Σιώτος κατορθώνει με την αμεσότητα και την απλότητα της γλώσσας να μας δώσει εξαιρετικές εικόνες μιας δραματικής έντασης και ενός απίστευτου βαθμού δυσκολίας που ενισχύει στα μάτια μας την αίσθηση ηρωισμού των μαχητών αυτών.

Ελληνοαλβανικά σύνορα. Χαιρετιστήριο από εξάδελφο του Γ. Νανόπουλου.

Αυτό το τετράδιο – που μέσα του έκλεινε τη νιότη του- ο Δημήτριος Σιώτος εμπιστεύθηκε στον Κοινωνιολόγο και Εκπαιδευτικό Γιώργο Κόνδη. Αυτός το παρέλαβε με χαρά και σεβασμό. Το Τετράδιο Πολέμου ήταν ο πυρήνας μιας σπουδαίας έρευνας, που σήμερα ο συγγραφέας μας παραδίδει εμπλουτισμένη με συνεντεύξεις και αφηγήσεις κι άλλων μαχητών, όπως του Γεωργίου Δ. Νανόπουλου από την Πυργέλα.

Επιχειρεί στο βιβλίο του να καταγράψει άγνωστες λεπτομέρειες και προσωπικές εμπειρίες των μαχητών του ’40 αναζητώντας πληροφορίες σε αρχεία, σε παλιά έγγραφα, σε δημοσιεύματα εκείνης της περιόδου αλλά και επίσημα στοιχεία από τον Δήμο του Άργους. Αντιπαραβάλει σχετικά κείμενα σπουδαίων ποιητών και συγγραφέων όπως το « Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη, οι συγκλονιστικές περιγραφές του Άγγελου Τερζάκη για τις μάχες που δόθηκαν για την κατάληψη της Κλεισούρας και Τεπελενίου κ.α.

« στην 1 η όρα κατέβηκα στο άργος και τόκοψα στα πόδια και το προΐ με τον ίλιο έφθασα στο χωριό …τέλος. Στης 27/4/41 έφθασα στο σπίτη».

28/10/1940 – 27/4/41. Μια συγκλονιστική ιστορία ενός απλού ανθρώπου, ενός απλού μαχητή, που χώρεσε σε 70 σελίδες ενός απλού τετραδίου.

 

Read Full Post »

Η γερμανική επίθεση στην Ελλάδα 1941


 

Προέλαση των Γερμανικών στρατευμάτων προς το νότο. Φωτογραφία: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο Bundesarchiv.

Τον χειμώνα του 1940 και ενώ σχεδόν ολόκληρη η Ευρώπη έχει υ­ποταχθεί στις δυνάμεις του ναζισμού, η Ελλάδα καταφέρνει να α­ποκρούσει με επιτυχία την εισβολή της Ιταλίας στην επικράτειά της, αναπτερώνοντας το ηθικό όσων κρατών απέμεναν ακόμη να αντιστέκονται. Θορυβημένος από την ήττα του Μουσολίνι στην Ήπειρο, ο Χίτλερ αποφασίζει να παρέμβει. Ο ήδη εξαντλημένος από τις πολύμηνες μάχες στην Πίνδο ελληνικός στρατός δεν ήταν σε θέση να αντιπαρατεθεί με τις αριθμητικά πολλαπλάσιες δυνάμεις της Ιταλίας, της Γερμανίας και της Βουλγαρίας, μο­λονότι 60.000 Βρετανοί, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί, Κύπριοι και Παλαιστίνιοι στρατιώτες προσέφεραν πολύτιμη βοήθεια. Πάντως, ο απελπισμένος αγώνας που δόθηκε μέχρι να σβήσει και η τελευταία εστία αντίστασης, στην Κρήτη, αποτέλεσε μια από τις συγκλονιστικότερες στιγμές του 20ού αιώ­να.

Από τους Έλληνες υπερασπιστές των οχυρών της γραμμής Μεταξά, που συνέχισαν να πολεμούν ακόμη και όταν όλα είχαν τελειώσει, μέχρι τους απαράμιλλης ανδρείας Νεοζηλανδούς, από τους οποίους ζητήθηκε να δώ­σουν και την τελευταία ρανίδα του αίματός τους, στον Πλαταμώνα, η μά­χη της Ελλάδας ανέδειξε τα όρια του ανθρώπινου θάρρους. Παρά τα λάθη, η Γερμανία χρειάστηκε περισσότερες ημέρες για να θέσει υπό τον έλεγχό της ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, απ’ ό,τι χρειάστηκε για να καταλάβει τη Γαλλία. Εντούτοις, απέδειξε – σε όσους ακόμη αμφέβαλλαν – ότι διαθέτει την αρτιότερη πολεμική μηχανή που είχε εμφανιστεί έως τότε στην ιστορία και θα χρειαζόταν χρόνια για να νικηθεί.

 

Άκαρποι διπλωματικοί ελιγμοί

 

Αλέξανδρος Παπάγος, αρχιστράτηγος των ελληνικών δυνάμεων.

Η γερμανική εισβολή στη Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα, στις 6 Απριλίου του 1941, σηματοδοτούσε την περιέλευση της Βαλκανικής υπό τον γερμανικό έ­λεγχο. Η χερσόνησος δεν αποτελούσε στο σύνολό της πεδίο προτεραιότητας για το Βερολίνο. Καθοριστικός για τον γερμανικό σχεδιασμό ήταν ο έλεγχος των πετρελαιοπηγών της Ρουμανίας. Το ενδιαφέρον της Γερμανίας για την Ελλάδα προέκυψε ως αποτέλεσμα της ιταλικής επίθεσης τον Οκτώβριο του 1940. Σε σχετική ιταλική βολιδοσκό­πηση, το Βερολίνο είχε απαντήσει αρ­νητικά, επικαλούμενο την ανάγκη αποφυγής εγκατάστασης των Βρετα­νών στο νότιο άκρο της χερσονήσου με συνέπεια να απειληθεί η ανεμπόδιστη χρήση των ρουμανικών πετρελαιοπη­γών, αφού η Ρουμανία θα βρισκόταν εντός του βεληνεκούς της βρετανικής αεροπορίας.

Η ιταλική εμπλοκή και κυρίως η ήτ­τα των ιταλικών δυνάμεων στην Αλβα­νία έθετε την Ελλάδα στο επίκεντρο του γερμανικού στρατιωτικού σχεδιασμού. Τον Δεκέμβριο του 1940, ο Χίτλερ έδι­νε τη συγκατάθεσή του για το σχέδιο «Μαρίτα», που προέβλεπε την κατάληψη της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας προκειμένου να εξασφαλιστούν η νότια και ανατολική γερμανική πλευρά εν ό­ψει της εκστρατείας κατά της Σοβιετικής Ένωσης που επρόκειτο να αναλη­φθεί εντός του 1941. Πριν προσφύγει, όμως, τελικά στη στρατιωτική λύση, το Βερολίνο θα αναλάμβανε διπλωματική προσπάθεια για ανακωχή μεταξύ της Ιταλία και της Ελλάδας.

Οι προσπάθειες αυτές που εξελίχθηκαν από τον Δε­κέμβριο του 1940 έως και τον Φεβρου­άριο του 1941 απέβησαν άκαρπες, καθώς η Αθήνα δεν ήταν διατεθειμένη να εγκαταλείψει τη συμμαχία της με τη Βρε­τανία, αλλά μόνο να εξασφαλίσει τη δια­κοπή των εχθροπραξιών με την Ιταλία.

Αντίθετα, η προτεραιότητα για το Βερολίνο ήταν να εκδιώξει τους Βρετανούς από την Ελλάδα. Η τελευταία θα προ­σπαθούσε να τηρήσει ιδιαίτερα προ­σεκτική στάση, αποφεύγοντας να προκαλέσει τη γερμανική πλευρά. Ήδη, κα­τά τις συνομιλίες της με τους Βρετανούς, η Αθήνα είχε αρνηθεί να δεχθεί βρετανικές δυνάμεις στο έδαφός της, αφού η βρετανική ενίσχυση φαινόταν ανεπαρκής για την απώθηση γερμανικής εισβολής αλλά επαρκής για να προκα­λέσει το Βερολίνο.
 
 

Γερμανοί στρατιώτες στην Ελλάδα, Απρίλιος 1941. Φωτογραφία: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο Bundesarchiv.

 

Όταν τελικά, προς το τέλος Φεβρουαρίου, η Αθήνα θα δεχό­ταν τη βρετανική ενίσχυση ήταν περί­που βέβαιο ότι οι γερμανικές δυνάμεις θα επενέβαιναν υπέρ των Ιταλών. Η είσοδος του γερμανικού στρατού στη Βουλγαρία ήταν η από μακρού αναμε­νόμενη επιβεβαίωση των γερμανικών προθέσεων.

Στον γερμανικό σχεδιασμό σημαντική θέση κατείχε και η Γιου­γκοσλαβία. Το Βελιγράδι αισθανόταν α­πό καιρό τη γερμανική πίεση και η θέ­ση του δεν ήταν αναμφισβήτητη στο πλευρό των δυτικών δυνάμεων. Στις 25 Μαρτίου, υπό την επίδραση του αντιβασιλέως Παύλου, η Γιουγκοσλαβία ε­πρόκειτο να προσχωρήσει στον Άξονα. Η εικόνα ανατράπηκε άρδην στις 27 Μαρτίου, όταν πραξικόπημα φιλοβρετανικών στοιχείων στον στρατό και στις υπηρεσίες ασφαλείας, με τη συνδρομή των βρετανικών υπηρεσιών, ανέτρεψε τον αντιβασιλέα και την κυβέρνησή του.

 

Η 6η Μεραρχία του Στρατού της Αυστραλίας περνά τον Αλιάκμονα στις 13 Απριλίου 1941. Φωτογραφία από το βιβλίο του Μιχάλη Ν. Κατσίγερα, «Ελλάδα 20ος αιώνας: Οι φωτογραφίες».

 

Ο νεαρός βασιλέας που ανέλαβε την άσκηση των βασιλικών του καθηκό­ντων χωρίς αντιβασιλεία διόρισε μια νέα κυβέρνηση που δεν συμμεριζόταν τον προσανατολισμό της γιουγκοσλαβικής πολιτικής προς τον Άξονα. Το πραξικόπημα στο Βελιγράδι θα αντιμετωπιζόταν από τη γερμανική πλευ­ρά με την προσφυγή στη στρατιωτική επιλογή. Αυτή είχε γίνει υποχρεωτική και για την Ελλάδα από την οπτική του Βερολίνου ήδη από τα μέσα Μαρτίου, αφού η εαρινή επίθεση των Ιταλών στην Αλβανία είχε αποκρουστεί από τις ελληνικές δυνάμεις και συνεπώς δεν δια­φαινόταν δυνατότητα ανατροπής της στρατιωτικής κατάστασης.

 

Η κεραυνοβόλος επιχείρηση «Μαρίτα» στα Βαλκάνια

 

Γερμανικά πολεμικά πάνω από τον Παρθενώνα.

Από στρατιωτική άποψη, οι γερμανικές δυνάμεις ήταν αναμφισβήτητα υπερέχουσες και η εξέλιξη των επι­χειρήσεων αποτελούσε μια βαλκανι­κή εκδοχή του κεραυνοβόλου πολέ­μου που είχαν εφαρμόσει με επιτυχία οι Γερμανοί στη δυτική Ευρώπη τον Μάιο του 1940. Οι Έλληνες είχαν ισχυρές οχυρώσεις στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο αλλά όχι στην ελληνογιουγκοσλαβική. Πέραν αυτού, ο ελληνοβρετανικός σχεδιασμός έπα­σχε, καθώς δεν ήταν σαφές αν θα ε­πιδιωκόταν η άμυνα σε προωθημένη γραμμή ή η εκκένωση της ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης ώστε να στηριχθεί αμυντικά μια γραμμή στον ποταμό Αλιάκμονα. Η εξέλιξη των ε­πιχειρήσεων κατέστησε μάλλον ακαδημαϊκές τις σχετικές συζητήσεις.

Οι Γερμανοί επιτέθηκαν ταυτόχρονα στην Ελλάδα και στη Γιουγκοσλαβία στις 6 Απριλίου. Η υπεροχή τους σε τεθωρακισμένα και στον αέρα ήταν σαφής, ενώ αντίθετα, οι βρετανικές, νεοζηλανδικές και αυστραλιανές δυ­νάμεις που είχαν εισέλθει στον ελ­ληνικό χώρο τον Μάρτιο δεν διέθεταν τα μηχανοκίνητα μέσα και την αε­ροπορική κάλυψη σε επάρκεια. Από ελληνικής πλευράς, ο κύριος όγκος των δυνάμεων ήταν δεσμευμένος στο μέτωπο της Αλβανίας. Τα οχυρά στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο α­ποδείχθηκαν αξιόπιστα ως προς τη δυ­νατότητά τους να καθυστερήσουν την προέλαση του επιτιθέμενου, δεν είχαν όμως πρακτική αξία από τη στιγμή που οι γερμανικές δυνάμεις έκαμψαν εύ­κολα τη γιουγκοσλαβική αντίσταση και εισήλθαν ταχύτατα στο ελληνικό έδαφος, μέσω της κοιλάδας του Αξι­ού και κατέλαβαν τελικά τη Θεσσα­λονίκη στις 9 Απριλίου.

Αλέξανδρος Κορυζής, πρωθυπουργός της Ελλάδας παραμονές της γερμανικής εισβολής.

Οποιαδήπο­τε περαιτέρω αντίσταση στα οχυρά δεν είχε νόημα. Η προέλαση ήταν τα­χεία και στη Γιουγκοσλαβία, το Βελι­γράδι καταλήφθηκε στις 17, ενώ η γραμμή των Θερμοπυλών ήταν προφανές τις ίδιες μέρες ότι δεν μπορούσε να αντέξει. Η ραγδαία γερμανική προέλαση απέκοψε και τις ελληνικές δυνάμεις που βρίσκονταν στο μέτω­πο της Αλβανίας. Η συντριπτική γερ­μανική υπεροχή άσκησε μεγάλη ψυ­χολογική και υλική πίεση στον ελλη­νικό στρατιωτικό μηχανισμό και στην πολιτική ηγεσία.

Ο διάδοχος του Με­ταξά στην πρωθυπουργία, Αλέξανδρος Κορυζής, αυτοκτόνησε στις 18 Απρι­λίου, ενώ διοικητές των μονάδων της στρατιάς Ηπείρου με επικεφαλής τον στρατηγό Τσολάκογλου, ενώπιον του αδιεξόδου στο οποίο βρίσκονταν, προχώρησαν σε συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς στις 20 Απριλίου, παρά τις αντίθετες διαταγές του βασιλιά Γεωργίου του Β’ και του αρχιστρα­τήγου Αλεξάνδρου Παπάγου, οι οποίοι κατανοούσαν την πολιτική, ψυχολο­γική σημασία, αλλά και τη στρατηγι­κή προοπτική της παραμονής τα Ελλάδας στο πλευρό των Βρετανών.

Ο στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου, πρώτος κατοχικός πρωθυπουργός.

Η συνθηκολόγηση δεν επηρέασε πάντως την προσπάθεια εκκένωσης των συμμαχικών δυνάμεων από την ηπειρωτική Ελλάδα. Η επιχείρηση εξελίχθηκε με επιτυχία και μεγάλο μέρος των δυνάμεων αυτών μεταφέρ­θηκαν στην Κρήτη, όπως άλλωστε ο βασιλιάς, η κυβέρνηση και υπολείμ­ματα των ελληνικών ενόπλων δυνά­μεων.

Οι γερμανικές δυνάμεις εισήλ­θαν στην Αθήνα στις 27 Απριλίου. Η ελληνική επικράτεια, με εξαίρεση την Κρήτη, βρισκόταν πλέον υπό την τριπλή, γερμανική, βουλγαρική και ι­ταλική κατοχή. Τα κίνητρα του Τσολάκογλου και των στρατηγών θεωρήθηκαν δια­βλητά όταν αυτοί ανέλαβαν να σχη­ματίσουν μια κυβέρνηση συνεργασίας με τις δυνάμεις Κατοχής, ευθύς μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθή­να. Την κατάληψη της ηπειρωτικής Ελλάδας ακολούθησε η κατάληψη της Κρήτης τον Μάιο του 1941.

 

Οι επιπτώσεις

 

Αν και η γερμανική επίθεση δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί από τους Έλληνες και τους Συμμάχους, προκάλεσε απώλειες σε επίλεκτες γερμανικές μονάδες και ενδεχομένως κάποια καθυστέρηση στην έναρξη της γερμανικής επίθεσης κατά της Σοβιετικής Ένωσης, που τελικά πραγ­ματοποιήθηκε στις 22 Ιουνίου.

 

Ξεσπιτωμένοι Έλληνες. Φωτογραφία: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο Bundesarchiv.

 

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν κρίθηκε στα Βαλκάνια, η κλίμακα των δυνά­μεων στη γωνία αυτή της Ευρώπης δεν ήταν συγκρίσιμη με αυτή των άλλων μετώπων. Ούτε είναι βέβαιο ότι η γερμανική προέλαση στο σοβιετι­κό έδαφος καθυστέρησε καθοριστικά λόγω της βαλκανικής εκστρατείας. Αυ­τό που ανέδειξε όμως ο πόλεμος και η Κατοχή στα Βαλκάνια, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, ήταν ότι η κυ­ριαρχία της ναζιστικής Γερμανίας εί­χε πολύ λίγους υποστηρικτές, η Γερ­μανία έπρεπε να επέμβει στρατιωτι­κά και να υποστεί το κόστος σε έμ­ψυχο και άψυχο δυναμικό μιας μακροχρόνιας επιβολής δια της βίας, εγ­χείρημα το οποίο τελικά υπερέβαινε τις δυνατότητες της Γερμανίας.

 

Σωτήρης Ριζάς

Διευθυντής Ερευνών

στο Κέντρο Έρευνας της Ιστορίας του Νεότερου Ελληνισμού

της Ακαδημίας Αθηνών.

 

 

Πηγή


  • Καθημερινή, «Η γερμανική επίθεση στην Ελλάδα», Κυριακή 27 Ιουνίου 2010.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ο σιδηρόδρομος στην Αργολίδα 1882-1900


 

Πριν από ένα σχεδόν αιώνα στην Ελλάδα ξεκί­νησε το μεγάλο εγχείρημα του σιδηροδρόμου. Ήταν τότε για το νεοσύστατο ελληνικό κράτος η σοβαρότερη επενδυτική απόφαση. Οι συζητήσεις που έγιναν για την κατασκευή της γραμμής ΑθηνώνΆργους Ναυπλίου, όπως και οι αποφάσεις που τελικά πάρθηκαν πριν 100 χρόνια [το άρθρο είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό «Απόπειρα», το χειμώνα του 1994], ίσως είναι και οι μόνες που ασχολήθηκαν σοβαρά με το συγκοινωνιακό ζήτημα και χαρακτηρίζουν τη σιδηροδρομική γραμμή μέχρι σήμερα.

Η επιλογή, το 1882, της μετρικής γραμμής (πλάτος 1,00 μ.) με το χαρακτηρισμό «γραμμή τοπικού χαρακτήρα» για το δίκτυο της Πελοποννήσου, αντί της διεθνούς γραμμής (πλάτος 1,43 μ.), καθορίζει μέχρι σήμερα το σιδηροδρομικό δίκτυο. Η μετρική γραμμή επιλέχθηκε για λόγους οικο­νομικής στενότητας του κράτους. Ήταν περισσό­τερο συμφέρουσα, επειδή σήμαινε λιγότερες απαλλοτριώσεις, λιγότερη ξυλεία για τα υποστηρίγματα, μικρότερες καμπύλες και ελάχιστα αναγκαία τούνελ. Στη Βουλή ο Χ. Τρικούπης, επιχειρηματολογώ­ντας για την επιλογή αυτής της γραμμής (μετρική αντί διεθνής), ανέφερε ότι οι τοπικοί σιδηρόδρομοι θα γίνουν τότε μόνο διεθνείς, όταν οι περιστάσεις καταστούν ευνοϊκότερες, όταν η συγκοινωνία αυξηθεί, όταν η ανάπτυξη της χώρας το επιτρέψει. Εκατό χρόνια αργότερα, και στηριζόμαστε ακόμα στις προτάσεις που υλοποίησε ο Χ. Τρικούπης και στα όνειρα που είχε τότε για το σιδηρόδρομο.

 

Πληθυσμιακά και συγκοινωνιακά στοιχεία της «περιο­χής» Άργους -Ναυπλίου κατά την περίοδο 1880-1890

 

Για να κατανοήσουμε καλύτερα το έργο του σιδηροδρόμου, σαν έργο ζωής, οικονομικής ανάπτυξης και ενοποίησης της γεωργικής Ελλά­δας αναφέρουμε τον πληθυσμό και τα υπάρχοντα συγκοινωνιακά μέσα στις αρχές του 1880 στην Αργολίδα.

Σύμφωνα με την απογραφή του 1879[1]:

Επαρχία Ναυπλίας 16.019 κάτοικοι. Δήμος Ναυπλιέων 9.045 κάτοικοι. Ναύπλιο 4.598. Πρόνοια 1.757

Επαρχία Άργους 24.284 κάτοικοι. Δήμος Αργείων 11.793 κάτοικοι. Άργος 9.861.

Απογραφή 1889[2]: Δήμος Ναυπλιέων 10.879 κάτοικοι. Ναύπλιο 5.459 κάτοικοι. Πρόνοια 1.694.  Άργος 9.814. Δήμος Αργείων 12.057 κάτοικοι.

Στις αρχές του 1880, όπως γράφει ο Α. Μηλιαράκης στο βιβλίο «Γεωγραφία και πολιτική, νέα και αρχαία του Νομού Αργολίδος και Κορινθίας», υπήρχαν οι εξής αμαξιτοί δρόμοι: α) Κόρινθος – Άργος – Τρίπολη. Η μόνη αμαξιτός που συγκοινωνεί μετά της λοιπής Ελλάδας. β) Οδός Άργους – Ναυπλίου γ) Οδός   Άργους – Χαρβατίου, χάριν των αρχαιοτήτων Μυκηνών, και Ναυπλίου – Χαρβα­τίου βατή, διασχίζουσα την πεδιάδα, δ) Ναυπλίου – Τολού, ε) Ναυπλίου – Λυγουρίου – Ιερού Ασκληπιού στ) Άργους – Κάτω Μπέλεσι.

Αναφέρει δε χαρακτηριστικά: «Η δια των αμαξιτών τούτων οδών συγκοινωνία των επαρχιών και των δήμων του νομού δεν είνε επαρκής, διότι πολλοί των μεσογείων δήμων μένουσιν είτε εντελώς απομεμονωμένοι εντός των λεκανοπεδίων των, συγκοινωνούντες μόνο δι’ ατραπών δυσβάτων, αποτόμων και πετρωδών δι’ ων δυσχερής η πορεία δυσχερεστέρα δε η μεταφορά προϊόντων».

Ας δούμε όμως ενδεικτικά την πυκνότητα των ημερησίων διελεύσεων κατά την τριετία 1870 -1872 για το δρόμο Ναυπλίου – Άργους, όπως φαίνεται από τα καταβαλλόμενα διόδια. 1870,117 διελεύσεις την ημέρα, 1871,117 διελεύσεις την ημέρα, 1872,121 διελεύσεις την ημέρα. Η καταβολή διοδίων δεν αφορούσε όσους μετα­κινούνταν για να πάνε στα χωράφια τους, για τον τρύγο ή για τη σοδειά ούτε την Ταχυδρομική Υπηρεσία, τη Χωροφυλακή, το Ιππικό ή όσους έχουν κάποια σχέση με τη διοίκηση. Η πυκνότη­τα κυκλοφορίας αφορούσε ουσιαστικά το εμπό­ριο.

Η συγκοινωνία μέσω θαλάσσης υπάρχει μεταξύ Ναυπλίου – Πειραιά με ατμόπλοια και Ναυπλίου – Μύλων με βάρκες. Το λιμάνι του Ναυπλίου χαρακτηρίζεται από τον Α. Μηλιαράκη, «ουχί ασφαλές, προσβαλλόμενον υπό των νοτίων ανέμων, είνε δε προσέτι και αβαθές, μη προσιτόν εις ατμόπλοια και μεγάλα πλοία, άτινα αγκυροβολούσι μακριά». Το 1881 οι εξαγωγές του λιμανιού του Ναυπλίου[3] προς το εξωτερικό αντιπροσωπεύουν το 1,3% του συνόλου των ελληνικών εξαγωγών και το 2,5% των εισαγωγών. Η σταφίδα βρίσκεται στην πρώτη θέση των εξαγωγών με έναν όγκο 1.813.350 ενετικών λίτρων το 1882. Η προσέγγιση πλοίου της ελληνικής ατμοπλοϊκής εταιρίας ήταν τακτι­κή (5 φορές την εβδομάδα). Προς το τέλος του αιώνα το λιμάνι του Ναυπλίου χάνει τον οικονο­μικό ρόλο που έπαιξε ως τις αρχές της δεκαετίας του 1880. Πρώτη διαπίστωση. Αν εξαιρέσουμε τη θαλάσσια συγκοινωνία, η χερσαία συγκοινωνία – οδικό δίκτυο είναι σχεδόν ανύπαρκτη.

 

Οι πρώτες προτάσεις ως την ίδρυση της Α.Ε. ΣΠΑΠ (1870 – 1882)

 

Η ιστορία του σιδηροδρόμου στη νεότερη Ελλά­δα είναι άμεσα συνδεδεμένη με το σιδηροδρομικό δίκτυο του νομού Αργολίδας. Στα πρώτα κιόλας σιδηροδρομικά σχέδια που κατατέθηκαν στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος συναντάμε προτά­σεις για τη σιδηροδρομική ανάπτυξη της Αργο­λίδας. Το όνειρο του σιδηροδρόμου ξεκίνησε πολύ νωρίς. Μόλις το 1835 έγινε πρόταση για την κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής Αθηνών – Πειραιώς. Ως το 1880 έχουν γίνει μόνο 9 χλμ. της γραμμής αυτής. Το 1882 μπορεί να χαρακτη­ριστεί σαν «έτος της ελληνικής σιδηροδρομικής εποχής».

Τη χρονιά αυτή ο Χ. Τρικούπης θα υπογράψει οριστικές συμβάσεις για τα δίκτυα Θεσσαλίας – Πελοποννήσου και Αττικής συνολι­κού μήκους900 χλμ. Μέχρι να φθάσουμε όμως στο έτος 1882 κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι. Ακούστηκαν και παρου­σιάστηκαν πολλές προτάσεις για την ανάπτυξη του σιδηροδρομικού δικτύου. Στις προτάσεις αυτές τις περισσότερες φορές συμπεριλαμβάνεται και ο νομός Αργολίδας.

Συγκεκριμένα: 1868: Ο Βαρώνος και χρηματιστής Louis de Normand προτείνει την κατασκευή τριών γραμ­μών, μεταξύ των οποίων και αυτή που συνδέει το Λακωνικό Κόλπο με την Τρίπολη και την Κόρινθο.

1871 (Οκτώβριος): Όμιλος Γάλλων κεφαλαιούχων προτείνει στην ελληνική κυβέρνηση την κατα­σκευή της γραμμής: Πειραιάς – Κόρινθος – Ναύπλιο – Σπάρτη – Γύθειο – Αλμυρός.

1879 (Ιούλιος): Ο κόμης ντε Μοντρεσύ υποβάλλει σχέδια τεσσάρων γραμμών, ανάμεσα στις οποίες και η γραμμή Κόρινθος – Τρίπολη – Καλαμάτα, με διακλάδωση σε Κουτσοπόδι – Άργος – Ναύπλιο.

1881 (31/8): Ο Κουμουνδούρος υπογράφει σύμβα­ση με τον L. Perdoux για την κατασκευή δυο γραμμών Πειραιώς – Λαρίσης και Πειραιώς – Πατρών, με διακλάδωση Κόρινθο – Ναύπλιο – Μύλους, διεθνούς πλάτους1,43 μ. Η διακλάδωση αφορούσε γραμμή πλάτους0,70 μ. στρωμένη πάνω σε αμαξιτό δρόμο. Ο ανάδοχος δηλώνει αδυναμία να εκτελέσει τις υποχρεώσεις του και ζητά να αναθεωρηθούν οι όροι της σύμβασης.

1882: Το φιλόδοξο όνειρο του σιδηροδρόμου αρχίζει να γίνεται πραγματικότητα. Ο πρωθυπουργός Χ. Τρικούπης εισάγει στη Βουλή τρία νομοσχέδια για τις σιδηροδρομικές γραμμές της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων και τη γραμμή Πειραιώς – Πατρών, με διακλάδωση προς Κό­ρινθο – Ναύπλιο – Μύλους. Η γραμμή αυτή, κατά την πρόταση του Τρικούπη, θα είναι αυτόνομη και όχι σε τμήμα του αμαξιτού δρόμου, πλάτους1,00 μέτρου και όχι 1,43 που προέβλεπε η σύμβαση Κουμουνδούρου – L. Perdoux. Στις συζητήσεις της Βουλής, 20, 24 και 25 Μαΐου» 1882, (οι σημαντικότερες που έχουν γίνει για το σιδηρόδρομο) σφοδρή υπήρξε η αντιπαράθεση των προτάσεων Τρικούπη – Κουμουνδούρου.

Η πρόταση Τρικούπη, για επιλογή γραμμής μετρι­κού πλάτους στο δίκτυο της Πελοποννήσου, και οικονομικότερη ήταν και σύμφωνη με τις γενικές αρχές της στρατηγικής του. Σύμφωνα μ’ αυτή «το κράτος με τη μικρότερη δική του επιβάρυνση (θα πρέπει) να εκμεταλλευτεί τη βελτίωση της εξωτερι­κής πίστης και – προσελκύοντας ελληνικά και διεθνή κεφάλαια – να προωθήσει στο συντομότερο χρονικό διάστημα (4-5 χρόνια) την κατασκευή ολόκληρου του εσωτερικού σιδηροδρομικού δικτύου». Στις 19/4/1882 ο Χ. Τρικούπης υπογράφει σύμβα­ση με την Γενική Πιστωτική Τράπεζα (Γ.Π.Τ.), διευθυντής της οποίας ήταν ο Ι. Δούμας, όπου προβλέπεται η κατασκευή της γραμμής Πειραιώς – Πατρών με διακλαδώσεις προς Κόρινθο – Άργος – Ναύπλιο και  Άργος – Μύλους, μέσα σε τέσσερα χρόνια.

Αξιοσημείωτο είναι ότι εκτός των άλλων, στη σύμβαση ορίζεται πως η διοίκηση θα έχει το δικαίωμα να ζητήσει την τοποθέτηση χωρίσματος σε κάθε βαγόνι, για τις γυναίκες που ταξιδεύουν μόνες τους. Στις ημέρες των εορτών και των πανηγύρεων θα ισχύουν φθηνότερες τιμές. Στις 17/10/1882 ιδρύεται η Α.Ε. ΣΠΑΠ (Ανώνυ­μος Εταιρία Σιδηροδρόμων Πειραιώς – Αθηνών – Πελοποννήσου).

 

Η ιστορία του αργολικού σιδηροδρόμου μέσα από τον τοπικό Τύπο.

 

Τα πρώτα βήματα

Η σύμβαση του Χ. Τρικούπη με τη την Γενική Πιστωτική Τράπεζα υπογράφηκε στις 19/4/82. Το σιδηροδρομικό ζήτημα απασχόλησε έντονα και τον Τύπο της Αργολίδας. Κάθε εφημερίδα, ανάλογα με τον πολιτικό της προσανατολισμό, δίνει μεγαλύτερη ή μικρότερη έμφαση στο θέμα αυτό. Ήδη από 18/9/82 η ναυπλιακή εφημερίδα «Αργολίς» ανακοι­νώνει ότι έφτασαν στο Ναύπλιο οι πρώτοι μηχανικοί και πείστηκαν ν’ αρχίσουν το έργο από τη μεταξύ Ναυπλίου και Άργους γραμμή, παρότι οι εργασίες γι’ αυτό το τμήμα του δικτύου είχαν προγραμματιστεί για το τέταρτο έτος. Η ανακοίνωση καταλήγει με πρόκληση στην πολι­τικά αντίθετη επίσης ναυπλιακή εφημερίδα «Ανεξαρτησία», η οποία απαντά την 1η Οκτω­βρίου 1882 με το εξής καυστικό σχόλιο: Οι μηχανικοί κατά την «Αργολίδα» αφικνούνται και η έναρξις γενήσεται εκ Ναυπλίου. Μη και τούτο ομοιάζει της Μουσικής, διορισθέντος μόνου του Αρχιμουσικού;

 

Ατμομηχανή «Τίρυνς» για τις γραμμές Πελοποννήσου κατασκευής Krauss, 1884.

 

Η ιστορία του αργολικού σιδηροδρόμου αρχίζει να γράφεται μεσ’ από τις αντιπαραθέσεις του τοπικού Τύπου, πολύ πριν ξεκινήσει το έργο κατασκευής του.

Τα έργα για την κατασκευή της γραμμής Πελο­ποννήσου ουσιαστικά ξεκίνησαν τον Νοέμβριο του 1882 με πολλά προβλήματα. Οι μέτοχοι καθυστερούν στην καταβολή του κεφαλαίου που τους αναλογεί και οι σταφιδοπαραγωγοί προβάλλουν αντίσταση στην κατάληψη της αναγκαίας γης. Στις 14 Ιουνίου 1884 η εφημερίδα του Άργους «Δαναός»  πληροφορεί ότι ήλθαν μηχανικοί για να ορίσουν τη θέση του σταθμού του Άργους και του Ναυπλίου. Για μεν το Άργος προσδιορίζεται ανατολικώς της πόλης «εκατόν περίπου βήματα εντεύθεν από της σταφιδοφυτείας του Κ. Ζορμπά εις το Ναύπλιο εν τη έξω της πόλεως και κάτωθι του Παλαμηδίου ιστορική ευρύτατη πλατεία».

 Η γραμμή από Άργος μέχρι το Μπολάτι ορίζεται παράλληλα του δημόσιου δρόμου και από κει μέχρι το Ναύπλιο δυτικότερα περί τα 15-20 μέτρα. (Το πώς σήμερα βρέθηκαν ιδιοκτησίες μεταξύ γραμμών και δρόμου στο κομμάτι Άργος – Μπολάτι, είναι ένα άλλο ερώτημα.) Για την έναρξη των εργασιών σημαντικό ρόλο έπαιξε ο Μ. Λαμπρινίδης, δικηγόρος – σύμβουλος της εταιρίας κατασκευής, και γνωστός συγγραφέ­ας της «Ναυπλίας». Αρχίζουν οι εργασίες για τη γραμμή Κορίνθου – Άργους. Τις πληροφορίες επιβεβαιώνει η εφημε­ρίδα του Ναυπλίου «Ανεξαρτησία» προτείνοντας ταυτόχρονα στις 19 Ιουλίου 1884, την κατασκευή και του παραλιακού δρόμου Μύλοι  – Ναύπλιο για να γίνει η πόλη ορμητήριο του εμπορίου.

 

Πρώτα προβλήματα

 

Και ενώ οι εργασίες για το σιδηρόδρομο ακόμα δεν έχουν αρχίσει, σοβαρή διένεξη δημιουργείται μεταξύ των πόλεων Ναυπλίου και Άργους σχετικά με το που θα περάσει η γραμμή του τρένου. Ο Τύπος και των δυο πόλεων φωτίζει με πλήθος πληροφορίες αυτή τη διαμάχη. Στις 7 Αυγούστου 1884 η εφημερίδα του Άργους «Δαναός» δημοσιεύει πρωτοσέλιδο άρθρο με τίτλο «Σιδηρόδρομος Πελοποννήσου» και γνωστο­ποιεί ότι, ενώ είχε από τη σύμβαση προγραμμα­τιστεί ο κλάδος που ξεκινάει από Κόρινθο να καταλήγει στο Ναύπλιο μέσω Άργους, και άλλος κλάδος ξεκινώντας από το Άργος να καταλήγει στους Μύλους, γίνεται προσπάθεια χάραξης της γραμμής από Δερβενάκια κατευθείαν στην Τί­ρυνθα. Πληροφορεί ότι υπάρχει σκέψη για γραμμή σύνδεσης απευθείας από Ναύπλιο στους Μύλους.

Με το επιχείρημα ότι η γραμμή είναι μεγαλύτερη σε χιλιόμετρα, κοστίζει περισσότερο το ταξίδι και ότι θα δαπανηθούν περισσότερα χρήματα για την κατασκευή της, απαιτεί από τον υπουργό να μην εγκρίνει την τροποποίηση. Διαφορετικά, προτρέπει τους Αργείους και λοιπούς Πελοποννησίους της δι’ ιπποσιδηροδρόμου ή άλλων εταιρειών αναπτύξεως της συγκοινωνίας αυτών.

Σε απάντηση η εφημερίδα του Ναυπλίου «Αργολίς» στις 14 Αυγούστου 1884 με κύριο άρθρο «Ο σιδηρόδρομος Κορίνθου-Ναυπλίου» αναφέρει ότι η γραμμή, εάν δεν διέλθει από το Άργος, θα είναι συντομότερη κατά δεκαπέντε χιλιόμετρα και προτείνει η διακλάδωση για τους Μύλους μέσω Άργους να γίνεται από την Τίρυνθα. Η γραμμή δε Ναύπλιο – Μύλοι να γίνει παραλιακή με το επιχείρημα ότι δεν υπάρχουν εκεί ιδιοκτη­σίες (οι σημερινές άραγε που βρέθηκαν;), άρα θα κοστίσει λιγότερο στην εταιρία.

Τέλος αναφέρει ότι «εν Ναυπλίω οκτώ χιλιάδες τουλάχιστον κάτοι­κοι των μερών εκείνων (Τριπόλεως – Κυνουρίας) έρχονται ετησίως είτε δια τας εμπορικάς και τας δικαστικάς υποθέσεις των, είτε ως μάρτυρες εις το Κακουργοδικείον, είτε το θέρος δια λουτρά κ.λπ. εις Άργος δε ουδ’ εκατόν ίσως». Την ίδια μέρα, 14 Αυγούστου 1884, ο «Δαναός» με τον τίτλο «Σιδηρόδρομος Πελοποννήσου» και υπότιτλο «Εν σπουδαίον παρόραμα και τινές προθήκαι» αναφέρεται πάλι στην πρόταση για τη γραμμή Κορίνθου – Ναυπλίου (χωρίς να διέρχεται από το Άργος) λέγοντας ότι αυξάνεται η απόστα­ση και ζημιώνεται το δημόσιο, μιας και επιχορη­γεί την εταιρία με 20.000 δρχ. το χλμ. Το ίδιο διάστημα έχει αρχίσει και η χάραξη της γραμμής Ναυπλίου – Άργους.

Διαπιστώνονται και οι πρώτες κακοτεχνίες από την εφημερίδα, αντί δηλαδή το πλάτος να χαράσσεται στο 1,00 μέτρο, χαράσσεται άλλες φορές 1,009 και άλλες 1,005. Δεν έλειψαν και τα πολιτικά μέσα και από τις δυο πόλεις για να υλοποιηθεί το ένα ή το άλλο σχέδιο. Οι βουλευτές του Άργους, I. Δανόπουλος, Π. Ζωγράφος, Γ. Τσόκρης ενήργησαν για τα συμφέροντα του Άργους, στέλνοντας ο τελευταίος και επιστολή προς Τρικούπη. Το ζήτημα παραμένει φλέγον και η «Αργολίδα» στο φύλλο της 30/8/84 επανέρχεται με τα εξής επιχειρήματα:

1ο, το λιμάνι του Ναυπλίου μπορεί να αποτελέσει διέξοδο για το σιδηρόδρομο, συνδέοντας τα παράλια της Πελοποννήσου με τη σιδηροδρομική γραμμή, ώστε να μπορεί να γίνεται μεταφορά εμπορεύματος.

2ο, η γραμμή Κορίνθου – Ναυπλίου περνά από περισσότερα χω­ριά της Αργολίδας (Κούτσι, Ανυφί, Μέρμπακα, Χώνικα, Πασσά, Φίχτια, Αρχαίες Μυκήνες), ενώ η γραμμή του Άργους περνά μόνο από το Κουτσοπόδι.

Τέλος προτείνεται αμέσως η εκβά­θυνση του λιμανιού και προς το σκοπό αυτό η επιβολή λιμενικού φόρου. Την ίδια περίοδο αρχίζει η μεταφορά υλικών για την γραμμή. Εκομίσθησαν ενταύθα εννέα χιλιάδες κιβώτια γαλλι­κής γης χρησίμου προς στερεοποίησιν της γραμμής του σιδηροδρόμου δια τους οχετούς και τας γέφυρας (Αργολίδα, 30/8/84). Διευθυντής των έργων είναι ο κ. Σνάιδερ. Σεπτέμβριος 1884 και το θέμα της διέλευσης της γραμμής δεν έχει λυθεί.

Η εφημερίδα «Δαναός» στις 13/9/84 επανέρχεται με άρθρο ανωνύμου και τίτλο «διατριβή σπουδαίου και αμερόληπτου αν­δρός», για την αναγκαιότητα του να περάσει η γραμμή από το Άργος. Κύριο επιχείρημα είναι η εμπορικότητα της πόλης. Υπάρχουν εμπορικά καταστήματα, μεγάλα τεχνουργεία, σιδηρουργεία, αμαξοπηγεία, κατασκευάζονται άροτρα εκεί, ενώ το Ναύπλιο είναι πόλη καθαρά στρατιω­τική. Αν δε αποφασισθεί, λέει, η αυτόνομη γραμμή Άργους – Ναυπλίου, σώζεται και η αρίστη πλατεία των γυμνασίων του στρατού του Ναυπλίου η εντός κειμένη της Πύλης της Ξηράς. Στα τέλη Σεπτεμβρίου 1884 φαίνεται ότι η εταιρία καταλήγει προς τη λύση Κόρινθος – Ναύπλιο με διακλάδωση Τίρυνθα – Άργος (Δαναός 21/9/84). Η τρικουπική εφημερίδα του Ναυπλίου «Πρόοδος» παρατηρεί ότι «κατήγαγον το ζήτημα της γενικής συγκοινωνίας εις τυπικήν έριν και έφθειραν αυτό».

Σταθμός Ναυπλίου, 1929.

Νοέμβριος 1884: Αρχίζουν οι προεργασίες. Κα­τασκευάζεται γραμμή στο Ναύπλιο δια μέσου παραλιακής οδού μέχρι της πλατείας Άρεως, για τη μεταφορά των χρήσιμων υλικών. Καταστρέφε­ται πρόχωμα της πλατείας για την επίχωση της θάλασσας, παρά τις αντιρρήσεις του τοπικού Τύπου (Ανεξαρτησία).

Δεκέμβριος 1884: Οι εργασίες συνεχίζονται. Φθάνουν στο Ναύπλιο πολλοί Ιταλοί εργάτες, μηχανήματα όμως δεν έχουν φθάσει ακόμα (εφημ. Ανεξαρτησία 5/12/84). Επιχωματώθηκε στο Ναύ­πλιο η τάφρος «ενώσασα πλέον ασφαλώς το Ναύπλιο με το έξω μέρος, ενώ μέχρι τούδε συνεκοινώνει δια σαθρών γεφύρων». Στήθηκε μηχάνημα για να ανελκύει στην αποβάθρα τα υλικά. «Στο μέγα τούτο ευεργέτημα της συγκοινωνίας ο τόπος αναγνω­ρίζει και δικαίως επευφημεί την κυβέρνησιν του Τρικούπη». «Πρόοδος», 8/12/1884. Ακόμα όμως δεν έχει λυθεί το θέμα της διέλευσης της γραμμής.

Ο «Δαναός» (22/12/1884) με πρωτο­σέλιδο το «Ζήτημα του σιδηροδρόμου» επαναφέρει το θέμα της διέλευσης της γραμμής, εκτιμώντας ότι η υπόθεση γέρνει προς όφελος του Ναυπλίου. Γράφει χαρακτηριστικά: «από χρόνων αμνημονεύ­των το Ναύπλιον αντιδρά κατά της προόδου του Άργους». Σύμφωνα με το δημοσίευμα πρωτοστάτες στην προσπάθεια για να αλλάξει η γραμμή ήταν ο δικηγόρος, πρώην βουλευτής Πυλίας και υποψή­φιος Ναυπλίας Ν. Καραπαύλος, και ο δικηγόρος Μιχ. Λαμπρινίδης, υπάλληλος της εταιρίας σιδη­ροδρόμων. Από τη μεριά του Άργους ο Δήμαρχος Σ. Καλμούχος ενημερώνει για τα συμβάντα το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης και βγαίνει το υπόμνημα που δίνεται στους βουλευτές του νομού, στους κατοίκους, στο Υπουργικό Συμβούλιο, στο Υπουργείο Εσωτερικών και στη Γενική Πιστωτι­κή Τράπεζα. Επισκέπτεται την περιοχή ο Ρούνδελ στις 3 Δεκεμβρίου 1884 για να διαπιστώσει ο ίδιος τα προβλήματα, αλλά μεροληπτεί, αφού στην περιοδεία του τον συνοδεύουν η κόρη του κ. Βλαγκάλη και ο κ. Μ. Λαμπρινίδης, που κατά την άποψη του «Δαναού» εξυπηρετούν τα συμφέροντα του Ναυπλίου.

Η κατάσταση της αντιπαράθεσης έχει οξυνθεί «η πρωτοφανής τω όντι κακία των γειτόνων ην πας φιλότιμος Αργείος οφείλει να μη λησμονήση ποτέ διότι θα ήνε ανάξιος της πατρίδος του και προδότης υϊός» (εφημ. «Δαναός»). Κατά το «Δαναό» πάντα, η πόλη του Άργους πρέπει να βρει άλλες συγκοινωνιακές λύσεις, όπως τροχιοδρόμων, λεωφορείων καταλήγει δε στο ρητό «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας». Παρ’ όλες τις αντιθέσεις η κατασκευή της γραμμής Ναυπλίου – Άργους επισπεύδεται, με την ελπίδα τον Ιούνιο του 1885 να παραδοθεί.

1η Ιανουαρίου 1885: Η εφημερίδα του Ναυπλίου «Πρόοδος» μας ενημερώνει ότι στην πλατεία Άρεως του Ναυπλίου έχουν κατασκευαστεί κα­ταστήματα υποστεγάσεως των βαγονιών και δωμάτια του σταθμού. Ο Α. Οικονόμος «λαοφιλής ηγέτης των νέων ιδεών», «τέκνον των Καλαβρύτων» συνηγορεί υπέρ της γραμμής Κόρινθος – Άργος (εφημ. Δαναός, 16/1/85). Στις τάξεις της πόλης του Ναυπλίου επικρατεί η βεβαιότητα ότι η γραμμή θα περάσει κατευθείαν από Ναύπλιο και αναφέρεται στην Πρόοδο, 2/2/85, «το ‘Αργος δεν έχει συστατικά πρωτευούσης και τοιαύτη ελπίς δι’ αυτό είναι όνειρο». Βγαίνει ψήφισμα από το Δημοτικό Συμβούλιο του Άργους και γίνεται κριτική από την εφημερίδα «Πρόοδο» γιατί δεν έβγαλε ανάλογο ψήφισμα το Δημοτικό Συμβούλιο του Ναυπλίου («Πρόοδος», 2/2/85).

Μάϊος 1885: Οι εργασίες στη γραμμή Ναυπλίου – Άργους έχουν σταματήσει και οι μόνες που γίνονται αφορούν τα κτήρια στην πλατεία Άρε­ως Ναυπλίου («Πρόοδος», 8/5/85). «Είναι δε καταπληκτικόν δια τον τόπο μας να παρουσιάζωνται καθ’ εκάστην εις διάφορα σημεία της πλατείας του Άρεως και θεμέλια νέων οικοδομών αίτινες την προτεραίαν δεν υπήρχαν» («Πρόοδος», 24/5/85).

Το πρόβλημα της γραμμής δεν έχει ακόμα λυθεί αλλά υπάρχει η εντύπωση ότι σίγουρα θα είναι απευθείας Κόρινθος – Ναύπλιον, επειδή ο σταθμός που κατασκευάζεται στο Ναύπλιο είναι ο μεγαλύ­τερος σταθμός της Πελοποννήσου (Πρόοδος, 24/5/ 85). Οι εργασίες της γραμμής του σιδηρόδρομου από Κόρινθο προς Αργολίδα προχωρούν. Στα Δερβε­νάκια υπάρχει «αποικία εργατών του σιδηροδρόμου των πλείστων Ιταλών», υπό τη διεύθυνση του εργολάβου από το Μιλάνο, Π. Κολόμβου.

Στη θέση «Χάνι Ανέστη» έχει κατασκευαστεί ξύλινο ξενοδοχείο όπου κυματίζει η ελληνική και ιταλι­κή σημαία. «Τι νομίζετε ότι δύνασθε να ευρήτε εν τω μικρώ εκείνω ξενοδοχείω; Την Ιταλίαν άνευ ουδεμίας υπερβολής. Όλα ευρωπαϊκά και τέλεια. Καφέν εξαίσιον, καφέν με γάλα της Ελβετίας κάλλιστον, καφέν με σοκολάτα, βούτυρον νωπόν, μαγειρικήν ιταλικήν και τεχνικωτάτην, κρέας βόειον και προβάτειον, πάστας παντός είδους, τυρόν Ελβετικόν, Ολλανδικόν και Ελληνικόν όλων των ειδών, χοιρομήρια σαλεσιτότα, σαρδέλας, τόνους, ποτά δε, οίνους του Άργους, της Νεμέας και της Ευρώπης, κονιάκ και όλα τα ποτά και αναψυκτικά, λιμονάδας αεριοειδείς και μπίραν Βιέννης» (εφημ. Άργος, 31/4/85).

Το καλοκαίρι του ’85 αρχίζει η τοποθέτηση των σιδερένιων ράβδων της γραμμής Ναυπλίου -Άργους, αλλά όπως μας πληροφορεί διαμαρτυρόμενη η εφημερίδα Ναυπλίου «Ανεξαρτησία», (13/6/85) δεν θα παραδοθεί σε λειτουργία εάν δεν τελειώσει η γραμμή μέχρι την Κόρινθο.

Ιούλιος 1885: Η εταιρία Σιδηροδρόμου αποφασί­ζει η γραμμή να πάει μετά τα Φίχτια στο Άργος και από κει στο Ναύπλιο. Το Δ.Σ. Άργους ευχαριστεί όσους συνέβαλαν στην προσπάθεια όπως τον κ. Ε. Σανόπουλο, νομικό σύμβουλο, και Αρ. Οικονόμου, βουλευτή Αττικής, Αν. Μηλιαράκη, έγκριτο λόγιο. Τέλος η εφημερίδα «Άργος» (6/6/85) απονέμει εύσημα στον Δήμαρχο Σπ. Καλμούχο «όστις ήτο το κίνητρον και η ψυχή τάσης ενεργείας» και καταγράφει το ψήφισμα του Δ.Σ. που ευγνωμονεί τους προαναφερθέντες φί­λους της πόλης. Το ψήφισμα ευχαριστεί και τους κ. Δ. Βαρδουνιώτη, ως συντάκτη της εφημερίδας «Δαναός» και ανταποκριτή αθηναϊκών εφημερί­δων, και τον κ. Διομήδη Φανδρίδη για τη βοήθειά του ως υπουργικός γραμματέας. Διαψεύδεται δημοσίευμα του «Ερασίνου» ότι τον Σεπτέμβριο παραδίδεται σε χρήση η γραμμή Ναυπλίου – Άργους.

 

Το πρώτο ταξίδι

 

Η εκμετάλλευση της γραμμής Αθηνών – Κορίνθου έχει αρχίσει από τον Απρίλιο (1885) και οι εισπράξεις της εταιρίας συνεχώς ανεβαίνουν. Γίνονται προτάσεις να κατασκευαστεί «περίζωμα στην Κακιά Σκάλα, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος από εκτροχιάσεις και να φύγει και ο φόβος των επιβατών ώστε να προτιμούν το τραίνο από τον θαλάσσιο δρόμο». Δημοσίευμα στον «Ερασίνο» πληροφορεί ότι το τρένο όπου συναντάει άμαξες και ζώα βγάζει «οξύν συριγμόν… και ότι εκ τούτου αφηνίασαν ίπποι και έπαθον άνθρωποι». Διάψευση αυτού έχουμε από την εφ. «Άργος» 23/8/85 και σχόλιο ότι «Είναι ουχ ήτον αληθές ότι το τοιούτο συμβαίνει οσάκις αι ατμάμαξαι συναντώσι καθ’ οδόν τον κ. Συντάκτην του Ερασίνου αλλά τον συρίζουσι χάριν φιλικού χαιρετισμού και απόδειξις είνε ότι ουδέποτε ο κ. Λόγδας αφήνιασεν».

Νοέμβριος 1885: Τοποθετείται η σιδερένια γέφυ­ρα εις τον Ξηριά. Η γραμμή Ναυπλίου – Άργους είναι πλέον έτοιμη για λειτουργία αλλά η εταιρία δεν αποφασίζει να τη λειτουργήσει αυτόνομα.

Δεκέμβριος 1885: Κύριο άρθρο στην εφημ. «Άργος» 19/12/85 αναφέρεται στην επιλογή των στενών γραμμών παρουσιάζοντας συγκριτικά οικονομικά στοιχεία. Η δαπάνη φθάνει 100.000 φρ. κατά χιλιόμετρο στενής γραμμής, μπορεί δε να φθάσει και 70.000 -80.000 φρ. ενώ η πλατειά γραμμή το μικρότερο που μπορεί να φθάσει είναι 120.000 – 130.000 το χιλιόμετρο και το περισσότε­ρο 200.000 – 250.000 φρ. Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 1885: Φθάνει από Κό­ρινθο η πρώτη ατμομηχανή με δυο μεγάλα βαγόνια και επισήμους το διευθυντή της Πιστω­τικής κ. Δούμα, τον κ. Αλ. Ποταμιάνο, πρώην βουλευτή Ναυπλίας, τον κ. Μ. Λαμπρινίδη, δικαστικούς και άλλους. Υπάρχει δέσμευση ότι την 1η Φεβρουαρίου 1886 θα παραδοθεί ο σιδη­ρόδρομος για χρήση του κοινού («Άργος», 19/12/ 85).

Στο Ναύπλιο πολύς κόσμος περίμενε το τρένο για να το υποδεχθεί. Ο κακός καιρός και το βαθύ «σκότος εις ον άφηκεν η αστυνομία την προκυμαία κατά την εσπέραν εκείνην, κατέστησε την παρουσίαν και των ολίγων μεινάντων περιττήν» («Πρόοδος», 24/12/85). Το τραίνο έφθασε στις 6.30 μ.μ. και την επομένη, στις 10.00, αναχώρησε για Αθήνα όπου έφτασε στις 8.30. Στο Άργος παρέμεινε 2 ώρες για να γευματίσουν οι ταξιδιώτες.

 

Πίνακας εισπράξεων 1888-1900.

 

Φλεβάρης 1886: Παρά τις υποσχέσεις η γραμμή δεν έχει μπει σε λειτουργία. Οι βροχές κατά το διάστημα αυτό μετέβαλαν την Αργολίδα «εις τέλμα και ανυπολόγιστες ζημιές απήνεγκον εις τα σπαρτά και τους γεωργούς». Από κακή εκτίμηση ή κακοτεχνία η εταιρία κατασκευής του σιδηροδρόμου δεν κατασκεύασε στην γραμμή Άργους – Ναυπλίου όσες γέφυρες έπρεπε, με αποτέλεσμα να υποστεί η γραμμή τεράστιες ζημιές, και να αναγκαστεί η εταιρία να κατασκευάσει πέντε νέες γέφυρες.

Η εκμετάλλευση της γραμμής αναβάλλε­ται για μήνες. Αίτημα για εκβάθυνση και καθά­ρισμα της κοίτης χειμάρων Ινάχου και Χαράδρου, όπως έγινε το 1869, για να μη μετατρέπεται η αργολική πεδιάδα σε λιμνοθάλασσα, προβάλλε­ται από τον Τύπο (Αργολίς, 8/2/86).

Μάρτιος 1886: Τελείωσαν οι εργασίες της γραμ­μής και προβλέπεται την 1η Απριλίου να παρα­δοθεί προς χρήση. Ο κόσμος με μεγάλη χαρά αναμένει την ημέρα έναρξης του σιδηροδρόμου, «την θεωρεί ως αφετηρίαν κοινωνικής προόδου». Παροτρύνεται η εταιρία να προσλάβει προσωπικό με ικανότητα και ειδικότητα. «Δια τούτο ως προς την εκλογήν των υπαλλήλων της δεν πρέπει να αποβλέψη κατ’ ελάχιστον εις προσωπικάς και ρουσφετολογικές συστάσεις ισχυρών ή ευνοουμένων, αλλ’ αυστηρώς και αποκλειστικώς εις την ικανότητα και τα λοιπά προσόντα». Τα ρουσφέτια καλά κρατούν. Πληροφορίες λένε, ότι η γραμμή Άργους – Μύλων θα τελειώσει τον Μάιο.

Φτιάχνεται ο κανονισμός δρομολογίων, και αναφέρονται δυο δρομολόγια από Αθήνα προς Άργος και Ναύπλιο, επτά δρομολόγια Άργος – Ναύπλιο και τέσσερα Άργος – Μύλους. Στην κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου δεν πρυτάνευσε το δημόσιο συμφέρον αλλά ο ωμός κομματαρχισμός. Όπως αναφέρει ο Τ. Βουρνάς στην «Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας», «η σιδηροδρομική γραμμή της Πελοποννήσου ακολουθεί παράλογη και αντιοικονο­μική διαδρομή επί ζημία της συντομίας του ταξιδιού και των απαιτήσεων της τεχνικής, μόνο και μόνο για να εξυπηρετήσει το συμφέρον των κομματαρχών των περιοχών από τις οποίες περνά η σιδηροδρομική γραμμή».

 

Πρώτο επίσημο (και με πολιτικές σκοπιμότητες) ταξίδι

 

25 Μαρτίου 1886: Η πρώτη επίσημη λειτουργία της γραμμής πραγματοποιείται με επίσκεψη της βασιλικής οικογενείας και του πρωθυπουργού Δηλιγιάννη. Πολλοί θεώρησαν το ταξίδι σκόπι­μο για να αποφύγει η πολιτική ηγεσία τις κινητοποιήσεις του κόσμου με την ευκαιρία της 25ης Μαρτίου και τις διαδηλώσεις για τα «Ελληνικά δίκαια». Στις 3 μ.μ. η βασιλική οικογένεια και ο πρωθυ­πουργός έφθασαν στο Άργος όπου τους υποδέχτη­καν πλήθος κόσμου με επικεφαλής το Δήμαρχο Σπ. Καλμούχο. Η βασιλική οικογένεια και ο πρωθυπουργός δεν κατέβηκαν από το τρένο, προκαλώντας τα αρνητικά σχόλια του Τύπου: «περιφρονήσαντες ούτω πέντε περίπου χιλιάδας λαού» δέχθηκαν στη βασιλική άμαξα το Δήμαρχο. Στο Ναύπλιο έγινε απρόσμενα (βλέπε Ναυπλιακή επανάσταση) μεγαλοπρεπής υποδοχή μ’ επικεφα­λής το Δήμαρχο κ. Κωτσονόπουλο. Το τρένο σταμάτησε στο σταθμό και δια μέσου της Πύλης της Ξηράς οι επίσημοι έφθασαν στο λιμάνι όπου υπήρχε το πλοίο Αμφιτρίτη. «Ουδέποτε άλλοτε ίσως το Ναύπλιο εφάνη φιλοβασιλικώτερον, ει και πολλάκις υπήρξεν η εστία των πλέον ακράτων επαναστατικών ιδεών» (Άργος, 30/3/1886).

 

Λειτουργία γραμμής – προβλήματα

 

Το σιδηροδρομικό τμήμα Κόρινθος – Ναύπλιον ήταν 64 χιλιόμετρακαι η απόσταση Άργος -Μύλοι 9,5 χιλιόμετρα. Εκτός των κυρίων σταθμών Κορίνθου – Άργους – Ναυπλίου υπήρχαν και ενδιάμεσοι σταθμοί στα Εξαμίλια, Χιλιομόδι, Αθήκια, Αγ. Βασίλειο, Χάνι Ανέστη, Φίχτια, Κουτσοπόδι, Δαλαμανάρα, Τί­ρυνθα, Κεφαλάρι. Η απόσταση Αθήνα – Ναύπλιο «θα διανύηται εντός 7 ωρών» καταρχήν, γιατί στο τμήμα Κόρινθος – Ναύπλιο το τρένο δε θα υπερβαί­νει σε ταχύτητα τα20 μίλια την ώρα τους πρώτους 6 μήνες. Αργότερα το ταξίδι θα διαρκεί μόνο πέντε ώρες. Διορίζεται και ο πρώτος υπάλληλος για την παραλαβή των εμπορευμάτων, ο Απ. Σεγκένης από το Άργος, με θετικά για την επιλογή του σχόλια από τον Τύπο.

15 Απριλίου 1886: Άρχισε το τακτικό δρομολόγιο Κόρινθος – Άργος – Ναύπλιο και ταυτόχρονα (μάλ­λον) 19 Απριλίου τα τακτικά δρομολόγια Άργος – Ναύπλιο. Η έναρξη ήταν πανηγυρική, και με τη συμμετοχή χιλιάδων λαού. Η πρώτη αμαξοστοιχία σύρεται υπό ατμομηχανής με την ονομασία «Άργος».

 «Ομολογουμένως ο σιδηρόδρομος έδωκε νέαν ζωήν του τόπου ημών, καταστήσας προχειροτάτην την συγκοινωνίαν. Αι αυτού κυκλοφορούσιν οι πληθυ­σμοί, ζωπυρούνται ο κοινωνικός βίος, η βιομηχανία και το εμπόριον και προάγεται ο πολιτισμός».

Σταθμάρχης Ναυπλίου διορίζεται ο κ. Γ. Αττάρ, και βοηθός του ο Σπ. Καλούδης, Ναυπλιώτης που υπηρέτησε στις εργασίες κατασκευής. Σταθμάρ­χης Άργους διορίζεται ο Δ. Στεκούλης και βοηθός ο «προσηνής και φιλόπονος νέος» από το Ναύπλιο Μιχ. Σοφής. Επί των εμπορευμάτων ο Αργείτης Απ. Ζεγκένης. Τους διορισμούς υποδέχεται με ευνοϊκά σχόλια ο Τύπος. «Μόνον δια τινός κλειδούχους και φύλακας ψιθυρίζονται τινές αποδοκιμασίαι, λόγω ότι εις τον διορισμόν αυτών εισέφρησαν ιδέαι τινές ρουσφετολο­γικαί» («Άργος», 26/4/86).

Παρατηρείται όμως έλλειψη καφενείου στο Ναύ­πλιο, αποθήκης στο Άργος, και στοιχειωδών ανέσεων στους σταθμούς, όπως η έλλειψη νερού για να πίνουν οι ταξιδιώτες. Υπάρχουν πολλά τραντάγματα του τρένου κύρια στο τμήμα Άργος – Δαλαμανάρα. Διατυπώνεται ακόμη η επιθυμία το τρένο να μη σταματά μόνο 5 λεπτά στο Άργος. Τα δρομολόγια ήταν δυο την ημέρα, για Αθήνα – Πειραιά από Ναύπλιο και δυο αποκλειστικά για Άργος με επιστροφή.

Υπάρχει απαίτηση το δρομολόγιο Ναυπλίου-Άργους να γίνεται 7-8 φορές την ημέρα και να ελαττωθεί η τιμή του εισιτηρίου για να αναπτυ­χθεί περισσότερο η κυκλοφορία των κατοίκων με το τρένο παρά με την ατμοπλοΐα, η οποία με την έναρξη της γραμμής έριξε την τιμή του εισιτη­ρίου. Το ταξίδι Ναύπλιο – Αθήνα έχει προγραμματισθεί για επτά ώρες και Άργος -Ναύπλιο για 26 λεπτά. Στα εισιτήρια τα παιδιά μέχρι 3 χρονών δεν πληρώνουν, από 3-9 χρονών πληρώνουν μισό εισιτήριο και πάνω από 9 ολόκληρο.

 

Καρτ – ποστάλ, που απεικονίζει το Σιδηροδρομικό Σταθμό Ναυπλίου.

 

Ο σιδηρόδρομος μπαίνει στην καθημερινή ζωή των κατοίκων. Τα εμπορεύματα, η αλληλογραφία γίνονται με το τρένο. Οι εφημερίδες φτιάχνουν ειδικές στήλες με τίτλο «Σιδηροδρομικά». Δεν άργησαν όμως και τα επεισόδια. Στις 7 Μαΐου 1886, 135 στρατιώτες του πεζικού εζήτησαν να φύγουν με το τρένο για Αθήνα και να πληρώσουν εκεί το εισιτήριο. Τα βαγόνια ήταν λίγα, μόνο πέντε, και οι επιβάτες περισσότεροι από 200. Ο σταθμάρχης προτείνει να μην ταξιδέψουν όλοι, οι στρατιώτες όμως «δεν υπήκουσαν αλλά εφώνησαν εις τα όπλα και ύψωσαν τοιαύτα κατά του μηχανικού του σταθμού και των παρισταμένων θεατών». Μπροστά στην κατάσταση που διαμορφώθηκε ο σταθμάρχης αποφάσισε να αναχωρήσει το τρένο με τους στρατιώτες και με λίγους επιβάτες. Η διοίκηση του τάγματος αναγκάστηκε να πληρώ­σει στο σταθμό τα εισιτήρια των στρατιωτών. Σημαντικός ήταν ο ρόλος του σιδηροδρόμου και την περίοδο του ναυτικού αποκλεισμού της Ελλάδας, που επεβλήθη το Μάιο του 1886 από τα πολεμικά πλοία της Αγγλίας, Ιταλίας, Αυ­στρίας και Γερμανίας. Αλλά και «χάρις εις την δια του σιδηροδρόμου συγκοινωνίαν έχομεν ήδη δις της ημέρας ταχυδρομείον» («Αργολίς», 12/5/86).

4 Αυγούστου 1886: Έναρξη της γραμμής Άργος – Μύλοι. Η κυβέρνηση του Χ. Τρικούπη παραση­μοφόρησε τον Μ. Λαμπρινίδη για τις υπηρεσίες που προσέφερε στο σιδηρόδρομο. Μαζί του παρασημοφορήθηκαν και ο Κ. Σταμπόλος και Ιωαν. Αργασάρης Λομβαρδός, ανιψιός του υπουρ­γού Εσωτερικών. Η εφημερίδα «Άργος» (6/8/1886) αναφέρει για το γεγονός: «Αν η παρασημοφόρησις αυτή δεν εγένετο μόνον δια τον συνώνυμον ανεψιού του υπουργού των Εσωτερικών, ουδέν ταύτης κωμικότερον και ειρωνικώτερον, μας υπενθυμίζει δε τα εις τους τούρκους στρατιώτας απονεμηθέντα εσχάτως υπό του σουλτά­νου παράσημα δια τας εις τα σύνορα ανδραγαθίας των».

Οι σταθμοί αρχίζουν να γίνονται το επίκεντρο των πόλεων. Ο δήμος του Άργους φωτίζει με φανούς το δρόμο από την πλατεία του Άργους μέχρι το σταθμό. (Αύγουστος 1886). Από πολύ νωρίς άρχισαν τα προβλήματα των δρομολογίων, «αι καθυστερήσεις του έγιναν αηδείς, αηδέστατοι, ως εκ της σαθρότητος των μηχανών κυρίως». Σημαντικό κωμικοτραγικό γεγονός πε­ριγράφει η εφημερίδα «Άργος» (6/9/86). «Ενώ το τραίνον ώδευεν ενταύθα εις Αθήνας, εις τον ανήφορον των Δερβενακίων προέβαινε τρία μέτρα και οπισθοχωρεί εξ. Οι δε επιβάται εν δεινώ καύσωνι κατήλθον εκ των βαγονιών και ωθούν δια των χειρών των το τραίνο μετά γελώτων σαρκαστικωτάτων!». Τα βαγόνια ήταν βρομερά, «δεν σκουπίζονται». Υπάρχουν αναφορές για συνεχείς καθυστερήσεις και δυστυχήματα που καταθορύβησαν τον κόσμο. Η εφημερίδα «Άργος» καταλήγει: «Εχάθη ολίγη ανθρωπιά, ολίγη ντροπή;».

Ειδικό δρομολόγιο δημιουργείται από Σεπτέμ­βριο για τα εμπορεύματα. Οι εμπορικές αμαξοστοιχίες αναχωρούν κάθε Τρίτη, Πέμπτη και Σάββατο από Ναύπλιο προς Αθήνα -Πειραιά. Από Πειραιά αναχωρούν κάθε Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή. Οι αλλαγές στα δρομολόγια προκαλούν και άλλα προβλήματα. Το τρένο που αναχωρούσε από το Ναύπλιο στις 7.00 μ.μ. αναχωρεί στις 6.00 και υπάρχει αίτημα για αναχώρηση στις 5.30 για το φθινόπωρο και 5.00 για το χειμώνα, για να μην περιμένουν οι «επιβάτες, μαθητές και έμποροι, στο σκοτάδι και μην διατρέχει κίνδυνο το δρομολόγιο από ζώα και άλλα εμπόδια της γραμμής». Ήδη όμως έχει κατασκευαστεί και λειτουργεί το καφενείο στο σταθμό του Ναυπλίου. «Το καφενείον του ενταύθα σταθμού του σιδηροδρόμου κατέστη το ευαρεστότερο εκτός της πόλεως εντευκτήριο. Είνε κομψόν και φιλοκαλώς διακεκοσμημένον είχε δε και υπηρεσίαν πρόθυμην προς τιμήν του διευθυντού αυτού κ. I. Τσάκωνα» («Αργολίς», 14/3/87).

Σταθμός Μύλων

Τον Απρίλιο του 1887 ο Χ. Τρικούπης εισάγει στη Βουλή νομοσχέδιο που επιτρέπει στην Κυβέρνη­ση την κατασκευή και εκμετάλλευση της γραμμής Μύλων – Καλαμών, με βάση σχέδια γαλλικής αποστολής. Ωστόσο τον Απρίλιο του 1888 υπογράφτηκε σύμβαση με τον Βέλγο πρόξενο L.Rossels αντιπρόσωπο του E.Rollin για την κατασκευή της γραμμής μέσα σε τρία χρόνια.

Αύγουστος 1887: Κυκλοφορούν φήμες για διακο­πή των δρομολογίων Ναυπλίου -Άργους, που διαψεύδονται από τον διευθυντή της εταιρίας του σιδηροδρόμου κ. Ιωαν. Δούμα.

Νοέμβριος 1887: Η υποτίμηση των εισιτηρίων στη γραμμή Ναυπλίου – Άργους. (πρώτη θέση 1 δραχμή, δευτέρα θέση 80 λεπτά, τρίτη θέση 50 λεπτά και με επιστροφή 1,80 δρχ., 1,35 δρχ., 90 δρχ. αντίστοιχα). Διαφωνίες σχετικά με το πως αναφέρεται στους ισολογισμούς του ΣΠΑΠ το χωριό Μύλοι. Αναγράφεται σαν Μύλος Ναυπλίου και όχι Μύλοι Άργους. Η εφημ. «Άργος» 6/12/87 αναφέ­ρει: «Όσω και αν ήνε άγονος και άχρηστος η γεωγραφία δια την εταιρίαν του σιδηροδρόμου, οφείλει να προσέχη εις τοιαύτα διότι εκτός του ότι επισκέπτονται την Ελλάδα και ξένοι είναι πράγμα καθ’ αυτό άνοστο και επιπόλαιο ως θα ήτο και αν έγραφε Νεμέα Βοιωτίας και Κιάτο Αττικής».

Στα τέλη του ’87 το τρένο επανέρχεται στα πρωτοσέλιδα. Τα προβλήματα της γραμμής αυξάνονται. «Ο σιδηρόδρομος κατήντησεν αδιόρθωτος και αηδία». Στη βρόμα, στην ακαταστασία των δρομολογίων προστέθηκαν και οι εκτροχιασμοί. Απευθύνονται εκκλήσεις στην Κυβέρνηση να μην εγκαταλείψει το σιδηρόδρομο στους «πέντε δρό­μους», «έρμαιον απαίσιας κερδοσκοπίας». Όσο για την «αταξία της κινήσεως διευθυντή της οποίας διόρισαν τινα κύριον, διακεκριμένον εις γνώσεις κινήσεων… χορευτικών» («Άργος», 24/12/1887)… Οι καθυστερήσεις έγιναν κανόνας. Θεωρείται επιτυχία που το τρένο ενώ έπρεπε να φθάνει 2.30 έρχεται 3.15, γιατί παλαιότερα ερχόταν 4.00. Το Φλεβάρη του ’88 τα προβλήματα έχουν φθάσει στο απροχώρητο. «Ο αγάς του σιδηροδρόμου» τιτλοφορείται πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Άργος», 3/2/88.

Τα προβλήματα των καθυστερή­σεων επιδρούν σημαντικά στη ζωή των πόλεων. Παράδειγμα το ταχυδρομείο γίνεται μετά τις 7.00 μ.μ. και τις περισσότερες φορές μένει για την επομένη. Ακόμα και η γραμμή Άργους – Ναυπλίου έχει εγκαταλειφθεί, «η ειδική αμαξοστοιχία είνε άθλια και ελεεινή, βρωμερόν ιδέσθαι. Δυο βαγόνια Γ θέσεως ρυπαρώτατα και τιποτένια. Εν δε Α και Β ομού θέσεως εφάμιλλον του της Γ. Οι καναπέδες είνε πλήρεις ρύπων, κόνεως και κηλίδων εξ ελαίου και άλλων ομογενών ουσιών παντοίων σχημάτων. Αι ύαλοι των παραθύρων δεν κλείουν ερμητικώς μια δε ύαλος είνε προ πολλού τεθραμμένη, εις τρόπον, ώστε ο επιβάτης είνε έρμαιον όλων των ρευμάτων των αέρων και αξιόλογα δύναται να αποβιβαστεί με μια πλευρίτιδα ή ένα πυρετόν». («Άργος», 3/2/88). Έκκληση προς τους βουλευτές του νομού να  κάνουν σημαία τους το σιδηροδρομικό ζήτημα, με τη διαβεβαίωση ότι θα κερδίσουν τη μέγιστη δημοτικότητα.

Μετά από επανειλημμένα δημοσιεύματα κάτι άρχισε να κινείται. Αντικαθίστανται τα σπασμέ­να τζάμια, καταβάλλεται προσπάθεια για επιμέ­λεια και καθαριότητα στα βαγόνια και το Μάρτιο του ’88 πραγματοποιείται η αντικατάσταση στα βαγόνια της μεταξύ Άργους – Ναυπλίου – Μύλων τοπικής αμαξοστοιχίας με άλλα καλύτερα. Η προσπάθεια για καλυτέρευση των συνθηκών αυτών σχολιάζεται από την εφημ. Άργος , «με το κουτάλι τάχα θα αποξηρανθεί η Κωπαΐς;».

Απρίλιος 1888: Αυξάνονται τα δρομολόγια μεταξύ Ναυπλίου και Άργους. Τώρα πλέον γίνονται έξι ημερήσια δρομολόγια τακτικά. Τρεις φορές την εβδομάδα τα δρομολόγια αυξάνονται σε επτά. Από το Μάρτη του ’88 απαγορεύεται η αποστολή ατελών επιστολών με το τρένο. Η «χυδαία ρυπαρότης πολλών αμαξών της και πολλά άλλα, αυτά πρέπει να κινώσι την προσοχήν και το ενδιαφέρον» αναφέρει η «Αργολίδα», διαφωνώντας με το μέτρο.

 

Σιδηροδρομικός Σταθμός Ναυπλίου, περίπου στα τέλη του 1900.

Η γραμμή Μύλοι – Τρίπολη

 

Σταθμός Αχλαδοκάμπου

Από τις αρχές του ’89 άρχισαν οι εργασίες της γραμμής Μύλοι – Καλαμάτα. Στην κατασκευή δουλεύουν εργάτες διαφόρων εθνοτήτων. Προ­βλήματα όμως υπάρχουν στις ημέρες των εορτών, αλλά και μετά το τελείωμα της δουλειάς όταν οι εργάτες «παραδίδονται εις την διασκέδασιν και την οινοποσίαν και τέλος εις συμπλοκές». Για το λόγο αυτό η εφημ. «Αργολίδα», 18/7/89′ απευθύνει αίτημα προς τη Μοιραρχία να ενισχύ­σει τους Μύλους με μεγάλο αριθμό στρατιωτών, για να μεσολαβεί στους συχνά διαπληκτιζόμενους Ιταλούς και Μαυροβούνιους. Το ίδιο διάστημα αντικαθίσταται η μηχανή της εμπορικής αμαξοστοιχίας με μικρότερη που όμως δεν μπορεί να σύρει τα εμπορικά βάρη, δηλαδή ντομάτες, διάφορα πτηνά, λαχανικά και οπωρικά είδη. (εφημ «Αγαμέμνων», 18/7/89). Ουσιαστικά η γραμμή υποβαθμίζεσαι.

Δεν άργησαν τα προβλήματα στην κατασκευή της γραμμής Μύλοι – Καλαμάτα. «Μόλις 25 εργάται ασχολούνται εις την κατασκευήν», «πάσα εργασία έπαυσεν οι δε εργολάβοι αναχωρούν λάθρα μη πληρώνοντες τους μισθούς των εργατών και ξενοδό­χων» («Αγαμέμνων», 5/8/89).

14 Ιουλίου 1889: Δέχεται επίθεση με πέτρα και σκοτώνεται στην Τίρυνθα ο εργοδηγός του σιδηροδρόμου I. Θεοχάρης από τον αρχιεργάτη Μαγούλα επειδή του έκανε παρατηρήσεις γιατί ήταν μακριά από την εργασία του. Αίτημα από την εφημ. «Πρόνοια» 20/8/89 να απαλλαγεί ο σιδηρόδρομος από τους «κεκρυμμένους εγκλημα­τίες».

12 Δεκεμβρίου 1889: Ερώτηση του βουλευτή Φλέσσα για απεργία εργατών στη γραμμή Μύλων – Καλαμάτας προκαλεί την απάντηση του υπουργού των Εσωτερικών Δραγούμη ότι δεν έγινε απεργία αλλά «εις την λίμνην Λέρναν προκει­μένου να γίνη θεμελίωσις της γέφυρας η εταιρία ηθέλησε να μεταχειρισθεί 50 Αρμένιους εργάτας, οίτινες έχουσιν ειδικότητα εις τα τοιαύτα έργα. Επειδή οι εγχώριοι εργάται δοσαρεστήθησαν εκ τούτου προέβησαν εις απειλάς κατά των υπαλλήλων της εταιρίας το υπουργείο διέταξε να ενισχυθεί ο εκεί στρατιωτικός σταθμός ο οποίος είχε μόνον ένα χωροφύλακα αλλά πριν η μεταβή εκεί η στρατιωτική δύναμις η τάξις είχε καθ’ ολοκληρία αποκατασταθή».

Ιούνιος 1890: Ιδρύεται η «Εταιρία των Μεσημβρι­νών Σιδηροδρόμων της Ελλάδας», που αναλαμβά­νει το δικαίωμα εκμετάλλευσης της γραμμής Μύλοι – Καλαμάτα.

Στα τέλη του 1890 ο Ε. Rollin, εκπρόσωπος της εταιρίας που έχει αναλάβει την κατασκευή της γραμμής Μύλοι – Καλαμάτα, αντιμετωπίζει δυσκο­λίες και στις 17/12/1891 το κράτος τον κηρύσσει έκπτωτο. Μέχρι την έκπτωσή του έχουν παραδο­θεί σε προσωρινή κυκλοφορία τα τμήματα Μύλοι – Τρίπολη και Καλαμάτα – Διαβολίτσι. Με την έκπτωση μεταβιβάζονται τα δικαιώματα της εκμε­τάλλευσης της γραμμής στην εταιρία ΣΠΑΠ.

Φεβρουαρίου 1892: Παραδίδεται στην κυκλο­φορία η γραμμή Μύλοι – Τρίπολη. Αίτημα των 120 κατοίκων του Κυβερίου είναι να γίνει το φυλάκιο στη θέση Ράχη Ντέλη στάση του τρένου, για να το χρησιμοποιούν οι κάτοικοι του Κυβερίου. («Αγαμέμνων», 2/11/92). Καλοκαίρι ’93: Ζητείται να μπει αποκλειστική αμαξοστοιχία για να διευκολύνει τους κατοίκους του Άργους να πηγαίνουν για τα μπάνια τους στη θέση «Αλμυρό», 5 μόνο λεπτά από το Σταθμό των Μύλων. Η μη χρησιμοποίηση του τρένου σημαί­νει χάσιμο χρόνου τριών ωρών για μετάβαση και επιστροφή ή με άμαξες ή με σούστες για τους ευπορώτερους.

Αύγουστος 1893 και τα δημοσιεύματα του τοπικού Τύπου καταγγέλουν την βρομιά που έχουν τα βαγόνια της αμαξοστοιχίας, κύρια της Γ θέσης. Σεπτέμβρης 1893 και για λόγους οικονομίας η εταιρία ΣΠΑΠ απέλυσε αρκετούς υπαλλήλους, μεταξύ των οποίων και τον Ιων. Νάτσιο, υπάλλη­λο του σταθμού του Άργους. Η εφημερίδα «Αγαμέμνων» (5/9/93) διαμαρτύρεται για την απόφαση και επισημαίνει ότι οι δυο απομείναντες υπάλληλοι δεν μπορούν να εκπληρώσουν όλες τις ανάγκες του σταθμού και δημιουργούνται προβλήματα στη λειτουργία του.

4 Νοεμβρίου 1893: Λειτουργεί νέο δρομολόγιο του τρένου προς την Κόρινθο. Προβλήματα όμως δεν έχουμε μόνο στα δρομο­λόγια αλλά και στους σταθμούς. Το ρολόι του σταθμού του Ναυπλίου πηγαίνει μπροστά 20 ή 30 λεπτά και δημιουργεί προβλήματα στους ταξιδιώ­τες με το τρένο. Το φθινόπωρο του ’98 επανέρχεται το αίτημα για αλλαγή της ώρας αναχώρησης του βραδινού δρομολογίου. Επειδή την ώρα που αναχωρεί είναι νύκτα, ζητείται να γίνεται πιο νωρίς για τη διευκόλυνση των επιβατών («Δαναός», 15/10/ 1898).

Ο 20ός αιώνας

 

Σιδηροδρομικός Σταθμός Άργους – Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

Τον 20ό αιώνα το τρένο αποκτά μια ρομαντική αίγλη. Το κυριότερο μεταφορικό μέσο του περασμένου αιώνα συνέχισε ν’ αποτελεί τον κορμό της συγκοινωνίας και στις αρχές του 20ού. Στο μακρινό του ταξίδι μέσα στο χρόνο το τρένο στην Αργολίδα έγραψε την ιστορία του κι έφτασε αγκομαχώντας ως τις μέρες μας. Ας μείνουμε για λίγο στους κυριότερους σταθμούς της του αιώνα. Στις 27 Ιουνίου 1918 και για 6 μήνες μετά τη λήξη του πολέμου (Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος 1914-1918) επιτάσσεται το δίκτυο της Πελοποννήσου. Το 1922 οι ΣΠΑΠ αποσπώνται από τους σιδη­ροδρόμους του κράτους και αποτελούν ιδιαίτερη εταιρία υπό ιδιωτική εκμετάλλευση. Το 1928 οι σιδηρόδρομοι αναλαμβάνουν το προνόμιο της εκμετάλλευσης των οδικών αρτη­ριών που βρίσκονται παράλληλα προς τις σιδη­ροδρομικές γραμμές του ΣΠΑΠ.

Το 1937 εντάσσεται η αυτοκινητάμαξα στη γραμμή Αθήνα- Άργος – Ναύπλιο και ταυτόχρονα μειώνεται ο χρόνος της διαδρομής. Στις 10 Ιουνίου 1940 η εκμετάλλευση των σιδη­ροδρόμων Πελοποννήσου (ΣΠΑΠ) περνά στο Ελληνικό Δημόσιο. Το 1963 διακόπτεται η κυκλοφορία της γραμμής προς Ναύπλιο. Τριάντα χρόνια αργότερα, η γραμμή προς Ναύ­πλιο επαναλειτουργεί.

Τη γοητεία του τρένου επισφράγισε και ο κινη­ματογράφος. Το 1962 με αφετηρία το σταθμό του Ναυπλίου εξελίσσεται το σενάριο του πρώτου ελληνικού «φιλμ νουάρ», με τίτλο «Ενώ το τραίνο σφύριζε», και πρωταγωνιστές τους Λ. Καλλέργη και Σ. Ληναίο. Το τέλος του αιώνα βρίσκει τη γραμμή Αθηνών – Κορίνθου – Άργους – Ναυπλίου με τα προβλήματα που εντοπίστηκαν από την πρώτη στιγμή της λειτουργίας της.

Η κακή αρχή, στο μεγάλο όνειρο της συγκοινω­νιακής ανάπτυξης, ως μέσο για την οικονομική ενοποίηση της γεωργικής Ελλάδας, ως μοχλός στην αναπτυξιακή διαδικασία είχε την ανάλογη συνέχεια. Έναν αιώνα μετά από τη λειτουργία της γραμμής τα προβλήματα παραμένουν τα ίδια. Το τρένο, παρόλο που με τα χρόνια καθιερώθηκε ως το πιο φιλικό προς το περιβάλλον μέσο μεταφοράς, στην Ελλάδα πνίγηκε στον ανταγωνισμό της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Αν και τα χρόνια που πέρασαν οι αμαξιτοί δρόμοι έγιναν εθνικοί, οι δρόμοι των μουλαριών έγιναν άσφαλτοι, ο σιδηρόδρομος στην Πελοπόννησο σφυρίζει πάντα στις ίδιες μετρικές γραμμές που είχε υλοποιήσει η πολιτική του Χ. Τρικούπη. Μπορεί όμως και να παραμένουμε πιστοί στις ελληνικές παραδόσεις και αντιλήψεις που επικρα­τούσαν όταν πρωτοξεκίνησε το εγχείρημα του τρένου. Ίσως «θεωρούμε τον σιδηρόδρομον ως διαβολικό μηχάνημα που το κουβάλησαν οι παλη-όφραγκοι για να μας χαντακώσουν».

 

Κάτι σαν επίλογος

 

Ποιος δεν ανατριχιάζει ακούγοντας το μακρινό, μακρόσυρτο σφύριγμα του τρένου. Ένας ήχος που εμπεριέχει τη θλίψη της εγκατάλειψης ενός μεταφορικού μέσου. Ο αδιάκοπος ήχος των τροχών πάνω στις ράγες ρυθμικός, πάντα ο ίδιος, μας μεταφέρει την αγωνία του για τη δόξα που δεν απέκτησε. Οι σιδηροδρομικοί σταθμοί, εγκαταλελειμμένοι, μας υπενθυμίζουν τη χαμένη αισθητική, την καθημερινή ισοπέδωση του μπε­τόν, της κακογουστιάς, της προχειρότητας, της αυθαιρεσίας, της πλαστικής καρέκλας.

Ακόμα και έτσι, ο σιδηρόδρομος είναι συμβολικό εργαλείο της ποίησης, είναι το πιο χρησιμοποι­ημένο από τα μεταφορικά μέσα από τη λογο­τεχνία, τεχνικό εφεύρημα αμέσως μετά το πλοίο. Είναι η ανθρώπινη διάσταση της συγκοινωνίας, η ρομαντική πλευρά της καθημερινότητας. Είναι ο ήχος που μας ξαφνιάζει, η μονοτονία της γραμμής που μας θυμίζει ότι υπάρχει και πρέπει να αγκαλιαστεί με τρυφερότητα, με αγάπη, γιατί αποτελεί ζωντανή παρουσία της ιστορίας μας και πρέπει να αποτελέσει τη μονόδρομη απάντη­ση στο βωμό του αίματος της ασφάλτου.

Μπάμπης Αντωνιάδης

 

 

Υποσημειώσεις


[1] Μ. Χουλιαράκης, «Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξη της Ελλάδας».

[2] Μ. Χουλιαράκης, «Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξη της Ελλάδας».

[3] Μαρία Συναρέλη, «Δρόμοι και λιμάνια στην Ελλάδα του 1830-1880».

Βιβλιογραφία


 

Μελέτες

  • Βουρνάς Τ., Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, Αθήνα 1974.
  • Κορώνης Σ., Ελληνικοί σιδηρόδρομοι και σιδηροδρομική πολιτική, Αθήνα 1914.
  • Μηλιαράκης Α. Γεωγραφία και πολιτική, νέα και αρχαία τον νομού Αργολίδας, Αθήνα 1886.     Παπαγιαννάκη Λ., Οι ελληνικοί σιδηρόδρομοι (1882-1900), Αθήνα 1990.
  • Συναρέλλη Μ., Δρόμοι και Λιμάνια στην Ελλάδα (1830-1880), ΕΤΒΑ 1989.
  • Χουλιαράκης Μ., Γεωργική διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξη της Ελλάδος 1821-1971, Αθήνα 1974.

Έντυπα

  • Από το Ιστορικό Αρχείο Ε.Τ.Ε.
  • Απολογισμός Σιδηροδρομικών Εταιρειών ΣΠΑΠ (1886-1900)

Εφημερίδες

  •  «Αγαμέμνων», Άργους.
  • «Ανεξαρτησία», Ναυπλίου.
  • «Αργολίς», Ναυπλίου.
  • «Άργος», Άργους.
  • «Δαναός», Άργους.
  • «Πρόνοια», Ναυπλίου.
  • «Πρόοδος», Ναυπλίου.

Πηγή


  • Περιοδικό, «Απόπειρα λόγου και τέχνης», εκδόσεις «Απόπειρα», Αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία, τεύχος 6, Ναύπλιο, 1994.

Read Full Post »

Έκθεση: «Θωρηκτό Γεώργιος Αβέρωφ»


 

Το θωρηκτό «Γεώργιος Αβέρωφ», 1911-2011. Ιστορία και Τέχνη.
5 Οκτωβρίου 2011 – 7 Ιανουαρίου 2012

 

Θωρηκτό Αβέρωφ

Το Ναυτικό Μουσείο Ελλάδας, στο πλαίσιο της αποστολής του, συμμετέχει στους εορτασμούς για την επέτειο των 100 χρόνων από την ένταξη του θωρηκτού «Γ. Αβέρωφ*» στο Πολεμικό Ναυτικό με τη διοργάνωση μίας μονοθεματικής έκθεσης που φιλοδοξεί να παρουσιάσει την ελληνική ζωγραφική παραγωγή, η οποία είχε ως πηγή έμπνευσής της το ηρωικό πλοίο και ταυτόχρονα να παρουσιάσει τα ιστορικά γεγονότα που καθιέρωσαν το «Γ. Αβέρωφ» ως σύμβολο των ναυτικών αγώνων του νέου ελληνισμού.

Η έκθεση περιλαμβάνει πίνακες ζωγραφικής σημαντικών καλλιτεχνών, όπως ο Βασίλειος Χατζής, ο Αιμίλιος Προσαλέντης, ο Λυκούργος Κογεβίνας, ο Νικόλαος Καλογερόπουλος, κ.α. οι οποίοι απαθανάτισαν με τον χρωστήρα τους τις ναυτικές επιχειρήσεις των Βαλκανικών Πολέμων και τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Α’ και Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, από την πλευρά του Ναυτικού πάντοτε. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν τα γεγονότα από κοντά, ως εντεταλμένοι εικαστικοί ανταποκριτές.

Αιμίλιος Προσαλέντης, Το θωρηκτό «Αβέρωφ» στην Πόλη, Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ, Μέτσοβο.

Τα έργα, που θα παρουσιαστούν, προέρχονται από τη συλλογή του Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδας, της Βουλής των Ελλήνων, της Πινακοθήκης του Δήμου Αθηναίων, της Δημοτικής Πινακοθήκης Πειραιώς, της Πινακοθήκης Ευάγγελου Αβέρωφ στο Μέτσοβο, του Πολεμικού Μουσείου, του Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, του Ναυτικού Μουσείου Τέχνης και Παράδοσης «Αειναύτες» και ιδιωτών-συλλεκτών.

Την επιμέλεια της έκθεσης έχει ο ιστορικός τέχνης και τ. καθηγητής του Παν/μίου Αθηνών κος Μανόλης Βλάχος. Την έκθεση συνοδεύει κατάλογος στον οποίο περιλαμβάνονται κείμενα του επιμελητή της έκθεσης και του Αντιναυάρχου Π.Ν.εα κ. Ιωάννη Παλούμπη.

Κατά την διάρκεια της έκθεσης θα πραγματοποιηθούν εκπαιδευτικά προγράμματα για μαθητές του Δημοτικού και Γυμνασίου καθώς και ξεναγήσεις σε οργανωμένες ομάδες ενηλίκων. (Πληροφορίες: Τμήμα Εκπαιδευτικών και Ξεναγήσεων: 210 4516822)

Διάρκεια έκθεσης: 5 Οκτωβρίου 2011 – 7 Ιανουαρίου 2012
Ωράριο λειτουργίας: Τρίτη – Σάββατο: 9:00-14:00

Θωρηκτό Αβέρωφ

* Την 1η Σεπτεμβρίου 1911 το θωρακισμένο καταδρομικό «Γεώργιος Αβέρωφ» αγκυροβόλησε στον όρµο του Φαλήρου, ενώ πλήθη κόσµου στην παραλία παρακολουθούσαν µε ανάµεικτα συναισθήµατα περιέργειας, προσµονής και ελπίδας τη ρουτίνα των κινήσεων για την προετοιµασία της αγκυροβολίας.

Κυβερνήτης του ήταν ένας αξιωματικός που έµελλε και αυτός να µείνει στην ιστορία ως ο πλέον άξιος κληρονόµος της ναυτικής παράδοσης και της ριψοκίνδυνης ορµητικότητας των µπουρλοτιέρηδων του ᾿21, ο υδραίος πλοίαρχος Παύλος Κουντουριώτης. Η τύχη έφερε να σµίξουν νωρίς ο αξιωµατικός και το καράβι και να γίνουν αχώριστα εθνικά σύµβολα στη λαϊκή συνείδηση. Στην ιστορία έχει γραφεί με ανεξίτηλα γράμματα η νίκη κατά του τουρκικού στόλου στην ναυμαχία της Λήμνου που σφράγισε την επιτυχία των Βαλκανικών αγώνων με Ναύαρχο – Αρχηγό τον Παύλο Κουντουριώτη. (Λυμπεροπούλου Κατερίνα, Το Βήμα, 29 Σεπτεμβρίου 2011)

 

Χρονολόγιο Θωρηκτού «Γεώργιος Αβέρωφ»


1910 Tο θωρηκτό «Γεώργιος Αβέρωφ» καθελκύεται στο Livorno της Ιταλίας.
1911 Έπαρση ελληνικής σηµαίας. Το πλοίο συµµετέχει στις εκδηλώσεις στέψεως του Γεωργίου Ε’ στο Portsmouth της Μεγάλης Βρετανίας. Το θωρηκτό «Γεώργιος Αβέρωφ» φθάνει στην Ελλάδα.
1912-1913 Το θωρηκτό συµµετέχει ως ναυαρχίς του ελληνικού στόλου στους Βαλκανικούς Πολέµους.

Βασίλειος Χατζής, Θωρηκτό Γεώργιος Αβέρωφ, «Η ναυμαχία της Έλλης», λάδι σε καμβά, Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδας.

Λαµβάνει µέρος στις ακόλουθες επιχειρήσεις:
5.10.1912 Έναρξη του Α´ Βαλκανικού Πολέµου. Απόπλους του στόλου από το Φάληρο.
8.10.1912 Κατάληψη της Λήµνου και εγκατάσταση προκεχωρηµένου ορµητηρίου του ελληνικού στόλου στον όρµο του Μούδρου.
18.10.1912 Απελευθέρωση της νήσου Ίµβρου.
24.10.1912 Απελευθέρωση της νήσου Τενέδου.
2.11.1912 Ο ελληνικός στόλος απελευθερώνει το Άγιον Όρος.
7.11-8.12.1912 Επιχειρήσεις απελευθέρωσης της νήσου Λέσβου.
3.12.1912 Ναυµαχία της Έλλης.
5.1.1913 Ναυµαχία της Λήµνου.
17.5.1913 Υπογραφή της συνθήκης ειρήνης του Λονδίνου.
16.6.1913 Έναρξη του Β´ Βαλκανικού Πολέµου.
11.7.1913 Απελευθέρωση της Αλεξανδρούπολης.
28.7.1913 Υπογραφή της συνθήκης ειρήνης του Βουκουρεστίου.
5.8.1913 Επιστροφή του ελληνικού στόλου στο Φάληρο.

Νοέµβριος 1918 Πέρας Α’ Παγκοσµίου Πολέµου. Μεικτός συµµαχικός στολίσκος από τρεις Μοίρες του ελληνικού, του γαλλικού και του αγγλικού στόλου εισέρχεται στα Στενά και αγκυροβολεί στην Κωνσταντινούπολη. Επικεφαλής της ελληνικής ναυτικής Μοίρας είναι το θωρηκτό «Γεώργιος Αβέρωφ».

1919-1922 Μικρασιατική εκστρατεία. Το θωρηκτό συμμετέχει επικεφαλής του Α´ στόλου µε βάση την Κωνσταντινούπολη και υποστηρίζει τις επιχειρήσεις του Στρατού ξηράς. Παράλληλα, ενεργεί αποκλεισµό των παραλίων της Μικράς Ασίας µε σκοπό την παρεµπόδιση µέχρι πλήρους αποκοπής της ενίσχυσης δι᾿ εφοδίων και οπλισµού των τουρκικών στρατιωτικών δυνάµεων.

1926 Εργασίες µετασκευών και εκσυγχρονισµού του θωρηκτού «Γεώργιος Αβέρωφ» στα ναυπηγεία της Toulon στη Γαλλία.

1941 Μετά την κατάληψη της Ελλάδας, το θωρηκτό «Γεώργιος Αβέρωφ» µαζί µε τον υπόλοιπο ελληνικό στόλο διαφεύγει στη Μέση Ανατολή και συνεχίζει τον αγώνα. Χρησιµοποιείται σε συνοδείες νηοποµπών και περιπολίες στον Ινδικό Ωκεανό και τον Περσικό Κόλπο. Κατά την παραµονή του στο Πόρτ Σάιντ χρησιµοποιείται ως έδρα του έλληνα Aρχηγού Στόλου.

1944 Το θωρηκτό «Γεώργιος Αβέρωφ» επιστρέφει στην Ελλάδα µεταφέροντας την ελληνική κυβέρνηση στην απελευθερωµένη χώρα. Μία κίνηση υψίστου συµβολισµού, καθώς η ελεύθερη Ελλάδα επανενώνεται µε την απελευθερωµένη της γη.

1956 Το πλοίο παροπλίζεται και παραµένει αγκυροβοληµένο στον Πόρο για 27 χρόνια. Καθ᾿ όλο το διάστηµα συντηρείται και επ᾿ αυτού λαµβάνουν χώρα κάθε χρόνο οι εορταστικές εκδηλώσεις για την επέτειο της ναυµαχίας της Έλλης.

1983 Αποφασίζεται η αναπαλαίωση και µετατροπή του θωρηκτού «Γεώργιος Αβέρωφ» σε Μουσείο. Πρυµνοδετεί στον λιµενίσκο του Φλοίσβου στο Φάληρο, όπου και παραµένει. Οι αναπαλαιωµένοι χώροι του είναι επισκέψιµοι από το κοινό.

 

Το Θωρηκτό Αβέρωφ, αποκτήθηκε από την Ελλάδα χάρη σε κληροδότημα του εθνικού ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ, απ’ όπου προήλθε σημαντικό μέρος των χρημάτων για την αγορά του. Η ναυπήγησή του ολοκληρώθηκε το 1911 στην Ιταλία.

 

Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος

 

Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδας

Το Ναυτικό Μουσείο Ελλάδας ιδρύθηκε το 1949 και από το 1971 στεγάζεται στο κτήριο της Μαρίνας Ζέας, στη Φρεαττύδα, στον Πειραιά. Είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, σωματείο κοινωφελές, μη κερδοσκοπικό. Είναι το μεγαλύτερο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδας και παρουσιάζει την δημιουργία, ιστορία και εξέλιξη του Ναυτικού των Ελλήνων από την προϊστορική εποχή ως τις μέρες μας.

Σκοποί του Μουσείου είναι η αναζήτηση, περισυλλογή, συγκέντρωση, συντήρηση, διαφύλαξη και έκθεση των αντικειμένων που έχουν σχέση με την επίδοση των Ελλήνων στα θαλάσσια έργα από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι σήμερα. Στους σκοπούς του περιλαμβάνεται ακόμα η μελέτη και τεκμηρίωση της ναυτικής μας κληρονομιάς και γενικά η καλλιέργεια της αγάπης των νέων για τη θάλασσα, γεγονός που εκπληρώνει την παιδαγωγική αποστολή του Μουσείου.

Στις 10 μεγάλες αίθουσες που έχουν συνολική επιφάνεια περίπου 1850 τ.μ. παρουσιάζεται με ανάγλυφο τρόπο η ναυτική πορεία του ελληνισμού μέσα στους αιώνες. Στην πρώτη στεγάζεται η Ναυτική Πινακοθήκη, με έργα των σημαντικότερων θαλασσογράφων του 19ου και 20ου αιώνα (Προσαλέντη-Βολανάκη-Χατζή κ.ά.).

Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδας

Στη συνέχεια παρουσιάζεται η ναυτική δραστηριότητα των Ελλήνων στην προϊστορία, στην αρχαιότητα, στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο ως το τέλος του 18ου αιώνα, στους Βαλκανικούς Πολέμους και από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έως τις μέρες μας. Παράλληλα, δίνεται έμφαση στη μετάβαση από την ιστιοφόρο ναυτιλία στην ατμοπλοΐα. Οι τελευταίες εκθεσιακές ενότητες αφορούν την ιστορία και εξέλιξη του εμπορικού ναυτικού.

Στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδας υπάρχει επίσης μία μεγάλη συλλογή χαρτών του Ελληνικού αλλά και του παγκόσμιου χώρου από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα. Εδώ λειτουργεί και η μοναδική ναυτική βιβλιοθήκη με περισσότερους από 10.000 τόμους βιβλίων και περιοδικών, οργανωμένη με το σύστημα Dewey. Η βιβλιοθήκη είναι ανοικτή στο κοινό. Δέχεται και εξυπηρετεί πάνω από 2000 ερευνητές και μαθητές το χρόνο.

Το Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος είναι μέλος της Διεθνούς Ένωσης Ναυτικών Μουσείων (ICMM), και συμμετέχει ενεργά σε εθνικά και παγκόσμια συνέδρια καθώς και σε εθνικές και διεθνείς εκθέσεις δανείζοντας υλικό του.

Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδας, Ακτή Θεμιστοκλέους, Πειραιάς
Τηλ.: 210 45.16.264, 210 45.16.822. Fax: 210 45.12.277

 

Read Full Post »

Όταν οι μικροί άνθρωποι γράφουν τη Μεγάλη Ιστορία: Τετράδιο Πολέμου 1940


 

Προδημοσίευση για το νέο βιβλίο του Κοινωνιολόγου Γεωργίου Κόνδη, «Τετράδιο Πολέμου 1940».

 

 «Εις τας 28/10/40 εκειρίχθη η επιστράτευση ημέρα Δευτέρα. Και στης 29/10/40 έφιγα για να πάο να καταταγώ. Αφού πήγα στο άργος στην πλατέα του αγίου Πέτρου εμπήκα στο αυτοκήνητο με άλα πολλά παιδιά και κατεβήκαμε στο Ναύπλιον. Εκεί πήγα με τον Γεώργιον Σωτηρόπουλον, τον Κωνσταντίνον Σοτηρόπουλον, τον Ιωάννην Παπαδόπουλον, τον Βασείλειον Μπούριν…»

«… αφού είχε νιχτόση καλά νάσου ένα φορτηγό το σταματάμε και μας πίρε και ολονυχτίς τον δρόμο τη να έβλεπες το ένα μέρος και το άλο του δρόμου ήταν γεμάτο αυτοκίνητα εγγλέζικα τουμπαριζμένα και πόσα σηναντάγαμε και έφευγαν για την καλαμάτα έος το άργος που ήρθα στην 1 η όρα και 500 θα απαντήσαμε. Εντέλη στην 1 η όρα κατέβηκα στο άργος και τόκοψα στα πόδια και το προΐ με τον ίλιο έφθασα στο χοριό στο σπίτι αλά ήταν όλη χομένη στης τρούπες από τους βονβαρδισμούς και τρόμαξα να τους ενθαρίνο να τους συνγγεντρόσο να μαζευτούν στο σπήτη. Και τεληόνη το βίος του ελινοϊταλικού πολέμου. Τέλος».

 

Δημήτριος Σιώτος: Κληρωτός του 1936, έφυγε για το μέτωπο όπως χιλιάδες άλλοι πατριώτες με την επιστράτευση (28/10/1940).

Αρχή και τέλος ενός μέρους της Μεγάλης Ιστορίας, γραμμένη από έναν απλό άνθρωπο, τον Δημήτριο Ι. Σιώτο από τα Σταθέικα του Δήμου Άργους – Μυκηνών. Η μαρτυρία για μια ένδοξη αλλά ξεχασμένη περίοδο της πάλης του ελληνικού λαού ενάντια στον φασισμό και τον ολοκληρωτισμό, δεν αποτελεί απλά ιστορικό γεγονός ή καταγραφή πολεμικών συμβάντων.

Ξεπερνά τα όρια των μεγάλων ιστορικών γεγονότων και δίνει το λόγο στους πρωταγωνιστές, σ’ εκείνους που ξεκινώντας με το χαμόγελο στα χείλη, από την Καρυά, τα Σταθέικα, τη Φρουσούνα, το Άργος και το Ναύπλιο, το Λυγουριό, το Κρανίδι και τα γύρω χωριά, όπως και από ολόκληρη τη χώρα, έδιναν σώμα και ψυχή σ’ έναν αγώνα που έμελλε να τους κατατάξει στους καταλόγους των Ηρώων της Μεγάλης Ιστορίας. Με όπλα των βαλκανικών πολέμων, με ελάχιστη τροφή, χιλιάδες Έλληνες πατριώτες αντιμετώπισαν νικηφόρα έναν ιταλικό στρατό ασύγκριτα πιο ισχυρό και οργανωμένο.

Ο Δημήτριος Ι. Σιώτος περιγράφει τις μάχες που δόθηκαν αλλά και πολλές λεπτομέρειες από την καθημερινότητα του μετώπου: την προσπάθεια εξεύρεσης τροφής, την αντιμετώπισή τους από τους ντόπιους πληθυσμούς, την άφιξη στον Πειραιά, τη νοσηλεία στην Αθήνα, την επιστροφή στο σπίτι που συμπίπτει, χωρίς να το γνωρίζει με την είσοδο του γερμανικού στρατού στο Άργος. Το τετράδιο του Δημητρίου Ι. Σιώτου συμπληρώνουν οι ενθυμίσεις ενός από τους επιζώντες μαχητές του Έπους της Αλβανίας, του Γεωργίου Νανόπουλου που δίνει συμπληρωματικές πληροφορίες για πρόσωπα και τοποθεσίες.

 

Τετράδιο Πολέμου 1940

 

Πρόκειται για μια κριτική έκδοση σημειώσεων για τον πόλεμο που γράφονται  «εν θερμώ». Είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιούνται πολλές από τις σημειώσεις ή τα ημερολόγια του 1940 που έχουν ήδη εκδοθεί σε μια κριτική έκδοση ενός «Τετραδίου Πολέμου».

Ενθύμιον από το Νοσοκομείο Τριπόλεως.

Από την άποψη αυτή, η έρευνα του Γεωργίου Κόνδη παρουσιάζει ένα πλούσιο βιβλιογραφικό υλικό που στηρίζεται στις καταγραφές των ίδιων των πρωταγωνιστών.  Η έρευνα του συγγραφέα επεκτάθηκε στα αρχεία του Δήμου Άργους και του τοπικού τύπου για την περίοδο αυτή. Παρατίθενται τα πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων και οι πληροφορίες που προέρχονται από το Πρωτόκολλο του Δήμου, οι οποίες έχουν ταξινομηθεί σε θεματικές κατηγορίες. Το ίδιο συμβαίνει και με μια σειρά από άρθρα της εποχής που έρχονται στο φως για πρώτη φορά,  καθώς επίσης και στην αναζήτηση στοιχείων για Αργολιδείς που χάθηκαν στο μέτωπο.   

Η παρουσίαση του «Τετραδίου Πολέμου» υποστηρίζεται από κείμενα και φωτογραφίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα και έγραψαν γι’ αυτά καθώς επίσης και από την παράθεση στοιχείων αναζήτησης για όσους έμειναν στα βουνά της Αλβανίας. Τέλος για πρώτη φορά παρατίθεται ολόκληρο το «Τετράδιο» και η μεταγραφή του με κάποιες αλλαγές που υποβοηθούν την ανάγνωση.

Η έρευνα αποτελεί ένα μοναδικό ιστορικό αρχείο για την Αργολίδα του 1940 και εμπλουτίζει την εθνική βιβλιογραφία για την περίοδο αυτή. Είναι τέλος, ένας οφειλόμενος φόρος τιμής, ένα χρέος,  σε όσους αγωνίστηκαν για την ελευθερία και την πρόοδο της πατρίδας. Είναι ίσως το μόνο χρέος που δεν πρέπει να επιτρέψουμε να παραγραφεί.

  Γεώργιος Η. Κόνδης, «Τετράδιο Πολέμου 1940»,

 Εκδόσεις, Εκ Προοιμίου, Άργος.  

 

 

Read Full Post »

Ντόντουελ Έντουαρντ – «Προς το Άργος», 1805


 

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του.   

Το Δεκέμβριο του 1805 βρίσκεται στην Κόρινθο και από εκεί επισκέπτεται το Άργος, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα, την Επίδαυρο, το Κρανίδι και άλλες περιοχές της Αργολίδας.  Για  τις εντυπώσεις του στην Αργολίδα αφιερώνει 100 περίπου σελίδες, στον δεύτερο τόμο του έργου του με τίτλο  «A Classical and Topographical Tour through Creece», το οποίο εξέδωσε το 1819 στο Λονδίνο. Ας πάρουμε μια εικόνα του Άργους, λίγα χρόνια πριν τον αγώνα για την ανεξαρτησία…

 

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

[…] Πλησιάζοντας το Άργος η θέα ήταν ιδιαίτερα μεγαλειώδης. Οι βράχοι της ακρόπολης υψώνονταν κοντά στα δε­ξιά μας, με ένα μοναστήρι χτισμένο πάνω σε μια μυτερή κορφή ενός από­κρημνου γκρεμού, στ’ αριστερά μας ή­ταν μια στρογγυλή προεξοχή μετρίου ύψους, πιθανόν ο …λόφος. Μπροστά μας ήταν η πόλη του Άργους, σε κοντι­νή απόσταση από τον κάμπο και τον κόλπο.

Πήγαμε στο χάνι, το οποίο ήταν πιο βρόμικο απ’ ότι ο νους μπορεί να συλλάβει και γι’ αυτό υποχρεωθήκαμε να μείνουμε στο σπίτι ενός τρελού Έλ­ληνα ο οποίος μας φέρθηκε με ευγέ­νεια και φροντίδα αλλά μας αποσπού­σε με το θόρυβο και τ’ αστεία του, κα­θώς η τρέλα του ήταν απ’ το εύθυμο και αβλαβές είδος. Οι Τούρκοι έδει­χναν μεγάλο σεβασμό σε τρελούς και μανιακούς σχεδόν όπως στους αγίους και πίστευαν πως ήταν κάτω από την άμεση προστασία του προφήτη τους. Σ’ έναν τρελό Έλληνα συμπεριφέρο­νται πολύ καλύτερα απ’ ότι σε έναν γνωστικό Έλληνα, και κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες το να κάνεις τον τρελό έ­δειχνε σοφία και υποπτεύθηκα ότι ο τρελός οικοδεσπότης μας δεν ήταν α­νόητος.

Αυτή η κάποτε τιμημένη πόλη, αυτόν τον καιρό δεν έχει ούτε τους μισούς κατοίκους απ’ όσους έχει η Αθήνα. Οι κάτοικοί της δεν υπερβαίνουν τους 5.000, η πλειονότητα των οποίων είναι Έλληνες. Το Άργος καταλαμβάνει ένα τελείως επίπεδο χώρο στο Νότιο – Ανατολικό πρόποδα της αρχαίας ακρόπο­λης. Τα σπίτια είναι μικρά και χαμηλά αλλά μαζί με πολλούς κήπους είναι α­πλωμένα σ’ αρκετό χώρο, έχουν την μορφή ενός σκόρπιου χωριού. Αυτή η πόλη έχει δυο τζαμιά και πολ­λές εκκλησίες και διοικείται από έναν αγά ο οποίος έχει σαράντα χωριά στην εξουσία του.

Τα περισσότερα απ’ τα αρχαία μνημεία με τα οποία το Άρ­γος ήταν τόσο πλούσια και μεγαλόπρεπα στολισμένο έχουν εξαφανιστεί τόσο, ώστε μπαίνοντας στην πόλη ο ταξιδιώτης νιώθει την ανάγκη να ρωτή­σει που είναι οι τριάντα ναοί, τ’ ακριβά μνήματα, το γυμναστήριο, το στάδιο και τα πολλά μνημεία που έχει περι­γράψει ο Παυσανίας. Έχουν εξαφανι­στεί για πάντα, αφού για τα περισσό­τερα δεν βρίσκεται ούτε ίχνος. Η σιω­πηρή καταστροφή του χρόνου, ή το οργισμένο μένος των βαρβάρων έχει ι­σοπεδώσει τα πάντα. Εκτός απ’ το Θέατρο, την Ακρόπολη και μερικές μάζες Ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής. Το Θέατρο βρίσκεται στο νότιο – ανατολικό πρόποδα της Ακρόπολης. Τα καθίσματα, τα οποία είναι λαξεμένα στο βράχο, είναι καλά διατηρημένα, και είναι θαυμαστών διαστάσεων.

Μπροστά από το θέατρο είναι ένας με­γάλος Ρωμαϊκός τοίχος από τούβλο, που τώρα ονομάζεται «Παλαιό Τεκκέ», ο ένας Τούρκος αγάς, που ανυπομο­νούσε να επιδείξει τις γνώσεις του πά­νω στις αρχαιότητες, και την ίδια στιγ­μή να μεταδώσει πληροφορίες, με βε­βαίωσε ότι προηγούμενα ήταν το σε­ράι, ή το παλάτι ενός βασιλιά του Άρ­γους και αυτό που νόμιζα πως ήταν θέ­ατρο, ήταν το ντιβάνι του. Ένας άλλος Τούρκος, ωστόσο, που ήταν παρών, διόρθωσε το φίλο του και είπε ότι ήταν «χτισμένο για δέκα χιλιάδες (αγριο­γούρουνα;) Έλληνες, που συνήθιζαν να συγκεντρώνονται σ’ αυτό με το σκο­πό να ακούσουν ανθρώπους να τρα­γουδούν και να χορεύουν και να γε­λοιοποιούν τους εαυτούς τους».

Μπήκαμε στο σπίτι ενός Τούρκου κοντά στα ερείπια και οδηγηθήκαμε σε ορισμένα υπόγεια θολωτά δώματα στρωμένα με χοντρό μωσαϊκό σε μαύρο και άσπρο χρώμα. Η διάβασή μας σ’ ένα πέρασμα σταμάτησε από ένα νεώτερο τοίχο, μας βεβαίωσαν ότι συ­νεχιζόταν για πολύ κάτω από τη γη και τελείωνε σε κάποια άλλα ερείπια από τούβλο όπου βρίσκεται επίσης ένα ό­μοιο πάτωμα.

Ο Απολλόδωρος, ο Παυ­σανίας και άλλοι, αναφέρουν το υπό­γειο οικοδόμημα του Ακρίσιου και το μπρούτζινο «θάλαμο», στον οποίο η κόρη του Δανάη ήταν φυλακισμένη. Στην εποχή του Παυσανία περιείχε το μνημείο του Κρότωπου και το ναό του Βάκχου. Εφόσον δεν μπορούσαμε να προχω­ρήσουμε άλλο σ’ αυτό το πέρασμα, γυ­ρίσαμε στο θέατρο κοντά στο οποίο παρατηρήσαμε μια λεπτή μάζα από τείχος απ’ την καλά συνδεδεμένη πο­λυγωνική κατασκευή. Σε δυο από τα τείχη υπάρχουν χαραγμένες επιγρα­φές, οι οποίες όμως έχουν διαβρωθεί τόσο ώστε μόνο τα παρακάτω γράμ­ματα μπορούν να διαβαστούν:

Ε- ΙΤΕΛΙΔΕ             ΑΔΩΜΠΑΝ

ΔΑ- Λ- ΣΙΕΣΑΤΟ       ΣΟΑ

Α- ΟΙΠΑΤΕΙΑ

Πάνω απ’ το πρώτο υπάρχει ένα α­νάγλυφο σχεδόν κατεστραμμένο, που προφανώς απεικονίζει δυο γυναικείες μορφές σε καθιστή στάση. Αυτές οι ε­πιγραφές φαίνονται πολύ μεταγενέ­στερες από την κατασκευή του τεί­χους. Αυτό το ερείπιο τώρα ονομάζε­ται Λυμιάρτη. Λίγο ψηλότερα στο λόφο της ακρό­πολης υπάρχει ένα ερείπιο από τού­βλο χτισμένο πάνω σ’ ένα επίπεδο, λαξεμένο βράχο. Ένα από τα εσωτερικά τείχη περιέ­χει ένα κυκλικό κοίλωμα για άγαλμα, το οποίο ίσως μια ανασκαφή να φέρει στο φως.

Μερικά χρόνια αφού είχα κάνει αυτό το οδοιπορικό στην Ελλά­δα, ο Βελή Πασάς, διοικητής του Μο­ριά, διέταξε μια ανασκαφή κοντά στο θέατρο, όπου ανακαλύφθηκαν δεκαέξι μαρμάρινα αγάλματα και προτομές σε καλή κατάσταση, ιδιαίτερα ένα της Α­φροδίτης και ένα άλλο του Ασκληπιού. Δεν ήταν ούτε στο μισό απ’ το αληθινό μέγεθος. Σε ένα από τα αγάλματα υ­πήρχε η επιγραφή ΑΤΤΑΛΟΣ. Ο Παυ­σανίας αναφέρει έναν Αθηναίο γλύπτη μ’ αυτό το όνομα ο οποίος έφτιαξε το άγαλμα του Απόλλωνα Λυκείου στο Άρ­γος.

Οι πιο διάσημοι γλύπτες στο Άργος ήταν ο Αγελάδας, ο Ελάδας, ο Πολύ­κλειτος, ο Φράδμων, Ασεπόδορος, Α­ντιφάνης και Μουκίδας. Διάφορα χρυσά μετάλλια από τον Αυτοκράτορα Βαλεντανό βρέθηκαν ε­πίσης σ’ ένα τάφο κοντά σε αυτό το σημείο.

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας Άργους. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

Η Ακρόπολη βρίσκεται σε μια μυτε­ρή βραχώδη ανηφοριά, σε αρκετό ύψος: οι τοίχοι και οι πύργοι φαίνονται εντυπωσιακοί από χαμηλά: αλλά πλη­σιάζοντας αυτό τα οικοδομήματα ο τα­ξιδιώτης απογοητεύεται καθώς ανακα­λύπτει το μεγαλύτερο μέρος τους ν’ α­ποτελείται από μικρές πέτρες και τσι­μέντο, έργο του Μεσαίωνα. Ανεβήκαμε από ένα μονοπάτι και παρατηρήσαμε πολύ λίγα ίχνη στο δρόμο μας, παρ’ ότι ο Παυσανίας ανα­φέρει ένα στάδιο και πέντε ναούς μέσα στην ακρόπολη ή στο δρόμο προς αυτήν.

Απ’ αυτούς τους ναούς ο πιο δοξα­σμένος ήταν αυτός της Αθηνάς, στον οποίο υπήρχε ο τάφος του Ακρίσιου. Υπάρχουν ακόμη πάνω στην Ακρόπολη ορισμένα ερείπια πολυγωνικής κατασκευής, τα οποία πιθανώς είναι τα Κυ­κλώπεια τείχη που αναφέρονται από τον Ευριπίδη. Δεν έχουμε λόγους να υ­ποθέσουμε ότι τα καλά συνδεδεμένα πολύγωνα δεν περιέχονταν σ’ αυτήν την ονομασία, όπως τα απομεινάρια της τραχιάς, και λιγότερο πολύπλοκης Τιρυνθιακής μορφής. Ο Ευριπίδης έχει ορισμένα κείμενα σχετικά με την Κυκλώπεια δομή αυτής της πόλης, τα οποία αναφέρονται σε υποσημείωση. Αυτός ο τρόπος δομής σημειώνεται κι από διάφορους άλλους συγγρα­φείς, πιο συγκεκριμένα τον Απολλόδω­ρο, Στράβωνα, Σενέκα, Στάτιο και τον Παυσανία, αλλά ο τελευταίος είναι ο μόνος όπου συγκεκριμένα τον περι­γράφει, όταν μιλάει για τα τείχη της Τί­ρυνθας. Επίσης γίνεται κάποια νύξη απ’ τον Βιργίλιο.

Ο Πλίνιος λέει ότι σύμφωνα με τον Α­ριστοτέλη, οι πύργοι εφευρέθηκαν α­πό τους Κύκλωπες, και σύμφωνα με το Θεόφραστο, από τους Τιρύνθιους. Ο σχολιαστής του Στάτιου ισχυρίζεται πως ό,τι ήταν αξιοθαύμαστο για το με­γάλο του μέγεθος λεγόταν ότι φτιά­χτηκε από τους Κύκλωπες. Η μεγάλη δυσκολία, ωστόσο, είναι να πούμε με βεβαιότητα ποιοι ήταν οι Κύκλωπες – από που κατάγονται και σε ποια περί­οδο ήκμασαν. Δεν θα κάνω μεγάλη συζήτηση πάνω σ’ αυτό το θέμα, ελπίζοντας ότι θα διε­ρευνηθεί πλήρως από τον πληροφορη­μένο υποστηρικτή αυτού του συστήμα­τος, όπου η δουλειά του, η οποία ανα­μένεται διακαώς, χωρίς αμφιβολία θα ρίξει φως σ’ αυτό το σκοτεινό και για πολύ παραμελημένο τμήμα της προϊ­στορίας.. Προς το παρόν, αρκεί να πα­ρατηρήσουμε ότι ο Στράβων είχε τόσο μπερδεμένες ιδέες για τους Κύκλωπες 18 αιώνες πριν, όσο έχουμε εμείς σή­μερα. Λέει ότι ήταν επτά στον αριθμό, κι ότι ήρθαν από τη Λυσία. Ο σχολιαστής του Ευριπίδη, ωστόσο, διατηρεί την άποψη ότι ήταν ένα έθνος από τη Θράκη, που ονομάστηκε έτσι από έ­ναν απ’ τους βασιλιάδες τους κι ότι ή­ταν οι καλύτεροι «Τεχνίται» την εποχή που έζησαν.

Φαίνεται ότι ήταν ιδιαίτε­ρα επιδέξιοι στην κατασκευή στρατιω­τικών φρουρίων, και στο να διασκορπί­σουν την αρχιτεκτονική τους γνώση σ’ όλη την Ελλάδα και σε πολλά μέρη της Ιταλίας, της Σικελίας και της Ισπανίας. Σ’ αυτές τις χώρες υπήρχαν αποικίες από τους Πελασγούς της Ελλάδας, οι οποίοι έμαθαν την τεχνική της στρα­τιωτικής κατασκευής από τους Θρά­κες, αλλά είναι πιο πιθανό ότι οι Κύ­κλωπες οι ίδιοι ήταν Πελασγοί, οι οποί­οι εγκαταστάθηκαν στην Πελο­πόννησο, γιατί είναι γενικά παραδεκτό ότι ήταν ξένοι και όχι αυτόχθονες. Υπάρχουν διάφορα ερείπια αρχαί­ων τειχών στην Ακρόπολη του Άργους, που απαρτίζονται από δεύτερης τε­χνοτροπίας, ή καλά συνδεδεμένα πο­λύγωνα, αλλά όχι το παραμικρό ίχνος της τραχιάς Τιρυνθιακής τεχνοτροπί­ας. Αν τα τείχη κατασκευάζονταν αρχι­κά απ’ αυτές τις τραχιές και ανθεκτι­κές μάζες, δεν θα ήταν δυνατόν να εί­χαν καταστραφεί τόσο ολοκληρωτικά και να μην μείνει ούτε μια πέτρα. Και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι τα τείχη που υπάρχουν και σήμερα είναι τα ίδια μ’ αυτά που ο Ευριπίδης αποδίδει στους Κύκλωπες.

Τα τείχη περικλείουν την κορυφή της Ακρόπολης, και το σύγχρονο Κάστρο, που αποτελείται α­πό προμαχώνες και πύργους χτισμέ­νους με μικρές πέτρες και ασβεστόλασπη υψώνεται πάνω στ’ αρχαία ερεί­πια, στα οποία τα χαμηλότερα μέρη α­πό ορισμένους κυκλικούς ή τετράγω­νους πύργους είναι ορατά. Η Ακρόπο­λη είναι εντελώς έρημη, χωρίς κατοί­κους. Η θέα έχει μεγάλο ενδιαφέρον και έ­κταση αλλά το θέαμα από μεγάλο ύψος είναι πιο γραφικό. Ολόκληρος ο κάμπος του Άργους, με την πρωτεύου­σα, τα χωριά και τον κόλπο, με τις Μυ­κήνες, την Τίρυνθα και τη Ναυπλία μπορεί να διακριθεί όπως σ’ ένα χάρ­τη. Το όρος Τράπεζα (;) κοντά στη Νε­μέα είναι επίσης ορατό.

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

Κατεβήκαμε από έναν άλλο δρόμο, και σε μισή ώρα φτάσαμε στο θέατρο. Υπήρχαν δυο ακροπόλεις στο Άργος, από τις οποίες η κυριότερη πάνω από το θέατρο, ονομάζονταν Λάρισα και Α­σπίς: χρωστούσαν η πρώτη το όνομα στην κόρη του Πελασγού και η δεύτε­ρη στο παιχνίδι της Ασπίδας, το οποίο τελείτο εδώ. Το δεύτερο κάστρο βρισκόταν σε μια βραχώδη κορυφή μετρίου ύψους, βορειοανατολικά της Λάρισας: αυτός πρέπει να είναι ο λόφος του Φορονέως καθώς δεν υπάρχει άλλο ύψωμα στο Άργος, ή στην κοντινή περιοχή, κατάλ­ληλο για τη θέση ενός φρουρίου. Το μοναστήρι, το οποίο βρίσκεται πάνω σ’ έναν απότομο βράχο, στη βό­ρεια πλευρά της Λάρισας, προφανώς έχει την τοποθεσία ενός αρχαίου να­ού. Κάτω από το μοναστήρι υπάρχουν μερικά σπήλαια, που περιέχουν πηγή νερού, το οποίο πιθανόν βρίσκει διέξο­δο από υπόγεια περάσματα, κάτω στην κωμόπολη, όπου τροφοδοτεί πη­γάδια και κρήνες.

Ο Παυσανίας αναφέρει έναν ναό στο Άργος αφιερωμένο στον Κηφισό, κάτω από τον οποίο έτρεχε αυτός ο ποταμός. Ο ναός του Απόλλωνα ήταν στο δρό­μο προς τη Λάρισα και βρισκόταν σ’ έ­να σημείο που ονομαζόταν Δειράς, α­πό τη θέση του στην άκρη ενός βρά­χου, η οποία ανταποκρίνεται στη θέση του μοναστηριού.

Ο Φουρμόντ περιγράφει μια υπόγεια είσοδο, η οποία λέει διαπερνά 3000 βήματα το βράχο της Λάρισας, όπου ανοίγεται μέσα από ένα σκούρο πέ­τρωμα, γεμάτο απολιθωμένες αχιβά­δες: λέει ότι το πέρασμα είναι τελείως ευθύ, αλλά έχει κοιλώματα σε κάθε πλευρά, όχι απέναντι το ένα στο άλλο. Ο Πλούταρχος μας πληροφορεί ότι ο Κλεομένης άνοιξε τα υπόγεια περά­σματα κάτω από την Ασπίδα, και έτσι μπήκε στην πόλη.

Η ακόλουθη πολύ αρχαία επιγραφή βρίσκεται στη Λάρισα. Φαίνεται ν’ αποτελείται από κύρια ονόματα. Είναι σημαντικά διαβρωμένη, αλλά τα παρακάτω ονόματα μπορούν να αποκρυπτογραφηθούν: Σθενέλαος – Ιπομεδων – Αρχέμιχος – Άδραστος – Βορθανόρας – Κρήτος – Ομίντονος – Δεστόμαχος. Φαίνεται ότι υπάρχουν άλλα επτά ονόματα τα οποία είναι μη αναγνώσιμα…

Η προσέγγιση προς το Άργος προ­στατευόταν από δυο μακρά τείχη, που εκτείνονται προς τη θάλασσα, όπως στην Αθήνα, την Ελευσίνα, τα Μέγαρα, την Κόρινθο και την Πάτρα. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Αλκιβιάδης συμ­βούλεψε τους Αργείτες να ενώσουν την πόλη τους με τη θάλασσα με μα­κρά τείχη. Και γι’ αυτό το σκοπό τους έστειλε χτίστες από την Αθήνα. Κατα­σκευάστηκαν στον δέκατο – πέμπτο χρόνο του Πελοποννησιακού πολέμου. Βρίσκουμε ότι το Άργος ήταν εξαρ­τημένο στις Μυκήνες από πολύ παλιά, τουλάχιστον την εποχή του Περσέα.

Η Πύλη των Λεόντων (The Gate of the Lions at Mycenae) – Edward Dodwell, 1834.

Ο Βασιλιάς των Μυκηνών ονομαζόταν α­πό τον Όμηρο «ο βασιλιάς πολλών νη­σιών και ολόκληρου του Άργους», το οποίο, μερικοί είναι της γνώμης, ση­μαίνει ολόκληρη την Πελοπόννησο. Ο Αγαμέμνονας αύξησε το βασίλειό του, κατακτώντας την Λακωνία και την Κορινθία.

Η ίδρυση του Άργους από τον Ίναχο πιθανόν έλαβε χώρα περίπου 232 χρόνια μετά απ’ αυτήν της Σικιώνας, τα οποία αναλογούν σε 1856 χρό­νια πριν από την εποχή μας. Ήταν για πολύ καιρό η πιο ακμάζουσα πόλη στην Ελλάδα, και εμπλουτίστηκε με το εμπόριο της Ασσυρίας και της Αιγύ­πτου. Στον καιρό του Στράβωνα ακόμα συνέχισε να είναι μια από τις πρώτες πόλεις στην Πελοπόννησο, και λόγω της γονιμότητας του εδάφους του, και τα πλεονεκτήματα της θέσης του, πι­θανόν δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ ως την εποχή του Βαγιαζήτ.

Σήμερα, ολό­κληρος ο κάμπος είναι πολύ ανθυγιει­νός τους Φθινοπωρινούς μήνες, και η ελονοσία προκαλεί μεγαλύτερη συμ­φορά σ’ αυτήν την όμορφη περιοχή απ’ αυτούς που συνέβησαν από τη Λερναία Ύδρα, ή το λιοντάρι της Νεμέ­ας. Βρίσκουμε ότι το Άργος και η Ναυ­πλία ανήκαν, κατά τον δέκατο τέταρτο αιώνα, στον Πιέτρο ντι Φεντερίκο Κορ­νάρο, έναν ευγενή Βενετό: μετά το θά­νατό του η χήρα του Βόννη(;) ή Μαίρη ντ’ Ενγκιέν, τα παρεχώρησε στη δημο­κρατία της Βενετίας το 1388, με τη γη τους και τα φρούρια τους, για το σύνο­λο των 700 Βενετικών δουκάτων σε χρυσό, όπου θα πληρώνονταν σ’ αυτήν ετησίως, εκτός από τα 2000 δουκάτα σε χρυσό κατά την πράξη της εκχώρη­σης. Το έτος 1397, το Άργος κατελήφθει από τον Βαγιαζήτ. Τότε ερημώθη­κε τελείως και τα τείχη του καταστρά­φηκαν. Ξαναχτίστηκε από τους Βενε­τούς – από τους οποίους το πήραν οι Τούρκοι το 1463- και αφού το ξαναπή­ραν οι Βενετοί, την ίδια χρονιά επανα­κτήθηκε από τους Τούρκους.

Ο ποταμός Ίναχος του οποίου η α­ποξηραμένη κοίτη είναι ένας σύντομος δρόμος για τα βορειοανατολικά του Άργους, τροφοδοτείται με παροδικές πλημμύρες μόνο μετά από δυνατές βροχές, κι όταν λειώνουν τα χιόνια στα γύρω βουνά. Η πηγή του σύμφωνα με τον Στράβωνα ήταν στο όρος Λούρκιο, κοντά στην Κυνουρία, και σύμφωνα με τον Παυσανία, στο όρος Αρτεμίσιον. Α­κόμα και τον μήνα Δεκέμβριο, όταν ή­μουν στο Άργος δεν υπήρχε σταγόνα νερό στο κανάλι του, και όπως ο Ισμένος και ο Ιλισσός, έχει πιο συχνά ακου­στεί για τη γλιστερή απαλότητα ή την ορμητική βιασύνη του ρεύματός του στην ποιητική φαντασία, παρά στην πραγματικότητα της ύπαρξης. Ήταν πράγματι στην καλύτερη μορφή του, τίποτα περισσότερο από ένας τυχαίος χείμαρος και γι’ αυτό ονομάστηκε χαραδρώδης από τον Στράβωνα. Το τωρινό του όνομα είναι Ζέρια, λέξη που αποδίδεται στην αποξηραμένη κοίτη του. Πηγάζει περίπου δέκα μίλια από το Άργος, σε ένα μέρος που ονομάζε­ται Μούσι, στο δρόμο προς την Τριπολιτσά στην Αρκαδία. Το χειμώνα μερι­κές φορές κατεβαίνει από τα βουνά σε μια κυλιόμενη μάζα, όπου κάνει σημα­ντική ζημιά στην πόλη. Ο Λουκιανός παρατηρεί ότι τα ποτάμια πεθαίνουν ό­πως οι άνθρωποι και οι πόλεις, και ότι ο Ίναχος δεν έχει αφήσει ούτε ίχνη για να θυμίζουν την εξαφανισμένη ζωτικό­τητά του.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, το πρώτο όνομα του Ίναχου ήταν Καρμάνωρ, το οποίο άλλαξε σε Αλιάκμων, α­πό την ονομασία του Τιρύνθιου ήρωα που χάθηκε στο ρεύμα του. Ο Ίναχος, ένας γιος του Ωκεανού, έπειτα πνίγηκε σ’ αυτόν και του έδωσαν το όνομά του. Ο Στράβων δικαιώνει το Άργος από τον κάποτε παροιμιώδη καταλογισμό ζήτησης νερού, βεβαιώνοντας ότι είναι καλά τροφοδοτούμενο, και αναφέρο­νται μερικές πηγές μέσα στην πόλη.

Σήμερα υπάρχουν διάφορα αρχαία και νεώτερα πηγάδια στο Άργος και σε σχεδόν κάθε τμήμα της πόλης και της κοντινής περιοχής, νερό βρίσκεται, χωρίς σκάψιμο σε σημαντικό βάθος. Ο Παυσανίας παρατηρεί ότι δεν υ­πάρχει άλλο νερό απ’ αυτό της Λέρνας σ’ αυτό το μέρος της περιοχής κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών. Φαίνεται να έχει ξεχάσει το μόνιμο ρεύμα του Ερασίνου, το οποίο είναι πολύ πιο κοντά στο Άργος από τη λί­μνη της Λέρνας.

Στη συνέχεια ο περιηγητής επισκέπτεται τον Ερασίνο, τη Λέρνα, τις Μυκήνες, το Ναύπλιο  και σχεδόν ολόκληρη την Αργολίδα…

 

Μετάφραση: Αφροδίτη Ιωαν. Μπιμπή

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αναγέννηση», τεύχος 382, Απρίλιος 2002.

 

Σχετικά θέματα: 

 

Read Full Post »

Έκθεση – 150 χρόνια ελληνικό γραμματόσημο


 

Την 1η Οκτωβρίου 1861 κυκλοφόρησαν τα πρώτα ελληνικά γραμματόσημα που τυπώθηκαν στο Παρίσι, στο τυπογραφείο Ernest Meyer σε πλάκες 150 εκτύπων. Σχεδιάστηκαν από το γνωστό Γάλλο χαράκτη Albert Barre (Αλμπερτ Μπαρ), γιο του J. Barre, δημιουργό των πρώτων γαλλικών γραμματοσήμων. Ο Α. Barre, βασίστηκε στο σχέδιο του πατέρα του για τα πρώτα γαλλικά γραμματόσημα του 1849 που απεικόνιζαν την κεφαλή της θεάς Δήμητρας. Το μετάλλιο με την κεφαλή του Ερμή για το Ελληνικό γραμματόσημο που σχεδίασε ο Α. Barre και το συνολικό αποτέλεσμα αποτελεί ένα αριστούργημα χαρακτικής τέχνης και είναι ένα εξαιρετικό δείγμα τυπογραφικής εργασίας της εποχής.

 

Αριστερά το πρώτο Γαλλικό γραμματόσημο (1849) που απεικονίζει τη θεά Δήμητρα και δεξιά το Ελληνικό με τον Ερμή.

 

Την 1η Οκτωβρίου 2011 συμπληρώνονται 150 χρόνια από την έκδοση του πρώτου ελληνικού στο Παρίσι, και τα Ελληνικά Ταχυδρομεία ανοίγουν το θησαυροφυλάκιό τους και εκθέτουν μοναδικούς θησαυρούς της φιλοτελικής ιστορίας μας, στο Ζάππειο Μέγαρο, από την 1η έως τις 9 Οκτωβρίου.

Έκδοση "100 χρόνια από το θάνατο του Ερρίκου Σλήμαν", 11 Οκτωβρίου 1990.

Οι μεγάλες κεφαλές του Ερμή έκαναν καλό ποδαρικό για τα ελληνικά γραμματόσημα, αφού αυτά τα μαγικά χαρτάκια, μαζί με τα άλλα των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, έγιναν από τα πλέον περιζήτητα μεταξύ των όπου γης συλλεκτών, αφού θεωρούνται αριστουργήματα. Τον αγγελιοφόρο των θεών του Ολύμπου σχεδίασε ο καλλιτέχνης Albert Barre, διευθυντής του Γαλλικού Νομισματοκοπείου. Από τότε, πολλοί επιφανείς έλληνες καλλιτέχνες σχεδίασαν γραμματόσημα, όπως οι Γαλάνης, Κεφαλληνός, Μπισκίνης, Τάσσος, Φασιανός, Τσόκλης, Παύλος, Κούκος κ.α., έτσι που τα γραμματόσημα να είναι πραγματικά, μικρά, έργα τέχνης.

Σε αυτά τα 150 χρόνια, τα Ελληνικά Ταχυδρομεία έχουν κυκλοφορήσει 570 σειρές, από 2.700 γραμματόσημα, τα οποία αποτυπώνουν την ελληνική ιστορία και έχουν πάει τον ελληνικό πολιτισμό σε κάθε γωνιά του Πλανήτη. Φέτος τιμούν την φιλοτελική ιστορία μας με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που την ξεκίνησαν. Κυκλοφορούν μια νέα έκδοση των μεγάλων κεφαλών του Ερμή, σχεδιασμένη από τον επίκουρο καθηγητή της ΑΣΚΤ Γιάννη Γουρζή,  τυπωμένη με την παραδοσιακή χαρακτική μέθοδο της χαλκογραφίας, ώστε τα γραμματόσημα να είναι αυθεντικά έργα τέχνης.

 

Αναμνηστική έκδοση για τους Εθνικούς Ευεργέτες. Σχεδίαση - προσαρμογή από τον Π. Γράββαλο και τυπώθηκε στο τυπογραφείο Ασπιώτη ΕΛΚΑ. 15 Νοεμβρίου 1975.

 

Όπως λέει ο Γιάννης Γουρζής, «χρειάστηκε να ανατρέξω σε αρκετές πληροφορίες και εικόνες για να “μπω” στο μυαλό του Barre, προκειμένου να σχεδιάσω πάλι τον Ερμή του 1861 με όση περισσότερη ακρίβεια. Το να βρω το σωστό σχεδιασμό ήταν πρωτεύον θέμα, ταυτόχρονα όμως έπρεπε να λάβω υπόψη και το ότι αυτό θα χαρασσόταν σε φυσικό μέγεθος και άρα έπρεπε και τα εργαλεία μου να μπορούν να “χωρέσουν” σε αυτές τις διαστάσεις. Γεγονός παραμένει βέβαια ότι δεν είχα απλά να αντιγράψω ένα έργο, αλλά έπρεπε να βρω και νέα γραφή για να μπορεί να αποδοθεί όσο το δυνατό πιστά». Το αποτέλεσμα της τέχνης του Γιάννη Γουρζή, κυκλοφορεί από σήμερα, 1η Οκτωβρίου, ακριβώς στην επέτειο της εκτύπωσης της πρώτης Κεφαλής, σε διάφορες εκδόσεις για τους συλλέκτες και με διάφορες σφραγίδες.

Ζάππειο Μέγαρο, 1η έως 9 Οκτωβρίου, καθημερινά 09.00-21.00. Είσοδος Ελεύθερη.

Read Full Post »

Δικτατορία του Μεταξά – 4 Αυγούστου 1936


  

Ιωάννης Μεταξάς

Ως στρατιωτικός ο Ιωάννης Μεταξάς, (Ιθάκη 12 Απριλίου 1871 – Αθήνα 29 Ιανουαρίου 1941), διακρίθηκε από τις σπουδές του κιόλας στην Πολεμική Ακαδημία του Βερολίνου. Συμμετείχε στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και στους Βαλκανικούς, ενώ από το 1903 είχε τοποθετηθεί στο τότε νεοσύστατο κατά τα ξένα πρότυπα Γενικό Επιτελείο Στρατού, συμβάλλοντας σημαντικά στην οργάνωση των ενόπλων δυνάμεων.

Από νωρίς συνδέθηκε φιλικά με τη  βασιλική οικογένεια και όταν το 1910 ο Γεώργιος Α’ διόρισε πρωθυπουργό τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο Κρητικός του προσέφερε τη θέση του πρώτου υπασπιστού του. Έτσι, ο Μεταξάς έγινε ο σύνδεσμος μεταξύ Βενι­ζέλου και ανακτόρων. Η ρήξη μεταξύ τους ήρθε το 1915, όταν ο Μεταξάς με την παραίτησή του μετέπεισε τον Κων­σταντίνο A’ ως προς την είσοδο της χώρας στον πόλεμο, στο πλευρό των συμμάχων. Ο Βενιζέλος δεν τον συγ­χώρεσε ποτέ και, το 1917, τον εξόρισε στην Κορσική από όπου γύρισε ύστερα από την επιστροφή των βασιλικών στην εξουσία.

Όταν στις 25 Μαρτίου 1921 οι Πρωτοπαπαδάκης, Θεοτόκης και Γούναρης του προσέφεραν τη θέση του αντιστράτηγου της Μικράς Ασίας, ο Μεταξάς αρνήθηκε. Από το 1914 είχε καταθέσει υπόμνημα στο ΓΕΣ, με το οποίο προεξοφλούσε την ήτα του ελληνικού στρατού σε περίπτωση επέμβασης στην Ιωνία. Στις 12 Οκτωβρίου 1922 ίδρυσε το κόμμα των Ελευθεροφρόνων. Μετά τη δικτατορία Πάγκαλου, κατά την οποία φυλακίστηκε και εκτοπίστηκε, συμμετείχε στις εκλογές της 11ης Νοεμβρίου 1926. Κατέλαβε 51 έδρες και διορίστηκε υπουργός Συγκοινωνίας στην κυβέρνηση Ζαΐμη. Αργότερα υπηρέτησε και ως υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση Τσαλδάρη. Ωστόσο, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, οι Ελευθερόφρονες σημείωναν όλο και χειρότερες επιδόσεις. Όταν το 1936 κατέλαβαν επτά έδρες, όλα έδειχναν ότι η πολιτική σταδιοδρομία του Μεταξά έφτανε στο τέλος της. Ο Γεώργιος Β’ όμως είχε διαφορετική άποψη. 

  

Η υπονόμευση του κοινοβουλευτισμού

 

Τα πολιτικά πάθη, αποτέλεσμα της μακροχρόνιας έχθρας βενιζελικών και αντιβενιζελικών, υπονόμευσαν και α­ποδυνάμωσαν τον κοινοβουλευτισμό και οδήγησαν σε πολιτικό αδιέξοδο. Τον Νοέμβριο του 1935, μετά τη διεξαγω­γή «νόθου» δημοψηφίσματος, ο Γεώργιος Β’ επανήλθε στον θρόνο της Ελλάδας. Η παλινόρθωση της βασιλείας, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 1935, εγκαινίασε μια δραματική σειρά γεγονότων που κατέληξαν στη δικτατορία της 4ης Αυγούστου. Μετά την ε­πιστροφή του, ο Γεώργιος αποπέμπει τον Κονδύλη και αναθέτει τον σχημα­τισμό κυβέρνησης στον Κωνσταντίνο Δεμερτζή, ενώ την 26η Ιανουαρίου διε­ξάγονται άψογες εκλογές που αναδει­κνύουν ισοδύναμες τις δύο μεγάλες παρατάξεις, με ρυθμιστή το Παλλαϊκό Κόμ­μα (δεσπόζουσα δύναμη το ΚΚΕ).

Όταν γίνεται γνωστή η μυστική συμφωνία (σύμφωνο Σοφούλη – Σκλάβαινα) μεταξύ των Φιλελευθέρων και του ΚΚΕ, προ­καλούνται αναταράξεις στις ένοπλες δυ­νάμεις που δυσαρεστούν τον Γεώργιο, ο οποίος αποπέμπει τον Παπάγο από το Υπουργείο Στρατιωτικών και στη θέ­ση του διορίζει τον Ιωάννη Μεταξά.

Ιωάννης Μεταξάς – Γεώργιος Β΄

Με­τά τον θάνατο του Δεμερτζή, στις 13 Απριλίου, ο Μεταξάς αναλαμβάνει και τα καθήκοντα του πρωθυπουργού, ε­νώ στις 27 Απριλίου λαμβάνει ψήφο ε­μπιστοσύνης από τη Βουλή. Στις 8 Μαΐου, κατά τη διάρκεια καπνεργατικών διαδηλώσεων, ξέσπασαν τα γεγο­νότα της Θεσσαλονίκης που κατέληξαν στις πλέον βίαιες συγκρούσεις ανάμε­σα στους απεργούς και τη χωροφυλα­κή, στη διάρκεια των οποίων σκοτώθηκαν δώδεκα διαδηλωτές. Η ανακοίνωση για γενική απεργία στις 5 Αυγούστου 1936 προσέφερε στον Μεταξά, «ελέω του Γεωργίου Β’», την απαιτούμενη δικαιολογία για την εγκαθίδρυση της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, που ήταν το επιστέγασμα μιας σειράς εσωτερικών πολιτικών «ανωμαλιών» και αποτελούσε, σύμφωνα με τον Γεώργιο, μια «δυσάρεστη ανα­γκαιότητα».

Τα παραδοσιακά κόμματα, αποδυναμωμένα από τις έριδες και στε­ρημένα από τους ηγέτες τους (οι Κον­δύλης, Τσαλδάρης, Δεμερτζής και Βε­νιζέλος όλοι πέθαναν μέσα σε σύντο­μο χρονικό διάστημα) ήταν ανίκανα να κινητοποιήσουν τον λαό, που, κουρα­σμένος και απογοητευμένος από τους πολιτικούς, παρέμεινε απαθής. Εξάλλου, οι ιθύνουσες τάξεις είδαν στο πρόσω­πο του Μεταξά τον εκφραστή των συμ­φερόντων τους και τον εγγυητή ασφάλειάς τους έναντι του «επερχόμε­νου» κομμουνισμού. Παράλληλα, η θέση του Μεταξά διευκολύνθηκε την εποχή αυτή από τη διεθνή συγκυρία.

Η κομμουνιστική απειλή φάνταζε, το 1936, πολύ μεγαλύ­τερη από την κρίση του κοινοβουλευ­τισμού στην Ευρώπη και την επικράτηση του φασισμού και του ναζισμού. Τα καθεστώτα αυτά και οι εκφραστές τους ασκούσαν μια περίεργη γοητεία στους πληθυσμούς των ευρωπαϊκών κρατών, που παρακολουθούσαν με θαυμασμό τη νέα πειθαρχημένη δύναμη του ναζισμού και την προβολή του «χα­ρισματικού» αδιαφιλονίκητου ηγέτη του, Αδόλφου Χίτλερ, να προβάλλονται μέσα από τα βραβευμένα προπαγανδι­στικά φιλμ της Ρίφενσταλ, στα πολυ­πληθή ακροατήρια των μεγάλων ευ­ρωπαϊκών πόλεων.

Ο κομμουνιστικός κίνδυνος, υπό το φάσμα του ισπανικού εμφυλίου που μόλις είχε ξεσπάσει, α­νησυχούσε πολύ περισσότερο τους Ευρωπαίους, απ’ ό,τι η κατάληψη της αποστρατιωτικοποιημένης Ρηνανίας από τον Χίτλερ το 1936, και η αυξανο­μένη επιθετικότητα του Μουσολίνι, με­τά την εισβολή στην Αιθιοπία. Έτσι λοιπόν το διεθνές κλίμα και η έκρυθμη εσωτερική πολιτική κατά­σταση, που διευκολύνονταν από την έλλειψη εμπιστοσύνης του Γεωργίου προς τα αστικά πολιτικά κόμματα, «ευνοούσαν» την εγκαθίδρυση της Δι­κτατορίας. Γεγονός που επιβεβαιώνε­ται και από τις «χλιαρές» αντιδράσεις – με εξαίρεση το κίνημα των Χανίων – που εκδηλώθηκαν εναντίον της 4ης Αυ­γούστου.

 

Απολυταρχικό καθεστώς με λαϊκίστικες τάσεις και πρακτικές

  

Οι πρώτες ενέργειες του καθεστώτος, μετά την άρση των θεμελιωδών άρ­θρων του Συντάγματος και την κα­τάργηση της ελευθερίας του Τύπου, ο οποίος κατέστη προπαγανδιστικό ερ­γαλείο του καθεστώτος, με αντάλλαγμα πολλά προνόμια, ήταν η καταστολή του κομμουνιστικού κινδύνου, αλλά και του κομματικού κοινοβουλευτι­σμού, που αποτελούσαν τη «διπλή τυ­ραννία» του τόπου. Οι αθρόες συλ­λήψεις και οι εκτοπίσεις των αντι­φρονούντων, αλλά και οι αποτελε­σματικοί μηχανισμοί που αφορού­σαν την καθιέρωση του Πιστοποιη­τικού Κοινωνικών Φρονημάτων και των Δηλώσεων Μετανοίας (που α­νήλθαν σε 47.000, όταν η δύναμη του ΚΚΕ ήταν περίπου 15.000) εξουδετέ­ρωσαν κάθε εσωτερική απειλή και έ­δωσαν τη δυνατότητα στον Μεταξά να υλοποιήσει τα σχέδιά του.

 

Ο Ιωάννης Μεταξάς κατά την διάρκεια εκδήλωσης των Ταγμάτων Εργασίας. Στην κορυφή της σκάλας, ο Κώστας Κοτζιάς – ασκεπής με το καπέλο στο αριστερό χέρι – υπουργός Διοικήσεως Πρωτευούσης. Στο ίδιο σκαλοπάτι με τον κυβερνήτη, δεξιότερα, ο γενικός διευθυντής Γραμμάτων και Τεχνών του καθεστώτος, Κωστής Μπαστιάς. Φωτογραφία: Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο.

 

Πρωταρχικός σκοπός του καθεστώτος ήταν η ίδρυση ενός «Νέου Κράτους» που θα βασιζόταν στις υπέρτατες αξίες και στα ιδεώδη που είχαν πλέον χαθεί και θα οδηγούσε στην «Αναγέννηση της Ελλάδος» και στη δημιουργία του «Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού» που ήταν συνέχεια του Αρχαίου και του Βυζαντινού. Η έλλειψη λαϊκής βάσης ο­δήγησε τον Μεταξά, μιμούμενο ξένα φασιστικά και ναζιστικά πρότυπα, στην ίδρυση και οργάνωση ενός πα­νίσχυρου οργανισμού νεολαίας, της EON, που συμπεριέλαβε το σύνολο σχεδόν του νεανικού πληθυσμού της χώρας και αποτέλεσε το αποτελε­σματικότερο μέσον, αλλά και αποδέ­κτη της μεταξικής ιδεολογίας και προπαγάνδας, βασικότερο στοιχείο της οποίας αποτελούσε η λατρεία προς τον Ηγέτη, Ιωάννη Μεταξά.

 

Κοινωνική πολιτική

  

Φαλαγγίτισσες της «Εθνικής Οργανώσεως Νεολαίας» παρελαύνουν στη λεωφόρο Βασ. Όλγας, κατά τη διάρκεια εορτασμού της 4ης Αυγούστου.

Ωστόσο, παρά τις πρακτικές και τα χαρακτηριστικά των φασιστικών κα­θεστώτων που υιοθέτησε, η 4η Αυ­γούστου δεν ταυτίστηκε ποτέ με τη φασιστική ιδεολογία αλλά παρέμεινε ένα απολυταρχικό καθεστώς με φι­λολαϊκές τάσεις που συχνά οδηγούσαν σε λαϊκίστικες πρακτικές. Ο Μεταξάς, όπως συχνά προκύπτει μέσα από το ημερολόγιό του και τις ομιλίες του, ή­θελε να είναι ο ηγέτης του λαού και προστάτης των οικονομικά ασθενέ­στερων. Στο πλαίσιο αυτής της πα­τερναλιστικής στάσης που χαρακτή­ρισε ολόκληρη τη διακυβέρνηση του «χαρά μου οι φτωχοί και τα παιδιά», εφάρμοσε ένα εκτεταμένο πρόγραμ­μα κοινωνικής πολιτικής για την α­νακούφιση των ασθενέστερων τάξε­ων, όπως οι αγρότες και οι εργάτες. Τα πιο σημαντικά μέτρα στον τομέα της αγροτικής πολιτικής ήταν η ρύθ­μιση των αγροτικών χρεών, η μετα­βίβαση των τίτλων ιδιοκτησίας της γης και η κατάργηση της φορολογίας στο ελαιόλαδο.

Τα μέτρα για τους εργάτες περιε­λάμβαναν την καθιέρωση των συλ­λογικών συμβάσεων εργασίας και την αναγκαστική διαιτησία μεταξύ ερ­γατών και εργοδοτών, ενώ εφαρμό­ζεται ο νόμος για την κοινωνική α­σφάλιση με την ίδρυση του ΙΚΑ. Πα­ράλληλα, καθιερώνεται το οκτάωρο, καθορίζεται κατώτερο ημερομίσθιο και λαμβάνονται μέτρα για βελτίωση των συνθηκών υγιεινής και τον έλεγχο των ενδημικών νόσων με σημαντική αύ­ξηση στις δαπάνες υγείας.

 

Στρατιωτική θωράκιση για τον επερχόμενο πόλεμο

 

Η σημαντικότερη ωστόσο προσπάθεια του καθεστώτος επικεντρώθηκε από την αρχή στην αμυντική θωράκιση της χώρας. Δεμένος στο «παραδοσιακό άρμα» της φιλοβρετανικής εξωτερικής πολιτικής, παρά τη γερμα­νική του παιδεία και την οικονομική εξάρτηση της χώ­ρας από τη Γερμανία, ο Μεταξάς αναζήτησε, μέσα στο πλαίσιο της πολιτικής ουδετερότητας που του επέβαλαν η γεωπολιτική και η στρατιωτική του θεώρηση, στη Βρετανία, τη μεγαλύτερη ναυτική Δύναμη, τον σύμ­μαχο απέναντι στην αυξανόμενη ιταλική επιθετικότητα, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά την Αιθιοπική Κρίση και τη συμμετοχή της Ελλάδας στις οικονομικές κυρώσεις κατά της Ιταλίας.

Παράλληλα άρχισε η μεγά­λη στρατιωτική και ψυχολογική προετοιμασία της χώ­ρας για την αντιμετώπιση πιθανής εισβολής από την Ιταλία, αλλά και τη Βουλγαρία, με την κατασκευή εντυπωσιακών οχυρωματικών έργων, όπως η Γραμμή Μεταξά και η ανασυγκρότηση του ελληνικού στρατού, ενώ είχε αρχίσει και ένα εκτεταμένο πρόγραμμα αυτάρκειας και εξοικονό­μησης αγαθών.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος βρή­κε την «ουδέτερη» Ελλάδα αμυ­ντικά προετοιμασμένη και απο­φασισμένη να αντισταθεί, ενώ εί­χε κηρυχθεί από τον Απρίλη του 1939 μερική επιστράτευση. Οι ιταλικές προκλήσεις ε­ναντίον της Ελλάδας το καλοκαίρι του 1940 είχαν ως αποκορύφωμα τον τορπιλισμό του ευδρόμου «Έλλη» στην Τήνο στις 15 Αυγούστου. Η εμπλοκή της Ελλά­δος στον πόλεμο ήταν πια βεβαία.

  

Πλήρης σύμπνοια

 

Το πρωινό της 28ns Οκτωβρίου 1940, στην οικία του Ιωάννου Μεταξά στην Κηφισιά άρχισε να γράφεται μια από τις πλέον ένδοξες σελίδες της νεώτερης ελληνικής ιστορίας. Η άρνηση του Μεταξά, «Alors c’est la guerre», να υποκύψει στις ιταλικές διεκδικήσεις απορρίπτοντας το ιταλικό τελεσίγραφο που του επέδωσε ο Γκράτσι δεν ήταν προϊόν στιγμιαίας εθνικής έξαρσης, αλλά, όπως προκύπτει από τις προσωπικές του και κρατικές μαρτυρίες, μια ώριμη, μελετημένη, ιστορική απόφαση η οποία οδήγησε την Ελλάδα σε στιγμές με­γαλείου και δόξας.

Ο ελληνικός λαός, ενωμένος, βρι­σκόταν για πρώτη ίσως φορά σε πλήρη σύμπνοια με τον αρχηγό του καθώς ξεχυνόταν στους δρόμους πα­νηγυρίζοντας με αληθινό ενθουσιασμό και εθνική υ­περηφάνεια. Ο Ιωάννης Μεταξάς πέθανε στις 29 Ια­νουαρίου 1941, «εν πλήρει δόξη», και η απώλειά του την κρίσιμη αυτή στιγμή απεδείχθη τραγική, δημι­ουργώντας μεγάλο στρατιωτικό και πολιτικό κενό. Η έλλειψη ικανού διαδόχου σε συνδυασμό με την ήττα και τη γερμανική κατοχή αναζωπύρωσαν τα πολιτικά πάθη του παρελθόντος οδηγώντας τη χώρα στον κα­ταστροφικό εμφύλιο.

 

Μαρίνα Πετράκη

Ιστορικός – Ερευνήτρια

Επιμέλεια: Στέφανος Χελιδόνης

 

Πηγή


  • Καθημερινή, «Η Δικτατορία του Μεταξά», Κυριακή 7 Μαρτίου 2010.

Read Full Post »

1833-1843: Η οικονομική ζωή της Ελλάδας και η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου


 

Η ανασκόπηση της ελλαδικής οικονομίας κατά την περίοδο που μεσολάβησε από την έλευση του Βαυαρού «μικρού πρίγκιπα» – με τη δυσανάλογα μεγά­λη ακολουθία – μέχρι το κίνημα της 3ης Σεπτεμ­βρίου – με τη δυσανάλογα μεγάλη φήμη – κρύβει πολλές επιστημονικές προκλήσεις και ακόμη πε­ρισσότερες παγίδες. Πρώτα απ’ όλα, η ελλαδική οικονομία της επο­χής εκείνης υπήρξε μια οικονομία μετάβασης α­πό τα οθωμανικά πρότυπα προς τα νεώτερα, τα οποία πολλοί ευαγγελίζονταν αλλά κανείς δεν μπο­ρούσε ούτε να εγγυηθεί ούτε να επιβάλει.

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833

Μια «οικονομία μετάβασης» εξετάζεται με την καταγραφή: (α) του παλιού καθεστώτος και των παραμέτρων που ακόμη το στήριζαν, (β) των νέων δυνάμεων που ε­πενέργησαν διαλυτικά στο παλαιό καθεστώς. Η πε­ριγραφή αυτή επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις, αν και εφόσον πραγματοποιηθεί μέσα από τα μάτια των παλαιών: των σύγχρονων δηλαδή προς την ε­ποχή πηγών και όχι μέσα από την οπτική του πα­ρόντος, η οποία προβάλλει στο παρελθόν ανιστορικές μεθόδους και τρόπους σκέψης. Ποιο ήταν το «παλαιό» στο επίκεντρο της οικονομίας, των σχέ­σεων παραγωγής, στη σφαίρα της γαιοκτησίας; Ποιο υπήρξε το καινούργιο;

Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό της περιόδου 1833-1843 είναι ότι οι μηχανισμοί της οικονομίας λει­τούργησαν μέσα από την προσπάθεια δόμησης ε­νός «κράτους», ό,τι κι αν σήμαινε αυτό στην Εγγύς Ανατολή της τέταρτης και της πέμπτης δεκαετίας του 19ου αιώνα. Σήμαινε άραγε ό,τι μπορούμε σή­μερα να αποδώσουμε σε ένα «αστικό» κράτος της ε­ποχής; Σήμαινε ένα μηχανισμό που διασφαλίζει το νόμο και την τάξη, την ασφάλεια του προσώπου και των συναλλαγών; Σήμαινε ακριβώς αυτά που εξήγ­γειλε μέσα στον ευωδιαστό ροδώνα του ο Οθωμα­νός σουλτάνος, το 1839, διαβάζοντας τη διακήρυξη «Γκιουλ χανέ χατί χουμαγιούν»: την ασφάλεια του προσώπου, την ελευθερία των κινήσεών του και των συναλλαγών του; Μα αυτά ήταν τα στοιχεία που πρόβαλε η Ευρώπη των Μεγάλων Δυνάμεων και των κανονιοφόρων, αυτά ήταν τα πολιτικά κριτήρια για να θεωρηθεί κανείς (ακόμη και αν ήταν ο σουλ­τάνος) φιλο-Ευρωπαίος και προοδευτικός. Πολύ πιο αξιόπιστοι από το σουλτάνο φαίνονταν βέβαια ο Βαυαρός πρίγκιπας και οι σοφοί που τον ακο­λουθούσαν, μια και ήταν καθαρόαιμοι Ευρωπαίοι. Αλλά το «αστικό» ελλαδικό κράτος ήταν συμβατό με την οικονομική βάση, πάνω στην οποία θεμε­λιωνόταν;

Το τρίτο σημείο αφορά τα ερωτήματα που συνδέ­ονται με την επανένταξη στην παραγωγή των χι­λιάδων «παλικαριών», που ύστερα από τόσα χρό­νια ένοπλου αγώνα είχαν αποκοπεί από κάθε κανονικότητα, με την επίλυση του διατροφικού προ­βλήματος των χιλιάδων προσφύγων που είχαν συρ­ρεύσει στο ελλαδικό βασίλειο από κάθε γωνιά του Ελληνισμού.

Το τέταρτο σημείο αφορά τη σχέση ανάμεσα στις «μεγάλες δυνάμεις» και το ελλαδικό βασίλειο και εν προκειμένω εντοπίζεται στο «μεγάλο δάνειο» των 60 εκατομμυρίων φράγκων. Το δάνειο αυτό ή­ταν ο σπάγκος της μαριονέτας, τον οποίο οι «μεγά­λες δυνάμεις» τραβούσαν κατά βούληση, οσάκις ε­πιθυμούσαν να ασκήσουν μεγαλύτερη επιρροή στο ελληνικό βασίλειο, η δημοσιονομική κατάσταση του οποίου παρέμεινε αξιοθρήνητη καθ’ όλη την περίοδο που εξετάζουμε.

  

Οι Εθνικές γαίες: το πιο μοντέρνο κρατικό φεουδαρχικό σύστημα στην Ευρώπη

 

Σε μια εξ ολοκλήρου αγροτική χώρα, τι σήμαινε το οθωμανικό καθεστώς για τον καλλιεργητή της γης; Ήταν ένα πολύ σκληρό καθεστώς, που αν μπο­ρούσε να αποδοθεί σε αριθμούς, θα εκωδικοποιείτο ως εξής: Για κάθε μέρα που δούλευε για τον ε­αυτό του, ο καλλιεργητής θα έπρεπε να δουλεύει μιάμιση μέρα ή και δυο μέρες για λογαριασμό του κατόχου των μέσων παραγωγής (μέσα παραγωγής = αροτριώντα ζώα, άλλα ζώα, αλέτρια, γεωργικά ερ­γαλεία, σπόρος). Με άλλα λόγια, το ποσοστό της υπερεργασίας του καλλιεργητή ήταν περίπου 150-200%. Με δεδομένη την ιστορική χαμηλή παρα­γωγικότητα στο γεωργικό τομέα, τα μεγέθη που προαναφέραμε προσδιόριζαν ένα χαμηλό βιοτικό επίπεδο. Αυτό το βιοτικό επίπεδο μπορούσε να βελτιωθεί ή να επιδεινωθεί, ανάλογα με το ύψος της πραγματικής φορολογίας, με τις αγγαρείες που μπορούσαν να επιβληθούν, με τις καιρικές συνθήκες και τέλος με το μέγεθος της οικογένειας του καλλιεργητή.

 

Ζεύγος ποιμένων στην Αρκαδία, C. Delort, D΄ Apres M. H. Belle, 1879.

 

Αν ο εισπράκτορας της φορολογίας (σε είδος) δεν τυ­ραννούσε πολύ το γεωργό και δεν αποσπούσε με διάφορα προσχήματα μεγαλύτερο ποσοστό από το ορισμένο, αν οι αγγαρείες και τα υποχρεωτικά δοσίματα δεν έπεφταν μαζεμένα, αν ο καιρός ήταν καλός, αν τα χέρια (εκτός από τα στόματα) ήταν ά­φθονα, τότε ο καλλιεργητής ήταν δυνατόν να σχη­ματίσει κάποιο μικρό πλεόνασμα. Αν η τύχη του συνεχιζόταν, ίσως να δοκίμαζε να γίνει και αυτός ιδιοκτήτης γης. Όμως, στο σημείο αυτό το οθωμανι­κό πρότυπο έθετε φραγμό. Διότι η μεταβίβαση της γης ήταν φορτωμένη με τόσο πολλά εμπόδια, ώστε δεν ήταν πάντοτε δυνατή. Αλλά και ο καλλιεργη­τής ήταν συχνά υποχρεωμένος να παραμείνει στην ίδια περιοχή. Ο συνδυασμός της υποχρέωσης αυτής με τα εμπόδια στην πώληση και αγορά γης απέτρεπε τις μεταβιβάσεις της ιδιοκτησίας και καθιστούσε τον καλλιεργητή, πρακτικά, δουλοπάρικο.

Η κατάσταση αυτή στην Οθωμανική Αυτοκρατο­ρία συνεχίστηκε όχι μόνο μετά το Χουμαγιούν του 1839, αλλά και στα επόμενα χρόνια, μέχρι τη στα­διακή αραίωση των περιορισμών στα κληρονομικά δικαιώματα επί των «υποδημοσίων» γαιών, εκεί­νων δηλαδή που ψιλώ ονόματι ανήκανε στο κρά­τος, αλλά η νομή τους είχε περιέλθει σε συγκεκρι­μένες οικογένειες. Σε άλλες κατηγορίες γαιών δεν υπήρξε, ωστόσο, εξέλιξη και οι γαίες αυτές παρέ­μειναν εκτός εμπορίου, όπως οι λεγόμενες «μετρουκέ», οι αφιερωμένες δηλαδή σε συλλογικές α­νάγκες των κατοίκων (π.χ. οι βοσκές).

Η ελληνική επανάσταση αποτέλεσε, στο σημείο αυτό, μια μεγάλη ανατροπή. Η υποχρέωση των καλλιεργητών να παραμείνουν στη γη καταργήθη­κε και θεωρητικά η εργατική δύναμη απέκτησε κι­νητικότητα. Αυτό αποτέλεσε ένα τεράστιο βήμα, που στη γειτονική Οθωμανική Αυτοκρατορία χρει­άστηκαν πάνω από τριάντα χρόνια για να επιτευ­χθεί.

Η άλλη ενδιαφέρουσα μεταβολή ήταν ότι η γη που κατείχαν οι Τούρκοι ιδιώτες, η γη που κατείχε το οθωμανικό δημόσιο και άλλες ειδικές κα­τηγορίες γης «εκτός εμπορίου» πέρασαν στην ιδιο­κτησία του ελληνικού κράτους. Ενώ στην Τουρκία η κρατική ιδιοκτησία της γης έφθινε, στην Ελλά­δα αναζωογονήθηκε και θεσμοποιήθηκε. Άλλωστε, με την αναγνώριση των Εθνικών γαιών ως συλλογικής υποθήκης για την πληρωμή των ε­θνικών δανείων, εξασφαλίστηκε και η μη εκποίη­σή τους (τουλάχιστον ως το 1871). Πράγματι, μόνον δυο περιορισμένες απόπειρες πραγματοποιήθηκαν (1835: νόμος περί προικοδοτήσεως. 1838: πώληση γης σε στρατιωτικούς), με δημοπρασίες της γης που ανέβασαν την τιμή της και έκαναν το εγχείρημα να αποτύχει. Τα πρώτα χρόνια μετά την έλευση του Όθωνα, η κατανομή της γης ανάμεσα στο κράτος και τους ι­διώτες ήταν περίπου η εξής:

 

ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΗΣ ΓΗΣ (ΣΕ ΣΤΡΕΜΜΑΤΑ)

ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΣΙΜΗ ΓΗ             ΑΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΗ ΓΗ

ΚΡΑΤΙΚΗ        6.068.000              10.046.000

ΙΔΙΩΤΙΚΗ       2.513.566               3.062.188

 

Πάνω από το 70% της γης, δηλαδή, ανήκε στο Δημόσιο. Μόνο ο ένας στους έξι Έλληνες είχε δι­κή του γη. Και μόνο ένας στους τέσσερις είχε δικό του ζώο. «Στη Φθιώτιδα, οι χωρικοί ζουν όχι σε σπί­τια, αλλά σε καλύβες χωρίς δάπεδο…», γράφει έ­νας ξένος μελετητής της εποχής. «Στη Λιβαδειά, τα σπίτια είναι χτισμένα με ταρσούς και καλάμια (…). Στη Θήβα ακόμη και το έδαφος που είναι χτισμέ­να τα σπίτια είναι Εθνική γη. Οι βοσκές, που στην τουρκοκρατία ήταν κοινοτικές, τώρα είναι κρατική περιουσία (…). Η γεωργία είναι νεκρή».

Πάνω από 60.000 καλλιεργητές προτίμησαν να διασχίσουν τα χώματα που είχαν ποτίσει με το αίμα τους, να διασχίσουν τα σύνορα που είχαν φτιάξει με το σπαθί τους και να επιστρέψουν στην άθλια κατάσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου η αυθαιρεσία δεν ήταν και τόσο μεγάλη. Ο καλλιεργητής της Εθνικής γης πλήρωνε πο­σοστό 15% ως ενοίκιο για τη γη και επιπλέον 10% ως φόρο δεκάτης (αυτόν τον πλήρωνε και επί ο­θωμανικής περιόδου).

Του έμενε δηλαδή ποσοστό 75% επί της παραγωγής (αν και στην πράξη οι αυ­θαιρεσίες των εισπρακτόρων των φόρων οδηγού­σαν σε πραγματικό ποσοστό 60%). Ότι απέμενε, ο καλλιεργητής το μοίραζε με τον ιδιοκτήτη των ζώ­ων και των εργαλείων (μέσων παραγωγής), μετά την αφαίρεση του σπόρου. Πρακτικά, δηλαδή, δεν απέμενε ούτε το 30% της παραγωγής. Το ποσοστό υπερεργασίας ήταν πάνω από 250%, δηλαδή για κάθε μια μέρα που δούλευε για τον εαυτό του ο καλλιεργητής, χρειαζόταν άλλες δυόμισι μέρες να δουλέψει για το κράτος, τον φοροεισπράκτορα και τον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής. Η επι­δείνωση, σε σχέση με την οθωμανική περίοδο, ήταν εμφανής.

 

Ένα πλούσιο μικροσκοπικό κράτος που δανείστηκε πολλά

  

Έτσι, αυτός ο πάμπτωχος αγροτικός πληθυσμός, μέσα από την αγροτική φορολογία (που περιελάμ­βανε τον οθωμανικό φόρο επί των αιγοπροβάτων, καθώς και τους οθωμανικούς δασμούς), επιβαρυνό­ταν με ένα από τα υψηλότερα φορολογικά ποσοστά στην Ευρώπη, μεγαλύτερο από εκείνο της Ρωσίας, της Σουηδίας, της Ισπανίας, της Ιταλίας, της Ιρλαν­δίας, της Αυστρίας.

Από 6,2 εκατομμύρια δραχμές το 1834, οι άμεσοι αγροτικοί φόροι έφτασαν τα 10,4 εκατομμύρια το 1840, ακολουθώντας τις δημόσιες δαπάνες, που από 11,1 ανέβηκαν στα 17,5 εκατομ­μύρια δραχμές. Το λιλιπούτειο ελλαδικό βασίλειο συντηρούσε ένοπλες δυνάμεις που έφταναν το 10% του πληθυ­σμού και απορροφούσαν το 40% του προϋπολογισμού.

Ένα άλλο 25% απορροφούσε η εξυπηρέτη­ση του δημόσιου χρέους. Ελάχιστα απέμεναν, έτσι, για τις άλλες δημοσιονομικές ανάγκες, δηλαδή την Αυλή, τα ανάκτορα, τους υπουργούς, τους υπαλλήλους, τους επιθεωρητές, τους δασονόμους, τους δασκάλους και τον κρατικό μηχανισμό εν γέ­νει. Κι ακόμη πιο λίγα για σχολεία, δρόμους και έργα υποδομής, που απλώς δεν υπήρχαν. 

Ο στρατός του ελλαδικού βασιλείου δεν είχε σχηματιστεί για να πολεμήσει έναν εξω­τερικό εχθρό. Κατ’ αρχάς δομήθηκε για να συμπεριλάβει αρκετούς από τους «φι­λέλληνες» Βαυαρούς νέους, που ήρθαν στην Ελλάδα ονειρευόμενοι ηρωικές και αποδοτικές διεξόδους για το «φιλελληνισμό» τους. Δεύτερον, επεκτάθηκε για να συμπεριλάβει, σε περιορι­σμένο πάντως βαθμό, τα «παλικάρια», που είχαν ξεριζωθεί από την παραγωγική διαδικασία. Τρίτον, λειτούργησε για να αντιμετωπίζει τη ληστεία, που αναπτύχθηκε επειδή ακριβώς ο στρατός, όσο μεγά­λος κι αν ήταν, δεν μπορούσε να συμπεριλάβει ό­λους όσοι ήταν διαθέσιμοι να προσφέρουν στρατιω­τικές υπηρεσίες. Όποιος δεν έμενε στις τάξεις του στρατού, περνούσε στη ληστεία. Τη δεδομένη επο­χή, η ληστεία δεν αποτελούσε απλώς ένα παρεπό­μενο, μια δευτερεύουσα πλευρά του πολιτικού συστήματος, αλλά την κύρια, τη βασική πλευρά του.

Ο ρυθμιστικός παράγοντας των δημόσιων οικο­νομικών ήταν το περίφημο δάνειο των 60.000.000, από το οποίο καταβλήθηκαν 44.000.000. Η καταβο­λή του υπολοίπου υπήρξε το καρότο και το μαστί­γιο των τριών «προστάτιδων» δυνάμεων απέναντι στον Όθωνα. Το δάνειο αυτό συνδυάστηκε με την έ­λευση του νέου βασιλιά. Αν είχε δοθεί στον Καποδίστρια, ίσως θα απέτρεπε τη δολοφονία του και την αναρχία που επακολούθησε, αφού ο Καποδίστριας μπορούσε να κάνει καλύτερη χρήση απ’ ό,τι οι Βαυαροί. Το μεγαλύτερο μέρος του δανείου α­πορροφήθηκε σε συσσωρευμένες υποχρεώσεις – κυ­ρίως προς την Τουρκία – και στη συντήρηση του στρατού και της βαυαρικής ακολουθίας του μικρού πρίγκιπα Όθωνα.

Όμως, καθώς η φοροδοτική ικανότητα των ρα­κένδυτων χωρικών είχε φτάσει στο όριό της, ενώ η βουλιμία των μελών του κρατικού μηχανισμού ή­ταν ακόμη στην αρχή της, κάτω από την πίεση της διεθνούς συγκυρίας (και ιδιαίτερα τη διακοπή του εμπορίου με την Οθωμανική Αυτοκρατορία) η Αθή­να έφτασε στα 1841 σε αδυναμία να πληρώνει τα χρεολύσια του δανείου. Τότε, οι «προστάτιδες» δυ­νάμεις έχασαν την υπομονή τους, διότι αν η Ελλά­δα δεν πλήρωνε τα χρεολύσια, θα έπρεπε να τα πληρώσουν αυτές, ως εγγυήτριες.

Έτσι, το δάνειο αποδείχθηκε ένας από τους κυ­ριότερους λόγους της μεταπολίτευσης του 1843. Το Μάιο του έτους εκείνου, ειδικό συνέδριο των «προ­στάτιδων» δυνάμεων όρισε με πρωτόκολλο ότι το ελληνικό κράτος μπορούσε και θα έπρεπε να κά­νει ετήσιες οικονομίες 3.742.000 για την αποπλη­ρωμή του δανείου.

Το ποσόν ήταν τεράστιο (20-25% των δημόσιων δαπανών) και σήμαινε ουσιαστικό περιορισμό των προσωπικών εισοδημάτων των με­λών του κρατικού μηχανισμού. Σε εκείνο το σημείο, ο κρατικός μηχανισμός επαναστάτησε και υποχρέ­ωσε τον Όθωνα να διώξει τους Βαυαρούς, πετυχαί­νοντας έτσι μερικές οικονομίες.

Αλλά το κύριο α­ποτέλεσμα της 3ης Σεπτεμβρίου ήταν η αναστολή του πρωτοκόλλου των 3,7 εκατομμυρίων και η παύ­ση της πληρωμής του χρέους. Πίσω από τις ωραιολογίες για «σύνταγμα» και «ελευθερία», η ελλαδι­κή κρατική τάξη φρόντιζε με περίσκεψη για το εισόδημά της. Έστω και επαναστατώντας.

 

Ευάγγελος Α. Χεκίμογλου

Δρ.  Οικονομικού Τμήματος ΑΠΘ, Συγγραφέας

 

 

Ειδική Βιβλιογραφία


  • Ανδρέα Ανδρεάδου, Έργα, τόμοι I και II, Αθήνα 1938-1939.
  • Παντελής Αγιάνογλου, Το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό στην Ελλάδα, Αθήνα 1981.
  • Βόλφ Ζάιντλ, Βαυαροί στην Ελλάδα, Αθήνα 1981.
  • Ευάγγελος Χεκίμογλου, Η ιστορικότητα και η χωρικότητα του πλεονάσματος: Χώρος και μηχανισμοί απόσπασης του πλεονάσματος στην Ελλάδα, 1800-1870 (διατριβή ΑΠΘ), Θεσσαλονίκη 1987.

 

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου», τεύχος 47, 7 Σεπτεμβρίου 2000.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »