Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βιογραφίες’

Σμόλεντς ή Σμολένσκης Νικόλαος (1838- 1919)


 

Νικόλαος Σμόλεντς (1838- 1919)

Στρατιωτικός και πολιτικός. Γεννήθηκε το 1838 στην Αθήνα. Ήταν γιος του υποστράτηγου και πολιτικού Λεωνίδα Σμόλεντς, που γεννήθηκε στην Πολωνία από γονείς Έλληνες της Μοσχόπολης Μακεδονίας και ήλθε στην Ελλάδα το 1825 και μεγαλύτερος αδελφός του ήρωα του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, Κωνσταντίνου Σμόλεντς.

Φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων από την οποία απεφοίτησε το 1860 με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού Πυροβολικού και συνέχισε τις σπουδές του στο εξωτερικό. Επανερχόμενος στην Ελλάδα κατατάχθηκε στο πυροβολικό ως αξιωματικός.

Το 1862 συμμετείχε στην Ναυπλιακή Επανάσταση κατά του Όθωνα. Υπήρξε στενός συνεργάτης των αρχηγών της Επανάστασης Αρτέμη Μίχου και Πάνου Κορωναίου. Όταν τα βασιλικά στρατεύματα υπό τον στρατηγό Χαν έφτασαν προ των πυλών της πόλης του Ναυπλίου, ο Σμόλεντς συμφώνησε με την γνώμη του Μίχου να ζητηθεί από τον Όθωνα γενική αμνηστία προκειμένου να παραδοθεί ειρηνικά η πόλη.

Ο Σμόλεντς μαζί με 18 ακόμη επαναστάτες στρατιωτικούς και πολιτικούς εξαιρέθηκε από την αμνηστία και ακολούθησε τον δρόμο της αυτοεξορίας αφού προηγουμένως είχε συνυπογράψει την παράδοση του Ναυπλίου στον Χαν

Αργότερα, μετά την επάνοδό του από την εξορία και έχοντας ως παρακαταθήκη την συμμετοχή του στην Ναυπλιακή Επανάσταση αναμίχτηκε στην πολιτική. Το 1895 εκλέχτηκε βουλευτής Αίγινας επί κυβερνήσεως Θ. Δηλιγιάννη και ανέλαβε το υπουργείο των Στρατιωτικών από το οποίο παραιτήθηκε μετά δύο χρόνια γιατί διαφώνησε στην αποστολή στρατού στην Κρήτη.

Διετέλεσε καθηγητής της Στρατιωτικής Σχολής και Διοικητής της Μεραρχίας Στρατού της Ηπείρου το 1897. Αποστρατεύθηκε την 12 Ιουλίου 1905. Πέθανε το 1919 σε ηλικία 81 ετών.

 

Πηγές


  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 6ος, Αθήνα, 1930. 
  • Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, ²2010.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αποστόλης Νικολής (Ψαρά 1770 – Αίγινα 1827) – Ο ναύαρχος των Ψαρών


 

«Χρηστός και ήσυχος πολίτης, τίμιος άνθρωπος και φιλόπατρις εις το άκρον», ανέφερε στη νεκρολογία του Νικολή Αποστόλη η «Γενική Εφημερίς» στις 23 Απριλίου 1827. Ο χαρακτηρισμός αυτός ανταποκρίνεται απόλυτα στον αρχηγό της ναυτικής μοίρας του ηρωικού νησιού των Ψαρών, του οποίου ο βίος και η όλη δράση διακρίνονται για τη γενναιότητα και μεγαλοψυχία του, τη φιλοπατρία και ανιδιοτέλειά του.

Νικολής Αποστόλης (1770 - 1827)

Ο Νικολής Αποστόλης γεννήθηκε στα Ψαρά το 1770 και καταγόταν από παλιά ναυτική οικογένεια του νησιού. Όπως όλοι οι γόνοι των ναυτικών νη­σιών, από νεαρή ηλικία στράφηκε στη θάλασσα και εργάστηκε σε εμπορικά πλοία, όπου απέκτησε ναυτικές γνώσεις χρήσιμες για τη μετέπειτα εθνική δράση του κατά τον αγώνα της ανεξαρτησίας. Ο πόθος για την απελευθέρωση της πατρίδας του τον ώ­θησε να καταταχθεί εθελοντικά στο στόλο του Λά­μπρου Κατσώνη, όταν ο τελευταίος κατήλθε στο Αιγαίο εναντίον των Τούρκων.

Το 1787 κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας του Καφηρέως σώθηκε από θαύμα και κατέφυγε με άλλους Λαμπρινούς (στρατιώτες του Λάμπρου) στην Άνδρο και ύστερα από δραματικές περιπέτειες στα Κύθηρα, όπου παρέμεινε μαζί με άλλους συμπατριώτες του για εφτά μήνες, πριν επιστρέψει στα Ψαρά.

Μετά την ήττα του Κατσώνη, ο Αποστόλης μαζί με τον αδελφό του Γεώργιο επιδόθηκε στο εμπόριο, αρχικά ως συνοδός εμπορευμάτων στη δυτική Ευρώπη, όπου είχε την ευκαιρία να μάθει ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά), ενώ από το 1793 ήταν ιδιοκτήτης εμπορικού πλοίου, με το ο­ποίο ο ίδιος ως πλοίαρχος ταξίδεψε από τον Εύξεινο Πόντο και τη Μαύρη θάλασσα ως τη Βόρεια θάλασσα και έφθασε μέχρι και την Ολλανδία απο­κομίζοντας τεράστια κέρδη. Είναι η χρυσή ευκαι­ρία για το ελληνικό εμπορικό ναυτικό των προε­παναστατικών χρόνων, που έδωσε την ευκαιρία στους ριψοκίνδυνους Έλληνες ναυτικούς να πλουτίσουν, να δημιουργήσουν ένα στόλο εμπορικών πλοίων και παράλληλα να αποκτήσουν πολύτιμη ναυτική εμπειρία, που θα αξιοποιηθεί μετέπειτα στη διάρκεια της Επανάστασης.

Το 1818 ο Νικολής Αποστόλης επιστρέφει στην πατρίδα του και αφιερώνει πλέον όλο το δυναμικό του σ’ αυτήν. Το ίδιο έτος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και μαζί με το συμπατριώτη του Δημήτριο Ν. Μαμούνη έγινε έφορός της και αφοσιώθηκε στην προετοιμασία της Επανάστασης. Στις 10 Απριλίου 1821 με την ιδιότητα του εφόρου των Ψαρών ανήγγειλε στους εφόρους των Σπετσών Παναγιώτη Μπόταση και Γ. Πάνου την απόφαση του νησιού του να συμμετάσχει με τα πλοία του στον Αγώνα και τους καλούσε να ενώσουν τους στόλους των δύο νησιών για την από κοινού αντιμετώπιση της εξόδου του εχθρικού στόλου στο Αιγαίο, επισημαίνοντας πολύ έγκαιρα την αποτελεσματικότητα της ένωσης των ναυτικών δυνάμεων.

Ο Αποστόλης στις 18 Απριλίου 1821 διορίστηκε ναύαρχος του ψαριανού στόλου και έλαβε μέρος σχεδόν σε όλες τις ναυτικές εκστρατείες, όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα έγγραφα του αρχείου Ψαρών, ιδιαίτερα στις ναυμαχίες Κω – Αλικαρνασσού και Γέροντα τον Αύγουστο του 1824. Η γεωγραφική θέση των Ψαρών ως προχωρημένης ναυτικής βάσης στο Αιγαίο -κοντά στα Δαρδανέλια, απ’ όπου ήταν δυνατή η παρακολούθηση των κινήσεων του οθωμανικού στόλου κατά την έξοδό του από τα Στενά- είχε στρατηγική σημασία και το ναυτικό τους προσέφερε πολλά στον Αγώνα.

Τα πυρπολικά των Κωνσταντίνου Κανάρη (1790-1877), Δημήτρη Παπανικολή (1790-1855), Κων­σταντίνου Νικόδημου (1795/6-1879) και άλλων α­τρόμητων Ψαριανών πυρπολητών υπό τις οδηγίες του Νικολή Αποστόλη έγιναν ο τρόμος και ο φόβος του εχθρικού στόλου, προξενώντας σοβαρές απώ­λειες και σύγχυση.

Ο γενναίος Ψαριανός ναύαρχος συνέχισε να αγωνίζεται σθεναρά και μετά την κατα­στροφή της πατρίδας του, τον Ιούνιο του 1824, παίρνοντας μέρος σε πολλές ναυτι­κές επιχειρήσεις μέχρι το τέλος της σύ­ντομης ζωής του. Ο θάνατος από πνευμονία τον βρήκε πρόωρα, στις 19 Απριλίου 1827, στη διάρκεια ακόμη μιας αποστολής, προτού προλάβει να δει ελεύθερη την Ελλάδα, για την οποία προσέφε­ρε τις υπηρεσίες του αλλά και την τεράστια περι­ουσία του.

Στις αρετές του Αποστόλη καταγράφεται και η φιλανθρωπία του. Σύμφωνα με το γραμματέα του Κυριάκο Δ. Μαμούνη, κατά τη διάρκεια της μετα­φοράς Ελλήνων προσφύγων σε νησιά του Αιγαίου, ο Αποστόλης «έχων επί του πλοίου του υπέρ τας οχτακοσίας ψυχάς Κυδωνιέων και Μοσχονησίων, απεβίβασεν αυτούς εις Κέαν και Ύδραν, και αφού έδωσεν εντολήν να διέλθωσι πάντες έμπροσθέν του, ηλέει έκαστον τούτων χρηματικώς».

 

Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου – Παύλου

Αννίτα Πρασσά

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Οι ναυμάχοι του 1821», τεύχος 178, 27 Μαρτίου 2003.

 

Read Full Post »

Κανάρης Κωνσταντίνος (περ. 1790 – 1877)


 

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης σε νεαρή ηλικία, λιθογραφία, 1828.

Θρυλικός Ψαριανός πυρπολητής και πρωθυπουργός. Από μικρός εργαζόταν σε πλοία της οικογένειάς του και διακρινόταν για τη γενναιότητα και τη φιλοπατρία του. Παντρεύτηκε το 1817 την Ψαριανή Δέσποινα Μανιάτη, με την οποία απέκτησαν εφτά παιδιά. Πήρε από την πρώτη στιγμή μέρος στην Επανάσταση και ειδικεύτηκε στα πυρπολικά. Στις 7 Ιουνίου του 1822 πυρπόλησε τη ναυαρχίδα του καπουδάν πασά Καρά Αλή, που ήταν αγκυροβολημένη στη Χίο, με αποτέλεσμα να χαθούν μαζί της 2.000 ναύτες και ο ίδιος ο Καρά Αλής. Το γεγονός αυτό έδωσε κουράγιο στο αγωνιζόμενο έθνος και ταυτόχρονα έκανε μεγάλη εντύπωση στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, της οποίας ο θαυμασμός για το κατόρθωμα του Κανάρη εξελίχθηκε σε ενεργό φιλελληνισμό.

Στις 28 Οκτωβρίου 1822 ο θρυλικός Κανάρης ανατίναξε τουρκικό δίκροτο, στο στενό μεταξύ Τενέδου και Τρωάδος, μαζί με 800 ναύτες. Τα κατορθώματα του Κανάρη σκόρπισαν πανικό στους Οθωμανούς και επηρέασαν αποφασιστικά την πορεία του Αγώνα. Το 1824 ο Κανάρης βύθισε τουρκική φρεγάτα με 600 ναύτες κοντά στη Σάμο, ενώ σχεδίασε και την πυρπόληση του αιγυπτιακού στόλου μέσα στην Αλεξάνδρεια. Ο Κανάρης ενέπνευσε μεγάλους Ευρωπαίους καλλιτέχνες και συγγραφείς, όπως ο Ουγκό, ο Μπερανζέ, ο Φον Χες. Ο σώφρων και σεμνός αγωνιστής ανήλθε στα ανώτατα αξιώματα της πολιτείας, διετέλεσε ναύαρχος, γερουσιαστής, υπουργός και πρωθυπουργός (1848, 1864-65, 1877) και έγινε σύμβολο φιλοπατρίας και γενναιότητας.

 

Γενικά

 

Μέσα στη δίνη των Ορλοφικών, των γεγονότων που συντάραξαν τον Ελληνισμό δημιουργώντας στους υπόδουλους Έλληνες πρόσκαιρες ελπίδες απελευ­θέρωσης από τον οθωμανικό ζυγό με τη βοήθεια των ομόθρησκων Ρώσων, καταφεύγει στα άγονα και δυσπρόσιτα Ψαρά, γύρω στα 1770, η οικογένεια Κανάρη προερχόμενη από τα μέρη της Ηπείρου. Εκεί, είκοσι χρόνια μετά, στα 1790,[1] θα γεννηθεί ο Κωνσταντίνος Μ. Κανάρης, μία από τις μείζο­νες προσωπικότητες του ναυτικού Αγώνα του 1821, γιος του Μιχάλη (Μικέ) Κανάρη και της Μαρίας Μπουρέκα.[2] Το μικρό νησί του βορειοανατολικού Αιγαίου, στο οποίο έζησε τα πρώτα νεανικά του χρόνια και συνέχισε τη δράση του, αρχικά ως ναυτέμπορος και αργότερα ως περιώνυμος πυρπολητής ο Κωνσταντής Κανάρης, αποτελούσε γνώριμο τόπο για χους πειρατές περίπου μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα.

Το 18ο αιώνα και ιδιαίτερα από τα μέσα του και εξής, οι Ψαριανοί, οδηγημένοι από τις σκληρές, περιο­ρισμένων δυνατοτήτων συνθήκες διαβίωσης στο ά­φορο νησί τους, αvαφάvnκαv στο αιγαιοπελαγίτικο ναυτικό προσκήνιο με υποτυπώδη – αρχικά – περιο­ρισμένη ναυτιλιακή δράση, που τους εξασφάλιζε απλώς τα προς το ζην. Η πολύχρονη ωστόσο θαλασσινή τους εμπειρία τους έδωσε αργότερα τη δυ­νατότητα κατασκευής μεγάλων σκαριών με τα οποία πρωταγωνίστησαν στα ναυτικά δρώμενα του πρώτου ρωσοτουρκικού πολέμου (1768-1774), ενώ διέπρε­ψαν και ως καταδρομείς ιδιαίτερα κατά την περίο­δο των Ορλοφικών, δυσκολεύοντας συστηματικά σε κάθε περίπτωση τον επισιτισμό των Τούρκων.

Αυτή η έντονη σε όλους τους τομείς ναυτική δρά­ση των Ψαριανών στάθηκε και η βασική αιτία δη­μιουργίας του έμπειρου, ετοιμοπόλεμου στόλου τους που πρωταγωνίστησε μαζί με τους στόλους των άλλων νησιών στον Αγώνα, ενώ η αξιόλογη οικο­νομική δραστηριότητά τους ως ναυτιλλομένων ε­μπόρων και ο γρήγορος πλουτισμός τους δημιούρ­γησε ιδανικές συνθήκες ανάπτυξης κοινοτικών θε­σμών αυτοδιοίκησης που κατέληξαν στην ίδρυση του Κοινού των Ψαρών.

Σχέσεις καταγωγής της οικογένειας Κανάρη με την περιοχή της Κορσικής και συγγένεια με το γέ­νος Βοναπάρτη θεωρούνται σχεδόν βέβαιες, ενώ το επώνυμό της πιθανότατα προέρχεται από ελληνικές παραφράσεις του επωνύμου «Καναρίσι», του ομώ­νυμου ιταλικού γένους. Αργότερα το επώνυμο πε­ριέπεσε σε Κανάργιος, συναντάται δε και ως Κα­νάριος και τέλος κατέληξε με τη μορφή Κανάρης. [3]

 

Τα πρώτα χρόνια

 

Κωνσταντίνος Κανάρης

Γύρω στα 1800 και από την τρυφερή ηλικία πε­ρίπου των δέκα χρόνων ο Κανάρης υπηρετούσε σαν τζόβενο (μούτσος) στο εμπορικό σκαρί του θείου του Δημήτρη Μπουρέκα, το οποίο κληρονόμησε μετά το θάνατό του, αναλαμβάνοντας την πλοιαρχία του και συνεχίζοντας μακρινά εμπορικά ταξίδια. Κατά τη διάρκειά τους, ο λιγόλογος, σοβαρός και μοναχικός νεαρός από τα Ψαρά, που προτιμούσε να διαβάζει τη «φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου, πούχε μισολειώσει από το πολύ ξεφύλισμα και το σάλιο…»[4] καθόλου δεν προοιωνιζόταν τον κα­τοπινό μεγάλο ναυμάχο, το φημισμένο μπουρλοτιέ­ρη της περιόδου του Αγώνα και τη στιβαρή πολιτι­κή φυσιογνωμία της συνέχειας.

Στα 1817 παντρεύτηκε από σφοδρό έρωτα τη Δέ­σποινα Μανιάτη (κόρη του Ψαριανού πλοιοκτήτη και κατοπινού ένθερμου αγωνιστή της Επανάστα­σης Ανδρέα Μανιάτη), με την οποία απέκτησε ε­πτά παιδιά, κατά σειρά τους: Νικόλαο, Θεμιστο­κλή, Θρασύβουλο, Μιλτιάδη, Λυκούργο, Μαρία και Αριστείδη. Λάτρης της αρχαιότητας και των προγόνων ο Κανάρης, έδωσε ονόματα κατά το πλεί­στον αρχαιοελληνικά στα παιδιά του σύμφωνα με το έθος της εποχής, ένα φαινόμενο έντονα διελληνικό, τα βαθύτερα μηνύματα του οποίου διατύπωσε πολύ εύστοχα ο Κοραής σε σχετικό σχόλιό του: «Ο Ελληνισμός αισθάνεται ώριμος για τα μεγάλα έργα, ικανός να ακολουθήσει τον δρόμο τον ο­ποίο χάραξαν οι πρόγονοί του. Ο Αγώνας είναι «επί θύραις»!..».  

Τα ταξίδια του Κωνσταντίνου Κανάρη και τα προσποριζόμενα από αυτά κέρδη συνεχίστηκαν με αμείωτο ρυθμό σε όλους τους μεγάλους εμπορικούς σταθμούς της εποχής, από Μάλτα και Μασσαλία μέχρι τα μέρη του Βοσπόρου και της Μαύρης θά­λασσας, ως και αυτή την Οδησσό της Ρωσίας, όπου κυβερνήτης ιδιόκτητου μικρού εμπορικού σκαριού έφθασε για πρώτη φορά στα 1820.[5]

 

Ο Κανάρης και η Επανάσταση

 

Σχέση μεταξύ Κανάρη και Φιλικής Εταιρεί­ας δεν αποδείχθηκε ποτέ και το πιθανότε­ρο είναι ο κατοπινός μεγάλος αγωνιστής να μην εντάχθηκε ποτέ στους κόλπους της, παρά το γεγονός ότι η δράση της Φιλικής είχε ήδη δημιουργήσει στην καρδιά πολλών Ψαριανών άσβεστες εστίες επαναστατικού πόθου, αφού και ο αρχηγός της, Δημήτριος Υψηλάντης, είχε διορίσει από το 1818 εφόρους της στο νησί τους Νι­κολή Αποστόλη και Δημήτρη Μαμούνη και όπου, εξάλλου, στη διάρκεια του 1821 ο Φιλικός Δημήτρης Θέμελης είχε κατηχήσει ήδη πολλούς Ψαριανούς.[6] Η ημέρα του Πάσχα, 20 Απριλίου 1821, βρήκε την ψαριανή επαναστατική σημαία να ανεμίζει κατάκορφα στο νησί και το στόλο των Ψαρών, υπό την αρχηγία του Νικολή Αποστόλη, ενωμένο με τον υδραϊκό και το σπετσιώτικο, σε μια κοινή προσπά­θεια δημιουργίας της πρώτης μάχιμης θαλασσινής δύναμης του Αγώνα. Το ξέσπασμα της Επανάστασης και η δημιουργία του πρώτου αυτού ψαριανού στόλου προσείλκυσαν το νου και την καρδιά του Κανάρη, που, φλογισμέ­νος από τον πόθο της ελευθερίας, δεν δίστασε να ενταχθεί σ’ αυτόν ως απλός, αρχικά, ναύτης.

Το τολμηρό και ριψοκίνδυνο του χαρακτήρα του σύντομα τον οδήγησαν σε έντονη επαναστατική δράση, αν και η πρώτη του μαχητική παρουσία εί­χε σημειωθεί αρκετά νωρίτερα, ήδη από το 1807, στην περιοχή της Λευκάδας, όπου την περίοδο ε­κείνη κατέφευγαν Έλληνες της Στερεάς κυνηγη­μένοι από τον Αλή πασά των Ιωαννίνων και όπου «ότε ο Αλή πασάς επεχείρησε να την καταλάβη, Κωνσταντής ο Ψαριανός ήτο ο κυβερνήτης του πλοίου το οποίον από Πάργας εις Λευκάδαν με­τέφερε στρατεύματα Σουλιωτών και άλλων Ηπει­ρωτών προς καταπολέμησιν του πολιορκούντος την νήσον Αλή».[7]

 

Κωνσταντίνος Κανάρης, λιθογραφία, A. Friedel, London, 1825.

 

Στις 27 Απριλίου 1821, έπειτα από πολλές δια­πραγματεύσεις που αφορούσαν κυρίως το δυσεπί­λυτο οικονομικό πρόβλημα εξοπλισμού και συντή­ρησης του νεοσύστατου ελληνικού στόλου, οι τρεις ενωμένες ναυτικές μοίρες συγκεντρώθηκαν τελικά στα Ψαρά, όπου, κατά τον Νικόδημο, «ώπλιζε τότε έκαστος πλοίαρχος το πλοίον του εις πολεμικόν και επρόβλεπεν έκαστος Ψαριανός τα αναγκαία προς οπλισμόν του».[8] Εκτός των άλλων, μεταξύ των πέντε πυρπολικών που συνόδευαν το στόλο συμμετείχε και εκείνο του Κωνσταντίνου Κανάρη.

Στη μεγάλη καταστροφή της Χίου το Μάρτιο του 1822, κατά την οποία 30.000 Χιώτες σκοτώθηκαν ή σύρθηκαν στην αιχμαλωσία από το στόλο του Κα­ρά Αλή Πεπέ, «…ένας από εκείνους που ήρκουνταν με πιο μεγάλη προθυμία για να παίρνουν τους ανθρώπους ήταν, λέει, κι εκείνος που ήκαψεν ύστερα των τούρκων φεργάδα μέσα στο λι­μάνι της Χώρας, ο Κανάρης μαθές…»[9] σταλμένος με απόφαση της Βουλής των Ψαρών μαζί με τον Κωνσταντίνο Νικόδημο, ως μέλη πληρώματος του μίστικου του Αναγνώστη Παπά, με σκοπό τη διά­σωση των επιζώντων Χιωτών και Σαμίων του Λυ­κούργου Λογοθέτη.

 

Ο Μπουρλοτιέρης

 

Αφορμή ωστόσο της πρώτης θριαμβευτικής του εμφάνισης στον Αγώνα στάθηκε η επιλογή του α­πό το Κοινό των Ψαρών ως ενός από τους πυρπο­λητές που θα αναλάμβαναν το ρόλο του «εκδικητή» της καταστροφής της Χίου. Στο πλαίσιο αυτό ο Ψαριανός, τριαντάχρονος τό­τε, Κανάρης και ο Υδραίος Ανδρέας Πιπίνος τη νύχτα της 6ης προς 7η Ιουνίου, κι ενώ τα τουρκικά πληρώματα εόρταζαν αμέριμνα το ραμαζάνι, επι­τέθηκαν με τα πυρπολικά τους εναντίον της ναυαρ­χίδας και της υποναυαρχίδας του τουρκικού στόλου αντίστοιχα.

Ο Κανάρης με έξοχο ελιγμό κόλλησε εύστοχα το πυρπολικό του στο εχθρικό τρίκροτο, το οποίο σε διάστημα λίγων ωρών έγινε παρανάλωμα του πυρός παρασύροντας στο θάνατο 2.300 ανθρώ­πους, μεταξύ των οποίων και τον ίδιο τον Καρά Αλή.

«Εις τας 3 ώρας να ξημερώσει», έγραφε στο ημερολόγιο του «Αγαμέμνονα» ο Τσαμαδός, «εί­μεθα κοντά εις την Χίον και ευθύς βλέπομεν φωτιαίς όπου έκαιον τα μπουρλότα και κανονιαίς έ­πεφταν πολλαίς, έπειτα μετά τρία τέταρτα της ώ­ρας είδομεν μίαν μεγάλην λάμψιν έως τον ουρανόν και έπειτα ακούσαμεν ένα μέγαν βρόντον εν είδος κανονίου εξερχόμενον από την πυριτιδαποθήκην και εβεβαιωθήκαμεν ότι να ήτο ντελίνι καϋμένο. Μετά μίαν ώραν της ημέρας αράξαμεν εις τα Ψαρά…».[10]

Το πυρπολικό του Πιπίνου, παρ’ ότι έδρασε σύντονα και εύστοχα εναντίον της τουρκικής υποναυαρχίδας, δεν είχε το ίδιο α­ποτέλεσμα αφού το εχθρικό πλήρωμα κατάφερε έ­γκαιρα να κατασβέσει τη φωτιά.

 

Ο Κανάρης πυρπολεί τούρκικο πλοίο, λιθογραφία, 1901.

 

Το εξαιρετικό κατόρθωμα του Κανάρη, το οποίο ο ίδιος «διηγείτο έπειτα εις κύκλους αφελών η­ρώων χωρίς να δεικνύη καμμίαν υπερηφάνειαν δι’ αυτό…», υμνήθηκε σε όλη την Ευρώπη όπου ποιητές, ζωγράφοι και γλύπτες, ο Ουγκό (Hugo), ο Βύρωνας (Byron), ο Β. Μίλερ (W. Müller), ο Νταβίντ ντ’ Ανζέρ (David d’Angers), ο Δουμάς, ο Αϊβαζόφσκι (Aivasofski) και πολλοί άλλοι καλ­λιτέχνες, εμπνεύσθηκαν δημιουργικά από τον η­ρωισμό του ανθρώπου ο οποίος, εκτός της επιδε­ξιότητάς του στους ναυτικούς ελιγμούς και της ευφυΐας του ως προς τις μεθόδους εξαπάτησης του αντιπάλου, είχε επιδείξει και μία καταπληκτική ε­ξοικείωση με τη δύσκολη όσο και επικίνδυνη τε­χνική της πυρπόλησης του εχθρικού στόχου. Στα Ψαρά πανηγυρική υπήρξε η υποδοχή του, ό­που «εις τον αιγιαλόν ο λαός, ο κλήρος και οι ιε­ρείς ενδεδυμένοι τας ιεράς στολάς, τους συνώδευσαν εν παρατάξει εις τον ναόν του Αγίου Νικο­λάου ένθα έψαλαν δοξολογίαν…».

 

Ο πυρπολητής Κωνσταντίνος Κανάρης, επιχρωματισμένη λιθογραφία, A. Friedel.

 

Η δράση του ως μπουρλοτιέρη συνεχίστηκε τη νύχτα της 28ης προς 29η Οκτωβρίου 1822, όταν ο Κανάρης πυρπόλησε επιτυ­χώς το δίκροτο του νεοδιορισθέντος Τούρκου ναυάρχου Κακλαμάν Μεχμέτ πασά, στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Τενέδου και Τρωάδος. Ο Ψαριανός Γεώργιος Βρατσάνος, που συνόδευε την αποστολή, με δεύτερο πυρπολικό δεν κατόρθωσε να κατακαύσει εχθρικό πλοίο, αφού το μπουρλότο του έγινε αντιληπτό από τους Τούρ­κους και αναγκάστηκε να απομακρυνθεί άμεσα. Μέσω της Σκύρου οι Κανάρης και Βρατσάνος επιστρέφουν στα Ψαρά όπου τους επιφυλάχθηκε νέα πανηγυρική υποδοχή, ενώ ο πλοίαρχος της αγγλι­κής κορβέτας «Περσεύς» που παρέπλεε στο νησί «ιδών τον Κανάρην, έβγαλε την σπάθην του από την μέσην του οπού εφορούσε και την εχάρισε εις τον ρηθέντα εις σημείον της αυτού επιδεξιότητος…».

 

Κωνσταντίνος Κανάρης. Ο Κανάρης πυρπολεί περί τη Χίον την ναυαρχίδα του Καρά Αλή. Peter Von Hess.

 

Στα 1824 οι Ψαριανοί πληροφορούνται ότι η τουρκική αρμάδα πρόκειται να επιτεθεί στο νησί τους, που ως προχωρημένη ναυτική βάση στο Αι­γαίο ήταν για τους Οθωμανούς λίαν ελκυστική πε­ρίπτωση κτήσης. Η απόφασή τους να αφαιρέσουν τα πηδάλια από τα πλοία τους και να αμυνθούν στην ξηρά, καθώς και η αδυναμία της κυβέρνησης Κουντουριώτη -που τότε, στις κρισιμότερες για τον Αγώνα στιγμές, ήταν απασχολημένη με τον εμφύ­λιο πόλεμο- να ενισχύσει την άμυνα του νησιού, ε­πιφέρουν πραγματικό όλεθρο.

Η φοβερή καταστροφή των Ψαρών από τους Τούρκους του Χοσρέφ πασά, τον Ιούνιο του ίδιου έ­τους, γεννά στην ψυχή του Κανάρη, που τότε α­πουσίαζε στη Σύρο, συναισθήματα άσβεστου μίσους και αιώνιας εκδίκησης. Οι προσπάθειές του εναντίον του εχθρικού στό­λου, έντονα τροφοδοτούμενες από τα συναισθήματα αυτά, συνεχίζονται, με άνεση πλέον του επαγγελματία-πολεμιστή, με την απόπειρα πυρπόλησης εχθρικής φρεγάτας στις 4 Αυγούστου 1824, κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας της Σάμου, γεγονός που, παρά την ανεπιτυχή έκβασή του, στάθηκε καθοριστικό για τις κατοπινές πολεμικές εξελίξεις και πέτυχε να ματαιώσει την έφοδο του τουρκικού στόλου εναντίον της Σάμου.

 

Από τη βιογραφία του Κανάρη στα γαλλικά. Παρίσι, 1825.

 

Την ίδια χρονιά ο Κανάρης πυρπολεί με επιτυχία τουρκική κορβέτα στη Μυτιλήνη. Στα 1825, στις 10 Αυγούστου, ο Κωνσταντίνος Κα­νάρης φθάνει στο απόγειο τόλμης και πατριωτι­σμού, όταν, ζώντας στην Ύδρα και ενταγμένος στην υδραίικη ναυτική μοίρα, επιχείρησε να πυρπολή­σει τον αιγυπτιακό στόλο μέσα στο ίδιο το λιμάνι της Αλεξάνδρειας.

Η φιλόδοξη όσο και παράτολμη αποστολή του Ψαριανού πυρπολητή, την οποία κα­τόρθωσε να επιβάλει και να υλοποιήσει με τη βοή­θεια του Άγγλου ναυάρχου Τζ. Χάμιλτον (G. Hamilton), θα αποτελούσε τον αντιπερισπασμό στον πολεμικό καταιγισμό του Ιμπραήμ στην Πε­λοπόννησο. Κι ενώ τα πλοία της αποστολής υπό τις εντολές των Κ. Κανάρη, Αντωνίου Κριεζή και Εμμανουήλ Τομπάζη φθάνουν σε απόσταση ανα­πνοής από το αιγυπτιακό λιμάνι, ενώ ο Κανάρης με το πυρπολικό του βρίσκεται ήδη ανάμεσα στο ε­χθρικό περιβάλλον, η κακοτυχία του αντίθετου ανέμου και κάποια λανθασμένη κίνηση των ελλη­νικών πληρωμάτων ματαιώνουν την απελπισμένη απόπειρα και αναγκάζουν τον τολμηρό μπουρλοτιέρη σε άκαρπη απομάκρυνση.

 

Κανάρης και Καποδίστριας

 

Στα 1826 τοποθετήθηκε επιστάτης, εν είδει κυβερνήτου, του ημιδικρότου «Ελλάς», αμέσως μετά τον κατάπλου του πλοίου στην Ελλάδα, ενώ την ί­δια χρονιά εξελέγη αντιπρόσωπος των Ψαρών στην Εθνοσυνέλευση του Άργους και αργότερα και της Τροιζήνας. Στα 1828 διορίζεται φρούραρχος στη Μονεμβασία και στα 1831 με την κατάρτιση του Ναυτικού Μη­τρώου των αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού του απονέμεται ο βαθμός του πλοιάρχου Α τάξεως.

Τη συστηματικά αποτελεσματική του δράση συ­νέχισε ο Κωνσταντίνος Κανάρης και τα επόμενα χρόνια σε διάφορους, εκτός των ναυτικών αγώνων, τομείς. Ο Κυβερνήτης I. Καποδίστριας, της ανορθωτι­κής πολιτικής του οποίου υπήρξε ένθερμος θιασώ­της ο Κανάρης, του ανέθεσε την αρχηγία στολίσκου πυρπολικών, υπό τις εντολές του Α. Μιαούλη, με σκοπό την εξάλειψη της πειρατείας από το Αιγαίο.

 

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης σε λιθογραφία του Karl Krazeisen, 1828.

 

Στον τομέα αυτό συνετέλεσε τα μέγιστα ο Κανάρης με τη συντονισμένη του δράση ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του 1839. Στα 1831 καθοριστική στάθηκε η ενεργός φιλο­κυβερνητική συμμετοχή του στα θλιβερά γεγονότα της ανταρσίας που ξέσπασε στον Πόρο εναντίον του Καποδίστρια με επίκεντρο την Ύδρα. Παρά τις σύ­ντονες προσπάθειές του, ως αρχηγός των επιχειρή­σεων του εθνικού στόλου, δεν κατόρθωσε να μαται­ώσει την καταστροφή του την αποφράδα ημέρα της 31ης Ιουνίου 1831, στην οποία ατυχώς πρωτοστάτη­σε ο Α. Μιαούλης.[11]

Τον ίδιο χρόνο, αμέσως μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη, ο Κανάρης παραιτείται από το Ναυτι­κό και καταφεύγει για να ιδιωτεύσει στην Ερμού­πολη της Σύρου, τόπο εγκατάστασης πολλών Ψαριανών μετά την καταστροφή του νησιού τους στα 1824.

 

Ο Κανάρης Πολιτικός

 

Στο προσκήνιο του δημόσιου βίου δεν θα εμφα­νιστεί παρά αρκετά χρόνια αργότερα, στα 1843, με τη συμμετοχή του στο κίνημα του Ρωσικού κόμμα­τος. Ήταν η περίοδος κατά την οποία τα συγκρουό­μενα συμφέροντα, οι κομματικές αντιπαραθέσεις, οι αλληλοσυγκρουόμενες φιλοτιμίες των Ελλή­νων αγωνιστών είχαν δημιουργήσει πραγματικό αδιέξοδο στη διοίκηση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Την ίδια χρονιά, μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και την παραχώρηση Συντάγματος α­πό τον Όθωνα, έγινε υπουργός των Ναυτικών στη νέα κυβέρνηση υπό τον Ανδρέα Μεταξά και αρ­γότερα -όταν ο τελευταίος παραιτήθηκε- και προσωρινός πρόεδρός της μέχρι τις 30 Μαρτίου 1844. Έκτοτε και μέχρι το τέλος της ζωής του αναμιγνύε­ται ενεργά στα πολιτικά πράγματα της χώρας.

Επί κυβερνήσεως I. Κωλέττη ανέλαβε το υπουρ­γείο των Ναυτικών, ενώ στα 1848 γίνεται πρωθυ­πουργός και υπουργός των Ναυτικών μέχρι το Δε­κέμβριο του 1849. Στα 1854, στη διάρκεια της αγγλογαλλικής κατο­χής της Αθήνας και του Πειραιά, τον συναντάμε και πάλι υπουργό των Ναυτικών στην κυβέρνηση Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου. Αργότερα στα 1858 θα αποσύρει την υποστήριξή του από το Ρωσικό κόμμα, στο οποίο ήταν ενταγμένος ήδη από την ε­ποχή Καποδίστρια, ενώ στα 1861 η πολιτεία θα του απονείμει το βαθμό του αντιναυάρχου και την αντί­στοιχη σύνταξη «εκ δρχ. 12.000», πράγματα τα ο­ποία θα αρνηθεί για λόγους αρχών.

Στα 1862 ο Όθωνας του αναθέτει την εντολή σχη­ματισμού κυβέρνησης την οποία ο Κανάρης δεν θα σχηματίσει ποτέ, με κύρια αιτία την άρνηση του Όθωνα να αποδεχθεί τον κατάλογο των υπουργών που ο ίδιος του πρότεινε. Λίγο αργότερα, εξαιτίας της αντιπαράθεσης αυτής, θα ενταχθεί στην αντιοθωνική τριανδρία (Δημητρίου Βούλγαρη-Κωνσταντίνου Κανάρη-Μπενιζέλου Ρούφου) και θα εξελιχθεί σε σφοδρό πολέμιο της πολιτικής του Όθωνα, την οποία ήδη θεωρούσε ιδιαίτερα αυταρχική και επιβλαβή για τα ελληνικά πράγματα. Οι εν γένει κινήσεις του μάλιστα συνέβαλαν ουσιαστικά στην έξωση του τε­λευταίου στα 1862, αμέσως μετά την οποία ο Κανά­ρης ανέλαβε προσωρινά την Αντιβασιλεία.

 

Λαϊκή απεικόνιση της τριανδρίας (Ρούφος – Βούλγαρης- Κανάρης) που ανέλαβε την εξουσία μετά την έξοδο του Όθωνα.

 

Την ίδια χρονιά, ως Έλληνας εκπρόσωπος, με­τέβη στην Κοπεγχάγη όπου και πρόσφερε το στέμ­μα του ελληνικού θρόνου στο δευτερότοκο γιο του Δανού βασιλέα Χριστιανού Α’, τον Γεώργιο Α’. Κατά τη διάρκεια των εργασιών της Εθνοσυνέ­λευσης που ψήφισε το Σύνταγμα του 1864, ανέλαβε την ηγεσία της προοδευτικής παράταξης των Ορει­νών, μαζί με τον Δημήτριο Γρίβα.

Τον ίδιο χρόνο, στις 5 Μαρτίου, γίνεται πρωθυπουργός, αναγκάζεται όμως να πα­ραιτηθεί σε διάστημα λίγων εβδομάδων. Οι αλλεπάλληλοι θάνατοι ήδη πέντε εκ των παιδιών του έχουν συγκλονίσει το μεγαλόκαρδο μπουρλοτιέρη, ο ίδιος ωστόσο εξακο­λουθεί να δίνει το παρών όπου και όποτε η ανάγκη της πατρίδας το επιβάλλει.

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης σε μεγάλη ηλικία.

Στο πλαίσιο αυτό θα αναλάβει ακόμη δύο φορές την πρωθυπουργία σε καταστάσεις κρίσιμες για τα ελληνικά πράγματα, αρχικά από Ιούλιο-Μάρτιο 1865, απ’ όπου όμως θα παραιτηθεί δυσαρεστημέ­νος με την εκλογή του Επαμεινώνδα Δεληγιώργη ως προέδρου της Εθνοσυνέλευσης και θα ιδιωτεύ­σει για πολύ καιρό στο σπίτι του στην περιοχή της Κυψέλης. Είναι το ίδιο σπίτι στο οποίο ο ποιητής Αριστο­τέλης Βαλαωρίτης είχε, στα 1876, την τύχη, σε μία επίσκεψή του, να ακούσει για ώρες πολλές τον ίδιο τον Κανάρη να του διηγείται «μετά παιδικής σχε­δόν αφέλειας…» τα φοβερά του κατορθώματα.[12]

Δώδεκα χρόνια αργότερα, ευθύς μετά το ξέσπα­σμα του Ρωσοτουρκικού πολέμου, στη διάρκεια της Βαλκανικής κρίσης την οποία είχε προκαλέσει ο πόλεμος αυτός, αναλαμβάνει στις 26 Μαΐου 1877, έπειτα από πανελλήνια απαίτηση -δείγμα σεβα­σμού και εκτίμησης στο πρόσωπό του- την πρωθυπουργία της Οικουμενικής Κυβέρνησης που σχηματίστηκε.

Την κυβέρνηση αυτή, η οποία έδρασε καίρια και ποικιλότροπα, στήριξαν ως υπουργοί οι Αλέξαν­δρος Κουμουνδούρος, Θρασύβουλος Ζαΐμης, Επαμεινώνδας Δεληγιώργης, Χαρίλαος Τρικού­πης, Θεόδωρος Δηλιγιάννης κ.ά. Η πρωθυπουρ­γία του ωστόσο ήταν βραχύτατης διάρκειας, αφού στις 2 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, χτυπημένος από ημιπληγία, πεθαίνει από ανακοπή καρδιάς στο σπίτι του στην Κυψέλη. «…Ο ένδοξος ναύαρχος και Πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Κανάρης προσβληβείς υπό ημιπληγίας την χθεσινήν πρωίαν απεβίωσε την 11 ώρ. και 45 μ.μ…»[13] ανήγγειλαν οι εφημερίδες της εποχής και στο πρόσωπο της Οι­κουμενικής Κυβέρνησης η Ελλάδα ολόκληρη κήδευσε, δημοσία δαπάνη στο Α’ Νεκροταφείο, τον μπουρλοτιέρη, τον ήρωα, τον πρωθυπουργό της.

 

 Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου

Αρχειονόμος, ιστορικός, προϊσταμένη Ιστορικού

Αρχείου – Μουσείου Ύδρας

Υποσημειώσεις


[1] Δημήτρης Φωτιάδης, Κανάρης, Αθήνα 1981, σ. 17-21.

[2] Κατ’ άλλους στα 1792 ή 1793, βλ. σχετ. Δημήτρης Α. Μαυριδερός, «Γενεαλογικά στοιχεία δύο Ναυάρχων, Θρύλος και Ιστορική Αλήθεια Κωνσταντίνος Μ. Κανάρης (1790-1877), Γουλιέλμος – Φραγκίσκος Κ. Κανάρης (1887-1945)», ανάτυπο από το Δελτίο Εραλδικής και Γενεαλογικής Εταιρίας της Ελλάδος, αρ. 10, Αθήναι 1996, σ. 4.

[3] Μαυριδερός, ό.π., σ. 20-21.

[4] Γεώργιος Τερτσέτης, Άπαντα, Αθήνα 1953, τ. β’, σ. 275.

[5] Μαυριδερός, ό.π., σ. 4.

[6] Κωνσταντίνος Νικόδημος, Υπόμνημα της νήσου Ψαρών, Αθήναι 1862, τ. ά, σ. 99-100.

[7] Διονύσιος Π. Καλογερόπουλος, Ο Κανάρης, Εν Αθήναις 1947, σ. 12. Επίσης βλ. σχετ. Δημήτριος Γ. Σπανός, Η συμβολή εις την επιτυχίαν της Επαναστάσεως του 1821, Αθήναι 1958, σ. 191.

[8] Νικόδημος, ό.π.

[9] Στ. Βίος, Η σφαγή της Χίου εις το στόμα του χιακού λαού, Χίος 1921, σ. 75.

[10] Αναστάσιος Τσαμαδός, Ιστορικά ημερολόγια των ελληνικών ναυμαχιών του 1821, Αθήναι 1886, σ. 74.

[11] Καλογερόπουλος, ό.π., σ. 16.

[12] Ο.π., σ. 17.

[13] Κωνσταντίνος Άμαντος, «Λόγος πανηγυρικός κατά τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Κ. Κανάρη εν Χίω τη 19η Ιουνίου 1927», Εκατονταετηρίς Κωνσταντίνου Κανάρη, Εν Αθήναις, σ. 32.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Οι ναυμάχοι του 1821», τεύχος 178, 27 Μαρτίου 2003.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου (1809-1898) – Η ελληνίδα μαντάμ Ρολάν


 

Μια αναστατική έκδοση στα πλαίσια του εορτασμού των 150 χρόνων της Ναυπλιακής Επανάστασης του 1862 από την «ΑΛΛΗ ΠΡΟΤΑΣΗ».  Η  πρώτη έκδοση έγινε το 1997 από τη μη κερδοσκοπική εταιρία «ΑΠΟΠΕΙΡΑ» και περιλαμβάνει ένα βιογραφικό κείμενο του Μιχαήλ  Λαμπρυνίδη για την Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου από το ημερολόγιο του Σκόκου του 1904, και ένα κείμενο για την υποδοχή της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου στην Αθήνα μετά τα γεγονότα στο Ναύπλιο και την έξωση του Όθωνα, του Α. Πετσάλη και αυτό από το ημερολόγιο του Σκόκου του 1917.

 

Η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, είναι μία από τις γοητευτικότε­ρες φυσιογνωμίες της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Από το 1826 που εγκαθίσταται στο Ναύπλιο ως μνηστή και αργότερα ως σύζυγος του Πρώτου Δημάρχου του Ναυπλίου Σπύρου Παπα­λεξοπούλου, θα ζήσει όλα τα μεγάλα γεγονότα της εποχής από πολύ κοντά και ως ένα βαθμό θα τα επηρεάσει.

Προικισμένη με ευφυΐα και σπάνια μνήμη ευτύχησε να σπουδά­σει στην Ιταλία, σε μια εποχή που όχι μόνο οι γυναίκες αλλά και οι περισσότεροι άνδρες ήταν παντελώς αγράμματοι. Όμως ο σπόρος των γραμμάτων βρήκε στη νεαρή Καλλιόπη το πιο γόνιμο έδαφος και φύτρωσε μαζί με το σπόρο που είχε ρίξει η Γαλλική Επανάσταση σε ολόκληρη την Ευρώπη. Έτσι ο φλογερός χαρακτήρας της νεαρής Καλλιόπης με τα πατριωτικά αισθήματα σφυρηλατήθηκε από ανθρωπιστικά και φιλελεύθερα πολιτικά ιδεώδη που καθόλου δεν άργησε να εκδηλώσει έμπρακτα στην τότε πρωτεύουσα της Ελλάδας.

 

Η ελληνίδα μαντάμ Ρολάν

 

Το σαλόνι της έγινε κέντρο της πολιτικής και κοινωνικής ζωής και η ίδια αναδείχτηκε σε διακριτική πρωταγωνίστρια που συγκινούσε τα πλήθη αλλά και ενοχλούσε με την καθαρότητα των ιδεών της και τις δημοκρατικές της πεποιθήσεις. Οι ελπίδες της για ευνομούμενο κράτος και ισοπολιτεία διαψεύστηκαν και από τον πρώτο Κυβερνήτη και από τον Όθωνα.

Χήρα πια, το 1862, θα γίνει στο Ναύπλιο η ιεροφάντης της επαναστατικής προετοιμασίας εναντίον του Όθωνα μεταδίδο­ντας τις ιδέες της σε πολλές κυρίες του Ναυπλίου και τη νεολαία. Κι έξω από το σπίτι της, στην πλατεία Συντάγματος εκφωνώντας από το μπαλκόνι της πύρινο λόγο, θα εμψυχώσει τον εξεγερμένο στρατό και λαό τα ξημερώματα της 1ης Φεβρουαρίου για να αναδειχθεί σε «Μητέρα της Ναυπλιακής Επανάστασης» ή κατ’ άλλους σε «Ελληνίδα μαντάμ Ρολάν».

Κατέκτησε το θαυμασμό και το σεβασμό εχθρών και φίλων και η συμβολή της στην έξωση του Όθωνα αναγνωρίστηκε επίσημα από την Ελληνική Βουλή του 1862. Τελείωσε το μακρό της βίο στο αγαπημένο της Ναύπλιο ξοδεύοντας και την τελευταία δεκάρα της για την ανακούφιση των φτωχών και των δυστυ­χισμένων.

Αρκετοί σύγχρονοί της και μεταγενέστεροι ασχολήθηκαν με την προσωπικότητα και το έργο της Παπαλεξοπούλου. Ανάμεσα στα δημοσιεύματα ξεχωρίζουν το ιστόρημα του Θ. Βελλιανίτη «Η Μητέρα της Επαναστάσεως» από τη «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια» 1926, του Σπύρου Δεβιάζη «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου – το γένος Καλαμογδάρτη» από το περιοδικό «Ελληνική Επιθεώρηση» 1913 και του Α. Ν. Πετσάλη «Η Υποδοχή της Κυρά Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου εις Αθήνας» από το ημερολόγιο του Κ. Φ. Σκόκου 1917. Την πληρέστερη όμως βιογραφία της έχει γράψει ο Μ. Γ. Λαμπρυνίδης με τίτλο «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου (1809-1898)» και διασώζεται στο Ημερολόγιο του 1904 του Κ. Φ. Σκόκου.

Απόπειρα

 Το βιβλίο διατίθεται από τα βιβλιοπωλεία του Ναυπλίου, καθώς και από την έκθεση βιβλίου, η οποία λειτουργεί στο χώρο του «Βουλευτικού» στα πλαίσια των εκδηλώσεων για τη Ναυπλιακή Επανάσταση.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Κομνηνός Άνθιμος (†1842)


 

Άνθιμος Κομνηνός

Λόγιος και κληρικός. Γεννήθηκε στη Μικρά Ασία και πήρε επιμελημένη μόρφωση. Έγινε επίσκοπος Ηλιουπόλεως (Μ. Ασίας) πριν από την Επανάσταση του 1821 και ανέπτυξε μεγάλη εθνική δράση. Με την κήρυξη της Επαναστάσεως και εξ αιτίας της πατριωτικής του δράσης διώχτηκε από τους Τούρκους και κατέφυγε τελικά στην Πελοπόννησο, όπου συνέχισε να εργάζεται για τους σκοπούς του Αγώνα.

Επί Καποδίστρια τοποθετήθηκε εκκλησιαστικός τοποτηρητής Άργους και Κάτω Ναχαγιέ και το 1833 έσωσε τους κατοίκους του Άργους από την ομαδική σφαγή, που είχε διατάξει ο διοικητής του σώματος των Γάλλων. Το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου έγινε μητροπολίτης Κυκλάδων με έδρα την Ερμούπολη της Σύρου και ταυτόχρονα διετέλεσε μέλος της Ιεράς Συνόδου, αναπληρωματικό το 1833-1835 και τακτικό το 1835-1838.

Το συγγραφικό του έργο είναι σημαντικό: το 1832 εξέδωσε στο Ναύπλιο το φυλλάδιο «Περί Θρησκείας και Κλήρου» και το 1837 εκδόθηκε στην Αθήνα το βιβλίο του με το μακροσκελή τίτλο «Ορθόδοξος διδασκαλία. Περιηγητής ή πρεσβύτης δάσκαλος της Ορθοδόξου Ανατολικής Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Ποιηθείσα υπό του επισκόπου πρώην Ηλιουπόλεως, νυν δε Κυκλάδων Ανθίμου Κομνηνού, του Ηλιοπολίτου», μέλους της Ιεράς Συνόδου του Βασιλείου της Ελλάδος».

Το βιβλίο αυτό προκάλεσε την αποδοκιμασία της Ιεράς Συνόδου για ορισμένα εδάφιά του «απάδοντα τοις υπό τής Εκκλησίας πρεσβευομένοις», και το 1839 ανακάλεσε τα μέρη του βιβλίου, τα «εις τα εν αυτή τη Ορθοδοξία αντιβαίνοντα». Απεβίωσε στις 9 Ιουλίου 1842, προσβληθείς από ελονοσία, ενώ περιόδευε στο νησί της Νάξου.

 

Πηγές


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • Ιερά Μητρόπολη Παροναξίας 

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Χρύσα Μαλτέζου:  «Η Πελοπόννησος κάτω από τη σημαία του Αγίου Μάρκου: ο τόπος και οι άνθρωποι»


 

Το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard  σε συνεργασία με το Δήμο Ερμιονίδας, διοργανώνει διάλεξη με θέμα: «Η Πελοπόννησος κάτω από τη σημαία του Αγίου Μάρκου: ο τόπος και οι άνθρωποι».

Για το παραπάνω θέμα, η κυρία Χρύσα Μαλτέζου, Διευθύντρια του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας, θα μιλήσει στην αίθουσα εκδηλώσεων του Γενικού Λυκείου Κρανιδίου, την  Τετάρτη 14  Μαρτίου 2012 και ώρα 19.00.

 

Χρύσα Μαλτέζου


 

Χρύσα Μαλτέζου

Η Χρύσα Μαλτέζου γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου (1941), όπου τελείωσε τις γυμνασιακές της σπουδές στο Αβερώφειο Γυμνάσιο. Σπούδασε με υποτροφία του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ως υπότροφος της Γαλλικής Κυβέρνησης φοίτησε στο Πανεπιστήμιο Μεσογειακών Σπουδών του Aix-en-Provence και ως υπότροφος της Ακαδημίας Αθηνών μετεκπαιδεύτηκε στο Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας. Διπλωματούχος του Corso di Perfezionamento του Πανεπιστημίου της Πάντοβας και πτυχιούχος της Σχολής Παλαιογραφίας, Αρχειονομίας και Διπλωματικής των Κρατικών Αρχείων της Βενετίας.

 

Σταδιοδρομία

Ερευνήτρια του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (1969-1979). Διευθύντρια του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (1980-1994). Ειδική Επιστήμων στο Πανεπιστήμιο Κρήτης: Βυζαντινή Ιστορία και Ιστορία της λατινοκρατίας στον ελληνικό χώρο (1977-1982). Καθηγήτρια Μεσαιωνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης (1982-1994). Διευθύντρια του Τομέα Αρχαίας και Μεσαιωνικής Ιστορίας, και Πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Fellow του Dumbarton Oaks Centre for Byzantine Studies,Washington (1987). Καθηγήτρια Ιστορίας της περιόδου της βενετοκρατίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών (1995).  Το 1998 εξελέγη από την Ακαδημία Αθηνών Διευθύντρια του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας. Τον Οκτώβριο του 2005, στο πλαίσιο του προγράμματος του Ιδρύματος Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης, έδωσε διαλέξεις και σεμινάρια στα Αμερικανικά Πανεπιστήμια του Princeton, Rutgers, Berkeley California και Mary Washington.

Μέλος ελληνικών και ξένων επιστημονικών συλλόγων και εταιρειών, ξένος εταίρος του Istituto Veneto di Scienze, Lettere ed Arti, αντεπιστέλλον μέλος του Ateneo Veneto, ξένος εταίρος της Deputazione di Storia Patria per le Venezie, αντεπιστέλλον μέλος του Istituto Siciliano di Studi Bizantini e Neoellenici “Bruno Lavagnini”, επίτιμο μέλος της Ρωσικής Ένωσης των Μεσαιωνολόγων (Associetas Historicorum Russorum Medii Aevi), μέλος της Société Internationale des Historiens de la Méditerranée, μέλος της διεθνούς συντακτικής επιτροπής του περ. Mediterranean Historical Review, μέλος της Διεθνούς Επιτροπής του Istituto Internazionale di Storia Economica F. Datini (Prato) κ.ά.

Έλαβε μέρος σε πολυάριθμα ελληνικά και διεθνή επιστημονικά συνέδρια και διοργάνωσε διεθνείς επιστημονικές συναντήσεις, ημερίδες και συμπόσια. Μετά από σχετικές προσκλήσεις, έδωσε διαλέξεις και σεμιναριακά μαθήματα σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα του εξωτερικού (Collège de France, πανεπιστήμια Σορβόννης, Γενεύης, Association Jean Gabriel Eynard, Μπολόνιας, Βαρκελώνης, Μαδρίτης, Βαρσοβίας, Μόσχας, Perth Αυστραλίας, Ραβέννας, Fondazione Flaminia Ραβέννας, Τορίνου, Bερόνας κ.ά.).

Έχει πραγματοποιήσει με την ιδιότητα της ερευνήτριας και της Διευθύντριας του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών ερευνητικές αποστολές σε αρχεία της Ιταλίας, στα αρχεία της Μονής Αγίου Ιωάννου Θεολόγου της Πάτμου, της Μονής Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων, στα αρχεία της Κέρκυρας, των Κυθήρων και των πατριαρχείων Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων.

 

Τιμητικές Διακρίσεις

Το 1982 τιμήθηκε με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για τη συμβολή της στη διάσωση και επιστημονική εκμετάλλευση τoυ Ιστορικού Αρχείoυ των Κυθήρων.

Το 2003 τιμήθηκε για την επιστημονική προσφορά της από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας κύριο Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Τιμής.

To 2006 το υπό τη διεύθυνσή της Eλληνικό Iνστιτούτο Bενετίας τιμήθηκε με το Διεθνές Bραβείο Ωνάση.

Tο 2007 τιμήθηκε από το Πανεπιστήμιο τηςBologna(έδρα Pαβέννας) με το βραβείο Dante Aligheri για την προσφορά της στη συντήρηση και ανάδειξη των πολιτισμικών αγαθών του ελληνισμού στη Bενετία.

 

Ερευνητική και Συγγραφική Δραστηριότητα

 

Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα επικεντρώνονται σε δύο κύρια θέματα: α) στη βενετική περίοδο της ελληνικής ιστορίας: σχέσεις του Ελληνισμού με τη Δύση (φραγκοκρατούμενος και βενετοκρατούμενος ελληνισμός) από τον 13ο ως τον 18ο αιώνα· β) στις αρχειακές, παλαιογραφικές και διπλωματικές έρευνες. Με βάση ανέκδοτο και άγνωστο τις περισσότερες φορές αρχειακό υλικό που έχει εντοπίσει στα αρχεία και τις βιβλιοθήκες, ειδικότερα της Βενετίας, μελετά τα προβλήματα της εγκατάστασης των Ευρωπαίων στον μεσογειακό χώρο και τις σχέσεις που διαμορφώθηκαν ανάμεσα στο ελληνικό και το ξένο στοιχείο (αμοιβαίες επιδράσεις, πολιτισμικές ανταλλαγές) κατά τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο. Η έρευνα εξάλλου στις πρωτογενείς αρχειακές πηγές που σώζονται σε μοναστηριακές συλλογές, βιβλιοθήκες και αρχεία τόσο του ελληνικού χώρου όσο και του εξωτερικού την οδήγησε στη συστηματική ταξινόμηση, καταλογογράφηση, έκδοση και αξιοποίηση αρχειακών τεκμηρίων.

Έχει συγγράψει περισσότερες από 100 μελέτες που αφορούν την ιστορία των Ελλήνων στη διάρκεια της λατινοκρατίας, διερευνώντας ποικίλες όψεις των σχέσεων μεταξύ του βυζαντινού και μεταβυζαντινού κόσμου και της Βενετίας.

 

Ενδεικτικοί τίτλοι αυτοτελών βιβλίων

 

  • Ο θεσμός του εν Κωνσταντινουπόλει Βενετού βαΐλου (1268 – 1453), Αθήνα 1970.
  • Η Κρήτη στη διάρκεια της περιόδου της βενετοκρατίας (1211 – 1669), Κρήτη 1988.
  • Βενετική παρουσία στα Κύθηρα, Αθήνα 1991.
  • Όψεις της ιστορίας του βενετοκρατούμενου Ελληνισμού, επιστημονική διεύθυνση, Αθήνα 1993.
  • Η Βενετία των Ελλήνων, Αθήνα 1999.
  • Χαρακτικά του Ελληνικού Ινστιτούτου Βενετίας, Βενετία 2000.
  • ire debeas in rettorem Caneae. Η εντολή του δόγη Βενετίας προς τον ρέκτορα Χανίων 1589, Βενετία 2002.
  • Bisanzio, Venezia e il mondo franco-greco (ΧΙΙΙ-XV secolo). Atti del Colloquio Internazionale organizzato nel centenario della nascita di Raymond-Joseph Loenertz o.p., Venezia, 1-2 dicembre 2000, a cura di Chryssa Maltezou-P.Schreiner, Βενετία 2002.
  • «Stradioti»: Οι προστάτες των συνόρων, Αθήνα 2003.
  • Άννα Παλαιολογίνα Νοταρά. Μια τραγική μορφή ανάμεσα στον βυζαντινό και τον νέο ελληνικό κόσμο, Βενετία 2004.
  • Venezia e le isole ionie (Relazioni presentate al convegno di studio svoltosi a Corfù, il 26-27 settembre 2002), a cura di Chryssa Maltezou e G. Ortalli, Βενετία 2005.
  • Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας. Πενήντα χρόνια επιστημονικής διαδρομής 1955-2005, Αθήνα 2005.
  • Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας. Oδηγός του Aρχείου, Βενετία 2008.
  • Τα Κύθηρα τον καιρό που κυριαρχούσαν οι Βενετοί, Βενετία 2008.

 

Read Full Post »

Xαν Αμαδαίος – Εμμανουήλ ( 1801- 1867)


 

Αμαδαίος - Εμμανουήλ Xαν (1801- 1867)

Στρατιωτικός. Γεννήθηκε στη Βέρνη της Ελβετίας το έτος 1801. Υπηρέτησε στον Ελβετικό στρατό από το 1818 μέχρι το 1823. Ήρθε στην Ελλάδα, ως φιλέλληνας, και αρχικά κατετάγη στον λόχο των Φιλελλήνων. Έλαβε μέρος στις μάχες της Τρίπολης, του Ωροπού, των Θηβών, της Χίου, του Τσεσμέ κ.α.

Μετά την απελευθέρωση, παρέμεινε στον Ελληνικό στρατό και έφτασε στο βαθμό του αντιστράτηγου. Διετέλεσε υπασπιστής του βασιλιά Όθωνα, επιθεωρητής πεζικού και τις παραμονές της επανάστασης του Οκτωβρίου τοποθετήθηκε ως έμπιστος στα Ανάκτορα. Κατά την Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862 διορίστηκε αρχηγός της βασιλικής εκστρατείας εναντίον του Ναυπλίου. Αποστρατεύθηκε στις 23 Ιανουαρίου του 1865 και απεβίωσε στην Ελβετία στις 22 Ιουνίου του 1867.

  

Ο Χαν κατά της Ναυπλιακής Επανάστασης

 

Μετά την έκρηξη της Ναυπλιακής Επανάστασης τα ξημερώματα της 1ης Φεβρουαρίου, θορυβημένος ο Όθωνας και οι περί αυτόν, συγκρότησαν μεγάλη στρατιωτική δύναμη στην Κόρινθο. Αρχηγός της βασιλικής εκστρατείας διορίστηκε ο Ελβετός Χαν. Όταν έφτασε στην Αργολίδα, έστησε το αρχηγείο του κοντά στην Γεωργική Σχολή στην Τίρυνθα και άρχισε την πολιορκία του Ναυπλίου και των γύρω περιοχών που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των επαναστατών.

Ακολούθησαν αιματηρές μάχες με αμφίπλευρες απώλειες. Ο ανώνυμος Ναυπλιεύς στο βιβλίο του «Τα συμβάντα της Ναυπλιακής Επανάστασης» γράφει ότι ο Χαν «εθλίβετο δια την κατάστασιν του έθνους». Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να εντείνει τις πολεμικές επιχειρήσεις και παράλληλα να προσπαθεί να συκοφαντήσει και να διασπάσει την επανάσταση. Την χαρακτήρισε ως «στρατιωτική ανταρσίαν, προδοτική και αναρχική».

Ενώ η πολιορκία βρισκόταν σε εξέλιξη, στις 7 Μαρτίου οι επαναστάτες ειδοποιήθηκαν ότι ο βασιλιάς Όθων όρισε «πληρεξουσίους του τον αντιστράτηγον Ι. Κολοκοτρώνη, τον υποστράτηγο Χαν και τον νομάρχην Αργολίδος Γεωργαντάν, ίνα διαπραγματευθώσι περί υποταγής της πόλεως και της παραδόσεως των φρουρίων».

Ύστερα από συνεννοήσεις των επικεφαλής των δύο αντιμαχόμενων δυνάμεων, οι επαναστάτες πρότειναν προκειμένου να παραδώσουν την πόλη, να δοθεί γενική αμνηστία σε όλους όσοι είχαν εμπλακεί με κάθε τρόπο στην επανάσταση, στρατιωτικοί και πολιτικοί. Στις 16 Μαρτίου ο Χαν, αν και είχε στα χέρια του σχετικό βασιλικό διάταγμα από την 8η Μαρτίου, επειδή δεν έδινε αμνηστία σε όλους αλλά εξαιρούσε κάποιους επαναστάτες και φοβούμενος όξυνση της κατάστασης, σε συνάντησή του με αντιπροσωπεία των Ναυπλιωτών, απέκρυψε την ύπαρξή του και είπε ψευδώς ότι το Υπουργείο δεν συμφωνεί στην απονομή χάριτος. Τότε πάρθηκε απόφαση συνέχισης του αγώνα, η οποία έγινε δεκτή από το λαό με ενθουσιασμό. Πλήθος κόσμου, τραγουδώντας παιάνες, διατράνωσε την απόφασή του να συνεχίσει τον αγώνα « μέχρις εσχάτων».

Στις 18 Μαρτίου οι Ναυπλιώτες άρχισαν ισχυρό κανονιοβολισμό κατά των θέσεων του βασιλικού στρατού αλλά αυτός δεν ανταποκρίθηκε. Την επόμενη ημέρα, όταν άρχισαν πάλι να ρίχνουν τα κανόνια της πόλης, ο Χαν έδωσε διαταγή να ανταποδώσουν τα πυρά και ειδοποίησε τους επαναστάτες ότι αν συνεχίσουν θα ισοπεδώσει την πόλη.

Η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, περήφανη και συνεπαρμένη από πατριωτικό ενθουσιασμό, όρθια στο μπαλκόνι του σπιτιού της, αψηφώντας τις σφαίρες των τηλεβόλων που περνούσαν δίπλα της, εγκαρδίωνε το στρατό και το λαό. Ο στρατηγός Χαν, παλιός φίλος της οικογένειας, φοβούμενος μήπως η σπάνια αυτή γυναίκα πάθει κακό από τις οβίδες ή την κατάληψη της πόλης, της έστειλε μήνυμα να απομακρυνθεί από την πόλη ή τουλάχιστον να κλειστεί στο σπίτι της.

Η απάντησή της έφτασε αμέσως, γραμμένη σε επισκεπτήριό της.

«ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ

Λαμβάνει την τιμήν να ειδοποιήση τον στρατηγό Χαν ότι δεν φοβείται τίποτε άλλο παρά τους ποντικούς».      

Τα γεγονότα πύκνωναν και η κατάσταση είχε γίνει πολύ δύσκολη για τους Ναυπλιώτες. Το βασιλικό διάταγμα της 8ης Μαρτίου, που ο Χαν είχε κρατήσει μυστικό, αναγκάστηκε πλέον  να το κοινοποιήσει. Το Ναύπλιο ασφυκτιούσε. Μετά από συνεχείς συσκέψεις αποφασίστηκε η παράδοση της πόλης. Αφού υπογράφτηκε η συνθήκη, ο Χαν επέτρεψε την αποχώρηση όλων των οικογενειών, φροντίζοντας για την ασφάλειά τους από επιθέσεις του στρατού και κυρίως των ατάκτων.

Στις 7 Απριλίου ήρθαν κι έδεσαν στο λιμάνι δυο ξένα καράβια. Στις 8 Απριλίου, ημέρα Κυριακή του Πάσχα, οι αγωνιστές που είχαν εξαιρεθεί από την αμνηστία, μετά την λειτουργία, επιβιβάστηκαν στα πλοία, ακολουθώντας τον δρόμο της αυτοεξορίας. Την ίδια ημέρα, μετά την αποχώρηση των πλοίων, ο βασιλικός στρατός κατέλαβε το Ναύπλιο με επικεφαλής τον στρατηγό Χαν. Το ηρωικό Ναύπλιο και οι πολίτες του έχασαν την μάχη αλλά όχι τον πόλεμο. Σε λίγο ο Οκτώβριος θα έδινε τις λύσεις.     

  

Πηγές


  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 6ος, Αθήνα, 1930. 
  • Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, ²2010.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Στέλβαχ Λουδοβίκος (1800; – 1883)


 

  

Λουδοβίκος Στέλβαχ

Γεννήθηκε στη Βαυαρία. Ήταν γόνος σπουδαίας οικογένειας, την οποία αποχωρίστηκε νωρίς, ερχόμενος στην Ελλάδα. Στην έκρηξη του Ελληνικού αγώνα, δεν έμεινε αδιάφορος αλλά νεαρός ακόμη εντάχθηκε στις ελληνικές δυνάμεις και πολέμησε γενναία υπό την αρχηγία του Νόρμαν. Νεαρός, ωραίος, θαρραλέος και πλήρης πατριωτικών συναισθημάτων, πολέμησε στην ένδοξη μάχη του Πέτα.

 Στον αποκλεισμό του Μεσολογγίου, αχώριστος φίλος του Λόρδου Βύρωνα, έλαβε μέρος στην ηρωική έξοδο κατά την οποία τραυματίστηκε. Συμπολέμησε στο πλευρό του Καραϊσκάκη στη μάχη του Πειραιά. Στη συνέχεια έλαβε ενεργό μέρος σε πολλές μάχες υπό την ηγεσία διαφόρων αρχηγών. Μετά την απελευθέρωση, ο Λουδοβίκος Στέλβαχ, παρέμεινε στον τακτικό στρατό. Επί Όθωνα τοποθετήθηκε φρούραρχος του Παλαμηδιού όπου παρέμεινε επί είκοσι περίπου χρόνια. Βοήθησε καθοριστικά στην ίδρυση του οπλοστασίου και των φυλακών του Ναυπλίου.

Το 1862 κατά την έκρηξη της Ναυπλιακής επανάστασης ο Στέλβαχ ήταν ακόμη φρούραρχος του Παλαμηδιού. Στις 2 Φεβρουαρίου, στις 9 το πρωί το Παλαμήδι πάρθηκε από τους επαναστάτες. Τάχτηκε στο πλευρό των επαναστατών και πολέμησε κατά των Οθωνικών δυνάμεων. Στο βασιλικό Διάταγμα «Περί αμνηστίας» της 8ης Μαρτίου 1862, ο Λουδοβίκος Στέλβαχ εξαιρέθηκε μαζί με άλλους πρωτεργάτες του κινήματος.

Στις 6 Απριλίου ο αρχηγός της επανάστασης Μίχου κάλεσε όλους τους μη αμνηστευθέντες πολιτικούς και αξιωματικούς στο σπίτι του και μετά από μακρά και θυελλώδη συζήτηση αποφασίστηκε να αναχωρήσουν εκτός Ελλάδας. «… Αποφαινόμεθα: Υποβάλλομεν ημάς αυτούς εις την εγκατάλειψιν του πατρώου εδάφους, αναχωρούντες εις την αλλοδαπήν μεθ’ όλων εκείνων, όσοι εκ των ενταύθα θέλουν μας ακολουθήσει». Η 8η Απριλίου ήταν Κυριακή του Πάσχα. Οι εξαιρεθέντες αξιωματικοί παρακολούθησαν την πασχαλινή λειτουργία και μετά κατευθύνθηκαν προς την παραλία για επιβιβαστούν στις βάρκες που τους περίμεναν και να τους οδηγήσουν στα δυο πλοία που τους περίμεναν. Το γαλλικό « Πελικάν» και το αγγλικό « Κάστωρ».  

Υπήρξε ο μόνος επιζήσας συστρατιώτης του Βύρωνα και τιμήθηκε με πολλά παράσημα ελληνικά και ξένα. Αποστρατεύτηκε με το βαθμό του συνταγματάρχη. Ήταν ένας γνήσιος φιλέλληνας που ήρθε στην Ελλάδα μαζί με τον Νόρμαν και τον Φαβιέρο, προσφέροντας σπουδαίες υπηρεσίες στην Ελλάδα που την αγάπησε βαθειά και την θεώρησε πατρίδα του. Πέθανε στην Αθήνα την 22α Μαΐου του 1883 σε ηλικία μεγαλύτερη των ογδόντα χρόνων.

 

Πηγές


  • Ποικίλη Στοά, Ετήσιον Ημερολόγιον, Έτος Δ΄, 1884, Αθήνα, 1883.
  • Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», β’ έκδοση, Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, 2010.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ζαΐμης Α. Θρασύβουλος (1825-1880)


 

 

Θρασύβουλος Ζαΐμης, έργο του Ερνέστου Κάρτερ (1924-1992).

Πολιτικός της πρώτης μετεπαναστατικής γενιάς, γόνος της μεγάλης οικογένειας προκρίτων και πολιτικών της Πελοποννήσου. Πρωθυπουργός. Ήταν γιος του ση­μαντικού ήρωα της Επανάστασης Ανδρέα Ζαΐμη και εξάδελφος του πολιτι­κού Παναγιώτη Ζαΐμη. Γεννήθηκε στην Κερπενή των Καλαβρύτων το 1825 και σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Γαλλία. Ήταν ένας ιδιαίτερα μορφωμένος πολιτικός. Στη γενική πολιτική του στάση και νοοτροπία αποστρεφόταν τη δημα­γωγία και την κολακεία. Υποστήριζε αρκετά φιλελεύθερες για την εποχή του πολιτικές αντιλήψεις και ήταν σταθερός υπερασπιστής του κοινοβουλευτισμού. Γι’ αυτό άλλωστε και συγκρούστηκε με το Δημήτριο Βούλγαρη, όταν ο τελευταίος επιχείρησε να παραβιάσει βασικές πολιτικές ελευθερίες και την ίδια την κοινοβουλευτική νομιμότητα. Διέθετε υψηλό πολιτικό ήθος, μετριο­πάθεια, διαλλακτικότητα και σύνεση. Συχνά υπερέβαινε τα στενά πλαίσια του όποιου κομματικού συμφέροντος.

Υπηρέτησε αρχικά ως στέλεχος στο Υπουργείο Οικονομικών, αλλά δεν άργησε να αναδειχθεί και σε ανώτερες θέσεις. Έτσι, έγινε υπουργός Εκκλη­σιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως (1859) σε ηλικία μόλις 34 ετών. Ξεκίνησε νέος την πολιτική του σταδιοδρομία εκλεγόμενος συνεχώς βου­λευτής Καλαβρύτων σε 12 εκλογικές αναμετρήσεις μεταξύ των ετών 1850-1880. Διετέλεσε συνολικά πρωθυπουργός για διάστημα ενός έτους και επτά μηνών, υπουργός περισσότερο από δύο χρόνια και πρόεδρος της Βουλής περίπου ενάμιση χρόνο συνολικά. Διετέλεσε επτά φορές υπουργός κατά την περίοδο 1859-1878. Το 1860 ανέλαβε καθήκοντα υπουργού Εξωτερικών στην κυβέρνηση Αθανάσιου Μιαούλη. Από τη θέση αυτή παραιτήθηκε διαφωνώντας με τον Όθωνα για το βαυαρικό δάνειο και για την καθυστέρηση της ψήφισης Οργανισμού του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1862, μετά την έξωση του Όθωνα και αφού είχε πρωταγωνιστήσει στην ανατροπή του, έγινε υπουργός Εξωτερικών στην «επαναστατική τριανδρία» των Δημήτριου Βούλγαρη, Κωνσταντίνου Κανά­ρη και Μπενιζέλου Ρούφου.

Τον Απρίλιο του 1863, μετά την ανακήρυξη του Δανού πρίγκιπα Γεωργί­ου ως βασιλιά των Ελλήνων από την Εθνοσυνέλευση, ο Ζαΐμης συμμετείχε στην τριμελή αντιπροσωπεία που πήγε στην Κοπεγχάγη για να προσφέρει το στέμμα της Ελλάδας στο νέο μονάρχη. Τα άλλα δύο μέλη της αντιπροσωπεί­ας, τα οποία επίσης συμμετείχαν -αν και όχι με τη μεγαλύτερη δυνατή απο­τελεσματικότητα- στις διαπραγματεύσεις για τον τελικό διακανονισμό των όρων αποδοχής του στέμματος από το Δανό πρίγκιπα, ήταν οι Κωνσταντίνος Κανάρης και Δημήτριος Γρίβας. Το 1864 ενήργησε, επίσης, ως απεσταλμένος της ελληνικής κυβέρνησης για την παράδοση στην Ελλάδα και την ενσωμά­τωση στον εθνικό κορμό των Επτανήσων.

Μετά την άφιξη του Γεωργίου Α’, ο Ζαΐμης πρωταγωνίστησε από το 1863 έως και τα τέλη της δεκαετίας του 1870 μαζί με τους πολιτικούς του αντιπά­λους -και ηγέτες κομμάτων- Αλέξανδρο Κουμουνδούρο, Δημήτριο Βούλγα­ρη και Επαμεινώνδα Δεληγεώργη στις πολιτικές διαμάχες της περιόδου. Το κόμμα του, αν και διέθετε λιγοστούς βουλευτές, άσκησε σημαντική επιρροή στις συζητήσεις που έγιναν για το νέο Σύνταγμα του 1864. Μάλιστα, οι «ζαϊμικοί» βουλευτές υποστήριζαν τη σύσταση δεύτερου νομοθετικού σώματος, παράλληλου με τη Βουλή, ορισμένα μέλη του οποίου θα διορίζονταν και δε θα εκλέγονταν.

Θρασύβουλος Ζαίμης

Αν και χαρακτηριζόταν από μετριοπάθεια στις πολιτικές αντιλήψεις και τους προσανατολισμούς του στο πεδίο των αντιπαραθέσεων μεταξύ των λεγόμενων ορεινών και πεδινών, ο Ζαΐμης είχε ήδη από το 1863 προσχωρή­σει στους περισσότερο ριζοσπάστες ορεινούς, τοποθετούμενος πολιτικά πλησιέστερα στον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο. Την περίοδο αυτή μαζί με τους Κουμουνδούρο, Βούλγαρη και Δεληγεώργη διαδεχόταν ο ένας τον άλλον στην πρωθυπουργία, καθώς κλιμακώνονταν οι επεμβάσεις στην πολιτική δια­δικασία από μέρους του Στέμματος, ενώ δεν απουσίαζε και η εκτροπή από τον ομαλό πολιτικό βίο. Αυτά ήταν ορισμένα από τα βασικά γνωρίσματα της περιόδου πριν από τη δυναμική είσοδο του Χαρίλαου Τρικούπη στο πολιτι­κό προσκήνιο τη δεκαετία του 1870. Το κόμμα του Ζαΐμη, όπως και των αντι­πάλων του, ήταν ουσιαστικά μια προσωποπαγής ομάδα που συνέχιζε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την παράδοση του λεγόμενου «πελατειακού συστήμα­τος» χωρίς να καταφέρει, να μετατραπεί σε «κόμμα αρχών».

To 1864 ανέλαβε  το Υπουργείο Εσωτερικών στην κυβέρνηση Κανάρη, η οποία ανήκε στο θεωρούμενο ως περισσότερο ριζοσπαστικό και προοδευτι­κό κοινοβουλευτικό συνασπισμό των ορεινών. Την ίδια θέση κατέλαβε και το 1865 στη σύντομης θητείας κυβέρνηση Δεληγεώργη. Το 1877 έγινε υπουργός Δικαιοσύνης στην οικουμενική κυβέρνηση υπό τον ναύαρχο Κανάρη, ενώ συμμετείχε, το 1878, στην πρώτη κοινοβουλευτική κυβέρνηση του Χαρίλαου Τρικούπη ως υπουργός Εσωτερικών και Δικαιοσύνης.

Ως πρωθυπουργός ανέλαβε για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1869 μετά την παραίτηση της κυβέρνησης Βούλγαρη, η οποία έτσι απέφυγε να επωμιστεί το πολιτικό κόστος της ήττας μετά την καταστολή της Κρητικής επανάστασης του 1866. Η πρωθυπουργική του θητεία υπήρξε μάλιστα αρκε­τά μακροχρόνια για τα δεδομένα της εποχής. Ο Ζαΐμης κράτησε τότε ρεαλι­στική στάση και αποδέχθηκε τους επιβληθέντες όρους ειρήνευσης, δημιουρ­γώντας τις προϋποθέσεις για την αναγκαία σε εκείνη τη φάση αποκατάστα­ση των σχέσεων του ελληνικού κράτους με την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Κερδίζοντας μάλιστα τις σχετικά αδιάβλητες εκλογές του Μαΐου της ίδιας χρονιάς, διατηρήθηκε στην πρωθυπουργία έως τον Ιούλιο του 1870, όταν ο Γεώργιος Α’ τον ανάγκασε σε παραίτηση και μάλιστα κατά τη διάρκεια των διακοπών της Βουλής. Στην περίοδο της πρωθυπουργίας του αντιμετώπισε με υψηλό αίσθημα ευθύνης το ζήτημα της εξωτερικής πολιτικής σχετικά με το λεγόμενο «ατιμωτικό πρωτόκολλο» των Παρισίων, αγνοώντας το κόστος που είχε η στάση του στη δημοτικότητά του. Ασχολήθηκε παράλληλα με την εσωτερική ανάπτυξη της χώρας και με τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς -χαρα­κτηριστικά αναφέρονται η πρώτη σιδηροδρομική γραμμή Αθήνας – Πειραιά και η αγορά του πολεμικού πλοίου «Βασίλισσα Όλγα».

Το Νοέμβριο του 1869 υπέβαλε στη Βουλή πρόταση νόμου σχετικά με την οργάνωση εθνικών δυνάμεων για την καταστολή της ληστείας. Όμως, όχι μόνο απορρίφθηκε το νομοσχέδιο, αλλά τους επόμενους μήνες είχε να αντι­μετωπίσει και τις συνέπειες από τη σφαγή ξένων επισήμων ταξιδιωτών από ληστές στο Δήλεσι. Το γεγονός αυτό πήρε μεγάλες διαστάσεις, εκθέτοντας διεθνώς τόσο την κυβέρνηση όσο και την ίδια τη χώρα. Στάθηκε μάλιστα η αφορμή για την παραίτηση της κυβέρνησης Ζαΐμη. Η δεύτερη κυβέρνηση υπό την προεδρία του, το 1871, ήταν εξαιρετικά σύντομη. Διήρκεσε έως τα Χριστούγεννα του 1871. Σε μια περίοδο πολιτικής αστάθειας διατήρησε την εξουσία για λιγότερο από δύο μήνες, αφού απέτυχε να αποσπάσει την υπο­στήριξη αμιγούς κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, κυρίως εξαιτίας του θέμα­τος της παροχής άδειας λειτουργίας ορυχείου σε γαλλο-ιταλική εταιρεία.

Το 1872, στις έντονες συζητήσεις που έλαβαν χώρα στο Κοινοβούλιο, τήρησε μετριοπαθή στάση σχετικά με την παραπομπή σε δίκη του παραιτη­θέντος πρωθυπουργού Επαμεινώνδα Δεληγεώργη, τον οποίο κατηγορούσαν για κατάχρηση εξουσίας και επιβολή στρατοκρατίας. Αντί της άμεσης παραπομπής σε δίκη, πρότεινε τη συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής. Μετριοπαθή στάση τήρησε και στο θέμα της κοινοβουλευτικής αρχής του πολιτεύματος. Πίστευε στη διατήρηση του θεσμού της μοναρχίας. Απέφευγε να αντιπαραταχθεί άμεσα στο Στέμμα και επιχειρούσε, στη διάρκεια των σχετικών συζητήσε­ων την περίοδο του 1874-1875, να μετριάσει την ένταση των αντιπαραθέσεων με τα Ανάκτορα. Πρόεδρος της Βουλής εξελέγη τέσσερις φορές μεταξύ των ετών 1855-1877. Η πρώτη θητεία του εκτείνεται στην περίοδο 2 Φεβρουαρίου – 25 Οκτω­βρίου 1855. Εκλέχθηκε με 68 ψήφους έναντι δύο λευκών.

Στις 30 Οκτωβρίου 1860 εκλέχθηκε για δεύτερη φορά με 62 ψήφους έναντι 50 του Δημήτριου Καλλιφρονά, υποψήφιου της φιλοβασιλικής κυβέρνησης Αθανάσιου Μιαού­λη. Αξίζει να σημειωθεί ότι εξελέγη στο αξίωμα αυτό μολονότι ανήκε στην τότε αντιπολίτευση και παρά τις αυλικές πιέσεις προς τους βουλευτές να τον καταψηφίσουν. Παρέμεινε, ωστόσο, στη θέση του μόλις δύο εβδομάδες, έως τις 16 Νοεμβρίου 1860 καθώς η εκλογή του οδήγησε σε διάλυση της Βουλής από τα Ανάκτορα. Ο Ζαΐμης τότε προσχώρησε άμεσα στην αντιπολίτευση που σχεδίαζε την ανατροπή του Όθωνα, συνεργαζόμενος με το Μπενιζέλο Ρούφο και το Δημήτριο Βούλγαρη. Η ροή των γεγονότων οδήγησε μεσοπρό­θεσμα -δύο χρόνια αργότερα- στην πτώση της βαυαρικής δυναστείας.

Εξελέγη για τρίτη φορά πρόεδρος της Βουλής στις 30 Ιανουαρίου 1874 (για τρεις μήνες, έως τις 25 Απριλίου της ίδιας χρονιάς). Όπως και το 1860, υπερίσχυσε του Επαμεινώνδα Δεληγεώργη με ψήφους 87 έναντι 72, αν και ανήκε στην αντιπολίτευση. Η εκλογή του αυτή στάθηκε η αφορμή να ξεκινή­σει ένας κύκλος πολιτικών συζητήσεων και αντιπαραθέσεων για το ζήτημα της κοινοβουλευτικής αρχής του πολιτεύματος και του ρόλου του Στέμματος. Για τέταρτη και τελευταία φορά αναδείχθηκε πρόεδρος της Βουλής με 131 ψήφους, στις 4 Οκτωβρίου 1876, διαδεχόμενος τον Αλέξανδρο Κουμουνδού­ρο που στο μεταξύ έγινε πρωθυπουργός. Η θητεία του ολοκληρώθηκε στις 18 Μαρτίου 1877. Ήταν παντρεμένος  με την Ελένη Μουρούζη. Γιος του ήταν και ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, πρόεδρος της βουλής, πρωθυπουργός και πρόεδρος της Δημοκρατίας. Πέθανε από ανακοπή καρδιάς το 1880 σε ηλικία μόλις 55 ετών.

  

Πηγή


  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Ζυμβρακάκης Χαράλαμπος (1812-1880)


 

Χαράλαμπος Ζυμβρακάκης (1812- 1880)

Στρατιωτικός και πολιτικός. Ο Χαράλαμπος Ζυμβρακάκης γεννήθηκε στο Περιβόλι Κυδωνίας Κρήτης του νομού Χανίων το 1812. Αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1832 ως ανθυπασπιστής του πυροβολικού. Κατά την Κρητική Επανάσταση του 1841 κατέβηκε στην Κρήτη με σώμα εθελοντών. Μετά την επιστροφή του στην ελεύθερη Ελλάδα διετέλεσε διοικητής του Οπλοστασίου του Πόρου, κατόπιν του Οπλοστασίου του Ναυπλίου και τέλος φρούραρχος Αθηνών.

Πήρε ενεργό μέρος το 1862 στη Ναυπλιακή Επανάσταση. Εξαιρέθηκε από το διάγγελμα αμνηστίας και  απελάθηκε στη Σμύρνη. Επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την πτώση του Όθωνα και πήρε μέρος στη Β’ Εθνική Συνέλευση του 1864-65.

Στη συνέχεια, αν και δεν ήταν πολιτικός, διετέλεσε πέντε φορές υπουργός Στρατιωτικών στις κυβερνήσεις Ζαφειρίου Βάλβη το 1864, Δημητρίου Βούλγαρη το 1866, Επαμεινώντα  Δεληγεώργη το 1870, Θρασύβουλου Ζαΐμη το 1871 και στην Οικουμενική Κυβέρνηση του 1877. Δεν αποδέχθηκε την αρχηγία της Κρητικής Επανάστασης του 1861, που του πρότεινε η Συνέλευση των Κρητών, επειδή τότε ήταν υπουργός. Πέθανε στην Αθήνα έχοντας το βαθμό του αντιστρατήγου.

Ιωάννης Ζυμβρακάκης (1818-1913).

Περίπου παράλληλη σταδιοδρομία είχε και ο επίσης στρατηγός αδελφός του Ιωάννης Ζυμβρακάκης (1818-1913), ο οποίος υπηρέτησε και αυτός στο Οπλοστάσιο του Ναυπλίου και πήρε ενεργό μέρος στα «Ναυπλιακά». Έλαβε μέρος στην Κρητική Επανάσταση του 1866-1869 και στην ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1886. Επίσης διετέλεσε δύο φορές (το 1869-77 και το 1878-81) διοικητής της Σχολής Ευελπίδων. Έφτασε στον βαθμό του Υποστρατήγου. Γιος του ήταν ο Εμμανουήλ Ι. Ζυμβρακάκης αρχηγός της Χωροφυλακής ενώ είχε και μια κόρη.

Στην αναπαλαιωμένη έπαυλη Ζυμβρακάκη, που βρίσκεται στην οδό Ασκληπιού και έχει δωρηθεί στο Δήμο Ναυπλίου, έχει στεγαστεί το «Πνευματικό Ίδρυμα Ιωάννης Καποδίστριας», που συστήθηκε το 1990 με σκοπό τη μελέτη του έργου του πρώτου Κυβερνήτη.

 

Πηγή


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »