Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ελεύθερο Βήμα’

Αφιέρωμα στην Αγγελική Γεωργιάδου (1953-2020)


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα»  ένα μικρό αφιέρωμα σε μια «άγνωστη» συμπολίτισσά μας,  ένα ήρεμο καθημερινό άνθρωπο, που έζησε απλά και αθόρυβα και με τον ίδιο τρόπο έφυγε από τη ζωή. Γράφει ο κ. Φώτης Γαλάνης, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Χριστιανικού Ομίλου «Η Αγία Αικατερίνη».

 

Αφιέρωμα στην Αγγελική Γεωργιάδου (1953-2020)

 

Αγγελική Γεωργιάδου

Μια σεμνή, αφανής, αποκομμένη, σ’ όλη της τη ζωή απ’ τον κοινωνικό ιστό της πόλης μας, το Άργος, αλλά και της γειτονιάς της έφυγε από κοντά μας αφήνοντας παρακαταθήκες ζωής.

Γόνος φτωχής αργείτικης οικογένειας, μοναχοπαίδι του μπάρμπα – Γιάννη του μπαλωματή, χωρίς στενούς συγγενείς, βίωνε λάθρα στο δικό της κόσμο με τα πολλά προβλήματα υγείας αλλά και τις οικονομικές της στερήσεις. Δεν ενοχλούσε κανένα. Έλυνε κατά το μέτρο των δυνατοτήτων της όλα τα προβλήματα. Ήταν αξιοπρεπής, δεν ασχολείτο με τα του κόσμου. Οι καθημερινές της μικροανάγκες την υποχρέωναν να κυκλοφορεί περιορισμένα στην πόλη ενώ την Κυριακή και τις μεγάλες εορτές εκκλησιαζόταν τακτικά στον Άγιο Πέτρο, την Ενορία της.

Οι σχέσεις της με τη γειτονιά ήταν άριστες, χωρίς να ενοχλεί κανέναν. Δε δεχόταν επισκέψεις αλλά ούτε και αυτή έκανε ανάλογες επισκέψεις. Κλεισμένη στον εαυτό της και στο σπιτάκι της  βίωνε σιωπηρά, αδιαμαρτύρητα, αγόγγυστα τα σοβαρά προβλήματα υγείας της και τη μοναξιά της. Τη διέκρινε η τάξη και η πλήρης οργάνωση του προγράμματος της ζωής της.

Όμως η μακροχρόνια φαρμακευτική της αγωγή, τα πολλά προβλήματα υγείας, που είχαν συσσωρευτεί, την κλόνισαν  και άρχισε να καταρρέει. Έχασε τη φωνή της ενώ αργά αλλά σταθερά δεν τη βοηθούσαν τα πόδια της και ήταν αδύνατον να αυτοεξυπηρετηθεί. Στο τέλος επικοινωνούσε γραπτώς μέχρι που και το χέρι της την εγκατέλειψε.

Έτσι έφθασε στο Γηροκομείο μας ως τρόφιμος τον Οκτώβριου του 2019. Η περιποίηση που δεχόταν καθημερινά, η αμέριστη αγάπη και φροντίδα του προσωπικού, την οδήγησαν στην απόφαση να δωρίσει το σπίτι της (μικρή μονοκατοικία) στο Γηροκομείο Άργους. Λόγω ραγδαίας επιδείνωσης της κατάστασης της έφυγε αθόρυβα όπως έζησε, στις 27-3-2020.

Εν μέσω κορονοϊού οδηγήθηκε στην τελευταία της κατοικία και πάλι μόνη, ενώ είχε φροντίσει να δωρίσει ένα οικόπεδο που είχε στον Ιερό Ναό, στο κοιμητήριο του οποίου ετάφη για να μνημονεύεται, αυτή και οι γονείς της,  όπως έγραφε στη διαθήκη της.

Ο Μεγάλος Θεός μας να σου ανταποδώσει όλα τα πνευματικά πλέον αγαθά έναντι των υλικών που στερήθηκες. Οι περιφρονήσεις της εδώ ζωής σου να είναι δόξα ουράνια και τέλος να σε αναπαύσει εις χώρα ζώντων  εκεί που ούτε λύπη ούτε στεναγμός υπάρχει.

Το Γηροκομείο μας, σε ευχαριστεί για τη δωρεά σου αυτή που αποβλέπει στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των τροφίμων του. Το Δ.Σ. του Χ.Φ.Ο. Άργους η «Αγία Αικατερίνη» που έχει και το Γηροκομείο Άργους με ομόφωνη απόφαση του ανακήρυξε την Αγγελική Γεωργιάδου Δωρήτρια του Γηροκομείου και η φωτογραφία της θα συμπληρώσει τη χορεία των Ευεργετών και Δωρητών του.

 

Φ. Γαλάνης

Μέλος του Δ.Σ

 

Read Full Post »

Η αυθεντική ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας (1931) της Μαριέττας Γιαννοπούλου – Μινώτου: Μια άγνωστη λογοτεχνική μετάπλαση ενός διαβόητου μύθου[1] – Πέρσα Αποστολή


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» την ανακοίνωση  της Δρ. Πέρσας Αποστολή, στο Δ’ Ευρωπαϊκό Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών που πραγματοποιήθηκε στη Γρανάδα, 9-12 Σεπτεμβρίου 2010, με τίτλο:

 

«Η αυθεντική ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας (1931) της Μαριέττας Γιαννοπούλου – Μινώτου: Μια άγνωστη λογοτεχνική μετάπλαση ενός διαβόητου μύθου».

 

Η σκανδαλιστική ιστορία της Πάπισσας έχει προσελκύσει για περισσότερο από οκτώ αιώνες τώρα το ενδιαφέρον πλήθους κληρικών, θεολόγων, ιστορικών, λογοτεχνών, φιλολόγων, καλλιτεχνών κ.ά. Οι πρώτες σχετικές αναφορές από τον 13ο αιώνα, σε εκκλησιαστικά χρονικά, βίους παπών, συλλογές με υποδειγματικές αφηγήσεις (exempla) κ.ά., είναι σύντομες και γενικές: Μια γυναίκα μεταμφιεσμένη σε άνδρα καταφέρνει να ανέλθει στον παπικό θρόνο, ως τη στιγμή που το σκάνδαλο αποκαλύπτεται, όταν κατά τη διάρκεια λιτανείας ο πάπας γεννάει ένα ημιθανές βρέφος εν μέσω του οργισμένου πλήθους. Δεν δίνεται το όνομα ή η καταγωγή αυτής της γυναίκας, ούτε χωροχρονικές πληροφορίες για τη διαδρομή και τη θητεία της ή εξηγήσεις σχετικά με την παρενδυσία και την εγκυμοσύνη. [2]

Έκτοτε η ιστορία αναπαράγεται, αναπλάθεται και ανασημασιοδοτείται ξανά και ξανά. Τα αρχικά κενά του μύθου συμπληρώνονται σταδιακά από μεταγενέστερους συγγραφείς, καθένας από τους οποίους επιχειρεί να διαμορφώσει τη δική του εκδοχή της ιστορίας και κατ’ επέκταση να κατασκευάσει τη δική του εικόνα αυτής της θρυλικής γυναικείας μορφής, ανάλογα με τις όποιες θρησκευτικές, ιδεολογικές, αισθητικές ή άλλες προθέσεις του.

Η υπόθεση της Πάπισσας αρχικά τροφοδοτεί εκκλησιαστικές συζητήσεις στους κόλπους των ίδιων των Καθολικών, για να περάσει αργότερα και στο στρατόπεδο των Προτεσταντών. Έτσι, εκτός από το επίμαχο ερώτημα για την ιστορικότητα του μύθου, δίνει μεταξύ άλλων την αφορμή για ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τον αποκλεισμό των γυναικών από την ιερουργία, το αλάθητο του πάπα και τη διαφθορά της Καθολικής Εκκλησίας. [3] Η Ιωάννα (ή κατ’ άλλους Αγνή, Άννα, Γκιλμπέρτα ή Γκλάνσια) [4] αποτυπώνεται άλλοτε ως μια βλάσφημη και αδίστακτη γυναίκα που με τη βοήθεια του διαβόλου γνώρισε την υπέρτατη Δόξα και τον έσχατο εξευτελισμό, άλλοτε ως θηλυκός Φάουστ ή και προάγγελος του Αντίχριστου, [5] ενώ ορισμένοι φτάνουν να αναγνωρίσουν στο πρόσωπό της ακόμα και τη «Μεγάλη Πόρνη της Βαβυλώνος» της Αποκαλύψεως (κεφ. 17). [6]

Καθώς από τον 15o αιώνα η Πάπισσα περνάει και στη λογοτεχνία, οπότε καταργούνται τα ήδη ρευστά όρια μεταξύ ιστορικής καταγραφής και μυθοπλαστικής επεξεργασίας, η υπόθεση αποκτά νέα συμφραζόμενα, που επιδέχονται νέες αναγνώσεις: αλληγορικές ή μεταφυσικές, μπουρλέσκες, σατιρικές ή ρομαντικές, μισογυνικές ή φεμινιστικές κ.ά. Μέσα από αυτές τις αναγνώσεις τίθενται νέα ερωτήματα: για τη γυναικεία φύση σε συνάρτηση με την ερωτική επιθυμία, τη φιλοδοξία και την ηθική, για την απόκρυψη της γυναικείας ταυτότητας μέσω της μεταμφίεσης, για τους κοινωνικούς ρόλους των φύλων κ.ά. [7] Έτσι, π.χ. κατά τον βραζιλιάνο μεσαιωνολόγο Hilario Franco Jr. η Πάπισσα Ιωάννα συγκεφαλαιώνει την «Ουτοπία της ανδρογυνίας»· [8] ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος, πάλι, διαβάζει τον μύθο ως «μια παραβολή που εξερευνά τους κινδύνους με τους οποίους έρχονται αντιμέτωπες οι γυναίκες […] εάν απατηθούν ότι μπορούν να απαρνηθούν εντελώς το φύλο και τη φύση τους», ενώ αντιθέτως ο Jacques Le Goff κάνει λόγο για την «άρνηση του άλλου φύλου». [9] Και η ιστορία της ιστορίας της Πάπισσας συνεχίζεται, καθώς πολλαπλασιάζονται διαρκώς οι γραπτές ή άλλες πηγές που επιχειρούν να την καταγράψουν, συγκροτώντας μια τεράστια διεθνή «γενεαλογία». [10]

Σε ό,τι αφορά την ελληνική συμμετοχή σε αυτή τη διεθνή «γενεαλογία», η πρωτοκαθεδρία αναμφισβήτητα ανήκει στο περίφημο έργο του Εμμανουήλ Ροΐδη (Η Πάπισσα Ιωάννα. Ιστορική μελέτη, 1866), ενώ θα πρέπει να προστεθεί εδώ και η πιο πρόσφατη ελεύθερη διασκευή του ροϊδικού έργου από τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο (Η απίστευτη ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας, Κέδρος 2000).

Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου (1900-1962).

Στόχος της παρούσας ανακοίνωσης είναι να φέρει στο φως μια ακόμη, εν πολλοίς άγνωστη Πάπισσα Ιωάννα, την οποία έγραψε η δραστήρια λογία Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου (1900-1962). [11] Γνωστή επίσης με τα ψευδώνυμα «Επτανησία» και «Χειραφετημένη», η Μινώτου υπήρξε ένθερμη οπαδός του δημοτικισμού, με πλούσιο πνευματικό και συγγραφικό έργο (λογοτεχνικό, φιλολογικό, μεταφραστικό, λαογραφικό κ.ά.), αποτελούμενο από εξακόσια περίπου δημοσιεύματα, στον τύπο ή σε αυτοτελείς εκδόσεις. Εξίσου πλούσια είναι και η εκδοτική της δράση: Μεταξύ άλλων, μόλις στα εικοσιένα της χρόνια εξέδωσε το πρώτο ζακυνθινό φεμινιστικό περιοδικό Εύα Νικήτρια (1921-1923) και από το 1927 ως τον Οκτώβριο του 1935 υπήρξε συνεκδότρια του γνωστού «μηνιαίου φιλολογικού και καλλιτεχνικού περιοδικού» Ιόνιος Ανθολογία. Προσπάθησε με κάθε τρόπο να συμβάλει στη διάδοση των επτανησιακών γραμμάτων, ενώ, τέλος, με δική της πρόταση καθιερώθηκαν από το 1932 οι εβδομάδες ελληνικού βιβλίου. [12]

Η Αυθεντική ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας της Μινώτου δημοσιεύτηκε σε 18 συνέχειες, από τον Μάιο ως τον Σεπτέμβριο 1931, στο αθηναϊκό λογοτεχνικό περιοδικό Εβδομάς. [13] Με αυτή τη δημοσίευση, εγκαινιάζεται μια τακτική συνεργασία της συγγραφέως με το εν λόγω έντυπο, η οποία διατηρείται ως το 1936. [14]

Ήδη από τον τίτλο («αυθεντική ιστορία») αλλά και από σχετικές αναφορές εντός του κειμένου, υποδηλώνεται η πρόθεση της συγγραφέως να αποκαταστήσει την αλήθεια γύρω από την περίπτωση της Πάπισσας, [15] μέσα από μια τεκμηριωμένη και πιστή καταγραφή των γεγονότων, και σε αντιδιαστολή όπως υπονοείται με παλαιότερα αντίστοιχα εγχειρήματα. (Να σημειωθεί πάντως ότι η συγγραφέας αποφεύγει και την παραμικρή αναφορά στο εμβληματικό κείμενο του Ροΐδη.) Όπως χαρακτηριστικά δηλώνει στον «Πρόλογο», στόχος της είναι να «κατατοπίσει πραγματικά τον αναγνώστη πάνω στο τόσο ενδιαφέρον πρόσωπο της Πάπισσας Ιωάννας, χωρίς φανταστικά παραφουσκώματα που καταντούν την ιστορία μυθιστόρημα» (σ. 1216).

Για τον σκοπό αυτό, η Μινώτου δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα της τεκμηρίωσης: Προκειμένου να ενισχύσει το κύρος της αφήγησής της, μνημονεύει επανειλημμένως τις πηγές στις οποίες βασίστηκε, υπογραμμίζοντας την αξιοπιστία τους, [16] ενσωματώνει παραθέματα (είτε αυτούσια είτε σε ελεύθερη απόδοση, εντός και εκτός εισαγωγικών), καταφεύγει σε παρεκβάσεις προκειμένου να ανασυνθέσει τα ήθη και τις ιστορικοκοινωνικές συνθήκες της περιόδου που εξετάζει, [17] διανθίζει μάλιστα το κείμενό της με εικονογραφικό υλικό από τις πηγές αυτές, προκειμένου να ενισχύσει την αίσθηση της αυθεντικότητας, αλλά και για να κρατάει το ενδιαφέρον του κοινού, ενώ τέλος επισημαίνει το πλήθος των έγκριτων άλλων συγγραφέων που έχουν καταγράψει το επεισόδιο (σσ. 1216, 1648). Το γεγονός αυτό καταδεικνύει την ενημέρωση της συγγραφέως, η οποία πάντως δεν στοχεύει στην εξαντλητική διερεύνηση του θέματος.[18]

Σε ό,τι αφορά τις πηγές που χρησιμοποίησε η Μινώτου, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε δύο κατηγορίες: εκείνες από τις οποίες άντλησε υλικό για την εποχή, τα ιστορικά πρόσωπα ή τον χώρο της εκκλησίας [19] και εκείνες που αναφέρονται στην ίδια την Πάπισσα. Ως προς τις δεύτερες, η συγγραφέας κατονομάζει: α) Το περίφημο χρονικό του Μαριανού του Σκώτου [Marianus Scotus, Chronicon, 14ος αι.], που και ο Ροΐδης είχε αξιοποιήσει, β) ένα κείμενο «του εκκλησιαστικού συγγραφέως Αλβερίκου Μονκασίν» [Albéric du Mont-Cassin, 11ος αι.], που δεν διευκρινίζεται ποιο, και γ) «δύο σχετικ[ές] μελέτ[ες] των Λασάτρ και Φιορέττι» (σσ. 1216, 1540). Από τις δύο τελευταίες πηγές, που αναφέρονται στους βίους των παπών, μπόρεσα μέχρι στιγμής να ταυτοποιήσω μόνο την πρώτη: Πρόκειται, για τον τρίτο τόμο του έργου του Maurice Lachâtre, Histoire des Papes (1842). [20]

Η χρήση των πηγών δεν γίνεται με αυστηρά φιλολογικό τρόπο, όπως σε μια βιογραφική μελέτη, δηλαδή με ακριβείς παραπομπές, πιστή μεταφορά των παραθεμάτων και αναλυτικό κατάλογο βιβλιογραφίας στο τέλος. Θυμίζουμε εξάλλου ότι το κείμενο δημοσιεύεται σε ένα ποικίλης ύλης περιοδικό, απευθυνόμενο στο ευρύτερο κοινό. Η ίδια δε η συγγραφέας στον κατάλογο εργογραφίας – βιβλιογραφίας που εξέδωσε το 1957 δεν κατατάσσει την Πάπισσα Ιωάννα της στις βιογραφικές μελέτες, αλλά στις «μυθιστορηματικές βιογραφίες».[21] Μάλιστα πρόκειται για την πρώτη της μυθιστορηματική βιογραφία.

Πράγματι, πέρα από την αμφισβητούμενη υπόσταση της Πάπισσας και το γεγονός ότι στο κείμενο της Μινώτου συνυπάρχουν ιστορικά και ψευδοϊστορικά πρόσωπα ή γεγονότα, [22] ο ίδιος ο τρόπος παρουσίασης και οργάνωσης του υλικού μάς απομακρύνουν από το είδος της βιογραφικής μελέτης. Παρά τις αντίθετες προγραμματικές δηλώσεις της στον πρόλογο, γίνεται σαφές ότι η Μινώτου δεν περιορίζεται στην καταγραφή μόνο των περιστατικών που τεκμηριώνονται από τις πηγές, αλλά ότι μεγάλο μέρος του υλικού της αποτελεί προϊόν μυθοπλαστικής επεξεργασίας. Συχνά καταφεύγει σε τεχνικές από τον χώρο του μυθιστορήματος, όπως επινοημένους διαλόγους, δραματοποιημένες σκηνές και εσωτερικούς μονολόγους, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον της από τα εξωτερικά γεγονότα στις εσωτερικές διεργασίες, από την αλήθεια των γεγονότων σε μια βαθύτερη αλήθεια που αφορά το πρόσωπο της Ιωάννας. Τα παραπάνω αποτελούν βασικά γνωρίσματα της νεότερης μορφής της μυθιστορηματικής βιογραφίας που – υπό την επίδραση της σύγχρονης ψυχολογίας – κάνει την εμφάνισή της τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, [23] γνωρίζοντας ιδιαίτερη άνθιση και στον ελλαδικό χώρο κατά τον μεσοπόλεμο.[24]

H Πάπισσα Ιωάννα, δημοσιεύεται στο: « Histoire de la Papesse Jeanne, fidèlement tirée de la dissertation latine de Monsieur de Spanheim,…1695».

Ποια είναι όμως η «αυθεντική ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας» όπως καταγράφεται σε αυτή τη μυθιστορηματική βιογραφία; Η Ιωάννα είναι νόθα κόρη του Καρλομάγνου, ο οποίος, μεταμφιεσμένος σε απλό στρατιώτη, αποπλανεί την νεαρή Αγνή και εξαφανίζεται. Η Αγνή, προκειμένου να αποφύγει το σκάνδαλο, προστρέχει στον ηγούμενο του Ίνγκελχάιμ, πατέρα Γιλβέρτο, ο οποίος την εξαναγκάζει να φύγουν μαζί και να παντρευτούν.

Γεννιέται η Ιωάννα, η οποία αγνοεί την βασιλική καταγωγή της. Από μικρή επιδεικνύει εξαιρετικές πνευματικές ικανότητες και αισθάνεται το περιβάλλον γύρω της περιοριστικό. Μπαίνει στον πειρασμό να το σκάσει με κάποιον από τους ηλικιωμένους θαυμαστές της, ώσπου γνωρίζει έναν νεαρό σπουδαστή, μοναχό στο μοναστήρι της Φούλδας. Τον ερωτεύεται και μεταμφιεσμένη σε μοναχό τον ακολουθεί στη μονή του.

Όταν ο ηγούμενος τη μονής, Ραμπάν Μάουρ, ανακαλύπτει την αλήθεια, οι νέοι φεύγουν και περιπλανιούνται αρχικά στην Αγγλία και εν συνεχεία στη Γαλλία, όπου η ετεροθαλής αδερφή της Ιωάννας, Ίμμα, την ερωτεύεται. Η Ιωάννα αναγκάζεται να της αποκαλύψει το φύλο της και για να γλιτώσουν από την οργή της, το ξανασκάνε για τη Μασσαλία, όπου η Ιωάννα ανακτά για λίγο την γυναικεία της ταυτότητα, οι δυο νέοι συστήνονται ως αδέρφια και αναζητούν εργασία. Ακολουθούν δέκα ειδυλλιακά χρόνια στην Αθήνα, όπου η Ιωάννα διαπρέπει πνευματικά, ώσπου ένας επίδοξος θαυμαστής της δηλητηριάζει τον νέο της Φούλδας. Εκείνη κατευθύνεται τότε στη Ρώμη, και για να ξεπεράσει τη θλίψη της αφοσιώνεται στη δουλειά. Διδάσκει στην περίφημη Ελληνική Σχολή της Ρώμης, ανελίσσεται στην εκκλησιαστική ιεραρχία κι εντέλει καταλαμβάνει τον παπικό θρόνο.

Η μονοτονία του παπικού βίου την οδηγεί στην αναζήτηση ενός εραστή, τον οποίο βρίσκει στο πρόσωπο του Καρδινάλιου Μπρενάου. Τότε την επισκέπτεται ένας άγγελος που της ζητά να επιλέξει το είδος της τιμωρίας που προτιμά. Εκείνη επιλέγει επί γης καταισχύνη, ώστε να λάβει την μετά θάνατον εξιλέωση. Ακολουθεί εσωτερική πάλη. Η Ιωάννα σκέπτεται τελικά να αποκαλύψει η ίδια την αλήθεια, προκειμένου να γίνουν γνωστά τα επιτεύγματά της, αλλά και να ζητήσει έλεος από το πλήθος, ενώ λίγο μετά ανακαλύπτει την εγκυμοσύνη της. Δεν καταφέρνει εντούτοις να πραγματοποιήσει τα σχέδιά της. Γεννά πρόωρα και πεθαίνει κατά τη διάρκεια λιτανείας.

Η αφήγηση της Μινώτου ευθυγραμμίζεται εν πολλοίς με την κύρια διεθνή παράδοση του μύθου, διαφοροποιούμενη σε αρκετά σημεία από την εκδοχή του Ροΐδη, του οποίου τις επινοήσεις δεν υιοθετεί ούτε στο ελάχιστο. Λ.χ. ο Νέος της Φούλδας – ο Φρουμέντιος του Ροΐδη – παραμένει εδώ ανώνυμος. Διαφορετικός είναι επίσης ο τρόπος γνωριμίας των δύο νέων, όπως και η μετέπειτα τύχη του νέου: όχι εγκατάλειψη του νέου από την Ιωάννα, όπως στον Ροΐδη, αλλά θάνατος, εκδοχή την οποία είχε εισαγάγει στον μύθο ο Βοκκάκιος.[25]

Παράλληλα, η αφήγηση της Μινώτου περιλαμβάνει κάποια νεοφανή στοιχεία, κατά πάσα πιθανότητα δικής της επινόησης, καθώς σύμφωνα τουλάχιστον με τη μέχρι στιγμής έρευνα, δεν μπόρεσα να τα εντοπίσω σε κάποια άλλη πηγή. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι πως η Ιωάννα μας συστήνεται από την Μινώτου όχι ως αγνώστου πατρός, αλλά ως νόθα κόρη του Καρλομάγνου, προκειμένου να καταδειχθεί ότι «η λάμψη της μεγαλοφυΐας της κι η τόση ερωτική της ορμή» έχουν ενδεχομένως κληρονομική εξήγηση (σ. 1216). Νεοφανές είναι και το επεισόδιο με την ετεροθαλή αδερφή της Ίμμα, το οποίο μάλιστα καταλαμβάνει αρκετή έκταση (σσ. 1432-3, 1468-9, 1504-5).

 

Η πρόωρη γέννα της Πάππισας κατά τη διάρκεια λιτανείας. Trechos do livro «De Mulieribus Claris» («Mulheres Famosas»), de 1362, escrito por Giovanni Boccaccio (1313–1375).

 

Η ιδιαιτερότητα της αφήγησης συνίσταται, ωστόσο, κυρίως στον τρόπο με τον οποίο σκιαγραφείται η προσωπικότητα της Ιωάννας. Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, παρά τη βασική επιδίωξή της Μινώτου να καταγράψει την «αυθεντική ιστορία» της Πάπισσας και να ανασυνθέσει ανάγλυφα την εποχή και τα ήθη, η συγγραφέας δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη διερεύνηση του ψυχισμού της ηρωίδας, ευθυγραμμιζόμενη με ένα από τα βασικά αιτήματα της γενιάς του ’30, «το αίτημα της εσωτερικότητας».[26] Παραμένοντας εντός του πλαισίου της ρεαλιστικής πεζογραφικής παράδοσης (γραμμική ακολουθία των γεγονότων, τριτοπρόσωπη συνεκτική αφήγηση από έναν παντογνώστη αφηγητή κ.λπ.), η Μινώτου επιτρέπει στον αναγνώστη, κυρίως μέσα από εσωτερικούς μονολόγους και ελεύθερους πλάγιους λόγους, να έχει πρόσβαση στην εσωτερική ζωή της πρωταγωνίστριας και να παρακολουθήσει τη σταδιακή πορεία της προς την αυτοσυνείδηση.[27]

Η πορεία αυτή παρουσιάζεται ως μια διαλεκτική διαδικασία που συντελείται μέσα από την επαφή της ηρωίδας με εκπροσώπους και των δύο φύλων και την οδηγεί από την μονότονη ακινησία της ιδιωτικότητας στην ενεργό συμμετοχή στο δημόσιο βίο και δη στο κατεξοχήν ανδροκρατούμενο απαγορευμένο χώρο της Εκκλησίας, [28] κάτι το οποίο βεβαίως γίνεται εφικτό μόνο μέσω της παρενδυσίας, δηλαδή μόνο μέσα από την απόκρυψη της γυναικείας ταυτότητάς της.

Κατ’ αρχάς λοιπόν η Ιωάννα αντιδιαστέλλεται από το πρότυπο της παθητικής και υποταγμένης γυναίκας – θύματος, που αντιπροσωπεύει η μητέρα της: [29] Στον αντίποδα, η Ιωάννα σκιαγραφείται ως μια ισχυρή και ασυμβίβαστη προσωπικότητα, που επιδιώκει να υπερβεί τους ασφυκτικούς κοινωνικούς περιορισμούς, διεκδικώντας το δικαίωμα στη μόρφωση, τον έρωτα και τη δημόσια δράση. Περιγράφεται ως «ανυπόταχτη φύση που δεν υποχωρεί σε τίποτα, που δεν εννοεί να σκλαβώσει την ελευθερία της θέλησής της, έστω και στην φοβερότερη ανάγκη» (σ. 1396) και που επιθυμεί «ν’ αποχτήσει οπωσδήποτε την ελευθερία της όπως αυτή ήθελε. Πραγματική ελευθερία. Χωρίς συμβιβασμούς και όρους» (σ. 1324).

Παράλληλα, η συγγραφέας διαχωρίζει την Ιωάννα από το πρότυπο των φιλάρεσκων και διεφθαρμένων γυναικών που κυριαρχούσε στη μεσαιωνική Γαλλία και Ρώμη:

 

«Η πώρωση των γυναικών είχε φτάσει σε τέτοιαν υπερβολή που προκαλούσε την αηδία, και η ξετσιπωσιά τους ποτέ άλλοτε δεν υπερέβη τους σκοτεινούς εκείνους χρόνους. Ένα μονάχα κοίταζαν, το πώς να κατακτήσουν τους περισσότερους άντρες. […] Εδημιουργείτο έτσι ένα ελεεινό περιβάλλον μια ανήκουστη παραλυσία στα ήθη, όπου κυριαρχούσεν ο φθόνος και τα τρομερότερα πάθη» (σ. 1469).

 

Αντιθέτως η Ιωάννα:

 

«Δεν ήταν ο μαλθακός τύπος της γυναίκας της εποχής εκείνης, που […] θα ήταν ευτυχισμένη να περνάει ώρες ολόκληρες μέσα σ’ ένα νοσηρό ρεμβασμό για μικροεπεισόδια ερωτικά και άλλα ασήμαντα πράγματα» (σ. 1576). Και σε άλλο σημείο: «Δεν ήταν μια γυναίκα που μπορούσε να πουλήσει τον εαυτό της σ’ αντάλλαγμα της δόξας. Ούτε ήταν από τις πραγματικά διεφθαρμένες γυναίκες που πουλιούνται για το χρυσάφι κι αδιαφορούν για όλα τ’ άλλα» (σ. 1288).

 

Η ηθική ανωτερότητα της Ιωάννας θεμελιώνεται, όμως, και μέσα από την αντιπαράθεσή της με το ανδρικό φύλο. Υιοθετώντας την στερεοτυπική εικόνα του αρσενικού που κυριαρχείται από ανεξέλεγκτα ερωτικά πάθη, η Μινώτου αποτυπώνει τους περισσότερους ανδρικούς χαρακτήρες ως υστερόβουλους και ακόλαστους, συχνά σε βαθμό ώστε, στην προσπάθειά τους να υποτάξουν την Ιωάννα, να καταντούν καταγέλαστες καρικατούρες (π.χ. σσ. 1288, 1324, 1396). Εξαίρεση αποτελούν κυρίως ο νέος της Φούλδας και ο μετέπειτα εραστής της Ιωάννας, Καρδινάλιος Μπρενάου.

Αντιθέτως η Ιωάννα, αν και έχει επίγνωση της έλξης που ασκεί στο άλλο φύλο, εμφανίζεται να περιφρονεί όσους επιχειρούν να τη διαφθείρουν, ενώ διακρίνεται μάλλον για την αγνότητα των συναισθημάτων (π.χ. σσ. 1288, 1324). Δεν θυμίζει δηλαδή σε τίποτα το αμαρτωλό και λάγνο θηλυκό του Ροΐδη ή του Ραπτόπουλου, πόσο μάλλον τη «Μεγάλη Πόρνη της Βαβυλώνος». Χαρακτηριστική από αυτή την άποψη είναι η αφελής ονειροπόλησή της καθώς και η παρθενική της συστολή κατά την ερωτική εξομολόγηση του Νέου της Φούλδας (σ. 1360), που μας παραπέμπουν περισσότερο σε ρομαντικές ηρωίδες.

Η Ιωάννα υιοθετεί μια ρομαντική αντίληψη για τον έρωτα, τον οποίο συνδέει περισσότερο με το συναίσθημα παρά με την ερωτική πράξη. Έτσι, η ηρωίδα εμφανίζεται αφοσιωμένη στον Νέο της Φούλδας ακόμα και μετά τον θάνατό του, καθώς εξακολουθεί να αποκρούει τους αντεραστές του (σσ. 15761577, 1612). Ενώ, όταν – πολύ αργότερα – επιλέγει τον καρδινάλιο ως σύντροφό της, αυτό αποδίδεται όχι στα σεξουαλικά της ένστικτα, αλλά κυρίως στη μονοτονία του παπικού βίου και στην ανάγκη να μοιραστεί με κάποιον το βάρος του μυστικού της (δηλαδή της επί χρόνια κρυμμένης της ταυτότητας), το οποίο την έχει ουσιαστικά οδηγήσει στην απομόνωση και την ψυχική εξάντληση (σ. 1649). Είναι, τέλος, ενδεικτικό ότι απουσιάζουν από το κείμενο οι περιγραφές αισθησιακών σκηνών ή ερωτικού πάθους, ενώ και η αποτύπωση της εξωτερικής ομορφιάς τη Ιωάννας περιορίζεται σε γενικές και όχι υπερβολικά ηδυπαθείς αναφορές (σσ. 1288, 1360, 1396, 1720).

Παράλληλα με την ηθική ακεραιότητα της Ιωάννας, η συγγραφέας επιχειρεί να αναδείξει και την ψυχική και πνευματική της υπεροχή: Εξαίρει τον δυναμισμό της, έναντι των δύο εραστών της, που προβάλλουν αδύναμοι σαν «χάρτιν[α] ανδρείκελ[α]» (σσ. 1576, 1756)· δίνει έμφαση στην ξεχωριστή προσωπικότητα, στα έμφυτα χαρίσματα, τις ικανότητες και τη μόρφωσή της, όπως επίσης στο πολύτιμο έργο που προσέφερε κατά τη διάρκεια της παπικής της θητείας (π.χ. σσ. 1288, 1361, 1432, 1576, 1612-13, 1648). Μάλιστα η βιογραφία τελειώνει με τον έπαινο αυτής ακριβώς της θαυμαστής προσφοράς:

 

«Στον παπικό θρόνο συχνά ανέβηκαν άνθρωποι που τον δόξασαν. Ιδίως οι Ουμανιστές πάπαι της Αναγεννήσεως που υποστήριξαν με τόση θέρμη την εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού του Βυζαντίου, τα γράμματα και τις ωραίες τέχνες.

Μα αν και τόσα χρόνια πίσω, στη σκοτεινή εκείνη εποχή του Μεσαίωνος, η Ιωάννα κυβέρνησε, απ’ όσες πηγές διεσώθηκαν, κατά τον ίδιο επωφελή τρόπο την αιωνία Πόλη, κι αν δεν επρόκειτο για γυναίκα, ορισμένως η ιστορία των παπών θα την κατέτασσε περήφανα δίπλα στους Ουμανιστές εκείνους πάπας που με τ’ όνομά τους λαμπρύνουν τις σελίδες της» (σ. 1829).

 

Όπως έχει επισημάνει η κριτική, τα φεμινιστικά κινήματα τόσο στον ελληνικό όσο και στον διεθνή χώρο, «ανατρέχουν συχνά», κυρίως στα πρώτα τους βήματα, «στον νομιμοποιητικό λόγο της ιστορίας.» [30] Στα καθ’ ημάς, συγγραφείς, όπως λ.χ. η Καλλιρρόη Παρρέν, η Σωτηρία Αλιμπέρτη, η Αθηνά Ταρσούλη αλλά και η Μαριέττα Μινώτου (μέσα από τις σελίδες του περιοδικού της Εύα νικήτρια αλλά και με πλήθος ιστορικών, φιλολογικών κ.ά. κειμένων και διαλέξεών της), [31] επιχειρούν να ανασύρουν στην επιφάνεια παραδείγματα γυναικών με πολλαπλή συνεισφορά στον χώρο του πνεύματος, των τεχνών, αλλά και σε άλλους τομείς της δημόσιας δράσης, από το παρελθόν αλλά και κατά τα μεταγενέστερα χρόνια.

 

«Η Γέννηση», σκηνή από τον θρύλο της Πάπισσας Ιωάννας. Αναπαράσταση από την Αναγεννησιακή περίοδο.

 

Θα μπορούσε άραγε η Πάπισσα Ιωάννα της Μινώτου να λειτουργήσει ως ένα τέτοιο αντίστοιχο παράδειγμα; Η απάντηση είναι εντέλει μάλλον αρνητική, εν πρώτοις επειδή η ίδια η περίπτωση της Πάπισσας δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ανήκει στον χώρο της ιστορίας και όχι του μύθου. Επιπλέον, επειδή, παρά το γεγονός ότι συγκεντρώνει αρκετά στοιχεία που θα μπορούσαν να συγκροτήσουν μια θετική εικόνα για τη γυναικεία ταυτότητα, όπως ξεχωριστές πνευματικές ικανότητες, μόρφωση, δυναμισμός, η Ιωάννα δεν ξεφεύγει εντελώς από ορισμένους ιδεολογικούς κοινούς τόπους για το γυναικείο φύλο: η Ιωάννα δεν αποτυπώνεται ως μια απολύτως απελευθερωμένη γυναίκα, δεν επιδιώκει μια εντελώς αυτοδύναμη και ανεξάρτητη πορεία προς την προσωπική ολοκλήρωση και δεν διανοείται καν να εγκαταλείψει την πατρική εστία χωρίς την ανδρική προστασία. Αρχικά της τίθεται μόνο το ηθικό δίλημμα αν, προκειμένου να πετύχει τον στόχο της, θα πρέπει να υποταχθεί στις ορέξεις κάποιου γηραλέου θαυμαστή της ή όχι, και ποιος είναι αυτός που θα επιλέξει (σ. 1288). Κι όταν κάποτε το σκάει από το σπίτι, αυτό δεν γίνεται εντέλει προκειμένου να κυνηγήσει τα όνειρά της, αλλά προς χάριν του έρωτα, για τον οποίο για μεγάλο διάστημα «παράτ[άει] τα μεγάλα σχέδια για την κατάκτηση της δόξας. Τώρα στην εφαρμογή καταλάβαινε πως δεν μπορούσαν να συνυπάρξουν η αγάπη της κι η δόξα μαζί», όπως εξομολογείται (σ. 1360-1). Επίσης, παρά τον δυναμικό της χαρακτήρα, η Ιωάννα εμφανίζεται να δηλώνει πλήρη υποταγή και στους δύο εραστές της:

 

«Η Ιωάννα έβλεπε πια την αδυναμία της. Ο νέος της Φούλδας δεν ήταν σαν τους άλλους. Κυριαρχούσεν επάνω της, σαν αφέντης» (σ. 1360).

 

Ομοίως αργότερα γράφει στον Μπρενάου:

 

«Στο εξής ο πάπας Ιωάννης δεν υπάρχει πια για σένα. Έχεις μια φίλη, μιαν αδελφή που σου ανήκει ό,τι και σ’ αυτήν ανήκει. Ο θρόνος του Βατικανού θα ‘ναι στα χέρια σου όπως και ολόκληρη η Ιωάννα. Κατά τη βούλησή σου θα κυβερνάς και τους δυο χωρίς αντίσταση» (σ. 1721).

 

Τέλος, ας μην ξεχνάμε πως η προσπάθεια της ηρωίδας να υπερβεί τους κοινωνικούς φραγμούς εντέλει τιμωρείται.[32] Ίσως επειδή παρά τις όποιες ευγενείς αρχικές προθέσεις της, η μετέπειτα πορεία της Ιωάννας ξεφεύγει από τα συνήθη μέτρα και η στάση της μάλλον αγγίζει τα όρια της ύβρεως: Λίγο πριν εμφανιστεί ο άγγελος θέτοντάς της το γνωστό δίλημμα «μαρτυρικός θάνατος επί γης και συγχώρεση ή αιώνια καταδίκη στην κόλαση», η Πάπισσα έχει ήδη σκεφτεί να αποκαλύψει από μόνη της την αλήθεια, με μοναδικό κίνητρο τη μετά θάνατον δόξα (άλλο ένα νεοφανές στοιχείο στο κείμενο της Μινώτου). Η Ιωάννα υπολογίζει πως μόνο μέσα από μια τέτοια προσωπική θυσία, την οποία συγκρίνει με εκείνη του Χριστού, θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά τα επιτεύγματά της, τα οποία διαφορετικά θα ήταν καταδικασμένα να παραμείνουν στη λήθη:

 

«Και κείνο ιδίως που της έβαζε στο μυαλό τη σκέψη ν’ αποκαλυφθεί ήταν και πάλιν η δόξα. Συχνά αναρωτιόταν μόνη της πού θα τελείωνε αυτή η ιστορία. Αν πέθαινε και το πράγμα έμενε σκεπασμένο, τότε ποια σημασία θα είχε όλος αυτός ο όγκος της δράσεως που στο διάστημα της παποσύνης της έδειξε; Απλώς οι επερχόμενες γενεές θα ανάφεραν πως ο πάπας Ιωάννης ο Ζ’ κυβέρνησε καλά. Για έναν άντρα επιτέλους ήταν φυσικό. Μα για μια γυναίκα δεν ήταν το ίδιο. Θα έμενε για πάντα ως το μοναδικό φαινόμενο, το πιο παράξενο που είχε να επιδείξει η ιστορία, πως μια γυναίκα μόνο με την αξία της κατόρθωσε ν’ ανέβει στην παπική έδρα. […] Τι ήταν επιτέλους μερικές στιγμές, μερικές ώρες βασανιστηρίων μπροστά στην αθάνατη δόξα που το όνομά της θ’ αποχτούσε; Μήπως ο Χριστός, σκεφτόταν, απόχτησε διαφορετικά την αθανασία;» (σ. 1757)

 

Όταν λίγο μετά ανακαλύπτει πως είναι έγκυος, δεν φαίνεται να την απασχολεί ιδιαιτέρως ότι μαζί με τη δική της ζωή θα χαθεί και η ζωή του εμβρύου που κυοφορεί. Χωρίς να ελλείπουν κάποιες στιγμιαίες υπαναχωρήσεις και παλιμβουλίες, η Ιωάννα θεωρεί την εγκυμοσύνη της πρωτίστως σαν ένα γεγονός «υποβοηθητικό των σχεδίων της» (σ. 1757), καθώς θα μπορούσε να επιτείνει το στοιχείο του εντυπωσιασμού κατά την αποκάλυψη της πραγματικής της ταυτότητας. Δυστυχώς για την ίδια, η Μοίρα αποφασίζει διαφορετικά: πρόωρος τοκετός και θάνατος τόσο για εκείνη όσο και για το βρέφος.

Μια τέτοια περίπτωση, όπως εκείνη της Πάπισσας Ιωάννας – η οποία ούτως ή άλλως υπερβαίνει τα συνήθη μέτρα και δεν μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτική – είναι αμφίβολο κατά πόσο μπορούσε τελικά να λειτουργήσει αφυπνιστικά προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης μιας έμφυλης συνείδησης, την οποία μάλιστα η ίδια η ηρωίδα δεν εμφανίζεται να έχει. [33] Η Ιωάννα εγγράφεται εντέλει στη βιογραφία της Μινώτου ως μια γυναικεία μορφή αινιγματική και αντιφατική.

Ίσως αυτός να ήταν ένας από τους λόγους για τον οποίο η συγγραφέας δεν εξέδωσε το κείμενό της και σε αυτοτελή τόμο, όπως συνέβη με άλλες μυθιστορηματικές βιογραφίες της. [34] Με την έκδοση της Αυθεντικής Ιστορίας της Πάπισσας Ιωάννας της Μαριέττας Μινώτου ίσως μπορέσει ετούτη η από πολλές απόψεις ενδιαφέρουσα λογοτεχνική μετάπλαση αυτού του διαβόητου μύθου να πάρει τη θέση που της αναλογεί στο πλαίσιο της διεθνούς γενεαλογίας της Πάπισσας.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Η παρούσα ανακοίνωση αποτελεί συνεπτυγμένη μορφή της «Εισαγωγής» που συνοδεύει το βιβλίο: Μαριέττα Γιαννοπούλου – Μινώτου, Η Αυθεντική Ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας, σε φιλολογική επιμέλεια της υποφαινόμενης. Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά την κ. Μαριέττα Δ. Μινώτου  – Παπαδημητρίου, τη Σοφία Ντενίση, τη Νίνα Παλαιού και τον Νίκο Μαυρέλο για τη συνδρομή τους.

[2] Για μια ενδελεχή εξέταση των πηγών που αναφέρονται στην Π.Ι., βλ. Alain Boureau, The Myth of Pope Joan, μτφ. Lydia G. Cochrane, The University of Chicago Press, Chicago and London 2001 (γαλλ. έκδοση 1988) και Rosemary και Darroll Pardoe, The Female Pope: The Mystery of Pope Joan [εκδ. Crucible (Thorsons) 1988], < http://www.users.globalnet.co.uk/~pardos/PopeJoanHome.html>. 25/8/2010. Στις δύο αυτές μελέτες στηρίχτηκα για τις πληροφορίες που αφορούν την διεθνή παράδοση της Πάπισσας. Για μια κατατοπιστική επισκόπηση του θέματος, βλ. επίσης Δημήτρης Δημηρούλης, «Εισαγωγή. Η διαρκής γοητεία της Πάπισσας», στο: Εμμανουήλ Ροΐδης, Η Πάπισσα Ιωάννα. Το αυθεντικό κείμενο του 1866, εισ.-επιμ. Δημήτρης Δημηρούλης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2005: xi-lxxxiv.

[3] Για τα ζητήματα αυτά, εκτός από τις μελέτες των Boureau και Pardoe, που αναφέρθηκαν παραπάνω, βλ. επίσης Cesare D’ Onofrio, Mille Anni di Leggenda. Una Donna sul Trono di Pietro, Romana Societa Editrice, Roma 1978 (ειδική έκδοση εκτός εμπορίου) [= La papessa Giovanna: Roma e papato tra storia e leggenda, Romana Societa Editrice, Roma 1979].

[4] Ως Agnes απαντά π.χ. στον Adam Usk (Chronicon, περ. 1405) και στον Jan Hus (De Ecclesia, 1415), ως Anna στον John Wycliffe (Cruciata, 1382), ως Glancia στο Χρονικό της μονής του Tegernsee (14ος αι.) και ως Gilberta στον Giovanni Boccaccio (De mulieribus claris, περ. 1361) και αργότερα στον John Bale (Illustrium majoris Britanniae scriptores Summarium, 1548). Ως Jutta, βαυαρική εκδοχή του ονόματος Johanna, απαντά π.χ. στον Dietrich Schernberg (Fraw Jutta, περ. 1480, εκδ. 1565).

[5] Π.χ. στον Etienne de Bourbon (Tractatus de diversis materiis praedicadibilibus, περ. 1261), στον Βοκκάκιο (ό.π.) κ.α· ειδικότερα ως θηλυκή εκδοχή του Φάουστ στο Flores temporum (περ. 1290) και στον Dietrich Schernberg Fraw Jutta (ό.π.)· τέλος ως προάγγελος του Αντίχριστου στον Pier Paolo Vergerio (Historia di papa Giovanni VIII che fu meretrice e strega, 1557).

[6] Π.χ. Alexander Cooke (Pope Joane, a dialogue between a Protestant and a Papist, 1610), Ανωνύμου, A Present for a Papist, or The Life and Death of Pope Joan (1678) και Sabine Baring-Gould, Curious Myths of the Middle Ages (1877). Αναλυτικότερα για το θέμα βλ. Pardoe, ό.π.: κεφ. 5. και Boureau, ό.π.: σσ. 229-231 και passim.

[7] Για τους σχετικούς προβληματισμούς, βλ. Boureau, ό.π.: 165-167, 215-216, και κεφ. 7 (σσ. 255-296). Επίσης Pardoe, ό.π.: κεφ. 7.

[8] Παρατίθεται στο Ζακ λε Γκοφ, «Η Πάπισσα Ιωάννα», Ελευθεροτυπία, Ένθετο Βιβλιοθήκη 380 (4/11/2005).

[9] Αντιστοίχως Βαγγέλης  Ραπτόπουλος,     «Ξαναγράφοντας την Πάπισσα Ιωάννα», <http://vangelisraptopoulos.wordpress.com>. 15/8/2010 και Λε Γκοφ, ό.π.

[10] Ο όρος «γενεαλογία» από τον A. Boureau, ό.π.: 266. Βλ. και Δημηρούλης, ό.π.: xiii.

[11] Το κείμενο εντοπίστηκε στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος με θέμα: «Η γυναικεία λογοτεχνική και εικαστική παρουσία στα περιοδικά λόγου και τέχνης (1900-1940)», που εντάσσεται στο: «Φύλο – Πυθαγόρας ΙΙ – Ενίσχυση ερευνητικών ομάδων στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών – ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ» και είχε ως επιστημονική υπεύθυνη την επίκουρη καθηγήτρια κ. Σοφία Ντενίση. Αναλυτική παρουσίαση του προγράμματος στην ιστοσελίδα: <http://www.asfa.gr/greek/aclivilies/sile denissi/index.html> 3/9/2010.

[12] Βλ. τον αναλυτικό κατάλογο εργογραφίας – βιβλιογραφίας που συνέταξε η ίδια η συγγραφέας: Μαριέττα Ευστ. Γιαννοπούλου, Η αναγραφή μου, πρόλ. Γεώργιος Ζώρας, χ.ε, Αθήνα 1957. Για τη ζωή και το έργο της Μινώτου, βλ. κυρίως τα αφιερώματα των περιοδικών Περίπλους 3 (Φθινόπωρο 1984) και Επτανησιακά Φύλλα ΚΒ’/3-4 (Φθινόπωρο-Χειμώνας 2002). Επίσης: Μάρη Θεοδοσοπούλου, «Η δυναμική Επτανησία», Το Βήμα (2/2/2003)· Αλίκη Ξένου-Βενάρδου, «Ελισάβετ Μουτζάν  – Μαρτινέγκου,­­ Μαριέττα Γιαννοπούλου – Μινώρου», Ριζοσπάστης (17/8/2003):16· Μαριέττα Δ. Μινώτου-Παπαδημητρίου, «Το ζακυνθινό περιοδικό Εύα Νικήτρια: 1921-1923», στο: Πρακτικά Στ’ Διεθνούς Πανιόνιου Συνεδρίου (Ζάκυνθος, 23-27 Σεπτεμβρίου 1997), Κέντρο Μελετών Ιονίου / Εταιρεία Ζακυνθιακών Σπουδών, Αθήνα 2004: 291-310 και Ευγενία Κεφαλληναίου, «Η παρουσίαση στην Ελλάδα του Ούγου Φώσκολου από την Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου», ό.π.: 159-177.

[13] Η Εβδομάς είναι μια «Εβδομαδιαία Εικονογραφημένη Επιθεώρησις» η οποία εκδίδεται από τον Οκτώβριο 1927 ως τον Ιούνιο 1940, με εκδότες τους αδερφούς Γεράρδου και αρχισυντάκτη αρχικά τον Φώτο Γιοφύλλη και αργότερα τον Ντόλη Νίκβα (ψευδ. του Απόστολου Βασιλειάδη). Εκτός από την πλούσια λογοτεχνική ύλη (ελληνική και μεταφρασμένη) το περιοδικό δημοσιεύει κείμενα για την πνευματική και καλλιτεχνική επικαιρότητα (θέατρο, κινηματογράφος, συναυλίες, διαλέξεις, εκθέσεις, εκδόσεις κ.ά.), για τη γυναικεία ζωή, επίσης ευθυμογραφήματα κ.ά. Ανάμεσα στους συνεργάτες του περιοδικού συγκαταλέγονται οι Δημ. Βουτυράς, Διον. Κόκκινος, Κ. Μπαστιάς, Μυρτιώτισσα, Π. Νιρβάνας, Κλ. Παράσχος, Λ. Πριονιστή, Σοφ. Σπανούδη, Γερ. Σπαταλάς, Α. Ταρσούλη, Παντ. Χορν κ.ά. Η δημοσίευση της Πάπισσας Ιωάννας της Μινώτου γίνεται στα τεύχη 190-207 (23/5/1931-19/9/1931). Καθώς η σελιδαρίθμηση των τευχών της Εβδομάδος είναι ενιαία, στο εξής οι παραπομπές στο κείμενο της Μινώτου θα γίνονται μόνο σε αριθμό σελίδας από τον τόμο του έτους 1931.

[14] Βλ. Γιαννοπούλου, ό.π.: passim.

[15] Υπογραμμίζει μάλιστα τις προσπάθειες του Βατικανού να «ρίξει στάχτη στα μάτια του κόσμου» (σ. 1216) και να εξαλείψει «κάθε ίχνος που συνδεόταν με την ύπαρξή της» (σ. 1829).

[16] Βλ. π.χ. σ. 1216 και σ. 1648, όπου κάνει λόγο για ντοκουμέντα «αδιαφιλονίκητα», «αναμφισβήτητα».

[17] Βλ. π.χ. τις παρεκβάσεις για τη ζωή του Καρλομάγνου (σ. 1216), για τις απαγωγές νεαρών κοριτσιών από καλόγερους (σ. 1289), για τις γυναίκες που ιερουργούσαν με ανδρικά άμφια και την φήμη της Πατριάρχισσας (σ. 1324), για την ιστορία της Αθήνας την εποχή εκείνη και για την Ειρήνη την Αθηναία (σ. 1540-1541), για την παραλυσία των γυναικείων ηθών της Δύσης και την εποχή της γυναικοκρατίας τη Ρώμη (αντιστοίχως σσ. 1469 και 1504).

[18] Π.χ. στη σ. 1324, παραδέχεται πως απλώς μεταφέρει κάποιες πληροφορίες από την πηγή που χρησιμοποίησε και πως δεν της δόθηκε η ευκαιρία να κάνει πιο ενδελεχή έρευνα για να εξακριβώσει την αλήθεια, ενώ όπως διευκρινίζει π.χ. στη σ. 1648 αποφεύγει την λεπτομερή παράθεση των σχετικών πηγών, για να μην κουράσει τους αναγνώστες.

[19] Σε ό,τι αφορά τις γενικότερες ιστορικές πηγές που χρησιμοποίησε, η Μινώτου αναφέρει: α) κάποιες βιογραφίες του Καρλομάγνου, χωρίς να τις κατονομάζει (σ. 1216)· β) το «χρονικό του πάτερ-Χερεμπέρ» (σ. 1324), που από την έρευνα διαπίστωσα πως αναφέρεται στο Histoire des Lombardes (10ος αιώνας) του Herembert / Herempert ή Erchembert / Erchempert du Mont Cassin. Να σημειωθεί πως οι πληροφορίες από το εν λόγω κείμενο σχετικά με την ύπαρξη Πατριάρχισσας στην Κωνσταντινούπολη περιλαμβάνονται και στον Σπανχάιμ (Βλ. Ιεζεκιήλ Σπανχάιμ, Η Ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας. Αντιπαραβολή με την Πάπισσα του Ροΐδη, μτφ. Περικλής Ροδάκης, πρόλ.-επιμ. Αγησίλαος Τσελάλης, Γιαννίκος, Αθήνα 1963: 64)· γ) Το «χρονικό του Λορχ» και «τον ιστορικό Αιμοέν», για την ιστορία της Ιμμας και του Έγκενχαρντ (σ. 1432). Πρόκειται αντιστοίχως για το Χρονικό της μονής του Lauresheim ή Lorch (Annales Laureshamenses, 9ος αι.;) και το έργο του βενεδικτίνου χρονικογράφου Aimoin de Fleury, Historia Francorum (αρχές 11ου αι.)· δ) τον «Γρηγόροβιτς», για την ιστορία των Αθηνών κατά τον 8ο και 9ο αιώνα (σ. 1540). Εικάζω πως αναφέρεται στο έργο του γερμανού ιστορικού Ferdinand Gregorovius, Geschichte der Stadt Athen im Mittelalter (1889)· και ε) τον χρονικογράφο Θεοφάνη [Χρονογραφία, περ. 811-814] για τη ζωή και τη δράση της Ειρήνης της Αθηναίας (σ. 1541).

[20] Maurice Lachâtre, «Histoire de la Papesse Jeanne», Histoire des Papes. Crimes, Meurtres, Empoisonnements, Parricides, Adultères, Incestes, τόμ. 3, Administration de Librairie, Paris 1842: 28-42. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η Μινώτου να χρησιμοποίησε μόνο αυτά τα δύο τελευταία έργα, καθώς τα αποσπάσματα που παραθέτει από τον Μονκασίν και τον Σκώτο, περιλαμβάνονται στον Lachâtre (ό.π.: 28, 31, 32), ο οποίος με τη σειρά του ακολουθεί, όπως διαπίστωσα, σε μεγάλο βαθμό στενά τον Σπανχάιμ (Frederick Spanheim, Disquisitio historica de papa foemina inter Leonem IV et Benedictum III, 1691).

[21]Βλ. Γιαννοπούλου, ό.π.:11 (αρ. 188).

[22] Π.χ. ιστορικά πρόσωπα είναι ο βενεδικτίνος μοναχός και μετέπειτα αρχιεπίσκοπος του Mainz, θεολόγος και συγγραφέας Ράμπαν Μάουρ (Rabanus Maurus Magnentius, περ. 780-856)· επίσης ο γάλλος θεολόγος και ουμανιστής λόγιος Λου ντε Φεριέρ (Loup de Ferrières, περ. 805-862), αλλά και ο φράγκος λόγιος, βιογράφος του Καρλομάγνου, Έγκενχαρντ (Eginhard, Einhard ή Einhart, περ. 775-840). Τέλος η Ίμμα είναι πρόσωπο ψευδοϊστορικό, καθώς ο Καρλομάγνος δεν είχε καμία κόρη Ιμμα. (Βλ. Frangois M. Guizot, The History of Civilization. From the Fall of the Roman Empire to the French Revolution, μτφ. William Hazlitt, τόμ. 3, D. Appleton & Company, New York 1854: 70).

[23] Βλ. Alan Shelston, Βιογραφία, μτφ. Ιουλιέττα Ράλλη, Καίτη Χατζηδήμου, Ερμής, Αθήνα 1982 (Σειρά: Η γλώσσα της κριτικής 24): ιδίως σελ. 99-116 και Laura Marcus, «The Newness of the ‘New Biography’: Biographical Theory and Practice in the Early Twentieth Century», στο: Peter France, William St Clair (επιμ.), Mapping Lives: The Uses of Biography, Oxford University Press, Oxford 2004: 193-218. Για τις σχέσεις βιογραφίας – ιστορικής αλήθειας – μυθοπλασίας αλλά και για ορισμένες επιμέρους κατηγοριοποιήσεις του είδους (historical biography, fictionalized biography, historicized fictional biography, fictional biography), βλ. επιλεκτικά και Dorrit Cohn, The Distinction of Fiction, The Johns Hopkins University Press, Baltimore 2000: ιδίως 18-34 και 85. Για την πλουσιότατη σχετική διεθνή βιβλιογραφία, βλ. Carl Rollyson, Biography: An Annotated Bibliography, BackInprint.com Editions, Pasadena 2007.

[24] Βλ. Απόστολος Σαχίνης, Προσεγγίσεις. Δοκίμια Κριτικής, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1989: 206, 257.

[25] Βλ. Boureau, ό.π.: 211. Ασφαλώς οι διαφοροποιήσεις δεν περιορίζονται μόνο σε επίπεδο περιεχομένου, αλλά αφορούν επίσης στο ύφος και τη στόχευση, θέμα το οποίο θα απαιτούσε ιδιαίτερη πραγμάτευση.

[26] Παναγιώτης Μουλλάς, «Το αίτημα της εσωτερικότητας», Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939), τόμ. Α’, Σοκόλη, Αθήνα 1993: 83-93.

[27] Από αυτή την άποψη το κείμενο της Μινώτου θα μπορούσε να διαβαστεί και σε συνάρτηση με το είδος της «γυναικείας αφήγησης αυτοανακάλυψης» («narrative of female self-discovery») και πιο συγκεκριμένα του «γυναικείου μυθιστορήματος διαμόρφωσης» («feminist Bildungsroman»), θέμα στο οποίο δεν μπορώ να επεκταθώ στο πλαίσιο της παρούσας ανακοίνωσης. Βλ. σχετικά Rita Felski, «The Novel of Self-Discovery: Integration and Quest», Beyond Feminist Aesthetics. Feminist Literature and Social Change, Harvard University Press, Cambridge, Massachussets 1989: 122-153, 209-213.

[28] Για τη γυναικεία ταυτότητα όχι ως κάτι σταθερό και εγγενές, αλλά ως διαδικασία που καθορίζεται από την αλληλεπίδραση, την ταύτιση ή την διαφοροποίηση από τον «άλλο», βλ. Judith Kegan Gardiner, «On Female Identity and Writing by Women», στο: Elizabeth Abel (επιμ.), Writing and Sexual Difference, The University of Chicago Press, Chicago 1982: 177-191. Για τη «σχεσιακή σύλληψη της ταυτότητας» γενικότερα, βλ. Δημήτρης Τζιόβας, Ο άλλος εαυτός. Ταυτότητα και κοινωνία στη νεοελληνική πεζογραφία, μτφ. Άννα Ρόζενμπεργκ, θεώρ. μτφ.-επιμ. Ουρανία Ιορδανίδου, Πόλις, Αθήνα 2007: κυρίως 22-34.

[29] Για το ρόλο της αποστασιοποίησης από το μητρικό πρότυπο της γυναίκας-θύματος στη διαμόρφωση της γυναικείας ταυτότητας, βλ. ενδεικτικά Gardiner, ό.π.: 186.

[30] Αγγέλικα Ψαρρά, «Το μυθιστόρημα της χειραφέτησης ή η ‘συνετή’ ουτοπία της Καλλιρόης Παρρέν», επίμετρο στο: Καλλιρρόη Παρρέν, Η χειραφετημένη, Εκάτη, Αθήνα 1999: 416. Βλ. επίσης Ελένη Βαρίκα, Η εξέγερση των κυριών. Η γένεση μιας φεμινιστικής συνείδησης στην Ελλάδα 1833-1907, Κατάρτι, Αθήνα 42004 [1987]: 252, 341347· Κωστούλα Σκλαβενίτη, «Τα γυναικεία έντυπα 1908-1918», Διαβάζω, 198 (14/9/1988): 18, η οποία επισημαίνει πάντως την αισθητή μείωση αυτού του είδους κειμένων την περίοδο του μεσοπολέμου· Έφη Αβδελά, «Ιστορία των γυναικών, ιστορία του φύλου, φεμινιστική ιστορία: μεθοδολογικές διεργασίες και θεωρητικά ζητήματα μιας εικοσαετίας», Δίνη 6 (1993): 12-29. Σε ό,τι αφορά τον διεθνή χώρο, από την πλουσιότατη βιβλιογραφία, βλ. επιλεκτικά: Berenice Caroll (επιμ.), Liberating Women’s History, Urbana, Illini Books Editions 1976· Karen Offen, Ruth Roach Pierson, Jane Rendall (επιμ.), Writing Women’s History: International Perspectives, Indiana University Press, Bloomington 1991 και Judith Bennett, History matters: patriarchy and the challenge of feminism, University of Pennsylvania Press, Philadelphia 2006.

[31] Βλ. π.χ. τις μελέτες της Μινώτου «Η γυναικεία βιοτεχνία Ζακύνθου» (1921), Οι γυναίκες εις την ιταλικήν Αναγέννησιν (1922), «Ελεονώρα Ντουζε» (1924), «Ελισάβετ Μαρτινέγκου Μουτσά» (1952), «Γύρω στην Αγγελική Νίκλη» (1952), «Κάλη Καρτάνου» (1952), «Ροξάνδρα Μαυροκορδάτου» (1953) και πολλές άλλες. Πλήρης κατάλογος σχετικών κειμένων με ακριβή βιβλιογραφικά στοιχεία στο Γιαννοπούλου, ό.π.: passim. Σε ό,τι αφορά τα σχετικά δημοσιεύματα στο περιοδικό Εύα Νικήτρια, βλ. Μινώτου-Παπαδημητρίου, ό.π.

[32] Σύμφωνα με τη Felski (ό.π.: 124-125), ο συμβολικός ή κυριολεκτικός θάνατος της πρωταγωνίστριας ως τίμημα για την προσπάθεια υπέρβασης των κοινωνικών αξιών, απαντά πολύ συχνά σε παλαιότερα μυθιστορήματα, ιδίως του 19ου αιώνα.

[33] Όπως εξηγεί η Felski (ό.π.: 94), η φεμινιστική εξομολόγηση τείνει «να δίνει έμφαση στα συνηθισμένα γεγονότα της ζωής μιας πρωταγωνίστριας, στην αντιπροσωπευτικότητά τους σε σχέση με την έννοια της κοινοτικής ταυτότητας», και όχι τόσο στην «καταγραφή ενός ασυνήθιστου αλλά παραδειγματικού βίου». (Η ελληνική μετάφραση από τον Τζιόβα (ό.π.: 110). Για το θέμα βλ. και το ενδιαφέρον άρθρο της Rosalind Coward, «Are Women’s Novels Feminist Novels», στο: Elaine Showalter (επιμ.), The New Feminist Criticism. Essays on Women, Literature and Theory, Virago Press, London 1993: 225-239.

[34] Π.χ. Τζιάκομο Λεοπάρντι. Ο ποιητής του παγκόσμιου πόνου, του έρωτος και του θανάτου (1934) και Ισαβέλλα Θεοτόκη. Η μεγάλη εμπνεύστρια (1959).

 

Πέρσα Αποστολή

Διδάκτωρ Φιλολογίας, Διδάσκουσα στο ΕΑΠ

«Ταυτότητες στον ελληνικό κόσμο (από το 1204 έως σήμερα) – Δ’ Ευρωπαϊκό Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών, Γρανάδα, 9-12 Σεπτεμβρίου 2010.  Πρακτικά, Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών, Αθήνα, 2011.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Read Full Post »

Η βενετική δεξαμενή στην παραλία Ναυπλίου ή η δεξαμενή στο Κρυονέρι (Κινστέρνα)


                                                      

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα άρθρο του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

«Η βενετική δεξαμενή στην παραλία Ναυπλίου ή η δεξαμενή στο Κρυονέρι (Κινστέρνα)»

 

Οι περισσότεροι έχουμε δει τη βενετική δεξαμενή στην παραλία του Ναυπλίου σε φωτογραφικές απεικονίσεις της βόρειας πλευράς της πόλης. Η δεξαμενή βρισκόταν ακριβώς δίπλα από το χώρο της εγκαταλελειμμένης πισίνας του Αμφιτρύωνα (Φωτό 1 και 2).

 

Πανοραμική άποψη του Ναυπλίου.

 

Ο χώρος που βρισκόταν η δεξαμενή.

 

Η δεξαμενή είχε εξωτερικές διαστάσεις 22 x 25 μέτρα και ύψος γύρω στα 8 μέτρα. Η χωριτικότητά της σε νερό πρέπει να ήταν γύρω στα 2.000 μ3. Γέμιζε με νερό από την πηγή της Αγίας Μονής, μέσω ενός δικτύου κεραμικών σωληνώσεων και φυσική ροή. Τμήμα του δικτύου μεταφοράς νερού βλέπουμε σήμερα στους πρόποδες του Παλαμηδίου, στο θερινό κινηματογράφο Ναυπλίου. Το τοπωνύμιο της περιοχής «Κρυονέρι» μας οδηγεί στην υπόθεση μήπως υπήρχε κάποια μικρή πηγή στην περιοχή.

Η Σέμνη Καρούζου στο βιβλίο της «Το Ναύπλιο» περιγράφει τη δεξαμενή ως «τέλειο τεχνικό έργο που οι καμάρες του το ανεβάζουν στο επίπεδο της μεγάλης τέχνης. Το οικοδομικό υλικό, πέτρες, πλίθες, κιμιλιά έχει την αρμογή και την στερεότητα ενός μεγάλου κτηρίου. Έχει μια καλή θέση στην ιστορία της νεότερης οχυρωματικής».

1710: Σύμφωνα με τον Schaeffer, η δεξαμενή κτίστηκε το 1710, στα τέλη της Β’ Βενετοκρατίας, από τον προβλεπτή Σαγρέδο. Ήταν ενσωματωμένη στα βόρεια τείχη της πόλης του Ναυπλίου (Φωτό 3).

 

Η Βενετική δεξαμενή σε αποτύπωση του Schaeffer, 1934.

 

Ο Schaeffer ήταν Γερμανός αρχιτέκτονας που έχει ασχοληθεί πριν από το 1940 με την ιστορική εξέλιξη της πόλης του Ναυπλίου. Η διδακτορική του διατριβή δεν έχει ακόμα μεταφραστεί στα ελληνικά. Ο Schaeffer είναι γνωστό για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση, επιβλέποντας σε συνεργασία με το Τ. Κωστούρο, την ανακατασκευή σε ξενοδοχείο της καστρονησίδας Μπούρτζι. Σε σχέδια που υπάρχουν στο Γερμανικό αρχαιολογικό Ινστιτούτο έχει αποτυπώσει την δεξαμενή.

1866: Λίγα χρόνια μετά τη Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862, με το ΦΕΚ 53/1866 αποφασίζεται η κατεδάφιση του βόρειου τείχους της πόλης, από τον προμαχώνα του Μόσχου (περίπου στην περιοχή του Αγ. Νικολάου) μέχρι τη βενετική δεξαμενή. (πληροφορία ΦΕΚ Ν. Τόμπρα).

1871: Η κατεδάφιση του τείχους ολοκληρώνεται με μεγάλη καθυστέρηση. Στην κατεδάφιση εργάζονται κρητικοί πρόσφυγες που έχουν έλθει στο Ναύπλιο το 1866. Μετά την κατεδάφιση του τείχους διαμορφώνεται σταδιακά η παραλιακή προκυμαία. Το τμήμα του τείχους από την βενετική δεξαμενή μέχρι τον προμαχώνα «Πέντε Αδέλφια» παραμένει στη θέση του (Φωτό 4).

 

Η σήμανση με το βέλος μας δείχνει που βρισκόταν η δεξαμενή.

 

1888: Μέχρι τότε, η δεξαμενή δεν χρησιμοποιείται. Με απόφαση της δημοτικής αρχής, η δεξαμενή γέμισε νερό από τη νέα δεξαμενή νερού που είχε κατασκευαστεί στους πρόποδες του Παλαμηδίου (υπάρχει ακόμα και σήμερα πάνω από την σημερινή πυροσβεστική). Το νερό ερχόταν πια με σιδεροσωλήνες από την Άρια.

1901: Η βενετική δεξαμενή τροφοδοτεί ακόμα την πόλη με νερό, όπως αναφέρει ο δήμαρχος Τερζάκης.

1916: Η δεξαμενή έχει ακόμα νερό και το διαπιστώνουμε από καταγγελία για δηλητηρίαση ναυπλιώτη από το νερό της δεξαμενής (ΓΑΚ Αργολίδας).

1929: Τον Ιούνιο αρχίζει η κατεδάφιση της δεξαμενής (Φωτό 6 και 8).

 

Η μισογκρεμισμένη δεξαμενή παρέμενε ένα χάλασμα στην παραλία.

 

Η μισογκρεμισμένη δεξαμενή.

 

1933: Το Νοέμβριο του 1933, η Έφορος Αρχαιοτήτων χαρακτήρισε την ημικατεστραμμένη δεξαμενή «αρχαίο κτήριο» και απαγόρευσε τη συνέχεια της κατεδάφισης. Ο τοπικός τύπος θεωρεί την απόφαση εξωφρενική και διαμαρτύρονται στο Υπουργείο Παιδείας ο δήμος, το λιμενικό ταμείο, ο Νομάρχης και οι επιστημονικοί σύλλογοι της πόλης , καθώς δεν θέλουν να διατηρηθεί η «δυσώδης ασχημία εις το κεντρικώτερον σημείο της πόλης». Η αντίθεση αρχαιολογίας και πόλης έχει ξεκινήσει από πολύ παλιά. Η έφορος δεν είναι άλλη από την γνωστή από το βιβλίο «Το Ναύπλιο» Σέμνη Καρούζου (Φωτό 5).

 

Αναγγελία στον Τύπο.

 

1938: Το Σεπτέμβριο άρχισαν ξανά οι εργασίες κατεδάφισης, όπως μας ενημερώνει ο τοπικός τύπος.

1939: Άρχισαν οι συζητήσεις για αξιοποίηση συνολικά της παραλιακής ζώνης για κατασκευή ξενοδοχείου από την Πανναυπλιακή Ξενοδοχειακή Εταιρία Τουρισμού Α.Ε. (Ίδρυση: ΦΕΚ 96/6-4-1939. Μετοχικό κεφάλαιο 3.000. 000 δρχ). Η Εταιρία αγόρασε από το λιμενικό Ταμείο (!!!) το οικόπεδο της παραλίας, που συμπεριλαμβανόταν και η δεξαμενή (Ιούλιος 1939. Από αρχείο Ν. Τόμπρα).

1929-1950: Η μισογκρεμισμένη δεξαμενή παρέμενε ένα χάλασμα στην παραλία. (Φωτό 7 και 9).

 

Η μισογκρεμισμένη δεξαμενή παρέμενε ένα χάλασμα στην παραλία.

 

Βενετική δεξαμενή

 

1950 1951: Αρχίζει η κατεδάφιση της δεξαμενής από το μηχανικό Ηλία Φλούδα. Για την κατεδάφιση χρησιμοποιούνται και εκρηκτικά – πηγή πληροφορίας η ζωντανή ιστορία της πόλης Λ. Λάμπρου – (Φωτό 10).

 

Αρχίζει η κατεδάφιση της δεξαμενής από το μηχανικό Ηλία Φλούδα.

 

1952: Στις αρχές του χρόνου αρχίζει η κατασκευή του πρώτου τμήματος του ξενοδοχείου «Αμφιτρύωνας». Διαμορφώνεται το αίτημα να γκρεμιστεί και το σπίτι του Μαγουλιανίτη (Ασημακόπουλου), όπου στεγαζόταν η καλοκαιρινή ταβέρνα του Πλατσάρα που ήταν στο διπλανό οικοδομικό τετράγωνο. Το κτήριο είχε καεί την περίοδο της Κατοχής.

1957: Ολοκληρώνονται οι εργασίες διαμόρφωσης της ευρύτερης περιοχής με την ολοκλήρωση του κτισίματος και του δευτέρου τμήματος του ξενοδοχείου «Αμφιτρύωνας» και την κατασκευή της πισίνας.

1961: Τελειώνουμε την αφήγηση με ένα προσφιλές θέμα: Καταγγελία στον ΕΟΤ για οικονομικές ατασθαλίες κατά την κατασκευή της πισίνας. Το έργο είχε υπέρβαση 146%. Με αρχικό προϋπολογισμό για την κατασκευή της πισίνας και περιβάλλοντος χώρου 732.000 δραχμές, είχε υπέρβαση 1.077.000 δραχμές. Ακόμα και η προσθήκη του ξενοδοχείου «Αμφιτρύωνας» είχε υπέρβαση. Με αρχικό προϋπολογισμό 3.898.000 δραχμές, είχε υπέρβαση 2.378.000 δραχμές (62 %).

 

Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Στρατιωτικές φυλακές Ναυπλίου: Η άγνωστη φυλακή της πόλης


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα άρθρο του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

«Στρατιωτικές φυλακές Ναυπλίου: Η άγνωστη φυλακή της πόλης»

 

Ίσως η περισσότερο άγνωστη φυλακή της πόλης του Ναυπλίου είναι η Στρατιωτική Φυλακή. Είναι γνωστές οι φυλακές στο Παλαμήδι, στο κτήριο «Λεονάρδου» και Βουλευτικού, οι  γυναικείες φυλακές στο ισόγειο του Βουλευτικού και σε ιδιωτικό κτήριο και η φυλακή των πολιτικών κρατούμενων στην Ακροναυπλία.

Η Στρατιωτική Δικαιοσύνη οργανώθηκε για πρώτη φορά επί εποχής Καποδίστρια, όταν συγκροτήθηκε το Διαρκές Στρατοδικείο στο Ναύπλιο. Από τον Απρίλιο του 1883 μέχρι και το 1886 λειτουργούσε το τρίτο Διαρκές Στρατοδικείο στη Λάρισα. Για τις ανάγκες έκτισης των ποινών των στρατιωτικών ιδρύθηκαν οι Στρατιωτικές Φυλακές της Ακροναυπλίας (21 Νοεμβρίου 1884), στις οποίες εξέτιαν την ποινή τους όσοι καταδικάζονταν σε ποινές μεγαλύτερες των 3 μηνών.

Η ποινή του θανάτου για τους στρατιωτικούς εκτελείτο με τυφεκισμό ενώ των ποινικών με την γκιλοτίνα.

 

Στρατιωτικές φυλακές Ναυπλίου.

 

1884 (τέλη): Ολοκληρώθηκαν οι εργασίες σε υπάρχοντα ενετικά κτήρια της Ακροναυπλίας, ίσως και με προσθήκη κάποιων νέων κτηρίων για τις ανάγκες στέγασης των στρατιωτικών φυλακών.

1885: Αρχές του έτους άρχισε η μεταφορά των στρατιωτικών καταδίκων από τις φυλακές του Παλαμηδίου στην Ακροναυπλία. Στο χώρο των φυλακών υπάρχει και εκκλησία για τον εκκλησιασμό των κρατούμενων ενώ έχει καταγραφεί και αίτημα για διορισμό μόνιμου ιερέα στη φυλακή. Η φυλακή έχει δύο ορόφους, με δύο θαλάμους, ατομικά κρεβάτια και καρτέλες σε κάθε κρεβάτι με το όνομα, την αναγραφή της ποινής, το αδίκημα και το στρατιωτικό σώμα που άνηκε. Οι εφημερίδες της εποχής πανηγυρίζουν για την εφαρμογή στις στρατιωτικές φυλακές του νέου συστήματος.

1885: Ιδρύεται το 8ο πεζικό σύνταγμα στο Ναύπλιο, το οποίο στεγάζεται στην Ακροναυπλία, στο μεγάλο ενετικό κτήριο (μετέπειτα πολιτικές φυλακές Ακροναυπλίας), δίπλα από τις στρατιωτικές.

1886: Στα μέσα του χρόνου μαθαίνουμε ότι οι φυλακές φιλοξενούν 337 κρατούμενους στρατιωτικούς και είναι πλήρεις.

1888: Έχει μειωθεί ο αριθμός των κρατουμένων σε 221 στρατιωτικούς.

1897: Στα μέσα του χρόνου γέμισαν όλες οι στρατιωτικές φυλακές (π.χ. Μεντρεσές στην Αθήνα) από λιποτάκτες φαντάρους. Πολλοί από τους λιποτάκτες του πολέμου του 1897 οδηγήθηκαν στην Ακροναυπλία.

 

Το κτήριο των στρατιωτικών φυλακών.

 

1897 (Απρίλιος – Μάιος ): Μεταφορά στις στρατιωτικές φυλακές 124 Τούρκων αιχμαλώτων από τον πόλεμο του 1897.

1897: Στα τέλη του έτους μαζική απόδραση από τις στρατιωτικές φυλακές κρατουμένων, οι οποίοι συγκροτούν συμμορία ληστών στην περιοχή της Μαντινείας.

1897: Ορίζεται το Ναύπλιο ως έδρα ταξιαρχίας, που στεγάζεται στην Ακροναυπλία, στο μεγάλο ενετικό κτήριο δίπλα από τις στρατιωτικές φυλακές.

1900: Στις 2 Αυγούστου οδηγούνται στις φυλακές Ακροναυπλίας οι επικεφαλής κινήματος αξιωματικών πεζικού. Το στρατιωτικό κίνημα είχε γίνει στις 18/7/1900.

1902: Στις 2 Ιουνίου υπογράφεται επιστολή στρατιωτικών καταδίκων, όπου επιβραβεύεται ο διοικητής των φυλακών Ι. Παναγιωτόπουλος για την τάξη που έχει επιβάλλει. Από την επιστολή μαθαίνουμε για δύο φόνους μεταξύ των καταδίκων την προηγούμενη χρονιά στη φυλακή.

 

Το συγκρότημα των στρατιωτικών φυλακών στο Ναύπλιο.

 

1903: Τον Απρίλιο, σε έκθεση επιθεωρητή των φυλακών μαθαίνουμε ότι οι κατάδικοι στρατιώτες παίζουν χαρτιά και στα κελιά έχουν μπουκάλια με ούζο και άλλα οινοπνευματώδη ποτά.

1905: Στις 16 Οκτωβρίου γίνεται απόδραση από τις φυλακές Ακροναυπλίας καταδίκου σε ισόβια δεσμά, δεκανέας στο βαθμό.

1909: Στη φυλακή μεταφέρονται οι στασιαστές του κινήματος του Ναυτικού, που έγινε στις 17-10-1909, μετά το κίνημα στο Γουδί.

1909: Το Νοέμβριο ο αριθμός των κρατούμενων είναι 300 στρατιωτικοί.

1913: Στις φυλακές μεταφέρονται και Τούρκοι αιχμάλωτοι.

1921: Το Νοέμβριο μεταφέρονται στις στρατιωτικές φυλακές απεργοί στρατεύσιμοι από το ηλεκτρικό εργοστάσιο της Αθήνας, μετά από απόφαση στρατοδικείου.

1922: Τον Αύγουστο, 800 οι στρατιωτικοί κατάδικοι της Ακροναυπλίας ζητούν να πάνε στο μέτωπο. Έχουν καταδικαστεί από έκτακτα στρατοδικεία. Αν κρίνουμε από τον αριθμό των κρατούμενων, ίσως χρησιμοποιούσαν τότε ως χώρο φυλακής και το μεγάλο ενετικό κτήριο.

1922: Άρχισαν να μεταφέρονται στις φυλακές πολιτικοί κρατούμενοι στρατιωτικοί, οι οποίοι ήταν ενταγμένοι στο ΚΚΕ. Οι στρατιωτικοί κρατούμενοι μεταφέρουν νερό από την πόλη του Ναυπλίου με ντενεκέδες για τη δεξαμενή της φυλακής και ασχολούνται με σπάσιμο χαλικιού. Όταν διαβάζουν ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ τιμωρούνται. Άλλη μια αγγαρεία ήταν ο καθαρισμός των πέντε δεξαμενών της πόλης του Ναυπλίου.

1929: Ψηφίζεται το Ιδιώνυμο (Νόμος 4249/25-7-29) «δίωξη όχι μόνο των πράξεων αλλά και κυκλοφορίας και μετάδοσης ιδεών που επεδίωκαν την ανατροπή του ισχύοντος κοινωνικού καθεστώτος».

1929: Καθιερώνεται νομικά ως τρόπος εκτέλεσης αποκλειστικά ο τυφεκισμός για όλους τους θανατοποινίτες κρατούμενους.

1931: Τον Ιούλιο του 1931 δημοσιεύεται επιστολή στο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ, η οποία υπογράφεται από τον «Κόκκινο φαντάρο». Εκεί μαθαίνουμε ότι το συσσίτιο είναι κακό, ο ίδιος έχει περάσει 25 μήνες στη φυλακή και η αγγαρεία του είναι να σπάει πέτρες. Το ημερομίσθιο του φυλακισμένου είναι οχτώ δραχμές την ημέρα και η καταβολή του αργή.

 

Το κτήριο των στρατιωτικών φυλακών και η αναγραφή της φυλακής στην πρόσοψη του κτηρίου.

 

1932: Στις στρατιωτικές φυλακές οδηγούνται φαντάροι που ανήκουν στο ΚΚΕ, οι οποίοι κατηγορούνται ότι «συνεδρίασαν για την ανατροπή του καθεστώτος» ή μοίραζαν προκηρύξεις.

1932: Αντιθέσεις μεταξύ πολιτικών και ποινικών στρατιωτικών κρατούμενων. Οι πολιτικοί κρατούμενοι κατηγορούν το σύστημα ότι αφήνει ελεύθερα τα ναρκωτικά στη φυλακή (χασίς).

1935: Στις 13 Απριλίου οδηγούνται στην φυλακή οι Βενιζελικοί αξιωματικοί, που συμμετείχαν στο πραξικόπημα ενάντια στον Κονδύλη. Το αποτυχημένο πραξικόπημα έγινε την 1η Μαρτίου 1935. Συνολικά φυλακίστηκαν στην Ακροναυπλία 206 αξιωματικοί. Στις 2 Δεκεμβρίου αποφυλακίζονται οι φιλοβενιζελικοί αξιωματικοί κρατούμενοι.

1935: Τον Δεκέμβριο αρχίζουν απεργία πείνας στις στρατιωτικές φυλακές πολιτικοί κρατούμενοι για να τους δοθεί αμνηστία.

1936: Προβληματισμός για τις φυλακές και το διαχωρισμό ανάμεσα σε διαφορετικές κατηγορίες φυλακισμένων. Έχει αποφασιστεί, όπως μαθαίνουμε από τοπική εφημερίδα η μετατροπή των φυλακών αποκλειστικά «για τους κομμουνιστάς».

1937: Στις 3 Φεβρουαρίου αρχίζει η λειτουργία των φυλακών Ακροναυπλίας. Η άποψη του Μανιαδάκη ήταν να βρίσκονται σε διαφορετικούς χώρους οι πολιτικοί με τους ποινικούς κρατούμενους, χωρίς επαφή. Οι φυλακές της Ακροναυπλίας λειτουργούν στο μεγάλο ενετικό κτήριο.

 

Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το «κατάστημα» στο Παλαμήδι


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα άρθρο του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

Το «κατάστημα» στο Παλαμήδι.

 

Ίσως οι περισσότεροι έχετε προσέξει σε παλιές φωτογραφίες ένα πέτρινο διώροφο κτήριο στο Παλαμήδι. Το κτήριο αυτό ονομαζόταν «κατάστημα». Κτίστηκε το 1835, στα πρώτα χρόνια του Όθωνα στην Ελλάδα.

 

Το «κατάστημα» στο Παλαμήδι.

 

Στην αρχή, οι Βαυαροί είχαν τοποθετήσει εκεί αργαλειούς και οι ελαφροποινίτες κρατούμενοι έφτιαχναν κλινοσκεπάσματα. Το κτήριο εγκαταλείφθηκε το 1855. Πολύ αργότερα το Μάρτιο του 1900 σε μια ομιλία του δηλιγιαννικού βουλευτή Ηλία Ποταμιάνου στη βουλή, για τον προϋπολογισμό γίνεται αναφορά για το εργοστάσιο στις φυλακές. Εκεί αναφέρεται στα έξοδα του προϋπολογισμού σε σχέση με τις φυλακές και την ανάγκη εργασίας των φυλακισμένων. Σαν παράδειγμα κακής πολιτικής αναφέρει ότι πωλήθηκαν οι αργαλειοί που οι κρατούμενοι έφτιαχναν κλινοσκεπάσματα σε δημοπρασία για καύσιμο ύλη: «Οι Βαυαροί είχαν συστήσει εργοστάσιο κλινοσκεπασμάτων δι΄ εγχωρίου ερίου [=μαλλί των εριφίων και των αμνών που χρησιμοποιείται για την κατασκευή ινών προς ύφανση] αρίστων την ποιότητα και εχόντων αντοχήν μείζονα των 30 ετών».

Το κτήριο χρησιμοποιήθηκε ως ποινητήριο και από το 1885 ως χώρος φυλακής καταδίκων με μικρές ποινές.

 

Άποψη από την πλατεία Συντάγματος.

 

Το 1899 έγιναν εργασίες ριζικής επισκευής και το κτήριο φιλοξενεί πλέον καταδίκους, μέχρι το τέλος της λειτουργίας των φυλακών στο Παλαμήδι, τον Αύγουστο του 1923.

Το 1936, στον νεοϊδρυθέντα Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.) συμμετέχει και ο ναυπλιώτης Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος, καθηγητής πανεπιστημίου και μετέπειτα πρωθυπουργός μιας διορισμένης από τους Γερμανούς κατοχικής κυβέρνησης (2 Δεκεμβρίου 1942 έως 7 Απριλίου 1943). Ο Ε.Ο.Τ. αναλαμβάνει την προσωρινή διαχείριση του Παλαμηδίου από τα δημόσια κτήματα. Πρόταση του Λογοθετόπουλου είναι να γίνουν επισκευές στο κάστρο και το «κατάστημα» να μετατραπεί σε ξενώνα επισκεπτών. Είχε προηγηθεί, τον Ιούνιο του 1936, η χορήγηση σχετικής άδειας από το τμήμα αρχαιολογίας του υπουργείου Παιδείας.

 

Το «κατάστημα» στο Παλαμήδι.

 

Σημείωμα σε εφημερίδα για τον Λογοθετόπουλο.

 

Τον Ιούνιο του 1957, εγκρίνεται το πρόγραμμα τουριστικών έργων, που περιλαμβάνει εργασίες ανάδειξης στο κάστρο.

Τον Δεκέμβριο του 1958, με απόφαση του Ε.Ο.Τ. και τη μεσολάβηση του ναυπλιώτη μέλους του, Εμμανουήλ Δαλαμάγκα, εγκρίθηκε ποσό 1.000.000 δραχμών για εργασίες στο Παλαμήδι. Σε αυτές περιλαμβάνονται χώρος στάθμευσης, πέτρινες κλίμακες, διαμορφώσεις εξωτερικών χώρων, αναψυκτήριο, υδατοδεξαμενή, αντλία νερού. 200.000 δραχμές δόθηκαν για την κατεδάφιση των κτισμάτων που χρονολογούνταν μετά το 1713, μεταξύ αυτών και το «κατάστημα». Ταυτόχρονα εκτελείται από τον μηχανικό Κ. Κούρτη και το έργο ασφαλτόστρωσης του δρόμου Πρόνοια – Παλαμήδι.

Τον Φεβρουάριο του 1959, υπογράφεται σύμβαση του Ε.Ο.Τ. με γαλλική εταιρεία για να λειτουργήσει στην Ακρόπολη η παράσταση «Ήχος και Φως». Στην ίδια εταιρεία ανατέθηκε η μελέτη για να λειτουργήσει αντίστοιχο πρόγραμμα και στο Παλαμήδι. Δεν υλοποιήθηκε ποτέ.

 

Το «κατάστημα» το Μάιο του 1957.

 

Τον Μάιο του 1959, ο Ε.Ο.Τ. εξαγγέλλει νέο πενταετές πρόγραμμα τουριστικής ανάπτυξης, στο οποίο περιλαμβάνεται και το Παλαμήδι.

Τον Δεκέμβριο του 1960, αποπερατώθηκε το αναψυκτήριο και οι εργασίες ανάδειξης του κάστρου Παλαμηδίου. (2019 και το Παλαμήδι δεν έχει αναψυκτήριο. Έχει κλείσει εδώ και 24 χρόνια, από το 1995).

Το Παλαμήδι λειτουργεί ως οργανωμένος αρχαιολογικός χώρος από την περίοδο 1964-1965.

Σήμερα, ο αρχαιολογικός χώρος Παλαμηδίου είναι το κάστρο με το μεγαλύτερο αριθμό επισκεπτών στην Ελλάδα. Πάνω από 225.000 άτομα επισκέφτηκαν το Παλαμήδι το 2018.

 

Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

«Να μην κυκλοφορούν άσκοπα» – Η κοινωνική αποστασιοποίηση κατά την επιδημία πανούκλας στην Πελοπόννησο, το 1687, θυμίζει αυτό που ζούμε σήμερα.


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μεταφέρουμε» σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ένα επίκαιρο άρθρο της κυρίας Γιούλης Επτακοίλη, βασισμένο σε μελέτη της κ. Χρύσας Μαλτέζου*, το οποίο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» το Μ. Σάββατο 19 Απριλίου 2020, με τίτλο:

«Να μην κυκλοφορούν άσκοπα»

 Η κοινωνική αποστασιοποίηση κατά την επιδημία πανούκλας στην Πελοπόννησο, το 1687, θυμίζει αυτό που ζούμε σήμερα!

 

Φραντσέσκο Μοροζίνι (Francesco Morosini, 1619- 1694). Χαρακτικό του 18 αιώνα, P. Coronelli.

«Στους δρόμους όφειλαν όλοι να περπατούν με μπαστούνια για να τηρούν σε απόσταση όσους συναντούσαν, κρατώντας συγχρόνως σφουγγάρια βρεγμένα με ξίδι, καθώς και ψιλοκομμένες φλούδες κεδρόξυλου για να απομακρύνονται τα μικρόβια. Κάθε πρωί έπρεπε να τρώνε ξηρά σύκα, λίγο απήγανο, λίγο αλάτι και άφθονο σκόρδο ή, αν δεν είχαν τα είδη αυτά, ψωμί βουτηγμένο σε κρασί μοσχάτο. Στους άνδρες συνιστούσαν να ξυρίζονται συχνά και ν’ αλλάζουν καθημερινά ρούχα, στις γυναίκες ν’ αερίζουν, επίσης καθημερινά, τα ασπρόρουχα, ιδιαίτερα τα σεντόνια, και να πλένουν τα ρούχα, χρησιμοποιώντας ξίδι και σκόρδο».

Το 1687, τη δεύτερη δηλαδή περίοδο της Βενετοκρατίας, επιδημία πανούκλας είχε πλήξει την Πελοπόννησο και ιδιαίτερα την περιοχή του Ναυπλίου. Διαβάζοντας ο σύγχρονος αναγνώστης τα μέτρα που είχαν πάρει τότε οι Αρχές για την αντιμετώπισή της και την ανακοπή της πορείας του θανάτου, οι ομοιότητες στους χειρισμούς και η έμφαση στο social distancing [Κοινωνική αποστασιοποίηση] δεν διαφέρουν και πολύ απ’ ό,τι συμβαίνει σήμερα.

 

O Φραγκίσκος Μοροζίνι,

αμέσως μόλις εκδηλώθηκαν

τα πρώτα κρούσματα,

κατευθύνθηκε με τον στόλο του

στη Σαπιέντζα, όπου και αγκυροβόλησε

ως την τελική κάθαρση.

 

Τα αποσπάσματα που δημοσιεύει η «Κ» είναι προϊόν της μελέτης της Χρύσας Μαλτέζου, ιστορικού, τακτικού μέλους της Ακαδημίας Αθηνών και τέως διευθύντριας του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας.

Περιλαμβάνονται σε ένα άγνωστο στην έρευνα μέχρι πριν από λίγα χρόνια αρχειακό υλικό που εισήχθη στις συλλογές των Κρατικών Αρχείων της Βενετίας: το ιδιωτικό αρχείο του Gasparo Bragadin, έκτακτου προνοητή της Ρωμανίας κατά τη διετία 1686-1688. «Απαρτί­ζεται από τρία σταχωμένα με περ­γαμηνή κατάστιχα που περιέχουν πολυάριθμα έγγραφα, ιδιαίτερα σημαντικά για την πελοποννησιακή ιστορία στη διάρκεια της δεύτερης περιόδου της Βενετοκρατίας», ανα­φέρει η κ. Μαλτέζου.

 

Το Ναύπλιο την εποχή της πανούκλας, όπως απεικονίζεται σε γκραβούρα της εποχής.

 

Το γαλλικό πλοίο

 

Στα έγγραφα υπάρχουν αρκετές αναφορές για την πανώλη που έπληξε την Πελοπόννησο το 1687/1688. «Για τη φοβερή αυτή μεταδοτική νόσο που προσέβαλε τόσο τις παραθαλάσσιες περιοχές όσο και την ενδοχώρα, οι πενιχρές μαρτυρίες που είχαμε ώς τώρα δεν επέτρεπαν να εκτιμήσομε τις επιπτώσεις της στη δημογραφική σύνθεση του πλη­θυσμού, αλλά και τις συνέπειες που είχε στη ζωή γενικότερα των κατοί­κων της εποχής εκείνης. Οι μόνες πληροφορίες που διαθέταμε ήταν ότι η πανούκλα μεταδόθηκε από γαλλικό πλοίο που είχε ελλιμενισθεί στο Ναύπλιο, ότι γρήγορα εξαπλώ­θηκε στην πόλη και στα περίχωρα κι από κει σε όλη την Πελοπόννησο, ότι υπήρξε οξεία και θανατηφόρα κι ακόμη ότι ο Φραγκίσκος Μοροζίνι, αμέσως μόλις εκδηλώθηκαν τα πρώτα κρούσματα, κατευθύνθηκε με τον στόλο του στη Σαπιέντζα, όπου και αγκυροβόλησε ως την τε­λική κάθαρση», γράφει η κ. Μαλτέ­ζου, διευκρινίζοντας ότι το υλικό αναφέρεται μόνο στην επαρχία της Ρωμανίας που ανήκε στη δικαιοδο­σία του Βενετού αξιωματούχου, η οποία με πρωτεύουσα το Ναύπλιο περιλάμβανε, τα διαμερίσματα του Ναυπλίου, της Κορίνθου, της Τριπολιτσάς, του Άργους και του Αγίου Πέτρου Τσακωνιάς.

Και μερικά στοιχεία για τον πλη­θυσμό: «Σύμφωνα με την απογραφή του πληθυσμού του 1689 η Πελοπόννησος, χωρίς τη Μάνη και την Κορινθία, αριθμούσε 86.468 κατοίκους, ενώ σύμφωνα με την απογραφή του Grimani  του 1700 ο συνολικός πληθυσμός είχε ανέλθει στους 176.844 κατοίκους. Ειδικότε­ρα η επαρχία της Ρωμανίας αριθ­μούσε 37.458 κατοίκους».

Ποιες ήταν όμως οι οδηγίες των Αρχών προς τους κατοίκους της εποχής; «Απαγορευόταν να κυκλο­φορούν άσκοπα στους δρόμους και να μετακινούνται σε άλλα σπίτια. Σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις κι αν συνέτρεχαν σοβαροί λόγοι, επι­τρεπόταν να πηγαίνουν σε σπίτια άλλων με τη συνοδεία ενός φύλα­κα. Η ίδια απαγόρευση ίσχυε και για τους στρατιώτες, στους οποίους επιτρεπόταν η μετακίνηση αλλά και η κυκλοφορία κατά την ώρα μόνο της αλλαγής της βάρδιας».

 

Οι νεκροθάφτες με τα κουδούνια και τα μπλόκα στους δρόμους

 

Η πολιτική που ακολουθούσαν για τις κατοικίες όπου σημειώνονταν θάνατοι ήταν βέβαια αρκετά δια­φορετική. «Τα σπίτια, στα οποία είχαν επισημανθεί θανατηφόρα κρούσματα, αν ήταν απομονωμέ­να, παραδίδονταν ολόκληρα στη φωτιά. Διαφορετικά, αν υπήρχε κίνδυνος να μεταδοθεί η φωτιά στα διπλανά, γινόταν απολύμανση, καιγόταν δηλαδή η οικοσκευή αλλά και ο ρουχισμός. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, πρώτα έκλειναν τα παράθυρα για να εισχωρήσει ο καπνός στους τοίχους κι αφού με­τά τα άνοιγαν, για να καθαρίσει η ατμόσφαιρα, ράντιζαν με ξίδι το πάτωμα και άλειβαν τους τοίχους με κατράμι ή τριμμένη τερεβιν­θίνη (καμφορά). Οι νεκροθάφτες όφειλαν κάθε πρωί να τριγυρίζουν στους δρόμους, για να μαζεύουν τους νεκρούς από τα σπίτια, έχοντας δεμένα στα πόδια τους κου­δούνια για να ακούγονται από μακριά και να μην τους πλησιάζει ο κόσμος. Στο Ναύπλιο, τα πτώματα ενταφιάζονταν γύρω από το χαρά­κωμα που βρισκόταν έξω από το στρατόπεδο και οι νεκροθάφτες είχαν εντολή να σκάβουν βαθείς λάκκους και να τους σκεπάζουν μετά με ασβέστη».

 

Οι Βενετοί προχώρησαν

στον αποκλεισμό των πόλεων

από την ύπαιθρο,

με σκοπό να ανακόψουν

την εξάπλωση του λοιμού.

 

Οι Βενετοί προχώρησαν στον αποκλεισμό των πόλεων από την ύπαιθρο, με σκοπό να ανακόψουν την εξάπλωση του λοιμού. Τα ίδια σχεδόν μέτρα που ανα­κοίνωσε για τις μετακινήσεις την περίοδο του Πάσχα ο Νίκος Χαρδαλιάς, ακολουθούσαν και τότε οι Αρχές.

«Οι Βενετοί προχώρησαν στον αποκλεισμό των πόλεων από την ύπαιθρο, με τον σκοπό να ανα­κόψουν την εξάπλωση του λοιμού. Έτσι οι δρόμοι που οδηγούσαν από το Άργος, την Κόρινθο και την Τρί­πολη προς το Ναύπλιο έκλεισαν, ενώ έξω από τις πύλες της εισόδου του Ναυπλίου δόθηκε εντολή να το­ποθετηθούν διπλά φράγματα, για να εμποδίζεται η επικοινωνία με τα περίχωρα. Στη μέση του φράγματος έπρεπε να βρίσκονται συνεχώς ένας ή δύο φύλακες, οι οποίοι μαζί με τον Proveditore alla Sanita  θα χορηγούσαν άδειες εισόδου και εξόδου από την πόλη μόνο μετά έλεγχο. Με ιδιαίτερη αυστηρότητα αντιμετωπίστηκαν οι ομάδες Αθη­ναίων που είχαν φτάσει πρόσφυγες στην πελοποννησιακή γη».

Στα αρχεία περιέχονται και πληροφορίες για τα συμπτώματα της νόσου και τα φάρμακα που χρησι­μοποιούσαν, «την τερεβινθίνη, το permadandon, και μια φαρμακευτική σύνθεση, την οποία οι Έλληνες σύμφωνα με τη μαρτυρία των εγγράφων, ονόμαζαν “σαμψάχι”. Ως προς τους γιατρούς που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στη δύ­σκολη εκείνη περίοδο, η πηγή μας διασώζει τα ονόματα εκείνων που εργάζονταν στο νοσοκομείο του Ναυπλίου: ο Αντόνιο Μπερνάρντι, επικεφαλής του νοσοκομείου, ο Πίνι, ο Λεάντρο και ένας Έλληνας, ο Δημήτριος Πορφύριος, του οποίου οι γνώσεις είχαν, όπως φαίνεται ιδιαίτερα εκτιμηθεί από τους Βενετούς αξιωματούχους, γιατί συχνά εξαίρεται η προσφορά του στις εκθέσεις τους».

 

* Η μελέτη της κ. Χρύσας Μαλτέζου δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στα Πρακτικά του Γ’ Συμποσίου Ιστορίας και Τέχνης που συγκλήθηκε στη Μονεμβασιά με τίτλο: «Η εκστρατεία του Morosini και το Regno di Morea», Αθήνα 1998.

 

Γιούλη Επτακοίλη

«τέχνες & γράμματα», εφημερίδα «Καθημερινή», Μ. Σάββατο 19 Απριλίου 2020.

 

Read Full Post »

Οπλοστάσιο: Η πρώτη βαριά βιομηχανία στο Ναύπλιο – «Το μόνον εθνικόν βιομηχανικόν κατάστημα εν Πελοποννήσω»


  

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα άρθρο του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

«Οπλοστάσιο: Η πρώτη βαριά βιομηχανία στο Ναύπλιο»

 

Το οπλοστάσιο στεγαζόταν στον ενετικό προμαχώνα Mocenigo που βρισκόταν στη θέση που σήμερα είναι κτισμένα το πρώτο δημοτικό σχολείο και το λύκειο Ναυπλίου. Ήταν μονάδα του στρατού, με αντικείμενο την επισκευή και παραγωγή οπλισμού και πυρομαχικών. Άρχισε τη λειτουργία της μετά την επανάσταση του 1821 στο υπό σύσταση ελληνικό κράτος και συνέχισε κατά τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα.

Από δημοσιεύσεις του Τύπου το 1870 μαθαίνουμε ότι το οπλοστάσιο παρήγαγε επίσης μουσικά όργανα, σάλπιγγες και ιπποσκευές, όπως σαμάρια, σέλες, χαλινάρια, καπίστρια, λαιμαριές (σαγματοποιείο). Συμμετέχει το οπλοστάσιο με προϊόντα του στην έκθεση των Ολυμπίων το 1870.Στο οπλοστάσιο επίσης φυλασσόταν και επισκευαζόταν η γκιλοτίνα. Υπήρχαν μάλιστα παράπονα από τους δημίους ότι δεν ακόνιζαν σωστά τη λεπίδα κοπής των κεφαλιών και ταλαιπωρούνταν οι κατάδικοι που εκτελούνταν στο Αλωνάκι.

Στο οπλοστάσιο εργάζονταν και μαθητευόμενοι. Αυτοί έπρεπε να ήταν σε ηλικία από 16-18 χρονών, να ξέρουν ανάγνωση, γραφή και τις τέσσερις αριθμητές πράξεις.

 

Καρτ ποστάλ. Το παλατάκι του Καποδίστρια, δεξιά το οπλοστάσιο.

 

1829: Ιδρύθηκε στο οπλοστάσιο «Μουσείο τροπαίων του αγώνος».

1868: Μεταποιήθηκε στο οπλοστάσιο το κοινό τουφέκι σε πολύκροτο, ελάχιστα διαφορετικό από εκείνα των ευρωπαϊκών κρατών, αποδεικνύοντας την επιδεξιότητα των τεχνιτών.

1869: Απόφαση για κατασκευή οπλοστασίου στο Πειραιά έσπειρε υποψίες για τη μεταφορά του οπλοστασίου από το Ναύπλιο.

1876: Εκσυγχρονισμός του οπλοστασίου με την τοποθέτηση ατμομηχανής 30 ίππων, δωρεά Κοντογιάννη (ομογενής πρόξενος στην Πετρούπολη), μετά από πολλές περιπέτειες. Ελπίδες ότι με την ατμομηχανή θα υπήρχε η δυνατότητα να παράγει το οπλοστάσιο οπλικό υλικό καθιστώντας τη χώρα αυτάρκη.

1877: Καταγράφεται στον Τύπο επιθυμία αξιωματικών για μεταφορά του οπλοστασίου στον Πόρο ή την Αθήνα ή τον Πειραιά ακόμα και στην Χαλκίδα. Υπάρχουν παράπονα στην κυβέρνηση για αδιαφορία στη λειτουργία του οπλοστασίου και υπολειτουργία του.

1884: Υπάρχει έντονος προβληματισμός για τη μεταφορά του οπλοστασίου και παράπονα της τοπικής κοινωνίας ότι αφαιρούν πολλά από το Ναύπλιο.

1897: Τον Οκτώβριο το δημοτικό συμβούλιο του δήμου Ναυπλίου βγάζει ψήφισμα για να μη μεταφερθεί το οπλοστάσιο σε άλλη πόλη.

1909: Όλες οι ενδείξεις δείχνουν την πρόθεση της μεταφοράς του οπλοστασίου στην Αθήνα. 150 επώνυμοι Ναυπλιώτες συγκεντρώνονται στο δημαρχείο και ορίζουν επιτροπή για να διεκδικήσει την αποσόβηση της μεταφοράς του σαγματοποιείου, καθώς αυτό θα σημάνει και τη διάλυση του οπλοστασίου. Η πόλη είναι σε μεγάλη αναστάτωση και απειλεί με συλλαλητήρια και εξεγέρσεις. Το ρεπορτάζ της εποχής αναφέρει: «Η πόλις Ναυπλίου η προνομιούχος απεγυμνώθη τελείως παρά των διαφόρων Κυβερνήσεων και εγκατελείφθη παρ αυτών δίκαια λοιπόν η αγανάκτησις των Ναυπλιέων επι τη νέα ταύτη ειδήσει.»

1915: Με ΦΕΚ καταργείται το οπλοστάσιο του Ναυπλίου.

1916: Με το τρένο γίνεται η μεταφορά εξαρτημάτων του οπλοστασίου στην Αθήνα.

1935: Αρχίζει η κατεδάφιση των κτηρίων του οπλοστασίου για να κτιστούν τα σχολεία του Α Δημοτικού και του Γυμνασίου, σημερινού Λυκείου.

 

Τα υπό κατεδάφιση παλιά κτίρια του οπλοστασίου.

 

Το φουγάρο, τελευταίο απομεινάρι του οπλοστασίου, κατεδαφίστηκε πολύ αργότερα, το 1936 αφού ολοκληρώθηκε η κατασκευή των σχολικών συγκροτημάτων.

 

Η τοπογραφία του οπλοστασίου: 1. Αποθήκη γραφεία και θάλαμος λόχου – 2. Υπόστεγο ξυλείας – 3. Εργοστάσιο σιδηρουργών κλειδουργών – 4. Θάλαμος του θυρωρού – 5. Φυλακείον – 6. Υπόστεγο αμαξών – 7. Προπλαστήριο χωνευτών. 8. Φουγάρο – 9. Χωνευτήριο – 10. Καρφοποιείο – 11. Αποθήκη ορυχαλκείων – 12. Ορυχαλκείο – 13. Ξυλουργείο – Αμαξοποιείο – 14. Αποθήκη – 15. Οπλοποιείο – 16. Σχεδιοφυλάκιο – 17. Σχολείο του λόχου – 18. Ηλιακό ρολόι.

 

Η τοπογραφία του οπλοστασίου:

  1. Αποθήκη γραφεία και θάλαμος λόχου.
  2. Υπόστεγο ξυλείας.
  3. Εργοστάσιο σιδηρουργών κλειδουργών.
  4. Θάλαμος του θυρωρού.
  5. Φυλακείον.
  6. Υπόστεγο αμαξών.
  7. Προπλαστήριο χωνευτών.
  8. Φουγάρο.
  9. Χωνευτήριο.
  10. Καρφοποιείο.
  11. Αποθήκη ορυχαλκείων.
  12. Ορυχαλκείο.
  13. Ξυλουργείο – Αμαξοποιείο.
  14. Αποθήκη.
  15. Οπλοποιείο.
  16. Σχεδιοφυλάκιο.
  17. Σχολείο του λόχου.
  18. Ηλιακό ρολόι.

Σημείωση Νίκου Τόμπρα: «Ένας από του πιο σημαντικούς , ίσως ο σημαντικότερος υπάλληλος του οπλοστασίου, ήταν ο Αντώνιο Βρεντάνος Τζιμαρώλη καθηγητής χημείας και πυροτεχνουργός του οπλοστασίου, ο οποίος αφού εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο έζησε όλη την ζωή του εδώ παντρεύτηκε, απέκτησε οικία στον μεγάλο δρόμο, και είχε μία κόρη που παντρεύτηκε και έζησε στο Ναύπλιο και έναν γιό που έγινε αξιωματικός του Ελληνικού στρατού. Ο Βρεντάνος είναι μια από τις σημαντικότερες μορφές της πόλης του Ναυπλίου κατά τον 19ο αιώνα και οι εφημερίδες και τα ΦΕΚ της εποχής βρίθουν αναφορών σε αυτόν καθώς εργαζόταν και ως ιδιώτης πτυχιούχος χημικός, αφού τότε δεν υπήρχε κανένας άλλος με αυτά τα προσόντα. Ενδεικτικά και μόνο ΦΕΚ 18/16-6-1854».

 

Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Τα λουτρά στην πόλη του Ναυπλίου


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα άρθρο του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

 

«Τα λουτρά στην πόλη του Ναυπλίου»

 

Εγκαταστάσεις λουτρών (χαμάμ) στην πόλη του Ναυπλίου αναφέρονται για πρώτη φορά από τον Άγγλο αρχαιολόγο και τοπογράφο William Gell. Περιγράφει ένα δημόσιο λουτρό, που είχε επισκεφθεί μεταξύ των ετών 1804-1806, ως εξής: «Στο κέντρο του πρώτου διαμερίσματος υπήρχε φωτιά και γύρω γύρω σοφάδες με καθαρά σεντόνια και σκεπάσματα. Εκεί γδύνεσαι, τυλίγεσαι με ένα βαμβακερό ρούχο, φοράς ξυλοπάπουτσα και οδηγείσαι ανάμεσα από πολλές θολωτές καμάρες, τη μια ζεστότερη από την προηγούμενη, στο χαμάμ, όπου ξαπλώνεις σε ένα τεζάχι ξύλινο, μεγάλο όσο μια πόρτα, στερεωμένο σε ύψος 4 ιντσών από το πάτωμα. Kι ενώ παθαίνεις δυνατή εφίδρωση, ένας λουτράρης σε τρίβει και σε λούζει αν θέλεις. (…) Ύστερα, σε οδηγεί ξανά στην πρώτη αίθουσα, όπου ξαπλώνεις ανάμεσα στα σεντόνια και πίνεις καφέ ώσπου να στεγνώσεις. Μπορείς να αφήσεις τα λεφτά στις τσέπες χωρίς φόβο. Στα λουτρά δεν γίνονται ποτέ κλοπές».

Την περίοδο εκείνη υπήρχαν στην πόλη τουλάχιστον δύο λουτρά. Τμήμα ενός λουτρού σώζεται ακόμα και σήμερα απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Σπυριδωνα. (Φωτό 1)

 

Φωτό 1. Τμήμα λουτρού σώζεται ακόμα και σήμερα απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Σπυριδωνα.

 

Το άλλο μάλλον στεγαζόταν σε κτίριο στο Μεγάλο Δρόμο (Β. Κωνσταντίνου 10) και κατά πάσα πιθανότητα η περιγραφή του Gell αφορά αυτό. Το λουτρό αυτό ανήκε στους κληρονόμους του Παπαφλέσσα. (Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, τεύχος 53, άρθρο Κ. Δανούση).

Τα λουτρά τροφοδοτούνταν με νερό από την πηγή της Αγίας Μονής. Τμήματα του πήλινου αγωγού μεταφοράς νερού έχουν βρεθεί στην περιοχή Ροδίου. Στο ίδιο σύστημα μεταφοράς νερού στην πόλη ανήκουν και οι κατασκευές με καμάρες που διακρίνουμε στις υπώρειες του βράχου στον θερινό κινηματογράφο. (Φωτό 2)

 

Φωτό 2. Στο σύστημα μεταφοράς νερού στην πόλη ανήκουν και οι κατασκευές με καμάρες που διακρίνουμε στις υπώρειες του βράχου στον θερινό κινηματογράφο.

 

Σε ένα από τα λουτρά μαρτυρείται μαζική δολοφονία Ευρωπαίων εθελοντών, λίγο μετά την άλωση του Ναυπλίου. (Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου από βιβλίο Σιμόπουλου). Το 1826 καταγράφεται στο αστυνομικό δελτίο κλοπή μαργαριταριού που ανήκε σε μια γυναίκα, η οποία είχε επισκεφτεί το χαμάμ της πόλης για το λουτρό της. (Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου). Στα χρόνια της απελευθέρωσης λειτουργούν ακόμα ιδιωτικά λουτρά στην πόλη. Το 1834 υπάρχει φόρος λουτρών ενώ στα Γενικά Αρχεία του Κράτους συναντάμε το όνομα ενός ιδιοκτήτη λουτρών, του Μ. Κοιλόνου. (ΓΑΚ)

Γύρω στα 1860 κατασκευάζονται θαλάσσια λουτρά σε χώρο μέσα στη θάλασσα, στην περιοχή που είναι σήμερα οι Μπανιέρες προς την κατεύθυνση του φάρου. Λειτουργούν δώδεκα λουτρά σε ξύλινη κατασκευή, με σκελετό που είναι μέσα στη θάλασσα. (Φωτό 3-4)

 

Φωτό 3. Η περιοχή που είναι σήμερα οι Μπανιέρες.

 

Φωτό 4. Η περιοχή που είναι σήμερα οι Μπανιέρες.

 

Το 1887 γίνεται ανακαίνιση των λουτρών ενώ η εξέδρα χρησιμοποιείται και για παραστάσεις και συναυλίες. Το 1901 σε δημοσίευμα της εφημερίδας «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» αναφέρεται ότι το κόστος για τα λουτρά είναι 0.20 λεπτά. Από το 1892 – 1894 τα λουτρά ενοικιάζονται από τον Κωνσταντίνο Καλτεζά και έπειτα από τον Βασίλη Μπουζακιώτη. (ΓΑΚ)

Έως το 1924 γίνονται δημοπρασίες για την ενοικίαση των ξύλινων λουτρών. Από φωτογραφίες της εποχής διαπιστώνουμε ότι υπήρχε ένα μικρό διάστημα που δεν υπάρχουν ξύλινα λουτρά στην πόλη (1925; 1928).

Την 1η Απριλίου 1928 παραδίδονται από τον μηχανικό Γιάνναρο τα νέα σχέδια ξύλινων λουτρών στον μηχανικό του δήμου για να γίνει εργολαβία. (Φωτό 5 Σχέδια).

 

Φωτό 5. Σχέδια ξύλινων λουτρών.

 

Σε 10 ημέρες δημοπρατείται η κατασκευή των ξύλινων λουτρών, με προϋπολογισμό 190.000 δραχμές. Στις 27 Απριλίου 1930 καταγράφεται δημοπρασία για την ενοικίαση των λουτρών, με μειοδότη κάποιον με το όνομα Ρετάλης. Σε επαναληπτική δημοπρασία φαίνεται ότι τελικά τα λουτρά ενοικιάστηκαν από τον Ευάγγελο Σμυρναίο. Στις 31 Ιουνίου 1931 το Δημοτικό Συμβούλιο έδωσε άδεια στον Σμυρναίο να πουλάει είδη καφενείου στο χολ των λουτρών. Τα λουτρά αποτελούνται από δέκα διαφορετικά δωμάτια, χωρισμένα σε ανδρών και γυναικών. Σύμφωνα με τη διαφήμιση που κυκλοφορεί, υπάρχει η δυνατότητα για ιαματικά λουτρά, σε πλήρη απομίμηση των λουτρών Αιδηψού, Λουτρακίου, Κυλλήνης, Υπάτης και Μεθάνων. Τα νερά έρχονταν σε συσκευασία, με την εγγύηση του καθηγητή Αναστάσιου Δαμβέργη (καθηγητής της φαρμακολογίας, ο οποίος έκανε αναλύσεις στα ιαματικά νερά της Ελλάδας). Τα προμήθευε το κατάστημα Μ. Λάμπρου. Επίσης, μπορούσε κάποιος να κάνει θαλάσσια θερμά λουτρά και λουτρά καθαριότητας, θερμά και ψυχρά. (Φωτό 6-7-8)

 

Φωτό 6. Λουτρά

 

Φωτό 7. Λουτρά

 

Φωτό 8. Αγγελία

 

Το 1941, τα λουτρά, τα οποία είναι σε λειτουργία και κατά τη διάρκεια της Κατοχής, επισκευάζονται. (ΓΑΚ) (Φωτό 9)

 

Φωτό 9. Τα λουτρά, ήταν σε λειτουργία και κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

 

Το 1946 δίνεται η δυνατότητα παροχής θερμών λουτρών σε άπορους. (ΓΑΚ)

Το 1947, ο σύλλογος «Παλαμήδης» καταθέτει πρόταση να παραχωρηθεί σε δημοπρασία και να κατασκευαστεί στον χώρο του παλαιού γυμναστηρίου (πάρκο Σταϊκόπουλου) λουτρικό κατάστημα για καθαριότητα και για ιαματικά θερμά λουτρά. (Σύλλογος Παλαμήδης, πρακτικά).

Το 1958, το Λιμενικό Ταμείο κατασκευάζει τσιμεντένια βάση για νέα λουτρά, διαθέτοντας 160.000 δρχ. Ο μηχανικός που σχεδίασε το κτίριο ονομάζεται Ευμένιος Μαυρόπουλος. Το Λιμενικό Ταμείο σταματάει το έργο, λόγω έλλειψης χρημάτων. (Τοπικές Εφημερίδες).

Τον Μάρτιο του 1959, ο δήμαρχος Σαγιάς και ο πρόεδρος του Λιμενικού Ταμείου Ηλίας Παπαδάκης πιέζουν να ολοκληρωθούν τα έργα κατασκευής των λουτρών. Με μεσολάβηση του ναυπλιώτη Γενικού Διευθυντή του Γενικού Λογιστηρίου, Μάνου Δαλαμάγκα (συμμετέχει και στο Συμβούλιο Τουρισμού), διατέθηκαν άλλες 200.000 δρχ. για την αποπεράτωση του κτιρίου στις Μπανιέρες. Στα μέσα του 1959 κατεδαφίστηκαν τα υφιστάμενα ξύλινα λουτρά. (Τοπικές Εφημερίδες).

Η κατασκευή δεν έτυχε καθολικής αποδοχής. Η εφημερίδα «Σύνταγμα» εκφράζει τις αντιρρήσεις της ως προς το σημείο κατασκευής των νέων λουτρών. Αναφέρει ότι «το έργο είναι βαρύ, θυμίζει παλιό στρατώνα, εξαφάνισε το μνημείο της Γλώσσας και ανατρέπει την γραμμήν των 5 αδελφών». Και μάλλον είχε δίκιο. Η μελέτη για την κατασκευή του κτιρίου είχε και αυτή παραλείψεις. Δεν είχαν σχεδιάσει ουρητήρια ούτε και τον χώρο του μηχανοστασίου. Τελικά και τα δύο έγιναν στα σκαλοπάτια όπως κατεβαίνουμε από τα Πέντε Αδέλφια για την Πύλη της Θάλασσας στην παραλία της Γλώσσας. (Φωτό 10)

 

Φωτό 10. Πύλη της Θάλασσας.

 

Τον Ιούλιο του 1959, το κτίριο δημοπρατείται και από το καλοκαίρι του 1960 τα λουτρά αρχίζουν να λειτουργούν. Παρέχονται θερμά θαλάσσια λουτρά αλλά και ιαματικά φάρμακα Αιδηψού, Μεθάνων, Υπάτης από τη βιομηχανία Δαμβέργη. (Τοπικές εφημερίδες) (Φωτό 11-12-13)

 

Φωτό 11. Μπανιέρες.

 

Φωτό 12. Τμήμα από το τείχος του Τόρου στη βορειοδυτική παραλία.

 

Φωτό 13. Διαφήμιση των λουτρών, 1960

 

Με τα χρόνια, τη δεκαετία του 1970, δεν λειτουργούν λουτρά στον χώρο και πλέον χρησιμοποιείται ως ο μοναδικός χώρος για μπάνιο εντός της πόλης. Οι γονείς με το ουζάκι και τα μεζεδάκια του Ζήση και τα παιδιά με τις βουτιές από την ξύλινη εξέδρα και το ανέβασμα από τις μεταλλικές σκάλες. Την περίοδο της χούντας, ο δήμαρχος Α. Παναγιωτόπουλος κατασκευάζει δίπλα στις μπανιέρες μια μικρή «πισίνα» για τα παιδιά.

Από το 1990 το κτίριο είναι μέσα στην αδόμητη ζώνη προστασίας της Ακροναυπλίας / Παλαμηδίου, η οποία επικαιροποιήθηκε το 1995 Πολεοδομικά το κτίριο είναι αυθαίρετο (δεν έχει οικοδομική άδεια) και δεν γνωρίζω αν έχει γίνει οποιαδήποτε προσπάθεια νομιμοποίησης -τακτοποίησης, ώστε να μπορεί να νοικιαστεί από το Λιμενικό Ταμείο.

Και φθάνουμε στο σωτήριο έτος 2020. Αυτές τις μέρες του Μαρτίου ολοκληρώνεται το έργο της τοποθέτησης λιθορριπής μπροστά από το κτίριο, σε ύψος 1.5 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας, με τη δικαιολογία της προστασίας της εγκατάστασης!!! Η εγκατάσταση δεν είναι πια λουτρά θερμαινόμενα. Εδώ και χρόνια είναι ένα σημείο πρόσβασης στη θάλασσα και εμείς το καταστρέψαμε.

 

Φωτό 14. Μπανιέρες, η σημερινή κατάσταση.

 

Μετά από 60 χρόνια Στις Μπανιέρες, δεν θα μπορείς να κάνεις μπάνιο. (Φωτό 14)

 

 Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

Read Full Post »

Η υγιεινή, η ιατρική, η φαρμακοποιία, και η θεραπεία στον κόσμο του Ομήρου


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της κυρίας Μαρίας Βασιλείου με τίτλο:

«Η υγιεινή, η ιατρική, η φαρμακοποιία, και η θεραπεία στον κόσμο του Ομήρου».

 

Στον κόσμο του Ομήρου, οι θεοί τιμωρούν στέλνοντας τον πόνο και την ασθένεια, αρμόδιοι όμως για την αντιμετώπιση τους, είναι θεοί, ημίθεοι και  βροτοί (θνητοί).

Ας δούμε μερικά παραδείγματα:

Στην ραψωδία Α της Ιλιάδας, ο Όμηρος, αφηγείται τον λοιμό που στέλνει ο Απόλλωνας στα στρατεύματα των Αχαιών, για να τιμωρήσει την ύβρη του Αγαμέμνονα (στ.61 εἰ δὴ ὁμοῦ πόλεμός τε δαμᾷ καὶ λοιμὸς Ἀχαιούς). Από τις αφηγήσεις του Ομήρου γνωρίζουμε πως αφανίστηκε μεγάλο μέρος του ελληνικού στρατού, που εκείνη την περίοδο βρισκόταν σε πολιορκία, γύρω από την  Τροία. Επί εννιά μέρες έκαιγαν σε πυρές τα πτώματα των νεκρών ενώ οι νεκροί ήταν τόσοι, που δεν προλάβαιναν τα σώματά τους να ταφούν, με αποτέλεσμα να κατασπαράζονται από σκυλιά και αρπακτικά πουλιά. Σύμφωνα με το κείμενο, η αρρώστια μεταδόθηκε  πρώτα στους σκύλους, μετά στα μουλάρια και τέλος στον άνθρωπο. Ιδιαίτερη εντύπωση  προκαλούν στους επιστήμονες και τα μέτρα απολύμανσης που εφαρμόσθηκαν μετά το λοιμό δηλαδή το πλύσιμο των αντικειμένων στην θάλασσα.

Ανάλογα περιστατικά απολύμανσης βρίσκουμε σε άλλο σημείο  στην  Ιλιάδα, όταν  ο Αχιλλέας,  καθαρίζει καλά με θειάφι και τρεχούμενο νερό το καλοδουλεμένο ποτήρι που του χάρισε η μητέρα του Θέτις και μετά προσφέρει σπονδή στον Δία, αλλά και την Οδύσσεια, όταν  ο Οδυσσέας, ύστερα από τη μνηστηροφονία, αναλαμβάνει να καθαρίσει το σπίτι του και ζητά από την τροφό του Ευρύκλεια να του προμηθεύσει το απαραίτητο θειάφι, το οποίο καίει στην αυλή για να εξαγνιστεί ο ίδιος και το παλάτι.

Είναι γνωστό σήμερα ότι το θειάφι με την υγρασία και τον αέρα μετατρέπεται σε διοξείδιο θείου (SO2) και τελικά σε θειώδες οξύ που καταστρέφει διάφορους μικροοργανισμούς. (Ρίχνεται εξαχνωμένο θείο (sublimated Sulfur NF) πάνω στα φύλλα και τους βλαστούς των φυτών, ιδιαίτερα της αμπέλου, ως μικροβιοκτόνο).

Οι τραυματισμοί των ηρώων, στην Ιλιάδα, αντιμετωπίζονται από εμπειροτέχνες γιατρούς με επικεφαλής τον Μαχάονα και τον Ποδαλείριο. Πρόκειται για δύο αδέλφια με καταγωγή από τη Θεσσαλία, πατέρας των οποίων ήταν ο βασιλιάς Ασκληπιός – ο μετέπειτα δηλαδή θεός της Ιατρικής – ο οποίος και δίδαξε στους γιούς του την ιατρική τέχνη. Στα χρόνια του Ομήρου, βέβαια, ο Ασκληπιός δεν είχε ακόμα θεοποιηθεί, θεωρούνταν ωστόσο ένας εξαιρετικός ιατρός, τον οποίο είχε μυήσει στα μυστικά της Ιατρικής ο Κένταυρος Χείρων. Πολλοί ήρωες επίσης, που  είχαν μαθητεύσει κοντά στον Κένταυρο Χείρωνα, καταγίνονταν με την αντιμετώπιση τραυματισμών.

 

Ποδαλείριος, γνωστός γιατρός από την Τρίκκη της Θεσσαλίας, προστάτης της «επιμελουμένης τα εσωτερικά νοσήματα» Ιατρικής, δηλαδή της σημερινής Παθολογίας. Αρχαιολογικό μουσείο Δίου.

 

Ο Πάτροκλος εμφανίζεται στον ρόλο «γιατρού», στην  Ιλ. Ραψωδία Λ, όπου περιγράφεται πώς ο πληγωμένος Ευρύπυλος του ζητά να τραβήξει τη σαΐτα από τον μηρό του και να πασπαλίσει πάνω της μαλακτικά βότανα, όπως τον δίδαξε ο Αχιλλέας, αλλά και πώς ο Πάτροκλος αντιμετώπισε το τραύμα. (Ευτύς του βγάζει ο Πάτροκλος τη σουβλερή σαγίτα/απ’ το μερί με το μαχαίρι του, το μαύρο γαίμα πλένει/με χλιό νερό, και πάνω απίθωσε πικρή πονοκοιμήτρα/ρίζα, στο χέρι αφού την έτριψε, και σταματά τους πόνους. Έτσι η πληγή γοργά εμαράθηκε, και στάθηκε το γαίμα).

 

Παράσταση που απεικονίζει τον Αχιλλέα να τυλίγει το χέρι του Πάτροκλου. Altes Museum.

 

Στην  ραψωδία Λ’ της Ιλιάδας, έχουμε και  την παρουσίαση από τον ποιητή της Αγαμήδης, μοναδικής φαρμακογνώστριας, η οποία «ήξερε τόσα βοτάνια, όσα τρέφει η πλατιά γη».

Οι πρωταγωνιστές της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, είχαν στη διάθεσή τους μια σειρά από φάρμακα (στα έπη του Ομήρου υπάρχει αυτούσια η λέξη φάρμακο), τα οποία παρασκεύαζαν θεοί, ημίθεοι και θνητοί. Υπάρχουν φάρμακα ήπια, οδυνηφάγα, τα εσθλά (καλά) φάρμακα, τα λυγρά (ολέθρια), θνητοφάγα και ανδροφόνα φάρμακα, αλλά και φάρμακα μητιόεντα (έξυπνα). Θα συναντήσουμε επίσης τα χειρώνια βότανα που κλείνουν τις πληγές, φάρμακα αγχολυτικά και αντικαταθλιπτικά, αντισηπτικά, παραισθησιογόνα και ναρκωτικά και αντίδοτα που προέρχονται από τα βότανα, φαρμακοτεχνικές και διάφορα υλικά, αλλά και μορφές θεραπείας, προς τις οποίες στρέφεται και  ο σημερινός άνθρωπος, θεωρώντας πως επιλέγει ό,τι πιο νεωτεριστικό….

Ο Όμηρος, παρουσιάζει, στην Ιλιάδα, την Αφροδίτη να παίρνει από τον αρύβαλο – το μικρό πήλινο δοχείο που χρησίμευε για τη φύλαξη του τριανταφυλλόλαδου – λίγο με τις άκρες των δαχτύλων, το θερμαίνει τρίβοντάς το στις παλάμες της, για να γίνει πιο λεπτόρρευστο ώστε να απορροφηθεί καλύτερα και ύστερα το εναποθέτει απαλά στο πληγωμένο, καταξεσκισμένο δέρμα του Έκτορα.  (Ραψωδία Ψ). Το τριανταφυλλόλαδο ή ροδέλαιο λαμβάνεται με απόσταξη με υδρατμούς από τα άνθη του φυτού Rosa gallica, damascena, centifolia κ.ά. Είναι το κατ’ εξοχήν αιθέριο έλαιο σήμερα αφού η πρώτη ύλη του, το ρόδο, θεωρείται ο βασιλιάς των λουλουδιών, με 25.000 είδη σε όλο τον κόσμο.

Αλλά και η θεά Ήρα, για να εμποδίσει τον Δία να βοηθήσει τους Τρώες, στολίζεται με ολόχρυσα κοσμήματα και αλείφει το σώμα και τα ρούχα της με αρωματικό λάδι. Ύστερα παρασέρνει τον βασιλιά των θεών στην αγκαλιά της, πάνω στη λουλουδισμένη γη, όπου φυτρώνει δροσερό τριφύλλι (Melilotus alba, Papilionaceae), μυρωδάτη ζαφορά (Crocus sativus, Iridaceae) και ζουμπούλια πυκνά και μαλακά (Hyacinthus orientalis, Liliaceae), όλα τους φαρμακευτικά φυτά. Καταφέρνει έτσι να τον αποκοιμίσει, οπότε απερίσπαστη τρέχει να εμψυχώσει τους Δαναούς που νικούν τους Τρώες. (Ιλιάδα, Ψ).

Ο Όμηρος επίσης αναφέρει τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια το μύρο. Ο Αχιλλέας π.χ. προστάζει να φροντίσουν τον νεκρό Πάτροκλο, να τον λούσουν, να τον αλείψουν με αρωματικό λάδι και να γεμίσουν τις πληγές του με μύρο. Το μύρο ή μύρα (Myrrha) είναι δρόγη[1] που προέρχεται από πολλά είδη του γένους Commifera.

Το μέλι επίσης αποτελεί συστατικό του κυκεώνα (μείγμα από κρασί Πράμνειο, κριθάλευρο, μέλι και νερό) τον οποίο ετοιμάζει η Ευκαμήδη στο συμπόσιο του Νέστορα, καθώς και η Κίρκη για τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του. Επίσης είναι συστατικό των χοών, όπως αφηγείται ο Οδυσσέας. (Οδύσσεια, Λ: και έχυνα, γύρω από τα χείλη τους, σπονδές προς όλους τους νεκρούς/πρώτα μέλι με γάλα, κρασί μετά γλυκό, τρίτο νεράκι/και πάνω εκεί πασπάλιζα λευκό κριθάλευρο).

 Η Κίρκη συμβουλεύει τον Οδυσσέα να βουλώσει τα αφτιά των συντρόφων του με μελισσοκέρι (ζωική δρόγη) για να μη μαγευτούν από το τραγούδι των Σειρήνων. Του λέει να διαλέξει φρέσκια κερήθρα, ώστε το κερί της να είναι εύπλαστο και να παίρνει άνετα το σχήμα του ωτικού πόρου, χωρίς να τον ερεθίζει.

Ξανά η Κίρκη, στην Ραψωδία Κ της Οδύσσειας, όπου εκτός από   την μαγεία που περιβάλλει τα φοβερά παθήματα του Οδυσσέα και των συντρόφων του, τους χοίρους, τα μαγικά ραβδιά, τα μάγια, έχουμε και τα φάρμακα και τα αντιφάρμακα. Η  θεά Κίρκη όχι μόνο γνωρίζει φάρμακα καλά (εσθλά)  και κακά (λυγρά), αλλά και πώς να τα χρησιμοποιεί.

Στο σπίτι της άναψε φωτιά και πάνω της τοποθέτησε τα καζάνια με τις φαρμακείες. Παρακολουθεί τους συντρόφους του Οδυσσέα από μακριά, ενώ παρασκευάζει τον κυκεώνα της, όπου ρίχνει βοτάνια φαρμακερά, να τον πιουν αυτοί, να μεταμορφωθούν σε χοίρους και να λησμονήσουν την πατρίδα τους. Ο μύθος γνωστός: σαν ήπιανε, μ’ ένα ραβδί τους χτύπησε/και μες στη χοιρομάντρα τους έκλεισε/κι είχαν φωνή και τρίχες και σώμα χοίρων/μα γερός σαν πρώτα ο νους τους ήταν.(Οδύσσεια, Κ).

 

Η Κίρκη και οι σύντροφοι του Οδυσσέα. Έργο του Ιταλού ζωγράφου Παρμιτζανίνο (Parmigianino), Uffizi Gallery.

 

Ο Ερμής, συμβουλεύει τον Οδυσσέα, πώς να ματαιώσει τα σχέδια της Κίρκης. Του δίνει το μώλυ, βότανο με μαύρη ρίζα και άνθος λευκό σαν γάλα, για να μπορέσει να μείνει στο σώμα και την ψυχή αμάγευτος. Είναι το αντίδοτο, χάρη στο οποίο οι σύντροφοι θα ξαναγίνουν άνθρωποι.

Πέρα από τον μύθο, υπάρχει η προσπάθεια της επιστημονικής εξήγησης, η οποία συνδέεται με τα παραισθησιογόνα φάρμακα και τα αντίδοτα. Ο κυκεώνας περιέχει: τυρί (αμινοξέα τυραμίνη, καζεΐνη, ζωικό λίπος και καζεϊνικό ασβέστιο), κριθάλευρο, που, βράζεται και έτσι διαλύεται στο νερό κάθε υδατοδιαλυτή ουσία του και από τον αμυλόκοκκο απελευθερώνονται η αμυλόζη και η αμυλοπηκτίνη που μαζί με το  μέλι κάνουν τον κυκεώνα πυκνόρρευστο  και βελτιώνουν τις οργανοληπτικές του ιδιότητες και προστίθεται κρασί, ως συντηρητικό, με αντιοξειδωτική και αντιμικροβιακή ιδιότητα. (Στον Όμηρο, εκτός από το κριθάρι αναφέρονται το σιτάρι και η σίκαλη).

 Ως γνωστόν, στους στάχεις των αγρωστωδών, παρατηρούνται το καλοκαίρι και το φθινόπωρο μεγάλα μαύρα στίγματα, τα οποία από πολύ παλιά ονόμαζαν όλυρα ή βρίζα ή εργότια. Πρόκειται για το σκληρώτιο του παρασιτικού μύκητα Claviceps purpurea, το οποίο ονομάζεται ερισυβώδης όλυρα και περιέχει αλκαλοειδή (εργομητρίνη, εργονοβίνη και εργοβασίνη, φάρμακα χρήσιμα στη γυναικολογία), εργοταμίνη (φάρμακο κατά της ημικρανίας) και λυσεργικό οξύ το διαιθυλαμίδιο του οποίου, γνωστό ως LSD, είναι ψευδαισθησιογόνο, επηρεάζει τη συνείδηση, τη σκέψη, τη βούληση, το συναίσθημα και χρησιμοποιείται στην ψυχιατρική. Προκαλεί αγγειοσύσπαση, διέγερση των μυών των τριχών, αύξηση της θερμοκρασίας, σιελόρροια, εμετό, ελάττωση της αρτηριακής πίεσης και βραδυκαρδία. Με βάση τα παραπάνω «συμπεραίνεται» από ορισμένους, ότι το κριθάρι της Κίρκης ήταν μολυσμένο με εργότιο, γι’αυτό και η «μεταμόρφωση» των συντρόφων. Τα φάρμακα που αυτή προσθέτει στον χυλό πιθανόν είναι όπιο, κατασταλτικό.

Ο Όμηρος «σπέρνει» μήκωνες στην Ιλιάδα για να «καρπίσουν» στην Οδύσσεια και να δώσουν από τις άγουρες κωδείες, το όπιο. Από τα πολλά αλκαλοειδή του οπίου η μορφίνη είναι το ισχυρότερο φυσικό αναλγητικό που προκαλεί ευφορία, νύστα και ύπνο. Η αλκοόλη του οίνου παρατείνει τη δράση της μορφίνης, αλλά ο εγκέφαλος δεν επηρεάζεται οργανικά από αυτήν παρά μόνον λειτουργικά.

Ο Οδυσσέας από την άλλη πλευρά, πίνει τον μαγεμένο κυκεώνα, αφού όμως έχει ρίξει μέσα, σύμφωνα με τις οδηγίες του Ερμή, το μώλυ, δρόγη, η οποία σύμφωνα με τις περιγραφές του ποιητή και μία πιθανή εξήγηση μπορεί ν’ ανήκει στο φυτό Μανδραγόρα ή Hyoscyamus niger, οικ. Solanaceae. (Ο υο-σκύαμος ετυμολογείται από το υς=χοίρος + κύαμος=κουκί και περιέχει ουσίες, οι οποίες ανταγωνίζονται την ακετυλοχολίνη, ουσία του παρασυμπαθητικού συστήματος).

 Ο Οδυσσέας δηλαδή  «πετυχαίνει με το μώλυ» έναν επιθυμητό αντίδοτο και έτσι γλυτώνει από τα μάγια της Κίρκης. Για όλα υπάρχει γιατρειά, που θα ‘λεγε και ο ήρωας…

Με έμμεσες και άμεσες αναφορές, ο Όμηρος, παρουσιάζει την Ελένη φαρμακογνώστρια και φαρμακοτέχνισσα, η οποία κατέχει και παρασκευάζει φάρμακα μητιόεντα (έξυπνα). (Μήτις είναι η ευφυία, που θα ονομαστεί αργότερα σοφία, φρόνηση, σύνεση και γνώμη και κατά τον Αριστοτέλη συνδέεται με το μέτρο και τον υπολογισμό).

Η Ελένη είναι προικισμένη από τον πατέρα της Δία με το χάρισμα της φιλομάθειας και έχει εκπαιδευτεί στη χρήση των φαρμάκων δίπλα στην Πολύδαμνα, γυναίκα του βασιλιά της Αιγύπτου. Γι’ αυτό ρίχνει μυστικά στα ποτήρια με το κρασί, του Μενέλαου και του Τηλέμαχου, που θρηνεί για τον πατέρα του, ένα φάρμακο, το νηπενθές, κατάλληλο να σβήνει τις πίκρες και να γιατρεύει τους πόνους. (Οδύσσεια, Δ)

Ποιο είναι το φάρμακο αυτό μόνο να εικάσουμε μπορούμε. Στη Φυτολογία υπάρχει φυτό της Μεσογείου με το λαϊκό όνομα νηπενθές και ίσως να πρόκειται για το όπιο, ουσία ναρκωτική, που κάνει το άτομο απαθές απέναντι στον ψυχοσωματικό πόνο. Πρόκειται για υγρή φαρμακομορφή, που εύκολα διαλύεται στο κρασί, χωρίς να γίνεται αντιληπτό.

 Ο Όμηρος, στην Ι Ραψωδία της Οδύσσειας, αναφέρει τον καρπό ενός δέντρου σύμβολο του ναρκωμένου νου, της λησμονιάς και του λήθαργου. Πρόκειται για τον λωτό, ζουμερό και γλυκό καρπό, που τρώνε οι σύντροφοι του Οδυσσέα στη χώρα των ειρηνικών Λωτοφάγων.

Όταν ο Οδυσσέας συναντά τον Αλκίνοο, καθώς αφηγείται τις ταλαιπωρίες του, δίνει την ενδιαφέρουσα πληροφορία ότι οι Λωτοφάγοι τρώνε άνθη: (Οδύσσεια, Ι)

Τι συμβαίνει στ’ αλήθεια; Οι Λωτοφάγοι τρώνε άνθη λωτού ενώ φιλεύουν με τον μελωμένο καρπό τους ξένους. Πρόκειται για δύο διαφορετικά είδη, το ένα νούφαρο υδρόβιο  η Νymphea caerulea, της οποίας τα άνθη περιέχουν απομορφίνη, ουσία με ψυχοτρόπους ιδιότητες. Το άλλο είδος είναι δέντρο που ανήκει στο γένος Diospyrus, με πιο γνωστό το D.lotus, έχει γλυκό καρπό χωρίς νευροτρόπο ή ψυχοτρόπο δράση. Αυτός ο καρπός πρέπει να ήταν το δόλωμα για να πειστούν οι σύντροφοι να δοκιμάσουν και άνθη του λωτού-νούφαρου, δεδομένου ότι η περιεχόμενη στον γλυκό λωτό φρουκτόζη θα επικάλυπτε την πικρή γεύση της απομορφίνης. Είναι δε η απομορφίνη παράγωγο της μορφίνης, η οποία πρώτα διεγείρει και μετά παραλύει το Κ.Ν.Σ.

 

Υποσημείωση


[1] Δρόγη είναι το μόνο μέρος του φυτικού η ζωικού οργανισμού, π.χ. φύλλα, η φλοιός, η σπέρματα, η άλλο όργανο του φυτού η ζώου, που χρησιμοποιείται για την θεραπευτική η άλλη δράση του. Η δρόγη διαφέρει από την το φάρμακο. Ως φάρμακο χαρακτηρίζεται οποιαδήποτε χημική ουσία η προϊόν, το οποίο παρουσιάζει φαρμακολογικές ιδιότητες και επομένως είναι σε θέση να προκαλέσει μεταβολές σε φυσιολογικές λειτουργίες οργανικών η βιοχημικών συστημάτων.

 

Πηγές


 

  • «Ιστορία της Φαρμακευτικής», Εμμανουήλ Ιω. Εμμανουήλ, Ακαδημαικού, Τακτικού Καθηγητού εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω,Ανωτάτου Υγειονομικού Συμβούλου: Τύποις «Πυρσός» Α.Ε, Αθήναι 1948.
  • «Ιστορία της Φαρμακευτικής», Ελένη Σκαλτσά, Καθηγήτρια, Τμήμα Φαρμακευτικής ,Τομέας Φαρμακογνωσίας & Χημείας Φυσικών Προιόντων, ΕΚΠΑ,/ Ελληνικά Ακαδημαικά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα, www.kallipos.gr
  • «Η εξελικτική πορεία της ίασης στην Αρχαία Ελληνική Γραμματεία», Χρ. Τεσσερομάτη, Δ. Κώτσιου, «Ιατρική», Διμηνιαία Έκδοση Εταιρείας Ιατρικών Σπουδών, Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 2015, Τόμος 104, Τεύχος 5-6 :23-304.

 

Επιμέλεια κειμένου

Μαρία Γ. Βασιλείου

Βιολόγος-Ωκεανογράφος

Read Full Post »

Οι κομπογιαννίτες, οι φαρμακοτρίβες κατά την Επανάσταση του 1821 και του Πασχάλη Θεοδώρου τα χάπια του πρώτου που άνοιξε (ανεπίσημο) φαρμακείο στο Ναύπλιο


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της κυρίας Μαρίας Βασιλείου με τίτλο:

 «Οι κομπογιαννίτες, οι φαρμακοτρίβες κατά την Επανάσταση του 1821 και του Πασχάλη Θεοδώρου τα χάπια του πρώτου που άνοιξε (ανεπίσημο) φαρμακείο στο Ναύπλιο».

 

Είναι γνωστό ότι, κατά τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης, οι συνεχείς προσπάθειες και πρωτοβουλίες για την εξασφάλιση πόρων και εφοδίων για τον Αγώνα, δεν περιελάμβαναν ιδιαίτερη μέριμνα, για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των μαχητών και την ιατροκοινωνική προστασία των αμάχων.

Ωστόσο αρκετοί νέοι από διάφορες περιοχές της υπόδουλης Ελλάδος, προερχόμενοι σχεδόν αποκλειστικά από εύπορες αστικές οικογένειες, έσπευδαν σε πανεπιστήμια ευρωπαϊκών πόλεων για να σπουδάσουν, κατά προτίμηση Ιατρική, γιατί κατά τον Κοραή «…θηριώδες έθνος εις μόνους τους ιατρούς αναγκάζεται να υποκρίνεται κάποιαν ημερότητα».

Τα Πανεπιστήμια επιλογής των Ελλήνων για ιατρικές σπουδές ήταν, κυρίως, της Πάδοβας, της Παβίας, της Πίζας και της Βιέννης, από τα οποία οι αποφοιτούντες με διπλώματα  που έφεραν την αναφορά «Natione Graecus» προσπαθούσαν να βοηθήσουν με κάθε τρόπο την υπόδουλη πατρίδα και να συνδράμουν στον αγώνα.

 

Ευρωπαίος γιατρός περιθάλπει Έλληνα αγωνιστή. Λιθογραφία από την έκδοση Histoire d’une Epingle et Bluettes του σχεδιαστή H. Gerard Fontallard. Συλλογή χαρακτικών ΕΙΜ.

 

Στην υπόδουλη Χώρα λοιπόν, στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης, υπήρχαν κυρίως  πρακτικοί ή εμπειρικοί ιατροί που ασκούσαν τη λεγόμενη «Δημώδη Ιατρική», και ήταν ιδιαίτερα επιδέξιοι, κυρίως,  στην ανάταξη εξαρθρημάτων και καταγμάτων, στην περιποίηση τραυμάτων και στην πραγματοποίηση μικροεπεμβάσεων, με συνέπεια να καλούνται και «ιατροχειρουργοί» αλλά επίσης, «ιατροφαρμακοποιοί», γιατί, εκτός των ιατρικών πράξεων, παρασκεύαζαν φάρμακα και συνέλεγαν βότανα, τα οποία χορηγούσαν, κατά περίπτωση, σε ασθενείς και τραυματίες. Η μετάδοση των γνώσεων και των εμπειριών στην άσκηση της πρακτικής ιατρικής ήταν συνήθως οικογενειακή υπόθεση και περνούσε από τον πατέρα στα παιδιά του. Πρέπει, όμως, να επισημανθεί η λειτουργία πρακτικών ιατροφαρμακευτικών σχολείων στην Αθήνα, το Καρπενήσι, τη Σπάρτη, τη Χίο και αλλού, στα οποία διδάσκονταν σχετικά μαθήματα. Ένα τέτοιο ιατροφαρμακευτικό σχολείο ιδρύθηκε στο Μυστρά από τον Παναγιώτη Γιατράκο πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα.

 

Προσωπογραφία του αγωνιστή Παναγιώτη Γιατράκου, έργο του Σπυρίδωνα Προσαλέντη. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Μεταφορά τραυματία από τη μάχη. Άγνωστος ζωγράφος. Λάδι σε μουσαμά, 60 x 50 εκ. Συλλογή Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη. Εκτίθεται στην Εθνική Πινακοθήκη, Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Τα φάρμακα, τα οποία χρησιμοποιούσαν οι επιστήμονες ιατροί και πολλοί από τους εμπειρικούς, ήταν κυρίως δρόγες (αλόη, θεριακή, κάρδαμο, κίνα, πιπερόριζα, σαμπούκο, σαρκοτρόφι, σίλφιο κ.ά.), η χρήση των οποίων ανάγεται στην εποχή του Διοσκουρίδη. Ήταν, επίσης, ορισμένες φαρμακευτικές και χημικές ουσίες (άλας αψινθίας, βόραξ, γόμμα Αραβική, εμετική τρυξ, μίνιον, νίτριον, οξύ-μελι κ.ά.) και διάφορα σκευάσματα (balsamo di Tolu, elixir propriepatis, laudano di Barbaro κ.ά.), τα οποία προμηθεύονταν, όσοι είχαν τη δυνατότητα, από την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, τα Επτάνησα και την Τεργέστη.

Παράλληλα με τους επιστήμονες και τους πρακτικούς ιατρούς ασκούσαν ιατρικές πράξεις και χορηγούσαν φαρμακευτικά παρασκευάσματα, κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα, κομπογιαννίτες και τσαρλατάνοι. Οι κομπογιαννίτες και οι τσαρλατάνοι ήταν ψευτογιατροί με ενδιαφέρον αποκλειστικά επικεντρωμένο στο οικονομικό όφελος και με τάση να περιαυτολογούν για τις θεραπευτικές τους επιτυχίες σε βαθμό τερατολογίας.

Οι κομπογιαννίτες και οι τσαρλατάνοι είχαν, επίσης, τα προσωνύμια «Βικογιατροί», συγκέντρωναν βότανα από την κοιλάδα του Βίκου ή «Ματσοκάριδες» γιατί κρατούσαν ρόπαλο (mazuca), κυρίως, για να αμύνονται από τις επιθέσεις των συγγενών του ασθενούς. Η θεραπευτική αγωγή που συνιστούσαν, απαιτούσε αφενός, υλικά για την παρασκευή φαρμάκων, τα οποία ήταν σχεδόν αδύνατο να εντοπιστούν και αφετέρου, υιοθέτηση οδηγιών ιδιαίτερα πολύπλοκων στην εφαρμογή τους.

Ο Πουκεβίλ σε προσωπογραφία φιλοτεχνημένη από τον Ντεπρέ (Dupre Louis) 1827.

Τους Βικογιατρούς ή κομπογιαννίτες του Ζαγορίου εντοπίζει στις περιηγήσεις του και ο Πουκεβίλ, στα τέλη του 18ου αιώνα και τον εντυπωσιάζουν οι ικανότητες τους, καθώς και ο τρόπος που μπολιάζουν την τέχνη τους από γενιά σε γενιά: «Οι πατέρες μεταβιβάζουν στα παιδιά τους ή και σε μαθητές που προσκολλώνται σε αυτούς ως υπηρέτες, την πρακτική μερικών χειρουργικών εργασιών (…) με τέτοια επιτυχία και επιδεξιότητα, ώστε μπορούν να εκπλήξουν και τους πιο ικανούς χειρουργούς. Διακρίνονται προ πάντων στις περιεσφιγμένες κήλες ή στις κήλες που έγιναν ενοχλητικές εξαιτίας του βάρους των. Άλλοι ξέρουν να χειρουργούν τον καταρράκτη διά πιέσεως και οι πιο ικανοί χρησιμοποιούν λιθοτομία. Αναφέρω πράγματα που είδα. Οι αμαθείς χειρουργοί του Ζαγορίου δεν δημιουργούν περισσότερα θύματα από όσα πολλοί σημερινοί πτυχιούχοι επιστήμονες».

Η ενδυμασία των κομπογιαννιτών έχει περιγραφεί από πολλούς ιστορικούς και ιστοριογράφους της εποχής…….. φορούσαν «μέλαιναν μαλλιαράν σεγγούνα, περιέδεναν δε με πράσινη ταινία την, εις δασείς πλοκάμους κυμαίνουσαν χαίτην των, επί της οποίας έθετον σαμουροκάλπακο και επί του βραχίωνος έθετον οζώδην ράβδον εξ ου και απεκλείθησαν ματσουκάδες». Την ειδική ένδυση των κομπογιαννιτών περιγράφει και ο Δ. Καμπούρογλου «αποτελούνταν από αντερί (φαρδύς χιτώνας) και τζουπέν, ζώνην πλατείαν και καλπάκι μικρότερον του αρχοντικού». Σύμφωνα με άλλες πηγές οι Βικογιατροί «επετρέπετο να φορούν ποικιλόχρωμα φορέματα να φέρουν αλεξιβρόχιον και να σοβώσι καβαλλαραίοι».

Στο σαμουροκάλπακο, καπέλο από γούνα σαμουριού (ένα είδος νυφίτσας), τοποθετούσαν εμφανώς, φάρμακα πρώτης ανάγκης. Σε άλλες περιπτώσεις τοποθετούσαν τα φάρμακα σε σακούλες, τις οποίες κρεμούσαν σε εμφανή σημεία της ένδυσής τους και για το λόγο αυτό ονομάζονταν και σακουλαραίοι.

Ο ιστορικός Κωνσταντίνος Σάθας σε άρθρο του (1883) τιτλοφορούμενο «Η ιατρική εν Ελλάδι» αναφέρει πως φορούν επωμίδες, οι οποίες «ανεμιζόμεναι κροταλίζουν επί των δίκην παρασήμων επικείμενων μεταλλικών κομβίων», και μικρά υποδήματα «περισφιγγόμενα διά θεατρικών κροσσιών και στενών παντελονιών πεποικιλμένων διά σειριτίων» έτσι που ομοιάζουν «προς Ισπανούς ταυρομάχους»!

Συνήθως είχαν ως συνοδεία έναν βοηθό, ο οποίος διαλαλούσε «γιατρός! γιατρικά! βότανα για κάθε αρρώστια!», ενώ μεταξύ τους χρησιμοποιούσαν ιδιαίτερη συντεχνιακή διάλεκτο.

Ο Α. Σούτσος στην Κωμωδία Ο ΑΣΩΤΟΣ σατυρίζει τους κομπογγιαννίτες με τους παρακάτω στίχους:

 

«Δεν είμαι εγώ Ζαγοριανός να περπατώ στο δρόμο

Με αλοιφές, με έμπλαστρα, με βότανα στον ώμο

Και να φωνάζω από το κουτσό και ψόφιο μου μουλάρι

Καλός γιατρός, πουλεί ζωή! Ποιος θέλει! Ποιος θα πάρη».

 

Αλλά και  γιάτρισσες κατείχαν εξ οικογενειακών κληρονομιών γιατροσόφια θεραπευτικής και χορηγούσαν φάρμακα. …. ήταν η ελπίδα των αρρώστων της εποχής, μιας εποχής στην οποία η ιατρική βρίσκονταν σε νηπιακή κατάσταση.

 Στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης αναφέρονται επίσης και κάποιοι εμπειρικοί φαρμακοτρίβες, οι οποίοι μαζί με άλλα εμπορεύματα πουλούσαν και φάρμακα. Ειδικοί φαρμακοποιοί δεν υπήρχαν. Ονομαστός κατά την έναρξη της Επανάστασης φαρμακέμπορος υπήρξε ο Νικολής Πύρλας από την Τρίπολη, ο οποίος είχε μάθει τα σχετικά με το εμπόριο και τη χρήση των φαρμάκων στη Μάλτα και στην Κωνσταντινούπολη.

Το 1822, όταν απελευθερώθηκε το Ναύπλιο, πολλοί ομογενείς ιατροί, που είχαν σπουδάσει στα Πανεπιστήμια της Ιταλίας, ήρθαν στην Ελλάδα για να προσφέρουν τις ιατρικές και φαρμακευτικές γνώσεις τους. Το πρώτο φαρμακοπωλείο που ιδρύθηκε στο Ναύπλιο ήταν του Πασχάλη Θεοδώρου, Μικρασιάτη, πιθανόν από την Σμύρνη, που είχε σπουδάσει ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας. Αυτός ασκούσε την ιατρική και παράλληλα διηύθυνε και το φαρμακείο όπου παρασκεύαζε γαληνικά φάρμακα (φάρμακα δηλαδή εξατομικευμένης φαρμακοθεραπείας), καταπότια, εκχυλίσματα κλπ.

Από άρθρο του Μιχ. Λαμπρυνίδη 1912,  που περιέχεται στο Ημερολόγιο Σκόκου (1915) μαθαίνουμε ότι, «Ο Δετώρ Πασχάλης (έτσι υπέγραφε) εμίσθωσε αντί μεγάλου σχετικώς μισθώματος κατάστημα στην κεντρικώτερη θέση της πόλεως,  καλουμένη Σαντριβάνι, όπου ήταν η αγορά, το οποίο και διασκεύασε ευπρεπέστατα. Μακρά εκ κοινού ξύλου τράπεζα ετέθη επικεφαλής του καταστήματος και επ’ αυτής η απαραίτητος μικρά τρυτάνη (γλωσσίδα του ζυγού που δείχνει το βάρος) μετά θήκης περιεχούσης αντί βαρών σπέρματα σίτου (σιταρόσπορους),  προς ζύγιση των φαρμάκων, και μερικά ιγδία (γουδιά) σιδερένια από θραύσματα όλμων, ως επί το πλείστον. Τους τοίχους του καταστήματος περιέβαλλον εξ’ ολοκλήρου γυάλινες προθήκες, υαλοσκεπείς έμπροσθεν, προς φύλαξιν των περιεχόντων τα διάφορα φάρμακα, φιαλών και αγγείων. Αντιληφθείς εγκαίρως πόσο δυσάρεστη ήταν στους  πελάτες του η πόσις πικρών και δίσγευστων αφεψημάτων, κινδυνεύσας μάλιστα να κακοποιηθεί υπό κάποιου αγροίκου Ρουμελιώτου στρατιώτου, (ο οποίος έπασχε εκ δυσπεψίας και του χορήγησε αηδές καθαρτικό), θεώρησε προσφορώτερο δια της προσθήκης αλεύρου  να καταστήσει ευποτώτερα τα ρευστά φάρμακα παρασκευάζοντας έτσι καταπότια (χάπια), με τα οποία γέμισε στο εξής τις προθήκες του καταστήματος. Από τότε κάθε προσερχόμενος στην Σπετσαρία (φαρμακείο) του Δετώρ Πασχάλη  ελάμβανε άνευ χρονοτριβής, αντί μικρού αντιτίμου, το ζητούμενο φάρμακο για κάθε νόσο, σε καταπότια εντός συνήθως ξύλινου κυτίου».  Η «θεραπευτική δύναμη » αυτών των χαπιών, τα κατέστησε περιζήτητα και δημοφιλή σε όλο τον λαό.

Bonifaccio Bonafin (1800-1893). Δημοσιεύεται στο: Θ. Κωστούρος, «Βονιφάτιος Βοναφίν», έκδοση Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος.

Δύο με τρία χρόνια όμως μετά την έναρξη της λειτουργίας του φαρμακοτριβείου, οι ομογενείς από την Τεργέστη, έστειλαν στο Ναύπλιο, το 1825, τον Βονιφάτσιο Βοναφίν, ο οποίος ίδρυσε πλήρες φαρμακείο που λειτούργησε επί εβδομήντα χρόνια. Συγχρόνως συστάθηκε και τρίτο φαρμακείο υπό την διεύθυνση του Μιχ. Κωτσονόπουλου, ο οποίος είχε ασκηθεί στην φαρμακευτική τέχνη στην Τρίπολη κοντά στον πρώτο ξάδελφό του Νικ. Πύρλα. Στα χρόνια του Καποδίστρια ο φαρμακοποιός Νικ. Ζαβιτσάνος, ο οποίος ακολούθησε τον ιδιαίτερο γιατρό του Καποδίστρια Ταγιαπιέρα ίδρυσε και τέταρτο φαρμακείο κοντά στον Ναό του Αγίου Γεωργίου.

Έτσι αραίωσε αισθητά η πελατεία του Δετώρ Πασχάλη και στο τέλος το κτήριο όπου στεγαζόταν κατέληξε να γίνει καπνοπωλείο. Τα περιζήτητα όμως χάπια παρέμειναν παροιμιώδη για πολλά χρόνια συμβολίζοντας τα «παχιά λόγια» και τις κενές υποσχέσεις των δημαγωγών της εποχής εκείνης.

«Του Κωλέττη τα λόγια Και του Πασχάλη τα χάπια». Είναι οι παροιμιώδεις εκφράσεις που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες για τις κενές περιεχομένου υποσχέσεις των πολιτικών της εποχής.

 

Πηγές 


 

  • «Ιστορία της Φαρμακευτικής», Εμμανουήλ Ιω. Εμμανουήλ, Ακαδημαϊκού, Τακτικού     Καθηγητού εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω, Ανωτάτου Υγειονομικού Συμβούλου: Τύποις «Πυρσός» Α.Ε, Αθήναι 1948.
  • «Ιστορία της Φαρμακευτικής», Ελένη Σκαλτσά, Καθηγήτρια, Τμήμα Φαρμακευτικής,     Τομέας Φαρμακογνωσίας & Χημείας Φυσικών Προϊόντων, ΕΚΠΑ,/ Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα, www.kallipos.gr
  • «Υγειονομική φροντίδα και περίθαλψη των αγωνιστών του 1821», του Θεοδώρου Δαρδαβέση, Αναπληρωτή Καθηγητή Υγιεινής και Κοινωνικής Ιατρικής του ΑΠΘ, Μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου Αίμου, του Ιδρύματος Πατερικών Μελετών και του Κέντρου Ιστορίας του Δήμου Θεσσαλονίκης/ Πάπυροι ,Τόμος 2,2013.
  • «Του Πασχάλη τα χάπια» Μιχ. Λαμπρυνίδη 1912  περιέχεται στο Ημερολόγιο Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου (1915).

 

Επιμέλεια Κειμένου

Μαρία Βασιλείου

Βιολόγος- Ωκεανογράφος

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Older Posts »