Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Μάνος Κ. Θρασύβουλος (1835 – 1922) 


 

Θρασύβουλος Μάνος

Ο στρατηγός Θρασύβουλος Μάνος γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1835. Καταγόταν από επιφανή οικογένεια στρατιωτικών του Φαναρίου. Σπούδασε στη Σχολή Ευελπίδων και ονομάστηκε, μετά τη συμπλήρωση των σπουδών του, ανθυπολοχαγός του πυροβολικού. Τον Φεβρουάριο του 1862 πήρε μέρος στη Ναυπλιακή επανάσταση. Το 1866 συμμετείχε ως εθελοντής στην επαναστατημένη Κρήτη, τραυματίστηκε στη μάχη του Βαφέ και μεταφέρθηκε αιχμάλωτος στην Κωνσταντινούπολη, όπου παρέμεινε εγκάθειρκτος επί δυο χρόνια.

Το 1878 έλαβε μέρος στην προέλαση του ελληνικού στρατού στο Δομοκό κι αργότερα, ως αρχηγός του στρατού της Ηπείρου, τίμησε τα ελληνικά όπλα – εξαίρεση – στον άδοξο και ατυχή ελληνο-οθωμανικό πόλεμο του 1897.

Υπήρξε  διοικητής της Σχολής Ευελπίδων (1885-1890 & 1891-18) και μέλος της μυστικής οργάνωσης «Εθνική Εταιρεία»*, ιδρυτικό μέλος της οποίας ήταν ο γιος του Πέτρος και αυτός αξιωματικός. 

Ο  Θρασύβουλος Μάνος ήταν και ένα από τα μέλη  της Επιτροπής προετοιμασίας των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων. Μέλος της ίδιας επιτροπής ήταν και ο γιος του Κωνσταντίνος Μάνος, ποιητής και αγωνιστής. Ήταν παντρεμένος με τη Ρωξάνη Μαυρομιχάλη, της γνωστής οικογένειας Μαυρομιχαλέων.   Πέθανε στην Αθήνα το 1922. 

 

Μάνος Θ. Κωνσταντίνος (1869 – 1913)


 

Κωνσταντίνος Μάνος

Κωνσταντίνος Μάνος, ποιητής, συγγραφέας, πολιτικός και συνεργάτης του Βενιζέλου. Γεννήθηκε το 1869 στην Αθήνα. Ο πατέρας του, Θρασύβουλος Μάνος, ήταν στρατηγός και καταγόταν από φαναριώτικη οικογένεια, ενώ μητέρα του, ήταν η Ρωξάνη Μαυρομιχάλη. Σπούδασε νομική στη Λειψία και φιλοσοφία στην Οξφόρδη. Πρωτοστάτησε στη διοργάνωση των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών αγώνων της Αθήνας.

Η ενασχόληση του Κωνσταντίνου Μάνου με τον αθλητισμό ξεκίνησε στα χρόνια των σπουδών του (πολιτικές επιστήμες, φιλοσοφία, φιλολογία) σε πανεπιστήμια με οργανωμένη αθλητική δραστηριότητα, όπως η Οξφόρδη. Αν και διέμενε στην Ευρώπη, φαίνεται ότι μετείχε στις διεργασίες διαμόρφωσης των ελληνικών αθλητικών θεσμών. Είναι χαρακτηριστικό ότι έγραψε τους στίχους για τον ύμνο του Πανελλήνιου Γυμναστικού Συλλόγου (Π.Γ.Σ.), που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στους αγώνες τους οποίους διοργάνωσε ο Πανελλήνιος το 1893. Τη μουσική έγραψε ο μετέπειτα συνθέτης και του Ολυμπιακού Ύμνου, ο Σπύρος Σαμάρας. Την εποχή εκείνη ο Μάνος συγκαταλεγόταν στους δημοφιλείς ποιητές της αθηναϊκής κοινωνίας, καθώς η ποιητική συλλογή που εξέδωσε το 1890 με τίτλο «Λόγια της Καρδιάς » απέσπασε βραβεία και πολύ ευμενείς κριτικές.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1890 ο Κωνσταντίνος Μάνος εγκατέλειψε την εργασία του ως δάσκαλος ελληνικών της αυτοκράτειρας  Αυστροουγγαρίας Ελισάβετ, προτείνοντας ως αντικαταστάτη του τον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο, και εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Αιτία της επιστροφής του ήταν η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων και η συμμετοχή του στην οργανωτική επιτροπή των πρώτων Αγώνων του 1896.

Την εποχή εκείνη η περίφημη Εθνική Εταιρεία, στα μέλη της οποίας συγκαταλέγονταν ο αδελφός του Πέτρος και ο πατέρας του Θρασύβουλος, προπαρασκεύαζε ένοπλες εξεγέρσεις στη Μακεδονία και την Ήπειρο, πίεζε την ελληνική κυβέρνηση να κηρύξει πόλεμο και ταυτόχρονα διατηρούσε επικοινωνία με επαναστατικούς πυρήνες στην Κρήτη. Εκεί βρέθηκε και ο Κωνσταντίνος Μάνος, πολεμώντας σε αρκετές μάχες.

Η επανάσταση στην Κρήτη οδήγησε στην αυτονομία του νησιού (1897). Το 1901 ο Μάνος διορίστηκε δήμαρχος Χανίων. Ταυτόχρονα εκλέχτηκε μέλος της αναδιοργανωμένης ΕΟΑ, θέση στην οποία παρέμεινε τυπικά έως το 1904, οπότε αντικαταστάθηκε εξαιτίας της απουσίας του από τις συνεδριάσεις.

Μετά τη δεύτερη δημαρχία του στα Χανιά (1903) έφυγε από την Κρήτη και πήγε στη Μακεδονία αναλαμβάνοντας τη διεύθυνση του «ακήρυχτου πολέμου» στη Δυτική Μακεδονία με το όνομα Μιχαηλίδης. Σε άλλη περιοχή της Μακεδονίας έδρασε και ο αδελφός του Πέτρος, με το ψευδώνυμο καπετάν Βέργος. Ο Μάνος συνελήφθη από τις οθωμανικές αρχές, αλλά ελευθερώθηκε και επέστρεψε στην Κρήτη.

Εκεί, το 1905, συγκρότησε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Κωνσταντίνο Φούμη την ηγεσία της επανάστασης του Θερίσου, που οδήγησε στην ενσωμάτωση της Κρήτης στην επικράτεια του ελληνικού κράτους. Το 1906 εκλέχτηκε βουλευτής Χανίων, το 1907 αναδείχτηκε πρόεδρος του «Μακεδονικού Κομιτάτου Αθήνας» και το 1910 επανεξελέγη βουλευτής. Πολέμησε εθελοντικά στους Βαλκανικούς Πολέμους, οργανώνοντας δικό του εκστρατευτικό σώμα που βοήθησε ενεργά στην κατάληψη της Πρέβεζας. Σκοτώθηκε το 1913 μετά από πτώση αεροπλάνου που εκτελούσε πτήση παρατήρησης των βουλγαρικών θέσεων στην περιοχή του Λαγκαδά.

   

Υποσημείωση  


  

* Το όνομα Εθνική Εταιρία έφερε μυστική οργάνωση, κυρίως από στρατιωτικούς, που συστάθηκε στην Αθήνα  το 1894, με κύριο σκοπό την αναζωπύρωση του εθνικού φρονήματος, την επαγρύπνηση επί των συμφερόντων των αλύτρωτων Ελλήνων με στόχο την προπαρασκευή της απελευθέρωσής των.

   

Πηγές


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα. 
  • Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού.
  • Ιστοσελίδα Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων.

 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Σχινάς Κωνσταντίνος (1801-1857)


   

Κωνσταντίνος Σχινάς

Ο Κωνσταντίνος Σχινάς γεννήθηκε στο Φανάρι, της Κωνσταντινουπόλεως το 1801. Ο πατέρας του, Δημήτριος Σχινάς, υπηρέτησε ως πρώτος Γραμματεύς της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, ως Γραμματεύς των ηγεμόνων Κωνσταντίνου και Αλεξάνδρου Μουρούζη της Μολδαβίας, ως καπουκεχαγιάς Μολδαβίας και Βλαχίας και τέλος, επί Ιωάννου Καρατζά, διετέλεσε Διερμηνεύς του Αυτοκρατορικού Στόλου και πρώτος καπουκεχαγιάς της Βλαχίας.[i] Η μητέρα του Μαρία, ήταν κόρη του Λογοθέτου Γαβριήλ Φεταλά και ανεψιά του Μητροπολίτου Νικομήδειας Μελετίου του Καντακουζηνού.[ii]

Ο Σχινάς παρακολούθησε τα πρώτα εγκύκλια μαθήματα στη γενέτειρά του με δάσκαλο τον Πλάτωνα Φραγκιάδη και έναν Τούρκο που ονομαζόταν Λαμή. Μετά την έκρηξη της Επαναστάσεως και την φυγή της οικογενείας του στην Βεσσαραβία αναχώρησε για τη Γερμανία και τη Γαλλία, ὀπου σπούδασε Νομικά με δασκάλους τον Savigny, του οποίου την κόρη Elisabeth [ Μπεττίνα] παντρεύτηκε αργότερα[iii], τον Clenton κ.ά.

Στο διάστημα των σπουδών του στο εξωτερικό φαίνεται ότι συνδέθηκε με πολλούς αξιόλογους άνδρες, ανάμεσα στους οποίους και ο Γκαίτε. Σχετικό με την γνωριμία αυτή και τη μετάβασή του από το Βερολίνο στη Βαϊμάρη τον Οκτώβριο του 1825 είναι κι ένα γράμμα της ποιήτριας Μπεττίνας φόν Άρνιμ προς τον Γκαίτε όπου αναφέρονται και τα εξής σχετικά με το νεαρό Κωνσταντίνο Σχινά:

« ο κομιστής είναι, αριστοκράτης από γέννηση και από φρόνημα. Κατάγεται από μία των πρώτων οικογενειών της Ελλάδας. Το όνομά του είναι Σχινάς Μαυροκορδάτος και (ό) Υψηλάντης είναι γαμβρός του. Νέος ακόμα, αποδείχθηκε καλός κολυμβητής στα ταραγμένα κύματα της ζωής του. Με ψυχική γαλήνη είδε να ναυαγήσουν τα πλούτη και τα αξιώματα του. Με ψυχικό μεγαλείο αντιμετώπισε την πιο μεγάλη απώλεια πατέρα και φίλων και με αξιοπρέπεια επέρασε από τις μεγαλύτερες στενοχώριες.

Την γερμανική γλώσσα έμαθε με μια σπάνια εξυπνάδα σε πολύ λίγο καιρό. (Η επιστημονική του μόρφωση είναι πολύ γερή, ώστε προκαλεί σε κάθε συζήτηση αληθινό θαυμασμό. Καλός και ευγενής με όλους, απέχτησε τη συμπάθεια και την αγάπη όλων. . . Θα επιθυμούσα να πάρη ο ξενιτεμένος αυτός νέος μαζύ του, αν ποτέ γυρίση στην πατρίδα του, την πιο υψηλή ιδέα για σένα. Το βλέμμα σου πού είναι ο καθρέφτης της θείας φωτιάς, ας τον ευλόγηση».[iv]

Γνήσιος εκπρόσωπος Φαναριώτη διανοούμενου με εξαιρετική μόρφωση και αναμφισβήτητες ικανότητες, ο Κ. Σχινάς δεν άργησε να παίξει ενεργό ρόλο στην πολιτική ζωή της μετεπαναστατικής Ελλάδος. Αφού επέστρεψε από το εξωτερικό οπού είχε τελειώσει τις σπουδές του (1828), διορίσθηκε από τον Ι. Καποδίστρια πρώτος Πάρεδρος της Γραμματείας των Εσωτερικών.

Το 1833 έλαβε μέρος στην μεγάλη επιτροπή πού συγκρότησε η Αντιβασιλεία για την διοργάνωση της δημοσίας εκπαιδεύσεως. Η επιτροπή, αποτελούμενη από τους Κ. Σχινά, Αλεξ. Σούτσο, Αναστ. Πολυζωίδη και άλλους, εργάστηκε συλλέγοντας στοιχεία σχετικά με τις εκπαιδευτικές ανάγκες του τόπου. Αποτέλεσμα των εργασιών αυτής της επιτροπής υπήρξε ο Οργανικός Νόμος περί Εκπαιδεύσεως, με τον οποίον έγιναν γνωστές οι εκπαιδευτικές επιδιώξεις του Κράτους που σε γενικές γραμμές ήταν:

 1) η σύσταση σχολείων Στοιχειώδους εκπαιδεύσεως, Μέσης, Πανεπιστημίου και Ακαδημίας

2) η προικοδότηση των σχολείων αυτών

3) η επιμόρφωση δασκάλων και καθηγητών για την επάνδρωση τους

4) η ανέγερση διδακτηρίων

5) η χορήγηση υποτροφιών

6) η ίδρυση Τεχνικών Σχολών

7) ο διορισμός προσωπικού σε όλα τα σχολεία κ.ά.

Παράλληλα με αυτό, στην προσπάθειά της να οργανώσει την νομοθεσία του νεοσυσταθέντος κράτους ή Αντιβασιλεία ανέθεσε το 1833 στον Πολυζωΐδη και στον Σχινά να μεταφράσουν στα ελληνικά τον Ποινικό Νόμο του Maurer που είχε στηριχθεί κυρίως στον Βαυαρικό Ποινικό Κώδικα του 1813[v] και στις μεταγενέστερες μεταρρυθμιστικές εργασίες, των ετών 1822, 1827 και 1831. Ο ελληνικός Ποινικός Νόμος, χωρισμένος σε τρία βιβλία, περιέλαβε 708 άρθρα και δημοσιεύθηκε στις 10 Ιανουαρίου 1834 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Τον Οκτώβριο του 1833 ο Κ. Σχινάς διορίσθηκε, επί κυβερνήσεως Α. Μαυροκορδάτου, υπουργός Δικαιοσύνης, Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως.[vi] Κατά το διάστημα της υπουργίας του αυτής εξέδωσε πολλά διατάγματα ανάμεσα στα οποία και τα ακόλουθα:

1) περί διαιρέσεως των Επισκοπών

2) περί οργανισμού του Ορφανοτροφείου Αιγίνης

3) περί συστάσεως Γυμνασίου στο Ναύπλιο

4) περί ανεγέρσεως του Ναού του Σωτήρος στην Αθήνα

5) περί καθηκόντων πρωτοσυγγέλων και αρχιδιακόνων

6) περί συστάσεως δώδεκα ανέξοδων θέσεων στο Σχολείο θηλέων Ναυπλίου

7) περί συστάσεως Γερμανικής Σχολής στο Ναύπλιο

8) περί Δημοτικών Σχολείων

9) περί προνομίου εκδόσεως λεξικού του Σ. Βυζαντίου

10) περί γυναικείων μονών

11) περί αριθμού των γυναικείων μονών

12) περί ιδιοκτήτων μονών και εκκλησιών

13) περί διδασκαλίας δι’ εξόδων του Εκκλησιαστικού Ταμείου τριάντα ιερομόναχων και διακόνων και

14) περί ανακαλύψεως και διατηρήσεως των αρχαιοτήτων [vii]

Ως υπουργός των Εκκλησιαστικών ο Κ. Σχινάς έλαβε μέρος στις εργασίες της επταμελούς επιτροπής που αποφάσισε την ίδρυση της «Ιεράς Συνόδου του Βασιλείου της Ελλάδος».[viii] H οργάνωση της Συνόδου έγινε με τέτοιο τρόπο, ώστε ή εξάρτηση της Εκκλησίας από την Πολιτεία να είναι απόλυτη.

Όπως ήταν φυσικό, η στάση του Κ. Σχινά ως υπουργού Δικαιοσύνης στην πολύκροτη δίκη του Κολοκοτρώνη, οπού εξεβίασε τον Πολυζωΐδη και τον Τερτσέτη να υπογράψουν την καταδίκη [ix], η συμμετοχή του στην επιτροπή για την Ιερά Σύνοδο [x] και τέλος το διάταγμα περί διαλύσεως 412 γυναικείων μονών προκάλεσαν μεγάλη δυσαρέσκεια και αντίδραση με αποτέλεσμα να παυθή από την θέση του και να αναχώρησει για την Ευρώπη απ’ όπου επέστρεψε και πάλι το 1836.

Κωνσταντίνος Σχινάς, ο πρώτος πρύτανης του Ιδρύματος.

Ένα χρόνο μετά την επάνοδό του (1837) διορίστηκε με Β. Διάταγμα Πρύτανις του νεοσυσταθέντος Πανεπιστημίου Αθηνών και καθηγητής της αρχαίας ιστορίας. Για την προσωρινή στέγαση του Πανεπιστημίου χρησιμοποιήθηκε τότε το σπίτι του Κλεάνθη. Επειδή, όμως, ο χώρος δεν επαρκούσε για τις ανάγκες του Πανεπιστημίου, τον δεύτερο χρόνο (1838 – 39) συγκροτήθηκε επιτροπή από τους Κ. Σχινά, Γ. Κουντουριώτη, Α. Ζαΐμη, Θ. Κολοκοτρώνη, C. Α. Brandis, [xi]  Γ. Α. Ράλλη, Θ. Ράλλη, Γ. Γεννάδιο και Ν. Βάμβα η οποία με Β. Διάταγμα (23 Φεβρουαρίου 1839) έλαβε επίσημο χαρακτήρα με την επωνυμία «η επί των συνδρομών προς ανέγερσιν του ελληνικού Πανεπιστημίου επιτροπή». [xii] 

Ο Σχινάς εργάσθηκε με ενθουσιασμό για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες που είχε στο εξωτερικό. Χαρακτηριστική της προσπάθειας του αυτής είναι μία επιστολή πού απευθύνει από την Βιέννη (30 Ιουνίου 1842) στον Όθωνα και στην οποία αναφέρει….

« ό,τι τέλος αφορά το Πανεπιστήμιον εμόχθησα απιστεύτως και επέτυχον τέλος το αποτέλεσμα, ότι ενεθουσίασα ολόκληρον την οικογένειαν Σίνα και αυτόν τον γηραιόν βαρώνον Σίναν, όστις εις όμοιας περιπτώσεις λίαν δυσχερώς φθάνει εις αποφάσεις, αν όμως είπη άπαξ το ναι, κρατεί πιστότατα την υπόσχεσίν του. Ο βαρώνος Σίνας υπεσχέθη μοι ότι θα πράξη τα πάντα και θα υποκινήση και άλλους». . .

Ο ίδιος ζήλος σχετικά με την ανεύρεση πόρων για την ανέγερση του Πανεπιστημίου φανερώνεται και σ’ ένα σχέδιο επιστολής του προς τον Ζηνόβιο Πώπ που βρίσκεται στα κατάλοιπά του.

Ο  Κ. Σχινάς δίδαξε, συνολικά στο Πανεπιστήμιο επτά χρόνια: το 1837 (πρύτανις) το 1838 – 41 (αντιπρύτανις) το 1841 (επίτιμος καθηγητής) το 1844 (τακτικός) το 1846 – 47 βουλευτής του Πανεπιστημίου) και το 1851 (επίτιμος καθηγητής). Ανάμεσα στα έγγραφά του βρέθηκαν πολλές σημειώσεις ιστορίας που αφορούν στις πανεπιστημιακές του παραδόσεις καθώς και αποσπάσματα της συγγραφής του Β’ βιβλίου του έργου του « Ιστορία των αρχαίων εθνών» που, όπως φαίνεται, έμεινε τελικά ανέκδοτο. [xiii] 

Αλλά η συμμετοχή του στα κοινά δεν περιορίστηκε εκεί. Από τα πρακτικά της Ελληνικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, που ιδρύθηκε το 1837, φαίνεται ότι ο Σχινάς υπήρξε ιδρυτής — εταίρος και σύμβουλος σ’ αυτήν από το 1837 ως το 1843.

Τον Σεπτέμβριο του 1843 ο Σχινάς ανέλαβε και πάλι το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως καθώς και το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Στο διάστημα της δεύτερης αυτής θητείας του (3 Σεπτεμβρίου 1843 – 30 Μαρτίου 1844) εξέδωσε δύο διατάγματα: 1) περί προσδιορισμού των ορίων της επισκοπής Κυναίθης και 2) περί προσωρινού διευθυντού της Ριζαρείου Σχολής.

Τέλος, το 1849 διορίζεται από τον Όθωνα πρεσβευτής στη Βαυαρία και αργότερα (1854) στη Βιέννη όπου και πέθανε στις 9/21 Ιουλίου 1857.

  

Έργα


 

  • Λογίδριον εκφωνηθέν κατά την ημέραν της εγκαθιδρύσεως του Πανεπιστημίου Όθωνος υπό του κ. Κωνστ. Σχινά, πρυτάνεως. Εν Αθήναις, 1837.
  • Λόγος εκφωνηθείς υπό του κυρίου Κωνστ. Σχινά κατά την γ’ Μαΐου , αωλη’ περιέχων την έκθεσιν των εν τω Οθωνικώ Πανεπιστημίω κατά την παύσασαν διοικητικήν περίοδον γενομένων. Εν Αθήναις, 1838.[xiv]
  • Ο πολιτικός της Γαλλίας νόμος μετενεχθείς εις την νεωτέραν ελληνικήν κατά διαταγήν της κυβερνήσεως υπό Γ. Βέλλιου, Α. Πολυζωïδου, Π. Πιτζιπίου και Κωνστ. Δ. Σχινά. Εν Αθήναις, 1838.[xv]
  • Ιστορία του Βασιλείου της Βαυαρίας και του εν αυτή άρχοντος οίκου ερανισθείσα κατ’ επιτομήν εκ της του Μιλβιλέρου Ιστορίας η επιτέτακται εν παραρτήματι και περιληπτικωτάτη γενεαλογική πραγματεία περί του Ολδεμβουργικού οίκου. Εν Αθήναις, 1841.
  • Ιστορία των αρχαίων εθνών, συνταχθείσα εν τρισί βιβλίοις υπό Κωνσταντίνου Δ. Σχινά. Βιβλίον πρώτον περιέχον τα Ασιανά καί Λιβυκά.  Αθήνησιν, 1845.[xvi]

  

Δήμητρα Ανδριτσάκη

Κέντρον Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε., «Κατάλοιπα Κ. Σχινά – Π. Αργυρόπουλου», Αθήναι, 1974.

 

Υποσημειώσεις


 

[i] Οι πληροφορίες πού αφορούν σε ορισμένα μέλη της οικογενείας Σχινά έχουν ληφθεί από αρχειακά στοιχεία πού ανήκουν στην συλλογή του κ. Κ. Θ. Δημαρά.

[ii]  Για το πλήρες γενεαλογικό δέντρο της οικογενείας βλ. E. R. R[angabé], Livre cl’ or de la noblesse phanariote et des familles princières de Valachie et de Moldavie. 2ème éd. Athènes, 1904. Για άλλο κλάδο της οικογενείας Σχινά βλ. Ελένη Δ. Μπελιά, Οι λόγιοι αδελφοί Δημήτριος και Μιχαήλ Γεωργίου Σχινά, περ. «Μνημοσύνη» τ. 2 (1969), σ. 174-218.

[iii] Εκτός από την Elisabeth Savigny ο Κ. Σχινάς παντρεύτηκε μια κόρη Σπανοπούλου και μετά τον θάνατο και αυτής την Αριστέα, κόρη τού Μεγάλου Λογοθέτη C. Balsche (1847) με την οποία απέκτησε δύο τέκνα τον Δημήτριο και την Ελένη, σύζυγο αργότερα του Περικλή Π. Αργυρόπουλου.

[iv]  Βλ. Αλέξανδρος Στάϊνμετζ, Γκαίτε και η Νέα Ελλάς, στο περ. «Κρητικές σελίδες», έτος 1939, άρ. 10-12, σ. 684-685, όπου γίνεται η ταύτιση του Σχινά.

[v]  Έργο του Anselm von Feuerbach.

[vi]  Βλ. Σ. Κτεναβέα, Αι ελληνικαί κυβερνήσεις, αι εθνικαί συνελεύσεις και τα δημοψηφίσματα από το 1821 μέχρι σήμερον. Αθήναι 1947, σ. 10.

[vii] Για κρίσεις και σχόλια σχετικά με τα διατάγματα αυτά βλ. Αναστασίου Παπαζαφειροπούλου, Παράλληλοι, δημόσιοι, βίοι των υπουργών του Βασιλείου της Ελλάδος, Βιβλίον Α’. Παράλληλοι, δημόσιοι βίοι των υπουργών της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και των Εκκλησιαστικών. Εν Τριπόλει, 1860. σ. 5-7, 17.

[viii]  Βλ. Τ. Ν. Πιπινέλη, Η μοναρχία εν Ελλάδι- 1833-1843. Εν Αθήναις, 1932. σ. 75-81.

[ix]  Βλ. Γ. Τερτσέτη, Άπαντα (αναστ. Γ. Βαλέτα) τ. Γ.’ Κολοκοτρώνη Απομνημονεύματα, εκδ. 3η. ‘Αθήνα 1967. σ. 222 και 229.

[x]  Εκτός από τον Σχινά στην επιτροπή αυτή είχαν λάβει μέρος και οι Π. Νοταράς, θ. Φαρμακίδης, Σ. Βυζάντιος, Σ. Τρικούπης και δύο πρόσφυγες αρχιερείς.

[xi]  Ο Christian A. Brandis ήλθε το 1837 στην Ελλάδα και διετέλεσε επί τρία έτη σύμβουλος του βασιλέως Όθωνος.

[xii]  Βλ. Ι. Πανταζίδου, Χρονικόν της πρώτης πεντηκονταετίας του ελληνικού Πανεπιστημίου… Αθήνησι, 1889. σ. 17.

[xiii]  Ο πρώτος τόμος της « Ιστορίας των αρχαίων εθνών» κυκλοφόρησε στα 1845.

[xiv] Ο λόγος δημοσιεύεται στην ελληνική και γαλλική γλώσσα.

[xv] Ο Κ. Σχινάς μετέφρασε στο έργο αυτό τα άρθρα 1101-2231.

[xvi]  Το δεύτερο και τρίτο βιβλίο δεν εξεδόθησαν.

 

 

Σχετικά θέματα:

 

 

 

Read Full Post »

Ο Αμερικανός Henry Α. V. Post στην Αργολίδα (1827)


 

 Ξένοι ταξιδιώτες στην Αργολίδα. Ο Αμερικανός Henry Α. V. Post 

  

Ο αμερικανικός φιλελληνισμός σίγουρα δεν είχε την έκταση του ευρωπαϊκού. Οι Αμερικανοί, όμως, φιλέλληνες – όπως και οι Γερμανοί – υπήρξαν οι πλέον ανιδιοτελείς και έβλεπαν στον ξεσηκωμό των Ελλήνων τη συνέχεια των δικών τους αγώνων για ελευθερία και ανεξαρτησία. Στα πλαίσια αυτά τοποθετείται και  η δράση της Φιλελληνικής Επιτροπής της Νέας Υόρκης, που στις 12 Σεπτεμβρίου 1827 θα στείλει φορτίο με προμήθειες (τρόφιμα και ρούχα) στην αγωνιζόμενη Ελλάδα.

Το φορτίο συνοδευόταν από τον πράκτορα της Επιτροπής Henry A. V. Post, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τη διανομή του. Ο Post με σταθμούς στο Γιβραλτάρ και στα Κύθηρα έφθασε στην Ελλάδα και με βάση τον Πόρο, το αρχηγείο των Αμερικανών στον ελλαδικό χώρο, γύρισε την Πελοπόννησο, την Αθήνα, τα νησιά των Κυκλάδων και του Αργοσαρωνικού, τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη. Γυρνώντας στη Νέα Υόρκη τύπωσε στα 1830 τις αναμνήσεις του στο βιβλίο του «A visit to Greece and Constantinople in the years 1827 – 8».

Στις 367 σελίδες του παρελαύνουν οι εμπειρίες από το πέρασμά του στην  Ελλάδα και την Τουρκία. Παράλληλα αναφέρεται σε παλιότερα (π.χ. καταστροφή του Δράμαλη) και σύγχρονα επαναστατικά γεγονότα, καταγράφει τη γνωριμία του με επώνυμους  αγωνιστές και πολιτικούς ( Κολοκοτρώνης, Πετρομπέης, Μιαούλης, Μαυροκορδάτος, κ.λ.π.), την άφιξη και τις πρώτες ενέργειες του Καποδίστρια και τέλος τις εκτιμήσεις του για το χαρακτήρα των Νεοελλήνων. Στο τέλος σε παράρτημα καταγράφει ένα έντεχνο ελληνικό ηρωικό τραγούδι και παραθέτει έγγραφα του Καποδίστρια και πίνακα των σύγχρονων του Ελλήνων συγγραφέων με τα δημοσιευμένα έργα τους.

Μετά τα Κύθηρα ο Post θα φθάσει στο λιμάνι τ’ Αναπλιού (Napoli di Romania, καθώς γράφει ακολουθώντας τους πορτολάνους της εποχής του). Τ’ Ανάπλι θα είναι η πρώτη επαφή με την επαναστατημένη Ελλάδα. Στις σελίδες 9 – 16 αναφέρεται στη γνωριμία του με τις αρχές της πόλης, στον τρόπο διασκέδασης των Ελλήνων της εποχής του και στην επίσκεψη  του στις Μυκήνες. Αργότερα, επιστρέφοντας απ’ τη Μάνη, θα επισκεφθεί το Άργος (σ. σ. 149 – 159) και απ’ εκεί μέσω Ναυπλίου, Μονής Αγίου Δημητρίου Καρακαλά και Επιδαύρου (σ. σ. 159-171) θα καταλήξει στην Αίγινα.

Ο Post φαίνεται αρκετά κατατοπισμένος γεωγραφικά και ιστορικά για τους τόπους, στους οποίους ταξιδεύει. Οπωσδήποτε κατέχει τον Παυσανία, το Στράβωνα αλλά και τους προ αυτούς περιηγητές (Τουρνεφόρ, κ.α.). Το κείμενό του διακρίνεται  από κάποια δηκτικότητα για τις προλήψεις, θρησκευτικές και άλλες, που κυριαρχούν στον ελλαδικό χώρο, αλλά και από τέτοια κριτική διάθεση (βλέπε κριτική του για τους ξένους επισκέπτες των Μυκηνών), που μας επιβάλλει να δεχθούμε την αντικειμενικότητά του. Ας δούμε πώς περιγράφει την άφιξή του στ’ Ανάπλι, την πρώτη του γνωριμία με τους ανθρώπους και τον τόπο και την εκδρομή του στις Μυκήνες, ελπίζοντας να επανέλθουμε με την περιγραφή του Άργους:

 

Ανάπλι


  

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

«Το απόγευμα της επόμενης ημέρας ρίξαμε άγκυρα έξω από τ’ Ανάπλι, στα νερά που κάποτε έπλεαν τα περήφανα πλοία του Αγαμέμνονα, έχοντας στο βάθος το Άργος.

Ενωρίς το επόμενο πρωί ο διοικητής και μερικοί αξιωματικοί της πόλης, μας επισκέφθηκαν  μ’ ένα μεγάλο και χοντροειδέστατο καΐκι, συνοδευόμενοι από μια πομπώδη ακολουθία λαμπρά οπλισμένων στρατιωτών. Ήσαν πλούσια στολισμένοι[1] στις όμορφες και ανδροπρεπείς αλβανικές στολές τους και οπλισμένοι με χρυσοστόλιστα και ασημοκόλλητα σπαθιά και πιστόλες, κομψές και ακριβής εργασίας αντικείμενα, λάφυρα που είχαν κερδηθεί στις μάχες από τους Τούρκους αντιπάλους τους.

(Σημείωση Συγγραφέα: Η αλβανική στολή[2] φοριόταν παντού από τους Έλληνες και γενικά απ’ όλες τις τάξεις του πληθυσμού, εκτός από τους νησιώτες, οι οποίοι προτιμούσαν την Υδραίική στολή. Αυτή αποτελείται από κοντή κεντητή  ζακέτα, χωρίς γιακά με μανίκια, που έφταναν λίγο κάτω απ’ τον αγκώνα, αφήνοντας ακάλυπτα τα ξεκούμπωτα μανικέτια του πουκάμισου, ένα σφιχτοκουμπωμένο γιλέκο της αυτής εργασίας και υλικού, μια φουστανέλα (phoustanella) ή ένα είδος μισοφοριού από άσπρο λινό ή μουσελίνα, σφιχτά δεμένη στη μέση με τις απειράριθμες πτυχές της να φθάσουν λίγο πιο κάτω από το γόνατο, κεντημένες υφασμάτινες περικνημίδες, παράξενα μυτερά υποδήματα, και ζώνη γύρω απ’ τη μέση.

Το μέτωπο, οι κρόταφοι, το πρόσωπο – εκτός το μουστάκι – είναι καλά ξυρισμένα, τα μαλλιά πέφτουν άγρια πίσω και το μόνο κάλυμμα της κεφαλής είναι ένα φέσι από κόκκινο ύφασμα με μεταξωτή φούντα στο κέντρο. Η φουστανέλα (phoustanella) εξαιτίας των μεγάλων διαστάσεών της αποτελεί το κύριο μέρος της στολής. Το συνηθισμένο μήκος της είναι δώδεκα ως δεκαοχτώ γιάρδες. Όσοι φέρουν όπλα, φορούν πάνω από τη ζώνη της μέσης μία άλλη φαρδιά δερμάτινη, όπου τοποθετούν τις πιστόλες τους και το γιαταγάνι (ataghan).

Η Υδραίικη στολή[3]αποτελείται από ζακέτα και γιλέκο, όπως τα ανωτέρω, αλλά με λιγότερο επιδεικτική διακόσμηση, πανταλόνια εν είδη τεραστίου σάκου, που σφίγγουν στη μέση και αφήνουν δύο τρύπες στις γωνίες για να περνούν τα πόδια, και φθάνουν ως τα γόνατα, απλά υποδήματα, κάλτσες και ζώνη στην οποία συνήθως βάζουν ένα μαχαίρι σε ασημένια θήκη).  

Σκοπός της επίσκεψής τους ήταν να ζητήσουν περίθαλψη για λιμοκτονούντα πλήθη, που βρίσκονταν μέσα απ’ τα τείχη της πόλης[4]. Τους συνοδεύσαμε στην ακτή και αφού είδαμε με τα μάτια μας την άκρα δυστυχία που επικρατούσε στην πόλη και διαπιστώσαμε την ανάγκη για άμεση βοήθεια, παραδώσαμε στους αξιωματικούς πεντακόσια βαρέλια αλεύρι και ποσότητα ρουχισμού για την περίθαλψη του υποφέροντος πληθυσμού.

Δειπνίσαμε τ’ απόγευμα παρέα με το διοικητή και μερικά άλλα διακεκριμένα πρόσωπα, πολιτικούς και στρατιωτικούς. Το δείπνο ήταν μια μυθιστορηματική και παράξενη σκηνή.

Μας σερβίρανε σε Ιταλικό στυλ – αν μπορούμε να το πούμε έτσι – μέσα σ’ ένα μεγάλο πανάρχαιο Τουρκικό δωμάτιο με καμία άλλη επίπλωση εκτός απ’ το τραπέζι, ένα κακότεχνο καναπέ και λίγες καρέκλες. Καμιά εικοσαριά αγριωποί ντόπιοι, οπλισμένοι ως τα δόντια, περικύκλωσαν το τραπέζι, καπνίζοντας χωρίς κανένα τακτ και φλυαρώντας με τους αρχηγούς τους, σ’ ένα πραγματικά δημοκρατικό στυλ.

Οι Έλληνες δίνουν τη γεύση Αμερικής, και αντιστρόφως, σε μια ατέλειωτη ποικιλία εγκαρδιοτήτων, που σύντομα άρχισαν να δείχνουν τα αποτελέσματά τους με μια υπερβολικά θορυβώδη ευθυμία. Εγκαρδιότητες που συνοδεύονταν με επίδειξη των πιστολιών και γιαταγανιών (ataghans), που βρίσκονταν στις ζώνες των ημιαγρίων οικοδεσποτών μας.

Ένας μανιώδης κοντός συνδαιτυμόνας, που ενεργούσε σαν τελετάρχης, σηκώθηκε από το κάθισμά του και μετά μερικούς γύρους της μπουκάλας, σήκωσε το ποτήρι του αγέρωχα και με αγαλλίαση, φωνάζοντας « Στην υγεία όλων των ηγεμόνων εκτός απ’ το Σουλτάνο». Μια ντουζίνα ποτήρια τσούγκρισαν στη μέση του τραπεζιού και όλη η συντροφιά εξέπεμπε μια έντονη γεύση πατριωτισμού.  Αμέσως μετά το δείπνο ήρθαν οι μουσικοί, που κάθισαν οκλαδόν στο πάτωμα και μας διασκέδασαν με κάποιους εθνικούς σκοπούς της Ελλάδας.

Είχαμε την τύχη ακούσουμε τα τραγούδια αρκετών από τους ομοτραπέζους μας, τα οποία, όμως, αν και απέσπασαν το θαυμασμό των παρευρισκομένων, στα ασυνήθιστα αυτιά μας έφθασαν στο σημείο να ηχούν αστεία. Ένας ιδιάζων έρρινος τόνος και αργή φωνή συνιστούν το πλέον αντιπροσωπευτικό χαρακτηριστικό ενός ελληνικού τραγουδιού, που θεωρούνταν από τους ντόπιους ως εξαιρετικής ομορφιάς. Κανείς απ’ αυτούς δεν έχει στην πράξη ιδέα από τραγούδι, εκτός απ’ αυτό τον τρόπο.

Το πιο ξεχωριστό, όμως, κομμάτι της διασκέδασής μας ήταν ένας αλβανικός χορός στον οποίο ένας Άραβας αιχμάλωτος πολέμου, μας εξέπληξε με τη χάρη και την ευλυγισία του. Ο χορός συνίστατο σε γρήγορες και βίαιες κινήσεις όλου του σώματος, που εναλλάσσονταν με κινήσεις σεμνές και αργές, όχι πολύ διαφορετικές από ινδιάνικο πολεμικό χορό.

Μας χόρεψαν επίσης και το ελληνικό χορό (Romeiko), που καμαρώνουν για την αρχαιότητά του[5], μια ανιαρότητα των Ελλήνων, όπως λέει κι ο Λόρδος Byron. Και πράγματι είναι μια εξαιρετικά ανούσια επινόηση συγκρινόμενη με την ζωηράδα και ευθυμία του Αλβανικού (albanitico). Την επόμενη ημέρα κάναμε μια εκδρομή στην Τύρινθα και τις Μυκήνες, συνοδευόμενοι από αρκετούς αξιωματούχους της πόλης. Μας πρόσφεραν αραβικά άλογα και για να μας δείξουν τη ζωηρή συμπεριφορά των ζωών πριν επιχειρήσουμε να τα ιππεύσουμε, έβγαλαν ένα έξω και πρόσταζαν τον Άραβα χορευτή να ιππεύσει.

Αυτός πήρε στο χέρι του ένα  jereed, ένα αμβλύ ακόντιο, έπιασε την κυματιστή χαίτη, πήδησε στη σέλλα με ελαφρότητα φτερού, κτύπησε τις μυτερές γωνίες των αναβολέων στα πλευρά του ανυπόμονου ατιού, και όρμησε με μια τέτοια ταχύτητα που φοβάσαι να βλέπεις. Έκπληξη και ευφορία ήσαν τα συναισθήματά μας από την επίδειξη των δυνατοτήτων του αλόγου αλλά και του αναβάτη του. Σύντομα όμως καταλήξαμε να αρνηθούμε την προσφορά των αραβικών αλόγων και αντ’ αυτών προτιμήσαμε κάποια πυρρόχρωμα ντόπια τετράποδα, που τα θεωρούσαν ίσως μουλάρια αλλά είχαν όμως ύποπτα σημάδια που τα έφερναν κοντύτερα στα γαϊδούρια.

  

Τύρινθα


 

Nauplia, Seen From Tiryns.

Ο δρόμος διασχίζει την όμορφη κλασική πεδιάδα του Άργους που κάποτε διαφέντευε ο «Βασιλιάς των ανθρώπων»· τώρα, όμως, παρουσιάζει μια όψη μελαγχολική των εγκαταλειμμένων χωραφιών και ερημωμένων χωριών, θλιβερά και πένθιμα ίχνη που οι διαδοχικοί επιδρομείς άφησαν πίσω τους. Λίγες λεμονιές, ελιές και συκιές και εδώ και εκεί κάποια κομμάτια γης με βαμβάκι ή καπνό, ήσαν τα μοναδικά σημάδια καλλιέργειας, σ’ όλη αυτή την εκτεταμένη και εύφορη περιοχή. Συναντήσαμε από καιρού εις καιρόν κάποιους εξαθλιωμένους χωρικούς να φυλάνε τα μικρά τεμάχια γης που είχαν σπείρει, αβέβαιοι για το ποιος θα θερίσει, και πολλά κοπάδια κάποιων πλουσίων καπεταναίων ή προυχόντων (Kapitanos or proestos), που πάχαιναν από την άφθονη νομή που φύτρωνε απ’ το έδαφος.

Τα ερείπια της Τύρινθας βρίσκονται σε πολύ κοντινή απόσταση απ’ το Ναύπλιο.  Δεν είναι τίποτα άλλο από κάποια τμήματα Κυκλώπειων τειχών κα θεμελιώσεων, που το μόνον τους ενδιαφέρον είναι ότι αποτελούν ίχνη ενός μακρινού παρελθόντος και ενθύμηση της πόλης που έδωσε όνομά της στον Τύρινθα ήρωα, και της οποίας τα τείχη, σύμφωνα με τον Παυσανία[6] πρέπει να θεωρηθούν σαν ένα θαύμα όχι κατώτερο απ’ εκείνο των πυραμίδων της Αιγύπτου.

 

Μυκήνες


  

Μυκήνες. Λιθογραφία του Α. Joly, σχέδιο Haygarth William. (Γεννάδειος Βιβλιοθήκη)

Μια διαδρομή τρεισήμισι ωρών μας έφερε μπροστά στη θαυμαστή πόλη του Περσέα, την πρωτεύουσα του πανίσχυρου Αγαμέμνονα. Η ονομαστή θέση έκειτο σε ερείπια πολύ πριν τη χριστιανική εποχή και θεωρείτο απ’ τους ίδιους τους αρχαίους σαν ένα σεβάσμιο απομεινάρι της αρχαιότητας.

Όμως και τα ερείπιά της έχουν σχεδόν εξαφανισθεί και η ξακουστή καθέδρα των Ατρειδών πέρασε στα χέρια λιγοστών βοσκών, που έχουν χτίσει τις καλύβες τους κοντά της χωρίς να ξέρουν τίποτα για το χώμα πάνω στο οποίο βαδίζουν, το οποίο τους προσφέρει τροφή για τα κοπάδια τους. Τα λίγα απομεινάρια των Μυκηνών είναι Κυκλώπειες κατασκευές, που έχοντας σταθεί εκεί για τρεις χιλιάδες χρόνια, φαίνεται πως θα καταφέρουν να αντισταθούν στις προσπάθειες του πανδαμάτορα χρόνου να τα καταστρέψει και θα συνεχίσουν την παρουσία τους στην αιωνιότητα.

Η είσοδος στην ακρόπολη διατηρείται ακόμη καλά με μέρος των τειχών σε κάθε πλευρά της  και πάνω απ’ αυτήν ένα ζευγάρι γλυπτών λιονταριών, όπως γενικά αποκαλούνται, αν και στην πράξη θα μπορούσε κάλλιστα κανείς να τα εκλάβει για τίγρης ή πάνθηρες[7]. Προφανώς  πρόκειται για έργα αρκετά μακρινής εποχής και ίσως πρόκειται για το αρχαιότερο δείγμα ελληνικής γλυπτικής[8], που έχει φθάσει ως τις μέρες μας.

Το πιο αξιοσημείωτο όμως και πιο ενδιαφέρον απ’ τ’ αρχαία αυτά λείψανα είναι το κωνικό κτίσμα, το οποίο είναι γνωστό υπό τα αμφισβητούμενα ονόματα του θησαυρού του Ατρέα και του τάφου του Αγαμέμνονα. Θα ήταν περιττό να επαναλάβω τις συζητήσεις των αρχαιολόγων για το θέμα αυτό[9]. Είναι αρκετό να πω πως η πλέον επικρατούσα και λογική γνώμη είναι ότι το προκείμενο οικοδόμημα ανεγέρθηκε όχι για τους θησαυρούς του Ατρέα αλλά για την τέφρα του ενδόξου εγγονού του.

Έχει κωνικό σχήμα με διάμετρο πενήντα ποδιών και το αυτό περίπου ύψος και όντας καλυμμένο με σημαντικού πάχους στρώμα χώματος, σχηματίζει εξωτερικά ένα τεράστιο και ακανόνιστο εδαφικό έξαρμα. Έχει κατασκευαστεί από τεράστιες τετράγωνες πέτρες, που θα δυσκόλευαν ακόμη και τον Πολύφημο με τους δυνατούς συνεργάτες του να τις μετακινήσουν. Η πλάκα, που σχηματίζει το ανώφλι της εισόδου, έχει τριάντα πόδια μήκος, δεκαπέντε πλάτος και πέντε πάχος. Αυτό το περήφανο μαυσωλείο του Έλληνα ήρωα χρησιμοποιείται σήμερα για τους πιο βέβηλους και εξευτελιστικούς σκοπούς.

Η αφύλακτη είσοδός του κείται ανοικτή στα βήματα του κάθε παρείσακτου. Ο τσοπάνης το χρησιμοποιεί για μάνδρα του κοπαδιού του κι ο γεωργός για σταύλο για τα ζώα του. Ανάβουν φωτιές κι αρχίζουν τα παραπονιάρικα τραγούδια τους, αδιάφοροι για τα φαντάσματα του ένδοξου παρελθόντος, που τριγυρνούν γύρω τους. Ο περαστικός ταξιδιώτης βρίσκει κι αυτός καταφύγιο κάτω απ’ τον θόλο του απ’ τις χειμωνιάτικες καταιγίδες ή τον καυτερό ήλιο. Ακόμη κι οι ευλαβείς προσκυνητές, όπως εμείς, νιώθουν την όρεξή τους να ανοίγει απ’ την κούραση του ασυνήθιστου ταξιδιού και παρακαλούν τον πρώτο χωρικό που βλέπουν να μοιράσει μαζί τους το καρβέλι του και το αρνίσιο τυρί, για να κάτσουν κάτω από κάποια στέγη των ερειπίων ή σε κάποια σωρό ζωοτροφών και να πέσουν με τα μούτρα στο φαγητό, αδιαφορώντας για τα πνεύματα της περιοχής, όπως ακριβώς κάνει το βόδι ή ο γάιδαρος, όταν αναζητούν ανάμεσα στα τείχη το νυχτερινό τους καταφύγιο.

 

Ναύπλιο


  

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

Το Ναύπλιο, η πιο σημαντική πόλη του Μοριά και ένα από τα πρώην πιο πολυσύχναστα λιμάνια της Ελλάδας, αντιπροσωπεύει την αρχαία Ναυπλία, το μεγάλο λιμάνι του Άργους.

Κατά τους πολέμους μεταξύ Τούρκων και Βενετών, η ισχυρή θέση και σημασία του το έκαναν αντικείμενο άγριας διαμάχης των αντιπάλων δυνάμεων. Στα 1540 παραδόθηκε στο Σουλτάνο Σουλεϊμάν Β’ απ’ το Συμβούλιο των δέκα. Ανακτήθηκε στα 1686 απ’ τους Βενετούς και στα 1714 ανακαταλήφθηκε οριστικά από τους Τούρκους, οι οποίοι κόρεσαν την εκδικητική τους μανία με μια γενική και φοβερή σφαγή των κατοίκων (Daru. Hist. de Venice).

Η πόλη, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, είναι κτισμένη σε τούρκικο στυλ με τον ίδιο σεβασμό στην υγεία και καθαριότητα, με τον οποίο οι Μουσουλμάνοι τηρούν στο σχεδιασμό των δρόμων τους. Μερικά απ’ τα σπίτια, που κατελήφθησαν απ’ τους πιο πλούσιους Τούρκους είναι μεγάλα και καλοχτισμένα. Όμως ο μεγαλύτερος αριθμός των κτιρίων βρίσκεται σε ελεεινή κατάσταση, με κίνδυνο να αποτελέσουν εστίες πανούκλας, όπως ακριβώς οι χειρότερες γειτονιές της Κωνσταντινούπολης. Σε πολλά απ’ τα σημαντικότερα κτίρια, το ισόγειο χρησιμοποιείται σα σταύλος και η άνοδος στα επάνω διαμερίσματα περνάει από σωρούς κοπριάς και μια βρώμικη σκάλα, που συνδέει το διαμέρισμα των τετραπόδων με εκείνο της οικογένειας.

Η πόλη περιβάλλεται από ένα ερειπωμένο τείχος και υποστηρίζεται από δύο δυνατά κάστρα, που στέκονται αγέρωχα πίσω της και δίνουν έναν επιβλητικό αέρα στην περιοχή, ειδικά όταν τα κοιτάζει κανείς από κοντά. Οι οχυρώσεις αυτές, όπως οι περισσότερες στο Μοριά, είναι έργα των Βενετών.

Ο λόφος που ονομάζεται Παλαμήδι, που είναι ψηλότερο και δυνατότερο απ’ τα δύο αντίζηλα κάστρα, και που πολλές φορές χαρακτηρίζεται σαν το Γιβραλτάρ του Αρχιπελάγους, ήταν υπό την κατοχή του Γρίβα[10], ενός ισχυρού Ρουμελιώτη καπετάνιου, που είχε στασιάσει ενάντια στη κυβέρνηση. Μέχρι την έκρηξη της επανάστασης ήταν ένας άγριος, αμόρφωτος κλέφτης (Klepht) και περιγράφεται απ’ όσους τον έχουν δει σαν ένας νέος άνδρας, με υπέροχη όψη, μεγαλόπρεπη ενδυμασία, ήσυχους και γλυκούς τρόπους, εντελώς αντίθετος με τον άνομο και αιμοχαρή χαρακτήρα του.

(Σημείωση Συγγραφέα: Ο κύριος Hartley, ένας Άγγλος μισιονάριος στην Ελλάδα, με πληροφόρησε ότι σε μια συνάντηση με τον Γρίβα, ο τελευταίος του ομολόγησε χωρίς καμία ντροπή, ότι δεν ήξερε να διαβάζει).

Είχε κατ’ επανάληψη κληθεί από την Κυβέρνηση να παράδοση το φρούριο αλλά πεισματικά αρνήθηκε. Γνώριζε ότι μπορούσε να παρακούει ατιμώρητα, μιας και η Κυβέρνηση δεν ήταν σε θέση να στείλει εναντίον του οποιαδήποτε δύναμη. Για τον εφοδιασμό της φρουράς του είχε επινοήσει μια πολύ απλή μέθοδο, τη ληστεία της πόλης και των περιχώρων απλώνοντας χέρι σ’ ό,τι έφθανε χωρίς ο νόμιμος κάτοχος να μπορεί να αμυνθεί.

Με αυτού του είδους της αρπαγές ο Γρίβας κατόρθωνε να εξασφαλίζει αφθονία εφοδίων γι’ αυτόν και τους υποτακτικούς του[11]. Έτσι οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες του ήσαν οι πιο καλοταϊσμένοι, οι πιο καλοντυμένοι και οι πιο αυθάδεις στην Ελλάδα. Λίγους μήνες πριν αυτός και ο διοικητής του απέναντι κάστρου[12] είχαν στρέψει τα κανόνια εναντίον αλλήλων σ’ ένα παροξυσμό ζηλοφθονίας και ο Γρίβας αρκετές φορές κανονιοβόλησε την πόλη για να επιτύχει συμμόρφωση προς τις υπερβολικές απαιτήσεις του.

Εξαιτίας αυτών των ανωμαλιών το Ναύπλιο είχε χάσει σχεδόν τον μισό πληθυσμό του και οι κάτοικοι είναι απρόθυμοι να μείνουν σ’ ένα μέρος, όπου οποιαδήποτε στιγμή κινδυνεύουν να γίνουν αντικείμενο βάρβαρων επιθέσεων ενός τυράννου, ο οποίος αντί να τους παρέχει προστασία, χρησιμοποιεί τη δύναμή του για την καταπίεσή τους.

Πολλά σημεία της πόλης έχουν ήδη  υποστεί πολλές  υλικές ζημιές από τις μπάλες και τις βόμβες, που ρίχτηκαν πάνω σ’ αυτά απ’ το Παλαμήδι, και το πιο θλιβερό είναι ότι οι ζημιές επεκτάθηκαν και στους ίδιους τους κατοίκους, ένας σημαντικός αριθμός απ’ τους οποίους θυσιάστηκε κατά τη διάρκεια της ατυχούς αυτής διαμάχης.

Απ’ το Ναύπλιο περάσαμε στον Πόρο, το αρχηγείο των Αμερικανών στην Ελλάδα…»

 

Κώστας Δανούσης

Περιοδικό Ελλέβορος, σελ. 1-10, τεύχος 8, Άργος 1991.

 

 

Υποσημειώσεις


 

1  Για το στολισμό των κλεφταρματωλών βλέπετε Κων/νου Ζησίου, Ο Νικοτσάρας, εν Αθήναις 1889, σσ. 9 -10. Ο Καραϊσκάκης τους μυκτήριζε αποκαλώντας τους «ζαρκαδοπαφίλια» (βλέπετε εφημ. «Αιών» της 19-2-1847), ενώ ο Μάρκος Μπότσαρης τους είπε στην Κόρινθο «Δεν είναι ντροπή μας να κουδουνίζουμε σαν γυναίκες μεσ’ στα ασημικά;» (βλέπετε Τερτσέτη   Άπαντα, επιμ. Γ. Βαλέτα, σσ. 403 – 4).

2 Πρόκειται για κάποια σύγχιση, προερχόμενη από τις ομοιότητες στην ενδυμασία, τον οπλισμό και τις συνήθειες των δυο λαών, Ελλήνων και Αλβανών.

3 Οι βράκες των νησιωτών διέφεραν από τόπο σε τόπο, κυρίως ανάμεσα στους αλβανόφωνους και μη νησιώτες. Το «κοντοβράκι» με το «γιλέκο» ήταν η πιο συνηθισμένη ενδυμασία των παραλίων. Οι Έλληνες περιέπαιζαν τους φέροντες μεγάλες βράκες και τους αποκαλούσαν «χαλντούπηδες» και «ντουντούμηδες», επειδή έμοιαζαν με τους ανατολίτες Τούρκους.

4 Ο φόβος του Ιμπραήμ είχε δημιουργήσει προβλήματα υπερπληθυσμού και επισιτισμού στ΄Ανάπλι. Βλέπετε Οικονόμου, Ιστορικά, σ.σ. 651-2, και Νικολάου Κασομούλη, Στρατιωτικά Ενθυμήματα, τ. 2ος , σ. 614.

5 Άσχετα από τις ειρωνείες των ξένων, θα πρέπει να επισημανθεί η αίσθηση των τότε Ελλήνων για την αρχαιότητα – και προφανώς την καταγωγή – του χορού τους. Ήταν βέβαια λίγο δύσκολο στους αναθρεμμένους με τα νάματα της Αναγέννησης ξένους να παραδεχθούν τους χειμαζόμενους από την τυραννία και απαιδευσιά Έλληνες σαν απογόνους ενός λαμπρού κλασσικού παρελθόντος.

6 Αντίθετα από τον Post κατά τον Παυσανία (Κορινθιακά, ΙΙ, 25, 8 – 9) ο ήρωας Τύρινθος, γιος Άργου (γιου του Δία), έδωσε όνομά του στην πόλη.

7 Έως και πρόσφατα «…ειδικοί περί την προϊστορίαν ερευνηταί υπέθεσαν ότι τα ζώα που απεικονίζονται εις την πλάκα του υπέρθυρου της πύλης δεν είναι λέοντες αλλά γρύπες ή σφίγγες…» (Βλέπετε Γεωργίου Μυλωνά, Πολύχρυσοι Μυκήναι, Αθήναι 1983, σ. 79).

8 Πράγματι το ανάγλυφο των λεόντων μπορεί να θεωρηθεί ένα από τα αρχαιότερα ελληνικά γλυπτά και ίσως το αρχαιότερο αρχιτεκτονικό γλυπτό του δυτικού κόσμου (Βλέπετε Γ. Μυλωνά, ο.π.,σ. 79).

9 Οι χωρικοί των χρόνων του Post τον ονόμαζαν τάφο του Αγαμέμνονα. Αντίθετα οι ίδιοι χωρικοί του 2ου αιώνα, φορείς μιας πιο ζωντανής παράδοσης, έδειξαν στον Παυσανία το ίδιο μνημείο ως το θησαυρό του Ατρέα και των παιδιών του.

10 Πρόκειται για τον περιώνυμο Θεοδωράκη Γρίβα, (1797 – 1862), τον πλέον ανοικονόμητο και τυραννικό ίσως καπετάνιο του αγώνα. 

11 Ο Post ακριβολογεί για τη συμπεριφορά του Γρίβα. Περισσότερα γι’ αυτήν βλέπετε Χρήστου Στασινόπουλου, Λεξικόν της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, στο λήμμα «Θεοδωράκης Γρίβας».

12 Φρούραρχος του Ίτς Καλέ ήταν ο αντίπαλος του Γρίβα, ο Σουλιώτης Νάσης Φωτομάρας. Μέρος του φρουρίου αυτού παραχώρησε στους Στραταίους αντί σημαντικού ποσού χρημάτων. Η διαμάχη του με το Γρίβα κορυφώθηκε στις 3/15 Δεκεμβρίου 1826, οπότε άρχισαν να βομβαρδίζουν ο ένας τον άλλο με αποτέλεσμα πολλούς νεκρούς, τραυματίες και υλικές ζημιές. Ο τρόμος ανάγκασε τους κατοίκους να σκορπισθούν στους Μύλους, στα ελώδη μέρη του Άργους και του Ναυπλίου, στο Λεωνίδιο, στο Άστρος κ.ά.

 

 

Read Full Post »

Μακρυγιάννης Όθων (1833-1901)

 


Μακρυγιάννης Όθων (1833-1901)

Στρατιωτικός και Πολιτικός. Πέμπτος γιος του Ιωάννη Μακρυγιάννη και της Αικατερίνης (Κατίγκως) κόρης του Γεωργαντά Σκουζέ. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο την 1η Μαρτίου 1833. Τον βάφτισε ο βασιλιάς Όθωνας δίνοντάς του τ’ όνομά του, επιβεβαιώνοντας έτσι,  πως προσφέρει «την βασιλική εύνοιαν», στον πατέρα του.  Εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων από την οποία αποφοίτησε ως ανθυπολοχαγός. Διαγράφτηκε από το στράτευμα το 1852 μετά από την καταδίκη του πατέρα του για συνωμοσία εναντίον του Βασιλιά Όθωνα.

Κατά τα Σκιαδικά,* όταν η Χρυσή Νεολαία έκανε την πρώτη της εμφάνιση στο Πεδίο του Άρεως με τα ψάθινα καπέλα και τις ασπρογάλαζες κορδέλες, ο Όθων Μακρυγιάννης ήταν από τους πρώτους. Είχε μεγάλες συμπάθειες ανάμεσα στους νέους, από τις ταλαιπωρίες και τους κατατρεγμούς του πατέρα του, αλλά και γιατί ο ίδιος ασκούσε την  γοητεία του νεαρού μαχητικού επαναστάτη.      

Όταν κηρύχτηκε η Ναυπλιακή Επανάσταση, ο Όθωνας για να προλάβει την γενίκευση της εξέγερσης διέταξε στην Αθήνα συλλήψεις.  Ο Όθων Μακρυγιάννης φυλακίστηκε μαζί μ΄όλους τους αντιοθωνικούς  Δεληγιώργη, Καλλιφρονά κ.α. Μετά την καταστολή της εξέγερσης για να αμβλύνει τα πάθη ο Όθωνας έδωσε αμνηστία.

Στο κίνημα που έφερε την έξωση του Όθωνα, τον Οκτώβριο του 1862, το πέμπτο παιδί του Μακρυγιάννη, «ο πρεσβύτερος των επιζώντων υιών του» Όθων Μακρυγιάννης, μέλος της «Χρυσής Νεολαίας» υπό τον Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, «προχωρήσας μέχρι της αιθούσης του θρόνου, όστις είχεν ήδη θρυμματιστεί, παρέλαβε το χρυσούν τούτου στέμμα και απήγαγε λάφυρον εις τον οίκο αυτού ίνα επιδείξει προς τον πολυπαθή πατέρα».* *           

Από το 1865 αρχίζει ο κοινοβουλευτικός βίος του. Εξελέγη βουλευτής Αττικής και Αττικοβοιωτίας αρχικά με το κόμμα του Επαμεινώνδα Δεληγιώργη και κατόπιν με το κόμμα του Χαριλάου Τρικούπη (1865 – 1868, 1872, 1873 – 1874, 1875 – 1879, 1887 – 1890, 1892 – 1895). Πέθανε στις 15 Ιανουαρίου 1901.***

 

Υποσημειώσεις

 


* Με την ονομασία «Σκιαδικά» έμειναν στην ιστορία τα επεισόδια μεταξύ της μαθητιώσας νεολαίας και της Χωροφυλακής, που συνέβησαν στην Αθήνα στις 10 και 11 Μαΐου 1859. Ήταν ένα φαινομενικά άσχετο γεγονός, που οδήγησε τρία χρόνια αργότερα στην έξωση του βασιλιά Όθωνα.

** Γ. Βλαχογιάννης, «Εισαγωγή», Αρχείον, τ. Α’, σ. ξα’.

*** Ποικίλη Στοά 1912, σελ. 609 κ. επ.

 

Πηγές

 


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», τρίτη έκδοση, Αθήνα.                           
  • Νίκος Θεοτοκάς, Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας, «Μακρυγιάννης», τόμος 8ος,  Τα Νέα, Αθήνα, 2010.

 

Διαβάστε επίσης: 

Read Full Post »

Μελάμπους ο Αργείος: μαγεία, ιατρική και πολιτική εξουσία


 

 Ομιλία του Ιατρού Παναγιώτη Ν. Τσελφέ, στην τελετή απονομής «Βραβείων Ανδρέα Λεούση», 31 Ιανουαρίου 2010, στο Σύλλογο Αργείων «Ο Δαναός».

  

Σήμερα, σ’ αυτή την εκδήλωση, η οργανωμένη κοινωνίας του Άργους, βραβεύει δύο επίλεκτους νέους που τάχτηκαν στην υπηρεσία της επιστήμης του Ιπποκράτη και τιμά τη μνήμη ενός ιατρού, του Ανδρέα Λεούση, ο οποίος γεννήθηκε στην Καρυά και αφού σπούδασε την ιατρική σε σπουδαία πανεπιστήμια της Ευρώπης, αφιέρωσε τη ζωή του στην Αργολίδα, όπου διακρίθηκε για την επιστημονική και την κοινωνική του δραστηριότητα.

Το θέμα που σας παρουσιάζω επιλέχτηκε γιατί αναφέρεται στο μυθικό βασιλιά του Άργους Μελάμποδα, ο οποίος θεωρείται ο πρώτος ιατρός της Ευρωπαϊκής ιστορίας. Έδρασε τον 14ο π.Χ. αιώνα, 400 χρόνια προ του Ασκληπιού και 900 χρόνια προ του Ιπποκράτους. Στις ιστορικές πήγες φέρεται με το προσωνύμιο «Αργείος», αφού το μέγιστο μέρος των δραστηριοτήτων του αναπτύχθηκε στο Άργος, παρ’ όλο που πιθανότατα έλκει την καταγωγή του από την Πύλο.

Η μυθική ζωή του φέρει χαρακτηριστικά που έχουν σχέση και αναφέρονται άμεσα σε δραστηριότητες των συγχρόνων ιατρών. Έτσι οι νέοι που θα γίνουν ιατροί, θα μπορούσαν ίσως να λάβουν πληροφορίες, μηνύματα ή και «διδάγματα», χωρίς τον απεχθή δασκαλίστικο τρόπο και να τ’ αξιολογήσουν θετικά ή αρνητικά, ανάλογα με την παιδεία και την προσωπική τους ηθική ή τους καταγεγραμμένους ηθικούς κανόνες που επιβάλλει η σύγχρονη ιατρική δεοντολογία.

Είναι σωστό να γνωρίζουμε πως τα θαυμαστά πεπραγμένα των σπουδαίων προγόνων μας δεν συμβαδίζουν πάντα με τους ηθικούς κανόνες της εποχής μας. Αυτό θα ήταν αδύνατο, αφού δεκάδες είναι τα σύγχρονα προβλήματα της ιατρικής και της βιοτεχνολογίας, που ήταν ανύπαρκτα πριν λίγα χρόνια, που προκαλούν σήμερα ηθικά διλήμματα και απαιτούν την τοποθέτησή μας απέναντι τους.

Μερικά από αυτά μπορεί να είναι:

1) Μεταμοσχεύσεις οργάνων

2) Χρησιμοποίηση εθελοντών για δοκιμή νέων φαρμάκων.

3) Χρήση παρένθετης μητέρας

4) Εξωσωματική γονιμοποίηση

5) Εξωσωματική γονιμοποίηση με σπέρμα συζύγου που ήδη έχει πεθάνει

6) Κατεψυγμένα έμβρυα που ανήκουν σε ζευγάρι που έχει χωρίσει.

7) Έμβρυο που είναι φορέας ανίατης ασθένειας.

8) Προεμφυτευτική και προγεννητική διάγνωση

9) Παρασκευή επιθυμητών τύπων ανθρώπων

10) Δημιουργία τραπεζών πληροφοριών DNA

11) Θεραπευτική και αναπαραγωγική κλωνοποίηση

12) Μεταλλαγμένα τρόφιμα

13) Υπερήλικες μητέρες

14) Παθητική και ενεργητική ευθανασία, εντολή «μη αναζωογόνησης»   

15) Επιλογή φύλου

Από αυτή τη θέση θα παρουσιάσω τέσσερις από τις ιδιότητες – δραστηριότητες που αναφέρονται στον Μελάμποδα και έχουν άμεση σχέση με τη σύγχρονη άσκηση της ιατρικής:

Α. Ο Μελάμπους ήταν ιατρός.

Β. Ο Μελάμπους ήταν μάγος.

Γ.  Ο Μελάμπους απαιτούσε για τις υπηρεσίες του υπέρογκες αμοιβές

Δ. Ο Μελάμπους χρησιμοποίησε την άσκηση της ιατρικής, για ν’ αποκτήσει πολιτική εξουσία.

  

Ο Μελάμπους λοιπόν ήταν γιατρός


 

Μελάμπους – Αργειακά Ιατρικά Χρονικά

Ένας από τους μεγαλύτερους γιατρούς των αρχαίων χρόνων. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, τον Ησίοδο, τον Απολλόδωρο τον Αθηναίο, τον Απολλώνιο τον Ρόδιο, τον Διώδορο τον Σικελιώτη, τον Στράβωνα, αλλά και τον ίδιο τον Όμηρο, ο Μελάμπους θεωρείται ο πρώτος γιατρός της ανθρωπότητας, αρχαιότερος από τον Ασκληπιό. «Την δια φαρμάκων και καθαρμών θεραπείαν πρώτος ευρηκώς» (Απολλόδωρος, βιβλίο Α΄ κεφ 9,3).

Θεωρείται πως αυτός θεμελίωσε την ιατρική επιστήμη στον ελλαδικό χώρο και κατά συνέπεια σε ολόκληρο το δυτικό πολιτισμό. Κατά την άσκηση της επιστήμης του, εξισορρόπησε με απόλυτη επιτυχία την Θεουργική Ιατρική και την Επιστημονική Ιατρική, κλίνοντας έντονα προς την δεύτερη.

Πρέπει να υπενθυμίσουμε εδώ πως η πρώτη απεμπλοκή από ιερουργίες πραγματοποιείται (στην αρχαία Ελλάδα) από τον Ιπποκράτη (460-370 π.Χ.).

Ο Μελάμπους διέθετε πλούσιες διαγνωστικές και θεραπευτικές γνώσεις και δυνατότητες. Η διαγνωστική του μέθοδος αποτελεί την πρώτη βάση και την απαρχή της ψυχολογίας, της ψυχιατρικής και της ψυχανάλυσης. 

Η θεραπευτική του παραπέμπει σε ομοιοπαθητικές θεραπείες με την εξώθηση της νόσου στα όρια της.

Η ομοιοπαθητική ασκήθηκε κυρίως με τη χρήση του Ελλέβορου, που είναι ένα ήπιο δηλητήριο. Σε μικρές δόσεις δρα ως καθαρτικό, και σε μεγαλύτερες προκαλεί δηλητηρίαση. Για πολλά χρόνια και μέχρι τις μέρες μας, ο καθαρμός με ελλέβορο (και άλλα καθαρτικά), και το σοκ από την έντονη διάρροια, χρησιμοποιήθηκε δια πάσα νόσο, ιδίως ψυχιατρική.

Ο Μελάμπους θεωρείται ο ιδρυτής του πρώτου ιατρικού σώματος, ως ανεξάρτητης κοινωνικής κατηγορίας, η οποία απέδωσε και τους περιοδεύοντες ιατρούς.

Άλλες πρωτιές που αποδίδονται στον Μελάμποδα είναι η εισαγωγή της λατρείας του Διονύσου στην Πελοπόννησο και η ανάμειξη του οίνου με νερό.

Ο ιατρός – μάγος


 

Ο Μελάμπους ήταν και μάγος. Μάντη τον έλεγαν οι αρχαίοι συγγραφείς, αλλά η δραστηριότητά του ήταν σαφώς μαγική. Ο μύθος που περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο ο Μελάμπους απέκτησε τις εξαιρετικές του ικανότητες, έχει δύο σκέλη.

Στο πρώτο, κάποια φιδάκια που ο Μελάμπους ευεργέτησε, σύρθηκαν ως τους ώμους του την ώρα που κοιμόταν, με τις γλώσσες τους «καθάρισαν» την ακοή του. Ο Μελάμπους ξύπνησε τρομαγμένος, αλλά με έκπληξη ανακάλυψε ότι μπορούσε να καταλαβαίνει τις φωνές των πουλιών και των ζώων. Και από τότε, αντλώντας πληροφορίες από αυτή την ανεξάντλητη πηγή, προέλεγε στους ανθρώπους τα μέλλοντα.

Αργότερα, σ’ ένα δεύτερο σκέλος του μύθου, ολοκλήρωσε τα υπερφυσικά του χαρίσματα όταν συνάντησε τον ίδιο τον Απόλλωνα κοντά στον Αλφειό και έτσι έγινε «μάντης άριστος«.

Ο μύθος φαίνεται απλός, όμως κρύβει μια μεγάλη αλήθεια. Οι δύο διαφορετικές παραδόσεις σχετικά με τον τρόπο που αυτός απέκτησε την μαντική του ικανότητα οφείλονται στην διαμάχη της Διονυσιακής με την Απολλώνια θρησκεία με αντικείμενο τον προσεταιρισμό του περίφημου μάντη.

Πιθανότατα ο Μελάμπους ήταν απόστολος της λατρείας του Διονύσου. Η συγγένεια του Διονύσου με τις χθόνιες θεότητες εξηγεί ικανοποιητικά την προέλευση της μαντικής ικανότητας του Μελάμποδα. Το δώρο της πρόγνωσης το παίρνει από τη γη και τα φίδια που «καθαρίζουν» την ακοή του Μελάμποδα είναι κατεξοχήν χθόνια στοιχεία. Είναι η πρώτη εμφάνιση των όφεων, συμβόλων της ιατρικής επιστήμης μέχρι σήμερα, σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Αργότερα, το Ιερατείο της Απολλώνιας θρησκείας έκανε προσπάθεια να προσδέσει τον Μελάμποδα στο άρμα του Θεού της, που αποτελούσε εκείνη την εποχή το κατεστημένο της μαντικής.

 Η οντότητα του ιατρού – μάγου, είτε το αναγνωρίζουμε είτε όχι, διατηρήθηκε μέχρι τις μέρες μας.

Ευνοείται από το «μαγικό» περιβάλλον που συγκροτείται π.χ. από το άβατο ορισμένων χώρων άσκησης της ιατρικής, όπως είναι τα χειρουργεία ή τα εργαστήρια. Ενισχύεται από το εξαιρετικά ψυχρό παλαιότερα και το συγκεκριμένα πολυτελές σημερινό, περιβάλλον των ιδιωτικών κλινικών, των νοσοκομείων και των ιδιωτικών ιατρείων. Σηματοδοτείται από συγκεκριμένες στολές όπως είναι η άσπρη μπλούζα, τ’ ακουστικά που κρέμονται στο λαιμό, ή από τις τρομακτικές μάσκες και τα καπέλα που φορούν οι χειρουργοί.

Τέλος καλλιεργείται και επιτείνεται από κάποιους ιατρούς που με συγκεκριμένη συμπεριφορά κατασκευάζουν γύρω από το άτομό τους το μύθο του μάγου του χωριού ή της πόλης. Δεν μπορώ να ξεχάσω τον πασίγνωστο μάγο της Τρίπολης, που έζησα στα μαθητικά μου χρόνια, ο οποίος βέβαια απομυθοποιήθηκε όταν αποδείχτηκε επικίνδυνος, αλλά δεν είναι και ο μοναδικός.

Σαν αναισθησιολόγος έχω ζήσει χειρουργούς που στο τέλος της επεμβάσεως, βγαίνουν με τη ματωμένη μπλούζα από το χειρουργείο για να ενημερώσουν τους έντρομους συγγενείς, πως τον άνθρωπό τους «τον έσωσαν».

 

Απαίτηση υπέρογκων αμοιβών για ιατρικές πράξεις


  

Μια από τις σημαντικότερες ιατρικές πράξεις του Μελάμποδα, ήταν η θεραπεία του Ίφικλου, γιου του βασιλιά της Φυλάκης, Φύλακου, στη Θεσσαλία. Δεν θα παρουσιάσω ολόκληρο το μύθο, αλλά στη Θεσσαλία ο Μελάμπους πήγε για να κλέψει ένα περίφημο κοπάδι βοδιών, που κατείχε ο Φύλακος, να το δώσει στον αδελφό του Βίαντα, ο οποίος θα το πήγαινε ως «έδνα» στο βασιλιά της Πύλου Νηλέα και θα έπαιρνε την πανέμορφη Πηρώ, κόρη του βασιλιά για σύζυγο. 

Ο Ίφικλος λοιπόν, ο γιος του βασιλιά ήταν ανίκανος. Ο Μελάμπους διέγνωσε ψυχογενή ανικανότητα και δέχτηκε να τον θεραπεύσει απαιτώντας να συμφωνήσει εκ των προτέρων ο πατέρας του, στην υπέρογκη αμοιβή του μοναδικού κοπαδιού των βοδιών. Έτσι κι έγινε. Ο Μελάμπους θεράπευσε τον Ίφικλο και πήρε τα περίφημα βόδια σαν αμοιβή.

 Ο Προίτος τώρα, γιος του Άβαντα, συμβασιλιάς της Αργολίδας μαζί με τον Ακρίσιο, είχε παντρευτεί τη Σθενέβοια, που του είχε κάνει τρεις κόρες ονομαζόμενες Λυσίππη, Ιφινόη και Ιφιάνασσα – μερικοί ωστόσο ονομά­ζουν τις δύο νεότερες Ιππονόη και Κυριάνασσα. Είτε επειδή είχαν προσβάλει τον Διόνυσο είτε επειδή είχαν προσβάλει την Ήρα με την υπερβολική κλίση τους στις ερωτοδουλειές είτε επειδή είχαν κλέψει χρυσάφι από το άγαλμα της στην Τίρυνθα, την πρωτεύουσα του πατέρα τους, οι κόρες του Προίτου προσβλήθηκαν και οι τρεις από θεϊκή μανία, και περιφέρονταν έξαλλες εδώ κι εκεί στα βουνά, σαν αγελάδες που τις έχει τσιμπήσει η μύγα, όπου συμπεριφέρονταν με τρόπο εντελώς αχαλίνωτο και ρίχνονταν στους ταξιδιώτες.

Ο Μελάμπους, όταν έμαθε τα νέα, πήγε στην Τίρυνθα και προσφέρθηκε να τις θεραπεύσει, με τον όρο ότι ο Προίτος θα του κατέβαλλε για αμοιβή το ένα τρίτο του βα­σιλείου του.

Η αναφορά αυτού του μύθου βεβαίως γίνεται, για να υπενθυμίσει, πως μέχρι σήμερα παρατηρείται η εκ των προτέρων απαίτηση υπέρογκων αμοιβών για ιατρικές πράξεις.

Θα ήταν παράλειψη να μη σημειώσω εδώ πως η διάγνωση και η μέθοδος θεραπείας του Ιφίκλου θεωρείται διεθνώς η πρώτη θεραπεία με εφαρμογή ψυχανάλυσης και η πρώτη θεραπεία ψυχοσωματικής νόσου.

Οι Γάλλοι και οι Γερμανοί ψυχαναλυτές θεωρούν τον Μελάμποδα ως τον παγκόσμια πρώτο ψυχαναλυτή και τον τιμούν συχνά, επισκεπτόμενοι τα ερείπια του ιερού του Μελάμποδος που βρίσκονται μέσα σε αρχαίο οχυρό στα Αιγόσθενα (νυν Πόρτο Γερμενό) της Μεγαρίδος.

Ένα άλλο ιερό στο οποίο ο Μελάμπους λατρεύτηκε σαν θεός, είναι το Ιερό της Ημερασίας Αρτέμιδος ή Αρτέμιδος Ημέρας. Είναι η Άρτεμις που ημερεύει τους ανθρώπους και προκαλεί πνευματική, σωματική και ψυχική ευεξία και βρίσκεται κοντά στο χωριό Λουσικό (Χαμάκου) λίγο έξω από τα Καλάβρυτα.

Εδώ στο οροπέδιο των Σουδενών και στους πρόποδες του Χελμού, βρίσκεται σε υψόμετρο 1.200 μ. το Ιερό και η Αρχαία πόλη των Λουσών. Εδώ ήρθε στο φως ο Ναός της Ημερασίας Αρτέμιδος κατά τις ανασκαφές οι οποίες έγιναν τα έτη 1898 και 1899, από το Αυστριακό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών.

Η φήμη του Ιερού αυτού, στο οποίο δραστηριοποιήθηκε ο Μελάμπους ως θεραπευτής, ήταν τόσο μεγάλη στον τότε ελλαδικό χώρο, ώστε να θεωρείται ότι η αρχαία πόλη των Λουσών κτίστηκε εκεί εξαιτίας του Ιερού. Προς τιμήν της θεάς Αρτέμιδος και του Μελάμποδα ετελούντο στους αρχαίους Λουσούς τα ΗΜΕΡΑΣΙΑ.

  

Ο ιατρός – πολιτικός


 

Ο Μελάμπους είχε πολιτικές φιλοδοξίες και κατόρθωσε να γίνει βασιλιάς στο Άργος, δείχνοντας το δρόμο για την πολιτική στους νεότερους ιατρούς – πολιτικούς. Όταν του δόθηκε η ευκαιρία, απαίτησε και πήρε σαν αμοιβή για τις ιατρικές του υπηρεσίες το ανώτατο αξίωμα της πόλης του Άργους.

Η ευκαιρία που εκμεταλλεύτηκε για να γίνει βασιλιάς, ήταν η πρόσκληση που του απηύθυνε ο τότε βασιλιάς του Άργους Προίτος, όταν οι τρεις πανέμορφες κόρες του Λυσίππη , Ιφινόη και Ιφιάνασσα, διέπραξαν την ύβρη να θεωρήσουν τους εαυτούς τους πιο όμορφες από την Ήρα και την Αφροδίτη και τιμωρήθηκαν με ιερή μανία. Ο βασιλιάς ζήτησε από το Μελάμποδα να θεραπεύσει τις κόρες του και ο Μελάμπους απαίτησε σαν αμοιβή το ένα τρίτο του θρόνου.

Ο βασιλιάς αρχικά αντέδρασε αρνητικά, αλλά αναγκάστηκε να δεχτεί, όταν η ιερή μανία εξαπλώθηκε σ’ όλες τις γυναίκες του Άργους. Ο Μελάμπους μάζεψε τους πιο εύρωστους νέους και τους έκλεισε με τις μαινάδες γυναίκες στο Σπήλαιο των Λιμνών, ή κάπου εκεί στο ειδυλλιακό περιβάλλον της Κλειτορίας ή της Κυλλήνης. Εκεί θεραπεύτηκαν. Είναι η πρώτη περιγραφή ομαδικής ψυχοθεραπείας. Υπονοείται μάλιστα η θεραπευτική αποτελεσματικότητα της ερωτικής συνεύρεσης

Σαν αμοιβή για τη θεραπεία των γυναικών του Άργους, έγινε βασιλιάς. «Τακτοποίησε» μάλιστα και τους συγγενείς του. Συμβασίλεψε με τον αδελφό του, ενώ οι απόγονοί του έμειναν για μερικές γενιές στο θρόνο του Άργους, με το γενικό όνομα Μελαμποδίδες.  Ο πιο διάσημος από τους Μελαμποδίδες ήταν ο Αμφιάραος, σπουδαίος μάγος – μάντης – ιατρός, που πήρε μέρος στην εκστρατεία των επτά εναντίον της Θήβας, ίδρυσε απομονωμένα θεραπευτήρια (σαν τα νεότερα Ασκληπιεία) που καλούνται Αμφιαράεια και λατρεύτηκε σαν θεός στον Ορωπό, όπου και το πιο γνωστό Αμφιαράειο.

Η πολιτική εξουσία σε πολλά μέρη της γης, δεν είναι πλέον δοτή ή κληρονομική. Οι πολίτες επιλέγουν σε μεγάλο βαθμό αυτούς που θα κυβερνήσουν. Όταν όμως επιλέγουν γι αυτή τη θέση τον θεράποντα ιατρό τους, η σχέση που αναπτύσσεται δεν είναι καθαρά πολιτική.

Η σχέση ιατρού – ασθενούς είναι εξαιρετικά ευαίσθητη και ο ιατρός είναι το ισχυρό μέρος αυτής της σχέσης. Η εκμετάλλευση της ισχύος, της επιρροής αλλά και της γοητείας που κάποιοι ιατροί ασκούν στους ασθενείς και πιθανούς ασθενείς συμπολίτες τους, έχει κατά καιρούς αποτελέσει το μέσο για την εξασφάλιση της υποστήριξής τους για την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας.

Οι περισσότεροι ιατροί βεβαίως, αναδείχτηκαν σε πολιτικούς ηγέτες, χωρίς ν’ ασκήσουν την ιατρική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο περίφημος Τσε Γκεβάρα, που αν και ιατρός, κατέκτησε την εμβληματική θέση του παγκόσμιου επαναστάτη, χάρη στη μαχητικότητα, τον ηρωισμό και την ηγετική του φυσιογνωμία. Ο Τσε ουδέποτε άσκησε την ιατρική, εκτός πεδίου μάχης.

Ένθερμος υποστηρικτής του συνδυασμού των δύο ιδιοτήτων του ιατρού δηλαδή και του πολιτικού, είναι ο Κύπριος πολιτικός Βάσος Λυσσαρίδης. Σε πολλά άρθρα και ομιλίες του θεωρεί πως οι ιατροί γίνονται ικανοί και αποτελεσματικοί πολιτικοί, γιατί «η πολιτική είναι θεραπευτική κοινωνικών ασθενειών ή έστω φαινομένων». Και αλλού δηλώνει: «Θεώρησα τον εαυτό μου λιποτάκτη όταν μεταπήδησα από την ιατρική στην πολιτική. Παράμεινα γιατί την αντιμετώπισα ως θεραπευτική κοινωνικών νόσων και διατήρησα στην αντιμετώπιση της την ιατρική προσέγγιση».

Τελειώνοντας, δεν μπορώ να μην αναφέρω τον σπουδαίο Ιατρό και λογοτέχνη Γεώργιο Τσουκαντά, ο οποίος αν και γεννήθηκε στη Λαύκα Κορινθίας εγκαταστάθηκε στην Λύρκεια, πατρίδα της μητέρας του, αγάπησε με πάθος το Άργος και υπηρέτησε με συνέπεια τον Αργειακό λαό. Μελέτησε όσο κανένας άλλος τον Μελάμποδα  

Δημοσίευσε πολλές μελέτες που τον αναδεικνύουν σαν τον παγκόσμια πρώτο ψυχαναλυτή και τον πρώτο «Ψυχοσωματιστή», τόσο στην Ελλάδα όσο στο Βέλγιο και τη Γαλλία, στη γαλλική γλώσσα (τις δημοσιεύσεις στη Γαλλική συνυπογράφει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Δ. Κουρέτας).   

Από αυτήν εδώ τη θέση, παρουσίασε στο ακροατήριο του Δαναού τις περιπτώσεις ψυχοθεραπείας των θυγατέρων του Προίτου, της ομαδικής μανίας των Αργείων γυναικών, της ατεκνίας του Ιφίκλου και της ψυχώσεως του Αλκάθου (βασιλέα των Μεγάρων, από το γένος των Πελοπιδών, πάσχοντα από μελαγχολία).

Ανακεφαλαιώνοντας:

 Σ’ αυτή την εκδήλωση, η οργανωμένη κοινωνίας του Άργους, βράβευσε δύο επίλεκτους νέους που τάχτηκαν στην υπηρεσία της ιατρικής επιστήμης και τίμησε τη μνήμη του Ανδρέα Λεούση, ενός ιατρού που ξεχώρισε για την επιστημονική και την κοινωνική του δραστηριότητα.

Εγώ παρουσίασα κάποιες πτυχές των δραστηριοτήτων του θεωρούμενου πρώτου ιατρού της Ευρωπαϊκής ιστορίας, του μυθικού βασιλιά του Άργους Μελάμποδα, γιατί αυτές οι δραστηριότητες έχουν σχέση και αναφέρονται άμεσα σε δραστηριότητες των συγχρόνων ιατρών. Αναφέρονται στην άσκηση της ιατρικής, στην κεκαλυμμένη άσκηση μαγείας και στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας.

Καθένας από τους ακροατές βγάζει συμπεράσματα ανάλογα με την προσωπική του ηθική και τους καταγεγραμμένους ηθικούς κανόνες (δεοντολογία) της σύγχρονης ιατρικής επιστήμης.

 

Παναγιώτης Ν. Τσελφές

Ιατρός Αναισθησιολόγος

Διευθυντής Τμήματος Αναισθησιολογίας

Γενικού Νοσοκομείου Άργους

 

Read Full Post »

 

Σκηνή καθημερινότητας της πόλης αποθανατίζει η υδατογραφία του Πεϋτιέ με τη χουρμαδιά τ΄ Αναπλιού, με τα «χασαπιά και τα σφαχτάρια» και τους κατοίκους στα «Πέντε Αδέλφια», απέναντι από το Μπούρτζι,  να υποδέχονται ξένα πλοία.

 

Ναύπλιο, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι, E. Peytier

Read Full Post »

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII (2009)


Κυκλοφόρησε ο 7ος τόμος των Ναυπλιακών Αναλέκτων.

Η Συντακτική Επιτροπή των Ναυπλιακών Αναλέκτων του Ιδρύματος “Ιωάννης Καποδίστριας” του Δήμου Ναυπλίου ενημερώνει τους δημότες και τους φίλους του Ναυπλίου ότι τα Ναυπλιακά Ανάλεκτα 2009, εκτυπώθηκαν πρόσφατα σε καλαίσθητη έκδοση.

Στον τόμο αυτό δημοσιεύονται πρωτότυπες σημαντικές εργασίες και δημιουργίες που αναφέρονται σε ιστορικά, αρχιτεκτονικά, σύγχρονα και λογοτεχνικά θέματα.

Για την επέτειο συμπλήρωσης 180 χρόνων το έτος 2008 από την άφιξη του Καποδίστρια στο Ναύπλιο το 1828, στην πρώτη πρωτεύουσα του νεότερου Ελληνικού Κράτους, δημοσιεύεται σημαντικός αριθμός μελετών που αναφέρονται στον πρώτο Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.

Ο νεοεκδοθείς τόμος με έγχρωμες και ασπρόμαυρες φωτογραφίες αποτελείται από 431 σελίδες και περιλαμβάνει τις ακόλουθες μελέτες και δημιουργίες:

 

  • Κ. Κακαρίκος, Ναύπλιο- Ανάπλι: Επανεξέταση των θεωριών για την ετυμολογία του τοπωνυμίου.
  • Π. Λιαλιάτσης, Η άλωση του Παλαμηδίου και ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος.
  • Β. Δωροβίνης, Από τα τελευταία χρόνια του Στάϊκου Σταϊκόπουλου.
  • Τ. Σαλκιτζόγλου, Μια άγνωστη αναφορά του Δημητρίου Μοσχονησιώτη.
  • Β. Α. Χαραμής, Οι παρακαταθήκες της πόλης του Ναυπλίου στο Νεοελληνικό Κράτος.
  • Αλ. Στούρτζας, Λόγος Επιτάφιος εις τον Κυβερνήτην της Ελλάδος Ιωάννην Α. Καποδίστρια.
  • Λ. Καρακούρτη – Ορφανοπούλου, Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, Παράρτημα Ναυπλίου.
  • Α. Χαραμής, Δίκτυο πόλεων “Ιωάννης Καποδίστριας”.
  • Χ. Πιτερός, Ναύπλιο: Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη.
  • Κ. Δανούσης, Ο ανδριάντας του Καποδίστρια στο Ναύπλιο.
  • Χ. Πιτερός, Το Εθνικό Νοσοκομείο του Ναυπλίου.
  • Ρεγγίνα Quack-Μανουσάκη, Μια Βερολινέζα στο Ναύπλιο, 1834/35.
  • Χ. Πιτερός, Μπούρτζι, Άγιοι Θεόδωροι, Αρβανιτιά, φυλακή του Κολοκοτρώνη.
  • Χ. Πιτερός, Ναύπλιο: Το Ενετικό κτίριο και το πρώτο Τυπογραφείο της Διοικήσεως. Χ. Πιτερός, Η Χουρμαδιά τ’ Αναπλιού.
  • +Τάκης Μαύρος, Χάρτης Ναυπλίου Α΄ ημίσεως ΙΘ΄ αιώνα.
  • Ηλ. Μηναίος, Από την πιθανολογούμενη Επισκοπή Ασίνης, στην Επισκοπή Ορόβης Ασίνης και επέκεινα.
  • Δρ. Μάρκος Ν. Ρούσσος-Μηλιδώνης, Δύο επιστολές των ετών 1841 του εφημ. Γεωργίου Δούναβη στον επίσκοπο Σύρου Αλούσιο M. Blancis.
  • Ι. Κοτίτσας, Αναμνήσεις μάχης Καμινάκι-Λάκκα Τολού- με Άγγλους και Γερμανούς (27-4-1941).
  • Π. Κομιανός, Ιστορικό ανεγέρσεως Ι. Ν. Αγίου Νεκταρίου Ναυπλίου.
  • Δ. Φιλιππίδης, Ακροναυπλία: Η κορώνα του Ναυπλίου.
  • Ευάγγ. Μαστέλλος, Ακροναυπλία, Γενική προσέγγιση θεμάτων ανάδειξης και προβολής της ως τμήμα και κορωνίδα του Ναυπλίου.
  • Κ. Γκόνης, Μελέτη-Αποκατάσταση διατηρητέου κτιρίου στην Παλιά Πόλη του Ναυπλίου.
  • Γ. Τσιρώνης, Το επονομαζόμενο “κτίριο Άρμανσμπεργκ” στο Ναύπλιο.
  • Δ. Δερζέκος, Ιστορικό Κέντρο Ναυπλίου.
  • Θ. Φωτίου, Μ. Μαντουβάλου, Ε. Μαΐστρου, Συγκρότημα κατοικιών και επαγγελματικών Χώρων στο οικόπεδο  του Κύκνου στο Ναύπλιο.
  • Ι. Πετρόπουλος, Κέντρο Ελληνικών Σπουδών (Ελλάδας) Πανεπιστήμιο Harvard.
  • Σωκρ. Διδασκάλου, Αφουγκράσματα. Ελ. Κοβαντζή Στόϊκοβιτς, Ανθή Γκοκόρη. Γ. Ρούβαλης, Βέτο στην Ελβετία. Γ. Φίλης, Ωδές. Γ. Μουσταΐρας, Στη σκιά του “Μιλτιάδη”. Ελ. Κοβαντζή-Στόϊκοβιτς,Θάλασσα.
  • Δ. Δουλιγέρη-Σαλεσιώτη, 100 χρόνια από την γέννηση του αρχιμουσικού Βασίλειου Κ. Χαραμή.
  • Π. Λιαλιάτσης, Γεώργιος Αθ. Χώρας (Λυγουριό 1934-Αθήνα 2005).
  • Δρ. Μάρκος Ν. Ρούσσος Μηλιδώνης, Αφιέρωμα στον π. Γεώργιο Χώρα (27-9-1934, 4-8-2005).
  • Χρ. Αποστολοπούλου-Σταυρουλάκη, Μνήμη Ελένης Κούκου-Καθηγήτριας Ιστορίας Παν/μίου Αθηνών.
  • Β. Α. Χαραμής, Το νέο θεσμικό πλαίσιο του ΝΠΔΔ “Ιωάννης Καποδίστριας” Δήμου Ναυπλίου.

 

Οι παραπάνω πρωτότυπες μελέτες δεν αναφέρονται απλώς σε ιστορικά μόνο θέματα αλλά και σε σύγχρονα θέματα με έντονο προβληματισμό γύρω από την πόλη του Ναυπλίου, η προστασία της οποίας είναι υπόθεση όλων των κατοίκων και φίλων της πόλης, και δίνουν το στίγμα της χρονικής στιγμής έκδοσης του περιοδικού.

Οι δημοσιευμένες μελέτες με αντικειμενικά κριτήρια κρίνονται σημαντικές και συμβάλλουν καθοριστικά στην ανάδειξη και προβολή της πόλης του Ναυπλίου.

Η Επιτροπή Σύνταξης του περιοδικού ευχαριστεί εκ βάθους καρδίας όλους τους μελετητές και τους δημιουργούς, οι οποίοι με κόπο και παντελώς αφιλοκερδώς κατέθεσαν “εκ περιουσίας” το τάλαντό τους ή τον οβολόν τους, και αισθάνεται βαθειά ικανοποίηση για το αισθητικό και ποιοτικό αποτέλεσμα της συντονισμένης αυτής προσπάθειας.

Τα Ναυπλιακά Ανάλεκτα 2009 διατίθενται στους ενδιαφερόμενους από το Δήμο Ναυπλίου.

Read Full Post »

Δήμαρχοι του Άργους (1834–1951)


 

Οι Δήμαρχοι του Άργους – Τάσου Τσακόπουλου (1834-1930)

 Άρθρο του Δικηγόρου και Ιστορικού Βασίλη Δωροβίνη

στο περιοδικό «ελλέβορος» του 1988.

Πρόκειται για τρία άρθρα του Τάσου Τσακόπουλου, τα ο­ποία δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «Αγροτική Αργολίς» στις 15 Ιουνίου και στις 6 και 13 Ιουλίου 1930. Θέμα τους ήταν οι δήμαρχοι του Άργους, από το 1834 που καθιερώθηκε ο θε­σμός μέχρι και το 1930.

Για τους αναγνώστες που θα εν­διαφέρονταν τυχόν για περισσότερες πληροφορίες, σημειώ­νουμε ότι ως προς τις οικογένειες των Δημ. Τσώκρη, Περρούκα και Βλάσση παραπέμπουμε στις σελίδες 249-260 της «Κα­ταστροφής του Δράμαλη» του Βαρδουνιώτη όπου, σε παράρ­τημα, παρατίθενται πολύτιμες πληροφορίες.

Οι πληροφορίες αυτές έχουν αντληθεί και από το αρχείο Περρούκα, που δια­σώθηκε χάρη στο Βαρδουνιώτη και με φροντίδες του κατατέ­θηκε και φυλάγεται στην «Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος».

                                                                                            

ΟΙ ΑΠΟ ΤΑ 1834 ΔΙΑΤΕΛΕΣΑΝΤΕΣ ΚΑΤΑ ΣΕΙΡΑΝ ΔΗΜΑΡΧΟΙ

ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ

και ο ήδη διατελών τοιούτος Κωνσταντίνος Μπόμπος αδελφός του ανωτέρω.

Εις προηγούμενο φύλλον της «Αγροτικής Αργολίδος» εδημοσιεύσαμεν κατά σειράν όλα τα ονόματα των διατελεσάντων Δημάρχων της πόλεως Άργους. Σήμερον δε, προσφέρομεν μεγαλυτέραν συμβολήν εις την πολιτικήν ιστορίαν της πόλεώς μας και μάλιστα επ’ ευκαιρία των εορτών της Εκατονταετηρίδος, δημοσιεύοντες κατά χρονολογικήν περίοδον τους εκλεγέντας και διατελέσα­ντας δημάρχους μέχρι σήμερον.

Ο πρώτος «περί συστάσεως των Δήμων» νόμος υποβληθείς παρά της Βαυαρικής αντιβασιλείας εις την βάσανον ιδιαιτέρας επιτροπής πρώτον, και είτα του Υπουργικού Συμβουλίου, επεκυρώθη τη 27 Δεκεμβρίου 1833, ως νόμος του Κράτους και εδημοσιεύθη εις το υπ’ αριθ. 3 φύλλον της Εφημερί­δος της Κυβερνήσεως του έτους 1834. Η εφαρμογή του ήρξατο τον Μάϊον του 1835, και αι πρώται δημοτικαί εκλογαί ενηργήθησαν τότε.

Οι δε κατά χρονολογικήν σειράν διατελέσαντες Δήμαρχοι είνε οι εξής:

1835-1838. Πρώτος Δήμαρχος Χρίστος Βλάσσης. Η οικογένεια Βλάσσιδων μετώκησε εν Άργει προ του 1770, εκ της παρά την Σπάρτην ακμασάσης άλλοτε και νυν ερήμου κωμοπόλεως Κοτίτσας. Ανεδείχθησαν όμως εν Άργει πλουσιώτατοι, δυνατοί και διάσημοι προύχοντες.

1838-1841. Κωνσταντίνος Βώκος. Προύχων, μέγας γαιοκτήμων, και σύγγαμβρος του στρατηγού Τσώκρη.

1841-1848. Γεώργιος Τσώκρης, αδελφός του στρατηγού Δημητρίου Τσώ­κρη. Όστις εκ παιδικής ηλικίας εξεπατρίσθη εις Κωνσταντινούπολιν, επανήλθεν εις το Άργος τον Ιούλιον 1817, και τη χρηματική αρωγή του και άλλων συγγενών εστρατολόγησε το πρώτον εξ Αργείων πολεμικόν σώμα.

1848-1852. Κωνσταντίνος Ροδόπουλος, έγκριτος, επιφανής και μεγαλοκτη­ματίας κατήγετο εκ Βυτίνης (της Γορτυνίας του νομού Αρκαδίας) αδελφός του κατά την επανάστασιν επιφανούς μητροπολίτου Κορίνθου Κυρίλλου, ου τα οστά μετεκόμισεν και αναπαύονται εν τω ιερώ του Ναού του Τιμίου Προδρό­μου, και σύγγαμβρος του στρατηγού Δ. Τσώκρη.

1852-1855. Κωνσταντίνος Βώκος, περί ου ωμιλήσαμεν ανωτέρω.

1855-1858. Ιωάννης Βλάσσης, αδελφός του Χρίστου, περίφημος ιατρός, σπουδάσας εν Παταβίω της Ιταλίας, μέλος της εν Ναυπλίω φιλανθρωπικής Εταιρίας του 1825 και βουλευτής τω 1844, 1859 και 1861.

1858-1861. Πέτρος Διβάνης ιατρός σπουδάσας εις Ιταλίαν, και πενθερός του ιατρού και επανειλημμένως διατελέσαντος Δημάρχου Αργείων Σπήλιου Καλμούχου.

1861-1866. Λάμπρος Λαμπρυνίδης δικηγόρος, πατήρ του φιλομούσου, του μουσοτραφούς του ευφυολόγου, και ικανοτάτου υπαλλήλου του ΣΠΑΠ Γεωργίου Λαμπρινίδου, κατήγετο εκ Κυνουρίας της Αρκαδίας, ηπίου και ευ­θύτατου χαρακτήρος, εις ον οφείλεται το υδραγωγείον δι ου και σήμερον ακόμη υδρεύεται η πόλις, Κεφαλαρίου – Άργους, ο ελαιών της Άκοβας, η γέ­φυρα εις θέσιν Καρακάξα, ήτις και σήμερον είνε γνωστή υπό το όνομα «Γεφύ­ρι του Λαμπρινίδη». Ως λέγεται ήτο αμείλικτος διώκτης της αγροζημίας, έφιπ­πος περιήρχετο τας αγροτικάς περιφερείας προς καταδίωξιν των ποιμένων.

Κατά την μεταπολίτευσιν καταδιωχθείς ως Οθωνιστής παρητήθη του Δημαρχικού αξιώματος, και ανέλαβεν ο πρώτος πάρεδρος Θεοδόσιος Καραμουτζάς. Παρ’ όλας τας προσπαθείας μας, δεν ηδυνήθημεν να εξακριβώσωμεν πόσον χρόνον διετέλεσεν ούτος δήμαρχος, είναι γνωστόν ότι λόγω της ανωμά­λου πολιτικής καταστάσεως παρετάθη η Δημαρχιακή περίοδος μέχρι του 1866. Η οικογένεια Καραμουτζά είναι μία εκ των αρχαιοτέρων του Άργους, μάλι­στα επί Τουρκοκρατίας το Ν.Α τμήμα της πόλεώς μας έφερε το όνομα Καραμουτζά-Μαχαλέ.

Μετά την μεταπολίτευσιν ανεδείχθησαν δήμαρχοι οι εξής:

1866-1870. Μιχαήλ Πασχαλινόπουλος, πατήρ της ευγενεστάτης και φιλευ­σπλάχνου επιτίμου προέδρου των Κυριών, (ήτις ανελλιπώς διατελεί τοιαύτη από του θανάτου της αειμνήστου Ελένης Ανδρέου Καρατζά, θυγατρός του στρατητού Τσώκρη) επί του φιλοπτώχου ταμείου, Κατίνας Ν. Μπόμπου. Ως δήμαρχος λέγεται αφήκεν εποχήν, σοβαρός, επιβλητικός και αυστηρός εις τα της διοικήσεως του Δήμου.

1870-1874. Μιχαήλ Παπαλεξόπουλος, κατήγετο εκ του ορεινού χωρίου της Αρκαδίας Κανδήλα, ιατρός συμπληρώσας τας σπουδάς του εν Παρισίοις, ευ­γενής, σοβαρώτατος, καλοκάγαθος, είχε το φανταστικώτερον κόμμα.

1874-1875. Σπήλιος Καλμούχος ιατρός, διακεκριμένος, σοβαρός, επιβλητι­κός, ευφυής, εύστροφος, είρων δε, απαράμιλλος, ήσκει επιρροήν εις την πολιτικήν όλης της Επαρχίας. Ακάματος, αφιλοκερδής, δεν υπήρξεν Αργείος α­σθενής όστις να μην ησθάνθη ευεργετικώς την ιατρικήν του περίθαλψιν, ανε­δείχθη και πληρεξούσιος. Έργα του Καλμούχου εισίν, η σημερινή αγορά, το γυμνάσιον, (εις το κτίριον προ εικοσαετίας εστεγάζοντο τα Ειρηνοδικεία Β.Ν. πλευράς) η εκ πιπερών δενδροστοιχία της οδού Τριπόλεως, ο εξωραϊσμός της Δημαρχίας, και των τότε Ελληνικών Σχολείων κ.τ.π. Δυστυχώς ο εν Αθήναις διαπρεπής ιατρός μικροβιολόγος υιός του, Πέτρος Καλμούχος, άπαξ αναδει­χθείς Βουλευτής δεν ηδυνήθη να κράτηση το μέγα κόμμα του αειμνήστου πατρός του.

 

Σπήλιος Καλμούχος

 

1879-1883. Μιχαήλ Παπαλεξόπουλος· περί ου ωμιλήσαμεν ανωτέρω.

1883-1891. Σπήλιος Καλμούχος ιατρός κ.λπ.

1891-1893. Χαράλαμπος Μυστακόπουλος μεγαλέμπορος, κατήγετο εκ Λογανίκου της Λακωνίας, εις τον Μυστακόπουλον οφείλεται η δια σιδηρών σω­λήνων διοχέτευσις του ύδατος εντός της πόλεως. Ανήρ σθένους και τόλμης, έσωσε την πόλιν από τα κακοποιά στοιχεία των εμφυλίων σπαραγμών και της αναρχίας του 1862. Πρότυπον και τιμίου δημάρχου, δείξαντος εξαιρετικόν ενδιαφέρον δια τα δημοτικά ζητήματα και κέρβερος του δημοτικού ταμείου. Χαρακτηριστικόν δε του ενδιαφέροντός του δια το δημοτικόν χρήμα είνε και το εξής: Ότι ενώ το δημοτικόν συμβούλιον τω εψήφισε δραχμάς 700 δια την μετάβασίν του εις Αθήνας προς παραλαβήν των σιδηροσωλήνων του υδραγωγείου, αυτός δεν εδέχθη ει μη μόνον δραχμάς 15 δι εισιτήριόν του Γ θέσεως. Απέθανε το δεύ­τερον έτος της δημαρχίας του.

 

Μυστακόπουλος Χαράλαμπος (1830-1894)

 

1893-1899. Σπήλιος Καλμούχος.

1899-1903. Εμμανουήλ Ρούσσος ιατρός εκ των ευδοκιμωτέρων, ευγενής, ειλικρινής φειδωλός του δημοτικού χρήματος, μανιώδης εις την φύτευσιν διαφόρων δένδρων. Οι αδελφοί Ρούσσοι, επιστήμονες εκ των εγκριτοτέρων της πόλεώς μας, αν και δεν ανήκουν εις οικογένειαν πολιτευομένην, εν τούτοις η προσωπικότης των, ο χαρακτήρ των και τα όλως εξαιρετικά προσόντα των, τους επέβαλον εις την δημοσίαν συνείδησιν ώστε να αναδειχθώσιν εις την πολιτικήν και οι τρεις ο Δημήτριος ως Βουλευτής κατά Αύγουστον 1910, ο Μανωλάκης Δήμαρχος 1899-03 και ο Γεώργιος, ο ευφυέστερος και νοημονέστερος ως πρόεδρος του κοινοτικού συμβουλίου Άργους κατ’ επανάληψιν.

1903-1907. Δημήτριος Κούζης ο ήδη γερουσιαστής αναδειχθείς και βου­λευτής κατά το 1910, ιατρός εκ των εγκριτωτέρων, με ατομικήν πολιτικήν ου την τυχούσαν, έντιμος, ειλικρινής, φιλαλήθης χαρακτήρ, κρίσεως δε και σκέ­ψεως, βαθύτατης. Διαδεχθείς το κόμμα του θείου του αειμνήστου Μιχαήλ Παπαλεξοπούλου.

1907-1914. Ανδρέας Καρατζάς δικηγόρος, υιός του εν Πάτραις διαπρεπούς νομομαθούς αειμνήστου Νεοκλέους Καρατζά. Εγκατασταθείς ενταύθα από του γάμου του, μετά της θυγατρός του στρατηγού Δημητρίου Τσώκρη Ελέ­νης, και πολιτευόμενος ανεδείχθη πολλάκις βουλευτής της Επαρχίας Άργους 1894-1895 και 1899-1903, ικανός, λόγιος μεγάλης μορφώσεως, εις ον η πόλις εκτός των άλλων έργων οφείλει και εσαεί θα ευγνωμονεί, το μέγιστον και εκπολιτιστικόν αγαθόν, τον ηλεκτροφωτισμόν αυτής.

Επί Καρατζά η δημαρχική περίοδος παρετάθη από το 1911-1914 ένεκα στρατιωτικού κινήματος κατά 1909, και των ενδόξων και νικηφόρων πολέμων 1912-1913.

1914-1925. Εγένετο η πόλις Άργους κοινότης, ως έχουσα πληθυσμόν έλαττον των 10 χιλ. κατοίκων, ένεκα της πλημμελώς ενεργηθείσης απογραφής των κατοίκων. Μετά εγένετο πάλιν δήμος και κατά Οκτώβριον του 1925 εξελέγη Δήμαρχος Αργείων ο Αγγελής Μπόμπος  (192528) έμπορος τίμιος, δραστή­ριος, χρηστός πολίτης, ήσυχος, συνετός, ολιγόλογος· λόγω του ησύχου και διαλλακτικού χαρακτήρος του, προετάθη ως δήμαρχος υφ’ όλων των κομμά­των. Ο εξωραϊσμός της πόλεως, οι δρόμοι, η αποξήρανσις του βάλτου, η επι­σκευή του υδραγωγείου, και τόσα άλλα έργα έτυχον της αμερίστου προσοχής του. Απέθανεν κατά το δεύτερον έτος της δημαρχίας του.

 

Μπόμπος Β. Αγγελής (1878-1928)

 

1928-1930. Ο Κωνσταντίνος Μπόμπος έμπορος· διαδεχθείς τον αποθανό­ντα αδελφόν του Αγγελήν Μπόμπον. Όστις εξακολουθεί το χαραχθέν υπό του αδελφού του πρόγραμμα. Την δε εξυπηρέτησιν των συμφερόντων των συμπολιτών του ο δημωφελέστατος Δήμαρχος, την θεωρεί υποχρέωσίν του, την θεωρεί καθήκον του επιβεβλημένον.

 

Κωστής Μπόμπος στο σπίτι του, 1937. μπλοκ

 

Είχε δοθεί για δημοσίευση στον «Ε» το άρθρο του Τ. Τσακόπουλου, όταν βρήκα στα χειρόγραφα κατάλοιπά του, σημείωμα με τα ονόματα των δημάρχων μέχρι το 1930, αλλά και των μετέ­πειτα, μέχρι και τον Στάθη Μαρίνο. Το σημείωμα είναι αχρονολόγητο. Δημοσιεύω από αυτό πιστά όλες τις αναγραφές για την περίοδο μετά τον Αγγελή Μπόμπο.

 «Κωνσταντίνος Μπόμπος, αδελφός του Αγγελή.

Ευθύμιος Σμυρνιωτάκης, 1941-1943, δικηγόρος.

Γεώργιος Παπαγιαννόπουλος, δικηγόρος, 1943-1944. Ούτος προσέφερε πολλάς εκδουλεύσεις και υπηρεσίας εις την πόλιν κατά την επάρατον εκείνην εποχήν της κατοχής. Χάρις εις τας ευγενείς ενεργείας και επιμόνους προσπαθείας του εσώθη η αιω­νόβιος γηραιά και αθάνατος παρά τας πληγάς πλάτανος την ο­ποίαν είχον απόφασιν να κόψουν οι σκληροί και απαίσιοι Γερμα­νοί. Υπό το φύλλωμα και την παχυτάτην σκιάν της διέρχονται δροσιζόμενοι, διασκεδάζοντες και ευωχούμενοι οι επισκεπτόμε­νοι τον Ερασίνον ποταμόν, κοινώς Κεφαλάρι.

Ευστάθιος Μαρίνος, ιατρός, όστις εκλέγεται δήμαρχος από της 15ης Απριλίου του 1951 μέχρι σήμερον. Εις τον κ. Μαρίνον οφείλεται η δια σιδηρών σωλήνων ύδρευσις της πόλεως και ού­τω υδρεύεται δι’ αφθόνου ύδατος το πολυδίψιον ‘Αργος (Ιλιάς 4.171)».

 Σημειώνω για την ιστορία ότι το αιωνόβιο πλατάνι του Κεφαλαριού κό­πηκε από τους «ευαίσθητους» ντόπιους, με απόφαση του κοινοτικού Συμβουλίου Κεφαλαριού και με πρόεδρο Κοινότητας τον κ. Μπουντούρη, το 1983. Δεν ξέρω τι θα έγραφε για την πράξη αυτή ο προδρομικά οικολόγος Τσακόπουλος, όπως άλλωστε και για την άθλια ποιότητα του νερού του Άργους, που πλέον ξεδιψάει με μεταλλικό νερό εμφιαλωμέ­νο…

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Read Full Post »

Κάλλας Παναγιώτης ή Τσοπανάκος (1789-1825), λαϊκός ποιητής του 1821


 

 Παναγιώτης Κάλλας ή Τσοπανάκος λαϊκός ποιητής του 1821, ο επονομαζόμενος και Τυρταίος της ελληνικής επανάστασης, με τα αυτοσχέδια ποιήματα και τραγούδια του εμψύχωνε τους αγωνιστές ή υμνούσε τα κατορθώματά τους.

 

Τσοπανάκος

Ο Τσοπανάκος γεννήθηκε το 1789 στη Δημητσάνα και πέθανε το 1825, σε ηλικία μόλις 36 ετών. Γραφή και ανάγνωση έμαθε στη σχολή της γενέτειράς του. Ο Τσοπανάκος είχε αδικηθεί από τη φύση. Ήταν ραχιτικός, δύσμορφος, κοντός και στραβοπόδης. Και καθώς στα χωριά ο περισσότερος κόσμος ήταν γνωστός με παρατσούκλια, στον Παναγιώτη Κάλλας είχαν κολλήσει το παρατσούκλι Τσοπανάκος – κατά μια εκδοχή επειδή η φωνή του έμοιαζε με του πετροκότσυφα, κατά άλλη επειδή περπατούσε ακουμπώντας σε μια γκλίτσα τσοπάνη.

Επειδή δεν μπορούσε να εργαστεί πριν την Επανάσταση του 1821 έφτιαχνε με ευχέρεια στίχους σατιρικούς για τους συμπατριώτες του. Με την κήρυξη όμως της Επανάστασης έβαλε την ικανότητά του αυτή στην υπηρεσία του Αγώνα. Και τα ποιήματά του ήταν πια θούρια που εξυμνούσαν τα κατορθώματα των αγωνιστών και τους παρακινούσαν σε νέους ηρωισμούς. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Βελεστινλής – Φεραίος Ρήγας  (1757-1798)


« Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά»

 

Ο Ρήγας  υπήρξε πρόδρομος και πρωτομάρτυρας της Ελευθερίας, αλλά και ένας από τους προδρόμους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Όπως και άλλοι φωτισμένοι ομογενείς του καιρού του, προσπάθησε, με βιβλία, με ιστορικογεωγραφικούς χάρτες και με άλλες εκδόσεις, να συμβάλει κι αυτός στην πνευματική αφύπνιση του υπόδουλου Γένους.

Είναι γνωστός σε όλους τους Έλληνες κυρίως από το εθνικό του εμβατήριο «Θούριος» :

               

Ως πότε παλικάρια, να ζούμε στα στενά,

μονάχοι, σαν λιοντάρια, στις ράχες  στα βουνά;

……………………………………………………..

Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή,

παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή!

………………………………………………….

 

Προσωπογραφία του Ρήγα, ελαιογραφία του Ανδρέα Κριεζή.

Γεννήθηκε στο Βελεστίνο της Θεσσαλίας από εύπορους γονείς. Το όνομά του Ρήγας είναι το βαπτιστικό του και το επίθετο Βελεστινλής είναι δηλωτικό του τόπου καταγωγής, που το επέλεξε ο ίδιος, αφού έτσι υπέγραφε. Οι κατοπινοί όμως λόγιοι του πρόσθεσαν και το επίθετο Φεραίος, επειδή το Βελεστίνο βρίσκεται στο χώρο που ήκμασαν οι αρχαίες Φερές. Τα νεανικά του χρόνια είναι βυθισμένα στην αχλύ του θρύλου και είναι δύσκολο να ανιχνευτούν τα πραγματικά γεγονότα. Τα πρώτα γράμματα λέγεται ότι τα διδάχθηκε από ιερέα του Βελεστίνου και κατόπιν στη Ζαγορά. Καθώς διψούσε για μάθηση, ο πατέρας του τον έστειλε στα Αμπελάκια για περαιτέρω μόρφωση.  Όταν επέστρεψε, δίδαξε για ένα χρόνο στο σχολείο άλλου πηλιορείτικου χωριού, του Κισσού.

Μετά τα πρώιμα θεσσαλικά του χρόνια, ο Ρήγας φύση ανήσυχη και τολμηρή, βγήκε στους δρόμους του κόσμου. Πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί συνδέθηκε με τα φαναριώτικα περιβάλλοντα της κοινωνίας των Ρωμιών πιθανότατα με την οικογένεια του λόγιου Μεγάλου Διερμηνέα και αργότερα ηγεμόνα της Βλαχίας Νικολάου Καρατζά.        

Στην Πόλη εκτός από τις πολλές του γνωριμίες με Φαναριώτες και λοιπούς προύχοντες διεύρυνε τις σπουδές του στη Γαλλική, στην Ιταλική και στη Γερμανική γλώσσα. Αργότερα τον βρίσκουμε στο Βουκουρέστι ως γραμματέα του ηγεμόνα της Βλαχίας Νικολάου Μαυρογένη. Μετά το Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1790), όπου ηττήθηκε η Τουρκία, ο Ρήγας κατέφυγε στη Βιέννη την οποία έκανε και έδρα της επαναστατικής του δράσης, αφού ήρθε σε επαφή και με άλλους ομογενείς.

Η Χάρτα της Ελλάδος, Βιέννη 1797.

Στη Βιέννη τυπώνει, εκτός των άλλων βιβλίων του, τη μεγάλη « Χάρτα της Ελλάδας», γεωγραφικός και ιστορικός πίνακας του αρχαίου και νέου Ελληνισμού, μνημείο πολυμάθειας και φιλοπονίας, πατριδογνωστική εγκυκλοπαίδεια προορισμένη  να ανακαλέσει στη μνήμη των ραγιάδων την προγονική ιστορία  και δόξα.

Επίσης τυπώνει κρυφά σε 3.000 αντίτυπα  το επαναστατικό του μανιφέστο, που περιείχε τα συνθήματα « Ελευθερία- Ισότης – Αδελφότης», μία Διακήρυξη των δικαιωμάτων των ανθρώπων, το Σύνταγμα του νέου πολιτεύματος  και στο τέλος τον αθάνατο Θούριο.

Μέσα από αυτές τις δραστηριότητές του, εκεί στη Βιέννη, γνωρίστηκε και συγκέντρωσε γύρω του έναν κύκλο αφοσιωμένων στις ιδέες και τα προγράμματά του. Έτσι δημιουργήθηκε μία μυστική οργάνωση που προετοίμαζε την εθνική εξέγερση. Στους μυημένους κυκλοφορούσε τα έργα του και κυρίως το «Θούριο». Τους τον έδινε χειρόγραφο και αυτοί τον αντέγραφαν και τον έδιναν σε άλλους. Έτσι χέρι με χέρι έφτανε και στην Ελλάδα.  Με τον ίδιο τρόπο τον μάθαιναν πολλοί Έλληνες ακόμη και τα παιδιά στα κρυφά σχολεία.

Στο πρόγραμμά του ήταν να κατεβεί και ο ίδιος στην Ελλάδα, να μεταφέρει όλο το έντυπο υλικό, να συνεργαστεί και να εμψυχώσει τους «σταυραϊτούς του Ολύμπου» και τα «ξεφτέρια των Αγράφων», όπως αποκαλούσε τους κλεφταρματολούς. Έπρεπε όμως πρώτα να περάσει και από την Ιταλία και να επιδιώξει συνάντηση με το Βοναπάρτη, για να τον ενημερώσει για τα σχέδιά του.

Ο Ρήγας Φεραίος στα μέρη της Εύβοιας, έργο Νίκου Εγγονόπουλου.

Τα σχέδια όμως αυτά προδόθηκαν, από έναν ονόματι Δημήτρη Οικονόμου, στην αυστριακή αστυνομία με αποτέλεσμα ο Ρήγας μαζί με άλλους επτά συντρόφους του να συλληφθεί στην Τεργέστη την 1η Δεκεμβρίου του 1797. Μετά από πολλές ανακρίσεις οι αυστριακές αρχές τους παρέδωσαν στις τουρκικές αρχές του Βελιγραδίου για να δικαστούν. Εκεί ύστερα από βασανιστήρια, στις 24 Ιουνίου 1798, αφού πρώτα τους στραγγάλισαν, πέταξαν τα σώματά τους στο Δούναβη ποταμό.

Στο σημείο αυτό χρήσιμο θα είναι οι αναγνώστες να διαβάσουν στη συνέχεια τι έγραψε για το Ρήγα Βελεστινλή ένας θαυμαστής του, ο «Ανώνυμος Έλλην»  συγγραφέας του βιβλίου  «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ», πολιτικό και κοινωνιολογικό δοκίμιο, που κυκλοφόρησε το 1806.

Θρηνεί για το χαμό του και καταριέται τον προδότη. Υπερασπίζεται με πάθος την κεντρική ιδέα του Ρήγα πως η εθνική απελευθέρωση είναι υπόθεση των ίδιων των Ελλήνων, θεωρεί το χαμό του πρωτεργάτη της ελληνικής ελευθερίας μεγάλη εθνική συμφορά και επιμένει ότι το έθνος είναι ικανό να βγάλει μέσα από τους κόλπους του αμέτρητους Ρηγάδες. Το Βιβλίο αυτό, επειδή οι ιδέες του ήταν αντίθετες με το σύστημα που επικράτησε στο ελληνικό κράτος, μετά την απελευθέρωσή του, καταχωνιάστηκε και έμεινε άγνωστο στους Έλληνες αναγνώστες κοντά στα 150 χρόνια. Ας δούμε ένα μικρό απόσπασμα :

          « Αυτός ο αξιάγαστος ανήρ ήτον εστολισμένος από την φύσιν με όλας τας χάριτας των μεγάλων υποκειμένων, ευφυής, αγχίνους και άοκνος, ωραίος τω σώματι και ωραιότερος τω πνεύματι, δίκαιος, και εξακολούθως αληθής, φιλέλλην και φιλόπατρις…

        Γνωρίζοντας την χρείαν της μαθήσεως, δεν έπαυσεν από το να αγωνισθή, ως ουδείς άλλος, εις τα επιστήμας, και εις ολίγον καιρόν έμαθεν εντελώς τας χρησιμωτέρας. Τότε λοιπόν, ήρχισε να βάλλη θεμέλιον εις το μεγάλον κτίριον, όπου ητοίμαζε. Και κατ’ αρχάς εσύνθεσε εις την ημετέραν διάλεκτον, με ακροτάτην σαφήνειαν, τους δώδεκα Γεωγραφικούς πίνακας της Ελλάδος, και διάφορα άλλα επωφελή πονήματα έδωσεν εις φως, ιδίοις αναλώμασι, προς φωτισμόν των συνάδελφών του Ελλήνων…

       Αλλά, φευ, της βασκάνου και φθονεράς τύχης των Ελλήνων! Ότε ο της Ελλάδος ελευθερωτής ήτον έτοιμος δια να μισεύση προς κατατρόπωσιν των τυράννων αυτής, και να συνθλάση τας αλύσους, οπού την φυλάττουσιν υπό της δουλείας, με μίαν γενικήν επανάστασιν και επανόρθωσιν των ταλαιπώρων συμπατριωτών του, όταν λέγω ο άξιος Ρήγας βλέποντας τα πάντα έτοιμα, ως εβούλετο, εκαλοτύχιζε τον εαυτόν του, δια μίαν τόσον τιμίαν και μεγάλην επιχείρησιν, και επρόσμενε να ιδή ογλήγορα ελευθέραν την Ελλάδα άπασαν, εξαλειμμένον δε το οθωμανικόν κράτος. Όταν, τέλος πάντων, σχεδόν βέβαιος δια το καλόν τέλος του έργου του, εστοχάζετο εις την μέλλουσαν ευτυχίαν της πατρίδος του, και ευφραίνετο, τότε ένας προδότης,ο ουτιδανώτερος των ανθρώπων, ο πλέον μιαρός σκλάβος της γης, αναιτίως και παραλόγως, τον παραδίδει εις χείρας των τυράννων, και η Ελλάς χάνει εις αυτόν  έναν αντιλήπτορα και σωτήρα της.

       Αλλά αν η φθονερά τύχη έκλεψεν την ελευθερίαν της Ελλάδος με την ζωήν τοιούτου Ήρωος, δεν ημπόρεσεν όμως να εμποδίση τον  αναγκαίον και φοβερόν κρότον, αφού η φήμη τοιαύτης επιχειρήσεως ανέπεμψεν εις τας ακοάς των Ελλήνων, ούτε ημπόρεσε, λέγω, να εκλείψη εις την όρασίν των την λαμπρότητα τοιούτου έργου. Το αθώον αίμα του Ρήγα προετοίμασε την ταχείαν εξάλειψιν των βαρβάρων τυράννων, και ογλήγορα θέλουσιν εμφανισθή, βέβαια , οι οπαδοί του. Τότε δε θέλομεν αποδείξει εμπράκτως την προς αυτόν ευγνωμοοσύνην μας, υψώνοντες εις το κέντρον της ελευθέρας Ελλάδος στεφάνους δόξης και θριάμβους εις μνημόσυνον αυτού του μεγάλου ανδρός, ως αρχηγού και πρώτου συνεργού εις την της Ελλάδος  ελευθέρωσιν.»

Σε λίγα χρόνια, από τότε, επαληθεύτηκε η προφητεία και πραγματοποιήθηκε η προσδοκία του σπουδαίου αυτού «Ανωνύμου Έλληνος». Η κληρονομιά που άφησε ο Ρήγας Φεραίος με το έργο  και τη θυσία του ήταν μεγάλη. 

Η φράση που είπε στο δήμιό του «Αρκετό σπόρο έσπειρα. Το έθνος μου γλήγορα θα θερίσει το γλυκό καρπό»  ήταν τα τελευταία λόγια του πριν πεθάνει. Και πραγματικά ο σπόρος του έβγαλε πλούσιο καρπό: Την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και τη λευτεριά στην πατρίδα του.

Για τον ίδιο το Ρήγα Φεραίο, αναγνωρίζοντας τη μεγάλη του προφορά,  ο θρυλικός Γέρος του Μοριά, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, είχε πει:«Εστάθη ο μεγαλύτερος ευεργέτης της φυλής μας.  Το μελάνι του θα είναι πολύτιμο ενώπιον του Θεού, όσον και το αίμα του το άγιον».

Και τέλος η ελεύθερη πατρίδα,  τιμώντας το μεγάλο τέκνο της  και βάρδο της ελευθερίας, έστησε τον ανδριάντα του σε περίοπτη θέση μπροστά στο Πανεπιστήμιο.

                                                                      

Σπύρος Κ. Καραμούντζος 

 

 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »