Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Οικογένεια Τσόκρη ή Τσώκρη


 

 

Δημήτριος Τσόκρης  Εξέχουσα πολεμική και πολιτική φυσιογνωμία του Αγώνα υπήρξε ο στρατηγός του Άργους Δημήτριος Τσόκρης. Η οικογένειά του ήταν από τις παλαιότερες στο Άργος. Ο πατέρας του Πανάγος Τσόκρης εμφανίζεται από τα μέσα περίπου της ΙΗ’ εκατονταετηρίδας. Είναι γνωστοί δε και άλλοι με το ίδιο επώνυμο, όπως ο Νικολός Τσόκρης πιθανώς παππούς του στρατηγού, Αναγνώστης, ο γιος του Γιάννης, Κυριακός ή Τσιράκος και Ανδριανός, Αντρανός ή Ντάνος Τσόκρης (1761-1828). Ο Πανάγος Τσόκρης είχε τρεις γιους, τον Γεώργιο, τον Αναστάσιο ή Τάσο και τον Δημήτριο. Από αυτούς ο πρώτος έφυγε από παιδί για την Κωνσταντινούπολη, όπου πλούτισε ως έμπορος και επανήλθε στο Άργος το 1817. Ο Τάσος έμεινε  στο Άργος και μετά την έκρηξη της επανάστασης έγινε στρατιωτικός και αγωνιστής. Ο δε Δημήτριος, ο νεότερος όλων διέπρεψε.

Ο Δημήτριος από παιδί μετέβη στη Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη και Ρωσία, όπου και αυτός επιδόθηκε στο εμπόριο. Κατά την τοπική παράδοση, σε εφηβική ηλικία, έζησε κάποια χρόνια και ασκήθηκε στα πολεμικά σε καταδρομικά ελληνικά πλοία, τα οποία πριν την επανάσταση διατηρούσαν τη σημαία και το πνεύμα της ελευθερίας, ως αρματωλοί της θάλασσας. Με την έκρηξη δε της επανάστασης ήρθε στην Ύδρα, έμπειρος ως προς τα πολεμικά. Ήταν συνάμα πνευματώδης, ρέκτης, φιλελεύθερος και φιλόπατρις. Έσπευσε από την Ύδρα στο Άργος γύρω στα μέσα Απριλίου 1821. Με τη συμβολή των συγγενών του και ιδίως του πλουσιότατου αδελφού του Γεωργίου στρατολόγησε αμέσως σώμα Αργείων και έθεσε τον εαυτό του επικεφαλής αυτών.

Οι Αργείοι εκτίμησαν τον άνδρα και τον ανέδειξαν. Η οικογένεια Περρούκα μόνο ήταν σε θέση να τους επισκιάσει, όμως απουσίαζε από το Άργος, ενώ ο μόνος που βρισκόταν εκεί, ο Χαραλάμπης, δυσφημιζόταν από τους επαναστάτες ως δήθεν φιλότουρκος. Γι’ αυτόν τον λόγο οι προύχοντες, με πρωτοστάτες τους αδελφούς Θεοφανοπούλου, τον περιστοίχισαν ενθουσιωδώς. Οι δε μικροί αλλά ανδρείοι καπετάνιοι του Άργους, από τους οποίους διακρινόταν ο Μήτρος Μεντής, ο περίφημος ιππέας, όπως λέγεται, είχε προσφάτως ασκηθεί στην ιππασία καθώς υπηρέτησε στο Ρωσικό Ιππικό και είχε τη δυνατότητα να ιππεύει χωρίς χαλινάρια και να τιθασεύει τα αγριότερα άλογα και να περιστρέφεται γύρω από την κοιλιά τους, καλπάζοντας πολύ γρήγορα. Ο Κωνσταντίνος Κακάνης, ο Γεώργιος Μπεκιάρης από τα Μπούντια Άργους, ο Τάσος Νέζος από το Κουτσοπόδι των Μυκηνών και ο Αναστάσιος Τσόκρης (αδελφός του) τάχθηκαν στο πλευρό του και ανακήρυξαν αυτόν με τη σύμφωνη γνώμη όλων αρχηγό των όπλων της επαρχίας και αγωνίσθηκαν μαζί αχώριστοι και αφοσιωμένοι μέχρι το τέλος.*

Ο Δημήτριος Τσόκρης ήταν τότε σε ηλικία 25 ετών και ήταν εύσωμος, ανδρείος, εμπειροπόλεμος, συνετός και επιβλητικός. Συμμετείχε άμεσα στις πολεμικές εργασίες της επανάστασης, ως οπλαρχηγός των Αργείων και προσέφερε πολύτιμη βοήθεια μέχρι το τέλος του Αγώνα, έγινε δε η επιφανέστερη στρατιωτική δόξα του Άργους.

Τον αναγνώρισε επίσημα η Καγγελαρία (τοπική διοίκηση) του Άργους ως οπλαρχηγό των Αργείων και συγχρόνως τον διόρισε διευθυντή της από την 4η Απριλίου 1821 πολιορκίας του Ναυπλίου. Ο Τσόκρης τακτοποίησε την πολιορκία πάραυτα. Συμμετείχε δε με τους άλλους πολιορκητές στην αντίσταση του Άργους τον ίδιο μήνα, στην εισβολή του Κεχαγιάμπεη, στην οποία διέσωσε πάμπολλα γυναικόπαιδα και κατάλαβε τους Μύλους.

Αργότερα και η Πελοποννησιακή Γερουσία τον κατέστησε αρχηγό της πολιορκίας του Ναυπλίου και των επικουρικών στρατευμάτων. Η δε Διοίκηση τον διόρισε χιλίαρχο.

Από τον Μάιο του ίδιου έτους και αφού απομακρύνθηκε ο Κεχαγιάμπεης από την Αργολίδα,  πραγματοποιήθηκε ξανά πολιορκία από τους Νικηταρά, Στάικο, Τσόκρη και Παπαρσένη Κρέστα, ενώ ο Τσόκρης διέπρεψε σε ανδρεία και στρατιωτική αρετή.

Οι πολιορκημένοι Τούρκοι, που υπέφεραν από τον αποκλεισμό, πραγματοποιούσαν πολλές εξόδους από το φρούριο και επιθέσεις εναντίον των Ελλήνων, ώστε να τους αναγκάσουν να λύσουν την πολιορκία. Σε μία από αυτές τις εξόδους αρίστευσε ο Τσόκρης. Με εξήντα επίλεκτους οπλίτες του κατέλαβε τον Πύργο του Κατώγλη κοντά στο Ναύπλιο και τον προάσπισε πολεμώντας ηρωικά επί επτά συνεχείς ώρες απέναντι σε πολλαπλάσιους Τούρκους, τους οποίους ανάγκασε να επανέλθουν στο κτίριο.  

Κατά τα τέλη Μαΐου 1821 οι Τούρκοι του Ναυπλίου επιτέθηκαν με όλο τους τον στρατό κατά των πολιορκητών για να θερίσουν και να συγκεντρώσουν από τα χωράφια δημητριακά για τη διατροφή τους. Όμως ο Τσόκρης, μαζί με τους άλλους πολιορκητές, όχι μόνο τους απέκρουσε μέχρι τα τείχη του φρουρίου, αλλά είχε και την ευφυΐα να κάψει όλα τα σπαρτά που υπήρχαν κοντά στο Ναύπλιο, όσα δεν είχαν θεριστεί και όσα υπήρχαν στα αλώνια, με τρόπο τέτοιο ώστε οι Τούρκοι να μην καταφέρουν να τα συγκεντρώσουν προς όφελός τους και να πεινάσουν. Το ίδιο επανέλαβε με επιτυχία και στο Άργος, κατά την εισβολή του Δράμαλη.

Κατά την Εθνική Συνέλευση του Άργους την 1η Δεκεμβρίου 1821 ο Τσόκρης ήταν γενικός αρχηγός των αρμάτων όλης της επαρχίας Άργους και πολιτάρχης της. Εξακολουθούσε εν τούτοις να αγωνίζεται στην πολιορκία του Ναυπλίου μέχρι την εισβολή του Δράμαλη. Επειδή δε ένεκα αυτής διακόπηκε και πάλι η πολιορκία, κατέφθασε με στράτευμά του στο ελληνικό στρατόπεδο των Μύλων και συμμετείχε στο Δραμαλικό πόλεμο του Άργους και των Δερβενακίων.

Το 1823 προβιβάσθηκε από τη Διοίκηση σε αντιστράτηγο και το 1825 σε στρατηγό. Κατά δε το 1824-1825 εξελέγη από όλους τους δημογέροντες και προκρίτους της μητρόπολης και των χωριών της επαρχίας Ναυπλίου γενικός αρχηγός των αρμάτων της.

Εκτός από τα Δραμαλικά, ο Τσόκρης συμμετείχε και σε διάφορες άλλες εκστρατείες και μάχες, όπως στα Μεγάλα Δερβένια, Αθήνα, Αμπλιανή, Ναύπακτο και στους πολέμους κατά του Ιμπραήμ πασά στο Κρομμύδι, Νεόκαστρο, Σφακτηρία, Ναυαρίνο, Μιστρά, Δερβένι Λεονταρίου, Δραμπάλα, Καρύταινα, Τρίπολη, Μαντζαγρά, Δαβιά, Τρίκορφα, Στενό, Τσιπιανά, Βέρβαινα και στην επαρχία Κυνουρία και προστάτευσε τις Σπέτσες από κάθε επιδρομή των Αράβων.

Στους εμφύλιους πολέμους ακολούθησε τον Κολοκοτρώνη, με τον οποίο τον συνέδεε στενή και ειλικρινής φιλία και ο οποίος τον εκτιμούσε και τον αγαπούσε σε τέτοιο βαθμό που στις επιστολές του τον αποκαλούσε παιδί του και υπέγραφε ως πατέρας του. Τέτοια ήταν η δράση του στρατηγού Τσόκρη στον Ιερό Αγώνα, φιλότιμη και πατριωτική.**

Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας τον εκτιμούσε και τον υπεραγαπούσε. Ως εκ τούτου, κάθε φορά που ερχόταν στο Άργος έμενε στην οικία του, στην οποία του είχε παραχωρηθεί ιδιαίτερη και μόνιμη αίθουσα, η νοτιοδυτική και όπου σώζεται μικρό γραφείο του Κυβερνήτη ως πολύτιμο κειμήλιο της οικογένειας.

Ο αοίδιμος Κυβερνήτης, ως γνωστόν, κατήργησε όλους τους βαθμούς των στρατηγών του Αγώνα, εκτός του Θ. Κολοκοτρώνη. Ως εκ τούτου, διόρισε τον τέως στρατηγό Τσόκρη χιλίαρχο εν ενεργεία και αρχηγό της πολιτικής φρουράς Πελοποννήσου. Τον Ιούνιο του 1831 τον διόρισε μέλος του Πελοποννησιακού Στρατιωτικού Δικαστηρίου ή Συμβουλίου των Ελαφρών και αντιπρόεδρο αυτού. Ο Τσόκρης προέδρευσε σε διάσημες δίκες, ανάμεσα στις οποίες και αυτή των δολοφόνων του Καποδίστρια και διαφύλαξε τη δημόσια τάξη στο Άργος κατά την πολύ δύσκολη εκείνη εποχή.

Στον τομέα της πολιτικής αναδείχθηκε επιφανέστατος και πανίσχυρος στην επαρχία του. Διετέλεσε πληρεξούσιος της επαρχίας Άργους στις Εθνικές Συνελεύσεις, στην Δ’ του Άργους (1829) και την Ε’ του Ναυπλίου (1831).

Όταν κατά το πολύ δύσκολο έτος 1832 η Πελοπόννησος δεινοπαθούσε από το κόμμα των Συνταγματικών στο Ναύπλιο και η Αργολίδα βασανιζόταν από το διαβόητο στράτευμα του Θεοδ. Γρίβα από τη Στερεά Ελλάδα, ο Κολοκοτρώνης ενεργώντας ως Γενικός Αρχηγός της Πελοποννήσου, για να την προστατεύσει, συνέστησε τον Σεπτέμβριο του 1832 τη Στρατιωτική Επιτροπή που έδρασε έως την έλευση του Όθωνα. Στην επιτροπή αυτή συμμετείχε και ο Τσόκρης, ως μέλος του Γ’ Τμήματος, που σχηματίσθηκε από αυτόν και τους στρατηγούς Ν. Κριεζώτη και Ι. Στράτο με γραμματέα των Ι. Φιλήμονα. Προστάτευσε μεν τη δημόσια τάξη στο Άργος από την εισβολή των Ρουμελιωτών, δεν κατάφερε δε να τη σώσει και από αυτή των Γάλλων, που αποτέλεσαν ανύποπτους και απροσδόκητους εχθρούς. Και αυτό γιατί είχε τη θλιβερή ατυχία να δει τους συμπολίτες του την 4η Ιανουαρίου 1833 μανιωδώς και χωρίς αιτία σφαγμένους από τον Γαλλικό στρατό του Μαίζωνα, αποτέλεσμα των ραδιουργιών και μηχανορραφιών των Συνταγματικών του Ναυπλίου και ιδίως του πασίγνωστου Ι. Κωλέττη.

Τον Αύγουστο του 1834 ο Τσόκρης καταδιώχθηκε μαζί με τον Νικηταρά και άλλους οπαδούς του Κολοκοτρώνη από την Αντιβασιλεία για τη Μεσσηνιακή επανάσταση του Γκρίτζαλη και Τζαμαλή και φυλακίστηκε κατηγορούμενος ως συνένοχός τους. Ωστόσο τον Νοέμβριο του 1834 απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες από το στρατοδικείο της Πύλου.

Στην κορυφή της πολιτικής ισχύος του ανυψώθηκε μετά το 1834. Ασφαλώς μπορεί κανείς να πει πως έγινε ο πολιτικός και δημοφιλής αρχηγός της επαρχίας Άργους μέχρι τον θάνατό του, αν και ήταν επικεφαλής αυτής από το 1821, όπως είδαμε. Έτσι άκμασε στο Άργος για όλη του τη ζωή, επί μισό αιώνα και παραπάνω, ο υπέροχος αυτός πολιτικός άνδρας, ο οποίος είχε την επιρροή και δύναμη, όχι μόνο να θεωρείται νικητής στους πολιτικούς αγώνες, αλλά και να αναδεικνύει συγγενείς και λοιπούς και να είναι η πολιτική Πυθία της επαρχίας του και ασυναγώνιστος κομματάρχης.

Διετέλεσε βουλευτής της επαρχίας Άργους σε όλες τις επί Όθωνα βουλευτικές περιόδους, πλην δύο, αυτή του 1847 και 1861, όπως και σε αυτές του 1865 και 1874-1875 επί Γεωργίου Α’. Κατά το 1868 αναδείχθηκε βουλευτής ο γιος του Νικόλαος (ο οποίος ήταν πληρεξούσιος Άργους στη Β’ Εθνική Συνέλευση της Αθήνας το 1863) και παρέμεινε επί πέντε συνεχείς περιόδους, μέχρι τον θάνατό του. Κατά την περίοδο δε 1875-1885 εκλεγόταν συνεχώς ο άλλος γιους του, Γεώργιος, και αυτός μέχρι τον θάνατό του. Ο Τσόκρης προώθησε επίσης ως δήμαρχο τον σύγαμπρό του Κωνστ. Βόκο (1838-1841 και 1852-1855), τον αδελφό του Γεώργιο (1841-1848), που έγινε και βουλευτής, αλλά και τον άλλο σύγαμπρό του Κωνστ. Ροδόπουλου (1848-1852), έχοντας με αυτό τον τρόπο και τη δημοτική αρχή του τόπου από το 1838 έως και το 1855 στα χέρια του.

Ο Τσόκρης είχε τιμηθεί και με άλλα αξιώματα. Εκτός του ότι έφερε και τα παράσημα του αργυρού και χρυσού σταυρού του Σωτήρος και των Ταξιαρχών, έγινε το 1844 συνταγματάρχης, στις 25 Ιανουαρίου 1847 υποστράτηγος της ενεργού φάλαγγας και στις 17 Δεκεμβρίου 1864 επίτιμος υπασπιστής του βασιλέως Γεωργίου Α’.

Υπήρξε μέλος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας της Αθήνας (1837), της Εταιρίας Ωραίων Τεχνών της Αθήνας (1845), του Συστήματος της Αφρικής (εταιρίας που είχε σκοπό τον αποικισμό της Αφρικής και την αναγέννηση της αφρικανικής φυλής, μέσω της κατάργησης της σωματεμπορίας και της δουλείας, 1847) και της Αρχαιολογικής Εταιρίας της Αθήνας (1858), ενώ το 1841 διετέλεσε πρόεδρος του Επαρχιακού Συμβουλίου Άργους, κ.λ.π.

Τέλος, κατά τη Ναυπλιακή επανάσταση της 1ης Φεβρουαρίου 1862 υπήρξε από τους πρώτους επαναστάτες και γι’ αυτό πρώτος εξαιρέθηκε της αμνηστίας από τον βασιλιά Όθωνα και εξορίστηκε στη Σμύρνη και από εκεί στη Μεσσήνη της Σικελίας. Δυστυχώς όμως στην επανάσταση εκείνη παρεξηγήθηκε και αδικήθηκε από τους άλλους επαναστάτες, ως μη ειλικρινής απέναντί τους, διότι δεν ανταπεξήλθε ενάντια στους χιλιάδες του Βασ. Στρατού, χωρίς να έχει ούτε ένα στρατιώτη. Αργότερα όμως δικαιώθηκε από τους ίδιους επαναστάτες, όταν τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, μετά την έξωσή του από τον Όθωνα, επέστρεψε από την εξορία στο Ναύπλιο και στο Άργος, όπου τον τίμησαν με μεγαλοπρεπή και πανηγυρική υποδοχή.

Ο στρατηγός Τσόκρης παντρεύτηκε τον Ιανουάριο του 1827 την αρχοντοπούλα Μαριγώ, κόρη του Αναγνώστη Ιατρού και απέκτησε πολυμελή οικογένεια. Ο πεθερός του καταγόταν από το Μπουγιάτι της Αλέας του Άργους, αλλά ήταν εγκατεστημένος στο Άργος από πολλά χρόνια, όπου είχε διακριθεί ως προύχοντας, φορώντας μάλιστα τζουμπέ, που ήταν το διακριτικό ένδυμα των κοτζαμπάσηδων. Ονομαζόταν δε Αναγνώστης Μπόνης, αλλά επειδή ήταν εμπειρικός γιατρός, μετονομάσθηκε Αναγνώστης Ιατρός. Είχε ένα γιο, τον Νικόλαο, ο οποίος υπήρξε βουλευτής Άργους επί τρεις βουλευτικές περιόδους (1847-1850 και 1853-1859) και σπούδασε ιατρική στο περιβόητο πανεπιστήμιο της Βονωνίας (Βολωνίας) της Ιταλίας, διότι, όπως έλεγαν εκείνη την εποχή «είναι αδύνατο να γίνει κάποιος τέλειος γιατρός, εάν δεν πάει στη Μπολώνια».

Ως εκ τούτου, στον Νικόλαο δόθηκε το προσωνύμιο Μπολώνιας, που διατήρησε σε όλη του τη ζωή στο Άργος. Παντρεύτηκε τη Φωτεινή Θ. Βλάσση, του πρώτου μινίστρου του Δικαίου και μετά τον θάνατό της (1837), την Αικατερίνη, κόρη του στρατηγού Δ. Πλαπούτα. Τέλος ο Αναγν. Ιατρός είχε τέσσερεις κόρες, τη Μαριγώ, Μαργαρίτα, Ευφροσύνη και Φωτεινή. Από αυτές παντρεύτηκε τη Μαριγώ ο στρατηγός Δ. Τσόκρης, τη Μαργαρίτα ο Νικόλ. Ζεγκίνης, ταμίας (σενδίκ εμίνης) επί Τουρκοκρατίας και μετά από αυτήν δημογέροντας, ειρηνοδίκης και συμβολαιογράφος, ο οποίος είχε τη φήμη του πνευματώδη και απαράμιλλου είρωνα, την Ευφροσύνη ο Κωνστ. Ροδόπουλος, έγκριτος Βυτιναίος, ανιψιός του κατά την επανάσταση επιφανούς μητροπολίτη Κορίνθου Κυρίλλου και μεγαλοκτηματίας, που διατέλεσε και δήμαρχος Άργους και τη Φωτεινή ο Αργείος προύχοντας Κωνστ. Βώκος, γαιοκτήμονας που διετέλεσε και δήμαρχος Άργους.

Ο Τσόκρης απέκτησε πολλά παιδία, έξι γιους και τρεις κόρες, από τις οποίες όλες, εκτός από μία, πέθαναν πρόωρα στην ακμή της ζωής τους και σχεδόν όλες ανύπαντρες. Εκτός από δύο γιους, στους οποίους έδωσε το όνομα του πατέρα του και που πέθαναν σε βρεφική ηλικία, απέκτησε τον Νικόλαον, που διετέλεσε πληρεξούσιος και βουλευτής Άργους (†1874), τον Χρήστο (†1869), τον Γεώργιο, που υπήρξε και βουλευτής Άργους (†1885), τον Κωνσταντίνο (†1898), την Πηνελόπη, που παντρεύτηκε τον επιφανή πολιτευτή Γορτυνίας και δικηγόρο Ιωάννη Ν. Ταμπακόπουλο και πέθανε, χωρίς να αποκτήσει παιδιά, το 1859 και την Αγγελική, διαπρεπή Αργεία, που πέθανε το 1903. Η νεότερη θυγατέρα του Ελένη ήταν πρόεδρος του Συλλόγου των Κυριών Άργους και σύζυγος του Ανδρέα Καρατζά. 

Τέλος, ο στρατηγός Τσόκρης, αφού έθαψε και τη σύζυγό του, που πέθανε το 1867, μετά τον γεμάτο δράση και δόξα, αλλά και ταλαιπωρία από τις πολλές περιπέτειες, συμφορές και θλίψεις, μακρύ βίο του, κοιμήθηκε ειρηνικά τον αιώνιο ύπνο, σε μεγάλη ηλικία, την 3η Απριλίου 1875. Κηδεύτηκε στο Άργος και η σορός του ετάφη στα ανατολικά του περιβόλου του ναού του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου, σε τάφο που αναπαύονται και τα οστά όλων των μελών της οικογένειάς του.

  

Υποσημειώσεις


 

* Από αυτούς ο Μεντής πληγώθηκε βαριά στην πολιορκία του Ναυπλίου, στη θέση Γλυκειά, σε αψιμαχία τον Αύγουστο του 1822 και πέθανε μετά από μερικές ημέρες στους Μύλους, όπου τον μετέφερε ο Τσόκρης για να θεραπευτεί. Ο Κακάνης πολέμησε και κατά του Ιμπραήμ πασά και έπεσε με τον Παπαφλέσσα στο Μανιάκι την 20η Μαΐου 1825. Ο Μπεκιάρης μετέβη τον Μάρτιο του 1827 στην Αττική επικεφαλής 180 Αργείων, όπου και έπεσε στη μάχη του Φαληρικού πεδίου μαζί με τον Γ. Καραϊσκάκη. Ο Νέζος διακρίθηκε για την πολεμική του ανδρεία και γι’ αυτό η Διοίκηση το 1823 τον προήγαγε σε υποχιλίαρχο (†1859). Ο δε Αναστ. Τσόκρης για τον ίδιο λόγο έγινε λοχαγός της φάλαγγας το 1845 (†1849).

** Από την οικογένειά του σώθηκε τουρκική παραξιφίδα (γιαταγάνι), λάφυρο του Αγώνα. Έχει μήκος 0,78 και πλάτος 0,03 του μέτρου. Η λαβή είναι από ελέφαντα και άργυρο, έως και την επάργυρη θήκη, η οποία έχει στο κάτω άκρο κεφάλι δράκου. Η λαβή φέρει και στις δύο πλευρές τουρκικές επιγραφές. Η μία από αυτές λέει «Μουσταφά Μεχμέτ, ο δούλος του Θεού, κατασκεύασεν», ενώ η άλλη «Ευλόγησον, Ύψιστε, την μαχαίραν ταύτην και κραταίωσον τον φέροντα αυτήν».

  

Πηγή


  •  Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    

Read Full Post »

Αδελφοί Αντωνόπουλοι


 

Αντωνόπουλος Γεώργιος. Αρχείο Οικογένειας Δραγούμη. (Πανδέκτης)

Λαμπροί πατριώτες υπήρξαν οι αδελφοί Αντώνιος και Γεώργιος Μιχ. Αντωνόπουλοι, από την Ανδρίτσαινα της Ολυμπίας. Ήταν πλουσιότατοι μεγαλέμποροι, εγκατεστημένοι στην Τεργέστη, προ της επαναστάσεως. Διέπρεψαν όμως για την φιλοπατρία που επέδειξαν. Όπως ιστορούν ο Φιλήμων και ο Φραντζής, οι Αντωνόπουλοι, από τους οποίους ο Αντώνιος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία από το 1819, απέστειλαν στον αγώνα χρήματα, όπλα, πυρίτιδα, μόλυβδο και λοιπά πολεμοφόδια και από τους οποίους και συντηρήθηκε η επανάσταση κατά το ξεκίνημά της. Ομοίως φρόντιζαν για τον εξοπλισμό των διερχόμενων την Τεργέστη Ελλήνων.

Μεγάλες συνδρομές παραχώρησαν και στον Δημήτριο Υψηλάντη τον Μάιο του 1821, ο οποίος κατάφθανε από τη Ρωσία στην Ελλάδα μέσω της Τεργέστης. Όταν γνώρισαν τον Υψηλάντη από τους μυημένους πατριώτες, αισθάνθηκαν μεγάλη πατριωτική συγκίνηση και ξέσπασαν σε δάκρυα και ακράτητο ενθουσιασμό, αμέσως δε του προσέφεραν πολλά χρήματα και πολεμοφόδια για τον αγώνα της πατρίδας. Ο δε Γεώργιος τον ακολούθησε στην Ελλάδα, εγκαταλείποντας το προσοδοφόρο εμπόριο και την ευμάρειά του στην Τεργέστη.

Ο Αντώνιος δε λησμόνησε την ιδιαίτερη πατρίδα του στην Ανδρίτσαινα. Το 1814 δώρισε σ’ αυτή μανουάλια και εκκλησιαστικά βιβλία για την εκκλησία της. Το 1831 δώρισε στον Άγιο Νικόλαο της Ανδρίτσαινας για τον ευπρεπισμό του μεγάλο κώδωνα, οριχάλκινο, ενισχύοντας με αυτές τις δωρεές το θρησκευτικό αίσθημα των συμπατριωτών του. Την 3η Μαΐου 1830 απέστειλε πολύτιμη δωρεά μέσω του αδελφού του Γεωργίου στο Ναύπλιο στον Κυβερνήτη Καποδίστρια, η οποία αποτελείτο από πέντε κιβώτια γεμάτα βιβλία Ελλήνων συγγραφέων, 1370 σε τόμους ή σώματα και 200 τάλληρα δίστηλα, για να διανεμηθούν στα σχολεία του έθνους, με την παράκληση να προτιμηθεί η πατρίδα του Ανδρίτσαινα. Αυτό για να υποστηρίξει τη δημόσια εκπαίδευση αυτής και του έθνους και να αναπτυχθεί η σπουδή των γραμμάτων.

Ο δε Κυβερνήτης, που είχε πράξει πολλά για τη δημόσια εκπαίδευση, καταχάρηκε και με το έγγραφό του της 8ης Μαΐου 1830 εξέφρασε επισήμως προς τον πατριώτη δωρητή «την ευγνωμοσύνη του και την οφειλόμενη προς τους χρηστούς πολίτες υπόληψη και τιμή, διαβεβαίωσε δε αυτόν, ότι για τη γη που τον γέννησε, την Ανδρίτσαινα, θα πράξει το καλύτερο, δημιουργώντας σε αυτήν σχολείο αλληλοδιδακτικό, πολύτιμο και κοινωφελέστατο τον καιρό εκείνο και θα διαθέσει μέσω αυτής και την προσφορά των 200 δίστηλων».

Ο δε Γεώργιος Μ. Αντωνόπουλος ήλθε στην Ελλάδα, συνοδευμένος από τον Δημήτριο Υψηλάντη, ως ταμίας, σύμβουλος και ένθερμος συναγωνιστής του. Ο Υψηλάντης, που τον εκτιμούσε εξαιρετικά, τον χαρακτήριζε και ονόμαζε «φιλογενέστατο και αξιόπιστο» στο πρώτο του έγγραφο, που απέστειλε στην Ύδρα προς τους εφόρους της Πελοποννήσου.

Στην Ελλάδα ο Γεώργιος Μ. Αντωνόπουλος έγινε επιφανής και ανήλθε στα ανώτατα αξιώματα της πολιτείας. Μετά την πτώση του Ναυπλίου (1822) εγκαταστάθηκε σε αυτή την πόλη και αναδείχθηκε ως ένας από τους πρώτους πολίτες της. Διετέλεσε αντιπρόσωπος της επαρχίας Ναυπλίου στην Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας το 1827, κατά την άφιξη του Κυβερνήτη δημογέρων Ναυπλίου και πληρεξούσιος της πόλης στις εθνικές συνελεύσεις του Άργους το 1829 και 1831, γερουσιαστής επί Καποδίστρια και επί Όθωνα, Σύμβουλος της Επικράτειας και από το 1837 έως το 1842 δήμαρχος Ναυπλιέων. Ως δήμαρχος το 1837 παραχώρησε μέρος του δημαρχικού μισθού του στο γυμνάσιο του Ναυπλίου για την αγορά γεωγραφικών σφαιρών, φυσικών εργαλείων και λοιπών,  ποσό που ξεπέρασε τις 2700 δραχμές, αποδεικνύοντας έτσι τα πατριωτικά και φιλεκπαιδευτικά αισθήματά του.

Δημιούργησε δε περίβλεπτη οικογένεια. Νυμφεύθηκε την επιφανή κόρη του προύχοντα του Άργους Σταματέλου Αντωνόπουλου, Ειρήνη, την ονομαζόμενη και Κυρά του Ναυπλίου. Απέκτησε τα εξής έξοχα παιδιά:

Τον Μιχαήλ, που διετέλεσε διπλωμάτης, βουλευτής Ναυπλίου και υπουργός των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Εκπαίδευσης το 1870.

Τον Αντώνιο, διπλωματικό υπάλληλο.

Τον Αλέξανδρο, πρόξενο της Γαλλίας, βουλευτή Ναυπλίας επί τέσσερις βουλευτικές περιόδους και ήδη διευθυντή του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας στη Ζάκυνθο.

Την Ασπασία, σύζυγο του Ιω. Δαμιανού, διαπρεπούς νομικού, βουλευτή Ύδρας και υπουργού Δικαιοσύνης επί Όθωνα, σύζυγο από το δεύτερό της γάμο του Βασιλ. Κάββα*, γιου του διάσημου Αργείου Μιχαήλ Κάββα.**

Την Πηνελόπη σύζυγο Ευθύμιου Κεχαγιά, υποδιοικητή της Εθνικής Τράπεζας, βουλευτή Παρνασίδδος, και πολλές φορές υπουργού Οικονομικών.

Την Ελένη, σύζυγο Θεοδ. Ν. Γκίκα, βουλευτή Ύδρας.

Την Ευφροσύνη, σύζυγο Αποστόλου Αθανασιάδη, νομομαθούς, προέδρου Εφετών, προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, βουλευτή Γορτυνίας και υπουργού Οικονομικών και τη Χαρίκλεια Γ. Ιατρού, πολιτικού, βουλευτή Ναυπλίας και νομάρχη. Ο λαμπρός πατέρας των λαμπρών αυτών απόγονων και έγκριτος πατριώτης και πολιτευτής πέθανε κατά το έτος 1865.

  

Υποσημειώσεις


* Ο Βασίλειος Κάββας (Άργος, 1824 – Αθήνα, 1915) ήταν ο μικρότερος γιος του Μιχαήλ Κάββα. Υπήρξε Βασιλικός Επίτροπος σε διάφορες θέσεις και πρόεδρος της “Εταιρίας Μεταλλουργίων Λαυρίου” το  1915. Το 1871 παντρεύτηκε την Ασπασία Αντωνοπούλου, χήρα Ιωάννη Δαμιανού.

** Ο Μιχαήλ Κάββας (τέλη 19ου αι. – Τρίπολη, 1840) υπήρξε διακεκριμένος γιατρός επί τουρκοκρατίας και αγωνιστής της επανάστασης.

  

Πηγή


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.

Read Full Post »

Οικογένεια Βλάσση


 

Γνωστός γενάρχης της ιστορικής και επιφανούς οικογένειας του Άργους είναι ο  Χρήστος Βλασσόπουλος ο οποίος καταγόταν από την κοντινή στη Σπάρτη κωμόπολη Κοτίτσα,* που άλλοτε άκμαζε και τώρα έχει ερημώσει. Μετά το 1770 μετοίκησε** αυτός  και τα παιδιά του στο Άργος και αναδείχθηκαν σε πλουσιότατους, δυνατούς και διάσημους προύχοντες.

Ο Άγγλος περιηγητής William Gell, που ήρθε τρεις φο­ρές στην Ελλάδα από το 1801 μέχρι το 1806, αναφερόμενος στο Άργος ση­μειώνει: «…Ελάχιστοι Τούρκοι ζούσαν στην πολιτεία. Ο ξένος μπορούσε να βρει κατάλυμα στο σπίτι του άρχοντα Βλασσόπουλου, πλούσιου εμπόρου, προ­στατευόμενου των Άγγλων. Υποδεχόταν τους ξένους με φιλοφροσύνη και συ­γκέντρωνε την εκτίμηση των συμπατριωτών του».***

Μνεία επίσης για το Βλασσόπουλο κάνει και η λαίδη Έλγιν (σύζυγος του λόρδου Έλγιν, πρεσβευ­τή στην Κωνσταντινούπολη), που ταξίδεψε στις αρχές Απριλίου του 1802 στην Ελλάδα: «Στο Άργος θα καταλύσουν στο αρχοντικό του κοτσάμπαση Βλασσόπουλου που ήταν μπαρατάριος (προστατευόμενος) των Άγγλων». Επίσης είναι γνωστό ότι ο Βλασσόπουλος «έκανε ανασκαφές στην περιοχή (Άργος) για λογαριασμό του Έλγιν. Επιστολή του επικεφαλής των συνεργείων της λεηλασίας Lusieri προς τον Έλγιν (4-7-1804) αναφέρει ότι πλήρωσε 655 γρόσια στο Βλασσόπου­λο για τις ανασκαφές στον τάφο του Αγαμέμνονα».****

Γιος του ήταν ο Θεοδωράκης Χρ. Βλάσσης, επιφανέστατος και μεγαλοκτήμων προεστός της Πελοποννήσου και έγκριτος πατριώτης. Μέλος της Φιλικής Εταιρίας και της Α’ Συνελεύσεως της Επιδαύρου, έγινε το 1822 ο πρώτος Μινίστρος (Υπουργός) του Δικαίου. Πέθανε τον Απρίλιο του 1822. Από τη σύζυγό του Ασημίνα κόρη Σταμ. Γιαννακόπουλου, από την Κοτίτσα, γεννήθηκαν 11 παιδιά:

Ο Χρήστος, μέλος της Φιλικής Εταιρίας, ο οποίος και ήταν παρών στην Α’ και Β’ Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου, το 1822 ήταν μέλος της Προσωρινής Διοικήσεως, με την οποία συνεργάστηκε κατά τα Δραμαλικά, αλλά και της Βουλής. Το 1823 διετέλεσε έπαρχος Ναυπλίου, μέλος της Γ’ Εθνικής Συνέλευσης της Τροιζήνας, της Πρόνοιας το 1832 και στη συνέλευση του 1843 σύμβουλος της Επικράτειας. Επίσης υπήρξε 1ος δήμαρχος Άργους (1834) και γερουσιαστής (1844).

 

Η οικία του πρώτου Δημάρχου της πόλης του Άργους Χρήστου Βλάσση (1834-1838), νότια του Ιερού Ναού Αγίας Αικατερίνης.

 

Ο Ιωάννης, περίφημος ιατρός, με σπουδές στην Πατάβια της Ιταλίας, μέλος της Φιλανθρωπικής Εταιρίας του 1825, δήμαρχος Άργους το 1854 και βουλευτής το 1844, 1859 και 1861.

Ο Κωνσταντίνος, κτηματίας του Άργους, ο οποίος έγινε και δήμαρχος.

Ο Νικόλαος, κτηματίας του Άργους.

Η Αλεξάνδρα σύζυγος Σπ. Σπηλιωτόπουλου, του αγωνιστή από τη Δημητσάνα.

Η Μαρία σύζυγος Ιω. Ζωϊόπουλου, Κορίνθιου ευπατρίδη.

Η Ευδοκία σύζυγος Παναγ. Κοτήρα.

Η Ευφροσύνη σύζυγος Αλεξ. Πλατύκα.

Η Αικατερίνη σύζυγος Π. Πολυδώρου και

Η Φωτεινή σύζυγος Νικολ. Αν. Ιατρού.

Άλλα παιδιά του Χρήστου Βλασσόπουλου ήταν η Ελένη,  ο Γεώργιος, ο Νικήτας, ο Διονύσιος και μία κόρη, η οποία παντρεύτηκε τον Γ. Θεοδωρόπουλο ή Κουρούπη από την Κοτίτσα και απέκτησε με αυτόν μία κόρη, τη Μαρίτσα, σύζυγο του Δημητράκη Κάββα, γόνου της ομώνυμης μεγάλης οικογένειας του Άργους.

Ο Φωτάκος γράφει: Η πολυμελής αυτή οικογένεια των Βλάσιδων συνεισέφερεν εξ ιδίων εις τον αγώνα, και πολιτικώς υπηρέτησαν αυτόν. Ο δε Χρήστος υπήρξε πληρεξούσιος των Εθνικών Συνελεύσεων, βουλευτής και γερουσιαστής. 

 

Υποσημειώσεις


 

* Κοτίτσα. Στην είσοδο του Λογκανίκου από το δρόμο της Σπάρτης βρίσκεται ο ιστορικός οικισμός της Κοτίτζας ή Κοτίτσας. Ένας τόπος προικισμένος γεωλογικά με πανέμορφα μαγευτικά τοπία, θεωρείται από τα υγιεινότερα θέρετρα της περιοχής.

Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, ο συνοικισμός άκμασε μετά το 15ο αιώνα και κατοικήθηκε από γνωστές οικογένειες του βυζαντινού και μεταβυζαντινού Μυστρά. Ήταν πατρίδα αρχόντων και πραματευτάδων που πήραν ενεργό μέρος στην επανάσταση του 1821. Το χωριό καταστράφηκε εντελώς από τους Τουρκαλβανούς μετά τα Ορλωφικά (1770).  Σώζονται μόνο ερείπια κτισμάτων και ναών της Βυζαντινής περιόδου, που μαρτυρούν την αρχοντιά της  Κοτίτσας.

** Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά την Επανάσταση του 1770 φτά­νουν στο Άργος σημαντικοί μετέπειτα άρχοντες (Βλασσόπουλος, Αντωνό­πουλος). Το γεγονός αυτό θα πρέπει να συνδυαστεί με το ειδικό καθεστώς που ίσχυε για το βιλαέτι του Άργους, όπως αναφέρει ο περιηγητής Leake (1804-1810). Ο Κυριάκος Σιμόπουλος σημειώνει χαρακτηριστικά: «Το βιλαέτι του Άργους ήταν φέουδο μιας σουλτάνας και για πολλά χρόνια είχε απαλ­λαγεί από την υποχρέωση να προσφέρει καταλύματα στους ταξιδιώτες. Ακόμη και πασάδες που περνούσαν από τον κάμπο έπρεπε να σταθούν έξω από την πόλη για ν’ αλλάξουν τα άλογα τους. Τα προνόμια αυτά είχαν προσελκύσει στο Άργος πολλούς εύπορους Έλληνες».

*** Κυριάκου Σιμόπουλου, «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα», τ. Γ1 (1800-1810), Αθήνα 1999, 122.

**** Κυριάκου Σιμόπουλου, ό.π, τ. Γ2 (1810-1821), Αθήνα 1999, 315-316.

  

Πηγή


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.
  • Βασίλης Τσιλιμίγκρας, «Ιστορική Γενεαλογία στην Τουρκοκρατία», Δαναός, Τόμος ΙΙΙ, Άργος, 2003.

Read Full Post »

Καλλέργη Σοφία (1803-1893) 


 

Η Σοφία Καλλέργη, υπήρξε διάσημη για την σπάνια ομορφιά της, την μόρφωσή της και τα πλούτη της. Ένεκα αυτών των προσόντων η Σοφία έγινε το μήλο της έριδας μεταξύ των σημαντικότερων νέων της περιοχής. Την ερωτεύτηκε παράφορα ο ήρωας του αγώνα και γιος του μεγιστάνα της Κορινθίας Σωτήρη Νοταρά, Ιωάννης Νοταράς. Ωραίος ως αρχαίος θεός, γενναίος, πλούσιος και με το αξίωμα του στρατηγού, γνωστός με τον χαρακτηριστικό τίτλο Αρχοντόπουλο, αποτελούσε τον ιδανικό σύζυγο για την χαριτόβρυτη κόρη του Θεοχαράκη Ρέντη. Όμως και άλλος Νοταράς, ο Παναγιωτάκης ερωτεύτηκε την Σοφία. Κι αυτός σημαντικός. Αντιστράτηγος κι αργότερα υπασπιστής του Όθωνα.

 

Σοφία Καλλέργη. Δημοσιεύεται σε άρθρο του Βασίλη Δωροβίνη, στο περιοδικό «Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 36, Σεπτέμβριος 1990.

Η Σοφία Καλλέργη ήταν κόρη του προεστού Θεοχαράκη Ρέντη (1778-1825) από τα Τρίκαλα Κορινθίας. Ήταν τόση η ομορφιά της αρχοντοπούλας, που την αγάπησαν πολύ δυο πρωτοξάδερφα από τη μεγάλη και ξακουστή οικογένεια των Νοταράδων. Αποτέλεσμα αυτής της ερωτικής αντιζηλίας ήταν να ξεσπάσει σφοδρή διαμάχη ανάμεσα στους επίδοξους εραστές, να συγκρουσθούν με τα στρατεύματά τους και να υποστεί οικονομικό μαρασμό το Σοφικό Κορινθίας από την καταστροφή του παρακείμενου δάσους (1826).

Αν οι πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας ζούσαν σε μια πολύ παλιότερη εποχή, όπου οι θρύλοι και οι μύθοι επικαλύπτουν τα γεγονότα, ίσως να γεννιόταν ένα δεύτερο μεγάλο ηρωικό έπος, που θα αποτελούσε πηγή έμπνευσης για τους ποιητές, όπως το ηρωικό έπος του τρωικού πολέμου αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τον ανεπανάληπτο ραψωδό Όμηρο.

Ο ένας πρωταγωνιστής της ενδιαφέρουσας ιστορίας είναι ο Ιωάννης Νοταράς (1805-1827), το «αρχοντόπουλο», όπως έμεινε στην ιστορία, από τότε που ζούσε, για το ωραίο του παράστημα και την ομορφιά του. Αν και ήταν κατά δύο έτη μεγαλύτερή του η Σοφία (1803-1893), κατάφερε να την αρραβωνιαστεί, παραμερίζοντας τον ξάδερφό του Παναγιώτη Νοτα­ρά, που ήταν μεγαλύτερός του κατά επτά έτη. Όμως αυτά τα λαμπρά παλικάρια, που θα μπορούσαν ν’ αλληλοσφαγούν για μια γυναίκα, μετά τα θλιβερά γεγονότα του 1826, έτρεξαν να πολεμήσουν και πάλι για την ελευ­θερία της πατρίδας, αυτή τη φορά στο πλευρό του Καραϊσκάκη. Όμως φθονερή μοίρα το θέλη­σε να σκοτωθεί το αρχοντόπουλο στη μάχη του Αναλάτου (στο Φάληρο, 24 Απριλίου 1827).

Στη μάχη αυτή το ελληνικό στράτευμα αποδεκατίστηκε. Ο Καραϊσκάκης είχε πεθά­νει πριν από δύο μέρες από το βαρύ του τραύμα. Και ο αρχιναύαρχος του ελληνικού στόλου, ο Αγγλος Τ. Κόχραν, αντί να παρατάξει τους Έλληνες, τους διασκόρπισε στην πεδιάδα, για να αναμετρηθούν με το ιππικό του Κιουταχή πίσω από πρόχειρα οχυρώματα. Αποτέλεσμα της ήττας ήταν η κυριαρχία του Κιουταχή σ’ ολόκληρη τη Στερεά Ελλάδα. Φαίνεται πως οι Εγγλέζοι θέλανε ένα ελληνικό κράτος μικρό, που να περιλαμβάνει μόνο την Πελοπόννησο, μια και θα έσβηναν όλα τα επαναστατικά κινήματα στη Ρούμελη.

Ο Παναγιώτης Νοταράς συνέχισε τον αγώνα του στο βωμό της ελευθερίας, πήρε βαθ­μούς, έγινε στρατηγός. Υπήρξε πιστός στον Όθωνα και μετά την εκθρόνισή του, τον ακολού­θησε στη Βαβαρία, απ’ όπου επέστρεψε μετά το θάνατο του βασιλιά (1867). Πέθανε το 1873 σε ηλικία 75 ετών. Η άλλοτε αγαπημένη του Σοφία ζούσε τότε στο Άργος.

Άλλος ένας αγωνιστής, μια λαμπρή στρατιωτική και πολιτική προσωπικότητα, θα πρέπει να μνημονευθεί σ’ αυτό το σύντομο «ιστορικό σημείωμα», ο Δημήτριος Καλλέργης, γνωστός όχι μόνο για τους αγώνες του για την ελευθερία της πατρίδας, αλλά και για το κίνη­μα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που έκανε στην Αθήνα μαζί με το Μακρυγιάννη και το λαό, ζητώντας σύνταγμα από τον Όθωνα. Ο Καλλέργης, όπως και οι Νοταράδες, έλαβε μέρος στη μάχη του Αναλάτου και συνελήφθη αιχμάλωτος. Οι Τούρκοι σύντομα τον ελευθέρωσαν, αφού έλαβαν ως λύτρα 70.000 γρόσια, τα οποία συγκέντρωσαν οι συγγενείς του στη Ρωσία. Μόνο που του έκοψαν το ένα αφτί. Να όμως, που παρά την περιπέτεια και την ατυχία του, του χαμογέλασε η τύχη και παντρεύτηκε την πολυθρύλητη Σοφία Ρέντη.

Το «Καλλέργειο» λίγο πριν αρχίσουν οι εργασίες για το Μουσείο του Άργους.

Ο Καλλέργης το 1830 έκτισε ένα θαυμάσιο αρχοντικό στο Άργος, το γνωστό Καλλέργειο, όπου σήμερα στεγάζεται το μουσείο Άργους. Θέλησε μάλιστα να το παραχωρήσει στην κυβέρνηση, με αντάλλαγμα κάποια εθνικά κτήματα ίσης αξίας, που θα διέθετε για τους Κρητι­κούς πρόσφυγες. Γι’ αυτό και το μέγαρο ονομάστηκε «παλάτιον της κυβερνήσεως» και «παλάτιον του Καποδίστρια». Αλλά με τη δολοφονία του κυβερνήτη, μια και τα κτήματα δεν του είχαν παραχωρηθεί, ο Καλλέργης, ύστερα από συνεννόηση με τον αδελφό του Καποδίστρια Αυγουστίνο, πήρε πίσω το σπίτι του.

Και είναι βέβαιο ότι το 1833 έμενε σ’ αυτό η γυναίκα του, η πανέμορφη Σοφία, η οποία δεν επέτρεψε στο Γάλλο αξιωματικό Στοφέλ να εγκατασταθεί σ’ αυτό. Η Σοφία ήταν τότε 30 ετών. Την επόμενη χρονιά γέννησε ένα αγόρι, τον Εμμανουήλ. Ο συνταγματάρχης Στοφέλ, προερχόμενος από τη Μεσσηνία επικεφαλής στρατιωτι­κού σώματος, θέλησε να καταλύσει στο αρχοντικό του Καλλέργη. Αλλά οι άνδρες που το φρουρούσαν, τριάντα κρητικοί στρατιώτες με επικεφαλής τον Κερκυραίο υπολοχαγό Νικόλαο Καλοσγούρο, αρνήθηκαν να το παραδώσουν. Και τότε ο Στοφέλ διέταξε να καταληφθεί βιαί­ως.

Έσπασαν την πίσω πόρτα με τσεκούρια και ανύψωσαν τη γαλλική σημαία. Ο Καλοσγούρος συνελήφθη και εκτελέστηκε μετά τα επεισόδια της επόμενης ημέρας, κατά την οποία σκο­τώθηκαν 40 Γάλλοι και 300 Έλληνες αδιακρίτως φύλου ή ηλικίας. Η Σοφία Καλλέργη τότε, μετά τη βίαιη κατάληψη του σπιτιού της αναγκάστηκε να καταφύγει στο αρχοντικό του Δημη­τρίου Τσώκρη, που ήταν φίλος του άνδρα της.

Σ’ αυτό το όμορφο αρχοντικό εγκαταστάθηκε οριστικά η Σοφία Καλλέργη με τα παι­διά της το 1869, δύο χρόνια μετά το θάνατο του άνδρα της, ο οποίος ως στρατιωτικός, πολιτι­κός και διπλωμάτης δεν είχε μόνιμη διαμονή, αλλά ζούσε άλλοτε στην Αθήνα και άλλοτε στο Παρίσι, το Λονδίνο ή αλλού υπό διάφορες ιδιότητες. Η τελευταία πόλη που τον φιλοξένησε ήταν το Παρίσι. Εκεί αρρώστησε βαριά – έπαθε εγκεφαλική αιμορραγία – και μεταφέρθηκε στην Αθήνα όπου και πέθανε.

Ο Εμμανουήλ Καλλέργης (1834-1909) ήταν ο τελευταίος από τους Καλλέργηδες που το κατοίκησαν. Μετά το θάνατό του παραδίδεται στη φθορά του χρόνου, μέχρι που έγινε μουσείο το 1957.

Η Σοφία από το  1869 μέχρι το θάνατό της έζησε στο Άργος, στο αρχοντικό που έκτισε ο άνδρας της. Ήταν από τις σημαντικότερες προ­σωπικότητες του Άργους που ενέπνεε μεγάλη εκτίμηση και βαθύ σεβασμό, μία κυρία αριστο­κρατικής καταγωγής, που είχε την τύχη να παντρευτεί έναν αξιολογότατο άνδρα, τον κρητι­κής καταγωγής Δημήτριο Καλλέργη.

Σκαλίζοντας κανείς την ιστορία του Άργους, ανακαλύπτει αξιολογότατες γυναίκες, «εριτίμους κυρίας», που για διάφορους λόγους άφησαν όνομα λαμπρό να τις θυμόμαστε. Μία απ’ αυτές ήταν το στερνοπούλι του στρατηγού Τσώκρη, η Ελένη, την οποία παντρεύτηκε ο δήμαρχος Άργους, και βουλευτής Ανδρέας Καρατζάς. Μας έρχεται στο μυαλό η Ευδοκία Περούκα, που ο γάμος της με τον προεστό Κερπινής Καλαβρύτων Δημήτριο Ζαΐμη το 1796 έμεινε θρυλικός. Θυμόμαστε την κόρη της προηγούμενης Παρασκευή Ζαΐμη, η οποία, αν και κωφάλαλη από τα εφτά της χρόνια, ανέπτυξε εδώ στο Άργος πλούσια φιλανθρωπική δράση και πέθανε πάμφτωχη.

Εντοπίσαμε στην εφ. «Αγαμέμνων», (φ. 58/6-2-1893) την αγγελία θανάτου της Σοφίας Καλλέργη. Παραθέτουμε το δημοσίευμα:

Η χήρα του Στρατηγού Δημ. Καλλέργη και πενθερά του Μ. Αυλάρχου του Βασιλέως, η διάσημος διά την ιστορίαν της και το κάλλος της νεότητος Ελληνίς, απεβίωσεν ενταύθα χθες περί την πρωίαν υπέργηρως, εις ηλικίαν 90 περίπον ετών.

 Είναι γνωστή εις όλην την Ελλάδα η έξοχος γυνή και μνηστή τον ονομαστού Ιωάν. Νοταρά, του κλεινού στρατηγού Κορινθίας, του ηρωικότατα πεσόντος εις Φάληρον κατά τον Απρίλιο 1827, είτα δε ως σύζυγος του Στρατηγού Δημ. Καλλέργη.

Ο θάνατός της συνεκίνησε τους συμπολίτας μας, αναμνησθέντες της ιστορίας της διασήμου γυναικός.

Η κηδεία της, τη αξιεπαίνω μερίμνη του αξιοτίμου Δημάρχου ημών εγένετο μεγαλοπρεπέστατη και επιβάλλουσα, χοροστατούντος του Σ. Αρχιεπισκόπου Αργολίδος μεθ’ όλου του ιερού κλήρου της πόλεως και χωρίων και ακολουθήσαντος ολοκλήρου του λαού της πόλεως και των μαθητών απάντων των ενταύθα σχολείων και πλείστων εκ Ναυπλίου, ελθόντος ως και τον κ. Γ. Πλατούτσα σννταγματάρχου μετά πολλών αξιωματικών και μουσικής την μεταστάσαν μέχρι της τελευταίας της κατοικίας [;]*, τον έσχατον απονέμοντες αυτή φόρον τιμής.

Εκ των συγγενών της παρακολούθησαν μόνον ο υιός της κ. Εμμ. Καλλέργης και ο αδελφός της κ. Θ. Ρέντης εκ Κορίνθου ελθών, των λοιπών αξιοτίμων εξ Αθηνών συγγενών της μη προφθασάντων να έλθωσι σιδηροδρομικώς.

* Εκ τυπογραφικής παραδρομής ελλείπει κάποιο ρήμα.

  

Οδυσσέας Κουμαδωράκης.

Επιστημονική και Λογοτεχνική Έκδοση, «Αργειακή Γή», Πνευματικό Κέντρο Δήμου Άργους, Δεκέμβριος 2003.

Φωτογραφίες από το άρθρο του Βασίλη Δωροβίνη στο περιοδικό Αρχαιολογία & Τέχνες, με τίτλο:

Δωροβίνης Κ. Βασίλης, «Το Καλλέργειο (Παλάτιον της Κυβερνήσεως) στο Άργος / 160 χρόνια από την οικοδόμησή του», Περιοδικό: Αρχαιολογία & Τέχνες, τεύχος 36, Σεπτέμβριος 1990.

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Θ. Παναγιώτης (1836-1893)


 

Πάνος Κολοκοτρώνης. Περιοδικό «Το Άστυ», τεύχος 12, 1885.

Γιος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και της Μαργαρίτας, θυγατέρας Αγγελή Βελισσάρη, γεννήθηκε το 1836 πιθανότατα  στην Αθήνα. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Κολοκοτρώνης τα πέρασε στην Αθήνα, συζώντας με την Μαργαρίτα, πρώην μοναχή, η οποία τον φρόντιζε κατά την φυλάκισή του στην Ύδρα. Η γνωριμία αυτή  κατέληξε σε έρωτα. Από αυτόν τον έρωτα απέχτησε ο Γέρος του Μοριά έναν ακόμη γιό, τον Παναγιώτη, στον οποίο έδωσε το όνομα του πρωτότοκου παιδιού του, του Πάνου, που σκοτώθηκε το 1824 στο δεύτερο εμφύλιο πόλεμο.

Τον Παναγιώτη, ο πατέρας του, αναγνώρισε επίσημα νόμιμο παιδί του με τη διαθήκη του στις 3 Μαΐου 1841.             

Κολοκοτρώνης Θ. Παναγιώτης, 1880.

[…] Ζητώ από τον Θεόν συγχώρησιν και από εχθρούς και από φίλους και από συγγενείς. Αποφασίζω και αφίνω κληρο­νόμους τα παιδιά μου τον Γενναίον και Κωνσταντίνον και Παναγιωτάκην και να λάβουν από όσην περιουσίαν και αν έχω κινητά και ακίνητα να γίνη εις τρία μερίδια, να λάβη εν μερίδιον ο Γενναίος, ένα μερίδιον ο Κωνσταντής και ένα μερίδιον να ήνε δι’ εμέ τον πατέρα τους αλλά όσον ζω εγώ όλη η περιουσία μου να ήνε εδική μου και όντας πεθάνω εγώ τότε να γίνη η μοιρασιά καθώς λέγω επάνω και αφ’ ου πεθάνω το ιδικόν μου μερίδιον να λάβη δύο μερίδια ο Γενναίος και ένα μερίδιον ο υιός μου Παναγιωτάκης, τον οποίον απέκτησα με την Μαργαρίταν θυγατέρα του Αγγελή Βελισσάρη από τα Χαλικιάνικα, τον οποίον Πα­ναγιωτάκην να έχουν τα παιδιά μου ο Γενναίος και Κωνσταντίνος μέσα εις το σπίτι μας, να τον αναθρέψουν και να τον σπουδάσουν, ώστε να γενή είκοσι χρο­νών και τον οποίον Παναγιωτάκην τον κηρύττω και αναγνωρίζω ως υιόν μου και ως τοιούτον να τον γνωρίζουν και τα άλλα μου παιδιά και αφού γενή είκοσι χρονών τότε να λάβη το μερίδιόν του καθώς λέγω και ας ζήση με την μάνα του, ή όπως στοχασθή αυτός μόνος του, και αν πεθάνη ο Παναγιωτάκης, τότε το με­ρίδιον του, δηλαδή την κληρονομίαν όπου του δίδω, να την λάβουν τα παιδιά μου ο Γενναίος και Κωνσταντίνος και της μητρός του να έχουν να τής δίδουν πέ­ντε χιλιάδες δραχμαίς δια τα γερατειά της και εν όσω ζη ο Παναγιωτάκης και γενή είκοσι χρόνων καθώς είπα να ήνε και η μάνα του μαζή εις το σπίτι μας και να συζή και τρέφεται με το παιδί της και η περιουσία μου, όση είνε και ορίζω κατ’ ευθείαν εις το όνομα μου και εις το όνομα του Γενναίου ακίνητα κτήματα, αυτοκίνητα, κινητά ήγουν τζεβαϊρικά ασημικά, άρματα σκεύη και έπιπλα του σπητιού να μοιρασθούν όλα κατά τον ανωτέρω τρόπον […]

 

Στολές της σχολής Ευελπίδων (1885), από τον Πάνο Αραβαντινό. Έφιππος εικονίζεται ο Πάνος Κολοκοτρώνης διοικητής της σχολής κατά την περίοδο 1881-1885.

 

Στα ανέκδοτα απομνημονεύματά του ο Δημήτριος Δημητρακάκης αναφέρει:

[…] Εν έτος προ του θανάτου του περιήλθε τα πλείστα των μερών της Πελοποννήσου, και ιδίως την πατρίδα του Καρύταιταν, εις τα οποία έζησε και επολιτεύθη.  Εκάλεσε πάντας μεθ’ ών είχεν έλθει εις ρήξιν ή άλλην ενόχλησιν ίνα λύσωσι τα μεταξύ των δια της χριστιανικής αλληλοσυγχωρήσεως.  Έφερε δε μαζί του επί των οπισθίων του ίππου, εφ’ ού ίππευεν , προσδεδεμένον με την ζώνην  εκ του σωματός του τον τελευταίον υιόν του Πάνον, παιδίον όντα, ίνα τον συστήση εις τον τόπον, εις τους φίλους του, ως γνήσιον υιόν του. […]

Ο Παναγιώτης ακολούθησε στρατιωτική καριέρα και διατέλεσε, όντας αντισυνταγματάρχης (ΠΒ), Διοικητής της σχολής Ευελπίδων κατά την περίοδο 1881-1885, οπότε και την αναδιοργάνωσε. Τότε ετέθησαν οι βάσεις για την συγκρότηση ισχυρού στρατού. Για πρώτη φορά καθιερώθηκε η υποχρεωτική θητεία, λειτούργησαν σχολεία ανώτερων και κατώτερων στελεχών και εστάλησαν αξιωματικοί στην Ευρώπη.

  

Πηγές


  • Δημήτρης Φωτιάδης, «Κολοκοτρώνης», εκδόσεις Δωρικός, έκδοση ένατη, Αθήνα, 1986.  
  • Τάκης Χ. Κανδηλώρος, «Η διαθήκη του Κολοκοτρώνη», Αρκαδική Επετηρίς 2, 1906.
  • Δημήτρης Δημητρόπουλος, «Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Διαβάστε επίσης:

Read Full Post »

Η διαθήκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, 3 Μαΐου 1841

 


Ο Κολοκοτρώνης υπήρξε ο κορυφαίος του μεγάλου Αγώνα και η συμβολή του στην υπόθεση της ελευθερίας μοναδική και ασύγκριτη. Πέθανε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 1843 σε ηλικία 73 ετών από συμφόρηση. Το Μάιο του 1841 ευρισκόμενος στο κτήμα του,  πέριξ του Ναυπλίου, κάλεσε το Συμβολαιογράφο Χαράλαμπο Παπαδόπουλο και συνέταξε τη διαθήκη του, την οποία ο ιστορικός Τάκης Κανδηλώρος* δημοσίευσε στην «Αρκαδική Επετηρίς» το 1906.       

 

(Αριθμός Συμβολαίου 12776, σελίς 567)

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, 1827.

Κατά το χιλιοστόν οκτακοσιοστόν τεσσαρακοστόν πρώτον έτος, την τρίτην του μηνός Μαΐου, ημέραν Σάββατον, ώραν εβδόμην πριν της μεσημβρίας, πα­ρουσιασθείς εν τω συμβολαιογραφικώ μας γραφείω και οικία μου υπ’ αριθ. 37 τριάκοντα επτά, τη κειμένη παρά τω ανακτορίω, ενώπιον εμού του υπογεγραμμένου Συμβολαιογράφου Ναυπλίας Χαραλάμπους Παπαδοπούλου, κα­τοίκου Ναυπλίου, ο κύριος Ιωάννης του ποτέ Γεωργίου Κουτζοπαπά από το χωρίον Αχούρια της Μαντινείας, γνωστός μας υπηρέτης προ πολλών ετών του αντιστρατήγου κυρίου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, ευρισκόμενος ήδη παρ’ αυτώ, μοι είπεν ότι απεστάλη πάρα του ειρημένου αντιστράτηγου κυρίου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, να με προσκαλέση δια να απέλθω εις την εκλαμπρότητά του, κάτοικον μεν εις Αθήνας, αλλ’ ήδη διαμένοντα προς το παρόν εις το πέριξ της Ναυ­πλίας κτήμα του ονομαζόμενον Κιουλουτεπέ.

Όθεν παραλαβών δύο μάρτυρας τους κυρίους τον Συνταγματάρχην Στρατιωτικόν Νομοεπιθεωρητήν Αργολιδοκορινθίας Αλέξιον Βλαχόπουλον και Νικόλαον Σπηλιάδην, κτηματίαν, κα­τοίκους Ναυπλίου κατά την ενορίαν της Παναγίας γνωστούς μας πολίτας Έλλη­νας και ασχέτους πάσης συγγενείας με την εκλαμπρότητά του και απήλθον εις το πέριξ της Ναυπλίας μνησθέν κτήμα του μετά των ειρημένων μαρτύρων, όπου εύρον την εκλαμπρότητά του τον γνωστόν μας αντιστράτηγον κύριον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην υγιαίνοντα και έχοντα τας φρένας του σώας, τον οποίον ερωτήσας διατί με προσεκάλεσεν, απεκρίθη και ενώπιον των μαρτύρων, ότι θέλω να μου γράψης την διαθήκην.

Όθεν προσεκάλεσα τους διαληφθέντας μάρτυρας να ορκισθώσιν δια να φυλάξωσι μυστικόν ό,τι ήθελον ακούσει εις την παρούσαν δια­θήκην του, μέχρι δηλαδή της αποβιώσεως του ειρημένου αντιστράτηγου κυρίου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, οίτινες επιθέσαντες τας χείρας των επί της εικόνος της Θεοτόκου ωρκίσθησαν ως εφεξής: «και ορκιζόμεθα να φυλάξωμεν μυστικόν ό,τι ήθελεν ακούσωμεν εις την παρούσαν διαθήκην του αντιστρατήγου κυρίου Θεο­δώρου Κολοκοτρώνη μέχρι της αποβιώσεώς του».

Μετά δε την ορκοδοσίαν των μαρτύρων ήρξατο ο μνησθείς διαθέτης, η εκλαμπρότης του ο αντιστράτηγος κύριος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, να ομολογή ιδίω του στόματι οικειοθελώς και απαραβιάστως ενώπιόν μου και των ειρημένων μαρτύρων, του οποίου τους λόγους γράφω εγώ ο υπογεγραμμένος συμβολαιογράφος  Ναυπλίας Χαράλαμπος Παπαδόπουλος εις την παρούσαν διαθήκην του απαραλλάκτως και αυτολεξεί, ως εφεξής :

«Ζητώ από τον Θεόν συγχώρησιν και από εχθρούς και από φίλους και από συγγενείς. Αποφασίζω και αφίνω κληρο­νόμους τα παιδιά μου τον Γενναίον και Κωνσταντίνον και Παναγιωτάκην και να λάβουν από όσην περιουσίαν και αν έχω κινητά και ακίνητα να γίνη εις τρία μερίδια, να λάβη εν μερίδιον ο Γενναίος, ένα μερίδιον ο Κωνσταντής και ένα μερίδιον να ήνε δι’ εμέ τον πατέρα τους αλλά όσον ζω εγώ όλη η περιουσία μου να ήνε εδική μου και όντας πεθάνω εγώ τότε να γίνη η μοιρασιά καθώς λέγω επάνω και αφ’ ου πεθάνω το ιδικόν μου μερίδιον να λάβη δύο μερίδια ο Γενναίος και ένα μερίδιον ο υιός μου Παναγιωτάκης, τον οποίον απέκτησα με την Μαργαρίταν θυγατέρα του Αγγελή Βελισσάρη από τα Χαλικιάνικα, τον οποίον Πα­ναγιωτάκην να έχουν τα παιδιά μου ο Γενναίος και Κωνσταντίνος μέσα εις το σπίτι μας, να τον αναθρέψουν και να τον σπουδάσουν, ώστε να γενή είκοσι χρο­νών και τον οποίον Παναγιωτάκην τον κηρύττω και αναγνωρίζω ως υιόν μου και ως τοιούτον να τον γνωρίζουν και τα άλλα μου παιδιά και αφού γενή είκοσι χρονών τότε να λάβη το μερίδιόν του καθώς λέγω και ας ζήση με την μάνα του, ή όπως στοχασθή αυτός μόνος του, και αν πεθάνη ο Παναγιωτάκης, τότε το με­ρίδιον του, δηλαδή την κληρονομίαν όπου του δίδω, να την λάβουν τα παιδιά μου ο Γενναίος και Κωνσταντίνος και της μητρός του να έχουν να τής δίδουν πέ­ντε χιλιάδες δραχμαίς δια τα γερατειά της και εν όσω ζη ο Παναγιωτάκης και γενή είκοσι χρόνων καθώς είπα να ήνε και η μάνα του μαζή εις το σπίτι μας και να συζή και τρέφεται με το παιδί της και η περιουσία μου, όση είνε και ορίζω κατ’ ευθείαν εις το όνομα μου και εις το όνομα του Γενναίου ακίνητα κτήματα, αυτοκίνητα, κινητά ήγουν τζεβαϊρικά ασημικά, άρματα σκεύη και έπιπλα του σπητιού να μοιρασθούν όλα κατά τον ανωτέρω τρόπον.

Με όλον ότι είνε εις όνο­μα του Γενναίου τα κτήματα και αυτός τα καλλιεργεί και ενεργεί όλας μας τας υποθέσεις, άλλα όλα αυτά αποκτήθησαν εν ονόματι του οσπητιού μας και δια της συνδρομής της εδικής μου και της πατρικής ενεργείας, τόσον με λόγον, κα­θώς και με έργον και με χρήματα αλλά όλη η περιουσία του οσπητιού μας, κα­θώς επάνω λέγω εις την παρούσαν μου διαθήκην να μοιρασθή καθώς διατάττω χωρίς να γίνη διαφορετικά.

Ο Γενναίος, επειδή είνε ο μεγαλήτερος των παιδιών μου, αυτός να εκτέλεση την διαθήκην μου και να μοιράση, καθώς λέγω, χωρίς να αδικηθή κανένα μου από τα παιδιά εις το παραμικρόν.

Τα ζαπράζια (: ασημένια κοσμήματα της πα­ραδοσιακής φορεσιάς), όπου έχω από τον πατέρα μου, να τα πάρη ο υιός μου Κωνσταντίνος γιατί του τα είχα προ καιρού χαρισμένα. Η Γεωργίτσα του Γεν­ναίου να προικισθή από μέσα το σπίτι μας δηλαδή από το κοινόν. Την εικόνα, όπου μου έχει χαρισμένην ο στρατηγός Ρεβελιώτης και το σπαθί μου όπου φορώ, να το λάβη ο υιός μου Παναγιωτάκης και να μην εμπούν σε μοίρασμα και ο Κωνσταντίνος ο υιός μου να παντρευθή μέσα από το σπίτι μας, δηλαδή όλα τα έξοδα. Την ταμπακέρα, όπου έχω από τον Κυβερνήτην, την χαρίζω του έγγονά μου του Κωνσταντάκη του Γενναίου. Αυτή η υστερνή μου θέλησις, και καθώς παραγγέλλω να εκτελεσθή η παρούσα μου διαθήκη, χωρίς καμμία φιλονεικία μεταξύ των παιδιών μου, εις τα οποία αφίνω την πατρικήν μου ευχήν, καθώς και εις όλους τους συγγενείς και φίλους μου και εχθρούς μου, αν είχα.

Η περιουσία μου συνίσταται εις σπίτια, αμπέλια, σταφίδες, περιβόλια, μύλους, δέντρα διάφορα, πρόβατα, ασημικά, τζεβαϊρικά (: κοσμήματα), άρματα, σκεύη διάφορα, τραπέζας και λοιπά και να μοιρασθή μετά τον θάνατον μου, καθώς διέ­ταξα».

Τον ερώτησα αν έχη ευχαρίστησιν να αφήση τινά βοήθειαν εις φιλανθρωπικά καταστήματα, απεκρίθη: «έκαμα ό,τι ημπόρεσα και θέλω κάμει όσον θα ζήσω».

Ταύτα ωμολόγησεν ενώπιον μου και των μαρτύρων ο διαθέτης κύριος Θεό­δωρος Κολοκοτρώνης οικειοθελώς ιδίω αυτού στόματι, και ταύτα πάντα έγρα­ψα εγώ ο υπογεγραμμένος Συμβολαιογράφος Ναυπλίας Χαράλαμπος Παπα­δόπουλος εις την παρούσαν του διαθήκην αυτολεξεί, ως εξεφράσθη, την οποίαν ταύτην διαθήκην του, αφ’ ου ανέγνωσα ευκρινώς ενώπιόν του και των ειρημέ­νων μαρτύρων και αφού παρετήρησαν αυτήν και οι μάρτυρες, ότι έγραφα απαραλλάκτως κατά τας διατάξεις του αυτού διαθέτου, υπεγράφη παρά της εκλαμπρότητός του ιδιοχείρως του, υπεγράφη παρά των μαρτύρων και παρ’ εμού του Συμβολαιογράφου Χαράλαμπους Παπαδοπούλου.

 Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Αλέξιος Βλαχόπουλος μάρτυς

Νικόλαος Σπηλιάδης μάρτυς

Ο Συμβολαιογράφος

Χαράλαμπος Παπαδόπουλος

  

Υποσημείωση

 


* Ο Τ. Χ. Κανδηλώρος [1874-1934] ήταν δικηγόρος στον Πύργο, έπειτα διορίστηκε στο Υπουργείο Οικονομικών και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ασχολήθηκε με ιστορικές και άλλες μελέτες. Έγραψε την «Ιστορία της Δημητσάνης» και την «Ιστορία της Γορυτνίας», τη «Βιογραφία του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε'», τη «Δίκη του Κολοκοτρώνη», τον «Αρματωλισμό της Πελοποννήσου» και άλλα βιβλία, ιστορικά, λαογραφικά κλπ. Το 1903 εξέδωσε την «Αρκαδική επετηρίδα», σε 2 τόμους [1903 και 1906]. Ο Κανδηλώρος υπήρξε πρωτοπόρος στην έρευνα της ιστορίας της Δημητσάνας, της Γορτυνίας και της Πελοποννήσου γενικότερα. Τα έργα του διαβάζονται με ενδιαφέρον και σήμερα, διότι περιέχουν αξιόλογες ιστορικές πληροφορίες.

 

Πηγές

 


  • Τάκης Χ. Κανδηλώρος, «Η διαθήκη του Κολοκοτρώνη», Αρκαδική Επετηρίς 2, 1906.
  • Δημήτρης Δημητρόπουλος, «Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

Read Full Post »

Διομήδης  

 


  

 Ο Διομήδης, γιος του Τυδέα και σύζυγος της Αιγιάλειας, ανήκε στη γενιά των Επιγόνων μαζί με τον Σθένελο και τον Ευρύαλο. Οι τρεις τους έφτασαν στην Τροία με ογδόντα πλοία επανδρωμένα με άντρες από το Άργος.   

   

Διομήδης

Ο βασιλιάς του Άργους και άλλων αργολικών πόλεων είναι ο ευνοούμενος ήρωας του Ομήρου, ο οποίος αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος της Ε’ ραψωδίας για να εξυμνήσει τα ηρωικά κατορθώματά του. Ως μνηστήρας της Ελένης, είχε χρέος μετά την απαγωγή της να είναι κι αυτός παρών, όπως είχε υποσχεθεί με όρκο στον πατέρα της.  Η μορφή του κυριαρχεί από την αρχή της Ιλιάδας και συναγωνίζεται σε ανδρεία τον Αχιλλέα και τον Αίαντα, μετά τους οποίους θεωρείται «ο ανδρειότατος καν στρατηγικότατος των πάντων».  

Στις μάχες εισορμούσε στις εχθρικές φάλαγγες χωρίς να νοιάζεται αν τον ακολουθεί ο στρατός του και τις διέτρεχε σκορπώντας το θάνατο και διασκορπίζοντάς τες. Απελπισμένος ο Έκτωρ παρακαλούσε την Αθηνά να τον πάρει μακριά από τις μάχες.[1]   

Ο Όμηρος για να εξάρει την ανδρεία του, σε κανένα μέρος της Ιλιάδας δεν βάζει τον Αχιλλέα και τον Διομήδη να πολεμούν μαζί. Όταν διαπρέπει ο ένας στο πεδίο της μάχης, ο άλλος απουσιάζει είτε γιατί έχει τραυματιστεί, είτε για κάποια άλλη αιτία.  

Για την γενναιότητα του είχε διακριθεί επίσης και στην «εκστρατεία των επτά επιγόνων» κατά των Θηβών, όπως μνημονεύει επίσης ο Όμηρος {Ιλ. Δ, 405}.  

Στον Τρωικό πόλεμο πήρε μέρος με 80 πλοία και άνδρες από όλη την επικράτειά του, που εκτός από το Άργος επεκτεινόταν στην Τίρυνθα, την Ασίνη, την Ερμιόνη, την Αίγινα, την Επίδαυρο, την Τροιζήνα και άλλες πολιτείες:  

 

 «Οι δ’ Άργος τ’ είχον Τίρυνθα τε τειχιόεσσαν,  

Ερμιόνην Ασίνην τε, βαθύν κατά κόλπον εχούσας,  

Τροιζήν’ Ηϊόνας τε καί αμπελόεντ’ Επίδαυρον,  

οί τ’ έχον Αίγιναν Μάσητά τε κούροι Αχαιών,  

των αύθ’ ηγεμόνευε βοήν αγαθός Διομήδης  

και Σθένελος, Καπανήος αγακλειτού φίλος υιός».[2]   

 

Ο Διομήδης πληγώνει την θεά Αφροδίτη.

Όταν γύρισε από την Τροία, βρήκε και αυτός τον οίκο του αλλοτριωμένο. Ο γιος του Ναυπλίου Οίαξ είχε ξεκινήσει από την Κλυταιμνήστρα και την Αιγιάλη σύζυγο του Διομήδη, το εκδικητικό έργο του πατέρα του για τον άδικο θάνατο του Παλαμήδη. Στο διάβημά του αυτό ο Οίαξ βρήκε σύμμαχό του την Αφροδίτη, που ήθελε κι αυτή την τιμωρία του Διομήδη, γιατί στη διάρκεια μιας μάχης στην Τροία την είχε τραυματίσει. (Ιλιάς Ε 335).  

Έτσι και με θεϊκή επέμβαση, η Αιγιάλη, αφού συνδέθηκε με πολλούς εραστές, κατέληξε στον γιο του Σθένελου Κομήτη, στον οποίο ο Διομήδης είχε εμπιστευθεί την φροντίδα του οίκου του. Ο Κομήτης και η Αιγιάλη είχαν αποφασίσει να τον εξοντώσουν, στήνοντάς του ενέδρα μόλις γύριζε στο Άργος.  

Η πολεμική πείρα έσωσε τον Διομήδη από την προδοσία, όταν χωρίς τους συντρόφους του ξεκίνησε μόνος και επιφυλακτικός για το παλάτι. Εκεί δέχτηκε την αιφνιδιαστική επίθεση του Κομήτη και των φρουρών του. Απέκρουσε με το ξίφος του την παγίδα και οπισθοχωρώντας πρόλαβε και κατέφυγε ικέτης στον βωμό της Αθηνάς, όπου δεν τόλμησε να τον πλησιάσει ο Κομήτης. Όταν νύχτωσε βγήκε κρυφά για να βρει τους συντρόφους του, που περίμεναν στα πλοία.  

Θα ήταν πολύ εύκολο για τον πορθητή των Επτάπυλων Θηβών και τους παλαίμαχους άνδρες του να πολιορκήσουν το Άργος και να το κυριεύσουν, για να τιμωρήσει όπως τους άξιζε την άπιστη Αιγιάλη και τον αγνώμονα σφετεριστή του θρόνου του Κομήτη. Δεν βαστούσε όμως η καρδιά του να αιματοκυλίσει την δοξασμένη πόλη, που ήταν άλλοτε το βασίλειό του.  

Έτσι την ίδια νύχτα παίρνοντας μαζί του στα Αργείτικα πλοία όσους συντρόφους θέλησαν να αφήσουν και αυτοί την πατρίδα τους και να τον ακολουθήσουν, έφυγε αναζητώντας μια νέα γη για να εγκατασταθεί και να ιδρύσει ένα νέο βασίλειο στη μακρινή Εσπερία.  

Για το τέλος του υπάρχουν διάφορες παραδόσεις.  

Ο Γλαύκος και ο Διομήδης ανταλλάσσουν τον οπλισμό τους. Αττική πελίκη του «Ζωγράφου του Hasselmann», περ. 420 π.Χ.

Σύμφωνα με την επικρατέστερη παραλλαγή ο Διομήδης αποβιβάστηκε στην Απουλία, χώρα της Αδριατικής. Ο βασιλιάς της Δαύνος βρισκόταν σε πόλεμο με τους Μεσσάπιους και ζήτησε τις πολεμικές υπηρεσίες του. Σε αντάλλαγμα του υποσχέθηκε μέρος του βασιλείου του και την κόρη του Ευίππη για σύζυγο. Αφού έλαβε όμως τη βοήθεια, δεν τήρησε την υπόσχεση του.  

Τότε ο Διομήδης κυριεύει την χώρα μόνος του, σημαδεύοντας τα σύνορα του δυτικού βασιλείου του με πέτρες από τα τείχη της Τροίας, που τις είχε χρησιμοποιήσει για έρμα στα καράβια του. Εκεί ίδρυσε πόλεις και την πρώτη την ονόμασε Άργος Ίππιον, (Argirippa) τα δε κοντινά νησιά ονομάστηκαν Διομήδειαι νήσοι.  

Σύμφωνα με άλλη παράδοση, η διαμάχη του με τον Δαύνο απέβη μοιραία, αφού ο τελευταίος κατάφερε με δόλο να τον σκοτώσει. Ο Διομήδης θάβεται σ’ ένα κοντινό νησί που πήρε το όνομά του. Στον τάφο του χάραξαν το εξής επίγραμμα: «Τον πάντεσι κράτιστον επιχθονίοις Διομήδην ήδ’ ιερά κατέχει νήσος επωνυμίη».[3]   

Η Αθηνά όμως του χάρισε την αθανασία, και οι σύντροφοί του επειδή θρηνούσαν απαρηγόρητοι, μεταμορφώθηκαν από την θεά σε ερωδιούς: «έν ή καί τόν Διομήδη μυθεύουσιν αφανισθήναι τίνες καί τούς εταίρους απορνιθωθήναι…[4]  

Την παράδοση αυτή μνημονεύει και ο Πίνδαρος, ο οποίος τον αποκαλεί πολέμοιο νέφος (αστραποσύννεφο πολέμου): τον Διομήδη η γλαυκομάτα ξανθιά θεά, θεό τον κάνει…[5]   

Τα πουλιά – σύντροφοι του Διομήδη – πετούσαν πάνω από τα γύρω νησιά, που γι’ αυτό ονομάστηκαν Διομήδειαι νήσοι. Κάθε φορά – λέει η παράδοση – που αγκυροβολούσαν η περνούσαν από εκεί Ελληνικά πλοία, τα πουλιά πετούσαν χαρούμενα γύρω τους, πλησίαζαν τους Έλληνες ναύτες και άφηναν να τα χαϊδεύουν και να τα ταΐζουν, ενώ απέφευγαν τα πληρώματα των βαρβαρικών πλοίων:  

(Υπάρχει ένα νησί που λέγεται Διομήδεια, και έχει πολλούς ερωδιούς. Αυτοί, λένε, πως τους βαρβάρους ούτε αποστρέφονται αλλά ούτε και τους πλησιάζουν. Εάν όμως φθάσει εκεί Έλληνας ταξιδιώτης, σαν από θεία χάρη τον πλησιάζουν και απλώνοντας τα φτερά τους σαν χέρια, τους καλωσορίζουν και τους αγκαλιάζουν. Και όταν οι Έλληνες τους χαϊδεύουν, δεν φεύγουν αλλά κουρνιάζουν άφοβα στην αγκαλιά τους σαν να υποδέχονται αγαπητούς καλεσμένους.   

Λέγεται λοιπόν ότι αυτοί είναι οι σύντροφοι του Διομήδη, που πήραν μαζί του μέρος στον πόλεμο της Τροίας, και μετά αλλάξανε την προηγούμενη φύση τους και γίνανε πουλιά, αλλά ακόμη και τώρα διαφύλαξαν το να είναι Έλληνες και Φιλέλληνες).[6]  

Στη χώρα που κατέφυγε, σε πολλά μέρη των ανατολικών ακτών της Ιταλίας, στη Βενετία, στη Σαλαμίνα της Κύπρου, στην Κέρκυρα καν σε άλλα μέρη της Ελλάδας, λατρεύτηκε σαν θεός.  

Υπάρχει ακόμη και μια παράδοση που συναντούμε σε λατίνους συγγραφείς (Pompeious Trogus, Siculus Flaccus), ότι οι Κέλτες θεωρούν τον Διομήδη πρόγονό τους και μυθικό αρχηγό τους κατά τις μεταναστεύσεις τους προς την Απουλία.  

Συγκεκριμένα ο S. Flaccus στο έργο του «De condicio nibus agrorum» (= Περί της καταστάσεως των χωρών μας) γράφει: «Συνέβη μετά πλήθη ανθρώπων να βρίσκονται σε συνεχή μεταναστευτική κίνηση, συχνά αλλάζοντας τόπο στην Ιταλία και στις επαρχίες, όπως οι Τρώες στο Lazio, όπως ο Διομήδης με τους Γαλάτες στην Απουλία».[7]   

   

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003.    

   

Υποσημειώσεις  


[1] Αθ. Σταγειρίτου, Ωγυγία. Βίβλος Β’ σελ 425.  

[2] Ιλιάς, Β 559-564.   

[3] Αθ. Σταγερίτου, Ωγυγία, Βίβλος Β’, σελ.430.  

[4] Στράβωνος, Γεωγραφικά, C, 284, βιβλ. ΣΤ’  

[5] Νέμεα 10,8, Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Β. Τάσσου:  «Διομήδεα δ’ άμβροτον ξανθά ποτέ Γλαυκώπις έθηκε θεόν…»  

[6] Κλαυδίου Αιλιανού (2ος αι μ.Χ), «Περί Ζώων Ιδιότητος», ελεύθερη απόδοση.  

«Καλείται τις Διομήδεια νήσος, καί ερωδιούς έχει πολλούς. Ούτοι φασί τούς βαρβάρους ούτε αδικούσιν ούτε αυτοίς προσίασιν˙ εάν δε Έλλην κατάρη ξένος, οί δέ θεία τινί δωρεά προσιάσι πτέρυγας απλώσαντες οιονεί χείρας τινές ές δεξίωσιν τε καί περιπλοκάς. Καί απτομένων των Ελλήνων ούχ υποφεύγουσιν, αλλ’ ατρέμουσι καί ανέχονται, καί καθημένων ές τούς κόλπους καταπέτονται, ώσπερ ούν επί ξένια κληθέντες. Λέγονται ούν ούτοι Διομήδους εταίροι είναι καί σύν αυτώ των όπλων των επί τήν Ίλιον μετασχηκέναι, είτα τήν προτέραν φύσιν ές τό των ορνίθων μεταβαλλόντες είδος, όμως έτι καί νύν διαφυλάττειν τό είναι Έλληνες καί Φιλέλληνες.  

 [7] Μηνιαίο περιοδικό «Αναγέννηση», τεύχη 272- 275, 2001.   

 

Read Full Post »

Αργειακός Πολιτισμός


 

Αναδιφώντας σε μαρτυρίες αρχαίων ιστορικών και στις τοπικές παραδόσεις διαπιστώνουμε ότι στο Άργος πρωτοφεγγοβόλησε από τα πανάρχαια χρόνια η αυγή του πολιτισμού μας και αυτή η αρχαιότερη πόλη είναι το πρώτο φυτώριο και τόπος καταγωγής πολλών από τους γεννήτορες του ελληνικού πολιτισμού.

 

Τα επιτεύγματα του Αργειακού Πολιτισμού


 

Εκτός από ένα πλήθος σοφών επινοήσεων του ήρωα Παλαμήδη που η γενεαλογική ρίζα του αρχίζει από το Άργος, θα παραθέσουμε στην συνέχεια επιτεύγματα στα γράμματα, τις τέχνες, τις εφευρέσεις και ανακαλύψεις και τις άλλες πολιτισμικές εκφάνσεις, που είδαν το πρώτο φως στην Ιναχία γη.

Από Αργείο ποιητή γράφτηκε το αρχαιότερο έπος «Φορωνίς», που δυστυχώς χάθηκε, αλλά γίνεται λόγος γι’ αυτό από άλλους ιστορικούς. Παρόμοιο περιεχόμενο είχε και ένα ακόμη έπος με τίτλο «Αιγίμιος» που αποδιδόταν στον Ησίοδο, και αναφερόταν στην ίδρυση της βασιλικής και ηρωικής δυναστείας του Άργους.

Επίσης η αρχαιότερη τραγωδία του Ευριπίδη «Ικέτιδες«, έχει ως θέμα της τον ερχομό του Δαναού και των θυγατέρων του, στην προγονική τους γη. Στο Άργος, ως κοιτίδας των Πελασγών, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά η Πελασγική γραφή, που αναφέρει ο Διόδωρος: «ιδία δέ των Πελασγών πρώτων χρησαμένων τοις μετατεθείσι χαρακτήρσι, πελασγικά προσαγορευθήναι».[1]

Η πρώτη δε υπόμνηση για χρήση γραπτού λόγου με ανακοίνωση αισθημάτων και διανοημάτων, έχει αφετηρία το Άργος. Προηγουμένως οι πινακίδες της Γραμμικής Γραφής Β’ των ανακτορικών αρχείων, είχαν λογιστικό περιεχόμενο και αναφέρονταν σε δοσοληψίες και παραγωγή αγαθών. Ο βασιλιάς της Τίρυνθας Προίτος, δισέγγονος του Δαναού, έστειλε τον Βελλερεφόντη στη Λυκία, για να παραδώσει στον πενθερό του Ιοβάτη δίπτυχο πινάκιο με σήματα λυγρά, με γραπτή δηλαδή μυστική παραγγελία να θανάτωση τον κομιστή του: «και τον έστειλε στη Λυκία, και μέσα σε κλειστό πίνακα του έδωσε σημεία που χάραξε κακόβουλα, με νόημα θανάτου». [2]

Περισσότερο συγκεκριμένος ο Απολλόδωρος αναφέρει ότι ο Προίτος παρέδωσε στον Βελλερεφόντη γραπτές επιστολές:

«Ο Προίτος το πίστεψε και του δίνει γράμμα να το πάη στον Ιοβάτη. Μέσα στο γράμμα του έγραφε να θανατώση τον Βελλερεφόντη. Ο Ιοβάτης όταν το διάβασε, τον προστάζει να πάη να σκοτώση την Χίμαιρα…» [3]

Για πρώτη φορά αναφέρεται ως υλικό γραφής η δίπτυχη ξύλινη πινακίδα ο πτυκτός πίναξ, που ήταν επιστρωμένος εσωτερικά με λεπτό στρώμα κεριού ή ρητίνης, πάνω στο οποίο γινόταν η χάραξη μηνυμάτων.

Οι Αργείοι χρησιμοποιούσαν τοπικό αλφάβητο, το αργολικό, με διαφορές σε ορισμένα γράμματα από τα άλλα ελληνικά. Όμοιο με το αργειακό αλφάβητο ήταν και το παλαιότερο ροδιακό, λόγω εποικισμού της Ρόδου από Αργείους. Σε παραστάσεις που εικόνιζαν σκηνές του Τρωικού πολέμου στην ροδιακή πόλη Κάμιρο, τα ονόματα των ηρώων ήταν γραμμένα με αργειακά γράμματα.

Τα πρώτα σπέρματα δημοκρατίας τα συναντούμε στο αρχαίο Άργος. Όπως γράφει ο Παυσανίας«Οι Αργείοι όμως που από τα παλιά χρόνια αγαπούν την ανεξαρτησία της γνώμης, και την θέληση να αυτοδιοικούνται, περιόρισαν εις το ελάχιστο την βασιλική εξουσία».[4]

Ο γενάρχης βασιλιάς Πελασγός μιλάει σαν δημοκρατικός άρχοντας που υπολογίζει τη γνώμη του λαού: «Λόγο να δώσω μονάχος μου, πριν την γνώμη των πολιτών πάρω δεν πρέπει».[5]

Και λίγο πιο κάτω: «Είπα και πριν: Δεν παίρνω απόφαση χωρίς την γνώμη του λαού, κι ας έχω την εξουσία».[6]

Τα περίφημα πυραμιδοειδή κτίσματα του ελληνικού χώρου ανεγέρθηκαν στην Αργολίδα. Η πυραμίδα των Κεγχρεών (Ελληνικού) και η αναφερόμενη από τον Παυσανία μεταξύ Άργους και Τίρυνθας που ήταν διακοσμημένη με αργολικές ασπίδες, βρίσκονται σε ελάχιστη απόσταση από το Άργος:

«Όσοι έρχονται από το Άργος στην Επίδαυρο, θα βρουν στα δεξιά του δρόμου ένα οικοδόμημα που μοιάζει πολύ με πυραμίδα κι έχει ασπίδες που είναι φκιαγμένες κατά το σχήμα σαν τις Αργολικές».[7]

 

Otto Magnus von Stackelberg, «Ερείπιον πυραμίδος παρά το Άργος», 1834.

 

Σύμφωνα με το πόρισμα ομάδας της Ακαδημίας Αθηνών, που προέβη στην χρονολόγησή τους με την μέθοδο της οπτικής θερμοφωταύγειας και του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, οι πυραμίδες του Ελληνικού και της Λήσσης (Λυγουριού), προσδιορίζονται χρονικά στα τέλη της 4ης ή στις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. Συγκεκριμένα, για την πυραμίδα του Ελληνικού, η μέση ηλικία των μεγαλίθων υπολογίζεται από τα αποτελέσματα των μετρήσεων, στο 2720 (± 580, ± 1050 π.Χ). [8]

Στην αρχαία αμαξιτή οδό που ξεκινώντας από Άργος – Μυκήνες έφτανε στην Επίδαυρο, διασώζεται ακόμη σε άριστη κατάσταση Μυκηναϊκή γέφυρα από λαξευτούς ογκόλιθους, μία από τις αρχαιότερες της Ελλάδας ίσως η αρχαιότερη, κοντά στο χωριό Αρκαδικό, στη θέση Καζάρμα.

Ονομαστό ήταν επίσης το Αργείον Εργαστήριον, από όπου πρόβαλε η αυγή της τέχνης, αφού εκεί πρωτοδημιουργούσαν κάθε λογής καλλιτέχνες, ζωγράφοι, γλύπτες, χαράκτες ξυλουργοί, αγγειοπλάστες. Εκεί οι Αργείοι, τέχνας ειδότες έκ προτέρων όπως γράφει ο Παυσανίας (6,10,5), κατασκεύασαν τα πρώτα ξόανα (ξύλινα ομοιώματα) θεών. Σύμφωνα με την Αργεία παράδοση το αρχαιότερο ξόανο της Ήρας, σκαλισμένο σε ξύλο αχλαδιάς, κατασκευάστηκε στο Άργος και αφιερώθηκε στη θεά, από τον βασιλιά Πείρασο, γιο του Άργου.

Στο Άργος επίσης πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά η μετατροπή της ξοανοποιΐας σε μαρμαρογλυφία από τους γιους ή μαθητές του Δαιδάλου Δίποινο και Σκύλλη, που κατέφυγαν εκεί από την Κρήτη, καθώς μας λένε ο Πλίνιος (36,4) και ο Παυσανίας:

«Στο μέρος αυτό, – στις Κλεωνές – είναι ιερό της Αθηνάς, το δε άγαλμά της είναι της τεχνοτροπίας του Σκύλλη και του Διποίνου, αυτοί δε είναι μαθητές του Δαιδάλου υπάρχουν όμως άλλοι που λένε πως ο Δίποινος και ο Σκύλλης ήταν παιδιά του Δαιδάλου από μια γυναίκα που καταγόταν από τη Γορτυνία».[9]

Στο Αργείον εργαστήριον διέπρεψε ο περίφημος γλύπτης και χαλκοπλάστης Αγελάδας, κοντά στον οποίο μαθήτευσαν οι μετέπειτα μέγιστοι καλλιτέχνες Μύρων, Πολύκλειτος και Φειδίας, στον οποίο αναφέρεται και το εξής επίγραμμα: «Φειδίας ο περίθρυλος ο Αττικός ο πλάστης Ο γεγονώς και μαθητής Γελάδου του Αργείου»[10] 

Αργείος ήταν και ο διάσημος αρχιτέκτων Πολύκλειτος, του οποίου έργο είναι το περίφημο – από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα – για την ακουστική του, την αρμονία, το μέγεθος και την αρχιτεκτονική του, θέατρο της Επιδαύρου, καθώς και η αινιγματική θόλος.

 

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

Επίσης ο Αργείος ιεροφάντης Τροχίλος κατασκεύασε το πρώτο άρμα, το οποίο αφιέρωσε κι αυτός στην Ήρα: «Ο Αργείος Τροχίλος είναι ο κατασκευαστής της άμαξας. Αυτό το έργο το αφιέρωσε στην πατρώα Ήρα».[11]

Ο κατασκευαστής του Δουρείου Ίππου Επειός (Οδυσσ. Θ, 492), ήταν γόνος Αργείων που είχαν αποικήσει την Φωκίδα.

Η πρώτη κατά τον Α. Σταγειρίτη μακρά ναυς Αργώ, με την οποία ο Ιάσων και οι Αργοναύτες του πραγματοποίησαν την αρχαιότερη υπερπόντια ναυτική επιχείρηση για το χρυσόμαλλον δέρας, ναυπηγήθηκε από τον Άργο, με την βοήθεια της Αθηνάς ή της Ήρας.[12]

Όπως μας πληροφορούν ο Απολλόδωρος και ο Παυσανίας, στο Άργος εφευρέθηκαν οι ασπίδες και εκεί χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά από τους δίδυμους γιους του βασιλιά Άβαντα Ακρίσιο και Προίτο και τον στρατό τους, στον μεταξύ τους πόλεμο για τον θρόνο του Άργους.

«Λένε πως τότε για πρώτη φορά κι αυτοί κι ο στρατός τους κατά τη μάχη που  έγινε ήταν οπλισμένοι με ασπίδες» [13]

Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, (Β,2,1) η διαμάχη τους είχε ξεκινήσει ενώ βρίσκονταν ακόμη στην κοιλιά της μητέρας τους, και όταν ανδρώθηκαν ήρθαν σε πόλεμο, κατά τη διάρκεια του οποίου πρωτοχρησιμοποιήθηκαν οι ασπίδες : «Ούτοι καί κατά γαστρός μέν έτι όντες εστασίαζον προς αλλήλους, ώς δέ ανετράφησαν, περί της βασιλείας επολέμουν, καί πολεμούντες εύρον ασπίδας πρώτοι».[14]

Γι’ αυτό οι Αργείοι αποκαλούνται από τον Αισχύλο «ασπιδηφόρος λεώς». Όταν μετά την μάχη οι αδελφοί συνθηκολόγησαν, επειδή κανένας δεν βγήκε νικητής, για να τιμήσουν αυτούς που έπεσαν στο πεδίο της μάχης, ανήγειραν στον ίδιο τόπο κοινό μεγαλοπρεπές μνημείο σε σχήμα πυραμίδας, σύμφωνα με την παράδοση του Παυσανία, το οποίο διακόσμησαν με ανάγλυφες παραστάσεις αργολικών ασπίδων.

Στα Ηραία, εορτή των Αργείων προς τιμήν της πολιούχου των Ήρας, τελούσαν αγώνες, με έπαθλο στον νικητή μια χάλκινη ασπίδα και στέφανο μυρτιάς.

Στην αρχαιότερη ακρόπολή τους, είχαν αναρτήσει μιαν ασπίδα ως σύμβολο της πόλης. Λόγω του σεβασμού των Αργείων προς αυτήν, είχε προέλθει η παροιμιώδης φράση «ώς τήν έν Άργει ασπίδα καθελών σεμνύνεται».[15]

Περσέας (Μπενβενούτο Τσελίνι).

Ο δε ιδρυτής και πρώτος βασιλιάς των Μυκηνών Περσεύς, εγγονός του Ακρίσιου, εφεύρε τον δίσκο και καθιέρωσε το αγώνισμα της δισκοβολίας: «Εκεί ο Περσεύς, νέος και γεμάτος σφρίγος, ,ένιωθε μεγάλη ευχαρίστηση να επιδεικνύη τα χαρίσματά του, και ιδιαίτερα να ρίχνει μπροστά στον πολύ κόσμο τον δίσκο, που ήταν δική του εφεύρεση».[16]

Στους αγώνες που διοργάνωναν μεταξύ τους οι αρχηγοί της Τρωικής εκστρατείας στην Αυλίδα, ο Διομήδης χαιρόταν με το αγώνισμα της δισκοβολίας:

«Είδα και τον Διομήδη ολόχαρο

από του δίσκου την απόλαψη

και πλάι του τον Μηριόνη…,

τον αντρειωμένο πολέμαρχο

που όλοι τον θαυμάζουν»[17]

Αλλά και σε όλους τους πολεμιστές ήταν το πιο προσφιλές άθλημα η δισκοβολία, όπως μαρτυρούν ο Όμηρος και ο Ευστάθιος:

«οι λαοί στην ακροθαλασσιά με δίσκους

ετέρποντο και με ακόντια που έριχναν και τόξα»[18]

Η Νιόβη κόρη του Φορωνέα και εγγονή του Ινάχου ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία έσμιξε ο Δίας. Από την ένωση τους γεννήθηκαν ο Άργος και ο Πελασγός, από αυτόν δε πρώτοι οι κάτοικοι της Πελοποννήσου πήραν το όνομα Πελασγοί:

«Ο Ζευς και η Νιόβη – ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία πλάγιασε ο Ζευς – γέννησαν τον Άργο, όπως δε λέγει ο Ακουσίλαος και τον Πελασγό, από τον οποίο οι κάτοικοι της Πελοποννήσου ονομάστηκαν Πελασγοί».[19]

Από τον Άργο πήρε το όνομά της και η πολιτεία που πριν λεγόταν Απία, όπως και όλη η Πελοπόννησος, από τον αδελφό της Νιόβης Άπι.

Στο Άργος πρωτοκαλλιεργήθηκε ο σίτος, γι’ αυτό από τον Όμηρο αποκα­λείται πολύπυρον (πυρός και σπυρός = σίτος) και οι αργείτικοι αγροί «άρουραι πυροφόροι» (Ιλιάς Ξ 121). Τον έφερε ο Άργος από την Λιβύη και δίδαξε στους Αργείτες την καλλιέργειά του (Πολέμων απόσπ. 44).

Οι Αργείοι μετά την Ήρα που κατείχε την πρώτη θέση στην λατρεία τους, τιμούσαν · ιδιαίτερα και την Δήμητρα, και την αποκαλούσαν Εύπυρον, Πυροφόρον, Φιλόπυρον και Λίβυσσαν. Λέγανε μάλιστα πως όταν η θεά ήρθε στο Άργος, την φιλοξένησε ο βασιλιάς Πελασγός.[20]

Ο Φείδων απόγονος του πρώτου Ηρακλείδη βασιλιά του Άργους Τήμενου, είναι ο πρώτος Έλληνας που έκοψε αργυρά και χάλκινα νομίσματα και ίδρυσε το πρώτο νομισματοκοπείο της Ευρωπαϊκής Ηπείρου στην Αίγινα, που ήταν Αργειακή αποικία και υπαγόταν στην εξουσία του Άργους: «Καί μέτρα εξεύρε τά Φειδώνια καλούμενα καί σταθμά καί νόμισμα κεχαραγμένον τό τέ άλλο καί τό αργυρούν»[21]

«Ο δε Έφορος λέγει ότι ο Φείδων έκοψε το πρώτο αργυρό νόμισμα στην Αίγινα».[22]

«άφ’ ου ό Φείδων ό Αργείος εδήμευσε τά μέτρα καί σταθμά, κατεσκεύασε καί νόμισμα αργυρούν έν  Αιγίνη… βασιλεύοντος Αθηνών Φερεκλέους».[23]

Τα πρώτα Αργείτικα νομίσματα εικόνιζαν δύο δελφίνια. Αργότερα αντικαταστάθηκαν από παράσταση λύκου, σύμβολο του Δαναού και της λατρείας του Λυκίου Απόλλωνα, στον ναό του οποίου φυλαγόταν το άσβεστο πυρ του Φορωνέως.[24]

Όπως μας πληροφορεί επίσης το Πάριον Χρονικόν, ο Φείδων όρισε τα μέτρα και τα σταθμά που επεκράτησαν σε όλη την Ελλάδα από τον 7ο  π.Χ. αιώνα. Εκτός από τα μέτρα και τα σταθμά, όρισε και τα μέτρα των υγρών. Καθιέρωσε ακόμη και τον πόδα, ελληνική μονάδα μετρήσεως του μήκους.[25]

Οι πρώτες ελληνικές αποικίες ιδρύθηκαν από Αργείους. Καμιά άλλη πόλη δεν ίδρυσε τόσες πολλές αποικίες και στους πλέον απόμακρους τόπους, από τον καιρό των Πελασγών. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, μας διασώζει μια παράδοση που δείχνει πόσο νωρίς οι Αργείοι ξεκίνησαν τις αποικιακές εξορμήσεις τους:

Όταν εξαφανίστηκε η βασιλοκόρη Ιώ, ο πατέρας της Ίναχος επάνδρωνε πλοία και τα έστελνε να την αναζητήσουν σε στεριές και θάλασσες, με την εντολή να μην επιστρέψουν αν δεν την φέρουν μαζί τους. Όταν οι έρευνες απέβαιναν άκαρπες, οι επικεφαλής των αποστολών αναγκάζονταν να παραμένουν σε ξένη γη και να κτίζουν νέες πόλεις, στις οποίες έδιναν συνήθως το όνομα της γενέτειράς τους. Στην ηπειρωτική Ελλάδα, σε πολλά νησιά του Αιγαίου, στην Κύπρο, στα Μικρασιατικά παράλια, στην Κάτω Ιταλία, υπήρχαν πόλεις με το όνομα Άργος. Στην Κρήτη τελούσαν εορτή τα «Ινάχεια».

Αλλά και η εξιστόρηση των περιπλανήσεων της ίδιας της Ιούς, θεωρείται ως μια εξερευνητική επιχείρηση των Αργείων κατά τους προϊστορικούς χρόνους με σκοπό τον αποικισμό, που κατέληξε στην Αίγυπτο:

Πολυάριθμες είναι οι πόλεις που το Άργος έχτισε και εποίκισε στην Αίγυπτο Με το χέρι του Επάφου.[26]

Και τέλος, κάτι επίσης πολύ σημαντικό, το Άργος υπήρξε η γενέτειρα της βασιλικής γενιάς των Μακεδόνων, εξ ου και Αργεία καταγωγή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

  

Υποσημειώσεις


[1] Διοδώρου Σικελιώτου Ιστορική Βιβλιοθήκη, 3,67,1

[2] Ιλιάς Ζ,168. «πέμπε δε μιν Λυκίηνδε, πόρεν δ’ό γε σήματα λυγρά, γράψας έν πίνακι πτυκτώ θυμοφθόρα πολλά,»

[3] Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη Β’ ΙΙΙ, Ι Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Μετ. I. Χατζηφώτη.

«Προίτος δέ πιστεύσας έδωκεν επιστολάς αυτώ πρός Ιοβάτην κομίσαι, έν αίς ενεγέγραπτο Βελλερεφόντην αποκτείναι. Ιοβάτης δέ αναγνούς, επέταξεν αυτόν Χίμαιραν κτείναι…».

(Για να προσδιορισθεί χρονικά το περιστατικό, υπενθυμίζουμε ότι ο Αργείος Ταλαός που πήρε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία, ήταν εγγονός του Προίτου).

[4] Παυσανίου Κορινθιακά 19,2 Εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου. » Αργείοι δέ άτε ισηγορίαν καί τό αυτόνομον αγαπώντες έκ παλαιοτάτου, τά της εξουσίας των βασιλέων ές ελάχιστα προήγαγον».

[5] Αισχύλου Ικέτιδες, στιχ.368. «εγώ δ’αν ου κραίνοιμ’ ύπόσχεσιν πάρος αστοίς δε πάσι των δε κοινώσας πέρι».

[6] Αισχύλου Ικέτιδες, στ. 398 μετ. φιλολογική ομάδα ΚΑΚΤΟΥ. «Είπον δέ καί πρίν, ούκ άνευ δήμου τάδε πράξαιμ’ άν ουδέ πέρ κρατών…»

[7] Παυσανίου Κορινθιακά, 25, 7, εκδ. Ζαχαρ. Μετ. Γιάννη Κορδάτου.

«ερχόμενος δέ έξ Άργους ές τήν Επιδαυρίαν εσίν οικοδόμημα έν δεξιά πυραμίδι μάλιστα εικασμένον, έχει δέ ασπίδας σχήμα Αργολικάς επειργασμένας».

[8] Από σχετική ομιλία του καθηγητή Περικλή Σ. Θεοχάρη στο Ναύπλιο, 15/5/95, που περιέχεται στο βιβλίο του Χρήστου Δ. Λάζου «Πυραμίδες στην Ελλάδα» Εκδ. ΑΙΟΛΟΣ, σελ 183.

Ο Χρήστος I. Πιτερός αρχαιολόγος Δ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, σε μελέτη του με θέμα ΟΙ «ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ» ΤΗΣ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ υποστηρίζει ότι οι «πυραμίδες» ήταν διώροφοι ή τριώροφοι οχυρωματικοί πύργοι και τους χρονολογεί στο β’ μισό του 4ου αι. π.Χ. (Βλ. πρακτικά του Ε’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμ. Γ’, σελ. 370. Άργος-Ναύπλιον 6-10 Σεπτεμβρίου 1995).

[9] Παυσανίου Κορινθιακά, 15,1 εκδ. Ζαχαρόπουλου μτ. Γιάννη Κορδάτου. » Ενταύθα έστιν ιερόν Αθηνάς, τό δέ άγαλμα Σκύλλιδος τέχνη καί Διποίνου μαθητάς  δέ είναι Δαιδάλου σφάς, οί δέ καί γυναίκα έκ Γόρτυνος εθέλουσι λαβείν Δαίδαλον,  καί τόν Δίποινον και Σκύλλον έκ της γυναικός οί ταύτης γενέσθαι».

[10] Ι. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, σελ. 251

[11] «Tertullien de spektae 9: Si vero Trohilos argivus auktor est currus patriae Iunoni id opus suum dedicavit». Τερτυλλιανός

[12] Α. Σταγειρίτη Ωγυγία, βιβλ. Θ ‘σελ.143. «Τό δέ σχήμα της Αργούς ήτο επίμηκες. «Οθεν ωνομάσθη μακρά ναύς. Καί πρώτη μακρά ναύς αυτή εφάνη εις τήν Ελλάδα επειδή μέχρι τότε μετεχειρίζοντο μικρά καί στρογγυλοειδή πλοία».

Και κατά τον Απολλώνιο «ταύτην λέγουσιν πρώτην ναύν γεγενήσθαι».

[13] Παυσανίου Κορινθιακά,25,7, εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γ. Κορδάτου. «συμβαλείν δέ σφάς λέγουσιν ασπίσι πρώτον τότε καί αυτούς καί τό στράτευμα οπλισμένους».

[14] Σύμφωνα με ιστορικούς, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι και ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος στην ελληνική ιστορία έχει την αφετηρία του στο Άργος και ξεκίνησε από τον Ακρίσιο και Προίτο απογόνους του Δαναού, από την κόρη του Υπερμνήστρα.

[15] Το Άργος είχε δύο ακροπόλεις: Η αρχαιότερη και σημαντικότερη σ’ όλες τις εποχές ήταν η Λάρισα, ένα τμήμα της οποίας ονομαζόταν στους ιστορικούς χρόνους Ασπίδα (2800- 1900 π.Χ.) ήταν η κύρια ακρόπολη και βορειότερα υπάρχει μια μικρότερη ακρόπολη της Δειράδας (προφήτης Ηλίας).

[16] Παυσανίου Κορινθιακά,25,3, εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου.

«καί ό μέν Περσεύς οία ηλικία τε ακμάζων καί τού δίσκου χαίρων τω ευρήματι επεδείκνυτο   εις άπαντας…»

[17] Ευριπίδου Ιφιγένεια η εν Αυλίδι 200, εκδ. Πάπυρος, μετ. Α. Παπαχαρίση.

Διομήδεά θ’ ήδοναίς δίσκον κεχαρημένον, παρά δέ Μηριόνην, Άρεος όζον, θαύμα βροτοίσιν.

[18] Ιλιάς Β, 773 Μετ. Κ. Δούκα.

 λαοί δέ παρά ρηγμίνι θαλάσσης δίσκοισιν τέρποντο καί αιγανέησιν ίέντες τόξοισίν θ’.»

«Δίσκοι δέ ώς καί έν Οδυσσεία, λίθοι στρογγυλοί οις χειριζόμενοι ερρίπτουν εις μήκος οί γυμναζόμενοι. Ει δέ ήν έκ σιδήρου, σόλος τό τοιούτον ελέγετο. Τόν αγώνα τούτον κατ’εξοχήν ηγάπων οί Αχαιοί». [ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ]

[19] Απολλόδωρος Β, 1, εκδ. Βιβλιοθήκη των Ελλήνων μετ. I. Χατζηφώτη.

«Νιόβης δέ καί Διός (ή πρώτη γυναικί Ζεύς θνητή εμίγη), παίς Άργος εγένετο, ώς δέ

Ακουσίλαος φησί, καί Πελασγός, άφ ου κληθήναι τούς τήν Πελοπόννησον οικούντας Πελασγούς».

[20] Παυσανίας 1,14,2: «Λέγεται ούν ώς Δήμητραν ές Άργος ελθούσαν Πελασγός δέξαιτο οίκω».

[21] Στράβων Η, 3,33.

[22] Στράβων Η, 375, 16. » Έφορος δ’ έν Αιγίνη άργυρον πρώτον κοπήναι φησίν υπό Φείδωνος «.

[23] Από το Πάριον Χρονικόν.

[24] Από τα Αιγινήτικα νομίσματα που εικόνιζαν θαλάσσια χελώνη, προήλθε ο στατήρας και από αυτόν το εθνικό ελληνικό νόμισμα η δραχμή. Αυτή υποδιαιρέθηκε σε έξι μέρη, τους οβολούς. Στο Ηραίο (ναό της Ήρας) του Άργους, είχαν αναρτηθεί δείγματα αυτών των αρχαίων μονάδων οι οβελίσκοι: «Πρώτος δέ πάντων Φείδων Αργείος νόμισμα έκοψεν έν Αιγίνη, καί διδούς τό νόμισμα, καί αναλαβών τούς οβελίκους, ανέθηκεν τή έν Άργει Ήρα. Επειδή τότε οι οβελίσκοι τήν χείρα επλήρουν, τουτέστι τήν δράκα, ημείς καίπερ μή πληρούντες τήν δράκα τοις έξ οβολοίς, δραχμήν αυτήν λέγομεν, παρά τό δράξασθαι».

(Ωρίων Ετυμολογικόν, – 5ος αι. μ.Χ. – 118,19, λήμμα οβολός).

[25] Ι. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, σελ. 227.

[26] Πινδάρου 10ος Νεμεόνικος στιχ. 5-6, μετ. Β. Λαζανά.  Πολλά δ’Αιγύπτω καταοίκισεν άστη ταις Επάφου παλάμαις»

Read Full Post »

Κύκλια έπη

 


Τι ορίζουμε ως Κύκλια έπη

 


Κομμάτι από αγγείο, απεικονίζει την τύφλωση του κύκλωπα Πολύφημου από τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του, 7ος αιώνας π.Χ., Μουσείο Άργους.

Κύκλος ή κύκλια έπη ονομάζονται όλα τα άλλα έπη εκτός των Ομηρικών και των Ησιόδειων. Συνολικά σώζονται μόνο τίτλοι και περί τους 120 στίχους. Οι διάφοροι μύθοι ακολουθούσαν χρονολογική σειρά και σχημάτιζαν κύκλο (θεματογραφικά ορίζεται από τη δημιουργία του κόσμου, δηλαδή την ένωση Ουρανού και Γης, μέχρι το θάνατο του Οδυσσέα). Υπάρχουν και έπη του Κύκλου που εξαρτώνται από τα ομηρικά. Τα έπη του Κύκλου ομαδοποιήθηκαν με βάση το θέμα τους. Το κέντρο αναφοράς είναι ο Τρωικός πόλεμος και η επιστροφή των πολεμιστών. Αυτά που χάθηκαν δεν ήταν του επιπέδου των Ομηρικών ή των Ησιόδειων. Πολλά απ’ αυτά αποδίδονταν στον Όμηρο. Πληροφορίες για τον αριθμό και το περιεχόμενό τους αντλούμε κυρίως από τον Πρόκλο, ένα συγγραφέα του 5ου αιώνα μ.Χ.

 

Χρονολόγηση

 


Η χρονολόγησή τους είναι  δύσκολη γιατί δε σώζονται παρά μόνο σπαράγματα. Οι ποιητές τους μάλλον κινούνται από 800-500 π.Χ. Μάλλον μετά τη συγγραφή των ομηρικών επών. Κάποιοι θεωρούν ότι υπάρχουν και προγενέστερα της Ιλιάδας και άλλα που χρησίμευσαν ως πρότυπα για την Οδύσσεια. Επικρατεί ασάφεια για τη χρονολόγηση, ασάφεια για τα ονόματα των συγγραφέων τους, για τα θέματά τους. Ακριβείς μάλλον είναι μόνο οι πληροφορίες των Αλεξανδρινών Γραμματικών για αριθμό βιβλίων και στίχων σε κάποια απ’ αυτά.

 

Μυθολογικοί κύκλοι*

 


Κύκλος θεών: Θεογονία, Τιτανομαχία.

Θηβαϊκός κύκλος: Οιδιπόδεια, Θηβαίδα, Επίγονοι, Οιχαλίας Άλωσις. (Υλικό εκτός από την ποίηση χρησιμοποιήθηκε και σε Καταλόγους και Γενεαλογίες)

Τρωικός κύκλος: Κύπρια (τα πριν από την Ιλιάδα), Αιθιοπίς (συνέχεια Ιλιάδας), Μικρά Ιλιάς (γεγονότα από το θάνατο του Έκτορα μέχρι την άλωση της Τροίας), Ιλίου Πέρσις (Άλωση Τροίας), ενδεχομένως κάποια τμήματα της Οδύσσειας ήταν αυτόνομα ποιήματα (Τηλεμάχεια, Πηνελόπεια, Νέκυια), Νόστοι (επιστροφή ηρώων Τρωικού πολέμου), Τηλεγόνεια ή Τηλεγονία (συνέχεια της Οδύσσειας). Στα Κύκλια έπη υπήρχαν άφθονα στοιχεία αφηγηματικού ενδιαφέροντος, δεν υπήρχε το αυστηρό ύφος της Ιλιάδας, δεν ήταν του επιπέδου ομηρικών επών ή αττικών δραμάτων.

 

Τα Κύκλια έπη

 


 

Ο Αχιλλέας δένει το τραύμα του Πάτροκλου. Αττικό αγγείο.

Κύπρια Έπη. Αποτελούνται από 11 βιβλία, που αποδίδονται στον Κύπριο ποιητή Στασίνο. Η υπόθεσή τους αναφέρεται στα προ του Τρωικού πολέμου (γάμος του Πηλέα και της Θέτιδας, κρίση του Πάρη, απαγωγή της Ελένης, απόβαση στη Μυσία, συγκέντρωση στην Αυλίδα) και στα πρώτα επεισόδια του πολέμου, μέχρι την διαμάχη Αγαμέμνονα – Αχιλλέα.

Αιθιοπίς ή Αμαζόνια (5 ραψωδίες, 5 βιβλία). Θεωρείται προγενέστερο και πρότυπο της Ιλιάδας. Την πρώτη ονομασία του πήρε το έργο από τον Αιθίοπα Μέμνονα, που πολέμησε στο πλευρό των Τρώων. Αποδίδεται στον Όμηρο ή τον Αρκτίνο. Αρχίζει με την άφιξη και τις περιπέτειες της βασίλισσας των Αμαζόνων Πενθεσίλειας, που θανατώθηκε από τον Αχιλλέα, τον ερχομό των Αιθιόπων και τον θάνατο του Μέμνονα. Συνεχίζει την Ιλιάδα και περιγράφει όσα συνέβησαν μετά τον θάνατο του Έκτορα, μέχρι τον θάνατο του Αχιλλέα. Περιλαμβάνει ακόμη την απομάκρυνση από το πεδίο της μάχης του νεκρού Αχιλλέα από τον Αίαντα τον Τελαμώνιο και την διεκδίκηση των όπλων του από τον Αίαντα και τον Οδυσσέα.**

Μικρά Ιλιάς (4 βιβλία). Αποδίδεται σε διάφορους ποιητές αλλά και στον Όμηρο. Είναι ουσιαστικά συνέχεια της Αιθιοπίδας. Περιγράφει την εκδήλωση της μανίας του Αίαντα του Τελαμώνιου όταν του στέρησαν τα όπλα του Αχιλλέα και την αυτοκτονία του. Περιλαμβάνει ακόμη την προσέλευση του Φιλοκτήτη και του Νεοπτόλεμου και την αρπαγή του Παλλαδίου. Τελειώνει με την επινόηση και κατασκευή του Δούρειου ίππου και την είσοδο του στην Τροία.

 

Η Ιφιγένεια οδηγείται στην Αυλίδα για να θυσιαστεί. Ψηφιδωτό στην Πομπηία.

Ιλίου Πέρσις (2 βιβλία). Ποιητής του έργου φέρεται ο Αρκτίνος ή ο Λέσχης ο Μυτιληναίος. Περιγράφει τα τελευταία γεγονότα της Ιλιάδας , αρχίζοντας από τον Δούρειο ίππο. Συνεχίζει με τις προειδοποιήσεις του Λαοκόοντα και τελειώνει με την περιγραφή της αλώσεως της Τροίας και την πριν από αυτήν αναχώρηση του Αινεία, σε αντίθεση με τον Βιργίλιο.

Νόστοι (5 βιβλία). Αναφέρονται στην επάνοδο των Αχαιών στις πατρίδες τους εκτός του Οδυσσέα, και τις περιπέτειες που αντιμετώπισαν. Περιγράφουν την δολοφονία του Αγαμέμνονα στις Μυκήνες από τον Αίγισθο και την Κλυται­μνήστρα, και την εκδίκηση του Ορέστη. Στη ενότητα αυτή ανήκει και η Οδύσσεια.

Τηλεγόνεια (2 βιβλία). Έργο του Κυρηναίου ποιητή Ευγάμμονα (περ. 586 π.Χ). Θεωρείται μέρος της Οδύσσειας. Περιγράφει τις περιπλανήσεις του Οδυσσέα και όσα επακολούθησαν μετά την μνηστηροφονία. Τελειώνει με τον θάνατο του Οδυσσέα και την μοίρα των απογόνων του .

  

Υποσημειώσεις

 


* Μεταξύ των επών που ανήκαν σε άλλους κύκλους αναφέρονται η Οιδιπόδεια, η Θηβαΐδα και οι Επίγονοι από το θηβαϊκό κύκλο, ενώ μία Τιτανομαχία και μία συρραφή ιστοριών με τίτλο Κορινθιακά αποδίδονται στον Εύμηλο τον Κορίνθιο, ο οποίος υπολογίζεται πως έζησε προς το τέλος του 8ου αιώνα π.Χ. Ένας διαφορετικός κύκλος ήταν αφιερωμένος στα κατορθώματα του Ηρακλή. Το παλιότερο έπος αυτού του κύκλου θεωρείται η Άλωση της Οιχαλίας, που κατά καιρούς αποδόθηκε στον Όμηρο ή τον Κρεώφυλο. Έπη για τον Ηρακλή συνέθεσαν επίσης ο Πείσανδρος ο Ρόδιος και ο Πανύασσης ο Αλικαρνασσέας (αρχές 5ου αιώνα π.Χ.). Τέλος στον Όμηρο αποδιδόταν κατά την αρχαιότητα και ένα έπος- παρωδία, ο Μαργίτης, το οποίο συντάχθηκε προφανώς τον 7ο ή τον 6ο αιώνα π.Χ. Όσο για τη δημοφιλή – κατά το Μεσαίωνα και την Αναγέννηση – παρωδία της Ιλιάδας με τίτλο Βατραχομυομαχία, το πιθανότερο είναι πως ανήκει στην ελληνιστική εποχή.

** Κατά κανόνα, στα μετά- ομηρικά έπη ο Οδυσσέας παρουσιάζεται ως ένας δολοπλόκος χαρακτήρας που δεν έχει αρετές και ηθικούς φραγμούς. Στο έργο «Κύπρια έπη» αναφέρεται ότι παρίστανε τον τρελό, οργώνοντας και σπέρνοντας τα χωράφια του με αλάτι αντί για σπόρους, με σκοπό να μη λάβει μέρος στην εκστρατεία. Όταν μάλιστα ο Παλαμήδης αποκάλυψε την αλήθεια αναγκάζοντάς τον να εκστρατεύσει, ο Οδυσσέας τον σκότωσε με την βοήθεια του Διομήδη. Στη «Μικρή Ιλιάδα» πάλι, ο Οδυσσέας προσπαθεί χωρίς αποτέλεσμα να δολοφονήσει τον Διομήδη για να οικειοποιηθεί τη δόξα από την κλοπή του παλλαδίου, ενώ αργότερα σκοτώνει και τον μικρό γιο του Έκτορα, Αστυάνακτα. Λέγεται ακόμη ότι ο Οδυσσέας ήταν αυτός που σχεδίασε τον ερχομό της Ιφιγένειας, με το πρόσχημα ότι θα παντρευτεί τον Αχιλλέα, για να θυσιαστεί επειδή δεν είχαν ούριο άνεμο.

 

Πηγές

 


  • Lesky A., «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας», μτφ. Αγαπητού Γ. Τσοπανάκη, Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1981.
  • ΕΛΠ 21, Γράμματα Ι, «Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία», Ακ. Έτος: 2008-9.
  • Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003.

Read Full Post »

Οικογένεια Περρούκα


Υπήρξε επιφανέστατη οικογένεια που άκμασε στο Άργος. Τα μέλη της κατείχαν πολιτικά και κοινωνικά πλεονεκτήματα κατά την εποχή των Βενετών και των Τούρκων και ήταν πλουσιότατοι μεγιστάνες και προεστοί του τόπου, τον οποίο στην ουσία κυβερνούσαν. Ήταν δε τόσο γνωστό το οίκημα που διέμεναν, ώστε λεγόταν «το Αρχοντικόν του Μωρέως Περρουκαίικον». Αξίζει να σημειωθεί ότι με πρωτοβουλία της συγκεκριμένης οικογένειας, ιδρύθηκε στο Άργος το πρώτο ελληνικό σχολείο το έτος 1798.

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

Ο πρώτος μέχρι σήμερα γνωστός γενάρχης της επιφανούς αυτής οικογένειας ήταν ο Γιαννάκης Περρούκας, ο οποίος έζησε επί Βενετών και πιθανώς επί της προ του 1687 Τουρκοκρατίας. Στα μέσα όμως του 18ου αιώνα αναφαίνεται ο γιος του Αποστόλης Περρούκας και ο γιος του κυρ Δημήτρης Περρούκας, μεγαλογαιοκτήμονες και τοκιστές. Ο κυρ Δημήτρης απέκτησε τέσσερεις γιους, τους Νικολή, Γεωργαντά, Σωτήρη και Απόστολο και υπήρξε ο πρώτος από όλους που διέπρεψε.

Ο Νικόλαος Περρούκας ήταν από την 18η εκατονταετηρίδα επιφανέστατος Αργείος, ο οποίος διετέλεσε και βεκίλης* της επαρχίας παρά τη Υψηλή Πύλη. Παντρεύτηκε την Αγγελική Ιωάν. Συλλιβέργου (της οποίας η μητέρα Ευδοκία ήταν γόνος της οικογένειας των Νοταράδων στην Κορινθία) και μετά την αρχοντική ζωή που έζησε, πέθανε την 12η Απριλίου 1822.

Απέκτησε δε λαμπρούς γιους, τον Ιωάννη, Δημήτριο και Χαραλάμπη και δύο κόρες, την Ευγενία, σύζυγο του δοτόρου Χριστόδουλου Σεβαστού, γιατρού και αδελφού του μητροπολίτη Κορίνθου Ζαχαρίου (1783 – 1819) και την Ευδοκία, σύζυγο του προεστού της Κερπίνης Δημητράκη Ζαήμη ή Ζαήμογλου, γιου του περίφημου εθνομάρτυρα Ανδρούτσου Ζαήμη, γενικού προεστού της Πελοποννήσου.

Οι γιοι του Νικολάου Περρούκα υπήρξαν λαμπροί απόγονοι της οικογένειας. Μεγάλοι επί Τουρκοκρατίας, μεγάλοι και κατά την επανάσταση. Ήταν μέλη της Φιλικής Εταιρείας και προεστοί και πήραν μέρος στην επανάσταση και στην προετοιμασία της.

Ο πρεσβύτερος και διαπρεπέστερος, ο Ιωάννης Περρούκας ανήκει στους εθνομάρτυρες. Ως προεστός του Άργους, κυβέρνησε κυρίως κατά την τελευταία δεκαετηρίδα της Τουρκοκρατίας και το 1821 φυλακίσθηκε στην Τρίπολη μαζί με τους υπόλοιπους προεστούς και αρχιερείς της Πελοποννήσου. Στη φυλακή υπέστη οδυνηρά μαρτύρια επί έξι μήνες και πέθανε λίγο μετά την άλωση της Τρίπολης και 12 ημέρες μετά την αποφυλάκισή του, την 4η Οκτωβρίου 1821 και θάφτηκε στο Άργος, σε τάφο που ανήκε στην οικογένειά του. Ήταν ο μοναδικός από όλα τα αδέλφια που παντρεύτηκε το 1814 την Ελένη Θεοδώρου Βλάσση, του επιφανέστατου Αργείου, με την οποία όμως δυστυχώς δεν απέκτησε παιδί.

Ο νεότερος αδελφός Χαραλάμπης Περρούκας ήταν από το 1816 μεγαλέμπορος στην Πάτρα. Όταν ήταν μικρός, πριν από την Επανάσταση, ήρθε στο Άργος, όπου και δημιούργησε εμπορικό κατάστημα, το οποίο όμως και κατέλαβαν οι Τούρκοι αργότερα με την έκρηξη της επανάστασης. Στον αγώνα προσέφερε ό,τι μπορούσε. Τον Ιούνιο του 1821 διορίσθηκε από τη Γερουσία της Πελοποννήσου έφορος της επαρχίας και του στρατεύματος του Άργους και γερουσιαστής. Συμμετείχε στις μάχες κατά του Δράμαλη. Το 1823 διορίσθηκε υπουργός των Οικονομικών. Πέθανε την 27η Οκτωβρίου 1824.

Ο δε Δημήτριος Περρούκας ξεπέρασε όλους σε προσωπική εξοχότητα και δόξα. Ήταν μορφωμένος και γνώριζε κάλλιστα, εκτός της ελληνικής γλώσσας, την τουρκική, τη γαλλική και την ιταλική. Σπούδασε Νομική και ιδίως Πολιτικές επιστήμες.

Ήταν προεστός της Πελοποννήσου και διετέλεσε από το 1812-1821 βεκίλης του Μωρηά, παρά τη Υψηλή Πύλη στην Κωνσταντινούπολη. Υπηρέτησε τον Αγώνα, ως πολιτικός άνδρας, σε Ελλάδα και Ευρώπη. Τον Δεκέμβριο του 1821 ψηφίσθηκε ως μέλος της Α’ Βουλής του Έθνους.

Επί Κυβερνήτη γνώρισε μεγάλη δόξα, αφού έγινε μέλος της Πανελληνίου και Πρώτος Γραμματέας του για τα εσωτερικά και δικαστικά θέματα, μέλος του Υπουργικού Συμβουλίου, πρόεδρος του θαλάσσιου Δικαστηρίου, γερουσιαστής και νομοθέτης του νεοσύστατου έθνους. Σε αυτόν οφείλονται οι νόμοι του Δημοσίου Δικαίου και οι Δικαστικοί, η διοικητική διαίρεση της Πελοποννήσου και πολλά άλλα.

Ο βασιλιάς Όθωνας τον ανέδειξε και ως Σύμβουλο της Επικρατείας το 1843. Ο διάσημος άνδρας υπήρξε μέλος της Δ’ και Ε’ Εθνικής Εθνοσυνέλευσης (1829 και 1831) έως και σε αυτή του 1843, έλαβε δε και πολλά αξιώματα, ενώ με τη φιλία και την εκτίμησή τους τον τίμησαν όλες οι εξέχουσες προσωπικότητες της Ελλάδας, της Ανατολής, αλλά και πολλές από την Ευρώπη. Επί πλέον διατήρησε μέχρι και τον θάνατό του όλη ανελλιπώς την απέραντη αλληλογραφία του ως μέγιστο ιστορικό αρχείο, το οποίο έγινε πλούσια πηγή ιστορικής ύλης.

Δυστυχώς όμως για τον τόπο ο μεγάλος Αργείος δολοφονήθηκε στο σπίτι του στο Άργος τη 13η Νοεμβρίου 1851, στην ακμή της σπουδαίας ζωής του.

 

Υποσημείωση


 *Βεκίλης: Αντιπρόσωπος, πληρεξούσιος, είδος βουλευτή. Πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος των Πελοποννησίων στην Κωνσταντινούπολη. Λόγω των σχέσεων που δημιουργούσαν με ισχυρά πρόσωπα μπορούσαν ακόμα και να περιορίζουν την εξουσία του βεζίρη. Κατά τις διάφορες εξεγέρσεις των ραγιάδων, οι βεκίλες θανατώνονταν από τους Τούρκους.

 

Πηγή


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »