Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Η Μωραΐτισσα γυναίκα στον αγώνα του 21 


Σκόρπια χαρακτηριστικά σκίτσα γυναικείας δραστηριότητος θα παρουσιαστούν στην γρήγορη παρακάτω έρευνα, γιατί μια μελέτη του ρόλου της γυναίκας στην Επαναστατική περίοδο του 1821 και πριν από αυτή, δεν μπορεί να περιοριστή σε λίγες σελίδες. Το έργο αυτό είναι πολύμοχθο μα και Εθνικά αναγκαίο για την συνειδητοποίηση της συνεισφοράς στην εθνική μας Αναγέννηση του μισού πλην παραγνωρισμένου ιστορικά πληθυσμού.

Νεαρή Ελληνίδα, Χαλκογραφία, C. L. Eastlake, London, 1848.

Δύο ακριτικές περιοχές, το Σούλι και η Μάνη μας δίδουν άφθονο υλικό και στα προεπαναστατικά χρόνια και στα κατοπινά για να εκτιμήσουμε τη συμβολή της Γυναίκας στην αναβίωση του Έθνους μας. Ελεύθερες και αυτόνομες κι’ οι δύο περιοχές, με ανεπτυγμένο δημοκρατικά το κοινοτικό τους σύστημα, στους αδιάκοπους αγώνες διά την διατήρηση της αυτονομίας τους, είχαν επιτύχει μια πολύ βελτιωμένη θέση στην κοινωνική ζωή της γυναίκας.

Χαρακτηριστικός τύπος της Σουλιώτισσας η Καπετάνισσα Τζαβέλαινα που επί κεφαλής των γυναικών του Σουλίου στην κρίσιμη στιγμή ρίχνεται στην μάχη, πλευροκοπεί το Τούρκικο ασκέρι και χαρίζει την νίκη που η ευγνώμων μούσα χιλιοτραγούδησε αργότερα.

Από την ίδια ηρωική γενιά βγαλμένη η χήρα του Γιώργη Μπότσαρη, γιαγιά του Μάρκου, μας γνωρίζει το ηθικό ύψος της αρετής της, όταν χάριν της ενότητος του αγώνος συγχωρεί τον Γώγο Μπακόλα, θανάσιμο αντίπαλο της οικογένειας της και φονιά του ανδρός της, και πείθει το ίδιο να κάνουν και τα παιδιά της και όλο το συγγενολόι.

Αργότερα την τραγική αυτή σύζυγο και μητέρα θα την συναντήσουμε αδάκρυτη και αλύγιστη μαζί με το γέρο Νώτη Μπότσαρη, αφού έχει θάψει το παιδί του παιδίου της  το Μάρκο με τα ίδια της τα χέρια, να παίρνει μέρος στην έξοδο του Μεσολογγιού επί κεφαλής των δικών της.

Αφίνοντας κατά μέρος τη θρυλική περίπτωση του Ζαλόγγου, βρίσκει κανείς άφθονα στοιχεία, της γυναικείας παρουσίας, στην άλλη αυτόνομη γωνιά, τη Μάνη. Πριν από την Επανάσταση η γυναίκα κι’ οι νυφάδες του φοβερού Παναγιώταρου που πολεμούν Τουρκαρβανίτες και τους νικούν.

Η ξακουστή Κωνσταντινιά αχώριστος σύντροφος και  συμπολεμιστής του Ζαχαριά που η παράδοση άλλοτε μας την φέρνει σαν την μονάκριβη όμορφη κόρη ενός παπά της Κυνουρίας που τιμώρησε ο Ζαχαριάς για τις ανομίες του κι’ άλλοτε πάλι σαν εκδικήτρια 7 αδελφιών της σκοτωμένων. Η καπετάνισσα η μάνα του Θόδωρου Κολοκοτρώνη, άλλη ιστορική μορφή του Μωρηά. Η Βλαχοθανάσω που συνέδεσε τ’ όνομά της με τη γόνιμη πατριωτική δράση του  Καπετάν – Μαντά, μεγάλου Κλέφτη στα μέσα του 18ου αιώνα.

Κι εδώ μια παρένθεση: Η γυναίκα αντάρτισσα, σύντροφος και συμπολεμιστής του Κλέφτη κι’ αργότερα του Επαναστάτη, δεν είναι σπάνιο φαινόμενο. Άλλες κοπέλες με φανερή την ιδιότητα του φύλλου τους και άλλες μεταμφιεσμένες σε παλικάρια, στάθηκαν κι’ αυτές δημιουργοί του Αθάνατου Έπους της Κλεφτουριάς.

Ο τύπος της Μανιάτισσας που συνοδεύει τον άνδρα, πολεμάει μαζί του, κουρσεύει μαζί του, γκρεμοτσακίζει τον Ιμπραήμ την κρίσιμη ώρα, είναι η άλλη όψη του ιδίου νομίσματος της Ελληνίδας γυναίκας του 21.

Ελληνίδες πατριώτισσες, Ατσαλογραφία σε χαρτί, W. Perring – J. Hall, 1839.

Η γυναίκα του Ηλία Μαυρομιχάλη μαθαίνει το θάνατο του ανδρός της στα Ψαχνά της Ευβοίας. Ζητάει να της φέρουν την πάλλα (σπαθί) του σκοτωμένου. Την βάζει στην κούνια του νεογέννητου παιδιού της και το νανουρίζει να μεγαλώσει για να εκδικηθή τον πατέρα του. Η γριά Μαυρομιχάλαινα μαθαίνει το σκοτωμό του Καποδίστρια και την εξόντωση του γιου της και ανεψιού της που ήσαν οι δολοφόνοι του… Κάνει μνημόσυνο και για τους τρεις…

Κι’ ερχόμεθα στην Επανάσταση. Στην Δημητσάνα οι γυναίκες με την αυτοθυσία τους μέσα σε μια νύχτα κατορθώνουν να καμουφλάρουν τόσο καλά τους μπαρουτόμυλους και να ξεγελάσουν τους Τούρκους. Οι ίδιες πάλι καθ’ όλην την διάρκεια του αγώνος ενισχυμένες κι’ από τις γυναίκες της υπόλοιπης Γορτυνίας, καταστρέφοντας την περίφημη Δημητσανίτικη Βιβλιοθήκη φτιάχνουν τ’ απαραίτητα πυρομαχικά και σώζουν την Επανάσταση.

Οι Μανιάτισσες στον πόλεμο και στο κούρσεμα ασυναγώνιστες δίπλα στους άνδρες είχαν την τιμή πρώτες να μπουν στην Καλαμάτα, και να ελευθερώσουν  την πόλη. Στην πολιορκία της Τριπολιτσάς από την στοματική παράδοση κι’ από τις αφηγήσεις των αγωνιστών, βρίσκουμε σκόρπια μα άφθονα στοιχεία της γυναικείας παρουσίας. Τα στρατόπεδα ήσαν ανάμικτα με άνδρες και γυναίκες. Η ίδια σκληρή ζωή δοκίμασε αμφότερα τα φύλα. Καθένας πρόσφερε τις υπηρεσίες του. Κι’ έμεινε ξακουστή η δράση των Τεγεατισσών, των γυναικών της Βορείας Κυνουρίας και του Χρυσοβιτσιού.

Εδώ ας θυμηθούμε τις γυναίκες απ’ τα Σουλιμοχώρια της Μεσσηνίας, περίφημες για τις πολεμικές τους ικανότητες. Ένα χρόνο ύστερα η ομαδική γυναικεία δραστηριότητα και τόλμη απαθανατίζεται από τον Φωτάκο: Η εκστρατεία του Δράμαλη και οι πρώτες του νίκες έχουν γεμίσει με τρόμο τον Μωριά. Μανιάτικα τμήματα που βρίσκονταν στο Άργος πανικόβλητα περνούν τον Αχλαδόκαμπο με κατεύθυνση την Τρίπολη.

Πετιούνται αγριεμένες οι γυναίκες του Αχλαδοκάμπου και με τα γουχαΐσματα και τις αποδοκιμασίες τους, καλώντας τους να τους δώσουν τα όπλα να πάν αυτές να πολεμήσουν, κατορθώνουν να συγκρατήσουν την κατάσταση και να σταματήσουν τον πανικό. Πιο ύστερα όταν ο Ιμπραήμ περνάει με την φωτιά και το σίδερο ολόκληρη την Πελοπόννησο, Μανιάτισσες στην μάχη της Βέργας θαυματουργούν.

Στο Ίσαρι της Αρκαδίας μονάχες οι γυναίκες με πρόχειρα μέσα άμυνας εμποδίζουν Τούρκικα αποσπάσματα να πατήσουν το χωριό. Κι’ εκεί κάπου κοντά στα σύνορα Αρκαδίας – Ηλείας ξετυλίγεται ένα από τα φοβερώτερα δράματα της Επαναστάσεως: Στα χέρια του Ιμπραήμ πέφτει ο ανθός από νεαρές κοπέλλες. Η παράδοση διέσωσε τα ονόματα της Τρισεύγενης Δεληβοριά από τα Λαγκάδια που καταδιωκομένη από τις ορδές του Ιμπραήμ προτίμησε να πνίξη τα δύο μικρά παιδιά της και να πνιγή κι’ αυτή στο Λάδωνα παρά να αιχμαλωτισθή και να ατιμασθή. Και η Ελένη Λιαροπούλου από τη Βυτίνα προτίμησε κι’ αυτή το θάνατο πέφτοντας μαζί με το παιδί της στον ποταμό Λούσιο.

Τι τράβηξαν οι γυναίκες αυτές το αφηγείται παραστατικά στο Μακρυγιάννη μια Παπαδιά από το χωριό του Μεγάλου Σπηλαίου. «Όταν ήρθαν οι Τούρκοι εμείς είμαστε μέσα στο Βάλτο, στο νερό, τόσες ψυχές να γλιτώσωμεν˙ κι’ ήρθαν οι Τούρκοι και μας πιάσανε κι’ ήταν το σώμα μας καταματωμένο από τις αβδέλλες – μας φάγαν και τα παιδιά πεταμένα μέσα – γιομάτο το νερό, σαν μπακακάκια πλέγαν˙ κι’ άλλα ζωντανά κι άλλα τελείωναν. Και μ’ έπιασαν οι Τούρκοι και με κοιμήθηκαν τριάντα οκτώ και με αφάνισαν κι’ εμένα και τις άλλες. Διατί τα τραβήξαμε αυτά; Δι’ αυτήνη την Πατρίδα. Και τώρα δικαιοσύνη δεν βρίσκομεν από κανέναν˙ όλο δόλο και απάτη».

Χωρίς να εξαντλείται το απέραντο θέμα της ομαδικής δραστηριότητος από ανάγκη χώρου, περνούμε στην υπόμνηση της ιστορικής δράσης εξαιρετικών γυναικών: Στην Δημητσάνα ή Κυρά-Θανάσω Αντωνοπούλου από το Δεληγιαννέϊκο σόϊ.  

Πιο κάτω στο Παλούμπα η αδελφή του Γιωργακλή Κολοκοτρώνη, η Στεκούλα, κατοπινή σύζυγος του Στρατηγού Πλαπούτα. Φημιζόταν για την παλληκαριά της και σε μάχη με Λαλαιούς Τουρκαλβανούς, είχε αφοπλίσει και σκοτώσει τον περίφημο για τη θηριωδία του Αχμέτ Αγά. Πιο κάτω στο Λεοντάρι η γυναίκα του Πέτρου Σαλαμώνου, παραστάτη (Βουλευτού) της επαρχίας Λεονταρίου, κατά την Επανάσταση, περίφημη για τις οικονομολογικές της ικανότητες και την ευψυχία της. Στάθηκε η ψυχή του ενοφοδιασμού των Λεονταρίτικων τμημάτων και δεν δίστασε νάρθη εις ανοιχτή σύγκρουση με τον Παπαφλέσσα!

Εδώ οι γυναίκες του Λεονταριού είναι ανάγκη να μιλήσουμε και για την περίφημη Χανούμισσα, φιλενάδα και εμπνεύστρια του Παπαφλέσσα που βαπτίσθηκε Χριστιανή. Η παράδοση δεν διέσωσε ούτε τ’ όνομά της κι’ όμως φαίνεται πως ήταν μια εξαιρετική γυναίκα που είχε υποτάξει το θρυλικό Αρχιμανδρίτη.

Η Αγγελίνα, κόρη του Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, γυναίκα του Νικηταρά, είναι μια άλλη εξαιρετική Ελληνίδα άξια σύζυγος πλάι στον υπεράξιο Τουρκοφάγο. Στη Μάνη ξεχωρίζει η γυναίκα του Ηλία Μαυρομιχάλη που πρόωρα σκοτώθηκε στην Εύβοια. Στο Μιστρά για τη σοφία της και τον πατριωτισμό της, η Ηγουμένη της Παντάνασσας.

Πιο κάτω στο Ναύπλιο έζησε και έδρασε, κυρίως στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια επί Όθωνος, η περίφημη Παπαλέξαινα. Απ’ τα Μελίσσια της Κορινθίας η Σοφία Ρέντη, στάθηκε η ηρωΐδα εμφυλίων πολέμων, γιατί για το χατίρι της οι Νοταράδες, ο Πάνος Κολοκοτρώνης και ο Καλλέργης, παρ’ ολίγο να πετσοκοφτούν για τα όμορφα μάτια της και τα πλούσια σταφιδοχώραφα του πατέρα της. Ας θυμηθούμε ακόμη και την Κυρά – Φλώρα, γυναίκα του Σισίνη στο Χλιμούτσι της Ανδραβίδας.

Υπάρχουν βέβαια εκατοντάδες κι’ ίσως χιλιάδες επώνυμες γυναίκες που δικαιούνται να μνημονεύονται για την Εθνική τους δράση στην Επανάσταση του 21 και πριν απ’ αυτή, και υπάρχουν, και εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες ανώνυμες που με την ομαδική τους δράση ορθοπόδησαν την Εθνική μας Απελευθέρωση.

Γιατί όσο και αν οι άνθρωποι έχουν ενισχυμένη την μνήμη τους μονάχα σαν πρόκειται για μεγάλους πολεμάρχους, για φονικές μάχες και για ηρωϊσμούς με τη στενή έννοια του όρου, η σύγχρονη ιστορία ενδιαφέρεται και δια τους οικονομικούς συντελεστάς μιας προσπαθείας.

Το πώς ο πολεμιστής έφθασε στην μάχη, έχοντας τα στοιχειώδη εφόδια, που βρέθηκαν τα υλικά μέσα, πως κρατήθηκε η παραγωγή σε ώρα πολέμου, όλα αυτά έπαψαν πλέον να αποτελούν τις φτωχοσυνοικίες της ιστορικής έρευνας, διότι δίχως αυτά δεν θα μπορούσε να κρατηθή η Ελληνική Επανάσταση.

  

Δήμητρα Θ. Κατριβάνου

Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1957, «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», Αθήνα, 1957.

 

Read Full Post »

Η Εκκλησία του Άργους στα χρόνια της Τουρκοκρατίας


Υπό Αρχιμ. Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη

Ιεροκήρυκος Ι. Μητροπόλεως Αργολίδος

 

Αναδρομή στο χρόνο

Το Άργος κατέλαβαν οι Τούρκοι την 3η Απριλίου 1463, ημέρα Κυριακή, των Βαΐων, και έμεινε υπό την Α’ τουρκική κυριαρχία 223 χρόνια, έως τον Αύγουστο του έτους 1686. Τότε οι Ενετοί ανακαταλαμβάνουν το Άργος και το Ναύπλιο και αρχίζει έτσι η Β’ ενετική κυριαρχία (1686-1715).

Την 9η Δεκεμβρίου 1714 ο Σουλτάνος Αχμέτ ο Γ’ κηρύττει πόλεμο κατά της Ενετίας. Ο τουρκικός στρατός την 28η Ιουνίου 1715, ημέρα Τρίτη μετά το μεσημέρι, καταλαμβάνει το Άργος χωρίς αντίσταση εντελώς έρημο από κατοίκους και αρχίζει η Β’ τουρκική κυριαρχία, που θα διαρκέσει έως, το 1821. δηλαδή 106 χρόνια. Βλέπουμε επομένως, ότι οι Τούρκοι κυριάρχησαν στο Άργος συνολικά 329 χρόνια επηρεάζοντας βεβαίως και τα εκκλησιαστικά πράγματα.

Ποιους τόπους περιελάμβανε η εκκλησία του Άργους

Η αρμοδιότητα της εκκλησίας Ναυπλίου και Άργους επί τουρκοκρατίας περιελάμβανε:

Άργος, ο πύργος των Φράγκων

Την επαρχία Άργους με τους έξι δήμους, εις τους οποίους ήταν διηρημένη προ της εφαρμογής του νόμου ΔΝΖ/1912. Δηλαδή τον τ. δήμο Άργους (Άργος, Δαλαμανάρα, Κουρτάκι, Πυργέλα, Λάλουκα, Κιβέρι, Μύλοι, Σκαφιδάκι), τον τ. δήμο Αλέας (Μπουγιάτι, Τάτσι, Γυμνό, Φρουσούνα, Άγιος Νικόλαος, Δούκα, Σκοτεινή), τον τ. δήμο Λυρκείας (Καρυά, Κάτω Μπέλεσι, Επάνω Μπέλεσι, Καπαρέλι, Βρούστι, Μάζι, Νεοχώριον, Στέρνα), τον τ. δήμο Μυκηνών (Κουτσοπόδι, Φίχτια, Χαρβάτι, Πρίφτανι, Μαλανδρένι, Σχινοχώρι, Μπόρσια, Πλέσια, Βραζέρκα), τον τ. δήμο Προσυμναίων (Μπερμπάτι, Λίμνες, Χώνικα, Άνω Μπούτια, Κάτω Μπούτια, Πασιά, Βαρδουβά), και τον τ. δήμο Υσιών (Αχλαδόκαμπο, Ανδρίτσα, Κρύα Βρύση, Μπούγα, Τουρνίκι). Επίσης την επαρχία Ναυπλίου και τις επαρχίες Αγίου Πέτρου Κυνουρίας και κάτω Ναχαγιέ Ερμιονίδος.

Η εκκλησιαστική διοίκηση προ του έτους 1540

Το έτος 1212 το Άργος και το Ναύπλιο καταλαμβάνονται από τους σταυροφόρους. Η ορθόδοξος ιεραρχία καταργείται και στο Άργος εγκαθίσταται λατίνος επίσκοπος που εξαρτάται από το λατίνο αρχιεπίσκοπο Κορίνθου. Κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας (1212-1540) παρότι σχολάζουσα η ορθόδοξη μητρόπολη Άργους αναφέρεται εις τα «τακτικά» της εποχής αυτής. Η ρωμαϊκή εκκλησία έως το 1540 εξακολούθησε να εκλέγει επισκόπους, οι οποίοι από το 1397, δηλαδή μετά την καταστροφή του Βαγιαζήτ, εδρεύουν στο Ναύπλιον.

Από το 1540, οπότε το Ναύπλιο παραδόθηκε στους Τούρκους, και μέχρι σήμερα εκλέγονται τιτουλάριοι επίσκοποι Άργους από τη λατινική εκκλησία.

Για τα θέματα των ορθοδόξων υπήρχε υπό την έγκριση του λατίνου επισκόπου ένας πρωτοπαπάς διορισμένος από τους Ενετούς. Υπό τους Ενετούς ο οίκος Μαλαξού έδωσε λογίους, πρωτοπαπάδες και υμνογράφους, όπως και ο οίκος Ζυγομαλά. Αλλά των περισσοτέρων η δράση μεταφέρθηκε εκτός Ναυπλίου μετά την απομάκρυνση των Ενετών το 1540. Το 1540 το Ναύπλιον παραδίδεται από τους Ενετούς στους Τούρκους. Το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων καταφεύγουν στα Βενετοκρατούμενα νησιά της Κρήτης, Κυθήρων και Κερκύρας.

Ανασύσταση της μητροπόλεως

Το 1541 ο Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίας Α’ (1522-1545) δέχτηκε στην Κωνσταντινούπολη πρεσβεία από Αργείους και Ναυπλιείς εναπομείναντας στο Ναύπλιο. Ζήτησαν από τον πατριάρχη την ανασύσταση της μητροπόλεως, που από το 1212 ήταν σχολάζουσα. Δηλαδή για 329 χρόνια. Του λόγου το ασφαλές μαρτυρεί συνοδικό πατριαρχικό γράμμα του Ιερεμίου Α’ το Μάιο του 1541 απ’ όπου πληροφορούμεθα έγκυρα τις ενέργειες των κατοίκων της περιοχής και της αποφάσεις που ελήφθησαν. Το γράμμα παρέλαβε στα χέρια του, ως φαίνεται, ο νέος μητροπολίτης Δωρόθεος, και σ’ αυτό του παραγγέλλει ο πατριάρχης να μεταβεί στην επαρχία του, ν’ αναλάβει τα καθήκοντά του και να τα ασκεί κατά τη διαγραφομένη τάξη.

Οι χριστιανοί εξ άλλου οφείλουν να δεικνύουν την επιβαλλομένη υποταγή. Έδρα της ανασυσταθείσης μητροπόλεως έγινε πλέον το Ναύπλιο. Ο τίτλος όμως της επαρχίας παρέμεινε ως «μητρόπολις Άργους και Ναυπλίου».

Η εκκλησιαστική διοίκηση μετά την ανασύσταση της μητροπόλεως

Πρώτος μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου κατεστάθη ο Δωρόθεος το 1541, ο οποίος καθαιρέθηκε το 1550. Διάδοχος του Δωροθέου αναφέρεται ο Γερμανός, ο οποίος αναλαμβάνει το έτος 1550. Από το Ναυπλιέα Θεοδόσιο Ζυγομαλά πληροφορούμεθα ότι περί το 1578 ο μητροπολίτης Ναυπλίου είχε υπό τη δικαιοδοσία του 150 ιερείς και 4000 οικογένειες χριστιανών.

Ο αρχιερεύς που μαρτυρημένα ποιμαίνει την επαρχία επί μακρόν και κάπως ήρεμα είναι λόγιος, ονόματι Διονύσιος, του οποίου το όνομα απαντά από το έτος 1579.

Ποιος και κατά ποιο έτος διεδέχθη το Διονύσιο δεν τεκμηριώνεται. Σύμφωνα με τις ειδήσεις που υπάρχουν, το 1691 ποίμαινε την επαρχία ιεράρχης Παρθένιος μετατεθείς από την μητρόπολη Παλαιών Πατρών. Αυτός παραιτείται το 1600, ημέρα Δευτέρα 29 Οκτωβρίου.

Διάδοχός του προκρίνεται ο ιερομόναχος Άνθιμος, που παραμένει μέχρι το 1604, οπότε καταλαμβάνει το θρόνο των Αθηνών. Στις 12 Φεβρουαρίου 1604, Ναυπλίου εξελέγη ο πρώην Νέων Πατρών Παρθένιος. Αν πρόκειται για τον παραιτηθέντα το έτος 1600 ή είναι απλή συνωνυμία δεν μπορεί να τεκμηριωθεί. Πάντως το Μάιο του 1607 ο Ναυπλίου Παρθένιος καθαιρείται.

Το Μάιο του 1607 εκλέγεται Ναυπλίου ο οικονόμος της μητροπόλεως, ιερομόναχος Σωφρόνιος, ο οποίος μόλις συμπλήρωσε 15ετία παραιτήθηκε λόγω γήρατος.

Τον διαδέχεται ο Θεοφάνης που εκλέγεται στις 29 Απριλίου 1624. Μόλις συμπληρώθηκε 30ετία, Οκτώβριο του 1654 καθαιρείται λόγω καθυστερήσεως των προς το πατριαρχείο υποχρεώσεων. Μετά πάροδο ενός έτους το πατριαρχείο αποφασίζει συνοδική συγχώρηση. Όμως ήδη έχει εκλεγεί μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους ο Μακάριος.

 Για το Μακάριο γνωρίζουμε ότι τον Αύγουστο του 1656 απεκατεστάθη στη μικρή μητρόπολη Μηθύμνης. Έτσι ο Θεοφάνης παραμένει μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου άλλα δέκα χρόνια και καθαιρείται οριστικά το Νοέμβριο του 1665 με κατηγορίες ότι ήταν φιλοχρήματος, δεν κήρυττε τις Κυριακές και συγχωρούσε τετραγαμίες. Το Θεοφάνη διαδέχεται αμέσως ο Γεράσιμος προερχόμενος από τους πατριαρχικούς κύκλους. Αυτός καθαιρείται το Σεπτέμβριο του 1669 για οικονομικά παραπτώματα.

Στα χρόνια της Β’ ενετικής κυριαρχίας (1686-1715) η έδρα της μητροπόλεως έρχεται στο Άργος έως το 1715. Ως πρώτος μητροπολίτης αναφέρεται ο Κύριλλος το 1671. Κατόπιν ο Σίλβεστρος που διαποιμαίνει από το 1686 έως το 1698 και τέλος ο Αμβρόσιος από το 1698 έως το 1715 οπότε αρχίζει η Β’ τουρκική κυριαρχία στην Πελοπόννησο.

Μετά το 1715 παρουσιάζεται κάποιο κενό στην ιστορία της εκκλησίας Αργολίδος. Έδρα γίνεται το Μέρμπακα. Αναφέρεται μητροπολίτης ο Γαβριήλ Ταταράκης που διέμενε στην Κωνσταντινούπολη και μετείχε κινήσεως εναντίον του πατριάρχου Ιερεμίου Γ’. Αυτός καθαιρείται μετά τη 10η Φεβρουαρίου 1720 και το 1724 υπογράφει ως «πρώην Ναυπλίου και Πρόεδρος Μήλου και Κιμώλου Γαβριήλ και έξαρχος πατριαρχικός».

Το Γαβριήλ καθαιρεθέντα το 1720 διαδέχεται αμέσως ο Μελέτιος. Αυτός ποιμαίνει για είκοσι χρόνια τη μητρόπολη Άργους και Ναυπλίου. Το 1741 αρχίζει η αρχιερατεία του Νεόφυτου του οποίου την παρουσία βρίσκουμε σε έγγραφα μέχρι το έτος 1756. Πιθανώς η θητεία του να παρετάθη πέραν του 1756.

Κατεβαίνουμε λίγα χρόνια και το 1766 συναντάμε νέο αρχιερέα, το Βενέδικτο που υπογράφει έγγραφα κατά τα έτη 1766, 1767 και 1768 ως μέλος της πατριαρχικής συνόδου.

Μετά έχουμε κενό, διότι αναφέρεται ο Βενέδικτος στις προετοιμασίες της εξέγερσης του 1770, αλλά κατόπιν δε φαίνεται να μετέχει σε επιχειρήσεις. Ένεκα των Ορλωφικών τα εκκλησιαστικά πράγματα της Πελοποννήσου βρίσκονται σε αποδιοργάνωση.

Από το 1770 έδρα της μητροπόλεως γίνεται το Άργος και το 1776 έχουμε μια μνεία μητροπολίτου Ναυπλίου Νικοδήμου. Όμως από το αμέσως επόμενο έτος 1777 έως το 1786 σε έγγραφα απαντά μητροπολίτης Μελέτιος Β’, συνοδικός συνέχεια σχεδόν.

Το Μελέτιο, αφού παραιτήθηκε, διαδέχτηκε ο Ιάκωβος ο οποίος μαρτυρείται από το 1787 έως το 1800. Ήταν μάλλον από την Καλαμάτα. Επί των ημερών του κτίσθηκε κοντά στον παλαιό ναό Αγίου Πέτρου, μητροπολιτικό οίκημα του οποίου ερείπια σώζονται μέχρι προ ολίγων δεκαετιών στον περίβολο της οικίας της Αδελαΐδος Νανοπούλου στο Άργος, επί της οδού Μυστακοπούλου. Σήμερα ο χώρος έχει ισοπεδωθεί και λειτουργεί ως parking αυτοκινήτων.

Η ιδιοκτησία του οικοπέδου μετά την Αδελαΐδα Νανοπούλου περιήλθε  στον Ιωάννη Κουκούλη και από αυτόν στους Χρήστο και Ιωάννη Κουρουνιώτη, οι οποίοι τον κατέχουν μέχρι σήμερα.

Ο Ιάκωβος είχε ως γραμματέα, έκειρε μοναχό και χειροτόνησε εις διάκονο, τον εκ Δημητσάνης ανεψιό του Γερμανό, μετέπειτα επίσκοπο Παλαιών Πατρών. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός εκάρη μοναχός πιθανότατα εις την Παναγία Κατακεκρυμμένη.

Μετά το θάνατο του Ιακώβου εξελέγη διάδοχός του τον Ιανουάριο του 1800 ο αρχιμανδρίτης της μητροπόλεως Νικομήδειας Γεράσιμος, που μετά από κάποιες δυσκολίες παραιτήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 1800, οπότε επληρώθη ο θρόνος δια μεταθέσεως του Παλαιών Πατρών Γρηγορίου.

Στο έτος 1810 τίθεται εκλογή μητροπολίτου Παρθενίου αντί αποθανόντος Γρηγορίου. Αυτός ο Γρηγόριος ήταν από τη Λακεδαίμονα και έχτισε μία ακόμη μητροπολιτική οικία κοντά σ’ αυτήν που είχε ανεγείρει ο Ιάκωβος. Την παρέλαβε ο ανεψιός και διάδοχός του εις το θρόνο, Γρηγόριος ο Καλαμαράς, καταγόμενος από τη Μεσσηνιακή Σίτζοβα.

Αυτός εργάσθηκε για το έθνος, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και πέθανε (19 Σεπτεμβρίου 1821) στη φυλακή της Τριπολιτσάς ως εθνομάρτυρας. Η προτομή του βρίσκεται από το 1967, αριστερά της δυτικής εισόδου του ναού Αγίου Πέτρου Άργους. Με τον εθνομάρτυρα Γρηγόριο τερματίζεται η ιστορική πορεία της μητροπόλεως Άργους και Ναυπλίου μέχρι την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης. Από το 1821 έως το 1829 αναλαμβάνει εκκλησιαστικός τοποτηρητής της χηρευούσης μητροπόλεως Ναυπλίου και Άργους ο Αθανάσιος Σολιώτης, αρχιδιάκονος – πρωτοσύγκελλος του Γρηγορίου Καλαμαρά.

Η έδρα της μητροπόλεως

Το 1189 η μέχρι τότε επισκοπή Άργους και Ναυπλίου ανυψώθηκε σε μητρόπολη με έδρα το Άργος. Από το 1212 αρχίζει η φραγκοκρατία και η βίαιη κατάργηση της ορθοδόξου ιεραρχίας.

Στο Άργος εγκαθίσταται λατίνος επίσκοπος ο οποίος εξαρτάται από τον αρχιεπίσκοπο Κορίνθου. Η έδρα του λατίνου επισκόπου θα μεταφερθεί στο Ναύπλιον από το έτος 1367. Είναι το έτος που οι οθωμανοί αιχμαλωτίζουν πάνω από το μισό πληθυσμό του Άργους.

Κατά την περίοδο μέχρι το 1540 για τα ορθόδοξα πράγματα υπήρχε ένας πρωτοπαπάς, τον οποίο διόριζαν οι Ενετοί. Το 1541 έγινε η ανασύσταση της μητροπόλεως με έδρα το Ναύπλιο.

Το Ναύπλιο παραμένει ως έδρα της μητροπόλεως μέχρι το 1686 οπότε καταλαμβάνεται για δεύτερη φορά από τους Ενετούς και η έδρα μεταφέρεται στο Άργος και παραμένει εκεί μέχρι το 1715 περίπου. Από το 1715 έδρα της μητροπόλεως γίνεται το Μέρμπακα (Αγία Τριάδα).

Πιθανώς εκεί που βρίσκεται ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του 12ου αιώνος. Όταν το 1989 είχε ξεκινήσει η επισκευή του δαπέδου του ναού, ανακαλύφθηκε κρύπτη κάτω από το Ιερό Βήμα. Η είσοδος της κρύπτης είναι ένα άνοιγμα θολωτό στο μπροστά μέρος της Ωραίας Πύλης, δομημένο με κεραμιδάκι, ενώ στο πίσω μέρος της αγίας Τράπεζας υπάρχει κι άλλο ένα μικρό άνοιγμα που οδηγεί στην κρύπτη. Πιθανώς η κρύπτη ήταν χώρος όπου αναπαύονταν τα λείψανα κεκοιμημένων κληρικών. Επίσης έγινε και απόξεση της μεταγενέστερης αγιογραφίας και βγήκαν στην επιφάνεια οι πρώτες εικόνες του ναού, έργα του 16ου αιώνα, εξαιρετικής τέχνης, αλλά με φθορές οι οποίες δυστυχώς χρησίμευσαν προκειμένου να κολλήσουν επάνω οι μεταγενέστερες αγιογραφίες.

Στην κόγχη της προθέσεως εικονίζεται ο Άγιος Πέτρος, επίσκοπος Άργους, αριστερά της προθέσεως ο Χριστοφόρος, επίσκοπος Άργους, και μεταξύ προθέσεως και Αγίας Τράπεζας ο Κωνσταντίνος, επίσης επίσκοπος Άργους (920 μ.Χ.).

Το αξιόλογο είναι ότι εικονίζονται ως άγιοι με φωτοστέφανο οι επίσκοποι Άργους, ενώ εμείς τιμάμε ως άγιο μόνο τον Πέτρο.

Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μέρμπακα εχρησιμοποιείτο ως νεκροταφιακός μέχρι το 2000, οπότε ολοκληρώθηκε η μεταφορά των μνημείων στο κοιμητήριο του νεοανεγερθέντος ναού του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, έξω από το χωριό, προς το Παναρίτι.

Η έδρα λοιπόν της μητροπόλεως παρέμεινε στο Μέρμπακα μέχρι το 1770, οπότε έχουμε επιδρομή Αλβανών και καταστροφές που επιβάλλουν τη μεταφορά της στο Άργος. Το Άργος θα είναι η έδρα της μητροπόλεως έως τις ημέρες της ελληνικής επαναστάσεως του 1821. Μετά την επανάσταση, μέχρι σήμερα έδρα της μητροπόλεως είναι το Ναύπλιο.

 Δαναός ΙΙΙ, «Το Άργος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας», Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Άργος, 2003.

Read Full Post »

Αρχιερείς και Προύχοντες στη φυλακή της Τριπολιτσάς (1821)


 

Ιωσήφ Ζαφειρόπουλος, Οι αρχιερείς και οι προύχοντες εντός της εν Τριπόλει φυλακής εν έτει 1821

Οι αρχιερείς και οι προύχοντες εντός της εν Τριπόλει φυλακής εν έτει 1821.

Οι επαναστατικοί σχεδιασμοί των Φιλικών Πελοποννήσιων προυχόντων-προεστών και κληρικών, οι ασυνήθιστες κινήσεις και η συμπεριφορά του υπόδουλου λαού ενόχλησαν και προβλημάτισαν την τουρκική διοίκηση στην Τριπολιτσά, μήνες πριν από την έκρηξη της Επανάστασης. Είχε προηγηθεί η μυστική Συνέλευση των προεστών και κληρικών στη Βοστίτζα (29 Ιανουαρίου 1821), όπου πολλά συζητήθηκαν, συνομολογήθηκαν και υπογράφτηκαν από τους παρευρεθέντες. Εκεί συμφώνησαν και αποφάσισαν να μη μεταβούν στην Τριπολιτσά, εάν κληθούν, γιατί ήταν βέβαιη η καταδίκη τους.

Από τα τέλη του 1820 είχαν σχεδιαστεί από τους Τούρκους σφαγές των Ελλήνων προυχόντων και θρησκευτικών ηγετών, για να προλάβουν ενδεχόμενες ανεπιθύμητες κινήσεις των υποδούλων. Περίπου ένα μήνα πριν από την έκρηξη της Επανάστασης, το Φεβρουάριο του 1821, η τουρκική διοίκηση αποφάσισε να προσκαλέσει στην Τριπολιτσά τους προύχοντες και αρχιερείς της Πελοποννήσου, υπό το πρόσχημα διαβουλεύσεων.

Σκοπός τους ήταν να αποφύγουν απρόβλεπτες εξελίξεις, οι οποίες θα ανέτρεπαν το κλίμα ηρεμίας στη χώρα, τη στιγμή μάλιστα που ο Χουρσίτ, ο νέος πασάς της Πελοποννήσου, ήταν απασχολημένος στα Γιάννενα, προσπαθώντας να περιορίσει τις δραστηριότητες του Αλή Πασά. Το έργο ανέλαβε ο Μεχμέτ Σελήχ, αναπληρωτής του απουσιάζοντος πασά, γνωστός ως καϊμακάμης. Οι προύχοντες και οι αρχιερείς, παρά τα συμφωνηθέντα στη Βοστίτζα, ανταποκρίθηκαν στις τουρκικές αρχές της Τριπολιτσάς προκειμένου να διασκεδάσουν τις βάσιμες υποψίες τους και να μη δώσουν επιχειρήματα για γενικευμένες σφαγές.

Το πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου 1821 (8-9 του μηνός) εμφανίστηκαν ενώπιον του καϊμακάμη δεκαέξι προεστοί και οχτώ αρχιερείς με τις συνοδείες τους˙ οι προεστοί Αναστάσιος Μαυρομιχάλης, γιος του Πετρόμπεη, Ιωάννης Τομαράς, Αντωνάκης Καραπατάς, Ιωάννης Βιλαέτης, Πανάγος Κυριακός, Αναγνώστης Κωστόπουλος, Ανδρέας Καλαμογδάρτης, Μήτρος Ροδόπουλος, Σωτηράκης Νοταράς, Ιωάννης Περούκας, Γιαννούλης Καραμάνος, Αναγνώστης Κοπανίτζας, Μελέτης Μελετόπουλος, Νικόλαος Γεωργακόπουλος, Θεόδωρος Δεληγιάννης και ο Παπαλέξης˙ οι αρχιερείς, Τριπολιτσάς Δανιήλ, Μονεμβασίας Χρύσανθος, Ανδρούσης Ιωσήφ, Δημητσάνης Φιλόθεος, Ναυπλίου Γρηγόριος, Χριστιανουπόλεως Γερμανός, Κορίνθου Κύριλλος και Ωλένης Φιλάρετος.

Οι προύχοντες και αρχιερείς των Πατρών και Καλαβρύτων δεν προσήλθαν, εφαρμόζοντας τη σχετική απόφαση της Βοστίτζας, παρά τις επίμονες προσκλήσεις και τις διαβεβαιώσεις των Τούρκων για την ασφάλειά τους. Το γεγονός ενίσχυσε τις υποψίες του Σελήχ και των Τούρκων της Τριπολιτσάς. Η τουρκική διοίκηση υπέθετε ότι με την αιχμαλωσία των πολιτικών και θρησκευτικών ηγετών θα φρονημάτιζε τους υποδούλους και θα ανέστελλε κάθε σκέψη και κίνηση αμφισβήτησης των πολιτικών πραγμάτων, που θα καθιστούσε επισφαλή τη θέση των Οθωμανών στον Μοριά.

Τις λεπτομέρειες της φυλάκισης των ομήρων γνωρίζουμε από τρία, μικρά σε έκταση, αλλά εξαιρετικής σημασίας, απομνημονεύματα αιχμαλώτων κληρικών˙ του διακόνου Ιωσήφ Ζαφειρόπουλου, του Τριπολιτσάς Δανιήλ (στιχούργημα) και του Ανδρούσης Ιωσήφ. Ο ιστορικός Τ. Γριτσόπουλος ομαδοποιεί τα αξιόλογα αυτά κείμενα και τα ονομάζει «Απομνημονεύματα κληρικών – δεσμωτών». Η ιστορική σπουδαιότητα αυτών των κειμένων έγκειται στο γεγονός ότι καταγράφουν με ακρίβεια την ψυχολογία των αιχμαλώτων, ψυχογραφούν τη στάση των δυναστών και αποδεικνύουν πόσο τεταμένες υπήρξαν οι σχέσεις και οι διαθέσεις κυριάρχων και υποδούλων.

Η Επανάσταση έχει γενικευθεί στον Μοριά και η Τριπολιτσά πολιορκείται από τους Έλληνες με την αρχηγία του Θ. Κολοκοτρώνη. Οι εξελίξεις στην πολιορκία της πόλης και η επιτυχημένη απόκρουση επιθετικών αντιπερισπασμών των εγκλείστων Τούρκων (μάχες Βαλτετσίου, Βερβαίνων, Γράνας), έχουν άμεσο αντίκτυπο στην ψυχολογική διάθεση και συμπεριφορά των Τούρκων˙ ο τουρκικός όχλος της Τριπολιτσάς εξεγείρεται και απαιτεί την άμεση εκτέλεση των ομήρων. Οι τελευταίοι προσεύχονται για την επιτυχία των ελληνικών όπλων και αγωνιούν.

Οι Τούρκοι πιέζουν τους αιχμαλώτους να ενδώσουν και να μεσιτεύσουν με τη θέλησή τους, ώστε να λυθεί η πολιορκία της πόλης, να ανασταλεί κάθε επαναστατική δραστηριότητα και να επιστρέψουν οι ραγιάδες στο προηγούμενο καθεστώς.

Παρά τη δεινή θέση τους, οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς έχουν χάσει την ψυχραιμία τους και συμπεριφέρονται προκλητικά όχι μόνο στους ομήρους, αλλά και στους εναπομείναντες εντός της πόλης χριστιανούς.

Την Κυριακή του Θωμά (17 Απριλίου 1821), καθώς εξιστορεί ο Ιωσήφ Ζαφειρόπουλος, οι όμηροι μεταφέρθηκαν «εις το κάτω μέρος του Σεραγίου, εις δεινοτάτην και φρικτοτάτην ειρκτήν των καταδίκων… Αυτή δε η ειρκτή περιωρισμένη εις εν δωμάτιον έκειτο υπό το Σεράγιον επί του εδάφους, αριστερώθεν του εισερχομένου διά της του Σεραγίου Πύλης» και δέθηκαν όλοι στο φοβερό Κούτσουρο, «εις τας οπάς του οποίου εισήρχοντο οι πόδες των βασανιζομένων….Εισελθόντες δε εις ταύτην την φυλακήν συνέδεσαν διά μακράς αλύσεως τους Αρχιερείς και Προύχοντας την εσπέραν εκείνην».

Φόβος και αγωνία κατέλαβε τους ομήρους. Ο προεστός Μήτρος Ροδόπουλος «ένεκα του φόβου ηρνήθη την πατρώαν ημών θρησκείαν» και απέφυγε τα δεινά της φυλακής, ενώ ο καϊμακάμης παρέλαβε υπό την προστασία του τον Αναστάση Καλαμογδάρτη και ο Κιαμήλμπεης τον Κορίνθου Κύριλλο και τον Σωκράτη Νοταρά, οι οποίοι δεν φυλακίστηκαν, αλλά παρέμειναν στο σεράγι καθ’ όλη τη διάρκεια της πολιορκίας.

Τόσο στενά ήταν στοιβαγμένοι μέσα στο μικρό χώρο οι δεκαεννέα φυλακισμένοι «ώστε ουδέ τους πόδας ηδύναντο να εκτείνωσιν, αλλά νυχθημερόν καθήμενοι διαλέγοντο, και ούτως εκοιμώντο επί πέντε ολόκληρους μήνας, μη δυνάμενοι να ανακληθώσι… Αέναος ιδρώς έρρε ποταμιδόν εκ των σωμάτων αυτών, εξ ου τα ενδύματα αυτών εσάπησαν».

Την επομένη, Δευτέρα 18 Απριλίου, εκτελέστηκαν δεκαοκτώ Έλληνες υπηρέτες και σωματοφύλακες των αιχμαλώτων «αφού έρριψαν επάνω τους επτακοσίας βολάς τηλεβόλων, απέτεμαν τας κεφαλάς», εκτός ενός νέου, ο οποίος δειλίασε, εξώμοσε και αφέθηκε ελεύθερος.

Δικαιολογήθηκαν οι Τούρκοι στους ομήρους ότι την εκτέλεση διέταξε ο καϊμακάμης για να σώσει τις ζωές τους από τη μανία του τουρκικού όχλου της Τριπολιτσάς, ο οποίος ορκίστηκε να εισβάλει στο σεράγι και να τους θανατώσει. Οι Τούρκοι ιθύνοντες ήλπιζαν ακόμη σε ειρηνικές διαπραγματεύσεις με τους πολιορκητές, χρησιμοποιώντας τους προεστούς και αρχιερείς ως όπλο.

Με την άφιξη στην Τριπολιτσά του κεχαγιά Μουσταφά μπέη (Κεχαγιάμπεη) μαζί με περίπου 4.000 Αλβανούς στρατιώτες, οι Τούρκοι αποφυλάκισαν προσωρινά τους ομήρους στο πλαίσιο της πολιτικής κατευνασμού των Ελλήνων. Μόλις δεκατρείς ημέρες πριν από την άλωση, στις 10 Σεπτεμβρίου, οι δέσμιοι μεταφέρθηκαν σε τρία μεγαλύτερα δωμάτια του σεραγιού και τους περιποιήθηκαν με την υστερόβουλη σκέψη ότι θα επηρεάσουν τους Έλληνες πολιορκητές, ώστε να επέλθει συμβιβασμός.

Η διάθεση συνεννόησης των Τούρκων αποδεικνύει απόγνωση, δεινή αμυντική θέση και πολιτικό αδιέξοδο, ενώ εμμέσως αναγνωρίζεται η επιτυχία της στρατηγικής τακτικής των πολιορκητών. Όμως καμιά θετική εξέλιξη δεν σημειώνεται˙ ο αποκλεισμός της πόλης ήταν απόλυτος και η πτώση της επήλθε στις 23 Σεπτεμβρίου.

Από τα δεινά της ειρκτής, τις κακουχίες, τον υποσιτισμό και τις αρρώστιες πέθαναν οι φυλακισμένοι πρόκριτοι Αναγνώστης Κωστόπουλος, Θεόδωρος Δεληγιάννης καθώς τον μετέφεραν εκτός της πόλης μετά την άλωσή της, ο Ιωάννης Περούκας στον Αχλαδόκαμπο, στο δρόμο προς τοΆργος και ο Παπαλέξης˙ από τους αρχιερείς, ο Ναυπλίου Γρηγόριος, ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός, ο Δημητσάνης Φιλόθεος και από τους κληρικούς ο πρωτοσύγκελος Ανδρούσης Χρύσανθος.

Προεστοί, αρχιερείς, φύλακες και υπηρέτες των προεστών, κληρικοί βοηθοί των αρχιερέων, έδωσαν από κοινού το δικό τους αγώνα με την αυθόρμητη μετάβασή τους στη φοβερή Τριπολιτσά, υπομένοντας τα πάνδεινα εντός της φυλακής, χωρίς διχογνωμίες και υπολογισμούς, επισπεύδοντας την έκρηξη της Επανάστασης.

 

 Παναγιώτης Βελισσάριος

ιστορικός, προϊστάμενος ΓΑΚ- Αρχείων

Νομού Αρκαδίας, Τρίπολη.

 

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η άλωση της Τριπολιτσάς», τεύχος 204, 25 Σεπτεμβρίου 2003.

 

Read Full Post »

Παλαιών Πατρών Γερμανός Palaion Patron Germanos (1771-1826)


 

Παλαιών Πατρών Γερμανός (ξυλογραφία)

Παλαιών Πατρών Γερμανός (ξυλογραφία)

Κληρικός και αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης. Ονομαζόταν Γεώργιος Γκόζιας και γεννήθηκε στη Δημητσάνα στις 25 Μαρτίου 1771, τη Μεγάλη Παρασκευή. Ήταν η δύσκολη εποχή των Ορλωφικών, που σημαδεύτηκε από τις θηριωδίες των Αλβανών στην Πελοπόννησο. Σπούδασε στη φημισμένη σχολή της πατρίδας του και στο πρώτο σχολείο των Περουκαίων στο  Άργος το οποίο  λειτουργούσε από το 1798 στη Μονή της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης. Στη συνέχεια έγινε γραμματέας του μητροπολίτη Αργολίδας Ιάκωβου Πετράκη, οπότε και χειροτονήθηκε ως διάκονος και πήρε το όνομα Γερμανός.

 « Η Δημητσάνα, ορεινή κωμόπολις της Γορτυνίας, εφημίζετο κατά τους επί Τουρκοκρατίας χρόνους, δια τε το εύανδρον αυτής, την δραστηριότητα και την παιδείαν των κατοίκων, τον πλούτον εκ τε της εγχωρίου βιομηχανίας, ιδίως της κατασκευής νίτρου και πυρίτιδος, και εκ των εισφορών των αποδήμων, …

Εις ταύτην και τοιαύτην πόλιν εγεννήθη ο ιεράρχης Γερμανός την 25ην  Μαρτίου 1771, συνέπιπτε δε τότε προς την μεγάλην Παρασκευήν, εξ ενός χαρά Ευαγγέλια, ετέρωθεν ο Θεάνθρωπος κρεμάται επί ξύλου , ημέρα πένθους, μάλλον συνάδουσα προς τας περιστάσεις… Ο πατήρ του ιεράρχου, χρυσοχόος το επάγγελμα, ωνομάζετο Ιωάννης Γκόζιας ή Γκοζιόπουλος κατά την εγχώριον συνήθειαν, έλκων πιθανώς το γένος αυτός ή πρόγονοι αυτού εκ ομωνύμου χωρίου του δήμου Μαλευρίου της Λακωνίας…

 Η δε μήτηρ του Ιεράρχου ωνομάζετο Κανέλλα εκ του γένους Κουκουζοποπούλου…Τας δ’ αρετάς και τον βίον του Ιεράρχου Γερμανού περιέγραψαν και επήνεσαν πάντες αναξαιρέτως ημέτεροι τε και ξένοι συγγραφείς, ιδίως δε ο φίλος αυτού Πουκεβίλ εξήρε τον χαρακτήρα, παραμοιάσας αυτόν προς τον Σωκράτην …» (Προλεγόμενα- Γ. Ι. Παπούλας- Αθήνα 1900- Παλαιών Πατρών Γερμανός- Απομνημονεύματα).

Αργότερα μετέβη στην Κωνσταντινούπολη όπου παρακολούθησε ανώτερα μαθήματα στην περίφημη Πατριαρχική Σχολή Κουρούτσεσμε. Το Μάρτιο του 1806 ο Γερμανός, εκλέχτηκε σε ηλικία 36 ετών μητροπολίτης Παλαιών Πατρών και η ενθρόνισή του στην Πάτρα έγινε τον Μάιο του 1806. Κατά τον ερχομό του Γερμανού στην Πάτρα, οι πιστοί του επιφύλαξα θερμή υποδοχή. Η ποιμαντορία του στην Πάτρα ήταν επιτυχημένη και ο λαός τον περιέλαβε με μεγάλη αγάπη, σεβασμό και αφοσίωση. Κατά τα έτη 1815-1817, ο Γερμανός διετέλεσε και μέλος της πατριαρχικής Συνόδου της Κωνσταντινούπολης.

Ο Μητροπολίτης Γερμανός ευλογεί τη σημαία της ελευθερίας. Peter Von Hess.

Ο Μητροπολίτης Γερμανός ευλογεί τη σημαία της ελευθερίας. Peter Von Hess.

Το Νοέμβριο του 1818 ο Γερμανός μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Τα χρόνια της προετοιμασίας του αγώνα είχε δυναμική συμβολή. Την 23η Μαρτίου, επικεφαλής των επαναστατικών δυνάμεων της Αχαΐας, μπήκε  στην Πάτρα. ο Γερμανός οργάνωσε και πραγματοποιήθηκε τελετή ύψωσης και ευλογίας των επαναστατημένων όπλων στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου, σε μια μεγαλειώδη συγκέντρωση. Την επομένη, ο Γερμανός έστειλε εγκύκλιο στους πρόξενους των ξένων δυνάμεων με τον σκοπό της εξέγερσης, ζητώντας υποστήριξη και προστασία.

Τον Οκτώβριο του 1822 μετέβη στη Ρώμη μαζί με τον Γ. Μαυρομιχάλη, σαν απεσταλμένος του αγωνιζόμενου Έθνους για την ενημέρωση της γειτονικής Ιταλίας και του Βατικανού, όπου και παρέμεινε μέχρι τα μέσα Ιουνίου του 1824. Παράλληλα οι δύο άνδρες είχαν την αποστολή να ενημερώσουν όλους τους επιφανείς πατριώτες του εξωτερικού, μεταδίδοντας και διαδίδοντας την επιθυμία των Ελλήνων για αποτίναξη του ζυγού και ελευθερία και αποκομίζοντας κάθε είδους υποστήριξη από αυτούς και από τα ξένα κράτη. Η αποστολή του Γερμανού εξέφρασε εκείνη την περίοδο την επίσημη φωνή της επαναστατημένης Ελλάδας στο εξωτερικό και απέφερε αρκετά οφέλη στην επανάσταση .

Όταν επέστρεψε ο Γερμανός στην Ελλάδα, μαινόταν ο εμφύλιος σπαραγμός. Αφού είδε ότι οι παραινέσεις του δεν γίνονταν αποδεκτές, αποσύρθηκε αποκαρδιωμένος στη μονή της Χρυσοποδαρίτισσας. Εκεί, με εντολή του Γκούρα, οι στρατιώτες τον απήγαγαν με βία και τον έσυραν πεζό μέχρι τη Γαστούνη, το χειμώνα του 1825. Αποτέλεσμα αυτού ήταν ο σοβαρός κλονισμός της υγείας του.

Έλαβε μέρος στις εργασίες της Γ’ Εθνοσυνέλευσης στα 1826 και διορίστηκε μέλος της επιτροπής για εξωτερικές υποθέσεις. Στο Ναύπλιο ο Γερμανός προσεβλήθη από λοιμώδη νόσο από την οποία και απεβίωσε στις 30 Μαΐου 1826. Τάφηκε με τιμές και τα οστά του μεταφέρθηκαν στη Δημητσάνα.

Στα τελευταία του χρόνια ο Παλαιών Πατρών Γερμανός έγραψε τα απομνημονεύματά του, στα οποία αναφέρονται τα γεγονότα της Επανάστασης μέχρι το τέλος του 1822.

 

Πηγές


 

  • Αινιάν Δημήτριος, «Γερμανός ο Παλαιών Πατρών», της Βιβλιοθήκης του Λαού παράρτημα πρώτον, Αθήνησιν: Εκ του Τυπογραφείου Αθηνάς,1854.
  • Γερμανού Π. Πατρών Μητροπολίτου, «Απομνημονεύματα: Επιγραφόμενα απομνημονεύματα τινα της κατά του τυράννου των Ελλήνων οπλοφορίας, καί τινων πολιτικών συμβεβηκότων εν Πελοποννήσω κατά την πρώτην της διοικήσεως περίοδον», έκδοσις υπό Γ. Ι. Παπούλα μετά προλεγομένων υπό του ιδίου. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Σπύρου Τσαγγάρη, 1900.
  • Ιωάννη Π. Χαβιαρλή, « Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη του Άργους », Άργος, 2004.
  • Petter Von Hess, «1821 Η Ελληνική Επανάσταση», Εκδόσεις Δέλτα, Αθήνα, 1996.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Χαλέτ Εφέντης


Ο Χαλέτ Εφέντης καταγόταν από λαϊκή και άσημη οικογένεια. Γνώρισε ωστόσο μεγάλη δόξα, αφού διακρίθηκε ως πανέξυπνος, ρέκτης*, πανούργος, καιροσκόπος και επιτήδειος. Αρχικά έγινε γραμματέας του αρχικρεοπώλη της Κωνσταντινούπολης. Υπό την προστασία του αρχικουρέα και ευνοούμενου του Σουλτάνου Σελίμ Γ’, διορίσθηκε το 1806 ακόλουθος της τουρκικής πρεσβείας στη Γαλλία, αλλά κατάφερε να αποκτήσει και άλλες επιφανείς θέσεις, υπηρετώντας το Σουλτάνο.

 
Ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β

Ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β

Επί Μαχμούτ Β’, κυρίως από το 1815, σε ηλικία μόλις 40 ετών, ανήλθε δε στα πιο υψηλά αξιώματα της αυτοκρατορίας, απέκτησε  την τυφλή εμπιστοσύνη του Σουλτάνου, έγινε μυστικός σύμβουλός του και σφραγιδοφύλακας του κράτους (Νισσαντζής) με υπέρτατη εξουσία, ή πιο σωστά παντοδυναμία, κυβέρνησε την Τουρκία για επτά συνεχή έτη, ως απόλυτος δεσπότης.

Υπήρξε ευεργέτης του ιερού μας αγώνα, αν και ήταν φανατικός μισέλληνας, και αυτό γιατί κατά το 1820 μόνο αυτός στο Διβάνιο ψήφισε τον πόλεμο κατά του Αλή πασά** των Ιωαννίνων, ο οποίος για μεγάλο χρονικό διάστημα έβλαψε τις πολεμικές δυνάμεις της Τουρκίας και απομάκρυνε από την Πελοπόννησο τον φοβερό και πολύ επικίνδυνο σατράπη Χουρσίτ πασά, τον οποίο αντικατέστησε με τον υποδεέστερό του Δράμαλη και τον κατέστρεψε.

Το 1822 όμως οι παλιοί εχθροί του, οι Γενίτσαροι, εξεγέρθηκαν με λύσσα κατά αυτού κλονίζοντας την εμπιστοσύνη που είχε σε αυτόν ο Σουλτάνος. Ο Χαλέτ εφέντης εξορίστηκε στην Προύσσα και στο Ικόνιο, καταδικάστηκε δε σε θάνατο. Ένας θηριώδης γενίτσαρος εκτέλεσε την εντολή και στις 22 Νοεμβρίου 1822 το κεφάλι του φοβερού μεγιστάνα της αυτοκρατορίας βρισκόταν στην πύλη του Σουλτανικού Σεραγίου της Κωνσταντινούπολης.

  

Υποσημειώσεις


 

* ρέκτης : δραστήριος, ενεργητικός άνθρωπος

 ** […] Η εμπιστοσύνη και η εύνοιά του Μαχμούτ προς τον Χαλέτ εφέντη, τον έχοντα τον τίχλον του Δοβλέτ- Ναζιρή, πρώτου συμβούλου δηλαδή του σουλτάνου, και ο οποίος πράγματι είχε καταστή ισχυρότερος από τον μέγαν βεζύρην, έγινεν απεριόριστος, όταν κατά τό μυστικοσυμβούλιον, τό γενόμενον εις τα ανάκτορα δια την στάσιν της Πύλης απέναντι του Αλή πασσά, μόνο ο Χαλέτ συνέστησε τον πόλεμον εναντίον του αντάρτου, χωρίς καμμίαν προσπάθειαν συνδιαλλαγής.

Με την γνώμην αυτήν είχεν συνταχθή τότε και ο ηγεμών της Μολδαυίας Σούτσος, ο κληθείς να μετάσχη του συμβουλίου και δια τας σχέσεις του με τον Χαλέτ και δια την εκτίμησιν που έτρεφε προς τον ορθολογισμόν του σουλτάνου. Η γνώμη αυτή ήτο θαρραλέα και συνέπιπτε με την θέληση του Μαχμούτ. Αλλά κανείς Τούρκος από τους μετασχόντας του συμβουλίου δεν ετόλμησε να δώση αυτήν την συμβουλήν. Διότι όλοι εφοβούντο τον Αλή. Ο αντάρτης της Ηπείρου ασκούσε την επιρροήν του εντός αυτής της Κωνσταντινουπόλεως.

Οι γενίτσαροι, αλβανικής καταγωγής κατά τήν εποχήν εκείνην οι περισσότεροι, ήσαν όλοι υπέρ του Αλή και δεν ήθελαν την εξόντωσίν του. Και ήσαν μεν τότε οι γενίτσαροι παραγκωνισμένοι και ήτο φανερόν ότι ευρίσκοντο υπό δυσμένειαν, αλλ’ η δύναμίς των ήτο αναμφισβήτητος ακόμη. Ήρκεσεν εν τούτοις η υπό των γενιτσάρων ζωηρότατα επιδειχθείδα φιλική διάθεσης προς τον Αλή δια να δοθεί περισσότερα αξία εις την γνώμην του Χαλέτ. Και η εκστρατεία κατά του Αλή απεφασίσθη.

Οι γενίτσαροι τότε εφρύαξαν. Έβλεπαν εις την καταστροφήν του Αλή τον πρόλογον του ιδίου των αφανισμού. Και απειθάρχητοι όπως ήσαν και συνηθισμένοι να επικρίνουν τας αποφάσεις της Πύλης, χωρίς νά καταδιώκωνται, εξεδήλωσαν την δυσαρέσκειάν των. Έφθασαν μάλιστα μέχρι του σημείου να διαβιβάσουν εις τον σουλτάνον την γνώμην των, η όποια διετυπώθη ως εξής : « Αντί του πολέμου , τον οποίον επιχειρεί ο σουλτάνος εναντίον ενός ικανού και χρησίμου βεζύρη, του Αλή πασσά, ώφειλε να θανατώση τον Χαλέτ και να δαπανήση τα χρήματα του δια να παρασκευαστή δια τον πόλεμον που του ετοιμάζουν οι Ρώσσοι. »

(Διονυσίου Α. Κοκκίνου, «Η Ελληνική Επανάστασις», Αθήνα, 1956, τομ. Α. σελ. 363-365).

  

 Πηγή


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    

Read Full Post »

Κιαμίλ Μπέης Κορίνθου


 

Ο Κιαμίλη Μπέης ήταν επιφανέστατος Τούρκος της Πελοποννήσου και διάσημος για την καταγωγή του, την υψηλή περιωπή του, τα αμύθητα πλούτη και τα έξοχα προτερήματά του. Η οικογένειά του κυριάρχησε στην Κόρινθο από το 1717, για εκατό και πλέον χρόνια.

Χαλίλ μπέης λεγόταν ο γενάρχης της, ο οποίος και αναφέρεται ως πλουσιότατος δυνάστης της Κορίνθου κατά το 1778. Γιος και διάδοχός του ήταν ο Νουρή μπέης, ο οποίος πέθανε το 1815, αφήνοντας τον γιο του Κιαμίλ μπέη να τον διαδεχθεί στη δυναστεία της Κορίνθου. Υπήρξε ο τελευταίος Τούρκος διοικητής και δυνάστης της Κορίνθου.

 

Κόρινθος, το κάστρο του Κιαμίλ-μπέη, Th. du Moncel, 1843

 

Γεννήθηκε στην Κόρινθο το 1784. Είχε σπάνια σωματικά και ψυχικά προτερήματα και είχε τη φήμη του πολύ όμορφου άνδρα, ήταν ευφυέστατος, δίκαιος, φιλάνθρωπος και άριστος σε όλα. Είχε όμορφη, όσο και αυτός, σύζυγο, μητέρα, αδελφή και τρεις γιους, εκτός των υπαλλήλων και των ακολούθων του και ζούσε σε μυθική αφθονία και χλιδή.

Ως δυνάστης της Κορίνθου, ο Κιαμίλ μπέης υπήρξε διαπρεπέστατος, κατάφερε να προάγει και να δοξάσει τη χώρα, την οποία κυβέρνησε ως πατέρας, την οικογένειά του και όλους τους προγόνους του και αύξησε σε πολύ μεγάλο βαθμό τα πλούτη και τη δύναμή του. Τον χαρακτήριζαν μάλιστα ως τον καλύτερο όλων των Τούρκων της Πελοποννήσου.

Δυνάστης της Κορίνθου και της Σικυώνας και μεγάλος φεουδάρχης της γης της Μεγαρίδος, πλούτιζε σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη φορολογία των χωρών αυτών και των εσόδων της τεράστιας περιουσίας του, η οποία βρισκόταν σε αυτές και μέχρι τη Λιβαδειά, έως και τη Στυμφαλία, τη Νεμέα, την Αργολίδα και την Αρκαδία.

Απολάμβανε δε την εκτίμηση του σουλτάνου, ο οποίος του είχε παραχωρήσει το προνόμιο να κατοικεί όπου επιθυμούσε απεριόριστα. Γι’ αυτό τον λόγο κατείχε σε πολλές πόλεις μεγαλόπρεπα κτίρια, που έφθαναν σε αριθμό τα σαράντα, όπως λέγεται. Αλλά το πιο λαμπρό από όλα, αριστούργημα καλαισθησίας και ανατολίτικης τέχνης βρισκόταν στην Κόρινθο, την έδρα της διοίκησής του, στην παλαιά Ακροκόρινθο και περιβαλλόταν από το μαγευτικό τοπίο των Νερών της Αφροδίτης και από θαυμαστά άνθη και κήπους.

Τον αποκαλούσαν «Ενδοξομεγαλοπρεπέστατο Κιαμήλ μπέη, εφέντη, Νουρή εφέντη μπέη, ζαδέ*, βοεβόντα και ζαπίτη** της Κορίνθου, σαλαχώρα της κραταιάς βασιλείας***  και Αγιάννη του Μωριά».****

Ο τρισευτυχισμένος μπέης έζησε ευτυχισμένα χρόνια μέχρι την άλωση της Τρίπολης, στην οποία βρισκόταν και αιχμαλωτίστηκε από τους Έλληνες. Η αιχμαλωσία του ήταν πολύτιμη για τον αγώνα λόγο της μεγάλης διασημότητάς του και του απέραντου πλούτου του. Έτσι ελήφθησαν αυστηρά μέτρα για την φύλαξή του  με υπεύθυνο το στρατηγό Π. Γιατράκο ο οποίος τον κράτησε επί πέντε μήνες παρέχοντάς του κάθε δυνατή περιποίηση στην Τρίπολη, το Άργος, τη Νεμέα και στα Εξαμίλια της Κορίνθου, όπου τον μετέφεραν, έως της 19 Φεβρουαρίου 1822, που τον παρέδωσε στην Διοίκηση η οποία τον φυλάκισε στην Ακροκόρινθο.       

Από τότε πολλά υπέστη πολλά δεινοπαθήματα μέχρι την 7η Ιουλίου 1822, οπότε και έχασε τα πάντα και τη ζωή του.***** 

 

Υποσημειώσεις


* Υιός.

** Διοικητής και Δυνάστης.

*** Σαλαχώρας ή μαλλον σιλαχσόρ, επίτιμος υπερασπιστής και σωματοφύλακς του Σουλτάνου.

**** Πρόεδρος και επόπτης των προεστών της Πελοποννήσου.

*****  Ο ανάξιος φρούραρχος Ιάκωβος Θεοδωρίδης, παρά το ηχηρό προσωνύμιο που έφερε ως «Αχιλλέας», σαν είδε τη σκόνη που σήκωσαν τα λεφούσια του Τουρκικού στρατεύματος, δείλιασε, μάζεψε τους 150 άνδρες που είχε στις διαταγές του κι έφυγε από την Τενεατική πύλη (της Δραγονέρας).

Προηγούμενα όμως σε συμφωνία μαζί του, ο άλλοτε υπηρέτης του Κιαμήλ, Δημήτρης Μπενάκης, ο υποφρούραρχος Διαμαντής Λάλακας και ο ηγούμενος της μονής Φανερωμένης, Παρθένιος Βλάχος, εκτελούν εν ψυχρώ τον Κιαμήλ- Μπέη στο δωμάτιο που τον κρατούσαν φυλακισμένο.

Την επομένη ο Δράμαλης ανεβαίνει με επισημότητα στο Ακροκόρινθο ως ελευθερωτής. Του επιφυλάσσουν θερμή υποδοχή η χήρα και η μητέρα του Καμήλ, ντυμένες με πολυτελέστατα πέπλα ανάμεσα σε πλούσια στολισμένες θεραπαινίδες και του αποκαλύπτουν ένα πηγάδι με κρυμμένα 40.000 πουγκιά γεμάτα χρυσά νομίσματα. Για να τιμήσει τη χήρα του Κιαμήλ- Μπέη, την πανέμορφη Γκιούλ- Χανούμ ο Δράμαλης, την παντρεύτηκε πάνω στον Ακροκόρινθο με ανατολίτικη μεγαλοπρέπεια.

 

Πηγή


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    

 

 

Read Full Post »

Χουρσίτ Πασάς


 Ο Χουρσίτ πασάς, Καυκάσιος χριστιανικής καταγωγής που εξισλαμίστηκε, μετά την επιτυχή καταστολή της επανάστασης των Σέρβων διορίστηκε Βαλής (διοικητής) Πελοποννήσου το 1820. Όταν το 1822 περιέπεσε στην δυσμένεια του σουλτάνου αυτοκτόνησε.

 
Χουρσίτ πασάς, λιθογραφία του Bouvier.

Χουρσίτ πασάς, λιθογραφία του Bouvier.

Γεννήθηκε στη Γεωργία , ήταν φτωχό λαϊκό παιδί και πουλήθηκε ως δούλος. Εξισλαμίστηκε σε νεαρή ηλικία και κατατάχθηκε στο σώμα των Γενιτσάρων.  Μετά από κάποια χρόνια και με την προστασία του συμπατριώτη του και ναυάρχου Κουτσούκ Χουσεΐν πασά τοποθετήθηκε σε δημόσια υπηρεσία και διορίσθηκε τοποτηρητής του. Έχοντας ακόμα την εύνοια του Μεχμέτ Χοσρέφ πασά, ο Χουρσίτ προάχθηκε σε πασά το 1803, επί Σουλτάνου Σελίμ Γ’. Διορίσθηκε δε αντιβασιλέας και βεζύρης του Καΐρου και κατάφερε να δαμάσει Τούρκους, Μαμελούκους και Σκυπέταρους που με λυσσασμένους πολέμους προκαλούσαν δεινά στην Αίγυπτο.

Την 21η Οκτωβρίου 1806 διορίσθηκε βαλής (γενικός διοικητής) της Ρούμελης. Τον Ιούλιο του 1808 ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β’ τον μετέθεσε στη σατραπεία του Χαλεπίου της Συρίας. Το 1812 έγινε σπουδαίος βεζύρης και το 1813 ανέλαβε και περάτωσε με εκπληκτική δράση και θηριωδία την καταστολή των εξεγερθέντων υπέρ της ανεξαρτησίας των Σέρβων, τους οποίους και τιμώρησε με πανωλεθρία. Μετά από όλα αυτά διορίσθηκε ξανά βαλής της Ρούμελης, μετατέθηκε δε για πέντε χρόνια στο Χαλέπι.

Τον Νοέμβριο του 1820 διορίσθηκε διοικητής της Πελοποννήσου (μόρα βαλεσής) με έδρα την Τριπολιτσά και αρχηγός (σερασκέρης) της εκστρατείας κατά του αποστάτη Αλή Πασά των Ιωαννίνων.

Ήταν αιμοβόρος και θηριώδης, άκαμπτος και φοβερός σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό· κατέφτασε δε στην Πελοπόννησο με πομπώδη ασιατική μεγαλοπρέπεια, με συνοδεία πλήθος αυλικών, επιτελών, ακολούθων, γυναικών και υπηρετών και με πολυτελέστατες αποσκευές.

Πρώτα μετέβη στην Τριπολιτσά για να εξακριβώσει αν ευσταθούσαν οι φήμες για σχεδιαζόμενη επανάσταση των Ρωμιών. Οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου φρόντισαν να τον καθησυχάσουν. Συγκεντρώθηκαν στο Ναύπλιο για να τον υποδεχθούν και τον συνόδευσαν στις 8 Νοεμβρίου 1820 στην Τριπολιτσά.

Αφού πείστηκε για τις προθέσεις των ραγιάδων αναχώρησε στις 6 Ιανουαρίου 1821 για τα Γιάννινα, προκειμένου να καταστείλει την ανταρσία του Αλή. Στη θέση του άφησε ως τοποτηρητή (καϊμακάμη) τον Μεχμέτ Σαλήχ, με δύναμη 1.000 Αλβανών, για την επιβολή της τάξης.

Λίγες μέρες μετά τον Εθνικό Ξεσηκωμό, πληροφορείται το γεγονός και αμέσως αποστέλλει έφιππους αγγελιοφόρους στην Κωνσταντινούπολη για να αναγγείλουν στον σουλτάνο ότι οι ραγιάδες της Πελοποννήσου εξεγέρθηκαν. Χωρίς να περιμένει την απάντησή του, διατάσσει τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ Μεχμέτ να καταπνίξουν πρώτα την επανάσταση στην Ανατολική Στερεά και στη συνέχεια να διεκπεραιωθούν στην Πελοπόννησο. Παράλληλα, στέλνει τον επιτελάρχη του Κεχαγιάμπεη Μουσταφά με 3.000 άνδρες για την ενίσχυση της Τριπολιτσάς, καθώς στην πόλη βρισκόταν το χαρέμι και οι θησαυροί του.

Ο ίδιος παραμένει στα Γιάννινα και πολιορκεί τον Αλή Πασά. Παρά τα μαντάτα, πιστεύει ότι η εξέγερση στην Πελοπόννησο είναι μικρή σε έκταση και θα κατασταλεί εύκολα από τους στρατηγούς του. Η διπλή αυτή επιχείρηση του Χουρσίτ θα καταλήξει σε αποτυχία. Ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιοσέ Μεχμέτ δεν θα φθάσουν ποτέ στην Πελοπόννησο και ο Κεχαγιάμπεης δεν θα αποτρέψει την Άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) από τον Κολοκοτρώνη και τους άνδρες του. Μόνη παρηγοριά για τον Χουρσίτ, η διάσωση του χαρεμιού* και μεγάλου μέρους των θησαυρών του.

Τον Ιανουάριο του 1822 κατορθώνει να συλλάβει τον Αλή Πασά και να στείλει το κεφάλι του πεσκέσι στον Σουλτάνο. Μετά και την καταστολή της εξέγερσης στην Ήπειρο μένει απερίσπαστος να καταστείλει την επανάσταση στην Πελοπόννησο. Στη διάθεσή του έχει ένα πανίσχυρο στρατό, που αγγίζει τις 80.000 άνδρες.

Όμως, ένα αιφνίδιο γεγονός μετέβαλε εντελώς τα πράγματα. Οι εχθροί και οι αντίζηλοί του τον διέβαλαν στο Σουλτάνο ότι οικειοποιήθηκε μεγάλο μέρος της περιουσίας του Αλή Πασά. Ήταν μια συνηθισμένη τακτική για όσους πασάδες θεωρούνταν επιτυχημένοι. Και ο Χουρσίτ θεωρήθηκε από τους αντιπάλους, αλλά και τον Σουλτάνο, ότι θα αποκτούσε ακαταγώνιστη δύναμη, εάν κατέστειλε και την Επανάσταση στην Πελοπόννησο.

Ο Χουρσίτ είχε αποστείλει στην Κωνσταντινούπολη 40.000.000 γρόσια, με τη δήλωση ότι αυτά βρήκε στα θησαυροφυλάκια του Αλή. Η Πύλη εκτίμησε ότι η περιουσία του Αλή ξεπερνούσε τα 500.000.000 γρόσια και του ζήτησε λεπτομερή λογοδοσία. Ο υπερήφανος στρατάρχης φαίνεται ότι εθίγη από τη σουλτανική παραγγελία και δεν απάντησε. Τότε καταγγέλθηκε ως καταχραστής του δημόσιου θησαυρού και έπεσε σε δυσμένεια.

Αμέσως του αφαιρέθηκε η αρχηγία της εκστρατείας στην Πελοπόννησο, η οποία ανατέθηκε στον Μαχμούτ Πασά, τον επονομαζόμενο Δράμαλη. Ο Χουρσίτ διατασσόταν να παραμείνει στη Λάρισα και να φροντίζει την τροφοδοσία του στρατού του Δράμαλη. Ουσιαστικά, επρόκειτο για υποβιβασμό.

Όταν άρχισαν να φθάνουν στην Κωνσταντινούπολη οι δυσάρεστες ειδήσεις για την αποτυχία της εκστρατείας του Δράμαλη, ο Σουλτάνος έδωσε εντολή στον Χουρσίτ να εκστρατεύσει ο ίδιος για να σώσει την κατάσταση. Όμως, οι εις βάρος του ραδιουργίες συνεχίστηκαν και οι απεσταλμένοι του σουλτάνου πήραν το δρόμο για τη Λάρισα με τη διαταγή θανατώσεώς του.

Πληροφορήθηκε όμως εγκαίρως την καταδίωξη που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εις βάρος του και αυτοκτόνησε με δηλητήριο, γύρω στα τέλη του Νοεμβρίου στη Λάρισα.

Κηδεύτηκε μεγαλοπρεπώς και η ταφή του πραγματοποιήθηκε κοντά στη γέφυρα του Πηνειού, σε τάφο που έφερε πομπώδη επιτύμβια επιγραφή. Ωστόσο μετά από τρεις ημέρες έφθασε ο δήμιος της Πύλης, ο οποίος έφερε το σουλτανικό φιρμάνι της θανατικής του καταδίκης. Έπειτα από ανασκαφή που πραγματοποιήθηκε στο νωπό τάφο, έκοψε το κεφάλι του Χουρσίτ πασά και το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη.

 

Υποσημείωση


 

* Χαρέμια Χουρσίτ Πασά

ΑΡΧΕΙΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ-ΜΑΡΙΝΟΣ Θ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ (1791-1863)

Οι φάκελοι Α’και Β’ περιλαμβάνουν έγγραφα (επιστολές, εκθέσεις, αναφορές κ. ά. ) καθώς επίσης και μεταφράσεις των εγγράφων που αφορούν την υπόθεση της απελευθέρωσης και της ασφαλούς μεταφοράς των χαρεμιών του Χουρσίτ Πασά, μετά την άλωση της Τριπολιτσάς το 1821, με αντάλλαγμα την απελευθέρωση όλων των Ελλήνων αιχμαλώτων που βρίσκονταν στα χέρια των Τούρκων. Μεσολαβητικό ρόλο στην υπόθεση αυτή μεταξύ ελληνικής κυβερνήσεως και Υψηλής Πύλης, είχε διαδραματίσει ο ιατρός Παναγιώτης-Μαρίνος Θ. Στεφάνου μετά από πρόταση του αγγλου Αρμοστή Th. Maithland. Αναλυτική καταγραφή και αρίθμηση των εγγράφων έχει γίνει από μέλη της οικογένειας Στεφάνου και βρίσκεται στους οικείους φακέλους. (Ελληνικό λογοτεχνικό Ιστορικό Αρχείο, Αθήνα 1995).

 

Πηγές


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    
  • AHMET UZUN (Cumhuriyet Üniversitesi, Τμήμα Οικονομίας και Διοίκησης), «Ο Αλή Πασάς ο Τεπελένης και η περιουσία του», μετάφραση από τα τουρκικά: Γιώργος Σύρμας, 2001.

 

 

 

Read Full Post »

Ελληνική κοινότητα των Κιανών στο Ρεστ της Περσίας


 

 Η οικονομική ακμή των Κιανών στο Ρεστ, προσέλκυσε και άλλους Έλληνες από διάφορα μέρη, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν εκεί. Πολλοί Πόντιοι ασχολούνταν με έργα οδοποιίας, ενώ άλλοι Έλληνες ίδρυσαν ιατρεία και φαρμακεία, ξενοδοχεία, εστιατόρια και καφενεία. Αυτά ήταν και τα μόνα που υπήρχαν στην πόλη εκείνη. Ο πρώτος που εισήγαγε στην Περσία τα μηχανοποίητα τσιγάρα ήταν και αυτός Έλληνας.

 

Οικογένεια Κιανών περίπου το 1912.

Οικογένεια Κιανών περίπου το 1912.

Μία από τις βασικές επαγγελματικές και γεωργικές επιδόσεις των Κιωτών ήταν η σηροτροφία και η παραγωγή μεταξοσπόρων. Η μεγάλη ανάπτυξη και η κατανάλωσή τους στον Καύκασο, στην Περσία (Ιράν), στο Τουρκεστάν και στη Βουχάρα συντέλεσε στο να δημιουργηθεί στην Περσία μια ευημερούσα κοινότητα των Κιανών. Μετά από τη μεγάλη κατανάλωση στην Περσία πολλών εκατοντάδων χιλιάδων κουτιών μεταξοσπόρων, άρχισαν οι Κιώτες από το 1886 να εγκαθίστανται εκεί, ιδρύοντας εμπορικά γραφεία με κέντρο το Ρεστ του Γκιλάν. Εκείνο όμως που συνετέλεσε στη μεγάλη οικονομική ευρωστία των Κιανών εμπόρων στην Περσία – και κατά συνέπεια και της Κίου – ήταν το ότι με την καλή απόδοση των μεταξοσπόρων από την Κίο αυξήθηκε πολύ η παραγωγή τους στην Περσία. Τα κουκούλια αυτά μετά από την αποξήρανσή τους στέλνονταν στα δυο μεγάλα κέντρα μεταξιού της Ευρώπης, στη Λυών της Γαλλίας και στο Μιλάνο της Ιταλίας. Την εξαγωγή αυτή των κουκουλιών από την Περσία στην Ευρώπη την είχαν στα χέρια τους κυρίως Γάλλοι και Ιταλοί. Με την εγκατάσταση όμως των Κιανών στην Περσία το εμπόριο αυτό περιήλθε στα χέρια τους οι οποίοι εκτόπισαν εντελώς τους Ευρωπαίους.

Από όλη την ποσότητα των 1.000.000 και πλέον κιλών κουκουλιών της ετήσιας παραγωγής, τα 75-80% εξάγονταν από τους Κιώτες και τα υπόλοιπα από τους ξένους. Με την αύξηση των εργασιών τους οι έμποροι από την Κίο επάνδρωναν τα γραφεία τους στο Ρεστ με υπαλλήλους από την Κίο, οι οποίοι μορφώνονταν σε διάφορα σχολεία στην Κωνσταντινούπολη αλλά και στη Γαλλική σχολή της Προύσας, όπου διδάσκονταν λογιστικά και ξένες γλώσσες, ιδίως τη Γαλλική, η οποία την εποχή εκείνη ήταν η επικρατέστερη στην εμπορική αλληλογραφία.

Η οικονομική ακμή των Κιανών εκεί προσέλκυσε και άλλους Έλληνες από διάφορα μέρη, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο Ρεστ. Πολλοί Πόντιοι ασχολούνταν με έργα οδοποιίας, ενώ άλλοι Έλληνες ίδρυσαν ιατρεία και φαρμακεία, ξενοδοχεία, εστιατόρια και καφενεία. Αυτά ήταν και τα μόνα που υπήρχαν στην πόλη εκείνη. Ο πρώτος που εισήγαγε στην Περσία τα μηχανοποίητα τσιγάρα ήταν και αυτός Έλληνας.

Η εκτίμηση που απολάμβανε η ελληνική παροικία των Κίων στο Ρεστ τόσο από τους Πέρσες όσο και από τη διεθνή κοινωνία ήταν εξαιρετική. Οι Κίοι πέτυχαν με την πολιτεία τους να αποκτήσουν πλήρως την εμπιστοσύνη των κατά τα άλλα δύσπιστων Περσών.

Κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα όλοι οι Κιανοί στην Περσία βρίσκονταν σε άριστη οικονομική κατάσταση. Η αύξηση του ελληνικού στοιχείου έφερε και την ανάγκη για ίδρυση ελληνικής εκκλησίας και σχολείου. Με την πρωτοβουλία των Κιανών χτίστηκε στην πιο κεντρική θέση της πόλης του Ρεστ εκκλησία, σχολείο και κοινοτικό κατάστημα, τα οποία στοίχισαν πάνω από 2000 χρυσές λίρες, χρήματα τα οποία καταβλήθηκαν από τους εκεί εγκαταστημένους Κιώτες. Πρώτος εφημέριος της εκκλησίας ήταν ο αρχιμανδρίτης Χαρίτων, δάσκαλος ο Ι. Ανανιάδης, τον οποίο διαδέχτηκε ο Γιαννακός. Οι συμπολίτες μας στην Περσία κατέβαλλαν και τα έξοδα για τη συντήρηση των κοινοτικών ιδρυμάτων αυτών.

Η Τουρκική κυβέρνηση, εκτιμώντας το έργο των Ελλήνων υπηκόων της στην Περσία, διόρισε επίτιμο πρόξενό της στο Ρεστ τον Χαρίλαο Παπαδόπουλο. Το Γαλλικό προξενείο υπεράσπιζε τα συμφέροντα των Ελλήνων υπηκόων. Όταν δε καταργήθηκε, η Γαλλική πρεσβεία της Τεχεράνης διόρισε Έλληνα προξενικό πράκτορα στο Ρεστ. Οι διαφορές με τους ντόπιους εκδικάζονταν σε ειδικά δικαστήρια, τα λεγόμενα «Καρκουζαράτα», λόγω των διομολογήσεων που ίσχυαν τότε στην Περσία.

Η ευημερία και η άνθηση του εμπορίου των συμπατριωτών μας εξακολούθησε μέχρι την κήρυξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου το 1914. Επειδή η Τουρκία και η Ρωσία κατά τον πόλεμο αυτό ανήκαν σε αντίπαλα στρατόπεδα, η δε μεταφορά των μεταξοσπόρων γίνονταν διά του ρωσικού Καυκάσου, ήταν πια αδύνατη η εισαγωγή μεταξοσπόρων από την Κίο στην Περσία. Αλλά ούτε και τα κουκούλια από την Περσία ήταν δυνατόν να σταλούν στην Ευρώπη.  

Μετά τη Ρωσική επανάσταση του 1917, οπότε πέθανε και ο Χαρίλαος Παπαδόπουλος, η ελληνική κοινότητα Ρεστ προβλέποντας ότι θα ακολουθήσουν δύσκολες μέρες, με πρακτικό της παραχώρησε την ακίνητη περιουσία της στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, κοινοποιώντας ταυτοχρόνως σε αυτό την απόφασή της.

Αργότερα, μετά την τοπική επανάσταση στη βόρεια Περσία, η οποία προκλήθηκε από Ρώσους κομμουνιστές, λεηλατήθηκαν το σχολείο και η εκκλησία. Μετά την ανακωχή του 1918, οι περισσότεροι από τους ομογενείς αναχώρησαν οριστικά από την Περσία. Παρέμειναν ελάχιστοι, οι οποίοι ασχολούνταν με εμπόριο εισαγωγών από την Ευρώπη και με άλλα ελευθέρια επαγγέλματα.

Μετά από τη Μικρασιατική καταστροφή και την ομαδική έξοδο του ελληνικού πληθυσμού από την Κίο έπαψε τελείως το εμπόριο των μεταξοσπόρων, διότι οι Τούρκοι, αν και το επεχείρησαν, δεν μπόρεσαν να το συνεχίσουν, επειδή δεν υπήρχαν ειδικοί που να γνωρίζουν ακριβώς την μικροσκόπηση των μεταξοσκολήκων.

Από τους εγκατασταθέντες Κιανούς στη Μακεδονία ο Αναστ. Πινάτσης, ένας από τους μεγαλύτερους εμπόρους μεταξοσπόρων της Παλαιάς Κίου, για τρία συνεχώς χρόνια ασχολούνταν στην Αγυιά της Θεσσαλίας με την παραγωγή μεταξοσπόρων με το σύστημα Pasteur, τους οποίους έστελνε στην Περσία. Και ο Θεολόγος Βαρβάκης από την Κίο παρασκεύασε μεταξοσπόρους στη Βέροια και τους έστειλε στην Περσία. Δεν μπόρεσε όμως κανείς από τους δύο να συνεχίσει και να αναπτύξει και πάλι το εμπόριο αυτό, γιατί τα έξοδα παρασκευής στην Ελλάδα ήταν πολλά και τα ναύλα μεταφοράς στην Περσία μεγάλα. Δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν τις τιμές των μεταξοσπόρων της τοπικής παραγωγής, αφού οι Πέρσες ασχολήθηκαν με την παραγωγή τους κατά τα μεταπολεμικά έτη.

Αργότερα οι Πέρσες, θέλοντας να οργανώσουν διάφορες καλλιέργειες, κάλεσαν από την Ελλάδα ιδιώτες ειδικούς, ιδίως Ποντίους, για καπνοκαλλιέργεια, κάλεσαν τυροκόμους, εργοδηγούς για έργα οδοποιίας και για σιδηροδρομικές γραμμές. Όλοι αυτοί σήμερα χρησιμοποιούν την εκκλησία μαζί με τους εγκατεστημένους στο Ρεστ Ρώσους, διότι είναι η μοναδική χριστιανική εκκλησία στην περιοχή αυτή.

Από το εμπόριο λοιπόν αυτό της Κίου με την Περσία μέχρι το 1914, ευημερούσαν οικονομικά οι κάτοικοι της Κίου. Εξαιτίας αυτής της οικονομικής ευημερίας των Κιανών και της επικοινωνίας με τον πολιτισμένο κόσμο – γιατί πολλοί πηγαίνοντας ή επιστρέφοντας από την Περσία περνούσαν από την Κεντρική Ευρώπη ή τη Ρωσία – ήρθε και η πνευματική και κοσμοπολιτική τους πρόοδος.

  

Πηγή


  • Περιοδικό Αναγέννηση, «1922-2002: Αφιέρωμα στην Κίο», τεύχος 384, Ιούλιος – Αύγουστος 2002.

 

 

Read Full Post »

Κίος 1914 – Η Γυναίκα της Κίου


  

Κατά τη διάρκεια του Ευρωπαϊκού Πολέμου 1914-1918, επειδή όλοι οι άνδρες από 19-50 ετών στρατευθέντες υπηρετούσαν στα περιώνυμα «Εργατικά Τάγματα»* (Αμελέ Ταμπούρ), τα οποία επινόησε ο μέγας διώκτης του Ελληνισμού γερμανός στρατηγός Φον Ντε Γκολτ Πασάς, για την εξόντωση του Ελληνισμού, άλλοι δε από τους άνδρες της Κίου φυγοδικούντες κρύβονταν σε κάθε είδους κρυψώνες μέσα στην πόλη, το εμπόριο και οι γεωργικές εργασίες, στην Κίο τουλάχιστον, πέρασαν στις γυναίκες.

Η Γυναίκα της ΚίουΟ πόλεμος εκείνος ο Ευρωπαϊκός έγινε αιτία να διαπιστωθεί η αντοχή των γυναικών και στις εξωτερικές εργασίες, αντοχή που θα την ζήλευαν και οι εργατικότεροι και οι πιο ακούραστοι άντρες. Η γυναίκα λοιπόν της Κίου κατά τα έτη 1914-1918 άφησε κατά μέρος το καπέλο, το δερμάτινο γάντι, τα πολυτελή φορέματα, τη μεταξωτή κάλτσα, το γοβάκι με ψηλό τακούνι, το κραγιόν, την πούδρα, τις παντόφλες που κατασκεύαζε η ίδια από σπάγκο, ακόμη και το τσαρούχι και αντικατέστησε σε όλα το στρατιωτικό ή φυγόδικο ή λιποτάκτη πατέρα, σύζυγο και αδελφό της. Τα ελαιοτόπια, οι συκομουριές, τα αμπέλια και γενικώς όλα τα κτήματα της Κίου καλλιεργούνταν από τις γυναίκες. Αυτές μάζευαν τις ελιές, αυτές μετέφεραν τα φύλλα της μουριάς για τη διατροφή των μεταξοσκωλήκων, αυτές πήγαιναν στην Προύσα όπου πουλούσαν τα κουκούλια. Αυτές με τα ζώα και με τα κάρα πήγαιναν στα χωριά του εσωτερικού και διενεργούσαν το εμπόριο ανταλλαγής. Δίνοντας βιομηχανικά προϊόντα ή εργόχειρα (κεντήματα κλπ.) έναντι γεωργικών προϊόντων (σιτάρι, πληγούρι κλπ.).

Αυτές καλλιεργούσαν τους λαχανόκηπους, αυτές έσπερναν, θέριζαν και μαζεύανε τα δημητριακά. Ο κάμπος της Κίου βομβούσε από τη γυναικεία εργασία. Η τσάπα, το λισγάρι, το σκαλιστήρι, το κλαδευτήρι και η ποτιστήρα δεν έλειψαν ολόκληρη την τετραετία του πολέμου από τα χέρια της Κιώτισσας γυναίκας, η οποία σαν μέλισσα εργαζότανε νύχτα και ημέρα κάτω από το δριμύ ψύχος το χειμώνα και τον καυτερό ήλιο το καλοκαίρι. Αυτές διενεργούσαν και το εμπόριο με την Κωνσταντινούπολη. Αγόραζαν από την Κίο ελιές, λάδι, όσπρια, πουλερικά, μέλι, πετμέζι, άσπρα (χάσικα) ψωμιά, οπωρικά και διάφορα άλλα τρόφιμα και τα μετέφεραν στην Πόλη για να τα μεταπουλήσουν κερδίζοντας έτσι αρκετά χρήματα. Οι γυναίκες αυτές καθ’ όλο το διάστημα του πολέμου ενεργούσαν και το εμπόριο των δημητριακών, τα οποία η Κίος στερούνταν.

Η Γυναίκα της ΚίουΓι’ αυτό, επειδή το χρήμα στα χωριά του εσωτερικού δεν είχε τόση αξία όσο τα διάφορα βιομηχανικά προϊόντα, οι γυναίκες μας πήγαιναν στην Προύσα, με τα πόδια βέβαια, ελείψει μέσων συγκοινωνίας, και αγόραζαν διάφορα αντικείμενα, όπως είδη μαγειρικής χάλκινα, διάφορα γυάλινα είδη, δοχεία από πορσελάνη, υφάσματα για τούρκικους φερετζέδες, σεντόνια, κουβέρτες, χαλιά, τραπεζομάντιλα, ρολόγια, κομπολόγια και παντός είδους υφάσματα.

Εφοδιασμένες με τα ανωτέρω είδη, σχημάτιζαν ομάδες από τη γειτονιά τους και ξεκινούσαν για τα σιτοπαραγωγά χωριά του Παζάρ-Κιοϊ, του Γενή-Σεχήρ, του Μπιλετζίκ και έφθαναν ως το Εσκή-Σεχήρ. Εκεί πουλούσαν το εμπόρευμά τους με ανταλλαγή σιταριού, κριθαριού, αραβοσίτου, οσπρίων, αλευριού, διαφόρων ζυμαρικών, πουλερικών και παντός είδους τροφίμων, τα οποία φορτώνονταν σε βοδάμαξες με τις οποίες τα έφερναν στην Κίο.

Τα ταξίδια αυτά γίνονταν πάντα με τα πόδια, διαρκούσαν δε περίπου 15 μέρες. Τόση δε ασφάλεια υπήρχε τότε στην ύπαιθρο, ώστε ποτέ δε σημειώθηκε κλοπή ή ληστεία σε βάρος των γυναικών αυτών, επικρατούσε δε την εποχή εκείνη τέτοια τιμιότητα και ηθική, ώστε δεν έγινε κανένα επεισόδιο σε βάρος της τιμής των γυναικών που ταξίδευαν ολομόναχες από την Κίο μέχρι το Εσκή-Σεχήρ, απόσταση μεγαλύτερη από 150 χιλιόμετρα. Ίσως αυτό να οφείλεται και στο ότι όλος ο αρσενικός πληθυσμός της Τουρκίας από 19-50 ετών ήταν στρατευμένος στα διάφορα πολεμικά μέτωπα.

Το εμπόριο αυτό της ανταλλαγής που διεξήγαγαν οι γυναίκες της Κίου είχε τόσο αναπτυχθεί και προοδεύσει, ώστε κατά τα τελευταία έτη του πολέμου 1917-1918, είχε λυθεί το επισιτιστικό πρόβλημα της Κίου, όπου υπήρχε άφθονο ψωμί και ότι άλλο τρόφιμο που σπάνιζε στις άλλες περιοχές της Τουρκίας. Γι’ αυτό και οι τουρκικές αρχές, οι οποίες δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον για τον επισιτισμό της Κίου κατά τα πρώτα έτη του πολέμου, μετά παρείχαν κάθε ευκολία και υποστήριξη στις εμπορευόμενες γυναίκες της πατρίδας μας Κίου.

Η γυναίκα της Κίου κατά τον Ευρωπαϊκό εκείνο πόλεμο επιδόθηκε σε κάθε κοπιαστική, επίμοχθη, επίφοβη και επικίνδυνη εργασία, σπρωγμένη από τη σκληρή ανάγκη της ζωής για τη διατροφή της οικογένειάς της. Η κιώτικη γυναικεία αντοχή θριάμβευσε τότε.

 

Υποσημείωση    


* Την υποχρεωτική κατάταξη των αντρών στα διαβόητα «Εργατικά Τάγματα» (Αμελέ Ταμπουρού), που στην πραγματικότητα ήταν Τάγματα θανάτου. Οι επιστρατευμένοι στέλνονταν στο εσωτερικό της Μ. Ασίας και ήταν υποχρεωμένοι, κάτω από την άγρια επιτήρηση κτηνωδών τσαούσηδων, να δουλεύουν 18 ώρες το 24ωρο. Έσπαζαν πέτρες, μετέφεραν υλικά, άνοιγαν διαβάσεις, κάτω από το αφόρητο ψύχος, τη βροχή ή τον καυτό ήλιο, χωρίς επαρκή τροφή και ιατρική περίθαλψη. Χιλιάδες ήταν αυτοί που πέθαναν από τις κακουχίες, τους ξυλοδαρμούς και τις επιδημίες.

                                                                                            

Πελοπίδας Ε. Πινάτσης

Περιοδικό Αναγέννηση, «1922-2002: Αφιέρωμα στην Κίο», τεύχος 384, Ιούλιος – Αύγουστος 2002.

Read Full Post »

Μπουασονά Φρέντ – Frederic Boissonnas (1858-1946) 


 

O Φιλέλληνας  Ελβετός Fred Boissonnas είναι ο πρώτος ξένος φωτογράφος που περιηγήθηκε τόσο πολύ στον ελληνικό χώρο, από το 1903 και για περίπου τρεις δεκαετίες αργότερα. Ταξίδεψε από την Πελοπόννησο ως την  Κρήτη και τον Όλυμπο και από την Ιθάκη ως το Άγιο Όρος. Περιηγήθηκε, φωτογράφισε, έγραψε. Το έργο του, πρωτοποριακό αλλά και καθοριστικό για την εξέλιξη της ελληνικής φωτογραφίας κατά τον 20ό αιώνα. Μέσα από τις φωτογραφίες και τα λευκώματά του παρουσιάζει ένα πανόραμα της Ελλάδας του μεσοπολέμου, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για την Ελλάδα την ίδια περίοδο.

Η οικογένεια των Boissonnas κατάγεται από τη νότια Γαλλία, από το  Livron, ένα χωριό κοντά στη Μασσαλία.  Όταν στη Γαλλία το κλίμα για τους προτεστάντες έγινε εχθρικό οι πρόγονοι του Fred – μαζί με πολλές άλλες οικογένειες- αναγκάστηκαν να καταφύγουν στη Γενεύη. Η καταγωγή της οικογένειας έκανε τον Fred να πιστεύει πως ήταν απόγονος γενναίων Ελλήνων θαλασσοπόρων που είχαν εγκατασταθεί εκεί, κοντά στις εκβολές του Ροδανού.[i]

Ο Henri-Antoine Boissonnas,  ο πατέρας του Fred,  ιδρυτής  της φωτογραφικής δυναστείας, άσκησε στην αρχή το επάγγελμα του χαράκτη στο ωρολογοποιείο του πατέρα του, η αδυναμία του , όμως, ήταν η φωτογραφία. Αυτή η αγάπη – που την κληρονόμησαν οι γιοι του- ήταν η αιτία που, αργότερα,  άνοιξε  στούντιο στη Γενεύη.

Frederic Boissonnas (1858-1946)

Frederic Boissonnas (1858-1946)

Ο Fred(eric) Boissonnas γεννήθηκε στις 18-6-1858. Ήταν το πρώτο από τα  τέσσερα παιδιά του Henri-Antoine και της  Sophie, (Fred, Edmond-Victor, Caroline, Eva).[ii]  Πολύπλευρο ταλέντο, ο Fred κατάφερνε να συνδυάζει τα σπορ – ο αλπινισμός ήταν η μεγάλη του αγάπη- με τις σπουδές – παρακολουθούσε μαθήματα σχεδίου στη Σχολή Καλών Τεχνών- και τη μουσική- ήταν θαυμάσιος πιανίστας. Μια καρδιακή κρίση του πατέρα του τον υποχρέωσε, πριν   τελειώσει το γυμνάσιο, να αναλάβει για μερικούς μήνες το εργαστήριο. Παρά την απειρία του κατάφερε να τα βγάλει πέρα. Μετά από αυτό, ο πατέρας του αποφάσισε να τον στείλει να βελτιώσει τις γνώσεις του, πρώτα στη Στουτγάρδη, στο στούντιο του Brandseph, και αργότερα στον Ούγγρο Kohler. Ο τελευταίος  επηρέασε αποφασιστικά τον Fred. Ο Fred επέστρεψε από την Ουγγαρία το 1880. Γρήγορα, μεταμόρφωσε το ατελιέ του πατέρα του σε μαγικό σκηνικό, χρησιμοποιώντας έπιπλα, διακοσμητικές συνθέσεις και σκηνογραφικά υπόβαθρα με απόλυτα νεωτεριστικό πνεύμα και ιδιαίτερα ελκυστικό αποτέλεσμα. Οι  φωτογραφίες  του χαρακτηρίζονταν για τη  ζωντάνια  τους και χάρισαν στον Fred διεθνή αναγνώριση. Το ατελιέ του ήταν διαρκώς γεμάτο. Από το 1896 και μετά κέρδισε, πολλά βραβεία στη Γενεύη, το Παρίσι, τη  Βέρνη, τη Βιέννη, το Σικάγο.

Τα επόμενα χρόνια πολλαπλασίασε τις μελέτες του γύρω από το φως.  Μελέτησε τον καλπασμό ενός αλόγου, χωρίζοντάς τον  σε πολύ μικρά  διαστήματα, της τάξης του  1/100 του δευτερολέπτου (αντίστοιχα με τη σχετική μελέτη του Maybridge)[iii]. Ανέλαβε φωτορεπορτάζ, διαφημίσεις  κλπ.

Στην Παγκόσμια Έκθεση του Παρισιού του 1900 κέρδισε το πρώτο βραβείο. Μετά και από αυτό το θρίαμβό του, ο Fred άρχισε να εγκαινιάζει ατελιέ στο Παρίσι, τη Λυών και τη Μασσαλία. Το 1902 – μαζί με τον Γερμανό Eggler- αγόρασε το ατελιέ του Ιταλού Passeta, στην πλατεία Niefski της  Μόσχας. Ο Eggler κατάφερε γρήγορα να προσελκύσει όλη την καλή κοινωνία της πόλης στο κατάστημα τους. Κυρίες επί των τιμών, δούκες, δούκισσες, βοεβόδες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες άρχισαν συρρέουν για  ένα πορτρέτο.

Πριν φύγει για την Αμερική ο Edmond-Victor Boissonnas[iv] είχε ετοιμάσει για τον αδερφό του μερικές μεγάλες  φωτογραφικές πλάκες. Είχε καταφέρει να απομονώσει ένα φωτοευαίσθητο υλικό, την εωσίνη, και τη χρησιμοποίησε καθαρή, σε μεγάλες ποσότητες, με θεαματικά αποτελέσματα[v].

Τον ίδιο καιρό ο Fred φωτογράφησε από μακριά το Mont-Blanc, με τηλεφακό που κατασκευάστηκε στην Αγγλία. Για πρώτη φορά στην ιστορία της φωτογραφίας ξεχώρισε το μπλέ (ουρανός) από το άσπρο (χιόνι). Η κορυφή από μόνη της κάλυψε μία πλάκα 15×16 εκ. Η φωτογραφία αυτή έκανε  το γύρο του κόσμου.

 

Ο Fred Boissonnas  στην Ελλάδα


 

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές  ασχολίες τους, στο βάθος το φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές ασχολίες τους, στο βάθος το
φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

Πρώτος σταθμός τους στην Ελλάδα η Κέρκυρα.  Η παρέα θαμπώθηκε από τον πολιτισμό των Ιονίων. Εντυπωσιάστηκε πιο πολύ από τα πασχαλιάτικα έθιμα  του νησιού.  Έφτασαν τελικά στην Αθήνα και από εκεί στον Παρνασσό. Σχεδόν δυο  μήνες πήρε η προσπάθεια του Fred να τραβήξει ένα πλάνο αυτού του τιμημένου βουνού, που να  τον ικανοποιεί.

Τελικά, ο Fred κι ο Daniel εγκαταστάθηκαν στο Ζεμενό Κορινθίας  απ’ όπου μπορούσαν να έχουν πανοραμική άποψη του Παρνασσού. Στο  χωριό, που  δεν είχε ξαναφανεί   φωτογράφος,  διοργανώθηκε γιορτή. Ο παπάς του χωριού τούς παραχώρησε το δωμάτιό του. Ο ίδιος αρκέστηκε στο στάβλο που έβαζε το γάιδαρό του.

Όταν ο καιρός δεν επέτρεπε τη φωτογράφηση του Παρνασσού, ο Fred φωτογράφιζε τους χωρικούς στις καθημερινές  ασχολίες τους. Πέρασαν από την Επίδαυρο, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα, το Άργος, την Τρίπολη, τη Σπάρτη.

Από το πρώτο κιόλας ταξίδι του στην Ελλάδα, ο Fred  σκέφτηκε να συνδέσει τη δουλειά του με την τουριστική προβολή της χώρας.[vii] Με  διαδοχικά υπομνήματά του πρότεινε στην  ελληνική κυβέρνηση τη χρηματοδότησή του για τη φωτογράφηση της Ελλάδας, αλλά και των περιοχών που επρόκειτο να ενσωματωθούν σ‘ αυτήν (Κρήτη, Μικρασιατικά παράλια, Ήπειρος, Μακεδονία).

Έθεσε τις υπηρεσίες του στην προβολή των ελληνικών θέσεων στο εξωτερικό με τη δύναμη της φωτογραφικής εικόνας. (Δυστυχώς η πρωτοποριακή αυτή πρόταση δεν έγινε δεκτή παρά αργότερα όπως θα δούμε παρακάτω για την περίπτωση της Ηπείρου και της Μακεδονίας)[viii].

Τον Οκτώβριο του 1907 ο Fred,  γυρίζοντας από την Αίγυπτο, βρέθηκε στην Ακρόπολη. Είχε πολλά να κάνει εκεί: χρειαζόταν πλάνα για το βιβλίο που ετοίμαζε με τον Daniel καθώς και για την καταγραφή των μνημείων της Αθήνας που του είχε ζητήσει ο εκδότης Eggimann από την Ευρώπη. Ο φωτισμός ήταν αξιοθαύμαστος, η θέα καταπληκτική, ο Παρθενώνας αποκλειστικότητά του[ix]: «…πραγματοποιώ ένα όνειρο, είμαι ολομόναχος… Είναι ωραίο να απολαμβάνω τέτοιο θαύμα…», έγραφε ο ίδιος .

Αργότερα, ανεβασμένος στην κορυφή μιας σκάλας 12 μ. που είχε παραγγείλει σε ένα ντόπιο ξυλουργό, φωτογράφισε την ζωφόρο  του Παρθενώνα. Κάποιοι θεώρησαν βλασφημία αυτή τη φωτογράφηση. Τα γλυπτά, έλεγαν, είχαν φτιαχτεί για να τα βλέπει κανείς από το έδαφος. Όλοι όμως επαίνεσαν τις φωτογραφίες που τράβηξε στον  Παρθενώνα μετά από μια δυνατή νεροποντή[x].

Το 1908 ο Fred ταξίδεψε και πάλι στην Ελλάδα. Αποβιβάστηκαν στην Αίγινα από όπου πέρασαν στην Επίδαυρο, στην Αττική και  κατέληξαν  στα Μετέωρα. Τον Αύγουστο του 1910 κυκλοφόρησε το  λεύκωμα «En Grèce par monts et par vaux» (Στην Ελλάδα μέσα από τα βουνά και τα λαγκάδια), με τις υπογραφές των Fred και Daniel. Παρά το γεγονός ότι ήταν πανάκριβο, το λεύκωμα, σύντομα  εξαντλήθηκε. Οι κριτικές ήταν διθυραμβικές.

Ο Daniel έγραψε: «εκεί όπου οι άλλοι δεν ψάχνουν παρά μόνο για ερείπια εμείς ανακαλύψαμε μια φύση και ένα λαό». Από παντού έφθαναν συγχαρητήρια γράμματα.  Όλοι, από τον πιο ασήμαντο νεαρό Έλληνα φοιτητή ως τον  Ελευθέριο Βενιζέλο, έγραφαν για να εκφράσουν το θαυμασμό τους.

Στο «En Grèce par monts et par vaux», διαβάζουμε για το Ναύπλιο, τη φυλακή και τους δήμιους. 

 

  

 

Το λιμάνι του Ναυπλίου - Frederic Boissonnas 1903

« Στο Ναύπλιο συνυπάρχουν η Δύση (Ιταλία) και η Ανατολή. Οι Βενετοί ονόμαζαν την πόλη Νάπολη της Ρωμανίας. Το κάστρο Ιτς Καλέ που δεσπόζει στο λιμάνι είναι χτισμένο στη θέση της αρχαίας ακρόπολης. Ο μόλος πάνω στον οποίο βρίσκεται μοιάζει με προέκταση του βράχου του Παλαμηδίου αγκυροβολημένη στη θάλασσα. Το ύψος του βράχου που φαίνεται απ’ όλη την αργολική πεδιάδα ξεπερνάει τα διακόσια μέτρα, πράγμα που δίνει την εντύπωση πως το Παλαμήδι βγαίνει από τη θάλασσα και φτάνει ίσαμε τον ουρανό. Χίλια σκαλοπάτια πάνω στον βράχο οδηγούν ίσαμε το οχυρό που βρίσκεται στην κορυφή του και είναι διαμορφωμένο σε φυλακή.

Οι κρατούμενοι περνούν την ημέρα τους όλοι μαζί, στις τοιχισμένες χαμηλές αυλές, όμοιες με γούβες, ενώ οι φρουροί με το τουφέκι τους στον ώμο τους επιβλέπουν από ψηλά. Η πύρα του καλοκαιρινού ήλιου εισβάλει στα πέτρινα αυτά πηγάδια και επιδεινώνει την αφόρητη δυσωδία που βασιλεύει. Οι δυστυχισμένοι που ζουν εκεί δένουν σε μακριά κοντάρια τα μικροαντικείμενα που κατασκευάζουν και τα επιδεικνύουν στους επισκέπτες μέσα από τους άθλιους λάκκους που περνούν τις μέρες τους. Πρόκειται για μικροτεχνήματα από ξύλο ή μέταλλο στα οποία βάζουν όλη τους τη δεξιοτεχνία.

Στο οχυρό Μιλτιάδης έχουν συγκεντρώσει τους ισοβίτες και τους καταδικασμένους σε θάνατο. Η αυλή του είναι πολύ πιο βαθιά σκαμμένη, τα πρόσωπα που περιφέρονται πιο θλιμμένα και τα χειροτεχνήματα πιο λεπτοδουλεμένα. Από εκεί αγόρασα ένα δαχτυλίδι πάνω στο οποίο ήταν σκαλισμένη η λέξη Ελπίδα και μια ξυλόγλυπτη εικόνα του Ευαγγελισμού η οποία είχε κάτι το αληθινά συγκινητικό!

Πέντε θανατοποινίτες – μεταξύ των οποίων και ένας Αρκάδας που ξεχώριζε λόγω της κορμοστασιάς του, της ευγενικής φυσιογνωμίας του και του ιδιαίτερα περιποιημένου χτενίσματός του – περίμεναν ήρεμοι και σοβαροί, σαν άλλοι Σπαρτιάτες του Λεωνίδα, την τελευταία ημέρα τους˙ έκαναν υπομονή μέχρι να εμφανισθεί ο δήμιος!

Στην Ελλάδα, ο δήμιος είναι ο επονείδιστος, ο καταραμένος, αυτός που κουβαλάει πάνω του όλο το μίσος. Πρώην θανατοποινίτης – ο εδώ εκτελεστής – τον οποίο επέλεξαν και έθεσαν ενώπιον του διλήμματος: Ή θα δώσεις ή θα λάβεις θάνατο. Μεταξύ θανάτου και άθλιας ζωής που θα τον καθιστούσε, επιπλέον, αποδέκτη του μίσους και της περιφρόνησης ενός ολόκληρου λαού, επέλεξε να ζήσει.

Περνά τις μέρες του μέσα στο σιδερόφρακτο κελί του στο Μπούρτζι, στη θλιβερή νησίδα στην είσοδο του λιμανιού. Όταν πρόκειται να εκτελέσουν κάποιον κατάδικο, βγάζουν έξω τον δήμιο νύκτωρ και πάντα με φρουρά, για να μην αποδράσει, και τον συνοδεύουν ως το Παλαμήδι όπου πέφτουν τα κεφάλια˙ είκοσι πέντε περίπου εκτελέσεις γίνονται κάθε χρόνο.

Κατεβαίνοντας από το κάστρο πήραμε μια βάρκα που μας οδήγησε στη νησίδα χορεύοντας, κυριολεκτικά, πάνω στα κύματα. Ένας λοχίας μας πέρασε μέσα από τα ετοιμόρροπα τειχίσματα του παλαιού οχυρού και μας πήγε μέχρι το κατάλυμα του δημίου. Ήταν ένα κελί χαμηλοτάβανο, καθαρό, με ένα σιδερένιο κρεβάτι και μια λάμπα αναμμένη κάτω από μια εικόνα. Το πρόσωπο του δημίου, με λεπτά χαρακτηριστικά, δεν είχε τίποτα το απάνθρωπο ή το χαμερπές, μόνο μια έκφραση γεμάτη θλίψη και ντροπή που θα μου μείνει αξέχαστη.

Μας πρόσφερε τις καρέκλες που είχε στο κελί του κι εκείνος κάθισε στο πρεβάζι του παραθύρου. Επί οκτώ συνεχή χρόνια εκτελεί (ναι εκτελεί!) το καθήκον του (και τι καθήκον!) και επί οκτώ  χρόνια κάνει είκοσι με τριάντα περίπου φορές τον χρόνο τη μοιραία διαδρομή Μπούρτζι – Παλαμήδι». (Η Ελλάδα μέσα από τα βουνά και τα λαγκάδια, Εκδόσεις Μίλητος, Αθήνα, 2007).

  

Τίρυνθα - Frederic Boissonnas 1903

 

Τον Οκτώβριο του 1911 ο Fred και ο Daniel ξανάρθαν στην Ελλάδα. Αυτή τη φορά  προορισμός τους ήταν τα νησιά του Αιγαίου.  Περιόδευσαν στη Σκύρο, την Τήνο, τη Μύκονο, τη Δήλο, τη Νάξο, την Αμοργό, τη Σαντορίνη, τη Σίκινο, τη Σίφνο, την Πάρο και την  Ίο και κατέληξαν στην Κρήτη. Ο Βενιζέλος τους άνοιξε όλες τις πόρτες.

Το 1912 ο Fred συνόδεψε  στο σκάφος «Καληδονία» τον ελληνιστή Victor Berard[xi] στο ταξίδι αναζήτησης της πορείας του ομηρικού ήρωα Οδυσσέα σ’ όλη τη Μεσόγειο. Η «Καληδονία», πέρασε και από την Πάργα. Οι  τουρκικές αρχές δεν επέτρεψαν  τη φωτογράφηση κι έτσι ο Fred αρκέστηκε να τη φωτογραφίσει από τη θάλασσα. Λίγο καιρό μετά, όταν  ελευθερώθηκε η Πάργα, ο Fred πανηγύριζε που θα  μπορούσε, επιτέλους, να τη φωτογραφίσει από κοντά.[xii] Καρπός αυτής της προσπάθειας υπήρξε το βιβλίο «Dans le sillage dUlysse», που εκδόθηκε στο Παρίσι στα 1932, με κείμενα του Victor Berard και φωτογραφίες του Fred.

Τον Ιούνιο  του 1913 επέστρεψε στην Ελλάδα με τον Daniel. Αυτή τη φορά  ήρθαν  «να περιηγηθούν στο Βορρά», με σκοπό τη δημιουργία ενός άλμπουμ.  Η ελληνική κυβέρνηση ανταποκρίθηκε, τελικά,  στο αίτημα του Fred να χρηματοδοτήσει τη φωτογραφική αποτύπωση των περιοχών της Ηπείρου και της Μακεδονίας, που είχαν περιέλθει στο ελληνικό κράτος με τις νίκες στους βαλκανικούς  πολέμους[xiii].

Από αυτή την περιπλάνηση στην Ήπειρο προέκυψε το λεύκωμα «L’ Épire berceau des Grècs» ( Ήπειρος, το λίκνο της Ελλάδας), ενταγμένη στη σειρά  «L’ image de la Grècs».

Με το λεύκωμα γινόταν φανερό πως , παρά τη μακραίωνη δουλεία της,  η περιοχή είχε ακατάλυτους δεσμούς με την αρχαία Ελλάδα. Έντονη ήταν η παρουσία και του βυζαντινού παρελθόντος, συνυφασμένου με τη θρησκευτική συνείδηση των κατοίκων της περιοχής. Η παρουσία του ελληνικού στρατού στα πλάνα ήταν διακριτική.

Τέλος,  η έξοχη ιδέα να επιλεγεί για το εξώφυλλο η φωτογραφία της Δωδώνης  με τις ιερές βελανιδιές σφράγισε την έκδοση αυτή, που αποτέλεσε τον πιο αυθεντικό εκφραστή των ελληνικών θέσεων  στο εξωτερικό! Μετά την Ήπειρο, ο Fred και ο Daniel ακολούθησαν τα βήματα του νικηφόρου ελληνικού στρατού και έφτασαν ως τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα φωτογραφίζοντας τις «νέες χώρες» που απελευθερώθηκαν.

Στις 2 Αυγούστου 1913, με οδηγό το Χρήστο Κάκκαλο, κατέκτησαν την ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου το Μύτικα (2918μ.), που μέχρι τότε παρέμενε απάτητη. (Στον Όλυμπο  ανέβηκαν άλλες δύο φορές:  το 1919  και το 1927.)

Στις 23 Αυγούστου ο Fred  και ο Daniel απέστειλαν μακροσκελή επιστολή στο Γενικό πρόξενο της Ελλάδας στη Γενεύη Πέτρο Καψαμπέλη, στην οποία πρότειναν την ίδρυση εκδοτικού καλλιτεχνικού οίκου για την εκτύπωση εικονογραφικών λευκωμάτων και «…εν γένει επιχείρησιν πάσης καλλιτεχνικής εργασίας, ήτις θα ηδύνατο να αναπαραστήση φωτογραφικώς και καταστήσει γνωστάς τας καλλονάς των ελληνικών χωρών ανά την υφήλιον…»[xiv]

Στις 14 Δεκεμβρίου 1918 υπογράφτηκε συμφωνία  μεταξύ του Fred  και του υπουργού των Εξωτερικών Νικολάου Πολίτη για τη διοργάνωση μιας έκθεσης στο Παρίσι με θέμα την Ελλάδα. Το οριστικό συμβόλαιο, που υπογράφτηκε στις 27 Μαρτίου 1919, προέβλεπε την έκδοση μιας σειράς λευκωμάτων (Smyrne, La Thrace, Constantinople και L’ Hellénisme d’ Asie Mineure).[xv] Οι εκδόσεις που θα ακολουθήσουν πιστοποιούν την ελληνική παρουσία στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων  και – ταυτόχρονα – προλειαίνουν το έδαφος και για  τα επόμενα βήματα στην πραγματοποίηση της  «Μεγάλης Ιδέας».

Με την αμέριστη αρωγή του Ελευθέριου Βενιζέλου, ο οποίος γνώριζε και θαύμαζε το έργο του Fred Boissonnas, ο «προπαγανδιστικός μηχανισμός της εικόνας» έφθασε στο απόγειο του μέσα από εκδόσεις και εκθέσεις.

Το Μάιο του 1919, λίγες μέρες μετά την απόβαση των ελληνικών στρατευμάτων, ο Fred στέλνει στη Σμύρνη τον πρωτότοκο γιο του Edmond να φωτογραφίσει την πόλη για την έκδοση του ομώνυμου λευκώματος. Ο ίδιος, μαζί με τον τρίτο του γιο τον Henri πήγε στη Θεσσαλονίκη και τις υπόλοιπες περιοχές της Μακεδονίας, να εξασφαλίσει  υλικό για  την έκδοση των άλλων λευκωμάτων[xvi].

Μέσα στο 1919 κυκλοφόρησαν τα λευκώματα «Smyrne» και «Salonique, la ville des belles églises». Το 1920-21 εκδόθηκαν δύο τόμοι για την εκστρατεία στη Μακεδονία,  «La campagne de Macédoine, 1916-17» και «La campagne de Macédoine, 1917-18». Οι εκδόσεις αυτές στάλθηκαν σε όλες τις ελληνικές πρεσβείες και σε κάθε σημαντικό πολιτικό πρόσωπο της εποχής.

Στις 5 Ιουνίου του 1921 κατέφθασε στη Σμύρνη ο HenriPaul με σκοπό να καλύψει ως φωτορεπόρτερ την εκστρατεία του ελληνικού στρατού μαζί με τον έμπειρο συνταγματάρχη Fernand Feyler, που θα έγραφε τις ανταποκρίσεις από το μέτωπο. Ο Fred είχε καταφέρει να πείσει τη νέα ελληνική κυβέρνηση να συνεχίσει την πολιτική του Βενιζέλου ως προς το έργο που είχε αναλάβει, και την ομαλή ροή των συμφωνηθέντων ποσών[xvii].

Η Μικρασιατική Καταστροφή σηματοδότησε την οικονομική κατάρρευση των εκδόσεων Boissonnas.  Λίγο μετά το 1922  εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου αγόρασε το ατελιέ Cherry-Rousseau.    Στην  πελατεία  συγκαταλέγονταν εκλεκτά ονόματα της διανόησης και των τεχνών αλλά οι καλές εποχές είχαν περάσει ανεπιστρεπτί.

Ο ακούραστος Fred όμως, συνέχισε τα ταξίδια με τον ενθουσιασμό ενός εφήβου. Μαζί με τον μηχανικό Paul Trembley επισκέφτηκε την Αίγυπτο (1929) και τον επόμενο χρόνο το Φθινόπωρο φωτογράφισε το Άγιον Όρος[xviii]. Ένα χρόνο αργότερα εξέδωσε το βιβλίο «Le Tourisme en Grèce» με πλούσιο φωτογραφικό υλικό απ’ όλη τη δουλειά του στην Ελλάδα και  δικά του κείμενα.

Τα οικονομικά του προβλήματα τον οδήγησαν στην πώληση, ανάμεσα στα άλλα, του ιστορικού ατελιέ της Γενεύης στο Quai de la Poste καθώς και του σπιτιού του. Από δω και στο εξής ο Fred ζούσε με τις  οικογένειες των παιδιών του. Η Augusta, η γυναίκα του Fred, δεν άντεξε τον ανεξήγητο θάνατο της κόρης τους Lilette. Έπαθε σοβαρό νευρικό κλονισμό και πέθανε,  το 1940. Ο Fred την ακολούθησε έξι χρόνια αργότερα. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του τις πέρασε  σε ένα μικρό δωμάτιο κοντά στη μικρή του κόρη Daniele.

Από τα γραπτά των  δύο τελευταίων χρόνων της ζωής του, που περιγράφουν παράξενα γεγονότα, φαίνεται ότι ο Fred έφτασε  στα όρια μεταξύ διαυγούς διάνοιας και τρέλας: πίστευε ότι βρισκόταν σε ένα πορφυρένιο παλάτι, άκουγε παράξενες μουσικές και τραγουδούσε αποσπάσματα από το Μαγεμένο Αυλό…

Υποσημειώσεις

 


[i] Gad Borel, ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, BOISSONNAS, Ριζάρειο Ίδρυμα Αθήνα 2001  σ. 18.

[ii] Τα στοιχεία για τη ζωή του F. Boissonnas λήφθηκαν κυρίως από το έργο του NICOLAS BOUVIER, BOISSONNAS UNE DYNASTIE DE PHOTOGRAPHES 1864-1983, PAYOT LAUSANNE 1983.

[iii] βλ. Άλκης Ξανθάκης, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ 1839-1975, ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ Αθήνα 1994-99 σ. 59-60.

[iv]  O Edmond Boissonnas πέθανε στην Αμερική από τύφο. Μετά το θάνατο του  αδελφού του, ο Fred εργάστηκε  σκληρά μόνος του αυτή τη φορά, γύρω από τη οπτική και τη χημεία της φωτογραφίας.

[v]  O Edmond Boissonnas  δεν ανακάλυψε την εωσίνη.  Μερικοί φωτογράφοι  τη χρησιμοποιούσαν, ήδη. Η επιτυχία του ήταν  ότι τη χρησιμοποίησε σε καθαρή μορφή.

[vi] Ο Daniel BaudBovy ήταν κατά 12 χρόνια νεότερος από το  Fred. Γιος ζωγράφου, μεγάλωσε σε καλλιτεχνικό περιβάλλον. Είχαν  συνεργαστεί με τον Fred στις εκδόσεις: «Οι ζωγράφοι της Γενεύης»  και «Το ημερολόγιο της Γενεύης» και τους συνέδεε βαθιά φιλία και κοινή καλλιτεχνική αίσθηση.

[vii] Βλ. ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΘΑΣ, ΤΟΠΙΑ και ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΠΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ του FRED.BOISSONNAS, μια έκδοση του περιοδικού «Συλλογές» Αθήνα χ.χ.

[viii] βλ. HENRI-PAUL BOISSONNAS Μικρά Ασία 1921,Ειρήνη Μπουντούρη, Η Μικρά Ασία του H.P. Boissonnas, Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα.

[ix] Την ίδια εποχή  τα μνημεία της Ελλάδας  τα φωτογράφιζε και ο συμπατριώτης του Boissonnas αρχαιολόγος Waldemar Deonna, που αργότερα θα συνεργαστεί μαζί του  (Δύο Ελβετοί αρχαιολόγοι φωτογραφίζουν την Ελλάδα Waldemar Deonna και Paul Collart 1904-1939, Αθήνα 2001).

[x] Ο Σπύρος Μελετζής, ακολουθώντας τα βήματα του Fred, μας έδωσε το «δικό του Παρθενώνα» (όπως και τον Όλυμπο και πολλές από τις «αγροτικές» σκηνές). Συνέντευξη στον Μ. Πασιάκο 2002.

[xi] Διάσημος Γάλλος ελληνιστής, ο οποίος μετέφρασε την «Οδύσσεια» στα γαλλικά.

[xii] βλ. ημερολόγιο F. Boissonnas.

[xiii] Το 1913-14 ο Fred έλαβε από τον τότε έλληνα πρέσβη στο Παρίσι και πρώην υπουργό των Εξωτερικών Άθω Ρωμάνο και το πενιχρό ποσό των 5.000 δρχ. που είχε εγκρίνει το 1907 ο Γεώργιος ο Α΄. βλ. Ειρήνη Μπουντούρη. Η οικογένεια Boissonnas και η «προβολή των ελληνικών θέσεων», Μικρά Ασία ο.π. σ. 35.

[xiv] Αποκαλυπτική για τις προθέσεις της ελληνικής πλευράς, αλλά και των προθέσεων του Fred είναι η επιστολή του Καψαμπέλη προς τον υπουργό των εξωτερικών: «…ότι η επιχείρησις αύτη καλώς οργανουμένη ηδύνατο να αποδώση ημίν ανεκτιμήτους υπηρεσίας από πολιτικής, οικονομικής και πάσης άλλης απόψεως, είνε αναμφισβήτητον. Οι αναλαμβάνοντες ταύτην δεν αποβλέπουσι κυρίως εις αυτήν ως εις κερδοσκοπικήν επιχείρησιν. Αναμφιβόλως δεν ρίπτονται εις αυτήν εξ απλής μόνον αισθηματολογίας αλλά κυρίως επιθυμούσι να συμπληρώσωσιν έργον, εις ό αφιερώθησαν ήδη από 15ετίας…».

Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών, (Αρχείο Κεντρικής Υπηρεσίας 1922, φάκελος 98, υποφάκελος 4 (φάκελος Boissonnas ) Νο 553.

[xv] Το συμβόλαιο αυτό φυλάσσεται στην Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών.  (Αρχείο Κεντρικής Υπηρεσίας 1922, φάκελος 98, υποφάκελος 4 (φάκελος Boissonnas ) Αριθ. Πρωτ. 2907.

[xvi] …Συγκροτούν το ιδεολογικό και το εικονογραφικό έρεισμα της «προβολής των ελληνικών θέσεων» και το τεκμήριο της ελληνικότητας των περιοχών μέσω της φωτογραφίας και των επιλεγμένων κειμένων…γράφει εύστοχα η Ειρήνη Μπουντούρη ο.π. σ. 37.

[xvii] Στο σημείο αυτό ο N. Bouvier γράφει λανθασμένα ότι: «…Τα σχέδια τους  ακυρώθηκαν από τα γεγονότα: ο Βενιζέλος έχασε την εξουσία..» Όπως βλέπoυμε όμως το εμπορικό δαιμόνιο του Fred τα είχε καταφέρει για τελευταία φορά, αν και οι καθυστερήσεις των συμφωνηθέντων ποσών από την ελληνική κυβέρνηση ήταν αφόρητες. Στις επιστολές του πρεσβευτή της Ελλάδας στη Γενεύη προς το υπουργείο του περιγράφεται με μελανά χρώματα η κατάσταση: «…Ευρισκόμεθα δ’ εν δυσχερεστάτη θέσει, διότι ο κ. Boissonnas δεν παύει απευθυνόμενος προς τε το Προξενείον και ημάς, αιτούμενος την  ταχίστην αποστολήν της ληξιπροθέσμου απαιτήσεώς του…» 24-12-1921 και «…ευαρεστούμενοι χορηγήση μοι σχετικάς οδηγίας, δυναμένας ίσως να λυτρώσωσι την Βασιλικήν Πρεσβείαν των απαύστων οχλήσεων του αναφερομένου καλλιτέχνου…» 19-6-1922,  Αρχείο Κεντρικής Υπηρεσίας 1922, φάκελος 98, υποφάκελος 4 (φάκελος Boissonnas) .

[xviii] FRED BOISSONNAS, ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΕΝ ΕΤΕΙ 1930, κείμενα BETRAND BOUVIÉR, ΑΜΜΟΣ, 1994.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »