Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο – Στρατιωτικές Επεμβάσεις και Δικτατορίες στην Ελλάδα (16-17 Δεκεμβρίου 2017, Άργος)


 

Στόχος είναι να συνεξεταστούν οι ευρύτερες κοινωνικές εξελίξεις με τις ειδικότερες κοινωνικές παραμέτρους, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό καθόρισαν την εξέλιξη του στρατού από φορέα παγίωσης της εξουσίας του συγκεντρωτικού κράτους σε ανασταλτικό παράγοντα στην ορθή λειτουργία των κοινοβουλευτικών θεσμών ως το 1974.

Η καταληκτική συνεδρία θα αποτελέσει στην ουσία μια στρογγυλή τράπεζα για την συνολική θεώρηση του φαινομένου των στρατιωτικών επεμβάσεων και των δικτατοριών, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε γειτονικές χώρες.  Επιπλέον, η θεματική του Συνεδρίου έχει διευρυνθεί, καθώς στρέφεται προς τη Λογοτεχνία και στο πώς εκείνη «εισέπραξε» τα ταραγμένα χρόνια των στρατιωτικών επεμβάσεων και των δικτατοριών. Στο Συνέδριο συμμετέχουν κορυφαίοι Πανεπιστημιακοί Διδάσκαλοι και Ειδικοί Επιστήμονες.

Διοργάνωση: Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας – Περιφερειακή Ενότητα Αργολίδας –  Κοινωφελής Επιχείρηση του Δήμου Άργους-Μυκηνών. Σάββατο – Κυριακή 16-17 Δεκεμβρίου 2017 στο Άργος, Αίθουσα Τέχνης και Πολιτισμού Μέγας Αλέξανδρος.

 

Στρατιωτικές Επεμβάσεις & Δικτατορίες

 

Πρόγραμμα Συνεδρίου

 

Πρόγραμμα Συνεδρίου

Read Full Post »

Ρώσοι ναυτικοί στη μάχη του Ναυαρίνου – Γκριγκόρι Λ. Αρς


 

Πριν από 180 χρόνια, στις 8/20 Οκτωβρίου 1827, στα ελληνικά παράλια έλαβε χώρα μία φημισμένη ναυμαχία, η ναυμαχία του Ναυαρίνου, η οποία απετέλεσε όχι μόνο μία από τις σημαντικότερες ναυμαχίες της εποχής των ιστιοφόρων, αλλά και καθοριστική σελίδα στην ιστορία διεθνών σχέσεων της δεκαετίας του ’20 του 19ου αι., στην οποία δεσπόζουσα θέση κατείχε το Ελληνικό Ζήτημα.

Το Μάρτιο του 1821 στην Ελλάδα ξέσπασε εξέγερση ενάντια στον οθωμανικό ζυγό, που δέσποζε επί 400 χρόνια. Αρχικά τα αντιδραστικά καθεστώτα της Ευρώπης αντιμετώπισαν την προοπτική ανεξαρτησίας της Ελλάδος, που γεννιόταν μέσα στη φλόγα πολέμου, με απροκάλυπτη εχθρότητα. Η ευρύτερη, ωστόσο, κοινή γνώμη της Ευρώπης και της Αμερικής στήριξε την Ελληνική Επανάσταση. Σε πολλές χώρες αναπτύχθηκε έντονο φιλελληνικό κίνημα. Φιλέλληνες υπήρξαν ο Μπάϋρον, ο Γκαίτε, ο Πούσκιν, ο Ουγκώ και πολλές άλλες εξέχουσες προσωπικότητες του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η πίεση που άσκουσε η κοινή γνώμη, καθώς και η συνειδητοποίηση του αναπότρεπτου ως προς τις αλλαγές στη διεθνή σκηνή, που γέννησε ο αγώνας των Ελλήνων, οδήγησαν τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής να επιδιώκουν τη διπλωματική πλέον ρύθμιση του Ελληνικού Ζητήματος. Στις 6 Ιουλίου του 1827 οι εκπρόσωποι της Ρωσίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας υπέγραψαν στο Λονδίνο Σύμβαση που προέβλεπε  τη διακοπή των εχθροπραξιών στην Ελλάδα και τη δημιουργία ενιαίου ελληνικού κράτους, υποτελούς στο Σουλτάνο. Κατόπιν επιμονής της Ρωσίας, η οποία είχε έρθει επανειλημμένα σε αντιπαράθεση και σύγκρουση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και η οποία τηρούσε και την πιο αποφασιστική στάση, στη Σύμβαση του Λονδίνου ενσωματώθηκε μυστικό άρθρο που προέβλεπε ότι, σε περίπτωση που ένα εκ των μερών δε συμμορφωθεί στους όρους ανακωχής και συμφιλίωσης (όπως προέβλεπε η Σύμβαση), τότε «οι Μεγάλες Δυνάμεις θα εφαρμόσουν από κοινού μέτρα για την εκπλήρωση της Σύμβασης». [1]

 

Η ναυμαχία του Ναβαρίνου. Ελαιογραφία, 1831, του Γάλλου ζωγράφου Λουί Αμπρουάζ Γκαρνερέ. (Ambroise Louis Garneray 1783-1857).

 

Αποτέλεσμα της ρήτρας αυτής υπήρξε η εμφάνιση στα ελληνική παράλια στις αρχές Οκτωβρίου 1827 της συμμαχικής άγγλο-ρώσο-γαλλικής ναυτικής μοίρας. Κατόπιν επιμονής του Ρώσου επιτετραμμένου στο Λονδίνο Χ.Α. Λήβεν, στις από κοινού οδηγίες προς τους τρεις συμμαχικούς ναυάρχους περιλήφθηκε το εξής σημαντικό εδάφιο: «Σε περίπτωση άρνησης εκ μέρους της Πύλης της διαμεσολάβησης και της εκεχειρίας σε διάστημα μηνός, οι μοίρες των τριών συμμαχικών Δυνάμεων θα πρέπει να πλησιάσουν τις ακτές της Ελλάδος και από κοινού να αναχαιτίσουν οποιαδήποτε βοήθεια, μέσω θαλάσσης, εκ μέρους τουρκοαιγυπτιακών στρατευμάτων, αποφεύγοντας, παράλληλα, συμμετοχή σε πολεμικές συρράξεις». [2] Ωστόσο η λήψη οποιωνδήποτε καταναγκαστικών μέτρων απέναντι στις τουρκικές δυνάμεις, στο έδαφος της Ελλάδος, χωρίς την προσφυγή σε πολεμική σύρραξη, απεδείχθη αδύνατη.

Η είδηση για τη Σύμβαση του Λονδίνου έγινε δεκτή στην Ελλάδα σε μια κρίσιμη για το λαό της στιγμή. Το 1824 ο Σουλτάνος Μαχμούτ ο Β΄ κατάφερε να προσελκύσει με το μέρος του, στις ένοπλες αντιπαραθέσεις του, τον υποτελή του πασά της Αιγύπτου Μωχάμεντ Αλή, ο οποίος διέθετε καλά εξοπλισμένο και εκπαιδευμένο, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, στρατό. Μετά από επίμονη ηρωική πάλη, στα χέρια του κατακτητή έπεσαν το Μεσολόγγι και η Ακρόπολη – σημαντικές βάσεις του ένοπλου αγώνα των εξεγερθέντων. Αναζωογονημένοι από αυτές τις στρατιωτικές επιτυχίες, η Υψηλή Πύλη απέρριψε την Ιουλιανή Σύμβαση του Λονδίνου.

Το φθινόπωρο του 1827 ο επικεφαλής του τουρκοαιγυπτιακού στόλου Ιμπραήμ πασάς προέβη στην προετοιμασία νέων πολεμικών συρράξεων, ώστε να καταπνίξει και τις τελευταίες εστίες αντίστασης των Ελλήνων στην ενδοχώρα και τις νήσους. Με αυτό το στόχο, στο Ναυαρίνο συγκεντρώθηκαν μεγάλες θαλάσσιες και χερσαίες στρατιωτικές δυνάμεις. Ο στρατός του Ιμπραήμ συνέχιζε ασύστολα να ξεκληρίζει το Μοριά, ενώ ο ίδιος ο Ιμπραήμ εξακολουθούσε να αγνοεί το τελεσίγραφο που του έστειλαν οι αρχηγοί των τριών συμμαχικών στόλων. Τότε οι τρεις σύμμαχοι αποφάσισαν να οδηγήσουν τις μοίρες τους στον κόλπο του Ναυαρίνου, ώστε με την παρουσία τους να ακινητοποιήσουν τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο και να εμποδίσουν τις εχθροπραξίες κατά των Ελλήνων. Αγκυροβολημένος στον κόλπο του Ναυαρίνου, άρτια προετοιμασμένος, ο στόλος του Σουλτάνου αποτελούσε μεγάλη στρατιωτική απειλή. Αποτελούνταν από τρεις ναυαρχίδες, είκοσι φρεγάτες και πάνω από σαράντα γαλέτες, βρίκια και μεταγωγικά, ενώ διέθετε πάνω από 2.000 πυροβόλα. Πέραν αυτού, ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος ήταν αγκυροβολημένος μέσα στον κόλπο σε σχήμα πετάλου, τα δύο άκρα του οποίου στηρίζονταν στα δύο πυροβολεία που βρίσκονταν το ένα στο φρούριο του Ναυαρίνου και το άλλο στο νότιο άκρο της νήσου Σφακτηρίας. Ο αγγλικός στόλος αποτελούνταν από τρεις ναυαρχίδες, τέσσερις φρεγάτες, μία γαλέτα και τρία βρίκια με 472 πυροβόλα. Αρχηγός του αγγλικού στόλου ήταν ο έμπειρος και αποφασιστικός θαλασσόλυκος και συμμαχητής του Νέλσωνα ναύαρχος Εδουάρδος Κόδριγκτων. Επικεφαλής της γαλλικής μοίρας, που αποτελείτο από τρεις ναυαρχίδες, δύο φρεγάτες, δύο γαλέτες με 362 πυροβόλα, ήταν ο αντιναύαρχος Ερρίκος Δεριγνύ.

Ο διοικητής του πλοίου Αζόφ, Μιχαήλ Πετρόβιτς Λάζαρεφ.

Ο ρωσικός στόλος αποτελούνταν από τέσσερις ναυαρχίδες [«Αζόφ», «Ιεζεκιήλ», «Αλέξανδρος Νέβσκι» με 74 κανόνια έκαστη και «Γκανγκούτ» με 84 κανόνια] και τέσσερις φρεγάτες: «Κωνσταντίνος», «Προβόρνι» (= επιδέξιος), «Κάστωρ», «Έλενα». Η ρωσική μοίρα διέθετε 466 πυροβόλα και 3764 άνδρες. Επικεφαλής της ρωσικής μοίρας η ναυαρχίδα «Αζόφ», όπου επέβαινε ο αντιναύαρχος Λογγίνος Χέϋδεν και η οποία κυβερνείτο από τον διακεκριμένο Ρώσο θαλασσοπόρο και επιστήμονα Μ. Π. Λάζαρεβ. Συνολικά η συμμαχική μοίρα αριθμούσε 26 πλοία: 10 ναυαρχίες, 10 φρεγάτες, 6 γαλέτες και βρίκια με 1300 πυροβόλα. Ο αρχηγός της αγγλικής μοίρας ναύαρχος Εδουάρδος Κόδριγκτον, ως ανώτερος ιεραρχικά, υπήρξε ο αρχηγός του συμμαχικού στόλου.

Η συμμαχική μοίρα ήταν αισθητά υποδεέστερη του τουρκοαιγυπτιακού στόλου ως προς τον αριθμό των κανονιών και των πλοίων, αλλά υπερίσχυε ως προς τη στρατιωτική εξάσκηση και την πειθαρχία. Η Αγγλία, η Ρωσία και η Γαλλία αποτελούσαν μεγάλες ναυτικές δυνάμεις, οι σημαίες των οποίων είχαν στεφανωθεί με νίκη σε πολλές ναυμαχίες.

Στους κόλπους των συμμαχικών ναυτών παρατηρούνταν έντονες φιλελληνικές διαθέσεις. Αυτό αφορούσε, κατά κύριο λόγο, τους Ρώσους ναυτικούς, δεδομένου ότι το ρωσικό και ελληνικό λαό συνέδεαν, κατά τη διάρκεια αιώνων, ισχυροί δεσμοί φιλίας. Κάτι τέτοιο πιστοποιούν και οι σημειώσεις του ανθυπολογαχού Αλεξάντρ Ρικατσέβ, που έλαβε μέρος στην εποποιία του Ναυαρίνου. Πριν τον απόπλου του ρωσικού στόλου από την Κρονστάνδη, όταν δεν ήταν ακόμη γνωστός ο προορισμός του, ο Ρικατσέβ έγραφε στο ημερολόγιό του: «Δεδομένου ότι ο καθένας επιθυμεί να βοηθά τους Έλληνες, καθίσταται κατανοητό το ότι περισσότερο απ΄ όλα ονειρευόμαστε τη Μεσόγειο. Κάτι τέτοιο θα ήταν η κορύφωση της ευτυχίας και όλη η νεολαία μας από την εποχή της εκστρατείας του Σενιάβιν, διαρκώς ονειρεύεται αυτή την καταπληκτική εκστρατεία». [3]

Στις 13.00 το μεσημέρι της 8ης/20ης Οκτωβρίου 1827 ο συμμαχικός στόλος, παραταγμένος σε δύο στήλες, – εκ δεξιών η αγγλική και η γαλλική μοίρα, εξ αριστερών η ρωσική – άρχισε να εισχωρεί στον κόλπο του Ναυαρίνου, για να αγκυροβολήσει απέναντι από τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο. Η εντολή του Κόδριγκτον,  που εδόθη αμέσως πριν την είσοδο των συμμάχων στον κόλπο, είχε ως εξής: «Κανένα κανόνι του συμμαχικού στόλου δε θα πρέπει να πυροβολήσει αν δεν δοθεί προηγουμένως σήμα, και κάτι τέτοιο μόνο σε περίπτωση που ανάψει πυρ από τον τουρκικό στόλο». [4] Και πράγματι, ένα τουρκικό μεταγωγικό άνοιξε πυρ εναντίον μιας λέμβου, στην οποία επέβαινε Άγγλος υποπλοίαρχος, απεσταλμένος του Άγγλου κυβερνήτη του πολεμικού «Ντάρτμουθ». Ο Άγγλος υποπλοίαρχος Φιτσρόυ και μερικοί ακόμη άνδρες της λέμβου πυροβολήθηκαν, με αποτέλεσμα τα αγγλικά και γαλλικά πλοία να ανταποδώσουν το πυρ. Οι μεμονωμένες τουφεκιές εξελίχθηκαν σε κανονιοβολισμούς και η μάχη γενικεύθηκε.

Η σύγκρουση διεξήχθη σε μικρές αποστάσεις και ξεχώρισε για το σκληρό και καταστροφικό χαρακτήρα της. Γύρω στα 100 πολεμικά πλοία με μερικές χιλιάδες πλήρωμα μάχονταν σε έναν ιδιαίτερα στενό, ουσιαστικά κλειστό, κόλπο. Σύμφωνα με την περιγραφή του συγχρόνου των γεγονότων αξιωματικού Βλαντίμιρ Μπρονέβσκι, «η μάχη, που διεξήχθη σε έναν τόσο περιορισμένο χώρο και σε ένα κλίμα, σχεδόν απελπισίας, δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική, παρά η πιο αιματηρή, ολέθρια και αποφασιστική. Οι δύο στόλοι, που μάχονταν σχεδόν σώμα με σώμα, μοιάζανε με δύο λυσσασμένου μονομάχους, που αναζητούσαν όχι ζωή και νίκη, παρά θάνατο ολέθριο, αλλά ένδοξο. Ούτε οι φίλοι ούτε οι εχθροί δεν μπορούσαν πλέον να ξεφύγουν από την απόλυτη τελική καταστροφή: η παραμικρή αποτυχία στην κίνηση ή στον πυροβολισμό θα συνοδεύονταν από βέβαιο θάνατο». [5]

Τα πυρά που εκτόξευαν τα ρωσικά πολεμικά πλοία ήταν εύστοχα και ισχυρά. Ιδιαίτερα εύστοχα και αποτελεσματικά λειτούργησαν οι πυροβολητές της ναυαρχίδας «Αζόφ». Μαχόμενοι, ταυτόχρονα, με πέντε εχθρικά πλοία, βούλιαξαν δύο μεγάλες φρεγάτες και γαλέτες, επέφεραν σοβαρές ζημιές σε εχθρική ναυαρχίδα με 80 κανόνια, που έπεσε στα αβαθή και εξερράγη. Επίσης, μεγάλες ζημιές υπέστη, η δικάταρτη φρεγάτα, στην οποία επέβαινε ο αρχηγός της τουρκικής μοίρας Ταχήρ.

Λογγίνος Χέυδεν (Логин Петрович Гейден, Λόγκιν Πετρόβιτς Γκέιντεν, 1772 – 1850). Ρώσος ναύαρχος, ολλανδικής καταγωγής. Διοικητής του ρωσικού στόλου στο Ναβαρίνο, παρέμεινε αρκετό χρόνο στην Ελλάδα συνεργαζόμενος με τον Κυβερνήτη Καποδίστρια. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Levilly.

Όλοι οι Ρώσοι ναυτικοί, από το ναύαρχο μέχρι το ναύτη, επέδειξαν στη μάχη γενναιότητα, πίστη στο υπηρεσιακό καθήκον, πολεμική μαεστρία. «Δε βρίσκω επαρκείς εκφράσεις  – έγγραφε ο Λογγίνος Χέϋδεν στην αναφορά της 12ης/24ης Οκτωβρίου 1827 προς τον Αυτοκράτορα Νικόλαο τον Α΄- για να περιγράψω στη Μεγαλειότητά σας την ανδρεία, την ευψυχία και το ζήλο των καπετάνιων, των αξιωματικών και των χαμηλότερων ιεραρχικά, που τους χαρακτήρισε κατά τη διάρκεια της αιματηρής αυτής μάχης. Μάχονταν ως λέοντες εναντίον ενός πολυάριθμου, ισχυρού και πείσμονα εχθρού». [6] Μεταξύ αυτών που ξεχώρισαν στη μάχη ήταν ο ανθυπολοχαγός Πάβελ Ναχίμωβ, ο αρχικελευστής Βλαντίμιρ Κορνίλωβ και ο δόκιμος Βλαντίμιρ Ιστόμιν. Για αυτούς τους ένδοξους Ρώσους ναυάρχους, ήρωες της άμυνας της Σεβαστούπολης (1854-1855), η μάχη του Ναυαρίνου απετέλεσε το βάπτισμα του πυρός.

Κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας, που διήρκησε τέσσερις ώρες περίπου, η ρωσική μοίρα εξολόθρευσε τη δεξιά πτέρυγα του τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Με την ίδια επιτυχία μάχονταν εναντίον της αριστερής πτέρυγας του εχθρού η αγγλική και γαλλική μοίρα.

Τα πληρώματα του συμμαχικού στόλου λειτούργησαν στη μάχη σε πνεύμα αλληλεγγύης και ομοψυχίας και την κρίσιμη στιγμή παρείχαν ο ένας στον άλλο τη βοήθεια που χρειάζονταν. Παραδείγματα τέτοιας ομοψυχίας αναφέρει ο Λογγίνος Χέϋδεν στην αναφορά του στο Νικόλαο τον Α΄ της 13ης/25ης Νοεμβρίου 1827. Ο Λα-Μπρετονιέρ, κυβερνήτης του γαλλικού πλοίου «Μπρεσλάβλ», βλέποντας ότι η ναυαρχίδα «Αζόφ» βάλλεται από έντονα πυρά, αμέσως έκοψε το παλαμάρι του πλοίου του και κατέλαβε θέση μεταξύ του «Αζόφ» και του αγγλικού πλοίου «Αλβιών», δεχόμενος, κατ’ αυτόν τον τρόπο, μέρος των πυρών πάνω του. Από την πλευρά του το «Αζόφ», αν και ήταν περικυκλωμένο από εχθρικά πλοία, κατηύθυνε τα πυρά 14 πυροβόλων του εναντίον αιγυπτιακού πολεμικού πλοίου 80 κανονιών, από το οποίο βάλλονταν η αγγλική ναυαρχίδα «Ασία», με αποτέλεσμα σε σύντομο χρονικό διάστημα το εχθρικό πλοίο να ανατιναχθεί στον αέρα. [7] «Κανένας στόλος στον κόσμο – διατυπώνει στην αναφορά του μετά το πέρας της ναυμαχίας ο Κόδριγκτον – δεν επέδειξε σε τέτοιο βαθμό τέτοια απόλυτη ομοψυχία, τέτοια πλήρη ομοφωνία, με τις οποίες ήταν διαποτισμένες οι μοίρες των τριών συμμαχικών δυνάμεων σε μία τόσο αιματηρή μάχη». [8]

Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου έληξε με σχεδόν ολοκληρωτικό αφανισμό του στόλου του Σουλτάνου. Μερικά από τα καράβια τους, που απώλεσαν τη μαχητική τους ικανότητα, ήδη οι Τούρκοι τα ανατίναξαν την επόμενη ημέρα. Το αποτέλεσμα της ναυμαχίας ήταν από την απειλητική  αρμάδα του τουρκοαιγυπτιακού στόλου που αριθμούσε πάνω από 60 πλοία, άθικτη παρέμεινε μια φρεγάτα και δεκαπέντε πλοιάρια. Οι ανθρώπινες απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων ανήλθαν σε 6 χιλ. νεκρούς και 4 χιλ. τραυματίες.

Οι απώλειες των συμμάχων ανέρχονταν σε 750 άτομα νεκρούς και τραυματίες [Άγγλοι – 74 νεκροί, 206 τραυματίες, Γάλλοι – 46 νεκροί, 128 τραυματίες, Ρώσοι – 59 νεκροί, 139 τραυματίες]. [9]

Ο συμμαχικές στόλος δεν έχασε ούτε ένα πλοίο, αλλά αρκετά πλοία, ιδίως οι ναυαρχίδες, είχαν υποστεί σημαντικές ζημιές. Από τα ρωσικά πολεμικά, ιδιαίτερες ζημιές υπέστη η ναυαρχίδα «Αζόφ», η οποία μετά τη μάχη αριθμούσε 153 οπές, εκ των οποίων επτά υποβρύχιες. Τα δε κατάρτια της είχαν χτυπηθεί τόσο πολύ, ώστε με δυσκολία το πλήρωμά της κατόρθωσε να ανεβάσει τα ιστία της.

Ο αντίκτυπος από την κανονιοβροντή στον κόλπο του Ναυαρίνου σύντομα διαδόθηκε σε Ελλάδα και σε ολόκληρη της Ευρώπη. Η είδηση για τη νίκη στο Ναυαρίνο ενέπνευσε κύμα χαράς και ανακούφισης σε Έλληνες και Φιλέλληνες. Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη αναγνώρισε στο Ναυαρίνο το θρίαμβο του φιλελληνισμού.

Οι αντιδράσεις των κυβερνήσεων των συμμάχων ήταν ποικίλες. Στην Αγία Πετρούπολη εξολοκλήρου επικρότησαν τις ενέργειες του Χέυδεν ως συμβαδίζουσες με τη Σύμβαση του Λονδίνου και ανταποκρινόμενες στην εφαρμογή αυτής. Στο Λονδίνο θεωρήθηκε ότι ο Κόδριγκτον παραβίασε τις εντολές που είχε. Ο Άγγλος μονάρχης στο λόγο του της 29ης Ιανουαρίου 1828 χαρακτήρισε το Ναυαρίνο «ατυχές συμβάν» και εξέφρασε τη λύπη του για τη σύρραξη του βρετανικού στόλου με «τη ναυτική δύναμη του παλαιού συμμάχου». [10] Μετά από μερικούς μήνες ο Εδουάρδος Κόδριγκτον απομακρύνθηκε από το αξίωμά του.

Για την Υψηλή Πύλη και τη στρατιωτική ηγεσία της, το Ναυαρίνο απετέλεσε αναπάντεχο και δυνατό πλήγμα. Ο Ιμπραήμ, που υπολόγιζε σε καταστροφή του συμμαχικού στόλου στον κόλπο του Ναυαρίνου, εκφράστηκε με λύπη μετά τη Ναυμαχία ως εξής: «Ποιός μπορούσε να ξέρει ότι τα πλοία τους είναι σιδερένια, το δε πλήρωμά τους πραγματικοί διάβολοι». [11]

Η ναυμαχία του Ναυαρίνου απετέλεσε αξιοσημείωτο στρατιωτικό-πολιτικό γεγονός, που διαδραμάτισε θετικό ρόλο στην επιτυχή έκβαση του Αγώνα των Ελλήνων για Ανεξαρτησία. Κυριολεκτικά έσωσε τους Έλληνες από την απειλή του αφανισμού και τους επέτρεψε να επανακτήσουν τις δυνάμεις τους, για τους δε εχθρούς τους υπήρχε σημαντική στρατιωτική και πολιτική ήττα.

Στη βιβλιογραφία, ιδίως στη δυτικοευρωπαϊκή, υπάρχουν απόλυτες εκτιμήσεις για τη σημασία της ναυμαχίας του Ναυαρίνου. Ο Άγγλος ιστορικός Richard Clogg, στην εισαγωγή της ενδιαφέρουσα μονογραφίας του για τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, γράφει ότι «η συντριβή του αιγυπτιακού στόλου στο Ναυαρίνο τον Οκτώβριο του 1827 από τον ενωμένο άγγλο-ρώσο-γαλλικό στόλο σε τελική ανάλυση εξασφάλισε την επιτυχία του ελληνικού ζητήματος». [12]

Αναγνωρίζοντας τη γενναιότητα των πληρωμάτων της Αγγλίας, της Ρωσίας και της Γαλλίας, που πολέμησαν στο Ναυαρίνο, και τις επιτηδευμένες και αποφασιστικές ενέργειες των συμμαχικών ναυάρχων, εκτιμώ την ως άνω κρίση ως υπερβολή. Στην πραγματικότητα, ούτε από στρατιωτικής ούτε από πολιτικής άποψης, η ναυμαχία του Ναυαρίνου δε διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην έκβαση του ελληνικού πολέμου για ανεξαρτησία. Από στρατιωτικής άποψης η ναυμαχία αναμφίβολα βελτίωσε τη θέση των Ελλήνων, αλλά και μετά από αυτή το μεγαλύτερο τμήμα της Ελλάδος εξακολουθούσε να παραμένει στα χέρια των τουρκοαιγυπτιακών δυνάμεων. Μόλις το φθινόπωρο του 1828, μετά την απόβαση γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στο Μοριά, τα στρατεύματα των κατακτητών εγκατέλειψαν τη χερσόνησο της Πελοποννήσου. Η απόβαση, ωστόσο, του σώματος του Μαιζόν πραγματοποιήθηκε μετά την έναρξη του ρώσο-τουρκικού πολέμου των ετών 1828-1829 και υπήρξε άμεσο αποτέλεσμα αυτού.

Αξιοσημείωτο, εξάλλου, είναι να λαμβάνεται υπόψη ότι μετά το Ναυαρίνο και μέχρι την έναρξη του ρωσοτουρκικού πολέμου η Πύλη διέθετε αρκετές στρατιωτικές δυνάμεις ώστε να προβεί σε νέες προσπάθειες πλήρους κατάπνιξης της εξέγερσης των Ελλήνων. Και μετά το Ναυαρίνο η Πύλη αρνείτο να αναγνωρίσει στους Έλληνες οποιαδήποτε μορφή αυτονομίας. Ο Σουλτάνος ο Μαχμούτ ο Β΄ εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει τους Έλληνες αγωνιστές ως «εξεγερθέντες ραγιάδες». Το μοναδικό, στο οποίο συμφωνούσε ο Σουλτάνος, ήταν να παράσχει αμνηστία και άλλες «μεγαλοψυχίες», σε περίπτωση που οι Έλληνες καταθέσουν τα όπλα και ομολογήσουν την ενοχή τους. [13] Υπενθυμίζουμε ότι μέχρι τότε, τη δεκαετία του ΄20 του 19ου αι., η Πύλη υποχρεούτο, κατόπιν ήττας της σε πολέμους, να παραχωρεί στις Δυνάμεις κατεχόμενες από αυτή εκτάσεις, ουδέποτε, ωστόσο, μέχρι τότε είχε συμφωνήσει να αναγνωρίσει διεθνώς την αυτονομία ή ανεξαρτησία υπόδουλού της λαού. Τα μάθημα του Ναυαρίνου δε στάθηκε επαρκές για να σπάσει αυτό το ιδιάζον ψυχολογικό κατεστημένο, αυτό το εμπόδιο. Από τις Δυνάμεις που υπέγραψαν τη Σύμβαση του Λονδίνου απαιτούνταν νέες, ακόμη πιο αποφασιστικές ενέργειες. Η Αγγλία, ωστόσο, και η Γαλλία απέφευγαν τέτοιου είδους ενέργειες. Μόνο η Ρωσία εξακολουθούσε να καταλαμβάνει αποφασιστική στάση.

Τον Απρίλιο του 1828 ξεκίνησε νέος ρώσο-τουρκικός πόλεμος. Αν και το Ελληνικό Ζήτημα παρέμενε σημαντικό, αλλά δεν απετέλεσε το μοναδικό λόγο ξεσπάσματος του πολέμου, η νίκη της Ρωσίας στον πόλεμο επέφερε τη διπλωματική του διευθέτηση. Σύμφωνα με τη Συνθήκη Ειρήνης της Ανδριανούπολης της 2ης/14ης Σεπτεμβρίου 1829, η Πύλη υποχρεούνταν να αναγνωρίσει την αυτονομία της Ελλάδος, σε δε μισό χρόνο την ίδια την ανεξαρτησία της. «Με τον τρόπο αυτό – σύμφωνα με τον επιφανή Έλληνα ιστορικό Α. Βακαλόπουλο, – ο ρωσοτουρκικός πόλεμος, που δημιούργησε τέτοια ανησυχία στην πολιτική ατμόσφαιρα της Ευρώπης, έλυσε, σαν το σπαθί το γόρδιο δεσμό,  τις ατελείωτες διαπραγματεύσεις και υποκίνησε της απελευθέρωση της Ελλάδας». [14] Αυτή η διατύπωση δε μειώνει την ιστορική σημασία της ναυμαχίας του Ναυαρίνου, στην οποία ανήκει σημαίνων ρόλος στην υπόθεση της εθνικής ανεξαρτησίας της Ελλάδος. Ωστόσο, παρά το σημαντικό ρόλο της εξωτερικής βοήθειας, η απελευθέρωση αυτή υπήρξε πριν απ’  όλα έργο των ίδιων των Ελλήνων.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μάρτενς, Φ.Ο., Συλλογή συνθηκών και συμβάσεων, συναφθεισών μεταξύ Ρωσίας και ξένων Δυνάμεων, Αγία Πετρούπολη 1895, τ. ΧΙ, σ. 361.

[2] Η εξωτερική πολιτική της Ρωσίας κατά τον 19ο – αρχές του 20 ου αι., Μόσχα 1992, Σειρά ΙΙ, τ. VII (XV), σ. 153.

[3] Ρικατσέβ, Α.Π., Έτος εκστρατείας Ναυαρίνου. 1827 και 1828. Κρονστάνδη 1877, σ. 4.

[4] Στο ίδιο, σ. 58.

[5] Μπρονέβσκι Β., Η ναυμαχία του Ναυαρίνου της 8ης Οκτωβρίου 1827. Πολεμικό περιοδικό 1829. № 3, σ. 31.

[6] Λάζαρεβ, Μ.Π., Τεκμήρια, Μόσχα 1952, τ. 1, σ. 323.

[7] ΒΠΡ, Σειρά ΙΙ, τ. VII (XV).

[8] Αντριένκο, Β.Γ., Πριν και μετά το Ναυαρίνο, Μόσχα 2002, σ. 162.

[9] Ρικατσέβ, Α.Π., Έτος εκστρατείας Ναυαρίνου. 1827 και 1828. Κρονστάνδη 1877, σ. 295.

[10] Memoir of the life of Admiral Sir Edward Codrington. L., 1873. Vol. 2. P. 178-179.

[11] Ρικατσέβ, Α.Π., Έτος εκστρατείας Ναυαρίνου. 1827 και 1828. Κρονστάνδη 1877, σ. 75.

[12] Clogg R. The Movement for Greek Independence. 1770-1821. A collection of documents. London and Bastingstoke, 1976. P. XXIII.

[13] Νοβιτσέβ, Α.Ν., Ιστορία της Τουρκίας, Λένινγκραντ 1968, τ. ΙΙ, Μέρος Ι, σ. 159.

[14] Βακαλόπουλου Α., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Θεσσαλονίκη 1988, τ. Η΄, σ. 502.

 

Γκριγκόρι Λ. Αρς,

Διδάκτωρ Ιστορικών Επιστημών,

Ινστιτούτο Σλαβικών Σπουδών Ακαδημίας Επιστημών Ρωσικής Ομοσπονδίας 

 23 Οκτωβρίου 2007, Κρατική Βιβλιοθήκη της Ρωσίας, Επιστημονική ημερίδα με θέμα «Ναυαρίνο: 180 χρόνια από τη Ναυμαχία.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο Βρετανικός τύπος για τη ναυμαχία του Ναβαρίνου – Δημήτρης Λουλές, «Μνήμων», τόμος 7ος (1979), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού.


 

«Λαμπρό επίτευγμα» ή «Αξιοθρήνητο γεγονός»; Οι Αναγνώστες των βρετανικών εφημερίδων είχαν να διαλέξουν ανάμεσα στους δύο αυτούς χαρακτηρισμούς, με τους οποίους ο τύπος της Μεγάλης Βρετανίας υποδέχτηκε την είδηση για τη ναυμαχία του Ναβαρίνου. Η Αντίφαση αυτή είναι ενδεικτική των ποικίλων πολιτικών και κοινωνικών αποκλίσεων των εφημερίδων της Βρετανίας, οι οποίες στο σύνολό τους αφιέρωσαν εκτεταμένα σχόλια για την ιστορική ναυμαχία της 8/20 Οκτώβρη 1827. Η ναυμαχία του Ναβαρίνου και η καταστροφή του ενωμένου τουρκοαιγυπτιακού στόλου ήταν η αναπόφευκτη συνέπεια της τριμερούς συνθήκης του Λονδίνου. Η συνθήκη αυτή, όπως είναι γνωστό, υπογράφτηκε στις 24 Ιούνη/ 6 Ιούλη 1827 από την ’Αγγλία, τη Ρωσία και τη Γαλλία, σαν πρώτο μέτρο μιας από κοινού επέμβασης στον ελληνοτουρκικό πόλεμο, ο οποίος – όπως δηλωνόταν στο κείμενο της συνθήκης – προκαλούσε «καθημερινά και νέα εμπόδια στο εμπόριο των ευρωπαϊκών κρατών». [1]

Στα τέλη της δεκαετίας του 1820 ο βρετανικός τόπος αριθμούσε ήδη πάνω από δύο αιώνες ζωής. Σε σύγκριση με τον τόπο της ηπειρωτικής Ευρώπης διατηρούσε κάποιο βαθμό Ανεξαρτησίας. Είναι άγνωστη η πραγματική του επιρροή στις λαϊκές μάζες, γιατί και το ποσοστό των εγγραμμάτων ήταν μικρό και, κυρίως, γιατί ήταν δυσανάλογα μεγάλη η τιμή των εφημερίδων [2].

 

Ναυμαχία του Ναβαρίνου. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία σε χάραξη του W. Heath. Λονδίνο, 1828.

 

Οι εφημερίδες της Βρετανίας – με ελάχιστες εξαιρέσεις – είχαν από την αρχή παρακολουθήσει με διαρκώς αυξανόμενο ενδιαφέρον την εξέλιξη της ελληνικής επανάστασης. Και αυτό σε αντίθεση με την επίσημη στάση της βρετανικής κυβέρνησης, η οποία ακολουθούσε πολιτική «ουδετερότητας». Οι εφημερίδες, ωστόσο, ακολούθησαν διαφορετικό δρόμο: Ανάλογα με, την τάξη ή την πολιτική που εκπροσωπούσε η κάθε μία, επιδοκίμασαν ή αποδοκίμασαν, και σπάνια έμειναν ουδέτερες στην ιδέα της ανακήρυξης ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Το ενδιαφέρον του βρετανικού τύπου αποκορυφώθηκε αμέσως μετά την υπογραφή της συνθήκης του Λονδίνου και την κάθοδο στην Ανατολική Μεσόγειο του ενωμένου στόλου της Γαλλίας, Ρωσίας και Αγγλίας. Κύρια αποστολή του συμμαχικού στόλου ήταν, όπως δηλώθηκε, η εφαρμογή των άρθρων της συνθήκης – και, πριν απ’ όλα, η άμεση κατάπαυση των εχθροπραξιών -, αλλά «χωρίς την προσφυγή στη βία ή την απ’ ευθείας ανάμιξη του στόλου στον πόλεμο» [3].

Παρά το γεγονός ότι η βρετανική κυβέρνηση είχε ανεπίσημα προειδοποιηθεί ότι η ασάφεια των οδηγιών που είχαν δοθεί στους τρείς ναυάρχους (Codrington, de Rigny και Heyden) μπορούσε να οδηγήσει σε άμεση σύγκρουση με τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο, η είδηση της ναυμαχίας, που έφτασε στο βρετανικό Ναυαρχείο μετά από τρεις εβδομάδες περίπου [4], προκάλεσε κατάπληξη και αντιφατικά αισθήματα στην αγγλική κοινή γνώμη. Οι αντιδράσεις αυτές είχαν φυσικά την αντανάκλασή τους στις βρετανικές εφημερίδες. [5]

Η πρώτη και πρόχειρη αντίδραση ήταν ότι η ναυτική αυτή επιτυχία θα πρόσθετε και νέες δάφνες στα αγγλικά όπλα: «Ήταν μία περίλαμπρη νίκη, έγραφε στις 16/11/1827 η συντηρητική, άλλα με φιλελεύθερες τάσεις, Morning Post [6]. Όμως πιο κάτω πρόσθετε, εκφράζοντας τις ανησυχίες των Άγγλων εμπόρων και κεφαλαιούχων: «Οι Ρώσοι ήταν οι μόνοι που ωφελήθηκαν. Η ναυμαχία έγινε μετά από επίμονες συστάσεις του Ρώσου ναυάρχου προς το Βρετανό συνάδελφό του». Και συνεχίζοντας τόνιζε πως η Οθωμανική αυτοκρατορία έπρεπε να ταπεινωθεί, αλλά όχι και να καταστραφεί. Λίγο αργότερα, στις 19/11/1827, η εφημερίδα συμβούλευε τους συμμάχους να προβούν σε «συλλογική κατάληψη» της Κύπρου, σαν μέσο εξαναγκασμού του σουλτάνου να αποδεχτεί τη συνθήκη του Λονδίνου. Σε γενικές γραμμές η Morning Post, εκπροσωπώντας και την παράταξη που κατεχόταν από ρωσοφοβία, έκρινε τη ναυμαχία αρνητικά. Η επόμενη αρθρογραφία της ακλούθησε την επίσημη κυβερνητική αντίδραση, Ιδιαίτερα όταν τις τελευταίες ήμερες του Νοέμβρη διέρρευσε η φήμη ότι ο ναύαρχος Codrington είχε πέσει στην δυσμένεια της κυβέρνησης και του βασιλιά.

Αντίθετα οι Times[7] έδειξαν στην αρχή αξιοσημείωτη επιφυλακτικότητα και χαρακτήρισαν τη ναυμαχία σαν ένα γεγονός που έπρεπε να το δει κανείς με «ανάμεικτα αισθήματα θαυμασμού αλλά και λύπης», ιδιαίτερα για τις απώλειες που προκάλεσε στο συμμαχικό στόλο. [8] Η ίδια εφημερίδα σε κύριο άρθρο της στις 12/11/1827 ισχυρίστηκε ότι ένα θετικό αποτέλεσμα της ναυμαχίας θα ήταν η αποθάρρυνση του σουλτάνου να αντιδράσει στην εφαρμογή της συνθήκης του Λονδίνου, γιατί αν ο πόλεμος γενικευόταν μόνο η Ρωσία θα είχε να ωφεληθεί. Ωστόσο, αντίθετες πληροφορίες από την Κωνσταντινούπολη διαψεύδουν τις ελπίδες της εφημερίδας: «Η οθωμανική κυβέρνηση», έγραφε στις 13/12/1827, «που πληροφορήθηκε από τα κανόνια του Ναβαρίνου ότι η ειρήνη έπρεπε ν’ αρχίσει με πόλεμο, φαίνεται πως μάλλον θα διαλέξει τον πόλεμο παρά την ειρήνη». Στο μεταξύ, και σε αντίθεση με την Morning Post, τόνιζε πως η ναυμαχία αυτή καθ’ αυτή ήταν «τυχαίο γεγονός» [9] και όχι το αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας των τριών συμμαχικών κυβερνήσεων ή των ναυάρχων. «Είμαστε απόλυτα πεπεισμένοι», ισχυριζόταν ο ανώνυμος αρθρογράφος των Times, «ότι η ναυμαχία προκλήθηκε από τυχαίες αιτίες και από την πλήρη έλλειψη πειθαρχίας ανάμεσα στα πληρώματα του οθωμανικού στόλου. Στην περίπτωση αυτή, μετά από το αυστηρό όσο και χρήσιμο μάθημα που δόθηκε στους Τούρκους, η βρετανική κυβέρνηση δεν θα πρέπει να σταματήσει τις διαπραγματεύσεις». «Δεν αποκλείεται μάλιστα», κατέληγε το άρθρο, «να παρηγορηθεί η οθωμανική κυβέρνηση για την καταστροφή του στόλου της από το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος του απαρτιζόταν από αιγυπτιακά πλοία», υπονοώντας προφανώς τη μόνιμη απειλή αποσκίρτησης και ανεξαρτητοποίησης του πασά της Αίγυπτου από την οθωμανική αυτοκρατορία.

Sir Edward Codrington. Ο ναύαρχος του Βρετανικού στόλου Έντουαρντ Κόδριγκτον, ήρωας της ναυμαχίας του Τραφάλγκαρ και της ναυμαχίας του Ναβαρίνου. Λιθογραφία, δημοσιεύεται στο βιβλίο, «The royal navy, a history from the earliest times to the present (1897)» σελ. 148.

Οι Times δεν παρέλειψαν να υπερασπιστούν την όλη δράση του Codrington: «Ο ένδοξος ναύαρχος», έγραφαν στις 14/11/1827, «έκανε αυτό που έπρεπε για να επιβάλει τα άρθρα της συνθήκης που προέβλεπαν το τέλος των εχθροπραξιών. Να εισέρθει δηλαδή στον κόλπο του Ναβαρίνου, μια και αυτός ήταν ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος να ελέγξει τις κινήσεις του τουρκοαιγυπτιακού στόλου». Τέλος στο ίδιο άρθρο διατυπώθηκε η άποψη ότι η ναυμαχία ίσως αποβεί προς όφελος της Τουρκίας, μια και ήταν το μόνο γεγονός που μπορούσε να συγκρατήσει τη Ρωσία από μια άμεση εισβολή στα οθωμανικά εδάφη.

Ο «ακραιφνής συντηρητικός» Courrier [10] χαρακτήρισε με τη σειρά του τη ναυμαχία σαν «ένδοξο επίτευγμα όλων εκείνων που ενδιαφέρονταν για την προστασία του αθώου ελληνικού πληθυσμού» και δικαιολόγησε απόλυτα την χρησιμότητά της, χωρίς όμως να εμβαθύνει στα γεγονότα και τις συνέπειές τους. Σε κύριο άρθρο στις 17/11/1827 ο Courrier έδειξε ιδιαίτερη επιθετικότητα στα σχόλια του γαλλικού τύπου. Οι γαλλικές εφημερίδες κατηγορούσαν την Αγγλία ότι μόνη εκείνη θα είχε να ωφεληθεί από τη ναυμαχία, γι’ αυτό και είχε χρησιμοποιήσει τις χώρες αυτές που πολέμησαν για το δικό της αποκλειστικά όφελος. [11] Μαζί με τους Times, ο Counter υπερασπίζεται το ναύαρχο Codrington και παραθέτει λεπτομερείς πληροφορίες για τη δύναμη και τις απώλειες των εμπολέμων. Οι απώλειες των συμμάχων, έγραφε στις 10/11/1827, ήταν πολύ κατώτερες από τις εχθρικές, παρ’ όλο που θα έπρεπε να αναμένεται το αντίθετο, λόγω της αριθμητικής υπεροχής των ’Οθωμανών και του πείσματος των εμπολέμων. Και κατέληγε: «Η ναυμαχία του Ναβαρίνου ήταν η αρχή και όχι το τέλος των συνεπειών της συνθήκης του Λονδίνου. Αλλά η Ελλάδα έχει σωθεί» [12].

Ανάλογη στάση με τον Courrier κράτησε και η ανεξάρτητη εφημερίδα Aviss Birmingham Advertiser. Αλλά στις 19/11/1827 πρόσθετε ότι, στα περιθώρια των πανηγυρισμών, επιτροπή από Άγγλους εμπόρους της Ανατολικής Μεσογείου συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό Coderich και του ζήτησε να πάρει μέτρα για τον περιορισμό της πειρατείας στο Αιγαίο[13].

Το φιλελεύθερο περιοδικό Observer [14] σε άρθρο του στις 11/11/1827 σημείωνε ότι η ναυμαχία του Ναβαρίνου ήταν μια από τις σπάνιες περιπτώσεις συλλογικής δράσης, που έγινε αποκλειστικά και μόνο «για λόγους δικαιοσύνης και ανθρωπισμού». Διατηρεί βέβαια μια επιφυλακτικότητα στην κρίση του για τη ναυμαχία, άλλα υπογραμμίζει την ανάγκη να ληφθούν μέτρα για την αποφυγή αιματηρών αντεκδικήσεων από τους Τούρκους. Ο Observer παρουσίασε επίσης και χάρτη με τεχνικές επεξηγήσεις για τον τρόπο διεξαγωγής της ναυμαχίας, τονίζοντας τη ναυτική ανικανότητα των Τούρκων. Σχετικά με τις απώλειες των συμμάχων – χωρίς να αναφέρεται σε αριθμούς – υπολογίζει πως θα πρέπει να ήταν βαρύτερες για τον ρωσικό στόλο. Τέλος δεν παραλείπει να εκφράσει τις ανησυχίες του για τις πολιτικές συνέπειες που θα έχει για την Ελλάδα η ναυμαχία: «Δυστυχώς», έγραφε στις 18/11/1827, «αυτό που η βρετανική κυβέρνηση επιθυμεί δεν είναι η ελευθερία άλλα η ανεξαρτησία της Ελλάδας» [15], και συνέχιζε: «Ένα πολίτευμα κατασκευασμένο από Άγγλους Τόρρηδες, Γάλλους εξτρεμιστές και Ρώσους απολυταρχικούς δύσκολα μπορεί να υποθέσει κανείς ότι θα διακρίνεται για το φιλελευθερισμό του. Η Ελλάδα θα είναι ανεξάρτητη αλλά όχι ελεύθερη. Ωστόσο, θα περιέχει τα σπέρματα μιας ελευθερίας, από τα οποία η πραγματική ελευθερία θα ακτινοβολήσει σε όλα τα γειτονικά έθνη».

Εντελώς αρνητική ήταν η αντίδραση του ακραίου συντηρητικού περιοδικού John Bull, που τότε συμπλήρωνε μόλις επτά χρόνια ζωής. Κατά το περιοδικό η ναυμαχία ήταν μια «αξιοθρήνητη νίκη, που θα βοηθήσει τα επεκτατικά σχέδια των Ρώσων». Αν ο τσάρος, έγραφε στις 11/11/1827, εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη, τότε θα απειληθεί όλο το αποικιοκρατικό συγκρότημα της Αγγλίας στην Ινδική χερσόνησο. Η ναυμαχία του Ναβαρίνου, κατέληγε το περιοδικό, αποτελεί την διάψευση των δήθεν φιλειρηνικών διαθέσεων των Τόρρηδων απέναντι στους παλιούς μας φίλους και συμμάχους – το σουλτάνο και τον Αιγύπτιο πασά.

Λογγίνος Χέυδεν (Логин Петрович Гейден, Λόγκιν Πετρόβιτς Γκέιντεν, 1772 – 1850). Ρώσος ναύαρχος, ολλανδικής καταγωγής. Διοικητής του ρωσικού στόλου στο Ναβαρίνο, παρέμεινε αρκετό χρόνο στην Ελλάδα συνεργαζόμενος με τον Κυβερνήτη Καποδίστρια. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Levilly.

Η κριτική του John Bull ήταν οξύτατη για κυβερνητικό έντυπο. Στις 18/11/1827, σε μακροσκελές κύριο άρθρο του, το συντηρητικό περιοδικό επανέρχεται στις ίδιες κατηγορίες. Επιχειρώντας μία ιστορική αναδρομή στα γεγονότα ισχυρίζεται ότι η υπογραφή της συνθήκης του Λονδίνου σήμαινε «ούτε λίγο ούτε πολύ πόλεμο ενάντια και στους δυο εμπόλεμους   -Έλληνες και Τούρκους – παρ’ όλο που φανερά ο πόλεμος αποκηρυσσόταν και οι εμπόλεμοι είχαν κληθεί να απόσχουν από κάθε πολιτική ενέργεια. Ωστόσο, αν και η συνθήκη υπογράφτηκε για να καταπολεμηθεί η πειρατεία στο Αιγαίο, τίποτα δεν έγινε προς αυτή την κατεύθυνση [16]. Έτσι το μόνο αποτέλεσμα της ναυμαχίας, συνέχιζε ο John Bull, θα είναι να δούμε μια ελληνική δύναμη εγκατεστημένη στη Μεσόγειο, κάτω από την προστασία της Ρωσίας, αντίθετη στην πολιτική και τα συμφέροντα της Μεγάλης Βρετανίας. Και αυτό, γιατί η συνθήκη στα φανερά άρθρα της καθόριζε τις τρεις μεγάλες δυνάμεις σαν μεσολαβητές, στο μυστικό της όμως άρθρο τους έθεσε στη θέση των εμπολέμων».

Εύλογη ήταν η ανησυχία των κύκλων τους οποίους εξέφραζε ο John Bull για τις πολιτικές και οικονομικές συνέπειες που θα είχε η αναπόφευκτη πλέον μετατροπή του status quo στην Ανατολική Μεσόγειο. Το εμπορικό κεφάλαιο της Αγγλίας, το οποίο από τον περασμένο αιώνα είχε αναγκαστεί να δεχθεί τους Έλληνες σαν μόνιμους ανταγωνιστές, φοβόταν τώρα τον πλήρη παραγκωνισμό του από τη νευραλγική αυτή περιοχή, η οποία – και για στρατιωτικούς ακόμα λόγους – έπρεπε να είναι κάτω από τον διακριτικό έλεγχο της Βρετανίας. Ο John Bull δε δίστασε να χαρακτηρίσει ανόητους τους δημοσιογράφους που πανηγύριζαν για το αποτέλεσμα της ναυμαχίας. Κατέκρινε επίσης και την όλη δραστηριότητα των τριών ναυάρχων τονίζοντας: «Με ποιό δικαίωμα εμπόδισαν τούς Τούρκους στρατιωτικούς αρχηγούς να πολεμήσουν ενάντια στους εχθρούς του κυρίου τους; Και γιατί δεν τούς προειδοποίησαν ότι θα έμπαιναν στον κόλπο του Ναβαρίνου με εχθρικούς σκοπούς; Όποια και να είναι τώρα η αντίδραση των Τούρκων, θα είναι δικαιολογημένη». Και το συντηρητικό περιοδικό κατέληγε: «Η εγκαθίδρυση μιας νέας ναυτικής δύναμης στη Μεσόγειο, που θα συνδέεται με τα συμφέροντα και το πολιτικό σύστημα της Ρωσίας, δεν μας είναι ευπρόσδεκτη, ούτε μπορεί να είναι ευπρόσδεκτη και στη Γαλλία. Οι δυο αυτές δυνάμεις θα πρέπει να αναθεωρήσουν την πολιτική τους και – στην προσπάθειά τους να ειρηνεύσουν τον κόσμο – θα πρέπει επίσης να αποφύγουν να προκαλέσουν τη Ρωσία, η οποία χρειάζεται μόνο τη βοήθεια μιας ναυτικής δύναμης μέσα στη Μεσόγειο, για να γίνει παντοδύναμη στη Νοτιοανατολική Ευρώπη». Τέλος στις 25/11/1827 ο John Bull δημοσίευσε την πληροφορία ότι ο Sir John Gore, ανώτατο στέλεχος του βρετανικού Ναυαρχείου, στάλθηκε από την κυβέρνηση για να ζητήσει επί τόπου διευκρινίσεις από τον Codrington [17].

Ο Ανρί ντε Ρινί, γνωστός στην Ελλάδα ως Δεριγνύ (Marie Henri Daniel Gauthier, comte de Rigny, 1782 – 1835). Κατά την Επανάσταση υπηρετούσε στα ελληνικά ύδατα και βοήθησε, όσο μπορούσε πάσχοντες Έλληνες. Κατά την ναυμαχία του Ναβαρίνου ηγείτο του γαλλικού στόλου. Αργότερα, διετέλεσε υπουργός Ναυτικών και Εξωτερικών.

Με το νομικό θέμα της εισόδου του συμμαχικού στόλου στον κόλπο του Ναβαρίνου [18] ασχολήθηκε κριτικά και ό Globe, ανεξάρτητη απογευματινή εφημερίδα του Λονδίνου με φιλελεύθερες αρχές: «Η είσοδος στο Ναβαρίνο», έγραφε στις 13/11/1827, «δεν θα χρειαζόταν δικαιολόγηση, δε γινόταν για να ζητηθεί η συνηθισμένη προστασία και βοήθεια που ζητούν ξένα πλοία σε φιλικό λιμάνι. Έτσι, η ύπαρξη, τουλάχιστον επίσημα, φιλικών σχέσεων ανάμεσα στους συμμάχους ναυάρχους και τον Ιμπραήμ πασά, δεν ταυτίζεται με το γεγονός ότι η είσοδος του ενωμένου στόλου έγινε σε τάξη μάχης, ούτε αποτελεί δικαιολογία ότι αυτό έγινε για εκφοβισμό. Αντίθετα πιστεύουμε ότι αυτό ακριβώς το γεγονός αποτελεί το πιο δυσάρεστο και από την επίσημη αναφορά των τριών ναυάρχων οι Τούρκοι κτύπησαν πρώτοι, αφού όμως ο συμμαχικός στόλος είχε εισέλθει στον κόλπο του Ναβαρίνου σε τάξη μάχης, όπως διαφαίνεται από την ίδια την έκθεση». Καταλήγοντας ο Globe αναφέρει την πληροφορία ότι οι σύμμαχοι ναύαρχοι είχαν υπογράψει και σχετικό πρωτόκολλο, που καθόριζε τον τρόπο εισόδου στο Ναβαρίνο, σε τρόπο ώστε να είχαν τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο στη διάθεσή τους, είτε να τον αιχμαλωτίσουν, είτε ακόμη και να τον καταστρέψουν, αν ο Ιμπραήμ πασάς έδειχνε αδιαλλαξία. Αξιοσημείωτη είναι η άποψη αυτή της εφημερίδας, ότι η καταστροφή του οθωμανικού στόλου αντιμετωπιζόταν σαν έσχατο μέτρο από τους τρεις ναυάρχους, σε αντίθεση με τους Times που ισχυρίζονταν ότι επρόκειτο για «τυχαίο γεγονός».

Στους ισχυρισμούς του Globe απάντησε την επόμενη ημέρα η φιλελεύθερη εφημερίδα του Λονδίνου Morning Chronicle [19], τονίζοντας πως βασικός όρος της συνθήκης ήταν η επιβολή άμεσης ανακωχής ανάμεσα στους εμπολέμους. Συνεπώς, εφ’ όσον οι Οθωμανοί αθέτησαν την υπόσχεση που είχαν δώσει ότι θα σταματούσαν τις εχθροπραξίες, το μόνο πρακτικό μέσο επιβολής της ανακωχής που είχε απομείνει στους ναυάρχους ήταν η είσοδος του συμμαχικού στόλου στον κόλπο του Ναβαρί­νου. «Φυσικά», συνέχιζε η Morning Chronicle, «στις κανονικές συνθήκες μεσολάβησης δεν περιλαμβάνεται ο καταναγκασμός των εμπολέμων σε ανακωχή.

Αλλά ο ελληνοτουρκικός πόλεμος είναι ειδική περίπτωση. Η συνθήκη του Λονδίνου υπογράφηκε κυρίως για να προστατευτούν ζωτικά οικονομικά συμφέροντα των ευρωπαϊκών κρατών. Αν έχουν γίνει μέχρι τώρα διάφορες συνθήκες με την Τουρκία, αυτό δεν σημαίνει πως έχει πάψει να είναι κράτος βαρβάρων. Πόλεμος της Τουρκίας με την Αυστρία ή τη Ρωσία δεν θα παρενοχλούσε τα συμφέροντα των ουδετέρων χωρών, άλλα αυτό δεν συνέβη στον ελληνοτουρκικό πόλεμο. Συνεπώς τα ουδέτερα κράτη έπρεπε να αυτοπροστατευθούν» [20]. Και η εφημερίδα κατέληγε: «Η ναυμαχία ήταν φυσική συνέπεια της συνθήκης του Λονδίνου και, παίρνοντας υπ’ όψη την αδιαλλαξία των Τούρκων, δεν υπήρχε άλλη διέξοδος στους τρεις ναυάρχους από το να επιβάλουν την ανακωχή με κάθε μέσο. Αν η συνθήκη ήταν δικαιολογήσιμη τότε και τα αναπόφευκτα αποτελέσματά της είναι επίσης δικαιολογήσιμα. Η εφαρμογή της συνθήκης προϋποθέτει την ανάγκη του εκφοβισμού. Παρά το γεγονός ότι οι Τούρκοι είναι φίλοι μας, προτιμήσαμε να τους μεταχειριστούμε σαν φίλους που χρειάζονται κάποια αυστηρότητα για να μάθουν να συμπεριφέρονται με ευπρέπεια. Έτσι, αν έγινε κάπου κάποιο σφάλμα, αυτό δεν αφορά τους ναυάρχους, αλλά τις συμμαχικές κυβερνήσεις που δεν τους έδωσαν σαφείς οδηγίες, καθώς και την τουρκική κυβέρνηση, η οποία δεν υπολόγισε σοβαρά τη σταθερή απόφαση των συμμαχικών κυβερνήσεων να θέσουν τέρμα στον πόλεμο».

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Morning Chronicle ήταν μια από τις λίγες εφημερίδες που είχαν ανεπιφύλακτα ταχθεί με την ελληνική πλευρά από την αρχή της επανάστασης, φτάνοντας στο σημείο να υποστηρίζει ότι οι Τούρκοι έπρεπε να εκδιωχθούν από την Ευρώπη. Η ναυμαχία του Ναβα­ρίνου, πίστευε η Morning Chronicle, ήταν η δικαίωση της φιλελληνικής πολιτικής πού έπρεπε από την αρχή να είχε ακολουθήσει η Μεγάλη Βρετανία. «Μόνο όσοι είναι γνώστες του ναυτικού πολέμου», έγραφε στις 12/11/1827, «μπορούν να καταλάβουν το μέγεθος του κινδύνου που αντιμετώπισαν οι γενναίοι μας ναύτες και τις αρετές που έδειξαν στην εκτέλεση του δύσκολου έργου τους. Οι σύμμαχοι ενήργησαν με θαυμαστή σύμπνοια εκεί όπου η παραμικρή έλλειψη πειθαρχίας και προθυμίας θα μπορούσε να προκαλέσει το χειρότερο. Εφ’ όσον οι Τούρκοι παραμένουν στην Ευρώπη, δεν υπάρχει ελπίδα για την Ανατολή. Θα έπρεπε από καιρό να είχαν εκδιωχθεί απ’ εκεί, αν δεν υπήρχε η δυσκολία τού πως θα διατεθούν οι πολύτιμες περιοχές που κατέχουν. Αλλά φαίνεται πως πλησιάζει σύντομα η στιγμή που η αναβλητικότητα δεν θα είναι πια δυνατή. Τότε οι μεγάλες δυνάμεις θα χρειαστεί να αποφασίσουν μια για πάντα για το μέλλον της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αν οι Τούρκοι προβούν στο μεταξύ σε αντεκδικήσεις κατά των αόπλων συμπατριωτών μας, οι οποίοι χάριν του εμπορίου τυχαίνει να κατοικούν στην Τουρκία, αυτό θα προκαλέσει σκληρή αλλά δίκαιη ανταπόδοση από την πλευρά μας. Πραγματικά, είναι αδύνατο να πιστέψει κανείς, ότι οι μεγάλες δυνάμεις – που έχουν ήδη φθάσει μέχρις εδώ – δεν θα προχωρήσουν περισσότερο μετά από παρόμοια προσβολή».

Σε ξεχωριστή στήλη η Morning Chronicle δημοσίευσε εκτεταμένες ανταποκρίσεις από το Παρίσι, όπου «όλες οι καρδιές» είναι γεμάτες από χαρά, εκτός από τις καρδιές των υπουργών[21]. Η γαλλική κοινή γνώμη, σημείωνε η ίδια εφημερίδα, είναι πεπεισμένη ότι η ναυμαχία του Ναβα­ρίνου υπήρξε καταστροφική για την πολιτική του Μέττερνιχ.

Η επίσης φιλελεύθερη Morning Advertiser [22] που – όπως και η Morning Chronicle – είχε κρατήσει φιλελληνική στάση από την αρχή της επανάστασης, χαιρέτησε τη ναυμαχία του Ναβαρίνο σαν «ένδοξο επίτευγμα», παρά τις σοβαρές απώλειες που προκάλεσε στο συμμαχικό στόλο. Και συνέχιζε: «Ο Ιμπραήμ πασάς δίκαια τιμωρήθηκε, διότι φάνηκε άπιστος, αθετώντας την υπόσχεση που είχε δώσει, δε θα σταματούσε αμέσως τις εχθροπραξίες». Η Morning Advertiser επιτέθηκε με δριμύτητα στους επικριτές της ναυμαχίας, και ιδιαίτερα στον John Bull, τονίζοντας ότι «τα τουρκοαιγυπτιακά τέρατα ουδέποτε υπήρξαν αληθινοί σύμμαχοι της Μεγάλης Βρετανίας».

Τέλος η Sun, φύλλο με κεντρώα απόκλιση, δικαιολογώντας τη ναυμαχία – «που λάμπρυνε τα αγγλικά ναυτικά χρονικά» – έγραφε στις 13/11/1827 ότι εφ’ όσον τα διπλωματικά μέσα είχαν εξαπλωθεί χωρίς αποτέλεσμα, οι μεγάλες δυνάμεις είχαν αποφασίσει να επιβάλουν την ανακωχή de facto, έστω και με χρήση βίας. Αν και μετά απ’ αυτό ο σουλτάνος αρνηθεί να συμμορφωθεί – τόνιζε η εφημερίδα, δείχνοντας και αξιοσημείωτη διορατικότητα – τότε μια στρατιωτική επέμβαση της Ρωσίας θα πρέπει να θεωρείται αναπόφευκτη».

Η είδηση για την ναυμαχία του Ναβαρίνου έφτασε με μικρή καθυστέρηση και στην ’Ιρλανδία, όπου οι πολιτικές και θρησκεύθηκες μικροεξεγέρσεις ήταν καθημερινό φαινόμενο. «Η ναυμαχία του Ναβαρίνου είναι το σπουδαιότερο στρατιωτικό γεγονός μετά τη μάχη του Βατερλώ» έγραφε στις 14/11/1827 η κεντρώα ρωμαιοκαθολική Dublin Evening Post [23]. Και αφού έδινε ορισμένες τεχνικές λεπτομέρειες για τη ναυμαχία συνέχιζε: «Ποιές θα είναι τώρα οι πολιτικές συνέπειες; Είναι βέβαιο πως μια μεγάλη κρίση περιμένει την Ευρώπη. Αλλά δεν μας διαφεύγει η πιθανότητα ότι οι ίδιες δυνάμεις, που μόλις τώρα πολέμησαν σαν σύμμαχοι, μπορεί πολύ σύντομα να βρεθούν αντιμέτωπες διαφωνώντας για το μέλλον της Τουρκίας. Οι καθολικοί της Ιρλανδίας», κατέληγε η εφημερίδα, «μπορούν να πάρουν θάρρος από παρόμοιο ενδεχόμενο: Η Αγγλία δεν μπορεί να αναλάβει πόλεμο, εφ’ όσον η Ιρλανδία δεν είναι χειραφετημένη».

Τα δημοσιεύματα του βρετανικού τύπου – που το σύνολό του έδωσε μεγάλη δημοσιότητα στην είδηση – δεν μετέβαλαν την επίσημη πολιτική της βρετανικής κυβέρνησης. Την αρχική έκπληξη ακλούθησε αποδοκιμασία, αποκορύφωμα της οποίας υπήρξε η άμεση ανάκληση και αποστράτευση του Codrington. Παράλληλα ο Άγγλος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη ακλουθούσε πολιτική κατευνασμού τού σουλτάνου, ενώ στους κυβερνητικούς κύκλους συζητούσαν το ενδεχόμενο αποζημίωσης για την καταστροφή του οθωμανικού στόλου [24]. Ωστόσο τίποτε δεν μπορούσε να σταματήσει τη ροή των γεγονότων. Η επίμονη άρνηση του σουλτάνου να δεχθεί την συνθήκη του Λονδίνου οδήγησε σε έναν ακόμη ρωσοτουρκικό πόλεμο. Χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν δυο χρόνια από, την ιστορική ναυμαχία για να υπογράψουν οι Τούρκοι στις 14/9/1829 στην Αδριανούπολη, κάτω από την απειλή των ρωσικών όπλων, την αναγνώριση της ύπαρξης του ελληνικού κράτους.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. Times 17/7/1827, σ. 2.

[2] 7 πέννες, όταν η λίρα είχε πάνω από δεκαπέντε φορές την αξία της σημερινής, οι αγγλικές εφημερίδες τότε ήταν τετρασέλιδες, σε σχήμα κάπως μικρότερο από το σημερινό. Την πρώτη σελίδα κάλυπταν κατά κανόνα οι μικρές αγγελίες, ενώ η διεθνής ειδησεογραφία κατελάμβανε το μισό μιας από τις εσωτερικές σελίδες. Ο κανόνας αυτός είχε και τις εξαιρέσεις του. Η ειδησεογραφία για τη ναυμαχία του Ναβαρίνου σε πολλές περιπτώσεις ξεπέρασε τον χώρο τής μιας σελίδας.

[3] Βλ. το κείμενο της συνθήκης του Λονδίνου στους Times 17/7/1827, σ. 2. «The armistice to be enforced but force to be avoided». Ωστόσο οι οδηγίες που δόθηκαν στους τρεις ναυάρχους τους άφηναν κάποιο βαθμό πρωτοβουλίας, με τη δικαιολογία ότι δεν μπορούσαν να προβλέψουν όλα τα ενδεχόμενα.

[4] Οι διεθνείς ειδήσεις μεταδίδονταν, είτε από το δίκτυο των ανταποκριτών, είτε από τις ξένες, γαλλικές κυρίως, εφημερίδες. Η χρήση του τηλεγράφου – ιδιαίτερα του οπτικού μέσω Dover – Calais – ήταν περιορισμένη.

[5] Τα στοιχεία που ακλουθούν προέρχονται από επτά ημερήσιες εφημερίδες του Λονδίνου, δύο επαρχιακές και δύο περιοδικά. Τα έντυπα αυτά αντιστοιχούν στο 70% – 80% των εκδόσεων του βρετανικού τόπου. (Βλ. Charles Mitchell, Newspaper Press Directory (G. B.), Λονδίνο 1857).

[6] Η M. P. υποστήριζε πολιτικά την ομάδα του λόρδου Palmerston και κοινωνικά την τάξη της αριστοκρατίας. Είχε επίσης τη φήμη του καλλίτερα πληροφορημένου εντύπου για τα διεθνή γεγονότα, χωρίς να υπολογίζει τις δαπάνες.

[7] Η εφημερίδα αυτή – συντηρητική στην επίσημη γραμμή της, αλλά με κάποιο βαθμό ανεξαρτησίας από πολιτικές παρατάξεις – ιδρύθηκε το 1783. Διακρινόταν για την αυθεντική της πληροφόρηση σε νομικά και κοινοβουλευτικά θέματα και προπαγάνδιζε τη θρησκευτική ελευθερία και την ελευθερία του εμπορίου.

[8] Την ίδια μέρα (11/11/1827), και σύμφωνα με την επίσημη έκθεση του Codrington, οι Times ανακοίνωσαν σε ξεχωριστή στήλη τις απώλειες των συμμάχων: 75 νεκροί και 197 τραυματίες Άγγλοι και 43 νεκροί και 144 τραυματίες Γάλλοι. Οι απώλειες της ρωσικής μοίρας δεν αναφέρθηκαν, αλλά υπολογιζόταν ότι ξεπερνούσαν τις αγγλικές.

[9] Την ίδια ερμηνεία προσπάθησε να δώσει και το επίσημο κράτος. Στο λόγο του θρόνου, τον Ιανουάριο 1828, ο Άγγλος βασιλιάς αναφέρθηκε στην ναυμαχία σαν «αδόκητο γεγονός» (untoward event).

[10] O Courrier ήταν η εφημερίδα του «νόμου και της τάξης». Ενάντια σε κάθε τι αντικυβερνητικό, βρισκόταν σε μόνιμη διαμάχη με την φιλελεύθερη Morning Chro­nicle. Ωστόσο, στα κρίσιμα προβλήματα απέφευγε κατά κανόνα, να πάρει θέση.

[11] Φυσικά οι εκτιμήσεις των γαλλικών εφημερίδων ήταν εντελώς λανθασμένες.

[12] Ο Courrier δημοσιεύει και τα παράσημα που δόθηκαν στους νικητές: Ο Γάλλος βασιλιάς προήγαγε τον de Rigny σε αντιναύαρχο και παρασημοφόρησε τους Codrington και Heyden με τον μεγαλόσταυρο του τάγματος του Αγίου Λουδοβίκου. Ανάλογες τιμές έδωσε και ο τσάρος Νικόλαος Α’ καθώς και ο Άγγλος βασιλιάς, αλλά ο τελευταίος εντελώς απρόθυμα (βλ. και Observer 9/12/1827).

[13] Αυτό τούτο το γεγονός της ναυμαχίας δημιούργησε μεγάλη αναταραχή στο χρηματιστήριο αξιών του Λονδίνου. Όλες σχεδόν οι εφημερίδες ανέφεραν πτώση μετοχών σε εμπορικές εταιρείες της Ανατολικής Μεσογείου. Είναι αξιοσημείωτο ότι παρά την ευνοϊκή τροπή των πραγμάτων οι μετοχές των δύο ελληνικών δανείων δεν επηρεάστηκαν παρά ελάχιστα.

[14] Η πρώτη έκδοση του περιοδικού χρονολογείται από το 1792. Υποστηρίζει τους Ούϊγους, και απευθύνεται στη μέση και την ανώτερη κοινωνική τάξη. Κυρίως πολιτικό περιοδικό, διακρινόταν για την σωστή ενημέρωση του και σε καλλιτεχνικά και οικονομικά θέματα.

[15] Η πρόβλεψη του περιοδικού επρόκειτο σύντομα να επαληθευθεί. Μόνο που και η ανεξαρτησία της Ελλάδας ήταν, για πολλά χρόνια, εικονική.

[16] Οι κατηγορίες του John Bull ήταν βάσιμες. Η ιερατεία στο Αιγαίο παρουσίασε την μεγαλύτερή της ανάπτυξη αμέσως μετά την ιστορική ναυμαχία. (Για την πειρατεία στα χρόνια αυτά βλ. Δέσποινα Θεμελή-Κατηφόρη, Η δίωξις της πειρατείας και το θαλάσσιον Δικαστήριον κατά την πρώτην Καποδιστριακήν περί­οδον 1828 – 1829, Αθήνα 1973). Ωστόσο, οι ευθύνες γι’ αυτό δεν θα πρέπει να αναζητηθούν μόνο ανάμεσα στους Έλληνες πλοιοκτήτες, στους οποίους είχαν δοθεί από την τότε ελληνική κυβέρνηση ημινόμιμες άδειες καταδρομών, αλλά στις συνθήκες που επικρατούσαν.

17] Ο Sir John Gore, που κατά σύμπτωση ήταν φίλος του Codrington, πράγματι στάλθηκε από το βρετανικό Ναυαρχείο, ενώ από το Υπουργείο Εξωτερικών στάλθηκε άλλος αξιωματούχος για τον ίδιο σκοπό. (Βλ. Memoirs of the Life ot Sir E.Codrington, τ.2, Λονδίνο 1873, σ. 115-16). Οι εξηγήσεις που έδωσε ο ναύαρχος δεν θεωρήθηκαν ικανοποιητικές και η νέα κυβέρνηση αποφάσισε να τον ανακαλέσει τον Ιούνιο του 1828.

[18] Στις 18/10/27 οι τρείς ναύαρχοι υπόγραψαν πρωτόκολλο όπου αναλάμβαναν την υποχρέωση να μπουν στο Ναβαρίνο, αλλά με αποκλειστικό σκοπό να επιβάλουν την κατάπαυση των εχθροπραξιών στον Ιμπραήμ πασά «μόνο με την παρουσία του συμμαχικού στόλου». (Memoirs of Sir. Ε. C., ό.π., σ. 62).

[19] Η εφημερίδα αυτή – από τις πιο παλιές – ιδρύθηκε το 1770 και ήταν περισσότερο φιλελεύθερη παρά συντηρητική. Επηρεαζόταν από τους Ουϊγους άλλα ήταν ανεξάρτητη στην κριτική της. Προπαγάνδιζε την ποιοτική βελτίωση σε όλους τους τομείς της κρατικής πρόνοιας και ιδιαίτερα στην εκπαίδευση.

[20] Η άποψη αυτή ήταν ταυτόσημη με την επίσημη δικαιολογία που προέβαλαν οι τρεις δυνάμεις για να δικαιολογήσουν την επέμβασή τους στον ελληνοτουρκικό πόλεμο.

[21] Η συντηρητική κυβέρνηση της Γαλλίας, πέρα από τον ενθουσιασμό της για το νέο απρόσμενο γόητρο που απέκτησαν τα γαλλικά όπλα, ανησύχησε για μια ενδεχόμενη ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Μια επιρροή της Ρωσίας στο νέο κράτος μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο οικονομικά και στρατιωτικά συμφέροντα της Γαλλίας και το «άνοιγμά» της στον Μεχμέτ πασά της Αιγύπτου.

[22] Η εφημερίδα αυτή εκπροσωπούσε την τάξη των μικρεμπόρων και μικροεπιχειρηματιών και επίσημα δεν υποστήριζε καμιά πολιτική μερίδα. Απευθυνόταν στις πλατιές μάζες και προπαγάνδιζε την ελευθερία του εμπορίου και την κατάργηση της θανατικής ποινής.

[23] Αν και ρωμαιοκαθολική, η εφημερίδα αυτή ήταν υπέρ της ανεξιθρησκίας. Προπαγάνδιζε επίσης την ελευθερία στις οικονομικές συναλλαγές, αλλά όταν δεν ερχόταν σε αντίθεση με το συμφέρον του κράτους.

[24] Βλ. John Bull, 17/11/1827.

 

Δημήτρης Λουλές

«Μνήμων», τόμος 7ος (1979), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού.

Read Full Post »

«Πορεία με φώς» – Έκθεση Φωτογραφιών της πόλης του Ναυπλίου από το 1900 έως το 1960


 

Πορεία με φώς

Ο Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», εκθέτει στο Βουλευτικό του Ναυπλίου, μια σειρά από φωτογραφίες της πόλης που αφορούν στην περίοδο 1900 – 1960.

Η Έκθεση των φωτογραφιών είναι ένα χρονικό, ένα οδοιπορικό μέσα στον χρόνο. Ο επισκέπτης θα αναγνωρίσει «οικείες» αλλά άγνωστες εικόνες του Ναυπλίου, των κτηρίων του και της διαφοροποίησής τους, θα εμβαθύνει στην κοινωνική, πολιτιστική και καθημερινή ζωή της εποχής και θα την συγκρίνει με την σύγχρονη.

Οι παλιοί θα θυμηθούν και θα αναπολήσουν. Οι νέοι θα διδαχθούν και θα οραματιστούν. Όλοι οι επισκέπτες, όμως, θα αποτυπώσουν στην μνήμη τους τις ευωδιές που κυριαρχούσαν στην πόλη μας, τις μυρωδιές που χάθηκαν, τα επαγγέλματα και τις ενδυμασίες που έφεραν τον χρόνο μέχρι τις μέρες μας, το μέλλον που ζούσαν και επαγγέλονταν οι γονείς μας και οι παππούδες μας, τις ευχάριστες και λυπημένες στιγμές, την συνύπαρξη στην ίδια φωτογραφία του παλιού και του νέου. Η Έκθεση δεν θα είναι μια απλή παράθεση φωτογραφιών αλλά μια παρακαταθήκη για τις ερχόμενες γενιές.

Την επιμέλεια της Έκθεσης έχει, από το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου, ο ακούραστος και ονειροπόλος Γιώργος Καρατάσος και η εμπνευσμένη καλλιτέχνης ζωγράφος, μέλος του Συλλόγου μας, Κατερίνα Μπεκιάρη.

Εκτός από τις φωτογραφίες που αποτελούν ιδιοκτησία του Συλλόγου, πολλοί συμπολίτες μας έχουν συνεισφέρει με το φωτογραφικό τους αρχείο στον εμπλουτισμό του υλικού. Φωτογραφίες του Νίκου Τομπάζη, του Παναγιώτη Μαζαράκη και πολλών άλλων συμπολιτών μας αλλά και αντίγραφα πρωτοτύπων που ευγενικά και οικειοθελώς παραχώρησαν από τα φωτογραφικά τους αρχεία ο Κώστας Καράπαυλος και ο Γιάννης Καλιτσιάδης, θα πλουτίσουν τα εκθέματα από το φωτογραφικό αρχείο του Προοδευτικού Συλλόγου Ναυπλίου «Ο Παλαμηδης» και θα κοσμήσουν την Έκθεση.

Η έκθεση ξεκίνησε στις 2 Δεκεμβρίου και θα διαρκέσει έως και την Κυριακή 10 Δεκεμβρίου  2017 στο Βουλευτικό. Θα συνεχιστεί στην αίθουσα πολιτισμού του Συλλόγου έως και το τέλος των εορτών.

Η πρόταση για την υλοποίηση αυτής της Έκθεσης έγινε από τον Αντιπεριφερειάρχη της Περιφερειακής Ενότητας Αργολίδας Τάσσο Χειβιδόπουλο, στο πλαίσιο των «Δρόμων Πολιτισμού Αργολίδας».

Read Full Post »

Η δολοφονία της Μπουμπουλίνας – Σπέτσες 22 Μαΐου 1825


 

Ο γιος της, Γεώργιος Γιάννουζας, απήγαγε την Ευγενία Κούτση. Οι γονείς αντιδρούν, ζητούν εκδίκηση. Αντί του απαγωγέα πυροβολούν τη μητέρα του. Ο δράστης συλλαμβάνεται αλλά δίκη δεν έγινε ποτέ.

 

Δύο άγρια φονικά συνέβησαν στις Σπέτσες, κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Οι φόνοι απλών ανθρώπων στο ηρωικό και πολυάνθρωπο νησί (8.000 οι κάτοικοί του), ιδιαίτερα κατά τα χρόνια της Επανάστασης, όπου τα ήθη είχαν εξαχρειωθεί, ήταν συνηθισμένο φαινόμενο, όπως μας πληροφορεί και ο Δημ. Βικέλας διά στόματος του Λουκή Λάρα (ψευδώνυμο πραγματικού, «υποκρυπτόμενου», πρόσφυγα από τη Χίο), ήρωα του ομώνυμου μυθιστορήματός του. «Τις εσκέπτετο περί αστυνομίας, τις περί δικαστηρίων τότε; Απέναντι τοσαύτης αιματοχυσίας και της ζωής η αξία είχεν εκπέσει εις την κοινήν εκτίμησιν. Μίαν ημέραν εφονεύθη ενώπιόν μου εις την αγοράν εις Ραγουζαίος κατά συνέπειαν λογομαχίας μετά των αγοραστών του ως προς την εκλογήν σαρδελλών, τας οποίας επώλει». (σελ. 106, στις Εκδόσεις Γαλαξία, 1962). Εδώ όμως πρόκειται για τη θανάτωση δύο επώνυμων ανθρώπων, μιας γυναίκας και ενός άντρα, της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας και του Ανάργυρου Λεμπέση, που είχαν διαπρέψει στα χρόνια του εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα.

 

Η δολοφονία της Μπουμπουλίνας

 

Τα αίτια της δολοφονίας της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας είναι ξεκαθαρισμένα. Για την καταγωγή, τον χαρακτήρα της, τη συζυγική και οικογενειακή ζωή της, την επαναστατική δράση της και τον θάνα­τό της, δες το σχετικό μελέτημά μας «Ιστορία Εικονογραφημένη», τεύχ. 308. Και τα ξεκαθάρισε για λογαριασμό μας όχι μονάχα η ζωντανή, διά στόματος, παράδοση του νησιού, αλλά και η αξιόπιστη βιογράφος της Μπουμπουλίνας Σωτηρία Αλιμπέρτη στο βιβλίο της Αι Ηρωίδες της Ελληνικής Επαναστάσεως.

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Ο γιος της Γεώργιος, από τον πρώτο γάμο της με τον Σπετσιώτη καραβοκύρη Δημ. Γιάννουζα, αγαπούσε την Ευγενία (ή Ευγενική), την πιο νέα από τις κόρες του καραβοκύρη και πρόκριτου του νησιού Χριστόδουλου I. Κούτση. Την αγαπούσε και ήθελε να την παντρευτεί. Αλλά και η Ευγενία, παρά το γεγονός ότι ήταν μνηστευμένη (η εκδοχή ότι είχε μνηστευθεί τον Παν. Χατζηγιάννη Μέξη δεν πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι ο εικοσιπεντάχρονος τότε Παναγιώτης ήταν περιζήτητος γαμπρός), δεν έμενε ασυγκίνητη μπροστά στη λεβεντιά του τρια­ντάχρονου γιου της Μπουμπουλί­νας. Οι γονείς όμως της Ευγενίας δεν συγκατένευαν στον γάμο της κόρης τους με τον Γεώργιο Δημ. Γιάννουζα. Είχαν δώσει αλλού τον λόγο τους. Η σθεναρή αντίδραση των γονιών ανάγκασε τους δυο ερωτευμένους νέους να κλεφτούν και να καταφύγουν στην απέναντι πελοποννησιακή ακτή (Κόστα) και όχι στο σπίτι της Κουνουπίτσας, κληρονομιά της ηρωίδας από τον πρώτο άντρα της, όπως πίστευαν οι Κουτσαίοι.

Προτού προχωρήσουμε στα της δολοφονίας, ας διευκρινίσουμε τις συγγενικές σχέσεις της Μπουμπουλίνας με τις πολύκλαδες οικογένειες των Κούτσηδων και των Μέξηδων. Κατ’ αρχήν η ηρωίδα είχε συμπεθεριάσει με την οικογένεια Γ. Κούτση. Η κόρη της από τον γάμο της με τον Δημ. Μπούμπουλη, Σκεύω, είχε παντρευτεί τον Νικόλαο Γεωργάκη I. Κούτση, ανιψιό του Χριστόδουλου I. Κούτση. Αλλά και ένας από τους ετεροθαλείς αδελφούς της [η μητέρα της Μπουμπουλίνας Σκεύω, χήρα του Υδραίου Σταυριανού Πινότση, είχε παντρευτεί, σε δεύτερο γάμο (1776), τον Σπετσιώτη πλοίαρχο Δημ. Λαζάρου ή Ορλώφ και είχε αποκτήσει απ’ αυτόν έξι γιους, τον Αντώνιο, τον Μανώλη, τον Θεοδόσιο (ή Θεόδωρο), τον Νικόλαο, τον Γεώργιο και τον Αθανάσιο, και δύο κόρες, τη Μαρία (ή Μάρω) και την Ελένη, σύζυγο Γ. Λάμπρου], ο Μανώλης Δ. Ορλώφ, επονομαζόμενος Κακομανώλης, είχε παντρευτεί την αδελφή της Ευγενίας Δέσποινα.

Η συγγένειά της τώρα με τον Χατζηγιάννη Μέξη και την πολύτεκνη οικογένειά του. Η κόρη της, από τον πρώτο γάμο της, Μάρω, είχε παντρευτεί τον Νικόλαο Χατζηγιάννη Μέξη, μετέπειτα γερουσιαστή, και η ετεροθαλής αδελφή της Μάρω θα παντρευτεί αρκετά χρόνια μετά τον άδοξο θάνατό της τον τριτότοκο γιο του Χατζηγιάννη Μέξη τον Παναγιώτη (1800-1885). Ας σημειωθεί ακόμη ότι ο ανιψιός του Χριστόδουλου I. Κούτση Ιωάν­νης Γεωργάκη I. Κούτση είχε νυμφευθεί την κόρη του Χατζηγιάννη Μέξη Αικατερίνη.

Ας αναφερθεί τέλος ότι οι σχέσεις της Μπουμπουλίνας με την οικογένεια Γεωργάκη I. Κούτση ήσαν φιλικότατες, με εκείνη του Χριστόδουλου I. Κούτση μάλλον καλές ως την ημέρα της απαγωγής, όπου τα συναισθήματά τους άλλαξαν ριζικά, και με τον «κρουσκ» (δηλ. συμπέθερο) Χατζηγιάννη Μέξη άριστες. Η πολυπράγμων μάλιστα ηρωίδα συχνά τον πίεζε να συμβάλει με τα αξιώματά του στην εκδίωξη από το νησί της άλλης οικονομικά ισχυρής οικογένειας των Σπετσών, των Μποτασαίων («Ιστορία Εικονογραφημένη», τεύχ. 339-Σεπτέμβριος 1996).

 

Στόχος ο απαγωγέας, αλλά…

 

Ο βασικός βέβαια λόγος που κίνησε την οικογένεια Χριστ. I. Κού­τση κατά της Μπουμπουλίνας ήταν κοινωνικός και ηθικός, με την πιο στενή όμως έννοια της λέξης. Η τιμή της οικογένειας είχε τρωθεί. Η απαγωγή μιας κόρης και μάλιστα μνηστευμένης ή, έστω, λογοδοσμένης, ήταν βαρύ για την εποχή εκείνη κοινωνικό και ηθικό παράπτωμα και έπρεπε να τιμωρηθεί. Οι Κούτσηδες και οι περί αυτούς, όταν ξεκίνησαν να πάνε στο σπίτι της Μπουμπουλίνας ήταν αποφασισμένοι, όχι μονάχα να πάρουν πίσω την Ευγενία αλλά και να τιμωρήσουν τον δράστη της απαγωγής. Αντ’ αυτού βρέθηκε στον δρόμο τους η μητέρα του, για την οποία πίστευαν ακράδαντα, επειδή ήξεραν τον χαρακτήρα της, ότι αυτή κρυβόταν πίσω από την απαγωγή, η οποία ωστόσο, κατά τον Χατζηαναργύρου, είχε γίνει «εν αγνοία αυτής και των συγγενών του». Παράλληλα ήθελαν να κάνουν επίδειξη οικογενειακής ισχύος. Δεν ξεκίνησε μονάχα ο «πληγωμένος» πατέρας αλλά ολόκληρη η οικογενειακή «αρμάδα», ο ίδιος ο Χριστόδουλος I. Κούτσης, οι γιοι του Ιωάννης και Δημήτριος, ο γαμβρός του Εμμ. Δημ. Λαζά­ρου (κατ’ άλλους γαμβρός του Χριστ. I. Κούτση ήταν ο Θεοδόσης) και άλλοι «πολλοί άνθρωποί τους οπλοφορούντες», κατά τη Σωτηρία Αλιμπέρτη. Είχε προηγηθεί συγγενικός όρκος ότι ο δράστης της απαγωγής έπρεπε να τιμωρηθεί.

Η Μπουμπουλίνα τον Μάιο του 1825 δεν βρισκόταν στο υψηλότερο σημείο της δημοτικότητάς της. Η «Μεγάλη Κυρά» του 1821-1822 τώρα ήταν μια συκοφαντημένη από τους πολιτικούς αντιπάλους του συμπέθερού της Θεόδωρου Κολοκοτρώνη γυναίκα, είχε χάσει στον εμφύλιο του 1824-25 το μεγάλο της στήριγμα, τον άντρα της κόρης της Ελένης Πάνο Θ. Κολοκοτρώνη που ήταν φρούραρχος του Ναυπλίου, και είχε επιστρέφει στο νησί πικραμένη και αποκαρδιωμένη. Και σ’ αυτά όλα θα πρέπει να προστεθεί και το γενικότερο κλίμα αποθάρρυνσης, αβεβαιότητας και αναταραχής που επικρατούσε στο νησί, ο μικροπανικός από τον οποίο είχαν καταλειφθεί οι κάτοικοί του, εξαιτίας και της εμφάνισης του πολυκάραβου αιγυπτιακού στόλου και της απόβασης πολυάριθμου αιγυπτιακού στρατού στη Νότια Πελοπόννησο κ.λπ. Πάντως, το βασικό ενδόσιμο για τον φόνο, ο οποίος δεν ήταν προγραμματισμένος, παρέμενε η οργή από τη βαριά προσβολή που είχε υποστεί η οικογένεια Χριστ. I. Κούτση μετά την απαγωγή.

Είναι δειλινό προς νύκτα της 22ας Μαΐου του 1825. Οι Κουτσαίοι κινούν από την περιοχή της Ευαγγελίστριας που είναι το σπίτι τους προς την περιοχή του Αγίου Αντωνίου (σημερινή Τάπια) που βρίσκεται το κυρίως σπίτι της Μπουμπουλίνας (κληρονομιά από τον δεύτερο άντρα της, τον Δημ. Μπούμπουλη), διαπιστώνουν ότι δεν είναι εκεί, απόδειξη ότι δεν αισθάνεται ένοχη για την απαγωγή, δεν κρύβεται στο πιο ασφαλές σπίτι της Τάπιας και δεν αλλάζει τις συνήθειές της να επισκέπτεται το «εξοχικό» της. Έπειτα, ανυπόμονοι και οργισμένοι, οδεύουν προς το σπίτι της Κουνουπίτσας (περιοχή Σταυρού). Με το φτάσιμο έχει πέσει κιόλας το πρώτο σκοτάδι. Συγγενείς και υποστατικοί περικυκλώνουν το σπίτι με τους μεγάλους κήπους και τις υψηλές πέτρινες μάντρες για να μην το σκάσει το ζεύγος των απαχθέντων. Κάποιοι μπαίνουν στον βορινό κήπο βρίσκοντας κατά πάσα πιθανότητα την πόρτα ξεκλείδωτη (η Μπουμπου­λίνα ήταν θαρραλέα, ανδρόφρων γυναίκα, δεν συνήθιζε να κλειδαμπαρώνεται και μάλιστα με το λυκόφως), ή την παραβιάζουν. Πρώτος την καλεί ο ετεροθαλής αδελφός της, προσφωνώντας την με το μικρό της όνομα «Βασκαρίνα! Βασκαρίνα!» (οι Σπετσιώτες το Λασκαρίνα το πρόφεραν Βα­σκαρίνα). Αυτή, ακούγοντας το κάλεσμα και τη γενικότερη οχλοβοή, ενοχλημένη προφανώς, εγκαταλείπει το καθιστικό ή την κουζίνα, όπου πιθανότατα βρισκόταν την ώρα εκείνη, διασχίζει τις δυο κρεβατοκάμαρες και φτάνει ως το ακραίο αριστερό παράθυρο της βορινής πλευράς που λόγω της ανοιξιάτικης ζέστης πρέπει να ήταν ανοιχτό. Ο τοίχος κάτω από το παράθυρο είναι παχύς, όπως όλων των παλιών σπετσιώτικων σπιτιών, και αναγκάζεται να σκύψει λίγο, για να βλέπει και να ακούει καλύτερα, στηρίζοντας τα χέρια της στο περβάζι. Ο ετεροθαλής αδελφός της και οι Κουτσαίοι της ζητούν να τους παραδώσει τους απαχθέντες. Εκείνη τους απαντάει με τραχύ ύφος και σε αψιά γλώσσα, χρησιμοποιώντας ένα μίγμα ελληνικής και αρβανίτικης ντοπιολαλιάς. Η Μπουμπουλίνα δεν μιλούσε με ευφράδεια τα αρβανίτικα, γιατί δεν ήταν η μητρική της γλώσσα, αφού, όπως απέδειξαν νεώτερες έρευνες από τον ερευνητή της ιστορίας των Κοκκίνηδων κ. Αντώ­νιο Κοκκίνη, ούτε οι Κοκκίνηδες ούτε οι Πινότσηδες ήταν αλβανικής καταγωγής – ό,τι γνώριζε, το είχε μάθει κοντά στον πρώτο άντρα της και συναναστρεφόμενη τους αρβανιτόφωνους κατοίκους του νησιού. Τους είπε ότι ο Γιώργος με την Ευγενία δεν κρύβονται στο σπίτι. Της ζητούν εξηγήσεις, της επιρρίπτουν ευθύνες. Εκείνη θυμώνει – είναι γνωστό το πόσο οξύθυμη ήταν – σχεδόν τους υβρίζει. Σίγουρα τους ειρωνεύεται. Η παράδοση διέσωσε δύο φράσεις της που είναι πολύ πιθανό να βγήκαν από το στόμα της. Η πρώτη: «Σας τα ’λεγα εγώ και έπρεπε να μ’ ακούσετε, νάνι γιεμ κρουσκ, δηλ. τώρα είμαστε συμπέθεροι». Και η άλλη η πιο ενοχοποιητική: «Αστ ι ντούαμε, εδέ αστ εντρέκεμι, νάνι τσι ντούε κα μένα», δηλαδή «έτσι το θέλαμε, έτσι το φτιάξαμε, τώρα τι θέλεις από μένα» (το τελευταίο ειπώθηκε προς τον αδελφό της). Με τα λόγια της η Μπουμπουλίνα επιβεβαιώνει τις υποψίες τους. Είναι ηθική αυτουργός στο «έγκλημα» της απαγωγής.

 

Μια πιστολιά στο μάτι

 

Όσο κρατάει ο μικρός διάλογος με τον ετεροθαλή αδελφό της, αυτοί που μπήκαν στην αυλή έχουν πλησιάσει κάτω από το μισοφωτισμένο παράθυρο. Φωνασκούν, διαμαρτύρονται. Και κάποιος σηκώνει την πιστόλα του και πυροβολεί. Η ηρωίδα, έτσι ευτραφής καθώς είναι και μαντιλοφορούσα, δίνει εύκολο στόχο. Μια κουμπουριά μονάχα, δεν χρειάστηκε δεύτερη. Το φονικό βόλι την «πήρε» πάνω από την κόγχη του δεξιού ματιού, σε μια φορά από τα κάτω προς τα άνω, και έθραυσε τα οστά του κρανίου (είναι ευδιάκριτη η οπή του δημιούργησε η μπάλα, και οι βαθιές ραγισματιές στο σημείο εκείνο). Το τραύμα δεν φαίνεται να ήταν διαμπερές (οι περισσότεροι απ’ όσους καταπιάστηκαν με τη δολοφονία λένε πως το φονικό βόλι σφηνώθηκε στο κεφάλι της Μπουμπουλίνας). Η τρύπα που επιδεικνυόταν από τους Καστριώτηδες, τελευταίους κληρονόμους του σπιτιού και προτελευταίους ιδιοκτήτες, ότι τάχα έγινε από το βόλι, δεν είναι παρά μια στρογγυλή και απόλυτα συμμετρική τρύπα που έχει δημιουργηθεί από το πέσιμο του ρόζου του ξύλουּ τέτοιες στρογγυλές και ισομεγέθεις τρύπες υπάρχουν και σε άλλα σημεία του ταβανιού που παραμένει το αυθεντικό. Η Μπουμπουλίνα γέρνει προς τα πίσω. Τρέχει μια γυναίκα του σπιτιού και την υποβαστάζει. Η ηρωίδα όμως είναι νεκρή, σωριάζεται στο πάτωμα. Πεθαίνει μ’ έναν τόσο άδοξο θάνατο. Εκείνη που αψήφησε τα εχθρικά βόλια, τους μύδρους και τις κανονιές στην πολιορκία του Ναυπλίου, χάνεται από βόλι σπετσιώτικο.

Αυτή, καθώς πιστεύουμε, είναι η αυθεντικότερη εκδοχή, αναφορικά με τις συνθήκες, κάτω από τις οπαίες δολοφονήθηκε η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Ωστόσο υπάρχουν και άλλες εκδοχές λιγότερο πειστικές. Εκδοχή δεύτερη: πυροβολήθηκε με τρομπόνι, εμπροσθογεμές κι αυτό, αγχέμαχο όπλο, με κάννη πολύ μεγαλύτερου διαμετρήματος από εκείνο της πιστόλας, που ρίχνει πολλά σφαιρίδια διασκορπιζόμενα. Στα δώδεκα μέτρα η διασπορά του τρομπονιού είναι 50-90 εκ. Αν η Μπουμπουλίνα είχε βληθεί με τρομπόνι, θα είχε πληγωθεί και στο στήθος και ίχνη της βολής θα υπήρχαν στο από μαλτεζόπλακες περβάζι του παραθύρου. Εκδοχή τρίτη, εντελώς αναξιόπιστη: Πυροβολήθηκε έξω από τη μάντρα του σπιτιού, στην είσοδο ή στην ταράτσα κάποιου γειτονικού σπιτιού, με καριοφίλι βραχύκαννο ή τρομπόνι. Πέρα από το γεγονός ότι το πλησιέστερο σπίτι απέχει 20-25 μ., πρέπει να σκεφθεί κανείς ότι οι Κουτσαίοι δεν είχαν καριοφίλια μαζί τους, δεν πήγαιναν για μάχη, το δε τρομπόνι έχει πολύ μικρό βεληνεκές και πολύ μεγάλη διασπορά, όπως ήδη αναφέρθηκε. Αναφορικά με το πόσοι πυροβολισμοί έπεσαν, υπάρχουν άλλες δύο εκδοχές.

 

 

Οι φονιάδες

 

Οι «γενναίοι παλικαράδες» κι ανάμεσά τους και ο φονιάς, σκορπίζουν μέσα στο σκοτάδι και φεύγουν σιωπηλοί. Η είδηση διαδίδεται αστραπιαία σ’ ολόκληρο το νησί. Την άλλη μέρα τη θάβουν σε οικογενειακό τάφο στον ιδιόκτητο ναό του Αι – Γιάννη (περιοχή Κουνουπίτσας). Οι κόρες της, οι γαμπροί της, τ’ αγόρια της, ο Νικόλαος και ο Ιωάννης, οι συγγενείς της, λαός πολύς. Είναι αυτονόητο ότι ο γιος της Γιώργος Γιάννουζας και η Ευγενία Χριστ. Κούτση δεν παρευρέθησαν στην κηδεία. Οι δυο νέοι στεφανώθηκαν κάμποσο καιρό μετά κι έζησαν, καθ’ όλες τις ενδείξεις, μαζί ως το τέλος της ζωής τους.

Στο μεταξύ «εκείνος που έκανε το κακό» λούφαξε, κρύφτηκε στην ανωνυμία του και στο σκοτεινό λαγούμι των τύψεων – αν είχε τύψεις -, γιατί το ξαναγράφουμε, εκείνο τον καιρό των πολιτικών παθών, η Μπουμπουλίνα, αν και ηρωίδα, αν και αρχόντισσα με μεγάλη προσφορά στον Αγώνα, αν και μάνα νεκρού ήρωα (Γιάννης Γιάννουζας, μάχη του Ξεριά Άργους, Απρίλιος 1821), δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής. Ποιος, λοιπόν, σκότωσε τη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα; Από την επομένη κιόλας του φονικού άρχισε μια ατέρμονη εικοτολογία που τροφοδοτήθηκε και από τα Απομνημονεύματα των Φιλελλή­νων αγωνιστών του 1821, η οποία κρατάει ως τις μέρες μας. Οι υπόνοιες του απρόσωπου λαού και σιωπηλού παρατηρητή των δρωμένων, εστράφησαν σε τρία πρόσωπα. Στον πατέρα της Ευγενίας Χριστόδουλο I. Κούτση, στον γιο του Ιωάννη, πλοίαρχο του οικογενειακού πλοίου Ηρακλής, και στον ετεροθαλή αδελφό της Μπουμπουλίνας Εμμανουήλ Δημ. Λαζάρου, σκληροτράχηλο πλοιοκτήτη και αγωνιστή του κατά θάλασσαν αγώνα, που είχε μάλιστα συνεργαστεί με την αδελφή του στην πολιορκία του Ναυπλίου και της Μονεμβάσιας.

Ο Χριστόδουλος I. Κούτσης, τη μέρα του φονικού, ήταν άνθρωπος κάποιας ηλικίας, συνομήλικος σχεδόν της Μπουμπουλίνας, αποδεδειγμένα συνετός και συγκρατημένος, αφού οι ίδιοι οι πρόκριτοι των Σπετσών του είχαν αναθέσει υψηλά αξιώματα, δύσκολα επομένως μπορούμε να τον φανταστούμε να σηκώνει τη βαριά πιστόλα του και να πυροβολεί κατά της συμπεθέρας. Εξάλλου ως σκιά μονάχα πλανήθηκε πάνω στο νησί η υποψία ότι αυτός σκότωσε την ηρωίδα.

Η οικογένεια της δολοφονηθείσης έστρεψε τις υποψίες της και την οργή της κατά του Ιωάννη Χριστ. Κούτση, αδελφού της Ευγενίας, δραστήριου καπετάνιου και ναυμάχου (τις μέρες εκείνες βρισκόταν στο νησί, γιατί ο στόλος των Σπετσών αδρανούσε, μπορεί όμως και εξαιτίας του προβλήματος με την αδελφή του). Οι δυο μάλιστα γιοι της Μπουμπουλίνας από τον Δημ. Μπούμπουλη, ο Νικόλαος και ο ανήλικος Ιωάννης, επιτροπευόμενος από τον Χρήστο Τζίμα ή Τσά­ντα, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας και την προσπάθεια ορ­γάνωσής του σε ευνομούμενο Κράτος (Κυβερνήτης ο φιλοσπετσιώτης Ιωάννης Καποδίστριας) κατέφυγαν στη Δικαιοσύνη και στηριζόμενοι στο 16ο ψήφισμα της Δ’ Εθνικής Ελληνικής Συνέλευσης, κατήγγειλαν γραπτώς τον Ιωάννη Χριστ. Κούτση ως δολοφόνο της μητέρας τους. «Οι υποσημειούμενοι εκ Σπετσών Νι­κόλαος Δ. Μπούμπουλης και ο επίτροπος του μικρού Ιωάννη Μπούμπουλη Χρήστος Τζίμας «Τσάντας», έχοντας διαφοράν με­τά τίνος Ιωάννου Χριστοδούλου Κούτζη, όστις κακία φερόμενος εθανάτωσε την Μητέρα μας ονόματι Λασκαρίνα Μπούμπουλη. Φονεύς αποδεδειγμένος τοις πάσι, και έκτης ανοσιουργίας αυτού υποφέραμεν και υποφέρομεν μέ­χρι τούδε ζημίας αισθαντικάς… Εν Ναυπλίω τη 24 Ιανουαρίου 1830» (Γενικά Αρχεία Κράτους, Υπουργείο Δικαίου, φάκ. 52).

 

Ο Ιωάννης Κούτσης συλλαμβάνεται

 

Πράγματι ο Ιωάννης Χριστ. Κούτσης που βρισκόταν τυχαία στο Ναύπλιο (ή είχε μεταβεί σ’ αυτό προκειμένου να αντιμετωπίσει την ως άνω κατηγορία), συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Τρεις μέρες αργότερα (27 Ιαν. 1830) στέλνει αναφορά προς τον Καποδίστρια, με την οποία διαμαρτύρεται για την προφυλάκισή του από την αστυνομία Ναυπλίου ύστερα από διαταγή της ειρηνοδικίας, χωρίς να προηγηθεί δίκη. «Εξοχώτατε! Δεν έπρεπε τάχα και χωρίς της φυλακής να με δοθή η κατηγορία διά να απαντήσω και ούτω να φυλακισθώ; Δεν έπρεπε τάχα κατά το ψήφισμα της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως να θεωρηθή τούτο είτε από επιτροπή, είτε επιτοπίως διά να προτείνω κι εγώ τα ασύγκριτα δικαιολογήματά μου…» (ΓΑΚ, στον ίδιο φάκελο 52).

 Την ίδια μέρα ο φερόμενος ως δολοφόνος της Μπουμπουλίνας Ιωάννης Χριστ. Κούτσης, στέλνει και αναφορά προς τη Γραμματεία της Δικαιοσύνης, τονίζοντας μεταξύ άλλων και τα εξής:

«Σεβαστή του Δικαίου Γραμματεία! Είναι γνωστοί προς την Κυβέρνησιν οι πολύπονοι και πολυκίνδυνοι της οικίας μου αγώνες. Δι’ ο παρακαλώ την Σ. ταύτην Γραμματείαν να διατάξη την ενταύθα ειρηνοδικίαν, να δεθχή έναν αξιόχρεον περί εμού εγγυητήν, ελευθερώνουσά με της φυλακής. Και μ’ όλον ότι αγνοώ όλως διόλου την ψευδή ταύτην κα­τηγορίαν, μ’ όλον τούτο, δέχομαι να κριθώ μετά των προλεχθέντων Μπουμπουλέων Ιωάννου και Νικο­λάου… Εάν όμως ισχυρογνωμονούντες επιμένωσιν από παλαιό πάθη κινούμενοι, και συκοφαντούσι με ζητούντες να κριθώμεν επί κριτηρίων, παρακαλώ να μας παραπέμψη εις το Πρωτόκλητον των Δυτικών Σποράδων, το οποίον είναι το τμήμα μας» (ΓΑΚ, Υπουργείο Δικαίου, φάκ. 52).

 

Η έρευνα στα ΓΑΚ έγινε από τον συγγραφέα του βιβλίου Μπουμπουλίνα κ. Μανουήλ Τοσούλα. Η έρευνα δυστυχώς σταματάει στο σημείο αυτό. Επομένως δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν έγινε κάποια δίκη κι αν αθωώθηκε ή καταδικάστηκε ως δολοφόνος της Μπουμπουλίνας ο Ιωάννης Χριστ. Κούτσης. Πιθανολογούμε πάντως ότι εξαιτίας των δίσεκτων χρόνων που ακολούθησαν τη δολοφονία του Καποδίστρια (Σεπτ. 1831) και της διάλυσης του καποδιστριακού Κράτους, η υπόθεση «θάφτηκε» ή αφέθηκε να ξεχαστεί. Πάντως, το 1834, βρίσκεται ελεύθερος στις Σπέτσες και συνυπογράφει με τον

θείο του Γεωργάκη I. Κούτση το υπ’ αριθ. 1033/8-6-1834 έγγραφο της Μνημονίας (=Συμβολαιογραφείου) της νήσου Τηπαρήνου (=Σπετσών») ως εκπρόσωπος του «γέροντος» πατρός Χριστόδουλου I. Κούτση, που έχει σχέση με τη συνιδιοκτησία του πλοίου «Σαραμώνης» κατά το ένα τέταρτο.

 

Δίκη που δεν έγινε

 

Οπωσδήποτε ο Ιωάννης Χριστ. Κούτσης (ο μεγαλύτερος αδελφός της Ευγενίας, οι άλλοι δύο ήταν ανήλικοι), συγκεντρώνει τις περισσότερες υποψίες όλων εκείνων που καταπιάστηκαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο με τη θλιβερή τούτη ιστορία. Η αξιόπιστη Σωτη­ρία Αλιμπέρτη, εντούτοις, περιορίζεται σε γενικότητες και αποφεύγει να επικεντρώσει την προσοχή της σε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο: «…επηκολούθησεν σφοδρά λογομαχία μεταξύ αυτής, του αδελφού της και των Κουτσαίων εις εξ αυτών επυροβόλησεν την Μπουμπουλίναν, η δε σφαίρα εύρεν αυτήν εις το μέτωπον και την άφησεν άπνουν» (η Αλιμπέρτη εδώ αντιγράφει σχεδόν κατά λέξη τον Χατζηαναργύρου. Παραδόξως οι κατ’ εξοχήν ιστορικοί του νησιού, ο Ανάργυ­ρος Ανδρ. Χατζηαναργύρου, συγγενής των Κούτσηδων εξ αγχιστείας, και ο Αναστάσιος Κων. Ορλάνδος, από τους οποίους αντλεί πολλά στοιχεία η Σωτ. Αλιμπέρτη στη βιογράφηση της ηρωίδας, θέλοντας προφανώς να υπερκεράσουν μια δυσάρεστη ιστορία που δεν τιμούσε καθόλου το νησί, δεν αναφέρονται παρά γενικά και κάπως αόριστα στα της δολοφονίας και, ενώ γνωρίζουν τον δολοφόνο της Μπουμπουλί­νας, τον αποκρύπτουν με τη σιωπή τους. Ο Χατζηαναργύρου μάλιστα διστάζει να αποκαλύψει και το όνομα της οικογένειας των Κούτσηδων, εξαιτίας της συγγένειάς του προς αυτούς. Άθελά του ωστόσο «φωτογραφίζει» τον δράστη για κάποιον ο οποίος μπορεί να διαβάζει και κάτω από τις αράδες των βιβλίων. «Το τόλμημα τούτο, όλως ασύνηθες παρά τοις νησιώταις τον καιρόν εκείνον, επίκρανεν τους αδελφούς της νεάνιδος και εζήτησαν ικανοποίησιν παρά του δράστου…».

Κάποιες υπόνοιες εστρέφοντο και εναντίον του ετεροθαλούς αδελφού της Μπουμπουλίνας Μα­νώλη (η Κακομανώλη) Δημ. Λαζά­ρου, σύγγαμβρου του Γεωργίου Γιάννουζα. Στηρίχτηκαν σε πληροφορίες δήθεν εμπιστευτικές που έδωσε η Μαριγώ Ορλώφ, «μια γριούλα που ο παππούς της ήταν αδελφός της Μπουμπουλί­νας», οι οποίες πήραν τη μορφή της προφορικής παράδοσης ανάμεσα στους Σπετσιώτες και τις οποίες «αξιοποίησε» αργότερα ο ιστορικός Αγγελομάτης στο μελέτημά του «Ιστορικά κτίρια της Ελλάδος».

Συμπέρασμα τελικό της δικής μας έρευνας: Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα δολοφονήθηκε ενωρίς το βράδυ της 22ας Μαΐου 1825 στο σπίτι της Κουνουπίτσας (κληρονομιά από Δημ. Γιάννουζα). Πυροβολήθηκε με πιστόλα από τη βορινή αυλή του κήπου του σπιτιού, όταν προσκληθείσα και προκληθείσα από τον ετεροθαλή αδελφό της και γαμπρό των Κού­τσηδων Μανώλη Δημ. Ορλώφ να δώσει εξηγήσεις για την απαγωγή της κόρης του Χριστ. I Κούτση Ευγενίας από τον γιο της Γεώργιο Γιάννουζα, πρόβαλε στο ακραίο αριστερό παράθυρο της βορινής πλευράς του σπιτιού. Τη μοιραία πιστολιά έριξε, πιθανότατα, ο αδελφός της Ευγενίας, ηρωικός παρά ταύτα πλοίαρχος και ναυμάχος, Ιωάννης Χριστ. Κούτσης.

 

Γιώργος Σταματίου

Ιστορικός ερευνητής, Εκπαιδευτικός, Συγγραφέας,

Μελετητής του έργου του Νίκου Καζαντζάκη.

«Η δολοφονία της Μπουμπουλίνας», Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 367, Ιανουάριος 1999, σελ. 30-37.

Read Full Post »

Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη


 

Στο πέρασμα των χρόνων πολλοί στρατιώτες έδωσαν τη ζωή τους και έπεσαν στα πεδία μαχών χωρίς να αναγνωριστούν ή να ανεβρεθούν οι σοροί τους. Η ανάγκη να εκπροσωπηθούν όλοι οι άγνωστοι πεσόντες και να επιτευχθεί η απονομή επίσημης συνολικής τιμής στη μνήμη των υπέρ πατρίδος πεσόντων στρατιωτών οδήγησε τα έθνη στη δημιουργία ενός συμβολικού μνημείου, τον τάφο του άγνωστου στρατιώτη. Ο τάφος του άγνωστου στρατιώτη εξωτερικεύει την έννοια της φιλοπατρίας, συγκεντρώνει τα στοιχεία μιας υψηλής πατριωτικής πράξεως και αποτελεί τη φανερότερη εκδήλωση του οφειλόμενου επαίνου και της δόξας που πρέπει να ακολουθεί τη μνήμη των πεσόντων και την εθελοθυσία τους υπέρ της πατρίδας.

 

Ιστορική Αναδρομή

 

Η γενική αρχή της τιμητικής πράξης της ταφής των αγνώστων πεσόντων ανάγεται στους ηθικούς νόμους και τα πάτρια έθιμα των αρχαίων ελληνικών πόλεων. Τη μαρτυρία αυτή βρίσκουμε στα αρχαία κείμενα του Θουκυδίδη. Ο ιστορικός μιλώντας περί των δημοσίων ταφών των πεσόντων στον πόλεμο Αθηναίων εκθέτει τον τρόπο με τον οποίον τελούνταν ως εξής:

«…τα μεν οστά προτίθενται των απογενομένων πρότριτα σκηνήν ποιήσαντες, και επιφέρει τω αυτού έκαστος ην τι βούληται· επειδάν δε η εκφορά ή, λάρνακας κυπαρισσίνας άγουσιν άμαξαι, φυλής εκάστης μίαν· ένεστι δε τα οστά ης έκαστος ην φυλής, μία δε κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών, οι αν μη ευρεθώσιν ες άναίρεσιν. ξυνεκφέρει δε ο βουλόμενος και αστών και ξένων, και γυναίκες πάρεισιν αι προσήκουσαι επί τον τάφον ολοφυρόμεναι».

(Θουκιδίδης, 2.34.3)

Στους πεσόντες στον πόλεμο οι Αθηναίοι απέδιδαν μεγάλες τιμές. Η ταφή αυτών γινόταν δημοσία δαπάνη:

«Εν δε τω αυτώ χειμώνι Αθηναίοι τω πατρίω νόμω χρώμενοι δημοσία ταφάς εποιήσαντο των εν τάδε τω πολέμω πρώτων αποθανόντων τρόπω τοιώδε».

(Θουκιδίδης, 2.34.1-2)

Οι οικογένειές τους περιθάλπονταν και τα παιδιά τους ανατρέφονταν μέχρι την εφηβεία τους από την πόλη:

«τα δε αυτών τούς παίδας το από τούδε δημοσία η πόλις μέχρι ήβης θρέψει, ωφέλιμον στέφανον τοίσδέ τε και τοις λειπομένοις των τοιώνδε αγώνων προτιθεΐσα».

(Θουκιδίδης, 2.46.1)

Επιπλέον, επέλεγαν έναν ρήτορα για να εκφωνήσει τον επιτάφιο λόγο, όπως και στο απόσπασμα του Θουκυδίδη, στο οποίο ο επιτάφιος λόγος εκφωνείται από τον Περικλή. Σε κάθε περίπτωση οι Αθηναίοι απέδιδαν μεγάλη σπουδαιότητα στην ταφή γενικότερα και θεωρούσαν πολύ βαρύ πλήγμα τη στέρησή της:

«κακός κακώς άθαπτος εκπέσοι χθονός»

(Σοφοκλής, Αίας, στιχ.1177)

Τόσο ο Ευριπίδης όσο και ο Χαρίτωνας χαρακτηρίζουν μάλιστα το έθιμο της ταφής των αφανών ως ελληνικό νόμο:

«Ελένη: τον κατθανόντα πόσιν εμόν θάψαι θέλω.

Θεοκλύμενος: τί δ’; έστ’ άπόντων τύμβος; ή θάψεις σκιάν;

Ελ.: Ελλησίν έστι νόμος, ός αν πόντωι θάνηι…

Θε.: τί δράν; σοφοί τοι Πελοπίδαι τά τοιάδε.

Ελ.: κενοίσι θάπτειν έν πέπλων υφάσμασιν.

Θε.: κτέριζ’· ανίστη τύμβον ου χρήιζεις χθονός.

Ελ.: ούχ ώδε ναύτας ολομένους τυμβεύομεν.

Θε.: πώς δαί; λέλειμμαι των έν Έλλησιν νόμων».

(Ευριπίδης, Ελένη, στιχ.1239-1246)

«θάπτε με, όττι τάχιστα πύλας Αΐδαο περήσω. και γάρ ει μη το σώμα εύρηται τού δυστυχούς, αλλά νόμος ούτος αρχαίος Ελλήνων, ώστε και τούς αφανείς τάφοις κοσμείν».

(Χαρίτωνας, 4.1.3)

Σε απόδοση, λοιπόν, ταυτόσημης τιμής υπέρ των αφανών πολεμιστών έφεραν μαζί με τις λάρνακες που περιείχαν τα οστά των πολεμιστών και μια στρωμένη, αλλά κενή, κλίνη. Με τον τρόπο αυτό τελούσαν απομιμητική πράξη ταφής και υλική εκδήλωση της τιμής και του αθάνατου επαίνου της πόλης. Επίσης, διατελούσαν και ένα στοργικό καθήκον προς τους πλησιέστερους πενθούντες συγγενείς, δείχνοντας ότι η πατρίδα σέβεται εξίσου τη μνήμη των δικών τους.

Με την ίδια, λοιπόν, λογική και από την ίδια ηθική αφετηρία προήλθε η ιδέα της δημιουργίας του μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη [1]. Στα νεότερα χρόνια αναπτύχθηκε σε πολλά κράτη η πρακτική της ύπαρξης ενός συμβολικού μνημείου, που να αντιπροσωπεύει τον πολεμικό τάφο των άγνωστων στρατιωτών.

Είναι πιθανό το πρώτο δείγμα τέτοιου μνημείου να υπήρξε το Landsolaten («Foot Soldier») του Πρώτου Πολέμου του Schleswig, στην Fredericia, της Δανίας, το οποίο κατασκευάστηκε το 1849. Ένα ακόμη πρώιμο δείγμα είναι το μνημείο του 1866, που είναι αφιερωμένο στον άγνωστο θανόντα του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου.

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος με τους πολυάριθμους νεκρούς, αποτέλεσε τη βασική αφορμή για την ανέγερση μνημείων αφιερωμένων στον άγνωστο στρατιώτη. Η πρώτη ίδρυση ενός τέτοιου μνημείου με τη σύγχρονη μορφή ξεκίνησε από το Ηνωμένο Βασίλειο, όταν, έπειτα από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ενταφίασαν πρώτοι έναν «άγνωστο στρατιώτη» εκ μέρους όλων των Δυνάμεων της Βρετανικής Αυτοκρατορίας στο αβαείο του Westminster το 1920, παρακινώντας με αυτόν τον τρόπο και άλλα έθνη να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους. Ο πιο γνωστός, ωστόσο, τάφος του Άγνωστου Στρατιώτη είναι αυτός της Γαλλίας κάτω από την Αψίδα του Θριάμβου που ιδρύθηκε το 1921 τιμώντας τους άγνωστους νεκρούς του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Τέτοιοι τάφοι δημιουργήθηκαν, επίσης, εις μνήμην άγνωστων πεσόντων και μετέπειτα πολέμων. Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί το μνημείο που χτίστηκε στο Ιράκ το 1982.

Τα μνημεία αυτά περιέχουν συνήθως τη σορό ενός ανώνυμου νεκρού στρατιώτη ή «γνωστού μόνο στον Θεό» («known but to God»), όπως πολλές φορές αναγράφεται στην επιτύμβια στήλη. Πρέπει να τονισθεί ότι δίνεται μεγάλη έμφαση στην επιλογή της σορού, επιλέγοντας πάντα κάποια που θεωρείται ότι είναι αδύνατο να αναγνωριστεί ποτέ. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο πολλές προσπάθειες καταβλήθηκαν προς αυτή την κατεύθυνση, από τα κράτη που ανέγειραν τέτοιου είδους μνημεία, ώστε να βρεθούν σώματα άγνωστων στρατιωτών που να τηρούν αυτή την προϋπόθεση και να έχει διευκρινιστεί η εθνικότητά τους [2]. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο ελληνικό μνημείο δεν υπάρχει σορός ακολουθώντας τα έθιμα των Αρχαίων Ελλήνων που ήθελαν τον τάφο κενό («μία κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών», Θουκυδίδης, 2.34.3.).

 

Ανέγερση Στην Ελλάδα – Η Ιδέα

 

Το πρώτο μνημείο του είδους, αφιερωμένο στους άγνωστους πεσόντες του αγώνα του 1821, αποφάσισε να ιδρύσει για πρώτη φορά στην Ελλάδα ο Δήμος Ερμουπόλεως Σύρου στις 16 Ιανουάριου του 1858. Η εκτέλεση του έργου έγινε το 1889 σε σχέδια του Γ. Βιτάλη [3]. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ακολουθώντας το παράδειγμα των υπόλοιπων Ευρωπαίων η Ελλάδα αποφάσισε την ανέγερση εθνικού μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη στην Αθήνα.

 

Ο Διαγωνισμός

 

Στις αρχές του 1926 αποφασίστηκε από τον Υπουργό Στρατιωτικών Θεόδωρο Πάγκα­λο η κατασκευή μνημείου υπέρ του αγνώστου στρατιώτη. Στις 3 Μαρτίου του 1926 ο Υπουργός δημοσιεύει στην εφημερίδα «ΕΣΠΕΡΑΣ» προκήρυξη διαγωνισμού «μεταξύ Ελλήνων Αρχιτεκτόνων, Γλυπτών και Ζωγράφων δια την υποβολήν μελέτης ανεγέρσεως τάφου Αγνώστου Στρατιώτου εις την έμπροσθεν των Παλαιών Ανακτόρων Πλατείαν, καταλλήλος προς τούτο διαρρυθμιζομένην» [4]. Η προκήρυξη του διαγωνισμού εμφανίζεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της 28ης Φεβρουάριου 1926 και υπογράφεται από τον Υφυπουργό Στρατιωτικών Κ. Νίδερ [5].

Την 9η Οκτωβρίου του 1926 το Υπουργείο Στρατιωτικών με την υπ’ αριθμόν 319168 διαταγή ενέκρινε και βράβευσε με το πρώτο βραβείο την κατά πλειοψηφία καλύτερη μελέτη του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Λαζαρίδη, ο οποίος την υπέβαλε με το ψευδώνυμο «ΣΚΡΑ» [6].

Στις 30 Ιουνίου του 1928 δημοσιεύεται Νομοθετικό Διάταγμα «περί εκτελέσεως μνημείου Αγνώστου στρατιώτου και των συναφών χωματουργικών και οικοδομικών εργασιών εν τη πλατεία των Παλαιών Ανακτόρων» με το οποίο και εγκρίνεται η κατασκευή του μνημείου και η τοποθέτησή του στην πλατεία των Παλαιών Ανακτόρων σύμφωνα με τα σχέδια του αρχιτέκτονα Λαζαρίδη [7].

 

Το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Καρτ ποστάλ εποχής.

 

Η Επιλογή της Θέσης

 

Η θέση του μνημείου υποδείχθηκε με την προκήρυξη του 1926 [8]. Ο Στρατηγός και αργότερα Δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος σχεδίαζε να τοποθετήσει το μνημείο μπροστά από τα Παλαιά Ανάκτορα και να στεγάσει σε αυτά το Υπουργείο Στρατιωτικών.

Μετά από έντονες αντιδράσεις που εξέφρασαν αρχιτέκτονες και άλλα σημαντικά πρόσωπα της εποχής καθώς και συνεχείς συνεδριάσεις και συστάσεις επιτροπών που θα έκριναν την καταλληλότητα του έργου το ζήτημα μεταφέρεται στη Ζ’ Συνεδρίαση της Βουλής (12 Ιουλίου 1929), όπου ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ως Πρωθυπουργός, παρά τις διαφωνίες πολλών καλλιτεχνών και πολιτικών στελεχών και μετά την παρέμβαση του Υφυπουργού Συγκοινωνίας Β. Καραπαναγιώτη, που χρησιμοποίησε το παράδειγμα του μνημείου της Γαλλίας που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης του Παρισιού, αποφασίζει τελεσίδικα ότι η καταλληλότερη θέση είναι αυτή που είχε προταθεί εξαρχής, δηλαδή μπροστά από τα Παλαιά Ανάκτορα. Εξάλλου για τον Ελευθέριο Βενιζέλο η θυσία του άγνωστου στρατιώτη αποτελούσε τη βάση της Δημοκρατίας. Ο συσχετισμός του μνημείου με το Σύνταγμα και τη Βουλή (την οποία είχε μεταφέρει στα Παλαιά Ανάκτορα), υποδεικνύει τπ θυσία του «αγνώστου στρατιώτου» για τους δημοκρατικούς θεσμούς, δεδομένου ότι το Σύνταγμα ορίζει την καθολική στράτευση των ανδρών, δηλαδή το καθήκον τους να πεθάνουν για την υπεράσπιση της πατρίδας [9].

 

Η Επιλογή του Γλύπτη

 

Θωμάς Θωμόπουλος

Ο αρχιτέκτονας Εμμανουήλ Λαζαρίδπς είχε αρχικά συνεργαστεί με τον γλύπτη Θω­μά Θωμόπουλο, ο οποίος είχε προτείνει ως κεντρικό γλυπτό του μνημείου παράσταση γιγαντομαχίας, «ο άγνωστος στρατιώτης πίπτει και η Ελλάς στοργικά τον παραλαμβάνει δια την αιωνιότητα» [10], το οποίο και υπήρχε στο προσχέδιο που παρουσιάστηκε για την προκήρυξη του διαγωνισμού.

Όταν αποφασίστηκε η πραγματοποίηση του έργου, ο αρχιτέκτονας Λαζαρίδης, τον οποίον η επιτροπή επίβλεψης του μνημείου είχε ορίσει ως «επιβλέποντα πασών εργασιών» δίνοντας του τη δυνατότητα να επιλέγει ως βοηθούς του άλλους γλύπτες ή αρχιτέκτονες, παραμέρισε τον Θωμόπουλο, πιθανόν λόγω χρηματικής ασυμφωνίας. Η αντικατάσταση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στους κύκλους των καλλιτεχνών.

Στη συνέχεια ο Θωμόπουλος εξάντλησε κάθε περιθώριο για την αποκατάστασή του στην θέση του γλύπτη αλλά στην όγδοη συνεδρίαση στις 17 Δεκεμβρίου 1930 η επιτροπή ενέκρινε νέα πρόταση, αυτή του «οπλίτη εκτάδην κειμένου», την οποία χαρακτήρισε περισσότερο ταιριαστή, επειδή προσδίδει ηρεμία και απλότητα. Κατά συνέπεια, ο γλύπτης Θωμόπουλος αντικαταστάθηκε από τον γλύπτη Φωκίωνα Ρωκ[11]. Ο Ρωκ είχε αποφοιτήσει από την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών το 1925 (πτυχίο πλαστικής) και στη συνέχεια φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού και στην Ακαδημία Ζυλιόρ. Είχε επιστρέψει πρόσφατα από την Γαλλία και είχε αναλάβει τη θέση του εφόρου της Συλλογής Γλυπτικής της Σχολής Καλών Τεχνών όπου και δίδασκε πλαστική [12]. Η επιτροπή συμφώνησε ομόφωνα με αυτή τη μεταβολή, που έγινε ύστερα από πρόταση του ίδιου του βραβευμένου αρχιτέκτονα.

 

Περιγραφή Έργου – Περιγραφή Γενικής Αρχιτεκτονικής

 

Το έργο είναι ουσιαστικά ένα ανάλημμα σχήματος Π από λαξευμένους πωρόλιθους μεγάλων διαστάσεων. Το γλυπτό βρίσκεται στο βάθος και κεντρικά του όλου έργου. Δεξιά και αριστερά του υπάρχουν δύο μεγάλες πλευρικές κλίμακες. Στο κέντρο ημικυκλίου, το οποίο είναι ανυψωμένο από το γύρω πλακόστρωτο, υπάρχει ένας κενός τάφος («κλίνη κενή»). Σε διάφορα σημεία των τοίχων υπάρχουν τοποθετημένες 16 ορειχάλκινες ασπίδες που εξυμνούν τη θυσία και την ανδρεία (πολεμικός σταυρός, τριήρης, βους κλπ.).

 

To Γλυπτό

 

Ο γλύπτης Φ. Ρωκ. Ελαιογραφία του Π. Βυζάντιου. Δεκαετία του 1920.

To γλυπτό που κοσμεί το κέντρο του μνημείου είναι ένα έργο δοσμένο σε ταπεινό ανάγλυφο, το οποίο χαρακτηρίζεται από τπν απλότητα της αναπαράστασής του. Σε ένα παραλληλόγραμμο πλαίσιο – αναφορά σε σαρκοφάγο – παριστάνεται μια γυμνή ανδρική μορφή ξαπλωμένη σε κάποια έξαρση του εδάφους, με τα πόδια και το κεφάλι λίγο χαμηλότερα. Στο αριστερό χέρι ο νεκρός πολεμιστής κρατάει μια κυκλική ασπίδα, ενώ το δεξί χέρι είναι απλωμένο χαμηλότερα από το ύψος του εξάρματος, στο οποίο στηρίζεται ο κορμός. Στο κεφάλι του φοράει αρχαίο κράνος και το πρόσωπο έχει δοθεί από τα πλάγια με έναν τρόπο που θυμίζει αρχαία νομίσματα. Το έργο βασίζεται ουσιαστικό σε μια σειρά από καμπυλόγραμμα θέματα που αλληλοσυμπληρώνονται, όπως το κράνος και το δεξί χέρι που απαντά στην ασπίδα, η συγκρατημένη και ήρεμη απόδοση του στήθους, στοιχεία που επιβάλουν μια περισσότερο αρμονική φωνή στο σύνολο. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο καλλιτέχνης απέφυγε εντελώς τα οριζόντια στατικά θέματα, ενώ συνδύασε ρεαλιστικές λεπτομέρειες στο χέρι και το πόδι με ιδεαλιστικές διατυπώσεις στο σώμα, με συνέπεια να τονίζονται τα επικαιρικά, όσο και τα διαχρονικά στοιχεία, κατεύθυνση προς την οποία αποβλέπει και η γυμνότητα του σώματος και η απόδοση του προσώπου. Έτσι, ο θεατής έχει την εντύπωση ότι ο καλλιτέχνης αποδίδει τον άγνωστα στρατιώτη όχι νεκρό αλλά ζωντανό να αναπαύεται και έτοιμο να σηκωθεί και να αντιμετωπίσει τον εχθρό.

Το έργο διακρίνεται για την εσωτερικότητα της πλαστικής του γλώσσας, την πυκνότητα και την ασφάλεια των διατυπώσεών της. Έτσι, το θέμα κερδίζει μία πραγματικό πλούσια εκφραστική φωνή, χωρίς φτηνή ρητορεία, επιφανειακή φιλολογία ή θεατρικότητα, με μόνο τη λιτότητα και τη δύναμη των μορφών του, την ειλικρίνεια και την πειστικότητα του συνόλου [13]. Το έργο θεωρείται ότι είναι εμπνευσμένο από τα αρχαϊκά αγάλματα των αετωμάτων του ναού της Αθηνάς Αφαίας στην Αίγινα[14].

 

Επιγραφές

 

Αριστερά και δεξιά της παράστασης έχουν χαραχθεί αντίστοιχα οι φράσεις του Θουκυδίδη «ΜΙΑ ΚΛΙΝΗ ΚΕΝΗ ΦΕΡΕΤΑΙ ΕΣΤΡΩΜΕΝΗ ΤΩΝ ΑΦΑΝΩΝ» (2.34.3.4) και «ΑΝΔΡΩΝ ΕΠΙΦΑΝΩΝ ΠΑΣΑ ΓΗ ΤΑΦΟΣ» (2.43.3.1) από τον Επιτάφιο του Περικλή.

Αρχικά, υπήρχε η πρόταση από τον Λαζαρίδη να χαραχτεί πάνω στο κενοτάφιο η φράση «ΤΑΦΟΣ ΚΟΙΝΟΣ ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΕΚΕΙΝΩΝ, ΩΝ ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ ΔΕΝ ΕΥΡΕΘΗΣΑΝ» αλλά αυτή τροποποιήθηκε και τελικά χαράχτηκε η φράση «ΕΙΣ ΑΦΑΝΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΝ».

Στους πελεκημένους πωρόλιθους του τοίχου είναι χαραγμένα, κατά ενότητες, τα ονόματα των τόπων, στους οποίους έχουν διεξαχθεί οι ενδοξότερες και πιο πολύνεκρες μάχες των αμυντικών και απελευθερωτικών πολέμων του Ελληνισμού [15]. Η αρχική πρόταση περιελάμβανε 13 επιγραφές οι οποίες δεν ανέφεραν τις ίδιες μάχες με αυτές που τελικά αναγράφηκαν στο μνημείο. Η οριστική απόφαση πάρθηκε το 1931 και οι επιγραφές που πλέον ήταν 12 πήραν την τελική τους μορφή. Στις επιγραφές αυτές προστέθηκαν μεταγενέστερα άλλες δύο που αναφέρουν τις τοποθεσίες στις οποίες έλαβε μέρος ο Ελληνικός Στρατός μετά το 1931 [16].

 

Το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, εμπρός από το κτίριο της Βουλής των Ελλήνων στην Αθήνα.

 

Αποκαλυπτήρια

 

Στις 25 Μαρτίου 1932, επέτειο της Εθνικής μας εορτής, έγιναν τα αποκαλυπτήρια του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα και με μεγάλη επισημότητα. Στην εκδήλωση παρέστησαν η Ιερά Σύνοδος, ο αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, καθώς και εκπρόσωποι πολλών ξένων κρατών (Ρουμανία, Πολωνία, Τουρκία, Γαλλία, Ιταλία, Γιουγκοσλαβία, Αίγυπτος και Αμερική), οι οποίοι κατέθεσαν στεφάνια και απέδωσαν τιμές στο νεοαναγερθέν μνημείο. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, στην οποία η συρροή του κόσμου υπήρξε πυκνότατη, πραγματοποιήθηκε παρέλαση της φρουράς, των προσκόπων και των σχολείων. Αργότερα εκτελέστηκε και στρατιωτική λαμπαδηφορία με συμμετοχή 3.000 ανδρών της φρουράς Αθηνών [17].

 

Η Φύλαξη και η Κατάσταση Σήμερα

 

Αμέσως μετά την αποπεράτωση της κατασκευής του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη το 1932, λόχος της «Φρουράς του Προέδρου της Δημοκρατίας» ανέλαβε την τιμητική φρούρηση του μνημείου. Ο λόχος μετονομάστηκε σε «Φρουρό του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη», όνομα το οποίο διατήρησε έως την μεταπολίτευση του 1935.

Μετά την επάνοδο του Βασιλιά Γεωργίου Β’ το 1935, ο Ευζωνικός λόχος μετονομάστηκε οε «Βασιλική Φρουρά». Η ονομασία αυτή παρέμεινε σχεδόν μέχρι το τέλος της επτάχρονης δικτατορίας του 1967. Μετά τη μεταπολίτευση του 1974 επικράτησε επίσημα το όνομα «Προεδρική Φρουρά» [18].

Προ του μνημείου καίει ακοίμητο καντήλι, το φως του οποίου μεταφέρθηκε από την Αγία Λαύρα κατά την ημέρα των αποκαλυπτηρίων του.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Τρουπάκης Ν., Στρατιώτης, σελ.130.

[2] http://en.wikipedia.org/wik/tomb_of_the_uknown_soldier.htm.

[3] Σφυροέρας Β., Άγνωστου. σελ. 76.

[4] Εφημερίδα «ΕΣΠΕΡΑΣ», 3 Μαρτίου του 1926, αρχείο βιβλιοθήκης Βουλής των Ελλήνων.

[5] Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. φύλλο 51, 28 Φεβρουαρίου 1926. αρχείο βιβλιοθήκης Βουλής των Ελλήνων.

[6] Στεφανής Α. και Κολώνης Δ., Το Μνημείο, σελ. 5.

[7] Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, φύλλο 112 Α, 30 Ιουνίου 1928, αρχείο βιβλιοθήκης Βουλής των Ελλήνων.

[8] Εφημερίδα «ΕΣΠΕΡΑΣ» 3 Μαρτίου του 1926, ό.π.

[9] Εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 25 Οκτωβρίου 1998, άρθρο Ματθιόπουλου, αρχείο βιβλιοθήκης Βουλής των Ελλήνων.

[10] Εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ», 15η Μαρτίου 1930, άρθρο – συνέντευξη αρχιτέκτονα Λαζαρίδη, αρχείο βιβλιοθήκης Βουλής των Ελλήνων.

[11] Στειρανής Α. και Κολώνης Δ.. Το Μνημείο, σελ. 20.

[12] Δημακόπουλος Γ., Ρωκ, σελ. 335-336 και Χρήστου X., Φωκίων, σελ. 129.

[13] Χρήστου X. Φωκίων, σελ. 130 και Χρήστου X. και Κουμβακάκη Αναστασιάδη Μ., Γλυπτική, σελ.57.

[14] Δημακόπουλος Γ., Ρωκ, σελ. 336.

[15] Σφυροέρας Β. Αγνώστου, σελ. 76.

[16] Στεφανής Α. και Κολώνης Δ., Το Μνημείο, σελ. 38-40.

[17] Εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ». 25 Μαρτίου 1932, «ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ» και «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 26 Μαρτίου 1932, αρχείο Βιβλιοθήκης Βουλής των Ελλήνων.

[18] Λυμπερόπουλος Β., Εύζωνοι.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Τρουπάκης Ν., Στρατιώτης: Τρουπάκης Ν., λήμμα «Άγνωστος Στρατιώτης», Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Διευθ.Έκδοσης Σώκος Γ.Ι., Αθήνα, Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, 1928, [σσ] 129-130.
  • Σφυροέρας Β., Άγνωστου: Σφυροέρας Β., λήμμα «Άγνωστου Στρατιώτη μνημείο», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς – Μπριτάννικα, Διευθ.Έκδοσης Κουβακας Θ., Πουρναρά Ε. και Φειδας Β., Αθήνα, Πάπυρος, 1981, [σσ] 75-76.
  • Σφυροέρας Β., Βαλκανικοί: Σφυροέρας Β., λήμμα «Άγνωστου Στρατιώτη μνημείο», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος.
  • Δημακόπουλος Γ., Ρωκ: Δημακόπουλος Γ., λήμμα «Ρωκ», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάννικα, Διευθ.Έκδοσης Πουρναρά Ε. και Μπουγάς Ν., Αθήνα, Πάπυρος, 1992, [σσ] 335-336.
  • Χρήστου Χ. και Κουμβακάκη – Αναστασιάδη Μ., Γλυπτική: Χρήστου Χ. και Κουμβακάκη – Αναστασιάδη Μ., Η Νεοελληνική γλυπτική 1800-1940, Αθήνα, Έκδοση Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, 1982.
  • Χρήστου Χ., Φωκίων: Χρήστου Χ., λήμμα «Ρωκ Φωκίων», Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Διευθ.Έκδοσης Χριστόπουλος Γ.Α. και Μπαστιάς Ι.Κ., Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1991, [σσ] 129-130.
  • Λυμπερόπουλος Β., Εύζωνοι: Λυμπερόπουλος Β., Εύζωνοι: Οι Πολεμιστές του Θρύλου και της Ιστορίας, Αθήνα, 1996.

 

Πηγή


  • «Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη», Γενικό Επιτελείο Στρατού 7° Ε.Γ./5. Επίβλεψη: Ανχης (ΠΒ) Βασίλειος Παπαθανασίου – Ανχης (ΠΒ) Γεώργιος Γιαννόπουλος. Συγγραφική ομάδα: Στρ (ΠΒ) Θωμάς Τσέλιος – Στρ (ΠΒ) Ιωάννης Μακρυπούλιας.

Read Full Post »

Τα ίχνη του Καποδίστρια στο Ναύπλιο – © Χρήστος Πιτερός


 

Στις 6 Ιανουαρίου 1828 ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας, σύμφωνα με την απόφαση της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας (1827), συνοδευόμενος από τα πλοία των Τριών Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας) επιβαίνων στο αγγλικό warspite κατέπλευσε στο Ναύπλιο. Την 7η Ιανουαρίου τα τρία συνοδεύοντα πλοία τον Κυβερνήτη ύψωσαν την Ελληνική σημαία και την εχαιρέτησαν με κανονιοβολισμούς, ως  έμπρακτη αναγνώριση της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, ενώ κανονιοβολισμούς ανταπέδωσαν τα φρούρια του Ναυπλίου, με τις επευφημίες και τις ζητωκραυγές των κατοίκων της πόλης, που είχαν συγκεντρωθεί στο λιμάνι.

Την επομένη 8 Ιανουαρίου, ο Κυβερνήτης αποβιβάσθηκε στο Ναύπλιο1, όπου ο λαός τον υποδέχθηκε με επευφημίες ως σωτήρα και λυτρωτή, και προπορευομένου του Αρχιερέως και του κλήρου, κατευθύνθηκε στη μητρόπολη του Αγίου Γεωργίου όπου εψάλη δοξολογία.

Στη συνέχεια οδηγήθηκε στην πολυτελή οικία του Εμμ. Ξένου, όπου κατέλυσε, η οποία βρισκόταν στο Μεγάλο δρόμο (Βασιλέως Κωνσταντίνου) όπου δέχθηκε τις αρχές της πόλης και την 10η Ιανουαρίου 1828 ανεχώρησε για τον Πόρο και την Αίγινα.

Με την άφιξή του στο Ναύπλιο ο Ι. Καποδίστριας άρχισε με ενέργειές του την άμεση ανασυγκρότηση της χώρας και έβαλε τάξη στην πόλη. Οι  φιλονικούντες φρούραρχοι του Παλαμηδίου και της Ακροναυπλίας Θ. Γρίβας και Φωτομάρας του παρέδωσαν τα κλειδιά των φρουρίων, όρισε  φρούραρχο του Ναυπλίου τον Βαυαρό συνταγματάρχη Κ. Έϋδεκ, και διόρισε πολιτάρχη τον συνταγματάρχη Πίζαν.

Με την αναχώρηση του Κυβερνήτη στις 10 Ιανουαρίου 1828 για την Αίγινα, στο Ναύπλιο παρέμεινε ο συμπατριώτης του μηχανικός και λοχαγός του γαλλικού στρατού Σταμ. Βούλγαρης. Με επιστολή του προς τους Δημογέροντες του Ναυπλίου ζήτησε να συνδράμουν τον Στ. Βούλγαρη με σκοπό να επιδιορθώσει την οικία του Εμμ. Ξένου, ως προσωρινή κατοικία του Κυβερνήτη, να επιθεωρήσει τις οχυρώσεις και να συντάξει γενική έκθεση. Από τις πρώτες φροντίδες του Καποδίστρια ήταν η πολεοδομική ανασυγκρότηση της χώρας2.

Ειδικότερα για την πόλη του Ναυπλίου, όπως γίνεται φανερό από την αναλυτική αναφορά του φρουράρχου Έϋδεκ3 στις 3-7-1829, λήφθηκαν  άμεσα μέτρα για την αντιμετώπιση πολλών προβλημάτων της πόλης με τους σωρούς των ερειπίων, που εγκυμονούσαν άμεσους κινδύνους για την  δημόσια υγεία και την επιβίωση των κατοίκων. Διανοίχθηκαν οι καταχωμένοι υπόνομοι για τον καθαρισμό της πόλης, επισκευάσθηκε το υδραγωγείο ύδρευσης της Άριας, καθαρίστηκαν και πλακοστρώθηκαν οι δρόμοι, κατεδαφίστηκαν τα παραπετάσματα (σαχνισιά) που έφραζαν τους δρόμους, και διανοίχθηκαν ευρύτεροι δρόμοι, απομακρύνθηκαν οι καλύβες από την πόλη, με αποτέλεσμα να αναπνεύσει η πόλη με τον καλύτερο αερισμό και τον  υγιεινό τρόπο διαβίωσης. Επισκευάσθηκαν οι οικίες, οι οχυρώσεις, ο στρατώνας του Πλατάνου (Αρχαιολογικό Μουσείο), ο στρατώνας στα Πέντε Αδέλφια, το φρουραρχείο, τα στρατιωτικά κτίρια της Ακροναυπλίας και διαμορφώθηκαν χώροι. Το φρούριο Παλαμήδι εκκαθαρίστηκε, επιδιορθώθηκε και κτίστηκαν νέα κτίρια, τακτοποιήθηκε και ενισχύθηκε ο εξοπλισμός.

Ο Στ. Βούλγαρης ανέλαβε το 1828 την εκπόνηση του σχεδίου πόλης του Ναυπλίου. Απομάκρυνε τις καλύβες των προσφύγων από την πόλη, τις μετέφερε στην Πρόνοια, δημιούργησε ευρείς δρόμους και πλατείες, μεταξύ των οποίων και τον κεντρικό μεγαλύτερο δρόμο της πόλης, το γνωστό  Μεγάλο δρόμο (οδός Βασιλέως Κωνσταντίνου). Παράλληλα ανέλαβε την εκπόνηση σχεδίου του πρώτου προσφυγικού συνοικισμού στην Πρόνοια4. (εικ. 1)

 

Εικόνα 1: E. Peytier, Γενική άποψη Πρόνοιας και Ναυπλίου.

 

Την εφαρμογή του σχεδίου πόλης του Ναυπλίου του Στ. Βούλγαρη ανέλαβε στη συνέχεια ο μηχανικός Θ. Βαλλιάνος το 1829. Αντίγραφο του σχεδίου πόλης του Θ. Βαλλιάνου, σώθηκε στην Κέρκυρα. (εικ. 2), στο οποίο αργότερα έγιναν τροποποιήσεις.

 

Εικόνα 2: Σχέδιο πόλης Ναυπλίου Θ. Βαλλιάνου.

 

Σημαντικά κτίρια κατασκευάσθηκαν στο Ναύπλιο κατά την Καποδιστριακή περίοδο, όπου μετά την Δ΄Εθνοσυνέλευση τον Ιούλιο-αρχές Αυγούστου 1829 η πρωτεύουσα του κράτους μεταφέρθηκε από την Αίγινα στο Ναύπλιο5.

Η παρουσία του Καποδίστρια στο Ναύπλιο, όπου έβαλε ανεξίτηλα την σφραγίδα του παραμένει ζωντανή μέχρι σήμερα. Παρά τις οικονομικές δυσχέρειες ανοικοδομήθηκαν μέσα σε τρία χρόνια πολλά δημόσια κτίρια ιδιαίτερα στην Αίγινα, το Ναύπλιο και το Άργος.

Στα βορειοανατολικά της πόλης στη δυτική πλευρά της Πλατείας Συντριβανίου, σημερινή Πλατεία Τριών Ναυάρχων, κτίσθηκε το 1829 το «Παλάτιον» η «Κυβερνείο» του Καποδίστρια6, σε οικόπεδο που είχε αγοράσει ο Πανούτσος Νοταράς, ένα μεγάλο τριώροφο επίμηκες νεοκλασικό κτίριο με μέγιστες διαστ. 30,40Χ27,80 μ. και κάλυψη 671 τ.μ. που άρχιζε από την οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου (Μεγάλο δρόμο) και έφθανε ως την Λεωφόρο Αμαλίας υπερκαλύπτοντας το ενδιάμεσο στενό, την οδό Γ. Δημητριάδη, με τη δημιουργία μεγάλης καμάρας, διαβατικού, στο ισόγειο (εικ. 3). Το βορειότερο τμήμα του κτιρίου διαστ. 11Χ12,80 μ. είναι μικρότερο από το νοτιότερο. Αρχιτέκτονας του κτιρίου ήταν, από την Νεάπολη της Ιταλίας, ο Πασκουάλε Ιππολίτι (Pascal Ippoliti).

 

Εικόνα 3: Κυβερνείο, Παλατάκι Ι. Καποδίστρια (1890) από ανατολικά.

 

Το Κυβερνείο, σχέδιο Α. Κοντόπουλου

 

Φωτογραφία του Κυβερνείου κατά την πρώτη εικοσαετία του (20) εικοστού αιώνα από τον Παν. Μαζαράκη (1886- 1972), γραμματέα της Εισαγγελίας Εφετών Ναυπλίου. Δεξιά το κτίριο του οπλοστασίου.

 

Το κτίριο αυτό ένα από τα παλαιότερα κτίρια του κλασικισμού στο Ναύπλιο, επίμηκες έντονα απλωμένο κατά την Σ. Καρούζου, με συμμετρικά ανοίγματα και τονισμένη την οριζόντια διάρθρωση, ανάλογη με το ενετικό κτίριο της Αρμερίας, σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο της Πλατείας Συντάγματος.

Εικόνα 4: P. von Hess, η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο 1835, λεπτομέρεια Κυβερνείου με αέτωμα.

Ωστόσο το κτίριο προβάλλεται ισόρροπα και τονίζεται ο κατακόρυφος άξονας του κτιρίου, στην ανατολική επιμήκη πλευρά, με την προβολή-προεξοχή του κεντρικού τμήματος, με την μεγάλη καμάρα στο ισόγειο, το μπαλκόνι με τη θύρα στον δεύτερο όροφο και την αρθρωτή ελαφρώς χαμηλότερη στέγη από την τετράρριχτη κύρια στέγη του κτιρίου. Προφανώς πρόκειται για δυτικότροπο χαρακτηριστικό, το οποίο δεν απαντάται σε κανένα νεοκλασικό κτίριο του Ναυπλίου (εικ. 3). Η άποψη της Σ. Καρούζου ότι το κτίριο έφερε αρχικά αέτωμα, το οποίο θα αχρηστεύθηκε αργότερα, επειδή το κτίριο εικονίζεται με αέτωμα στο γνωστό πίνακα του P. Von Hess με την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο είναι εσφαλμένη7. (εικ. 4)

Όπως όμως σαφώς προκύπτει από την υδατογραφία του A. Marc8 (εικ. 5) γύρω στα 1833, λίγα χρόνια μετά την κατασκευή του με τονισμένες τις οριζόντιες και κάθετες συμμετρικές αρθρώσεις, αλλά και από τις μεταγενέστερες φωτογραφίες του τέλους του 19ου αι. και των αρχών του 20ου αι. στο κεντρικό προβαλλόμενο τμήμα είχε ειδική, αρθρωτή, χαμηλή επικλινή τετράριχτη στέγη, αλλά δεν είχε αέτωμα (εικ. 3). Η αναπαράσταση του κτιρίου σε σχέδιο του W. Schaefer 1935, όταν το κτίριο είχε ήδη καταστραφεί και κατεδαφιστεί με αέτωμα ως διώροφο! και με παράθυρα, πόρτες και ορθογώνιους φεγγίτες στο ισόγειο είναι εσφαλμένη.

 

Πλατεία Σιντριβανίου με το Παλατάκι του Καποδίστρια

 

Με απλή σύγκριση γίνεται φανερό ότι ο Schaefer αντιγράφει την έντονα κλασικιστική, ανακριβή όμως αναπαράσταση του κτιρίου μεαέτωμα του P. V. Hess, στον πίνακα (1835) της άφιξης του Όθωνα στο Ναύπλιο9. Επίσης στην αναπαράσταση του Κυβερνείου-Παλατάκι από τον Α. Κοντόπουλο, με πόρτες στα δυο άκρα του ισογείου, που δημοσιεύει η Σ. Καρούζου είναι εσφαλμένη. Το κτίριο αρχικά δεν είχε πόρτες στην ανατολική επιμήκη όψη  του ισογείου. Η κύρια είσοδος του κτιρίου προφανώς ήταν στον κεντρικό μεγάλο δρόμο (οδός Βασιλέως Κωνσταντίνου). Στις αρχές του 20ου αιώνα,  όταν το κτίριο λειτουργούσε ως Νομαρχία, προφανώς για τις λειτουργικές ανάγκες του κτιρίου το νοτιότερο παράθυρο είχε διαμορφωθεί σε πόρτα, όπως σαφώς προκύπτει από φωτογραφία της εποχής και προφανώς αυτό αποτέλεσε την αφετηρία της εσφαλμένης αναπαράστασης από τον Κοντόπουλο.

Εικόνα 6: Πώρινος λίθος του Κυβερνείου με τη χρονολογία 1829, ανέγερσης του κτιρίου. (Δημόσια Βιβλιοθήκη ο Παλαμήδης)

Στο Παλατάκι-Κυβερνείο του Καποδίστρια στη συνέχεια έμεινε ο βασιλιάς Όθωνας, και το κτίριο ονομάστηκε Ανάκτορο, ενώ η πλατεία Συντριβανίου  ονομάσθηκε Πλατεία Ανακτόρων. Αρκετά χρόνια μετά την έξωση του Όθωνα το 1862, στο κτίριο εγκαταστάθηκε η Νομαρχία. Στις 16 Οκτωβρίου το 1929 το κτίριο καταστράφηκε από πυρκαγιά, δεν ανοικοδομήθηκε και κατεδαφίστηκε. Το 1933 κηρύχθηκε το οικόπεδο ως διατηρητέο και  διαμορφώθηκε ως πάρκο, όπου αυθαίρετα τοποθετήθηκε στη δεκαετία του 1990 το άγαλμα του Όθωνα (εικ. 23). Είναι αξιοσημείωτο ότι από το  κτίριο διατηρείται στη Δημόσια Βιβλιοθήκη «Παλαμήδης» ο πώρινος ορθογώνιος λίθος διαστ. 52Χ23Χ23 εκ. με τη χρονολογία 1829, έτος ανέγερσής του. (εικ. 6)

Λίγο δυτικότερα 5 μ. από το Κυβερνείο στο Μεγάλο δρόμο (Βασ. Κωνσταντίνου) κτίσθηκε το 1831 ένα μεγάλο τριμερές μνημειακό νεοκλασικό κτίριο, χαρακτηριστικό δείγμα της πρώτης φάσης του νεοκλασικισμού, το οποίο είναι κυρίως διώροφο κτίριο και στον τρίτο όροφο προεξέχει μόνο το κεντρικό τμήμα του (εικ. 7). Πρόκειται για το κτίριο του παλιού Δημαρχείου Ναυπλίου, πρώην Δημοτική Πινακοθήκη, στη συνέχεια και νυν Γραμματεία του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

 

Εικόνα 7: Νεοκλασικό κτίριο, Εθνικός Οίκος 1831.

 

Εικόνα 8: Είσοδος νεοκλασικού κτιρίου, Εθνικού Οίκου 1831.

Στη θέση αυτή σαφώς προκύπτει από τη μαρτυρία του Φωτάκου, βρισκόταν η οικία του Αλή Πασά του Ναυπλίου (Αλή μπέη του Άργους), αγοράσθηκε στη συνέχεια από τον Εμμ. Ξένο, όπου έμεινε αρχικά ο Κυβερνήτης «και επί τέλους αγοράσθη υπό του Δήμου Ναυπλιέων δια δημοτικόν κατάστημα»10.

Φέρει χαρακτηριστική πώρινη αψιδωτή νεοκλασική είσοδο με πεσσούς εκατέρωθεν και στο γείσο οδοντωτούς νεοκλασικούς γεισίποδες του αρχαίου  ελληνικού ιωνικού ρυθμού. Πάνω από το γείσο φέρει εντός πλαισίου ανάγλυφη παράσταση του αναγεννώμενου Φοίνικα και στο τύμπανο της  αετωματικής επίστεψης την επιγραφή «Εθνικός Οίκος 1831». Πρόκειται για μοναδικό σωζόμενο χαρακτηριστικό νεοκλασικό κτίριο του Ναυπλίου11. (εικ. 8)

Ένα άλλο σημαντικό νεοκλασικό τριώροφο κτίριο στο Ναύπλιο είναι η γνωστή οικία Άρμασμπεργκ διαστ. 24,14Χ17,20 μ. ένα από τα μεγαλύτερα σπίτια της πόλης. Έλαβε το όνομα από τον ομώνυμο κόμη μέλος της Οθωνικής Αντιβασιλείας (εικ. 9). Το ισόγειο και ο πρώτος όροφος έχουν κτισθεί  από πέτρα, το πιθανότερο, κατά την άποψή μας, κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία και όχι κατά την Β΄ Ενετοκρατία, όπως έχει υποστηριχθεί.

 

Εικόνα 9: Οικία Άρμανσμπεργκ.

 

Εικόνα 10: Οικία Άρμανσμπεργκ, λεπτομέρεια με παράσταση Φοίνικα.

Ο τρίτος όροφος με εμφανή τον νεοκλασικό ρυθμό κτίσθηκε επί Καποδίστρια, με τους χαρακτηριστικούς πεσσούς και τους αναγεννώμενους φτερωτούς φοίνικες στις γωνίες κάτω από την στέγη12 (εικ. 10).

Η μοναδική χαρακτηριστική αψιδωτή πόρτα13 με πεσσούς, στο Ναύπλιο, που θυμίζει σκηνικό εισόδου θεάτρου, με βάση το ίδιο ανοιχτόχρωμο πώρινο υλικό, και την ανάλογη κατασκευή με την πόρτα του «Εθνικού Οίκου 1831» (εικ. 8) και τον εμφανή δευτερογενή τρόπο μονταρίσματος της πόρτας  στο κτίριο, γίνεται φανερό κατά την άποψή μας, ότι η πόρτα αυτή έχει κατασκευασθεί την εποχή του Καποδίστρια (εικ. 11).

 

Εικόνα 11: Πόρτα οικίας Άρμανσμπεργκ. Φωτογραφία Γιώργος Αντωνίου.

 

Εικόνα 12:Σχέδιο πόρτας οικίας Άρμανσμπεργκ.

Το αρχικό κατώφλι της πόρτας και του δρόμου, βρίσκεται 50 εκ. βαθύτερα, όπως προκύπτει από το σχέδιο14(εικ. 12), διότι το επίπεδο των δρόμων σήμερα έχει ανέλθει. Στην απέναντι, νότια πλευρά της οδού Πλαπούτα, βρισκόταν η ανάλογης κατασκευής, μη σωζόμενη τριώροφη οικία Μάουρερ, ο τρίτος όροφος της οποίας κατασκευάστηκε την εποχή του Καποδίστρια και στις γωνίες έφερε τους αναγεννώμενους Φοίνικες, όπως στην οικία Άρμανσμπεργκ .

Στην λεωφόρο Αμαλίας και Εμ. Σωφρόνη, όπου σήμερα βρίσκεται η παλιά τριώροφη νεοκλασική οικία, πρώην κληρονόμων Π. Καζακόπουλου και σήμερα πολεμικό Μουσείο (εικ. 13). σε παλιότερο μη σωζόμενο διώροφο κτίριο ιδρύθηκε το 1825, το «Κεντρικόν Πολεμικό Σχολείον των Ευελπίδων»15, (η σημερινή Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων), το οποίο λειτούργησε από την 12η Ιανουαρίου 1829.

 

Εικόνα 13: Πολεμικό Μουσείο.

 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας ως Κυβερνήτης και σπουδαίος γιατρός της χειρουργικής έλαβε ιδιαίτερα μέτρα στο Ναύπλιο για την υγεία των κατοίκων, με  την αναδιοργάνωση του Εθνικού Νοσοκομείου το 1828 για τους πολίτες, το οποίο λειτουργούσε από το 1823, που βρισκόταν στα δυτικά της πόλης, στην σημερινή Πλατεία Νοσοκομείου, του Ψαρομαχαλά16.

Η νεοκλασική πόρτα του Νοσοκομείου17 (εικ. 14) ήταν ανάλογη με την πόρτα του νεοκλασικού κτιρίου του Εθνικού Οίκου, στην οδό Βασιλέως  Κωνσταντίνου (εικ. 8), και έφερε εντοιχισμένη μαρμάρινη επιγραφή διαστ. 74Χ74Χ5 εκ., η οποία βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου. (εικ. 15)

 

Εικόνα 14: Πόρτα Εθνικού Νοσοκομείου Ναυπλίου.

 

Εικόνα 15: Επιγραφή Εθνικού Νοσοκομείου

 

Η επιγραφή18 στο κεντρικό χώρο φέρει σε ανάγλυφο τόντο διαμέτρου 30 εκ. τον αναγεννώμενο Φοίνικα από την τέφρα του (εικ. 15) και σε κυκλική διάταξη περιμετρικά, με κεφαλαία γράμματα, με ύψος γραμμάτων 4 εκ., τις ακόλουθες τρεις επιγραφές:

  1. Ελληνική Πολιτεία αωκα (1823)
    2. Α΄ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίου 1823
    3. Ζήτω ο Κυβερνήτης της Ελλάδος Ι. Α. Καποδίστριας 1828.

Εικόνα 16: Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου 1938.

Περιμετρικά στις τέσσερες γωνίες της επιγραφής εικονίζονται τέσσερα ανάγλυφα χερουβείμ. Η επιγραφή του Νοσοκομείου με τον αναγεννώμενο  Φοίνικα και ο ανάγλυφος Φοίνικας με την επιγραφή της νεοκλασικής πόρτας στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου αποτελούν τα δυο σωζόμενα ενεπίγραφα  μνημεία της εποχής του Πρώτου Κυβερνήτη στο Ναύπλιο. Το κτίριο ερειπωμένο, (εικ. 16) κατεδαφίστηκε το πιθανότερο στο τέλος της δεκαετίας του  1940. Από το Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου σώζεται σήμερα η μικρή εκκλησία που είναι αφιερωμένη στους Αγίους Αποστόλους, τον άγιο  Χαράλαμπο και την Αγία Βαρβάρα. (εικ. 17)

Εικόνα 17: Άγιοι Απόστολοι, άγιος Χαράλαμπος, αγία Βαρβάρα (Εθνικό Νοσοκομείο).

Εκτός όμως από το Εθνικό Νοσοκομείο, ο Καποδίστριας ίδρυσε και το Στρατιωτικό Νοσοκομείο19 στην Ακροναυπλία, το οποίο δεν σώζεται, δίπλα στη σωζόμενη εκκλησία των θεραπευτών αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού.

Στο Ναύπλιο λειτούργησε επίσης ορφανοτροφείο καθώς και το Αλληλοδιδακτικό Σχολείο στο Τζαμί (Τριανόν) της Πλατείας Συντάγματος20.

Ο Κυβερνήτης έλαβε μέτρα για τον εκσυγχρονισμό της χώρας και έλαβε ιδιαίτερα μέτρα για την ανάπτυξη της γεωργίας και ίδρυσε στην Τίρυνθα, Γεωργική Σχολή21, σημερινό σωζόμενο νεοκλασικό κτίριο, Διοικητήριο Αγροτικών Φυλακών (εικ. 18). Είναι γνωστή ανά το πανελλήνιο η εισαγωγή και η πρωτοπόρος προσπάθεια καλλιέργειας της πατάτας από τον Ι. Καποδίστρια, η οποία ωριμάζει σε τρεις μήνες, ενώ για το σιτάρι απαιτείται ένας χρόνος.

 

Εικόνα 18: Γεωργική Σχολή Τίρυνθας. (E. REY-A. Chenarard 1843-1844).

 

Ο Κυβερνήτης εκτός από την ακατάπαυστη εργασία συχνά έκανε τον περίπατό του ως την εξοχική του κατοικία, ένα μικρό σπίτι στους πρόποδες του Παλαμηδίου, στην σημερινή εκκλησία του Αγιάννη κοντά στην Πρόνοια, πρώην τεκές στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου δεχόταν και ακροάσεις των κατοίκων, το οποίο όμως δεν σώζεται αλλά εικονίζεται σε υδατογραφία του Th. Du. Moncel22 (εικ. 19).

 

Εικόνα 19: Έπαυλη Ι. Καποδίστρια (Th. Du Moncel 1845).

 

Ο Νεοκλασικισμός που εγκαινίασε ο Ι. Καποδίστριας στα πλαίσια του εξευρωπαϊσμού της πόλης του Ναυπλίου επικράτησε πλήρως στη συνέχεια κατά  την μακρόχρονη Οθωνική περίοδο.

Αλλά τα οξυμμένα εσωτερικά προβλήματα και οι έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις υποκινούμενες και από εξωτερικούς παράγοντες διέκοψαν βίαια τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Το πρωινό της αποφράδας Κυριακής της 27ης Σεπτεμβρίου 1831, με το παλιό ημερολόγιο, στις 6.30 π.μ. ο Ι. Καποδίστριας βγήκε από το Κυβερνείο για να εκκλησιασθεί στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, όπως συνήθιζε, προστάτη άγιο πατρίδας του της Κέρκυρας, συνοδευόμενος από δυο φρουρούς τον Γ. Κοζώνη και Δ. Λεωνίδα. Προχώρησε στην οδό Β. Κωνσταντίνου (Μεγάλο δρόμο) και στη συνέχεια  ακολούθησε νότια, την οδό Αγγ. Τερζάκη. Στη συμβολή με την οδό Δ. Πλαπούτα συναντήθηκε απρόβλεπτα, μέσα στο μουχρωμένο πρωϊνό, με τους Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη, οι οποίοι ήταν υπό επιτήρηση, με τους οποίους αντάλλαξε αμίλητος χαιρετισμό βγάζοντας το καπέλο του.

Οι Μαυρομιχαλαίοι έφυγαν γρήγορα νότια, στο στενό σοκάκι με την πέτρινη σκάλα, πέρασαν τη μικρή πλατεία μπροστά από την εκκλησία και του έστησαν ενέδρα στην είσοδο της εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνα. (εικ. 20)

 

Ναύπλιο, Άγιος Σπυρίδωνας. Frederic Boissonnas (1858-1946)

 

Ο Κυβερνήτης ακολούθησε τον κανονικό δρόμο, συνέχισε την πορεία του στην αρχή της οδού Σταϊκοπούλου, έστριψε αριστερά και ανηφόρισε για  την εκκλησία. Μόλις έφθασε στη νότια πλευρά του ιερού της εκκλησίας, την αρχή της σημερινής οδού Ι. Καποδίστρια και σταμάτησε για λίγο να  ξεκουραστεί, αντίκρισε έξω από την πόρτα της εκκλησίας τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, κοντοστάθηκε για λίγο, κοίταξε ανατολικά προς την οικία του  Υπουργού Ροδίου, και συνέχισε την πορεία του προς την εκκλησία και τον τόπο του μαρτυρίου. Μόλις πάτησε το κατώφλι μπαίνοντας στην εκκλησία,  ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης τον πυροβόλησε εξ΄ επαφής στην πίσω δεξιά πλευρά της κεφαλής, ενώ ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης που στεκόταν  εσωτερικά της πόρτας τον χτύπησε με μικρό μαχαίρι στη δεξιά πλευρά της κοιλιάς και ο Κυβερνήτης έπεσε νεκρός, στα χέρια των φρουρών του (εικ.  21).

 

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, έργο του Διονυσίου Τσόκου, 1850.

 

Η πόρτα του Αγίου Σπυρίδωνα. Δεξιά η λαβωματιά της σφαίρας από τον πυροβολισμό του φρουρού Ι. Καραγιάννη.

Ο Γ. Κοζώνης πυροβόλησε και τραυμάτισε θανάσιμα τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, που προσπάθησε να διαφύγει από το απέναντι της εκκλησίας ανηφορικό στενό, την οδό Πλάτωνος, ενώ ο Ι. Καραγιάννης, ένας εκ των δυο φρουρών των Μαυρομιχαλαίων πυροβόλησε κατά των φρουρών του Καποδίστρια αλλά αστόχησε και η σφαίρα χτύπησε στη δεξιά πλευρά της πόρτας της εκκλησίας, όπου σώζεται στον τοίχο η λαβωματιά της σφαίρας (εικ. 22). Ο Κ. Μαυρομιχάλης συνελήφθη, μέσα στο πρωϊνό, λιντζαρίσθηκε από τους κατοίκους και τους στρατιώτες, που τον χτυπούσαν με ξύλα και σπαθιά, σύρθηκε στα καλντερίμια της πόλης ως την πλατεία του Πλάτανου (Πλατεία Συντάγματος) και το απόγευμα ξεψύχησε μπροστά από το Στρατώνα (Αρχαιολογικό Μουσείο) και το σώμα του ρίχθηκε στη θάλασσα.

Ο Γ. Μαυρομιχάλης διέφυγε δυτικά, από την οδό Καποδιστρίου, ζήτησε καταφύγιο στη Γαλλική Πρεσβεία, συνελήφθη, δικάσθηκε εις θάνατον και εκτελέσθηκε στις 10 Οκτωβρίου, στην Πλατεία, ανατολικά των τειχών της πόλης του Ναυπλίου.

Η σορός του Ι. Καποδίστρια μεταφέρθηκε με ευλάβεια από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνα με τη συνοδεία πλήθους κόσμου στο Κυβερνείο. Μετά τη νεκροψία από τέσσερις ιατρούς, Σ. Καρβελά, Δ. Τράϊμπερ, Α. Παπαδόπουλο Βρετό και Ν. Μαράτο, το σώμα του Καποδίστρια ταριχεύθηκε από τον φαρμακοποιό Βονιφάτιο Βοναφίν και τοποθετήθηκε στην αίθουσα υποδοχής του Κυβερνείου, όπου συνέρρεαν τα πλήθη να προσκυνήσουν. Τα σπλάχνα του Καποδίστρια του αφαιρέθηκαν από το σώμα κατά την ταρίχευση, τοποθετήθηκαν σε πολυτελή θήκη και τάφηκαν στο Άγιο Βήμα του Αγίου Σπυρίδωνα23.

Η επικρατούσα άποψη ότι η ταρίχευση του Ι. Καποδίστρια έγινε στο φαρμακείο του Βονιφάτιου Βοναφίν, που βρισκόταν στο σωζόμενο ισόγειο του διώροφου νεοκλασικού κτιρίου στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου (Μεγάλο δρόμο), δίπλα στο σημερινό δημαρχείο, όπου έχει τοποθετηθεί και σχετική  επιγραφή, προφανώς είναι εσφαλμένη.

Η κηδεία του Κυβερνήτη έγινε στις 18 Οκτωβρίου 1831. Στη συνέχεια το λείψανο του Ι. Καποδίστρια μεταφέρθηκε στις 29 Μαρτίου 1832 από τον αδελφό του Αυγουστίνο Καποδίστρια και τάφηκε στην Κέρκυρα, στον Άγιο Σπυρίδωνα. [Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο Ιωάννης Καποδίστριας τάφηκε στην Ιερά Μονή Πλατυτέρας Κερκύρας. Εκεί υπάρχουν οι τάφοι του Αντωνίου-Μαρία Καποδίστρια (πατέρα του Κυβερνήτη), του Αυγουστίνου Καποδίστρια (αδελφού του Κυβερνήτη) και του ιδίου του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Επίσης στη Μονή υπάρχουν οι τάφοι του ήρωα της Ελληνικής Επαναστάσεως Φώτου Τζαβέλλα, του Ανδρέα Μουστοξύδη, άλλων επωνύμων προσώπων του 19ου αι., των περισσοτέρων Μητροπολιτών Κερκύρας μετά την ανασύσταση του επισκοπικού θρόνου, και των περισσοτέρων αδελφών της Μονής].

Με την επέτειο της εκατονταετίας της απελευθέρωσης της χώρας ο δραστήριος δήμαρχος της πόλης Κ. Κόκκινος και το Δημοτικό Συμβούλιο στις 9/12/1929 με ψήφισμα ζήτησαν να ανεγερθεί ανδριάντας του Ι. Καποδίστρια στο Ναύπλιο. Η πρόταση έγινε δεκτή από την κυβέρνηση Ε. Βενιζέλου, ορίσθηκε καλλιτεχνική επιτροπή στην οποία συμμετείχαν ο ζωγράφος Κ. Παρθένης και ο αρχιτέκτων Δ. Πικιώνης και η ανάθεση έγινε στο σπουδαίο  γλύπτη Μ. Τόμπρο. Το άγαλμα τοποθετήθηκε το 1933 στην ομώνυμη πλατεία που ανάπλασε ο Δ. Πικιώνης (εικ. 23). Στον ανδριάντα, στημένο απέναντι από το Κυβερνείο στον άξονα της λεωφόρου Αμαλίας, με σταθερό βηματισμό εξαίρεται η έκφραση του προσώπου και προβάλλεται με  απλότητα ο ευγενής διπλωμάτης Ι. Α. Καποδίστριας, θεμελιωτής του Νεοελληνικού Κράτους. Είναι αξιοσημείωτος ο συμβολισμός του αγάλματος, εμπνευσμένος από την αρχαία ελληνική παράδοση. Στη δεξιά πλευρά, κάτω από το προβαλλόμενο δεξιό χέρι, εικονίζεται το κατώτερο αποκομμένο τμήμα κορμού βελανιδιάς, δρυός, ιερό δένδρο του Δία, σύμβολο ρώμης και δύναμης του αρχαίου Ελληνικού Κόσμου. Από τις ρίζες του δένδρου  έχουν βλαστήσει νέα κλαδιά, τα οποία συμβολίζουν το αναγεννημένο νεοελληνικό κράτος24.

 

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο (έργο Μιχάλη Τόμπρου, 1932). Από τον ιστοχώρο «Οδός Ελλήνων».

 

Εικόνα 24: Η χουρμαδιά τ΄ Αναπλιού.

Η πολυσήμαντη ιστορική προσωπικότητα του Ι. Α. Καποδίστρια, του Μπαρμπαγιάννη, μυθοποιήθηκε μέσα στο χρόνο. Σύμφωνα με την παράδοση, η γνωστή χουρμαδιά, το παλιότερο δέντρο στο δυτικό άκρο της πόλης, δίπλα στο ξενοδοχείο Αμφιτρύων, στη βίλλα του ποιητή Θ. Κωστούρου, ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο για τη διατήρησή του, το φύτεψε ο Κυβερνήτης Ι. Καποδίστριας (εικ. 24). Το υπεραιωνόβιο δέντρο είχε φυτρώσει στο χώρο αυτό στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης και είχε την ίδια ηλικία με το Ανεξάρτητο Νεοελληνικό Κράτος. Τη νύχτα της 13ης Δεκεμβρίου 2008, μετά από νυχτερινή θύελλα, έσπασε ο κορμός του δέντρου στο ανώτερο τμήμα του25 όπου έφερε βαθιά λαβωματιά. Το μεγαλύτερο τμήμα του κορμού διατηρείται στη θέση του.

Ο Δήμος Ναυπλίου, προς τιμήν του Ι. Α. Καποδίστρια ίδρυσε το «Ίδρυμα Ιωάννης Καποδίστριας» ενώ πρόσφατα το 2007 στην Κέρκυρα ιδρύθηκε το «Δίκτυο πόλεων Ιωάννης Καποδίστριας»26, στο οποίο συμμετέχουν οι πόλεις, Κέρκυρα, Αμμόχωστος, Ναύπλιο, Αίγινα, Coper Capodistria (Σλοβενία).

 

Υποσημειώσεις


 

  1. Μ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία, 1976, 276-278.
    2. Λαμπρυνίδης ο.π. Β. Δωροβίνης, Συμβολές στην Ιστορία της κτιριοδομίας της καποδιστριακής εποχής, περ. Αρχαιολογία, τευχ. 43, 1992, 62-67.
    3. Λαμπρυνίδης ο.π. 284-287.
    4. Λαμπρυνίδης ο.π. 284. Β. Δωροβίνης, Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828-1833). Πρακτ. Διεθν. Συμποσίου Ιστορίας, Νεοελληνική Πόλη, της Εταιρείας Μελέτη Νέου Ελληνισμού, Αθήνα 1985, 287-296. Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, Πρόνοια ο πρώτος προσφυγικός συνοικισμός της ελεύθερης Ελλάδας, έκδοση της Αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας, «Απόπειρα».
    5. Λαμπρυνίδης ο.π. 280.
    6. Β. Δωροβίνης, Συμβολές στην ιστορία της κτιριοδομίας της καποδιστριακής εποχής. Κατασκευές στο Ναύπλιο. Η κατοικία του Καποδίστρια και το «Παλάτιον», ή «Κυβερνείον». Περ. Αρχαιολογία, τευχ. 44, 1992, 76-83.
    7. Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιον 1979, 71. Β. Δωροβίνης, ο.π. 77.
    8. Α. Κούρια, Το Ναύπλιο των περιηγητών 2007, 199, εικ. 161.
    9. Κούρια ο.π. 191 εικ. 153.
    10. Φώτιος, Χρυσανθακόπουλος, (Φωτάκος), «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως» Τ. Α., 1955, 325.
    11. Καρούζου ο.π. εικ. 137-138. Χ. Πιτερός, Το Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 148, εικ. 3.
    12. Γ. Τσιρώνης, Το επονομαζόμενο «κτίριο Άρμανσμπεργκ», στο Ναύπλιο. Αρχιτεκτονική πρόταση για την αποκατάστασή του. Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 307-320.
    13. Καρούζου ο.π. εικ. 108, 109.
    14. Χ. Πιτερός, Προσθήκη, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 321-322, εικ. 1.
    15. Λαμπρυνίδης ο.π. 286-287. Χ. Φωτόπουλος, Το αποκαλούμενο «κτίριο της στρατιωτικής σχολής Ευελπίδων» στο Ναύπλιο και η ιστορία του (1828-2005), Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 6, 2007, 17-49.
    16. Ν. Φ. Τόμπρος, Οι υπέρ της δημόσιας υγείας των κατοίκων του Ναυπλίου κυβερνητικές πολιτικές (1821-1832), Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 6, 2007, 51-62.
    17. Καρούζου ο.π. εικ. 67.
    18. Χ. Πιτερός, Το Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 147, εικ. 1, 2.
    19. Λαμπρυνίδης ο.π. 285, Τόμπρος ο.π.
    20. Λαμπρυνίδης ο.π. 129.
    21. Λαμπρυνίδης ο.π. 284. Κούρια ο.π. 127, εικ. 87, 88.Σπ. Λουκάτος, Πρότυπο αγροκήπιο και σχολείο Τίρυνθας στα Καποδιστριακά χρόνια, Πρακτ. Β΄ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Αθήνα 1989, 65-83.Χρ. Μπαλόγλου, Η Συμβολή του Γρηγορίου Παλαιολόγου Διευθυντού του Αγροκηπίου Τίρυνθας στην οικονομική Ανάπτυξη του Άργους, Το Άργος κατά τον 19ο αι., Πρακτ. Α΄ Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, Άργος 2009, 177-194.
    22. Κούρια ο.π. 114, εικ. 79.
    23. Λαμπρυνίδης ο.π. 290-295. Χ. Πιτερός, Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 115-121.
    24. Κ. Δανούσης, Ο ανδριάντας του Καποδίστρια στο Ναύπλιο, πρόδρομη ανακοίνωση. Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 123-144.
    25. Χ. Πιτερός, Η χουρμαδιά τα΄ Αναπλιού, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 191- 198.
    26. Β. Α. Χαραμής, Δίκτυο πόλεων «Ιωάννης Καποδίστριας», Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 111-113.

 

Χρήστος Πιτερός,

Αρχαιολόγος, Δ. ΕΚΠΑ Ναυπλίου

Δ ι η μ ε ρ ί δ α: Διεθνείς Σχέσεις, Ιστορία και Εξωτερική Πολιτική της Ελλάδος, στην εποχή του Κυβερνήτου Ιωάννη Καποδίστρια, Ναύπλιο, 25 και 26 Ιουνίου 2010.

 

Read Full Post »

Η Σχολή της Singer στην Ερμιόνη –  © Παρασκευή Δημ. Σκούρτη


 

Η γυναικεία εκπαίδευση του προηγούμενου αιώνα σταματούσε στο Δημοτικό σχολείο, αποκλείοντας τα κορίτσια από τη δημόσια Μέση εκπαίδευση, καθώς απαιτούσε την απομάκρυνσή τους από την οικογένεια και δεν ήταν οικονομικά προσεγγίσιμη. Διάφοροι φορείς, οργανώσεις και επαγγελματικές σχολές οργάνωναν επιμορφωτικά σεμινάρια για τη βελτίωση της απόδοσης των νεαρών κοριτσιών στα «του οίκου», μαθαίνοντας τέχνες που υπάγονταν στις «γυναικείες αρμοδιότητες».

Οι τέχνες στις οποίες στράφηκε η επαγγελματική εκπαίδευση καθώς η εκμάθησή τους θεωρείτο αρετή, ήσαν η ραπτική και η κεντητική. Η διδασκαλία τους καλλιεργούσε τις «έμφυτες» κλίσεις και ταυτόχρονα προετοίμαζε τις νεαρές για πηγή εισοδήματος (βιοποριστική εργασία, εξοικονόμηση οικογενειακού χρήματος) σε συνάρτηση πάντα και με τη βελτίωση του οικιακού βίου και τον εξωραϊσμό του «οίκου».

Η εταιρεία SINGER διατηρούσε για πολλά χρόνιο μεγάλο κατάστημα στην οδό Σταδίου και προπολεμικά και μεταπολεμικά έστηνε επαγγελματικές σχολές κεντήματος, κοπτικής και ραπτικής, με τον τίτλο «ΚΕΝΤΡΟ ΟΙΚΟΚΥΡΙΚΗΣ ΜΟΡΦΩΣΕΩΣ SINGER (ΣΙΝΓΕΕΡ)», με σκοπό την πώληση των προϊόντων της αλλά και την γυναικεία εκπαίδευση, προωθώντας την κοινωνική ανασυγκρότηση και οικοτεχνία. Στην Ερμιόνη προπολεμικά η αντιπροσωπεία της SINGER ίδρυσε Σχολή Κεντήματος με αρχιτεχνίτη τον Κώστα Αναγνωστόπουλο, που μετέτρεπε, με μια μικρή παρέμβαση, τις μηχανές ραψίματος σε μηχανές κεντήματος, δίνοντας την κίνηση στα πόδια, προκειμένου να εργάζονται και τα δύο χέρια και όταν χρειαζόταν επισκεύαζε τις μηχανές.

 

Κοιλάδα, Αύγουστος 1949. Στη μηχανή η Θέμις Αναγνωστοπούλου, στο βάθος αριστερά η Ντίνα Αλεξανδρή – Σκούρτη.

 

Η Εταιρία SINGER διέθετε δασκάλες που γνώριζαν την τέχνη της ραπτικής και του κεντήματος. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κόρης του Αναγνωστόπουλου, Θέμιδος, που με αφορμή τις ερωτήσεις μας ξετύλιξε το κουβάρι των προσωπικών της αναμνήσεων, ήσαν: από το Κρανίδι η Αρετή, από το Ναύπλιο η Αφροδίτη, από το Λεωνίδιο η Καλομοίρα και από την Ερμιόνη η ίδια.

Ο χώρος μαθητείας ήταν στην καρδιά της πόλης, στο νοικιασμένο οίκημα του Πάνου Παπαμιχαήλ (Πιτ). Αυτό το οίκημα φιλοξένησε το φυτώριο για σπουδαίες νεαρές κεντήστρες, που έφτιαξαν ολόκληρες προίκες και στόλισαν σπίτια και εκκλησιές με άφθαστα καλλιτεχνήματα. Τέτοια εκθαμβωτικά, θελκτικά, περίτεχνα, πολύχρωμα, ξομπλιαστά χειροτεχνήματα φιλοξενούνται στις προθήκες του Ιστορικού Λαογραφικού μας Μουσείου (Ι.Λ.Μ.Ε.). Καθένα από αυτά κεντάει με το δικό του τρόπο τη μνήμη…

 

Κρανίδι, 1950. Μπροστά αριστερά η Αρχόντω Νόνη – Γεωργίου, στο βάθος Κώστας Αναγνωστόπουλος, δεξιά Θέμις Αναγνωστοπούλου.

 

Το έργο της αντιπροσωπείας SINGER εκτός από εμπορικό, πολιτιστικό, ήταν και κοινωνικό. Προσέφερε στις ανεπάγγελτες κοπέλες του χωριού, που ανταποκρίθηκαν με θέρμη στην πρόσκληση να διδαχθούν, γνώσεις της ευγενούς και δημιουργικής τέχνης της κεντητικής, δημιουργώντας ταυτόχρονα αισιόδοξες προοπτικές. Η ραπτική μπορεί να έχει οικονομική σημασία, να παρέχει ωφέλεια ή κέρδος, αλλά η κεντητική είναι καλαισθησία. Οι μαθήτριες που γράφονταν να παρακολουθήσουν τα μαθήματα πλήρωναν ένα μικρό αντίτιμο για τη διδασκαλία και για τον ατομικό φάκελο που τους διέθετε η Αντιπροσωπεία και που περιείχε σχέδια και σταμπωτά υφάσματα, κλωστές, τελάρο και άλλα είδη κεντήματος.

Διαφήμιση εποχής.

Η Σχολή προσέφερε τις ραπτομηχανές σε όσες δεν διέθεταν, όπου μάθαιναν να κεντούν με διάφορες βελονιές π.χ. ανεβατό, φιλτιρέ, ριζοβελονιά, πισωβελονιά, ψαροκόκαλο, γκομπλέν, φεστόνι, πλακέ, σπειροβελονιά, αζούρ, αλυσίδα, κομποβελονιά, βυζαντινή βελονιά, κ. α. Στη συνέχεια οι δασκάλες, μεταξύ αυτών και η Θέμις, κόρη του Κώστα Αναγνωστόπουλου όπως προαναφέραμε, βλέποντας το ενδιαφέρον των νεανίδων, συνέχισαν τις σχολές μαθητείας με δική τους πια πρωτοβουλία και με καρμπόν αναπαρήγαγαν τα σχέδια που περιείχε ο πρωτότυπος φάκελος. Το κέντημα της μηχανής έγινε πολύ της μόδας, στόλισε τις προίκες των κοριτσιών, ανανέωσε αισθητικά τον ρουχισμό των σπιτιών. Κέντησαν ασπρόρουχα, νυχτικά και νυχτικοθήκες, εσώρουχα, μωρουδιακά ρουχαλάκια, μαξιλάρια της φιγούρας, στεφανοθήκες και γαμήλιες φωτογραφίες.

Στην Επαγγελματική Σχολή επιμορφώθηκαν πολλές κοπέλες, με μεγάλη παραγωγή χειροτεχνικού έργου. Έτσι κληρονομήσαμε χειροποίητες δημιουργίες με τη μηχανή του κεντήματος, αλλά και του ραψίματος. Τα κεντήματα προσαρμόζονταν στην εποχή των νέων αναγκών και τα σχέδια κοπιάρονταν βάση των παραδοσιακών προτύπων.

Ο Κώστας Αναγνωστόπουλος (Σίνγγερ) με την γυναίκα ταυ Κατίνα και την πολυμελή οικογένειά τους, τα έξι, δηλαδή, παιδιά τους τη θέμιδα, την Τούλα, το Γιώργο, τον Παναγιώτη, τον Τάσο, τη Θεοδότη, το Λευτέρη και την Αγγελική, έμειναν στην Ερμιόνη για πολλά χρόνια στο σπίτι του Δημήτρη Μπενάρδου, στο Μπίστι και ο κυρ-Κώστας ανέπτυξε σπουδαία κοινωνική και πολιτική δράση τα χρόνια εκείνα την πόλη μας.

Ο αμερικανός εφευρέτης της ραπτομηχανής Singer, Ισαάκ Μέριτ Σίνγκερ (Isaac Merritt Singer 1811 – 1875) έργο του Edward Harrison, 1869. National Portrait Gallery (United States).

Το πρώτο μοντέλο ραπτομηχανής SINGER κυκλοφόρησε από τον Αμερικανό μηχανικό Isaac Singer στη Νέα Υόρκη το 1853 και τιμητικά πήρε το άνομά του. Στη συνέχεια φρόντιζε να παράγει βελτιωμένα μοντέλα, ώστε να δίνονται λύσεις στις νέες ανάγκες. Το 1975 κυκλοφόρησε η ηλεκτρική ραπτομηχανή που έδωσε φτερά στην παραγωγή ρούχου, ενώ το 1990 κυκλοφόρησε η μηχανή πρέσα που όχι μόνο γαζώνει αλλά και σιδερώνει.

Στο σπίτι μου, σε περίοπτη θέση έχω τη φορητή χειροκίνητη ραπτομηχανή «ΟΛΓΑ» της γιαγιάς μου Κατίνας Φοίβα, που στη συνέχεια αξιοποίησε η μεγάλη της κόρη Πολυξένη Φοίβα – Κασνέστη. Ο θρύλος ενός αιώνα η «ΟΛΓΑ»! Με αυτή η θεία μου από τα μικρά της χρόνια έραψε και μεταποίησε τον ρουχισμό της πολυμελούς πατρικής οικογένειάς και αξιοποίησε βιοποριστικά την τέχνη της ξενοράβοντας πουκάμισα. Ήταν οι εποχές που το φόρεμα, το παλτό ζακέτα γυριζόταν το μέσα έξω, πλενόταν, ραβόταν από την αρχή και αποκτούσε τη χαρά του καινούργιου.

 

Τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας I.M. Singer and Co το 1857.

 

Τη λάδωνε τακτικά, την καθάριζε και άλλαζε τις σπασμένες βελόνες. Την φρόντισα κι εγώ με τη σειρά μου, χάρη στα μαστορικά χέρια του Γιώργου Αναγνωστόπουλου. Περάσαμε ένα διάστημα σνομπισμού στις δημιουργικές εργασίες της γιαγιάς. Στα μοντέρνα σπίτια δεν υπήρχε χώρος για την τέχνη της κεντήστρας με αποτέλεσμα τα έργα της σεμεδάκια, εσάρπες, τραπεζομάντιλα κεντητά, να είναι περιφρονημένα ή κλεισμένα στα μπαούλα. Στις μέρες μας υπάρχει επιστροφή στη Χειροτεχνία, μια δραστηριότητα που επανέρχεται με θετικά αποτελέσματα. Η υπερκατανάλωση αναγκαστικά σε εποχές κρίσης μπαίνει στο περιθώριο και οι άνθρωποι διοχετεύουν τα αποθέματα του ελεύθερου χρόνου τους ή του χρόνου ανεργίας δημιουργικά, ανακαλύπτοντας την τέχνη του χειροποίητου, που αποτελεί διαφυγή και διέξοδο. Τα σιρίτια, τα νήματα, τα μαλλιά φλος, οι φούντες, τα κρόσσια και τα ψιλικά έχουν και πάλι την τιμητική τους.

Τη μαστοριά της γιαγιάς κομμάτι του πολιτισμού της ταυτότητάς μας, αλλά και της ψυχής μας ανέλαβαν να μας μαθαίνουν ιντερνετικά διάφορα σάιτ και οι γυναίκες σαν να ανακαλύπτουν και πάλι τα χέρια, να μπαλώνουν να ράβουν, να ανακυκλώνουν, να ψαχουλεύουν και να ανασύρουν από τα συρτάρια τους.

Η αντιπροσωπεία SINGER συνήθιζε να φωτογραφίζει μαθήτριες της σχολής ως διαφημιστικό ντοκουμέντο. Κάποιες τέτοιες αναμνηστικές φωτογραφίες εμπλουτίζουν και διανθίζουν το κείμενο.

Πρόσωπα και εργόχειρα που ίσως δημιουργήσουν στους αναγνώστες μας νήματα με εικόνες που μετατρέπονται σε λέξεις και ιστορίες ανθρώπινες μεγάλες ή μικρές.

Παρασκευή Δημ. Σκούρτη

«Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης, τεύχος 20, Μάιος, 2017.  

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Φόλγκραφ Βίλχελμ (Carl Wilhelm Vollgraff 1876-1967)


 

Carl Wilhelm Vollgraff (1876-1967). Φωτογραφία: Antonius van der Stok (Leiden) (1862-1941).

Ο Carl Wilhelm Vollgraff γεννήθηκε στο Χάαρλεμ (Haarlem) στις 5/6/1876 και πέθανε στο Zeist της Ολλανδίας στις 20/10/1967, είναι Ολλανδός ελληνιστής και αρχαιολόγος. Ήταν γιος του λατινιστή Jean- Christophe Vollgraff. Άρχισε τις σπουδές του στα κλασσικά γράμματα στις Βρυξέλλες και συνέχισε διαδοχικά στην Ουτρέχτη, στο Γκέντινγκεν και το Βερολίνο υπό την επίβλεψη του κορυφαίου ερμηνευτή του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και έναν από τους κυριότερους εκπροσώπους του «ιστορικού θετικισμού» Ούλριχ Μέλεντορφ Βιλαμόβιτς (Ulrich von Wilamowitz-Mðllendorff). Υποστήριξε τη διδακτορική διατριβή του το 1901 με ένα δοκίμιο αφιερωμένο στον Οβίδιο.

Οι αρχαιολογικές έρευνες του όμως, ήταν αυτές που τον έκαναν γνωστό τόσο στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όσο και στην Ελλάδα. Σε ηλικία 25 ετών γίνεται δεκτός στη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή στην Ελλάδα και αμέσως αρχίζει τις ανασκαφές του, το 1902, στο Άργος όπου ανακαλύπτει σπουδαία αρχαιολογικά ευρήματα.

Η πρώτη περίοδος των ανασκαφών αρχίζει στις 15 Μαΐου 1902 (κατά την εφημερίδα Ίναχος της 06.07.1902) και εκτείνονται μέχρι το τέλος του 1912.   Διασταυρώνοντας δημοσιεύματα του W. Vollgraff και πληροφορίες του τοπικού Τύπου, διαπιστώνεται ότι επιχειρεί μία καταρχήν καταγραφή των αντικειμένων που υπάρχουν στο μουσείο του Άργους  και στην πόλη, δηλαδή εκθεμάτων, σπαραγμάτων και επιγραφών, και αναλαμβάνει και περαιώνει ανασκαφές στους λόφους της Ασπίδας και της Λάρισας, όπως και σε χώρους που τους περιβάλλουν. Κατά τη διετία 1928-30 ο W. Vollgraff επανέρχεται στο Άργος, συνεχίζει τις έρευνές του και προβαίνει σε νέες ανασκαφές, ιδίως στον λόφο της Λάρισας και στον χώρο της αγοράς. Ιστορικά είναι ο πρώτος αρχαιολόγος που προβαίνει σε συστηματικές αρχαιολογικές ανασκαφές στο Άργος.

Σε συνέντευξη του W. Vollgraff στην τοπική εφημερίδα «Αγροτική Αργολίς» της 7-9-1930, διαβάζουμε:

«Εἶνε ἤδη 54 ἐτῶν, τό δέ ἐκτάκτως ἀνθηρόν πρόσωπόν του δέν φανερώνει ὅτι φέρει τό βάρος πλέον τοῦ  ἠμισεως αἰῶνος. Τό πρῶτον φῶς εἶδεν εἷς τήν πόλιν Χάρλαντ τῆς Ὀλλανδίας τό 1876, κειμένην πλησίον της μεγαλιτέρας πόλεως τῆς Ὀλλανδίας, τοῦ Ἀμστερδάμ.

Τάς σπουδᾶς τοῦ ἐπεράτωσεν εἷς τήν πρωτεύουσαν τοῦ Βελγίου, τάς Βρυξέλλας, καί μετά πάροδον ὀλίγου χρόνου, εἷς ἡλικίαν 32 ἐτῶν, ἀνηγορεύθη καθηγητής εἷς τό Πανεπιστήμιον τῆς Οὐτρέχτης (Ὀλλανδίας). 

Τάς ἀρχαιολογικᾶς τοῦ ἔρευνας ὅμως, αἴτινες τόν κατέστησαν διάσημον τόσον εἷς τήν ἰδιαιτέραν τοῦ πατρίδα, ὅσον καί εἷς τήν Ἑλλάδα. Εἷς ἡλικίαν 25 ἐτῶν γίνεται δεκτός ‘ὡς ἑταῖρος εἷς τήν ἕν Ἀθήναις ἑδρεύουσαν Γαλλικήν Ἀρχαολογικήν Σχολήν, καί ἀμέσως ἀπό τοῦ ἑπομένου ἔτους 1902, ἀρχίζει τάς ἱστορικᾶς τοῦ ἀνασκαφᾶς εἷς τους γύρωθεν τῆς πολεῶς μᾶς ἀρχαιλογικούς τόπους του, γέμοντας ἀπό πλουσιώτατα λείψανα τοῦ ἀρχαίου Ἐλλινικοῦ πολιτισμοῦ. 

Καί πρίν ἤ ἄρχισω τάς ἀνασκαφᾶς εἷς τήν πόλιν τοῦ Ἄργους, μᾶς λέγει ὅ κ. Βολλγκράφ εἰσερχόμενος εἰς τό θέμα, προηγουμένως περιηγήθην καί ἐμελέτησα τάς ἀρχαιότητας τῆς Ἰταλίας καί ὁλόκληρού της ὑπολοίπου Ἑλλάδος, διά νά καταλήξω εἷς τό Ἄργος ὅπου καί ἐσχημάτισα  τήν πεποίθησιν ὅτι κρύπτονται εἷς τους κόλπους τοῦ ἄπειρα λείψανα τῆς ἀρχαίας πόλεως τοῦ Ἄργους, κτισθείσης κατά τήν Β’ Ἑλλαδικήν, λεγομένην, ἔποχην, περίπου δήλ. κατά τό 2000, π.Χ.

Καί πράγματι, συνεχίζει ὅ κ. Βολλγκράφ, δέν ἤπατηδην εἷς τάς προβλέψεις μου καί τάς πεποιθήσεις μου.

Κατά τά ἑπτά ἔτη καθ’ ἅ  περιοδικῶς παρέμεινα εἷς τό Ἄργος καί ἐνήργησα ἀνασκαφᾶς (1902, 1903, 1904, 1906, 1912, 1928, 1930),  ἐκ τῆς ἀνακαλύψεως πλουσίων κειμηλίων τοῦ μοναδικοῦ εἷς κάλλος ἀρχαίου πολιτισμοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἤσθανθην τάς ὥραιοτερας συγκινήσεις ποῦ εἶνε δυνατόν νά δοκιμάση ἕνας ἀρχαιοδίφης. Δί’ ἠμᾶς, τούς ἀρχαιολόγους, ἤ ἀνακάλυψις ἕνος οἱουδήποτε ἀγάλματος δέν ἔχει τήν ἀξίαν ἔκεινην ποῦ ἀποδίδει τό κοινόν, διότι ἕξ αὐτῶν βρίθουν τά μουσεῖα – μεγαλυτέραν, μεγίστην  δέ  σπουδαιότητα ἔχει δί ἠμᾶς  ἤ εὕρεσις τῶν στοιχείων ἐκείνων, ἐπιγραφῶν κ.λ.π. – ποῦ θά μᾶς καθοδηγήσουν εἷς  τήν μελέτην τῆς Ἱστορίας τοῦ πολιτισμοῦ καί τῆς Ἱστορίας τῆς τέχνης – τῆς τέχνης ἐκείνης τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος ποῦ παρέδωσεν εἰς τόν αἰώνιον θαυμασμόν ὁλοκλήρου του κόσμου καλλιτεχνήματα ἀνυπερβλήτου κάλλους καί ἀφθάστου ὡραιότητος, ἀκριβείας, λεπτότητος καί κομψότητος… Καί πράγματι, τοιαῦτα στοιχεῖο εὕρηκα ἄφθονα εἷς τό Ἄργος, πολύ περισσότερα  ἄφ’ ὅσα ἠδυνάμην νά φαντασθῶ».

Βίλχελμ Φόλγκραφ

Το 1903 έγινε δεκτός ως λέκτορας στο πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης. Από το 1905 ως το 1908 άσκησε τα καθήκοντα του επιμελητή στο Ιστορικό μουσείο γεγονός που αποτέλεσε την πρώτη επαφή του με τη ρωμαϊκή αρχαιολογία. Το 1908 έλαβε την έδρα της Αρχαίας ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Groningue (Γκρόνινγκεν) θέση που κατείχε μέχρι το 1917.

Ο Vollgraff ασχολήθηκε με την «πινακίδα Τολσουμ», ένα κομμάτι ξύλου που έφερε μια επιγραφή της ρωμαϊκής εποχής που ανακαλύφθηκε το 1914 και το  1917 δημοσίευσε την έρευνά του πάνω σε αυτό που μέχρι σήμερα θεωρείται η αρχαιότερη αλφαβητική επιγραφή των Κάτω Χωρών. Το 1917 επέστρεψε στην Ουτρέχτη μετά την προαγωγή του στο τοπικό πανεπιστήμιο και ολοκλήρωσε την καριέρα του φθάνοντας στο βαθμό του ομότιμου καθηγητή το 1946. Κατά την περίοδο μεταξύ του 1917 και 1923 έγινε μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας των τεχνών και των επιστημών της Ολλανδίας.

Το 1929 ανακάλυψε κάτω από τον καθεδρικό της Ουτρέχτης θραύσματα ψαμμόλιθου που σκέπαζαν έναν μεσαιωνικό τάφο. Ο Vollgraff αποκρυπτογράφησε τις επιγραφές που υπήρχαν σ’ αυτά τα θραύσματα και οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι το όνομα Ουτρέχτη, κατά τη ρωμαϊκή εποχή, ήταν Albiola , αλλά αυτή η ερμηνεία δέχθηκε αρκετή κριτική που εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι τις μέρες μας. Διεξήγε ανασκαφές αρχαιολογικές ανασκαφές στην πλατεία του καθεδρικού της Ουτρέχτης μεταξύ του 1933 και του 1935 και βρήκε ίχνη του ρωμαϊκού κάστρου και μιας εκκλησίας της Καρολίνειας περιόδου.

Παντρεύτηκε πρώτη φορά το 1904 την Marie von Hoblin και  δεύτερη φορά την αρχαιολόγο Anna Roes το 1947.

 

Αναφορές του Vollgraff για το Άργος (μορφή pdf):

  1.  Vollgraff Carl Wilhelm. Inhumation en terre sacrée dans l’Antiquité grecque (à propos d’une inscription d’Argos). In: Mémoires présentés par divers savants à l’Académie des inscriptions et belles-lettres de l’Institut de France. Première série, Sujets divers d’érudition. Tome 14, 2e partie, 1951. pp. 315-396. Inhumation en terre sacrée dans l_Antiquité grecque (à propos d_une inscription d_Argos)
  2. Vollgraff W. Argos dans la dépendance de Corinthe au IVe s. In: L’antiquité classique, Tome 14, fasc. 1, 1945. pp. 5-28. Argos dans la dépendance de Corinthe au IVe s
  3. Vollgraff Wilhelm. Rapport sur la campagne de fouilles à Argos en 1904. In: Comptes rendus des séances de l’Académie des Inscriptions et Belles-Lettres, 49 année, N. 1, 1905. pp. 10-11. Rapport sur la campagne de fouilles à Argos en 1904
  4. Vollgraff Wilhelm. Les fouilles d’Argos. In: Comptes rendus des séances de l’Académie des Inscriptions et Belles-Lettres, 50 année, N. 8, 1906. pp. 493-495. Les fouilles d’Argos
  5. Vollgraff Wilhelm. Un pavement en mosaïque découvert à Argos en 1930. In: Comptes rendus des séances de l’Académie des Inscriptions et Belles-Lettres, 76 année, N. 2, 1932. p. 154. Un pavement en mosaïque découvert à Argos en 1930
  6. Vollgraff Wilhelm. Fouilles et sondages sur le flanc oriental de la Larissa à Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 82, 1958. pp. 516-570. Fouilles et sondages sur le flanc oriental de la Larissa à Argos
  7. Vollgraff Wilhelm. Note sur une inscription de l’Aspis (Argos). In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 81, 1957. pp. 475-477. Note sur une inscription de l’Aspis (Argos)
  8. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 68-69, 1944. pp. 391-403. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In – Bulletin de correspondance hellénique. Volume 68-69, 1944. pp. 391-403.
  9. Vollgraff Wilhelm. Fouilles d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 44, 1920. pp. 219-226. Fouilles d’Argos
  10. Vollgraff Wilhelm. Inscription d’Argos (Traité entre Knossos et Tylissos). In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 37, 1913. pp. 279-308. Inscription d’Argos (Traité entre Knossos et Tylissos)
  11. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 34, 1910. pp. 330-354. Inscriptions d’Argos
  12. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 33, 1909. pp. 445-466. Inscriptions d’Argos
  13. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 33, 1909. pp. 171-200. Inscriptions d’Argos
  14. Vollgraff Wilhelm. Fouilles d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 31, 1907. pp. 139-184. Fouilles d’Argos.
  15. Vollgraff Wilhelm. Fouilles d’Argos. B. Les établissements préhistoriques de l’Aspis. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 30, 1906. pp. 5-45. Fouilles d’Argos. B. Les établissements préhistoriques de l’Aspis
  16. Vollgraff Wilhelm. Note sur une inscription d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 29, 1905. p. 318. Note sur une inscription d’Argos
  17. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 28, 1904. pp. 420-429. Inscriptions d’Argos
  18. Vollgraff Wilhelm. Fouilles d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 28, 1904. pp. 364-399. Fouilles d’Argos
  19. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 27, 1903. pp. 260-279. Inscriptions d’Argos

Βιογραφία του Vollgraff (Ολλανδικά): J.C. Kamerbeek, «biographie de C.W. Vollgraff».

 

Πηγές


 

  • Jan Coenraad Kamerbeek et J.C. Kamerbeek, « biographie de C.W. Vollgraff », Jaarboek van de KNAW, 1967-1968, Amsterdam,‎ 1968, p. 346-354.
  • «Γαλλικές ανασκαφές στο Άργος και η αντίδραση του κοινού. Η περίπτωση του Wilhelm Vollgraff», Βασίλης Κ. Δωροβίνης. «Στα βήματα του  Wilhelm Vollgraff – Εκατό χρόνια αρχαιολογικής δραστηριότητας στο Άργος». Πρακτικά του διεθνούς συνεδρίου του διοργανώθηκε από την Δ’ ΕΠΚΑ και από  τη Γαλλική Σχολή  Αθηνών, 25-28 Σεπτεμβρίου 2003. Γαλλική Σχολή  Αθηνών, 2013.
  • Εφημερίδα «Αγροτική Αργολίς» της 7-9-1930.
  • http://www.persee.fr – Υπηρεσία υποστήριξης έρευνας η αποστολή της οποίας είναι η ψηφιακή αξιοποίηση της επιστημονικής κληρονομιάς. Υπουργείο Εθνικής Παιδείας, Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας.

Read Full Post »

Γαλλικές ανασκαφές στο Άργος και η αντίδραση του κοινού. Η περίπτωση του Wilhelm Vollgraff (Βίλχελμ Φόλγκραφ)* © Βασίλης Κ. Δωροβίνης  -«Στα βήματα του  Wilhelm VollgraffΕκατό χρόνια αρχαιολογικής δραστηριότητας στο Άργος». Πρακτικά του διεθνούς συνεδρίου του διοργανώθηκε από την Δ’ ΕΠΚΑ και από  τη Γαλλική Σχολή  Αθηνών, 25-28 Σεπτεμβρίου 2003. Γαλλική Σχολή  Αθηνών, 2013.


 

Το άρθρο αναφέρεται στις αντιδράσεις των κατοίκων του Άργους, όπως αποτυπώθηκαν στον τοπικό Τύπο της περιόδου 1828-1980, ως προς τις ανασκαφές. Στο εισαγωγικό μέρος του άρθρου αναφέρεται στην όλη αντίληψη και στάση του τοπικού πληθυσμού απέναντι στο συνολικό θέμα της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της πόλης. Ακολουθεί ανάλυση, σε τρείς ενότητες, για τις ανασκαφές του W. Vollgraff το 1902-1912, το 1928-1930 και για τις ανασκαφές της Γαλλικής Σχολής Αθηνών μετά το 1950, οπότε δημιουργείται και το μουσείο του Άργους. Η τρίτη περίοδος ξεκινά μετά το 1978, με τη δραστηριότητα της Γαλλικής Σχολής για μία πρώτη καταγραφή της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς του Άργους και την ένταξή της πολεοδομικά στη σημερινή πόλη, αλλά και με την αγορά και αναστήλωση της οικίας Τ. Γκόρντον.

Ακολουθούν τρία παραρτήματα. Στο πρώτο, καταγράφονται όλα τα άρθρα του τοπικού Τύπου για τις δύο ανασκαφικές περιόδους του W. Vollgraff. Στο δεύτερο μεταφέρονται δύο συνεντεύξεις του W. Vollgraff και το μοναδικό σχόλιο αθηναϊκής εφημερίδας για την ανακοίνωση, το 1903, του W. Vollgraff στη Γαλλική Σχολή για τις ανασκαφές στο Άργος. Τέλος, στο τρίτο παράρτημα αναδημοσιεύονται τέσσερεις φωτογραφίες.

 

Βίλχελμ Φόλγκραφ

Θα θέλαμε να υπογραμμίσουμε ευθύς εξαρχής ότι επιλέξαμε ένα συμβατικό τίτλο, για την παρούσα εργασία, ο οποίος καλύπτει φαινόμενο πολυπλοκότερο, δηλαδή τη σχέση και τους δεσμούς που υφαίνονται (ή δεν υφαίνονται) μεταξύ ανασκαφών, ανασκαφέων (στην προκειμένη περίπτωση της Γαλλικής Σχολής Αθηνών) και ντόπιων πολιτών, με γενικότερη μεν αναφορά στις σύνολες ανασκαφές, αλλά με ειδικότερη εστίαση της προσοχής στην παρουσία και στις ανασκαφές του W. Vollgraff στο Άργος.

Η Γαλλική Σχολή Αθηνών συμπλήρωσε το 2002 έναν αιώνα ανασκαφών στο Άργος και τις άρχισε με μέλος της που όμως ήταν Ολλανδός και όχι Γάλλος, συμπτωματικό ίσως γεγονός αλλά και προάγγελος της μετέπειτα πορείας της Σχολής και, μάλιστα, της σημερινής, αλλά και της όλης εξέλιξης της αρχαιολογίας, που είναι σήμερα, από τους πλέον διεθνοποιημένους και διεπιστημονικούς κλάδους. Ένας αιώνας πέρασε λοιπόν, ανασκαφών, επαφών και δεσμών τόσο με τον χώρο της πόλης του Άργους, όσο και με τον κυμαινόμενο και διαφοροποιούμενο οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά πληθυσμό του, και παρέχει αρκετά πλούσιο υλικό για μιάν επιστημονική και ψυχολογικά αποστασιοποιημένη προσέγγιση αυτών των δεσμών.

Το Άργος δεν μπορούμε να πούμε ότι, μέχρι σήμερα, έφτασε να έχει διαμορφωμένη, έστω και μέσω μιάς κοινωνικής και λίγο-πολύ συμπαγούς ομάδας κατοίκων, εδραία αστική αντίληψη για το πώς πρέπει να διαμορφωθεί και να εξελιχθεί η πόλη, επομένως και για το πώς πρέπει να ενταχθεί σε αυτήν η αρχαία, η βυζαντινή και η νεότερή της αρχιτεκτονική κληρονομιά ή και τα μνημειακά υπολείμματά της. Οι αρχαιότητες μόλις τον τελευταίο καιρό έπαψαν να θεωρούνται εντελώς και επιζήμιες, αν και παραμένουν στο περιθώριο της καθημερινής κοινωνικής ζωής. Μόνη εξαίρεση αποτέλεσε το αρχαίο θέατρο, αλλά και αυτό μάλλον ως «περίβλημα» κτιριακό κάποιων εκδηλώσεων και όχι ως μνημείο ενταγμένο στη σύγχρονη ζωή. Το ίδιο ισχύει και για τον διαμορφωμένο χώρο περιπάτου μεταξύ αρχαίου θεάτρου και Κριτηρίου.

Η πόλη βεβαίως υπέστη πολλές αλλαγές. Στην αρχή του 20ου αι., όταν ο W. Vollgraff ξεκινά τις ανασκαφές του, αποτελεί εμπορικό και αγροτικό κέντρο για δύο νομούς (τότε για έναν ενιαίο, την Αργολιδοκορινθία), στενά δεμένο με μιαν ευρύτερη, αποκλειστικά αγροτική περιοχή. Η προσπάθεια εκβιομηχάνισης ήταν άμεσα εξαρτημένη από την περιοχή αυτή (κυρίως βαμβάκι – εριουργεία και εκκοκιστήρια, μετά το 1960 εσπεριδοειδή και μονάδες χυμοποίησης κλπ.). Κείμενα των ελάχιστων λογίων των πρώτων δεκαετιών του 20ου αι. (και αυτών στο περιθώριο), μαρτυρούν ακριβώς για την έλλειψη της αστικότητας (urbanite με τις δύο έννοιές της).

Η οικοδομική αύξηση γίνεται με πάρα πολύ αργούς ρυθμούς, γι’ αυτό ίσως και οικοδομούνται σημαντικά κτίρια, που μαρτυρούν για αφομοίωση του νεοκλασικισμού (μέγαρο Κωνσταντόπουλου, τελική διαμόρφωση Δημαρχείου, παράπλευρο κτίριο και νεοκλασική αγορά – έργα του Π. Καραθανασόπουλου -, οικίες οικογενειών Ζωγράφου, Τζοροβίλη, Κατσούλα, Καλλιάρχη, ξενοδοχείο Σαγκανά, καφενείο Θηβαίου κ.ά.).

Οι βαλκανικοί πόλεμοι, ο Α’ παγκόσμιος πόλεμος, η μικρασιατική καταστροφή, μιάμιση δεκαετία ειρήνης, αλλά και νέων κοινωνικών προβλημάτων δεν επιτρέπουν την αστική ολοκλήρωση. Οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία κατευθύνονται σε ίδρυση νέου οικισμού (Ν. Κίος), ενώ δέκα πέντε χρόνια αργότερα το κύμα των Ρωσοπόντιων προσφύγων στο Άργος είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι στεγάζεται στο «Καλλέργειο» και κατά το μεγαλύτερο τμήμα του, εγκαθίσταται στον αρχαιολογικό χώρο δίπλα στο αρχαίο θέατρο («Συνοικισμός»). Έρχεται ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος, τελειώνει ο εμφύλιος και στο τέλος της δεκαετίας του 1950 ξεσπά η οικοδομική αύξηση, άναρχα και άμορφα, υπό τις νέες πιέσεις και εσωτερικών μεταναστών από τα ορεινά χωριά, από την Αρκαδία και την Κρήτη. Πρώτο πολυόροφο οίκημα κτίζεται το 1962, ακολουθεί η αύξηση των συντελεστών δομήσεως κυρίως επί Χούντας και αρχίζει μία έντονη οικιστική πίεση, που καταλήγει και στην άναρχη επέκταση της πόλης ακόμα και στους γύρω λόφους. Η εικόνα της, που καταγράφεται και σε τουριστικούς οδηγούς, ελληνικούς και ξένους, ως πόλης των αρχαιοτήτων και των κήπων, διαστρεβλώνεται και σταδιακά χάνεται.

Η τύχη αρχαιοτήτων και αρχαιολογικών εργασιών ακολουθεί την εξέλιξη της πόλης όπου, μέχρι και σήμερα, το κοινωνικό της εποικοδόμημα τίποτε δεν έχει ξεκαθαρίσει ως προς το μέλλον της. Θολούρα επικρατεί, στην οποία βυθίστηκε ακόμα και το νέο σχέδιο πόλης, προϊόν και αυτό όχι συνθετικού λογισμού και διαυγούς κοινωνικής αντίληψης, αλλά οικονομικών επιδιώξεων των συντακτών του και μιάς αρχαϊκής, συχνά, αντίληψης πολλών ιδιοκτητών γης και οικοπέδων.

Εξετάζοντας το πώς οι Γάλλοι αρχαιολόγοι και οι ανασκαφές τους εντάσσονται στην πόλη και συνδέονται με τις ντόπιες νοοτροπίες, θα πρέπει να φυλαχθούμε συστηματικά από τον κίνδυνο εισαγωγής εννοίων και κατηγοριών από άλλες χώρες και άλλες πόλεις. Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ ότι μπορούμε να προβούμε, μετά από εξέταση των δεδομένων, σε μία πρώτη περιοδοποίηση μέσα στο χρόνο, διακρίνοντας τρείς διαφορετικές περιόδους.

Ι. Η πρώτη περίοδος

Η πρώτη περίοδος αρχίζει και τελειώνει με τις αποστολές του W. Vollgraff, οι οποίες ξεκινούν με ανασκαφές στις 15 Μαΐου 1902 (κατά την εφημερίδα Ίναχος της 06.07.1902), όταν ο W. Vollgraff είναι μόλις 26 ετών, και εκτείνονται μέχρι το τέλος του 1912. Διασταυρώνοντας δημοσιεύματα του W. Vollgraff και πληροφορίες του τοπικού Τύπου, διαπιστώνεται ότι επιχειρεί μία καταρχήν καταγραφή των αντικειμένων που υπάρχουν στο μουσείο του Άργους (στεγαζόταν στην ισόγεια αίθουσα του Δημαρχείου) και στην πόλη, δηλαδή εκθεμάτων, σπαραγμάτων και επιγραφών, και αναλαμβάνει και περαιώνει ανασκαφές στους λόφους της Ασπίδας και της Λάρισας, όπως και σε χώρους που τους περιβάλλουν. Κατά τη διετία 1928-30 ο W. Vollgraff επανέρχεται στο Άργος, συνεχίζει τις έρευνές του και προβαίνει σε νέες ανασκαφές, ιδίως στον λόφο της Λάρισας και στον χώρο της αγοράς.

Η φήμη του έχει εδραιωθεί στη κοινή γνώμη του Άργους και σε μία, κυρίως, τοπική εφημερίδα που κυκλοφορεί κανονικά τότε στην πόλη οι ανασκαφές του καλύπτονται με πρωτοσέλιδα άρθρα, ενώ δημοσιεύονται και συνεντεύξεις του. Ιστορικά, πια, είναι ο πρώτος αρχαιολόγος που προβαίνει σε συστηματικές αρχαιολογικές ανασκαφές στο Άργος. Σήμερα, οι μέθοδοι που ακολούθησε (μέθοδοι κατά κανόνα γενικά αποδεκτές στην εποχή του) αποτελούν αντικείμενο εύλογης κριτικής [1]. Από την αρχή, το 1902, ο τοπικός Τύπος και ειδικότερα τρείς λόγιοι, ο Δ. Βαρδουνιώτης (που είναι και έφορος του μουσείου), ο Κ. Ολύμπιος και ο Γ. Σιμιτζόπουλος δημοσιογραφούν κατά διαστήματα και, από τις πρώτες μέρες της πρώτης άφιξής του, παρακολουθούν συνεχώς τις ανασκαφές, ενημερώνουν τους αναγνώστες, ενώ κάποτε προβαίνουν, όπως θα δούμε στη συνέχεια, και σε άκρως προωθημένες για την εποχή προτάσεις. Ο W. Vollgraff και οι ανασκαφές του «ηλεκτρίζουν», όμως σε μία περίπτωση ο Βαρ­δουνιώτης, εντελώς προδρομικά αλλά και στηριζόμενος επιδέξια στο πνεύμα της εποχής, δεν διστάζει να στραφεί εναντίον του, όταν εκείνος εκδηλώνει την πρόθεσή του να κατεδαφίσει το μονύδριο του Προφήτη Ηλία, στην κορυφή του λόφου της Ασπίδας, για λόγους ανασκαφικούς. Ο Βαρδουνιώτης προβάλλει την ανάγκη να διατηρηθεί το νεότερο αυτό κτίσμα, που κατά τα άλλα και μέχρι σήμερα δεν έχει μελετηθεί συστηματικά και, φυσικά, δεν έχει χρονολογηθεί. Είναι η πρώτη φορά που, από όσο τουλάχιστον εγώ γνωρίζω, στο νεότερο Άργος υποστηρίζεται η αξία και η ισοτιμία της νεότερης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.

Ουδέποτε μέχρι σήμερα ο τοπικός Τύπος του Άργους παρακολούθησε με τόσο ενδιαφέρον και τόσο επιμελώς τη συνέχεια ανασκαφών, παρόλο που από το 1950 ενεργήθηκαν πολύ σημαντικές (αρχαία αγορά, ρωμαϊκά λου­τρά, κλπ.). Από την πλευρά μου υποστηρίζω ότι η δημιουργία ενός είδους σύγχρονου τοπικού μύθου γύρω από το όνομα Vollgraff οφείλεται στη στάση τοπικού Τύπου και λογίων με κύρος. Πρόκειται για μύθο που στοιχειοθετείται και δημιουργείται από το ότι για πρώτη φορά εύλογα ελπίζεται ότι, με συστηματικές έρευνες, θα έρθουν σε φως σημαντικά στοιχεία από το αρχαίο κλέος μιάς πόλης παγκόσμια γνωστής. Από το ότι, επίσης, η αργή και ομαλή οικιστική αύξηση δεν δημιουργεί κανένα από τα γνωστά σήμερα προβλήματα. Δεν επιβάλλεται καμία αλλαγή στις τοπικές νοοτροπίες, οι άνθρωποι αντιδρούν «φυσικά» και δίχως οπισθοβουλίες ως προς τις αρχαιολογικές ανακαλύψεις και τις θεωρίες που διαμορφώνονται, δεν υπάρχει ανάγκη σχεδιασμού και δεν διαφαίνεται καμία προοπτική αντιμετώπιση των πραγμάτων.

Οι ανασκαφές μπορούν να ακολουθούν τον δικό τους ρυθμό, οι αρχαιολόγοι σκάβουν και «αναπνέουν» δημοσιεύοντας ομαλά, μετά από κάθε ανασκαφική περίοδο. Δεν έχει καν προκύψει η έννοια των σωστικών ανασκαφών, μάλιστα κάτοικοι προσφέρουν ιδιοκτησίες τους για να συνεχιστούν απρόκοπα οι ανασκαφές. Για πρώτη φορά αρχαιολόγοι διαμένουν μόνιμα στην πόλη, κατά περιόδους που γίνονται τακτές, και συγχρωτίζονται με τον τοπικό πληθυσμό. Ενδόμυχα ή με διορατικότητα (πώς μπορούμε να την αποκλείσουμε;) γίνεται αντιληπτό, από την πλευρά των λογίων, ότι οπωσδήποτε κάτι γενικότερο καλό θα βγει για την πόλη από τις ανασκαφές, έστω και όχι άμεσα κερδοφόρο, έστω κι αν ελάχιστοι έχουν πρόσβαση, λόγω του εμποδίου της γλώσσας, στους απολογισμούς του ίδιου του W. Vollgraff, στις επεξεργασμένες μορφές των πρώτων θεωρητικών κατασκευών του.

Το 1928 και το 1930 δημοσιεύεται κάτι που, από τότε, δεν χρησιμοποιήθηκε ως δημοσιογραφική μορφή πληροφόρησης, ποτέ πια στον τοπικό Τύπο, ούτε από την πλευρά του ούτε και από την πλευρά των αρχαιολόγων. Πρόκειται για δύο συνεντεύξεις με τον W. Vollgraff, πλουσιότατες σε περιεχόμενο, τόσο γιατί η τοπική εφημερίδα θέλει να μάθει «την πάσα αλήθεια», όσο και επειδή ο ερωτώμενος δεν είναι διόλου φειδωλός ως προς αναφορές στα σχέδια και στους σκοπούς του, ούτε και ως προς τη διάθεση να απαντά ευθέως σε κάθε ερώτηση, όπως για τη χρηματοδότησή του. Θεωρώ τις συνεντεύξεις αυτές ανεκτίμητα τεκμήρια, γι’ αυτό και αναδημοσιεύονται σε παράρτημα αυτού του άρθρου (παράρτημα II).

ΙΙ. Η δεύτερη περίοδος

Η περίοδος αυτή καλύπτει τα έτη 1950-1978, κατά τα οποία γίνονται γνωστοί στο Άργος οι αρχαιολόγοι G. Daux, Ρ. Courbin και Fr. Croissant, και οικειώνονται με τους κατοίκους. Η ανασκαφική εργασία τους, όπως και άλλων αρχαιολόγων, Γάλλων και Ελβετών, συμπίπτει με ένα σημαντικό έργο στο Άργος, δηλαδή την ίδρυση αυτόνομου μουσείου, που σταδιακά ολοκληρώνεται μεταξύ των ετών 1957 (παλαιά πτέρυγα, στο ανακαινισμένο με δραστική επέμβαση του Ρώσου αρχιτέκτονα της Γαλλικής Σχολής Αθηνών Υ. Fomine «Καλλέργειο», που προηγουμένως βρισκόταν σε κατάσταση θλιβερού ερειπίου[2] και 1961 (νέα πτέρυγα, με υπόστεγο χώρο, προς ανατολάς).

Το μουσείο αυτό θα πρέπει να ιδωθεί μέσα στις τότε συνθήκες, μετά από μακροχρόνια προσμονή και ενέργειες δεκαετιών για την ίδρυσή του. Η δαπάνη κατασκευής καταβάλλεται από το γαλλικό Κράτος και θα έλεγα ότι, παρά το ότι οι μελέτες αρχαιολόγων και ανασκαφέων στο Άργος πολλαπλασιάζονται έκτοτε, με άκρως δραστήρια πια, λόγω σωστικών κυρίως ανασκαφών, και την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία, ο μύθος του W. Vollgraff επεκτείνεται προς άλλη κατεύθυνση, προς μιά πολιτισμική προσέγγιση. Δεν ξέρουμε σήμερα ποιά ήταν η προσωπική επαφή του W. Vollgraff με τους ντόπιους.

Γεγονός είναι ότι όσο περνούν τα μεταπολεμικά χρόνια πολλοί από τους Γάλλους αρχαιολόγους προσεγγίζουν άνετα και προσωπικά το τοπικό στοιχείο.

Το μουσείο, παρά τις εύλογες αμφισβητήσεις για τον τρόπο σύνδεσης παλαιάς και νέας πτέρυγας, παρά και ότι λίγοι, ίσως, ντόπιοι έχουν πια κατά νου ότι αποτελεί προϊόν ελληνογαλλικής συμβολής (ο Δήμος Άργους είχε παραχωρήσει το «Καλλέργειο» και τον συνεχόμενο χώρο, ιδιοκτησίας του), «δένει» ακόμα περισσότερο Γάλλους αρχαιολόγους και ανασκαφείς με τον πληθυσμό και την κοινή γνώμη στο Άργος. Βέβαια τώρα πια, ο τοπικός Τύπος, είναι αλήθεια άλλης μορφής, αλλά και άλλων ενδιαφερόντων και συμφερόντων, παύει να παρακολουθεί ανασκαφές και συχνά απηχούσε τα τελευταία χρόνια την γκρίνια ιδιοκτητών γιατί τους «εμπόδιζαν να κτίσουν», κυρίως οι Έλληνες αρχαιολόγοι. Ιδιοκτητών που συχνά δεν είναι πια Αργείοι, αλλά της εσωτερικής μετανάστευσης και δίχως εσωτερικούς δεσμούς με την πόλη.

III. Η τρίτη περίοδος

Αρχίζει λίγο-πολύ μετά το 1978, με πρωτοβουλίες του τότε Γενικού Γραμματέα της Γαλλικής Σχολής Αθηνών Ρ. Aupert και με την στήριξη των Διευθυντών της Ρ. Amandry και Ο. Picard, οπότε δημιουργείται κοινή ελληνογαλλική ομάδα επιστημόνων, σε συνεργασία με την Δ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, για την καταγραφή και της νεότερης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της πόλης, όπως και για τη διατύπωση προτάσεων με στόχο της ένταξή της, μαζί με την αρχαία και τη βυζαντινή, στη σύγχρονη ζωή. Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στη ζώνη γύρω από το αρχαίο θέατρο και την αγορά. Τα πορίσματά της, προϊόν εργασίας τριών περίπου ετών, κοινοποιούνται προς όλες τις ελληνικές διοικητικές αρχές, αρμόδιες για το αντικείμενο αυτό, και προς τον Δήμο Άργους. Για σχεδόν μία εικοσαετία παρέμειναν αναξιοποίητα για τον οποιοδήποτε σχεδιασμό (είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι από την μελέτη της «Επιχείρησης Πολεοδομική Ανασυγκρότηση» του Άργους παραλήφθηκε κάθε προβληματισμός και προτάσεις για τη νεότερη και τη βυζαντινή αρχιτεκτονική κληρονομιά της πόλης).

Παράλληλα όμως, με πρωτοβουλία δημοτών της πόλης έγινε ευρεία προσπάθεια ενημέρωσης των πολιτών μέσα από συνεργασίες και αρχικά από τον ρηξικέλευθο Πολιτιστικό Όμιλο Άργους, με τη στήριξη και του τότε Νομάρχη Θ. Χαμπίπη. Οργανώθηκαν διαλέξεις και δημόσιες συζητήσεις, δυστυχώς δίχως μέριμνα κανονικής και ανανεωμένης επανάληψης. Το μέλος της Σχολής Α. Pariente συνέχισε την προσπάθεια, με την ευοίωνη στήριξη του τότε διευθυντή R. Étienne, ενώ η αγορά και στη συνέχεια η επισκευή της ιστορικής οικίας του Τόμας Γκόρντον πρόσφερε στο Άργος μία νέα και ζεστή αίθουσα για ποιοτικές πολιτιστικές εκδηλώσεις [3].

Την περίοδο αυτή Γάλλοι αρχαιολόγοι δεν δίστασαν να πάρουν θαρραλέα μέρος στην προσπάθεια για τη διάσωση και αξιοποίηση των Στρατώνων του Καποδίστρια. Με αφορμή την προσπάθεια κατεδάφισης των Στρατώνων ξέσπασε στην πόλη πολυετής και σκληρή διαμάχη, με εργολάβους και τυφλούς υπερσυντηρητικούς από το ένα μέρος, και με νέους και τη διανόηση της πόλης από το άλλο μέρος. Οικονομικά ισχυροί οι πρώτοι, με εκφραστές δύο τοπικά φύλλα υπέρμαχα της «ελεύθερης δόμησης» και διώκτες των αρχαιολόγων, έφθασαν μέχρι και να καταγγείλουν τον Ρ. Aupert στη γαλλική Πρεσβεία για ανάμιξη σε εσωτερικές ελληνικές υποθέσεις. Είναι ακριβώς αυτά τα φύλλα που ανέσυραν από τη λήθη, εν πολλοίς με διαστρεβλώσεις, τα θλιβερά γεγονότα της σύγκρουσης του Ιανουαρίου του 1833 στο Άργος, που κατέληξε στην εξόντωση πολλών αθώων αμάχων.

Η ανάσυρση της λεγάμενης «σφαγής του Άργους», μέχρι και τις μέρες μας, δεν έστερξε να διαταράξει τον εδραίο, πια, δεσμό Γάλλων αρχαιολόγων και τοπικού πληθυσμού. Η αγορά, η διάσωση και η μετασκευή της οικίας Γκόρντον στην πόλη έδωσαν νέο έναυσμα στις σχέσεις Γαλλικής Σχολής Αθηνών και πολιτών, ενώ προκάλεσε για πρώτη φορά ίσως στην ιστορία και την εμπλοκή του Δήμου Άργους σε συγκεκριμένη πολιτιστική δραστηριότητά της, δηλαδή τη χρηματοδότηση της ελληνικής έκδοσης τμήματος της μελέτης του Μ. Sève, για τους Γάλλους ταξιδιώτες στο Άργος [4].

Η προοπτική σήμερα, στα πλαίσια, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί να φτάσει σε αμοιβαία συνεργασία, πρώτα και κύρια με το αντικείμενο αναστηλώσεις και τη διαμόρφωση των χώρων ανασκαφικών δραστηριοτήτων που έχουν περατωθεί. Πέρα από αυτό, αν η οικία Γκόρντον, με την αγορά και του τελευταίου εναπομένοντα ελεύθερου χώρου δίπλα σε αυτήν, γίνει επιθυμητή κυψέλη μελέτης, σεμιναρίων, εκθέσεων και ανακοινώσεων, αν πολίτες και Δήμος προχωρήσουν σε οικονομική συμβολή για εκδόσεις, αν επίσης η Γαλλική Σχολή Αθηνών δεχθεί την αναγκαία διεύρυνση του κύκλου των εκδόσεων, με προσέγγιση ενός ευρύτερου τομέα για το Άργος, τότε οι δεσμοί που ανέφερα θα έχουν πολύ μέλλον εμπρός τους. Από την εποχή του W. Vollgraff μέχρι σήμερα Γάλλοι αρχαιολόγοι, αλλά και η ίδια η αρχαιολογία, παρά τις κατά καιρούς δυσκολίες, έπλεξαν συνδέσεις με την τοπική κοινωνία του Άργους και κέρδισαν σε κύρος, σε εκτίμηση και σε αξιοπιστία. Αυτό το κέρδος πρέπει να κρατηθεί και να αυξηθεί. Μάλιστα σε καιρούς όπου παρθικές σκοπιμότητες, που ανήκουν στο πελατειακό σύστημα, πλήττουν στις μέρες μας και αρχαιολόγους και, κατ’ επέκταση, και την αρχαιολογία.

Παράρτημα I

 Ο τοπικός Τύπος του Άργους για τις ανασκαφές του W. Vollgraff

  1. 19/05/1902, Μυκήναι 54

Αναφέρεται ότι ο Vollgraff άρχισε προ δύο μηνών μέσα στην πόλη αντιγραφή αρχαίων επιγραφών και ότι πήρε άδεια από την Κυβέρνηση να ενεργήσει ανασκαφές στον λόφο της Ασπίδας. Αναφέρεται τι βρέθηκε μέχρι τότε, τι τούτο σημαίνει για την ιστορία του τόπου και ακολουθεί η κατάληξη ότι «ευτυχώς όπου οι Γάλλοι και οι Γερμανοί αρχαιολόγοι εργάζονταν ακαταπονήτως, δαπανώντες άφθονα χρήματα […] διότι ημείς οι νυν Έλληνες δεν είμεθα ως φαίνεται άξιοι δια τοιαύτας εργασίας, αλλά δι’ άλλας σπουδαιοτέρας».

  1. 26/05/1902, Μυκήναι 55

Δίδεται λεπτομερές ρεπορτάζ για τις ανασκαφές του Vollgraff στην Ασπίδα και προστίθεται ότι τόσο η Κυβέρνηση όσο και η Αρχαιολογική Εταιρεία θα έπρεπε να στείλουν αρχαιολόγο και να πάρουν προφυλακτικά μέτρα για φρούρηση του χώρου
των ανασκαφών, καυτηριάζοντας το γεγονός ότι μετά από κάθε ανασκαφή τους αφήνονται στην τύχη τους οι αρχαιολογικοί χώροι και η περιφέρεια απογυμνώνεται από τα ευρήματα, που μεταφέρονται στην Αθήνα. Παροτρύνει, επίσης, τους τοπικούς παράγοντες να πετύχουν ώστε να ενεργούνται ανασκαφές με τη συμβολή των Δήμων και των κατοίκων των επαρχιών, και καταλήγει: «Εις την Ιταλίαν εισέρχονται κατ’ έτος πολλά εκατομμύρια εκ των διαφόρων περιηγητών, πολύ πλειότερα αυτών δύνανται να εισέλθωσιν εις την Ελλάδα, αν γίνωμεν ολίγον αρχαιόφιλοι και επικρατήση και παρ’ ημίν ολίγον πνεύμα κερδοσκοπικόν».

  1. 02/06/19Θ2, Μυκήναι 55

Αποκαλύπτεται δεύτερο τείχος στην Ασπίδα και πέντε τάφοι μυκηναϊκής εποχής.

  1. 09/06/19Θ2, Μυκήναι 57

Φθάνει εκ μέρους της Αρχαιολογικής Εταιρείας ο αρχαιολόγος Σκιάς, οι ανασκαφές προχωρούν, ανακαλύπτεται η δεξαμενή και φρέατα, όπως και τοίχοι μεγάλου ανακτόρου.

  1. 16/06/1902, Μυκήναι 58

Ανακαλύπτεται και άλλος τάφος με επιχρίσματα μυκηναϊκής εποχής και με «γραφές». Ανακοινώνεται η άφιξη λόγω των ανασκαφών του Ι. Κοφινιώτη.

  1. 23/06/1902, Μυκήναι 59

Η εξέλιξη των ανασκαφών και οι απόψεις του Ιω. Κοφινιώτη. Επισημαίνεται ότι ποτέ μέχρι τότε δεν έγιναν ανασκαφές μέσα στην πόλη και ότι αν γίνονταν, μάλιστα στην συνοικία Ταμπάκικα ή Αλώνια Παναγίας, όπου βρισκόταν η αρχαία αγορά του Άργους, θα έρχονταν σε φως «πολλά έργα καλλιτεχνών». Και καταλήγει: «Η πόλις του Άργους κατά τούτο πρέπει να ευγνωμονεί τον Φόλγκραφ, ότι έκαμεν ούτος την αρχήν της αποκαλύψεως του αρχαίου κόσμου».

  1. 30/06/1902, Μυκήναι 60

Ο Vollgraff επιστρέφει στο Άργος για να συνεχίσει τις ανασκαφές στην Ασπίδα, συνοδευόμενος από «επίσημον καλλιτέχνην Δανόν ίνα ζωγραφίση τους ανασκαφέντας τάφους και τας επί του ενός τούτων ευρεθείσας και κατά την είσοδον αυτού υπαρχούσας ζωγραφιάς». Στο εκτεταμένο αυτό άρθρο γίνεται ακολούθως λόγος για τα αρχαία έθιμα ταφής.

  1. 06/07/1902, Ίναχος 9-10

Δημοσιεύεται τρισέλιδο εμπεριστατωμένο άρθρο, προφανώς του ίδιου του Βαρδουνιώτη, ξεκινώντας από την πρώτη σελίδα. Πλήρως βιβλιογραφικά τεκμηριωμένο, το άρθρο αυτό πληροφορεί για πρώτη φορά ότι οι ανασκαφές του Vollgraff γίνονται υπό την εποπτεία του Βαρδουνιώτη, επιμελητή των αρχαιοτήτων στο Άργος, και του Χρ. Κουρουνιώτη, φοιτητή της φιλολογίας, με βοηθό τον Έφορο Αρχαιοτήτων Α. Σκιά.

Σημειώνεται ότι ο Vollgraff αναζητεί στην Ασπίδα «τα ανάκτορα των αρχαιοτάτων βασιλέων του Άργους», δίδεται μία πλήρης και αντικειμενική εικόνα των μέχρι τότε ανασκαφών, με ακριβέστατα στοιχεία, ανακοινώνεται ότι όλοι οι τάφοι ήταν
συλημένοι, καθώς και το ότι οι ανασκαφές βρίσκονται μόλις στην αρχή τους, καταλήγοντας ότι στο Άργος ποτέ μέχρι τότε δεν είχαν γίνει τακτικές και επιστημονικές ανασκαφές.

  1. 14/07/1902, Μυκήναι  61

Μικρό σημείωμα για την πρόοδο των ανασκαφών, με την πληροφορία ότι γίνονται με την επίβλεψη του Σκιά και με βοηθό τον Κουρουνιώτη, ενώ στη στήλη των «ειδήσεων» επισημαίνεται ότι έφτασε στο Άργος ο Έφορος Αρχαιοτήτων Καββαδίας και εκθέτει τα συμπεράσματά του για τις ανασκαφές, αλλά και για ανάγλυφο που είχε βρεθεί στο σπίτι του Θ. Κοντογιάννη.

  1. 15/07/1902, Μυκήναι 64

Εκτεταμένο μονόστηλο για την πρόοδο των ανασκαφών, με αναλυτικά τα μέχρι τότε ευρήματα, μεταξύ αυτών και αγάλματα στην δυτική πλευρά της Ασπίδας, μέσα στη δεξαμενή. 

  1. 25/08/1902 Μυκήναι 65

Οι ανασκαφές σταμάτησαν από έλλειψη χρημάτων. Αναφέρεται ότι δεν βρέθηκε το αρχαίο στάδιο, και ότι τα ευρεθέντα υπολείμματα βυζαντινού ναού ήταν στη θέση όπου ο ναός του Απόλλωνα Δειραδιώτη. Αναγγέλλεται ότι τα ευρήματα πρόκειται να μεταφερθούν στην Αθήνα και καυτηριάζεται η ενέργεια αυτή.

  1. 15/09/1902, Μυκήναι 66

Στη στήλη των ειδήσεων, δημοσιεύεται η πολύ ενδιαφέρουσα πληροφορία ότι ο Vollgraff έστειλε έγγραφο στον Δήμαρχο και του ζητεί να κατεδαφιστεί το  ναΐδριο  του Προφήτη Ηλία, στην κορυφή της Ασπίδας, για να ενεργήσει και στο σημείο αυτό ανασκαφές. Η εφημερίδα σημειώνει ότι «το πράγμα είναι ολίγον δύσκολον».

  1. 01/01/1903, Ίναχος  11

Δημοσιεύονται δύο άρθρα εξαιρετικού ενδιαφέροντος. Στο πρώτο, και υπό τίτλο «Απαγωγή θεών», σημειώνεται ότι από τις ανασκαφές του Vollgraff τα πιο «ευτελή» αντικείμενα κατατέθηκαν στο μουσείο του Άργους, όμως «τα πολυτιμότερα τούτων, εν οις και περί τα 35 αρχαία νομίσματα, ο ενεργών τας ανασκαφάς εταίρος της Γαλλ. Σχολής, εναντίον ρητής και σαφέστατης διατάξεως του Νόμου, ηρνήθη να παραδώση και καταθέση εις το Μουσείον μας, μεθ’ όλας τας προσκλήσεις και διαμαρτυρίας του επιμελητού των ενταύθα αρχαιοτήτων και του δημάρχου Αργείων. Αι ανασκαφαί διεκόττησαν από του παρελθόντος Αυγούστου και ο εταίρος της Γαλλ. Σχολής ώχετο απιών εις Αθήνας, μετά του επόπτου των ανασκαφών, όστις άδηλον αν και τι ενήργησεν απί του προκειμένου».

Συνεχίζοντας γράφει ότι λέγεται πως οι αρχαιότητες μεταφέρθηκαν στη Αθήνα αλλά κανένας δεν γνωρίζει τίποτε σχετικά, ενώ αναφέρεται σε δύο «σώα και εξαίσια αγάλματα λευκού μαρμάρου και αρίστης τέχνης», πιθανώς του Ασκληπιού και της Εκάτης, που βρέθηκαν στην Ασπίδα.

Στο άλλο άρθρο, υπό τον τίτλο «Ο Προφήτης Ηλίας», σημειώνεται ότι «εθρυλήθη» ότι ο Vollgraff ζήτησε να κατεδαφιστεί ο ναΐσκος, ότι τούτο δεν είναι πιστευτό, διότι ο ναός αυτός είναι «αρχαίος και δημοφιλής» στο Άργος και οι Αργείοι «βαρέως φέρουν την κατεδάφισίν του». «Εκτός όμως τούτου θα ήτο η κατεδάφισις και άσκοπος, αφού ανεσκάφη όλος ο κύκλω του ναΐσκου χώρος και επί πλέον διότι καθ’ ημάς αι επί της Ασπίδος ανασκαφαί δεν είνε πολλού λόγου άξιαι, ελλείψει μαρτυριών αρχαίων συγγραφέων μηδέν θετικόν και σαφές προσπορίσασαι τη αρχαιολογία. Διά τους λόγους τούτους συνίστωμεν εντόνως εις τους αρμοδίους να προλάβωσι παντί σθένει την κατεδάφισίν του πάσι τοις Αργείοις προσφιλούς ναΐσκου, βέβαιοι όντες ότι ούτω θα δικαιώσωσιν ευσεβή πόθον ολοκλήρου της πόλεως.»

Και τα δύο άρθρα φέρουν αντί υπογραφής το κεφάλαιο «Α». Πρόκειται για συνεργάτη της εφημερίδας ή το πιθανότερο, για τον ίδιο τον Βαρδουνιώτη; Η άποψή μου είναι ότι πρόκειται για τον ίδιο.

     14. 05/01/Ι903, Δαναός 127

Δημοσίευμα για τον Vollgraff και τις ανασκαφές: μονόστηλο όπου σημειώνεται ότι λόγω διακοπής της έκδοσής του δεν είχε καλύψει το σημαντικό γεγονός των ανασκαφών, για τις οποίες υπήρξε ευρεία δημοσιότητα στον αθηναϊκό αλλά και στον ευρωπαϊκό Τύπο. Αναφέρει την Ανεξαρτησία του Βελγίου και άρθρο της την 10/08/02, την Βορειογερμανική Εφημερίδα και μετάφραση του άρθρου της δεύτερης στα Παναθήναια της 15/07/02. Πληροφορεί ότι μέχρι τότε δοκιμαστικές ανασκαφές στην Ασπίδα θα επαναληφθούν την προσεχή άνοιξη και ότι μόλις έγιναν γνωστά στην Ευρώπη τα αποτελέσματα των πρώτων, «αμέσως ο ενθουσιώδης λάτρης της αρχαίας Ελλάδας κ. Γουκώπ, δικηγόρος εν Ολλανδία, ο γενναίος χορηγός των εν Λευκάδι ανασκαφών της Γερμανικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, ετηλεγράφησεν εις τον κ. Βολγκράφ ότι αυτός αναλαμβάνει την δαπάνην των γενικών ανασκαφών εν Αργεί, στείλας συγχρόνως και γενναίον χρηματικόν ποσόν». Το άρθρο φέρει αντί υπογραφής το κεφαλαίο «Ξ».

      15. 18/01/1903, Δαναός 128

 Υπό τον τίτλο «Αι εν Αργεί ανασκαφαί» άρθρο με λεπτομερειακές και ακριβείς πληροφορίες για τα ευρήματα της Ασπίδας, που όπως και το προηγούμενο πρέπει να στηρίζεται σε απευθείας πληροφορίες του ιδίου του Vollgraff. Δίδεται και η πληροφορία ότι ο Δανός καλλιτέχνης που είχε μετακληθεί ονομάζεται Μπάγα.

      16. 14/03/1903, Δαναός 132

Ειδησιογραφικό μικρό άρθρο για τη διάλεξη που έδωσε ο Vollgraff, πριν λίγες εβδομάδες, στη Γαλλική Σχολή Αθηνών, για τις ανασκαφές του Άργους, η οποία κίνησε το ενδιαφέρον «όλου του επιστημονικού κόσμου των Αθηνών, όστις παρέστη και κατενθουσιάσθη εξ αυτής. Αι δε εφημερίδες της πρωτευούσης μακρόν περί ταύτης εποιήσαντο λόγον».

      17. 29/05/1903, Δαναός 137

Εδώ και δέκα μέρες επαναλήφθηκαν οι ανασκαφές του Vollgraff και αναφέρεται στα ευρήματά του. Προς στιγμή σταμάτησαν, για να γίνουν ανασκαφές στο αλώνι του Χρ. Παδουβάνου, πριν αυτό λειτουργήσει, ενώ γίνεται και πάλι λεπτομερειακή αναφορά για το τι ακριβώς βρέθηκε μέχρι τότε.

      18. 08/06/1903, Μυκήνες 85

Μικρό πληροφοριακό άρθρο για τις ανασκαφές του Vollgraff την περασμένη εβδομάδα και για τα ευρήματά του, στην θέση Αλώνια Κρεββασαρά.

      19. 10/06/1903, Δαναός 138

Πρωτοσέλιδο άρθρο για τις ανασκαφές κοντά στο αλώνι Παδουβάνου και για τα σημαντικά ευρήματα, μεταξύ αυτών και επιγραφή με 12 στίχους οικονομικού περιεχομένου (πώληση λαδιού). Και το άρθρο καταλήγει: «Τοιαύτα περίπου τα μέχρι σήμερον ανακαλυφθέντα υπό του διαπρεπούς αρχαιολόγου κ. Βολγκράφ, όστις εάν έχη μέσα ανάλογα προς τον ζήλον αυτού, ασφαλώς θα φέρη εις φως μίαν νέαν μεγαλυτέραν Ολυμπίαν, την αγοράν και την πόλιν του αρχαίου Άργους». Υπογραφή με το ψευδώνυμο (όπως και για το προηγούμενο άρθρο του «Δ.») «Σένεξ».

     20. 22/06/1903, Μυκήνες 139

Πάλι πρωτοσέλιδο άρθρο με τον ίδιο τίτλο και με λεπτομερείς αναφορές στα νέα ευρήματα των ανασκαφών, με πιο σημαντικό την ανακάλυψη μέτρων για υγρά. Πληροφόρηση επίσης για το ότι ο Vollgraff ξεκίνησε δοκιμαστικές ανασκαφές στη Λάρισα και για το τί βρήκε την εβδομάδα που πέρασε.

     21. 05/07/1903, Μυκήνες 140

Δίστηλο στη δεύτερη σελίδα για τη συνέχεια των ανασκαφών στην Ασπίδα, για τα ευρήματα και για το ότι έληξαν ως προς τους τάφους οι ανασκαφές.

     22. 25/07/1903, Μυκήνες 141

Μονόστηλο, από την πρώτη σελίδα, για τη συνέχεια των ανασκαφών και των εργασιών του Vollgraff, με την πληροφορία ότι αυτές θα συνεχιστούν και τον Αύγουστο.

     23. 15/08/1903, Μυκήνες 142

Σύντομο ημίστηλο για τη συνέχεια των ανασκαφών και τα νέα ευρήματα, με την πληροφορία ότι έληξε η περίοδος για το τρέχον έτος και ότι θα επαναληφθούν το προσεχές ίσως γενικότερες ανασκαφές, διότι στην Ολλανδία ενεργούνται έρανοι για τη συνέχισή τους. Συνιστάται στο Δήμο του Άργους να προβεί στην απαλλοτρίωση ορισμένων αγρών, ώστε να υποβοηθήσει τη συνέχιση των ανασκαφών και την «τόσω οφέλιμον δια την ιδιαιτέραν ημών πατρίδα εργασίαν, ην μετά τόσου ζήλου, αφοσιώσεως και επιμονής ανέλαβεν ο διαπρεπής αρχαιολόγος κ. Φόλγκραφ». Όπως και στα προηγούμενα άρθρα, η υπογραφή, με λατινικά στοιχεία πλέον, είναι Senex και οι πληροφορίες πρέπει να προέρχονται απευθείας από τον Vollgraff.

     24. 05/11/1904, Μυκήνες 153

Μονόστηλο για τα αποτελέσματα των ανασκαφών στο Άργος, σε αναφορά με τη δημοσίευση στο BCH μελέτης του Vollgraff, με την κατάληξη: «Συγχαίροντες λοιπόν ολοψύχως τον κ. Φόλγκραφ δια τους ατρύτους αυτού κόπους, ευχόμεθα ίνα ταχέως επανίδωμεν αυτόν ενεργούντα ανασκαφάς προς ανεύρεσιν των ιερών ναών και οικοδομημάτων του αρχαίου Άργους, και δια της επιστημονικής τούτων μελέτης διαφωτίζοντα την ιστορίαν της ιδιαιτέρας ημών πατρίδος».

     25. 08/06/1906, Άργος 18

Είδηση ότι έφθασε στο Άργος ο Vollgraff και ξανάρχισε ανασκαφές στην Ασπίδα.

     26. 18/06/1906, Άργος 19

Μικρό άρθρο για την άφιξη του Vollgraff και την επανέναρξη των ανασκαφών στη Λάρισα. Τον Vollgraff συνόδευαν ο Ολλανδός μηχανικός Van Der Pluijm και ο επίσης Ολλανδός διδάκτορας της φιλολογίας Leopold. Μνεία ευρημάτων.

     27. 29/06/1906, Άργος 20

Πληροφόρηση ότι συνεχίζονται οι ανασκαφές στη Λάρισα, αλλά και ότι «ουδέν άλλο άξιον λόγου ανευρέθη».

     28. 02/11/1906, Άργος 31

Δημοσιεύεται το εξής σημαντικό σχόλιο: «Κατά τας τελευταίας επί της ακροπόλεως Λαρίσης γενομένας υπό του Ολλανδού αρχαιολόγου κ. Βολγκράφ ανασκαφάς τα εξαχθέντα χώματα ερρίφθησαν επί των λιθίνων του φρουρίου επάλξεων και εκεί εγκατελήφθησαν. Τούτο υπό αρχαιολογικήν άποψιν είνε άτοπον, διότι το χώμα καταστρέφει την στιλπνότητα του λίθου και καθιστά δυσδιάκριτον την αρχαιολογικήν του αξίαν. Το αυτό είχε συμβή και κατά τας ενεργηθείσας υπό του Σλήμαν εν Μυκήναις ανασκαφάς, εφρόντισαν όμως οι αρμόδιοι εγκαίρως να διορθώσουν το κακόν».

     29. 1910, Αργολικόν Ημερολόγιον

 Σε αυτό το σημαντικότατο επίτευγμα εκδοτικό με καλή βιβλιοδεσία, όπου συγκεντρώθηκε η εργασία όλων των αργείων λογίων της εποχής, στο Άργος και στην Αθήνα, δημοσιεύθηκε πεντασέλιδο άρθρο του Γεωργίου Η. Σιμιτζόπουλου, με ημερομηνία 09/11/1909 και υπό τον τίτλο «Ανασκαφαί εν Αργεί υπό W. Vollgraff». Στο άρθρο υπάρχουν εκτιμήσεις για τη σημασία των ευρημάτων των ανασκαφών του Vollgraff, αναφορές στα κυριότερα από αυτά, όπως και σε δημοσιεύματατα του Vollgraff.

     30. 15/04/1911, Άργος 120

Δημοσιεύεται η πληροφορία ότι ο Vollgraff «εξέδωκεν εις διάφορα φυλλάδια πραγματείαν επί των παρ’ αυτού ευρεθέντων τάφων και άλλων διαφόρων μνημείων. Δεν έπρεπε, όμως, να αποστείλη και προς τον Δήμον Άργους από εν τουλάχιστον φυλλάδιον της μελέτης του ταύτης; Εντελώς αδικαιολόγητος ο κ. W. Vollgraff  διά την παράλειψίν του ταύτην».

     31. 20/04/1912 Άργος 167

Δημοσιεύεται η είδηση ότι επανήλθε στο Άργος ο Vollgraff, καθηγητής πλέον ολλανδικού πανεπιστημίου, για να συνεχίσει τις ανασκαφές.

      32. 27/04/1912, Άργος 168

Μονόστηλο άρθρο με την πληροφορία ότι ο Vollgraff άρχισε ανασκαφές στη θέση Αλώνια Παναγίας, στο δρόμο Άργους – Τρίπολης και ανακάλυψε «μεγαλοπρεπέστατον ναόν του Ασκληπιού». Δίδεται και η πληροφορία ότι τέτοιες ανασκαφές ενεργήθηκαν και προ πολλών ετών από τον Δήμο, επί δημάρχου Παπαλεξόπουλου, και τις παρακολούθησε ο έφορος της Αρχαιολογικής Εταιρείας Σταματέλος, αλλ’ ότι η μικρή πίστωση που είχε δοθεί από τον Δήμο εξαντλήθηκε και οι ανασκαφές διακόπηκαν, δίχως ευρήματα. Οι ανασκαφές προκαλούν το ενδιαφέρον των Αργείων, «μεταβαινόντων καθ’ εκάστην επί του τόπου ένθα ενεργούνται και παρακολουθούντων αυτάς». Στη συνέχεια αντιγράφονται τα αναφερόμενα για τον Ασκληπιό στο Αρχαίο Λεξικό του Βυζαντίου.

      33. 05/05/1912, Άργος 169

Δημοσιεύεται η είδηση ότι ο Vollgraff ανακάλυψε το βάθρο μεγάλου αγάλματος στη μέση του ανασκαπτόμενου ναού και ότι εκφράζει την ιδέα ότι, τελικά, δεν πρόκειται για ναό του Ασκληπιού, αλλά πιθανόν κάποιας θεάς.

      34. 16/05/1912, Άργος 171

Συνέχεια των ανασκαφών στο ίδιο σημείο και εύρεση μεγάλης επιγραφής, η οποία αντιγράφεται και δημοσιεύεται στην εφημερίδα, ενώ δημοσιεύονται και τα προσωρινά συμπεράσματα του Vollgraff.

      35. 26/05/1912, Άργος 172

Είδηση ότι ανακαλύφθηκε δεύτερο αμφιθέατρο κάτω από το εκκλησάκι του Αγ. Γεωργίου (το ελληνορωμαϊκό ωδείο), μαζί με δάπεδο ψηφιδωτό. Η εφημερίδα και κάτοικοι εκφράζουν τη γνώμη ότι πρόκειται για αμφιθέατρο αρχαιότερο του αρχαίου θεάτρου και ότι πολιτισμός στο Άργος ξεκίνησε πολύ νωρίς.

      36. 08/06/1912, Άργος 174

Λεπτομερείς αναφορές για τη συνέχιση των ανασκαφών στο μικρό αμφιθέατρο, αλλά και στον χώρο της αρχαίας αγοράς, όπου ο Vollgraff έφερε σε φως και άλλους κίονες, νότια από αυτούς πλακόστρωτο και τμήματα αγγείων και αγαλμάτων.

      37. 28/06/1912, Άργος 177

 Σύντομη είδηση για το ότι ο Vollgraff διέκοψε τις ανασκαφές για την αρχαία αγορά και ότι θα τις επαναλάβει την προσεχή άνοιξη.

 

Με αυτά τα 37 άρθρα, ορισμένα από τα οποία αναδημοσιεύονται αυτούσια, σταματά η αρθρογραφία και ειδησεογραφία του τοπικού Τύπου του Άργους για τον Vollgraff, αφού οι επελθόντες πόλεμοι και η μικρασιατική καταστροφή σταματούν τις ανασκαφές, αλλά και διακόπτουν την έκδοση εφημερίδων στην πόλη, για περισσότερο από μία δεκαετία. Ελάχιστα εφήμερα φύλλα εκδόθηκαν λίγο πριν το 1920 και πριν το τέλος της δεκαετίας του 1920. Το 1928 ο Vollgraff ξαναρχίζει τις ανασκαφές του, ο Βαρδουνιώτης έχει πεθάνει το 1924, νέες εφημερίδες κάποιας διάρκειας αρχίζουν να εκδίδονται. Σε μία από αυτές δημοσιεύονται, για πρώτη φορά, συνεντεύξεις του ίδιου του Vollgraff, τις οποίες και αναπαράγουμε αυτούσιες στο παράρτημα II, συνεχίζοντας και κλείνοντας πριν από αυτό τη συνολική απαρίθμηση και τις αναφορές στον τοπικό Τύπο.

 

      38. 10/06/1928, Αγροτική Αργολίς 84, έτος Β’

Στις σελ. 3- 4 δημοσιεύεται η πρώτη συνέντευξη του Vollgraff.

      39. 17/06/1928, Παναργειακή 83

Μονόστηλο υπό τον τίτλο «Αρχαιολογικοί ανασκαφαί» και με την υπογραφή «Μυκηναίος» αναφέρεται στις νέες ανασκαφές του Vollgraff και στη μεγάλη σημασία τους για την πόλη, εκφράζοντας τη γνώμη ότι όλα τα ευρήματα, και των προηγουμένων ανασκαφών, θα πρέπει να τοποθετηθούν στο μουσείο του Άργους. Στο ίδιο φύλλο δημοσιεύεται και η είδηση ότι, για τις ανασκαφές στη Λάρισα, ο Vollgraff διπλασίασε τον αριθμό των εργατών αλλά ότι «δεν περιμένομεν ευρήματα αξίας […] και αν ευρεθώσιν δεν θα είναι μεγάλης αξίας».

      40. 24/06/1928, Αγροτική Αργολίς 86

Πρωτοσέλιδο άρθρο για τις ανασκαφές στη Λάρισα, όπου βρέθηκε σημαντική επιγραφή με τις λέξεις «ο ναός τας Αθηναίας τας πολιάδος», απόδειξη για την ύπαρξη εκεί ναού της Αθηνάς, τον οποίο ο Vollgraff χρονολογεί στον 6° αι. π.Χ., όπως και στην αρχαία αγορά, όπου εκτελούνται εργασίες καθαρισμού και ανακαλύπτεται υδραγωγείο της ρωμαϊκής εποχής, που συγκέντρωνε τα νερά από τους λόφους και από τον ποταμό Κηφισσό.

      41. 01/07/1928, Παναργειακή 84

Αναβάλλεται η παρουσίαση των ανασκαφών για το επόμενο φύλλο της.

      42. 15/07/1928, Παναργειακή 85

Μεγάλο μονόστηλο για τον ανασκαφικό χώρο της Λάρισας και τις ανασκαφές στην αγορά.

      43. 22/07/1928, Αγροτική Αργολίς 90

Μονόστηλο για τις ανασκαφές στη Λάρισα, όπου βρέθηκαν κυρίως συντρίμματα κιόνων, βάσεων κλπ., αλλά και πλάκες με διακοσμήσεις των βυζαντινών χρόνων (της ταυτισμένης, πλέον, εκκλησίας της Θεοτόκου, βλ. υποσημ. 1). Δημοσιεύεται και η πληροφορία ότι έφθασε στο Άργος και ο βοηθός του Vollgraff Damste.

      44. 29/07/1928, Παναργειακή 86

Ειδησάριο ότι δεν βρέθηκε πλέον στη Λάρισα κάτι το αξιόλογο, αλλά και ότι ο Vollgraff δήλωσε ότι οι ανασκαφές θα συνεχιστούν μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου.

      45. 12/08/1928, Αγροτική Αργολίς 93

Ειδησάριο για τη συνέχιση των ανασκαφών στη Λάρισα και για το ότι απεκαλύφθη κυκλώπειο τείχος της μυκηναϊκής ακρόπολης, μήκους περ. 40 μέτρων και δύο παράλληλα τείχη που αποτελούσαν την είσοδό της. Επίσης, ότι όσο οι ανασκαφές προχωρούν σε βάθος, βρίσκονται περισσότερα θραύσματα αγγείων της μυκηναϊκής εποχής.

      46. 09/09/1928, Παναργειακή 89

Πρωτοσέλιδο δίστηλο άρθρο για τις ανασκαφές του έτους εκείνου, με την επισήμανση ότι το 1905 έφυγαν προς Αθήνα τέσσερα μεγάλα κιβώτια με ευρήματα, για τα οποία κανένας δεν ξέρει τίποτε, ενώ εκφράζεται κριτική προς τον Vollgraff μόνο για το ότι δεν κατέλιπε καμία έκθεση για τις δύο προηγούμενες ανασκαφές του, μάλιστα για το ότι απέφυγε στο ίδιο το Άργος να ανακοινώσει επίσημα τα πορίσματά του, για τα οποία έδινε διαλέξεις στην Ολλανδία και αλλού.

      47. 30/09/1928, Παναργειακή 90

Επισημαίνεται ότι εκεί όπου ενήργησε ανασκαφές ο Vollgraff κοντά στην αρχαία αγορά, «χαίνει βαθύτατον βάραθρον», εξαιρετικά επικίνδυνο για τους διερχομένους πεζούς και οχήματα, και ζητείται να ληφθούν επειγόντως μέτρα.

     48. 08/06/1930, Αγροτική Αργολίς 185

Πρωτοσέλιδο μικρό άρθρο με την είδηση ότι έφθασε ο Vollgraff στο Άργος για να ξαναρχίσει τις ανασκαφές στη Λάρισα και την αρχαία αγορά. Αν επαρκέσει χρόνος, θα συνεχίσει και νοτιότερα της Κοίμησης της Θεοτόκου, για να βρει το αρχαίο τείχος του Άργους. «Ενδιαφέρεται περισσότερον διά ιστοριολογικάς μελέτας παρά διά αρχαιολογικής αξίας ευρήματα».

      49. 06/07/1930, Αγροτική Αργολίς 189

Μικρές ειδήσεις για τις ανασκαφές, που άρχισαν πριν ένα μήνα, συνεχίζονται με εντατικούς ρυθμούς και σε αυτές εργάζονται «δεκάδες ολόκληροι ειδικών επί τας ανασκαφάς εργατών», στο κτήμα των αδελφών Γκάγκα και κοντά στη σκηνή του αρχαίου θεάτρου. Έχουν βρεθεί αγαλμάτια «αρίστης τέχνης». «Ο κ. Βολγκράφ, όστις με ακαταπόνητον δραστηριότητα εργάζεται όλην ημέραν, ων πανταχού παρών, είνε άξιος ειλικρινούς θαυμασμού».

      50. 20/07/1930, Τελέσιλλα 35

Πρωτοσέλιδο, τρίστηλο σχεδόν άρθρο του Κ. Ολύμπιου («Όλυμπου») για τις ανασκαφές στο Άργος, που αρχίζει με τη διαπίστωση ότι ο Vollgraff είναι ο μοναδικός αρχαιολόγος φίλος του Άργους, αφού όλοι οι άλλοι το αγνόησαν. Εκφράζεται λύπη διότι ο Vollgraff δεν θα ανασκάψει όλο τον χώρο του αρχαίου θεάτρου, που κανονικά θα έπρεπε να αναστηλωθεί και να χρησιμοποιηθεί και πάλι για παραστάσεις.

       51. 07/09/1930, Αγροτική Αργολίς 196

Σημαντικότατο πρωτοσέλιδο άρθρο για τις ανασκαφές του Vollgraff, με βιογραφικά στοιχεία του και με συνέντευξή του, όπου και πολλά στοιχεία με τεχνικές λεπτομέρειες των ανασκαφών.

       52. 14/09/1930 Αγροτική Αργολίς 197

Συνέχεια της συνέντευξης του Vollgraff, ο οποίος καταλήγει με το ότι θα ξαναγυρίσει για να συνεχίσει τις ανασκαφές του, αλλ’ ότι αγνοεί το πότε, διότι αναλαμβάνει από εκείνο το ακαδημαϊκό έτος τα καθήκοντα του πρύτανη στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης.

Εντοπίσαμε 52 άρθρα του τοπικού Τύπου για τις ανασκαφές του W. Vollgraff στο Άργος, από τα σωζόμενα στις βιβλιοθήκες της Αθήνας και του τοπικού Δαναού φύλλα εφημερίδων. Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι ο Τύπος του Άργους στήριξε τις ανασκαφές και τις εργασίες του, εκτίμησε ότι πρόσδιδαν στην πόλη αίγλη και σημασία, τις πρόβαλε κατάλληλα, αλλά έκανε και κριτική, τελικά εκεί όπου χρειαζόταν. Με τα σημερινά κριτήρια θεωρούμε ως απολύτως ευθύβολες τις παρατηρήσεις για την μεταφορά αρχαιοτήτων δίχως πληροφόρηση, για την οριστική απομάκρυνσή τους από το Άργος και για την αμεριμνησία του ίδιου του Vollgraff και των Αρχών ως προς την κατάσταση των αρχαιολογικών σκαμμάτων και μπάζων. Η μνήμη του Vollgraff διατηρήθηκε και σε φύλλα ακόμα και της δεκαετίας του 1980, δίχως πια συγκεκριμένες αναφορές, αλλά ως σχεδόν μυθικό όνομα, που συνέβαλε στην εκ νέου ανάδειξη της σημασίας του αρχαίου Άργους.

 

Παράρτημα IΙ

 Τοπικός Τύπος

 

06/07/1902, Ίναχος 9-10.
Δημοσιεύεται τρισέλιδο εμπεριστατωμένο άρθρο, προφανώς του ίδιου του Βαρδουνιώτη, ξεκινώντας από την πρώτη σελίδα. Πλήρως βιβλιογραφικά τεκμηριωμένο, το άρθρο αυτό πληροφορεί για πρώτη φορά ότι οι ανασκαφές του Vollgraff γίνονται υπό την εποπτεία του Βαρδουνιώτη, επιμελητή των αρχαιοτήτων στο Άργος, και του Χρ. Κουρουνιώτη, φοιτητή της φιλολογίας, με βοηθό τον Έφορο Αρχαιοτήτων Α. Σκιά.
Σημειώνεται ότι ο Vollgraff αναζητεί στην Ασπίδα «τα ανάκτορα των αρχαιοτάτων βασιλέων του Άργους», δίδεται μία πλήρης και αντικειμενική εικόνα των μέχρι τότε ανασκαφών, με ακριβέστατα στοιχεία, ανακοινώνεται ότι όλοι οι τάφοι ήταν συλημένοι, καθώς και το ότι οι ανασκαφές βρίσκονται μόλις στην αρχή τους, καταλήγοντας ότι στο Άργος ποτέ μέχρι τότε δεν είχαν γίνει τακτικές και επιστημονικές ανασκαφές.

 

Συνέντευξη του W. Vollgraff στην τοπική εφημερίδα «Αγροτική Αργολίς» της 10-6-1928.

 

Συνέντευξη του W. Vollgraff στην τοπική εφημερίδα «Αγροτική Αργολίς» της 7-9-1930.

 

Συνέντευξη του W. Vollgraff στην τοπική εφημερίδα «Αγροτική Αργολίς» της 14-9-1930.

 

Δείτε εδώ όλα τα υπόλοιπα άρθρα του τοπικού τύπου: Οι ανασκαφές στον τοπικό τύπο.

 

Παράρτημα IΙΙ

 Φωτογραφίες

 

Πανοραμική άποψη της πόλης κατά τις πρώτες ανασκαφές (φωτ. του W. Vollgraff, από Le sanctuaire d’ Apollon Pythéen à Argos ÉtPélop 1 [1956], πίν. VII, με την υπόμνηση «αγωγός βρόχινων υδάτων στην Ασπίδα»). Η φωτογραφία θα πρέπει να έχει ληφθεί το 1902 ή το 1904. Δεξιά και στο πάνω μέρος μία εντελώς «ανέκδοτη» άποψη των Στρατώνων Καποδίστρια, με την βόρεια πτέρυγά τους, αριστερά τους η οικία Καλλέργη (σημερινό μουσείο Άργους) και μεταξύ τους ολόκληρη σειρά κυπαρισσιών, από τα οποία διασώθηκε μόνον ένα. Πέρα από αυτά, κήποι, δεντροστοιχία και χωράφια.

Κατ’ αντίθετη φορά, άποψη του γυμνού λόφου της Ασπίδας, με το εκκλησάκι του Άη-λιά στην κορυφή (φωτ. του W. Vollgraff, από Le sanctuaire d’ Apollon Pythéen à Argos ÉtPélop 1 [1956], σ. 10, εικ. 4, και με την υπόμνηση «συνολική άποψη του τόπου των ανασκαφών».

Άποψη του Άργους κατά τη δεύτερη περίοδο των ανασκαφών του W. Vollgraff, σε ταχυδρομικό δελτιάριο έκδοσης Διβρή-Μαργαρίτη, υποθέτω του 1933-34. Η δόμηση έχει πυκνώσει ιδιαίτερα από την άλλη πλευρά της οδού Δαναού, έχει ήδη κτισθεί (1912) το μέγαρο Κωνσταντόπουλου και φαίνεται καθαρά το οικόπεδο όπου κτίσθηκε το συγκρότημα γυμνασίων (δωρεά Μπουσουλόπουλου).

 

Η Υφυπουργός Πανεπιστημίων της Γαλλίας Alice Saunier-Seïté, ο Γάλλος Πρέσβυς στην Αθήνα Ph. Rebeyrol, ο Γεν. Γραμματέας της Γαλλικής Σχολής Αθηνών Ρ. Aupert, και ο G. Touchais, ο τότε βιβλιοθηκάριος της Γαλλικής Σχολής Αθηνών, στο προαύλιο των Στρατώνων Καποδίστρια, στις 11-11-1980, λίγες μέρες μετά τη δημοσίευση του Π.Δ. του Κων. Καραμανλή, με το οποίο χαρακτηρίστηκαν και πάλι διατηρητέοι, και τέσσερεις μέρες πριν δοθεί σχετικά μεγάλη δημοσιότητα στον αθηναϊκό Τύπο. Η φωτογραφία δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της 13-11-1980 και η επίσκεψη είχε σαφώς σημαντική συμβολική σημασία. Το προαύλιο των Στρατώνων είχε μετατραπεί από τον Δήμαρχο Άργους σε ελεύθερο πάρκιν, με στόχο την υποβάθμιση του κτιρίου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1]  Βλ. για παράδειγμα την κριτική του Χαρ. ΜΠΟΥΡΑ, «L’ église de la Théotokos de la citadelle d’Argos», BCH 111(1987), σ. 455, για τις «ριζικές» ανασκαφές του W. Vollgraff στο λόφο της Λάρισας.

[2] Για την ιστορία του «Καλλεργείου», βλ. τρία άρθρα μας στο Αρχαιολογία 36 (Σεπτ. 1990), 3 8 (Μαρτ. 1991) και 74 (Ιούν. 2000), όπου και στοιχεία για την αρχική μορφή του κτιρίου και για τις επεμβάσεις που επέλεξε και, τελικά, εκτέλεσε ο Υ. Fomine, αλλά και για την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το κτίριο πριν από τις εργασίες ανακαίνισής του. Γ ια την ίδρυση του μουσείου, βλ. σχετική μελέτη μου στον τόμο της «Αρχειακής Γης» του 2012.

[3] Για την ιστορία και την εξέλιξη αυτού του κτιρίου, βλ. σχετική μελέτη μας στο Αρχαιολογία 47 (Ιούν. 1993) και 48 (Σεπτ. 1993).

[4] Μ. SÈVE, Οι Γάλλοι ταξιδιώτες στο Άργος, SitMon 12 (1993).

 

* Βάση του παρόντος άρθρου, είναι εισήγηση που ο γράφων είχε κάμει στη Θεσσαλονίκη (18.03.1994), στα πλαίσια της έκθεσης «Το Άργος και οι Γάλλοι, δύο αιώνες φιλίας». Με τον Roland Etienne, τότε διευθυντή της ΓΣΑ, που ανέπτυξε ειδικό αρχαιολογικό θέμα, είχαμε κληθεί να μιλήσουμε από τον Τομέα Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το Γαλλικό Ινστιτούτο της πόλης.

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

«Στα βήματα του  Wilhelm VollgraffΕκατό χρόνια αρχαιολογικής δραστηριότητας στο Άργος». Πρακτικά του διεθνούς συνεδρίου του διοργανώθηκε από την Δ’ ΕΠΚΑ και από  τη Γαλλική Σχολή  Αθηνών, 25-28 Σεπτεμβρίου 2003. Γαλλική Σχολή  Αθηνών, 2013.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »