Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Οι πρωθυπουργοί της Ελλάδας


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε στο «Ελεύθερο Βήμα», άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα, που δημοσιεύεται στο βιβλίο του «Δεύτερη Ανάγνωση» με θέμα:

«Οι πρωθυπουργοί της Ελλάδας»

 

Στα 167 χρόνια των ελληνικών εκλογικών αναμετρήσεων, από το 1844 ως σήμερα, ογδόντα τέσσερις άνδρες έγιναν πρωθυπουργοί αυτού του τόπου. Οι 30 είχαν την τιμή να εκλεγούν με την ψήφο του λαού. Οι πέντε ήταν δικτάτορες ή εκπρόσωποι δικτατόρων και οι υπόλοιποι διορίστηκαν από τους βασιλιάδες ή ανέλαβαν προσωρινά ως υπηρεσιακοί ή με την υπόδειξη κάποιας εθνοσυνέλευσης.

Πολλοί από αυτούς είχαν τη χαρά να πανηγυρίσουν περισσότερες από μια εκλογικές νίκες. Μοναχά επτά όμως μπόρεσαν να πείσουν τον ελληνικό λαό να τους ψηφίσει από τρεις και πάνω φορές.

Ελευθέριος Βενιζέλος (Ποικίλη Στοά)

Ελευθέριος Βενιζέλος (Ποικίλη Στοά)

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος κατέχει το μεγαλύτερο και αξεπέραστο ρεκόρ: Κέρδισε την ψήφο του λαού σε 6 εκλογικές αναμετρήσεις από το 1910 ως το 1933. Ακολουθεί ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με 5 εκλογικές νίκες για την κατάκτηση της πρωθυπουργίας, την οποία εγκατέλειψε για να συνεχίσει ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, θέση στην οποία το ελληνικό κοινοβούλιο τον εξέλεξε δυο φορές.

Δυο άνδρες ισοψηφούν στην τρίτη θέση με 4 εκλογικές νίκες, ο Δημήτριος Βούλγαρης και ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος και ο Χαρίλαος Τρικούπης κέρδισαν από τρεις φορές την εμπιστοσύνη του ελληνικού λαού.

Ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος είναι ο πολιτικός, που ορκίστηκε πρωθυπουργός τις περισσότερες φορές, συνολικά 10, αλλά μόνον οι 3 ήταν με την ψήφο του λαού. Ακολουθεί ο Δημήτριος Βούλγαρης με 8 θητείες, από τις οποίες οι μισές με την ψήφο του λαού. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Χαρίλαος Τρικούπης ορκίστηκαν πρωθυπουργοί από 7 φορές ο καθένας (από μια φορά και οι δυο χωρίς την ψήφο του λαού).

Πάντως ο Ελευθέριος Βενιζέλος προπολεμικά και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής μεταπολεμικά είναι οι πρωταθλητές της πολιτικής ζωής του τόπου. Καθένας ξεπέρασε τα 14 χρόνια συνολικής άσκησης της πρωθυπουργίας, με τον Ελ. Βενιζέλο να έχει ξεπεράσει κατά λίγες ημέρες τα 14,5 και τον Κ. Καραμανλή να υπολείπεται μερικά εικοσιτετράωρα.

Πίσω τους έρχεται ο Χαρίλαος Τρικούπης με περίπου 13 χρόνια συνολικά στην πρωθυπουργική καρέκλα, ενώ τον ακολουθούν, με 11 χρόνια ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος. Στην έκτη θέση ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης έμεινε πρωθυπουργός συνολικά 9 χρόνια.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στο Ναύπλιο, αρχές 1959. Αρχείο: Κυριάκος Καλκάνης.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στο Ναύπλιο, αρχές 1959. Αρχείο: Κυριάκος Καλκάνης.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κατέχει ένα αξεπέραστο ρεκόρ, που δύσκολα στο μέλλον μπορεί να καταρριφθεί: Από την ημέρα που ορκίστηκε για πρώτη φορά πρωθυπουργός (5.10.1955) ως την ημέρα που παραιτήθηκε για τελευταία φορά, το 1980, για να αναλάβει την προεδρία της Δημοκρατίας, κύλησαν περίπου 25 χρόνια. Είναι ο Μαθουσάλας της πολιτικής ζωής του τόπου, καθώς αν προσθέσουμε και τα 15 χρόνια, από την πρώτη ορκωμοσία του ως Προέδρου της Δημοκρατίας έως την άνοιξη του 1995, οπότε έληξε η δεύτερη θητεία του, είναι ο μοναδικός ηγέτης, που κυριάρχησε στην πολιτική ζωή του τόπου επί 40 χρόνια.

Δεύτερος Μαθουσάλας της πολιτικής μας ζωής είναι ο Α. Ζαΐμης, που ορκίστηκε πρωθυπουργός συνολικά 6 φορές, απασχόλησε την πολιτική ζωή του τόπου για 32 χρόνια, αλλά μονάχα το 1926, που ήταν και η τελευταία του θητεία, εκλέχτηκε από τον ελληνικό λαό.

Οι επόμενοι απέχουν πολύ. Ο Δ. Ράλλης κάλυψε 24 χρόνια ως πρωθυπουργός, ο Ελευθέριος Βενιζέλος 23 χρόνια, ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο Χαρίλαος Τρικούπης από 21 χρόνια και ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης 20 χρόνια.

Τα 8 χρόνια, 1 μήνας και 17 ημέρες της συνεχούς πρωθυπουργίας του Κώστα Σημίτη (από 18 Ιανουαρίου 1996 ως 7 Μαρτίου 2004) αποτελούν αξεπέραστο ρεκόρ για τα ελληνικά δεδομένα. Για να καταρριφθεί, θα πρέπει κάποιος πρωθυπουργός να εξαντλήσει δυο τετραετίες και μέρος τρίτης.

Ο Κώστας Σημίτης κατέρριψε το ρεκόρ του προκατόχου του, Ανδρέα Παπανδρέου, που είχε συμπληρώσει συνεχή παραμονή στην πρωθυπουργία 7 χρόνια και 8 μήνες ακριβώς. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής συμπλήρωσε ως πρωθυπουργός συνεχώς 7 χρόνια, 8 μήνες και 12 ημέρες (από τις 5.10.1955 έως τις 17.6.1963), αλλά τις πρώτες 136 ημέρες θήτευσε ως διορισμένος, ενώ το 1961 παραχώρησε για ένα μήνα την πρωθυπουργία στον Κ. Δόβα ως υπηρεσιακό πρωθυπουργό. Ως εκλεγμένος (από τις 19 Φεβρουαρίου 1956), παρέμεινε πρωθυπουργός 7 χρόνια και 4 μήνες. Πίσω τους με αρκετή διαφορά έρχονται ο Χαρίλαος Τρικούπης και ο Ελευθέριος Βενιζέλος με περίπου 6 χρόνια συνεχούς θητείας ο καθένας.

Στην απέναντι όχθη ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου Αριστείδης Μωραϊτίνης είναι ο άνθρωπος, που έγινε πρωθυπουργός για το πιο σύντομο διάστημα στην ελληνική ιστορία: Μόλις 2 ημέρες, από τις 9 έως τις 10 Φεβρουαρίου 1863. Διαδέχτηκε το Δημήτριο Βούλγαρη και παραχώρησε την πρωθυπουργία στον Κ. Βάλβη. Και οι τρεις είχαν επιλεγεί από την εθνοσυνέλευση, που ενέκρινε τον Γεώργιο Γλίξμπουργκ ως βασιλιά των Ελλήνων.

Επαμεινώνδας Δεληγιώργης (1829-1879)

Επαμεινώνδας Δεληγιώργης (1829-1879)

Σπουδαίο ρεκόρ κατέχει και ο επαναστάτης Μεσολογγίτης πολιτικός Επαμεινώνδας Δεληγιώργης: Είναι ο πιο νεαρός πρωθυπουργός όλων των εποχών. Ορκίστηκε στις 20 Οκτωβρίου 1865 σε ηλικία 36 χρόνων. Όμως παραιτήθηκε δέκα μέρες αργότερα. Ξανάγινε πρωθυπουργός άλλες πέντε φορές, τη μια με την ψήφο του ελληνικού λαού. Στον αντίποδα ο Κώστας Μητσοτάκης ήταν 72 χρόνων (ακριβώς τα διπλά του Δεληγιώργη), όταν εκλέχτηκε πρωθυπουργός.

Πέρα από τους αριθμούς ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης είχε την τύχη να συγκαταλέγεται στους Μεσολογγίτες: Από ένα καπρίτσιο της τύχης η ιερή πόλη γέννησε πολιτικούς άνδρες, που συνδέονται με τα πιο σημαντικά πολιτικά γεγονότα του 19ου αιώνα, αυτά που έχουν να κάνουν με την πολιτική πορεία του ελληνικού λαού προς την κατάκτηση της ελευθερίας και την κατοχύρωση της κυριαρχίας του.

Πρώτος ήταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (1791 – 1865). Ξεκινώντας από το Μεσολόγγι αναδείχτηκε πρόεδρος της πρώτης εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο (1821), η οποία διακήρυξε την ελληνική ανεξαρτησία. Ο ίδιος εκλέχτηκε «αρχιγραμματέας εκτελεστικού» (πρωθυπουργός) το 1825 και διεξήγε τις διαπραγματεύσεις με την Αγγλία δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια διεθνή παρέμβαση υπέρ της χώρας μας. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος είναι και ο άνθρωπος, που κατηύθυνε τις εργασίες για την ψήφιση του πρώτου Συντάγματος της χώρας μας, αυτού που προέκυψε μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Και είναι ο ίδιος που οδήγησε τη χώρα στις πρώτες της εκλογές, το 1844, για την ανάδειξη κοινοβουλίου.

Ο Σπυρίδων Τρικούπης γύρω στα 1860.

Ο Σπυρίδων Τρικούπης γύρω στα 1860.

Γέννημα θρέμμα του Μεσολογγίου ήταν ο ιστορικός της επανάστασης Σπυρίδων Τρικούπης (1788-1873), που υπήρξε «γενικός γραμματέας επικρατείας» (πρωθυπουργός) επί Καποδίστρια και είναι αυτός που διεξήγε τις διαπραγματεύσεις για την εκλογή του Όθωνα ως βασιλιά της Ελλάδας.

Από το Μεσολόγγι, όπου πρωτοεκλέχτηκε βουλευτής το 1859, ξεκίνησε ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης (1829 – 1879), που έγινε ο πολιτικός εκφραστής της αντιδυναστικής πολιτικής και πρωτεργάτης όλων των πολιτικών γεγονότων, τα οποία οδήγησαν στην έξωση του Όθωνα.

Γεννημένος στο Ναύπλιο, αλλά Μεσολογγίτης και εκεί εκλεγόμενος, είναι και ο Χαρίλαος Τρικούπης (1832 – 1896), που το 1875 υποχρέωσε τον βασιλιά Γεώργιο να δεχτεί την «αρχή της δεδηλωμένης», τη μεγαλύτερη κατάκτηση στην πορεία για την εδραίωση της λαϊκής κυριαρχίας.

Δυο αρχηγοί κόμματος γνώρισαν τον εκπληκτικό θρίαμβο να κατακτήσουν πάνω από το 80% των εδρών της Βουλής. Και οι δυο, ήρθε η ώρα να γνωρίσουν και την πίκρα να μην εκλεγούν ούτε οι ίδιοι! Στις εκλογές της 3ης Μαΐου 1892, ο Χαρίλαος Τρικούπης έβγαλε 180 από τους συνολικά 207 βουλευτές: Ποσοστό 86,95%! Στις αμέσως επόμενες (16 Απριλίου 1895), έπαθε πανωλεθρία: Το κόμμα του ανέδειξε 15 βουλευτές (7,2%), ανάμεσα στους οποίους δεν ήταν ο ίδιος! Την έδρα του κέρδισε ο Μιλτιάδης Γουλιμής. Είναι τότε που, γεμάτος πικρία, είπε «Ανθ’ ημών, Γουλιμής!».

Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, στις εκλογές του 1910, ο Ελευθέριος Βενιζέλος είδε το κόμμα του (των Φιλελευθέρων) να κατακτά τις 307 από τις 362 έδρες του κοινοβουλίου: Ποσοστό 84,80%! Στα 1920, θριαμβευτής με τη συνθήκη των Σεβρών στην τσέπη, πανίσχυρος και σωτήρας του τόπου, καταποντίστηκε: Το κόμμα του έπεσε στο 29,73% και ο ίδιος έφυγε στο Παρίσι, ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο που, 25 χρόνια πριν, είχε πάρει ο Χαρίλαος Τρικούπης. Και οι δυο πέθαναν αυτοεξόριστοι!

 

Αλέξης Τότσικας

Δεύτερη Ανάγνωση, σελ. 27-33, Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Απρίλιος 2013.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Οι κυβερνήσεις συνεργασίας στην Ελλάδα


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε στο «Ελεύθερο Βήμα», επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα, που δημοσιεύεται στο βιβλίο του «Δεύτερη Ανάγνωση» με θέμα:

«Οι κυβερνήσεις συνεργασίας στην Ελλάδα»

  

Ο ελληνικός κοινοβουλευτισμός υπήρξε ευθύς εξαρχής πλειοψηφικός. Σε αυτό συνέτειναν και οι εκλογικοί νόμοι, που από την εποχή του «σφαιριδίου» (1864-1923) καθιέρωναν ποικίλες εκδοχές πλειοψηφικών συστημάτων. Δεν είναι έτσι τυχαίο ότι σε πάνω από τις μισές εκλογές της νεότερης Ιστορίας το πρώτο κόμμα πετύχαινε αυτοδύναμη πλειοψηφία συγκεντρώνοντας ποσοστά ακόμα και πολύ κατώτερα του 45%.

Αντίθετα οι κυβερνήσεις συνεργασίας ήταν η εξαίρεση. Στις κρισιμότερες καμπές όμως της πολιτικής ιστορίας μας στην εξουσία βρέθηκαν, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, συναινετικά κυβερνητικά σχήματα. Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα κατά το 19ο αιώνα το ζήτημα του σχηματισμού κυβέρνησης λύθηκε μ’ έναν πολύ απλό τρόπο: τη συμμετοχή προσωπικά των ίδιων των πολιτικών αρχηγών σε κυβέρνηση συνεργασίας. Ο πρώιμος και «καθυστερημένος» νεοελληνικός κοινοβουλευτισμός φαίνεται ότι μερικές φορές ήταν πιο… προχωρημένος από το σημερινό.

Έτσι ο κοινοβουλευτικός βίος στη νεότερη Ελλάδα άρχισε το 1843-44, τα χρόνια του Όθωνα, με κυβέρνηση συνεργασίας όλων των τότε πολιτικών φορέων), ανεξαρτήτως αν ήταν ευκαιριακή και θνησιγενής, λόγω διαφορετικών στοχεύσεων και αγεφύρωτων κομματικών και προσωπικών συμφερόντων. Τα τρία κόμματα (Ρωσικό, Γαλλικό και Αγγλικό) συνέπραξαν στην πρώτη κυβέρνηση, που αναγκάστηκε να διορίσει ο μονάρχης αμέσως μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. Μετείχαν σ’ αυτήν και οι τρεις αρχηγοί τους (Α. Μεταξάς, Αλ. Μαυροκορδάτος και Ι. Κωλέττης).

Το φαινόμενο θα επαναληφθεί κατά την έξωση του Όθωνα στο διάστημα της μεσοβασιλείας 1862-63. Στη διακομματική «Προσωρινή Κυβέρνηση» υπό τον Δ. Βούλγαρη μετείχαν όλοι οι επικεφαλείς των υπαρκτών πολιτικών φορέων της εποχής, που πήραν μέρος στην αντιδυναστική «Οκτωβριανή Επανάσταση».

 

Η ελληνική βουλή στα τέλη του 19ου αιώνα (πίνακας του Ν. Ορλώφ 1930)

Η ελληνική βουλή στα τέλη του 19ου αιώνα (πίνακας του Ν. Ορλώφ 1930)

 

Έκτοτε συνολικά οκτώ κυβερνήσεις «εθνικής ενότητας» ή «οικουμενικές κυβερνήσεις» με τη συνεργασία κομμάτων της Βουλής έχουν υπάρξει στη νεότερη ιστορία του ελληνικού Κράτους. Η πρώτη τέτοια κυβέρνηση συγκροτήθηκε το 1877 και η τελευταία το Νοέμβριο του 1989.

Για πρώτη φορά ο όρος «οικουμενική κυβέρνηση» χρησιμοποιήθηκε το Μάιο του 1877, όταν ο ναύαρχος και πολιτικός Κωνσταντίνος Κανάρης σχημάτισε κυβέρνηση με την ενίσχυση των αρχηγών των τότε πολιτικών κομμάτων και συμμετείχαν σ’ αυτή οι Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, Χαρίλαος Τρικούπης, Θεόδωρος Δηλιγιάνης, Επαμεινώνδας Δεληγιώργης και Θρασύβουλος Ζαΐμης Η κυβέρνηση σχηματίστηκε υπό την πίεση της κοινής γνώμης, η οποία ανησυχούσε για την τύχη των υπόδουλων Ελλήνων στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που βρισκόταν σε πόλεμο με τη Ρωσία.

Η δεύτερη «οικουμενική κυβέρνηση» στην ιστορία συγκροτήθηκε το 1926, μετά τη μικρασιατική καταστροφή του 1922, Οι εκλογές της 7ης Νοεμβρίου 1926 δεν ανέδειξαν αυτοδύναμη κυβέρνηση, λόγω της απλής αναλογικής. Τα τέσσερα πρώτα κόμματα (δύο βενιζελικά και δυο αντιβενιζελικά) αποφάσισαν να συνεργαστούν σχηματίζοντας οικουμενική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη. Ο σχηματισμός της γέννησε ελπίδες ότι η πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας θα εισέλθει σε περίοδο ομαλότητας, σε μία στιγμή που είχαν σωρευτεί πολλά και δυσεπίλυτα προβλήματα από τη μικρασιατική καταστροφή. Όμως από την πρώτη μέρα άρχισαν οι τριβές λόγω διαφωνιών σε θέματα οικονομικής πολιτικής και τελικά οδήγησαν στην πτώση της στις 17 Αυγούστου 1927. Πρόλαβε πάντως να θέσει σε εφαρμογή το νέο Σύνταγμα, το οποίο χαρακτηρίστηκε ως το αρτιότερο και προοδευτικότερο από τα έως τότε ελληνικά Συντάγματα.

Αμέσως μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τη ναζιστική Γερμανία το 1944 ο Γεώργιος Παπανδρέου σχημάτισε κυβέρνηση εθνικής ενότητας (18 Οκτωβρίου 1944) με συμμετοχή και εκπροσώπων του ΕΑΜ. Τα αιματηρά Δεκεμβριανά, που ακολούθησαν, προκάλεσαν την πτώση της κυβέρνησης Παπανδρέου στις 3 Ιανουαρίου 1945.

Οι πρώτες μεταπολεμικές εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946 δεν ανέδειξαν αυτοδύναμη κυβέρνηση. Και, ενώ ο Εμφύλιος Πόλεμος μαινόταν, ο διατελέσας κατά το παρελθόν διοικητής της Εθνικής Τράπεζας Δημήτριος Μάξιμος (στην ιδιοκτησία του οποίου ανήκε το σημερινό κυβερνητικό «Μέγαρο Μαξίμου») ορίσθηκε εξωκοινοβουλευτικός πρωθυπουργός κυβέρνησης συνασπισμού, που συγκροτήθηκε απ’ όλα τα κόμματα της Βουλής με σκοπό την αντιμετώπιση της «κομμουνιστικής απειλής». Εξαιτίας της πολυκομματικής στήριξης έμεινε στην ιστορία ως «Επτακέφαλος Κυβέρνησις». Μεταξύ άλλων συμμετείχαν οι Κωνσταντίνος Τσαλδάρης, Σοφοκλής Βενιζέλος, Κωνσταντίνος Καραμανλής, Γεώργιος Παπανδρέου, Παναγιώτης Κανελλόπουλος και Ναπολέων Ζέρβας. Στη διάρκεια της επτάμηνης θητείας της, μέχρι τις 29 Αυγούστου 1947, η Βρετανία ανακοίνωσε την αποχώρηση των στρατευμάτων της από την Ελλάδα και ο Αμερικανός πρόεδρος Χάρι Τρούμαν το περίφημο δόγμα του, με το οποίο εγκαινιάστηκε η περίοδος του Ψυχρού Πολέμου.

 

Δημήτριος Μάξιμος (1873-1955). Τραπεζικός, βουλευτής, αριστίνδην γερουσιαστής, υπουργός και εξωκοινοβουλευτικός Πρωθυπουργός σε κυβέρνηση εθνικής ενότητας το 1947 (Επτακέφαλος Κυβέρνησις). Το 1952 έδωσε το Μέγαρο Μαξίμου στη μισή τιμή από αυτή που είχε εκτιμηθεί από επιτροπή στο Ελληνικό Κράτος, κάνοντας δώρο τα έπιπλα τους πίνακες και ότι άλλο υπήρχε μέσα, με τον όρο να χρησιμοποιηθεί σαν Κυβερνητικό Μέγαρο. Από το 1982 το «Μέγαρο Μαξίμου» χρησιμοποιείται ως επίσημη κατοικία και γραφείο του εκάστοτε πρωθυπουργού.

Δημήτριος Μάξιμος (1873-1955). Τραπεζικός, βουλευτής, αριστίνδην γερουσιαστής, υπουργός και εξωκοινοβουλευτικός Πρωθυπουργός σε κυβέρνηση εθνικής ενότητας το 1947 (Επτακέφαλος Κυβέρνησις). Το 1952 έδωσε το Μέγαρο Μαξίμου στη μισή τιμή από αυτή που είχε εκτιμηθεί από επιτροπή στο Ελληνικό Κράτος, κάνοντας δώρο τα έπιπλα τους πίνακες και ότι άλλο υπήρχε μέσα, με τον όρο να χρησιμοποιηθεί σαν Κυβερνητικό Μέγαρο. Από το 1982 το «Μέγαρο Μαξίμου» χρησιμοποιείται ως επίσημη κατοικία και γραφείο του εκάστοτε πρωθυπουργού.

 

Η πολιτική ανωμαλία της Αποστασίας τερματίστηκε το Δεκέμβρη του 1966 με τη συμφωνία των ηγετών της Ένωσης Κέντρου, Γεωργίου Παπανδρέου, και της ΕΡΕ, Παναγιώτη Κανελλόπουλου, για το σχηματικό μεταβατικής κυβέρνησης μεταξύ των δύο κομμάτων με πρωθυπουργό τον τραπεζίτη Ιωάννη Παρασκευόπουλο, που θα οδηγούσε τη χώρα σε εκλογές. Στις 3 Απριλίου 1967 η ΕΡΕ απέσυρε την εμπιστοσύνη της από την κυβέρνηση Παρασκευόπουλου και την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο οποίος ανετράπη από τους πραξικοπηματίες της 21ης Απριλίου.

Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας προέκυψε και αμέσως μετά την πτώση της Χούντας (24 Ιουλίου 1974) με πρωθυπουργό των Κωνσταντίνο Καραμανλή. Σ’ αυτή συμμετείχαν πολιτικοί από την προδικτατορική ΕΡΕ και Ένωση Κέντρου και προσωπικότητες, που αναδείχτηκαν από τον αντιδικτατορικό αγώνα. Ο βίος της τερματίσθηκε στις 17 Νοεμβρίου, όταν έγιναν οι πρώτες εκλογές μετά την μεταπολίτευση, τις οποίες κέρδισε η Νέα Δημοκρατία.

Στις εκλογές της 18ης Ιουνίου 1989, όταν η χώρα συγκλονιζόταν από το σκάνδαλο Κοσκωτά και παλλαϊκή απαίτηση ήταν η κάθαρση, σχηματίζεται κυβέρνηση συνεργασίας υπό τον Τζαννή Τζαννετάκη μεταξύ της Νέας Δημοκρατίας και του ενιαίου, τότε, Συνασπισμού, η συγκυβέρνηση ΝΔ – Συνασπισμού.

Η τελευταία κυβέρνηση συνεργασίας, που έμεινε γνωστή ως «οικουμενική κυβέρνηση», σχηματίστηκε το 1989, όταν στις εκλογές της 5 Νοεμβρίου 1989 και πάλι δεν προκύπτει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Η οικουμενική κυβέρνηση υπό την υπέργηρο οικονομολόγο Ξενοφώντα Ζολώτα καταρρέει το Φεβρουάριο του 1990, όταν αποτυγχάνει να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας και προκηρύσσονται νέες εκλογές για τις 8 Απριλίου 1990. Μετά τις εκλογές αυτές η Νέα Δημοκρατία, με την προσχώρηση του μοναδικού βουλευτή της ΔΗΑΝΑ Θεόδωρου Κατσίκη, συγκεντρώνει το μαγικό αριθμό 151, που δίνει την πολυπόθητη αυτοδυναμία στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.

Ακολούθησε μια 20ετία μονοκομματικών κυβερνήσεων μέχρι να φτάσουμε στις εκλογές του Ιουνίου 2012, που δεν έδωσαν την απόλυτη πλειοψηφία σε κανένα κόμμα και οδήγησαν στο σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας τριών κομμάτων με προγραμματική συμφωνία μεταξύ τους και με προοπτική τετραετίας. Μια λύση που με τα σημερινά πολιτικά δεδομένα φαίνεται ότι θα αποτελεί συχνό φαινόμενο στο ορατό μέλλον.

 

Αυτοδυναμία ή συμβιβασμός;

 

Οι τελευταίες βουλευτικές εκλογές δεν εξασφάλισαν την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή σε κανένα κόμμα. Το αποτέλεσμά τους οδήγησε στο σχηματισμό κυβέρνησης, που στηρίζεται από τρία κόμματα. Πολλοί διερωτώνται μήπως έκλεισε ο κύκλος των μονοκομματικών κυβερνήσεων και περνάμε σε μια περίοδο κυβερνήσεων συνεργασίας χωρίς «μεταβατική λογική» για πρώτη φορά μετά το 1926-28 (κυβέρνηση Ζαΐμη).

Αν αυτό συμβεί και σε επόμενες εκλογές, αν δηλαδή στα χρόνια που έρχονται κανένα κόμμα δεν προσεγγίζει την αυτοδύναμη πλειοψηφία, θα έχει ασφαλώς συντελεστεί η σημαντικότερη αλλαγή στη λειτουργία του κοινοβουλευτικού μας πολιτεύματος εδώ και πολλές δεκαετίες.

Όταν στα περισσότερα κράτη της Ευρώπης οι κυβερνήσεις συνεργασίας αποτελούν τον κανόνα ή είναι σύνηθες μοντέλο διακυβέρνησης, στην Ελλάδα παραμένει ταμπού, ως συνέπεια μιας βαθιά ριζωμένης πολιτικής κουλτούρας με κύριο χαρακτηριστικό την πόλωση. Ο ελληνικός κοινοβουλευτισμός υπήρξε ευθύς εξαρχής πλειοψηφικός. Σε αυτό συνέτειναν και οι εκλογικοί νόμοι, που από την εποχή του «σφαιριδίου» (1864-1923) καθιέρωναν ποικίλες εκδοχές πλειοψηφικών συστημάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι σε πάνω από τις μισές εκλογές της νεότερης Ιστορίας το πρώτο κόμμα πετύχαινε αυτοδύναμη πλειοψηφία συγκεντρώνοντας ποσοστά πολύ κατώτερα και του 45%.

Αντίθετα, οι κυβερνήσεις συνεργασίας ήταν η εξαίρεση στην ιστορική διαδρομή της Νεότερης Ελλάδας. Μετρημένες στα δάχτυλα των δύο χεριών. Οι ελάχιστες που σχηματίστηκαν ήταν κυβερνήσεις «ακινησίας» με κύριο χαρακτηριστικό τον βραχύ βίο τους. Έτσι αντιμετωπίστηκαν περισσότερο ως «ανωμαλία» και «παρένθεση», που αργά ή γρήγορα θα έπρεπε να κλείσει, παρά ως θετικό προηγούμενο.

Οι αιτίες είναι πολλές: Καχεκτική δημοκρατία, έλλειψη κουλτούρας συνεννόησης και διαλόγου, παρουσία προσωποκεντρικών κομμάτων, εκλογικοί νόμοι που ευνοούν το σχηματισμό ισχυρών μονοκομματικών κυβερνήσεων και, κυρίως, το μεγάλο «κουσούρι» της φυλής μας, ο ανταγωνισμός. Στον τόπο μας οι διαφορές προσωποποιούνται και συνήθως μεγεθύνονται ακόμη και όταν είναι ασήμαντες. Οι συγκλίσεις σπανίζουν και η ελληνική γλώσσα είναι η μόνη στην Ευρώπη, στην οποία η λέξη «συμβιβασμός» έχει αρνητικό περιεχόμενο. Σχεδόν ισοδυναμεί με τη λέξη «προδοσία».

Ο Άγγλος Έντουαρντ Τρελόνι, ένας φίλος του λόρδου Βύρωνα, που ήρθε μαζί του στην επαναστατημένη Ελλάδα, έγινε πρωτοπαλίκαρο του Οδυσσέα Ανδρούτσου και έζησε σημαντικές στιγμές της Επανάστασης του ’21, μιλώντας για τον Οδυσσέα Ανδρούτσο είχε σκιαγραφήσει τον Έλληνα οπλαρχηγό ως εξής:

 «Ήταν άνθρωπος με φλογερή ψυχή, παρορμητικός, γοργός στις πράξεις και τις αποφάσεις του, όσο και στα πόδια. Ήταν ο πιο παθιασμένος και ειλικρινής πατριώτης. Πλην όμως, τον πατριωτισμό έτσι τον καταλάβαινε: να ριχτεί στη μάχη, να πεθάνει ένδοξα σαν τον Μάρκο Μπότσαρη, αλλά να μην αφήσει άλλον οπλαρχηγό να γίνει ανώτερός του ή να τον διοικήσει. Ούτε παραχωρούσε χάριν της πατρίδας τη θέση του στον άλλο. Με άλλα λόγια το αρχηγιλίκι και η φιλοδοξία ήταν υπεράνω κάθε άλλου συναισθήματος».

Οι διαπιστώσεις του Τρελόνι φαίνονται να ισχύουν μέχρι τις μέρες μας, τουλάχιστον όσον αφορά τις πολιτικές ηγεσίες των μεγάλων κομμάτων της χώρας. Οι αντιθέσεις, από την πρώτη στιγμή της προσπάθειας δημιουργίας του νεοελληνικού κράτους, ήταν πολλές και ποικίλες. Αντιθέσεις μεταξύ «Φράγκων» και οπλαρχηγών, μεταξύ βασιλέων και εσωτερικών πολιτικών δυνάμεων, μεταξύ πλουσίων και φτωχών, αριστερών και δεξιών μέχρι χθες, μνημονιακών και αντιμνημονιακών σήμερα.

Το κύριο χαρακτηριστικό της νεότερης πολιτικής μας ιστορίας είναι ο συγκρουσιακός χαρακτήρας της πολιτικής αντιπαράθεσης. Οι εμφύλιοι πόλεμοι άρχισαν στη διάρκεια της Επανάστασης του ’21. Δεν πρόλαβε να ιδρυθεί το νέο ελληνικό κράτος και ο πρώτος κυβερνήτης της χώρας Ιωάννης Καποδίστριας δολοφονήθηκε από τους πολιτικούς του αντιπάλους. Εμφύλιος πόλεμος και μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα στρατιωτικά πραξικοπήματα, που εκδηλώθηκαν στην Ελλάδα του 20ού αιώνα, δεν ήταν λίγα. Πραξικόπημα και εμφύλιος το 1974 οδήγησαν στην κατοχή της μισής Κύπρου από τους Τούρκους. Συμφορές επί συμφορών στο όνομα του ανταγωνισμού και της προσωπικής φιλοδοξίας.

Το παρελθόν όμως δείχνει ότι πολιτικά δεν έχει ιστορική βάση το δίλημμα «αυτοδυναμία ή ακυβερνησία». Παρακολουθώντας τις περιπτώσεις συνεργασίας των κομμάτων εξουσίας προκύπτει σαφώς ότι η μη ανάδειξη αυτοδύναμης κυβέρνησης από τις εκλογές δεν οδήγησε ούτε σε ακυβερνησία ούτε σε χάος. Αντίθετα, σε δύσκολες περιόδους οι μονοκομματικές κυβερνήσεις παραχωρούσαν τη θέση τους σε συναινετικές χωρίς ποτέ να υπάρξει πολιτικό χάος. Το δίλημμα επομένως διαχρονικά είναι ψευδές και κατασκευασμένο για τις ανάγκες του δικομματισμού.

Στις τελευταίες κάλπες ο ελληνικός λαός έδωσε εντολή για συμβιβασμό και συνεργασία. Η εντολή αυτή υλοποιήθηκε με το σχηματισμό κυβέρνησης, που στηρίζεται σε τρία κόμματα. Η λύση αυτή φαίνεται περισσότερο πιθανή και αναγκαία και στις εκλογικές αναμετρήσεις, που θα ακολουθήσουν. Αν τα κόμματα της Βουλής δεν αναπτύξουν κουλτούρα συνεννόησης, τότε τόσο το χειρότερο και για την Ελλάδα και για τα ίδια. Την αποτυχία σχηματισμού κυβέρνησης θα χρεώνονται εκείνοι, που θα επιλέγουν την αντιπαράθεση και την ανέξοδη καταγγελτική ρητορεία, αντί για την αναζήτηση ενός κοινού παρονομαστή απαραίτητου για την συναινετική διακυβέρνηση και την ανάταξη της χώρας.

Όπως φάνηκε στις τελευταίες εκλογές βαδίζουμε προς την ανανέωση του πολιτικού προσωπικού και την αποστρατεία των βασικών υπόλογων της διάλυσης της οικονομίας και του κράτους. Οι πολίτες είναι αποφασισμένοι να φέρουν στη Βουλή πρόσωπα νέα, άφθαρτα και ικανά να ανατρέψουν την κατάσταση που ζει η χώρα σήμερα. Η τάση αυτή θα συνεχιστεί όχι μόνο για να σταματήσει ο οικονομικός και κοινωνικός κατήφορος, αλλά και για να επικρατήσουν άλλα ήθη στην πολιτική ζωή της χώρας με κύρια στοιχεία τη συναίνεση και τη συνεργασία, στοιχεία που διακρίνουν και τον πολιτικό πολιτισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέλος της οποίας είναι και η Ελλάδα.

 

Αλέξης Τότσικας

Δεύτερη Ανάγνωση, σελ. 27-33, Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Απρίλιος 2013.

 

Διαβάστε ακόμη:

Οι εκλογικές αναμετρήσεις στη νεότερη Ελλάδα

Οικονομικές κρίσεις και  χρεοκοπία (19ος – 20ος αιώνας)

Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (1897 -1978) – 81 χρόνια υποτέλειας και εξάρτησης

Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843

 

Read Full Post »

Οι εκλογικές αναμετρήσεις στη νεότερη Ελλάδα


  

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε στο «Ελεύθερο Βήμα», άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα, που δημοσιεύεται στο βιβλίο του «Δεύτερη Ανάγνωση» με θέμα:

«Οι εκλογικές αναμετρήσεις στη νεότερη Ελλάδα»

  

Σε 165 χρόνια, από το 1844 και τις πρώτες βουλευτικές εκλογές έως και τις τελευταίες του 2009, έχουν διεξαχθεί στην Ελλάδα 61 εκλογικές αναμετρήσεις και έχουν αναδειχθεί 188 κυβερνήσεις με πρωθυπουργούς 90 διαφορετικά πρόσωπα.

Η ιστορία των εκλογών στην Ελλάδα ξεκινάει με τη σύσταση της Α΄ Εθνοσυνέλευσης, που άρχισε στο Αι – Γιάννη του Άργους το Δεκέμβρη του 1821 και ολοκληρώθηκε στην Επίδαυρο τον Ιανουάριο του 1822, όπου ψήφισε το «προσωρινό πολίτευμα της Επιδαύρου» και καθιέρωσε τρεις εξουσίες: Τη νομοθετική με μία βουλή εβδομήντα βουλευτών, την εκτελεστική που θα ασκούσε μία 5μελής κυβέρνηση, και τη δικαστική. Η θητεία του Βουλευτικού και του Νομοτελεστικού ήταν για 1 έτος. Ακολούθησαν αντίστοιχες αποφάσεις στη Β΄ εθνοσυνέλευση του Άστρους το 1823 και στην Γ΄ εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας το 1827.

Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους οι εκλογικές αναμετρήσεις ξεκινούν ουσιαστικά και «οργανωμένα» το 1844. Χρειάστηκε να περάσουν 23 χρόνια από την επανάσταση του ’21, ώσπου οι Έλληνες ν’ αποκτήσουν το δικαίωμα να εκλέγουν τους εκπροσώπους τους στη Βουλή. Και, όταν το 1844 το απέκτησαν, το καταυχαριστήθηκαν. Οι πρώτες εκλογές, που διενεργήθηκαν στο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, διήρκεσαν 10 μήνες, αφού προκηρύχθηκαν το Νοέμβριο του 1843 και τελείωσαν τον Αύγουστο του 1844!

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

Η εθνοσυνέλευση, που προέκυψε μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου, δημιούργησε το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδας, που καθιέρωνε τη συνταγματική βασιλεία, και ψήφισε τον πρώτο εκλογικό νόμο της χώρας, ο οποίος, συμβολικά, δημοσιεύτηκε στις 25 Μαρτίου και ήταν ο πιο προοδευτικός στον κόσμο, ως την ώρα εκείνη:

Απαγόρευε το δικαίωμα του «εκλέγεσθαι» στις γυναίκες, στους νέους κάτω των 25 χρόνων, σ’ όσους είχαν δοσοληψίες με την Δικαιοσύνη (υπόδικους ή καταδικασμένους) και στους τεμπέληδες! Για να γινόταν κάποιος υποψήφιος βουλευτής, έπρεπε να έχει επάγγελμα ικανό να τον θρέψει ή κτηματική περιουσία στην εκλογική του περιφέρεια. Όριζε ένα βουλευτή σε κάθε 10.000 κατοίκους, εκτός από την Ύδρα που, τιμητικά, εξέλεγε τρεις, και τις Σπέτσες και τα Ψαρά, που, επίσης τιμητικά, εκλέγανε από δύο.

Οι εκλογές έπρεπε να διεξαχθούν σε 8 ημέρες. Ο νόμος όμως δεν ξεκαθάριζε, αν αυτές οι οχτώ μέρες έπρεπε να είναι κοινές για όλη τη χώρα ή όχι, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει η εκλογική διαδικασία τον Απρίλη του 1844 και να συνεχίζεται μέχρι το Σεπτέμβρη σε ορισμένες περιοχές. Στις περισσότερες περιοχές, οι εκλογές έγιναν Μάιο και Ιούνιο, ενώ στην Αθήνα τέλη Ιουλίου και αρχές Αυγούστου.

Ο νόμος όριζε ότι μετά την ολοκλήρωση της κάθε ψηφοφορίας, οι κάλπες έπρεπε να σφραγιστούν και να μεταφερθούν στις πρωτεύουσες των νομών για καταμέτρηση. Το πώς έφταναν στον προορισμό τους, το περιγράφει ο Μακεδόνας δημοσιογράφος και συγγραφέας Νικόλαος Δραγούμης: «Οι κάλπες έφταναν στον τόπο της καταμέτρησης με σπασμένα σανίδια ή λιμαρισμένες τις σφραγίδες, ενώ, σε πολλές περιπτώσεις, οι ψήφοι μεταφέρονταν σε «σαπουνοσακούλες».

Στη Βουλή, όταν ο «εκλεγμένος» ήταν του κόμματος που κέρδιζε τις εκλογές, σηκωνόταν κάποιος και εξηγούσε ότι το σπάσιμο των σανιδιών οφειλόταν στο νόμο της συστολής των στερεών σωμάτων και η λιμαρισμένη σφραγίδα ήταν τυχαία σπασμένη κατά τη μεταφορά, ενώ η «σαπουνοσακούλα» ήταν κάλπη και την καταμέτρηση έκανε άτομο, που είχε το σεβασμό και την εκτίμηση των κατοίκων της περιοχής του. Για τους ηττημένους βέβαια αρκούσε μια γρατσουνιά στην κάλπη, για να ξεσπάσει θύελλα καταγγελιών ότι είχαν να κάνουν με καραμπινάτη περίπτωση νοθείας!

Η πρώτη, έστω και με τέτοιον τρόπο, εκλεγμένη Βουλή των Ελλήνων συνεδρίασε για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1845 και πρώτος εκλεγμένος πρωθυπουργός ήταν ο Ιωάννης Κωλέττης, που εξάντλησε την πρώτη του τριετία, κέρδισε και τις επόμενες εκλογές (1847) με συντριπτική πλειοψηφία, αλλά αμέσως μετά πέθανε από νεφρίτιδα σε ηλικία 73 χρόνων.

Στην περίοδο της Συνταγματικής Μοναρχίας (1844-1862) έγιναν συνολικά 9 εκλογικές αναμετρήσεις, αλλά το ποιος θα γινόταν πρωθυπουργός εξαρτιόταν από το ποιος ήταν ο ευνοούμενος του Όθωνα και της πρεσβείας, που τύχαινε να έχει το πάνω χέρι στην κρίσιμη στιγμή.

Οι πρώτες μετά το Σύνταγμα του 1864 εκλογές ορίστηκαν να ξεκινήσουν στις 14 Μαΐου 1865 με μια διαδικασία, που απέκλειε κάθε χρήση βίας και νοθείας. Μόνο που ήταν κάπως χρονοβόρα.

Σε κάθε εκλογικό τμήμα στήνονταν τόσες κάλπες, όσοι και οι υποψήφιοι βουλευτές. Κάθε κάλπη ήταν χωρισμένη στα δύο, η μισή άσπρη με μια ταμπέλα, που έλεγε «ναι» και η μισή μαύρη με ταμπέλα «όχι». Δυο σωληνάκια οδηγούσαν το ένα στην άσπρη πλευρά και το άλλο στη μαύρη. Πίσω από κάθε κάλπη στεκόταν εκπρόσωπος του υποψηφίου στον οποίο ανήκε η κάλπη. Ο ψηφοφόρος έπρεπε να πάρει τόσα μολυβένια μπαλάκια, όσα και οι κάλπες. Όταν έφτανε μπροστά σε κάθε κάλπη, ο αντιπρόσωπος φώναζε δυνατά το όνομα του υποψήφιου, στον οποίο αυτή ανήκε. Ο ψηφοφόρος έβαζε το μπαλάκι ή στο σωλήνα που οδηγούσε στην άσπρη μεριά ή σ’ εκείνον που οδηγούσε στη μαύρη. Η διαδικασία επαναλαμβανόταν με όλες τις κάλπες. Απαγορευόταν από το νόμο να προσπεραστεί μια κάλπη χωρίς να ριχτεί σ’ αυτήν μπαλάκι και ο παραβάτης πλήρωνε πρόστιμο επιτόπου!

Στη διαλογή μετρούσαν πρώτα αν τα μπαλάκια στην άσπρη και στη μαύρη πλευρά κάθε κάλπης είχαν άθροισμα ίσο με τον αριθμό των ψηφισάντων. Αν τα μπαλάκια ήταν παραπάνω, η επιτροπή αφαιρούσε τα περισσευούμενα από την άσπρη μεριά! Βουλευτές ανακηρύσσονταν όσοι είχαν τα περισσότερα μπαλάκια στην άσπρη μεριά και εκλέγονταν τόσοι, όσους έβγαζε κάθε περιοχή. Υπήρχε δηλαδή απόλυτη και ανόθευτη απλή αναλογική, χωρίς περιορισμό επιλογής για τους ψηφοφόρους, που επέλεγαν όσους ήθελαν και «μαύριζαν» (από εκεί βγήκε η έκφραση «έριξα μαύρο») με την ψυχή τους, όποιον ήταν ανεπιθύμητος.

Αλέξανδρος Κουμουνδούρος

Αλέξανδρος Κουμουνδούρος

Στις εκλογές αυτές πλειοψήφησε ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, που παραιτήθηκε το φθινόπωρο, για να διοριστούν από το βασιλιά 6 συνολικά Πρωθυπουργοί μέσα στη δύσκολη αυτή χρονιά του 1865! Συνολικά από τις εκλογές του 1844 έως το 1875, οπότε ο Χαρίλαος Τρικούπης υποχρέωσε τον βασιλιά Γεώργιο Α’ να δεχτεί την «αρχή της δεδηλωμένης», έγιναν δεκαπέντε εκλογικές αναμετρήσεις, αλλά η πρωθυπουργία άλλαξε χέρια 39 φορές!

Σιγά – σιγά οι Έλληνες πολιτικοί ωρίμαζαν και η Ελλάδα προχωρούσε προς αυτό που, δέκα χρόνια αργότερα, ο Χαρίλαος Τρικούπης θα ονόμαζε «αρχή της δεδηλωμένης»: Να απολαμβάνει, δηλαδή, ο πρωθυπουργός της χώρας τη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας του κοινοβουλίου κι όχι την εύνοια του ανώτατου άρχοντα.

Στις εκλογικές αναμετρήσεις από το 1875 ως το 1920 κυριαρχεί αρχικά το δίδυμο Χαρίλαου Τρικούπη και Θεόδωρου Δηλιγιάννη και στη συνέχεια η Α΄ περίοδος κυριαρχίας του Ελευθέριου Βενιζέλου, μια περίοδος που διπλασίασε την Ελλάδα, αλλά κατέληξε με τη μικρασιατική περιπέτεια και καταστροφή.

Εκλογές, Αθήνα 11 Φεβρουαρίου 1934. Εκλογικό τμήμα ανδρών. Αρχείο ΕΛΙΑ.

Εκλογές, Αθήνα 11 Φεβρουαρίου 1934. Εκλογικό τμήμα ανδρών. Αρχείο ΕΛΙΑ.

Το 1924 γίνεται μεταβολή του πολιτεύματος σε Αβασίλευτη Δημοκρατία, αλλά δεν μπορεί να διατηρηθεί παρά την δημοκρατική ωριμότητα του Αλέξανδρου Παπαναστασίου και ακολουθούν η δικτατορία του Θ. Πάγκαλου, ο Βενιζέλος γίνεται εκ νέου πρωθυπουργός (εκλογές 1928 και 1933), η πολιτική κατάσταση εκτροχιάζεται και οδηγείται στη δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά. Ακολουθούν ο πόλεμος του 1940-44 και ο εμφύλιος σπαραγμός (1946-49). Οι επόμενες εκλογές θα διεξαχθούν ένα χρόνο αργότερα στις 5 Μαρτίου 1950 και Θα σχηματιστεί Βουλή δεκακομματική.

Νικόλαος Πλαστήρας

Νικόλαος Πλαστήρας

Στις εκλογές του 1951 ο Αλέξανδρος Παπάγος αναδεικνύεται νικητής με το 35,6% των ψήφων, κυβέρνηση όμως σχηματίζεται υπό τον στρατηγό Νικόλαο Πλαστήρα, ενώ για πρώτη φορά συμμετείχε σε εκλογές και η ΕΔΑ αποσπώντας το 10,57% των ψήφων.

Στις εκλογές του 1952 ψηφίζουν για πρώτη φορά και γυναίκες, αφού με το νόμο 2159 του 1952 κατοχυρώνεται το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι για τις Ελληνίδες. Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Στρατηγού Παπάγου νέος πρωθυπουργός αναλαμβάνει ο μέχρι τότε υπουργός Συγκοινωνιών Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο οποίος θα κυβερνήσει τη χώρα για τα επόμενα 8 χρόνια και θα διαμορφώσει σε μεγάλο βαθμό την εικόνα της σύγχρονης Ελλάδας.

 Στη δεκαετία του 1960 η πολιτική ζωή της Ελλάδας καθοριζόταν από τις ΗΠΑ και το Παλάτι, που είχε στον έλεγχό του το στρατό, την αστυνομία, τη δημόσια διοίκηση και χιλιάδες χαφιέδες, που φακέλωναν όσους απλούς πολίτες δεν ήταν οπαδοί τους. Το 1958 ο λαός έδωσε στην ενωμένη αριστερά (ΕΔΑ) τη θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Αυτό θορύβησε το κατεστημένο της εποχής και μπήκε σε ενέργεια ένα σχέδιο αποτροπής του κομουνιστικού κινδύνου.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στο Ναύπλιο, αρχές 1959. Αρχείο: Κυριάκος Καλκάνης.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στο Ναύπλιο, αρχές 1959. Αρχείο: Κυριάκος Καλκάνης.

Η πρώτη φάση ήταν οι εκλογές βίας και νοθείας του 1961. Έβαζαν τότε τους φαντάρους στα στρατιωτικά οχήματα και με τα ψηφοδέλτια στα χέρια τους γυρνούσαν σε όλα τα εκλογικά τμήματα και ψήφιζαν δεκάδες φορές ο καθένας. Σε μια Μαύρη Βίβλο, που εκδόθηκε αργότερα, τεκμηριώθηκαν χιλιάδες περιπτώσεις νοθείας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι πως σε ένα περιφραγμένο χωράφι με δύο δέντρα στη λεωφόρο Καβάλας είχαν δηλώσει πως διέμεναν 500 περίπου ανύπαρκτοι ψηφοφόροι. Τότε βγήκε και το σύνθημα πως στην Ελλάδα ψηφίζουν και τα δέντρα.

Στις εκλογές του 1964 η Ένωση Κέντρου αναδείχθηκε πρώτο κόμμα με 52,72% καταλαμβάνοντας 170 έδρες στη Βουλή. Η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ και η παραίτηση του Γεωργίου Παπανδρέου (1965) οδηγούν στην δικτατορία του 1967 (21-4-1967), ενώ είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 28-5-1967.

Στη Γ’ Ελληνική Δημοκρατία (1974-2012) έγιναν 13 εκλογικές αναμετρήσεις. Οι εκλογές της 6 Μαΐου 2012 είναι οι 14ες που διεξάγονται κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης. Στις 13 προηγούμενες έχει επικρατήσει 7 φορές η Νέα Δημοκρατία και 6 το ΠΑΣΟΚ. Συνολικά έχουν ορκιστεί 9 πρωθυπουργοί. Οι εκλογές της μεταπολίτευσης στην πλειοψηφία τους ήταν πρόωρες. Μόνο τρεις έχουν διεξαχθεί στο τέλος της τετραετίας.

Τα τελευταία χρόνια δεν είχαμε εκλογές, στις οποίες να ψηφίζουν πεθαμένοι ή δέντρα. Δεν είχαμε χωροφύλακα να κοιτάζει τι ρίχνουμε στην κάλπη, βία και νοθεία, ούτε εκλογικά συστήματα που βγάζουν νικητές τους ηττημένους. Αυτές είναι οι εκλογικές αναμετρήσεις της νεότερης Ελλάδας, για να θυμούνται οι παλιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι.

Αλέξης Τότσικας

Δεύτερη Ανάγνωση, σελ. 27-33, Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Απρίλιος 2013.

Διαβάστε ακόμη:

Οικονομικές κρίσεις και  χρεοκοπία (19ος – 20ος αιώνας)

Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (1897 -1978) – 81 χρόνια υποτέλειας και εξάρτησης

Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843

 

Read Full Post »

Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (1897 -1978) – 81 χρόνια υποτέλειας και εξάρτησης


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε στο «Ελεύθερο Βήμα», άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα, που δημοσιεύεται στο βιβλίο του «Δεύτερη Ανάγνωση» με θέμα:

«Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (1897 -1978) – 81 χρόνια υποτέλειας και εξάρτησης»

 

Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (ΔΟΕ) ονομαζόταν ο έλεγχος των δημοσίων οικονομικών της Ελλάδας. Επιβλήθηκε από Ευρωπαϊκές χώρες, που δάνεισαν την Ελλάδα το φθινόπωρο του 1897, με στόχο την αποπληρωμή των χρεών της προς τους πιστωτές της. Τον έλεγχο εκτελούσε μια εξαμελής επιτροπή, η Διεθνής Οικονομική Επιτροπή, με μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα από το 1897 μέχρι το 1978, για 81 χρόνια. Ας πάρουμε όμως τα γεγονότα με τη σειρά.

Στην περίοδο 1890-1893 άλλαξαν πέντε κυβερνήσεις, που προσπάθησαν με διάφορους οικονομικούς αυτοσχεδιασμούς να δανειοδοτήσουν την καταρρέουσα οικονομία. Ταυτόχρονα ελήφθησαν μέτρα για αυστηρές περικοπές στις κρατικές δαπάνες – στρατιωτικές δαπάνες, δημόσια έργα και σε όλες τις κρατικές δραστηριότητες. Παράλληλα, ψηφίστηκαν νέοι φόροι και τέλη, καθώς και εκπαιδευτικά τέλη, που προκάλεσαν μεγάλες αντιδράσεις. Η κατάσταση ήταν απελπιστική.

Το 1892 ήρθε στην Ελλάδα ο Έντουαρντ Λο, έμπειρος Άγγλος διπλωμάτης, ως απεσταλμένος της βρετανικής κυβέρνησης, ικανοποιώντας σχετική επιθυμία του Χαρίλαου Τρικούπη. Ο πρωθυπουργός, προσπαθώντας να αποφύγει τη δημοσιονομική κατάρρευση, απέβλεπε τότε σε μια ευνοϊκή, αλλά αντικειμενική έκθεση για την ελληνική οικονομία και στη σύναψη ενός νέου εξωτερικού δανείου.

Το Μάρτη του 1893 ο Λο απέστειλε στο Φόρεϊν Οφις την έκθεσή του. Το σημαντικό αυτό κείμενο αποκαλύπτει τις αντικειμενικές συνθήκες διαμόρφωσης του δημοσιονομικού χρέους, που οδήγησαν στη χρεοκοπία του 1893:

 

«Το ζήτημα που πρέπει να εξετασθεί είναι αν η κρίση αυτή οφείλεται σε μόνιμες δυσμενείς οικονομικές συνθήκες ή σε αποτυχημένη οικονομική διαχείριση. Είναι πρόβλημα κυβερνητικών επιλογών η δημοσιονομική αστάθεια ή πρόβλημα πόρων; Αν υποστηριχθεί πως η δυσκολία οφείλεται σε ανεπιτυχή οικονομική διαχείριση, γεννιέται ένα άλλο ζήτημα: είναι οι πόροι του τόπου αρκετοί ώστε με ένα λογικό νοικοκύρεμα να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες που υπάρχουν ή η οικονομική κατάσταση είναι τόσο κρίσιμη, ώστε να μην υπάρχει θεραπεία χωρίς να πειραχθεί η τιμή του ελληνικού έθνους και τα νόμιμα δικαιώματα των δανειστών του;».

 

Χωρίς περιστροφές ο Λο δίνει την απάντησή του με στόχο να βοηθήσει τον Τρικούπη να πάρει το δάνειο: «Με μια προσωρινή βοήθεια, η σημερινή κρίση μπορεί να υπερπηδηθεί και με μια κατάλληλη πρόνοια στο μέλλον, μπορεί να εξασφαλιστεί η συνέχεια της αναπτύξεως του τόπου με τρόπο ομαλό, όπως έγινε μέχρι σήμερα». Προσθέτει όμως και την τελική του φράση, που ηχούσε απειλητικά: «Χωρίς όμως αυτήν την πρόνοια, καμιά πρόσκαιρη βοήθεια δεν μπορεί να εμποδίσει την τελική συμφορά».

Ο φωτογράφος Σόλωνας Βάθης, φωτογραφίζει τον Τρικούπη στο ατελιέ του  στο Παρίσι.

Ο φωτογράφος Σόλωνας Βάθης, φωτογραφίζει τον Τρικούπη στο ατελιέ του στο Παρίσι.

Στην έκθεσή του ο Λο αναλύει τις πραγματικές αιτίες της οικονομικής κρίσης: «Για να δικαιολογηθεί ο υπερβολικός δανεισμός στο εξωτερικό, υποστηρίχθηκε η άποψη ότι ο τόπος έχει επείγουσα ανάγκη ξένων κεφαλαίων για την εσωτερική του ανάπτυξη. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αυτό είναι σωστό, αλλά η ανάπτυξη αυτή δεν μπορεί, χωρίς σοβαρούς κινδύνους, να εκτείνεται έξω από τα φυσικά της όρια».

Επισημαίνει, λοιπόν, ότι ο «οικονομικός μεγαλοϊδεατισμός», που αναγορεύει τα μεγάλα έργα σε εθνικό στόχο, παραδίδει την οικονομία στη χρηματοπιστωτική άβυσσο, από την οποία δεν επρόκειτο να βγει ποτέ. Η οδυνηρή πραγματικότητα για την Ελλάδα του 19ου αιώνα ήταν ότι κάθε προσπάθεια μεγάλων δημόσιων επενδύσεων ήταν στην ουσία μια υποθήκευση του οικονομικού και πολιτικού της μέλλοντος, αφού βάθαινε μέσω του δανεισμού το δημοσιονομικό της παθητικό και οδηγούσε σε όλο και μεγαλύτερη πολιτική εξάρτηση.

Πού κρύβεται, λοιπόν, ο αληθινός υπαίτιος για την πτώχευση, που ήρθε λίγους μήνες μετά την έκθεση Λο; «Θα ήμουν διατεθειμένος να αποδώσω το ατύχημα στον υπερβολικό δανεισμό στο εξωτερικό, που προκάλεσε επιβάρυνση των εσόδων και στην επιβάρυνση αυτή ο τόπος, με ατελή διοίκηση των δημοσίων οικονομικών, δεν μπόρεσε να αντέξει. Σε ίσο βαθμό όμως έφταιγε και η χαλαρότητα της διοικήσεως, που παραμέλησε την τακτική είσπραξη των φόρων, ενώ το εμπορικό ισοζύγιο, όπως δείχνουν οι πίνακες των εισαγωγών και εξαγωγών, ήταν σταθερά παθητικό».

Έτσι, ήταν λογικό να προβλεφθεί η επερχόμενη πτώχευση από τον Λο, ο οποίος ζήτησε το τελευταίο δάνειο για τη μικρή και φτωχή Ελλάδα του 1893, η οποία ήταν καταχρεωμένη και ζητούσε έλεος. Το δάνειο όμως δε δόθηκε ποτέ και η πτώχευση ήρθε το 1893 με την περίφημη φράση «Δυστυχώς επτοχεύσαμεν», του Χαρίλαου Τρικούπη κατά την τελευταία πρωθυπουργία του. Η δημοσιονομική κατάρρευση του 1893 ήταν μια προέκταση του αντικειμενικού προβλήματος των περιορισμένων εθνικών πόρων σε συνδυασμό με τον υψηλό ρυθμό δανεισμού και την πλήρη κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού έναντι του παραγωγικού κεφαλαίου, που οδήγησε κάποια στιγμή σε αδυναμία πληρωμών.

Μετά την πτώχευση του 1893 όλες οι Ελληνικές Κυβερνήσεις, που ακολούθησαν, προσπάθησαν να έρθουν σε συμβιβαστική συμφωνία με τους δανειστές χωρίς αποτέλεσμα. Οι ξένοι κεφαλαιούχοι και τραπεζίτες, που είχαν αγοράσει το Ελληνικό χρέος, τηρούσαν σκληρή στάση απαιτώντας την άμεση καταβολή όλου του χρέους και στηρίζονταν από τις κυβερνήσεις τους και περισσότερο από τη Γερμανία, την Αγγλία και τη Γαλλία, που πίεζαν την Ελλάδα να φανεί συνεπής.

Τότε επιβλήθηκε μερικός έλεγχος από τους πιστωτές, που ήταν τυπικός κι όχι ουσιαστικός χωρίς δυνατότητα ουσιαστικής παρέμβασης στα ελληνικά δημόσια οικονομικά. Η εμπλοκή όμως της χρεοκοπημένης Ελλάδας σε σύρραξη με την Τουρκία στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 βρήκε την Ελλάδα σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. Ο ελληνικός στρατός ήταν ανίκανος να αντιπαραταχθεί στα οθωμανικά στρατεύματα, που είχαν καταλάβει τη Θεσσαλία και τμήμα της Στερεάς Ελλάδας.

Οι Μεγάλες δυνάμεις επενέβησαν, για να σταματήσει ο πόλεμος του 1897, επιδικάζοντας στην Ελλάδα να πληρώσει αποζημίωση 95.000.000 χρυσά φράγκα στην οθωμανική Αυτοκρατορία, ποσό μεγάλο για την εποχή εκείνη. Η Ελληνική κυβέρνηση δεν υπήρχε περίπτωση να το εξασφαλίσει χωρίς εξωτερικό δανεισμό και αναγκάστηκε να δεχτεί τους δυσμενείς όρους της συμφωνίας, που υπογράφτηκε ως συνθήκη ειρήνης το Σεπτέμβρη του 1897.

Στο άρθρο 2 της συνθήκης προβλεπόταν πως η καταβολή της αποζημίωσης δε θα καθυστερούσε την ικανοποίηση των παλαιών δανειστών της Ελλάδος και προέβλεπε την ίδρυση επιτροπής Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου από αντιπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων. Η Επιτροπή αυτή θα βρίσκονταν μονίμως στην Αθήνα και θα επέβλεπε την τήρηση των συμφωνιών, την εξόφληση των δανειστών της Ελλάδας και την καταβολή της αποζημίωσης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Με απροκάλυπτη ωμότητα μάλιστα η συνθήκη αυτή περιείχε την πρωτοφανή ρήτρα πως η Ελληνική Κυβέρνηση όφειλε να εξασφαλίσει την υπερψήφιση των όρων της συνθήκης από την Ελληνική βουλή!

Τον Οκτώβριο του 1897 έφτασαν στην Αθήνα οι απεσταλμένοι των Μεγάλων Δυνάμεων για την επιβολή των όρων της συνθήκης Ειρήνης. Στις θέσεις των σημερινών κ.κ. Ντερούζ, Τόμσεν και Μαζούχ ήταν οι αείμνηστοι Τέστα (Γερμανός), Λετάν (Γάλλος) και Λόου (Αγγλος). Οι τότε κυβερνήσεις, για να μην ταλαιπωρούν τους υψηλούς ελεγκτές μας, φρόντισαν να τους κτίσουν και ιδιαίτερο Μέγαρο, που δεν ήταν άλλο από το σημερινό Μέγαρο της Προεδρίας της Δημοκρατίας στη συμβολή των οδών Βασιλέως Γεωργίου και Στησιχόρου, που ανεγέρθηκε για τις ανάγκες της Διεθνούς Οικονομικής Επιτροπής! Μάλιστα, η ανέγερσή του βάφτηκε με αίμα, αφού κατά την ανατίναξη φουρνέλου (1901) τραυματίστηκε ένας σαραντάχρονος εργάτης.

Οι διαπραγματεύσεις με τους εκπροσώπους των πιστωτών (Αγγλίας, Γαλλίας, Αυστρίας, Γερμανίας, Ρωσίας, Ιταλίας) ξεκίνησαν τον Οκτώβριο του 1897 και κατέληξαν στη σύνταξη και ψήφιση του νόμου ΒΦΙΘ/23-2-1898, σύμφωνα με τον οποίο εγκαθιδρύθηκε η επιτροπή οικονομικού ελέγχου (Διεθνής Οικονομική Επιτροπή), που σύντομα μετονομάστηκε σε Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο.

 

Η συμφωνία με τους πιστωτές προέβλεπε:

 

  1. Χορήγηση δανείου 151,3 εκατ. φράγκων από τις Μεγάλες Δυνάμεις στην Ελλάδα προκειμένου να καταβληθούν στην Οθωμανική αυτοκρατορία οι αποζημιώσεις, που υποχρεώθηκε να καταβάλει η Ελλάδα στην Τουρκία συνολικού ύψους 93,9 εκατ. φράγκων, και να καλυφθούν το υφιστάμενο κρατικό χρέος ύψους 31,4 εκατ. φράγκων, το έλλειμμα του ελληνικού δημοσίου για το έτος 1897 ύψους 22,5 εκατ. φράγκων και οι δαπάνες έκδοσης του δανείου (προμήθειες τραπεζών μεσιτικά, χαρτόσημα) ύψους 3,5 εκατ. φράγκων.

 

  1. Υποθήκευση φορολογικών εσόδων, ώστε να εξασφαλισθεί η αποπληρωμή των δανείων. Στο ΔΟΕ θα αποδίδονταν τα έσοδα των μονοπωλίων αλατιού, πετρελαίου, σπίρτων, τραπουλόχαρτων, τσιγαρόχαρτων και σμυρίδας Νάξου, ο φόρος καπνού, τα τέλη χαρτοσήμου και οι δασμοί του τελωνείου Πειραιά. Ο ΔΟΕ θα αξιολογούσε τις κρατικές υπηρεσίες για την αποδοτικότητα και τη φοροεισπρακτική τους ικανότητα.

 

Στην Ελλάδα επιβλήθηκε επίσης μια ισοτιμία της δραχμής προς τα ξένα νομίσματα ευνοϊκή για τους δανειστές και της αφαιρέθηκε το δικαίωμα της τύπωσης χαρτονομίσματος. Το υπερβολικότερο όλων όμως ήταν ότι η Διεθνής Επιτροπή Ελέγχου έθεσε υπό τον έλεγχο της και τις προσλήψεις, τις μεταθέσεις και προαγωγές των υπαλλήλων του στενού Δημοσίου τομέα. Ουσιαστικά η Ελληνική Εθνική κυριαρχία είχε πάψει να υφίσταται, ενώ ο Ελληνικός λαός εργαζόταν στην κυριολεξία υπό ένα ιδιότυπο και πρωτόγνωρο καθεστώς Ευρωπαϊκής αιχμαλωσίας. Φυσικά ο Ελληνικός στρατός υπήρχε μόνο στα χαρτιά, καθώς δεν υπήρχαν πόροι για την συντήρηση του, δεν αγοραζόταν πολεμικό υλικό, δεν γίνονταν ασκήσεις και η στρατιωτική θητεία είχε ελαχιστοποιηθεί.

Όταν λειτούργησε η επιτροπή του Ελέγχου, οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις χορήγησαν δάνειο 170.000.000 χρυσών φράγκων, ώστε η Ελλάδα να πληρώσει την αποζημίωση στην Τουρκία για την πολεμική της ήττα και να αντιμετωπίσει το τρέχον υψηλό της έλλειμμα. Ο Δ.Ο.Ε. διαδραμάτισε σημαντικότατο ρόλο στα δημόσια οικονομικά της Ελλάδας από την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα μέχρι τον οριστικό τερματισμό του το 1978. Η Εθνική ταπείνωση δεν είχε προηγούμενο και τονίστηκε από τον Τύπο της εποχής με μελανά χρώματα. Η ισχυροποίηση της δραχμής που επιβλήθηκε και η δυσχέρεια του κράτους να επενδύσει έπληξε την Ελληνική παραγωγικότητα και ανάπτυξη. Κυρίως δοκιμάστηκαν οικονομικά τα μικροαστικά κρατικοδίαιτα κοινωνικά στρώματα, που ενδυνάμωσαν το ρεύμα μετανάστευσης προς την Αμερική.

Επιτεύχθηκε όμως η πλήρης εξυγίανση του τραπεζικού τομέα και της Εθνικής τράπεζας και η αναγκαστική δημοσιονομική πειθαρχία της Ελλάδας, που έμαθε να λειτουργεί χωρίς ξένη υποστήριξη στηριζόμενη σε δικές της δυνάμεις και έσοδα. Στα σκληρά και αποικιοκρατικά μέτρα του Διεθνούς Ελέγχου στηρίχθηκε η Ελληνική ανάπτυξη και Εθνική Αναγέννηση, που ακολούθησε την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα και οδήγησε στους ένδοξους Βαλκανικούς πολέμους. Άλλη μια επιβεβαίωση πως οι ανείπωτες δοκιμασίες δεν λυγίζουν, αλλά χαλυβδώνουν και φανερώνουν το μέταλλο και το χαρακτήρα ενός λαού.

Δημήτριος Γούναρης, ελαιογραφία του Επαμεινώνδα Θωμόπουλου. Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων.

Δημήτριος Γούναρης, ελαιογραφία του Επαμεινώνδα Θωμόπουλου. Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων.

Δεκάδες, βέβαια, ήταν οι περιπέτειες στις οποίες υποβλήθηκε το ελληνικό κράτος, ακόμη και σε ιδιαίτερα δύσκολες στιγμές. Το 1922 η κυβέρνηση Δ. Γούναρη, για να αντιμετωπίσει τις ανάγκες του στρατού, που μαχόταν στη Μικρά Ασία, εξέδωσε 550 εκατομμύρια σε χαρτονομίσματα, χωρίς τη συγκατάθεση των τροϊκανών. Ο «Έλεγχος» εξανέστη και απαίτησε «ζεστό» χρήμα από τον αρμόδιο υπουργό Οικονομικών Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, ο οποίος δεν πρόλαβε να αντιδράσει, αφού μαζί με τον πρωθυπουργό και τέσσερις ακόμη συναδέλφους του εκτελέστηκαν στο Γουδί.

Λίγα χρόνια αργότερα ο Ελευθέριος Βενιζέλος κήρυξε στάση πληρωμών την 1η Μαΐου 1932, ως απόρροια της οικονομικής κρίσης του προηγούμενου χρόνου. Οι τροϊκανοί της εποχής εξανέστησαν εκ νέου και μαζί τους σχεδόν όλη η Ευρώπη και η Αμερική! Χαρακτηριστική είναι έκθεση που έστειλε ο πρεσβευτής της Ελλάδος στο Λονδίνο (1935), γράφοντας: «Η συζήτησίς μου με τους εμπειρογνώμονας υπήρξεν εξόχως διαφωτιστική. Το Φορέϊν Οφφις πνέει μένεα εναντίον μας»!

Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1946, το Ηνωμένο Βασίλειο σε συμφωνία με τη Γαλλική Κυβέρνηση δήλωσε «έτοιμο να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με την Ελληνική Κυβέρνηση για τη λήξη των δραστηριοτήτων της Διεθνούς Οικονομικής Επιτροπής του 1898». Αλλά, ως εκ θαύματος, ο Έλληνας αντιπρόσωπος, που παραβρέθηκε στη Διάσκεψη της Ειρήνης των Παρισίων (1946), συνηγόρησε υπέρ της παραμονής του «Ελέγχου» με αποκλεισμό μόνον της Ιταλίας. Έτσι έμεινε πάλι Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος στην Αθήνα!

Ελευθέριος Βενιζέλος. Αρχείο: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών & Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος».

Ελευθέριος Βενιζέλος. Αρχείο: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών & Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος».

Αλλά η μακρά σειρά των διατυπώσεων, που ζητούσε ο «Έλεγχος» προβλημάτιζε τις μεταπολεμικές κυβερνήσεις. Υπουργεία και υπηρεσίες διαμαρτύρονταν διαρκώς για τις δυσχέρειες, που παρουσιάζονταν στη διοίκηση με την παρουσία του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου. Μέχρι που ο Σοφοκλής Βενιζέλος – το 1951- από το βήμα της Βουλής δήλωνε πως ο Έλεγχος «θεωρείτο ουσιαστικώς κατηργημένος». Αλλά μόνον κατηργημένος δεν ήταν, αφού ταλάνισε την ελληνική οικονομία και πραγματικότητα για 27 ολόκληρα χρόνια ακόμη.

Το τέλος εκείνης της ογδοηκονταετούς περιπέτειας δόθηκε με νόμο που εξέδωσε ο Θανάσης Κανελλόπουλος το 1978. Επιστρατεύοντας μάλιστα τη «σπιρτάδα» και το χιούμορ, που τον διέκρινε, στο έγγραφο που απέστειλε στη Βουλή έγραφε ότι με το νομοσχέδιο για τη διάλυση της Διεθνούς Οικονομικής Επιτροπής όχι μόνον δεν προκαλείτο δαπάνη σε βάρος του Προϋπολογισμού, αλλά πραγματοποιούνταν οικονομίες περίπου τετρακοσίων χιλιάδων δραχμών, που αντιστοιχούσαν στα έξοδα λειτουργίας της (ενοίκιο, κοινόχρηστα, φωτισμός, τηλέφωνα κ.ά.).

Όπως τότε έτσι και σήμερα η Ελλάδα βαίνει ολοταχώς προς διεθνή οικονομικό έλεγχο. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Το σκηνικό, που προετοιμάζουν τα Μνημόνια, σε ένα τέτοιο σενάριο παραπέμπουν. Η Ελλάδα θα μετατραπεί σε προτεκτοράτο. Άλλοι θα διαχειρίζονται έσοδα και έξοδα με πρώτο και βασικό μέλημα την αποπληρωμή του χρέους. Ό,τι περισσεύει, θα πηγαίνει σε μισθούς, συντάξεις, σχολεία, νοσοκομεία κλπ. Κι αν δεν περισσεύει; Τότε θα πρέπει να βρεθούν άλλες πηγές εσόδων. Νέες μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις; Νέοι φόροι; Πώληση ή υποθήκευση κρατικής περιουσίας, εκχώρηση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας; Μπορεί και όλα μαζί.

Με το δεδομένο αυτό ελάχιστη σημασία έχουν τα μέτρα που λαμβάνονται κάθε φορά. Όποια κι αν είναι αυτά, ό,τι κι αν διαπραγματευτούμε σήμερα, αύριο μπορεί να ανατραπεί και μάλιστα με μηχανισμούς πέρα και έξω από τα θεσμικά όργανα του κράτους. Κάθε ελληνική κυβέρνηση θα κάνει ό,τι μπορεί, αλλά με τη χώρα δεμένη στα Μνημόνια δεν μπορεί να κάνει σχεδόν τίποτα.

Η τρόικα κάθε φορά που έρχεται, έρχεται για να μείνει. Η προτίμηση, που δείχνει για τη χώρα μας το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και οι ελεγκτές του, δείχνει ότι η ελληνική φιλοξενία είναι παροιμιώδης. Οι εκπρόσωποί του φαίνεται πως δεν μπορούν να ζήσουν μακριά από τον αττικό ουρανό. Γι’ αυτό την προηγούμενη φορά που μας επισκέφθηκαν – με την ονομασία Διεθνής Οικονομική Επιτροπή- έμειναν ογδόντα (80) ολόκληρα χρόνια, από το 1898 έως το 1978!

Η επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου το 1898, προϊόν της πτώχευσης του 1893 και της ήττας του 1897, είναι το τέλος μιας μακράς πορείας δημοσιονομικής αποσύνθεσης. Το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν ήταν πρόβλημα διαχείρισης, αλλά πρόβλημα πόρων και μιας άνευ όρων ανάπτυξης μέσω χρηματοπιστωτικών κινήσεων. Μια χώρα χωρίς έδαφος, χωρίς πληθυσμό, χωρίς πόρους, ζήτησε να φτιάξει υποδομές στηριζόμενη στο δανεισμένο χρήμα.

Ωστόσο αυτή ήταν η αφορμή να αναπτυχθούν δυνάμεις αλλαγής τόσο στο εσωτερικό του στρατεύματος όσο κυρίως στο πολιτικό πεδίο, οι οποίες οδήγησαν στην Επανάσταση στο Γουδί το 1909 και στην έλευση του Ελευθέριου Βενιζέλου στην Αθήνα, η οποία θα οδηγούσε την Ελλάδα, λίγα χρόνια μετά την ήττα, στους εθνικούς θριάμβους των Βαλκανικών Πολέμων και στην απελευθέρωση της Μακεδονίας, της Ηπείρου και της Θράκης. Με τους ελληνικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας, της Θράκης, της Ηπείρου, των νησιών και της Μικράς Ασίας να περιμένουν την έξοδό τους από την καταρρέουσα οθωμανική αυτοκρατορία, το ζήτημα της επέκτασης των συνόρων του μικρού ελληνικού βασιλείου ήταν τότε η μόνη λύση.

Σήμερα όμως δεν έχουμε άλλα εδάφη να διεκδικήσουμε. Έχουμε όμως δυνατότητες αύξησης των φορολογικών εσόδων, περιορισμού της αντιπαραγωγικής σπατάλης του Δημοσίου και αύξησης των εθνικών πόρων από μια συνετή διαχείριση των κοινοτικών κονδυλίων σε παραγωγικούς τομείς, όπως ο βιομηχανικός τομέας, ο τουρισμός, η ναυτιλία, η εκσυγχρονισμένη γεωργία, το εμπόριο, η βιομηχανία τροφίμων, η ενέργεια και νέοι δυναμικοί κλάδοι, που αποτελούν διαρκείς και μόνιμες πηγές πλούτου, ανάπτυξης και ευημερίας.

Για να κατακτήσουμε όμως αυτά τα αγαθά, πρέπει να νικήσουμε στη μάχη εναντίον του οικονομικού παρασιτισμού και εναντίον της πολιτικής και διοικητικής γραφειοκρατίας. Και ταυτόχρονα να αναπτύξουμε σε δίκαιη και ορθολογική βάση το δίκτυο προστασίας για τους συμπολίτες μας, που έχουν ανάγκη τη μέριμνα του κράτους.

 

Αλέξης Τότσικας

Δεύτερη Ανάγνωση, σελ. 27-33, Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Απρίλιος 2013.

Διαβάστε ακόμη:

Οικονομικές κρίσεις και  χρεοκοπία (19ος – 20ος αιώνας)

 

Read Full Post »

Όψεις της εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής του Αλή Πασά. Ελένη Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη, Ο Ερανιστής», τόμος 19, Όμιλος Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 1993. 


 

Προσωπογραφία του Αλή Πασά. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο, 1826.

Προσωπογραφία του Αλή Πασά. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο, 1826.

Η εξωτερική πολιτική του Αλή Πασά έχει γίνει επανειλημμένα αντικείμενο έρευνας και αρκετά βιβλία αφιερώνουν μεγάλο μέρος τους στο θέμα αυτό. Συχνά επίσης έχουν εξεταστεί και οι επαφές του Αλή με τους σύγχρονούς του ξένους περιηγητές. Εντούτοις η ιδιαίτερη αύτη σχέση που ανέπτυσσε, ο Αλή Πασάς, και σε μικρότερο βαθμό ο γιος του Βελή Πασάς, με τους ξένους που τους επισκέπτονταν, σε αντίθεση με τους άλλους υψηλά ιστάμενους αξιωματούχους της Οθωμανικής Αυτοκρα­τορίας, δεν τονίζεται πάντοτε επαρκώς, ούτε άλλωστε διερευνάται βα­θύτερα.

Στην πραγματικότητα η στάση του αυτή αποτελούσε μια μορφή άσκη­σης της εξωτερικής πολιτικής του. Και τούτο είτε γιατί οι ξένοι αυτοί πε­ριηγητές είχαν τη διπλή ιδιότητα του ταξιδιώτη και του επίσημου αντι­προσώπου ενός κράτους, κατά κύριο λόγο της Γαλλίας ή τής Βρετανίας, με συγκεκριμένη αποστολή στην επικράτειά του, είτε διότι οι περιηγητές αυ­τοί ήταν, ή ο Αλής πίστευε ότι ήταν, πρόσωπα σημαντικά στην πατρίδα τους, που θα μπορούσαν ενδεχομένως να εξυπηρετήσουν τα σχέδιά του και να διαδώσουν τη φήμη του. Σε κάθε περίπτωση ο Αλής προσπαθούσε, συχνά με μεγάλη επιτυχία, να δημιουργήσει ευνοϊκή εικόνα για το άτομό του δίνοντας την εντύπωση του άξεστου ίσως, άλλά ικανού, φιλοπρόοδου και φωτισμένου ηγέτη που με επιτυχία κυβερνούσε ως απόλυτος μονάρχης την επικράτειά του και εισήγαγε νέο πνεύμα και μεθόδους άγνωστες στην υπόλοιπη Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η εντυπωσιακή προσωπικότητα του Αλή, οι έξυπνοι χειρισμοί του και η πονηριά με την οποία κολάκευε τη ματαιοδοξία των ξένων είχαν τις περισσότερες φορές το επιθυμητό αποτέλεσμα. Έτσι οι περισσότεροι επι­σκέπτες έφευγαν από τα Γιάννινα γοητευμένοι και επαινώντας το έργο του, έχοντας δώσει μικρή ή καθόλου σημασία στην τυραννική του διακυ­βέρνηση, στον συμφεροντολογικό χαρακτήρα των ενεργειών του και στις αρνητικές συνέπειες που είχε η επέκταση της εξουσίας του στον ελλαδικό χώρο. Δεν ήταν πολλοί εκείνοι που πρόσεξαν μεν τα νεωτεριστικά στοιχεία που είχε εισαγάγει, αντιλήφθηκαν όμως παράλληλα και τα μελανά σημεία της διακυβέρνησής του και τις οδυνηρές επιπτώσεις που είχε για τους Έλληνες, χωρίς να παρασυρθούν από το προσωπείο που παρουσίαζε για να εντυπωσιάσει τους περιηγητές.

William Martin Leake, by Christian Albrecht Jensen oil on canvas, 1838

William Martin Leake, by Christian Albrecht Jensen oil on canvas, 1838

Πιο κάτω θα εξετάσουμε ορισμένες επιστολές του Αλή Πασά προς τρία πρόσωπα – τα δύο απ’ αυτά, ο Γεώργιος Φορέστης και ο William Martin Leake, είχαν άμεση σχέση με τη διαμόρφωση της εξωτερικής πο­λιτικής του. Ο γνωστός περιηγητής William Martin Leake, που βρισκό­ταν σε ειδική αποστολή στην Ελλάδα από το 1804 σταλμένος από το Foreign Office, εκπροσωπούσε επισήμως τη Βρετανία στην αυλή του Αλή Πασά από το 1809. Μετά την αναχώρησή του στη θέση αυτή τον διαδέ­χτηκε ο Γεώργιος Φορέστης το 1810. Το τρίτο πρόσωπο με το οποίο επίσης αλληλογραφούσε ο Αλή Πασάς ήταν ο φιλέλληνας Frederick North, ο μετέπειτα λόρδος Guilford, τον οποίο ο Βεζύρης είχε γνωρίσει ως απλό περιηγητή. Από τα γράμματα αυτά μπορούμε να δούμε διάφο­ρες πτυχές και πρακτικές της πολιτικής του Αλή σε σχέση με τη Μεγάλη Βρετανία, καθώς οι άντρες στους οποίους απευθύνονταν ήταν οι μεν δύο Βρετανοί και ο τρίτος Έλληνας αλλά και αυτός στην υπηρεσία της Βρε­τανίας. Ταυτόχρονα μπορούμε να παρακολουθήσουμε μέχρι κάποιο σημείο τη νοοτροπία του Αλή, διάφορα θέματα που σχετίζονται με γεγονότα στο εσωτερικό της επικράτειάς του αλλά και τον αντίχτυπο των διεθνών πολι­τικών εξελίξεων στις πράξεις και τη διαμόρφωση της πολιτικής του.

Η πρώτη, και χρονικά παλαιότερη, επιστολή του Αλή, γραμμένη από τα Γιάννινα στις 2/14 Δεκεμβρίου 1808, απευθύνεται στον Γεώργιο Φορέστη. Ο Γ. Φορέστης ήταν γιος του Σπυρίδωνα Φορέστη από τη Ζά­κυνθο∙ ο πατέρας του ήταν αρχικά γενικός πρόξενος της Βρετανίας στην Κέρκυρα, και με την ίδρυση της Επτανήσου Πολιτείας διορίστηκε, στις 29 Ιουνίου 1803, από τον Γεώργιο Γ’ της Μ. Βρετανίας «επιτετραμμένος λειτουργός» (Resident Minister) στο ίδιο νησί. Οι Βρετανοί του προσέφεραν για τις υπηρεσίες του τίτλο ευγενείας. Ο Γεώργιος Φορέστης είχε σταλεί να σπουδάσει στην Αγγλία, αλλά η συμπεριφορά του νέου εκεί δεν προδίκαζε την καλή εξέλιξη που θά είχε αργότερα – το είχε ρίξει στη χαρ­τοπαιξία και αναγκάστηκε να γυρίσει μάλλον άδοξα στην πατρίδα του. Μετά την επιστροφή του άρχισε να εργάζεται κι αυτός για τους Άγγλους, δεν γνωρίζουμε όμως πότε και πώς άρχισε τη σταδιοδρομία του. Την εποχή που του γράφει ο Αλή Πασάς ο Γεώργιος Φορέστης δεν είχε, από όσο ξέρουμε, κάποιο επίσημο αξίωμα στην υπηρεσία της Βρετανίας, το γράμμα όμως κάνει φανερό ότι είχε δραστήρια ανάμειξη στην πολιτική της στην περιοχή. Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο Γ. Φορέστης ορίστηκε πρόξενος στα Γιάννινα τους πρώτους μήνες του 1810 και από τότε η δράση του κοντά στον Αλή και οι ενέργειές του αναφέρονται, συχνά τόσο στα επίσημα έγγραφα της εποχής όσο και από τους περιηγητές που επισκέπτονταν τα Γιάννινα. Δυστυχώς δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη εργασία για την προσωπικότητα και τη δράση ούτε του Σπυρίδωνα ούτε του Γεωργίου Φορέστη, μολονότι αποτελούν σημαντικές προσωπικότητες για την εποχή τους και έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στα Επτάνησα κατά τη διάρκεια της Αγγλοκρατίας αλλά και πριν από αυτήν, και αναφέρονται πολύ συχνά από τους περιηγητές της εποχής.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Ελένης Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Όψεις της εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής του Αλή πασά

 

Σχετικά θέματα:

William Martin Leake (1777-1860)

Γκίλφορδ Φρέντερικ Νορθ  – Frederick North Guilford (1766-1827)

Ο Αλή Πασάς ο Τεπελενλής και η περιουσία του, Ahmet Uzun, Cumhuriyet Üniversitesi

 

Read Full Post »

Οι αναβαθμοί της απομνημόνευσης και οι πολιτικές στρατηγικές μιας οικογένειας, Ευτυχία Λιάτα, «Ο Ερανιστής», τόμος 20, Όμιλος Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 1995. 


 

 «Ὁ ἔχων ἀπαίτησιν νά ἧναι ἀρχηγός, θυσιάζει αὐθορμήτως

ἀείποτε τά ἑαυτοῦ συμφέροντα χάριν τῶν οικογενειακῶν, καὶ

οὐδέποτε εκμεταλλεύεται τὰ τῆς οικογενείας, καὶ δή, τὰ

τιμαλφέστερα χάριν τῶν ἑαυτοῦ.»

 (Επιστολή Ανδρέα Α. Δεληγιάννη

προς Θεόδωρο Π. Δεληγιάννη, 22/9/1873.)

 

Είναι γνωστή η βαθιά αντιδικία μεταξύ στρατιωτικών και πρου­χόντων, των «πολιτικών», όπως νωρίς ονομάστηκαν, για τη σπου­δαιότητα του ρόλου που καθεμιά από τις δύο αυτές κοινωνικές ομάδες δια­δραμάτισε στην ελληνική Επανάσταση. Αντιδικία που αποκρυσταλλώνεται σε πολιτικό λόγο όταν οι πολεμικές συγκρούσεις έπαυσαν πλέον, και στην ουσία επαναλαμβάνει όσα στοιχεία πολιτικού λόγου ενείχαν ρήξεις που είχαν ήδη συμβεί κατά τη διάρκεια του Αγώνα. Στο πεδίο της εξασφάλισης προνομίων και ανταμοιβών από την κυβέρνηση όσοι συνεισέφεραν, κυρίως σε υλικά μέσα, εμπλέκονται σε μια διελκυστίνδα διεκδικήσεων κάτω από το ένδυμα των οφειλόμενων αποζημιώσεων∙ ο λόγος λοιπόν για το μέγιστο μερίδιο και ο δρόμος προς το επιδιωκόμενο ο ίδιος για όλους: περνάει σε πρώτο επίπεδο από τη διογκωμένη προβολή – επιτυχέστερα μάλιστα δι’ αποδείξεων – του ρόλου που ο διεκδικητής διαδραμάτισε σ’ εκείνο τον κοινό αγώνα, και σε δεύτερο επίπεδο από την υποβάθμιση του ρόλου των άλλων. Με τη μέθοδο συνήθως των αποσιωπήσεων, της παραγνώρισης και όχι πάντα απαραίτητα της καταγγελίας διαμορφώνεται η εικόνα των ιστορικών γεγονότων και των προσώπων που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτά. Ο επίζηλος ρόλος του πρωταγωνιστή δεν επιφέρει μόνο δόξα αλλά και υλικά αγαθά: γι’ αυτό και πολλοί οι εκ των υστέρων διεκδικητές του σε ένα συντελεσμένο πολυπρόσωπο δράμα, όπου η σαφής διάκριση των ρόλων και δύσκολα κατορθωτή ήταν και όχι πάντα ξεκάθαρη.

Κανέλλος Δεληγιάννης, ελαιογραφία.

Κανέλλος Δεληγιάννης, ελαιογραφία.

Μόνοι αδιάψευστοι μάρτυρες τα γραπτά τεκμήρια∙ όμως κι αυτά δεν υπήρχαν πάντα, μολονότι κάποιοι φρόντιζαν ακόμα και μέσα στη δίνη του πολέμου να τα εξασφαλίσουν και να τα διαφυλάξουν, κάποτε δίχως την επιθυμητή ως το τέλος επιτυχία. Το μόνο που απέμενε πλέον ήταν η προ­σωπική μαρτυρία των αγωνιστών, όσων επέζησαν αυτοί βίωσαν τα γεγονότα, έστω κι αν τ’ αντιμετώπισαν από διαφορετική σκοπιά ο καθένας και έτσι, όταν υποχρεώθηκαν να τ’ ανακαλέσουν, τ’ αναπαράστησαν αναμφί­βολα με αρκετή υποκειμενικότητα, όμως κυρίως αυτοί υπήρξαν μάρτυρες γεγονότων. Βέβαια, οι πράξεις, τα συμβάντα συντελέστηκαν μ’ ένα και μοναδικό τρόπο∙ η πρόσληψη και η εκ των υστέρων εκτίμηση υπήρξε δια­φορετική, συχνά συνειδητά παραμορφωμένη αποβλέποντας στο προσδο­κώμενο κέρδος (ηθικό και υλικό), κάποτε αθέλητα ως φυσική συνέπεια μιάς προδοτικής μνήμης, η οποία, όταν ύστερα από μακρό χρονικό διάστημα αναγκάζεται ν’ ανακαλέσει σκηνές από το παρελθόν – στην πλεινότητά τους δυσάρεστες – συγχέει το πλαστό, το επιθυμητό, με την αλήθεια του συντελεσμένου γεγονότος. Έτσι η ιστορική πραγματικότητα επιδέχεται την πρώτη της ιδεολογική χρήση ενώ ακόμα είναι νωπή, σχεδόν ζωντανή και μάλιστα από τους ίδιους τους δημιουργούς-της.

Οι αγωνιστές, οι άνθρωποι της Επανάστασης που βίωναν και διαμόρ­φωναν τα γεγονότα δίνοντας καθημερινά αγώνα ζωής και θανάτου, δεν σκέφτονταν το απώτερο μέλλον, μονάχα το εγγύς, το αύριο και με τους ίδιους από την πλευρά των ζωντανών έχοντας κερδίσει το παιχνίδι με το θάνατο. Πολύ περισσότερο οι άνθρωποι του Αγώνα δεν οραματίζονταν δάφνες και δόξες που άλλωστε ποιος ξέρει αν είχαν καν συνείδηση, έστω και αμυδρή εικόνα, από ποιόν να τις περιμένουν όλα για την πατρίδα, κα­θώς ώμνυαν. Τούτο, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι αδιαφορούσαν για την κα­ταγραφή των πράξεών τους, δηλαδή του παρόντος: θέλουν να δουν τ’ όνομά τους, τα πολεμικά τους έργα στα «Ελληνικά Χρονικά» του Μεσολογ­γίου λόγου χάρη και αντιδρούν στην αποσιώπηση. Όμως, τί άλλο ήταν στο μυαλό τους αυτή η πατρίδα πέρα από ένα ιδεολόγημα; Όχι ασφαλώς κυβέρνηση και υπουργοί κι αξιώματα και Σύνταγμα και γραφειοκρατία κι αλισβερίσι∙ αυτά προέκυψαν αργότερα. Στη διάρκεια του Αγώνα οι φιλοδοξίες ικανοποιούνταν από ιεραρχικά συστήματα, στρατιωτικά, πολιτι­κά, διοικητικά, που είχαν ήδη τεθεί σε εφαρμογή.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Ευτυχίας Λιάτα πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Οι αναβαθμοί της απομνημόνευσης και οι πολιτικές στρατηγικές μιας οικογένειας

 

Read Full Post »

Ο Καποδίστριας στο Άργος – Επισκέψεις και διαμονή του στην πόλη από το 1828 ως το 1831. Βασίλης Κ. Δωροβίνης.


 

 

Στα πλαίσια ευρύτερης εργασίας μου, που περιέλαβε αποδελτίωση βι­βλιογραφίας και πολυετή έρευνα σε αρχειακές πηγές, στην Ελλάδα και στο Παρίσι, βρέθηκα να εξετάσω, παρεμπιπτόντως, τη σχέση του Κα­ποδίστρια με την πόλη του Άργους, σχέση που αποδεικνύεται άμεση και συνεχής. Σε άλλη μελέτη μου [1] έδειξα την προσωπική ανάμιξη του Κυ­βερνήτη στο σχεδιασμό και στην ανέγερση δημοσίων κτηρίων στην πόλη αυτή, σε επιμέρους μελέτες που ήδη προγραμμάτισα τη δημοσίευση τους, με αντικείμενο τα δημόσια κτήρια και του Άργους, η ανάμιξη αυ­τή θα φανεί σε όλες τις λεπτομέρειες της [2], ενώ σε χωριστό άρθρο που ετοιμάζω για προσεχές τεύχος του «Ελλέβορου» θα αναφερθώ στην ορ­γάνωση και διεξαγωγή της Δ’ Εθνοσυνέλευσης του 1829 στο Άργος.

Στο παρόν άρθρο έχω συγκεντρώσει τις βεβαιωμένες και διασταυρω­μένες πληροφορίες για τις επισκέψεις και τη διαμονή του Καποδίστρια στο Άργος, από το 1828 μέχρι τη δολοφονία του (27-9-1831). Λίγους μήνες, λοιπόν, μετά την άφιξή του στην Ελλάδα (7-1-1828) και ενώ η έδρα της Κυβερνήσεως και, επομένως, η «κύρια κατοικία» του Κυβερνή­τη, μέχρι το φθινόπωρο του 1829 (οπότε η έδρα μεταφέρθηκε στο Ναύ­πλιο), βρισκόταν στην Αίγινα, δεν είχε ακόμα οριστικά αποφασιστεί αν η μεταφορά της πρωτεύουσας θα γινόταν στο Ναύπλιο ή στο Άργος.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

Τού­το φαίνεται από ενέργειες του πρώτου συμβουλευτικού σώματος που ιδρύθηκε επί Καποδίστρια, του «Πανελληνίου», αλλά και από έγγραφα του ίδιου. Έτσι, από απάντησή του στο τελευταίο, με ημερομηνία 21-8-1828 [3], πληροφορούμαστε ότι είχε λάβει έγγραφο του Πανελληνίου της προηγουμένης (με αρ. 35), στο οποίο εκφραζόταν η επιθυμία να γίνει μεταφορά της πρωτεύουσας σε μία από τις δυο πόλεις, πράγμα που εκ­φράστηκε και «δια ζώσης», από τον Α. Δεληγιάννη και τον Ζαΐμη, «Προβούλους» (μέλη) του Πανελληνίου, που και του εγχείρησαν το έγ­γραφο αυτό. Ο Κυβερνήτης απαντούσε ότι ήταν απόλυτα σύμφωνος με τη μεταφορά, αλλά ότι επρόκειτο για σημαντικό θέμα με το οποίο όφει­λε να ασχοληθεί η Κυβέρνηση, όπως επίσης και ότι «εις ολίγον διάστημα καιρού» θα έπρεπε να βρεθεί κατοικία για τον ίδιο στο Ναύπλιο ή στο Άργος.

Στην τοπική ιστορική μνήμη, όπως παρέμεινε ζωντανή μέσα από τα γραπτά σοβαρών λογίων, πέρασε το γεγονός ότι ο Καποδίστριας επι­σκεπτόταν κατά καιρούς και διέμενε στο Άργος. Έτσι, ο Βαρδουνιώτης, στο έργο του «Καταστροφή του Δράμαλη» [4], αναφέρει ότι «Ο Κυ­βερνήτης Καποδίστριας ετίμα εξόχως και υπερηγάπα τον Τσώκρην. Ως εκ τούτου, οσάκις ήρχετο εις Άργος, τούτο δε έπραττε συνεχώς, διέμενεν εις την οικίαν του Τσώκρη, εν η τω παρεχωρήθη αίθουσα, η νοτιοδυ­τική, και σώζεται εν μικρόν γραφείον του Κυβερνήτου, ως πολύτιμον κειμήλιον της οικογενείας». Η πληροφορία αυτή επαναλαμβάνεται, κατά λέξη, από τον Κ. Ολύμπιο, σε μεταγενέστερο άρθρο του [5].

Ας δούμε, όμως, κατά χρονολογική σειρά, τις βεβαιωμένες επισκέψεις του Καποδίστρια στο Άργος, οπότε και θα διευκρινισθεί το θέμα της παραμονής και φιλοξενίας του στο σπίτι του Τσώκρη. Με έδρα την Αίγι­να, η επαφή και παραμονή στην Αργολίδα γινόταν συνήθως με πλοίο, που έπιανε στο λιμάνι του Ναυπλίου. Εκεί ο Καποδίστριας φιλοξενείτο στο σπίτι του Εμμ. Ξένου, στο οποίο επισκευές είχε φροντίσει να γίνουν ο Φρούραρχος της πόλης Χάιντεκ [6].

Η πρώτη επίσκεψή του στο Άργος μαρτυρείται από δημοσίευμα της τότε εφημερίδας της Κυβερνήσεως, δη­λαδή της «Γενικής Εφημερίδος», τον Απρίλιο του 1828 [7]. Σε αυτό αναφέ­ρεται ότι:

 

«Ο Κυβερνήτης επέρασε την νύκτα εις το χωρίον Άγιον Γεώργιον, και την 6 (Απριλίου) έφθασεν εις το Άργος, όπου έμεινεν έως σήμερον πολλά πρωί. Ενησχολήθη επίσης εις το να επισκεφθή καθ’ όλα της τα μέρη ταύτην την πόλιν, ήτις εξέρχεται καθ’ ημέραν εκ των ερειπίων της, και ήτις παριστάνει δια της κινήσεως της φιλοτεχνίας και του εμπορίου πολλά παρηγορητικόν θέαμα. Ο Κυβερνήτης έδωκεν επίσης και εις το Άργος διαφόρους ακροάσεις, και εδέχθη πολλάς αναφοράς. Κατά δε την 8 ώραν το πρωί (Σημ. Σ. της 11 Απριλίου, δηλαδή μετά πέντε μέρες παραμονής στο Άργος) έφθασεν εις Ναύπλιον».

 

Σημειώνω ότι, τότε, το σπίτι του Δημ. Τσώκρη είχε οικοδομηθεί, τουλάχιστο κατά κύριο μέρος του, στην πόλη [8].

Πάλι από τη «Γεν. Εφημερίδα» πληροφορούμαστε [9] ότι από τις 7 Ιου­λίου είχε επιβιβαστεί ο Καποδίστριας στο ρωσικό πλοίο «Αζόφ», ότι στις 8 έφτασε στη Μεσσηνία κι ότι από κει, δια ξηράς, έφτασε στις 13 στους Μύλους. «Αποφασίσας να κάμη την οδοιπορίαν του δια ξηράς εις Ναύπλιον, δια να επισκεφθή τας κατειρηπωμένας πόλεις και χωρία της Πελοποννήσου». Και ασφαλώς, τότε, θα πέρασε από το Άργος, δεδομέ­νου ότι η επαφή από Μύλους προς Ναύπλιο γινόταν οδικά μέσω Άρ­γους, αφού δεν υπήρχε παραλιακός δρόμος και, επιπλέον, από πολλές γραπτές μαρτυρίες είναι γνωστό ότι τα έλη στην παραλία Μύλων – Ναυπλίου ανέδιδαν τόσην αποφορά, που πρακτικά ήταν σχεδόν αδύνατο να πραγματοποιηθεί ομαλή πορεία από την παραλία. Στις 16 έφτασε στην Ελευσίνα.

Για το 1829, και σύμφωνα με άλλο δημοσίευμα της ίδιας εφημερί­δας [10], φαίνεται να είχε επισκεφθεί ο Καποδίστριας πρόσφατα το Άργος, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό, ενώ λίγες μέρες αργότερα (Απρίλιος) οι Αργείοι, πρώτοι από τους κατοίκους όλων των άλλων πόλεων και με την προοπτική της σύγκλισης της Δ’ Εθνοσυνέλευσης στην πόλη, τον εξέλεξαν ομόφωνα πληρεξούσιό τους, σε «εκλεκτικήν συνέλευσιν».

Κατά την προετοιμασία της Εθνοσυνέλευσης, ο Κυβερνήτης ασχολεί­ται προσωπικά με το θέμα του καταλύματος του στο Άργος, που είναι το σπίτι του Δ. Τσώκρη. Έτσι, σε έγγραφό του της 30 Μαΐου [11], γράφει: «Διατάττεται ο παρ’ ημίν κύριος Σκαρλάτος Παπαρρηγόπουλος να μέ­τρηση εις τον πολιτικόν αρχιτέκτονα κύριον Θ. Βαλλιάνον γρόσια χίλια, γρ. 1.000, δια να συμπληρωθώσιν αι αναγκαίαι επιδιορθώσεις της εν Άργει οικίας του Τζόκρη, ήτις είναι προσδιορισμένη εις χρήσιν μας». Συναφής προς αυτό είναι η αναγραφή, με αύξοντα αριθμό 213, σε ανα­λυτική κατάσταση εξόδων του Χάιντεκ, με ημερομηνία 1 Ιουλίου 1829 [12], δαπάνης 2280 πιάστρων, «για το σπίτι της Α.Ε. του Προέδρου στο Άργος» (η αναγραφή στα γαλλικά). Εξάλλου, με το με αρ. 4963 έγγρα­φο του, της 11 Ιουνίου [13], ο Γραμματέας της Επικρατείας (αντίστοιχος προς τον σημερινό πρωθυπουργό) Ν. Σπηλιάδης, πληροφορεί τους Εκτά­κτους Επιτρόπους και τους Προσωρινούς Διοικητές ότι «Κατ’ επιταγήν της Α.Ε. του Κυβερνήτου, υπ’ αριθ. 12883, η Γενική Γραμματεία μετα­βαίνει περί τας 25 του ήδη μεσούντος εις Άργος, και θα παραμείνη εκεί καθ’ όλην την διάρκειαν της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως», δηλαδή μεταφέ­ρεται στο Άργος και το πρωθυπουργικό γραφείο.

Αλλά και ο Κολοκοτρώνης, στα Απομνημονεύματα του [14], αναφέρει σχετικά ότι ο Κυβερνήτης «έστειλε και μένα και εκατέβηκα και εγώ εις το Άργος, και εβγήκε και ο Κυβερνήτης και κόνευσε εις του Τσώκρη το σπίτι». Το ότι ο Καποδίστριας, σε όλη τη διάρκεια της Δ’ Εθνοσυνέλευ­σης, διέμεινε στο Άργος επιβεβαιώνεται και από τα κείμενά του Bory de Saint Vincent.

Στο πρώτο [15], γράφει ότι «Ο Πρόεδρος διέμενε τότε στο Άργος (Σημ. Σ. τον Ιούλιο του 1829), όπου βιάστηκα να μπω στην ακολουθία που τον συνόδευε, όταν άνοιξε τις εργασίες του Πανελληνίου (sic, εννοεί της Εθνοσυνέλευσης), σ’ ένα από τα παλαιότερα αρχαία θέα­τρα». Στην λεπτομερέστερη «Αφήγησή» του για το ταξίδι της γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής στην Πελλοπόννησο [16], βρίσκουμε πολλές πληροφορίες για τον Καποδίστρια και τη διαμονή του στο Άργος. Συ­γκεκριμένα αναφέρει ότι στις 13 Ιουλίου, μ’ ένα από τα καλύτερα άλογα του Χάιντεκ, πήγε στον αρχηγό του κράτους, «που τότε διέμενε στο Άργος (…). Ο κ. Καποδίστριας, αρχίζοντας κάθε πρωί να εργάζεται στις τέσσερεις η ώρα, βρισκόταν στο γραφείο του όταν με ανήγγειλαν στις έξι». Και παρακάτω αναφέρει ότι «Το σπίτι που οικοδόμησαν για τον πρόεδρο (sic), μικρό αλλά βολικό, με ένα όροφο και άνετη διάταξη στο εσωτερικό του, ήταν το μόνο στο Άργος το οποίο θα δεχόταν, για εξοχική κατοικία, ο υποδεέστερος των επικεφαλής του γραφείου ενός των υπουργών μας. Με την ταπεινή αλλά κομψή μορφή του και με την καθα­ριότητά του μου θύμισε εκείνους τους πύργους τραπουλόχαρτων που κα­νονικοί αστοί θέλουν να κτίσουν στα κτήματά τους και αριθμός από τους οποίους αυξάνει γρήγορα στα προάστεια του Παρισιού, ιδιαίτερα γύρω στο δάσος της Βουλόνης» (οι αναγνώστες ας έχουν υπόψη τους το σύγ­χρονο χάλι του «Τσώκρειου»…). Και για την ίδια την πόλη του Άργους σημειώνει ότι, όταν την επισκέφθηκε, δεν ήταν κατά κυριολεξία πόλη, αλλά μεγάλη κωμόπολη, με πληθυσμό καθώς έλεγαν οκτώ χιλιάδων κα­τοίκων, από τους οποίους τα τέσσερα πέμπτα, δίχως μόνιμη κατοικία, ζούσαν σε υπόστεγα.

Η «Γεν. Εφημερίς» της 13 Ιουλίου [17] αναφέρει ότι, στις 11 Ιουλίου, ο Κυβερνήτης, πεζός και δίχως φρουρά, πήγε με τους πληρεξουσίους, στις 5 το πρωί, στη λειτουργία (στο ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου) και μετά πέρασαν στο διαρρυθμισμένο για την Εθνοσυνέλευση χώρο του αρ­χαίου θεάτρου. Άνοιξε τις εργασίες της Συνέλευσης και, στις 7 το πρωί, «απήλθεν έφιππος εις την οικίαν του».

Μετά ένα, περίπου, μήνα έγινε το κλείσιμο των εργασιών της Συνέ­λευσης. Όπως αναφέρει η «Γεν. Εφημερίς» της 7 Αυγούστου [18], «Χθες έγινεν η απόλυσις της Εθνικής Συνελεύσεως. Από την 5 ώραν το πρωί οι πληρεξούσιοι ήσαν συνηγμένοι εις το συνέδριον. Πλήθος θεατών κατείχε το θέατρον και την παρακειμένην πεδιάδα. Εν ημίταγμα πεζικού, μία ίλη ιππικού και η εθνική φρουρά περιεστοίχουν τον δρόμον και τον υπέρ το θέατρον λόφον. Προαγορεύσαντος λοιπόν του Προέδρου της Συνελεύσεως ότι η πρώτη περίοδος των εργασιών αυτής ετελείωσεν, εστάλη εννεαμελής επιτροπή εις την οικίαν του Εξοχωτάτου Κυβερνήτου να τον προσκαλέση να υπάγη να απολύση την σύνοδον». Ο Καποδίστριας, συνο­δευόμενος από τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου «και τινας άλλους των ευδοκίμων» (μεταξύ τους ο Μιαούλης και ο στρατηγός Τρεζέλ, αρ­χηγός του στρατού), έφτασε στο αρχαίο θέατρο, κάθησε στην προεδρική έδρα και μετά από λίγο εκφώνησε τον λόγο του, που η εφημερίδα δημο­σιεύει παρακάτω.

Με νέο έγγραφό του, προς τους ίδιους παραλήπτες, ο Σπηλιάδης τους κοινοποίησε, στις 10 Αυγούστου, ότι στις αρχές της προσεχούς εβδομά­δας, η κυβέρνηση θα ξαναγύριζε στην Αίγινα [19]. Στις 29 Αυγούστου, σε αναλυτικό λογαριασμό τους Εκτάκτου Επιτρόπου Αργολίδας Κ. Ράδου, για τα έξοδα που έγιναν, με διαταγή του Καποδίστρια, για την Εθνοσυ­νέλευση, σημειώνεται το ποσό των 17522 γροσιών και 23 παράδων για τα έργα που έκανε ο Βαλλιάνος στη διαμόρφωση του αρχαίου θεάτρου («δια την οικοδομήν του Συνεδρίου») και «δι’ επισκευήν της οικίας εν η εκατοίκησεν η Α. Εξοχ.», σύμφωνα με τον λογαριασμό του Βαλλιάνου.

Όπως αναφέραμε, από τον Οκτώβριο του 1829 η Διοίκηση αρχίζει να μετακομίζει στο Ναύπλιο. Νέες αναφορές, γραπτές εννοείται, για διαμονή του Καποδίστρια στο Άργος έχουμε, πάλι, στη «Γεν. Εφημερί­δα». Έτσι αναφέρει [20] ότι, στο τέλος της περιοδείας του στην Πελοπόννη­σο, ο Κυβερνήτης φτάνει στο Άργος στις 31 Οκτωβρίου, όπου διανυκτε­ρεύει, και το μεσημέρι της 1 Νοεμβρίου μπαίνει στο Ναύπλιο. Προς το τέλος του μήνα ξαναγυρίζει στο Άργος και διαμένει εκεί. Στη στήλη «Εγχώριοι ειδήσεις» της ίδιας εφημερίδας, της 29 Νοεμβρίου [21], αναφέ­ρεται ότι «Από την Δευτέραν της παρούσης εβδομάδος ο Εξοχώτατος Κυβερνήτης διατρίβει εις Άργος. Σήμερον ήλθε να περάση ώρας τινάς ενταύθα (ενν. στο Ναύπλιο) προς ενέργειαν των αξιόλογων υποθέσεων, περί τας οποίας ανενδότως καταγίνεται, και αυθημερόν επέστρεψεν εις την πόλιν εκείνην». Στο επόμενο φύλλο της[22], στην ίδια στήλη, πληροφο­ρεί ότι, την προηγουμένη, ο Καποδίστριας επέστρεψε στο Ναύπλιο.

Το 1830, ο Καποδίστριας συνεχίζει να μεταβαίνει και να διαμένει στο Άργος, όπου είχαν κτίσει σπίτια επιφανείς της αντιπολίτευσης, όπως ο Σπ. Τρικούπης, ο άγγλος στρατηγός Ρ. Τσερτς και ο άγγλος πρεσβευτής Ντώκινς. Πάλι από τη «Γεν. Εφημερίδα» πληροφορούμαστε ότι, κατά το επόμενο έτος, το βράδυ της 10 Ιουνίου 1831, ο Καποδίστριας πάει στο Άργος [23], για τα εγκαίνια του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου, που γίνο­νται το πρωί της 11 Ιουνίου. Στα εγκαίνια αυτά δόθηκε μεγάλη επιση­μότητα [24]. Μαρτυρία της ίδιας εφημερίδας [25] αναφέρει νέα επίσκεψη του στις 13 Ιουλίου, και ότι επιστρέφει στο Ναύπλιο την επομένη το βράδυ.

Τελευταία αναφορά της εφημερίδας αυτής, για άλλη επίσκεψη του Καποδίστρια στο Άργος, υπάρχει στα τέλη Αυγούστου [26], όπου γίνεται μνεία για μετάβασή του στην πόλη το δειλινό της 27 Αυγούστου, καθώς και επιστροφή του στο Ναύπλιο το βράδυ της 28, δηλαδή ένα μήνα πριν από τη δολοφονία του.

Οι μαρτυρίες αυτές επιβεβαιώνουν τη συχνή επαφή του Καποδίστρια με την πόλη του Άργους, της οποίας την εξέλιξη παρακολουθούσε και, συχνά, συνέβαλε στη διαμόρφωσή της. Στο Άργος σαφώς υπερείχαν οι φιλοκαποδιστριακοί, με επικεφαλής τον Δ. Τσώκρη, αν και είχαν μετα­κομίσει επιφανείς αντικαποδιστριακοί που, σύμφωνα με μαρτυρία του ί­διου του Καποδίστρια, δεν έπαυαν να συνωμοτούν εναντίον του. Η δη­μιουργία «Παλατιού της Κυβερνήσεως» και στο Άργος (το σημερινό «Καλλέργειο») επισημοποίησε την παρουσία της κυβέρνησης στην πόλη αυτή, σε συνδυασμό, βέβαια, με τη δημιουργία των Στρατώνων του Κα­ποδίστρια και του συγκροτήματος των κτηρίων του «Δημοσίου Κατα­στήματος» (σημερινού Δημαρχείου και των δύο παρακειμένων κτηρίων). Πιθανώς στο Άργος να έβρισκε την απαραίτητη ανάσα από την εντατι­κή εργασία του και από τα καθημερινά κρατικά καθήκοντα. Η είδηση της 29-11-1829, στη «Γεν. Εφημερίδα», που ήδη αναφέραμε, ακριβώς αυτό μας αφήνει κα υποθέσουμε.

 

 Υποσημειώσεις


[1] Βλ. τη μελέτη μου στα γαλλικά «Ο Καποδίστριας και ο σχεδιασμός του Άργους» στο «BULLETIN DE CORRESPONDANCE HELLENIQUE» της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, συμπλήρωμα VI, «Αργειακές Μελέτες», 1980.

[2] Βλ. ήδη τους «Στρατώνες Καποδίστρια στο ‘Αργος», στα «Αρχιτεκτονικά Θέματα», τόμος 13, 1979 και σειρά άρθρων στο περιοδικό «Αρχαιολογία» (1989 και 1990).

[3] Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), Γεν. Γρ., φ. 114.

[4] Εκδόθηκε το 1915, σελ. 251-252.

[5] Σε τμήμα σειράς άρθρων του, με τον γενικό τίτλο «Περί την Εκατονταετηρίδα», Δ’ Συνέχεια, για την οικογένεια Τσώκρη, στην εφημ. «Τελέσιλλα», 1-6-1930.

[6] ΓΑΚ, Γεν. Φροντ., φ.11.

[7] Φύλλο της 11- 4 – 1828, αρ. 25, σελ.105.

[8] Βλ. ειδικότερες παρατηρήσεις και πληροφορίες στη μελέτη μου «Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική στο ‘Αργος», στα «Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών», 1980.

[9] Φ. της 18-7-1828, αρ. 51, σελ. 209.

[10] Φ. της 6-4-1829, αρ. 27, σελ. 105.

[11] ΓΑΚ, Γεν. Γρ., φ. 203.

[12] ΓΑΚ, Γεν. Φροντ., φ.47.

[13] ΓΑΚ, ‘Εκτ. Επ, και Πρ. Δ., φ.83.

[14] ‘Εκδ. μηνιαίου «Νέου Κόσμου», 1934, σελ. 95.

[15] Πρώτος της «EXPEDITION SCIENTIFIQUE DE MOREE», Παρίσι, 1836, σελ. 467.

[16] Τόμος 2ος , Παρίσι, 1837-8, σελ. 391-406.

[17] Αρ. φ. 49.

[18] Αρ. 54 σελ. 220.

[19] Εγκύκλιος αρ. 6189, ΓΑΚ, ‘Εκτ. Επ. και Πρ, Δ., φ. 85.

[20] Φύλλο της 1 Νοεμβρίου, αρ. 86. Η ίδια πληροφορία και στο φ. της 15 Νοεμβρίου.

[21] Αρ. 93-94, σελ. 441.

[22] Αρ. 95, της 3 Δεκεμβρίου. Η ανταπόκριση από το Ναύπλιο, με ημερομηνία 2-12-29.

[23] Φ. της 13-6-1831, αρ. 44, σελ.247.

[24] Βλ. σχετικό άρθρο μου στην τοπική εφημερίδα «Θάρρος» (29/8 και 4/9/1984). Ο Καποδίστριας αναφέρεται στο γεγονός, σε επιστολή του προς τον έλληνα επιτετραμ­μένο στο Παρίσι, Σούτζο, με ημερομηνία 15-6-1831 (δημοσιεύθηκε στον Δ’ τόμο των Ε­πιστολών του).

[25] Φ. της 15-7-1831, αρ. 53.

[26] Φ. της 29-8-1831, σελ. 414.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης*

 * Ο Βασίλης Κ. Δωροβίνης είναι δικηγόρος, και πολιτικός επιστήμονας, με ερευνητικές εργασίες στον τομέα της νεότερης ιστορίας. Το 2012 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για τη δράση και τις μελέτες του στον τομέα της πολιτισμικής κληρονομιάς.

Περιοδικό Ελλέβορος, σελ. 84-90, τεύχος 6-7, Άργος 1990.

Διαβάστε ακόμη: Ιωάννης Καποδίστριας

 

Read Full Post »

Βαρόσια (Ναύπλιο)


 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Ένα σημαντικό τοπωνύμιο για την περιοχή του Ναυπλίου είναι τα Βαρόσια, τα οποία αναφέρονται και στη συμφωνία παράδοσης της πόλης του Ναυ­πλίου από τους Τούρκους στους Έλληνες στις αρχές Δεκεμβρίου του 1822. Το το­πωνύμιο αυτό του Ναυπλίου σήμερα είναι ελάχιστα γνωστό. Με το όνομα αυτό προφανώς ονομαζόταν η σημερινή παλιά πόλη του Ναυπλίου. Η λέξη Βαρόσια εί­ναι η εξελληνισμένη τουρκική λέξη βαρούς, η οποία σημαίνει προάστιο, νέα επέκταση της πόλης. Το τοπωνύμιο αυτό ήταν συνηθισμένο στις τουρκοκρατούμενες πόλεις. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το όνομα βαρούς – βαρούσι απαντάται και σήμε­ρα π.χ. στη Έδεσσα, στην Καβάλα και αλλού.

Με το τοπωνύμιο Βαρούς και στη συνέχεια το εξελληνισμένο Βαρόσια, ονομά­σθηκε από τους Τούρκους η παλιά πόλη του Ναυπλίου προφανώς ήδη από την πρώτη Τουρκοκρατία (1540-1686). Η παλιά πόλη του Ναυπλίου δημιουργήθηκε ως γνωστόν για πρώτη φορά από τους Ενετούς με προσχώσεις της θάλασσας γύρω στα 1500 μ.Χ. Οι Τούρκοι στη συνέχεια από το 1540 κ.ε. ονόμασαν βαρούς (Νέα πόλη – προάστιο) σε αντίθεση με την Ακροναυπλία, η οποία ήταν η παλιά πόλη του Ναυπλίου. Είναι αξιοσημείωτο τέλος ότι τοπωνύμιο Βαρόσια απαντάται και στην Αμμόχωστο της Κύ­πρου.

 

Πηγή


  • Χρήστος Πιτερός, «Μπούρτζι, Άγιοι Θεόδωροι, Αρβανιτιά, Φυλακή Κολοκοτρώνη», σελ. 178-179. Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

Read Full Post »

Ξηνταρόπουλος Πέτρος – «Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα», Έκδοση Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, 2006.


 

 

Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα

Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα

Μ’ αυτήν τη σημαντική έκδοση, μια ακόμη επιστημονική μελέτη προστίθεται στη βιβλιογραφία για το Άργος. «Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα» του αρχιτέκτονα – μηχανικού Πέτρου Ξηνταρόπουλου, καλύπτει μέρος ενός τεράστιου κενού που υπάρχει σε καταγραφές για την πόλη μας.

Είναι η πρώτη φορά που θα δοθεί στο κοινό μια επιστημονική εργασία σχετική με την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής στο Άργος κατά τον 19ο αιώνα. Μέσα από αυτήν την εξέλιξη διαγράφεται και η διαδρομή της πόλης, από την αγροτική στην αστική της μορφή, όπως και η οικονομική και κοινωνική της ταυτότητα κατά τον προπερασμένο αιώνα. Και η γνώση της δημιουργίας της σύγχρονης πόλης του Άργους είναι πολύτιμη, για να στηριχθούμε σ’ αυτήν και -αποφεύγοντας τα λάθη του παρελθόντος και βασιζόμενοι στην παράδοσή μας – να οικοδομήσουμε το μέλλον της.

 Ανάγνωση Βιβλίου: Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα

Read Full Post »

Το «Κρυφό Σχολειό» και πάλι, Χρίστος Γ. Πατρινέλης, «Ο Ερανιστής», τόμος 25, Όμιλος Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 2005. 



Ο θρύλος του «Κρυφού Σχολειού» ήταν ευρύτατα διαδεδομένος ανάμεσα στον ελληνικό λαό καθ’ όλη τη μετεπαναστατική περίοδο, ιδίως από τα μέσα του ΙΘ’ αι. και ιδιαίτερα μετά τη δημοσίευση (1899) του γνω­στού πίνακα του Νικολάου Γύζη και του ομότιτλου ποιήματος του Ιωάννου Πολέμη.

Πρώτος ο Γιάννης Βλαχογιάννης αμφισβήτησε την ιστορικότητα του θρύλου, επικαλούμενος τη μακρά πείρα του: ανάμεσα στα χιλιάδες έγγραφα που αναδίφησε δεν συνάντησε καμία γραπτή μαρτυρία περί λειτουργίας «Κρυφών Σχολειών» κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας. Η μελέτη του Βλαχογιάννη έπεσε μάλλον στο κενό. Ο θρύλος του «Κρυφού Σχολειού», χάρη στα σχολικά αναγνώσματα και τους πανηγυρικούς λόγους, εξακολούθησε να επιζεί ακλόνητος. Είναι κι αυτό ένα ακόμη δείγμα της αντιστάσεως που προβάλλει η συλλογική συνείδηση σε καινοφανείς θεωρίες και στην αμφισβήτηση παραδοσιακών συμβόλων. Οι λαοί βεβαίως έχουν το δικαίωμα να περιβάλλουν επιφανείς προσωπικότητες και σπουδαία γεγονό­τα με την αχλύ του θρύλου. Απαράδεκτη είναι η σκόπιμη εκμετάλλευση των λαϊκών αυτών παραδόσεων από πολιτικούς, εκκλησιαστικούς ή ιδεολο­γικούς φορείς.

«Κρυφό Σχολειό», ο πίνακας του Νικόλα Γύζη και το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, πρωτοσέλιδο στο περιοδικό του Γ. Δροσίνη «Εθνική Αγωγή», 1η Ιανουαρίου 1899.

«Κρυφό Σχολειό», ο πίνακας του Νικόλα Γύζη και το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, πρωτοσέλιδο στο περιοδικό του Γ. Δροσίνη «Εθνική Αγωγή», 1η Ιανουαρίου 1899.

Η διένεξη για την ύπαρξη ή όχι του «Κρυφού Σχολειού» αναζωπυρώ­θηκε τα τελευταία τριάντα χρόνια, αφ’ ότου δηλαδή ο Άλκης Αγγέλου δη­μοσίευσε το 1974 ένα σχετικό συνοπτικό άρθρο και κατόπιν το βιβλίο του Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός μύθου (έκδ. Εστίας, Αθήνα 1997, 81 σ.). Το σπουδαίο εύρημα του Αγγέλου είναι ότι ο πρώτος που διατύπωσε (το 1822) τη θεωρία ότι οι Τούρκοι απαγόρευαν την ίδρυση και λειτουργία σχο­λείων ήταν ο νεαρός γιατρός και λόγιος Στέφανος Κανέλλος. Αποτέλεσμα της απαγορεύσεως αυτής ήταν, κατά τον Κανέλλο, να «συστένουν» οι Έλληνες «κοινά σχολεία κρυφίως», αυτά δηλαδή που αργότερα θα ονομα­στούν «Κρυφά Σχολειά».

Το μικρό άρθρο του Αγγέλου (το 1974) και ιδίως το βιβλίο του περί «Κρυφού Σχολειού» (1997) προκάλεσαν αντιδράσεις με τη δημοσίευση δεκα­πέντε τουλάχιστον άρθρων και βιβλίων, όλων – πλην ενός – επικριτικών.

Το θέμα της αμφισβητήσεως του «Κρυφού Σχολειού» απασχόλησε ακόμη και την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία σε συνε­δρίασή της (7-10 Ιουλίου 1998) αποφάσισε να εκδοθεί από την Αποστολική Διακονία ειδική πραγματεία του κ. Κωνστ. Χολέβα, αναιρούσα τις ενστά­σεις για την ιστορική ύπαρξη του «Κρυφού Σχολειού». Το βιβλίο δεν κυ­κλοφόρησε ακόμη. Εκδόθηκε όμως στο μεταξύ από την Αποστολική Δια­κονία φυλλάδιο με τίτλο Το Κρυφό Σχολειό: Μύθος ή πραγματικότητα; Αθήνα 1999, 24 σ. Στη θέση του ονόματος του συγγραφέα αναγράφεται ότι η έκδοση έγινε «με την ευθύνη και επιμέλεια της Επιτροπής Εθνικής Κλη­ρονομιάς της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών».

Δεν είναι βέβαια δυνατόν να σχολιάσω όλα τα δημοσιεύματα που, είτε αδιστάκτως είτε με κάποια επιφύλαξη, δέχονται την ιστορική ύπαρξη του «Κρυφού Σχολειού». Δεν είναι άλλωστε αναγκαίο, αφού τα περισσότερα επαναλαμβάνουν τα ίδια κατ’ ουσίαν επιχειρήματα, τις ίδιες παρεκκλίσεις προς άσχετα θέματα, την ίδια άγνοια των ιστορικών μεθόδων. Ο Τάσος Γριτσόπουλος, που περισσότερο από κάθε άλλον ασχολήθηκε με το θέμα, κα­ταλήγει σε σχετικό δημοσίευμά του: «Υπήρξεν όμως πράγματι τό περιλάλητον «Κρυφό Σχολειό»; Ιστορικώς δεν αποδεικνύεται βεβαίως η ύπαρξίς του… Αλλά η ζώσα περί αυτού παράδοσις; Και ιστορικό ψέμα αν θεωρηθή τελικώς, κατεχωρίσθη ήδη εις τον πίνακα των εθνικών μας συμβόλων». Σύμφωνοι. Αλλά οι λαϊκές παραδόσεις και τα συλλογικά σύμβολα είναι αντικείμενα μελέτης της λαογραφίας, της κοινωνικής ανθρωπολογίας κ.λπ. Δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τη γραπτή ιστορική μαρτυρία. Pas de documents, pas d’ histoire.

Στην παρούσα επομένως μελέτη θά διατυπωθούν γενικές παρατηρή­σεις και σχόλια (χωρίς άμεση συνοχή μεταξύ τους) που αναφέρονται πά­ντως στα δημοσιεύματα που σημειώθηκαν παραπάνω.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης του Χρίστου Γ. Πατρινέλη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το «Κρυφό Σχολειό» και πάλι

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »