Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών – «Αρχαίες περσικές προσλήψεις του ελληνικού χώρου»


 

 

  “Events Series 2014”

«Κλασικά πρότυπα και η πρόσληψή τους: Από τους Αχαιμενίδες έως τον γερμανικό εθνοσοσιαλισμό»

 

 Harvard

Harvard

Την Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014 και ώρα 8:00 μ.μ., στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη η Δρ Αντιγόνη Ζουρνατζή, Ιστορικός/Αρχαιολόγος, Κύρια Ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Τομέας Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητος, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

 Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο της σειράς διαλέξεων και εκδηλώσεων «Events Series 2014», θα είναι:

«Αρχαίες περσικές προσλήψεις του ελληνικού χώρου».

 

Συνομιλητής της κυρίας Ζουρνατζή θα είναι ο Δρ Μάκης Απέργης, Ιστορικός, Επίτιμος Ερευνητικός Εταίρος, University College London.

Η διάλεξη διοργανώνεται σε συνεργασία με τον Σύλλογο Αποφοίτων του Πανεπιστημίου Harvard στην Ελλάδα.

Η σειρά εκδηλώσεων «Events Series 2014» πραγματοποιείται σε συνεργασία με τους Δήμους Ναυπλιέων, Άργους-Μυκηνών, Ερμιονίδας και Επιδαύρου.

 

Read Full Post »

Ο Νομικός Κόσμος του Ναυπλίου και η  Επανάσταση της 1ης  Φεβρουαρίου 1682. Γούναρης Αναστάσιος, Φιλόλογος – Ιστορικός – Συγγραφέας, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013


 

    

Η μαρτυρημένη δράση δικηγόρων, που ζούσαν τότε στο Ναύπλιο, αρχίζει ένα χρόνο πριν από την Επανάσταση. Οι παλαιότεροι ανήκουν στον πολιτικό κύκλο της Κ. Παπαλεξοπούλου.

 Πέντε από αυτούς, μαζί με τη στρατιωτική ηγεσία, αποφασίζουν την πρόωρη έναρξη του αγώνα και εργάζονται πυρετωδώς  για την επιτυχία του. Aυτοί αποτελούν την προσωρινή Κυβερνητική Επιτροπή, η οποία – ανάμεσα σε άλλα – ξεσηκώνει το λαό, αναθέτει στο φοιτητή της Νομικής Σχολής Θ. Φλογαϊτη την έκδοση της επαναστατικής εφημερίδας «Ο Συνταγματικός Έλλην» και διορίζει δημοτικό αστυνόμο τον κοσμαγάπητο δικηγόρο Κ. Ευθυμιόπουλο.

 Συγκροτείται νέα μόνιμη Κυβερνητική Επιτροπή, η οποία ως Κυβέρνηση ασχολείται και φροντίζει για όλα τα θέματα, πλην των στρατιωτικών. Έχει δέκα μέλη, τα έξη από τα οποία είναι δικαστές και δικηγόροι. Από αυτούς τρεις συγκροτούν ισάριθμα εθελοντικά σώματα και τρεις πηγαίνουν για να ξεσηκώσουν την Αρκαδία.

Άλλοι δικηγόροι εντάσσονται σε διάφορες εθελοντικές στρατιωτικές μονάδες. Κάποιοι με την ευγλωττία τους ενθουσιάζουν λαό και στρατό. Εκφωνούν επικήδειους για τα θύματα του αγώνα. Πρωτοστατούν στην καύση της λαιμητόμου και λύνουν ανθρωπιστικά το πρόβλημα των πολλών υποδίκων και καταδίκων στις φυλακές της πόλης. Σημαντική είναι η συμβολή των δικηγόρων στη σύνταξη της Έκθεσης των Επαναστατών προς τις Προστάτιδες Δυνάμεις. Την κρίσιμη μέρα της 1 Μαρτίου, όλοι τους, από τον εφέτη Πετιμεζά μέχρι το δικηγόρο Ααρών, αγωνίζονται με θάρρος, που κάποτε φθάνει τον ηρωισμό.

 Μετά την ήττα και τη διάσπαση, συνεχίζουν τον αγώνα και προσπαθούν να διευθετήσουν τα πράγματα όσο μπορούν. Ζητούν γενική αμνηστία για τους ίδιους και τους πρώην φυλακισμένους κι όταν αντιλαμβάνονται πως ο γερμανο-ελβετός  αρχηγός του βασιλικού στρατού τους εμπαίζει, ο δικηγόρος Κ. Φαρμακόπουλος του δηλώνει: «λοιπόν, στρατηγέ, έλθετε να κυριεύσητε ερείπια ουχί πόλιν». Τελικά, εξαιρούνται από την αμνηστία 19 άτομα: 12 στατιωτικοί  και 7 πολίτες. Από τους δεύτερους οι 2 είναι δικαστικοί και οι 3 δικηγόροι.

 

Σκηνή από τη Ναυπλιακή Επανάσταση, 1862.

Σκηνή από τη Ναυπλιακή Επανάσταση, 1862.

Αναδιφώντας τις πηγές και τα ιστορικά έργα που υπάρχουν για τη Ναυπλια­κή Επανάσταση της 1ης Φεβρουαρίου του 1862, διαπιστώνουμε αμέσως την ύπαρξη μιας πραγματικής εθνικολαϊκής εκδήλωσης. Την Επανάσταση όμως αποφάσισαν, οργάνωσαν και διεύθυναν άνθρωποι από το αστικό στρώμα της αναπλιώτικης κοινωνίας, με σκοπό την εφαρμογή των καταπατούμενων από το σύστημα[1] συνταγματικών όρων του 1844 και τη λύση των εθνικών και άλλων προβλημάτων,[2] που ταλάνιζαν το μικρό[3] τότε Βασίλειο της Ελλάδος.

Μια άλλη διαπίστωση, η οποία προκύπτει πάλι από τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας, είναι ότι μεγάλος αριθμός των αστών που πρωταγωνίστησαν στον επαναστατικό αγώνα της πόλης του Ναυπλίου ήσαν δικαστές και δικηγόροι.[4] Ο νομικός κόσμος, λόγω της ειδικής επιστημονικής συγκρό­τησής του και της συνεχούς επαγγελματικής απασχόλησής του στην απόδοση του δικαίου, ήταν πιο ευαίσθητος δέκτης των επαναστατικών μηνυμάτων.

Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου. Φώτο από το « Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ . Σκόκου », Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.

Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου. Φώτο από το « Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ . Σκόκου », Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.

Στο Ναύπλιο – πριν ακόμη από την Επανάσταση – υπάρχει και δρα ένας σημαντικός επαναστατικός πυρήνας, αποτελούμενος κυρίως από δικηγόρους και αξιωματικούς. «Εκ των εποχών εκείνων του Μαρτίου και του Απριλίου του 1861», γράφει μετά τη Ναυπλιακή Επανάσταση στο προς τον Όθωνα Υπόμνημά του ο επί των Εσωτερικών υπουργός του Χ. Χριστόπουλος, «εί­χεν αναπτυχθεί και εφαίνετο παγιούμενον εν Ναυπλίω το αντιδραστικόν κατά των καθεστώτων πνεύμα, η δε οικία της Κ. Παπαλεξοπούλου, ήτις αείποτε ην η διδάσκαλος πάσης κατά των ιερών προσώπων των ΑΑΜΜ βλασφημίας και ύβρεως, συχναζομένη υπό διαφόρων νέων δικηγόρων και αξιωματικών του στρατού, υπήρξε το κέντρον πάσης κατά των καθεστώτων μηχανορραφίας και ραδιουργίας […]».[5]

Ο ίδιος υπουργός δίνει στο ιστορικώς πολύτιμο Υπόμνημά του δύο ακόμη ενδιαφέρουσες για το θέμα μας πληροφορίες: «Την νύκτα», γράφει, «της 24ης προς την 25ην Ιανουαρίου ε.έ., οπότε επρόκειτο να πανηγυρισθή η βασιλι­κή της ημέρας ταύτης εορτή,[6] νέοι λίβελλοι, περιέχοντες τας πλέον ανιέρους βλασφημίας και ύβρεις κατά των ιερών προσώπων των ΑΑΜΜ, ευρέθησαν εν Ναυπλίω, τοιχοκολλημένοι και ερριμένοι εις τας οδούς […]». Το ίδιο επαναλαμβάνεται και την επόμενη νύχτα, αλλά την 29η «αυθόρμητοι και αθρόοι οι εγκριτότεροι του Ναυπλίου εξ όλων σχεδόν των τάξεων, οίον έμποροι, κτηματίαι, δικηγόροι και ο δήμαρχος μετά των μελών του δημοτικού συμ­βουλίου, προσήλθον εις το νομαρχείον», για να εκφράσουν την αγανάκτησή τους «κατά του εν σκότει εργαζομένου λιβελλογράφου […]».[7] Ένα μέρος από αυτούς θα αποτελέσουν την πολιτική ηγεσία της Επανάστασης.

Η δεύτερη πληροφορία του Χριστόπουλου είναι γενική· αφορά στο ποιοι από τις επαρχίες είχαν επαναστατικό φρόνημα. Οι δικηγόροι είναι πρώτοι στη λίστα: «Ήσαν δε», γράφει, «εν ταις επαρχίαις οι περί των κοινών συζητούντες και μετά πικρίας τας πράξεις διερχόμενοι […]. Οι δικηγόροι σχεδόν οι πλεί­στοι».[8] Το ίδιο συνέβαινε και στ’ Ανάπλι.

Μία άλλη σημαντική πηγή, ο άγνωστος χρονικογράφος της Ναυπλιακής Επανάστασης, μας δίνει μια ακόμη σχετική πληροφορία. Την 1η Απριλίου 1861, ο άτυπος[9] ακόμη Δικηγορικός Σύλλογος Ναυπλίου οργάνωσε στο Άρ­γος ένα πολιτικό συμπόσιο «εις το οποίον παρευρέθησαν υπέρ τους τριάκοντα πολίτας και αξιωματικούς. […] των θυρών κεκλεισμένων εσυμφωνήθη αντι­κείμενον μεγίστης σημασίας […]. Εικών δε πρίγκηπός τινος[10] ξένου και με­γάλου […] ενηγκαλίσθη και ησπάσθη παρ’ όλων, ως μέλλοντος να συντελέση προς ευδαιμονίαν και μεγαλείον του έθνους».[11]

Προσωπογραφία Μιχαήλ Ιατρού (1848). Διονύσιος Τσόκος, λάδι σε μουσαμά, 69Χ54 εκ. Συλλογή: Ελένης Σπηλιωτάκη.

Προσωπογραφία Μιχαήλ Ιατρού (1848). Διονύσιος Τσόκος, λάδι σε μουσαμά, 69Χ54 εκ. Συλλογή: Ελένης Σπηλιωτάκη.

Όπως γνωρίζουμε, η Επανάσταση,[12] λόγω απροόπτου συμβάντος, ξεσπά πρόωρα τη νύχτα της 31ης Ιανουαρίου προς 1η Φεβρουαρίου. Ο χρόνος της έκρηξής της συζητείται και αποφασίζεται στο σπίτι του εφέτη Γ. Πετιμεζά. Προγραμματίζεται αμέσως στρατιωτικά και πολιτικά. Το πάνω χέρι έχουν οι πολιτικοί. Τα ηνία κρατά η πενταμελής Προσωρινή Κυβερνητική Επιτρο­πή. Την αποτελούν ο εφέτης Γ. Πετιμεζάς, ο πρωτοδίκης Π. Μαυρομιχάλης και οι έγκριτοι δικηγόροι, Γρηγ. Δημητριάδης, Γεώργ. Αντωνόπουλος, Ιω. Παπαζαφειρόπουλος. Γραμματέας της είναι ο δικαστικός υπάλληλος Δημ. Καλιοντζής. Η Επιτροπή αυτή – ανάμεσα σε άλλα – εκδίδει δύο Διακηρύξεις, ξεσηκώνει το λαό και αναθέτει στο νεαρό φοιτητή της Νομικής, μαχητή και δημοσιογράφο Θεόδωρο Φλογαΐτη την έκδοση της επαναστατικής εφημε­ρίδας Ο Συνταγματικός Έλλην. Στη συνέχεια, η Προσωρινή Κυβερνητική Επιτροπή διευρύνεται με την προσθήκη πέντε ακόμη αιρετών μελών: του δήμαρχου Πολ. Ζαρειφόπουλου, του πρόεδρου του Δημοτικού Συμβουλίου Μιχ. Ιατρού, του πρώην Βουλευτή Γ. Ι. Ιατρού, του δημοτικού σύμβουλου Β. Κόκκινου και του δικηγόρου Κ. Πετσάλη. Γραμματέας της αναλαμβάνει ο νέος δικηγόρος Γ. Δ. Ποσειδών.[13] Όπως βλέπουμε, οι νομικοί υπερτερούν όχι μόνο σε αριθμό αλλά – όπως θα διαπιστώσουμε – και σε δύναμη. Άλλοι δικηγόροι υπηρετούν σε λόχους εθελοντών και αλλού. Γενικά, οι άνθρωποι αυτοί κλιμακώνονται σε διάφορες θέσεις: από απλός μαχητής μέχρι μέλος της Κυβερνητικής Επιτροπής.

Αυτή η μόνιμη πλέον Κυβερνητική Επιτροπή ασχολείται και φροντίζει για όλα τα θέματα, πλην των στρατιωτικών. Τρία από τα μέλη της οργανώ­νουν ισάριθμους στρατιωτικούς λόχους εθελοντών: ο Μαυρομιχάλης το λόχο εκ Λακώνων, ο Πετιμεζάς το λόχο εκ Καλαβρυτινών και ο Αντωνόπουλος το λόχο εκ Τριπολιτών.[14] Ο Πετιμεζάς, ο Παπαζαφειρόπουλος και ο Αντωνόπου­λος, με ένα μικρό τμήμα Ιππικού, πηγαίνουν στην Τριπολιτσά, για να ξεση­κώσουν την Αρκαδία.[15]

Σημαντική είναι η συμβολή των νομικών της Επανάστασης στη σύνταξη της αναλυτικής έκθεσης «Προς τους εξοχωτάτους Κυρίους Πρέσβεις των τριών Μεγάλων Ευεργετίδων της Ελλάδος Δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσσίας». Την υπέβαλαν γιατί κυρίως ήθελαν να τους διαβεβαιώσουν ότι η Επανάσταση «ουδόλως τείνει εις την προσβολήν τής διά των συνθηκών καθιερωθείσης και υφισταμένης εν Ελλάδι μοναρχικής και συνταγματικής τάξεως ή των διεθνών σχέσεων ουδέ το παράπαν αντίκειται εις τους υψηλούς περί της Ανατολής σκοπούς των Δυνάμεων». Την κύρια ευθύνη για τη σύνταξη της διπλωματικής αυτής έκθεσης είχαν οι δικηγόροι Γ. Στεφόπουλος, Κ. Φαρμα­κόπουλος και Κ. Πετσάλης,[16] καθώς και ο Θ. Φλογαΐτης.

Η προοδευτική αντίληψη αυτών των ανθρώπων νομίζω πως υπήρξε σημαντική και στην αντιμετώπιση του προβλήματος των φυλακισμένων, οι οποίοι βρίσκονταν τότε στις φυλακές του Παλαμηδιού και της πόλης: υπόδικοι – κα­τάδικοι (πολλοί βαρυποινίτες)· εξακόσιοι σύμφωνα με τον Καρολίδη, υπερχί­λιοι κατά το Λαμπρυνίδη. Το πρόβλημα ήταν δύσκολο και απασχόλησε πολύ την ηγεσία της Επανάστασης. Τελικά, ύστερα από τη γνωμοδότηση ενός ειδικού συμβουλίου, άρχισε η κατά τμήματα αποφυλάκισή τους και η εθελοντική κατάταξη των ικανοτέρων στον επαναστατικό στρατό. Η διαγωγή τους σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης υπήρξε ανεπίληπτη, ορισμένοι δε έπεσαν πολεμώντας στο πεδίο της μάχης.[17]

Οι ηγέτες της Επανάστασης, προκειμένου να διατηρήσουν ακμαίο, υψηλό και αμείωτο το ηθικό φρόνημα των αγωνιζομένων και του λαού, έλαβαν απο­φάσεις, για την πραγματοποίηση των οποίων η συμβολή του νομικού κόσμου ήταν σημαντική. Αποφάσισαν και κήδευσαν μεγαλόπρεπα τους νεκρούς του αγώνα: «η κηδεία του ανθυπασπιστού [Ιω.] Παγώνη εγένετο μεθ’ όλης της παρατάξεως αποδοθεισών αυτώ τιμών ανθυπολοχαγού· άπασα η πόλις συνώ­δευσε τον νεκρόν μέχρι του τάφου του. Ο Θ. Φλογαΐτης απήγγειλε επιτάφιον λόγον […]».

Με τον ίδιο τρόπο κηδεύτηκαν και ο ανθυπασπιστής Ιππικού Περ. Φαγκρίδης (για τον οποίο εκφώνησε επικήδειο λόγο ο Π. Μαυρομιχά­λης), ο ανθυπασπιστής Πυροβολικού Γεωργ. Σταύρου (για τον οποίο εκφώνη­σαν λόγους ο Π. Μαυρομιχάλης και ο Ηλ. Κρομμύδας) κ.ά.[18]

Παράλληλα, η Επαναστατική Επιτροπή οργανώνει τακτικά λαϊκές γιορτές και συγκεντρώσεις, κατά τη διάρκεια των οποίων φλογεροί ρήτορες που προέρχονται κυρίως από τον νομικό κύκλο, αναρριπίζουν τον επαναστατικό ενθουσιασμό. Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας συγκέντρωσης (που έγινε στις 21 Φεβρουαρίου) ο λαός προχώρησε σε μια εξαιρετικά συμβολική πράξη: «[…] έκαυσε την λαιμητόμον εν πομπή· δείξας το προς την θανατικήν ποινήν μίσος του, έπραξεν πράξιν αξίαν του ΙΘ΄ αιώνος. Ο δε ενθουσιώδης Π. Μαυ­ρομιχάλης εξεφώνησε τον επόμενον λόγον […]».[19] Πιστεύω πως στην υλοποίηση αυτής της ανθρωπιστικής σκέψης πρέπει να έπαιξε ρόλο και η παρουσία των δύο δικαστικών και των πολλών δικηγόρων που υπηρετούσαν στις τάξεις των αγωνιστών της Ναυπλιακής Επανάστασης.

Κοντά σ’ αυτά, οι ηγέτες της Επανάστασης ευνοούν την μεταξύ των πολεμιστών αναβίωση του παλαιού εθίμου της μπέσας. Στρατιώτες, υπαξιωματικοί και εθελοντές πολίτες δένονται μεταξύ τους με αμοιβαίους όρκους αδελφοσύ­νης και αφοσίωσης. Σε μια τέτοια τελετή αναφέρεται ο Συνταγματικός Έλλην: «Χθες [= 27 Φεβρουαρίου] την πρωίαν όλοι σχεδόν οι υπαξιωματικοί και πάμπολλοι πολίται συνεδέθησαν διά δεσμού αδελφότητος εκκλησιαστικής, αδελφοποιίας , ψαλείσης εν τω ναώ του Αγίου Γεωργίου. Κατόπιν επαιάνισεν η μουσική και πλήρεις ενθουσιασμού οι στρατιώται και οι πολίται έψαλαν άσματα εθνικά. Εις την τελετήν ταύτην παρήσαν και οι κ.κ. Γ. Α. Πετιμεζάς και Π. Μαυρομιχάλης […]».[20]

Και φθάνουμε πλέον στην αποφράδα μέρα της 1ης Μαρτίου. Όπως είπαμε, οι δικηγόροι έχουν κλιμακωθεί αναλαμβάνοντας θέσεις από απλός μαχη­τής μέχρι μέλος της Κυβερνητικής Επιτροπής. «Ο εφέτης Πετιμεζάς», γράφει ο ανώνυμος Ναυπλιεύς, «μετά υπερβολικού ενθουσιασμού περιφερόμενος εις τα κανονοστάσια της πόλεως από πρωίας ενεθάρρυνε τους πολίτας και τους στρατιώτας, εκτελών ο ίδιος και διαφόρους υπηρεσίας, ως και οι δικη­γόροι Γρ. Δημητριάδης, Κ. Αντωνόπουλος και Ιω. Παπαζαφειρόπουλος και ο πρωτοδίκης Π. Μαυρομιχάλης, όστις ουδέποτε απ’ αρχής της Επαναστάσεως έπαυσεν ενθουσιάζων τον λαόν διά της ευγλώττου ρητορείας του […]. Εις το εν Ακροναυπλία τοποθετημένον μέγα πολυβόλον Φειδιάς […] υπηρέτει από πρωίας μετά μεγάλου ζήλου και ο δικηγόρος Ααρών άσιτος μετ’ άλλων πολι­τών».[21] Όπως όμως γνωρίζουμε, οι επαναστάτες, αντιμετωπίζοντας μεγαλύ­τερες αριθμητικά και καλά οργανωμένες κυβερνητικές δυνάμεις, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν και να χάσουν όλα τα εκτός του Ναυπλίου προπύργιά τους.

Με το χτύπημα της 1ης Μαρτίου η Επανάσταση κλονίζεται. Δεν καταβάλλεται, βέβαια, γονατίζει όμως και από τη θέση αυτή συνεχίζει τον αγώνα επί ένα και πλέον μήνα. Οι επαναστάτες μάταια ελπίζουν ακόμη τον ξεσηκω­μό και άλλων περιοχών. Στους κόλπους της ηγεσίας της επέρχεται μια σοβαρή διάσπαση σε δυο παρατάξεις: στους διαλλακτικούς και τους αδιάλλακτους. Η πρώτη είναι πολυπληθέστερη, έχει αρχηγό τον

Προσωπογραφία Αρτέμη Μίχου. Αγνώστου, Λάδι σε μουσαμά, 96 x 70,5εκ. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Προσωπογραφία Αρτέμη Μίχου. Αγνώστου, Λάδι σε μουσαμά, 96 x 70,5εκ.
Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

και είναι υπέρ της κατάπαυσης του εμφυλίου πολέμου, υπό τον όρο της παροχής γενικής αμνηστίας. Η δεύτερη είναι δυναμικότερη, έχει επικεφαλής τον υπολοχαγό Δημήτριο Θ. Γρίβα, τον οποίο ενισχύει με το κύρος του ο εφέτης Πετιμεζάς, και είναι υπέρ της συνέχισης του αγώνα.[22]

Αρχίζουν, λοιπόν, διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαλλακτικών και του αρχηγού του βασιλικού στρατού, στρατηγού Αμαδ. Χαν. Οι πρώτοι στέλνουν διαδοχικά στο δεύτερο τρεις επιτροπές, στις 2, 7 και 16 Μαρτίου. Στην πρώτη αποστολή μετέχει ο πρωτοδίκης Π. Μαυρομιχάλης, στη δεύτερη και την τρίτη ο δικηγόρος Κωνστ. Φαρμακόπουλος· πρόκειται για τον γενναίο εκείνο άνδρα που, όταν κατάλαβε την ανειλικρίνεια του ξένου στρατηγού στο θέμα της χο­ρήγησης γενικής αμνηστίας, του είπε ίσια και σταράτα: «Λοιπόν, στρατηγέ, έλθετε να κυριεύσητε ερείπια, ουχί πόλιν!».[23]

Ύστερα από αυτή την εξέλιξη των πραγμάτων, οι δύο αντίθετες επαναστατικές παρατάξεις συμφιλιώνονται. Στην πολιορκημένη πόλη, που ζούσε την 44η μέρα του εμφύλιου πολέμου, η ατμόσφαιρα αλλάζει αμέσως. Πλήθος πολιτών, ακολουθώντας την παιανίζουσα στους δρόμους μπάντα της μουσι­κής, διαδηλώνει την πεποίθησή του να συνεχίσει τον αγώνα και οι δικηγόροι διοργανώνουν λαϊκές συγκεντρώσεις.[24]

Τα πράγματα όμως μέρα τη μέρα διαρκώς δυσκολεύουν όλο και περισσότερο, κυρίως για το πλήθος των πολιτών. Εξάλλου, με εξαίρεση τον ξεσηκωμό στις Κυκλάδες (28 Φεβρουαρίου – 1 Μαρτίου) και κάποιες περιορισμένες εξεγέρσεις, τ’ Ανάπλι μένει μόνο και αβοήθητο. Τελικά, σχεδόν όλοι οι ηγέ­τες υποχρεώθηκαν να δεχτούν την παύση των συγκρούσεων με τη χορήγηση αμνηστίας, εξαιρουμένων 19 προσώπων: δώδεκα αξιωματικών του στρατού και επτά πολιτών· οι πέντε από τους δεύτερους ήταν ο εφέτης Γ. Πετιμεζάς, ο πρωτοδίκης Π. Μαυρομιχάλης και οι δικηγόροι Κ. Δ. Αντωνόπουλος, Γρ. Δημητριάδης, Ιω. Παπαζαφειρόπουλος, οι οποίοι αποφάσισαν να αυτοεξο­ριστούν. Την αυλαία στο ναυπλιακό δράμα έκλεισαν οι 300 περίπου αξιω­ματικοί, υπαξιωματικοί και πολίτες (κυρίως νέοι), που αποφάσισαν να τους ακολουθήσουν στην εξορία.[25]

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Ατομικά Σημειώματα Πληροφοριών για τη δράση αγωνιστών

δικαστών και δικηγόρων κατά τη Ναυπλιακή Επανάσταση

(1 Φεβρουαρίου – 8 Απριλίου 1862)

 

Ααρών

Για τον απλό δικηγόρο μαχητή Ααρών, που αναφέρεται έτσι, χωρίς να διευκρινίζεται αν πρόκειται για το όνομα ή το επώνυμό του, έχουμε τρεισήμισι μόλις γραμμές από τον Ανώνυμο Ναυπλιέα: Εις το εν Ακροναυπλία τοποθετημένον μέγα πυροβόλον, Φειδιάς καλούμενον και διευθυνόμενον από τον λοχίαν Πετρόπουλον υπηρέτει  [την 1 Μαρτίου] από πρωΐας μετά μεγάλου ζήλου και ὁ δικηγόρος Ααρών άσιτος μετ’ άλλων πολιτών

Ανώνυμος, Τα συμβάντα, σ. 41.

 

Κωνστ. Γ. Αντωνόπουλος.

Υπήρξε άνθρωπος του κύκλου της Κ. Παπαλεξοπούλου. Ανήκε στον πυρήνα των συνωμοτών επαναστατών του Ναυπλίου. Κινήθηκε δραστήρια τη νύχτα της 31/1 –1/2/1862. Τη δεύτερη μέρα της Επανάστασης, μετά την ορκωμοσία του στρατού και την ομιλία του αντισυνταγματάρχη Πάνου Κορωναίου, απάγγειλε στην Πλατεία του Πλατάνου «λόγον πλήρη ενθουσιασμού». Διατέλεσε μέλος της προσωρινής και, στη συνέχεια, της μόνιμης Κυβερνητικής Επιτροπής της Επανάστασης. Αυτός και δύο άλλα επαναστατικά στελέχη πηγαίνουν στην Τρίπολη, για να ξεσηκώσουν την Αρκαδία. Συγκροτεί «λόχον εκ Τριπολιτσιωτών» εθελοντών που πολέμησαν παλληκαρίσια. Τη δύσκολη μέρα της 1 Μαρτίου ενθουσιάζει τους πυροβολητές «εκτελών και ο ίδιος διαφόρους υπηρεσίας».

Η εν γένει πολιτεία του δικηγόρου Αντωνόπουλου φανερώνει ένα συνειδητό και δραστήριο επαναστάτη. Όπως ήταν φυσικό, εξαιρέθηκε από την αμνηστία που έδωσε ο Όθων. Προτίμησε τότε την αυτοεξορία και έζησε την πικρή ζωή του αυτοεξόριστου επαναστάτη. Γύρισε στην Ελλάδα μετά τη Μεταπολίτευση (12/10/1862). Ο λαός της Μαντινείας τον εξέλεξε βουλευτή. Στη συνεδρίαση της Βουλής της 28 Ιανουαρίου 1863 έγινε λόγος για την Εθνική Εορτή. Ο Κ. Αντωνόπουλος υποστήριξε ″ότι η 25 Μαρτίου δεν ήτο η ημέρα της Επαναστάσεως και μολαταύτα αύτη καθιερώθη […]″. Η Εθνικὴ Συνέλευση συμφώνησε …».  Η ημερομηνία όμως της εορτής παραμένει…

Ανώνυμος, Τα συμβάντα, σελ. 9-10, 11, 14, 15, 17, 19, 25, 28, 40, 43- 44, 62, 69, 72, 79, 83, 85. Ο Συνταγματικός Έλλην  αριθ.1/ 1–2, 1/3, Παράρτημα 1, 2/ 1– 2, 2/ 3β΄, 3/1α΄, 3/2β, 4/1– 2, 4/4α,  12/4α. Γούναρης, Η ΝΕ, σ. 30, 40, 42/1, 43, 45, 54, 67, 76, 77, 102, 109, 121, 127. Κορδάτος, Ιστορία, τ.  Δ΄, σ. 41, 48, 53, 64. ΦΕΚ 25/26-4-1862 (ΒΔ 17- 2-1862).

                                               

Γρηγόριος Δημητριάδης (1830-1888)

Ανήκει και αυτός στον κύκλο της Κυράς τ’ Αναπλιού και είναι ενταγμένος στον στενό πυρήνα των επαναστατών. Δείχνει ιδιαίτερη δραστηριότητα τη βραδιά της 31ης Ιανουαρίου προς 1η Φεβρουαρίου 1862. Υπηρετεί κυρίως ως μέλος της προσωρινής και, κατόπιν, της μόνιμης Κυβερνητικής Επιτροπής. Αγωνίζεται σθεναρά κατά την κρίσιμη μέρα της 1ης Μαρτίου. Κατά τη διά­σπαση της ηγεσίας των επαναστατών πηγαίνει με το μέρος των διαλλακτικών. Εξαιρείται από την αμνηστία και αυτοεξορίζεται. Μετά τη μεταπολίτευση επιστρέφει, πολιτεύεται και εκλέγεται επανειλημμένως βουλευτής Ναυπλίου και το 1888 δήμαρχος.

Ανώνυμος, ό.π., σ. 9, 11, 25, 40, 44, 62, 69, 72, 74, 78, 84, 85. Ο Συνταγματικός Έλλην, αρ. φύλλου 1, σ. 2, 3, 4, στ. β΄, Παράρτημα 1, αρ. φύλλου 2, σ. 1-2, αρ. φύλλου 3, σ. 1, στ. α΄, σ. 2, στ. β΄, αρ. φύλλου 4, σ. 1-2, αρ. φύλλου 10, σ. 1-2, αρ. φύλλου 12, σ. 4, στ. α΄. Γούναρης, ό.π., σ. 30, 40, 42/1, 43, 67, 70, 76, 77, 102, 107, 127. Φ.Ε.Κ. 25/26.4.1862 (Β.Δ. 17.2.1862).

 

Κωνσταντίνος Δ. Ευθυμιόπουλος (1828-1885)

Ευθυμιόπουλος ΚωνσταντίνοςΟ Αναπλιώτης δικηγόρος Κ. Ευθυμιόπουλος είναι ένας κοσμοαγάπητος άν­θρωπος. Κατά την Επανάσταση διορίζεται δημοτικός αστυνόμος Ναυπλίου. Επιτελεί το έργο του κατά τρόπο υποδειγματικό. Τον βοηθούν σε αυτό η Εθνο­φυλακή του Σπ. Ζαβιτσιάνου και η Πολιτοφυλακή του λοχαγού Κ. Λώρη· «ου­δέποτε δε το Ναύπλιον ενθυμείται νύκτας ησυχωτέρας», γράφει ο Ανώνυμος.

Όταν ξεσπά η διαμάχη ανάμεσα σε διαλλακτικούς και σε αδιάλλακτους επαναστάτες, ο Ευθυμιόπουλος τάσσεται με τους δεύτερους. Ο Ζυμβρακάκης τον καθαιρεί, αλλά αναγκάζεται να τον αποκαταστήσει κατ’ απαίτηση του Δ. Γρίβα. Άγνωστο γιατί, αμνηστεύεται.

Μετά την έξωση του Όθωνα, τη 13η Οκτωβρίου «[…] ο όχλος θρασυν­θείς», γράφει ο Λαμπρυνίδης στη Ναυπλία, «κατέλυσε τον Δήμαρχον Γ. Ι. Ια­τρού, αντ’ αυτού δε ανεκήρυξε τοιούτον διά βοής τον Δικηγόρον Κ. Ευθυμιό­πουλον». Ο ίδιος «όχλος» στη συνέχεια τον ανέδειξε βουλευτή πολλές φορές. Υπήρξε ιδρυτής και αρχηγός του λαϊκού κόμματος των «Αρειμανίων». Το φτωχόπαιδο, που –όπως γράφει ο Δημόπουλος– «εσπούδασεν εν στερήσεσιν […] ανηγορεύθη διδάκτωρ Νομικής τω 1856» και έγινε για μία περίπου εικο­σαετία ο ισχυρότερος πολιτικός άνδρας του Ναυπλίου. Όταν πέθανε (1885) η κηδεία του έγινε «δημοσία δαπάνη», με απόφαση του τότε πρωθυπουργού Θ. Δηλιγιάννη.

Το ήθος του ανθρώπου φανερώνει και το ακόλουθο γεγονός που ιστορεί ο Δημόπουλος. Την 1.2.1864 αρχίζει στο Κοινοβούλιο συζήτηση για την απο­ζημίωση των καταστροφών που έγιναν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης στο Ναύπλιο, την Πρόνοια και τα γύρω χωριά:

Μετά τον Αρ. Μίχου, ωμίλησαν οι πληρεξούσιοι Ναυπλίου Κ. Ευθυμιόπου­λος και Γρ. Δημητριάδης, αναπτύξαντες διά μακρών τα όσα δεινά υπέστη­σαν οι Ναυπλιείς και τας υλικάς καταστροφάς της πόλεως και των περι­χώρων. Μετά τας αγορεύσεις ταύτας ωμίλησεν ο πληρεξούσιος Ροντήρης, αντικρούσας τους Ναυπλιείς πληρεξουσίους και ειπών ότι δεν είναι δυνα­τόν να εγκριθώσιν αποζημιώσεις εις τους «αντάρτας του Ναυπλίου διά το ανταρτικόν των κίνημα» […].

Δεν παρήλθε πολύς καιρός και ο πληρεξούσιος Ροντήρης διορίζεται νομάρχης Αργολίδος και Κορινθίας και έρχεται εις Ναύπλιον. Άμα όμως απεβιβάσθη εις την παραλίαν, ευρέθη προ αποσπάσματος της Εθνοφυλα­κής, του οποίου ο επικεφαλής –τη εισηγήσει του δημάρχου Ευθυμιοπού­λου– διατάσσει τον Ροντήρην ν’ απέλθη εκ Ναυπλίου, διότι δεν τον δέχεται η Εθνοφυλακή! Ο Νομάρχης, εκπλαγείς, ζητεί τον δήμαρχον, όστις σπεύδει εκεί και γίνεται ο εξής αξιομνημόνευτος διάλογος:

Διατί, κ. Ευθυμιόπουλε, δεν μοι έλεγες εν Αθήναις ότι δεν θα με εδέχοντο εδώ, να μην έλθω;

Διότι δεν επίστευον, κ. Ροντήρη, ότι, λαόν, ον εξύβρισες ως ληστα­ντάρτην, θα είχες την αξίωσιν και να τον διοικήσης!

Ηγόρευσα εν τη Συνελεύσει κατά του Ναυπλίου –υπέλαβεν ο νομάρ­χης– αλλ’ ήδη θα φροντίσω ν’ αποζημιωθώσιν οι Ναυπλιείς.

Οι Ναυπλιείς –απεκρίθη υπερήφανος ο Ευθυμιόπουλος– έχουν ανά­γκην της υπολήψεώς των και όχι των χρημάτων των!

Ο λαός επευφήμησεν εις τους υψηλούς λόγους του δημάρχου του και ο νομάρχης απήλθε παραχρήμα του Ναυπλίου υπό την προστάτιδα συνοδείαν του Ευθυμιοπούλου, όστις επέβαλε νεκρικήν σιγήν εις τον παριστάμενον πολυπληθή λαόν και επεβίβασε τον νομάρχην εις το αυτό ατμόπλοιον.

Ανώνυμος, ό.π., σ. 15, 50. Ο Συνταγματικός Έλλην, αρ. φύλλου 18, σ. 4, στ. α΄. Γούναρης, ό.π., σ. 43, 124. Δημόπουλος, ό.π., σ. 134, 211-213, 220-221, 228-231, 268-270.

 

Πέτρος Αν. Μαυρομιχάλης (1828-1892)

Γιος του μπεηζαδέ Αναστασίου και εγγονός του Πετρόμπεη. Κάνει σπουδές Νομικής στην Αθήνα και το Παρίσι. Μπαίνει στον δικαστικό κλάδο και κατά την εποχή αυτή υπηρετεί στο Ναύπλιο ως πρωτοδίκης. Ανήκει και αυτός στ πολιτικό κύκλο της Κ. Παπαλεξοπούλου. Θεωρείται από τους ηγέτες της Επα­νάστασης και έχει να παρουσιάσει μεγάλη δράση κατά τη διάρκειά της. Είναι από τα πρόσωπα που αποφασίζουν –λόγω εκτάκτου γεγονότος– την έκρηξη της Επανάστασης το βράδυ της 31ης Ιανουαρίου προς 1η Φεβρουαρίου αντί για το βράδυ της 3ης προς 4η Φεβρουαρίου 1862, όπως είχε πανελληνίως συμφωνηθεί. Διατελεί μέλος της προσωρινής και κατόπιν της μόνιμης Κυ­βερνητικής Επιτροπής. Ενθαρρύνει την μεταξύ των αγωνιστών διάδοση του εθίμου της «μπέσας» (αδελφοποιίας). Ο αρχιεπαναστάτης αυτός θεωρείται και λαμπρός ρήτορας. Σώζονται οι επικήδειοι λόγοι του για τους πεσόντες αν­θυπασπιστές Π. Φαγκρίδη και Γ. Σταύρου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο λόγος που εκφώνησε πριν από την καύση της απαίσιας λαιμητόμου: «[…] ουδέποτε από της αρχής της επαναστάσεως», γράφει ο Ανώνυμος, «έπαυσεν ενθουσιά­ζων τον λαόν διά της ευγλώττου ρητορικής του, καταρώμενος τους συγγενείς του εκείνους, οίτινες, αν και σύμφωνοι πρότερον μετ’ αυτού, εις την συνομω­σίαν, έλαβον τα όπλα κατά της επαναστάσεως».

Ο πρωτοδίκης Π. Μαυρομιχάλης συμμετέχει ενεργά στην κρίσιμη σύ­γκρουση της 1ης Μαρτίου. Κατά τη διάσπαση των επαναστατών στις 2 Μαρ­τίου συντάσσεται με τους διαλλακτικούς. Είναι μέλος της Επιτροπής που μεταφέρει το αιτητικό περί χορηγήσεως γενικής αμνηστίας έγγραφο στον αρχηγό του βασιλικού στρατού Αμαδ. Χαν. Εξαιρείται από την αμνηστία και απολύεται από τη θέση του. Αυτοεξορίζεται με άλλους τριακόσιους περίπου επαναστάτες. Φθάνει στη Σμύρνη. Εκεί νυμφεύεται τη θυγατέρα του πλουσιότατου Σμυρναίου ιατροφιλόσοφου Γαληνού Κλάδου.

Μετά την οκτωβριανή Επανάσταση και την έξωση του Όθωνα, επιστρέ­φει στην Ελλάδα και πολιτεύεται. Εκλέγεται επανειλημμένως βουλευτής και γίνεται υπουργός επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως.

Ανώνυμος, ό.π., σ. 9, 10, 11, 19, 25, 28, 39, 40, 43-44, 44, 54, 62, 69, 72, 74, 79, 84, 85, 91-93, 93-94. Ο Συνταγματικός Έλλην, αρ. φύλλου 1, σ. 2, 3, στ. β΄, σ. 4, Παράρτημα 1, αρ. φύλλου 2, σ. 1-2, αρ. φύλλου 3, σ. 1, στ. α΄, σ. 2, στ. β΄, αρ. φύλλου 4, σ. 1-2, σ. 4, στ. α΄, αρ. φύλλου 10, σ. 3, στ. β΄, αρ. φύλλου 11, σ. 4, αρ. φύλλου 12, σ. 3, σ. 4, στ. α΄, αρ. φύλλου 15, σ. 2, στ. β΄, αρ. φύλλου 17, σ. 2-3. Γούναρης, ό.π., σ. 29-30, 37, 40, 43, 45, 67, 76, 77, 77-78, 90, 102, 107, 121, 128. Φ.Ε.Κ. 25/26.4.1862 (Β.Δ. 17.2.1862).

 

Ιωάννης Παπαζαφειρόπουλος (1829-1879)

Κάνει νομικές σπουδές στην Αθήνα και τη Λιψία και δικηγορεί στ’ Ανάπλι. Σφόδρα αντιδυναστικός. Συχνάζει και αυτός στο πολιτικό σαλόνι της Κ. Πα­παλεξοπούλου. Είναι από τα πρόσωπα που αποφάσισαν για την επιλογή της μέρας της έκρηξης της Ναυπλιακής Επανάστασης. Γίνεται μέλος της προσω­ρινής και κατόπιν της μόνιμης Κυβερνητικής Επιτροπής. Αποστέλλεται με τον εφέτη Πετιμεζά και το συνάδελφό του δικηγόρο Αντωνόπουλο στην Τρι­ πολιτσά, για να ξεσηκώσουν την Αρκαδία. Μαζί με δύο δικαστές και δύο συ­ναδέλφους του συμμετέχει στις αποφασιστικές συγκρούσεις της 1ης Μαρτί­ου. Κατά τη διάσπαση των επαναστατών σε διαλλακτικούς και αδιάλλακτους, συντάσσεται με τους πρώτους. Θεωρεί μάταιο τον περαιτέρω αγώνα και το χύσιμο του αδελφικού αίματος. Εξαιρείται από την αμνηστία και απολύεται από τη θέση του (ως δικηγόρος και β΄ πάρεδρος του Πρωτοδικείου Ναυπλίου). Αυτοεξορίζεται και ζει μέχρι την έξωση του Όθωνα (10.10.1862) τη δύσκολη ζωή του πολιτικού πρόσφυγα. Επανέρχεται τότε στην Ελλάδα, πολιτεύεται, εκλέγεται βουλευτής και γίνεται υπουργός Δικαιοσύνης.

 Ανώνυμος, ό.π., σ. 9, 11, 14, 17, 19, 20, 25, 28, 40, 43-44, 54, 62, 64, 69, 72, 79, 84, 85. Ο Συνταγματικός Έλλην, αρ. φύλλου 1, σ. 2, σ. 3, στ. α΄-β΄, Παράρτημα 1, αρ. φύλλου 2, σ. 1-2, αρ. φύλλου 3, σ. 1, στ. α΄, σ. 2, στ. β΄, αρ. φύλλου 4, σ. 1-2, αρ. φύλλου 12, σ. 4, στ. α΄. Γούναρης, ό.π., σ. 30, 39-40, 42-43, 50, 67, 76, 77, 102, 103,109, 121, 127. Φ.Ε.Κ. 25/26.4.1862 (Β.Δ. 6.2.1862) και Φ.Ε.Κ. 35/4.7.1862 (Β.Δ. 12.5.1862).

 

Γεώργιος Αν. Πετιμεζάς (1816-1884)

Γεώργιος Πετιμεζάς

Γεώργιος Πετιμεζάς

Ο Καλαβρυτινός εφέτης Γ. Πετιμεζάς ήταν γόνος της ιστορικής γενιάς των Πετιμεζάδων, οι οποίοι μετανάστευσαν από την Ήπειρο στην Πελοπόννησο. Σπούδασε νομικά στο Μόναχο. Υπηρετούσε ως εφέτης στο Ναύπλιο. Ψυχω­μένος επαναστάτης, είχε πολιτικές σχέσεις με την Κ. Παπαλεξοπούλου και τον κύκλο της. Στο σπίτι του λήφθηκε η απόφαση για την επίσπευση της Επα­νάστασης κατά τη νύχτα της 31ης Ιανουαρίου προς 1η Φεβρουαρίου λόγω τυχαίου περιστατικού που υποψίασε τις αρχές της πόλης. Πολύ μεγάλη ήταν η δραστηριότητά του για τη στερέωση και την εξάπλωση της Επανάστασης, ιδιαίτερα κατά τις πρώτες μέρες της. Η εξουσία βρισκόταν στα χέρια των πολιτικών και ο Πετιμεζάς ήταν εκλεκτό μέλος της, άτυπος, θα λέγαμε, Πρό­εδρος της Κυβερνητικής Επιτροπής, της προσωρινής, και κατόπιν της μόνι­μης. Με δύο δικηγόρους και ένα μικρό τμήμα Ιππικού πήγε στην Τριπολιτσά, για να ξεσηκώσει τους Αρκάδες. Συγκρότησε «λόχον εκ Καλαβρυτινών εθε­λοντών», από αυτούς που κατοικούσαν τότε στη Ναυπλία. Συναποφασίζει με την Κυβερνητική Επιτροπή και τη στρατιωτική ηγεσία τη σύνταξη της Έκθεσης προς τις Προστάτιδες Μεγάλες Δυνάμεις. Στη φοβερή σύγκρουση της 1ης Μαρτίου «Ο εφέτης Πετιμεζάς», γράφει ο Ανώνυμος, «μετά υπερ­βολικού ενθουσιασμού περιφερόμενος εις τα κανονοστάσια της πόλεως από πρωίας ενεθάρρυνε τους πολίτας και στρατιώτας, εκτελών ο ίδιος διαφόρους υπηρεσίας, ως και οι δικηγόροι Γ. Δημητριάδης, Κ. Αντωνόπουλος και Ιω. Παπαζαφειρόπουλος […]».

Κατά τη διάσπαση των επαναστατών σε διαλλακτικούς και αδιάλλακτους, τάσσεται με το μέρος των δεύτερων. «Εις την επαύξησιν της επιρροής του [αρχηγού των αδιάλλακτων] Γρίβα συνετέλει τα μέγιστα διά των πολλών σχέ­σεών του ο εφέτης Πετιμεζάς, απολαμβάνων μεγάλης δημοτικότητος παρά τω λαώ και τω στρατώ», γράφει πάλι γι’ αυτόν ο Ανώνυμος.

Όπως ήταν επόμενο, το οθωνικό «σύστημα» τον εξαιρεί από τη γενική αμνηστία και τον απολύει από τη θέση του. Παίρνει με αξιοπρέπεια το δρόμο της ξενιτειάς μαζί με 18 μη αμνηστευόμενους στρατιωτικούς και πολιτικούς και με ένα πλήθος αυτοεξορισθέντων αγωνιστών (300 περίπου), από τους οποίους οι περισσότεροι ήταν νέοι. Η εξορία του κράτησε έξι περίπου μήνες. Επαναπατρίστηκε μετά την έξωση του Όθωνα. Ορίστηκε αρχηγός της αρτι­σύστατης τότε Εθνοφυλακής, χωρίς να το έχει επιδιώξει. Κατόπιν εκλέχτηκε βουλευτής και χρημάτισε υπουργός επί των Εσωτερικών.

Ανώνυμος, ό.π., σ. 9, 10, 11, 17, 19, 22, 25, 28, 40, 43-44, 44, 45, 54, 62, 69, 72, 79, 84, 85. Ο Συνταγματικός Έλλην, αρ. φύλλου 1, σ. 1-2, σ. 3, στ. β΄, Παράρτημα 1, αρ. φύλλου 2, σ. 1-2, αρ. φύλλου 3, σ. 1, στ. α΄, σ. 2, στ. β΄, αρ. φύλλου 4, σ. 1-2, σ. 4, στ. α΄, αρ. φύλλου 12, σ. 4, στ. α΄, αρ. φύλλου 15, σ. 2, στ. β΄, αρ. φύλλου 18, σ. 4. Γούναρης, ό.π., σ. 29, 37, 39-40, 43, 65, 67, 76, 76-77, 85, 89-90, 102, 108, 109, 116, 121, 125. Φ.Ε.Κ. 25/26.4.1862 (Β.Δ. 17.2.1862).

 

Κωνσταντίνος Πετσάλης

Ο δικηγόρος Κ. Πετσάλης (και ο μεγαλύτερος αδελφός του Αθανάσιος[26]  που δικηγορούσε στην Αθήνα) ήσαν από τους ένθερμους αγωνιστές που αντιμά­χονταν το «σύστημα». Στο Ναύπλιο σύχναζε και αυτός στο πολιτικό σαλόνι της μεγάλης Κυράς, όπως έλεγαν την Κ. Παπαλεξοπούλου.

Τη βραδιά που ξέσπασε η Επανάσταση, ο Πετσάλης ήταν από τους πρώ­τους που έφτασαν στην Πλατεία Πλατάνου, όπου είχε παραταχθεί ο στρατός. Ο λαός συγκεντρώθηκε γύρω του και του ζητούσε να μιλήσει. Ανέβηκε σε ένα πρόχειρα στημένο βήμα και από εκεί, ανεμίζοντας μια κόκκινη σημαία, μέσα στις επευφημίες του συγκεντρωμένου λαού και του στρατού, κήρυξε επίσημα την Επανάσταση και ανέπτυξε εύγλωττα τους σκοπούς της. Στη συ­νέχεια, με πρόταση πολλών πολιτών, εκλέγεται μέλος της δεκαμελούς «επί της ασφαλείας Επιτροπής». Είναι ένας από τους κύριους συντάκτες της Έκθε­σης «Προς τας τρεις Προστάτιδας της Ελλάδος Δυνάμεις». Κατά τη διάσπαση των επαναστατών, στις 2 Μαρτίου, σε διαλλακτικούς και αδιάλλακτους είναι με το μέρος των πρώτων. Αμνηστεύεται, αλλά η κυβέρνηση τον απολύει από τη θέση του δικηγόρου και προχωρεί σε κατάσχεση πολλών κτημάτων της οικογένειάς του. Αποκαθίσταται μετά την έξωση του Όθωνα και πολιτεύεται με επιτυχία.

Ανώνυμος, ό.π., σ. 14, 25, 28, 43, 44, 54, 72, 74, 80-84, 85. Ο Συνταγματικός Έλλην, αρ. φύλλου 1, σ. 3, στ. β΄, σ. 4, στ. α΄, σ. 4, στ. α΄-β΄, Παράρτημα 1, αρ. φύλλου 2, σ. 1-2, αρ. φύλλου 3, σ. 2, στ. β΄. Γούναρης, ό.π., σ. 30, 42-43, 66-67, 75-76, 89, 102, 121. Φ.Ε.Κ. 25/26.4.1862 (Β.Δ. 17.2.1862).

 

Γεώργιος Δ. Ποσειδών

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, από την πρώτη μέρα, με τη συγκρότηση της προσωρινής Κυβερνητικής Επιτροπής, ορίστηκε ως «Γενικός Γραμματεύς» της ο δικαστικός υπάλληλος Δημ. Καλιοντζής. Φαίνεται όμως ότι οι επανα­στάτες, θέλοντας να «αναβαθμίσουν» τη θέση, τοποθέτησαν σε αυτήν στις 2 Φεβρουαρίου το δικηγόρο Γ. Δ. Ποσειδώνα. «Ο δικηγόρος Ποσειδών», γρά­φει ο Ανώνυμος, «νέος εμπνεόμενος υπό υγιών πατριωτικών αισθημάτων διο­ρίζεται Γενικός Γραμματεύς της διοικητικής Επιτροπής». Για τον νεαρό αυτό επαναστάτη έχουμε μία ακόμη μαρτυρία από την εφημερίδα των επαναστα­τών, τον Συνταγματικό Έλληνα: «Σήμερον δημοσιεύομεν», γράφει ο Θ. Φλο­γαΐτης, «τον επί του τάφου του […] αποθανόντος [ανθυπασπιστή του Ιππικού] Περ. Φαγκρίδη ενθουσιώδη λόγον του κ. Πέτρου Μαυρομιχάλη, επιφυλαττό­μενοι να δημοσιεύσωμεν ακολούθως τον επίσης ωραίον επικήδειον λόγον του κ. Γ. Ποσειδώνος». Ο Γ. Ποσειδών, με Βασιλικό Διάταγμα της 17.2.1862, που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 23/26-4-1862 απολύθηκε από τη θέση του.

Ανώνυμος, ό.π., σ. 14-15, 69. Ο Συνταγματικός Έλλην, αρ. φύλλου 1, σ. 3, στ. β΄ κ.εξ. Δημόπουλος, ό.π., σ. 138, 135. Φ.Ε.Κ. 25/26.4.1862 (Β.Δ. 17.2.1862).

 

Γεώργιος Στεφόπουλος

Για το δικηγόρο αυτό έχουμε μία μόνο πληροφορία, ότι υπήρξε ένας από τους τρεις δικηγόρους που συνέταξαν την Έκθεση «Προς τους εξοχωτάτους Κυρίους πρέσβεις των τριών Μεγάλων Ευεργετίδων της Ελλάδος Δυνάμεων Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσσίας», για την οποία έχει ήδη γίνει αναφορά προη­γουμένως.

«Προς αποφυγήν», γράφει ο Ανώνυμος, «ενδεχομένων παρεξηγήσεων […], ο αρχηγός εν συμβουλίω, εις το οποίον παρευρέθησαν και τα μέλη της Διοικητικής Επιτροπής και διάφοροι αξιωματικοί, προτείνει να συνταχθή έκ­θεσις προς τους πρέσβεις των τριών Ευεργετίδων Μεγάλων Δυνάμεων, εις ην να καταδεικνύηται ο σκοπός της επαναστάσεως και αι προκαλέσασαι αυτήν αιτίαι, καθ’ όσον –είπεν– δεν πρέπει να αμφιβάλλωμεν ότι εκείνοι, κατά των οποίων το κίνημά μας αποτείνεται, θέλουν δυσφημίσει δι’ όλων των μέσων την επανάστασιν και δώσει αυτή χαρακτήρα άλλον παρά τον αληθή. Μετά τινα συζήτησιν περί των βάσεων της εκθέσεως ταύτης, απεφασίσθη η σύντα­ξις αυτής, ανατεθέντος του έργου τούτου εις τους δικηγόρους Γ. Στεφόπου­λον, Κ. Φαρμακόπουλον, Κ. Πετσάλην και άλλα πρόσωπα […]».

Ανώνυμος, ό.π., σ. 25, 80-84. Γούναρης, ό.π., σ. 66-68. Δημόπουλος, ό.π., σ. 148-149.

 

Κωνσταντίνος Φαρμακόπουλος (1799-1899)

Ο Κ. Φαρμακόπουλος είναι ένας από τους τρεις έγκριτους δικηγόρους του Ναυπλίου, οι οποίοι συνέταξαν και συνυπέγραψαν στις 6.8.1862 την Έκθεση «Προς τους εξοχωτάτους Κυρίους πρέσβεις των τριών Μεγάλων Ευεργετίδων της Ελλάδος Δυνάμεων Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσσίας». Υπήρξε μέλος της δεύτερης και της τρίτης Επιτροπής, την οποία οι διαλλακτικοί επαναστάτες έστειλαν στον αρχηγό του πολιορκητικού στρατού Αμαδ. Χαν, στις 7 και 16 Μαρτίου, με γραπτή εντολή να διαπραγματευτούν την παράδοση της πόλης και των φρουρίων της υπό τον όρο της παροχής γενικής αμνηστίας «διά τε το Ναύπλιον και δι’ όσα άλλα μέρη […] εξετέθησαν οπωσδήποτε […]». Κατά τη δεύτερη συνάντηση ο στρατηγός Χαν «[…] εβεβαίωσε την Επιτροπήν επί τω λόγω της στρατιωτικής του τιμής ότι η αμνηστεία υπάρχει πλήρης και γενική […]. Τα αυτά επανέλαβε και ο Αντιστράτηγος και ο Νομάρχης». Στην τρίτη, και τελευταία, συνάντηση οι επαναστατικοί αντιπρόσωποι άκουσαν το Χαν να τους λέει και να επαναλαμβάνει πως «αμνηστεία δεν υπάρχει, διότι το Υπουργείον δεν ενδίδει». Τότε ο Φαρμακόπουλος, αηδιασμένος από την ανέ­ντιμη συμπεριφορά του ξένου στρατηγού και από την εμπαθή αδιαλλαξία της κυβέρνησης, του δήλωσε το εξής: «Λοιπόν, στρατηγέ, έλθετε να κυριεύσητε ερείπια και ουχί πόλιν!».

Ο Κ. Φαρμακόπουλος, διδάκτορας της Νομικής, είναι από τους ιδρυτές του Δικηγορικού Συλλόγου Ναυπλίου (1884) και δεύτερος πρόεδρός του (1886-1895). Πολιτεύτηκε και εκλέχτηκε βουλευτής Ναυπλίας.

Ανώνυμος, ό.π., σ. 25, 45-47, 50-51, 80-84. Γούναρης, ό.π., σ. 66-68, 94, 99. Δημόπουλος, ό.π., σ. 148-149, 165-167, 252-253, 268.

 

Θεόδωρος Νικολ. Φλογαΐτης (1840-1905)

Φλογαΐτης  Θεόδωρος

Φλογαΐτης Θεόδωρος

Γεννήθηκε στο Ναύπλιο, όπου έκανε τις στοιχειώδεις και γυμνασιακές του σπουδές. Κατά το βιογράφο του σε ηλικία δεκαπέντε ετών γράφτηκε στη Νο­μική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1860 άρχισε να αρθρογραφεί σε αθηναϊκές εφημερίδες ασκώντας αντικυβερνητική πολιτική· για το λόγο αυτό οι οθωνικές αρχές τον είχαν εκτοπίσει στη γενέτειρά του. Ήταν είκοσι δύο ετών όταν ξέσπασε η Ναυπλιακή Επανάσταση. Εντάχθηκε αμέσως στις δυ­ νάμεις της και πρόσφερε αξιόλογες υπηρεσίες. Από την πρώτη ακόμη μέρα της Επανάστασης, η προσωρινή Κυβερνητική Επιτροπή του αναθέτει «την σύνταξιν και έκδοσιν της Εφημερίδος Ο Συνταγματικός Έλλην – Εφημερίς των αρχών της Πρώτης Φεβρουαρίου». Ενδεχομένως σε αυτό το έντυπο συνεργα­ζόταν με την Κ. Παπαλεξοπούλου. Ο νεαρός τότε επαναστάτης δημοσιογρά­φος αγωνιζόταν με την πένα του να κρατήσει ακμαίο το φρόνημα λαού και του στρατού. Γι’ αυτό το σκοπό χρησιμοποιούσε και το χάρισμα της ρητορικής. Για παράδειγμα, στην παλλαϊκής συμμετοχής κηδεία του ανθυπολοχαγού Ιω. Παγώνη εκφώνησε έναν εμπνευσμένο επικήδειο. Ο Π. Μαυρομιχάλης και ο Θ. Φλογαΐτης ήσαν οι δημεγέρτες ρήτορες της Ναυπλιακής Επανάστασης.

Παράλληλα με τα παραπάνω, ο νεαρός Φλογαΐτης έχει να επιδείξει ακόμη ένα απλό μεν αλλά τιμητικό έργο: ζητεί και εντάσσεται ως απλός στρατιώτης στο λόχο του Πυροβολικού, στον οποίο υπηρετούσε επίσης ως εθελοντής και ο μοναδικός γιος της Κ. Παπαλεξοπούλου, ο Επαμεινώνδας.

Δεν γνωρίζουμε τι έπραξε ο Θ. Φλογαΐτης μετά την καταστολή της Ναυ­πλιακής Επανάστασης. Πήρε όμως το πτυχίο της Νομικής, έγινε διδάκτορας και κατόπιν υφηγητής του Συνταγματικού Δικαίου, έγραψε με επιτυχία πολλά σχετικά έργα, αλλά αρνήθηκε την έδρα του καθηγητή του Διοικητικού Δικαί­ου για χάρη της δημοσιογραφίας, την οποία εξάσκησε με γνώση, μαχητικότη­τα και εντιμότητα. Πολιτεύτηκε και εκλέχτηκε δύο φορές βουλευτής.

Ανώνυμος, ό.π., σ. 28, 89-90. Ο Συνταγματικός Έλλην, αρ. φύλλου 6, σ. 2-3, αρ. φύλλου 12, σ. 4, στ. α΄. Γούναρης, ό.π., 45/9, 77/4, 78/2. Κούλα Ξηραδάκη, Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου 1809-1898: Η γυναίκα που κλόνισε το θρόνο του Όθωνα, εκδ. Φιλιππότη, γ΄ έκδοση, Αθή­να 1998, σ. 210-212. Χαράλαμπος Χ. Κύρκος, Θεόδωρος Φλογαΐτης. Ένας ανυποχώρητος μαχητής της συνταγματικής νομιμότητας, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2009.

 

 Γούναρης Αναστάσιος

Φιλόλογος – Ιστορικός – Συγγραφέας

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Φαυλοκρατία. Για την ακριβή έννοια του όρου βλ. Αναστ. Γούναρης, Η Ναυπλιακή Επανάσταση (1 Φεβρουαρίου – 8 Απριλίου 1862). Ιστορική μελέτη, β΄ έκδοση, Δήμος Ναυ­πλιέων – ΔΗ.Κ.Ε.Ν., Ναύπλιο 2010, σ. 19/4.

[2] Δηλαδή της εθνικής ολοκλήρωσης, της δημιουργίας Εθνοφυλακής, της διαδοχής του Όθωνα, της αποκατάστασης των ακτημόνων αγροτών, της εύρυθμης λειτουργίας του κράτους κ.ά.

[3] Το Βασίλειο της Ελλάδος επί Όθωνα είχε έκταση 47.516 τ.χλμ. και (κατά την απογραφή του 1861) 1.086.810 κατοίκους.

[4] Π.χ. στον κύκλο της πολυθρύλητης Καλλιόπης Σπ. Παπαλεξοπούλου αναφέρονται δύο δικαστικοί και τέσσερεις τουλάχιστον δικηγόροι. Επαναστάτες, οι οποίοι ασκούσαν άλλα επιστημονικά επαγγέλματα, ήσαν οι εξής: οι γιατροί Σταματόπουλος, Ν. Μαράτος και Λ. Σακελλαριάδης, ο φαρμακοποιός Σπ. Ζαβιτσιάνος και ο διδάσκαλος της Πρόνοιας Εμμανουήλ Παπαδάκης. Πιστεύω πως η έρευνα θα φέρει στο φως και άλλους πολλούς.

[5] Επαμ. Κυριακίδης, Ιστορία του συγχρόνου Ελληνισμού, από της ιδρύσεως του Βα­σιλείου της Ελλάδος μέχρι των ημερών μας (1832-1892), τ. Β΄, εν Αθήναις 1892, σ. 112 και Γιάνης Κορδάτος, Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας, τ. Δ΄ (1860-1901), Εκδόσεις «20ός αιώνας», Αθήνα 1958, σ. 42.

[6] Εορτή των Αποβατηρίων του Όθωνα (25.1.1833).

[7] Κυριακίδης, ό.π., σ. 115 και Κορδάτος, ό.π., σ. 42.

[8] Κυριακίδης, ό.π., σ. 117 και Κορδάτος, ό.π., σ. 44.

[9] Κανονικά ιδρύθηκε το Μάρτη του 1884, με πρώτο πρόεδρο τον αντιφρονούντα (στη Ναυπλιακή Επανάσταση) Υπάτιο Αυγερινό και δεύτερο τον επαναστάτη Κ. Φαρμα­κόπουλο. Βλ. Θεοδόσιος Σπ. Δημόπουλος, Ιστορία του Ναυπλίου. Ιστορία της πόλεως του Ναυπλίου από των μυθικών χρόνων μέχρι σήμερον – 1500 π.Χ. μέχρι 1948 μ.Χ., εισαγω­γή-επιμέλεια Γιώργος Ρούβαλης, τ. Β΄, έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο 2010, σ. 253, 268.

[10] Μάλλον πρόκειται για τον Ιερώνυμο Ναπολέοντα Βοναπάρτη.

[11] Ανώνυμος, Τα συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως της πρώτης Φεβρουαρί­ου, υφ’ ενός Ναυπλιέως, εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Κ. Αντωνιάδου, 1862, σ. 5 και Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς. Ιστορική μελέτη, β΄ έκδοση, τύποις Κλεισιούνη, Αθήναι 1950, σ. 396. Την εποχή εκείνη πολλά συμπόσια αυτού του είδους οργανώνονταν στην Αθήνα και σε πόλεις της επαρχίας.

[12] Γούναρης, ό.π., σ. 35-37.

[13] Στο ίδιο, σ. 39 κ.εξ.

[14] Ο Συνταγματικός Έλλην, αρ. φύλλου 4, σ. 4, στ. α΄.

[15] Ανώνυμος, ό.π., σ. 17, 18-20, 22.

[16] Στο ίδιο, σ. 25, 80-84. Γούναρης, ό.π., σ. 66-68.

[17] Ανώνυμος, ό.π., σ. 18. Γούναρης, ό.π., σ. 46-47, 88, 94.

[18] Ανώνυμος, ό.π., σ. 28, 39, 89-94. Ο Συνταγματικός Έλλην, αρ. φύλλου 6, σ. 2-3, αρ. φύλλου 10, σ. 3, στ. β΄, αρ. φύλλου 11, σ. 4, αρ. φύλλου 17, σ. 2, στ. β΄. Ο Συνταγματικός Έλλην γράφει (αρ. φύλλου 14, σ. 4, στ. β΄) ότι τους νεκρούς μαχη­τές ενταφίαζαν σε ιδιαίτερο τόπο, «εις την θέσιν της Ακροναυπλίας Παναγίτσα, ένθαεσχηματίσθη από της 8 Φε.[βρουαρίου] ε.έ. η συνοικία των φιλελευθέρων […]».

[19] Ο Συνταγματικός Έλλην, αρ. φύλλου 12, σ. 3. Γούναρης ό.π., σ. 77-78. Το 1866 η Ελληνική Πολιτεία κατασκεύασε στο Οπλοστάσιο του Ναυπλίου νέα λαιμητόμο και το 1890 όρισε μόνιμο τόπο εκτέλεσης των θανατοποινιτών το Παλαμήδι· βλ. Δημόπουλος, ό.π., τ. Β΄, σ. 298-299.

[20] Ο Συνταγματικός Έλλην, αρ. φύλλου 15, σ. 2, στ. β΄. Ανώνυμος, ό.π., σ. 28, 32, 45. Τελικά το έθιμο είχε αρνητικές συνέπειες, γιατί καθένας ήθελε να βρίσκεται και να πολεμά δίπλα στον αδελφοποιητό του.

[21] Ανώνυμος, ό.π., σ. 40-41.

[22] Στο ίδιο, σ. 43-44.

[23] Στο ίδιο, σ. 44, 46-47, 50-51. Γούναρης, ό.π., σ. 89 κ.εξ., 94 κ.εξ.

[24] Ανώνυμος, ό.π., σ. 51.

[25] Γούναρης, ό.π., σ. 101-102, 102-103, 107-108, 109, 111, 126 κ.εξ.

[26] Τα δύο αδέλφια ανήκαν στη λεγόμενη «παράταξιν των νέων». Ο Αθανάσιος, μαζί με τον ποιητή Παν. Σούτσο, συνέταξε το «Προς τον βασιλέα της Ελλάδος περί της απαι­τουμένης πολιτικής μεταβολής Υπόμνημα του Γερουσιαστού Κωνστ. Κανάρη», στο οποίο προσέθεσε έναν πολύ ενδιαφέροντα πρόλογο· βλ. Γούναρης, ό.π., σ. 26-27, 34, 132-136.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Στοιχεία για την πρώτη δεκαετία του Δήμου Ναυπλιέων (1833-1843): Η τοπική αυτοδιοίκηση στο πλαίσιο του συγκεντρωτικού κράτους. Ελένη Καλαφάτη, Αρχιτέκτονας – Δρ Ιστορικός. Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Στα χρόνια του Αγώνα η πολιτική και διοικητική συγκέντρωση διακηρύσσεται ως θεμελιώδης αρχή του πολιτεύματος, ενώ επιχειρείται στο μέτρο που οι περιστάσεις το επιτρέπουν η εγκαθίδρυση νέων ιεραρχημένων σχέσεων ανάμεσα στην κεντρική εξουσία και στις τοπικές αρχές, που θα επιτρέψουν στις επαναστατημένες περιοχές να συγχωνευθούν σε μία νέα οργανική ενότητα.

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία, 1833.

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία, 1833.

Στην ίδια κατεύθυνση η πρώτη Αντιβασιλεία προχωρά στη θεσμοθέτηση ενός, συγκεντρωτικού και αυστηρά ιεραρχημένου διοικητικού συστήματος: η επικράτεια διαιρείται σε νομούς, οι νομοί σε επαρχίες, οι επαρχίες σε δήμους και κάθε στοιχείο εγκλείεται στο αμέσως ανώτερο του. Αυτός ο ορθολογισμός απαντά στην επιταγή για την πολιτική ενοποίηση του εθνικού εδάφους με την κατάργηση της τοπικής ιδιαιτερότητας, αλλά συγχρόνως αποτελεί και το εργαλείο που επιτρέπει στο νέο κράτος να οργανώσει την επέμβασή του σε όλους τους τομείς της ζωής και της δραστηριότητας των πολιτών.

Σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο η εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής στην περιφέρεια εξασφαλίζεται από τη δραστηριότητα περισσότερων αξιωματούχων με επικεφαλής τον Νομάρχη. Ωστόσο στην πραγματικότητα οι βασικότερες αρμοδιότητες συγκεντρώνονται στο επίπεδο των δήμων, όπου ο Δήμαρχος, ανώτατη εκτελεστική αρχή, ορίζεται και θεσμικά ως διφυές όργανο, κρατικό και δημοτικό συγχρόνως.

Στην ανακοίνωση αυτή θα επιχειρήσω, αξιοποιώντας υλικό από το Δημοτικό Αρχείο Ναυπλίου, να σκιαγραφήσω το γενικό περίγραμμα των δημοτικών λειτουργιών και της σχέσης με την κεντρική Διοίκηση, όπως αυτή διαμεσολαβείται από τον Νομάρχη κατά την πρώτη δεκαετία του Ελληνικού Βασιλείου.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Ελένης Καλαφάτη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η τοπική αυτοδιοίκηση στο πλαίσιο του συγκεντρωτικού κράτους.

 

Read Full Post »

Ψαρομαχαλάς – Η ψυχή του Ναυπλίου


 

 Το βιβλίο του Γιώργου Ρούβαλη «Ψαρομαχαλάς – Η ψυχή του Ναυπλίου», περιλαμβάνει ιστορικές και λογοτεχνικές αναφορές στον Ψαρομαχαλά, καθώς και πολλές μαρτυρίες ηλικιωμένων κυρίως κατοίκων του. Στις σελίδες του υπάρχουν πολλές παλιές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες οικογενειών και άλλες της γύρω περιοχής (Προμαχώνας, Πέντε Αδέλφια, Μεντρεσές (παλιό τούρκικο ιεροδιδασκαλείο πίσω από την πρώτη Βουλή των Ελλήνων), κ.λπ.). Αναβιώνει έτσι μια ολόκληρη εποχή για τον σημερινό επισκέπτη, που έχει την ευκαιρία να μείνει σε κάποια από τις μικρές πανσιόν της γειτονιάς και να απολαύσει την ανεπανάληπτη ατμόσφαιρα και την εξαιρετική θέα της μαγευτικής πόλης και του Αργολικού Κόλπου από ψηλά.

 

Στην ιστορική και πανέμορφη πόλη του Ναυπλίου υπάρχει μια παλιά, γραφική γειτονιά, σκαρφαλωμένη στη μέση του βράχου της Ακροναυπλίας. Είναι ο Ψαρομαχαλάς, η πιο παλιά γειτονιά του σύγχρονου Ναυπλίου, που χτίστηκε από τους Βενετσιάνους γύρω στο 1500, ενώ τα προγενέστερα χρόνια η πόλη περιοριζόταν στην Ακροναυπλία, στην κορυφή του λόφου.

Το όνομα του προέρχεται από τους ψαράδες, που έμεναν και μένουν εκεί και κάπως από την εγκατάσταση Ψαριανών προσφύγων μετά την καταστροφή του νησιού τους το 1824. Είναι μια παραδοσιακή γειτονιά με σπιτάκια λαϊκής τεχνοτροπίας, συνήθως ξύλινα και εύθραυστα, ασπρισμένα και νοικοκυρεμένα, λες και βρίσκεσαι σε νησί. Πολλοί τουρίστες αγνοούν ή δεν ευκαιρούν να ανέβουν εκεί και είναι κρίμα, γιατί το χρώμα του είναι μοναδικό.

 

Σπίτια στον Ψαρομαχαλά. Φωτογραφία του Χαρ. Μπούρα (1974). Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

Σπίτια στον Ψαρομαχαλά. Φωτογραφία του Χαρ. Μπούρα (1974). Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

 

Οι κάτοικοί του είναι ακόμα ψαράδες, φτωχοί άνθρωποι, αλλά και μικροϋπάλληλοι και σήμερα ιδιοκτήτες πανσιόν και μικρών ξενοδοχείων με όλα τα κομφόρ. Έχουν από παλιά μια περηφάνια για τη γειτονιά τους, ένα εύθυμο και σκωπτικό πνεύμα και παράδοση στην καντάδα και το τραγούδι.

 

Ψαρομαχαλάς |Η ψυχή του Ναυπλίου

Ψαρομαχαλάς |Η ψυχή του Ναυπλίου

 

Το βιβλίο αυτό περιλαμβάνει ιστορικές και λογοτεχνικές αναφορές στον Ψαρομαχαλά, καθώς και πολλές μαρτυρίες ηλικιωμένων κυρίως κατοίκων του. Θυμούνται πώς ήταν η γειτονιά τους τη δεκαετία του ’30, αλλά και ’40, ’50, ’60 και ’70, όταν η ζωή ήταν φτωχική αλλά απλούστερη. Υπάρχουν ακόμα πολλές παλιές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες των οικογενειών τους και άλλες παλιές φωτογραφίες της γύρω περιοχής (Προμαχώνας, Πέντε Αδέλφια, Μεντρεσές (παλιό τούρκικο ιεροδιδασκαλείο πίσω από την πρώτη Βουλή των Ελλήνων), κ.λπ.). Αναβιώνει έτσι μια ολόκληρη εποχή για τον σημερινό επισκέπτη, που έχει την ευκαιρία να μείνει σε κάποια από τις μικρές πανσιόν της γειτονιάς και να απολαύσει την ανεπανάληπτη ατμόσφαιρα και την εξαιρετική θέα της μαγευτικής πόλης και του Αργολικού Κόλπου από ψηλά.

 

Γιώργος Ρούβαλης

Ψαρομαχαλάς – Η ψυχή του Ναυπλίου

Εκδόσεις: Ο Κήπος με τις Λέξεις

Αθήνα, 2012

ISBN: 978-960-99082-1-4

 

Ο Ψαρομαχαλάς του Ναυπλίου


 

 Γιώργος Κόνδης

Ομιλία στις 25 Μαΐου 2013 στη Βιβλιοθήκη «Παλαμήδης» κατά την παρουσίαση του βιβλίου «Ψαρομαχαλάς» του Γ. Ρούβαλη.

 

Είναι πραγματικά παρήγορο το γεγονός πως παρά την κρίση και τα γενικότερα προβλήματα που βασανίζουν τη χώρα και τις τοπικές κοινωνίες, η Αργολίδα, είναι ίσως από τις λίγες περιπτώσεις νομών που η εκδοτική δραστηριότητα και η ερευνητική διάθεση παραμένει σε καλά επίπεδα. Είναι επίσης παρήγορο το γεγονός πως μια σειρά από επιτόπιες έρευνες βλέπει το φως της μέρας στην περιοχή μας, προσθέτοντας όλο και περισσότερα στοιχεία στην ανάγνωση της τοπικής ιστορίας και στην κατανόηση της κοινωνικής πραγματικότητας. Πρέπει να πούμε πως στην προσπάθεια αυτή συμβάλει σταθερά και το γενικότερο κλίμα που μας επιτρέπει να αναδείξουμε ιδιαίτερες πλευρές του κοινωνικού βίου και της πολιτισμικής παραγωγής του τόπου.

Ταυτόχρονα, οι μονογραφίες, οι επιτόπιες έρευνες και οι ευρύτερες αναζητήσεις επιστημονικές ή όχι, επιτρέπουν την πολύ σημαντική για την τοπική βιβλιογραφία σύνδεσή της με την εθνική και, σε ορισμένες περιπτώσεις, με την παγκόσμια. Υπάρχει σαφώς μια διαφορά με τα κείμενα που δημοσιοποιούνται μέχρι και τη δεκαετία του 70 περίπου, καθώς μέχρι τότε η διάθεση καταγραφής ιστορικών γεγονότων, εθίμων, κλπ, γίνεται μέσα από μια παραγωγή κειμένων μνημονικού περισσότερο χαρακτήρα. Σήμερα βέβαια την ανάδειξη αυτών των μελετών υποβοηθά από τη μια η εμπειρία που έχουμε αποκτήσει σε μια σειρά από τεχνικές (συνέντευξης, περισσότερο συστηματικής αρχειακής έρευνας, χρήση φωτογραφικού υλικού, κλπ) και από την άλλη οι τοπικές εκδοτικές δυνατότητες που, παρά την βαθιά κρίση, εξακολουθούν να αντιστέκονται.

 

Ακρωτήριο Ναυπλίου και Αργολικός κόλπος. Φώτο: Περικλής Παπαχατζιδάκης 1930-1950 (Αρχείο Μουσείου Μπενάκη). Άκρα δεξιά τα δυο μεγάλα σπίτια που κατεδαφίστηκαν για να χτιστεί το ξενοδοχείο Αμφιτρύων το 1954.

Ακρωτήριο Ναυπλίου και Αργολικός κόλπος. Φώτο: Περικλής Παπαχατζιδάκης 1930-1950 (Αρχείο Μουσείου Μπενάκη). Άκρα δεξιά τα δυο μεγάλα σπίτια που κατεδαφίστηκαν για να χτιστεί το ξενοδοχείο Αμφιτρύων το 1954.

 

Με τον «Ψαρομαχαλά του Ναυπλίου» ολοκληρώνεται μια πρώτη σημαντική προσπάθεια καταγραφής της μικροϊστορίας του Ναυπλίου. Θυμίζω εδώ πως, συμβάλλοντας στην προσπάθεια αυτή, ο Γιώργος Ρούβαλης έχει ήδη καταθέσει δημόσια δυο σημαντικές μελέτες: «Ναύπλιον Σπηλιάδου 1» (2008) και «Οι πέτρες και οι άνθρωποι. Μικροϊστορία του Ναυπλίου» (2009), το οποίο είχα και πάλι την τιμή να παρουσιάσω. Και οι δυο έγιναν από τις εκδόσεις «Ναύδετο», μιας εξαιρετικής εκδοτικής εμπειρίας για το Ναύπλιο και την Αργολίδα που δυστυχώς δεν μπόρεσε να ευδοκιμήσει και χάθηκε έτσι μια σημαντική ποιοτική ευκαιρία στο χώρο των τοπικών εκδόσεων.

Η μικροϊστορία του Ναυπλίου του Γιώργου Ρούβαλη εγγράφεται σε αυτήν ακριβώς την προσπάθεια μιας περισσότερο συστηματοποιημένης καταγραφής και ανάλυσης του τρόπου ή των τρόπων με τους οποίους μια κοινωνία ενεργεί, οργανώνεται και κυρίως μιλάει για τον εαυτό της.

Ο τίτλος, «Μικροϊστορία», είναι ήδη πολύ σημαντικός αλλά και εξαιρετικά δύσκολος για να τον εξηγήσει κανείς λόγω των μεθοδολογικών κινδύνων που περικλείει. Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι αναφέρεται ως πεδίο τοπικής έρευνας και ανάλυσης και γι’ αυτό μας δίνεται μια πολύ καλή ευκαιρία να πούμε δυο λόγια για το θέμα και αν μπορούμε να το συζητήσουμε στη συνέχεια.

 

Ναύπλιο, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι, E. Peytier

Ναύπλιο, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι, E. Peytier

 

Στο «Οι πέτρες και οι άνθρωποι», παρατίθεται εισαγωγικά μια πρώτη αρκετά καλή και ευκολονόητη εξήγηση του καθηγητή Luis Gonzalez με τίτλο «Μικροϊστορία και Κοινωνικές Επιστήμες», στην οποία η «Μικροϊστορία» προσδιορίζεται ως ιστορία των ανθρώπων ενός τόπου (μιας μικρής πατρίδας όπως λέει χαρακτηριστικά). Με άλλα λόγια οι προσωπικές ιστορίες, οι ατομικές και ομαδικές δραστηριότητες, τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά (ομορφιά, καθημερινότητα, λόγος), αποτελούν το αντικείμενο μελέτης της μικροϊστορίας, της ιστορίας σε μεγάλη κλίμακα, που θα δώσει γενεσιουργό νόημα στη Μεγάλη Ιστορία, στην Ιστορία του Έθνους και του Λαού. Δεν γνωρίζω αν ο καθηγητής Luis Gonzalez είναι ο θεωρητικός της μικροϊστορίας, διότι εδώ και πολλά χρόνια οι μεγάλοι ιστορικοί όπως ο Μαρκ Μπλοχ και ο Ζωρζ Λεφέβρ έχουν εγκαινιάσει αυτό το ερευνητικό ρεύμα μέσα από την παρουσίαση μεγάλων ιστορικών γεγονότων, όπως αυτά των μαζικών κινημάτων με κυριότερο παράδειγμα τη Γαλλική Επανάσταση.

Η μεγάλη ανάπτυξη της μικροϊστορίας αρχίζει από το 1950 και μετά. Γνωρίζει μια θεαματική πρόοδο στη δεκαετία του 70 τόσο από την άποψη της θεματολογίας όσο και από την άποψη της ερευνητικής τεχνικής. Οι διαφορές βέβαια μεταξύ τους είναι μεγάλες. Η μικροϊστορία δεν διαθέτει ένα έτοιμο σώμα πηγών όπως η Μεγάλη Ιστορία. Η μία κινητοποιείται κυρίως από το συναίσθημα και ακολουθεί η ερευνητική διάθεση και λογική με την αυστηρότητα των ερευνητικών κανόνων, ενώ η άλλη προσδιορίζεται από την αρχή ως το τέλος στα αυστηρά πλαίσια της μεθοδολογίας μιας επιστήμης. Πρόσφατα μάλιστα βρέθηκε στην Αθήνα ένας από τους μεγάλους εκπροσώπους της μικροϊστορίας, ο Ιταλός ιστορικός Κάρλο Γκίντζμπουργκ, ο οποίος ορίζοντας την έρευνα αυτού του είδους μίλησε για καταγραφή στοιχείων «που διαφεύγουν της προσοχής».

Με άλλα λόγια απέναντι στο βάρος της κυριαρχίας των μεγάλων γεγονότων της Ιστορίας, η μικροϊστορία είναι η προσπάθεια άρσης της ανισότητας μεταξύ των φωνών των κυρίαρχων και όσων δεν έχουν φωνή. Οι τελευταίοι πρέπει να εντάσσονται στην ιστορική και κοινωνική έρευνα όχι δια της ανωνυμίας, όπως γράφει σε ένα αφιέρωμά του για τον Γκίντζμπουργκ ο Πέτρος-Ιωσήφ Σταγκανέλλης, «ως μια ομοιόμορφη και ομοιογενής μάζα της στατιστικής, ούτε ως άβουλοι καταναλωτές μιας κυρίαρχης, συμπαγούς κουλτούρας που φτάνει από «ψηλά» ή «απ’ έξω», αλλά ως παραγωγοί νοήματος, πολιτισμού, κουλτούρας, η οποία συναλλάσσεται, συνδιαλέγεται, παρά την ανισότητα ισχύος, με την ηγεμονική Ιστορία».

 

Ναύπλιο. Η Λάκκα τη δεκαετία του '30 σε φωτογραφία Ν. Μαζαράκη.

Ναύπλιο. Η Λάκκα τη δεκαετία του ’30 σε φωτογραφία Ν. Μαζαράκη.

 

Ακριβώς σ’ αυτό συμβάλουν και οι μονογραφίες όπως αυτές που έχει δημοσιοποιήσει ο Γ. Ρούβαλης και ιδιαίτερα «Ο Ψαρομαχαλάς» που παρουσιάζεται σήμερα. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι ο Γιώργος Ρούβαλης έχει ήδη προσδιορίσει με τις προηγούμενες μελέτες το συναισθηματικό σημείο εκκίνησης μιας ερευνητικής διάθεσης:

 

«…Η χαρά μου που ξανάβρισκα την πόλη μου, όπου τόσο ευτυχισμένα παιδικά χρόνια είχα ζήσει – πάλι από τύχη – εκφράστηκε ακριβώς να ανασυνθέσω μέσα από τη γραφή τα χρόνια εκείνα του 50, 60 και 70, αλλά και να ξαναπλησιάσω τους συμπολίτες μου, να ακούσω τί είχαν να μου πουν, πώς είχαν ζήσει, τί σκέφτονταν για την πόλη μας, για τη ζωή και την κοινωνία».

 

Το προσωπικό συναίσθημα έχει μια τεράστια δημιουργική σημασία για τη μικροϊστορία, διότι όπως προανέφερα κινητοποιεί τον ερευνητή σε μιας μεγάλης αξίας κοινωνική ανασκαφή που ανοίγει νέους δρόμους στην ανάγνωση των τοπικών κοινωνιών.

Θέλω να αναφέρω την άποψη ενός άλλου μεγάλου ιστορικού, βασικού θεωρητικού της μικροϊστορίας ή όπως ο ίδιος ονομάζει, «της ιστορίας από τα κάτω, της ιστορίας των κοινών ανθρώπων», του Eric Hobsbawm: «Οι περισσότερες πηγές της ιστορίας των κοινών ανθρώπων αναγνωρίστηκαν ως πηγές επειδή κάποιος έθεσε ένα ερώτημα και μετά έψαξε απεγνωσμένα ολόγυρα να βρει έναν τρόπο – οποιονδήποτε τρόπο – να απαντήσει σ’ αυτό».

 

Αυτή η ίδια διάθεση διαπερνά, όπως ήδη τόνισα, τη σημερινή κατάθεση του συγγραφέα που μαζί με τα δυο προηγούμενα έργα αποτελούν σημαντικές προσπάθειες εμπλουτισμού της τοπικής ιστοριογραφίας. Η λογική του Γ. Ρούβαλη, η τεχνική του επίσης, είναι μια λογική περιδιάβασης. Και το θετικό της λογικής αυτής είναι η αποτύπωση χώρων και προσώπων με περισσότερο βιωματικό τρόπο, ξετυλίγοντας την ιστορική μνήμη ή, άλλοτε, καταγράφοντας το λόγο, το ζωντανό λόγο και τις συμπεριφορές.

 

Ναύπλιο. Σπίτι στον Ψαρομαχαλά.

Ναύπλιο. Σπίτι στον Ψαρομαχαλά.

 

Ξεκινώντας και στα δυο βιβλία από τα προσωπικά του βιώματα, το ίδιο του το σπίτι και την οικογένεια, ανοίγεται σε ένα χώρο και τους ανθρώπους που τον προσδιορίζουν. Ας μου επιτραπεί να επαναλάβω κάτι που έγραψα για το «Σπηλιάδου 1», λέγοντας πως αυτού του είδους η εκκίνηση μπορεί να φαντάζει εγωκεντρική, πιστεύω όμως πως το άνοιγμα ενός ιδιωτικού χώρου στην κοινή θέα, δηλώνει την ακριβώς αντίθετη εκτίμηση του εγωκεντρισμού. Με άλλα λόγια καταργώντας το απροσπέλαστο του ιδιωτικού χώρου, τον παρουσιάζει στο φως της μέρας και ανοίγοντας διάπλατα την πόρτα του πέτρινου σπιτιού της Σπηλιάδου 1, μας βγάζει έξω στην άπλα της πόλης, στους δρόμους της, τα μαγαζιά της, τους ανθρώπους της, την ιστορία της, στις γειτονιές της.

Ίσως ο αναγνώστης διαβάζοντας την εισαγωγή του Luis Gonzalez να βρει τις απαραίτητες συνάφειες στα λόγια ενός άλλου μικροϊστορικού του Δον Ραφαέλ Μοντεχάνο: «Οι ιστορικοί της επαρχίας (που ασχολούνται με τις τοπικές ιστορίες) είμαστε ερημίτες κλεισμένοι σε μια πολύ σκληρή προβληματική… Σ’ εμάς επαληθεύεται αυτό που τραγούδησε ο Ματσάδο: Οδοιπόρε, δεν υπάρχει δρόμος, το δρόμο τον κάνεις περπατώντας».

Στον δρόμο αυτό συναντιούνται πρόσωπα γνωστά και άγνωστα, ντόπιοι και ξενοτοπίτες, άνθρωποι που έφτασαν εκεί από καινούριο ξεριζωμό και άλλοι που αναζήτησαν μια νέα μικρή πατρίδα. Ο Γ. Ρούβαλης εστιάζει στο πρόσωπο, καταγράφει τα στοιχεία της κοινωνικής του τροχιάς και ακολουθεί τα βήματά του στο Μεγάλο Δρόμο, στην Πρόνοια και στον Συνοικισμό, στο Νέο Βυζάντιο και σήμερα στον Ψαρομαχαλά.

Η ανασκαφή που επιχειρεί φέρνει ανάκατα ευρήματα που τα ταξινομεί στη λογική της ιστορίας ενός κοινού ανθρώπου που μνημονεύει. Ναι, δεν είναι παράξενο ούτε περίεργο να πει κανείς πως οι καταγραφές αυτού του είδους είναι πριν και πάνω απ’ όλα ένα μνημόσυνο για όσους έφτιαξαν την ιστορία της γειτονιάς και σήμερα δεν υπάρχουν. Στη μαστοριά αυτή στηρίζεται και η όποια ταυτότητα συντηρείται στους κατοίκους της περιοχής ακόμα και σήμερα. Η μνήμη είναι παρούσα και η ανάμνηση απλά της παρέχει παραδείγματα μίας προηγούμενης φάσης. «Θυμάμαι άλλες οικογένειες…». «Οι ψαρομαχαλιώτες ήταν περήφανοι για την καταγωγή τους, είναι η παλιότερη γειτονιά, οι κάτοικοί του είναι «πολεμική φυλή», σημειώνεται για να τονιστεί ο θαρραλέος αγώνας των κατοίκων για την επιβίωση.

Ο συγγραφέας βρίσκει στα δρομάκια, στα σπίτια, στην Αγ. Σοφία, στη Λάκα και στα μαγαζάκια της περιοχής τούς ανθρώπους του Ψαρομαχαλά και τους δίνει το λόγο. Ζητά από τους πιτσιρικάδες να ξαναρχίσουν τον πετροπόλεμό τους ή κρυφά και συνωμοτικά να κλέψουν τις βάρκες των γονιών τους και να κάνουν ξαφνική απόβαση στο πίσω μέρος της Πρόνοιας για να «χτυπήσουν» τον τοπικό νεανικό στρατό.

Από το Μεντρεσέ ή φυλακές Λεονάρδου καθώς πλένει στη σκάφη μια γλυκιά γυναικεία φωνή στέλνει τραγουδιστά τους στίχους αυτούς του Θεόδωρου Κωστούρου στις ψαρομαχαλιώτισσες:

 

Τα παράθυρα πλουμιστά

Με ντάλιες κι αρμπαρόριζες

Και τα γεράνια τουφωτά

Να στέκουν μες τη γλάστρα

Κι αν θα περνούσες δειλινό

Πίσω τους θα ξεχώριζες

Να τα ποτίζει αργά-αργά

Μια κόρη ξελογιάστρα.

 

Και πάλι καθώς το φως της μέρας σιγόσβηνε, άρχισε να γεμίζει το ταβερνάκι του Μπλατσάρα, από όσους ήθελαν να πιουν το κάματό τους μέχρις εκείνη την ονειρική στιγμή που θα το τραγουδούσαν μαζί με τις μελαγχολικές πενιές και τα ταξίμια του Βασίλη Βασιλείου:

 

Από την Αθήνα ως τον Πειραιά

Γιάλα, γιάλα

Από την Αθήνα ως τον Πειραιά

Έχασα μαντήλι μ’ εκατό φλουριά

Μού ειπανε πως τοηυρε μια νοικοκυρά

Δος μου το μαντήλι φως μου! Κράτα τα φλουριά.

 

Ο Γ. Ρούβαλης εστιάζει μόνιμα, όπως και στα δυο προηγούμενα, στο πρόσωπο και το αφήνει να διηγηθεί την ιστορία του που είναι και ιστορία της γειτονιάς, που είναι και ιστορία της πόλης. Η Ελένη Κοββατζή, η Μαρίκα Βασιλείου, ο τεχνίτης Γιώργης Δρυμούρας, ο εστιάτορας Τσαουσόπουλος, ο Θύμιος Ρούσσος και πολλοί άλλοι από όσους περπάτησαν στα δρομάκια του ψαρομαχαλά και της πόλης. Δεν θα παρουσιάσω αυτά που λένε καθώς οι ίδιοι εδώ, σήμερα, θα μας μιλήσουν για τη συνοικία και τη ζωή τους. Όμως, η προσωπογράφηση του χώρου δίνει ένα ξεχωριστό χρώμα στην ίδια την έρευνα καθώς μια σειρά από χαρακτηριστικά αναδύονται: επαγγελματικά, κοινωνικά, χαρακτηριστικά που έχουν να κάνουν με τη φωνή, το σώμα και το πρόσωπο, την ομορφιά, τη σπιρτάδα, τη φωνή και πολλά άλλα που υπενθυμίζουν, έμμεσα μερικές φορές, τους κανόνες με τους οποίους ορίζεται η κοινωνική συμβίωση από χρόνο σε χρόνο, από περιοχή σε περιοχή και από ομάδα σε ομάδα. «Στο καφενεία του Μπουρμά στην Πρόνοια», λέει ο Θύμιος Ρούσσος, «μάθαμε να χορεύουμε τανγκό, άντρας με άντρα» ή ακόμα για κάποιον πατέρα που ήταν «πολύ αυστηρός και κάποτε δεν επέτρεψε στην κόρη του να πάει μια βόλτα στο Άργος, ούτε να συνεχίσει στο Γυμνάσιο».

Ταυτόχρονα, οι σχέσεις αλληλεγγύης που συνδέουν τους κατοίκους, τυπικό γνώρισμα των πολύ μικρών κοινωνιών και ιδιαίτερα εκείνων που είναι περιορισμένες στο χώρο, αποτελούν κι εδώ ένα σημαντικό μηχανισμό διατήρησης μιας ταυτότητας ακόμα και στην περίπτωση όπου εξωγενείς παράγοντες αλλοιώνουν τους παραδοσιακούς δεσμούς και την τυπική καθημερινότητα. Ο τουρισμός, για παράδειγμα, θα είναι εκείνος που θα επιφέρει σημαντικές αλλαγές στις νοοτροπίες αλλά και στους τρόπους ζωής, χωρίς αυτό να είναι πάντα απαραιτήτως καλό. Αντίθετα επέτρεψε ίσως, στην περίπτωση αυτή, να διατηρηθεί το αρχιτεκτονικό χρώμα και ο καθημερινός ρυθμός ζωής της περιοχής και κυρίως έδωσε τη δυνατότητα της παραμονής στο χώρο αποτρέποντας τη φυγή και την ερημοποίηση.

 

Ναύπλιο. Από το αρχείο της «Απόπειρας». Διακρίνονται σε πρώτο πλάνο τα στρατιωτικά κτίρια στα  πέντε Αδέλφια και στην κορυφή της Ακροναυπλίας το μεγάλο κτίριο των φυλακών.

Ναύπλιο. Από το αρχείο της «Απόπειρας». Διακρίνονται σε πρώτο πλάνο τα στρατιωτικά κτίρια στα πέντε Αδέλφια και στην κορυφή της Ακροναυπλίας το μεγάλο κτίριο των φυλακών.

 

Θέλω τέλος να αναφερθώ συνοπτικά, σε μια άλλη διαφορετική όσο και συμπληρωματική ματιά στο χώρο που καταγράφεται από τους ανθρώπους ενός εγγράμματου συναισθηματισμού. Είτε με ποίηση είτε με πεζό λόγο, ο Αντώνης Λεκόπουλος ή Αναπλιώτης, ο Θεόδωρος Κωστούρος, ο Αλέκος Μουτζουρίδης, ο Νίκος Καρούζος, ο Τάκης Φρεδιανός, ο Άγγελος Χαδιαράκος και η Τερέζα Ρούβαλη, αντιμετώπισαν τον ψαρομαχαλά με το λυρισμό του ανθρώπου που βλέπει πίσω από την καθημερινότητα, που αποστασιοποιείται από αυτήν ή ακόμα την καταγράφει σβήνοντας τις μελανιές και τις διάφορες μουτζούρες και αφήνοντας την καλλιγραφία να καταγράψει πρόσωπα και χώρο σε προτρέπει, όπως ο Θόδωρος Κωστούρος, να δεις μ’ αυτή τη ματιά τον ψαρομαχαλά.

 

«Να πάς! Εδώ πάνω κατοικεί, χρόνια τώρα, ακέρηα κι αφτιασίδωτη, η Αναπλιώτικη ψυχή. Είναι ο μαχαλάς των ανθρώπων της θάλασσας. Των απλών ανθρώπων με το γαλάζιο βλέμμα, το ξάστερο πούχει την ασπράδα των γλάρων. Η θάλασσα είναι το ψωμί τους και το ψωμί των παιδιών τους. Η παντοχή τους και η μοίρα τους».

 

Νομίζω πως ο αναγνώστης που θα πάρει στα χέρια του το βιβλίο αυτό, όπως και το προηγούμενο θα πρέπει ν’ αφεθεί σταδιακά στην ανακάλυψη μιας ολόκληρης εποχής, που μερικώς είναι αυτή του συγγραφέα, και να γνωρίσει ή να αναγνωρίσει στο σήμερα τα πρόσωπα του τότε (όχι και τόσο μακρινού) και να ψηλαφίσει τα χνάρια που άφησαν στους χώρους, δημόσιους και μη, της πόλης του Ναυπλίου.

Από την άλλη, ο ανυποψίαστος αναγνώστης που δεν γνωρίζει πρόσωπα και πράγματα, θα ανταμειφθεί με ένα πλήθος πληροφοριών για το Ναύπλιο και τους ανθρώπους του και σίγουρα θα αναγνωρίσει στις σελίδες αυτές παρόμοιες εικόνες βγαλμένες από τα δικά του βιώματα. Σίγουρα θα έχει μπροστά του ένα καλό φωτογραφικό υλικό, που θα τον βοηθήσει να καταλάβει καλύτερα τί συνέβη στο βράχο, πόσες ψυχές ντόπιες και ξένες στριμώχτηκαν στα μικρά του πλατέματα και πώς σώθηκε αυτός ο χώρος για να τις μνημονεύει στο πέρασμα του χρόνου, στα σοκάκια του, στους τοίχους των σπιτιών του, στις πύλες των μνημείων του, στις μπουκαμβίλιες των κήπων του.

Τελειώνοντας, θέλω να σημειώσω και πάλι τη σημασία που έχει για την τοπική και εθνική βιβλιογραφία αυτός ο πλούτος αργολικών εκδόσεων που συγκρατούν το χρόνο όχι απλά για να μελαγχολήσουν οι «ώριμοι», αλλά για να τον κάνουν αναγνωρίσιμο χρόνο σε όλους, μέρος μιας ταυτότητας που την κατασκευάζουμε συνειδητά για να μας ορίζει, να μας προσδιορίζει και να μας δίνει πάντα τη δυνατότητα να την κατασκευάζουμε και να την αλλάζουμε ανάλογα με την αυτοσυνείδητη πορεία μας στο χρόνο.

 

Κι’ όγιος μπορεί και δύνεται,

(Γεννιέται αυτό, δε γίνεται),

Νοιώθει· πονεί· γλεντάει…

 

Read Full Post »

Γκέοργκ – Λούντβιχ φον Μάουρερ – Ένας Βαυαρός Αντιβασιλέας στην Αργολίδα


 

Ο Γκέοργκ – Λούντβιχ Μάουρερ (1790-1872) υπήρξε ένα από τα τρία πρώτα μέλη της Αντιβασιλείας για τον ανήλικο πρώτο βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα. Παρέμεινε στο Ναύπλιο από τον Ιανουάριο του 1833 μέχρι το τέλος Ιουλίου 1834, δυο μήνες πριν αποφασιστεί η οριστική μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα. Δίχως αμφιβολία και μόνο με το έργο του θα πρέπει να θεωρηθεί το πλέον σημαντικό στέλεχος της πρώτης βαυαρικής διοίκησης της χώρας. Αλλά ήταν σημαντικός νομικός στην πατρίδα του, με κύρος και αναγνώριση και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, έχοντας άλλωστε ανέλθει σε ανώτατα αξιώματα του τότε βασιλείου της Βαυαρίας.

 Σε αυτόν κατά κύριο λόγο οφείλεται η σύνταξη βασικών νομικών κωδίκων στην Ελλάδα, οι οποίοι ίσχυσαν για πάνω από εκατό χρόνια και η προσπάθεια για ανασύσταση της δημόσιας διοίκησης κατά ευρωπαϊκά πρότυπα. Υποστηρικτής της «πεφωτισμένης μοναρχίας» και ιδεολογικά ακράδαντα προσκολλημένος σε αυτήν, δεν φαίνεται να αντιλήφθηκε σε όλο βάθος τους τα προβλήματα και τις νοοτροπίες της Ελλάδας του 1833-34, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια και τις έντονες εμφύλιες αντιπαραθέσεις που επακολούθησαν. Στο μείζον για την Ελλάδα έργο του «Ο ελληνικός λαός», που το αφιερώνει ακριβώς στους Έλληνες, οι αντιφάσεις του όσον αφορά την πρόσληψη γεγονότων, τοπικών ψυχολογιών, νοοτροπιών και αντιδράσεων είναι έκδηλες και ασφαλώς αυτές τον ώθησαν σε μία κρίσιμη ιστορική στιγμή να αντιπαρατεθεί έντονα προς τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα και, κατά συνέπεια, να συνταχθεί προς τη δίκη και καταδίκη τους.

Όμως μέσα από το πολυσήμαντο σύγγραμμά του έρχονται σε φως οξύτατες παρατηρήσεις του για τις διάφορες κατηγορίες του πληθυσμού, για τη διοικητική οργάνωση της χώρας και για τις προοπτικές της, ενώ αποτυπώνει πολλές πλευρές όχι μόνο της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης, αλλά ακόμα και του φυσικού τοπίου, μάλιστα του Ναυπλίου και της Αργολίδας, για την οποία περιέχεται και καταγραφή θεσμών στον τομέα του Δικαίου των προσώπων – Αστικού Δικαίου, του οποίου ο Μάουρερ δεν προχώρησε την κωδικοποίηση, όχι μόνο για λόγους χρονικών περιορισμών, αλλά και γιατί πίστευε ότι το Δίκαιο αυτό και η κωδικοποίηση του θα έπρεπε να είναι απότοκα των τοπικών εθίμων. Σε αυτόν άλλωστε οφείλεται και η δικαιïκή εξίσωση νόμων και εθίμων.

Στόχος της εισήγησης είναι όχι μόνο να αντιμετωπιστεί ίσως με ένα άλλο φως η περίπτωση και το έργο του Μάουρερ στην Αργολίδα και στην Ελλάδα, αλλά να προκληθεί προβληματισμός γύρω και από ορισμένα σήμερα ισχύοντα και (ακόμα) συμβαίνοντα, πράγμα που θα μπορούμε να καταλήξει και σε μία εκ νέου έρευνα του έργου του και στην Ελλάδα.

 

Μάουρερ Γεώργιος - Λουδοβίκος, άγνωστος καλλιτέχνης, 1860. Αρχείο: Bayerische Akademie der Wissenschaften.

Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος, άγνωστος καλλιτέχνης, 1860. Αρχείο: Bayerische Akademie der Wissenschaften.

Ο Γκέοργκ – Λούντβιχ φον Μάουρερ διατέλεσε – μόλις για ενάμιση περίπου χρόνο – μέλος της Αντιβασιλείας του ανήλικου βασιλιά Όθωνα στην Ελλά­δα και από πολλούς έχει παρουσιαστεί τουλάχιστον ως αντιφατικό πρόσωπο. Μεγάλου κύρους νομικός στην πατρίδα του, επελέγη από τον ίδιο τον βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκο ως ένα από τα τρία πρώτα μέλη της Αντιβασιλείας που αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο τον Ιανουάριο του 1833. Ήταν πιστός μο­ναρχικός, οπαδός της «πεφωτισμένης» μοναρχίας, με «πατρική» στάση προς τον λαό και είχε σαφώς την πρόθεση να θέσει τις βάσεις για σωστή οργάνωση του κράτους και να ωθήσει τον λαό σε πολιτισμική άνοδο. Οι αντιλήψεις του αυτές δεν διέκριναν μόνο τον ίδιο, αλλά αποτελούσαν γνωρίσματα πολλών «hommes d᾿ État» της εποχής του, αλλά και άλλων, μετέπειτα.

Στην επιστημονική κοινότητα ήδη από τον 19ο αιώνα μέχρι και σήμερα αναγνωρίζεται η θεμελιακή συμβολή του Μάουρερ στη μελέτη των μεσαιωνικών κοινωνιών και ο πρωταγωνιστικός του ρόλος στη διαμόρφωση της νομοθεσίας μετά την έλευση του Όθωνα, στην οργάνωση της δικαιοσύνης και της παιδείας, στο θέμα του αυτοκέφαλου της Ελλαδικής Εκκλησίας και στην καταγραφή του τοπικού, Αστικού θα λέγαμε σήμερα, εθιμικού δικαίου, μέσα από το θεμε­λιώδες έργο του Das griechische Volk in offentlicher, kirchlicher und privatrechtlicher Beziehung: vor und nach dem Freiheitskampfe bis zum 31. juli 1834. Από το έργο αυτό προέρχονται οι πληροφορίες για την Αργολίδα, στις οποίες θα αναφερθούμε. [1]

Στο έργο αυτό είναι έκδηλη η πρόθεση του συγγραφέα να υποστηρίξει ότι εργάστηκε για την ανόρθωση της χώρας, για την εξυγίανση των δημόσιων πραγμάτων (όταν ήλθε σε σύγκρουση με τον πολυ­έξοδο κόμη Άρμανσμπεργκ, επίσης μέλος της πρώτης Αντιβασιλείας), αλλά και για τη δημιουργία ενός νέου πολιτικού σχηματισμού, ο οποίος, ευρισκό­μενος πάντα σε άμεση σχέση με τον βασιλιά, θα υπερέβαινε τον μέχρι τότε φατριαστικό διαχωρισμό των πολιτικών δυνάμεων στα υπάρχοντα κόμματα («αγγλικό», «γαλλικό» και «ρωσικό») και θα ονομαζόταν «καποδιστριακό» κόμμα, όπως ο ίδιος γράφει στο έργο του.

Η αντίφαση στη δράση του παρουσιάζεται από τη στιγμή που συντάσσε­ται, και μάλιστα πρωταγωνιστεί, στην παραπομπή σε δίκη των Θ. Κολοκο­τρώνη και Δ. Πλαπούτα, δίκη κατά την οποία διακρίθηκε τόσο ο Σκώτος Εδ. Μάσσων ως εισαγγελέας όσο και οι δικαστές Αν. Πολυζώϊδης και Γ. Τερτσέ­της, οι οποίοι ήταν εκείνοι που αρνήθηκαν να λάβουν εξωδικαστικές εντολές και διαχώρισαν τη θέση τους, δίνοντας ένα διαχρονικό παράδειγμα.

Το έργο του Μάουρερ εκδόθηκε το 1835 στη Χαϊδελβέργη· ο πρόλογος του συγγραφέα φέρει ημερομηνία 1.6.1835, επομένως, σε διάστημα μικρό­τερο των δέκα μηνών από την απομάκρυνση του από την Αντιβασιλεία είχε ήδη συντάξει το ογκώδες τρίτομο έργο του, το οποίο τυπώθηκε πάραυτα. Για περισσότερα από 100 χρόνια παρέμεινε αμετάφραστο στα ελληνικά και μόλις επί Κατοχής, το 1943, κυκλοφόρησε, με μεγάλη υστέρηση σε τεχνικό επίπε­δο, μία πρώτη μετάφραση του από τον καθηγητή Χρ. Πράτσικα και τον εφέτη Ευστ. Καραστάθη, σε στρυφνή καθαρεύουσα, μετάφραση που κυκλοφόρησε σε λίγα αντίτυπα και κατέληξε σε νομικές βιβλιοθήκες, δίχως να απασχολήσει ιδιαίτερα τις ειδικότητες που κυρίως θα όφειλαν να ενδιαφερθούν, δηλαδή τους ιστορικούς και τους κοινωνιολόγους.

Το 1976 κυκλοφόρησε από τον Εκδοτικό Οίκο των αδελφών Τολίδη νέα μετάφραση σε στρωτή δημοτική, της Όλγας Ρομπάκη, με σύντομο εισαγωγι­κό σημείωμα του ιστορικού Τάσου Βουρνά. Μόνο τα κείμενα στον τόμο του 1976 αριθμούν συνολικά 765 σελίδες. Είναι χρήσιμο να αναφερθούμε με δυο λόγια στη δομή του έργου. Στον σύντομο πρόλογο του ο Μάουρερ εξηγεί ότι ανακλήθηκε στη Βαυαρία με εντολή του Λουδοβίκου (31 Ιουλίου 1834), χωρίς – μέχρι το χρονικό διάστημα της έκδοσης του βιβλίου – να του έχει δοθεί η παραμικρή εξήγηση για τον λόγο της ανάκλησής του, μαζί με τον γραμματέα και αναπληρωτή στο Συμβούλιο της Αντιβασιλείας, τον Άμπελ, αν και, όπως ο ίδιος σημειώνει, η βαυαρική Αυλή είχε εγκαταστήσει «επιτετραμμένο» στο Ναύπλιο και έτσι «μάθαινε με κάθε λεπτομέρεια όσα συνέβαιναν». Είχε προ­ηγηθεί επίθεση εναντίον του από βαυαρικές εφημερίδες, η οποία στηριζόταν – κατ᾿ αυτόν- σε συκοφαντίες, χωρίς να αναφέρει όμως κάτι συγκεκριμένο, πλην μιας φήμης ότι δήθεν σχεδίαζε την απομάκρυνση του Αρμανσμπεργκ, για να καταστεί εκείνος ο κύριος αντιβασιλέας.

 

Μάουρερ Γεώργιος - Λουδοβίκος. Λιθογραφία,  Gottlieb Bodmer, 1836.

Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος. Λιθογραφία, Gottlieb Bodmer, 1836.

 

Το βιβλίο του ο Μάουρερ το αφιερώνει στον ελληνικό λαό και στο πρώτο μέρος δίνει μια εικόνα της κατάστασης που επικρατούσε στην Ελλάδα πριν από τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, εστιάζοντας κυρίως στις υφιστάμενες τότε δομές της χώρας, στο διοικητικό και δικαστικό σύστημα, στην επιρροή του κλήρου και στις σχέσεις με τις οθωμανικές αρχές. Στη συνέχεια καταγράφει το ελληνικό εθιμικό δίκαιο, όπως αυτό ίσχυε κατά περιοχές – εμείς θα εστιά­σουμε στα σχετικά με την Αργολίδα -, ακολουθεί ανάλυση για την ελληνική Εκκλησία, Ορθόδοξη και «Λατινική», όπως ο ίδιος γράφει, και ο πρώτος τόμος τελειώνει με αναφορές στην κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα από την εποχή της Επανάστασης μέχρι και την άφιξη του Όθωνα, με αναφορές κυρίως στους θεσμούς και στο όλο διοικητικό σύστημα.

Στον δεύτερο τόμο περιγράφονται τα μέτρα οργάνωσης και αναμόρφωσης όλων των θεσμών του κράτους, που προωθήθηκαν το διάστημα 1833-1834. Παράλληλα, ο συγγραφέας επανέρχεται στο εθιμικό δίκαιο και το προσεγγίζει πλέον όχι με βάση τις καταγραφές που ο ίδιος είχε φροντίσει να γίνουν, αλλά με τρόπο συνολικότε­ρο, σημειώνοντας ιδιαίτερα τα εξής ενδιαφέροντα:

Για το Αστικό δίκαιο σημειώνει ότι η Ελλάδα δεν διέθετε ακόμη σχετικό κώδικα, άλλωστε για τον λόγο αυτό είχε προβεί στην καταγραφή και συλλογή των κανόνων του εθιμικού δικαίου, και επιχειρεί μία σύντομη εξιστόρησή του, τουλάχιστον όπως αυτός το γνώρισε. Συγκεκριμένα γράφει:

 

Γίνεται βέβαια στην Ελλάδα κάποιος διαχωρισμός ανάμεσα σε ντόπιους και ξένους, αλλά τα δικαιώματα αυτά δεν είναι πολύ ξεκαθαρισμένα […]. Υπάρχουν επίσης στην Ελλάδα διαφορετικές τάξεις ανθρώπων, όπως οι προύχοντες, οι κληρικοί και οι χωρικοί. Δεν υπάρχουν όμως ανάμεσα σ’ αυ­τές τις τάξεις κατοχυρωμένα βασικά κοινωνικά προνόμια. Όλοι οι άνθρω­ποι των διαφορετικών αυτών τάξεων είναι ελεύθεροι, γιατί δεν υπάρχουν στο ελληνικό βασίλειο δουλοπάροικοι, απελεύθεροι ή δούλοι, αλλά ούτε υπάρχει και καμία τάξη με τα αναγνωρισμένα προνόμια της αριστοκρατίας […]. Το λαϊκό μάλιστα αίσθημα τόσο απεχθάνεται κάτι τέτοιες διακρίσεις, ώστε κτυπά αμείλικτα τους διάφορους Φαναριώτες που έχουν τη μανία να προσθέτουν στο όνομά τους τον τίτλο του πρίγκηπα, μόνο και μόνο για­τί έτυχε κάποιος πρόγονός τους να είχε διοριστεί κάποτε «ηγεμόνας» στη Μολδαβία ή τη Βλαχία.

 

Στη συνέχεια ο Μάουρερ επιχειρεί μια γενική επισκόπηση όλων των το­μέων του Αστικού δικαίου, καταγράφει, ακολούθως, με τον ίδιο τρόπο και το Ποινικό δίκαιο, εκθέτοντας κυρίως τη δικονομική πλευρά του, και καταλήγει με την οργάνωση των δικαστηρίων, την οποία προώθησε επίσης ο ίδιος.

Το έργο κλείνει με το πλέον πολιτικό κείμενο του Μάουρερ, έκτασης 35 σελίδων, υπό τον τίτλο «Η κατάσταση του Ελληνικού Λαού κατά το διάστημα της αντιβασιλείας μέχρι την 31η Ιουλίου 1834» (σ. 733-768 της ελληνικής έκδοσης). Εδώ υποστηρίζει ότι υπήρξε συνωμοσία του Κολοκοτρώνη και του Βαυαρού Φραντς, στον οποίο αναφέρεται και αλλού, αποφεύγει όμως την παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων. Επιτίθεται στον Άρμανσμπεργκ, στον οποίο αποδίδει την πρόθεση να αναλάβει μόνος αυτός την Αντιβασιλεία. Στο ίδιο κεφάλαιο σημειώνεται η απόλυτη αλλαγή στάσης απέναντι στα παλαιά στελέχη της προηγούμενης καποδιστριακής διοίκησης, τους οποίους κατα­τάσσει πλέον στην πλευρά των «συνωμοτών».

Αναφέρει, επίσης, ότι κατά την ίδια περίοδο ολοκληρώθηκαν οι νέοι κώ­δικες (ο Ποινικός Κώδικας, ο Κώδικας Ποινικής και Πολιτικής Δικονομίας και ο Κώδικας του Οργανισμού Δικαστηρίων και Συμβολαιογράφων) και επανέρχεται στη «συνωμοσία», στην οποία θεωρεί ότι συμμετείχαν και οι Φαναριώτες, ενώ επιμένει ότι, κατά την ίδια περίοδο, υπήρξε βελτίωση της γενικής κατάστασης, αναφέροντας, μάλιστα, ότι πολλοί από τους αγωνιστές τοποθετήθηκαν σε θέσεις ανάλογα με τα προσόντα τους, ενώ πολλοί άλλοι τιμήθηκαν με παράσημα.

Παρά τη διεισδυτικότητα της σκέψης του, δεν φαίνεται ότι ο Μάουρερ είχε αντιληφθεί, τουλάχιστον σε όλη την έκταση του, το θέμα του παραγκω­νισμού των αγωνιστών της Επανάστασης, που συντελέστηκε στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης της κρατικής μηχανής, πράγμα, άλλωστε, που οδήγησε άφευκτα σε μεταγενέστερες και πολύ σημαντικές συγκρούσεις, και, εν τέλει, στην Επανάσταση του 1843. Παρόλο που δηλώνει ότι είχε συνείδηση για τις δυσκολίες του Καποδίστρια, που οδήγησαν και στη δολοφονία του, φαίνεται ότι, αναίμακτα αυτή τη φορά, αλλά και με τη συμβολή της διαφοράς του με άλλα μέλη της Αντιβασιλείας, κατέληξε σε ανάλογο σημείο. Βεβαίως, οι ανα­λύσεις που καταγράφονται στο τέλος του έργου του Μάουρερ θα μπορούσαν από μόνες τους να αποτελέσουν θέμα συζήτησης, στην οποία θα έπρεπε να συναξιολογηθεί και η μελέτη – άρθρο του Δημ. Βαρδουνιώτη για τον Μάσσων, η οποία γράφτηκε πολύ μετά τη δίκη του 1834 και με εντελή ψυχραιμία (η μελέτη γράφτηκε το 1915). Αυτό όμως θα μας απομάκρυνε από το κυρίως θέμα μας.

Πριν υπεισέλθουμε σε αυτό, θεωρώ ότι είναι χρήσιμο να σταθούμε – με μεγάλη συντομία- σε κάποια βασικά βιογραφικά στοιχεία του Μάουρερ: Γεννήθηκε το 1790 και πέθανε το 1872. Η βιογραφία του, κείμενο που αναγνώστηκε ως διάλεξη στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών από τον δικηγό­ρο Κ. Θ. Κυριακόπουλο, στις 20.12.1927, δημοσιεύθηκε στα Πρακτικά του Πρώτου Συνεδρίου των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδας, το 1928. Ο Κυ­ριακόπουλος, έχοντας λάβει, υποθέτω, υπόψη του τη σχετική γερμανική βι­βλιογραφία, υποστηρίζει ότι ο Μάουρερ από τις αρχές του 19ου αιώνα είχε ενστερνιστεί φιλελεύθερες ιδέες, απότοκες της Γαλλικής Επανάστασης, και πρωτοστάτησε στην αναδιοργάνωση της Δικαιοσύνης σε φιλελεύθερες βά­σεις. Στο Παρίσι έκανε έρευνες για το αρχαίο γαλλικό και γερμανικό δίκαιο, ως συνεχιστής του θεμελιωτή της Ιστορικής Σχολής του Δικαίου Σαβινύ, και όταν επέστρεψε στη Βαυαρία, διορίστηκε αρχικά Αντεισαγγελέας Εφετών και κατόπιν Εφέτης και μέλος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το 1826 διορίστηκε Καθηγητής του Ιδιωτικού Δικαίου και της Ιστορίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, ενώ στη συνέχεια τον υπέδειξε ως διάδοχο του ο περιβόητος, τότε, Καθηγητής Άιχορν στην έδρα του Πανεπιστημίου του Γκέτινγκεν.

Από τη θέση αυτή τον απομάκρυνε ο βασιλιάς Λουδοβίκος διορίζοντας τον τακτικό Σύμβουλο της Επικρατείας και στη συνέχεια Γερουσιαστή, ενώ το 1832 τον όρισε μέλος της Αντιβασιλείας της Ελλάδας. Ο Κυριακόπουλος θεωρεί ότι για τους κώδικες που κατάρτισε εδώ ο Μάουρερ εμπνεύσθηκε από τη γαλλική και τη γερμανική νομοθεσία, θεωρώντας, μάλιστα, ότι υπήρχαν ομοιότητες μεταξύ των ελληνικών και των αρχαίων γερμανικών εθίμων. Πά­ντως οι κώδικες αυτοί ίσχυαν στην Ελλάδα για περισσότερα από 100 χρόνια, ενώ πρόθεση του Μάουρερ ήταν να καταρτιστεί Αστικός Κώδικας μόνο μετά την πλήρη καταγραφή -και την κατάλληλη επεξεργασία- των σχετικών ελλη­νικών εθίμων, όπως και του εθιμικού δικαίου, πράγμα που ίσως θα ολοκλή­ρωνε εκείνος, αν δεν είχε ανακληθεί.

Γυρίζοντας στη Βαυαρία επανήλθε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το 1847 έγινε πρωθυπουργός του κρατιδίου και στη συνέχεια διατέλεσε πρε­σβευτής. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1858, τέσσερα χρόνια πριν από την έξω­ση του Όθωνα, συνοδεύοντας ένα Βαυαρό πρίγκιπα, οπότε και τιμήθηκε από Έλληνες νομικούς σε δεξίωση, όπου του απενεμήθη και χρυσό μετάλλιο. Με­ταξύ των νομικών αυτών ήταν και ο Πολυζωΐδης. Ο Κυριακόπουλος εξηγεί τη στάση του τελευταίου ισχυριζόμενος ότι όσα έγιναν εναντίον του και κατά του Τερτσέτη στη δίκη του 1834 «εβάρυνον άλλους, και όχι τον Μάουρερ». Και εδώ ασφαλώς ανοίγει ένα άλλο θέμα προς διερεύνηση.

Ο Μάουρερ ήλθε, παρέμεινε και αποχώρησε από το Ναύπλιο πριν λη­φθεί η απόφαση για τη μεταφορά της πρωτεύουσας του κράτους στην Αθήνα, ενώ είχε προηγηθεί ζωηρή συζήτηση περί διάφορων άλλων υποψήφιων για πρωτεύουσα πόλεων, μεταξύ των οποίων ήταν και το Άργος. Προφανώς το τεράστιο υλικό που συγκέντρωσε, το πήρε μαζί του (άγνωστο αν πήρε το πρωτότυπο υλικό ή αντίγραφο του). Ο ίδιος γράφει σχετικά με τις πηγές που χρησιμοποίησε – δεοντολογικά και επιστημονικά ήταν άψογος – ότι «προέρ­χονταν από επίσημες πληροφορίες ή από αξιόπιστες διηγήσεις. Στην εργασία αυτή πρωταρχικός σκοπός μου ήταν η αλήθεια, και γι’ αυτό δεν καταχώρισα τίποτα που να μην εξακρίβωσα εγώ ο ίδιος, όσο βέβαια κάτι τέτοιο ήταν κα­τορθωτό σε μία χώρα όπως η Ελλάδα».

Ο Μάουρερ έλαβε πολλά στοιχεία από τις εκδιδόμενες στην Ελλάδα εφη­μερίδες. Συγκεκριμένα, για την καποδιστριακή περίοδο αντλεί υλικό από τη γαλλόφωνη εφημερίδα Ταχυδρόμος της Ελλάδος (1829-1832). Για τους επό­μενους έντεκα μήνες, μέχρι την άφιξή του Όθωνα, άντλησε υλικό από την επίσης γαλλόφωνη εφημερίδα Ελληνικός Μηνύτωρ και για την περίοδο της Αντιβασιλείας χρησιμοποίησε τα κυβερνητικά φύλλα. Τονίζει ότι χρησιμο­ποίησε κυρίως το επίσημο υλικό αποφεύγοντας να συμπεριλάβει στοιχεία που στηρίζονταν σε κομματικές απόψεις. Αναφέρει, επίσης, ότι χρησιμοποίησε το βιβλίο του Μουστοξύδη για την καποδιστριακή περίοδο (γραμμένο στα γαλλικά, εκδόθηκε στο Παρίσι το 1833) και, τέλος, μία συλλογή επίσημων εγγράφων της εποχής της Αντιβασιλείας, που δημοσιεύθηκε επίσης το 1833. Άλλη μνεία πηγών δεν υπάρχει, οι αναφορές όμως του έργου ξεπερνούν κατά πολύ – σε όγκο πληροφοριών – αυτές τις πηγές.

Προφανώς τα ελληνικά δεν τα έμαθε, αν και έμεινε στην Ελλάδα, καθώς η βαυαρική διοίκηση στηριζόταν σε επίσημους μεταφραστές. Είναι προφανές ότι ο Μάουρερ θα έδωσε για μετάφραση πολλά άλλα τεκμήρια· η καταγραφή των εθίμων και του εθιμικού δικαίου, την οποία παραθέτει στο έργο του, εί­ναι σίγουρα προϊόν των Ελλήνων που ήταν μέλη της δημόσιας διοίκησης της εποχής και διενεργήθηκε με την προοπτική κατάρτισης Αστικού Κώδικα που θα βασιζόταν στην εργασία αυτή.

Για τη μέθοδο, ειδικότερα, της συλλογής των κανόνων του εθιμικού δικαί­ου ο Μάουρερ αναφέρει τα εξής (σ. 146):

 

Μόλις έφτασα στην Ελλάδα κατέβαλα κάθε προσπάθεια για να μάθω ποιο ήταν το δίκαιο που επικρατούσε ως τότε. Αλλά το πόσο είναι δύσκολο και κοπιαστικό να μάθει κανείς στην Ελλάδα μία οποιαδήποτε αλήθεια, αυτό θα το εκτιμήσει μονάχα εκείνος που ασχολήθηκε ο ίδιος προσωπικά με κάτι τέτοιο. Παρακάλεσα στην αρχή ιδιώτες και εμπόρους να με διαφω­τίσουν, αλλά πέρασαν μήνες και δεν είχε γίνει τίποτα. Σκέφτηκε τότε ο Υπουργός Δικαιοσύνης κ. Κλωνάρης να συντάξει ένα ερωτηματολόγιο πάνω σε βασικά θέματα που ρυθμίζονται συνήθως σύμφωνα με τα έθιμα του κάθε τόπου, και να ζητήσει από τα δικαστήρια και τις κοινότητες μιαν επίσημη απάντηση.

 

Προσθέτει, επίσης, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις έλαβε ο ίδιος πληροφορίες από διάφορα πρόσωπα, όπως π.χ. από ένα δικαστή. Παραθέτει στη συνέχεια ερωτήσεις και ακολουθεί γενική αναφορά των όσων εθιμικά ίσχυαν καθ’ έκαστο θεσμό, θα λέγαμε σήμερα, του τομέα του Αστικού δικαίου. Για τον νομό της Αργολιδοκορινθίας, και συγκεκριμένα για το Ναύπλιο, υπάρχουν οι εξής πληροφορίες (σ. 179-181):

Ως προς τον θεσμό της επιτροπείας αναφέρεται ότι εκτελείτο δωρεάν, ότι κάθε φορά έπρεπε να διορίζονται τρεις επίτροποι, οι οποίοι για ζητήματα ανατροφής ανηλίκων ή διάθεσης ακίνητης περιουσίας όφειλαν να έχουν τη συναίνεση ενός συγγενικού συμβουλίου.

Για την πατρική εξουσία γράφει ότι ασκείτο μεν αποκλειστικά από τον πατέρα αλλά μετά τον θάνατο του ασκείτο από τη μητέρα. Ο γιος που συζού­σε με τον πατέρα του, είχε την κάρπωση των όσων αποκτούσε, ενώ η πατρική εξουσία έληγε με την ενηλικίωση ή με τον γάμο του παιδιού. Τα δικαιώματα των θετών γιων κανονίζονταν με συμφωνία. Ως προς τον θεσμό της νομής γράφει ότι δεν αναφέρεται ρητά χρονικό διά­στημα που πρέπει να παρέλθει για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος, ενώ ως προς την κυριότητα, τα σχετικά με αυτήν έγγραφα ίσχυαν έστω και αν δεν είχαν καταχωρισθεί σε δημόσιο βιβλίο, ενώ κατά τα λοιπά ακολου­θούνταν οι ισχύοντες τότε νόμοι. Ο νόμιμος ιδιοκτήτης κινητών ή ακινήτων, αδιακρίτως, μπορούσε να τα διεκδικήσει και ο αγοραστής τους να ζητήσει από τον πωλητή απλώς και μόνο την αποζημίωση.

Για τον θεσμό της δουλείας (εμπράγματο δικαίωμα) δεν απαιτούνταν δη­μόσια έγγραφα.

Τα πρόβατα μπορούσαν να βόσκουν «ακωλύτως» σε αγρούς άλλων, ενώ για τα μεγαλύτερα ζώα χρησιμοποιούνταν κοινόχρηστα λιβάδια, ανάλογα με την εποχή του χρόνου.

Ως προς τις υποθήκες, καταγράφεται ότι αυτές ίσχυαν για κινητά και για ακίνητα.

Τέλος, ο Μάουρερ αναφέρει ότι επί Τουρκοκρατίας οι διαφορές κατά με­γάλο μέρος δικάζονταν από την Εκκλησία, σύμφωνα με την Εξάβιβλο του Αρμενόπουλου, την οποία συμβουλεύονταν οι ιερείς.

Αυτά καταγράφονται για την περιοχή του Ναυπλίου. Είναι ενδιαφέρον ότι για τις περιοχές του Άργους και της Επιδαύρου σημειώνονται σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς τους θεσμούς που αναφέρθηκαν.

Στο Άργος, μετά τον θάνατο του πατέρα, η μητέρα-χήρα ήταν η «μόνη απόλυτος παντοδύναμος επίτροπος των τέκνων αυτής», συμβουλευόμενη απλώς τους συγγενείς του συζύγου αλλά και τους δικούς της. Επίτροποι και εδώ μπορούσαν να είναι πολλοί συγγενείς μαζί, οι οποίοι παρείχαν δωρεάν τις υπηρεσίες τους, αρκεί να ήταν οι κοντινότεροι και οι «δικαιότεροι». Απα­γορευόταν η εκποίηση των ακινήτων ενός ανηλίκου, ωστόσο επιτρεπόταν η υποθήκευσή τους. Ο ανήλικος ενηλικιωνόταν με τη συμπλήρωση του 14ου έτους και αναλάμβανε την ελεύθερη διαχείριση της ακίνητης περιουσίας του. Για τα αποκτήματα του ανηλίκου υπό πατρική εξουσία ίσχυε ό,τι και στην περιοχή του Ναυπλίου, όμως εδώ η πατρική εξουσία ίσχυε ακόμα και στην περίπτωση που ο γιος δεν συζούσε με τον πατέρα απαλλασσόταν όμως από αυτήν, αν ο πατέρας του τον «κήρυσσε ελεύθερο», ενώ για τα επί υιοθεσίας δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των δύο μερών ίσχυαν τα ίδια με εκείνα που υπήρχαν για το φυσικό τέκνο.

Για την κυριότητα, ειδικότερα, σημειώνεται ότι δεν υπήρχαν δημόσια βι­βλία για την καταγραφή τίτλων και το ίδιο ίσχυε και για τη δουλεία αλλά και για τις υποθήκες, οι οποίες όμως μπορούσαν να επιβαρύνουν μόνον ακίνητα. Για τα προικώα ακίνητα η σύζυγος διατηρούσε το προνόμιο επί των ακινήτων του συζύγου της.

Στην περιοχή της Επιδαύρου ίσχυαν ανάλογοι κανόνες για την επιτροπεία ανηλίκων, με τη διαφορά ότι ο πρωτότοκος γιος με την ενηλικίωση αναλάμβανε την επιτροπεία των αδελφών του (εννοείται σε περίπτωση ανυπαρξίας πατέρα). Αναφέρεται, επίσης, αορίστως, χωρίς κανένα επιπλέον προσδιορισμό, και το εξής ιδιαίτερο, ότι δεν επιτρεπόταν η απαλλοτρίωση κτημάτων. Και εδώ την πατρική εξουσία ασκούσε ο πατέρας και μετά τον θάνατο του η μητέρα.

Τέλος, ως προς τις υποθήκες καταγράφεται ότι προνόμια είχαν όσοι πρό­βαλλαν αρχαιότερα δικαιώματα και όχι μόνο οι δανειστές. Ενδιαφέρον παρουσιάζει να αναφερθούμε στην ενότητα των ειδικών πα­ρατηρήσεων του Μάουρερ για το εθιμικό δίκαιο (σ. 236). Εκεί σημειώνει χαρακτηριστικά:

Γενικά, μπορώ να πω ότι πουθενά δεν υπάρχει κανένα σταθερό έθιμο, αλλά και όπου υπάρχει, παραβιάζεται από τον ισχυρότερο ή εμποδίζεται από την τουρκική νομοθεσία. Αλλά και όσα δικαστήρια λειτούργησαν μέχρι σήμερα στην Ελλάδα, δεν σεβάστηκαν το εθιμικό δίκαιο, γι’ αυτό είναι ευχής έργο και θα είναι και εύκολο να επιβληθεί μελλοντικά μια ομοιόμορφη νομοθεσία.

 

Το ερώτημα που εύλογα τίθεται από την παρατήρηση αυτή είναι ποια θα ήταν η τελική στάση του Μάουρερ, αν έμενε περισσότερο στην Ελλά­δα. Ο ίδιος δηλώνει εξαρχής την πρόθεσή του να καταγραφεί το εθιμικό δίκαιο με τις όποιες ιδιομορφίες του και προς αυτή την κατεύθυνση έδρα­σε αμέσως, επηρεασμένος, άλλωστε, από τη διαμορφωμένη ήδη πεποίθηση του για ανάδειξη του δικαίου αυτού με ρυθμιστικό χαρακτήρα όσον αφορά τις προσωπικές σχέσεις των πολιτών. Η ποικιλία των εθίμων στην Ελλάδα της εποχής εκείνης θα τον ωθούσε άραγε προς μία «εκ των άνω» διατύπω­ση ενιαίας νομοθεσίας, όπως έκαμε στους άλλους τομείς του δικαίου, ή θα λάμβανε υπόψη του τα κοινά ανά την επικράτεια έθιμα, ως βάση αυτής της ενιαίας νομοθεσίας; Και εδώ ανοίγεται ένα άλλο πεδίο περαιτέρω έρευνας. Πάντως στη συνέχεια υποστηρίζει (σ. 240) ότι γραπτά έθιμα υπήρχαν ελάχι­στα και αναφέρει ότι ο ίδιος μόνο δύο κατάφερε να εντοπίσει, ένα στη Σύρο και ένα στη Σαντορίνη, πάντα σχετικά με το Αστικό εθιμικό δίκαιο, μετά από επίσημα έγγραφα που του είχαν αποστείλει οι τοπικές αρχές (το πρώτο χρονολογείται το 1695, με ισχύ μέχρι και το 1812 -και αργότερα-, και το δεύτερο το 1797).

Θα θέλαμε να κλείσουμε αυτή την εισήγηση με τις διαπιστώσεις του ίδιου του Μάουρερ ως προς την αντίληψη της βαυαρικής Αυλής και των αξιωμα­τούχων της για την κατάσταση στην Ελλάδα. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι στις σ. 408 – 409 αφιερώνει στο θέμα αυτό ολόκληρη ενότητα υπό τον τίτλο «Η άγνοια της ελληνικής πραγματικότητας». Γράφει ρητά ότι οι Βαυαροί ελάχι­στα πράγματα γνώριζαν για την Ελλάδα και ότι η βαυαρική κυβέρνηση, πριν δεχθεί το στέμμα για τον Όθωνα, όφειλε προηγουμένως να εξετάσει επιτόπου την κατάσταση. Ομολογεί ότι οι όποιες πληροφορίες υπήρχαν, προέρχονταν από τους Χάιντεκ και Τιρς, από τους οποίους ο μεν πρώτος είχε δει τα πράγ­ματα υπό την οπτική του στρατιωτικού και ο δεύτερος υπό την οπτική του φιλολόγου. Κανένας τους δεν βασίστηκε σε επίσημες εκθέσεις και στοιχεία, άλλωστε οι γνώμες τους ήταν τελείως διαφορετικές μεταξύ τους. Υποστηρίζει ότι ακριβώς για τον λόγο αυτό προκρίθηκε να μείνουν για ένα διάστημα στην Κέρκυρα, όπου, κατ’ αυτόν, το περιβάλλον γενικά ήταν ανάλογο με εκείνο της Ελλάδας ήταν, εξάλλου και η πατρίδα του Καποδίστρια. Πλησιάζοντας προς το Ναύπλιο, αργότερα, έγιναν δέκτες πληροφοριών από ανθρώπους που, κατ’ αυτόν, ήξεραν καλά τα πράγματα, σύμφωνα με τους οποίους αποκλειόταν το ενδεχόμενο να αποκτήσει η Ελλάδα σταθερή κυβέρνηση. Σημειώνει χαρακτη­ριστικά: «Οι άνθρωποι αυτοί δεν ήξεραν πόσο γρανίτινη είναι η δύναμη μιας μοναρχικής κυβέρνησης. Ως τώρα είχαν δει μόνο προσωρινές λύσεις και δεν φαντάζονταν πόσο απρόσβλητο είναι ένα οριστικό και αμετάβλητο καθεστώς».

Εντοπίζουμε, λοιπόν, μία εμπεδωμένη αντίληψη, διόλου ξένη, βέβαια, ως προς τις κρατούσες τότε αντιλήψεις, όχι μόνο στην κεντρική – και γερμανόφωνη – αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Οι ρίζες τής περαιτέρω ασυνεν­νοησίας ήταν υπαρκτές και γόνιμες, «εγγύηση» για τις μελλοντικές συγκρού­σεις, λαμβάνοντας υπόψη, βέβαια, και τις γνωστές ελλαδικές ιδιαιτερότητες και τα αδιέξοδα, τα οποία, θα έλεγε κανείς, ότι συνεχίζονται εν μέρει μέχρι και σήμερα.

Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι και η συνέχεια του κειμένου. Ο Μάουρερ προβαίνει σε παρατηρήσεις για τα κόμματα, υποστηρίζοντας ότι αυτά είχαν σχηματιστεί όχι από διαφορετικές πολιτικές επιδιώξεις ή για να υποστηρί­ξουν διαφορετικά και γενικότερα συμφέροντα, όπως συνέβαινε σε άλλα κρά­τη, αλλά για να εξυπηρετήσουν καθαρά προσωπικές φιλοδοξίες και ατομικά συμφέροντα. Πρόκειται για παρατηρήσεις ενός οξύνου παρατηρητή ή για απόδοση ενός ακλόνητου φιλομοναρχικού της εποχής; Είναι δύσκολο, βέ­βαια, να αμφισβητηθεί η εικόνα που δίδεται, αμέσως μετά, για το Ναύπλιο και τη γύρω περιοχή: όπου κι αν γυρίσει κανείς, το βλέμμα του αντικρίζει, όπως λέει, ξεραΐλα, χωράφια ακαλλιέργητα, ερειπωμένα σπίτια, μία Αθήνα με μόλις 300 σπίτια, όταν πριν από τον Αγώνα αριθμούσε 3.000, ανύπαρκτη βλάστηση γύρω από το Ναύπλιο, γκρεμισμένα σπίτια και σωρούς από πέτρες και χώματα μέσα στην πόλη, ενώ το σύστημα του υδραγωγείου, που έφερνε το νερό από την περιοχή του Άργους, ήταν διάτρητο σε πολλά σημεία.

Συνεχίζει περιγράφοντας την πνευματική κατάσταση (σ. 411-412), τονίζο­ντας την πλήρη ανομοιομορφία που επικρατούσε: «Δίπλα στην πλέρια αμορφωσιά, συναντάς και την πιο εξεζητημένη πνευματική φινέτσα». Και «μέσα από μια νοοτροπία καθαρά μεσαιωνική, βλέπεις να ξεπηδούν οι πιο σύγχρονες αντιλήψεις περί ελευθερίας και ισότητας […]. Κοντά στους πιο ύπουλους χα­ρακτήρες θα βρεις και τις αγνότερες ψυχές, κυρίως ανάμεσα στα παλληκάρια, τους χωρικούς και τους δουλευτάδες. Δίπλα στους άσσους της ραδιουργίας, τους πιο ντόμπρους ανθρώπους, και αυτοί να είναι πάλι τα παλληκάρια, οι αγρότες κι οι ναυτικοί -μπορεί να πει κανείς, γενικά όλοι οι νησιώτες».

Ανάμεσα στους πιο αγέρωχους και σταθερούς χαρακτήρες που γνώρισε, αναφέρει τους Ιάκωβο Ρίζο – Νερουλό, τον Λάζαρο Κουντουριώτη, τον Αν­δρέα Μιαούλη και τον Ιωάννη Κωλέττη, καταλήγοντας ότι μέσα στην όλη πνευματική ανομοιομορφία τα σκάρτα στοιχεία δεν είναι τα ντόπια.

Τέλος, προχωρεί σε επιμέρους κατηγοριοποιήσεις και αναλύσεις για το «ντόπιο στοιχείο», δηλαδή τους στρατιωτικούς προύχοντες, τον κλήρο, τα παλληκάρια (που τα παρομοιάζει με την τάξη των Ευρωπαίων ιπποτών) και τους χωρικούς, σκιαγραφώντας ιδιαίτερα αυτό που συμβαίνει στη Μάνη. Συ­νεχίζει με τους Φαναριώτες, υπογραμμίζοντας ότι οι ιδιαίτερες ιδιότητες που τους χαρακτηρίζουν είναι εξίσου ανεπτυγμένες και στους Μοραΐτες, οι οποίοι, μάλιστα, «είχαν αναγάγει τη ραδιουργία σε επιστήμη». Από αυτούς διακρίνει τους μορφωμένους Έλληνες του εξωτερικού, τους οποίους χαρακτηρίζει κυρίως ως πολιτικά αιθεροβάμονες και αναφέρει ότι τους λείπει η πείρα και η πρακτική εξάσκηση – έχοντας σπουδάσει κυρίως ιατρική- και ότι στερούνται γνώσεων φιλοσοφίας, νομικής και οικονομικών. Όλοι τους, γράφει, έχουν μια υπέρμετρη αλαζονεία και εξωφρενικές απαιτήσεις, μην εννοώντας να γίνουν παρά μόνον υπουργοί ή κάτι παραπλήσιο, χωρίς να δέχονται κάποια άλλη παρακατιανή θέση. Γράφει, μάλιστα, ότι οι Έλληνες διακρίνονταν και για τη ματαιοδοξία τους.

Στη συνέχεια αναφέρεται στους φιλέλληνες, τους οποίους διακρίνει σε γνήσιους και τυχοδιώκτες, και γράφει γι’ αυτούς ότι είχαν έρθει στην Ελλάδα με άδεια χέρια και ότι συχνά οι Έλληνες τους έβλεπαν ως παρείσακτους. Επι­σημαίνουμε ιδιαίτερα την αντίληψη του ότι στην κατάσταση που βρισκόταν τότε η Ελλάδα, οι ξένοι θα μπορούσαν να εκπαιδεύσουν «και να φροντίσουν για το καθετί», χωρίς η «μεσολάβηση» αυτή να σημαίνει καθιέρωση μίας ξένης κυριαρχίας, καθώς «αυτό δεν θα βαστήξει για αιώνες». Όπως τον 14ο και τον 15ο αιώνα οι Έλληνες ήταν εκείνοι που έδωσαν τα φώτα τους στην υπόλοιπη Ευρώπη, «έτσι και τώρα οι Ευρωπαίοι θα είναι αυτοί – και προπα­ντός οι Γερμανοί – που θα ξανανάψουν την από χρόνια σβησμένη λαμπάδα στην αρχική της κοιτίδα. Για εξαφάνιση της εθνότητας (εννοεί των Ελλήνων) κανείς δεν μίλησε ποτέ, και ούτε υπάρχει τέτοια περίπτωση».

Συνεχίζει με αναφορές στους κατοίκους των Ιονίων νήσων (σ. 423-425), με πολύ θετικά σχόλια γι’ αυτούς, δεν ξεχνά ότι πολλοί αγωνιστές, όπως ο Κολοκοτρώνης, βρήκαν καταφύγιο στα Ιόνια νησιά και – ίσως προφητικά – ψυχανεμίζεται ότι θα αποτελέσουν το επίκεντρο των γεγονότων που θα δια­δραματιστούν στην Ελλάδα. Ιδιαίτερο κεφάλαιο αφιερώνει στον Άρμανσμπεργκ, αναφερόμενος επι­κριτικά στον τρόπο ζωής του στο Ναύπλιο, στις σπατάλες του αλλά και τις ραδιουργίες του, ενώ περιγράφει γλαφυρά τον ρόλο των ξένων διπλωματών στο Ναύπλιο.

Είναι αδύνατο να αναφερθούμε σε όλο το έργο με λεπτομέρειες. Με όσα εντοπίσαμε και επισημάναμε νομίζω ότι σχηματίστηκε μία αδρή εικόνα για τη ζωή, τη δράση, τις αντιλήψεις και το έργο του σημαντικότερου ίσως Βαυα­ρού αξιωματούχου κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα. Ορισμένα στοιχεία, βέβαια, έχουν μόνο ιστορική και αναχρονιστική εν τέλει αξία. Ορι­σμένα άλλα όμως θεωρώ ότι ακόμα και σήμερα μπορούν να συμβάλουν σε γόνιμο προβληματισμό. Αυτός, άλλωστε, ήταν και ο κύριος σκοπός αυτής της εισήγησης.

 Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Δικηγόρος, Πολιτικός Επιστήμων, Ιστορικός

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.  

 

[1] Σημείωση για τη βιβλιογραφία: Όλες οι πηγές στις οποίες ανέτρεξα, είναι ενταγ­μένες μέσα στο κείμενο. Οι αντιλήψεις του Μάουρερ, ειδικά για το δίκαιο των προσώπων – Αστικό δίκαιο-, κατά τη γνώμη μου θα ήταν πολύ ενδιαφέρον και παραγωγικό να παρα­βληθούν με όσα οι συγγραφείς του 19ου αιώνα εκτίμησαν ως προς το έργο του (ακόμα και οι Μαρξ – Ένγκελς) αλλά και με όσα εξέφρασαν για το ίδιο έργο σύγχρονοι συγγραφείς, όπως οι Χόμπσμπαουμ και Γκοντελιέ.

Πέρα όμως από αυτό, οι πρωτοποριακές αντιλήψεις και οι ιδέες, όπως εκείνες του πάντα αλησμόνητου καθηγητή μου Jean Carbonnier βαθυ­στόχαστου στην Κοινωνιολογία του Δικαίου, θα ήταν επίσης ενδιαφέρον και παραγωγικό να παραβληθούν με εκείνες του Μάουρερ.

Αναφέρομαι ιδιαίτερα στο έργο του Καρμπονιέ  Flexible Droit, Παρίσι 1969 («Εύκαμπτο Δίκαιο», το έργο δεν έχει μεταφραστεί στα ελ­ληνικά) αλλά και πολλά από τα γραπτά του, που εκδόθηκαν το 2008, μετά τον θάνατό του το 2003 σε ηλικία 95 ετών (εκδ. PUF). Χρήσιμο, επίσης, θεωρώ για κάθε ενδιαφερόμενο το έργο του Gustav Geib Darstellung ties Rechtszustandes in Grieehenland wahrend der tiirkischen Herrschaft und his zur Ankunft des Konigs Otto I., που εκδόθηκε στη Χαϊ­δελβέργη το 1835 (ελληνική μετάφραση: Γκούσταβ Γκάιμπ, Παρουσίαση της κατάστασης του δικαίου στην Ελλάδα στη διάρκεια της τουρκοκρατίας και ως τον ερχομό τον βασιλιά Όθωνα του Α ‘, Εκδόσεις Γκοβόστη, πρόλογος του καθηγητή Νικ. I Ιανταζόπουλου. μτφρ. Ίριδα Αυδή – Καλκάνη, Αθήνα 1991). Τέλος, σημειώνο) ότι η Εξάβιβλος του Αρμενόπουλου εκδόθηκε σε χρηστική έκδοση των Εκδόσεων «Δωδώνη» το 1971, με επιμέλεια και εντελέστατη εισαγωγή του Κων. Γ. Πιτσάκη.

Για τη «συνωμοσία» του Φραντς, τις εσωτερικές συγκρούσεις της Αντιβασιλείας και τη δίκη των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα παραπέμπω στο εξαιρετικά αντικειμενικό έργο του I. Α. Πετρόπουλου και της Αικ. Κουμαριανού Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους, εκδ. Παπαζήση, 1982, ιδιαίτερα στις σ. 117-126 και 130-132. Στο έργο αυτό και στο προγενέστερο του Πετρόπουλου (John Pelropoulos. Poli­tics and statecraft in the Kingdom of Greece, 1833-1844», Princeton University Press, Princeton 1968), έχει χρησιμοποιηθεί και πολύτιμο αρχειακό υλικό.

 

Επισημείωση: Η προφορική ανάπτυξη της εισήγησής μου προκάλεσε την οργισμένη παρατήρηση ενός ακροατή. Βεβαίως δόθηκε απάντηση, τόσο από τον κ. Τρ. Σκλαβενίτη όσο και από εμένα. Όμως θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω εδώ ένα καίριο απόσπασμα από το «διπλό» δοκίμιο της Hannah Arendt Ελευθερία, αλήθεια και πολιτική (σ. 113-114), που κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2012 (εκδ. Θέσει Εκπίπτοντες, μτφρ. Γ. Ν. Μερτίκας). Αφορά, άλλωστε, και το όλο θέμα του Συμποσίου μας:

Η ανιδιοτελής αναζήτηση της αλήθειας έχει μακρά ιστορία. Είναι χαρακτηριστικό ότι η απαρχή της προηγείται όλων των θεωρητικών και επιστημονικών παραδόσεων, συ­μπεριλαμβανομένης της δικής μας παράδοσης στη φιλοσοφική και πολιτική σκέψη. Νομίζω ότι θα πρέπει να αναζητηθεί στη στιγμή κατά την οποία ο Όμηρος αποφάσισε να υμνήσει τους άθλους των Τρώων στον ίδιο βαθμό μ’ εκείνους των Αχαιών, και να εγκωμιάσει τη δόξα του Έκτορα, του εχθρού και ηττημένου, στον ίδιο βαθμό με τη δόξα του Αχιλλέα, του ήρωα της φυλής του. Αυτό δεν είχε συμβεί πότε πριν. Κανένας άλλος πολιτισμός, οσοδήποτε λαμπρός κι αν ήταν, δεν στάθηκε ικανός να κοιτάξει από ίση απόσταση φίλους και εχθρούς, νίκες και ήττες – που από τον Όμηρο και μετά δεν αναγνωρίζονται ως έσχατα κριτήρια για την κρίση των ανθρώπων, έστω κι αν είναι έσχατα για το πεπρωμένο τους. Η ομηρική αμεροληψία αντηχεί σε όλη την έκταση της ελληνικής ιστορίας, και ενέπνευσε τον πρώτο σπουδαίο αφηγητή της γεγονικής ιστορίας ο οποίος έγινε ο πατέρας της ιστορίας: ο Ηρόδοτος μας λέει στις πρώτες προτάσεις των Ιστοριών του ότι έβαλε στόχο να «μη μείνουν αμνημόνευτα τα μεγάλα και θαυμαστά κατορθώματα των Ελλήνων και των βαρβάρων». Αυτή είναι η βάση για ό,τι αποκαλεί­ται αντικειμενικότητα – αυτό το περίεργο πάθος, που είναι άγνωστο πέραν του δυτικού πολιτισμού, για διανοητική ακεραιότητα με κάθε τίμημα. Χωρίς αυτό δεν θα υπάρξει καμία επιστήμη.

 

Διαβάστε ακόμη: Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος 

 

Read Full Post »

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών – «Η πρόσληψη της Αρχαιότητας στην γλυπτική στο Βυζάντιο»


 

“Events Series 2014”

«Κλασικά πρότυπα και η πρόσληψή τους: Από τους Αχαιμενίδες έως τον γερμανικό εθνοσοσιαλισμό»

 Harvard

Harvard

Την Τετάρτη 5η Φεβρουαρίου 2014 και ώρα 7.00 μ.μ. στην Αίθουσα Εκδηλώσεων του Εμπορικού Επιμελητηρίου Αργολίδας, στο Άργος (οδός Κορίνθου), θα δώσει διάλεξη ο Αριστοτέλης Μέντζος,  Καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο της σειράς διαλέξεων και εκδηλώσεων “Events Series 2014”, θα είναι:

«Η πρόσληψη της Αρχαιότητας στην γλυπτική στο Βυζάντιο».

Συνομιλητής του κύριου Μέντζου θα είναι ο Γιάννης Θεοχάρης, Αρχαιολόγος, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο.

Η σειρά εκδηλώσεων «Events Series 2014» πραγματοποιείται σε συνεργασία με τους Δήμους Ναυπλιέων, Άργους-Μυκηνών, Ερμιονίδας και Επιδαύρου.

Read Full Post »

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: Η οργανωμένη φιλανθρωπία στο Άργος στα χρόνια του μεσοπολέμου. Η δραστηριότητα του «Δαναού»


 

ΣΗΜΑ ΔΑΝΑΟΥO Σύλλογος Αργείων «O Δαναός» έχει την τιμή και την ευχαρίστηση να σας αναγγείλει, ότι  την  Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014 και ώρα 6.30 μ.μ. θα φιλοξενήσει στο βήμα του τον κ. Παναγιώτη Ν. Τσελφέ, Ιατρό Αναισθησιολόγο, με θέμα:  Η οργανωμένη φιλανθρωπία στο Άργος στα χρόνια του μεσοπολέμου.  Η δραστηριότητα του «Δαναού».                                  

Θα προβληθούν σχετικές διαφάνειες και θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

Παναγιώτης Ν. Τσελφές

 

Γεννήθηκε στην Τρίπολη. Έλαβε το πτυχίο της Ιατρικής από το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1973 και τον τίτλο ειδικότητας της Αναισθησιολογίας το 1979.

Από τότε εγκαταστάθηκε στο Άργος και διευθύνει το Τμήμα Αναισθησιολογίας του Νοσοκομείου Αργολίδας  ( πρώην Νοσοκομείου Άργους).

Στο περιθώριο της άσκησης της ιατρικής συγγράφει και θεραπεύει διάφορες μορφές τέχνης.

Read Full Post »

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών – «Η αριστοτελική αντίληψη της αρετής και οι σύγχρονες αναβιώσεις της»


 

  “Events Series 2014”

«Κλασικά πρότυπα και η πρόσληψή τους: Από τους Αχαιμενίδες έως τον γερμανικό εθνοσοσιαλισμό»

 

 Harvard

Harvard

Την Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014 και ώρα 7:00 μ.μ., στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη ο Στέλιος Βιρβιδάκης, Καθηγητής Φιλοσοφίας στο Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης, του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

 Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο της σειράς διαλέξεων και εκδηλώσεων «Events Series 2014», θα είναι:

Η αριστοτελική αντίληψη της αρετής και οι σύγχρονες αναβιώσεις της”.

 

Συνομιλητής θα είναι ο Τάσος Καρακατσάνης, Υποψήφιος Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης, του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η σειρά εκδηλώσεων «Events Series 2014» πραγματοποιείται σε συνεργασία με τους Δήμους Ναυπλιέων, Άργους-Μυκηνών, Ερμιονίδας και Επιδαύρου.

Μετά το πέρας της ομιλίας θα γίνει η κοπή της βασιλόπιτας του Κέντρου.

 

Read Full Post »

Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας – Κωνσταντίνος Π. Δάρμος


 

Στην εκδοτική δραστηριότητα της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, προστίθεται ένα ακόμη σημαντικό βιβλίο. Πρόκειται για το σπουδαίο και μοναδικό βιβλίο του Κώστα Δάρμου, «Οι αρχαίοι ποταμοί της Αργολίδας» στο οποίο – για πρώτη φορά -καταγράφονται όλοι οι αρχαίοι ποταμοί της Αργολίδας.

Ο Κώστας Δάρμος, μετά από επίπονη και απολύτως τεκμηριωμένη έρευνα, με γλαφυρότητα και σαφήνεια μας ταξιδεύει στην αρχαία Αργολίδα, στους ποταμούς της και στους μύθους που συνδέονται με αυτούς.

Πιστέψαμε εξ’ αρχής ότι η έκδοση αυτή θα αποτελούσε ένα ακόμη σημαντικό απόκτημα της τοπικής ιστορίας και θα εμπλούτιζε την ήδη υπάρχουσα βιβλιογραφία, η οποία αναφέρεται στο πολυτιμότερο για την επιβίωση του ανθρώπου στοιχείο, το νερό.

 

Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας

Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας

 

Στις σελίδες αυτού του βιβλίου, θα συναντήσουμε τον Γενάρχη ποταμό Ίναχο, τον Ερασίνο με τις τέσσερεις κόρες του, την Δαναΐδα Αμυμώνη, τον πλατύ και επικίνδυνο χείμαρρο Χάραδρο (Ξεριά), τον Αστερίωνα με τις τρεις κόρες του, τροφούς της Ήρας, τον ποταμό Ράδο που έρρεε στις βόρειες πλαγιές του Διδύμου όρους, τους Χρυσορρόα και Υλλικό στην Τροιζήνα κ.α.

Η μυθολογία είναι μια ιερή ιστορία, που διαδραματίζεται σε ένα χωρόχρονο πέραν της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας. Είναι το σύνολο των μύθων που ανήκουν σε μια συγκεκριμένη παράδοση ενός τόπου.

Πιστεύουμε ότι ο μύθος είναι ένα λόγος, που ακόμα και αν δεν είναι αλήθεια ή δεν έχει εξελιχθεί σε τέτοια, εμπεριέχει μέσα του κάποιες αρχέγονες εμπειρίες και αλήθειες. Κι όπως γράφει ο Λούκιος Απουλήιος: Κι οι μύθοι που σαν όμορφα φαντάζουν παραμύθια, αλήθειες κρύβουνε πολλές στου ψέματος τα βύθια…

Είναι γνωστό, ότι στις πανάρχαιες δοξασίες των λαών, όπως σώζονται στις μυθολογίες τους και ιδιαίτερα στην Ελληνική, το νερό αποτελεί στοιχείο εξαγνισμού και κάθαρσης και η ζωοποιός του δύναμη συνδέθηκε με μαγικές και θεραπευτικές ιδιότητες και ότι το υδάτινο στοιχείο είναι η γενεσιουργός αιτία της ζωής και πολύτιμο αγαθό για τον άνθρωπο και την επιβίωσή του.

Ο Στράβων (8, 370), λέει για την Αργολίδα: …Της τε χώρας κοίλης ούσης και ποταμοίς διαρρεομένης και έλη και λίμνας παρεχομένης, θέλοντας να αναδείξει την πολυπλοκότητα του υδάτινου κόσμου της Αργολίδας.

Ελπίζουμε ότι – το βιβλίο αυτό – θα είναι χρήσιμο στο να γνωρίσουν οι σημερινοί κάτοικοι της Αργολίδας και ιδίως οι νεότεροι καλύτερα τον τόπο τους και να δυναμώσουν τους δεσμούς τους με το πλούσιο και συχνά άγνωστο παρελθόν του.

Θέλουμε να πιστεύουμε ότι προσφέρουμε στην διατήρηση της ιστορικής μας μνήμης αλλά και στην ανάδειξη και προβολή της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Τα Αρωγά Μέλη της βιβλιοθήκης, προκειμένου να προμηθευτούν δωρεάν τη νέα αυτή έκδοση, μπορούν να απευθύνονται στην Αργολική Βιβλιοθήκη, τηλέφωνο 27510 61315, τις εργάσιμες ώρες και ημέρες.

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

«Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας»

Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

Τοπική Ιστορία – 2

Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

148 σελίδες

ISBN 978-960-9650-05-2

 

Read Full Post »

Το ελληνικό περίπτερο


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωση τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα άρθρο του Φιλόλογου- Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα, με θέμα:

 «Το ελληνικό περίπτερο»

 

Το περίπτερο αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της νεοελληνικής κοινωνίας και μια ελληνική πατέντα. Είναι αυτό που μας λείπει όταν ταξιδεύουμε στο εξωτερικό, αφού σ’ αυτό μπορούμε εύκολα και ανά πάσα στιγμή να βρούμε αυτό που χρειαζόμαστε. Περίπτερο ονομάζεται το μικρό κτίσμα, το οποίο χρησιμεύει είτε απλώς για επίδειξη προϊόντων (περίπτερο σε εκθέσεις) ή ως μικροκατάστημα σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο του πεζοδρομίου. Στην Ελλάδα τα περίπτερα βρίσκονται συνήθως σε πλατείες ή σε δρόμους των πόλεων και των μεγάλων χωριών σε κάθε σημείο της ελληνικής επικράτειας ως ανεξάρτητα κτίσματα, συνήθως από ξύλο.

Φαινόμενο καθαρά ελληνικό, παγκόσμια πρωτοτυπία της χώρας μας, το περίπτερο αποτυπώνει την ίδια την ελληνική κοινωνία και τις τάσεις  κάθε εποχής, ενώ η ιστορία του αποτελεί ένα κομμάτι της καθημερινότητας των Ελλήνων για περισσότερο από έναν αιώνα. Πότε και πώς ξεκίνησαν όμως; Από πού πήραν το όνομά τους; Πώς φτάσαμε από τα ξύλινα κιόσκια, όπου «γεμίζονταν στυλό διαρκείας» και πωλούνταν περιοδικά, στα σημερινά υπερσύγχρονα περίπτερα με τις κάμερες ασφαλείας, που δέχονται και πιστωτικές κάρτες;

Η λέξη «περίπτερο» είναι σε χρήση από την αρχαιότητα ως επιθετικός προσδιορισμός. Συγκεκριμένα, «περίπτερος ναός» ονομάζεται ο ναός που περιβάλλεται από κίονες σε όλες τις πλευρές του. Η διεθνής ονομασία του περιπτέρου είναι κιόσκι και προέρχεται από την τουρκική λέξη köşk. Τα περίπτερα  με τη μορφή που τα ξέρουμε σήμερα εμφανίστηκαν μετά το 1821, αμέσως μετά την ίδρυση του Ελληνικού κράτους, πρώτα στο Ναύπλιο και έπειτα στην Αθήνα, ως μικρά καπνοπωλεία. Σιγά – σιγά τα προϊόντα που πωλούσαν πλήθαιναν και έβαλαν στις προθήκες τους μικροαντικείμενα και  το πρώτο φιλολογικό περιοδικό, το «Ίρις» με τιμή 25 λεπτά.

Περίπτερο, Αθήνα

Περίπτερο, Αθήνα

Συστηματικά τα περίπτερα φτιάχτηκαν μετά τον πόλεμο  του 1897 της Ελλάδας με την Τουρκία σε αστικά κέντρα της περιφέρειας. Στην Αθήνα το πρώτο περίπτερο στήθηκε στην οδό Πανεπιστημίου το φθινόπωρο του 1911. Από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα τα περίπτερα, δείγματα «μικροαρχιτεκτονικής», στάθηκαν δίπλα μας καλύπτοντας συνήθειες και ανάγκες της καθημερινότητας σε κάθε γειτονιά της Αθήνας και όλης της Ελλάδας. Έναν και πλέον αιώνα από την εμφάνιση του πρώτου περίπτερου στην Ελλάδα, πολλά έχουν αλλάξει στην εμφάνιση και στο εμπόρευμα των περιπτέρων, αλλά ένα πράγμα έχει μείνει ίδιο: Η αίσθηση πως ό,τι κι αν χρειαστούμε, από τσιγάρα μέχρι γαριδάκια και από ποτά μέχρι υπεύθυνες δηλώσεις, θα το βρούμε σε ένα από τα δεκάδες περίπτερα που διαθέτει κάθε πόλη, κάθε ελληνική γειτονιά.

Οι λόγοι για την καθιέρωση και τη διάδοση των περιπτέρων  ήταν τρείς:  Καταρχήν η ανάγκη αποκατάστασης των αναπήρων και των τραυματιών των πολέμων. Από το 1889 ξεκίνησε η χορήγηση αδειών σε τραυματίες πολέμου και ο αριθμός των περιπτέρων μεγάλωσε κατά πολύ. Ορόσημο για την εξάπλωσή τους αποτέλεσαν ο ατυχής ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 και οι Βαλκανικοί πόλεμοι. Τότε η Ελλάδα γέμισε με ανάπηρους και τραυματίες πολέμου και η πολιτεία αναζητούσε έναν τρόπο για να τους συνδράμει. Καθώς δεν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα να τους δώσει κανονικές συντάξεις αναπηρίας, η Πολιτεία προσέφερε στους ανάπηρους Πολέμου ως «προίκα» από ένα περίπτερο στον καθένα.

Ο δεύτερος λόγος ήταν για να μπορέσει το κράτος να ελέγξει  το καπνικό εμπόριο  και να το εντάξει σε ένα δίκτυο, ώστε να εξασφαλίσει έσοδα από τη φορολογία. Μέχρι τότε τσιγάρα χύμα και καπνό πουλούσαν  πλανόδιοι μικροπωλητές και ελάχιστα καπνοπωλεία, με αποτέλεσμα να χάνονται έσοδα για το κράτος. Το κράτος έδωσε στα περίπτερα το αποκλειστικό δικαίωμα πώλησης καπνοβιομηχανικών προϊόντων  και δημιούργησε με ελάχιστο κόστος ένα φοροεισπρακτικό μηχανισμό, που του απέδωσε πολύ υψηλά έσοδα. Παράλληλα η  νομοθετική αυτή ρύθμιση είχε και κοινωνικό χαρακτήρα, πέραν του κρατικού ελέγχου, αφού χιλιάδες άνθρωποι βρήκαν απασχόληση και έχτισαν τις ζωές τους είτε ως δικαιούχοι είτε ως ενοικιαστές είτε ως προμηθευτές αυτών των μικρών επιχειρήσεων.

Ο τρίτος λόγος ήταν η εξυπηρέτηση των τοπικών αναγκών. Σε μια εποχή που το εμπόριο δεν είχε αναπτυχθεί, πολυκαταστήματα δεν υπήρχαν και τα σημεία πώλησης ήταν λίγα, οι καταναλωτές μπορούσαν να βρουν στο περίπτερο της γειτονιάς τους είδη πρώτης και δεύτερης ανάγκης. Ένα μικρό, πρόχειρα κατασκευασμένο, ξύλινο κουβούκλιο με ελάχιστα προϊόντα προσπαθούσε να καλύψει τις ελάχιστες οικονομικές ανάγκες της εποχής. Το περίπτερο της γειτονιάς όμως ενώ ξεκίνησε δειλά- δειλά ως ένας μικρός εσωτερικός χώρος με ελάχιστα είδη, όπως τσιγάρα και μερικά ψιλικά, καρφίτσες, μπαχαρικά, καραμέλες, τσίχλες κ.α. , με την πάροδο του χρόνου εξελίχθηκε και πήρε τη μορφή που βλέπουμε σήμερα με τα προϊόντα να αυξάνονται συνεχώς, όπως προστάζουν οι ανάγκες κάθε μεγαλούπολης, κυρίως όταν η αγορά κλείνει το βράδυ. Όλο και περισσότερα προϊόντα βρίσκονται στα ράφια ή στα ψυγεία του και το περίπτερο εδραιώθηκε στις συνήθειες του νεοέλληνα.

 

Περίπτερο, Αθήνα

Περίπτερο, Αθήνα

 

Το 1914 εντοπίζεται η πρώτη νομοθετική διάταξη, που αναφέρεται στην κατοχύρωση των περιπτέρων στους ελληνικούς δρόμους. Στην αρχή δημιουργήθηκε το λεγόμενο κιόσκι, μικρός επαγγελματικός χώρος χωρίς καθορισμένο ωράριο λειτουργίας, στα πεζοδρόμια, στις πλατείες, στα πάρκα, στις στάσεις των λεωφορείων, στα ΚΤΕΛ. Η  κατασκευή αυτή ήταν διαστάσεων 0,70Χ0,70μ. και αποτελούνταν από τέσσερα μεταλλικά κολονάκια και μία βάση, για να τοποθετούνται οι εφημερίδες. Στο επάνω μέρος του περιπτέρου ένα πανί το προστάτευε από τον ήλιο. Ασφάλεια δεν υπήρχε και με ένα απλό κατσαβίδι όποιος ήθελε άνοιγε το περίπτερο και έκλεβε.

Ο γνωστός χρονογράφος και ποιητής των αρχών του 20ου αιώνα Σωτήρης Σκίπης σε άρθρο του στην εφημερίδα ΣΚΡΙΠΤ στις 20 Οκτωβρίου 1919 γράφει για τα πρώτα περίπτερα που έκαναν την εμφάνισή τους στην Αθήνα: Άξιος συγχαρητηρίων έγινε ο κ. Δήμαρχος ο οποίος αποφάσισε την ανέγερσιν πολλών περιπτέρων εις τας Αθήνας, τα οποία θα εκχωρήσει εις τους τραυματίας του πολέμου ή εις μέλη οικογενειών φονευθέντων πολεμιστών. Δεν φαντάζεται κανείς πόσα καλά θα προκύψουν αμέσως – αμέσως εκ της ανεγέρσεως των περιπτέρων. Τα περίπτερα θα είναι ένας στολισμός της πόλεως, θα εξυπηρετηθούν δι’ αυτών και θα εύρουν πόρον ζωής πλείστοι ανάπηροι των δύο πολέμων. Θα εξαπλωθεί δια του μέσου τούτου το ελληνικόν έντυπον, είτε εφημερίς, είτε περιοδικόν, είτε φυλλάδιον, είτε βιβλίο. Και θα γίνουν αιτία όπως οι μεγάλαι επαρχιακαί μας πόλεις θα κουνηθούν λιγάκι και θα μιμηθούν λιγάκι των πρωτεύουσαν. Μια άκρως γλαφυρή αναπαράσταση του ρόλου του περιπτέρου στην Ελλάδα των επόμενων 100 χρόνων.

Αργότερα αλλάζει η σχετική νομοθεσία και η δομή των περιπτέρων, όπως και η όψη τους, και γίνονται όλα ομοιόμορφα και ομοιόχρωμα, με ίδιες διαστάσεις για όλη την Ελλάδα (1.30 Χ 1.50 μ.), με εξωτερικά ρολά ασφαλείας και ψυγεία για αναψυκτικά, ενώ με νομοθετική ρύθμιση του 1980 (ν.1080/1980) η τοπική αυτοδιοίκηση μπορούσε να παραχωρεί κοινόχρηστο χώρο στους εκμεταλλευτές περιπτέρων.

Το 2006 έδωσαν άλλους 20 πόντους και οι διαστάσεις του περιπτέρου γίνονται 1,50 με 1,70 με το εμβαδόν του κουβουκλίου να είναι 2,55 τμ.  Από εκεί και πέρα κάθε δήμος έχει διαφορετική πολιτική και δίνει διαφορετικής έκτασης κοινόχρηστο χώρο για κάθε περίπτερο. Ο δήμος της Αθήνας επιτρέπει στα περίπτερα να καλύψουν με ρολά χώρο  4,25 τετραγωνικών και επιπλέον χώρο μέχρι τα 6,35, για να βάλουν δύο ψυγεία. Μιλάμε για νόμιμη επιπλέον έκταση που παραχωρείται με την πληρωμή του τέλους κατάληψης κοινοχρήστου χώρου, ανάλογα με την περιοχή στην οποία βρίσκεται το περίπτερο. Σιγά- σιγά οι ανάγκες εξυπηρέτησης των καταναλωτών πολλαπλασιάστηκαν, ήταν αδύνατο να χωρέσουν στις διαστάσεις ενός περιπτέρου αυτών των διαστάσεων και οι περιπτερούχοι αναγκάζονται να βγάζουν τα είδη τους και έξω από το νόμιμο χώρο του περιπτέρου και φυσικά πληρώνουν τσουχτερά πρόστιμα.

Περίπτερο, Αθήνα, αρχές του 20ου αιώνα.

Περίπτερο, Αθήνα, αρχές του 20ου αιώνα.

Σε πρώτη φάση άδεια περιπτέρου δικαιούνταν οι ανάπηροι πολέμου. Το Σεπτέμβρη του 1922 νόμος του Υπουργείου Περιθάλψεως ορίζει ότι τα ήδη ανεγερθέντα περίπτερα, αλλά και αυτά που πρόκειται να αναγερθούν στο μέλλον, θα παραχωρούνται προς αποκλειστική χρήση στην «Πανελλήνιον  Ένωσιν Τραυματιών Πολέμου 1912-1921». Η Ένωση θα είναι ο μοναδικός επίσημος φορέας διαχείρισης των περιπτέρων με προηγούμενη έγκριση του Υπουργείου Συγκοινωνιών, το οποίο θα καθορίζει το σχήμα και το μέγεθος των περιπτέρων που αναμένεται να ανεγερθούν. Η παραχώρηση περιπτέρου σύμφωνα με το νόμο αυτό είναι προσωπική και μόνο υπόθεση και δεν επιτρέπεται να πωληθεί, να μεταβιβαστεί, να μπει σε καθεστώς υποθήκης και να υπομισθωθεί. Επιτρέπεται επίσης συνεταιρισμός μεταξύ δύο μόνο εταίρων με την άδεια του Υπουργού Συγκοινωνιών. Σε περίπτωση θανάτου του κατόχου, η χρήση και εκμετάλλευση του περιπτέρου μεταβιβάζεται αυτόματα στη γυναίκα και τα παιδιά του αναπήρου-τραυματία για μια πενταετία και αργότερα περιέρχεται και πάλι στον έλεγχο της Ένωσης. Τα χρήματα που θα εισπραχθούν από την αδειοδότηση των περιπτέρων θα διατεθούν, σύμφωνα με το νόμο,  υπέρ της δημιουργίας ειδικού Ταμείου προικοδοτήσεως θυγατέρων και τραυματιών πολέμου.

Με νομοθετικές διατάξεις του 1943 και του 1944 μπήκαν και άλλες κατηγορίες δικαιούχων αναπήρων, όπως οι ανάπηροι πολέμου άμαχου πληθυσμού, τα θύματα πολέμου και τα θύματα ειρηνικής περιόδου. Αργότερα η ευεργετική αυτή παροχή της πολιτείας επεκτάθηκε, ενώ με το νόμο 1044/1971 δημιουργήθηκαν κανόνες στην αδειοδότηση των δικαιούχων και άρχισαν να αναγνωρίζονται και να αποκτούν δικαιώματα οι ενοικιαστές περιπτέρων ως τάξη επαγγελματιών.  Μετά το 1980 στους δικαιούχους περιπτέρων εντάχθηκαν και οι αγωνιστές της εθνικής αντίστασης, οι ανάπηροι του Δημοκρατικού Στρατού και του άμαχου πληθυσμού δηλ. πολιτικοί ανάπηροι που τραυματίστηκαν από νάρκες, βόμβες κ.λ.π. και ακρωτηριάστηκαν, καθώς και οπλίτες σε όλα τα σώματα ασφαλείας, όπως αστυνομία, λιμενικό, πυροσβεστική και οπλίτες στρατού, φαντάροι δηλαδή που έπαθαν σε ώρα υπηρεσίας ατύχημα. Από το 2007 άδεια περιπτέρου δίνεται και σε βετεράνους του πολέμου στην Κύπρο, όπως και σε άτομα με σοβαρή αναπηρία (ΑΜΕΑ).

Ο νόμος, τέλος,  4046/2012 προβλέπει ότι οι υφιστάμενες άδειες περιπτέρων διατηρούνται σε ισχύ και δε μεταβιβάζονται, ούτε κληρονομούνται, ενώ από την 1η Ιανουαρίου του 2014 οι δικαιούχοι τους υπόκεινται σε υποχρέωση καταβολής τέλους για τον κοινόχρηστο χώρο, που καταλαμβάνει η κατασκευή του περιπτέρου. Σύμφωνα με τις νέες ρυθμίσεις οι θέσεις των περιπτέρων θα καθορίζονται εφεξής με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου κάθε πόλης και μόνο το 30% των περιπτέρων θα παραχωρούνται σε άτομα με ειδικές ανάγκες (Α.Μ.Ε.Α.) και πολύτεκνους, με βάση εισοδηματικά κριτήρια. Η παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης των υπόλοιπων θέσεων των περιπτέρων θα γίνεται με δημοπρασία, ενώ ο χρόνος παραχώρησης του δικαιώματος χρήσης των θέσεων δεν θα μπορεί να υπερβαίνει τα 10 έτη. Επιπλέον απαγορεύει την αναμίσθωση, υπεκμίσθωση και την περαιτέρω παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης σε τρίτους, μια πρακτική δεκαετιών, που επέτρεπε την υπενοικίαση περιπτέρων σε τρίτους.

 

Τι μπορεί να πουλήσει ένα περίπτερο;

 

Τεκμηριωμένες πληροφορίες για τα προϊόντα που πουλούσε το περίπτερο μέχρι τις αρχές του Μεσοπολέμου και τα τέλη της δεκαετίας του 1940 δεν υπάρχουν. Το μόνο σίγουρο είναι πως στο περίπτερο υπήρχαν οι εφημερίδες, τα χύμα τσιγάρα και κάποια υποτυπώδη ζαχαρώδη προϊόντα. Νομικά, το διάταγμα που υπάρχει μιλάει για «ψιλικά» και για «προϊόντα ευτελούς αξίας». Τα περίπτερα πάντα εμπορεύονταν  πράγματα πρώτης ανάγκης, που απεικονίζουν τις καταναλωτικές συνήθειες και το επίπεδο διαβίωσης κάθε εποχής. Οι «περιπτεριούχοι» ή «περιπτεράδες» πωλούν μια μεγάλη ποικιλία αντικειμένων με βασικά τα τσιγάρα, τις εφημερίδες και τα περιοδικά. Γενικά οι νόμοι ορίζουν ότι τα περίπτερα πρέπει να εξυπηρετούν τις τοπικές ανάγκες. Αυτά που βρίσκονται δίπλα σε νεκροταφεία ας πούμε μπορούν να πουλάνε λιβάνι. Για αυτό και τα περίπτερα σε τουριστικές περιοχές πουλάνε αγαλματάκια, ενώ περίπτερα σε εμπορικούς δρόμους πουλάνε ανδρικές ζώνες, γυαλιά ηλίου, μέχρι και…  τσεκούρια.

Η γαλλοτουρκικής καταγωγής ηθοποιός Υβόν Σανσόν, πρωταγωνίστρια με τον Δημήτρη Χορν στην ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα «Μια ζωή την έχουμε», ψωνίζει σε περίπτερο της εποχής του 1958.

Η γαλλοτουρκικής καταγωγής ηθοποιός Υβόν Σανσόν, πρωταγωνίστρια με τον Δημήτρη Χορν στην ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα «Μια ζωή την έχουμε», ψωνίζει σε περίπτερο της εποχής του 1958.

Το προϊόν που στήριξε το περίπτερο για αρκετές δεκαετίες δεν ήταν άλλο από τα τσιγάρα. Στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας τους τα περίπτερα διέθεταν χύμα τσιγάρα. Ο καθένας που ήθελε να καπνίσει ένα τσιγάρο πήγαινε στο περίπτερο, άφηνε μερικές δραχμούλες και αγόραζε όσα τσιγάρα του επέτρεπε το βαλάντιό του. Σήμερα, από τα χύμα και με δελτίο τσιγάρα, έχουμε πάνω από 370 διαφορετικά brands καπνοβιομηχανικών προϊόντων μαζί με τους καπνούς για στρίψιμο και πλήθος άλλων αξεσουάρ για το κάπνισμα.

Οι εφημερίδες, που τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα ήταν το μοναδικό μέσω ενημέρωσης σε μια Ελλάδα που συνεχώς συνταρασσόταν από πολεμικές συγκρούσεις, αποτελούν το δεύτερο προϊόν. Οι καθημερινές εξελίξεις γίνονταν γνωστές μέσα από τις εκδόσεις των εφημερίδων, οι οποίες πολύ γρήγορα έγιναν μέρος της γκάμας των περιπτέρων. Σε πολλές περιπτώσεις για γεγονότα ιστορικής σημασίας, οι εφημερίδες τυπώνονταν τρεις και τέσσερις φορές, για να ενημερώσουν τους Έλληνες και η ανάρτηση των εφημερίδων στις προθήκες των περιπτέρων αποτελούσε ένα σημαντικό γεγονός για την καθημερινότητα των κατοίκων των μεγάλων αστικών κέντρων σε εποχές κρίσιμες για την πορεία και την ανάπτυξη της Ελλάδας. Μετά την πτώση της χούντας το 1973 αρχίζει η έκρηξη στον Τύπο, κυκλοφορούν πάρα πολλοί τίτλοι εφημερίδων και τα κυκλοφοριακά ρεκόρ καταρρίπτονται το ένα μετά το άλλο. Την ίδια περίοδο αρχίζει και η τουριστική ανάπτυξη στην Ελλάδα και ο ξένος Τύπος ανθεί, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της δικτατορίας, όπου οι ξένες εφημερίδες ήταν και η μόνη αξιόπιστη πηγή ενημέρωσης.

Το περίπτερο της γειτονιάς όμως είχε κρεμασμένα με μανταλάκια και τα περιοδικά. Από το περίπτερο αγόραζαν το «ΡΟΜΑΝΤΣΟ» και το «ΦΑΝΤΑΖΙΟ», το Μικρό Ήρωα και το Μικρό Σερίφη, κι ακόμα το Πάνθεον, το Ντομινό, τη Βεντέττα, το Πρώτο, το Εμπρός. Εκεί και τα αγαπημένα κόμιξ των παιδιών, «Μπλέκ», «Όμπραξ» και «Μικρός Καουμπόϋ». Αργότερα και τα περιοδικά κοινωνικού κουτσομπολιού, που έκαναν γνωστούς στη γειτονιά τους φλογερούς έρωτες, τα πάθη και τις «δυστυχίες» των αστέρων της τηλεόρασης και του κινηματογράφου εκείνης της εποχής. Και τα τελευταία χρόνια περιοδικά με κείμενα και εικόνες ερωτικού περιεχομένου, σταυρόλεξα και Sudoku, βιβλία και άλλα έντυπα.

Από το 1940 στα περίπτερα άρχισαν να πωλούνται ζαχαρώδη και αναψυκτικά, τσίχλες και σοκολάτες. Δίπλα στα περίπτερα τοποθετούνται τα πρώτα ξύλινα ψυγεία με πάγο για χυμούς, αεριούχα ποτά και εμφιαλωμένο νερό. Οι παλιότεροι θυμούνται τις λεμονάδες και τις γκαζόζες της εταιρίας ΗΒΗ, που έδωσαν μια νότα δροσιάς και ξεκούρασης, τις πρώτες σοκολάτες γάλακτος της εταιρίας «ΙΟΝ Παυλίδης», που δημιούργησαν μια νέα εικόνα για το  περίπτερο, τις γκοφρέτες ΜΕΛΟ με τα χαρτάκια με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου, το γλυφιτζούρι κοκοράκι, τις καραμέλες γάλακτος τυλιγμένες σε χρυσό χαρτί, το αυθεντικό παστέλι και το κάτασπρο μαντολάτο.

Περίπτερο, Αγρίνιο, δεκαετία 60-70.

Περίπτερο, Αγρίνιο, δεκαετία 60-70.

Τα επόμενα χρόνια το περίπτερο αποκτά σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης και  διευρύνει την γκάμα των προϊόντων του και τις διαστάσεις του χώρου που καταλαμβάνει. Τα εμπορεύματα αυξάνονται με έμφαση στα προϊόντα προσωπικής υγιεινής σε μια περίοδο που τα super market δεν έχουν κάνει ακόμα τη δυναμική τους εμφάνιση. Είναι η εποχή που προστέθηκαν στα περίπτερα και τα πρώτα ανδρικά αξεσουάρ, τα ιστορικά ξυραφάκια «Astor», που έμπαιναν στις παλιές ξυριστικές μηχανές, οι τσατσάρες, τα σαπούνια, οι οδοντόκρεμες KOLYNOS, τα βερνίκια και οι ασπιρίνες ή το Αλγκόν για τους πονοκεφάλους! Ένας μικρόκοσμος αγαθών και αντικειμένων πρώτης ανάγκης, που μετατρέπει το περίπτερο σε ένα μεγάλο – μικρό μαγαζί. Δειλά – δειλά αρχίζουν τα πρώτα περίπτερα να διευρύνουν τα ωράρια λειτουργίας τους, κάποια από αυτά αρχίζουν να διανυκτερεύουν και να διαφοροποιούνται μεταξύ τους και σε σχέση με τα προϊόντα στα οποία επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους. Υπάρχουν περίπτερα που εστιάζουν στον Τύπο, άλλα στα καπνικά και στα ζαχαρώδη και άλλα στα είδη ψιλικών.

Η δύναμη των περιπτέρων απογειώθηκε με την είσοδο σ΄ αυτά της λεγόμενης κρύας αγοράς, δηλαδή των παγωτών, που πουλάνε τα θερμά καλοκαίρια με τους καύσωνες. Τα ψυγεία των εταιριών ΕΒΓΑ, ΔΕΛΤΑ, ALGIDA, AΓΝΟ κ.α. κάνουν την εμφάνισή τους στα περίπτερα και κορυφώνουν την εξέλιξη και την ευημερία τους. Από τα ψυγεία πάγου με τις γκαζόζες, βρίσκουμε πλέον στα περίπτερα σύγχρονα ψυγεία με κάθε είδος αναψυκτικών, ισοτονικών ποτών, φυσικών και παστεριωμένων χυμών, παγωτών και γαλακτοκομικών προϊόντων.

Τζιπ, Περίπτερο και Αγάπη μια ελληνική ταινία του 1957. Στη φώτο, Νίκος Σταυρίδης - Νίκος Ρίζος.

Τζιπ, Περίπτερο και Αγάπη μια ελληνική ταινία του 1957. Στη φώτο, Νίκος Σταυρίδης – Νίκος Ρίζος.

Η έλευση των τηλεφώνων στην Ελλάδα δίνει μεγάλη ώθηση στα περίπτερα, που προσφέρουν μεγάλη εξυπηρέτηση για τους καταναλωτές της εποχής με τα τηλέφωνα για το κοινό. Οι δεκαετίες του ’50 και του ‘60 είναι οι δεκαετίες της μεγάλης εσωτερικής μετανάστευσης και πλήθος ανθρώπων από την επαρχία συρρέουν στην Αθήνα και σε άλλες μεγάλες πόλεις. Για τηλέφωνο στο σπίτι ούτε κουβέντα. Έτσι τα περίπτερα με τις τηλεφωνικές συσκευές τους και τα τηλέφωνα με μετρητές και αργότερα με κερματοδέκτες γίνονται ο κύριος τρόπος επικοινωνίας με συγγενείς και φίλους στους τόπους καταγωγής. Στο περίπτερο ήλθε το πρώτο τηλέφωνο στο χωριό, που καλυτέρεψε τη ζωή μας. Στο περίπτερο τα τηλεφωνήματα με τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, με το θλιβερό άγγελμα του θανάτου κάποιου αγαπημένου προσώπου στην Αυστραλία, με τα τηλεφωνικά αποτελέσματα της αγαπημένης μας ομάδας. Τα τελευταία χρόνια, με την ανάπτυξη της κινητής τηλεφωνίας, τα κινητά τηλέφωνα πυροδότησαν μεγάλες πωλήσεις και μεγάλους τζίρους από τις κάρτες κινητής τηλεφωνίας και πλήθος άλλων τηλεφωνικών προϊόντων, όπως τηλεκάρτες και κάρτες προ-πληρωμής τηλεφωνικού χρόνου, που αγόραζαν οι μετανάστες.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ιστορικής εξέλιξης του περιπτέρου από μικρό κιόσκι σε μικρό πολυκατάστημα αποτελεί ένα διαφορετικό και πρωτοποριακό περίπτερο της Αθήνας. Το 1934 ο Γιάννης Γεωργακάς ίδρυσε με έναν συνεταίρο το πρώτο περίπτερο με το όνομα Μινιόν, που λειτούργησε αρχικά στην οδό Σταδίου και μετά στην Αιόλου 104. Την εποχή του Μεσοπολέμου, που τα περίπτερα αρκούνταν στην πώληση των δύο βασικών προϊόντων (καπνός και εφημερίδες), εκείνος κλείνει τις δύο πλαϊνές πτέρυγες του περιπτέρου του και τις μετατρέπει σε βιτρίνες, όπου εκθέτει διάφορα είδη όπως στυλό, γυαλιά, είδη ξυρίσματος, σουγιάδες, ψαλίδια και άλλα, αιφνιδιάζοντας το κοινό. Το εγχείρημα του έμελλε να γίνει ο προπομπός του θρυλικού πολυκαταστήματος Μινιόν της οδού Πατησίων, που άρχισε να λειτουργεί το 1945 και εξελίχθηκε σταδιακά σε μεγάλο πολυκατάστημα, το πρώτο που έβαλε ηλεκτρικές σκάλες και ταμεία με μαγνητική ανάγνωση, με 120.000 είδη, 1.000 άτομα προσωπικό και 6 ορόφους. Ο έκτος όροφος μάλιστα άνοιγε μόνο κάθε Χριστούγεννα και πρωτολανσάρισε τον Άγιο Βασίλη, που ερχόταν με άρμα στο Μινιόν σε μια πρωτοποριακή  μορφή διαφήμισης του καταστήματος. Η προσπάθεια αυτή αντιμετωπίστηκε με αγάπη από τον κόσμο, βόλεψε τις αγοραστικές του συνήθειες και άνοιξε το δρόμο για τη δημιουργία των σύγχρονων πολυκαταστημάτων στην Ελλάδα. Τα ξημερώματα της 19ης Δεκεμβρίου 1980, στη μέση της εορταστικής περιόδου, ένας εμπρησμός από αγνώστους, που δε βρέθηκαν ποτέ, κατέστρεψε το πολυκατάστημα. Από τη φωτιά διασώθηκε μόνο ο σκελετός του κτηρίου, που αποκαταστάθηκε και το κατάστημα επαναλειτούργησε, αλλά το 1983 η επιχείρηση κρατικοποιήθηκε και τελικά χρεοκόπησε και έκλεισε οριστικά το 1998.

 

Μινιόν

Μινιόν

 

Σήμερα στην Ελλάδα λειτουργούν πάνω από 18.000 περίπτερα με τζίρο που ξεπερνά τα 5 δισ. Ευρώ. Από αυτά 5.000-6.000 βρίσκονται σε Αθήνα και Πειραιά, ενώ στις επαρχιακές πόλεις αντιστοιχεί περίπου 1 περίπτερο για κάθε 1.000 κατοίκους, αν υπολογίσουμε ότι στο Άργος των 30.000 κατοίκων υπάρχουν 30 περίπτερα. Το μεικτό κέρδος τους υπολογίζεται στο 9-10% και τα ετήσια μεικτά κέρδη των ελληνικών περιπτέρων αγγίζουν συνολικά τα 500 εκατ. ευρώ. Τα είδη που πουλάνε τα περίπτερα μετά τη δεκαετία του 80 είναι πολλά και οι κωδικοί των προϊόντων τους (έντυπα, ζαχαρώδη προϊόντα, αναψυκτικά, νερά, γάλατα  γιαούρτι, χυμοί, παγωτά κλπ) ξεπερνούν τις 2.500! Σήμερα στα περίπτερα μπορεί να βρει κανείς κάθε είδους σνακς και ζαχαρώδη, μπισκότα και σοκολάτες, ενώ οι εταιρίες τσιγάρων διαθέτουν περισσότερες από 300 μάρκες. Ο χώρος του περιπτέρου είναι πλέον πάρα πολύ μικρός, γι αυτό και επεκτάθηκαν στα πεζοδρόμια, εμπλούτισαν τις προθήκες τους, άλλαξαν τα ωράρια και τους όρους εργασίας. Πολλά από αυτά θυμίζουν μίνι μάρκετ. Κι όμως, οι δικοί του προάγγελοι ήταν τα μικρά καπνοπωλεία, που εμφανίστηκαν αμέσως μετά το 1821 στο Ναύπλιο και αργότερα στην Αθήνα. Και, παρά τις αλλαγές, με δεδομένο ότι ο θεσμός των περιπτέρων ξεπέρασε τα 100 χρόνια ζωής και συνεχίζει να εξελίσσεται, δικαίως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα από το πιο επιτυχημένα κοινωνικά κι επιχειρηματικά εγχειρήματα του ελληνικού κράτους.

Το μόνο πράγμα που δεν άλλαξε, και ελπίζουμε να μην αλλάξει ποτέ, είναι ο ρόλος του περιπτέρου και του περιπτερά στην καθημερινότητά μας. Ο περιπτεράς της γειτονιάς είναι «ο άνθρωπός μας», εκείνος που μας περιμένει ανοικτός μέχρι αργά και τις Κυριακές, ο άνθρωπος που ξέρει το όνομά μας, τα τσιγάρα που καπνίζουμε ή τη μάρκα σοκολάτας που προτιμάμε, εκείνος που θα μας πει την  πρώτη καλημέρα και την τελευταία φιλική καληνύχτα. Ο άνθρωπος που ξέρει τα κουτσομπολιά της γειτονιάς, που θα δώσει πληροφορίες στον ξένο και τον  περαστικό, ο πιστός σύντροφος των απανταχού ξενύχτηδων.  Αυτός είναι ο περιπτεράς μας! Και με βροχή και με κρύο και πρωί και νύχτα, ο περιπτεράς είναι  πάντοτε στις επάλξεις για να μας εξυπηρετήσει. Μια δύσκολη δουλειά με ατελείωτα ωράρια και μεγάλους κινδύνους από κλοπές και ληστείες. Αρκεί να σημειώσουμε ότι σήμερα, το 2013, τα περίπτερα δεν έχουν ύδρευση, μια βρύση για να πλένουν οι περιπτεράδες  τα χέρια τους και κάνουν την ανάγκη τους σε … μπουκάλια, όταν τα γειτονικά μαγαζιά δεν τους επιτρέπουν να χρησιμοποιήσουν την τουαλέτα τους, γιατί συνήθως είναι … στα μαχαίρια, επειδή τους κρύβουν τη θέα ή τους κόβουν την πελατεία. Υπάρχουν βέβαια και πολλά περίπτερα σήμερα, που έχουν κλιματισμό και έναν ωφέλιμο χώρο, που επιτρέπει κάποιες ανέσεις σε σχέση με το παρελθόν.

Περίπτερο στην Ιαπωνία

Περίπτερο στην Ιαπωνία

Μπορεί, βέβαια, το ελληνικό φαινόμενο των περιπτέρων να αποτελεί παγκόσμια πατέντα, αλλά υπάρχουν και χώρες, όπως Ελβετία, Βέλγιο, Ολλανδία, Ουγγαρία και άλλες χώρες της ανατολικής Ευρώπης, που έχουν τα δικά τους περίπτερα. Οι Έλληνες είχαν την ιδέα, οι ξένοι τα εκσυγχρόνισαν και στο εξωτερικό όχι μόνο υπάρχουν περίπτερα, αλλά ορισμένα από αυτά αποτελούν και έργα τέχνης!

Περίπτερο στην Γερμανία

Περίπτερο στην Γερμανία

Μπορεί η ιδέα των επιχειρήσεων αυτού του είδους να είναι ελληνική, ωστόσο οι Ευρωπαίοι πάτησαν πάνω σε αυτή και την ανέπτυξαν, με αποτέλεσμα να παρουσιάζουν εξαιρετικές επιχειρήσεις, οι οποίες προσφέρουν στο κοινό, αλλά και βοηθούν τους ίδιους τους περιπτεράδες να εργάζονται ως άνθρωποι. Από το Βερολίνο μέχρι την Πίζα και από το Κάιρο μέχρι την Ιαπωνία, τα περίπτερα είναι αρκετά και εντυπωσιακά. Περίπτερα που να πουλούν μόνο έντυπα και τσιγάρα έχουν και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως στην Ισπανία, στην Ιταλία, στην Αυστρία.

Το περίπτερο και ο ρόλος του περιπτερά πρέπει να μείνει ζωντανός, γιατί το μέγεθος της προσφοράς του είναι μεγάλο. Από το 1911 που λειτούργησε το πρώτο περίπτερο στην Πανεπιστημίου μέχρι σήμερα, το ελληνικό περίπτερο έχει διανύσει 102 χρόνια ζωντανής ιστορίας άρρηκτα συνδεδεμένης με τις χαρές μας, τις λύπες μας, τις αναμνήσεις μας, τη ζωή μας. Είναι μέρος της ιστορικής μνήμης του λαού και κομμάτι της μνήμης του καθενός από εμάς. Είναι  η παιδικότητά μας, η εφηβεία και η ωριμότητά μας. Μετά από ιστορία εκατό και πλέον χρόνων το περίπτερο φαίνεται ότι, όπως και όλη η χώρα, θα περάσει και αυτό σε μια νέα εποχή. Ευχή και προσδοκία όλων είναι και μετά από 100 χρόνια να τιμάμε άλλον έναν αιώνα ζωής και εξέλιξης των περιπτέρων στην Ελλάδα.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Κάππος  Κ. Θανάσης, «Τα περίπτερα της Αθήνας», Εκδ. Αλήθεια 2010.
  • Κιούσης Γιώργος, Στης τρόικας τον καιρό στενάζουν και τα περίπτερα, εφημερίδα Ελευθεροτυπία.
  • Μανιάτης Δημ., Τα περίπτερα της Αθήνας, εφημερίδα Τα Νέα, 11-1-2011
  • Μπασκόζος  Γιάννης, Από τους αναπήρους πολέμου στις επιχειρήσεις τοτ σήμερα,  εφημερίδα Το Βήμα.
  • Πετρόπουλος Ηλίας, «La kiosque grec» , Παρίσι, 1976.
  • Πλακόπουλος Γιάννης, «Ένας Αιώνας κι Ένας Χρόνος Περίπτερο», επετειακό λεύκωμα.
  • Σελλά Όλγα, Περίπτερα, τα πρώτα μικρά «πολυκαταστήματα» της Αθήνας,  εφημερίδα  Καθημερινή.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »