Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Νικηταράς’

Σχέσεις Νικηταρά με το Άργος 


 

Το πιο κάτω κείμενο αποτελεί  ανακοίνωση προς το Β’ Συνέδριο Αργολικών Σπουδών* από χρέος προς τον Νικηταρά, την οικογένεια Νικηταρά και το Άργος.

                                                                                  

Nikitaras, Lithography by Karl Krazeisen.

Η ιστορία, ο θρύλος και η δράση του Νικηταρά στην Αργολίδα είναι πολύ γνωστά πράγματα και δεν θα ήθελα να αναφερθώ σ’ αυτά, παρόλο πού η επανάληψη τους όχι μόνο δεν κουράζει αλλά, αντίθετα, ευχαριστεί και ενθουσιάζει κάθε ακροατήριο. Θέλω να αναφερθώ σε δυο γεγονότα, όπως αναδύονται μέσα από τα επίσημα γραπτά κείμενα, που βρίσκονται στην κατοχή μου.

Το πρώτο: Ένα κομμάτι της Αργολικής γης, κοντά στα όρια της πόλεως του Άργους προς Ναύπλιο και Νέα Κίο, ένα αγρόκτημα στη θέση Σερεμέτι, έκλεισε μέσα του τους μόχθους και τον ιδρώτα του Νικηταρά για επιβίωση δική του και της οικογένειάς του, συγχρόνως όμως αποτέλεσε γι’ αυτόν πηγή  πικρίας, οικονομικής εξαθλιώσεως και αφορμή αποστάγματος αγνωμοσύνης του επίσημου Κράτους προς τον γενναίο στρατηγό, επιβεβαιώνοντας έτσι την τραγική μοίρα των γενναίων ν’ αμείβονται με αγνωμοσύνη!

Το δεύτερο: Ένα σπίτι στο Άργος, «οδός Νικηταρά 5», που δεν υπάρχει πια, αφού δεν άντεξε στη μάχη με το χρόνο, στέγασε τον γόνο του Τουρκοφάγου, τον Ιωάννη Νικήτα Νικηταρά, που έζησε στο Άργος και ετάφη στο Άργος για να αποκτήση η Αργείτικη γη το προνόμιο να κλείση για πάντα στα σπλάχνα της το γιο του Τουρκοφάγου.

Παρουσιάζοντας τα δυο αυτά γεγονότα, θα προτιμήσω να χρησιμοποιήσω αποσπάσματα από τα γραπτά ντοκουμέντα, περιορίζοντας τις δικές μου προσθήκες μόνο στο απαραίτητο.

  

Το κτήμα στο Σερεμέτι (περιοχή σημερινού εργοστάσιου Πελάργου)  


  

Τα γραπτά επίσημα κείμενα που έχω στα χέρια μου και θα χρησιμοποιήσω είναι:

α) Αναφορά του Νικηταρά προς το βασιλέα Όθωνα με ημερομηνία 24 Οκτωβρίου 1841.

β) Εισηγητική Έκθεση «Προς την Βουλήν» του τότε Υπουργού Οικονομικών Λ. Ι. Κρεστενίτη με ημερομηνία 25 Ιουνίου 1849.

γ) Αναφορά Νικηταρά προς την Γερουσία και την Βουλή.

δ) Απόφαση συνταξιοδοτήσεως Αγγελικής χήρας Νικήτα Σταματελοπούλου. 

Γράφει στην αναφορά του προς τον Όθωνα ο Νικηταράς, για το κτήμα στο Σερεμέτι:

Μεγαλειότατε,

Είς διαφόρους περιστάσεις και εποχάς έκαμα γνωστόν είς την Υμετέραν Μεγαλειότητα ότι δι’ αδείας της υπό της αισίας ελεύσεως της Ελληνικής Κυβερνήσεως, μοι παρεχωρήθησαν όλες οι εντός της κατά την Αργολίδα θέσεως  Σερεμέτι εθνικές γαίες, χέρσας δε ούσας, και καταπλακωμένας υπό των υδάτων.

Ηγωνίσθην, εξόδευσα, ό,τι εντίμως απελάμβανα, απεξήρανα τάς γαίας αυτάς και εγεώργησα ικανόν μέρος αυτών, ενήργησα φυτείας, αυταί δε κατεστράφησαν εκ των ώδε ανωμαλιών, επανέλαβα μετά ταύτα τας γεωργικάς εργασίας, δια να δυνηθώ να πραγματοποιήσω τον οποίον η Κυβέρνησις προέθετο σκοπόν, του να εξασφαλίση πόρον ζωής είς την πολυάριθμον οικογένειαν γηραιού στρατιωτικού, όστις τίποτε άλλο δεν απήτησε πώποτε.

Μετά την σύστασιν του ιπποφορβείου, μου αφηρέθησαν αι γαίαι αυταί, μοι αφέθη όμως μέρος αυτών κατά το τοπογραφικόν σχέδιο του αρχηγού του πυροβολικού. Τούτο συνέβη μεταξύ των ετών 1836 και 1837. Έκτοτε ασχολούμαι με την βελτίωσιν της καλλιεργείας των οποίων μοι αφέθησαν γαιών, αλλ’ επέπρωτο ίσως καθ’ ήν στιγμήν χαίρω τα αποτελέσματα της δικαιοσύνης της Υ. Μ. να ιδώ να αφαιρούν από εμέ γη ως είρηται αφεθείσαν είς την κατοχήν μου γαίας του Σερεμετίου, και να μάθω ότι ικανόν μέρος αυτών εξετέθη προ καιρού είς δημοπρασίαν.

Ο Νικηταράς δεν είχε δικούς του πόρους, δεν είχε δικά του χρήματα για να καλλιεργήση τη χέρσα γη που του παραχωρήθηκε για εκμετάλλευση και που μόνο « κατ΄ευφημισμόν»  μπορούσε να χαρακτηρισθή «κτήμα» με την σημερινή έννοια καλλιεργησίμου και ευφόρου αξιολόγου εδάφους.

Δανείστηκε λοιπόν για να κάνη καλλιεργήσιμο το κτήμα. Δανείστηκε για φτιάξη το σπίτι του. Δανείστηκε ακόμα και κατά την εποχή του Αγώνα για να συντηρή τους στρατιώτες του. Και οι τόκοι από τα χρέη τον έπνιξαν. Ιδού είς ένδειξιν δικαιολογημένης διαμαρτυρίας πως περιγράφει ο ίδιος αυτήν την κατάστασή του στην αναφορά του στη Γερουσία και την Βουλή: 

…Ως εκ τούτου κατεδαπάνησα είς αυτό πολλά είς καλλιέργειαν, οικοδομήσας οίκους, ανοίξας χάνδακας, εμφυτεύσας αμπελώνας, δένδρα και λοιπά· προς τούτοις δε και όσα εργάσιμα, ζώα και άλλα χρήματα. Αλλ’ η Αντιβασιλεία αυθαιρέτως και αυτογνωμόνως με αφήρεσεν το πλείστον μέρος αυτού· αλλά και σύρουσά με είς τας καθύγρους φυλακάς· εν αυτή τη φυλακή με κατηνάγκασε η να οικοδομήσω την έν Ναυπλίω οικίαν μου ή να την πουλήσω και ούτω με εξέθεσεν εις πολλά δυστυχήματα· διότι αναγκασθείς να εμπιστευτώ εις ξένους την φροντίδα της οικοδομής και υποπεσών είς σφετερισμούς και τόκους, αντί 30 ή 35 χιλιάδων δραχμών δαπάνης ή οικοδομή ανέβη είς 79.775, την ακρίβειαν των οποίων βλέπετε εις επισυναπτόμενον ενταύθα κατάλογον.

 Αναγκασθείς εκ τούτω να δανεισθώ εσχάτως 20.000 δρχ. από την Τράπεζαν, αδύνατο να πληρώνω το χρεώλυστρον και το μέλλον απειλεί τα χειρότερα· και δια να γνωρίζετε κάλλιον την αλήθεια σας επισυνάπτω δεύτερον ονομαστικόν κατάλογον των όσων κατά τον Αγώνα εδανείσθην δια να οικονομώ  εν μέρει τους υπ’ εμού στρατιώτας και δια τα οποία σήμερον σύρομαι καθ’ εκάστην εις τα δικαστήρια και πληρώνω ως αν έμελλον να υποβάλλωμαι δια τον πατριωτισμόν  μου  (συγχωρήσατέ με να το ειπώ) αιωνίως είς πρόστιμα.

…………………………………………………………………………………………………………………………………

 Ακολούθως δε ό,τι αποφασισθή και εγώ βέβαια υπάγομαι είς την εθνικήν θέλησιν και απόφασιν.

Την οικτρά αυτήν κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει ο γενναίος στρατηγός, περιγράφει και ο τότε Υπουργός Οικονομικών Λ. Ι. Κρεστενίτης, εξαίροντας συγχρόνως και την αφιλοχρηματία του Νικηταρά,

Εν τούτοις, Κύριοι, ο συμπολίτης μας ούτος, κεκμηκώς εκ των κακουχιών του πολέμου και των περιπετειών της τύχης, κατελήφθη υπό πολλών σωματικών ασθενειών και ήδη κείται ελεεινόν θέαμα προ των οφθαλμών της οικογενείας και οικείων του, προ των οφθαλμών του Έθνους ολοκλήρου. Ο ανήρ ούτος, όστις εκ μόνων των προ των ποδών αυτού πεσόντων λαφύρων ηδύνατο να κατασταθή βαθύπλουτος, υπήχθη είς χρέη υπέρογκα εν καιρώ του πολέμου και μετά ταύτα και ήδη ούδ’ η μικρά αυτού περιουσία, αν εκποιηθή, είναι αρκετή να αποσβέση μέρος του χρέους του, ούδ’ η πρόσοδος ταύτης, και αυτός ο μισθός του δύνανται να εξαρκέσωσιν είς μόνον των τόκων την απότισιν και ως εκ τούτου η ζωή του κατέστη βίος αβίωτος, η δε θλίψις, ήτις κατακυριεύει την καρδίαν του, ωθεί αυτόν με βήμα ταχύ προς τον τάφον.

Για να μη δημιουργηθούν πλανημένες εντυπώσεις, ότι η παραχώρηση του κτήματος του Σερεμέτι αποτελούσε δωρεά προς τον Νικηταρά και για να αποδειχθή, αντίθετα, ότι το κράτος χρωστούσε  χρήματα στον γενναίο στρατηγό, παραπεμπόμεθα στα παρακάτω από το ίδιο έγγραφο του Υπουργού Λ. Ι. Κρεστενίτη, στην Εισηγητική του Έκθεση «Προς την Βουλήν»:

Η παραχώρησις αύτη, συγχωρήσατέ μοι, Κύριοι, να παρατηρήσω, ότι δεν φέρει χαρακτήρα δωρεάς, καθ’ όσον το αντίτιμον αυτής θέλει συμψηφισθή εν καιρώ με όσα έχει λαμβάνειν ο υποστράτηγος Νικήτας δια μισθούς και έξοδα του πολέμου· αλλά και ως δωρεά εάν ήθελε προταθή, η θυσία μεγάλη δεν ήθελεν είσθαι· πρώτον, διότι και άλλοι επίσημοι άνδρες του Αγώνος έλαβον ανωτέρας αξίας κτήματα, άλλοι μεν υπό τον όρον του συμψηφισμού, και άλλοι δωρεάν· δεύτερον, διότι απέναντι των ανδραγαθημάτων του πατριωτισμού και της αυταπαρνήσεως του Νικήτα δεν δύναται να θεωρηθή μεγάλη δια το Έθνος η θυσία.

Τελικά, μετά τον θάνατο του Νικηταρά και παρά τις γραπτές εντολές της Κυβερνήσεως για αναστολή διώξεως λόγω χρεών, η οικογένεια του ενδόξου στρατηγού δεν μπόρεσε να αντέξη στο βάρος των χρεών και το κτήμα εκποιήθηκε.

  

Ο γιός του Νικηταρά στο Άργος – Ιωάννης Νικήτα Νικηταράς


  

Ο Ιωάννης Νικήτα Νικηταράς, ο γιος του Τουρκοφάγου είναι αξιοπρόσεκτο ότι δεν ονομάζεται Σταματελόπουλος, αλλά επίσημα Νικηταράς. Ήταν ηλικίας 20 χρονών, όταν πέθανε ο στρατηγός πατέρας του, όπως προκύπτει από το πρωτότυπο έγγραφον, την απόφασι συνταξιοδοτήσεως της  « Αγγελικής χήρας μετά του Ιωάννου 20ετούς ορφανού του ποτέ στρατηγού της φάλαγγος Νικήτα Σταματελοπούλου». Η σύνταξη αυτή χορηγήθηκε από τις 26 Αυγούστου 1854 και ήταν ίση προς 111 δραχμές.

Ο Ιωάννης Νικήτα Νικηταράς παντρεύτηκε μια Αργειτοπούλα, την πανέμορφη Βασιλική, το γένος Τσίπη. Έζησε στο Άργος και κατοικία του ήταν, όπως αναφέρθηκε στην αρχή, η μη υπάρχουσα πλέον παλαιά οικία της οδού Νικηταρά 5, που απετέλεσε άλλωστε και την αιτία της ονομασίας «οδός Νικηταρά».

Ο Ιωάννης δεν απέκτησε παιδιά. Πέθανε σχετικά νέος, 60 ετών, στις 9 Ιανουαρίου 1895 και ετάφη στο Άργος, στο Κοιμητήρι της Κοιμήσεως Θεοτόκου (Παναγίας), σε υπόγειο θολωτό τάφο με μαρμάρινη επιτύμβια πλάκα, που φέρει καλαίσθητο σκάλισμα, και σώζεται και υπάρχει έως σήμερα. Η σύζυγος του Βασιλική πέθανε υπεραιωνόβιος, πολύ αργότερα, κατά το έτος 1942, ετάφη στον ίδιο τάφο και οι παλαιότεροι συμπολίτες μας την θυμούνται.

Ο Ιωάννης Ν. Νικηταράς  ήταν ταγματάρχης. Όπως προκύπτει  από μία αναφορά του, που έχουμε στα χέρια μας, με ημερομηνία «Εν Άργει τη 3 Ιανουαρίου 1873 και αριθ. Πρωτ. 44 του 4ου Τάγματος Ευζώνων ήταν κατά την χρονολογία αυτή Υπολοχαγός του Ευζωνικού αυτού Τάγματος. Την αναφορά του αυτή υπογράφει με το επώνυμο «Νικηταράς» και όχι «Σταματελόπουλος».

Σύμφωνα προς αφηγήσεις της Βασιλικής Ιωάννου Ν. Νικηταρά προς παλαιοτέρους Αργείτες, το ζεύγος αποτελούσε κόσμημα για την πόλη του Άργους και εζωντάνευε την μνήμη του γενναίου Νικηταρά. Στα χέρια της Βασιλικής απέμεινε το αρχείο του στρατηγού, από το οποίον έφθασε στα χέρια μου μικρόν τμήμα, από όπου αντλώ για την παρούσα ανακοίνωση, ενώ το μεγαλύτερο τμήμα παρεδόθη από τον πατέρα μου στον γνωστόν λόγιον Αργείτη δικηγόρο και ιστορικόν ερευνητή Δημ. Βαρδουνιώτη, ο οποίος επρόκειτο να λάβει πληροφορίες για την Ιστορία του Άργους.

Μικρό τμήμα από το σύνολο του αρχείου επεστράφη τμηματικά στον πατέρα μου, αλλά το μεγαλύτερο τμήμα παρέμεινε στα χέρια του Δ. Βαρδουνιώτη, για να συνεχίση την αναζήτηση ιστορικών ειδήσεων. Πιθανολογώ ότι ένα μέρος του αρχείου αυτού «πέρασε» στο αρχείο Τσώκρη – Νικηταρά· ενώ ένα άλλο μέρος του πρέπει να χρησιμοποιήθηκε από συμπολίτη μας, που παλαιότερα ιστοριογραφούσε  σχετικά με τον Νικηταρά σε τοπικήν εφημερίδα του Άργους.

  

Επίλογος


  

Νικήτας Σταματελόπουλος, ο Τουρκολεκιώτης, υπήρξε ασφαλώς μια αγνή και σπουδαία μορφή του Αγώνος. Χωρίς να έχη ιδιαιτέρους δεσμούς με το Άργος, η μοίρα ηθέλησε να συνδεθή στενά με την πόλη μας, όπου για όσους μπορούν να το νιώσουν αντηχεί η ζωηρή φωνή του. Αυτήν την υπερήφανη φωνή προσεπάθησα με την σύντομη ανακοίνωσή μου να μεταφέρω σ’ αυτήν την αίθουσα μέσ’ από τα ίδια του ήρωα κείμενα.

Ζητώ την συγκατάθεση του Συνεδρίου να προτείνω στον «Δαναό» και στον Δήμο Άργους, να στήσουν ένα άξιον του ανδρός πνευματικό μνημείο, αφιερώνοντας ένα χωριστό τόμο στον Νικηταρά, που να περιλαμβάνη μαζί με τα έγγραφα του αρχείου του (τα εις χείρας μου στην διάθεσή τους) και τα Απομνημονεύματά του σε νέα έκδοση.

Τέλος, ας τερματισθή η ανακοίνωσή μου με τα λόγια του Λυκούργου Κρεστενίτη, παρμένα από το από 25.6.1849 έγγραφό του προς την Βουλήν των Ελλήνων:

Το όνομα του Νικήτα και το διά της σπάθης αυτού αποδοθέν είς τον ίδιον (του Τουρκοφάγου) τις δύναται να αρνηθή ότι δεν ήχησε καθ’ όλην την Ευρώπην και την Ασίαν, προφερόμενον εισέτι με σέβας και θαυμασμόν παρά πάντων; Τις δύναται να αμφιβάλη ότι ο βίος του Νικήτα θέλει καλύψει πολλάς της ιστορίας σελίδας και θέλει στολίσει αυτήν με τα ανδραγαθήματα του ήρωος τούτου, τα οποία εις τας επερχομένας γενεάς θέλουν χρησιμεύσει ώς τύπος και παραδειγματισμός του ακραιφνούς πατριωτισμού και του ηρωϊσμού, όστις αναβιβάζει τον πολίτην στρατιώτην είς την εύκλειαν της αληθούς δόξης;

Η εικών του Νικήτα, ζώντος έτι αυτού, ανήρτηται και εν Ελλάδι και εν τη αλλοδαπή μεταξύ εκείνων των μεγάλων ανδρών· μετά θάνατον δε η  προτομή αυτού θέλει κατασταθή σεβαστόν μνημείον είς πάντα τόπον.

Οι ξένοι περιηγηταί ασπάζονται σήμερον με σέβας τον Νικήταν, αλλά μετά θάνατον και ξένοι και ομογενείς, διαβαίνοντας εκ των Δερβενακίων θέλουν χαιρετά με δάκρυα το ηρώον του Νικήτα, ως σήμερον το του Μιλτιάδου τρόπαιον.

Ιωάννης. Π. Χιωτακάκος

Μηχανολόγος – Ηλεκτρολόγος

 

      * Το Β΄ Τοπικό Συνέδριο Αργολικών Σπουδών, πραγματοποιήθηκε στο Άργος από 30 Μαΐου έως την 1η  Ιουνίου του 1986, στην αίθουσα του Συλλόγου Αργείων ο «Δαναός». 

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Τζώρτζ Τζάρβις ( George Jarvis)

 

 

 

Ο πρώτος αμερικανικής καταγωγής φιλέλληνας. Γεννήθηκε στην Αλτόνα της Γερμανίας, από πατέρα Αμερικανό. Έφτασε στην Ύδρα στις 3 του Απρίλη του 1822. Αρχικά πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως πολιτικός σύμβουλος του Μαυροκορδάτου και κατόπιν του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Στη μάχη του Φαλήρου πολέμησε δίπλα στον Γ. Καραϊσκάκη και τον Νικηταρά.

 

Ο Τζάρβις ερχόμενος στην Ελλάδα, υιοθέτησε τον τρόπο ζωής των ντόπιων αγωνιστών. Φόρεσε φουστανέλα, ξόδεψε όλα τα χρήματά του, έμαθε ελληνικά και γενικά μοιράστηκε τον δύσκολο τρόπο της ζωής των Ελλήνων. Οι συναγωνιστές του τον δέχτηκαν κοντά τους με αγάπη. Γι᾽  αυτούς ήταν ο «Καπετάν Γιώργης ο Αμερικάνος».

 

Πέθανε στο Άργος στις 11 Αυγούστου του 1828 σε ηλικία 31 χρονών και ενταφιάστηκε, όπως πιστεύεται, στο προαύλιο του Αγιάννη. Πολλά ειπώθηκαν για την αιτία θανάτου του. Η «Γενική Εφημερίδα» αφού έγραψε ότι κηδεύτηκε με τιμές αντιστράτηγου αναφέρθηκε γενικά σε « ασθένεια» χωρίς περισσότερα στοιχεία. Κάποιοι μίλησαν για τέτανο, άλλοι για « πυρετούς, εξ᾽ ών τόσοι φιλέλληνες έπαθον διαρκούντος του αγώνος»  και ο Χρ. Λάζος αναφέρει ως αιτία θανάτου του τον τύφο.

 

Εκείνο που έχει σημασία είναι η θυσία του στον αγώνα του ᾽21, η αγάπη του για τους Έλληνες με τους οποίους συγχρωτίστηκε απόλυτα και η σεμνότητα του. Δύο χρόνια μετά τον θάνατο του οι συγγενείς του θέλησαν να διαθέσουν την όποια περιουσία του. Ως προϋπόθεση όμως έθεσαν την τακτοποίηση οιασδήποτε οικονομικής εκκρεμότητας του Τζάρβις.  Γι᾽ αυτό τον λόγο δημοσίευσαν ανακοίνωση στον τύπο και καλούσαν όποιον είχε κάποια απαίτηση να παρουσιασθεί στον « διορισμένο διαιτητή δια λογαριασμόν του μακαρίτου» προσκομίζοντας και τις σχετικές αποδείξεις.

 

Η συμπεριφορά των συγγενών του αποδεικνύει το μεγαλείο της ψυχής, την τιμιότητα και το ήθος της οικογένειας, της οποίας μέλος υπήρξε ο Τζώρτζ Τζάρβις, ένας άνθρωπος που θυσίασε χρήματα και ζωή στον αγώνα της Ανεξαρτησίας.

 

 

 

Πηγή

 

  • Βασίλης Κ. Δωροβίνης, « Τρεις Φιλέλληνες στην Αργολίδα. Νέα και ανέκδοτα στοιχεία για τους Τζώρτζ Τζάρβις, Πέτρο Μπελλίνο και Μπονιφάτσιο Μποναφίν», Σελ. 155-160, Ανάτυπον από τα «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», Τόμος ΙΙΙ ( 1998), Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.

Read Full Post »

Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ο Τουρκοφάγος (1782-1849)

 

 

Νικηταρά –Νικηταρά

Πού ᾽χεις στα πόδια σου φτερά

και στην καρδιά ατσάλι.

 

 

Νικήτας, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Ο Νικηταράς ήταν Αρκάς. Γεννήθηκε στο χωριό Τουρκολέκα της Μεγαλόπολης το 1782 και πατέρας του ήταν ο κλέφτης Σταματέλος Τουρκολέκας. Η μητέρα του Σοφία Καρούτσου ήταν αδελφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο Νικηταράς λοιπόν ήταν ανιψιός του Γέρου του Μωριά. Κατά μία άλλη εκδοχή, ο Νικηταράς γεννήθηκε το 1784 στο χωριό Νέδουσα Μεσσηνίας, ένα μικρό χωριό στους πρόποδες του Ταΰγετου, προς την μεριά του Μιστρά, 25 περίπου χιλιόμετρα από την Καλαμάτα. Έτσι κι αλλιώς, τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο χωριό του πατέρα του, στο χωριό Τουρκολέκα του Δήμου Φαλαισίας της επαρχίας Μεγαλουπόλεως, του Νομού Αρκαδίας. Εντεκάχρονος, βγήκε στο αρματολίκι ακολουθώντας τον πατέρα του. Αργότερα εντάχθηκε στο «μπουλούκι» του περίφημου κλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη. Κοντά του έμαθε τα μυστικά της πολεμικής τέχνης, ξεχωρίζοντας για την ανδρεία και την ευρωστία του. Ήταν ψηλός, μελαχρινός, πρώτος στο πήδημα και γρήγορος στο τρέξιμο. Η αλληλοεκτίμηση και η φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ του Καπετάνιου και του Νικηταρά, οδήγησαν τελικά στον γάμο του  με την κόρη του Ζαχαριά, την  Αγγελίνα. Το 1805, στο μεγάλο διωγμό των κλεφταρματολών, ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους και ο Νικηταράς ακολούθησε τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στην Ζάκυνθο. Έκτοτε,  δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Την αφοσίωση του Νικηταρά προς τον θείο του ο λαός την είπε με δύο λόγια. « Μπροστά πηγαίνει ο Νικηταράς και πίσω ο Κολοκοτρώνης»  αλλά και θέλοντας να τονίσουν την στενή και άρρηκτη σχέση των δύο ανδρών έλεγαν: « Η κεφαλή ήτο του Κολοκοτρώνη και η χειρ του Νικηταρά ».

 

Εκείνο τον καιρό τα Επτάνησα τα εξουσίαζαν οι Ρώσοι. O Νικηταράς εντάχθηκε στο ρωσικό στρατό και με το τάγμα του πολέμησε εναντίον του Ναπολέοντα στην Ιταλία. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Ζάκυνθο και υπηρέτησε αυτή την φορά τους Γάλλους, που στο μεταξύ είχαν καταλάβει το νησί με την συνθήκη του Τίλσιτ. Στις 18 του Οκτώβρη του 1818  – ενώ βρισκόταν στην Καλαμάτα – μυήθηκε στη Φιλική εταιρεία από τον Ηλία Χρυσοσπάθη. Με συντροφιά τον Αναγνωσταρά και αργότερα τον Δ. Πλαπούτα, περιόδευσε την Πελοπόννησο κατηχώντας πολλούς στο μεγάλο μυστικό και ετοιμάζοντας τον λαό για τον επερχόμενο ξεσηκωμό.  Με την έκρηξη της επανάστασης, μαζί με τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και άλλους οπλαρχηγούς μπήκε στην Καλαμάτα, στις 23 του Μάρτη του 1821. Είχε ενστερνισθεί βαθιά τις απόψεις και τα σχέδια του θείου του και πήρε μέρος σε όλες τις επιχειρήσεις για την κατάληψη της Τρίπολης που τότε ήταν το Διοικητικό κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο. Στις 12-13 του Μάη επικεφαλής 800 ανδρών συμμετείχε στην νικηφόρα μάχη στο Βαλτέτσι. Αμέσως μετά και ενώ κατευθυνόταν προς το Ναύπλιο με 200 μόλις άντρες, προέκυψε η ανάγκη να αντιμετωπίσει στα Δολιανά, ισχυρή Τουρκική δύναμη 6.000 ανδρών υπό τον Κεχαγιάμπεη, υποστηριζόμενη και από πυροβόλα. Ήταν 18 του Μάη του 1821. Εκεί απέδειξε στο έπακρο τον ηρωισμό του και την σπάνια στρατιωτική του αρετή και ικανότητα. Κατάφερε να τους προξενήσει τεράστια  καταστροφή και σχεδόν να τους αποδεκατίσει.

 

Έντρομοι οι Τούρκοι σκορπίστηκαν στις γύρω ρεματιές για να γλυτώσουν, εγκαταλείποντας τα ζώα και τα πυροβόλα τους στα χέρια των Ελλήνων. Ο Νικηταράς, βλέποντας τους να φεύγουν τους φώναζε : « Σταθήτε Πέρσαι να πολεμήσωμε» και μάλιστα τους αποκαλούσε Περσιάνους. Αν στη μάχη στο Βαλτέτσι διακρίθηκε για την ανδρεία του, στην μάχη των Δολιανών, η ιστορία τον πήρε στα φτερά της. Οι επευφημίες των συντρόφων του έφτασαν ίσαμε τα ουράνια και για πρώτη φορά, βγαλμένο απ᾽τις καρδιές των συναγωνιστών του, ακούστηκε το παρατσούκλι που θα τον συνόδευε σε όλη του την ζωή. Με αυτό πέρασε στην ιστορία. Με αυτό έμεινε στη συνείδηση και την ψυχή των Ελλήνων.

 

 

Στρατηγός Νικηταράς ο Τουρκοφάγος

 

 

Με τις μάχες των Δολιανών και των Βερβένων, προξενήθηκαν ιδιαίτερα σοβαρές ζημιές στους Τούρκους – που αναγκάστηκαν να κλειστούν στην Τρίπολη- ξανάδωσαν κουράγιο  στους ξεσηκωμένους ραγιάδες, και προετοίμασαν το κλίμα για την άλωση της πρωτεύουσας του Μωριά, που πραγματοποιήθηκε στις 23 Σεπτέμβρη 1821, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμη φορά, την στρατηγική του Κολοκοτρώνη. Στα Δολιανά, τον Νικηταρά τον αγάπησαν. Τον έκαναν δικό τους. Τον δέχτηκαν ως δικό τους ήρωα. Τον τίμησαν και τον τιμούν με κάθε τρόπο. Στο προαύλιο του Αγιώργη, πολιούχου του χωριού, έχει στηθεί αναμνηστική στήλη, αφιέρωμα των απανταχού Δολιανιτών. Στον τόπο που έγινε η μάχη, στην χαράδρα του Τσάκωνα, απέναντι από τα σπίτια του Χριστοφύλη όπου είχαν ταμπουρωθεί ο Νικηταράς και ο Καραμήτρος, δημιουργήθηκε πλατεία με το όνομα του και στήθηκε η προτομή του. Ακόμη, η γιορτή της επετείου, αποτελεί λόγο και αιτία συνάθροισης των απανταχού Δολιανιτών, των Τουρκολεκιωτών και των άλλων Συνελλήνων που επισκέπτονται το χωριό για να αποτίσουν φόρο τιμής στον ήρωα αλλά και όλους, όσοι έδωσαν το αίμα τους για την λευτεριά αυτού του Βράχου του Κόσμου.

 

Αφού πέρασε λίγος καιρός από τις δίδυμες μάχες, ο Κολοκοτρώνης τον έστειλε επικεφαλής της δύναμης που πολιορκούσε το Ναύπλιο. Από εκεί έφυγε για την Ανατολική Στερεά. Οι επαναστατημένοι Αθηναίοι τον εξέλεξαν αρχηγό τους. Οι Μαυρομιχαλαίοι όμως δυσφόρησαν για την ενέργεια αυτή των Αθηναίων. Ο Νικηταράς – που δεν ήθελε να δημιουργεί προβλήματα και έριδες – έφυγε για την Λειβαδιά. Βοήθησε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στην προσπάθεια του να ανακαταλάβει την πόλη. Υπήρξε τόσο δυνατή η αδελφική φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ των δύο ανδρών, ώστε έσμιξαν το αίμα τους κι έγιναν αδελφοποιητοί, σταυραδέρφια.

 

Κατόπιν, επέστρεψε στην Πελοπόννησο για να βοηθήσει τον Κολοκοτρώνη στην συνεχιζόμενη πολιορκία της Τρίπολης. Όταν η πόλη έπεσε (23/09/1821) οι Έλληνες την λαφυραγώγησαν και μοίρασαν τα λάφυρα. Μεταξύ των ελάχιστων που αρνήθηκαν να πάρουν μέρος στην διανομή ήταν και ο Νικηταράς.

 

Όλη του η ζωή ένας αγώνας. Μάχη στην μάχη. Δεν ήξερε και δεν ήθελε να ξαποσταίνει. Τον Δεκέμβρη του ᾽21 τον βρίσκουμε να πολιορκεί το Ναύπλιο. Η πολιορκία αυτή υπήρξε ατυχής και μάλιστα κινδύνευσε σοβαρά να αιχμαλωτισθεί από τους Τούρκους. Τον Απρίλη του ᾽22 με 700 παλικάρια παίρνει μέρος στην μάχη της Στυλίδας και της Αγίας Μαρίνας στο πλευρό του Ανδρούτσου. Η κορυφαία μετά τα Δολιανά στιγμή  της ζωής του έφτασε. Η Τουρκία απαλλαγμένη από τον Αλή πασά και τους όποια εσωτερικά της προβλήματα, πήρε την απόφαση να συντρίψει κάθε αντίσταση στην Πελοπόννησο.

 

Αρχηγός αυτής της πανστρατιάς ορίστηκε ο Χουρσήτ πασάς. Έξυπνος στρατηλάτης, ανδρείος αλλά άγριος και ωμός. Ο Χουρσήτ μισούσε τους Έλληνες, και περισσότερο τους Πελοποννήσιους, γιατί στην άλωση της Τρίπολης κατάσχεσαν τους θησαυρούς του και αιχμαλώτισαν τις γυναίκες του. Εκατό και πλέον πλοία ήταν έτοιμα να λάβουν μέρος στην εκστρατεία. Στον ισχυρό αυτό στόλο συμμετείχαν Τουρκικά πλοία αλλά και από την Αλγερία, την Τύνιδα και την Αίγυπτο.

 

Την τελευταία στιγμή – πιθανόν λόγω κάποιας μυστικής συκοφάντησης εκ μέρους των αντιπάλων του – ο Χουρσήτ αντικαταστάθηκε και  η αρχηγία δόθηκε στον Μαχμούτ πασά, τον γνωστό μας Δράμαλη.  Ο Δράμαλης είχε αρκετά θετικά αλλά και αρνητικά χαρακτηριστικά. Ενώ είχε ευγενική καταγωγή, ήταν νέος, ακμαίος, ωραίος, πλούσιος και ριψοκίνδυνος παράλληλα ήταν αλαζόνας, καυχησιάρης, ματαιόδοξος  και ανόητος. Κυρίως όμως φιλοχρήματος. Απόδειξη αυτής της αδυναμίας του αποτελεί το γεγονός της Ακροκορίνθου. Όταν ανακάλυψε τον θησαυρό του Κιαμήλ πασά, με ιδιαίτερη απληστία και χωρίς κανένα ενδοιασμό τον  καταχράστηκε, παίρνοντας συγχρόνως ως σύζυγο του την ωραιότατη χήρα του Κιαμήλ.

 

Στα τέλη του Ιούνη του 1822, το στράτευμα κίνησε για την Πελοπόννησο. Τριάντα χιλιάδες ήταν οι άνδρες που συγκεντρώθηκαν στην Λάρισα. Ισχυρό πυροβολικό, είκοσι χιλιάδες πολεμικά άλογα, τριάντα χιλιάδες μεταγωγικά άλογα και μουλάρια, και πεντακόσιες καμήλες. Μπροστά πήγαιναν οι Δερβίσηδες και οι ιμάμηδες που με στεντόρειες  φωνές απήγγειλαν κείμενα του Κορανίου, ενώ άλλοι τραγουδούσαν θρησκευτικά τραγούδια και πολεμικούς θούριους. Ακολουθούσαν οι πολεμιστές και πολλοί υπάλληλοι, αστρολόγοι, νεκρομάντεις, θαυματοποιοί, πωλητές καπνού, οπίου, ποτοπώλες, υπηρέτες, αργυραμοιβοί, δήμιοι κ.α.

 

Όπου περνούσε αυτός ο συρφετός άφηνε αποκαΐδια κι ερημιά. Ο σουλτάνος πανηγύριζε για τις καταστροφές που προκαλούσε στο διάβα του ο Δράμαλης. Μάλιστα, όταν έφτασε στα Γεράνεια όρη, ανέβηκε στην θέση που λέγεται «αέρες» και μεθυσμένος από χαρά και ικανοποίηση για την επιτυχία του, άρχισε να μοιράζει στους αξιωματούχους του τις επαρχίες της Πελοποννήσου.  Στις 5 του Ιούλη, η στρατιά πέρασε τον Ισθμό. Κατέλαβε χωρίς καμιά αντίσταση την Κόρινθο και προχώρησε στην Αργολίδα, περνώντας από τα Δερβενάκια. Η αλαζονεία του τον τύφλωνε. Ούτε για μια στιγμή δεν πέρασε από το νου του ότι πίσω του έκλειναν οι πόρτες.

 

Ότι « εκλείσθησαν αι πύλαι» όχι μόνο της στρατιωτικής του πορείας αλλά γενικότερα ολόκληρης της ύπαρξης του.

 

Ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης στο βιβλίο του « Η καταστροφή του Δράμαλη» εξιστορεί μοναδικά και λεπτομερειακά, όλα όσα διαδραματίστηκαν στην Αργολίδα. Η θέση των Τούρκων είχε καταντήσει δεινή. Ο στρατός υπέφερε από την πείνα και την δίψα. Την οδυνηρή αυτή κατάσταση επιβάρυναν ακόμη περισσότερο, απρόβλεπτες ασθένειες και επιδημίες. Ο Δράμαλης αναγκάστηκε να πάρει την πικρή και μοιραία  απόφαση. Έδωσε την εντολή να γυρίσει η στρατιά στην Κόρινθο. Λογάριασε όμως με σύμβουλο του την ανάγκη. Λησμόνησε   τον Κολοκοτρώνη.

 

« Και περί τον όρθρον της 26 Ιουλίου εξεκίνησαν εξ Άργους πανστρατιά, διευθυνόμενοι προς το στενόν του Δερβενακίου, δι᾽ου είχον εισβάλει πρό τινων ημερών εις την Αργολίδα. Ώδευον, διηρημένοι εις δύο φάλαγγας (κολώνας). Ένεκα δε της πληθύος των στρατευμάτων και των κτηνών, εφαίνοντο μακρόθεν, ως παμμεγίστη μελανή νεφέλη, επισκιάζουσα την πεδιάδα όλην». (Η καταστροφή του Δράμαλη. σελ.139).  

 

Ο Νικηταράς ήταν κι εδώ παρών. Αρχικά συμμετείχε στην απόκρουση των Τούρκων στα Δερβενάκια, όπου διέλυσε την εκεί φρουρά. Κατόπιν, ανέβηκε στον Άγιο Σώστη και ταμπουρώθηκε στα στενά της χαράδρας. Με την θέση που επέλεξε και τον ηρωισμό του, κατάφερε να συντρίψει μεγάλο μέρος του στρατού που οπισθοχωρούσε. Οι Τούρκοι άφησαν εκεί περισσότερους από 3.000 νεκρούς. Μετά δύο μέρες επαναλαμβάνει τον άθλο του στη μάχη που έγινε στο Αγιονόρι. Εξολόθρευσε στην κυριολεξία το τμήμα των Τούρκων που επεχείρησε να περάσει από εκεί. Οι Τούρκοι μέσα στη σύγχυση και τον πανικό τους άφησαν πίσω τους πάνω από 600 νεκρούς. Η συμβολή του Νικηταρά και αυτή την φορά υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική και αποφασιστική. Ο Δράμαλης – σε πλήρη απόγνωση –  κατάφερε να ανέβει σ᾽ ένα γάιδαρο για να μπορέσει να φτάσει στην Κόρινθο. Αλλά και ο γάιδαρος μέσα στην αντάρα σκοτώθηκε. Ο Δράμαλης πεζός, έφτασε στην Κόρινθο εξουθενωμένος, ρακένδυτος και χωρίς σαρίκι. Ο εγωισμός και η περηφάνια του πληγώθηκαν αγιάτρευτα. Ποτέ δεν ξεπέρασε την ντροπή των Δερβενακίων. Έπεσε σε βαριά μελαγχολία. Αδύναμος και ταλαιπωρημένος αρρώστησε από πνευμονία η οποία τελικά τον οδήγησε στον θάνατο, ανήμερα της γιορτής του Αγίου Δημητρίου του 1822.

 

 

 

Εν τω μεταξύ:

 

Μετά την μάχη στα Δερβενάκια, συγκεντρώθηκαν τα λάφυρα σε τεράστιους σωρούς. Αξιωματικοί και στρατιώτες μαζεύτηκαν για την μοιρασιά. Κάποιοι πρόσεξαν πως ένας συναγωνιστής τους έλειπε από την συντροφιά. Ήταν ο Νικηταράς.Παρά την άρνηση του να πάρει κι αυτός κάποια λάφυρα, στο τέλος και μετά από την επιμονή των συντρόφων του, πήρε μια σέλα, μια ταμπακέρα ξυλόγλυπτη κι ένα σπαθί. Την σέλα χάρισε αμέσως σε συμπολεμιστή και φίλο του. Την ταμπακέρα, την έστειλε στην γυναίκα του Αγγελίνα με το σημείωμα « Την στέλνω σε σένα που αγαπώ ύστερα από την Πατρίδα. Λάβε την για να με θυμάσαι». Το ξίφος το έστειλε στην Ύδρα για τις ανάγκες του στόλου. Οι πρόκριτοι όμως του νησιού, το επέστρεψαν λέγοντας ότι το σπαθί αυτό, μόνον όταν το κρατεί το χέρι του Νικηταρά έχει αξία. Την ίδια εποχή – λέγεται – ότι χάρισε ένα μικρόσωμο άλογο χωρίς ουρά στον λαϊκό στιχουργό του αγώνα Τσοπανάκο ενώ σε κάποιο νησί πρότεινε κι έστειλαν μια καμήλα. Οι νησιώτες που δεν είχαν ξαναδεί τέτοιο ζώο, ύστερα από σκέψη πολλή και με την σύμφωνη γνώμη του γεροντότερου, αποφάσισαν πως πρόκειται για « χιλιόχρονο λαγό ».

 

Η αφιλοκέρδεια και η ανιδιοτέλεια του Νικηταρά έμεινε παροιμιώδης. Ποτέ δεν ζήτησε και ποτέ δεν πήρε.  

 

Όταν άρχισαν οι εμφύλιες διαμάχες το 1823, ο Νικηταράς τάχθηκε – όπως ήταν φυσικό – με το μέρος του θείου του και κατά της Κυβέρνησης Κουντουριώτη. Παρ᾽ όλη την υποστήριξη του στον Κολοκοτρώνη, τήρησε μετριοπαθή στάση και δεν πήρε μέρος στις μάχες που έγιναν προσπαθώντας μάλιστα με τις παρεμβάσεις του, να συμφιλιώσει τα πράγματα.

Μετά την επικράτηση των Κυβερνητικών, πήγε στο Μεσολόγγι και εντάχθηκε στην υπηρεσία του Δ. Μακρή. Κλείστηκε στην πολιορκημένη πόλη και πολέμησε κατά του Κιουταχή, στην δεύτερη πολιορκία. Μετά την χορήγηση αμνηστίας, ενόψει της εισβολής του Ιμπραήμ, επέστρεψε στην Πελοπόννησο επικεφαλής στρατιωτικού τμήματος και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Το 1826 με συμπολεμιστή τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, έλαβε μέρος, με 800 άντρες, στη νικηφόρα μάχη της Αράχοβας.( Νοέμβρης 1826).

 

Γύρισε εσπευσμένα στο Ναύπλιο γιατί αρρώστησε βαριά από πλευρίτιδα. Μετά την θεραπεία του ακολούθησε τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και πήρε μέρος σε πολλές μάχες κατά του Ιμπραήμ. Για δεύτερη φορά πολέμησε στο πλευρό του Καραϊσκάκη στην άτυχη μάχη του Φαλήρου τον Απρίλη του 1827. Εδώ, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι μαζί τους πολέμησε ένας από τους πιο τίμιους και γνήσιους φιλέλληνες. Πρόκειται για τον Αμερικανικής καταγωγής Τζώρτζ Τζάρβις ( George Jarvis) ο οποίος μετά από πολλές μάχες στο πλευρό του Κολοκοτρώνη, πέθανε στο Άργος στις 11 Αυγούστου του 1828, σε ηλικία 31 χρονών.

 

Μετά την απελευθέρωση εντάχθηκε στο κόμμα των ρωσόφιλων ( Ναπαίων). Πάντοτε όμως εκείνο που επεδίωκε με όλες του τις δυνάμεις ήταν η δικαίωση των αγωνιστών και η διασφάλιση του λαού  από τις ξένες επεμβάσεις. Στήριξε σθεναρά τον Κυβερνήτη Καποδίστρια και υπήρξε στενός συνεργάτης του. Στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους έλαβε μέρος ως πληρεξούσιος του Λεονταριού ( Αρκαδίας).

 

Το 1829, με συνέταιρο τον Αρχιμανδρίτη Πύρρο τον Θετταλό, ιδρύουν χαρτοποιείο στο Κεφαλάρι, καταβάλλοντας 3.000 γρόσια έκαστος. Κατασκευάζουν χίλια περίπου φύλλα χαρτιού. Τα χρήματα όμως τελειώνουν κι έτσι οι εργασίες σταματούν. Μη έχοντας την δυνατότητα να συνεχίσουν την παραγωγή, απευθύνονται στον Καποδίστρια.  Ο Πύρρος δεν συμπαθεί τον Κυβερνήτη και πολλές φορές έχει εκφράσει τις εχθρικές διαθέσεις του. Πιστεύει όμως ότι θα ενδώσει και θα τους προσφέρει την βοήθεια του, προς χάριν της φιλίας του Κυβερνήτη με τον Νικηταρά. Ο Καποδίστριας γνωρίζει ότι μια τέτοια επιχείρηση δεν έχει μέλλον. Εξ᾽ άλλου θεωρούσε ότι προτεραιότητα είχαν άλλες ανάγκες και ενέργειες σχετικές με την ανώμαλη πολιτική κατάσταση και δεν απαντά καθόλου στο αίτημα των δύο συνεταίρων. Ο Νικηταράς βλέποντας την κατάσταση, συνειδητοποιεί ότι η δουλειά του χαρτοποιείου δεν μπορεί να προχωρήσει. Μεταφέρει τις μηχανές στο σπίτι του, στο Άργος.

 

Το 1830 διορίστηκε Γενικός Αρχηγός της Πολιτικής Φρουράς Πελοποννήσου, το 1831 Πρόεδρος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου των Ελαφρών και το 1832 Γενικός Αρχηγός του Στρατοπέδου Κορίνθου και έπειτα Αρχηγός της Μεσσηνίας. Μετά  από όλα αυτά και μετά την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο, στις 25 Ιανουαρίου του 1833, ο Νικηταράς και ο Πύρρος απευθύνουν και πάλι αίτημα προς αυτόν, ζητώντας την συνδρομή του για την επανεκκίνηση των εργασιών του χαρτοποιείου. Αλλά και ο Όθωνας δείχνει να μη συμμερίζεται τις απόψεις των δύο συνεταίρων. Η κατάσταση οδηγεί σε αδιέξοδο. Η επιχείρηση χαρτοποιίας λήγει άδοξα.

 

Η αλήθεια είναι πως ο Νικηταράς δεν συμπάθησε ποτέ τους Βαυαρούς γι᾽αυτό και έμεινε αμέτοχος και απομονωμένος. Το 1834 προάγεται σε Συνταγματάρχη και διορίζεται  στρατιωτικός νομοεπιθεωρητής αλλά τον Αύγουστο του ίδιου έτους, μετά το κίνημα της Μεσσηνίας, τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν. Το 1839, θεωρήθηκε ένοχος συνομωσίας κατά του Όθωνα. Φυλακίστηκε στο Παλαμήδι και το 1840 δικάστηκε, κρίθηκε αθώος και αφέθηκε ελεύθερος. Οι Βαυαροί όμως δεν δέχτηκαν την απόφαση του Δικαστηρίου και με υπογραφή του Όθωνα φυλακίστηκε στην Αίγινα. Με όλους αυτούς τους διωγμούς και τις ταλαιπωρίες ο Νικηταράς κουράστηκε. Η υγεία του κλονίστηκε σοβαρά. Στην δίκη που έγινε στις 18 Σεπτέμβρη 1841, δόθηκε εντολή να προσαχθεί καθιστός. Αμνηστεύθηκε και αποφυλακίστηκε σχεδόν τυφλός. Ασθενής και ταλαιπωρημένος φτάνει στο Άργος, στο σπίτι του. Μολονότι καμιά σχέση δεν είχε με τον τόπο αυτό, δέθηκε μαζί του. Εξ᾽ άλλου ένα αγρόκτημα στην θέση Σερεμέτι, κοντά στα όρια του Άργους προς το Ναύπλιο και την Νέα Κίο, που τότε βέβαια δεν είχε ακόμη δημιουργηθεί, ήταν όλη του η περιουσία αν και όπως διαβάζουμε στους « Μύλους της Αργολίδας» του Γιώργου Αντωνίου και ο οποίος επικαλείται κείμενο του Θεόδωρου Δ. Γιαννακόπουλου στα « Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΙΙ 1998, και στο οποίο αναφέρεται ότι « …ο Νικηταράς είχε τρεις υδρόμυλους στο Κεφαλάρι Άργους (σύμφωνα με την διαθήκη της συζύγου του Αγγελικής, 197/1863 του συμβολαιογράφου Ναυπλίας Ι. Σαριγιάννη). Στο  Σερεμέτι πάντως ακούμπησε τις ελπίδες του για επιβίωση δική του και της οικογένειας του. Εκεί ο « ωκύπους» στρατηγός πότισε με τον ιδρώτα του την βαλτώδη γη και την μετέτρεψε σε γόνιμη και καλλιεργήσιμη.  Δεν ήταν όμως τυχερό του να ησυχάσει.

Σε μια αναφορά του προς τον Όθωνα, σχετική με το κτήμα στο Σερεμέτι και με ημερομηνία 24 Οκτωβρίου 1841 γράφει:

 

Μεγαλειότατε,

 

Εις διαφόρους περιστάσεις και εποχάς έκαμα γνωστόν εις την Υμετέραν Μεγαλειότητα ότι δι᾽ αδείας της υπό της αισίας ελεύσεως της Ελληνικής Κυβερνήσεως, μοι παρεχωρήθησαν όλες οι εντός της κατά την Αργολίδα θέσεως Σερεμέτι εθνικές γαίες, χέρσας δε ούσας, και καταπλακωμένας υπό των υδάτων. Ηγωνίσθην, εξόδευσα, ότι εντίμως απελάμβανα, απεξήρανα τας γαίας αυτάς και εγεώργησα ικανόν μέρος αυτών, ενήργησα φυτείας, αυταί δε κατεστράφησαν εκ των ώδε ανωμαλιών, επανέλαβα μετά ταύτα τας γεωργικάς εργασίας δια να δυνηθώ να πραγματοποιήσω τον οποίον η Κυβέρνησις προέθετο σκοπόν, του να εξασφαλίση πόρον ζωής εις την πολυάριθμον οικογένειαν γηραιού στρατιωτικού, όστις τίποτε άλλο δεν απήτησε πώποτε.

 

Μετά την σύστασιν του ιπποφορβείου, μου αφηρέθησαν αι γαίαι αυταί, μοι αφέθη όμως μέρος αυτών κατά το τοπογραφικόν σχέδιο του αρχηγού του πυροβολικού. Τούτο συνέβη μεταξύ των ετών 1836 και 1837. Έκτοτε ασχολούμαι με την βελτίωσιν της καλλιεργείας των οποίων μοι αφέθησαν γαιών, αλλ᾽επέπρωτο ίσως καθ᾽ ήν στιγμήν χαίρω τα αποτελέσματα της δικαιοσύνης της Υ.Μ. να ίδω να αφαιρούν από εμέ γη ως είρηται αφεθείσαν εις την κατοχήν μου γαίας Σερεμετίου, και να μάθω ότι ικανόν μέρος αυτών εξετέθη εις δημοπρασίαν.

 

Ο Νικηταράς δεν είχε άλλους πόρους, δικούς του. Για να αποξηράνει, να εμπλουτίσει και να καλλιεργήσει την γη του χρειάστηκε να δανειστεί. Δανείστηκε για να φτιάξει το σπίτι του. Δανείστηκε όμως και για συντηρήσει τους στρατιώτες του τον καιρό του αγώνα. Οι τόκοι τον έπνιξαν.

 

Σε αναφορά του στην Γερουσία και την Βουλή, το δίκιο τον πνίγει και ο λόγος του πύρινος:

 

«…Ως εκ τούτου κατεδαπάνησα εις αυτό πολλά εις καλλιέργειαν, οικοδομήσας οίκους, ανοίξας χάνδακας, εμφυτεύσας αμπελώνας, δένδρα και λοιπά˙ προς τούτοις δε και όσα εργάσιμα, ζώα και άλλα χρήματα. Αλλ᾽η Αντιβασιλεία αυθαιρέτως και αυτογνωμόνως με αφήρεσεν το πλείστον μέρος αυτού˙αλλά και σύρουσά με εις τας καθύγρους φυλακάς˙εν αυτή τη φυλακή με κατηνάγκασε ή να οικοδομήσω την εν Ναυπλίω οικίαν μου ή να την πουλήσω και ούτω με εξέθεσεν εις πολλά δυστυχήματα˙διότι αναγκασθείς να εμπιστευθώ εις ξένους την φροντίδα της οικοδομής και υποπεσών σε σφετερισμούς και τόκους, αντί 30 ή 35 χιλιάδων δραχμών δαπάνης η οικοδομή ανέβη εις 79.775, την ακρίβειαν των οποίων βλέπετε εις επισυναπτόμενον ενταύθα κατάλογον. Αναγκασθείς εκ τούτου να δανεισθώ εσχάτως 20.000 δρχ. από την Τράπεζαν, αδύνατο να πληρώνω το χρεώλυστρον και το μέλλον απειλεί τα χειρότερα˙ και δια να γνωρίζετε κάλλιον την αλήθεια σας επισυνάπτω δεύτερον ονομαστικόν κατάλογον των όσων κατά τον Αγώνα εδανείσθην δια να οικονομώ εν μέρει τους υπ᾽εμού στρατιώτας και δια τα οποία σήμερον σύρομαι καθ᾽εκάστην εις τα δικαστήρια και πληρώνω ως αν έμελον να υποβάλλωμαι δια τον πατριωτισμόν μου( συγχωρήσατέ μοι να το ειπώ) εις πρόστιμα.

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….

Ακολούθως δε ότι αποφασισθή και εγώ βέβαια υπάγομαι εις την εθνικήν θέλησιν και απόφασιν».

 

Ακόμη και τώρα, ο Νικηταράς πειθαρχεί. Ο Έλληνας πατριώτης, που μπορούσε να βγει από τον αγώνα πάμπλουτος, τώρα φτωχός και χρεωμένος εκλιπαρεί την βοήθεια και υποστήριξη από τους κατέχοντες θώκους που εκείνος τους εξασφάλισε. Το 1843 προάγεται σε υποστράτηγο ενώ μετά την εξέγερση της 3ης του Σεπτέμβρη του 1847 διορίστηκε Γερουσιαστής, αξίωμα που του εξασφάλισε μια πενιχρή σύνταξη. Παρά τις προσπάθειες του όμως, του ίδιου και της οικογένειας του, αλλά και τις εντολές της Κυβέρνησης για αναστολή των διώξεων λόγω χρεών, το κτήμα στο Σερεμέτι τελικά δεν σώθηκε, εκποιήθηκε.

 

Ο Νικηταράς και η Αγγελίνα απέκτησαν τρία παιδιά. Τον Γιάννη και δύο κόρες. Ο Γιάννης έγινε στρατιωτικός, ενώ η μια του κόρη τρελάθηκε από την λύπη της όταν είδε τον πατέρα της μετά την φυλάκισή του στην Αίγινα, εξουθενωμένο, τυφλό και ανήμπορο. Ο Νικηταράς μπορεί να υπέφερε πολλά, αλλά ποτέ δεν βαρυγκώμισε και ποτέ δεν είπε πικρή κουβέντα για την Πατρίδα. Μπορεί να μη δικαιώθηκε – όπως άλλοι- στα μάτια των συγχρόνων του. Έχει όμως σημαδέψει ανεξίτηλα τις ψυχές του λαού. Έχει δικαιωθεί στην συνείδηση των νεοελλήνων που τον τιμούν και τον έχουν κατατάξει στους κορυφαίους Έλληνες αγωνιστές.

 

Το κείμενο με τα λόγια του Λυκούργου Κρεστενίτη που έστειλε στις 25 του Ιούνη 1849, προς την Βουλή των Ελλήνων, δείχνει τον σεβασμό και την εκτίμηση κάποιων Ελλήνων προς το πρόσωπο του οπλαρχηγού:

 

« Το όνομα του Νικήτα και το δια της σπάθης αυτού αποδοθέν εις τον ίδιον ( του Τουρκοφάγου) τις δύναται να αρνηθή ότι δεν ήχησε καθ᾽όλην την Ευρώπη και την Ασίαν, προφερόμενον εισέτι με σέβας και θαμασμόν παρά πάντων; Τις δύναται να αμφιβάλη ότι ο βίος του Νικήτα θέλει καλύψει πολλάς της ιστορίας σελίδας και θέλει στολίση αυτήν με ανδραγαθήματα του ήρωος τούτου, τα οποία εις τας επερχομένας γενεάς θέλουν χρησιμεύσει ως τύπος και παραδειγματισμός του ακραιφνούς πατριωτισμού και του ηρωισμού, όστις αναβιβάζει τον πολίτην στρατιώτην εις την εύκλειαν της αληθούς δόξης;

 

Η εικών του Νικήτα, ζώντος έτι αυτού, ανήρτηται και εν Ελλάδι και εν τη αλλοδαπή μεταξύ εκείνων των μεγάλων ανδρών˙μετά θάνατον δε η προτομή αυτού θέλει κατασταθή σεβαστόν μνημείον εις  πάντα τόπον. Οι ξένοι περιηγηταί ασπάζονται σήμερον με σέβας τον Νικήταν, αλλά μετά θάνατον και ξένοι και ομογενείς, διαβαίνοντες εκ των Δερβενακίων θέλουν χαιρετά με δάκρυα το ηρώον του Νικήτα, ως σήμερον το του Μιλτιάδου τρόπαιον».

 

Παρ᾽όλα αυτά, η φτώχεια και η τύφλωσή του τον οδήγησαν τελικά στην επαιτεία. Με εντολή της αρχής που όριζε τα πόστα επαιτείας στον Πειραιά, του όρισαν μια θέση κοντά στην σημερινή εκκλησία της Ευαγγελίστριας και του επέτρεπαν να στέκεται εκεί κάθε Παρασκευή.

 

 

Στις 25 του Σεπτέμβρη του 1849, ο γενναιότερος των γενναίων, πεθαίνει ξεχασμένος, τυφλός και πάμφτωχος.

 

 

Ιωάννης Νικήτα Νικηταράς

 

 

Όταν πέθανε ο Στρατηγός Νικηταράς ο γιος του Ιωάννης – που είχε το όνομα του αδελφού του Νικηταρά – ήταν 20 χρονών. Αυτό προκύπτει από την απόφαση συνταξιοδότησης της « Αγγελικής χήρας μετά του Ιωάννου 20ετούς ορφανού του ποτέ στρατηγού της φάλαγγος Νικήτα Σταματελόπουλου». Η σύνταξη αυτή χορηγήθηκε στις 26 Αυγούστου 1854 και το ποσό ήταν 111 δραχμές. Ο Ιωάννης δεν κράτησε το οικογενειακό όνομα Σταματελόπουλος αλλά το αγαπημένο προσωνύμιο του πατέρα του Νικηταράς.

 

Παντρεύτηκε την πανέμορφη Βασιλική, το γένος Τσίπη, γνωστής Αργείτικης οικογένειας. Έζησε στο Άργος, στο σπίτι της σημερινής οδού Νικηταρά 5, που σήμερα μεν δεν υπάρχει αλλά που πήρε το όνομα της ακριβώς από αυτό το γεγονός. Ο Ιωάννης και η Βασιλική δεν απέκτησαν παιδιά. Αυτό δεν τους εμπόδισε να αποτελέσουν υπόδειγμα ζεύγους και κόσμημα για την πόλη του Άργους που πάντα με την συμπεριφορά τους, υπενθύμιζαν το ήθος και την φυσιογνωμία του Νικηταρά.

 

Ο Ταγματάρχης Ιωάννης Νικηταράς, πέθανε 60 χρονών και ετάφη στο Κοιμητήριο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Η σύζυγός του Βασιλική αντίθετα, πέθανε σε πολύ μεγάλη ηλικία το 1942 και ετάφη στον ίδιο τάφο.        

  

 

Όσιος νεομάρτυρας Ιωάννης Τουρκολέκας

 

 

Στις 24 του Οκτώβρη εορτάζεται η μνήμη του αγίου νεομάρτυρα Ιωάννη Τουρκολέκα, αδελφού του Νικηταρά του Τουρκοφάγου. Κάθε χρόνο το χωριό Τουρκολέκα του Δήμου Φαλαισίας, της επαρχίας Μεγαλουπόλεως, του Νομού Αρκαδίας, τιμά την μνήμη του οσίου, ο οποίος αποκεφαλίστηκε στις 24 του Οκτώβρη του 1816 στην Μονεμβασιά, και του οποίου ναός υπάρχει στο χωριό που γεννήθηκε και μεγάλωσε.

 

 

Πηγές

 

  • Πρακτικά του Β΄Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Τόμος 14, Άργος 30 Μαΐου-1 Ιουνίου 1986, Ιωάννης Π. Χιωτακάκος, σελ.414-418.
  • Δημήτριος Καμπουρόγλου, από «Το εικοσιένα», Πανηγυρικοί Λόγοι Ακαδημαϊκών, έκδ. Ακαδημία Αθηνών, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήναι 1977.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    

 

 

Read Full Post »

Κρατσάιζεν Καρλ ( 1794–1878 ) Ο ζωγράφος των αγωνιστών του ’21

 

« Ο λοχαγός και αυτοδίδακτος ζωγράφος Καρλ Κρατσάιζεν, που έλαβε ενεργά μέρος στον αγώνα, ήταν ο άνθρωπος χάρη στον οποίο γνωρίζουμε σήμερα πώς ήταν η μορφή δεκάδων αγωνιστών της εθνεγερσίας». 

 

 

Κρατσάιζεν Καρλ (1794–1878) Ο ζωγράφος των αγωνιστών του ’21

Κρατσάιζεν Καρλ (1794–1878) Ο ζωγράφος των αγωνιστών του ’21

Ο Karl Krazeisen, Bαυαρός αξιωματικός του πεζικού και ερασιτέχνης ζωγράφος, γεννήθηκε στις 28 Οκτωβρίου 1794 στο Kαστελλάουμ του Παλατινάτου και πέθανε στο Mόναχο στις 27 Iανουαρίου 1878. Πήρε μέρος στις επιχειρήσεις της πατρίδας του κατά του Nαπολέοντα (1813-1814). Tο 1826, υπακούοντας στο ρομαντισμό και το φιλελληνισμό της εποχής, ήρθε στην Eλλάδα για να πολεμήσει υπέρ της ανεξαρτησίας των Eλλήνων. Kατά την παραμονή του στην Eλλάδα σχεδίασε διάσημες μορφές του Aγώνα και έχοντας συναίσθηση της αξίας των έργων του, γυρίζοντας στο Mόναχο το 1827 προχώρησε σε λιθογράφηση των σχεδιασμάτων του και έκδοσή τους στο γνωστό λεύκωμα Bildmisse ausgezeichneler Griechen und Philhellenen, nebst einigen Ansichten und Trachten, που τυπώθηκε σε επτά τεύχη, από το 1828 έως το 1831. Tα σχεδιάσματα του Krazeisen έδωσαν τη δυνατότητα να παρουσιασθούν σεπτές μορφές του 1821 που η μορφή τους αναπαριστά και την αγωνία, την ελπίδα του Αγώνα του ελληνικού έθνους. Συνολικά σχεδίασε 91 έργα, ανάμεσά τους υδατογραφίες, τοπία, αρχαιότητες, πολεμικές συνθέσεις και βέβαια οι προσωπογραφίες των πρωταγωνιστών του 1821. Τα περισσότερα έργα έγιναν με μολυβί και σε χαρτί μικρού μεγέθους.

 

Επιστρέφοντας στη Γερμανία ο Κράτσαϊζεν λιθογράφησε τα σχέδιά του και τα κυκλοφόρησε, από το 1827 έως το 1831, σε επτά λευκώματα με το γενικό τίτλο Bildnisse ausgezeichneter Griechen und Philhellenen nebst einigen Ansichten und Trachten. Nach der Natur gezeichnet und herausgegeben von Karl Krazeisen (Προσωπογραφίες των διασημοτέρων Ελλήνων και Φιλελλήνων, μαζί με μερικές απόψεις και ενδυμασίες σχεδιασμένες εκ του φυσικού και δημοσιευμένες από τον Καρλ Κράτσαϊζεν).

 

Το περιεχόμενο των επτά λευκωμάτων με τις λιθογραφίες είναι το παρακάτω:

1ο. Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Γιακουμάκης Τομπάζης, Thomas Gordon, μία άποψη από το Παλαμήδι και ένα τμήμα του Ναυπλίου (1828).

2ο. Νικηταράς, Γεώργιος Κουντουριώτης, Hastings, και μία άποψη από το Μπούρτζι (1828).

3ο. Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Μακρυγιάννης, Κωνσταντίνος Νικόδημος, και μία άποψη της Αίγινας  (1828).

4ο.  Γεώργιος Καραϊσκάκης, Ι. Μακρής – Μιλαϊτης, Ανδρέας Ζαΐμης,  και μία άποψη της Ακρόπολης των Αθηνών (1828).

5ο.  Ανδρέας Μιαούλης, Γεώργιος Μαυρομιχάλης, ο γιατρός Baily  και μία άποψη του Πειραιά με το μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα (1829).

6ο.  Κωνσταντίνος Κανάρης, Γεώργιος Σισίνης, A. Schilcher  και το «Καπετάνιος με τα παλικάρια του» (1829).

7ο. Karl von Heideck, ο συνταγματάρχης Fabvier, Κίτσος Τζαβέλας , και το «Φρεγάτα Ελλάς  και το ατμόπλοιο Καρτερία» (1831).

Τα σχέδια του Karl Krazeisen δεν λιθογραφήθηκαν όλα επομένως ορισμένα από αυτά είναι σχεδόν άγνωστα. Είναι Οι προσωπογραφίες των Κωνσταντίνου Αξιώτη, Ι.Πέτα, Ι.Φιλήμονα, Ιωάννη Μαυρομιχάλη, Κωνσταντίνου Μπότσαρη, και Δημήτριου Κολιόπουλου – Πλαπούτα».

 

Η απόκτηση των σχεδίων

Μετά τον θάνατο του Κρατσάϊζεν, η συλλογή ανήκε πλέον στην κόρη του Μαρία, από την οποία τα κληρονόμησε ο σύζυγός της, Ιόν Ραδιονώφ  Φετώβ, καθηγητής ρωσικής καταγωγής στο Βερολίνο και αργότερα κάτοικος Γαλατίου Ρουμανίας. Στις 13 Φεβρουαρίου 1926 ο Φετώβ καταθέτει στο Ελληνικό Προξενείο του Γαλατίου ένα έγγραφο στα ρουμανικά με το ιστορικό της συλλογής του το οποίο μεταφρασμένο στα ελληνικά, φυλάσσεται στο αρχείο της Εθνικής Πινακοθήκης. Αξίζει να σημειωθεί ότι για την αξία τους ο Φετώφ είχε συμβουλευτεί πριν από το 1900, τον ίδιο τον Νικόλαο Γύζη, τότε καθηγητή στο Μόναχο, ο οποίος και αμέσως αναγνώρισε την ιστορική σημασία τους, προτείνοντας την ένταξή τους στο (τότε ανύπαρκτο) Μουσείο των Αθηνών. Φαίνεται επίσης ότι για το ίδιο ζήτημα είχε ερωτηθεί και ο γλύπτης Φυτάλης. Το πλήρες κείμενο του Φετώφ που δημοσιεύεται για πρώτη φορά έχει ως εξής:

«Κατ`αρχάς του παρελθόντος αιώνος ότε ο Ελληνικός Λαός δια ν’ αποτινάξη τον τουρκικόν ζυγόν, πολλοί Φιλέλληνες εκ της Ευρώπης έλαβον μέρος εις τον αγώνα. Μεταξύ αυτών υπήρξε και ο νέος Βαυαρός υπολοχαγός Κ. Κρατσάϊζεν μετά του ζωγράφου Χεσς. Ενθουσιασμένος δια τας ωραιότητας της κλασσικής εποχής, δια τους εμπνευσμένους  ήρωάς της δια την Πατρίδα των, δια τας ιδιοτρόπους αμφιέσεις, έλαβε το μολυβδοκόνδυλον και την πυξίδα εις την χείρα ίνα διαωνίση παν ό,τι τω εφαίνετο αξίας. Επιστρέφων εις Βαυαρίαν ο καλλιτέχνης ούτος, προέτεινεν εις την Επωνυμίαν Χανφστενγκελ όπως λιθογραφήση τους επισημοτέρους ήρωας, όπερ και επραγματοποιήθη δια της υποστηρίξεως του Βασιλέως τη Βαυαρίας και αυτού τούτου τυγχάνοντας μεγάλου Φιλέλληνος. Μετά το θάνατον του  επισυμβάντος εν έτει 1878 τα ιχνογραφήματα και αι υδατογραφίαι του εκληρονομήθησαν παρά της θυγατρός του Μαρίας, συζύγου μου, μετά δε τον θάνατόν της, συμφώνως τη τελευταία αυτής θελήσει, περιήλθον εις την κατοχήν μου.

Πάντα τα ιχνογραφήματα τούτα έδειξα τω τέως Καθηγητή της εν Μονάχω Ακαδημίας Τεχνών Νικολάω Γύζη, ίνα πληροφορηθώ όσο το δυνατόν κάλλιον περί της αξίας αυτών. Η γνώμη του ήτο ότι η θέσις των δύναται να είναι μόνον το Μουσείον Αθηνών. Αλλ`εγώ δεν ηδυνάμην να χωρισθώ αυτών εμφορούμενος προ παντός εξ αισθημάτων σεβασμού. Τώρα όμως, ων προκεχωρημένης ηλικίας και μη ων βέβαιο ότι μετά τον θάνατόν μου οι διάδοχοί μου θα εφύλαττον μετά της αυτής αγάπης και ευλαβείας τα πολύτιμα τούτα πράγματα, μοναδικά εις το είδος των, απεφάσισαν να τα παραδώσω εις χείρας πατριώτου τινός όστις θα εγνώριζε  να εκτιμήση ταύτα. Η αξία των όμως δύανται να καθορισθή μόνον εις απώτερον μέλλον καθ`όσον εκατό μόνον έτη είναι μικρόν διάστημα δυνάμενον να χρησιμεύη ως γνώμων εκτιμήσεως ιστορικού τινο αντικειμένου».

 Ο Έλληνας αυτός πατριώτης που ανέλαβε την πώληση ονομάζονταν Αντύπας και ήταν Έλληνας του εξωτερικού. Λίγους μήνες αργότερα, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, δημοσιεύει το άρθρο με το οποίο παρακινεί το Ελληνικό Δημόσιο να αγοράσει το συνολικό κληροδότημα. Σ` αυτά περιλαμβάνονταν η κασετίνα με τα υδροχρώματα και τα πινέλα του Κρατσάιζεν, το δερμάτινο σελάχι του αγωνιστή Πλαπούτα, που εκτίθεται στο Παράρτημα του Ναυπλίου, μια φωτογραφία του ζωγράφου και 24 λιθογραφίες. Αγοράστηκε προς 200.000 δρχ. για λογαριασμό της Εθνικής Πινακοθήκης. Παράλληλα αποκτήθηκε και ο συνολικός λεπτομερής κατάλογος των έργων στα ρουμανικά με περιληπτική εισαγωγή του ιστορικού, όπου τονίζεται ιδιαίτερα ότι οι προσωπογραφίες είναι σχεδιασμένες εκ του φυσικού και ότι κάθε μια φέρει τις ιδιόχειρες υπογραφές των απεικονιζομένων.

 

Καρλ Κρατσάιζεν προσωπογραφίες αγωνιστών  

 

Θεόδωρος Kολοκοτρώνης - Eθνικό Iστορικό Mουσείο

Θεόδωρος Kολοκοτρώνης - Eθνικό Iστορικό Mουσείο

Aνδρ�ας Mιαούλης - Nαύαρχος του Aγώνα

Aνδρέας Mιαούλης - Nαύαρχος του Aγώνα

Aνδρ�ας Zαΐμης

Aνδρέας Zαΐμης

Charles Favier, baron (1782-1855)

Charles Favier, baron (1782-1855)

Frank Abney Hastings (1794-1828)

Frank Abney Hastings (1794-1828)

Iωάννης Mηλαΐτης

Iωάννης Mηλαΐτης

Kωνσταντίνος Kανάρης

Kωνσταντίνος Kανάρης

Kίτσος Tζαβ�λλας

Kίτσος Tζαβέλλας

Kωνσταντίνος Nικόδημος - Πυρπολητής του 1821

Kωνσταντίνος Nικόδημος - Πυρπολητής του 1821

Tομπάζης Iάκωβος (Γιακουμάκης) - Φιλικός, ναύαρχος της ναυτικής μοίρας της Ύδρας

Tομπάζης Iάκωβος (Γιακουμάκης) - Φιλικός, ναύαρχος της ναυτικής μοίρας της Ύδρας

Γεώργιος Kαραϊσκάκης - Στρατιωτική φυσιογνωμία, ηγ�της του 1821

Γεώργιος Kαραϊσκάκης - Στρατιωτική φυσιογνωμία, ηγέτης του 1821

Γεώργιος Kουντουριώτης - Yδραίος πολιτικός

Γεώργιος Kουντουριώτης - Yδραίος πολιτικός

Γεώργιος Mαυρομιχάλης - Φιλικός και αγωνιστής της Eπανάστασης του 1821

Γεώργιος Mαυρομιχάλης - Φιλικός και αγωνιστής της Eπανάστασης του 1821

Γεώργιος Σισίνης -  Πρόκριτος από τη Γαστούνη, φιλικός και πρωτεργάτης της Eπανάστασης του 1821 στην Πελοπόννησο.

Γεώργιος Σισίνης - Πρόκριτος από τη Γαστούνη, φιλικός και πρωτεργάτης της Eπανάστασης του 1821 στην Πελοπόννησο.

Πηγές

  • Ένθετο περιοδικό « Επτά Ημέρες », Εφημερίδα, Καθημερινή 25 Μαρτίου 2003, (Μαριλένα Κασιμάτη).
  • Lithography by Karl Krazeisen (1794-1878) from Bildnisse ausgezeichneter Griechen und Philhellenen nebst einigen Ansichten und Trachten. Nach der Natur gezeichnet und herausgegeben von Karl Krazeisen. Munchen 1831

Read Full Post »

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΧΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ – ΚΕΦΑΛΑΡΙ ΑΡΓΟΥΣ       (1827,1829,1833)

 

 

Παράξενα θα αντηχήσει στα αυτιά, όσων δεν έτυχε να εντρυφήσουν στην ανάγνωση παλιών βιβλίων, η είδηση ότι όταν η Ελλάδα αγωνιζόταν για την ανοικοδόμηση της και καθώς άρχισε να υποβόσκει το φως της σωτηρίας της, ιδρύθηκε και λειτούργησε σ’ αυτήν χαρτοποιείο.

Δυστυχώς οι χρονογράφοι του αγώνα ουδέποτε ανέφεραν το κοινωνικό αυτό γεγονός, αλλά όπως συνηθιζόταν, ασχολούνταν μόνο με την καταγραφή και περιγραφή των πολιτικών και πολεμικών γεγονότων της επικαιρότητας.

Ίσως πάλι η ύπαρξη τέτοιου βιομηχανικού ιδρύματος, να μην προκάλεσε τον θαυμασμό ή την προσοχή των πολιτών. Θα περνούσε λοιπόν απαρατήρητο και ασχολίαστο το γεγονός, αν δεν σωζόταν η αγγελία που εξήγγειλε ο ιδρυτής του χαρτοποιείου το 1829 και σύμφωνα με τον οποίο, ζητούσε βαμβακερά, λινά και μεταξωτά πανιά από τους κατοίκους της περιοχής.

 

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος ο Πύρρος.

 

 

 

Πρώτος ιδρυτής και δάσκαλος αυτής της βιομηχανίας υπήρξε ο ιατροδιδάσκαλος Αρχιμανδρίτης Διονύσιος ο Πύρρος. Ο άντρας αυτός, που κατά τη διάρκεια του αγώνα δίδασκε και δημοσίευε παιδαγωγικά, εκκλησιαστικά , ιατρικά, χημικά, βοτανικά γεωγραφικά και μαθηματικά βιβλία, γεννήθηκε το 1777 στην  Κασθεναία της Θεσσαλίας. Συνεχίζοντας μάλιστα τις προκαταρκτικές του σπουδές που έκανε στα σχολέια της Θεσσαλονίκης, στην Κωνσταντινούπολη και τα Ιεροσόλυμα, ταξίδεψε στην Ιταλία, για να επισκεφτεί διάφορες μεγαλουπόλεις. Εκτός των άλλων σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Παταυίου (1807)  Ιατρική, Χημεία, Βοτανική,  Φυσική και την χαρτοποιεία, αυξάνοντας τις γνώσεις του ποσοτικά και ποιοτικά, με απώτερο στόχο να τις μεταλαμπαδεύσει στο δύστυχο Γένος. 

 

Στην Ελλάδα τελικά επέστρεψε λίγα χρόνια πριν την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης. Αρχικά πήγε στην Πάτρα, όπου γνώρισε τον Σπυρίδωνα Τρικούπη και τον γιατρό Π. Σοφιανόπουλο. Στη συνέχεια μετέβη στην Αθήνα, όπου έμενε στη Μονή του Διονυσίου Πετράκη. Τότε λοιπόν με τις παροτρύνσεις του ηγούμενου Πετράκη και του αρχιερέα Γρηγορίου Λεσβίου και των υπόλοιπων μελών της Φιλόμουσης εταιρείας, ανέλαβε τη διδασκαλία των επιστημών και της φιλοσοφίας στην Αθήνα, ενώ συγχρόνως ασκούσε το ιερό λειτούργημα του γιατρού σε Χριστιανούς και Τούρκους ανιδιοτελώς. Κατά τη διάρκεια του 2ου έτους διδασκαλίας του στην Αθήνα, σύστησε πρώτος  Βοτανικό κήπο, που περιελάμβανε 300 είδη φυτών και ορυκτολογικό μουσείο με 300 είδη ορυκτών, στο σπίτι του Δημήτρη Καλλιφουρνά.

 

Αργότερα ταξίδεψε για την  Κωνσταντινούπολη, όπου άσκησε το επάγγελμα του γιατρού και προάγη σε αρχιμανδρίτη απ’ τον πατριάρχη Γρηγόριο. Επανερχόμενος στην Ελλάδα γνώρισε στην Πελοπόννησο τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και τους γιους του, τον Γιατράκο και Παναγιώτη Κρεββατά.

 

Έκτοτε παρακολουθούσε από κοντά τον  απελευθερωτικό αγώνα  διδάσκοντας, εκφωνώντας πατριωτικούς λόγους, δημοσιεύοντας τους και διανέμοντας τα βιβλία του.

Σ ένα από τα βιβλία του, εξέφρασε ανοιχτά το μένος που έτρεφε για το πρόσωπο του Καποδίστρια,  επισημαίνοντας πως ο Πρωθυπουργός δεν τηρεί τη Νηστεία και  του οποίου βιβλίου βέβαια την κυκλοφορία απαγόρευσε και γι’ αυτό τον λόγο δεν έχει σωθεί.

 

Ο δραστήριος αυτός αρχιμανδρίτης λοιπόν, εν όσο βρισκόταν στην Πελοπόννησο, έστησε χαρτοποιείο στον Μυστρά και κατασκεύασε χίλια φύλλα χαρτιού περίπου, μέχρι που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την προσπάθεια, υπό την απειλή της επιδρομής του Ιμπραήμ Πασά στη Λακωνία και κατέφυγε στα Κύθηρα.    

 

 

Ωστόσο ο Πύρρος δεν αποθαρρύνθηκε απ’ αυτήν του την αποτυχία, δεδομένου ότι η Ελλάδα εκείνο τον καιρό είχε πολλά θέματα να διευθετήσει και να επιλύσει.

Αποφάσισε λοιπόν, όντας δραστήριο και ανήσυχο πνεύμα, ο αρχιμανδρίτης να συμπράξει με τον στρατηγό Νικηταρά και με  κοινή καταβολή των 3.000 γροσίων ίδρυσαν νέο χαρτοποιείο σ έναν μύλο του Ερασίνου ποταμού στο Κεφαλάρι Άργους. Τότε μάλιστα ανακοίνωσε και την αγγελία προς αναζήτηση κουρελιών. Τελικά κατασκεύασε χίλια φύλλα χαρτιού αλλά τα χρήματα εξαντλήθηκαν αμέσως και διακόπηκαν οι περαιτέρω διαδικασίες.

 

Μετά από άκαρπες προσπάθειες ανεύρεσης  κεφαλαίων, ο Πύρρος και ο Νικηταράς αναγκάστηκαν να αναζητήσουν την αρωγή του Καποδίστρια, αν και ο Πύρρος δεν ήταν θετικά διακείμενος προς τον Κυβερνήτη. Παρά ταύτα διατηρούσε ο αρχιμανδρίτης μια ελπίδα, ότι στο άκουσμα του ονόματος του Νικηταρά ο Καποδίστριας θα ανταποκρινόταν στην έκκληση των δύο για χρηματοδότηση του χαρτοποιείου.

 

Ο Κυβερνήτης όμως, επειδή προέβλεπε την αποτυχία της επιχείρησης και συγχρόνως είχε να  αντιμετωπίσει πολλές δυσχερείς καταστάσεις στο προσκήνιο της πολιτικής ζωής της Ελλάδας, αρνήθηκε να απαντήσει.

 

Βέβαια ο Πύρρος με τη σειρά του μετάφρασε την απαξίωση του Πρωθυπουργού σε προσωπική εμπάθεια που θεωρούσε ότι έτρεφε για τον ίδιο, καθώς συνδεόταν  φιλικά με τον Πετρόμπεη, ο οποίος φυσικά δεν συγκαταλεγόταν στους οπαδούς του επίτιμου Κυβερνήτη.

 

Έτσι το χαρτοποιείο διαλύθηκε και ο Νικηταράς μετέφερε τις μηχανές στο σπίτι του ενώ ο Πύρρος συνέχισε απτόητος τις φιλότιμες προσπάθειες του. Πλησίασε λοιπόν μετά από παρότρυνση του Κολιόπουλου και του Νικηταρά, τον τότε υπουργό οικονομικών, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και ζήτησε την συνδρομή του. Αφού πέρασαν τρεις μήνες προσκάλεσε τον Πύρρο και τον ρώτησε ποια δαπάνη απαιτούνταν για την ανασύσταση του χαρτοποιείου και ποια θα ήταν τα πιθανά έξοδα. Ο Πύρρος απάντησε αμέσως ότι 30.000 δραχμές είναι το απαιτούμενο ποσό για να ιδρυθεί το κατάστημα, για τις μηχανές, για την αγορά ενός έτους υλικού και για την μισθοδοσία 40 εργατών. Οι εισπράξεις όμως θα ανέρχονταν στις 500.000 δραχμές, ίσως κα περισσότερα. Η απάντηση του υπουργού δυστυχώς περιοριζόταν στο γεγονός ότι η Κυβέρνηση δεν διέθετε  την πολυτέλεια να χορηγήσει κεφάλαια σε βιομηχανίες.

 

Εργοστάσιο κατασκευής χάρτου. Χαλκογραφία, Παρίση 1767.

Εργοστάσιο κατασκευής χάρτου. Χαλκογραφία, Παρίση 1767.

 

 

 

Η αλήθεια ήταν πως ο Μαυροκορδάτος συμπαθούσε και εκτιμούσε τέτοιες κινήσεις σαν αυτή του φιλοπρόοδου Πύρρου. Γνώριζε όμως πολύ καλύτερα απ’ τον καθένα ποια ήταν η τύχη των βιομηχανιών, που υποστηρίζονταν από δημόσιες δαπάνες και ότι η κατασκευή του χαρτιού δεν ήταν η πρώτη, την οποία έπρεπε να υποστηρίξει η Κυβέρνηση της Ελλάδας, η οποία μόλις συνερχόταν από τον λήθαργο της δουλείας.

Η παραπάνω συνέντευξη εξάλλου δεν διατήρησε ήρεμους τόνους, αντίθετα οι δύο συνδιαλεγόμενοι αντάλλαξαν ανάρμοστες εκφράσεις και μετά από αρκετά χρόνια στην αυτοβιογραφία του ο αρχιμανδρίτης, εξέφρασε την οργή που συντηρούσε μέσα του για την μη ικανοποίηση του εύλογου αιτήματος του. Εντωμεταξύ την αρνητική ατμόσφαιρα ήρθε να παροξύνει και η εξέγερση των εμπόρων χαρτιού του Ναυπλίου και του Άργους, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι η επικείμενη βιομηχανία έβλαπτε τα συμφέροντα τους.

 

«Και αν η Κυβέρνηση», είπε χαρακτηριστικά στον Μαυροκορδάτο, «δεν μπορεί να στηρίξει τέτοια ωφέλιμα ιδρύματα, πως αξιώνει να ανελιχθεί οικονομικά το κράτος και μάλιστα στον κλάδο της οικονομίας; Αν η Κυβέρνηση ίδρυε τέτοια καταστήματα με πιστούς ανθρώπους, θα επωφελούνταν οι φτωχοί Έλληνες. Χάθηκαν όμως ήδη πολλά εκατομμύρια δραχμές και τίποτα ουσιαστικό δεν δημιουργήθηκε στην Ελλάδα. Ανόητοι Έλληνες, κατηγορεί με πάθος, εξαπατημένοι από τους φθονερούς υπουργούς και τους εμπόρους της Ελλάδας, που δεν επιζητούν την πρόοδο και τη βελτίωση της ζωής του».

 

Εφημερίδα "Ίναχος" 1903

Εφημερίδα

 

Κατέκρινε μάλιστα και τον βασιλιά Όθωνα ως εξής: «Οι βασιλιάδες του κόσμου δεν επιτρέπουν ούτως ή άλλως  την δραστηριοποίηση των αδύνατων», ενώ μετά την ίδρυση του σακχαροποιέιου και του υαλοποιείου στον Πειραιά το 1948 σχολίασε ανάλογα:Έτσι απογοητεύτηκα και εγώ και μούντζωσα αυτή την απαρχαιωμένη οικονομία.

Έκτοτε ασχολήθηκε με τις γεωγραφικές του μελέτες και με την άσκηση του επαγγέλματος της ιατρικής μέχρι το τέλος της ζωής του (1853).

Δυστυχώς καμιά άλλη πληροφορία δεν σώθηκε σχετικά με τα μηχανήματα που χρησιμοποιήθηκαν, ούτε η ποιότητα χαρτιού, ούτε αν το χαρτί ήταν κατάλληλο για εκτύπωση, κοινή γραφή ή και τα δύο.

Στο μουσείο της ιστορικής και εθνολογικής εταιρείας τρία μόνο ιστορικά βιβλία βρέθηκαν, τα οποία αναφέρονταν στη μνήμη του ιατροδιδάσκαλου Πύρρου: α) η χειρόγραφη  εικόνα του, β) το Επισκεπτήριο του πάνω σε απλό χαρτί (10 επί 0,4), όπου ήταν τυπωμένο το όνομά του με κόκκινα γράμματα, γ) η αγγελία με τη συλλογή πανιών, την οποία αναφέραμε παραπάνω. Η έντυπη αγγελία είναι τυπωμένη στο συνηθισμένο για την εποχή χοντρό χαρτί και διαθέτει υδατογραμμές. Δυστυχώς ούτε δείγμα του Αργείτικου χαρτιού βρέθηκε.

 Άξιο λόγου να αναφερθεί είναι και το γεγονός, ότι μετά από μισή  και πλέον εκατονταετηρίδα από τη σύσταση του πρώτου ελληνικού χαρτοποιείου, το οποίο εξέπνευσε πριν γεννηθεί, ιδρύθηκε χαρτοβιομηχανία στο Φάληρο.

Read Full Post »