Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Στρατηγοί’

Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ο Τουρκοφάγος (1782 ή 1787-1849)


 

Νικηταρά –Νικηταρά

Πού ᾽χεις στα πόδια σου φτερά

και στην καρδιά ατσάλι.

 

Νικήτας, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Ο Νικηταράς γεννήθηκε στο χωριό Μεγάλη Αναστάσοβα των Πισινών Χωριών του Μυστρά (σημερινή Νέδουσα Μεσσηνίας), στους πρόποδες του Ταϋγέτου, 25 χλμ από την πόλη της Καλαμάτας όπως μας διηγείται ο ίδιος στα απομνημονεύματά του που κατέγραψε ο Γεώργιος Τερτσέτης.

«Εγεννήθηκα εις ένα χωριό Μεγάλη Αναστασίτσα (Αναστάσοβα) αποδώθε από του Μυστρά προς την Καλαμάτα. Ο προπάππος μου ήτον Προεστός και ο πατέρας μου έφυγε δεκαέξι χρόνων και επήγε με τα στρατεύματα τα Ρούσικα στην Πάρο και ήτον πολεμικός. Τον εσκότωσαν εις την Μονεμβασιά μαζί με έναν αδελφό και μ’ έναν κουνιάδο μου. Από ένδεκα χρόνων, μαζί με τον πατέρα μου, έσερνα άρματα. Ετουφέκισα ένα Τούρκο στο Λεοντάρι…».

Ο Φωτάκος στο βιβλίο του «Βίοι Πελοποννησίων ανδρών», αναφέρει ότι τόπος γεννήσεως του ήταν το  χωριό Τουρκολέκα της Μεγαλόπολης. Τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο χωριό του πατέρα του, στο χωριό Τουρκολέκα του Δήμου Φαλαισίας της επαρχίας Μεγαλουπόλεως, του Νομού Αρκαδίας.

Πατέρας του ήταν ο κλέφτης Σταματέλος Τουρκολέκας. Η μητέρα του Σοφία Καρούτσου ήταν αδελφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο Νικηταράς λοιπόν ήταν ανιψιός του Γέρου του Μωριά.

Εντεκάχρονος, βγήκε στο αρματολίκι ακολουθώντας τον πατέρα του. Αργότερα εντάχθηκε στο «μπουλούκι» του περίφημου κλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη. Κοντά του έμαθε τα μυστικά της πολεμικής τέχνης, ξεχωρίζοντας για την ανδρεία και την ευρωστία του. Ήταν ψηλός, μελαχρινός, πρώτος στο πήδημα και γρήγορος στο τρέξιμο. Η αλληλοεκτίμηση και η φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ του Καπετάνιου και του Νικηταρά, οδήγησαν τελικά στον γάμο του  με την κόρη του Ζαχαριά, την  Αγγελίνα.

Το 1805, στο μεγάλο διωγμό των κλεφταρματολών, ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους και ο Νικηταράς ακολούθησε τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στην Ζάκυνθο. Έκτοτε,  δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Την αφοσίωση του Νικηταρά προς τον θείο του ο λαός την είπε με δύο λόγια. «Μπροστά πηγαίνει ο Νικηταράς και πίσω ο Κολοκοτρώνης»  αλλά και θέλοντας να τονίσουν την στενή και άρρηκτη σχέση των δύο ανδρών έλεγαν: «Η κεφαλή ήτο του Κολοκοτρώνη και η χειρ του Νικηταρά ».

Εκείνο τον καιρό τα Επτάνησα τα εξουσίαζαν οι Ρώσοι. O Νικηταράς εντάχθηκε στο ρωσικό στρατό και με το τάγμα του πολέμησε εναντίον του Ναπολέοντα στην Ιταλία. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Ζάκυνθο και υπηρέτησε αυτή την φορά τους Γάλλους, που στο μεταξύ είχαν καταλάβει το νησί με την συνθήκη του Τίλσιτ.

Στις 18 του Οκτώβρη του 1818  – ενώ βρισκόταν στην Καλαμάτα – μυήθηκε στη Φιλική εταιρεία από τον Ηλία Χρυσοσπάθη. Με συντροφιά τον Αναγνωσταρά και αργότερα τον Δ. Πλαπούτα, περιόδευσε την Πελοπόννησο κατηχώντας πολλούς στο μεγάλο μυστικό και ετοιμάζοντας τον λαό για τον επερχόμενο ξεσηκωμό.

Με την έκρηξη της επανάστασης, μαζί με τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και άλλους οπλαρχηγούς μπήκε στην Καλαμάτα, στις 23 του Μάρτη του 1821. Είχε ενστερνισθεί βαθιά τις απόψεις και τα σχέδια του θείου του και πήρε μέρος σε όλες τις επιχειρήσεις για την κατάληψη της Τρίπολης που τότε ήταν το Διοικητικό κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο.

Στις 12-13 του Μάη επικεφαλής 800 ανδρών συμμετείχε στην νικηφόρα μάχη στο Βαλτέτσι. Αμέσως μετά και ενώ κατευθυνόταν προς το Ναύπλιο με 200 μόλις άντρες, προέκυψε η ανάγκη να αντιμετωπίσει στα Δολιανά, ισχυρή Τουρκική δύναμη 6.000 ανδρών υπό τον Κεχαγιάμπεη, υποστηριζόμενη και από πυροβόλα. Ήταν 18 του Μάη του 1821. Εκεί απέδειξε στο έπακρο τον ηρωισμό του και την σπάνια στρατιωτική του αρετή και ικανότητα. Κατάφερε να τους προξενήσει τεράστια  καταστροφή και σχεδόν να τους αποδεκατίσει.

Έντρομοι οι Τούρκοι σκορπίστηκαν στις γύρω ρεματιές για να γλυτώσουν, εγκαταλείποντας τα ζώα και τα πυροβόλα τους στα χέρια των Ελλήνων. Ο Νικηταράς, βλέποντας τους να φεύγουν τους φώναζε : «Σταθήτε Πέρσαι να πολεμήσωμε» και μάλιστα τους αποκαλούσε Περσιάνους.

Αν στη μάχη στο Βαλτέτσι διακρίθηκε για την ανδρεία του, στην μάχη των Δολιανών, η ιστορία τον πήρε στα φτερά της. Οι επευφημίες των συντρόφων του έφτασαν ίσαμε τα ουράνια και για πρώτη φορά, βγαλμένο απ’ τις καρδιές των συναγωνιστών του, ακούστηκε το παρατσούκλι που θα τον συνόδευε σε όλη του την ζωή. Με αυτό πέρασε στην ιστορία. Με αυτό έμεινε στη συνείδηση και την ψυχή των Ελλήνων.

 

Νικηταράς, ακουαρέλα, έργο του Δανού ζωγράφου, το 1836, Martinus Rørbye (1803-1848).

 

Στρατηγός Νικηταράς ο Τουρκοφάγος

 

Με τις μάχες των Δολιανών και των Βερβένων, προξενήθηκαν ιδιαίτερα σοβαρές ζημιές στους Τούρκους – που αναγκάστηκαν να κλειστούν στην Τρίπολη – ξανάδωσαν κουράγιο  στους ξεσηκωμένους ραγιάδες, και προετοίμασαν το κλίμα για την άλωση της πρωτεύουσας του Μωριά, που πραγματοποιήθηκε στις 23 Σεπτέμβρη 1821, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμη φορά, την στρατηγική του Κολοκοτρώνη. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος (1770-1843)

 

 

«Όταν αποφασίσαμε να κάμομε την Επανάσταση,

δεν εσυλλογισθήκαμε, ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχομε άρματα,

ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις,

 ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε: «που πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά , ως μία βροχή, έπεσε σε όλους μας η επιθυμία

της ελευθερίας μας,  και όλοι, και οι κληρικοί, και οι προεστοί,

και οι καπεταναίοι, και οι πεπαιδευμένοι, και οι έμποροι,

μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό

και εκάμαμε την Επανάσταση».

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Γέρος του Μοριά. Ο ανεπανάληπτος μέγας πολέμαρχος του ιερού Αγώνα, ο θρυλικός κλέφτης, η εξοχότερη πολεμική φυσιογνωμία της νεότερης ιστορίας μας. Μετά την αποτυχία της ορλοφικής επανάστασης, η οικογένειά του αναγκάστηκε να φύγει από το χωριό της το Λιμποβίσι της Καρύταινας, της σημερινής Γορτυνίας, και να καταφύγει στη Μεσσηνία. Τότε γεννήθηκε ο Κολοκοτρώνης, κάτω από ένα δένδρο, στο Ραμαβούνι Μεσσηνίας, τη Δευτέρα του Πάσχα (3-4-1770). Πατέρας του ήταν ο θρυλικός κλέφτης Κωσταντής, που σκοτώθηκε το 1780 κατά την ηρωική έξοδο των Κολοκοτρωναίων από τον πύργο της Καστάνιτσας. Σκοτώθηκαν κι άλλοι πολλοί τότε από το σόι τους. Ο δεκάχρονος Θοδωρής γλίτωσε με τη μητέρα του Ζαμπιά, το γένος Κωτσάκη, και με το θείο του Αναγνώστη, που τους πήρε για προστασία. Αργότερα, το 1785, εγκαταστάθηκαν κοντά στο Λοντάρι. Μα την ίδια χρονιά ο Θοδωρής, δεκαπέντε χρονών παλικάρι, έγινε κλέφτης και μετά αρματωλός στην επαρχία Λονταρίου. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με την παλικαριά, την αξιοσύνη του και την εξυπνάδα του γλίτωνε από όλες τις παγίδες που του έστηναν οι Τούρκοι, για να τον ξεκάμουν. Πατρογονικό ήταν το μίσος των Κολοκοτρωναίων προς τον κατακτητή. Ποτέ δεν είχαν συμβιβαστεί με την τυραννία, από την εποχή που ο Μοριάς έπεσε στους Τούρκους. Γιατί οι ρίζες των Κολοκοτρωναίων φτάνουν μέχρι και την Ενετοκρατία. Και μια και δεν κατάφεραν να τον εξοντώσουν, τον έκαμαν από δυο φορές αρματολό στο Λοντάρι και στην Καρύταινα και τον αναγνώρισαν δερβέναγα του Μοριά (1787). Τους μισθούς που έπαιρνε τότε, τους μοίραζε σ’ όλα τα καπετανάτα του Μοριά.Κάποτε όμως οι Τούρκοι θέλησαν να ξεπαστρέψουν την κλεφτουριά. Ο Σoυλτάνος υποχρέωσε τον Πατριάρχη να εκδώσει αφοριστικό έγγραφο (1805), όχι μόνο για τους κλέφτες, μα και για όσους τους έκρυβαν και τους περιέθαλπαν. Και υποχρέωνε το έγγραφο τους Ρωμιούς σαν καλούς ραγιάδες να τους προδίδουν και να τους καταδιώκουν. Αλίμονο σ’ εκείνους που προσέφεραν προστασία στους επικηρυγμένους κλέφτες. Οι Τούρκοι σούβλιζαν ομαδικά τους γιατάκηδες. Έτσι τους έλεγαν, όσους παρείχαν άσυλο στους κλέφτες. Οι διωγμοί άρχισαν το Γενάρη του 1806. Έπεσε μεγάλος φόβος. Όλοι φοβούνταν το μαχαίρι του τυράννου και τις κατάρες του πατριαρχείου. Η κλεφτουριά δέχτηκε τέτοιο κτύπημα, που δεν μπόρεσε να ξανασηκώσει κεφάλι μέχρι το 1821.

 

Άλλοι χάθηκαν κι άλλοι κατέφυγαν στα Επτάνησα. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, που κατέφυγε στη Ζάκυνθο τον Μάιο του 1806. Μα και πάλι δεν ησύχασε, μόνο με ένα καραβάκι και όπως αλλιώς μπορούσε πολεμούσε εναντίον των Τούρκων με το ξέσπασμα του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1807). Ύστερα υπηρέτησε στον Αγγλικό στρατό με το βαθμό του μαγιόρου (Ταγματάρχη). Κατάλοιπο της υπηρεσίας εκείνης ήταν η γνωστή σ’ εμάς εντυπωσιακή περικεφαλαία.

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Στη Φιλική Εταιρεία κατηχήθηκε από τον Αναγνωσταρά στη Ζάκυνθο (1818). Εκείνη την εποχή έκανε τον ζωέμπορο και τον χασάπη, για να ζήσει την οικογένειά του, γιατί από το 1816 δεν ήταν πια αξιωματικός των Άγγλων, αφού οι τελευταίοι διέλυσαν τα Ελληνικά τάγματα μετά την ήττα του Ναπολέοντα. Ο Κολοκοτρώνης είχε παντρευτεί είκοσι χρονών την Κατερίνα Καρούτσου, της οποίας τον πατέρα, πρόκριτο Λονταρίου, είχαν σκοτώσει οι Τούρκοι. Μ’ αυτήν είχε αποκτήσει τρεις γιους και δυο θυγατέρες. Ζούσε ακόμα κι η μάνα του η Ζαμπία. Και ούτε πείνασε η οκταμελής οικογένειά του, ούτε ο ίδιος έγινε βάρος σε κανέναν, αλλά εργαζόταν και εξοικονομούσε τίμια το ψωμί τους. Τώρα πια περίμενε την ώρα του σηκωμού.

Τον Γενάρη του 1821 από τη Ζάκυνθο πέρασε στην Καρδαμύλη της Μάνης, όπου φιλοξενήθηκε από τον πατρικό του φίλο Παν. Μούρτζινο. Συμφιλίωσε τους Μανιάτες και συνεργάστηκε με τον Νικηταρά, τον Παπαφλέσσα, τον Αναγνωσταρά και άλλους ενόψει της επανάστασης. Στο εξής η δράση του είναι έντονη και συνεχής. Συμμετείχε στην κατάληψη της Καλαμάτας (23 Μαρτίου) και στη συνέχεια πολιόρκησε την Τριπολιτσά, πιστεύοντας πως έπρεπε να πέσει στα χέρια των Ελλήνων η πρωτεύουσα του Μοριά, για να ορθοποδίσει ο αγώνας. Έτσι, παρά την αντίθετη γνώμη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και άλλων, ξεκίνησε με 300 περίπου εναντίον της Τρίπολης, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Παπαφλέσας με τον Νικηταρά. Η πρώτη μάχη του αγώνα δόθηκε από τον Κολοκοτρώνη έξω από την Καρύταινα (27 Μαρτίου), όπου σκοτώθηκαν ή πνίγηκαν στον Αλφειό ποταμό 500 περίπου από τους Τούρκους, που τρέχανε για να σωθούν στην Τρίπολη. Αλλά στη συνέχεια οι Τούρκοι με γιουρούσια απωθούσαν τους Έλληνες, οι οποίοι σκόρπιζαν εδώ κι εκεί, μαθημένοι στον κλεφτοπόλεμο, χωρίς να πειθαρχούν. Ο Κολοκοτρώνης, ύστερα από πρόταση του Κανέλλου Δεληγιάννη, ανέλαβε να οργανώσει τα γύρω από την Τρίπολη στρατόπεδα, να εμπνεύσει πειθαρχία στα παλικάρια και να σκάψει λαγούμια. Αποτέλεσμα της στρατηγικής του Γέρου ήταν να κερδίσουν οι Έλληνες λαμπρή νίκη στο Βαλτέτσι (12-13 Μαΐου) και κατόπιν στα Δολιανά και στα Βέρβενα. Ο κλοιός γύρω από την Τρίπολη άρχισε να σφίγγει, οργανώθηκε και το στρατόπεδο των Τρικόρφων, έφτασε μετά και ο Δημήτριος Υψηλάντης και η Τρίπολη έπεσε στα χέρια των Ελλήνων στις 23 Σεπτεμβρίου. Εκεί φάνηκαν οι οργανωτικές και στρατηγικές ικανότητες του Κολοκοτρώνη.

 

«Όταν έμβηκα εις την Τριπολιτσά, με έδειξαν τον Πλάτανο εις το παζάρι όπου εκρέμαγαν τους Έλληνας. Αναστέναξα και είπα: «Άϊντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθηκαν εκεί», και διέταξα και το έκοψαν».

 

Theodoros Kolokotronis - Lithography by Karl Krazeisen (1794-1878)

Theodoros Kolokotronis – Lithography by Karl Krazeisen (1794-1878)

Στη συνέχεια ήθελε να πάει στην Πάτρα, με την ελπίδα ότι οι έγκλειστοι στο κάστρο Τουρκαλβανοί θα παραδίδονταν, επειδή μόνο αυτόν εμπιστεύονταν. Όμως, οι άρχοντες της Αχαΐας έγραψαν να μην πάει, επειδή ανησυχούσαν από τις επιτυχίες των στρατιωτικών και ήθελαν να κάμουν κι εκείνοι κάτι. Ο Κολοκοτρώνης τελικά δεν πήγε, μια και απειλούσαν κιόλας, με αποτέλεσμα η Πάτρα να παραμείνει στα χέρια του εχθρού μέχρι το τέλος της επανάστασης. Έτσι φάνηκε η ανικανότητα των πολιτικών στα πεδία της μάχης και ο φθόνος, τον οποίο έτρεφαν προς τους στρατιωτικούς με τα λαμπρά κατορθώματά τους. Γιατί και την επόμενη χρονιά έτρεξε στην πολιορκία της Πάτρας, αλλά η κυβέρνηση που είχε προκύψει από την Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, αντί να τον ενισχύσουν με κάθε τρόπο, του δημιουργούσαν προβλήματα και υπονόμευαν τη στρατηγική του, μέχρι που έληξε άδοξα η πολιορκία της Πάτρας και ο Κολοκοτρώνης αποσύρθηκε προσωρινά στην Τρίπολη. Εν τω μεταξύ είχε καταλάβει την Ακροκόρινθο, χωρίς να νοιαστεί για όσα γίνονταν στην Επίδαυρο από τους πολιτικούς κατά την Α΄ Εθνοσυνέλευση, που ενδιαφέρονταν μόνο για τα αξιώματα και τις υψηλές θέσεις.

 

Το άγαλμα του έφιππου Γέρου του Μοριά, τοποθετημένο πάνω σε βάθρο, μέσα στο οποίο φυλάσσονται τα οστά του, εποπτεύει την πλατεία του Άρεως στην πρωτεύουσα του Μοριά, την Τρίπολη, εκεί που κάποτε ήταν το Σεράγι και τα μπουντρούμια όπου είχαν κλειστεί οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου. Φωτογραφία από το εξώφυλλο του περιοδικού «Εφημέριος», τεύχος 3, Μάρτιος 2007.

 

Εκεί όμως όπου ο Κολοκοτρώνης δοξάστηκε σώζοντας την επανάσταση από τη στρατιά του Δράμαλη, ήταν τα Δερβενάκια (26-28 Ιουλίου 1822, Εφάρμοσε τη στρατηγική της καμένης γης στο Άργος και ο Δράμαλης αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο. Και όμως ο Κολοκοτρώνης δεν πίστεψε τον προδότη που ορκιζόταν πως ο Δράμαλης θα προχωρούσε για την Τρίπολη. Ο Γέρος μάζεψε τα παλικάρια, τους μίλησε και τα έκανε να χλιμιντράνε σαν άλογα. Ακολούθησε η λαμπρή νίκη στα Δερβενάκια, τη στιγμή που οι πολιτικοί τρομοκρατημένοι είχανε μπει στα καράβια, για να γλιτώσουν. Αυτή τη δόξα οι πολιτικοί την «αντάμειψαν» στη Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους, χαρίζοντας το βαθμό του στρατηγού σε 50 ακόμη ανθρώπους, για να μειώσουν τον Κολοκοτρώνη. Είναι φανερό πως ο Μαυροκορδάτος και οι άλλοι ανησύχησαν τόσο πολύ από τις συνεχείς επιτυχίες των στρατιωτικών και του Κολοκοτρώνη ιδιαίτερα, που δεν τους ενδιέφερε καλά καλά η πορεία του αγώνα όσο η προσωπική τους εξασφάλιση. Αποτέλεσμα ήταν να ξεσπάσει ο εμφύλιος πόλεμος (1824), ο οποίος τόσο ζημίωσε την επανάσταση. Ο Κολοκοτρώνης έχασε στον εμφύλιο το γιο του Πάνο (13-11-1824) και ο ίδιος, συντριμμένος από την απώλεια του γιου του, παραδόθηκε στους εχθρούς του, οι οποίοι τον φυλάκισαν στην Ύδρα (Φεβρ. 1825). Την εποχή εκείνη ξεμπάρκαραν τα στρατεύματα του Ιμπραήμ στο Μοριά. Στη δύσκολη στιγμή ο Κολοκοτρώνης αποφυλακίστηκε, γιατί δεν υπήρχε άλλος τόσο ικανός ν’ αντιμετωπίσει το φοβερό εχθρό, ο οποίος κατέστρεφε τον Μοριά και έσπερνε παντού τον πανικό. Ο λαός κοίταζε πώς να γλιτώσει, εγκαταλείποντας χωριά και πόλεις, και ο Κολοκοτρώνης πάσχιζε μέσα από πολλές δυσκολίες να μαζέψει παλικάρια και να συγκροτήσει στρατό. Αλλά δεν μπορούσε να κτυπήσει τον Ιμπραήμ και περιοριζόταν στην τακτική του κλεφτοπολέμου. Παράλληλα κοίταζε πώς να κρατήσει το ηθικό του πληθυσμού. Γιατί ο κόσμος υπέκυπτε και δήλωνε υποταγή στον Ιμπραήμ. Οπότε ο Γέρος έδωσε μάχη και κατά του προσκυνήματος με το καλό και με το άγριο («φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους»).

 

«O Ιμπραΐμης μου επαράγγειλε μια φορά διατί δεν στέκω να πολεμήσωμεν (κατά μέτωπον). Εγώ του αποκρίθηκα, ας πάρη πεντακόσιους, χίλιους, και παίρνω και εγώ άλλους τόσους, και τότε πολεμούμε, ή αν θέλη ας έλθη και να μονομαχήσωμεν οι δύο. Αυτός δεν με αποκρίθηκε εις κανένα. Και αν ήθελε το δεχθή το έκαμνα με όλην την καρδιάν, διότι έλεγα αν χανόμουν, ας πήγαινα, αν τον χαλούσα, εγλύτωνα το έθνος μου».    

 

Ο Κολοκοτρώνης στάθηκε στο πλευρό του Καποδίστρια όπως και πολλοί άλλοι τίμιοι αγωνιστές και πατριώτες (Νικηταράς, Πλαπούτας, Κανάρης κ.ά.π.). Κι όμως λίγο αργότερα κατηγορήθηκε για συνωμοσία κατά του θρόνου και της αντιβασιλείας, τον συνέλαβαν (Σεπτ. 1833) και τον φυλάκισαν στην Ακροναυπλία. Δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο με τον Πλαπούτα, που είχε θεωρηθεί συνένοχος. Την απόφαση δεν υπέγραψαν οι έντιμοι δικαστές Γεώργιος Τερτσέτης και Αναστάσιος Πολυζωίδης. Ο κόσμος αγανάκτησε στην είδηση και οι ξένοι δεν τόλμησαν να σκοτώσουν τους αγωνιστές. Η κατακραυγή του πλήθους των απλών Ελλήνων ανάγκασε τον βασιλιά Όθωνα – με το πρόσχημα του γιορτασμού της ενηλικίωσής του– να τους χορηγήσει αμνηστεία (Μάιος 1835). Ο Θ. Κολοκοτρώνης υπαγόρευσε τ’ απομνημονεύματά του στον Γεώργιο Τερτσέτη. Ο ίδιος ήξερε να διαβάζει — αγαπούσε πολύ την ιστορία –, αλλά με δυσκολία έγραφε. Το έργο του διακρίνεται για το κοφτό ύφος και τη συντομία στην έκφραση και είναι πολύτιμη ιστορική πηγή, για πολλούς λόγους, αλλά και διότι όσους τον αδίκησαν και τον έβλαψαν τους κρίνει μεγαλόψυχα χωρίς κανένα πάθος και χωρίς μνησικακία. Γι’ αυτό πιστεύεται ότι είναι γραμμένο αμερόληπτα.

 

Ο Κολοκοτρώνης υπήρξε ο κορυφαίος του μεγάλου Αγώνα και η συμβολή του στην υπόθεση της ελευθερίας μοναδική και ασύγκριτη. Πέθανε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 1843 σε ηλικία 73 ετών από συμφόρηση. Τον έθαψαν στο Α΄ νεκροταφείο της Αθήνας. Τα οστά του σήμερα βρίσκονται στο ηρώο της Τρίπολης, στο πεδίο του Άρεως.

 

 

Πηγές


  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη, «Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.

 

Διαβάστε επίσης:

Read Full Post »

Υψηλάντης Δημήτριος  (1793-1832)

 

 

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) - Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) – Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη

Από τις αγνότερες μορφές του 1821, πολιτικός και στρατάρχης στην επαναστατημένη Ελλάδα. Ο Δημ. Υψηλάντης γεννήθηκε στην Κων/πολη και καταγόταν από τη μεγάλη φαναριώτικη οικογένεια των Υψηλαντών. Έκανε στρατιωτικές σπουδές στη Γαλλία, υπηρέτησε στο Ρωσικό στρατό και έλαβε μέρος στους Ναπολεόντιους πολέμους. Έγινε φιλικός το 1818. Μετά το ξέσπασμα της επανάστασης στη Μολδοβλαχία, κατέβηκε στην Ελλάδα ως εκπρόσωπος του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής, δηλαδή του αδελφού του Αλεξάνδρου. Η υποδοχή που του επιφύλαξαν και στην Ύδρα (8 Ιουνίου) και στο Άστρος μετά (19 Ιουνίου) ήταν μεγαλειώδης. Λαός και στρατός έλπιζαν πως αυτός θα οργάνωνε και θα συντόνιζε την επανάσταση και θα έφερνε την ελευθερία του γένους.

Από την αρχή όμως διαφώνησε με τους πρόκριτους, οι οποίοι δεν ήθελαν να διαλύσουν την Πελοποννησιακή Γερουσία και να υπακούουν σ’ αυτόν. Έτσι, πικραμένος αποφάσισε να πάει στην Καλαμάτα, για να οργανώσει τον πόλεμο εκεί. Καθ’ οδόν όμως μεταπείστηκε, κυρίως από ένα γράμμα που έλαβε από τους καπεταναίους των Τρικόρφων, οι οποίοι πολιορκούσαν την Τριπολιτσά, κι αποφάσισε να επιστρέψει στα Τρίκορφα.

Ο λαός και ο στρατός, βλέποντας τη διαμάχη και με φόβο μήπως φύγει ο πρίγκιπας Υψηλάντης και τους εγκαταλείψει, δύο φορές απείλησαν τους πρόκριτους, μια στα Βέρβαινα και άλλη μια, λίγο μετά, στη Ζαράκοβα και ήταν πολύ πιθανό να τους σκότωναν, αν δεν επενέβαινε ο Θ. Κολοκοτρώνης. Ο Υψηλάντης, ο οποίος ήταν θερμός πατριώτης, ανιδιοτελής, έντιμος αγωνιστής και γενναίος, προκειμένου να ησυχάσουν τα πνεύματα και να προχωρήσει η υπόθεση του Αγώνα, υποχώρησε στις αξιώσεις των προκρίτων, οι οποίοι δεν εννοούσαν να αφήσουν τα παλιά τους προνόμια και να παραδώσουν την εξουσία. Είναι αλήθεια ότι ο αγνός Υψηλάντης δεν είχε πολιτικές ικανότητες για μια τέτοια υπόθεση. Ήταν αδύνατος χαρακτήρας και ευκολόπιστος. Οι πρόκριτοι είχαν πολιτική πείρα από την εποχή της Τουρκοκρατίας και μπορούσαν εύκολα να τον ξεγελούν και να τον παραγκωνίζουν.

Οι ιστορικοί εκτιμούν ότι η πολιτική ατολμία του Υψηλάντη και η ανεπάρκειά του στάθηκαν οι αιτίες της ακυβερνησίας για πολύ καιρό. Αν είχε την πολιτική τόλμη στο βαθμό που είχε την ανδρεία στα πεδία των μαχών, όπου πολλές φορές ανδραγάθησε, θα είχε προσφέρει πολυτιμότερες υπηρεσίες στον αγώνα, αφού όλοι τον ήθελαν – νησιά, Ρούμελη, Μοριάς, στρατός και λαός– πλην των προκρίτων της Πελοποννήσου.

Έτσι, ενώ στα Τρίκορφα αναγνωρίστηκε αρχιστράτηγος, την αρχηγία στην πραγματικότητα είχε ο Θ. Κολοκοτρώνης, τον οποίο εμπιστευόταν και συμβουλευόταν πάντοτε. Είναι χαρακτηριστικό ότι δε συμμετείχε στις εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης, που έγιναν στην Επίδαυρο (Δεκ. 1821-Ιανουαρ. 1822)· βρισκόταν με τον Κολοκοτρώνη στην πολιορκία του Ακροκορίνθου.

Οι πολιτικοί στην Επίδαυρο ψήφισαν το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδας και εκλέξανε ως πρόεδρο του Εκτελεστικού (ως πρωθυπουργό δηλαδή) τον Αλέξ. Μαυροκορδάτο, ενώ τον Υψηλάντη ως Πρόεδρο του Βουλευτικού, για να δείξουν ότι τάχα τον λογάριαζαν και να μη φανεί η εμπάθειά τους. Έλπιζαν όμως ότι έτσι θα περιόριζαν την πολεμική του δράση, η οποία θα τον έκανε ισχυρό με τις επιτυχίες του. Στο Βουλευτικό σώμα, όπου ήταν πρόεδρος, γνώρισε τις μηχανορραφίες των πολιτικάντηδων και το πολιτικό παρασκήνιο και αηδιασμένος παραιτήθηκε και αφοσιώθηκε στον πόλεμο, τρέχοντας πότε από δω και πότε από εκεί με άλλους καπεταναίους. Κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου και του Άργους, στην εκστρατεία εναντίον της Αθήνας, στη μάχη των Δερβενακίων, στη μάχη στους Μύλους της Λέρνας και στην μάχη στη Πέτρα.

Κατά τον εμφύλιο αποσύρθηκε στην Τρίπολη κι ύστερα στο Ναύπλιο, μη θέλοντας να έχει καμία ανάμειξη, ενώ αμέσως μετά πολέμησε εναντίον του Ιμπραήμ.

Ο Καποδίστριας αργότερα διόρισε τον Υψηλάντη στρατάρχη της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας και εκεί, στην Πέτρα Βοιωτίας, έδωσε την τελευταία μάχη του Μεγάλου Αγώνα, τον οποίο είχε ξεκινήσει ο αδερφός του στις παραδουνάβιες περιοχές πριν οκτώμισι χρόνια.

Οι Υψηλάντηδες προσέφεραν ό,τι είχαν και δεν είχαν για τον ιερό αγώνα. Ήταν αγνοί, τίμιοι, ανιδιοτελείς, γενναίοι. Δεν έμοιαζαν με τους Φαναριώτες, που ήρθαν στην Ελλάδα για τα αξιώματα και τη δόξα (Μαυροκορδάτοι, Νέγρηδες, Καρατζάδες). Η ίδια η μάνα τους Ελισάβετ τους έδωσε όχι μόνο την τεράστια περιουσία της αλλά και τα χρυσαφικά της για τον αγώνα.

Ο Δημ. Υψηλάντης δεν είχε καθόλου εντυπωσιακό παράστημα. Ήταν μάλλον κοντός και φαλακρός και φαινόταν πολύ μεγαλύτερος στην ηλικία. Κουραζόταν εύκολα και κοιμόταν πολύ. Έπασχε από μυοτονική δυστροφία, μια κληρονομική χρόνια εξελικτική πάθηση των σκελετικών μυών και των ενδοκρινών αδένων, η οποία εμφανίζεται συνήθως σε ηλικία 20 μέχρι 30 ετών. Από την ασθένεια αυτή πέθανε το 1832 στ’ Ανάπλι σε ηλικία μόλις 39 ετών, ενώ φαινόταν πολύ μεγαλύτερος. H πόλη του Ypsilanti στο Michigan των ΗΠΑ είναι αφιερωμένη στο όνομά του (υπάρχει και σχετική προτομή-μνημείο).

Στο Ναύπλιο είχε συνδεθεί συναισθηματικά με τη μεγάλη ηρωίδα του ’21, την όμορφη Μαντώ Μαυρογένους. Τα σπίτια τους ήταν αντικριστά. Μετά το θάνατο του Υψηλάντη, εκδιώχθηκε από το Ναύπλιο με διαταγή του Ι. Κωλέτη, επειδή συνδεόταν με το στρατηγό, και μετέβη στη Μύκονο, την ιδιαίτερή της πατρίδα, όπου και πέθανε το 1848 πολύ φτωχή.

 

Η οικογένεια Υψηλάντη στο Κίεβο

 

Οικία Υψηλάντη στο Κίεβο (18ος-αι.)

Οικία Υψηλάντη στο Κίεβο (18ος-αι.)

Τον Αύγουστο του 1807 ήρθε στο Κίεβο ο πρωτεργάτης του ελληνικού απελευθερωτικού κινήματος κατά του Οθωμανικού ζυγού φαναριώτης πρίγκιπας Κωνσταντίνος Υψηλάντης (1760-1816). Αυτός υπηρετούσε στην Υψηλή Πύλη, κατείχε πόστο του Μεγάλου Δραγουμάνου της Πύλης (1796-1799), του ηγεμόνα της Μολδαβίας (1799-1802) και της Βλαχίας (1802-1806). Για την παροχή από πλευράς του πολιτικών υπηρεσιών στη Ρωσία στον αγώνα με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη βοήθεια στους Σέρβους η τουρκική κυβέρνηση κατηγόρησε τον Κ. Υψηλάντη για προδοσία και του στέρησε το αξίωμα.

 

Πορτραίτο του Κωνσταντίνου Υψηλάντη, έργο του Alexander Molinari (1772-1831) υπογεγραμμένο και χρονολογημένο στο μέσο δεξιά: Molinari de[l;] / 1815.Yδατογραφία, κάρβουνο και αραιωμένο μελάνι σε χαρτί, 31,5 x 25,5 cm.

 

Ο Κ. Υψηλάντης, όταν πληροφορήθηκε για την απόφαση της Πύλης να τον συλλάβει, εγκατάλειψε τη Βλαχία και ήρθε στο Κίεβο με όλη την οικογένειά του και τη συνοδεία 30 ατόμων. Στο Κίεβο ο Κ. Υψηλάντης αγόρασε από τον Φ. Βίγκελ, πρώην διοικητή του φρουρίου της Αγ. Λαύρας των Σπηλαίων, την οικία κοντά στη Λαύρα, το οποίο έκτοτε είναι γνωστό στις ιστορικές πηγές ως «Κτήμα Υψηλάντη». Το κτίριο αυτό είναι μνημείο αρχιτεκτονικής, κτίσθηκε το 1799 σε κλασικό ρυθμό για τον Φ. Βίγκελ.

Στο σπίτι αυτό πέρασαν τα νεανικά τους χρόνια οι γιοι του Κωνσταντίνου Υψηλάντη – Αλέξανδρος, Δημήτρης, Γεώργιος, Νικόλαος και Γρηγόρης. Ο Νικόλαος, ο Δημήτριος και ο Γεώργιος το 1819 έγιναν μέλη της «Φιλικής Εταιρείας», ο Αλέξανδρος έγινε ο επικεφαλής της από το 1820.  Ο Κωνσταντίνος Υψηλάντης πέθανε στο Κίεβο στις 27 Ιουνίου (10 Ιουλίου) 1816 και ενταφιάσθηκε στην εκκλησία Αγ. Γεωργίου κοντά στο ναό της Αγ. Σοφίας, ενώ το μνημόσυνο έλαβε χώρα στην ίδια την Αγ. Σοφία. Το μνημείο του, που φιλοτέχνησε ο γνωστός γλύπτης Στεπάν Πίμενοβ, εγκαταστάθηκε στον τάφο του Κ. Υψηλάντη το 1818. Η τύχη του μνημείου ήταν και αυτή τραγική. Το 1934 η εκκλησία κατεστράφη, το μνημείο του Κ. Υψηλάντη ως μοναδικό έργο τέχνης μεταφέρθηκε πρώτα στον χώρο της Αγ. Σοφίας και μετά στο ναό της Κοιμήσεως στην Αγία Λαύρα. Στις 3 Νοεμβρίου 1941 κατά την έκρηξη του ναού καταστράφηκε και το μνημείο.

Στα 1952-54 βρέθηκαν ξεχωριστά κομμάτια του, αλλά μόνο το 1995 ξεκίνησε η αναστήλωσή του (με την πρωτοβουλία της ουκρανής επιστήμονα ελληνικής καταγωγής Σβετλάνα Μαζαράτη και τη χρηματοδότηση του έργου από τον ελληνικό φορέα – την «Πανελλήνια Ένωση Ποντίων Αξιωματικών «Αλέξανδρος Υψηλάντης» (τότε επικεφαλής της Ένωσης ήταν ο Νίκος Νικολαϊδης, ενώ από το 1997 ο Γιώργος Τσαλουχίδης), που ανακοίνωσε στην Ελλάδα ειδικό έρανο για το σκοπό αυτό. Τον Ιούνιο 1997 το κενοτάφιο του Κωνσταντίνου Υψηλάντη τοποθετήθηκε στην εσωτερική αυλή της Αγ. Λαύρας του Κιέβου. Στην τελετή των εγκαινίων του παρέστησε μεγάλη αποστολή από την Ελλάδα. Την Οικία Υψηλάντη αγόρασε η Λαύρα το 1833 και το μετέτρεψε σε μετόχι της Μονής. Από το 1860 έως το 1870 στο σπίτι στεγαζόταν το εργαστήριο αγιογραφίας της Λαύρας. Η πάροδος από την πίσω πλευρά του σπιτιού από το 1869 έφερε την ονομασία Υψηλάντιεβσκιϊ (δηλαδή, του Υψηλάντη).

Στα σοβιετικά χρόνια η πάροδος πήρε την ονομασία Άιστοβσκιϊ (από το Άιστοβ – επίθετο ενός εργάτη που σκοτώθηκε στη μάχη κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917). Η σημερινή διεύθυνση του σπιτιού είναι: οδός Ιβάνα Μαζέπυ, 6.

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Πρεσβεία της Ελλάδος στην Ουκρανία.
  • Σχινάς Μιχαήλ Γ., «Λόγος επιτάφιος εις Δημήτριον Υψηλάντην, / εκφωνηθείς παρά Μιχαήλ Σχινά εν τη του Ναυπλίου εκκλησία του Αγίου Γεωργίου την 6 Αυγούστου 1832». Έκδοση,1832.
  • Παμπούκης, Χ., «Λόγος επιτάφιος εις το μνημόσυνον του αειμνήστου Δημητρίου του Υψηλάντου, / εκφωνηθείς εν Ναυπλίω την 13 Μαΐου 1843, Υπό Χ. Παμπούκη». Έκδοση, 1843. 

 

Read Full Post »

 

Φαβιέρος Κάρολος (1782-1855)

 

Κάρολος Φαβιέρος

Κάρολος Φαβιέρος

Ο Κάρολος Φαβιέρος (Charles Favier) (1782-1855) Γάλλος φιλέλληνας. Ήλθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1824 με το ψευδώνυμο Μπορέλ και αποβιβάστηκε στο Ναυαρίνο, «με τη σκέψη να ιδρύσει αγροτική και βιομηχανική αποικία για τους εξόριστους συναδέλφους του», Γάλλους και Ιταλούς βοναπαρτιστές, οι οποίοι είχαν καταφύγει στην Ισπανία και Αγγλία. Ο ίδιος ήταν άριστος αξιωματικός του Βοναπάρτη.  Σπούδασε στην Πολυτεχνική Σχολή του Παρισιού και συμμετείχε στους Ναπολεόντειους Πόλεμους. Σε ηλικία 30 ετών ήταν συνταγματάρχης, και είχε τιμηθεί με τον Ταξιάρχη της Λεγεώνας της Τιμής και είχε πάρει τον τίτλο του βαρόνου. Το 1809 στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη και το 1810 στην Περσία για να οργανώσει τον περσικό στρατό. Μετά την παλινόρθωση των Βουρβώνων, αποτάχθηκε, όπως και οι περισσότεροι αξιωματικοί του Ναπολέοντα και κατέφυγε στην Αγγλία. Επέστρεψε για λίγο στην Αγγλία αλλά το Μάιο του 1825 όταν ξαναγύρισε στην Ελλάδα, ο Ιμπραήμ είχε αποβιβαστεί στην Πελοπόννησο και η ελληνική κυβέρνηση αναζήτησε στο πρόσωπο του δραστήριου Φαβιέρου τον έμπειρο αξιωματικό, ο οποίος θα μπορούσε να οργανώσει τακτικό στρατό* αντάξιο του υπό τον Ιμπραήμ αιγυπτιακού.  Έτσι στις 30 Ιουλίου 1825 ο Φαβιέρος διορίστηκε διοικητής και εκπαιδευτής του τακτικού σώματος, το οποίο έλαβε μέρος σε πολλές επιχειρήσεις. Η επίσημη τελετή παράδοσης του τακτικού σώματος στρατού έγινε στην πλατεία του Πλατάνου, τώρα Συντάγματος, του Ναυπλίου και ο Παν. Ρόδιος** παρέδωσε τη διοίκησή του στο Φαβιέρο.    

 

Στις αρχές Αυγούστου του 1826 έλαβε μέρος στην μάχη του Χαϊδαρίου*** όπου ηττήθηκε και στις 30 Νοεμβρίου 1826 διέσπασε με 530 άνδρες την πολιορκία της Ακρόπολης μεταφέροντας πολεμοφόδια αλλά έμεινε πολιορκημένος εκεί μέχρι τις 24 Μαΐου 1827 οπότε και συνθηκολόγησε. Το καλοκαίρι του 1827 έλαβε μέρος στην εκστρατεία της Χίου που διακόπηκε μετά από την αντίδραση των μεγάλων δυνάμεων.

Το 1828 μετά από διαφωνία του με τον Καποδίστρια έφυγε από την Ελλάδα για την Γαλλία όπου πήρε μέρος στην επανάσταση του Ιουλίου του 1830, οπότε διορίστηκε φρούραρχος του Παρισιού. Το 1839 έγινε γενικός επιθεωρητής στρατού, και το 1845 ομότιμος της Άνω Βουλής. Το 1842 η Γ’ Ελληνική Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας τον ανακήρυξε επίτιμο Έλληνα πολίτη και του απονεμήθηκε από τον Όθωνα ο Μεγαλόσταυρος του Τάγματος του Σωτήρος. Με τον θάνατό του το 1855 κηρύχθηκε τριήμερο πένθος στον Ελληνικό στρατό και η Ακρόπολη φωταγωγήθηκε πένθιμα.

 

Υποσημειώσεις

 

 

* Ο τακτικός στρατός κατά το 1825

 

 

Η δύναμις του Τακτικού Στρατού κατά το έτος 1825 ήτο 4.000 άνδρες, η δε σύνθεσή του η ακόλουθη:

Διοικητής
Συνταγματάρχης Κάρολος Φαβιέρος, Γάλλος
παραλαβών την Δ/σιν την 30ην Ιουλίου 1825 παρά του Συνταγματάρχου Ροδίου.

ΠΕΖΙΚΟΝ

  1. Α’ Τάγμα (Αθηνών) – 8 Λόχων (120-140 ανδρών έκαστος)
  2. Β’ Τάγμα (Ναυπλίου) – 6 Λόχων (120-140 ανδρών έκαστος)
  3. Γ’ Τάγμα (Αθηνών) – 8 Λόχων (120-140 ανδρών έκαστος)
  4. Δ’ Ημίταγμα – 4 Λόχοι (120-140 ανδρών έκαστος)
  5. Τμήμα Ελαφρού Πεζικού Ανιχνευτών Σταυροφόρων Δυνάμεως 250 ανδρών

ΙΠΠΙΚΟΝ

 Διοικητής Tαγματάρχης Ρεννώ, Γάλλος
  1. ‘Υλη Λογχιστών
  2. ‘Υλη Καραμπινοφόρων
  3. ‘Υλη Ανίππων

ΠΥΡΟΒΟΛΙΚΟΝ

 Διοικητής Λογαγός Εμμανουήλ Καλλέργης
Πυροβολαρχία 200 ανδρών μετά τεσσάρων (4) ορεινών πυροβόλων

 ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

ΟΠΛΟΣΤΑΣΙΟΝ

Από του Σεπτεμβρίου 1825 ήρξατο λειτουργούν εν Ναυπλίω εργοστάσιον επισκευής παλαιών τυφεκίων και πυροβόλων, ως και κατασκευής πυρομαχικών και βλημάτων πυροβολικού, υπό την διεύθυνσιν του Γάλλου Συνταγματάρχου Αρνώ, αφιχθέντος εκ Γαλλίας με Επιτελείον πυροτεχνουργών και αναγκαιούντων μηχανημάτων.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ


Διοικητής/Διευθυντής Λογαγός Μαγιές, Γάλλος


Η Σχολή Αξιωματικών Τακτικού Σώματος ελειτούργησε από τον Οκτώβριο 1825
Πρόκειται για την πρώτη Στρατιωτική Σχολή της Νεωτέρας Ελλάδος.

 

ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ

Διά θεσπίσματος του Βουλευτικού της 11ης Οκτωβρίου 1825 απεφασίσθη η σύστασις των αναγκαίων Νοσοκομείων διά την περίθαλψιν των ασθενών και τραυματιών.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Άμα τη συγκροτήσει του, το Τακτικόν Σώμα μετέβη εις Αθήνας την 1ην Οκτωβρίου 1825 γενόμενο ενθουσιωδώς δεκτόν. Τον Μάρτιο του 1826, ο Φαβιέρος, άνευ διαταγών και με δική του πρωτοβουλία, ωδήγησε το Τακτικόν εις Κάρυστον, όπου ηττήθη από τον Ομέρ Πασά τον Καρυστινό. Ανεσυγκροτήθη εκ ν έου εις Αθήνας και έλαβε νέες στολές. Αυτές ήταν:

  1. Αμπέχωνο γαλάζιο στολισμένο στα στήθη με αργυρόπλεκα γαϊτάνια
  2. παντελόνι φαιό
  3. κράνος αγγλικό μαύρο, απαστράπτων, με λοφίο από μαύρα και άπρα πτερά
  4. Σπαθιά αξιωματικών με χρυσή λαβή
  5. όπλα στρατιωτών με ξιφολόγχη
  6. δερμάτινος γυλιός


Παρά την λαμπρή εμφάνιση, το Σώμα εστερείτο ηθικού και δεν εσημείωσε αξιόλογη δράση με εξαίρεση την είσοδό του στην πολιορκουμένη υπό του Κιουταχή Ακρόπολη των Αθηνών την 30η Νοεμβρίου 1826.

Η ενίσχυσις των πολιορκουμένων με άνδρες και εφόδια παρέτεινε την πολιορκία έως τις 27 Μαϊου 1827 οπότε υπήρξε συνθηκολόγησις υπέρ των Τούρκων.
Τα λείψανα του Τακτικού ανεσυγκροτήθησαν εις Πόρον και ανεχώρησαν δια την τελευταία εκστρατεία στην Χίο τον Οκτώβριο του 1827.

Η Ελληνική κυβέρνησις, μη δυναμένη να συντηρήση το Τακτικόν, ενέκρινε την εκστρατεία της Χίου διότι τα έξοδα τα ανέλαβαν οι Χιώτες της διασποράς. ‘Ετσι, η τελευταία δύναμις στρατού εξέφυγε από τα χέρια της Κυβερνήσεως η οποία, ανίκανη να επιβληθή στην εσωτερική αναρχία, κατέφυγε εις Αίγινα εν αναμονή του Καποδίστρια.

 

Charles Favier, baron (1782-1855)

Charles Favier, baron (1782-1855)

 

 

 

** Παναγιώτης Ρόδιος (1789-1851)

 

 

Γεννήθηκε στη Ρόδο το 1789. Ο πατέρας του, Γεώργιος, ήταν εμποροπλοίαρχος, και ιδιοκτήτης πλοίου. Τα πρώτα του γράμματα, τα έμαθε στη Ρόδο και δεν θέλησε να ακολουθήσει το επάγγελμα του καραβοκύρη. Μετά το θάνατο του πατέρα του, πούλησε το πλοίο του και πήγε για σπουδές στο Φιλολογικόν Γυμνάσιον Σμύρνης όπου και διακρίθηκε. Στο σχολείο της Σμύρνης δίδασκαν σημαντικότατοι δάσκαλοι, εκπρόσωποι του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, όπως ο Κων/νος Κούμας και οι αδελφοί Στέφανος και Κων/νος Οικονόμος. Από τη Σμύρνη ταξίδεψε αρχικά για την Πάδουα και στη συνέχεια στο Παρίσι για να σπουδάσει ιατρική. Εκεί προσχώρησε στις ιδέες του Διαφωτισμού και στον κύκλο του εκφραστή τους, Αδαμάντιο Κοραή, ο οποίος αποτέλεσε το πνευματικό του πρότυπο.

Όμως, πριν ολοκληρώσει τις σπουδές του, ξεκίνησε η Ελληνική Επανάσταση το 1821. Τότε, εγκατέλειψε το Παρίσι και τον Αύγουστο του 1821 επέστρεψε στην Ελλάδα και κατατάσσεται στο πρώτο τακτικό σώμα στρατού. Μετέχοντας στη συνοδεία του Σκωτσέζου φιλέλληνα Τόμας Γκόρντον, κατευθύνθηκε στο Άστρος, όπου θα συναντούσαν τον Δημήτριο Υψηλάντη. Ο Ρόδιος ενταγμένος στο επιτελείο του Υψηλάντη συμμετείχε στην πολιορκία της Τριπολιτσάς μέχρι την πτώση της.

Ο διακεκριμένος Φαναριώτης Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, πολιτικός και διανοούμενος, συνάντησε τον Ρόδιο στην Κόρινθο και τον έθεσε υπό την πολιτική του προστασία Ο Ρόδιος έλαβε μέρος στη μάχη του Πέτα, με το βαθμό του λοχαγού, διακρίθηκε για την ανδρεία του και ήταν από τους ελάχιστους επιβιώσαντες. Με τα λείψανα του τακτικού στρατού συμμετείχε στην κατάληψη του Ναυπλίου από τους Έλληνες.
Τον Νοέμβριο του 1822 ο Ρόδιος ανέλαβε τη διοίκηση του πρώτου τάγματος του τακτικού στρατού, παίρνοντας προαγωγή στο βαθμό του ταγματάρχη.

Ο Ρόδιος, προσχώρησε στην κυβέρνηση του Κουντουριώτη παίρνοντας μάλιστα τη σημαντικότερη πολιτική θέση της σταδιοδρομίας του, εκείνη του προσωρινού Γενικού Γραμματέα του Εκτελεστικού, αναπληρώνοντας τον Μαυροκορδάτο, δεύτερος πολιτειακός παράγοντας, μετά τον πρόεδρο του Εκτελεστικού, Κουντουριώτη.

Από τον Ιούλιο του 1824 ο Ρόδιος προήχθη στο βαθμό του συνταγματάρχη, επιφορτισμένος με τα καθήκοντα του αρχηγού του τακτικού σώματος στρατού. Τον Ιούλιο του 1824, συνυπέγραψε την επίσημη ανασύσταση του τακτικού στρατού, την οποία ανέλαβε να φέρει σε πέρας. Το 1825 παρέδωσε τη διοίκηση του τακτικού στρατού στον Γάλλο αξιωματικό, Φαβιέρο.

Διετέλεσε στενός συνεργάτης του πρώτου Έλληνα Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια και Γραμματέας επί των Στρατιωτικών. Επί υπουργίας του συμβάλλει στην ίδρυση του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου.


Ο Ι. Καποδίστριας δολοφονείται τον Οκτώβριο του 1831 και το 1833 ο Όθων φθάνει στην Ελλάδα ως πρώτος βασιλιάς της. με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3η2 Φεβρουαρίου 1830 αναγνωρίζεται διεθνώς το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος.
Μετά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843 ο Ρόδιος διορίζεται στρατιωτικός διοικητής Αργολίδος. Ο βασιλιάς Όθωνας προάγει τον Ρόδιο σε υποστράτηγο. Ο Ρόδιος συμμετέχει ως πληρεξούσιος του Ναυπλίου στην Εθνοσυνέλευση και μετέχει, ως μέλος της συντακτικής Επιτροπής του Συντάγματος. Το 1844 αναλαμβάνει καθήκοντα Γραμματέως επί των Στρατιωτικών, ενώ το 1848 διατελεί και πάλιν, Υπουργός Στρατιωτικών. Παντρεύτηκε μία από τις κόρες του Γενναίου Κολοκοτρώνη, με την οποία απέκτησε ένα γιο και πέθανε το 1851 σε ηλικία 62 ετών.

 

 

*** Ο Φαβιέρος για τις μάχες στο Χαϊδάρι

 

Την επομένη της μάχης ο Κάρολος Φαβιέρος και οι άνδρες του αποχώρησαν από το στρατόπεδο της Ελευσίνας χωρίς καμία προειδοποίηση και μετέβησαν στη Σαλαμίνα. Ο Γάλλος συνταγματάρχης ήταν ιδιαίτερα απογοητευμένος από την έκβαση των επιχειρήσεων στο Χαϊδάρι αλλά και από τη συμπεριφορά των ατάκτων πολεμιστών απέναντι στο τακτικό στράτευμα. Η αναφορά, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας παρατίθεται παρακάτω, μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τη στάση του Φαβιέρου κατά τις μάχες του Χαϊδαρίου. Αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο, καθώς ο Φαβιέρος έχει κατηγορηθεί από πολλούς οπλαρχηγούς που άφησαν απομνημονεύματα, αλλά και από ιστορικούς, ότι φέρθηκε με αλαζονεία, δεν ήταν ιδιαίτερα συνεργάσιμος και ότι η επιθυμία του για προσωπική δόξα δεν επέτρεψε την ευόδωση των επιχειρήσεων στο Χαϊδάρι.

«Απήλθον είς την Κούλουρην με δύο τάγματα και τέσσαρα πυροβόλα και ένα λόχον τών φιλελλήνων. Μ’ εκακοφαίνετο πολύ τό ότι δεν είχον τό Ιππικόν, διότι τότε ήθελε διαλυθή ή πολιορκία. Την 3ην επέρασα είς την Ελευσίνα. Η γνώμη μου ήτο ν’ ανοίξωμεν δρόμον από τό μοναστήριον Δαφνί ή άπό τόν Πειραιά, διά νά έχωμεν τάς απαιτουμένας διά τόν στρατόν συγκοινωνίας. Την 6ην διαβάντες από τά όρη εφθάσαμεν την νυκταν είς τόν περίβολον του Χαϊδαρίου, θέσις, περί την οποίαν υπάρχουν λόφοι. Την αυγήν μάς περιεκύκλωσε τό ιππικόν του εχθρού, όστις ήρχισε μετ’ όλίγον να πυροβολεί καθ’ ημών, και μας έβλαψεν οπωσούν […].

Αφού οι Τούρκοι έφυγον άφ’ όλα τά μέρη, μόλις εμφανισθέντων τών στρατευμάτων μας, επρότεινα είς τους οπλαρχηγούς νά διώξωμεν τόν εχθρόν. Ούτως ηθέλομεν διαλύσει την πολιορκίαν ωφεληθέντες από την δειλίαν του. Αλλ’ αυτοί κατεσκεύασαν προμαχώνες επί τινών θέσεων, τάς οποίας εκυριεύσαμεν. Την επιούσαν έφθασεν αρκετή βοήθεια είς τόν Κιουταχηή από τόν Εύριπον υπό τόν Ομέρ πασσάν. Την επαύριον επαρουσιάσθη ο έχθρός είς τά χαράγματα τής αυγής με τρεις χιλιάδας περίπου, έξ ών αι δύο χιλιάδαι πεζοι […].

To εσπέρας τέλος δεν είχομεν ούτε άρτον, ούτε νερόν, ούτε συγκοινωνίαν. Ο δε στρατηγός Καραϊσκάκης με ειδοποίησεν ότι την νύκτα έμελλε να επιπέση μ’ όλον του τόν στρατόν κατά του εχθρού και εζήτει νά μείνω είς εφεδρείαν εις τόν περίβολον. Υπεσχέθη και έμεινα, και μετά δυο ώρας είδον εμαυτόν μ’ απορίαν μου μεταξύ τών Τούρκων. Διά τούτο ή αποχώρησίς μου έγινε πολύ ακαταλλήλως είς στράτευμα τακτικόν. Είμεθα ή οπισθοφυλακή ομού με τους φιλέλληνας, έξ ών συνελήφθησαν δύο. Τέλος διελθόντες από μέρη πολύ δύσβατα, εφθάσαμεν είς την πεδιάδα, όπου εμάθομεν ότι πρό δυο ωρών είχον αναχωρήσει τά άτακτα στρατευματα. Οι άτακτοι διήρπασαν τά σκεύη τών στρατιωτών μας, ένώ ούτοι άπήρχοντο είς την μάχην, αι δε νυκτοφύλακαί μας ετουφέκισαν ερχομένους. Διά ταύτα δεν ήτο δυνατόν νά διατηρηθή τό νέον τούτο τακτικόν σώμα είς την Ελευσίνα έν τω μέσω τών ατάκτων στρατιωτών, οι οποίοι ήρχισαν νά λιποτακτούν και ηδύναντο νά παρασύρουν και τους τακτικούς εις την φυγήν των.

Όθεν ανεχώρησα και ήλθον είς τά Αμπελάκια, όπου εύρον και τό ιππικόν όλον πυρ άλλ’ εις μεγάλην αταξίαν. Όλη ή ζημία μας συνίσταται είς εβδομήντα φονευμένους, πληγωμένους ή ζωγρημένους. Εκ τών φιλελλήνων ό Βολζιμόν, Μπω, Σουζιε σοβαρά επληγώθησαν, ο Ρουσσέν και ο Πεκαράρα ηχμαλωτίσθηκαν, ώς και ο νέος ανδρείος Ρίζος. Του εχθρού ή ζημία συνίσταται είς χιλίους επτακοσίους».

Ο ιστορικός Διονύσιος Κόκκινος υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός του Φαβιέρου για συνεννόησή του με τον Καραϊσκάκη, προκειμένου να γίνει επίθεση εναντίον των Τούρκων τις πρώτες πρωινές ώρες της 9ης Αυγούστου είναι μάλλον λανθασμένος, αφού είναι βέβαιος ότι ο οπλαρχηγός δεν θα επιχειρούσε επίθεση σε πεδινό έδαφος εναντίον ενός κατά πολύ υπεράριθμου αντιπάλου. Από την άλλη πλευρά, αποκλείει την πιθανότητα να ψεύδεται ο Γάλλος και αποδίδει την παρεξήγηση, που ταλαιπώρησε τόσο πολύ τους άνδρες του τακτικού στρατού, σε κακή συνεννόηση λόγω ανεπαρκούς διερμηνείας. Ο Δημήτριος Αινιάν (1800-1881), ένας από τους πιο πιστούς αγωνιστές και φίλους του Καραϊσκάκη, και ο κατεξοχήν βιογράφος του μεγάλου ήρωα, πιστεύει ότι η όλη στάση του Φαβιέρου και η παραπάνω αναφορά είναι αποτέλεσμα του συνεταιρισμού του Γάλλου συνταγματάρχη με τους «εν Ναυπλίω εχθροϋς του Καραϊσκάκη» αλλά και της επιθυμίας του να γίνει γενικός αρχηγός της εκστρατείας για την απελευθέρωση της Αθήνας από τον κλοιό του Κιουταχή.

Οι αυστηρές κρίσεις του Αινιάνα είναι προφανώς επηρεασμένες από τον μεγάλο θαυμασμό που έτρεφε προς τον Γεώργιο Καραϊσκάκη. Ο Φαβιέρος ήταν αναμφίβολα γενναίος άνδρας και ικανότατος αξιωματικός, με μεγάλη πείρα σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. To πολεμικό του ταλέντο είχε αναδειχθεί στους Ναπολεόντειους πολέμους. To 1807 απεστάλη στην Κωνσταντινούπολη και αμέσως μετά στην Περσία, όπου αναδιοργάνωσε τη στρατιωτική επιμελητεία. Προήχθη στον βαθμό του συνταγματάρχη το 1815. Κατά την περίοδο 1822-1823 πολέμησε στην επαναστατημένη Ισπανία στο πλευρό της φιλελεύθερης παράταξης. To 1825 τον κάλεσε η ελληνική κυβέρνηση, προκειμένου να αναλάβει την ανασυγκρότηση του τακτικού στρατιωτικού σώματος της Ελλάδας. Οι μεγάλες ικανότητες του Φαβιέρου φάνηκαν στην επιτυχημένη επιχείρηση εισόδου μεγάλου τμήματος του τακτικού στρατού με πολλά εφόδια στην πολιορκούμενη Ακρόπολη στα τέλη Νοεμβρίου 1826. Παρά τη μεγάλη του εμπειρία, όμως, ο Φαβιέρος ήταν παντελώς ανίδεος σχετικά με τις μεθόδους και τις τεχνικές του ανταρτοπόλεμου, που διενεργούσαν οι Έλληνες οπλαρχηγοί, μη έχοντας στη διάθεσή τους οργανωμένο, εξοπλισμένο και πολυάριθμο στρατό, όπως οι Τούρκοι. Οι γνώσεις και οι εμπειρίες του Φαβιέρου δεν ανταποκρίνονταν στις ανάγκες και τις δυνατότητες του ελληνικού αγώνα κι έτσι δεν φάνηκαν ιδιαίτερα ωφέλιμες.

 

Πηγές

 

  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης « Πέτρος Μπελίνος: Ένας Φιλέλληνας στο Άργος», Περιοδικό Αναγέννηση, τεύχος 357, 1998. 
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών.
  • Η ιστορία των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων δια μέσου των αιώνων, http://www.hellasarmy.gr
  • Δήμος Χαϊδαρίου.

 

 

Read Full Post »

Μακρυγιάννης Ιωάννης (1797-1864)

  

 

Μακρυγιάννης Αγωνιστής του 1821 και αργότερα στρατηγός,  γνωστός για τα δημοκρατικά του φρονήματα. Γεννήθηκε στο Αβορίτι της Φωκίδας, ένα χωριουδάκι τρεις ώρες δρόμο μακριά από το Λιδωρίκι. Ήταν μωρό ακόμη, όταν ο πατέρας του Δημήτριος Τριανταφύλλου δολοφονήθηκε από τους Τούρκους. Ο ίδιος ονομάστηκε αργότερα Μακρυγιάννης για το ψηλό του ανάστημα. Η μάνα του, η φτωχή Βασιλική, που τον είχε γεννήσει επιστρέφοντας στο σπίτι μ’ ένα δεμάτι ξύλα στην πλάτη, αναγκάστηκε να φύγει στη Λειβαδιά.

 

Eφτάχρoνoς ο Γιάννης μπήκε υπηρέτης. Αργότερα, το 1811, σε ηλικία 14 ετών, τον έστειλε η μάνα του υπηρέτη στην Άρτα, στο σπίτι του Θανάση Λιδωρίκη. Εκεί ασχολήθηκε ταυτόχρονα με το εμπόριο, έμπορας και δανειστής, με αποτέλεσμα στις παραμονές της επανάστασης να έχει αποκτήσει σημαντική περιουσία και συνείδηση μικροαστού. Έμεινε στην Άρτα δέκα χρόνια.

  

Παραμονές του Αγώνα κατηχήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Τον Μάρτιο 1821 τον έστειλαν οι Φιλικοί στην Πάτρα, για να εκτιμήσει την κατάσταση και κινδύνεψε να συλληφθεί. Επέστρεψε στην Άρτα, αλλά οι Τούρκοι, που είχαν τις πληροφορίες τους, τον φυλάκισαν περνώντας του σίδερα στα πόδια και τον βασάνιζαν 70 μέρες, για να τους μαρτυρήσει πού έκρυβε το βιος του. Ο Μακρυγιάννης, προσποιούμενος τον ετοιμοθάνατο, κατόρθωσε να ξεφύγει και ύστερα από περιπέτειες, έφτασε στο Πέτα, όπου πολέμησε στο πλευρό του Γώγου Μπακόλα.

 

Κατόπιν αρρώστησε και κατέβηκε στο Μεσολόγγι κι από κει στα Σάλωνα, μέχρι που έγινε καλά. Στη συνέχεια έλαβε μέρος σε διάφορες επιχειρήσεις στην ανατολική Στερεά Ελλάδα. Τον Αύγουστο 1822 ακολούθησε σαν μικροκαπετάνιος τον Οδ. Ανδρούτσο και τον Γιάννη Γκούρα στην Αθήνα, όπου έγινε για λίγο πολιτάρχης (αστυνόμος). Απογοητευμένος, όμως, από τα φερσίματά τους και προπαντός από τη φιλαργυρία και την πλεονεξία του Γκούρα, τους εγκατέλειψε και κατέβηκε στον Μοριά.

 

Ιωάννης Μακρυγιάννης, σχέδιο Benjamin Mary, 30 Απριλίου 1840.

 

Ο Κολοκοτρώνης τού έδωσε εντολή να ακολουθήσει το γιο του Γενναίο. Αλλά ούτε στο Μοριά ήταν ευχαριστημένος από την αταξία και τις αντιθέσεις των πολιτικών, ιδιαίτερα του Μαυροκορδάτου. Όταν σχηματίστηκε το παράνομο εκτελεστικό στο Κρανίδι και υπήρχαν δύο κυβερνήσεις, ο Μακρυγιάννης βρέθηκε με το νέο εκτελεστικό του Κρανιδίου στο πλευρό του Γ. Κουντουριώτη, του Κωλέττη και του Μαυροκορδάτου και πολέμησε για λογαριασμό τους εναντίον της άλλης παράταξης στη Δαλαμανάρα (9 και 10 Μαΐου 1824). Μετά τον έστειλαν στην Αρκαδία και Μεσσηνία, επειδή οι κάτοικοι αρνούνταν να πληρώνουν φόρους στην κυβέρνηση Κουντουριώτη. Κόντεψε μάλιστα να συλληφθεί και επιστρέφοντας στ’ Ανάπλι διηγήθηκε στους κυβερνητικούς τις περιπέτειές του. Τότε τον πίεσαν να μεταβεί στην Αθήνα και να πείσει τον Γκούρα, τον Καρατάσο, τον Γάτσο και άλλους να κατέβουν στον Μοριά, να πολεμήσουν τους «αντάρτες». Με τα πολλά παρακάλια τους έπεισε, κατέβηκαν εκείνοι και εξαπέλυσαν όργιο αρπαγών και αυθαιρεσιών. Ο Μακρυγιάννης παραπονιόταν για όλα αυτά, αλλά ο ίδιος είχε μεγάλη ευθύνη για το φούντωμα του εμφυλίου.

 

Η κυβέρνηση Κουντουριώτη τον είχε κάνει αντιστράτηγο για τις υπηρεσίες που της είχε προσφέρει. Ο αγνός Μακρυγιάννης παρασύρθηκε από τη δίνη των γεγονότων. Χωρίς να το καταλάβει, έγινε όργανο της παράνομης κυβέρνησης. Ο ίδιος σημειώνει στ’ απομνημονεύματά του: «Δεν ήξερε κανείς τι να κάμει. Ήμουν άμαθος από τέτοια». Ήταν μια ειλικρινής εξομολόγηση. Απογοητευμένος εξάλλου από όλους, σημειώνει παρακάτω: «Μούτζες και στρούτζες να ’χουν και το ’να και τ’ άλλο μέρος».

 

Όταν ο Ιμπραήμ πάτησε τον Μοριά, ο Μακρυγιάννης τον πολέμησε στο Νιόκαστρο και μετά στους Μύλους, αποφασιστικά τούτη τη φορά (13 Ιουνίου 1825), μαζί με τον Δημ. Υψηλάντη, τον Κων/νο Μαυρομιχάλη και άλλους και στάθηκε ο κυριότερος συντελεστής της νίκης. Τραυματίστηκε μάλιστα σοβαρά στο δεξί χέρι.

 

Αργότερα παραιτήθηκε από τον βαθμό του στρατηγού και κατατάχθηκε ως απλός στρατιώτης στο τακτικό σώμα του Φαβιέρου για εκγύμναση. Μετά έγινε πολιτάρχης στην Αθήνα. Όταν ο Κιουταχής πολιορκούσε την Ακρόπολη, ο Μακρυγιάννης πολέμησε ηρωικά, ιδιαίτερα στις μάχες του Σερπετζέ (θέατρο Ηρώδη του Αττικού), όπου και τραυματίστηκε. Πήρε μέρος και σε πολλές άλλες μάχες, στον Πειραιά και αλλού, και έφερε σε πέρας πολλές επικίνδυνες αποστολές.

 

Επί Καποδίστρια διετέλεσε στρατιωτικός διοικητής Πελοποννήσου (1828-1830), αλλά έγινε αντικαποδιστριακός και αντικαταστάθηκε από τον Νικηταρά. Την εποχή του Όθωνα έδειξε θερμό ενδιαφέρον για τους αγωνιστές του 1821 και υποστήριξε τα δίκαιά τους. Οι αντιβασιλικοί μπαινόβγαιναν στο σπίτι του στην Πλάκα. Εκεί δόθηκε και ο όρκος πριν από την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που έκανε μαζί με το Δημ. Καλλέργη «Ορκιζόμαστε αβιάστως να φυλάξωμεν την πατρίδα μας, ότι κινδυνεύει από τους τοιούτους… Και ορκίζομαι εγώ πρώτος ο Mακρυγιάννης να φυλάξω όλα αυτά…».

 

Η μεγαλύτερή του προσφορά κατά την Οθωνική περίοδο ήταν η επανάσταση αυτή, που είχε ως αποτέλεσμα ν’ αποκτήσει η χώρα μας το πρώτο της Σύνταγμα (1844). Οι βασιλικοί τον κατηγόρησαν στη συνέχεια για συνωμοσία και τον φυλάκισαν (1852). Καταδικάστηκε σε θάνατο, η ποινή του μετατράπηκε σε φυλάκιση και τέλος αποφυλακίστηκε (1854) με εντολή του τότε πρωθυπουργού και συναγωνιστή του Δημ. Καλλέργη. Η φυλακή και η κακομεταχείριση τον κατέβαλαν. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε καταληφθεί από βαθιά θρησκευτικότητα και προσευχόταν συνεχώς σε μια σπηλιά κοντά στη γειτονιά του, που την είχε μετατρέψει σε ερημητήριο. Μετά την έξωση του Όθωνα τιμήθηκε με τον βαθμό του υποστρατήγου (1862) και αντιστρατήγου (1864). Μετά από λίγες μέρες πέθανε σε ηλικία 67 χρονών. Ο λαός της Αθήνας τον έκλαψε και τον κήδεψε με μεγάλες τιμές στο Α΄νεκροταφείο. Είχε αποκτήσει δώδεκα παιδιά με την Κατερίνα Σκουζέ, που είχε παντρευτεί στην Αθήνα το 1825. Η συνοικία της Αθήνας όπου κατοικούσε πήρε το όνομά του.

 

Τ’ απομνημονεύματά του  τα διακρίνει πηγαίο πεζογραφικό ταλέντο με πολλές αφηγηματικές αρετές. Το ύφος είναι απλό και ανεπιτήδευτο και θεωρείται υποδειγματικό.  Ο Μακρυγιάννης ήταν αγράμματος, αλλά σε ηλικία 33 χρόνων – «στα γεράματά του», όπως σημειώνει χαριτολογώντας – «έμαθε γράμματα, για να γράψει το βίο του». Τα χειρόγραφά του ανακάλυψε και αποκατέστησε με πολύ κόπο ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο οποίος και τα εξέδωσε με εκτενή πρόλογο το 1907.

 

Απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του:

 

«Εκεί οπούφκιαχνα τις θέσες εις τους Μύλους (Κοντά στο Ναύπλιο) ήρθε ο Ντερνυς (Γάλλος Στρατιωτικός) να με ιδή. Μου λέγει. ‘Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσεις είναι αδύνατες. Τι πόλεμον θα κάνετε με τον Μπραϊμη αυτού;’ – Του λέγω, είναι αδύνατες οι θέσεις κι’ εμείς, όμως είναι δυνατός ο θεός όπου μας προστατεύει. Και θα δείξωμεν την τύχη μας σ’ αυτές τις θέσεις τις αδύνατες. Κι αν είμαστε ολίγοι εις το πλήθος του Μπραϊμη, παρηγοριόμαστε μ’ ένα τρόπον, ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν. Κι όταν κάνουν αυτήνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν»

 

Πρόλογος από τα απομνημονεύματα του:

 

 

Αδελφοί αναγνώστες!

 
Μακρυγιάννης - Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Μακρυγιάννης – Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Επειδή έλαβα αυτείνη την αδυναμία να σας βαρύνω με την αμάθειά μου (αν έβγουν εις φως αυτά οπού σημειώνω εδώ και ξηγώμαι πότε με κόλλησε αυτείνη η ιδέα, -από τα 1829, Φλεβαρίου 26, εις το Αργος – και ακολουθώ αγώνες και άλλα περιστατικά της πατρίδος) σας λέγω, αν δεν τα διαβάσετε όλα, δεν έχει το δικαίωμα κανένας από τους αναγνώστες να φέρη γνώμη ούτε υπέρ, ούτε κατά.

‘Οτι είμαι αγράμματος και δεν μπορώ να βαστήσω ταχτική σειρά ‘σ τα γραφόμενα, και… τότε φωτίζεται και ο αναγνώστης. Μπαίνοντας εις αυτό το έργον και ακολουθώντας να γράφω δυστυχήματα αναντίον της πατρίδος και θρησκείας, οπού της προξενήθηκαν από την ανοησίαν μας και ‘διοτέλειά μας και από θρησκευτικούς και από πολιτικούς και από ‘μάς τους στρατιωτικούς, αγαναχτώντας και εγώ απ’ ούλα αυτά, ότι ζημιώσαμε την πατρίδα μας πολύ και χάθηκαν και χάνονται τόσοι αθώοι άνθρωποι, σημειώνω τα λάθη ολωνών και φτάνω ως την σήμερον, οπού δεν θυσιάζομε ποτές αρετή και πατριωτισμόν και είμαστε σε τούτην την άθλια κατάστασιν και κιντυνεύομεν να χαθούμεν.

Γράφοντας αυτά τα αίτια και τις περίστασες, οπού φέραμεν τον όλεθρον της πατρίδας μας όλοι μας, τότε ως έχοντας και εγώ μερίδιον εις αυτείνη την πατρίδα και κοινωνία, γράφω με πολλή αγανάχτησιν αναντίον των αιτίων, όχι να ‘χω καμμιά ιδιαίτερη κακία αναντίον τους, αλλά ο ζήλος της πατρίδος μου δίνει αυτείνη την αγανάχτησιν και δεν μπόρεσα να γράψω γλυκώτερα. Αυτό το χειρόγραφον, από την περίστασιν οπού μου έγιναν πολλές καταδρομές, το είχα κρυμμένο. Τώρα οπού το έβγαλα, το διάβασα όλο και έγραψα ως τα 1850 Απρίλη μήνα, και διαβάζοντάς το είδα ότι δεν ξηγώμαι γλυκώτερα δια κάθε άτομον.

 

Πρώτο λοιπόν αυτό, και ύστερα σε πολλά μέρη ‘παναλαβαίνω πίσω τα ίδια (ότι είμαι αγράμματος και δεν θυμώμαι και δεν βαστώ σειρά ταχτική) και τρίτο, εκείνα οπού σημειώνω εις την πρωτοϋπουργίαν του Κωλέτη, οπού έκαμεν τόσα μεγάλα λάθη αναντίον της πατρίδος του και της θρησκείας του και των συναγωνιστών του, όλων των τίμιων ανθρώπων και να χύση τόσα άδικα αίματα των ομογενών του και να πάθη η δυστυχισμένη του πατρίδα και να παθαίνη και τώρα εις τον πεθαμό του από τους ίδιους τους μαθητάς του και συντρόφους του, οπού μας κυβερνούν, και οι προκομμένες του οι Βουλές και άλλοι τοιούτοι, οπού δεν άφησαν λεπτό εις το ταμείο, και όλο το κράτος τό’ ‘φεραν σε μίαν μεγάλη δυστυχία και ανωμαλία, και ένας μεγάλος στόλος των σκύλων μας έχουν μπλόκον, οπού ‘ναι περίτου από τρεις μήνες, και μας πήραν όλα τα καράβια και μας κατακερμάτισαν όλο το εμπόριον και τζαλαπάτησαν την σημαίαν μας και πεθαίνουν της πείνας οι ανθρώποι των νησιών και εκείνοι οπού ‘χουν τα καράβια τους γκιζερούν εις τους δρόμους και κλαίνε με μαύρα δάκρυα.

 

‘Ολα αυτά τα δεινά και άλλα πλήθος είναι έργα του Κωλέτη και της συντροφιάς του, οπού άφησε εντολή να κυβερνιώμαστε με αυτό το σύστημα και με τους τοιούτους συντρόφους του. Και από αυτό παθαίνομεν και τι θα πάθωμεν ακόμα ο Θεός το γνωρίζει. Και αυτά ήταν δια τους ξένους σκοπούς του και τις ‘διοτέλειές του και για να κατακερματίσουνε και την Τρίτη Σεπτεβρίου -οπού διαλαβαίνει περί θρησκείας και άλλης σωτηρίας της πατρίδος αυτό το Σύνταμα – και τό’ ‘χομεν εις το χαρτί και αντίς να μας ωφελήση μας αφανίζει ολοένα. ‘Ολοι οι άλλοι, οπού γράφω εξ αρχής, είναι άγιοι ομπρός ‘σ αυτόν και την συντροφιά του τη σημερνή, μ’ όλον οπού τα λάθη τα πρώτα εγέννησαν και τούτα.

 

Δια όλα αυτά γράφω εδώ. Ως άνθρωπος μπορώ να πεθάνω και ή τα παιδιά μου, ή άλλος τα αντιγράψη, για να τα βγάλη εις φως, πρώτο τους ανθρώπους, οπού γράφω μ’ αγανάχτησιν αναντίον τους, να βάνη τις πράξες του κάθε ενού και τ’ όνομά του με καλόν τρόπον, όχι με βρισές, δια να χρησιμεύουν αυτά όλα εις τους μεταγενεστέρους και να μάθουν να θυσιάζουν δια την πατρίδα τους και θρησκεία τους περισσότερη αρετή, να ζήσουν ως ανθρώποι ‘σ αυτήν την πατρίδα και μ’ αυτήν την θρησκείαν. Χωρίς αρετή και πόνο εις την πατρίδα και πίστη εις την θρησκεία τους έθνη δεν υπάρχουν. Και προσοχή να μην τους απατάγη η ‘διοτέλεια.

 

Και αν σκοντάψουν, τότε εις τον κρεμνόν θα πηγαίνουν, καθώς το πάθαμεν εμείς. ‘Ολο εις τον κρεμνόν κυλάμεν κάθε ‘μέρα. ‘Οταν λοιπόν βγη αυτό το χειρόγραφον εις φως, διαβάζοντάς το όλο οι τίμιοι αναγνώστες, αρχή και τέλος, τότες έχουν το δικαίωμα να κάμη ο καθείς των την κρίση του είτε υπέρ, είτε κατά.

Στρατηγός Μακρυγιάννης

  

Οικία στρατηγού Μακρυγιάννη στο Άργος

 

 

Πρόκειται για πλινθόκτιστη ισόγεια μονοκατοικία, που είχε τετράρριχτη κεραμοσκεπή. Από παλιές φωτογραφίες και δημοσιεύματα φαίνεται ότι το σπίτι του στρατηγού Μακρυγιάννη ήταν αντιπροσωπευτικό δείγμα λαϊκής αρχιτεκτονικής.Ο Μακρυγιάννης την περίοδο 1829-1832 έζησε στο Άργος και το σπίτι το έκτισε τότε, περίπου το 1830, και έμενε σ’ αυτό, όταν άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά του. Αυτή τη στιγμή η στέγη έχει καταρρεύσει, τα κουφώματα δεν υπάρχουν και οι τοίχοι ολοένα φθίνουν, μια και η πλίθρα είναι ιδιαίτερα ευπαθής στην υγρασία και τη βροχή. Έχει  κηρυχτεί  διατηρητέο μνημείο.

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Στρατηγού Mακρυγιάννη, Aπομνημονεύματα, τόμος A΄, Eλληνικά Γράμματα/Tα Nέα 2006)

 

Διαβάστε επίσης:

 

Read Full Post »

Γόρδων ή Γκόρντον Θωμάς (1788-1841)

 

Άγγλος στρατηγός από τη Σκωτία και φιλέλληνας, από τους πρώτους που πήραν ενεργό μέρος στην επανάσταση του 1821. Καταγόταν από οικογένεια ευγενών και αγαπούσε τα ταξίδια. Έτσι, αποχώρησε από το στράτευμα της Αγγλίας και από το 1810 άρχισε να ταξιδεύει. Επισκέφθηκε πολλά μέρη της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας. Στην Κωνσταντινούπολη μάλιστα παντρεύτηκε Ελληνίδα αρμενικής καταγωγής.

 

Γόρδων ή Γκόρντον Θωμάς

Γόρδων ή Γκόρντον Θωμάς

 

Με την έναρξη της επανάστασης απέπλευσε με δικό του πλοίο από τη Μασσαλία με προορισμό την Ελλάδα. Κατέληξε στα Τρίκορφα, έξω από την Τρίπολη, τον Αύγουστο1821, έχοντας μαζί του 600 όπλα, τρία κανόνια και μολύβι. Ο Δημήτριος Υψηλάντης τον δέχτηκε με τιμές και του ανέθεσε να συγκροτήσει σώμα από Έλληνες και Φιλέλληνες. Μετά την πτώση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου του 1821), απογοητευμένος και οργισμένος από την απειθαρχία και τις σφαγές των Ελλήνων, έφυγε για το Λονδίνο, όπου έγινε μέλος επιτροπής για την ενίσχυση του Αγώνα με χρήματα και όπλα. Επανήλθε στην Ελλάδα ύστερα από πρόσκληση των Ελλήνων (1826) και εγκαταστάθηκε στα Κύθηρα, από όπου έστελνε τρόφιμα προς τα ελληνικά στρατόπεδα και άλλα εφόδια, που έρχονταν από το εξωτερικό. Την ίδια χρονιά έφτασε στο Ναύπλιο με 14.000 λίρες. Ήταν τα τελευταία χρήματα από το β΄ δάνειο. Το 1827 πολέμησε εναντίον του Κιουταχή από τον λόφο της Μουνυχίας, τον οποίο οχύρωσε, επικεφαλής 2.300 Ελλήνων. Μα και πάλι έφυγε, αγανακτισμένος από την κακή συμπεριφορά των Ελλήνων. Αργότερα ξαναήλθε, προσέφερε και άλλες υπηρεσίες στη χώρα και διορίστηκε στρατιωτικός διοικητής Πελοποννήσου. Στο Άργος έκτισε την περίφημη οικία Γόρδωνος το 1829 και γι’ αυτό μερικά χρόνια αργότερα η γειτονιά ονομαζόταν συνοικία Γόρδωνος, πρώην Αρβανιτιά επί τουρκοκρατίας.

Όταν ήρθε σε ρήξη με τον Άρμανσμπεργκ, εγκατέλειψε οριστικά την Ελλάδα. Πέθανε στη Σκωτία το 1841. Έγραψε ιστορία «Περί της Ελληνικής Επανάστασης», έργο πλούσιο σε ιστορικές πληροφορίες, αλλά κακίζει τους Έλληνες για τη σκληρότητά τους, γιατί του ήταν δύσκολο να κατανοήσει ότι το μίσος εναντίον του εχθρού οφειλόταν στην καταδυνάστευση των Ελλήνων και στα πολλά εγκλήματα του τυράννου σε βάρος τους.

 

Πηγές

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Αργειακόν Ημερολόγιον 1930. Γεωργίου Λογοθέτου & Ανδρέου Χριστόπουλου, Άργος 1929.

 

Read Full Post »

Καλλέργης Δημήτριος (1803-1867)


  

Καλλέργης Δημήτριος

Καλλέργης Δημήτριος

Καλλέργης Δημήτριος (1803-1867): αγωνιστής από την Κρήτη, όπου και γεννήθηκε, και οπλαρχηγός με πλούσια στρατιωτική δράση. Ο Υπουργός της Ρωσίας Νέσελδορ ήταν θείος του και γι’ αυτό πήγε στην Πετρούπολη για σπουδές, όταν πέθανε ο πατέρας του. Ύστερα σπούδασε ιατρική στη Βιέννη. Στις αρχές του 1822 κατεβαίνει στην Ελλάδα με τα αδέρφια του Νικόλαο και Εμμανουήλ, έχοντας μαζί τους πολλά χρήματα και πολεμοφόδια. Τον επόμενο χρόνο ο Εμμανουήλ πεθαίνει. Οι άλλοι δύο συνεχίζουν τον αγώνα. Ο Δημήτρης το 1825 βρίσκεται στο Άργος, προερχόμενος από την Κρήτη, επικεφαλής 700 περίπου Κρητικών. Πολέμησε στο Νιόκαστρο, στη Γραμβούσα της Κρήτης, στην Αράχωβα, στην Αττική. Στη μάχη του Ανάλατου αιχμαλωτίστηκε τραυματισμένος και πλήρωσαν οι συγγενείς του από τη Ρωσία 70.000 γρόσια ως λίτρα για την απελευθέρωσή του, όμως οι Τούρκοι του είχαν κόψει ήδη το ένα αφτί. Χρημάτισε υπασπιστής του Φαβιέρου, του Καποδίστρια και αργότερα του πρώτου βασιλιά της Ελλάδας, Όθωνα.

Αλλά το όνομά του συνδέθηκε ιδιαίτερα με την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, γιατί πρωτοστάτησε με το Μακρυγιάννη στο κίνημα για την παραχώρηση Συντάγματος εκ μέρους του βασιλιά. Ο Καλλέργης ήταν τότε διοικητής του Ιππικού με το βαθμό του Συνταγματάρχη.

Αργότερα, παραιτήθηκε από τον στρατό και υπηρέτησε ως πρεσβευτής της χώρας μας στο Παρίσι και Λονδίνο. Διετέλεσε και Υπουργός των Στρατιωτικών επί κυβερνήσεως Αλέξ. Μαυροκορδάτου. Είχε εκλεγεί πληρεξούσιος και στις δύο εθνοσυνελεύσεις (1843 και 1862) καθώς επίσης και βουλευτής (1856-59).

 

Δημήτριος Καλλέργης. Φωτογραφία του Γάλλου André-Adolphe-Eugène Disdéri (1819-1890), Παρίσι 1865.

 

Ιστορικό έμεινε το σπίτι του στο Άργος, το γνωστό Καλλέργειο, όπου σήμερα στεγάζεται το Μουσείο Άργους. Μετά το θάνατό του και συγκεκριμένα από το 1869 εγκαθίσταται οριστικά στο σπίτι αυτό η γυναίκα του Σοφία, η άλλοτε πανέμορφη Σοφία Ρέντη, όπου και πέθανε το 1893 σε ηλικία 90 ετών.

Η Σοφία Καλλέργη, υπήρξε διάσημη για την σπάνια ομορφιά της, την μόρφωσή της και τα πλούτη της. Ένεκα αυτών των προσόντων η Σοφία έγινε το μήλο της έριδας μεταξύ των σημαντικότερων νέων της περιοχής. Την ερωτεύτηκε παράφορα ο ήρωας του αγώνα και γιος του μεγιστάνα της Κορινθίας Σωτήρη Νοταρά, Ιωάννης Νοταράς. Ωραίος ως αρχαίος θεός, γενναίος, πλούσιος και με το αξίωμα του στρατηγού, γνωστός με τον χαρακτηριστικό τίτλο Αρχοντόπουλο, αποτελούσε τον ιδανικό σύζυγο για την χαριτόβρυτη κόρη του Θεοχαράκη Ρέντη.* Όμως και άλλος Νοταράς, ο Παναγιωτάκης ερωτεύτηκε την Σοφία. Κι αυτός σημαντικός. Αντιστράτηγος κι αργότερα υπασπιστής του Όθωνα. Για την καρδιά λοιπόν της ωραίας Σοφίας, ξέσπασε πόλεμος μεταξύ των δύο αντεραστών. Το 1826, κάηκε δυο φορές το Σοφικό και το πανέμορφο δάσος των πεύκων της Σολυγείας, η Ζάχολη, η Καστανιά, η Λαύκα και άλλες περιοχές ενώ σκοτώθηκαν περίπου 2000 Κορίνθιοι. Νικητής από τον ολέθριο εμφύλιο και άδικο πόλεμο, βγήκε ο Ιωάννης Νοταράς. Μνηστεύθηκε την Σοφία αλλά δεν πρόλαβε να κάνει το γάμο. Σκοτώθηκε στο Φάληρο, μαζί με τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, στην φονική μάχη του Φαλήρου.

Αργότερα, παντρεύτηκε τον φίλο του αρραβωνιαστικού της στρατηγό Δημήτριο Καλλέργη και έζησε μαζί του αρμονική και ευτυχισμένη ζωή. Παρακολούθησε όλη την πολιτική ιστορία της ελεύθερης πλέον Ελλάδας μέχρι τον θάνατο του στρατηγού το 1868.

Ο Στρατηγός Καλλέργης και η σύζυγός του Σοφία απέκτησαν μία κόρη κι ένα γιο. Ο γιος τους Μανώλης ήταν άριστος αξιωματικός και σπουδαίος κιθαρίστας, αλλά ερωτεύτηκε την αυτοκράτειρα της Γαλλίας Ευγενία. Αυτός ήταν και ο λόγος που τον ανάγκασαν να επανέλθει στην Ελλάδα. Ο Μανώλης ήταν ο τελευταίος ένοικος του ιστορικού σπιτιού. Έζησε εκεί μέχρι το θάνατό του (1909).

 

Υποσημείωση

 * Θεοχαράκης ή Θεοχάρης Ρέντης: προεστός της Πελοποννήσου και Φιλικός (Κόρινθος 1778 – Τρίκαλα 1825). Μέλος της Γερουσίας της Πελοποννήσου (Μάιος 1821). Η ωραιότατη θυγατέρα του Σοφία Ρέντη (1803-1893) υπήρξε αρχικά μνηστή του αρχοντόπουλου Ιωάννη Νοταρά (1805 – 1827) και κατόπιν παντρεύτηκε τον στρατηγό Δημήτριο Καλέργη, αρχηγό της Επαναστάσεως του 1843 και πρεσβευτή.

Αριστείδης Ρέντης: στρατιωτικός και πολιτικός (1815-1858). Γιος του Θεοχαράκη, λοχαγός πυροβολικού, σπούδασε στην Στρατιωτική Σχολή του Μονάχου ως υπότροφος του βασιλιά Όθωνος. Πληρεξούσιος Κορινθίας στην Εθνική Συνέλευση της Γ’ Σεπτεμβρίου 1843. Το 1848 οργάνωσε στάση κατά του Όθωνος. Συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο από το Στρατοδικείο Τρίπολης, αλλά αμνηστεύθηκε. Θεοχάρης Ρέντης (1825-1895): Γιος του Θεοχαράκη. Πολιτικός, Πληρεξούσιος Κορινθίας στην Β΄ Εθνική Συνέλευση των Αθηνών. Θεοφάνης Ρέντης (1819-1897): Αξιωματικός. Γιος του Θεοχαράκη. Κωνσταντίνος Ρέντης (1884-1958): Γιος του Θεοφάνη και της Σοφίας Ράδου. Διδάκτωρ της Νομικής, δικηγόρος, υπάλληλος στον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο. Μετέσχε στους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913 και διετέλεσε Γενικός Γραμματέας της Επαναστατικής Επιτροπής Βορείου Ηπείρου υπό τον Χριστάκη Ζωγράφο. Υπηρέτησε ως διπλωματικός εκπρόσωπος της Ελλάδος στο Μαυροβούνιο. Πληρεξούσιος της Κορινθίας στην Δ’ Συντακτική Συνέλευση (1923), βουλευτής από το 1946 έως το 1951. Διετέλεσε υπουργός Δικαιοσύνης, Εξωτερικών, Στρατιωτικών, Δημόσιας Τάξεως, ΕθνικήςΑμύνης,Εσωτερικών.
Προσωρινός αντιπρόεδρος της κυβέρνησης (1948). Διετέλεσε επίσης αντιπρόσωπος της Ελλάδος στην Συνέλευση της Κοινωνίας των Εθνών (1925).

  

Πηγές


  • Notizie storico – biografiche sul colonnello Demetrio Gallergi comandante in capo della guarnigione di Atene, seguite da una corrispondenza privata tenuta con lui dal presidente della Grecia conte Giovanni Capodistria / compilate e publicate da Andrea Papadopulo Vreto, 1843.
  •  Οι κατά την κηδείαν και το μνημόσυνον του αοιδίμου στρατηγού Δημητρίου Καλλέργη εκφωνηθέντες επιτάφιοι. Εν Αθήναις :Εκ του τυπογραφείου Ιω. Κασσανδρέως,1867.
  • Βιογραφία Τσουδερών ή Καλλεργών : εκ του ανεκδότου ενάτου τόμου των Παραλλήλων Βίων των κατά τον ιερόν αγώνα του 1821 διαπρεψάντων ανδρών, υπό Α. Γούδα, μετά προλεγομένων περί Καλλεργών υπό του εκδίδοντος, Εν Αθήναις, 1930.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • 3η Σεπτεμβρίου 1843, Δημήτρη Φωτιάδη, σειρά Τα φοβερά ντοκουμέντα, εκδόσεις Φυτράκης χ.χ.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Καλλέργη Οικία

 

  

Κτίστηκε το 1830 από τον πλούσιο και ισχυρό τότε άνδρα Δημ. Καλλέργη για κατοικία. Πρόκειται για διώροφο κτίσμα, αρκετά μεγάλο, με πολλά δωμάτια, επιβλητικό και μεγαλοπρεπές. Βρισκόταν στη δυτική άκρη ενός τεράστιου κήπου, ο οποίος απλωνόταν ανατολικά και νότια και ήταν γεμάτος με οπωροφόρα δένδρα, κυπαρίσσια και λουλούδια. Είχε δεξαμενή νερού, οικήματα για το υπηρετικό προσωπικό και τους φύλακες, στάβλους και στην ανατολική άκρη ένα εκκλησάκι του Αγ. Δημητρίου.

 

Η οικία Καλλέργη εντυπωσίαζε με το μέγεθος και τον εσωτερικό της πλούτο. Ήταν διακοσμημένη, ιδιαίτερα η μεγάλη αίθουσα του πρώτου ορόφου, όπου τώρα φιλοξενούνται ρωμαϊκές αρχαιότητες. Στην αίθουσα αυτή υπήρχε μεγάλος πολυέλαιος και στις τέσσερεις πλευρές της ισάριθμες χρονολογίες· στη βόρεια η 25 Μαρτίου 1821, στην ανατολική η 3 Σεπτεμβρίου 1843, στη νότια η 18 Μαρτίου 1844, ημέρα ορκωμοσίας του βασιλιά Όθωνα στο Σύνταγμα, και στη δυτική η 4 Ιανουαρίου 1833, ημέρα της σφαγής των Αργείων από τους Γάλλους. Όλα αυτά καλύφθηκαν με ασβέστη.

 

Οικία στρατηγού Δημήτρη Καλλέργη 1932.

Οικία στρατηγού Δημήτρη Καλλέργη 1932. Σήμερα, Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους. Στο κτίριο αυτό στεγάζονταν από το 1938 οι Ελληνορώσοι Πρόσφυγες. Δεξιά, ο Δήμαρχος Άργους Κωστής Β. Μπόμπος.

 

Ο Δημ. Καλλέργης θέλησε να παραχωρήσει το σπίτι του στην κυβέρνηση, με αντάλλαγμα κάποια εθνικά κτήματα ίσης αξίας, που θα διέθετε για τους Κρητικούς πρόσφυγες. Γι’ αυτό και το μέγαρο ονομάστηκε «Παλάτιον της Κυβερνήσεως» και «Παλάτιον του Καποδίστρια».

 

Όμως, ο κυβερνήτης δολοφονήθηκε, τα εθνικά κτήματα δεν είχαν δοθεί ακόμα στον Καλλέργη και γι’ αυτό ο τελευταίος, ύστερα από συνεννόηση με τον Αυγουστίνο, πήρε πίσω το σπίτι του. Και είναι βέβαιο ότι το 1833 έμενε σ’ αυτό η γυναίκα του, η πανέμορφη Σοφία, η οποία δεν επέτρεψε στο Γάλλο αξιωματικό Στοφέλ να εγκατασταθεί σ’ αυτό.

 

Μετά το θάνατο του Δημ. Καλλέργη, η γυναίκα του εγκαταστάθηκε μόνιμα στο σπίτι με τα παιδιά της και μετά το θάνατό της (1893) έζησε ο γιος της Εμμανουήλ Καλλέργης, που ήταν άριστος αξιωματικός και ρομαντικός κιθαρωδός. Αυτός ήταν και ο τελευταίος από τους Καλλέργηδες που το κατοίκησαν. Μετά το θάνατό του (1909) το κτίσμα παραδίδεται στη φθορά του χρόνου. Αργότερα κατοικήθηκε προσωρινά από μικρασιάτες πρόσφυγες – μετά το 1922 – και από Ελληνορρώσους το 1939-40 για κάμποσα χρόνια.

 

Οικία στρατηγού Δημήτρη Καλλέργη (Δεκαετία 1940;)

 

Στο μεταξύ, οι κληρονόμοι των παραπάνω Καλλέργηδων Ιωάννα Καλλέργη και ο γιος της Λέων είχαν αποφασίσει να το δωρίσουν στο Δήμο, για τη στέγαση μουσείου και θεάτρου. Η δωρεά έγινε τον Απρίλιο 1932, αλλά το οίκημα δεν αξιοποιήθηκε αμέσως. Όταν φτάνουν οι Ελληνορρώσοι, ήταν σε κακά χάλια. Η σκεπή σχεδόν είχε καταρρεύσει. Ακολούθησε ο πόλεμος, η κατοχή, ο εμφύλιος. Το 1955 ο Δήμος δέχεται να παραχωρήσει το Καλλέργειο στο κράτος για την ίδρυση μουσείου. Για θέατρο δε γίνεται πια λόγος. Την ίδρυση του μουσείου αναλαμβάνει η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών. Ψυχή της όλης προσπάθειας ήταν ο καθηγητής Πωλ Κουρμπέν.

Επίσης, με έξοδα του Γαλλικού κράτους και με σχέδια του ρωσικής καταγωγής αρχιτέκτονα Φομίν κτίζεται η νέα πτέρυγα στον κήπο, ανατολικά του Καλλέργειου. Το μουσείου εγκαινιάστηκε τον Ιούλιο 1957 και η νέα πτέρυγα τον Ιούνιο 1961.

 

 

Για τους Ελληνορρώσους που διέμεναν στην οικία Καλλέργη, σημερινό μουσείο

 

Αι εν αυτή ένοικοι πρόσφυγες εκ Ρωσσίας γυναίκες είναι συμπαθείς, καθαραί, με σχετικήν καλήν συμπεριφοράν, τα δωμάτια ασβεστωμένα, τα πράγματά των με τάξιν, και το κάθε τι εις την θέσιν του, τα ντιβάνια των περιποιημένα με καθαρά συνδόνια, όλα καθαρά.

Τα δυστυχή αυτά πλάσματα είναι αξιολύπητα, τι τους έγραφε να διαβιούν μέσα εις ένα βρωμερόν, δυσώδες, ρυπαρόν και ακάθαρτον οικοδόμημα;…

Το πάτωμα ξεχαρβαλωμένον, μέρος της σκεπής έχει πέσει… Η βρώμα, η δυσωδία, η ρυπαρότης και ακαθαρσία εις απίστευτον βαθμόν… Τόσον κατηραμένον είναι το σπίτι αυτό, ώστε να καταντήσει εις τοιούτον σημείον;

 

 Αν. Τσακόπουλος, Η οικία Καλλέργη

εφ. «Ασπίς» φ. 497/27-8-1950

 

 

Πηγές

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

« Newer Posts