Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Στρατηγοί’

Γρίβας Θεοδωράκης (Πρέβεζα, 1797 – Μεσολόγγι, 1862)


 

Προσωπογραφία του Οπλαρχηγού και Στρατηγού Θεόδωρου Γρίβα

Οπλαρχηγός στην Επανάσταση του 1821 και στρατιωτικός στις πρώτες δεκαετίες του ελληνικού κράτους. Γιος του Δημητρίου (Δράκου) Γρίβα, ήταν από το 1815 αρματολός στη Ρούμελη και στην εφηβική του ηλι­κία υπηρέτησε στην αυλή του Αλή πασά. Με την έναρξη του Αγώνα, από την Αιτωλία, όπου βρισκόταν, άρχισε τη δράση του: στα τέλη Μαΐου 1821 πολέμησε στη μάχη του Βραχωρίου (Αγρινίου) δίπλα σε άλ­λους οπλαρχηγούς (Δημήτρη Μακρή, Αθανάσιο Ραζηκότσικα και Αλέξη Βλαχόπουλο).

Τον Αύγου­στο του ίδιου χρόνου πήρε μέρος στη μάχη του Γηροκομειού Πατρών και συνέχισε σε άλλες περιοχές τις επιθέσεις εναντίον των Τούρκων. Επικεφαλής τμήματος, που είχε οργανώσει ο ίδιος, ακολούθησε τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο στη μά­χη του Πέτα (Ιούνιος 1822) και μετά την αποτυχία της επιχείρησης αυ­τής πέρασε στην Πελοπόννησο, αφού προηγουμένως κατόρθωσε να αποκρούσει αποτελεσματικά τις τουρκικές επιθέσεις.

Στα μέσα Νοεμβρίου 1822 ο Γρί­βας μπήκε στο πολιορκημένο Μεσο­λόγγι, για να ενισχύσει την άμυνά του, και μετά τη λύση της πολιορ­κίας ξαναγύρισε στην Πελοπόννη­σο. Συνεργάστηκε τότε με τον Κο­λοκοτρώνη, στο πλευρό του οποίου στάθηκε και κατά το μεγαλύτερο διάστημα του εμφύλιου πολέμου του 1824 – 25. Στα αμέσως επόμε­να χρόνια ο Γρίβας μεταπήδησε στο αντίπαλο στρατόπεδο και όταν έληξαν οι εργασίες της Τρίτης Εθνικής Συνέλευσης (άνοιξη 1827) κατέλα­βε το Παλαμήδι, επιδιώκοντας την αύξηση της επιρροής του στα πελοποννησιακά πράγματα.

Μετά την άφιξη του Καποδίστρια (1828), ο Γρί­βας παρέδωσε το Παλαμήδι στον κυβερνήτη και συμφιλιώθηκε με τους αντιπάλους του, η στάση του όμως κατά τα τελευταία χρόνια του Αγώνα και ιδιαίτερα η τυραννική συ­μπεριφορά του είχε προκαλέσει την αγανάκτηση της στρατιωτικής μερί­δας, αλλά και των κατοίκων της Αρ­γολίδας. Μετά την άφιξη του βασιλιά ‘Οθωνα (Ιαν. 1833) η Αντιβασιλεία αγνό­ησε το Γρίβα και τον απέκλεισε από την απονομή τιμητικών διακρίσεων, εκείνος όμως όταν τον Αύγουστο του 1834 εκδηλώθηκαν ταραχές στη Μεσσηνία, προσφέρθηκε να πο­λεμήσει τους «αντάρτες».

Σε συ­νεργασία με το Χατζηχρήστο και άλλους παλαιούς οπλαρχηγούς κα­τέστειλε την εξέγερση και απελευ­θέρωσε Βαυαρούς που είχαν συλ­ληφθεί από τους Μανιάτες. Το Φεβρουάριο επίσης του 1836 συνερ­γάστηκε για την καταστολή ανταρ­σίας που ξέσπασε στην Ακαρνανία. Η δράση του ως την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 δεν εί­ναι γνωστή, είναι όμως βέβαιο ότι πήρε μέρος στην Εθνική Συνέλευση που ψήφισε το Σύνταγμα του 1844.

Οπαδός πια του «γαλλικού» κόμ­ματος και αντίπαλος του Αλέξαν­δρου Μαυροκορδάτου, ο Γρίβας ορ­γάνωσε κίνημα εναντίον του στην Ακαρνανία τον Απρίλιο του 1844, αλλά κατά την πρωθυπουργία του «γαλλόφιλου» Ιωάννη Κωλέττη, το 1847, ύψωσε τη σημαία της ανταρ­σίας στο χωριό Περατιά της Ακαρ­νανίας (παλαιά έδρα των Γριβαίων), όπου πολιορκήθηκε και με δυσκολία κατόρθωσε να διαφύγει στα Επτά­νησα.

Κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου (1853-55), όταν ξέσπασαν (1854) απελευθερωτικά κινήματα στη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και την Ήπειρο, ο Γρίβας, αφού παραιτή­θηκε από το βαθμό του στρατηγού, που του είχε στο μεταξύ απονεμη­θεί, ανέλαβε την αρχηγία του αγώνα στην Ήπειρο, όπου πολέμησε επί μήνες.

Υπήρξε επίσης ένας από τους κύριους πρωτεργάτες της εξέ­γερσης που κατέληξε στην έξωση του Όθωνα: από την Ακαρνανία, όπου βρισκόταν στις αρχές Οκτω­βρίου 1862, σχεδίαζε να κατευθυν­θεί στην Αθήνα με το στρατιωτικό σώμα που για το σκοπό αυτό είχε οργανώσει. Στο Αγρίνιο όμως πλη­ροφορήθηκε την εξέγερση στην ελ­ληνική πρωτεύουσα και παρέμεινε στο Μεσολόγγι με μικρή δύναμη 500 ανδρών. Στην προσωρινή κυβέρνηση, που σχηματίστηκε μετά την έξωση με πρόεδρο το Δημήτριο Βούλγαρη ο Γρίβας δε συμπεριλήφθηκε και γι’ αυτό χολωμένος αποφάσισε να βαδί­σει εναντίον της πρωτεύουσας και να διεκδικήσει την εξουσία.

Η κυβέρνηση ανέθεσε τότε στον Μπενιζέλο Ρούφο και στον Επαμεινώνδα Δεληγεώργη να συναντήσουν το Γρίβα στο Μεσολόγγι και να του ανακοινώσουν την απόφασή της «να αποδώση εις τον γενναίον αντιστράτηγον τον βαθμόν του στρατάρχου, τον ανώτατον στρατιωτικόν βαθμόν των πεπολιτισμένων εθνών». Η κυ­βερνητική αντιπροσωπεία όμως βρήκε άρρωστο το Γρίβα, που πέθανε στις 24 Οκτωβρίου 1862. Γιος του ήταν ο Δημήτριος Γρίβας ο οποίος γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1829.

Ο Γρίβας, όπως προκύπτει από όσα είναι ως τώρα γνωστά, υπήρξε ανυπότακτος αλλά και ασταθής στις πολιτικές του θέσεις. Διαπνεόταν από φιλελεύθερες ιδέες, που το υπόβαθρό τους δεν είναι σαφές, και σε ορισμένες περιπτώσεις επη­ρεάστηκε από προσωπικά πάθη. Αποτελεί οπωσδήποτε μια ιδιότυπη περίπτωση του Αγώνα του 1821 και των χρόνων του Όθωνα, που δεν έχει ως τώρα μελετηθεί.

 

Βασίλης Σφυρόερας

Ιστορικός – Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Πηγή


  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», τόμος 3ος,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

 

Ο Στάϊκος  Σταϊκόπουλος υπήρξε αγωνιστής του 21.Γεννήθηκε στη Ζάτουνα Γορτυνίας το 1798. Το 1818 πήγε στην Ύδρα όπου ανέλαβε την οικογενειακή επιχείρηση επεξεργασίας και εμπορίας δερμάτων. Από νωρίς έγινε μέλος της Φιλικής εταιρίας. Το 1821 με την έναρξη της επανάστασης σύστησε δικό του στρατιωτικό σώμα και από την Ύδρα πέρασε στο Άργος.

Αμέσως οργάνωσε την πολιορκία του Ναυπλίου και γρήγορα μετατράπηκε σε έναν από τους πρωταγωνιστές αυτής. Στη συνέχεια διακρίθηκε σαν επικεφαλής της πολιορκίας της Ακροκορίνθου (1823). Επίσης έλαβε μέρος στη Β’ εθνοσυνέλευση του Άστρους. Στη διάρκεια του αγώνα είχε το βαθμό του στρατηγού, ενώ μετά την άφιξη του Όθωνα έγινε αντισυνταγματάρχης. Πέθανε στο Ναύπλιο το 1835. Ήταν παντρεμένος με την Κατερίνα Δημητρακοπούλου και είχε μια κόρη την Ζαχαρούλα.

 

 

Ο καπετάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος

 

Στάϊκος Σταϊκόπουλος, λιθογραφία Giovanni Boggi, 1825.

Στάϊκος Σταϊκόπουλος, λιθογραφία Giovanni Boggi, 1825.

 

Στάικος Σταϊκόπουλος

 

 

 

Διαβάστε ακόμη: 

Read Full Post »

Μίχος Αρτέμιος (1803 – 1873)

 


Μίχος Αρτέμιος

Αγωνιστής του ’21.  Ο Αρτέμιος Μίχος γεννήθηκε στα Γιάννενα. Πολέμησε σε πολλές μάχες στη δυτική Στερεά και στο Μεσολόγγι. Το 1825 κλείστηκε στο Μεσολόγγι όπου αγωνίστηκε ηρωικά μέχρι την έξοδο. Μετά ακολούθησε τον Δημήτριο  Υψηλάντη.  

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου κρατούσε σημειώσεις με τα καθημερινά συμβάντα και μετά την απελευθέρωση ολοκλήρωσε τη συγγραφή των απομνημονευμάτων του, τα οποία με τίτλο «Αρτεμίου Ν. Μίχου αντιστρατήγου Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826) και τινες άλλαι σημειώσεις εις την ιστορίαν του μεγάλου Αγώνος αναγόμεναι», κυκλοφόρησαν από τον  Σ. Π. Αραβαντινό το 1883.   

Ο Σ. Π. Αραβαντινός γράφει:

«Μεταξύ των σφριγώντων μαχητών, οίτινες μετά την καταστροφήν του Αλή Πασά προσέδραμον εις τας τάξεις των υπέρ της ελευθερίας αγωνιζομένων, ην και ο συγγραφεύς των Απομνημονευμάτων Αρτέμιος Μίχος, νεαρός ευπατρίδης των Ιωαννίνων, καταλιπών καπνίζοντα έτι τα ερείπια της πατρικής οικίας και μεταστάς εκ των ανέσεων του οικογενειακού βίου εις τας κακοπαθείας του πολέμου.

Μετά πέντε δε έτη η δίνη των μαχών περιέλαβε και αυτόν εις την πόλιν του Μεσολογγίου, όπου εγένετο κοινωνός πάντων των αγώνων, των ταλαιπωριών ως και της δόξης της φρουράς.

Διαρκούσης της πολιορκίας, ο συγγραφές κατέγραψε πιστάς σημειώσεις περί των συμβάντων, τας οποίας, συνηρμολόγησεν  ύστερον, ότε συντελεσθέντος του αγώνος απεκατεστάθη η τάξις».

Ήταν αντισυνταγματάρχης – διοικητής του 5ου τάγματος  πεζικού στο Ναύπλιο όταν έγινε η επανάσταση στην οποία έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο. Με το διάγγελμα της αμνηστίας, που υπογράφηκε στην Αθήνα την 24η Μαρτίου, εξαιρέθηκαν από αυτή οι  αξιωματικοί: Δημ. Τσόκρης, Αρτέμης Μίχος, Λουδοβίκος Στέλβαχ, Δημ. Μπότσαρης κ.α. Με τη συγκατάθεση της κυβέρνησης, όσοι εξαιρέθηκαν της αμνηστίας, επέβησαν σε γαλλικό και αγγλικό ατμόπλοιο και έφυγαν από το Ναύπλιο για την Αίγυπτο, Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη. Ο Όθωνας εκθρονίστηκε τον επόμενο Οκτώβριο (12/10/1862).

Μετά την μεταπολίτευση υπηρέτησε σαν επιθεωρητής του στρατού και σαν αρχηγός της χωροφυλακής. Πέθανε στην Αθήνα το 1873.

  

Πηγές

 


  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 5ος, Αθήνα 1930.                        
  • Αρτεμίου Ν. Μίχου αντιστράτηγου, «Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826) καί τινες άλλαι σημειώσεις εις την ιστορίαν του μεγάλου Αγώνος αναγόμεναι», εκδίδονται υπό Σ. Π. Αραβαντινού. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου της Ενώσεως, 1883.
  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα. 

  

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Οικογένεια Τσόκρη ή Τσώκρη


 

 

Δημήτριος Τσόκρης  Εξέχουσα πολεμική και πολιτική φυσιογνωμία του Αγώνα υπήρξε ο στρατηγός του Άργους Δημήτριος Τσόκρης. Η οικογένειά του ήταν από τις παλαιότερες στο Άργος. Ο πατέρας του Πανάγος Τσόκρης εμφανίζεται από τα μέσα περίπου της ΙΗ’ εκατονταετηρίδας. Είναι γνωστοί δε και άλλοι με το ίδιο επώνυμο, όπως ο Νικολός Τσόκρης πιθανώς παππούς του στρατηγού, Αναγνώστης, ο γιος του Γιάννης, Κυριακός ή Τσιράκος και Ανδριανός, Αντρανός ή Ντάνος Τσόκρης (1761-1828). Ο Πανάγος Τσόκρης είχε τρεις γιους, τον Γεώργιο, τον Αναστάσιο ή Τάσο και τον Δημήτριο. Από αυτούς ο πρώτος έφυγε από παιδί για την Κωνσταντινούπολη, όπου πλούτισε ως έμπορος και επανήλθε στο Άργος το 1817. Ο Τάσος έμεινε  στο Άργος και μετά την έκρηξη της επανάστασης έγινε στρατιωτικός και αγωνιστής. Ο δε Δημήτριος, ο νεότερος όλων διέπρεψε.

Ο Δημήτριος από παιδί μετέβη στη Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη και Ρωσία, όπου και αυτός επιδόθηκε στο εμπόριο. Κατά την τοπική παράδοση, σε εφηβική ηλικία, έζησε κάποια χρόνια και ασκήθηκε στα πολεμικά σε καταδρομικά ελληνικά πλοία, τα οποία πριν την επανάσταση διατηρούσαν τη σημαία και το πνεύμα της ελευθερίας, ως αρματωλοί της θάλασσας. Με την έκρηξη δε της επανάστασης ήρθε στην Ύδρα, έμπειρος ως προς τα πολεμικά. Ήταν συνάμα πνευματώδης, ρέκτης, φιλελεύθερος και φιλόπατρις. Έσπευσε από την Ύδρα στο Άργος γύρω στα μέσα Απριλίου 1821. Με τη συμβολή των συγγενών του και ιδίως του πλουσιότατου αδελφού του Γεωργίου στρατολόγησε αμέσως σώμα Αργείων και έθεσε τον εαυτό του επικεφαλής αυτών.

Οι Αργείοι εκτίμησαν τον άνδρα και τον ανέδειξαν. Η οικογένεια Περρούκα μόνο ήταν σε θέση να τους επισκιάσει, όμως απουσίαζε από το Άργος, ενώ ο μόνος που βρισκόταν εκεί, ο Χαραλάμπης, δυσφημιζόταν από τους επαναστάτες ως δήθεν φιλότουρκος. Γι’ αυτόν τον λόγο οι προύχοντες, με πρωτοστάτες τους αδελφούς Θεοφανοπούλου, τον περιστοίχισαν ενθουσιωδώς. Οι δε μικροί αλλά ανδρείοι καπετάνιοι του Άργους, από τους οποίους διακρινόταν ο Μήτρος Μεντής, ο περίφημος ιππέας, όπως λέγεται, είχε προσφάτως ασκηθεί στην ιππασία καθώς υπηρέτησε στο Ρωσικό Ιππικό και είχε τη δυνατότητα να ιππεύει χωρίς χαλινάρια και να τιθασεύει τα αγριότερα άλογα και να περιστρέφεται γύρω από την κοιλιά τους, καλπάζοντας πολύ γρήγορα. Ο Κωνσταντίνος Κακάνης, ο Γεώργιος Μπεκιάρης από τα Μπούντια Άργους, ο Τάσος Νέζος από το Κουτσοπόδι των Μυκηνών και ο Αναστάσιος Τσόκρης (αδελφός του) τάχθηκαν στο πλευρό του και ανακήρυξαν αυτόν με τη σύμφωνη γνώμη όλων αρχηγό των όπλων της επαρχίας και αγωνίσθηκαν μαζί αχώριστοι και αφοσιωμένοι μέχρι το τέλος.*

Ο Δημήτριος Τσόκρης ήταν τότε σε ηλικία 25 ετών και ήταν εύσωμος, ανδρείος, εμπειροπόλεμος, συνετός και επιβλητικός. Συμμετείχε άμεσα στις πολεμικές εργασίες της επανάστασης, ως οπλαρχηγός των Αργείων και προσέφερε πολύτιμη βοήθεια μέχρι το τέλος του Αγώνα, έγινε δε η επιφανέστερη στρατιωτική δόξα του Άργους.

Τον αναγνώρισε επίσημα η Καγγελαρία (τοπική διοίκηση) του Άργους ως οπλαρχηγό των Αργείων και συγχρόνως τον διόρισε διευθυντή της από την 4η Απριλίου 1821 πολιορκίας του Ναυπλίου. Ο Τσόκρης τακτοποίησε την πολιορκία πάραυτα. Συμμετείχε δε με τους άλλους πολιορκητές στην αντίσταση του Άργους τον ίδιο μήνα, στην εισβολή του Κεχαγιάμπεη, στην οποία διέσωσε πάμπολλα γυναικόπαιδα και κατάλαβε τους Μύλους.

Αργότερα και η Πελοποννησιακή Γερουσία τον κατέστησε αρχηγό της πολιορκίας του Ναυπλίου και των επικουρικών στρατευμάτων. Η δε Διοίκηση τον διόρισε χιλίαρχο.

Από τον Μάιο του ίδιου έτους και αφού απομακρύνθηκε ο Κεχαγιάμπεης από την Αργολίδα,  πραγματοποιήθηκε ξανά πολιορκία από τους Νικηταρά, Στάικο, Τσόκρη και Παπαρσένη Κρέστα, ενώ ο Τσόκρης διέπρεψε σε ανδρεία και στρατιωτική αρετή.

Οι πολιορκημένοι Τούρκοι, που υπέφεραν από τον αποκλεισμό, πραγματοποιούσαν πολλές εξόδους από το φρούριο και επιθέσεις εναντίον των Ελλήνων, ώστε να τους αναγκάσουν να λύσουν την πολιορκία. Σε μία από αυτές τις εξόδους αρίστευσε ο Τσόκρης. Με εξήντα επίλεκτους οπλίτες του κατέλαβε τον Πύργο του Κατώγλη κοντά στο Ναύπλιο και τον προάσπισε πολεμώντας ηρωικά επί επτά συνεχείς ώρες απέναντι σε πολλαπλάσιους Τούρκους, τους οποίους ανάγκασε να επανέλθουν στο κτίριο.  

Κατά τα τέλη Μαΐου 1821 οι Τούρκοι του Ναυπλίου επιτέθηκαν με όλο τους τον στρατό κατά των πολιορκητών για να θερίσουν και να συγκεντρώσουν από τα χωράφια δημητριακά για τη διατροφή τους. Όμως ο Τσόκρης, μαζί με τους άλλους πολιορκητές, όχι μόνο τους απέκρουσε μέχρι τα τείχη του φρουρίου, αλλά είχε και την ευφυΐα να κάψει όλα τα σπαρτά που υπήρχαν κοντά στο Ναύπλιο, όσα δεν είχαν θεριστεί και όσα υπήρχαν στα αλώνια, με τρόπο τέτοιο ώστε οι Τούρκοι να μην καταφέρουν να τα συγκεντρώσουν προς όφελός τους και να πεινάσουν. Το ίδιο επανέλαβε με επιτυχία και στο Άργος, κατά την εισβολή του Δράμαλη.

Κατά την Εθνική Συνέλευση του Άργους την 1η Δεκεμβρίου 1821 ο Τσόκρης ήταν γενικός αρχηγός των αρμάτων όλης της επαρχίας Άργους και πολιτάρχης της. Εξακολουθούσε εν τούτοις να αγωνίζεται στην πολιορκία του Ναυπλίου μέχρι την εισβολή του Δράμαλη. Επειδή δε ένεκα αυτής διακόπηκε και πάλι η πολιορκία, κατέφθασε με στράτευμά του στο ελληνικό στρατόπεδο των Μύλων και συμμετείχε στο Δραμαλικό πόλεμο του Άργους και των Δερβενακίων.

Το 1823 προβιβάσθηκε από τη Διοίκηση σε αντιστράτηγο και το 1825 σε στρατηγό. Κατά δε το 1824-1825 εξελέγη από όλους τους δημογέροντες και προκρίτους της μητρόπολης και των χωριών της επαρχίας Ναυπλίου γενικός αρχηγός των αρμάτων της.

Εκτός από τα Δραμαλικά, ο Τσόκρης συμμετείχε και σε διάφορες άλλες εκστρατείες και μάχες, όπως στα Μεγάλα Δερβένια, Αθήνα, Αμπλιανή, Ναύπακτο και στους πολέμους κατά του Ιμπραήμ πασά στο Κρομμύδι, Νεόκαστρο, Σφακτηρία, Ναυαρίνο, Μιστρά, Δερβένι Λεονταρίου, Δραμπάλα, Καρύταινα, Τρίπολη, Μαντζαγρά, Δαβιά, Τρίκορφα, Στενό, Τσιπιανά, Βέρβαινα και στην επαρχία Κυνουρία και προστάτευσε τις Σπέτσες από κάθε επιδρομή των Αράβων.

Στους εμφύλιους πολέμους ακολούθησε τον Κολοκοτρώνη, με τον οποίο τον συνέδεε στενή και ειλικρινής φιλία και ο οποίος τον εκτιμούσε και τον αγαπούσε σε τέτοιο βαθμό που στις επιστολές του τον αποκαλούσε παιδί του και υπέγραφε ως πατέρας του. Τέτοια ήταν η δράση του στρατηγού Τσόκρη στον Ιερό Αγώνα, φιλότιμη και πατριωτική.**

Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας τον εκτιμούσε και τον υπεραγαπούσε. Ως εκ τούτου, κάθε φορά που ερχόταν στο Άργος έμενε στην οικία του, στην οποία του είχε παραχωρηθεί ιδιαίτερη και μόνιμη αίθουσα, η νοτιοδυτική και όπου σώζεται μικρό γραφείο του Κυβερνήτη ως πολύτιμο κειμήλιο της οικογένειας.

Ο αοίδιμος Κυβερνήτης, ως γνωστόν, κατήργησε όλους τους βαθμούς των στρατηγών του Αγώνα, εκτός του Θ. Κολοκοτρώνη. Ως εκ τούτου, διόρισε τον τέως στρατηγό Τσόκρη χιλίαρχο εν ενεργεία και αρχηγό της πολιτικής φρουράς Πελοποννήσου. Τον Ιούνιο του 1831 τον διόρισε μέλος του Πελοποννησιακού Στρατιωτικού Δικαστηρίου ή Συμβουλίου των Ελαφρών και αντιπρόεδρο αυτού. Ο Τσόκρης προέδρευσε σε διάσημες δίκες, ανάμεσα στις οποίες και αυτή των δολοφόνων του Καποδίστρια και διαφύλαξε τη δημόσια τάξη στο Άργος κατά την πολύ δύσκολη εκείνη εποχή.

Στον τομέα της πολιτικής αναδείχθηκε επιφανέστατος και πανίσχυρος στην επαρχία του. Διετέλεσε πληρεξούσιος της επαρχίας Άργους στις Εθνικές Συνελεύσεις, στην Δ’ του Άργους (1829) και την Ε’ του Ναυπλίου (1831).

Όταν κατά το πολύ δύσκολο έτος 1832 η Πελοπόννησος δεινοπαθούσε από το κόμμα των Συνταγματικών στο Ναύπλιο και η Αργολίδα βασανιζόταν από το διαβόητο στράτευμα του Θεοδ. Γρίβα από τη Στερεά Ελλάδα, ο Κολοκοτρώνης ενεργώντας ως Γενικός Αρχηγός της Πελοποννήσου, για να την προστατεύσει, συνέστησε τον Σεπτέμβριο του 1832 τη Στρατιωτική Επιτροπή που έδρασε έως την έλευση του Όθωνα. Στην επιτροπή αυτή συμμετείχε και ο Τσόκρης, ως μέλος του Γ’ Τμήματος, που σχηματίσθηκε από αυτόν και τους στρατηγούς Ν. Κριεζώτη και Ι. Στράτο με γραμματέα των Ι. Φιλήμονα. Προστάτευσε μεν τη δημόσια τάξη στο Άργος από την εισβολή των Ρουμελιωτών, δεν κατάφερε δε να τη σώσει και από αυτή των Γάλλων, που αποτέλεσαν ανύποπτους και απροσδόκητους εχθρούς. Και αυτό γιατί είχε τη θλιβερή ατυχία να δει τους συμπολίτες του την 4η Ιανουαρίου 1833 μανιωδώς και χωρίς αιτία σφαγμένους από τον Γαλλικό στρατό του Μαίζωνα, αποτέλεσμα των ραδιουργιών και μηχανορραφιών των Συνταγματικών του Ναυπλίου και ιδίως του πασίγνωστου Ι. Κωλέττη.

Τον Αύγουστο του 1834 ο Τσόκρης καταδιώχθηκε μαζί με τον Νικηταρά και άλλους οπαδούς του Κολοκοτρώνη από την Αντιβασιλεία για τη Μεσσηνιακή επανάσταση του Γκρίτζαλη και Τζαμαλή και φυλακίστηκε κατηγορούμενος ως συνένοχός τους. Ωστόσο τον Νοέμβριο του 1834 απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες από το στρατοδικείο της Πύλου.

Στην κορυφή της πολιτικής ισχύος του ανυψώθηκε μετά το 1834. Ασφαλώς μπορεί κανείς να πει πως έγινε ο πολιτικός και δημοφιλής αρχηγός της επαρχίας Άργους μέχρι τον θάνατό του, αν και ήταν επικεφαλής αυτής από το 1821, όπως είδαμε. Έτσι άκμασε στο Άργος για όλη του τη ζωή, επί μισό αιώνα και παραπάνω, ο υπέροχος αυτός πολιτικός άνδρας, ο οποίος είχε την επιρροή και δύναμη, όχι μόνο να θεωρείται νικητής στους πολιτικούς αγώνες, αλλά και να αναδεικνύει συγγενείς και λοιπούς και να είναι η πολιτική Πυθία της επαρχίας του και ασυναγώνιστος κομματάρχης.

Διετέλεσε βουλευτής της επαρχίας Άργους σε όλες τις επί Όθωνα βουλευτικές περιόδους, πλην δύο, αυτή του 1847 και 1861, όπως και σε αυτές του 1865 και 1874-1875 επί Γεωργίου Α’. Κατά το 1868 αναδείχθηκε βουλευτής ο γιος του Νικόλαος (ο οποίος ήταν πληρεξούσιος Άργους στη Β’ Εθνική Συνέλευση της Αθήνας το 1863) και παρέμεινε επί πέντε συνεχείς περιόδους, μέχρι τον θάνατό του. Κατά την περίοδο δε 1875-1885 εκλεγόταν συνεχώς ο άλλος γιους του, Γεώργιος, και αυτός μέχρι τον θάνατό του. Ο Τσόκρης προώθησε επίσης ως δήμαρχο τον σύγαμπρό του Κωνστ. Βόκο (1838-1841 και 1852-1855), τον αδελφό του Γεώργιο (1841-1848), που έγινε και βουλευτής, αλλά και τον άλλο σύγαμπρό του Κωνστ. Ροδόπουλου (1848-1852), έχοντας με αυτό τον τρόπο και τη δημοτική αρχή του τόπου από το 1838 έως και το 1855 στα χέρια του.

Ο Τσόκρης είχε τιμηθεί και με άλλα αξιώματα. Εκτός του ότι έφερε και τα παράσημα του αργυρού και χρυσού σταυρού του Σωτήρος και των Ταξιαρχών, έγινε το 1844 συνταγματάρχης, στις 25 Ιανουαρίου 1847 υποστράτηγος της ενεργού φάλαγγας και στις 17 Δεκεμβρίου 1864 επίτιμος υπασπιστής του βασιλέως Γεωργίου Α’.

Υπήρξε μέλος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας της Αθήνας (1837), της Εταιρίας Ωραίων Τεχνών της Αθήνας (1845), του Συστήματος της Αφρικής (εταιρίας που είχε σκοπό τον αποικισμό της Αφρικής και την αναγέννηση της αφρικανικής φυλής, μέσω της κατάργησης της σωματεμπορίας και της δουλείας, 1847) και της Αρχαιολογικής Εταιρίας της Αθήνας (1858), ενώ το 1841 διετέλεσε πρόεδρος του Επαρχιακού Συμβουλίου Άργους, κ.λ.π.

Τέλος, κατά τη Ναυπλιακή επανάσταση της 1ης Φεβρουαρίου 1862 υπήρξε από τους πρώτους επαναστάτες και γι’ αυτό πρώτος εξαιρέθηκε της αμνηστίας από τον βασιλιά Όθωνα και εξορίστηκε στη Σμύρνη και από εκεί στη Μεσσήνη της Σικελίας. Δυστυχώς όμως στην επανάσταση εκείνη παρεξηγήθηκε και αδικήθηκε από τους άλλους επαναστάτες, ως μη ειλικρινής απέναντί τους, διότι δεν ανταπεξήλθε ενάντια στους χιλιάδες του Βασ. Στρατού, χωρίς να έχει ούτε ένα στρατιώτη. Αργότερα όμως δικαιώθηκε από τους ίδιους επαναστάτες, όταν τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, μετά την έξωσή του από τον Όθωνα, επέστρεψε από την εξορία στο Ναύπλιο και στο Άργος, όπου τον τίμησαν με μεγαλοπρεπή και πανηγυρική υποδοχή.

Ο στρατηγός Τσόκρης παντρεύτηκε τον Ιανουάριο του 1827 την αρχοντοπούλα Μαριγώ, κόρη του Αναγνώστη Ιατρού και απέκτησε πολυμελή οικογένεια. Ο πεθερός του καταγόταν από το Μπουγιάτι της Αλέας του Άργους, αλλά ήταν εγκατεστημένος στο Άργος από πολλά χρόνια, όπου είχε διακριθεί ως προύχοντας, φορώντας μάλιστα τζουμπέ, που ήταν το διακριτικό ένδυμα των κοτζαμπάσηδων. Ονομαζόταν δε Αναγνώστης Μπόνης, αλλά επειδή ήταν εμπειρικός γιατρός, μετονομάσθηκε Αναγνώστης Ιατρός. Είχε ένα γιο, τον Νικόλαο, ο οποίος υπήρξε βουλευτής Άργους επί τρεις βουλευτικές περιόδους (1847-1850 και 1853-1859) και σπούδασε ιατρική στο περιβόητο πανεπιστήμιο της Βονωνίας (Βολωνίας) της Ιταλίας, διότι, όπως έλεγαν εκείνη την εποχή «είναι αδύνατο να γίνει κάποιος τέλειος γιατρός, εάν δεν πάει στη Μπολώνια».

Ως εκ τούτου, στον Νικόλαο δόθηκε το προσωνύμιο Μπολώνιας, που διατήρησε σε όλη του τη ζωή στο Άργος. Παντρεύτηκε τη Φωτεινή Θ. Βλάσση, του πρώτου μινίστρου του Δικαίου και μετά τον θάνατό της (1837), την Αικατερίνη, κόρη του στρατηγού Δ. Πλαπούτα. Τέλος ο Αναγν. Ιατρός είχε τέσσερεις κόρες, τη Μαριγώ, Μαργαρίτα, Ευφροσύνη και Φωτεινή. Από αυτές παντρεύτηκε τη Μαριγώ ο στρατηγός Δ. Τσόκρης, τη Μαργαρίτα ο Νικόλ. Ζεγκίνης, ταμίας (σενδίκ εμίνης) επί Τουρκοκρατίας και μετά από αυτήν δημογέροντας, ειρηνοδίκης και συμβολαιογράφος, ο οποίος είχε τη φήμη του πνευματώδη και απαράμιλλου είρωνα, την Ευφροσύνη ο Κωνστ. Ροδόπουλος, έγκριτος Βυτιναίος, ανιψιός του κατά την επανάσταση επιφανούς μητροπολίτη Κορίνθου Κυρίλλου και μεγαλοκτηματίας, που διατέλεσε και δήμαρχος Άργους και τη Φωτεινή ο Αργείος προύχοντας Κωνστ. Βώκος, γαιοκτήμονας που διετέλεσε και δήμαρχος Άργους.

Ο Τσόκρης απέκτησε πολλά παιδία, έξι γιους και τρεις κόρες, από τις οποίες όλες, εκτός από μία, πέθαναν πρόωρα στην ακμή της ζωής τους και σχεδόν όλες ανύπαντρες. Εκτός από δύο γιους, στους οποίους έδωσε το όνομα του πατέρα του και που πέθαναν σε βρεφική ηλικία, απέκτησε τον Νικόλαον, που διετέλεσε πληρεξούσιος και βουλευτής Άργους (†1874), τον Χρήστο (†1869), τον Γεώργιο, που υπήρξε και βουλευτής Άργους (†1885), τον Κωνσταντίνο (†1898), την Πηνελόπη, που παντρεύτηκε τον επιφανή πολιτευτή Γορτυνίας και δικηγόρο Ιωάννη Ν. Ταμπακόπουλο και πέθανε, χωρίς να αποκτήσει παιδιά, το 1859 και την Αγγελική, διαπρεπή Αργεία, που πέθανε το 1903. Η νεότερη θυγατέρα του Ελένη ήταν πρόεδρος του Συλλόγου των Κυριών Άργους και σύζυγος του Ανδρέα Καρατζά. 

Τέλος, ο στρατηγός Τσόκρης, αφού έθαψε και τη σύζυγό του, που πέθανε το 1867, μετά τον γεμάτο δράση και δόξα, αλλά και ταλαιπωρία από τις πολλές περιπέτειες, συμφορές και θλίψεις, μακρύ βίο του, κοιμήθηκε ειρηνικά τον αιώνιο ύπνο, σε μεγάλη ηλικία, την 3η Απριλίου 1875. Κηδεύτηκε στο Άργος και η σορός του ετάφη στα ανατολικά του περιβόλου του ναού του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου, σε τάφο που αναπαύονται και τα οστά όλων των μελών της οικογένειάς του.

  

Υποσημειώσεις


 

* Από αυτούς ο Μεντής πληγώθηκε βαριά στην πολιορκία του Ναυπλίου, στη θέση Γλυκειά, σε αψιμαχία τον Αύγουστο του 1822 και πέθανε μετά από μερικές ημέρες στους Μύλους, όπου τον μετέφερε ο Τσόκρης για να θεραπευτεί. Ο Κακάνης πολέμησε και κατά του Ιμπραήμ πασά και έπεσε με τον Παπαφλέσσα στο Μανιάκι την 20η Μαΐου 1825. Ο Μπεκιάρης μετέβη τον Μάρτιο του 1827 στην Αττική επικεφαλής 180 Αργείων, όπου και έπεσε στη μάχη του Φαληρικού πεδίου μαζί με τον Γ. Καραϊσκάκη. Ο Νέζος διακρίθηκε για την πολεμική του ανδρεία και γι’ αυτό η Διοίκηση το 1823 τον προήγαγε σε υποχιλίαρχο (†1859). Ο δε Αναστ. Τσόκρης για τον ίδιο λόγο έγινε λοχαγός της φάλαγγας το 1845 (†1849).

** Από την οικογένειά του σώθηκε τουρκική παραξιφίδα (γιαταγάνι), λάφυρο του Αγώνα. Έχει μήκος 0,78 και πλάτος 0,03 του μέτρου. Η λαβή είναι από ελέφαντα και άργυρο, έως και την επάργυρη θήκη, η οποία έχει στο κάτω άκρο κεφάλι δράκου. Η λαβή φέρει και στις δύο πλευρές τουρκικές επιγραφές. Η μία από αυτές λέει «Μουσταφά Μεχμέτ, ο δούλος του Θεού, κατασκεύασεν», ενώ η άλλη «Ευλόγησον, Ύψιστε, την μαχαίραν ταύτην και κραταίωσον τον φέροντα αυτήν».

  

Πηγή


  •  Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    

Read Full Post »

Η διαθήκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, 3 Μαΐου 1841

 


Ο Κολοκοτρώνης υπήρξε ο κορυφαίος του μεγάλου Αγώνα και η συμβολή του στην υπόθεση της ελευθερίας μοναδική και ασύγκριτη. Πέθανε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 1843 σε ηλικία 73 ετών από συμφόρηση. Το Μάιο του 1841 ευρισκόμενος στο κτήμα του,  πέριξ του Ναυπλίου, κάλεσε το Συμβολαιογράφο Χαράλαμπο Παπαδόπουλο και συνέταξε τη διαθήκη του, την οποία ο ιστορικός Τάκης Κανδηλώρος* δημοσίευσε στην «Αρκαδική Επετηρίς» το 1906.       

 

(Αριθμός Συμβολαίου 12776, σελίς 567)

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, 1827.

Κατά το χιλιοστόν οκτακοσιοστόν τεσσαρακοστόν πρώτον έτος, την τρίτην του μηνός Μαΐου, ημέραν Σάββατον, ώραν εβδόμην πριν της μεσημβρίας, πα­ρουσιασθείς εν τω συμβολαιογραφικώ μας γραφείω και οικία μου υπ’ αριθ. 37 τριάκοντα επτά, τη κειμένη παρά τω ανακτορίω, ενώπιον εμού του υπογεγραμμένου Συμβολαιογράφου Ναυπλίας Χαραλάμπους Παπαδοπούλου, κα­τοίκου Ναυπλίου, ο κύριος Ιωάννης του ποτέ Γεωργίου Κουτζοπαπά από το χωρίον Αχούρια της Μαντινείας, γνωστός μας υπηρέτης προ πολλών ετών του αντιστρατήγου κυρίου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, ευρισκόμενος ήδη παρ’ αυτώ, μοι είπεν ότι απεστάλη πάρα του ειρημένου αντιστράτηγου κυρίου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, να με προσκαλέση δια να απέλθω εις την εκλαμπρότητά του, κάτοικον μεν εις Αθήνας, αλλ’ ήδη διαμένοντα προς το παρόν εις το πέριξ της Ναυ­πλίας κτήμα του ονομαζόμενον Κιουλουτεπέ.

Όθεν παραλαβών δύο μάρτυρας τους κυρίους τον Συνταγματάρχην Στρατιωτικόν Νομοεπιθεωρητήν Αργολιδοκορινθίας Αλέξιον Βλαχόπουλον και Νικόλαον Σπηλιάδην, κτηματίαν, κα­τοίκους Ναυπλίου κατά την ενορίαν της Παναγίας γνωστούς μας πολίτας Έλλη­νας και ασχέτους πάσης συγγενείας με την εκλαμπρότητά του και απήλθον εις το πέριξ της Ναυπλίας μνησθέν κτήμα του μετά των ειρημένων μαρτύρων, όπου εύρον την εκλαμπρότητά του τον γνωστόν μας αντιστράτηγον κύριον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην υγιαίνοντα και έχοντα τας φρένας του σώας, τον οποίον ερωτήσας διατί με προσεκάλεσεν, απεκρίθη και ενώπιον των μαρτύρων, ότι θέλω να μου γράψης την διαθήκην.

Όθεν προσεκάλεσα τους διαληφθέντας μάρτυρας να ορκισθώσιν δια να φυλάξωσι μυστικόν ό,τι ήθελον ακούσει εις την παρούσαν δια­θήκην του, μέχρι δηλαδή της αποβιώσεως του ειρημένου αντιστράτηγου κυρίου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, οίτινες επιθέσαντες τας χείρας των επί της εικόνος της Θεοτόκου ωρκίσθησαν ως εφεξής: «και ορκιζόμεθα να φυλάξωμεν μυστικόν ό,τι ήθελεν ακούσωμεν εις την παρούσαν διαθήκην του αντιστρατήγου κυρίου Θεο­δώρου Κολοκοτρώνη μέχρι της αποβιώσεώς του».

Μετά δε την ορκοδοσίαν των μαρτύρων ήρξατο ο μνησθείς διαθέτης, η εκλαμπρότης του ο αντιστράτηγος κύριος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, να ομολογή ιδίω του στόματι οικειοθελώς και απαραβιάστως ενώπιόν μου και των ειρημένων μαρτύρων, του οποίου τους λόγους γράφω εγώ ο υπογεγραμμένος συμβολαιογράφος  Ναυπλίας Χαράλαμπος Παπαδόπουλος εις την παρούσαν διαθήκην του απαραλλάκτως και αυτολεξεί, ως εφεξής :

«Ζητώ από τον Θεόν συγχώρησιν και από εχθρούς και από φίλους και από συγγενείς. Αποφασίζω και αφίνω κληρο­νόμους τα παιδιά μου τον Γενναίον και Κωνσταντίνον και Παναγιωτάκην και να λάβουν από όσην περιουσίαν και αν έχω κινητά και ακίνητα να γίνη εις τρία μερίδια, να λάβη εν μερίδιον ο Γενναίος, ένα μερίδιον ο Κωνσταντής και ένα μερίδιον να ήνε δι’ εμέ τον πατέρα τους αλλά όσον ζω εγώ όλη η περιουσία μου να ήνε εδική μου και όντας πεθάνω εγώ τότε να γίνη η μοιρασιά καθώς λέγω επάνω και αφ’ ου πεθάνω το ιδικόν μου μερίδιον να λάβη δύο μερίδια ο Γενναίος και ένα μερίδιον ο υιός μου Παναγιωτάκης, τον οποίον απέκτησα με την Μαργαρίταν θυγατέρα του Αγγελή Βελισσάρη από τα Χαλικιάνικα, τον οποίον Πα­ναγιωτάκην να έχουν τα παιδιά μου ο Γενναίος και Κωνσταντίνος μέσα εις το σπίτι μας, να τον αναθρέψουν και να τον σπουδάσουν, ώστε να γενή είκοσι χρο­νών και τον οποίον Παναγιωτάκην τον κηρύττω και αναγνωρίζω ως υιόν μου και ως τοιούτον να τον γνωρίζουν και τα άλλα μου παιδιά και αφού γενή είκοσι χρονών τότε να λάβη το μερίδιόν του καθώς λέγω και ας ζήση με την μάνα του, ή όπως στοχασθή αυτός μόνος του, και αν πεθάνη ο Παναγιωτάκης, τότε το με­ρίδιον του, δηλαδή την κληρονομίαν όπου του δίδω, να την λάβουν τα παιδιά μου ο Γενναίος και Κωνσταντίνος και της μητρός του να έχουν να τής δίδουν πέ­ντε χιλιάδες δραχμαίς δια τα γερατειά της και εν όσω ζη ο Παναγιωτάκης και γενή είκοσι χρόνων καθώς είπα να ήνε και η μάνα του μαζή εις το σπίτι μας και να συζή και τρέφεται με το παιδί της και η περιουσία μου, όση είνε και ορίζω κατ’ ευθείαν εις το όνομα μου και εις το όνομα του Γενναίου ακίνητα κτήματα, αυτοκίνητα, κινητά ήγουν τζεβαϊρικά ασημικά, άρματα σκεύη και έπιπλα του σπητιού να μοιρασθούν όλα κατά τον ανωτέρω τρόπον.

Με όλον ότι είνε εις όνο­μα του Γενναίου τα κτήματα και αυτός τα καλλιεργεί και ενεργεί όλας μας τας υποθέσεις, άλλα όλα αυτά αποκτήθησαν εν ονόματι του οσπητιού μας και δια της συνδρομής της εδικής μου και της πατρικής ενεργείας, τόσον με λόγον, κα­θώς και με έργον και με χρήματα αλλά όλη η περιουσία του οσπητιού μας, κα­θώς επάνω λέγω εις την παρούσαν μου διαθήκην να μοιρασθή καθώς διατάττω χωρίς να γίνη διαφορετικά.

Ο Γενναίος, επειδή είνε ο μεγαλήτερος των παιδιών μου, αυτός να εκτέλεση την διαθήκην μου και να μοιράση, καθώς λέγω, χωρίς να αδικηθή κανένα μου από τα παιδιά εις το παραμικρόν.

Τα ζαπράζια (: ασημένια κοσμήματα της πα­ραδοσιακής φορεσιάς), όπου έχω από τον πατέρα μου, να τα πάρη ο υιός μου Κωνσταντίνος γιατί του τα είχα προ καιρού χαρισμένα. Η Γεωργίτσα του Γεν­ναίου να προικισθή από μέσα το σπίτι μας δηλαδή από το κοινόν. Την εικόνα, όπου μου έχει χαρισμένην ο στρατηγός Ρεβελιώτης και το σπαθί μου όπου φορώ, να το λάβη ο υιός μου Παναγιωτάκης και να μην εμπούν σε μοίρασμα και ο Κωνσταντίνος ο υιός μου να παντρευθή μέσα από το σπίτι μας, δηλαδή όλα τα έξοδα. Την ταμπακέρα, όπου έχω από τον Κυβερνήτην, την χαρίζω του έγγονά μου του Κωνσταντάκη του Γενναίου. Αυτή η υστερνή μου θέλησις, και καθώς παραγγέλλω να εκτελεσθή η παρούσα μου διαθήκη, χωρίς καμμία φιλονεικία μεταξύ των παιδιών μου, εις τα οποία αφίνω την πατρικήν μου ευχήν, καθώς και εις όλους τους συγγενείς και φίλους μου και εχθρούς μου, αν είχα.

Η περιουσία μου συνίσταται εις σπίτια, αμπέλια, σταφίδες, περιβόλια, μύλους, δέντρα διάφορα, πρόβατα, ασημικά, τζεβαϊρικά (: κοσμήματα), άρματα, σκεύη διάφορα, τραπέζας και λοιπά και να μοιρασθή μετά τον θάνατον μου, καθώς διέ­ταξα».

Τον ερώτησα αν έχη ευχαρίστησιν να αφήση τινά βοήθειαν εις φιλανθρωπικά καταστήματα, απεκρίθη: «έκαμα ό,τι ημπόρεσα και θέλω κάμει όσον θα ζήσω».

Ταύτα ωμολόγησεν ενώπιον μου και των μαρτύρων ο διαθέτης κύριος Θεό­δωρος Κολοκοτρώνης οικειοθελώς ιδίω αυτού στόματι, και ταύτα πάντα έγρα­ψα εγώ ο υπογεγραμμένος Συμβολαιογράφος Ναυπλίας Χαράλαμπος Παπα­δόπουλος εις την παρούσαν του διαθήκην αυτολεξεί, ως εξεφράσθη, την οποίαν ταύτην διαθήκην του, αφ’ ου ανέγνωσα ευκρινώς ενώπιόν του και των ειρημέ­νων μαρτύρων και αφού παρετήρησαν αυτήν και οι μάρτυρες, ότι έγραφα απαραλλάκτως κατά τας διατάξεις του αυτού διαθέτου, υπεγράφη παρά της εκλαμπρότητός του ιδιοχείρως του, υπεγράφη παρά των μαρτύρων και παρ’ εμού του Συμβολαιογράφου Χαράλαμπους Παπαδοπούλου.

 Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Αλέξιος Βλαχόπουλος μάρτυς

Νικόλαος Σπηλιάδης μάρτυς

Ο Συμβολαιογράφος

Χαράλαμπος Παπαδόπουλος

  

Υποσημείωση

 


* Ο Τ. Χ. Κανδηλώρος [1874-1934] ήταν δικηγόρος στον Πύργο, έπειτα διορίστηκε στο Υπουργείο Οικονομικών και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ασχολήθηκε με ιστορικές και άλλες μελέτες. Έγραψε την «Ιστορία της Δημητσάνης» και την «Ιστορία της Γορυτνίας», τη «Βιογραφία του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε'», τη «Δίκη του Κολοκοτρώνη», τον «Αρματωλισμό της Πελοποννήσου» και άλλα βιβλία, ιστορικά, λαογραφικά κλπ. Το 1903 εξέδωσε την «Αρκαδική επετηρίδα», σε 2 τόμους [1903 και 1906]. Ο Κανδηλώρος υπήρξε πρωτοπόρος στην έρευνα της ιστορίας της Δημητσάνας, της Γορτυνίας και της Πελοποννήσου γενικότερα. Τα έργα του διαβάζονται με ενδιαφέρον και σήμερα, διότι περιέχουν αξιόλογες ιστορικές πληροφορίες.

 

Πηγές

 


  • Τάκης Χ. Κανδηλώρος, «Η διαθήκη του Κολοκοτρώνη», Αρκαδική Επετηρίς 2, 1906.
  • Δημήτρης Δημητρόπουλος, «Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

Read Full Post »

Χουρσίτ Πασάς


 Ο Χουρσίτ πασάς, Καυκάσιος χριστιανικής καταγωγής που εξισλαμίστηκε, μετά την επιτυχή καταστολή της επανάστασης των Σέρβων διορίστηκε Βαλής (διοικητής) Πελοποννήσου το 1820. Όταν το 1822 περιέπεσε στην δυσμένεια του σουλτάνου αυτοκτόνησε.

 
Χουρσίτ πασάς, λιθογραφία του Bouvier.

Χουρσίτ πασάς, λιθογραφία του Bouvier.

Γεννήθηκε στη Γεωργία , ήταν φτωχό λαϊκό παιδί και πουλήθηκε ως δούλος. Εξισλαμίστηκε σε νεαρή ηλικία και κατατάχθηκε στο σώμα των Γενιτσάρων.  Μετά από κάποια χρόνια και με την προστασία του συμπατριώτη του και ναυάρχου Κουτσούκ Χουσεΐν πασά τοποθετήθηκε σε δημόσια υπηρεσία και διορίσθηκε τοποτηρητής του. Έχοντας ακόμα την εύνοια του Μεχμέτ Χοσρέφ πασά, ο Χουρσίτ προάχθηκε σε πασά το 1803, επί Σουλτάνου Σελίμ Γ’. Διορίσθηκε δε αντιβασιλέας και βεζύρης του Καΐρου και κατάφερε να δαμάσει Τούρκους, Μαμελούκους και Σκυπέταρους που με λυσσασμένους πολέμους προκαλούσαν δεινά στην Αίγυπτο.

Την 21η Οκτωβρίου 1806 διορίσθηκε βαλής (γενικός διοικητής) της Ρούμελης. Τον Ιούλιο του 1808 ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β’ τον μετέθεσε στη σατραπεία του Χαλεπίου της Συρίας. Το 1812 έγινε σπουδαίος βεζύρης και το 1813 ανέλαβε και περάτωσε με εκπληκτική δράση και θηριωδία την καταστολή των εξεγερθέντων υπέρ της ανεξαρτησίας των Σέρβων, τους οποίους και τιμώρησε με πανωλεθρία. Μετά από όλα αυτά διορίσθηκε ξανά βαλής της Ρούμελης, μετατέθηκε δε για πέντε χρόνια στο Χαλέπι.

Τον Νοέμβριο του 1820 διορίσθηκε διοικητής της Πελοποννήσου (μόρα βαλεσής) με έδρα την Τριπολιτσά και αρχηγός (σερασκέρης) της εκστρατείας κατά του αποστάτη Αλή Πασά των Ιωαννίνων.

Ήταν αιμοβόρος και θηριώδης, άκαμπτος και φοβερός σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό· κατέφτασε δε στην Πελοπόννησο με πομπώδη ασιατική μεγαλοπρέπεια, με συνοδεία πλήθος αυλικών, επιτελών, ακολούθων, γυναικών και υπηρετών και με πολυτελέστατες αποσκευές.

Πρώτα μετέβη στην Τριπολιτσά για να εξακριβώσει αν ευσταθούσαν οι φήμες για σχεδιαζόμενη επανάσταση των Ρωμιών. Οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου φρόντισαν να τον καθησυχάσουν. Συγκεντρώθηκαν στο Ναύπλιο για να τον υποδεχθούν και τον συνόδευσαν στις 8 Νοεμβρίου 1820 στην Τριπολιτσά.

Αφού πείστηκε για τις προθέσεις των ραγιάδων αναχώρησε στις 6 Ιανουαρίου 1821 για τα Γιάννινα, προκειμένου να καταστείλει την ανταρσία του Αλή. Στη θέση του άφησε ως τοποτηρητή (καϊμακάμη) τον Μεχμέτ Σαλήχ, με δύναμη 1.000 Αλβανών, για την επιβολή της τάξης.

Λίγες μέρες μετά τον Εθνικό Ξεσηκωμό, πληροφορείται το γεγονός και αμέσως αποστέλλει έφιππους αγγελιοφόρους στην Κωνσταντινούπολη για να αναγγείλουν στον σουλτάνο ότι οι ραγιάδες της Πελοποννήσου εξεγέρθηκαν. Χωρίς να περιμένει την απάντησή του, διατάσσει τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ Μεχμέτ να καταπνίξουν πρώτα την επανάσταση στην Ανατολική Στερεά και στη συνέχεια να διεκπεραιωθούν στην Πελοπόννησο. Παράλληλα, στέλνει τον επιτελάρχη του Κεχαγιάμπεη Μουσταφά με 3.000 άνδρες για την ενίσχυση της Τριπολιτσάς, καθώς στην πόλη βρισκόταν το χαρέμι και οι θησαυροί του.

Ο ίδιος παραμένει στα Γιάννινα και πολιορκεί τον Αλή Πασά. Παρά τα μαντάτα, πιστεύει ότι η εξέγερση στην Πελοπόννησο είναι μικρή σε έκταση και θα κατασταλεί εύκολα από τους στρατηγούς του. Η διπλή αυτή επιχείρηση του Χουρσίτ θα καταλήξει σε αποτυχία. Ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιοσέ Μεχμέτ δεν θα φθάσουν ποτέ στην Πελοπόννησο και ο Κεχαγιάμπεης δεν θα αποτρέψει την Άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) από τον Κολοκοτρώνη και τους άνδρες του. Μόνη παρηγοριά για τον Χουρσίτ, η διάσωση του χαρεμιού* και μεγάλου μέρους των θησαυρών του.

Τον Ιανουάριο του 1822 κατορθώνει να συλλάβει τον Αλή Πασά και να στείλει το κεφάλι του πεσκέσι στον Σουλτάνο. Μετά και την καταστολή της εξέγερσης στην Ήπειρο μένει απερίσπαστος να καταστείλει την επανάσταση στην Πελοπόννησο. Στη διάθεσή του έχει ένα πανίσχυρο στρατό, που αγγίζει τις 80.000 άνδρες.

Όμως, ένα αιφνίδιο γεγονός μετέβαλε εντελώς τα πράγματα. Οι εχθροί και οι αντίζηλοί του τον διέβαλαν στο Σουλτάνο ότι οικειοποιήθηκε μεγάλο μέρος της περιουσίας του Αλή Πασά. Ήταν μια συνηθισμένη τακτική για όσους πασάδες θεωρούνταν επιτυχημένοι. Και ο Χουρσίτ θεωρήθηκε από τους αντιπάλους, αλλά και τον Σουλτάνο, ότι θα αποκτούσε ακαταγώνιστη δύναμη, εάν κατέστειλε και την Επανάσταση στην Πελοπόννησο.

Ο Χουρσίτ είχε αποστείλει στην Κωνσταντινούπολη 40.000.000 γρόσια, με τη δήλωση ότι αυτά βρήκε στα θησαυροφυλάκια του Αλή. Η Πύλη εκτίμησε ότι η περιουσία του Αλή ξεπερνούσε τα 500.000.000 γρόσια και του ζήτησε λεπτομερή λογοδοσία. Ο υπερήφανος στρατάρχης φαίνεται ότι εθίγη από τη σουλτανική παραγγελία και δεν απάντησε. Τότε καταγγέλθηκε ως καταχραστής του δημόσιου θησαυρού και έπεσε σε δυσμένεια.

Αμέσως του αφαιρέθηκε η αρχηγία της εκστρατείας στην Πελοπόννησο, η οποία ανατέθηκε στον Μαχμούτ Πασά, τον επονομαζόμενο Δράμαλη. Ο Χουρσίτ διατασσόταν να παραμείνει στη Λάρισα και να φροντίζει την τροφοδοσία του στρατού του Δράμαλη. Ουσιαστικά, επρόκειτο για υποβιβασμό.

Όταν άρχισαν να φθάνουν στην Κωνσταντινούπολη οι δυσάρεστες ειδήσεις για την αποτυχία της εκστρατείας του Δράμαλη, ο Σουλτάνος έδωσε εντολή στον Χουρσίτ να εκστρατεύσει ο ίδιος για να σώσει την κατάσταση. Όμως, οι εις βάρος του ραδιουργίες συνεχίστηκαν και οι απεσταλμένοι του σουλτάνου πήραν το δρόμο για τη Λάρισα με τη διαταγή θανατώσεώς του.

Πληροφορήθηκε όμως εγκαίρως την καταδίωξη που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εις βάρος του και αυτοκτόνησε με δηλητήριο, γύρω στα τέλη του Νοεμβρίου στη Λάρισα.

Κηδεύτηκε μεγαλοπρεπώς και η ταφή του πραγματοποιήθηκε κοντά στη γέφυρα του Πηνειού, σε τάφο που έφερε πομπώδη επιτύμβια επιγραφή. Ωστόσο μετά από τρεις ημέρες έφθασε ο δήμιος της Πύλης, ο οποίος έφερε το σουλτανικό φιρμάνι της θανατικής του καταδίκης. Έπειτα από ανασκαφή που πραγματοποιήθηκε στο νωπό τάφο, έκοψε το κεφάλι του Χουρσίτ πασά και το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη.

 

Υποσημείωση


 

* Χαρέμια Χουρσίτ Πασά

ΑΡΧΕΙΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ-ΜΑΡΙΝΟΣ Θ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ (1791-1863)

Οι φάκελοι Α’και Β’ περιλαμβάνουν έγγραφα (επιστολές, εκθέσεις, αναφορές κ. ά. ) καθώς επίσης και μεταφράσεις των εγγράφων που αφορούν την υπόθεση της απελευθέρωσης και της ασφαλούς μεταφοράς των χαρεμιών του Χουρσίτ Πασά, μετά την άλωση της Τριπολιτσάς το 1821, με αντάλλαγμα την απελευθέρωση όλων των Ελλήνων αιχμαλώτων που βρίσκονταν στα χέρια των Τούρκων. Μεσολαβητικό ρόλο στην υπόθεση αυτή μεταξύ ελληνικής κυβερνήσεως και Υψηλής Πύλης, είχε διαδραματίσει ο ιατρός Παναγιώτης-Μαρίνος Θ. Στεφάνου μετά από πρόταση του αγγλου Αρμοστή Th. Maithland. Αναλυτική καταγραφή και αρίθμηση των εγγράφων έχει γίνει από μέλη της οικογένειας Στεφάνου και βρίσκεται στους οικείους φακέλους. (Ελληνικό λογοτεχνικό Ιστορικό Αρχείο, Αθήνα 1995).

 

Πηγές


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    
  • AHMET UZUN (Cumhuriyet Üniversitesi, Τμήμα Οικονομίας και Διοίκησης), «Ο Αλή Πασάς ο Τεπελένης και η περιουσία του», μετάφραση από τα τουρκικά: Γιώργος Σύρμας, 2001.

 

 

 

Read Full Post »

Μαυρογένους Μαντώ – Mavrogenous Manto (1796-1840)

  


Μαντώ Μαυρογένους

Μαντώ Μαυρογένους (Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα)

 

Ηρωίδα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Γυναίκα με εύθραυστη ομορφιά, λεπτή και λυγερή κορμοστασιά, μεγαλωμένη με ευρωπαϊκή ανατροφή και παιδεία.   Ανιψιά του Νικολάου Μαυρογένη, επί πολλά έτη δραγουμάνου του στόλου (1770-1786) και στη συνέχεια ηγεμόνα της Βλαχίας (1786-1790).  

Γεννήθηκε στην Τεργέστη το 1796 ή 97, όπου ήταν εγκαταστημένος ο πατέρας της Νικόλαος Μαυρογένης, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, στην οποία μυήθηκε και η Μαντώ Μαυρογένους το 1820. Στις παραμονές του αγώνα βρισκόταν στην Τήνο με το θείο της Φιλικό παπα-Μαύρο, απ’ τον οποίο μυήθηκε στον αγώνα και μαζί του πήγε στην Μύκονο – πατρίδα της μητέρας της – αμέσως μετά την έκρηξη της Επανάστασης.

Έκτοτε η νεαρή Μαντώ διέθεσε όλη την πατρική περιουσία στον απελευθερωτικό αγώνα, ενώ έλαβε μέρος και η ίδια σε πολλές επιχειρήσεις. Με πλοία που εξόπλισε με δικά της έξοδα, καταδίωξε τους πειρατές που λήστευαν τις Κυκλάδες. Συγκρότησε σώμα πεζών, που ανέλαβε την αρχηγία του και υπεράσπιζε τη Μύκονο. Εξόπλισε στόλο από έξι πλοία και τον ένωσε με τις ναυτικές δυνάμεις του Τομπάζη. Αργότερα συγκρότησε στρατό, που αποτελούνταν από 16 λόχους των 50 ανδρών, και πήρε μέρος στην εκστρατεία της Καρυστίας. Πολέμησε στο πλευρό του Γρηγορίου Σάλα στο Πήλιο, στη Φθιώτιδα και στη Λιβαδειά. Όταν επέστρεψε στη Μύκονο, ασχολήθηκε με την τροφοδοσία του ναυτικού. Η φήμη της γρήγορα ξεπέρασε τα σύνορα του Ελληνικού χώρου και από τη θέση αυτή η νεαρή Ελληνίδα απηύθυνε έκκληση βοήθειας στους Ευρωπαίους φιλέλληνες και κυρίως στις Αγγλίδες και Γαλλίδες.

Ξένοι ιστορικοί και περιηγητές εξαίρουν τη συμμετοχή της στα πεδία των μαχών, κάτι που δεν προκύπτει από ελληνικές πηγές. Οι Έλληνες ιστορικοί του 19ου αιώνα παραδόξως την αγνόησαν. « Είναι απορίας άξιον έγραφε το έτος 1890 ο Jules Blancard, πως τέτοια γυναίκα ελησμονήθη  εντελώς από όλους τους έλληνες ιστορικούς».

Το 1825 στα γαλλικά κυκλοφορεί το βιβλίο του φιλέλληνα Τ. Ginouvier: «Mavrogenie ou L heroine de la Grece» στο οποίο περιγράφεται με γλαφυρό τρόπο η ζωή της ηρωίδας όπως την είδαν οι ρομαντικοί φιλέλληνες συγγραφείς της εποχής της. Το έργο αυτό εξαντλήθηκε αμέσως, εκδόθηκε ξανά στο Παρίσι το 1826 και έκανε διάσημο το όνομα της Μαντώς σε όλη την Ευρώπη. Ακολούθησε και τρίτη έκδοση το 1830.

Ο ζωγράφος  Adam Friedel κάνει την προσωπογραφία της, η οποία το 1827 κυκλοφορεί στο Λονδίνο και στο Παρίσι. Η προσωπογραφία αυτή της Μαντούς δημοσιεύτηκε τότε μεταξύ των 24 προσωπογραφιών των επισημότερων αρχηγών της Ελληνικής Επανάστασης. 

 

Μαντώ Μαυρογένους

Η Μαντώ Μαυρογένους επιζωγραφισμένη λιθογραφία του Adam Friedel, 1827.

 

Το έτος 1896 ο Θεόδωρος Blancard δημοσίευσε τη βιογραφία της ηρωίδας με τίτλο, «Les Mavroyéni», την οποία αφιέρωσε: «εις τους Παρίους, Μυκονίους και Τηνίους, λίαν επιλήσμονας της δόξης των». Το έργο αυτό συμπληρωμένο αναδημοσίευσε πάλι σε δύο τόμους το 1909.    

Με τη λήξη της Επανάστασης, η Μαντώ Μαυρογένους εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, (κατά τον Λαμπρινίδη, η Μαντώ αναφέρεται και ως κάτοικος Ναυπλίου* κατά την απογραφή του πληθυσμού το 1824 ως εξής: Αριθ. 319, Κοκώνα Μαντώ, μετά του αδελφού της, του θείου της και των υπηρετών της. Εν όλω άτομα έξ), και τιμήθηκε με διάταγμα του Καποδίστρια, για της υπηρεσίες της με μια μικρή σύνταξη και το βαθμό του αντιστρατήγου. Στη Μαντώ ανέθεσε και την εποπτεία του Ορφανοτροφείου το οποίο ίδρυσε στην Αίγινα.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια αναγκάστηκε, ύστερα από τον άτυχο έρωτά της με τον Δημήτριο Υψηλάντη,** το θάνατό του ένα χρόνο μετά από του Κυβερνήτη,  και την καταδίωξη του Κωλέττη, να επιστρέψει στη Μύκονο.

Φτωχή, έχοντας δωρίσει την τεράστια περιουσία της στον Αγώνα, κατέφυγε κοντά σε συγγενείς της στην Πάρο. Εκεί πέθανε από τυφοειδή πυρετό. Ενταφιάστηκε, με δημόσια δαπάνη, στο προαύλιο του ναού της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής.

 

* Έκθεση της Μαντώς Μαυρογένους


 Η Μαντώ Μαυρογένους αναζητά στέγη και διεκδικεί την αγορά της πρώτης κατοικίας του Αλή Μπέη στο Ναύπλιο, που είχε βγει σε πλειστηριασμό μετά την παράδοση της πόλης στους Έλληνες. Η συγκεκριμένη αναφορά έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο διενεργούσαν οι δημοπρασίες ακινήτων.

«Η ιδιοκτησία των εθνικών οσπιτίων, ονομαζόμενων Αλή Μπέη, προ ημερών επί δημοπρασίας επωλήτο, και εν ω εξ αρχής δεν εδίδοντο περισσότερον από τας τριάντα χιλιάδας γρόσια, εγώ εστάθηκα και την ανέβασα εις τον αριθμόν πενήντα μίας χιλιάδος, η οποία δημοπρασία εγίνετο πάντοτε έμπροσθεν των οσπιτίων και επαύξανον, και εγώ και οι άλλοι τυχόντες ερασταί των οσπιτίων και πάντοτε με ειδοποιούσαν και οι κήρυκες, και η δημοπρασίας επιτροπή και με παρρήγγελον να ετοιμάσω τα ήμισυ των γροσίων κατά το θέσπισμα της Διοικήσεως […].

Επειδή δε τα οσπίτια έκαμαν πολλάς ημέρας επάνω μου, δεν επαύξησε την ποσότητα κανείς, εν ω οι κήρυκες διαλαλούσαν, τόσον ήμην αμέριμνος και κατεγινόμενην να εύρω τα γρόσια και να πληρώσω το ήμισυ […].

Ταύτην δε την στιγμήν παρ’ ελπίδα μανθάνω, ότι εκ πρωίας άναψαν περί τον Αιγιαλόν την προσδιοριστικήν λαμπάδα και ετελείωσαν την πώλησιν αμέσως, χωρίς να με ιδεάση η επιτροπή κατά το σύνηθες, ήτις έκαμα τόσην ωφέλειαν εις το εθνικόν ταμείον και όχι ζημίαν.

Να γένουν, υπερτάτη, τοιαύται παρασκηναί και ραδιουργίες προς δοροδοκίαν της επιτροπής, προς όφελος του αγοραστού και προς ζημίαν του εθνικού ταμείου, είναι άτοπον μέγα, και έργον μη χαρακτηρίζον διοικούσαν μετ’ ευνομίας.

Όθεν αναγγέλω προς την υπεροχήν της, ότι επειδή η πώλησις αύτη έγινεν ατάκτως, αδίκως και παρανόμως, διά να θεραπευθή η αταξία και η παρανομία, να ακυρωθή η πώλησις και να αναφθή Δευτέρα λαμπάς, καθ’ ην παρευρισκομένη και εγώ να επαυξήσω, και εις όποιον σβύση η λάμπας, εκείνος να είναι κύριος των οσπιτίων, […].

Τη 4 Αυγούστου 1824 εν Ναυπλίω, η Πατριώτις Μαντώ Μαυρογένη».

 

 ** Ο Θεόδωρος Μπλανκάρ γράφει  για τη σχέση της Μαντώς Μαυρογένους με τον Δ. Υψηλάντη


  

« Ενθυμούμαι ότι ο ιστορικός και δημοσιογράφος Ιωάννης Φιλήμων, ένας από τους συντρόφους του Δημητρίου Υψηλάντη, μου είχε περιγράψει ένα περιστατικό σχετικά με τη δεσποινίδα Μαντώ Μαυρογένους.

Όταν ο Δημήτριος Υψηλάντης εξέφρασε την πρόθεση να παντρευτεί τη δεσποινίδα Μαυρογένους, οι σύντροφοί του την πήραν, κατά τη διάρκεια μιας σύντομης απουσίας του Δημητρίου Υψηλάντη στο Ναύπλιο, την επιβίβασαν σε πλοίο και την έστειλαν στο νησί της, απειλώντας τη σε περίπτωση που επέστρεφε. Όταν επέστρεψε, ο Υψηλάντης θύμωσε πάρα πολύ και ήταν άρρωστος για πολλές ημέρες γιατί αγαπούσε τη δεσποινίδα Μαυρογένους, αλλά συγχώρησε τους συντρόφους του και, απ’ όσο γνωρίζω, δεν ξαναείδε τη φίλη του.

Κουβέντιασα για τη δεσποινίδα Μαντώ Μαυρογένους με τον Αλέξανδρο Ραγκαβή, πρώην υπουργό, και με την κυρία Δραγούμη, μητέρα του υπουργού Εξωτερικών. Και οι δύο, μεγάλης ηλικίας πλέον, θυμούνται να έχουν δει και να έχουν ακούσει για τη Μαντώ Μαυρογένους όταν ήταν νέοι στο Ναύπλιο. Ήταν, μου είπαν, μια όμορφη προσωπικότητα, ψηλόσωμη, καλοφτιαγμένη και επιβλητική. Ντυνόταν με ευρωπαϊκά φορέματα, γεγονός σπάνιο για την εποχή.

Η κυρία Δραγούμη θυμάται ακόμη τη βελούδινη μπλούζα της που της είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση τότε. Ο Δημήτριος Υψηλάντης δεν ήταν όμορφος, αλλά ήταν μόλις 28 ετών όταν έφτασε στην Ελλάδα το 1821. Το όνομά του, το θάρρος του, ο πατριωτισμός του, του προσέδιδαν μεγάλο κύρος. Η δεσποινίς Μαυρογένους εντυπωσιάστηκε και συγκινήθηκε. Είχε μεγάλη περιουσία, μισθοδότησε ένα στράτευμα και συνόδευσε τον Υψηλάντη σε μερικές από τις εκστρατείες του. Ο Υψηλάντης ανταπέδωσε αυτό το ειλικρινές και ανιδιοτελές αίσθημα.

Ο πατέρας μου Γεώργιος Κοζάκης Τυπάλδος, επίσης από τους πρώτους συντρόφους του Υψηλάντη, τον οποίο όμως μια σοβαρή ασθένεια τον ανάγκασε να αφήσει την Ελλάδα πριν από το τέλος του πολέμου, μου μίλησε με καλά λόγια για τη δεσποινίδα Μαντώ Μαυρογένους και επέκρινε αυστηρά τη βάναυση συμπεριφορά των υπόλοιπων συντρόφων του Υψηλάντη σχετικά με τη θαρραλέα αυτή γυναίκα. Είχε δίκιο, πιστεύω, όταν απέδιδε αυτή τη συμπεριφορά στις ανατολίτικες προκαταλήψεις της εποχής, καθώς ένα όμορφο και νεαρό πρόσωπο που συνοδεύει τον Υψηλάντη στο στρατόπεδο, ένα αμοιβαίο αίσθημα μεταξύ δύο νέων ανθρώπων, σκανδάλιζε και τρόμαζε τους άνδρες της εποχής στην Ανατολή».

 

Πηγές

 


  • Σωτηρίας Ι. Αλιμπέρτη, «Μαντώ Μαυρογένους», Αθήναι, Τύποις Στεφ. Ν. Ταρουσοπούλου,1931.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Σελίδες από την Ιστορία της Γυναίκας», τεύχος 175, 6 Μαρτίου 2003.
  • Τρύφωνος Ε. Ευαγγελίδου, «Η Μύκονος / Ιστορία της νήσου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι την καθ’ ημάς», Εν Αθήναις, 1914.
  • Θεόδρος Μπλανκάρ, «Ο οίκος των Μαυρογένη», δεύτερη έκδοση, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2006.
  • Ευδοκία Ολυμπίου, «Γυναίκες του Αγώνα», Ιστορική Βιβλιοθήκη, «Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας», Εκδόσεις «Τα Νέα», Αθήνα, 2010.

 

Διαβάστε:

Προσωπογραφίες, Μαυρογένους Μαντώ – Mavrogenous Manto (1796-1840)

Read Full Post »

Older Posts »