Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Στρατιωτικοί’

Η Αργολίδα στα όπλα – Η μάχη στο χάνι Αχλαδοκάμπου 17-5-44


 

 Το κείμενο που παραθέτουμε, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Φείδων» στο φύλλο Ιανουαρίου- Φεβρουαρίου του 1984. Ο Κ. Κυριαζόπουλος περιγράφει με γλαφυρότητα όσα ο Ανθυπολοχαγός Γ. Αγγελίδης – ένας από τους πρωταγωνιστές  της συγκεκριμένης μάχης – του αφηγήθηκε.

 

Το 1944 είναι ο χρόνος των παθών για την Χιτλερική Γερμανία. Τα συμμαχικά στρατεύ­ματα προελαύνουν σε ό­λα τα μέτωπα και οι α­ντιστασιακές οργανώσεις στην κατεχόμενη Ευρώπη με καθημερινές πράξεις σαμποτάζ, με ενέδρες και φονικές μάχες καθιστούν τη θέση των στρατευμά­των κατοχής απελπιστι­κή. Εκείνο όμως που ιδιαίτε­ρα απασχολεί τη Γερμανική διοίκηση στην Ελλά­δα είναι η με πάση θυσία διατήρηση ανοιχτής της οδού διαφυγής των Γερμανικών στρατευμά­των απ’ το Μωριά προκειμένου έτσι ν’ αποφύγουν τον εγκλωβισμό τους από τις προελαύνουσες προς νότο Ρωσικές στρατιές. Για τον λόγο αυτόν οι Γερμανικές αρχές θα εξαπολύσουν αιματηρές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις σ’ ολόκληρο το Μωριά την άνοιξη του ’44 με στόχο βασικό να κάμψουν το ηθικό του μαχόμενου για την ελευθερία του Ελληνικού λαού, και να αποδυναμώσουν έτσι την πολεμική δραστηριότητα των πατριωτικών δυνάμεων.

Έλληνες στρατιώτες.

Στο αιματηρό αυτό όργιο κατά του Ελληνικού λα­ού θα τους συμπαραστα­θούν ολόψυχα και οι Έλληνες συνεργάτες τους ά­τομα αυστηρά επιλεγμέ­να από το βούρκο του υ­ποκόσμου με ανεπάρκεια πνευματική και ανύπαρ­κτη εθνική συνείδηση. Αποκαλυπτική της απόγνωσης στην οποία έχουν περιέλθει οι δυνάμεις κα­τοχής στο Μωριά είναι και η πιο κάτω έκθεση απ’ τα μυστικά αρχεία του Γ. Ράϊχ της 25-5- 44 η οποία λέει: Έκθεσις της Γερμανι­κής υπηρεσίας πληροφοριών της αντικατασκοπείας Αϊνς Τσέ, εξ’ Ελλάδος της 25-5-44. Η κατάστασις εις Πελοπόννησον κατέ­στη τόσον σοβαρά από πολυπληθείς πράξεις σαμποτάζ στις μεταφορές μας, και επιθέσεις στρατηγι­κών θέσεων, ώστε απέβη αναγκαίον να χαρακτηρισθή ολόκληρος η περιο­χή ως πεδίον επιχειρήσεων.

Η ίδια αυτή Γερμανική υπηρεσία σε άλλη της έκ­θεση αναφέρει: Εις Πελοπόννησον η παρουσία του Αρχηγού των Ελλήνων ανταρτών Άρη Βελουχιώτη οδηγεί εις περαιτέρω έντασιν της δρα­στηριότητος των   ανταρτών… Υπό την καθοδήγησίν του οργανώθησαν επιθέσεις που εστοίχισαν πολλάς απώλειας εις τους αντάρτας… Συνεχείς ανα­τινάξεις επί των σιδηροδρομικών γραμμών και αιματηραί συμπλοκαί μεταξύ των ημετέρων κομάντος και Ταγμάτων Ασφαλείας.

Από τα πιο πάνω κείμενα βλέπει κανείς την έκταση  του ψυχολογικού αδιέξοδου στο  οποίο έ­χουν περιέλθει οι Γερμανοί κατακτητές και οι συνεργάτες   τους… Κι ακόμα την παραδοχή των αρχών κατοχής ότι (η κατάστασις στην Πελοπόννησο κατέστη τόσο σοβαρά από την πολεμική δραστη­ριότητα των Ελλήνων ώ­στε απέβη αναγκαίο να χαρακτηρισθεί ολόκληρη η περιοχή της Πελοποννήσου ως πεδίον επιχειρήσεων). Και την εφιαλτική αυτή κατάσταση της δραστηριότητας των Ελλή­νων ανταρτών θα την ζήσουν οι Γερμανοί στρατιώτες μέχρι την πλήρη απο­χώρησή τους από την Ελλάδα.

Μέσα λοιπόν σ’ αυ­τό το γενικό περίγραμμα της πολεμικής δραστηριότητας των Ελλήνων αντα­ρτών συγκαταλέγεται και η μάχη στο χάνι Αχλαδοκάμπου της 17-5-44 που σε γενικές  γραμμές και με πολύ συγκίνηση μου αφηγήθηκε πριν λί­γες μέρες ο Ανθυπολοχαγός Γ. Αγγελίδης από τους πρωταγωνιστές της μά­χης εκείνης.

Τον τελευταίο καιρό στην ορεινή ιδιαίτερα Αργολίδα, οι Γερμανοί και οι Έλληνες συνεργάτες τους στοχεύοντες στην καθυπόταξη του πληθυσμού της υπαίθρου είχαν επιδο­θεί σ’ ένα χωρίς προηγούμενο αιματηρό όργιο. Η οργάνωση του ΕΑΜ Άργους σ’ αυτήν την οργανωμένη αιματηρή επι­χείρηση αντιδρά με την είσοδο αντάρτικων ομά­δων κρούσης μέσα στην πόλη του Άργους, που τα χαράματα της 15ης Μαΐου συλλαμβάνουν έ­ναν Αργίτη συνεργάτη του εχθρού, και την επο­μένη πυροβολούν και τραυματίζουν έναν άλλον σε κεντρικό δρόμο της πόλης.

Οι Γερμανικές αρχές μπροστά στην παράτολμη αυτή ενέργεια των ανταρτών καταλαμβάνονται α­πό πανικό και επιβάλλουν περιορισμό της κυκλοφορίας του πληθυσμού της πόλης από της 6ης απο­γευματινής μέχρι της 6ης πρωινής. Δεν έφτανε όμως η τιμω­ρία των συνεργατών του εχθρού. Έπρεπε να υποστούν τις συνέπειες αυτού του αιματηρού οργίου κατά του λαού της υπαί­θρου, και οι ίδιοι οι Γερμανοί. Την αποστολή αυ­τή η οργάνωση του Άργους ανέθεσε στη διοίκη­ση του 6ου Συντάγματος.

Η Οργάνωση του ΕΑΜ της Τρίπολης πληροφορεί το Σύνταγμα ότι μεταξύ της 16ης και 20ης Μαΐου (χωρίς ν’ αναφέρεται η ώρα) θα κινηθεί από Τρίπολη προς Άργος φάλαγγα Γερμανικών φορτηγών αυτοκινήτων με 100 περίπου εφέδρους αξιωματικούς του πυροβολικού της 117 μεραρχίας (άλ­λες πληροφορίες έλεγαν ότι επρόκειτο για υπαξιωματικούς της τοπογραφι­κής υπηρεσίας).

Η εντολή για την εκτέλεση της επιχείρησης ανετέθη στο διοικητή του 6ου λόχου του 6 τάγματος μόνιμο υ­πολοχαγό Τούτουνα Τά­σο και στον επίσης μόνι­μο Ανθυπολοχαγό Άρχον Στέφανον, οι οποίοι δια προσωπικής αναγνώρισης και με την βοήθεια Εφεδροελασιτών των γύρω χωριών που γνώριζαν σ’ όλες τις λεπτομέρειες τη μορφολογία του εδάφους της περιοχής, καθόρισαν απ’ την παραμονή τις λε­πτομέρειες της μάχης που είχε επιλεγεί η θέση ΧΑ­ΝΙ και πιο συγκεκριμένα η θέση Ντούλια, μια τοποθεσία στο δημόσιο δρόμο Άργους – Τρίπολης και σε απόσταση 4 περίπου χιλιόμετρα από τον Αχλαδόκαμπο προς την πλευ­ρά του Άργους.

Ο λόχος που βρισκόταν στο χωριό Λαύκα, ξεκίνησε από κει στις 15 Μαΐου και πεζοπορώντας μέσω Καρυάς – Κρυάβρυσης φτάνει τη νύχτα στη θέση εκείνη που από την ιστο­ρία είχε επιλεγεί για να γραφτεί εκεί μια σελίδα ηρωισμού και δόξας για τα Ελληνικά όπλα. Η κύρια δύναμη του λόχου α­πό 80 περίπου άνδρες, ή­ταν πλαισιωμένη και από 8 – 10 Ιταλούς στρατιώ­τες από κείνους που προσχώρησαν στο αντάρτικο μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας, τον Σεπτέμβρη του ’43. Ακόμα ο λόχος ενισχύ­θηκε και με καμιά τριανταριά εφεδροελασίτες της περιοχής που προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες με τον ηρωισμό τους.

Εκτός από τον ατομικό τους οπλισμό οι Έλληνες πολεμιστές διέθεταν επτά οπλοπολυβόλα και αρκετές επιθετικές χειρο­βομβίδες. Το σχέδιο διά­ταξης της δύναμης, προέβλεπε την κάλυψη απ’ το μεγαλύτερο μέρος της, μιας έκτασης 200 περί­που μέτρων επί του δημο­σίου δρόμου και στην βορεινή πλευρά του. Δυο άλλες μικρές ομάδες από 10 περίπου άνδρες η κάθε μια θα ‘παιρναν  θέσεις, η μια προς την πλευρά της Τρίπολης και σε απόστα­ση500 μέτρων απ’ την ε­νέδρα, και η άλλη το ίδιο προς της πλευρά του Άργους. Αυτές οι δυο μικρές δυνάμεις ανέλαβαν τα καθή­κοντα του παρατηρητή και ακόμα την παρεμπό­διση γερμανικών ενισχύ­σεων στη διάρκεια της μάχης.

Η διοίκηση του λόχου από 15 άνδρες και 4 Ιτα­λούς τραυματιοφορείς με καθήκοντα εφεδρικής δύ­ναμης θα ‘παιρνε θέση 50 -60 μέτρα μακριά από την ενέδρα. Στους άνδρες του λόχου δίνονται οι τελευταίες λε­πτομέρειες δράσης, και στο κάθε τμήμα χωριστά γίνεται η κατανομή των αποστολών τους. Αυστηρή εντολή… Απόλυ­τη σιωπή… Καμιά μετα­κίνηση… Ένα με το χώ­μα… Το σύνθημα της επί­θεσης θα δινόταν αποκλειστικά και μόνο από τον διοικητή του λόχου με έ­ναν πυροβολισμό και η α­ποχώρηση με μια πράσι­νη φωτοβολίδα,.. και οι ώρες μέσα στην ανοιξιάτικη νύχτα περνά­νε γεμάτες αγωνία και νευρικότητα… Παντού βασιλεύει μια απέραντη σιωπή… Μια σιωπή τόσο μο­νότονη, τόσο κουραστική, που τσακίζει τα νεύρα ό­λων εκείνων που ώρες τώρα ακίνητοι στις θέσεις τους και που έχουν γίνει ένα με το χώμα, καρτεράνε να ‘ρθη εκείνη η μεγάλη στιγμή…

Αχλαδόκαμπος

Η στιγμή εκείνη που οι κλαγγές των όπλων θα στείλουν στους αετούς του Ολύμπου για ν’ ακουστούν στα πέρατα της γης χαιρετισμό περήφανο απ’ τους αντρειωμένους του Μωριά. Παντού σιωπή… Το ίδιο σιωπηλή και η θά­λασσα εκεί κάτω στον Αργολικό έτσι όπως φαίνε­ται από ψηλά σαν ένα τε­ράστιο απλωμένο σεντόνι κεντημένο από χιλιάδες κίτρινα φαναράκια πού ‘ναι τ’ αστέρια τ’ ουρα­νού… Παντού σιωπή… Κάπου- κάπου ένα τριζόνι τα­ράζει την ησυχία της νύ­χτας και την  ακοή  των παλικαριών, που κάνει την προσοχή τους σαν αφηνιασμένο άλογο, αχαλί­νωτη να καλπάζει σε κιν­δύνους φανταστικούς, και την ματιά τους να ψαχου­λεύει τον εχθρό μέσα απ’ τα αδιαπέραστα σκοτά­δια του μακρινού τοπίου.  Άλλοτε πάλι η σκιά ε­νός αγγελιοφόρου που γλιστράει μέσα στη νύ­χτα για να φέρει κάποιο μήνυμα απ’ τη διοίκηση, αποσπά την προσοχή και χαλαρώνει τα νεύρα των ανδρών του αποσπάσματος απ’ την υπερένταση.

Και περνάνε οι ώρες και περνάνε οι στιγμές πού ‘ναι τόσο άδειες, τόσο ατέλειωτες και βασανιστι­κές…Και κάποτε θα ‘ρθει η χαραυγή… Ένα χρυσοκόκκινο φως εκεί προς την ανατολή… Μήνυμα πως σε λίγο θα φέξει… Σε λίγο.. Και το ξημέρωμα θα φέρει μαζί του εκείνο το παγωμένο ανοιξιάτικο αγιάζι, που θα κάνει τα κορμιά των ανδρών να τρέμουν από το κρύο… Και τα πουλιά από θάμνο σε θάμνο πετώντας παρακολουθούν σαστισμένα ε­κείνες τις περίεργες σι­λουέτες που ώρες τώρα στέκουν ακίνητες και σιωπηλές, και που έχουν γί­νει ένα με το χώμα…

Ώρα 6η πρωινή. Ο βόμ­βος μιας μηχανής ταρά­ζει την πρωινή ησυχία και κάνει τις ματιές όλων σαν φωτεινοί προβολείς ν’ ανιχνεύουν το θαμπό ορίζοντα. Ένα μαύρο πουλί που όσο πλησιάζει παίρνει τεράστιες διαστάσεις έτσι όπως περνάει ξυστά πάνω απ’ τους γύ­ρω λόφους και χάνεται πίσω τους, εκεί προς την πλευρά της Τρίπολης. Είναι ένα ανιχνευτικό αεροπλάνο που πριν από λίγο απογειώθηκε από τ’ αεροδρόμιο του Άργους για κάποια ποιος ξέρει απο­στολή. Ώρα 8.30 πρωινή. Απ’ τη πλευρά του Άργους έρ­χεται ένα γερμανικό αυτοκίνητο με κατεύθυνση την Τρίπολη. Σε λίγο έ­να άλλο αυτοκίνητο από Τρίπολη αυτή τη φορά προς Άργος. Και στις δυο περιπτώσεις τ’ αυτοκίνητα πέρασαν ανενόχλητα. Ώρα 9η πρωινή. Το παρατηρητήριο απ’ την πλευρά της Τρίπολης επι­σημαίνει φάλαγγα γερμανικών φορτηγών αυτοκινήτων που προηγούνται, μια μοτοσικλέτα και ένα μι­κρό κλειστό αυτοκίνητο. Η είδηση σαν αστραπή μεταφέρεται στους άνδρες του λόχου. Έτοιμοι σε θέση μάχης. Αγωνία και νευρικότητα…

Όλων οι ματιές είναι στραμμένες εκεί ψηλά στην τελευταία στροφή του δρόμου που σε λίγο θα φανεί η φάλαγγα των αυτοκινήτων. Έτοιμοι όλοι με το χέρι στη σκανδάλη. Και να τώρα, η μοτοσικλέτα που προηγείται της φάλαγγας κάνει την εμφάνισή της και πί­σω της μια κλειστή κούρ­σα που την ακολουθούν σ’ απόσταση σαράντα πε­ρίπου μέτρων τ’ άλλα αυτοκίνητα. Στρίβουν αριστερά στη στροφή, και πάλι δεξιά στην άλλη στροφή. Αλλά κάτι περίεργο συμβαίνει. Η φάλαγγα των αυτοκινήτων προχωράει ασυνήθιστα αργά. Τι να συμβαίνει άραγε… Μπορεί μήπως τ’ αεροπλάνο, ή κάποιο απ’ τ’ αυτοκίνητα που πέρασαν πριν από λίγο να διέκριναν κάτι το ύποπτο και να ειδοποίη­σαν τη φάλαγγα, ή μήπως πάλι αυτό μπορεί να οφείλεται σε κάποια μη­χανική βλάβη ενός αυτοκινήτου, ή μήπως αυτό είναι δημιούργημα της ταραγμένης τους φαντασίας από κάποιο συναίσθημα φόβου και πανικού. Είναι δυνατόν κάτι τέτοιο;.

Μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο σ’ αυτούς τους άν­δρες που ματωμένοι και νηστικοί, πήραν τα όπλα και διάβηκαν βουνοκορ­φές και λαγκάδια, κι ανέβασαν ψηλά στους ουρα­νούς τ’ όραμα της λευτε­ριάς και που για χάρη της στερήθηκαν τα πά­ντα, και που ποτέ δε ζή­τησαν γι’ αυτό ούτε δό­ξες ούτε τιμές. Είναι δυ­νατόν αυτοί οι σταυραε­τοί να δείλιασαν μπρο­στά στην ιδέα του θανά­του, αυτοί που χιλιάδες φορές έσφιξαν στις χού­φτες τους τ’ αστροπελέ­κια της καταιγίδας   και που χιλιάδες νύχτες ξά­πλωσαν κάτω στο χώμα να κοιμηθούν αγκαλιά με το θάνατο… Μπορεί να δείλιασαν οι αντρειωμένοι, που ο λαός σ’ αυτούς έ­χει εναποθέσει τις ελπίδες του για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά… Ή μή­πως πάλι ο φόβος της αποτυχίας στην αποστολή τους. Τα δευτερόλεπτα περ­νάνε τόσο αργά που οι λεπτοδείχτες των ρολογιών μοιάζουν να είναι καρφωμένοι στις θέσεις τους… Ακόμα και οι αναπνοές είναι σταματημένες σαν να υπάρχει κίνδυνος ν’ ακουστούν απ’ τον εχθρό…

Μονάχα οι καρδιές των παλικαριών χτυπάνε τόσο δυνατά λες και εί­ναι ξεκολλημένες απ’ τη θέση τους… Και οι ματιές ορθάνοιχτες παρακολου­θούν εκεί πάνω τον κινούμενο στόχο τους και που τις κάνει να δακρύζουν απ’ τον πόνο και τα δά­κρυα να γίνονται ένα με τον ιδρώτα που τρέχει στα φλογισμένα απ’ την αγωνία πρόσωπά τους. Και τεντωμένη η ακοή τους μήπως και χαθεί μέσα στον θόρυβο των αυ­τοκινήτων εκείνος ο πυροβολισμός πού ‘ναι το σύν­θημα για την επίθεση… Τώρα ολόκληρη η φάλα­γγα των αυτοκινήτων βρίσκεται μέσα στο στόχαστρο των ντουφεκιών… Σε λίγες στιγμές… Σε λίγα δευτερόλεπτα μονάχα.. Κι αυτές τις μεγάλες στιγμές της ανείπωτης αγωνίας, της νευρικότητας και της υπέρτατης από πατριωτικό παλμό ψυχι­κής ανάτασης, δυο ανύποπτοι χωρικοί της περιο­χής με φορτωμένα τα ζώ­α τους από ξύλα θα μπούνε μέσα στον κλοιό της ε­νέδρας. Ανάθεμά τους… Βλαστήμιες και κατάρες, ακούγονται… Να πάρει η ορ­γή… Τώρα τι θα γίνει.. Είναι δυνατόν να ματαιωθεί η επιχείρηση… Η φά­λαγγα προχωράει αργά, και να που τώρα η μοτοσικλέτα βγαίνει από την ενέδρα… Τώρα βγαίνει α­πό την ενέδρα και η κούρσα… Δεν απομένουν παρά μονάχα δέκα μέτρα για να βγει και ολόκληρη η φάλαγγα των αυτοκινή­των… Δέκα μέτρα μονάχα… εν­νέα… οχτώ.. επτά.. έξι.. πέντε… τέσσερα…

Γερμανοί στρατιώτες στην Ελλάδα, Απρίλιος 1941. Φωτογραφία: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο Bundesarchiv.

Ένας ξερός πυροβολι­σμός ακούγεται, κι αμέ­σως μετά ομοβροντίες ό­πλων και πολυβόλων συγκλονίζουν τα βουνά και τις χαράδρες της περιο­χής και σηκώνουν σύννε­φα μαύρου καπνού που φτάνουν στους ουρανούς και φλόγες φωτιάς που ξεπηδάνε απ’ τα αυτοκίνητα που τινάζονται στον αέ­ρα από τις εκρήξεις των πυρομαχικών. Τ’ αυτοκίνητα αμέσως με τους πρώτους πυροβολι­σμούς ακινητοποιούνται και οι Έλληνες μα­χητές κατευθύνουν τώρα τα πυρά τους επί ακινή­του στόχου.

Οι Γερμανοί πανικόβλη­τοι από τον αιφνιδιασμό, παίρνουν θέσεις άμυνας κάτω απ’ τα καιόμενα αυ­τοκίνητα ή στην άκρη του δρόμου πλάι στα βράχια. Η μάχη διεξάγεται με τρομερό πείσμα και απίθανη γενναιότητα και απ’ τις δυο πλευρές. Χαρακτηριστική είναι και η περί­πτωση ενός Γερμανού που μάχεται ηρωικά με το ένα χέρι γιατί το άλλο κρέμεται φρικτά ακρωτηριασμένο από χειροβομβίδα… Και τη στιγμή που η μάχη βρίσκεται στο αποκορύφωμά της, ένα πολυβό­λο των Ελλήνων θα υπο­στεί εμπλοκή. Ο εχθρός εκμεταλλευόμενος αυτό το κενό θα εξαπολύσει σφοδρή αντεπίθεση.

Οι στιγμές είναι κρίσιμες λόγω της υπεροχής πυρός του εχθρού, και οι Έλληνες κάτω από το βάρος αυτής της υπεροχής αρχίζουν να κάμπτονται. Η διοίκηση μπροστά στον κίνδυνο ολοκληρωτικής καταστροφής, ρίχνεται και αυτή στις φλόγες και η σάλπιγγα δίνει το σύν­θημα δια της εφ’ όπλου λόγχης επίθεσης. Οι Έλληνες αφού πρώτα χρησιμοποιούν επιθετι­κές χειροβομβίδες μ’ α­στραφτερά σπαθιά που αυλακώνουν τον άνεμο σαν γίγαντες φτερωτοί ορμά­νε στις φλόγες κι έρχο­νται στα χέρια με τον εχθρό. Τώρα η μάχη διεξά­γεται σώμα με σώμα και η αγριότητά της παίρνει απίθανες διαστάσεις σφαγής που κάνει το αίμα να βάφει κόκκινη την άσφαλτο και να τρέχει ποτάμι κάτω στη χαράδρα… Τι φρίκη… Τι παραφροσύνη… Τι όργιο αίματος…Τι απαίσιο πράγμα ο πόλεμος… Το θέαμα είναι τόσο φρικιαστικό, τό­σο απάνθρωπο, που κα­μιά ανθρώπινη δύναμη δε θ’ άντεχε για να το περι­γράψει…

Μέσα σ’ αυτήν την τιτανομαχία, μέσα σ’ αυτό το όργιο της σφα­γής, τραυματίζεται βαριά ο ανθυπολοχαγός Α­γγελίδης και μεταφέρε­ται αιμόφυρτος από Ιτα­λούς τραυματιοφορείς μακριά απ’ αυτήν την κόλαση. Μια και πλέον ώρα κράτησε αυτή η ιστορική μάχη της 17ης Μαΐου του ’44 στο Χάνι Αχλαδοκάμπου.

Οι απώλειες του εχθρού ήσαν βαρύτατες… 67 νεκροί και τραυματίες και 6 αιχμάλωτοι. Λάφυρα, 4 μυδραλιοβόλα, 2 τη­λέφωνα, 2 ασύρματοι, 1 διόπτρα, 56 τουφέκια μάουζερ, 2 βαρείς όλμοι, 18 πιστόλια, 52 φωτοβολί­δες, 13 προσωπίδες και 5000 φυσίγγια. Οι απώλειες των Ελλήνων ήσαν 4 νεκροί και 9 τραυματίες. Έτσι τέλειωσε η ιστορική μάχη εκείνη, για να προστεθεί ακόμα μια σελίδα άφθαστου ηρωι­σμού, μεγαλείου και δό­ξας στους αιματοβαμμένους τόμους της Ελληνικής ι­στορίας. Μια μάχη γιγάντων… Μια μάχη υπεράν­θρωπη σε αγωνιστικότη­τα και δυναμισμό, το ίδιο μεγάλη, το ίδιο γενναία όπως και κάποια άλλη σε κάποιο άλλο χάνι, σε κάποιες άλλες εποχές, ε­κεί πάνω στη Γραβιά… Και που το τέλος αυτών των συντελεστών της νί­κης, αυτών των γενναίων παλικαριών και στις δυο αυτές περιπτώσεις ήταν (τι σύμπτωση) το ίδιο τραγικό, από τους ίδιους (τι σύμπτωση) άκαπνους προσκυνημένους δήθεν (ε­θνικόφρονες) …

Ο πατριωτισμός και η τιμιότητα εχάθησαν κι όποιος τα έχει  αυτά, τον κιντυνεύουν. Κι όθεν  προδότης, κλέ­φτης και κατεργάρης εκείνος έχει την τύχη του». Στρατηγός Μακρυγιάννης.

  

Κ. Κυριαζόπουλος

Εφημερίδα, «Φείδων», Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1984.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Η Βόρεια  Ελλάδα υπό Βουλγαρική κατοχή 1941


 

Οι αλυτρωτικές βλέψεις της Βουλγαρίας για τη Μα­κεδονία χρονολογούνται ήδη από την εποχή της εθνογένεσής της και τη σταδιακή παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Από τις αρχές του 20ού αι­ώνα μάλιστα, η σύγκρουσή της με την Ελλάδα για τον έλεγχο της περιοχής παίρνει τη μορφή ακήρυχτου πολέμου, με τον Μακεδονικό Αγώνα. Ωστόσο, οι προσπάθειες της Σόφιας αποδεικνύο­νται ατελέσφορες και καταλήγουν σε συντριπτικές ήττες στον Β’ Βαλκανικό και τον Α’ Παγκόσμιο Πό­λεμο. Δυο δεκαετίες αργότερα, η ήττα του ελληνικού στρατού από τις γερμανικές δυνάμεις φάνηκε να δίνει την ευκαιρία στη Βουλγαρία, η οποία είχε στο μεταξύ προσχωρήσει στο ναζιστικό στρατόπεδο, την ευκαιρία που τόσο επιζητούσε, καθώς η χώρα μας χωρίζεται σε τρεις ζώνες κατοχής – μία γερ­μανική, μία ιταλική και μία βουλγαρική. Το μεγα­λύτερο μέρος της Μακεδονίας τίθεται υπό βουλ­γαρική διοίκηση.

 

Τριπλή κατοχή. Χάρτης, Καθημερινή.

 

Από το 1941 έως και το 1944, οι Έλληνες, αλλά και οι Εβραίοι της Μακεδονίας υπέστησαν πρωτοφανείς διώξεις, η αγριότητα των οποίων ξεπερ­νούσε σε ορισμένες περιπτώσεις τη θηριωδία των Ναζί στην υπόλοιπη Ελλάδα. Σύμβολο του μαρτυ­ρίου έγινε το χωριό Δοξάτο και μάλιστα για δεύτερη φορά στην ιστορία του, καθώς είχε καταστραφεί από τους Βούλγαρους και κατά τη διάρκεια της υποχώρησής τους, στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο. Όμως, όπως ήταν αναμενόμενο, οι μαζικές διώξεις υπο­νόμευσαν ηθικά, πολιτικά και ιδεολογικά όλα τα επιχειρήματα της βουλγαρικής πλευράς περί νόμι­μων διεκδικήσεων στη Μακεδονία. Εξ άλλου, η πο­ρεία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου σύντομα επρό­κειτο να αλλάξει και η Σόφια θα βρισκόταν παγι­δευμένη στο «λάθος στρατόπεδο».

 

Οι επιδιώξεις των Βούλγαρων στη Μακεδονία

 

Μετά την ήττα του ελληνικού στρατού από τις ναζιστικές δυνάμεις, η περιοχή από τον Στρυμόνα έως τον Έβρο, μαζί με τα νησιά της Θάσου και της Σαμοθράκης παραχωρήθηκαν στη Βουλγαρία, ως ανταμοιβή για την προσχώρησή της στον Άξονα (εκτός από 3/4 του νομού Έβρου, έπειτα από σχετι­κή αξίωση της Τουρκίας). Έκτοτε, για τους κατακτητές ανήκαν διοικητικά στην «περιφέρεια Άσπρης Θάλασσας» ή «Αιγαίου» ή «Αιγαιίδα» (Μπελομόρε), η οποία συμπεριλαμβανόταν στην 4η περιοχή (Στάρα Ζαγκόρα – Πλόντιφ – Μπελομόρε) βουλγαρικής επικράτειας. Εδώ έγκειται και η διαφορά μεταξύ ιταλικής, γερμανικής και βουλγαρικής κατοχής. Οι Ιταλοί και οι Γερμανοί αναγνώριζαν ότι βρίσκονται σε μια ξέ­νη χώρα ως δύναμη κατοχής, ενώ οι Βούλγαροι προ­παγάνδιζαν ότι βρίσκονται σε «απελευθερωμένο βουλγαρικό έδαφος» και σκόπευαν να μείνουν ο­ριστικά.

 

Το όνειρο της «Μεγάλης Βουλγαρίας».

 

Η Βουλγαρία ισχυριζόταν πως δεν κατέλαβε, αλλά απελευθέρωσε περιοχές, οι οποίες ήταν βουλ­γαρικό εθνικό έδαφος με αδύναμο βουλγαρικό πλη­θυσμό, λόγω της προηγηθείσας πολιτικής εξελλη­νισμού του ελληνικού κράτους. Έτσι δικαιολογού­σε τα αποτελέσματα βουλγαρικής απογραφής της 31ης Μαΐου 1941 στην «περιφέρεια Άσπρης Θάλασσας», κατά την οποία καταγράφηκαν 13 πόλεις και 799 χωριά (συνολικά 812 οικισμοί) και απο­γράφηκαν 649.419 κά­τοικοι. Και συγκεκριμέ­να κατά εθνικότητα 43.761 Βούλγαροι, 6.138 Πομάκοι, 72.985 Τούρ­κοι, 514.426 Έλληνες και 12.019 άλλοι (Εβραίοι, Αρμένιοι κ.ά.).

Βουλγαρικό πυροβολικό στην Αδριανούπολη.

Η νέα βουλγαρική κα­τοχή υπήρξε βαρύτερη από τις προηγούμενες (η πρώτη στους Βαλκανικούς, 1912 -1913, κι η δεύτερη στον Α’ Πα­γκόσμιο, το 1916 -1919), καθώς ο ελληνισμός της «βουλγαροκρατούμενης ζώνης» (514.426 Έλληνες, κατά τους Βουλγάρους) βρέθη­κε αντιμέτωπος με έναν επιθετικό βουλγαρικό ε­πεκτατισμό, ανανεωμένο από τις νέες συνθήκες, λόγω της συνεργασίας του με τη Γερμανία, και α­ποφασισμένο με το τέλος του πολέμου να διεκδι­κήσει «αποκατάστασιν της εθνικής ενότητος της Βουλγαρίας».

Ο Βούλγαρος Βασιλιάς Βορίς Γ’ και ο Αδόλφος Χίτλερ.

Η μοναρχική εξουσία του Βόρη Γ’, με την «πρό­θυμη», κατά την προπαγάνδα της, συνεργασία και συμμετοχή της πολιτικής, εμποροβιομηχανικής, επιστημονικής και καλλιτεχνικής κοινότητας της Βουλγαρίας, επιχείρησε να ανατρέψει τα πληθυ­σμιακά δεδομένα και να (απο)δείξει την ενότητα της «Παλιάς Βουλγαρίας» με τα «νεο – απελευθερωμένα» εδάφη.

Προετοίμαζε την πολυπόθητη οριστική προ­σάρτησή τους με το να δημιουργήσει «εθνικά δίκαια» των «σκλαβωμένων για χρόνια Βουλγάρων α­δελφών» στις παραχωρημένες, από τους Γερμανούς, στη Βουλγαρία περιοχές: τα σερβικά εδάφη, τη Δομβρουτσά, επαρχία ρουμανική, αλλά και «την πε­ριφέρεια Άσπρης Θάλασσας», δηλαδή τον νομό Σερρών, εκτός της περιοχής της Νιγρίτας (δηλαδή εκτός του 1/5 του νομού Σερρών), τους νομούς Δράμας – Ξάνθης – Καβάλας – Ροδόπης και Έβρου, εκτός της ουδέτερης ζώνης (δηλα­δή εκτός των 3/4 του νομού Έβρου).

Παρά τις όποιες αρχικές υποσχέσεις προς τους κατοίκους για ασφάλεια, ευνομία, ζωή, τιμή και πε­ριουσία, όλα μαρτυρούν ότι εφαρμόσθηκε στα νε­οαποκτηθέντα για τη Βουλγαρία εδάφη ένα μελε­τημένο, και στις λεπτομέρειές του, πρόγραμμα εμ­φάνισης των υπό κατοχήν περιοχών με ό­ψη και χαρακτήρα βουλγαρικό.

 

Οι προσπάθειες αφελληνισμού του πληθυσμού

 

Καβάλα, 1943. Οι βουλγαρικές αρχές κατοχής καταγράφουν εβραίους, τους οποίους θα παραδώσουν στους Γερμανούς. Φωτογραφία από το βιβλίο του Μιχάλη Ν. Κατσίγερα, «Ελλάδα 20ος αιώνας: Οι φωτογραφίες».

Ο Ελληνισμός, ανεπιθύμητος στη βουλγαροκρατούμενη Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη υπέστη, κατά την τρίχρονη κατοχή (1941 -1944), μέτρα κατάργησης κάθε εθνικής και θρησκευτικής του ελευθερίας, αλλά και σκληρότατα μέτρα εξό­ντωσής του:

Κατάλυση του ελληνικού κράτους σε όλες του τις εκδηλώσεις (Διοίκηση, Εκκλησία, Παιδεία…).

Ανάληψη της δημόσιας και ιδιωτικής οικονο­μικής ζωής από το βουλγαρικό κράτος και από Βούλγαρους ιδιώτες (αναγκαστικός συνεταιρι­σμός, απαγόρευση άσκησης επαγγελμάτων…).

Αποδυνάμωση του ελληνικού στοιχείου με την απομάκρυνση των στηριγμάτων του, πνευματικών, κοινωνικών, ηθικών, τις απελά­σεις, τη στρατολογία και την απαγωγή των ανδρών μακριά από τις εστίες τους (ομηρία, «τάγ­ματα εργασίας»).

«Βουλγαροποίηση» του ελληνικού στοιχείου, με την υποχρέωση έκδοσης βουλγαρικής ταυ­τότητας, πίεση για δήλωση βουλγαρικής εθνικό­τητας, υποχρεωτική χρήση βουλγαρικής γλώσ­σας σε όλες τις εκδηλώσεις της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής κ.ά.

Οικονομική αφαίμαξη του ελληνικού στοιχείου με την επιβαλλόμενη ανεργία, τη βαριά φορο­λογία, τον αναγκαστικό δανεισμό από το βουλγαρικό Δημόσιο, τις αρπαγές κ.ά. Τρομοκράτηση, βιαιοπραγίες, απαγορεύσεις, εξαθλίωση των λαϊκών τάξεων, κυρίως με τους περιορισμούς στη διατροφή, το νερό, τον φωτι­σμό.

Δημογραφική αραίωση του τόπου, καθώς με τις διάφορες πιέσεις προωθούνταν η εκούσια ή ακούσια μετανάστευση των Ελλή­νων κατοίκων του.

Αλλοίωση της εθνολογικής σύνθεσης με τον εποικισμό με Βούλγαρους εθελοντές εποίκους.

Προπαγάνδα του βουλγαρικού ενδιαφέροντος με την οργάνωση συνεδρίων, διασκέψεων κ.ά., την κατασκευή τεχνικών έργων κ.ά. διαφημιζό­μενων με απροκάλυπτες τυμπανοκρουσίες από τον βουλγαρικό Τύπο.

Εμφάνιση μορφωτικού – καλλιτεχνικού – «εκ­πολιτιστικού» έργου με εκδηλώσεις στις κατεχόμενες περιοχές προς επίδειξη του βουλγαρικού χαρακτήρα της «Νέας Βουλ­γαρίας» (κοινής καταγωγής, θρησκείας, γλώσ­σας, ηθών και εθίμων).

 

Η εξέγερση της Δράμας και η σφαγή στο Δοξάτο

 

Η πρώτη ένοπλη αντίδραση στον αφόρητο ζυγό της βουλγαρικής κατοχής, η εξέγερση της Δράμας και της γύρω περιοχής της (28 προς 29 Σε­πτεμβρίου 1941), παραμένει σκοτεινή υπόθεση σε πολλά σημεία της. Φαίνεται πως η κομματική οργάνωση του ΚΚΕ Δράμας εκτίμησε εσφαλμένα την κατάσταση: Παρασύρθηκε, υπολογίζοντας σε γρήγορη νί­κη του «Κόκκινου Στρατού» και στη λαϊκή δυσαρέσκεια και τη λαχτάρα για αντίδραση στην καταπίεση. Έδωσε πίστη σε φήμες για κομμουνιστική εξέ­γερση στη Βουλγαρία κατά των Γερμανών και για επικεί­μενη προσχώρηση του βουλ­γαρικού στρατού κατοχής σ’ αυτήν (ενδεχομένου υποβολιμαίες από την Ασφάλεια των βουλγαρικών Αρχών κατοχής – Οχράνα. Δηλαδή δεν απο­κλείεται βουλγαρική «προβο­κάτσια» με σκοπό την εξό­ντωση του ελληνικού στοι­χείου).

Η εξέγερση, όμως, ήταν πρόωρη και η έλλειψη στρα­τιωτικών στελεχών και κα­τάλληλων μηχανισμών, αλλά και σχεδίου και στόχου, δεν ά­φηναν προοπτική επιτυχίας και οδήγησαν σε τραγωδία. Με το πρόσχημα της καταστολής της εξέγερσης, οι βουλγαρικές Αρχές προχώρησαν σε σκληρά αντίποινα σε βάρος του άμαχου πληθυσμού στην ευρύτερη περιοχή της Δράμας: συλλήψεις, εκτελέσεις (3.000 στην πόλη της Δράμας και στο χωριό Δοξάτο μόνο), ανακρίσεις, ξυλοδαρμοί, λεηλασίες…

 

Οι κρεμασμένοι της Φλώρινας. Φωτογραφία: Εφημερίδα Καθημερινή.

 

Η συστηματική καταδίωξη των ανταρτών συ­νεχίσθηκε μέχρι τις 5 Νο­εμβρίου 1941. Οι βουλγαρικές δυνάμεις κατά­φεραν την εξόντωση των ενόπλων ανταρτικών ο­μάδων και τη σύλληψη και ε­κτέλεση ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ, ενώ, και μέχρι τα μέ­σα του 1942, οι ελάχιστοι διασωθέντες αντάρτες επιχειρού­σαν να διαφύγουν στη γερμανοκρατούμενη ζώνη. Τα «γεγονότα της Δράμας» συγκλόνισαν όλο τον υπόδουλο ελληνικό λαό.

Στην Ανατο­λική Μακεδονία και Θράκη οι συνέπειες ήταν καθοριστικές για το μέλλον: επικράτησε σύγ­χυση για τις συνθήκες εκδήλωσης «του κινήματος της Δράμας», το ΚΚΕ βρέθηκε χωρίς ηγεσία, εξαιρετικά δύσκο­λη ήταν πια η ανάπτυξη αξιό­λογου μαζικού ανταρτικού κινήματος, διότι προέκυψε δι­στακτικότητα και φόβος του πληθυσμού για την ένοπλη δράση, αλλά και καχυποψία και εχθρότητα κάποτε προς το ΚΚΕ, στο οποίο χρεώνονταν τα τρομερά αντίποινα των Βουλ­γάρων, με αποτέλεσμα να ευ­νοηθεί η εμφάνιση και η δράση αυτόνομων, κυρίως εθνικιστικών, α­ντιστασιακών ομάδων.

Συμπερασματικά, στη διάρκεια της κατοχής 1941 -1944, η Βουλγαρία, σε πλήρη αντίφαση με την επί­σημη ρητορική της «…περί τηρήσεως απολύτου ισότητος και δικαιοσύνης έναντι του πληθυσμού…», μέσω της αποδυνάμωσης, της απομάκρυνσης, της εξόντωσης, της «βουλγαροποίησης» του πλη­θυσμού και της τελικής αλλοί­ωσης της εθνολογικής του σύνθεσης προετοίμαζε την ε­πιθυμητή οριστική προσάρ­τηση της Ανατολικής Μακε­δονίας και Δυτικής Θράκης, για να εκπληρώσει επιτέλους, με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πο­λέμου, το όνειρο της «Μεγάλης Βουλγαρίας» και να επικρατήσει στη χερσόνησο του Αίμου.

  

Κατερίνα Τσέκου

Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου.

 

 Πηγή


  • Καθημερινή, «Η Β. Ελλάδα υπό Βουλγαρική κατοχή», Κυριακή 1 Αυγούστου 2010.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ελληνοϊταλικός Πόλεμος 1940


 

Την επαύριο του τορπιλισμού της «Έλλης» η ελληνική κυβέρνηση αποσιώπησε ότι η επίθεση ήταν έργο των Ιταλών. Παρά τα α­διάσειστα στοιχεία και τις υποψίες του λαού για τους ενόχους, η Ελλάδα απέφυγε τη σύρραξη. Έτσι, ο Ιωάννης Μεταξάς κέρδιζε κι άλλον χρόνο προκειμένου να προετοιμάσει τη χώρα του ενάντια σε μια μεγάλη ιταλική εισβολή την οποία ανέμενε από καιρό. Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο πρεσβευτής της Ιταλίας στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι επέδωσε στον Μεταξά τελεσίγραφο της ιταλικής κυβέρνησης. Με αυτό, η Ρώμη ζητούσε να επιτραπεί η ελεύθερη διέλευση ιταλικών στρα­τευμάτων, τα οποία θα κατελάμβαναν απροσδιόριστα «στρατηγικά σημεία» εντός της ελληνικής επικράτειας.

Ιωάννης Μεταξάς

Ο Μεταξάς αρνήθηκε, απαντώντας στα γαλλικά: «Alors, c’ est la guerre» («Λοιπόν, έχουμε πόλεμο»). Με το «ΟΧΙ» άρχισε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος. Οι εντυπωσιακές νίκες των Ελλήνων κατά των Ιταλών θα έφερναν εν καιρώ τους Γερμανούς στην Ελλάδα, οι οποίοι θα έσπευδαν σε βοήθεια των συμμάχων τους που αποτύγχαναν στην επίθεσή τους από την Αλβανία. Πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η αναγκαστική γερμανική επέμβαση στα Βαλκάνια επηρέασε την έκβαση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς καθυστέρησε την Επιχείρη­ση Μπαρμπαρόσα στην ΕΣΣΔ. Άλλοι ιστορικοί διαφωνούν με αυτήν τη θέση. Το βέβαιο είναι πως η απόκρουση της ιταλικής εισβολής αποτέλεσε την πρώτη νίκη κατά μιας χώρας του Άξονα. Το ηθικό παράδειγμα από το «Έπος του ’40» τονιζόταν τότε στους διθυραμβικούς επαίνους για τη μικρή Ελλάδα. Όπως είχε πει και ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσόρτσιλ: «Εφεξής δεν θα λέμε ότι οι Έλληνες πολεμούν σαν ήρωες, αλλά ότι οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες».

 

Η στροφή του Μεταξά προς τη Μεγάλη Βρετανία

 

«Δηλαδή θα έπρεπε δια ν’ αποφύγωμεν τον πόλεμον να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν και του αριστερού από την Βουλγαρίαν. Φυσικά δεν ήτο δύσκολον να πρόβλεψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Άγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος».

Ανακοίνωσις του Πρωθυπουργού Ι. Μεταξά προς τους ιδιοκτήτας και αρχισυντάκτας του Αθηναϊκού Τύπου εις το Γενικόν Στρατηγείον (ξενοδοχείον «Μεγάλη Βρεταννία»)

Τα παραπάνω λόγια αποτελούν απόσπασμα από ομιλία του Ιωάννη Μεταξά στους διευθυντές των αθη­ναϊκών εφημερίδων δυο μόνο ημέρες μετά την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, στις 30 Οκτωβρίου 1940. Η στάση του Μεταξά στη διάρκεια του πολέμου δεν αποτελούσε ευκαιριακή τοποθέτηση, αλλά υπήρξε φυσιολογικό επακόλουθο της συνεπούς διπλωματικής πορείας της χώρας, από τις αρχές κιόλας της δεκαετίας του 1910, να συνεργάζεται με τη Βρετανία που αποτελούσε τη μεγαλύτερη ναυτική δύναμη στον χώρο της Μεσογείου.

Τα σύννεφα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου πύκνωσαν στην Ευρώπη ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1930, όταν μια σειρά από ναζιστικά και φασιστικά καθεστώτα ανέλαβαν τον κυβερνητικό έλεγχο σε χώρες όπως η Γερμανία, η Ιταλία και η Ισπανία. Την ίδια στιγμή στα Βαλκάνια οι ζυμώσεις για τη διαμόρφωση σφαιρών επιρροής άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Η περιοχή άλλωστε αποτελούσε προνομιακό χώρο, όπου τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων τέμνονταν προκαλώντας έτσι αναπόφευκτες εντάσεις, συσπειρώσεις και αντισυσπειρώσεις. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Βραχνός Βασίλειος (1887 – 1971)


 

Βραχνός Βασίλειος

Έλληνας στρατιωτικός. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1887. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πήρε μέρος σε όλους τους πολέμους από το 1912 μέχρι το 1922. Το 1940 έγινε υποστράτηγος και διορίστηκε διοικητής της 1ης Μεραρχίας Πεζικού. Μετά την έναρξη των επιχειρήσεων, έσπευσε σε βοήθεια του Αποσπάσματος Πίνδου και συνέβαλε στην ήττα της Μεραρχίας Αλπινιστών Τζούλια. Στη διάρκεια της Κατοχής ήταν ένας από τους ιδρυτές της αντιστασιακής οργάνωσης «Άγνωστος Μεραρχία». Συνελήφθη και εκτοπίστηκε πρώτα στην Ιταλία και μετά στη Γερμανία. Απελευθερώθηκε το 1945. Το 1946 προήχθη σε αντιστράτηγο και το 1948 αποστρατεύτηκε.

Εξελέγη βουλευτής Αργολιδοκορινθίας το 1951 και Ναυπλίας το 1952 με τον Ελληνικό Συναγερμό. Το 1954 ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπάγος τον διόρισε υφυπουργό Εξωτερικών.

Πέθανε κατά τον ύπνο του, στην Αθήνα, έπειτα από δηλητηρίαση λόγω φωταερίου. Ο Β. Βραχνός, ετών 84ων, βρέθηκε νεκρός,  από την κόρη του μαζί με τη σύζυγό του, Μαρίκα Λάμπρου, και το καναρίνι τους στο υπόγειο διαμέρισμά τους, στις 7 Μαρτίου 1971. Το αέριο είχε διαφύγει από τους αγωγούς που διέρχονταν από τα θεμέλια της πολυκατοικίας όπου διέμενε το ζεύγος.

 

Η είδηση του θανάτου του Βασιλείου Βραχνού στην εφημερίδα, «Μακεδονία» 1971-03-09.

 

Τιμήθηκε μεταξύ άλλων με τους Μεγαλόσταυρους της Γιουγκοσλαβίας και της Αιθιοπίας. Ο Βασίλειος Βραχνός έγραψε απομνημονεύματα, τα οποία δεν ολοκληρώθηκαν λόγω του θανάτου του.

.

Πηγή


  • National Geographic, «1940-41 Ελλάδα, η Πρώτη Νίκη», Αθήνα, 2000.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Η γερμανική επίθεση στην Ελλάδα 1941


 

Προέλαση των Γερμανικών στρατευμάτων προς το νότο. Φωτογραφία: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο Bundesarchiv.

Τον χειμώνα του 1940 και ενώ σχεδόν ολόκληρη η Ευρώπη έχει υ­ποταχθεί στις δυνάμεις του ναζισμού, η Ελλάδα καταφέρνει να α­ποκρούσει με επιτυχία την εισβολή της Ιταλίας στην επικράτειά της, αναπτερώνοντας το ηθικό όσων κρατών απέμεναν ακόμη να αντιστέκονται. Θορυβημένος από την ήττα του Μουσολίνι στην Ήπειρο, ο Χίτλερ αποφασίζει να παρέμβει. Ο ήδη εξαντλημένος από τις πολύμηνες μάχες στην Πίνδο ελληνικός στρατός δεν ήταν σε θέση να αντιπαρατεθεί με τις αριθμητικά πολλαπλάσιες δυνάμεις της Ιταλίας, της Γερμανίας και της Βουλγαρίας, μο­λονότι 60.000 Βρετανοί, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί, Κύπριοι και Παλαιστίνιοι στρατιώτες προσέφεραν πολύτιμη βοήθεια. Πάντως, ο απελπισμένος αγώνας που δόθηκε μέχρι να σβήσει και η τελευταία εστία αντίστασης, στην Κρήτη, αποτέλεσε μια από τις συγκλονιστικότερες στιγμές του 20ού αιώ­να.

Από τους Έλληνες υπερασπιστές των οχυρών της γραμμής Μεταξά, που συνέχισαν να πολεμούν ακόμη και όταν όλα είχαν τελειώσει, μέχρι τους απαράμιλλης ανδρείας Νεοζηλανδούς, από τους οποίους ζητήθηκε να δώ­σουν και την τελευταία ρανίδα του αίματός τους, στον Πλαταμώνα, η μά­χη της Ελλάδας ανέδειξε τα όρια του ανθρώπινου θάρρους. Παρά τα λάθη, η Γερμανία χρειάστηκε περισσότερες ημέρες για να θέσει υπό τον έλεγχό της ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, απ’ ό,τι χρειάστηκε για να καταλάβει τη Γαλλία. Εντούτοις, απέδειξε – σε όσους ακόμη αμφέβαλλαν – ότι διαθέτει την αρτιότερη πολεμική μηχανή που είχε εμφανιστεί έως τότε στην ιστορία και θα χρειαζόταν χρόνια για να νικηθεί.

 

Άκαρποι διπλωματικοί ελιγμοί

 

Αλέξανδρος Παπάγος, αρχιστράτηγος των ελληνικών δυνάμεων.

Η γερμανική εισβολή στη Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα, στις 6 Απριλίου του 1941, σηματοδοτούσε την περιέλευση της Βαλκανικής υπό τον γερμανικό έ­λεγχο. Η χερσόνησος δεν αποτελούσε στο σύνολό της πεδίο προτεραιότητας για το Βερολίνο. Καθοριστικός για τον γερμανικό σχεδιασμό ήταν ο έλεγχος των πετρελαιοπηγών της Ρουμανίας. Το ενδιαφέρον της Γερμανίας για την Ελλάδα προέκυψε ως αποτέλεσμα της ιταλικής επίθεσης τον Οκτώβριο του 1940. Σε σχετική ιταλική βολιδοσκό­πηση, το Βερολίνο είχε απαντήσει αρ­νητικά, επικαλούμενο την ανάγκη αποφυγής εγκατάστασης των Βρετα­νών στο νότιο άκρο της χερσονήσου με συνέπεια να απειληθεί η ανεμπόδιστη χρήση των ρουμανικών πετρελαιοπη­γών, αφού η Ρουμανία θα βρισκόταν εντός του βεληνεκούς της βρετανικής αεροπορίας.

Η ιταλική εμπλοκή και κυρίως η ήτ­τα των ιταλικών δυνάμεων στην Αλβα­νία έθετε την Ελλάδα στο επίκεντρο του γερμανικού στρατιωτικού σχεδιασμού. Τον Δεκέμβριο του 1940, ο Χίτλερ έδι­νε τη συγκατάθεσή του για το σχέδιο «Μαρίτα», που προέβλεπε την κατάληψη της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας προκειμένου να εξασφαλιστούν η νότια και ανατολική γερμανική πλευρά εν ό­ψει της εκστρατείας κατά της Σοβιετικής Ένωσης που επρόκειτο να αναλη­φθεί εντός του 1941. Πριν προσφύγει, όμως, τελικά στη στρατιωτική λύση, το Βερολίνο θα αναλάμβανε διπλωματική προσπάθεια για ανακωχή μεταξύ της Ιταλία και της Ελλάδας.

Οι προσπάθειες αυτές που εξελίχθηκαν από τον Δε­κέμβριο του 1940 έως και τον Φεβρου­άριο του 1941 απέβησαν άκαρπες, καθώς η Αθήνα δεν ήταν διατεθειμένη να εγκαταλείψει τη συμμαχία της με τη Βρε­τανία, αλλά μόνο να εξασφαλίσει τη δια­κοπή των εχθροπραξιών με την Ιταλία.

Αντίθετα, η προτεραιότητα για το Βερολίνο ήταν να εκδιώξει τους Βρετανούς από την Ελλάδα. Η τελευταία θα προ­σπαθούσε να τηρήσει ιδιαίτερα προ­σεκτική στάση, αποφεύγοντας να προκαλέσει τη γερμανική πλευρά. Ήδη, κα­τά τις συνομιλίες της με τους Βρετανούς, η Αθήνα είχε αρνηθεί να δεχθεί βρετανικές δυνάμεις στο έδαφός της, αφού η βρετανική ενίσχυση φαινόταν ανεπαρκής για την απώθηση γερμανικής εισβολής αλλά επαρκής για να προκα­λέσει το Βερολίνο.
 
 

Γερμανοί στρατιώτες στην Ελλάδα, Απρίλιος 1941. Φωτογραφία: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο Bundesarchiv.

 

Όταν τελικά, προς το τέλος Φεβρουαρίου, η Αθήνα θα δεχό­ταν τη βρετανική ενίσχυση ήταν περί­που βέβαιο ότι οι γερμανικές δυνάμεις θα επενέβαιναν υπέρ των Ιταλών. Η είσοδος του γερμανικού στρατού στη Βουλγαρία ήταν η από μακρού αναμε­νόμενη επιβεβαίωση των γερμανικών προθέσεων.

Στον γερμανικό σχεδιασμό σημαντική θέση κατείχε και η Γιου­γκοσλαβία. Το Βελιγράδι αισθανόταν α­πό καιρό τη γερμανική πίεση και η θέ­ση του δεν ήταν αναμφισβήτητη στο πλευρό των δυτικών δυνάμεων. Στις 25 Μαρτίου, υπό την επίδραση του αντιβασιλέως Παύλου, η Γιουγκοσλαβία ε­πρόκειτο να προσχωρήσει στον Άξονα. Η εικόνα ανατράπηκε άρδην στις 27 Μαρτίου, όταν πραξικόπημα φιλοβρετανικών στοιχείων στον στρατό και στις υπηρεσίες ασφαλείας, με τη συνδρομή των βρετανικών υπηρεσιών, ανέτρεψε τον αντιβασιλέα και την κυβέρνησή του.

 

Η 6η Μεραρχία του Στρατού της Αυστραλίας περνά τον Αλιάκμονα στις 13 Απριλίου 1941. Φωτογραφία από το βιβλίο του Μιχάλη Ν. Κατσίγερα, «Ελλάδα 20ος αιώνας: Οι φωτογραφίες».

 

Ο νεαρός βασιλέας που ανέλαβε την άσκηση των βασιλικών του καθηκό­ντων χωρίς αντιβασιλεία διόρισε μια νέα κυβέρνηση που δεν συμμεριζόταν τον προσανατολισμό της γιουγκοσλαβικής πολιτικής προς τον Άξονα. Το πραξικόπημα στο Βελιγράδι θα αντιμετωπιζόταν από τη γερμανική πλευ­ρά με την προσφυγή στη στρατιωτική επιλογή. Αυτή είχε γίνει υποχρεωτική και για την Ελλάδα από την οπτική του Βερολίνου ήδη από τα μέσα Μαρτίου, αφού η εαρινή επίθεση των Ιταλών στην Αλβανία είχε αποκρουστεί από τις ελληνικές δυνάμεις και συνεπώς δεν δια­φαινόταν δυνατότητα ανατροπής της στρατιωτικής κατάστασης.

 

Η κεραυνοβόλος επιχείρηση «Μαρίτα» στα Βαλκάνια

 

Γερμανικά πολεμικά πάνω από τον Παρθενώνα.

Από στρατιωτική άποψη, οι γερμανικές δυνάμεις ήταν αναμφισβήτητα υπερέχουσες και η εξέλιξη των επι­χειρήσεων αποτελούσε μια βαλκανι­κή εκδοχή του κεραυνοβόλου πολέ­μου που είχαν εφαρμόσει με επιτυχία οι Γερμανοί στη δυτική Ευρώπη τον Μάιο του 1940. Οι Έλληνες είχαν ισχυρές οχυρώσεις στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο αλλά όχι στην ελληνογιουγκοσλαβική. Πέραν αυτού, ο ελληνοβρετανικός σχεδιασμός έπα­σχε, καθώς δεν ήταν σαφές αν θα ε­πιδιωκόταν η άμυνα σε προωθημένη γραμμή ή η εκκένωση της ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης ώστε να στηριχθεί αμυντικά μια γραμμή στον ποταμό Αλιάκμονα. Η εξέλιξη των ε­πιχειρήσεων κατέστησε μάλλον ακαδημαϊκές τις σχετικές συζητήσεις.

Οι Γερμανοί επιτέθηκαν ταυτόχρονα στην Ελλάδα και στη Γιουγκοσλαβία στις 6 Απριλίου. Η υπεροχή τους σε τεθωρακισμένα και στον αέρα ήταν σαφής, ενώ αντίθετα, οι βρετανικές, νεοζηλανδικές και αυστραλιανές δυ­νάμεις που είχαν εισέλθει στον ελ­ληνικό χώρο τον Μάρτιο δεν διέθεταν τα μηχανοκίνητα μέσα και την αε­ροπορική κάλυψη σε επάρκεια. Από ελληνικής πλευράς, ο κύριος όγκος των δυνάμεων ήταν δεσμευμένος στο μέτωπο της Αλβανίας. Τα οχυρά στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο α­ποδείχθηκαν αξιόπιστα ως προς τη δυ­νατότητά τους να καθυστερήσουν την προέλαση του επιτιθέμενου, δεν είχαν όμως πρακτική αξία από τη στιγμή που οι γερμανικές δυνάμεις έκαμψαν εύ­κολα τη γιουγκοσλαβική αντίσταση και εισήλθαν ταχύτατα στο ελληνικό έδαφος, μέσω της κοιλάδας του Αξι­ού και κατέλαβαν τελικά τη Θεσσα­λονίκη στις 9 Απριλίου.

Αλέξανδρος Κορυζής, πρωθυπουργός της Ελλάδας παραμονές της γερμανικής εισβολής.

Οποιαδήπο­τε περαιτέρω αντίσταση στα οχυρά δεν είχε νόημα. Η προέλαση ήταν τα­χεία και στη Γιουγκοσλαβία, το Βελι­γράδι καταλήφθηκε στις 17, ενώ η γραμμή των Θερμοπυλών ήταν προφανές τις ίδιες μέρες ότι δεν μπορούσε να αντέξει. Η ραγδαία γερμανική προέλαση απέκοψε και τις ελληνικές δυνάμεις που βρίσκονταν στο μέτω­πο της Αλβανίας. Η συντριπτική γερ­μανική υπεροχή άσκησε μεγάλη ψυ­χολογική και υλική πίεση στον ελλη­νικό στρατιωτικό μηχανισμό και στην πολιτική ηγεσία.

Ο διάδοχος του Με­ταξά στην πρωθυπουργία, Αλέξανδρος Κορυζής, αυτοκτόνησε στις 18 Απρι­λίου, ενώ διοικητές των μονάδων της στρατιάς Ηπείρου με επικεφαλής τον στρατηγό Τσολάκογλου, ενώπιον του αδιεξόδου στο οποίο βρίσκονταν, προχώρησαν σε συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς στις 20 Απριλίου, παρά τις αντίθετες διαταγές του βασιλιά Γεωργίου του Β’ και του αρχιστρα­τήγου Αλεξάνδρου Παπάγου, οι οποίοι κατανοούσαν την πολιτική, ψυχολο­γική σημασία, αλλά και τη στρατηγι­κή προοπτική της παραμονής τα Ελλάδας στο πλευρό των Βρετανών.

Ο στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου, πρώτος κατοχικός πρωθυπουργός.

Η συνθηκολόγηση δεν επηρέασε πάντως την προσπάθεια εκκένωσης των συμμαχικών δυνάμεων από την ηπειρωτική Ελλάδα. Η επιχείρηση εξελίχθηκε με επιτυχία και μεγάλο μέρος των δυνάμεων αυτών μεταφέρ­θηκαν στην Κρήτη, όπως άλλωστε ο βασιλιάς, η κυβέρνηση και υπολείμ­ματα των ελληνικών ενόπλων δυνά­μεων.

Οι γερμανικές δυνάμεις εισήλ­θαν στην Αθήνα στις 27 Απριλίου. Η ελληνική επικράτεια, με εξαίρεση την Κρήτη, βρισκόταν πλέον υπό την τριπλή, γερμανική, βουλγαρική και ι­ταλική κατοχή. Τα κίνητρα του Τσολάκογλου και των στρατηγών θεωρήθηκαν δια­βλητά όταν αυτοί ανέλαβαν να σχη­ματίσουν μια κυβέρνηση συνεργασίας με τις δυνάμεις Κατοχής, ευθύς μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθή­να. Την κατάληψη της ηπειρωτικής Ελλάδας ακολούθησε η κατάληψη της Κρήτης τον Μάιο του 1941.

 

Οι επιπτώσεις

 

Αν και η γερμανική επίθεση δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί από τους Έλληνες και τους Συμμάχους, προκάλεσε απώλειες σε επίλεκτες γερμανικές μονάδες και ενδεχομένως κάποια καθυστέρηση στην έναρξη της γερμανικής επίθεσης κατά της Σοβιετικής Ένωσης, που τελικά πραγ­ματοποιήθηκε στις 22 Ιουνίου.

 

Ξεσπιτωμένοι Έλληνες. Φωτογραφία: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο Bundesarchiv.

 

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν κρίθηκε στα Βαλκάνια, η κλίμακα των δυνά­μεων στη γωνία αυτή της Ευρώπης δεν ήταν συγκρίσιμη με αυτή των άλλων μετώπων. Ούτε είναι βέβαιο ότι η γερμανική προέλαση στο σοβιετι­κό έδαφος καθυστέρησε καθοριστικά λόγω της βαλκανικής εκστρατείας. Αυ­τό που ανέδειξε όμως ο πόλεμος και η Κατοχή στα Βαλκάνια, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, ήταν ότι η κυ­ριαρχία της ναζιστικής Γερμανίας εί­χε πολύ λίγους υποστηρικτές, η Γερ­μανία έπρεπε να επέμβει στρατιωτι­κά και να υποστεί το κόστος σε έμ­ψυχο και άψυχο δυναμικό μιας μακροχρόνιας επιβολής δια της βίας, εγ­χείρημα το οποίο τελικά υπερέβαινε τις δυνατότητες της Γερμανίας.

 

Σωτήρης Ριζάς

Διευθυντής Ερευνών

στο Κέντρο Έρευνας της Ιστορίας του Νεότερου Ελληνισμού

της Ακαδημίας Αθηνών.

 

 

Πηγή


  • Καθημερινή, «Η γερμανική επίθεση στην Ελλάδα», Κυριακή 27 Ιουνίου 2010.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Δικτατορία του Μεταξά – 4 Αυγούστου 1936


  

Ιωάννης Μεταξάς

Ως στρατιωτικός ο Ιωάννης Μεταξάς, (Ιθάκη 12 Απριλίου 1871 – Αθήνα 29 Ιανουαρίου 1941), διακρίθηκε από τις σπουδές του κιόλας στην Πολεμική Ακαδημία του Βερολίνου. Συμμετείχε στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και στους Βαλκανικούς, ενώ από το 1903 είχε τοποθετηθεί στο τότε νεοσύστατο κατά τα ξένα πρότυπα Γενικό Επιτελείο Στρατού, συμβάλλοντας σημαντικά στην οργάνωση των ενόπλων δυνάμεων.

Από νωρίς συνδέθηκε φιλικά με τη  βασιλική οικογένεια και όταν το 1910 ο Γεώργιος Α’ διόρισε πρωθυπουργό τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο Κρητικός του προσέφερε τη θέση του πρώτου υπασπιστού του. Έτσι, ο Μεταξάς έγινε ο σύνδεσμος μεταξύ Βενι­ζέλου και ανακτόρων. Η ρήξη μεταξύ τους ήρθε το 1915, όταν ο Μεταξάς με την παραίτησή του μετέπεισε τον Κων­σταντίνο A’ ως προς την είσοδο της χώρας στον πόλεμο, στο πλευρό των συμμάχων. Ο Βενιζέλος δεν τον συγ­χώρεσε ποτέ και, το 1917, τον εξόρισε στην Κορσική από όπου γύρισε ύστερα από την επιστροφή των βασιλικών στην εξουσία.

Όταν στις 25 Μαρτίου 1921 οι Πρωτοπαπαδάκης, Θεοτόκης και Γούναρης του προσέφεραν τη θέση του αντιστράτηγου της Μικράς Ασίας, ο Μεταξάς αρνήθηκε. Από το 1914 είχε καταθέσει υπόμνημα στο ΓΕΣ, με το οποίο προεξοφλούσε την ήτα του ελληνικού στρατού σε περίπτωση επέμβασης στην Ιωνία. Στις 12 Οκτωβρίου 1922 ίδρυσε το κόμμα των Ελευθεροφρόνων. Μετά τη δικτατορία Πάγκαλου, κατά την οποία φυλακίστηκε και εκτοπίστηκε, συμμετείχε στις εκλογές της 11ης Νοεμβρίου 1926. Κατέλαβε 51 έδρες και διορίστηκε υπουργός Συγκοινωνίας στην κυβέρνηση Ζαΐμη. Αργότερα υπηρέτησε και ως υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση Τσαλδάρη. Ωστόσο, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, οι Ελευθερόφρονες σημείωναν όλο και χειρότερες επιδόσεις. Όταν το 1936 κατέλαβαν επτά έδρες, όλα έδειχναν ότι η πολιτική σταδιοδρομία του Μεταξά έφτανε στο τέλος της. Ο Γεώργιος Β’ όμως είχε διαφορετική άποψη. 

  

Η υπονόμευση του κοινοβουλευτισμού

 

Τα πολιτικά πάθη, αποτέλεσμα της μακροχρόνιας έχθρας βενιζελικών και αντιβενιζελικών, υπονόμευσαν και α­ποδυνάμωσαν τον κοινοβουλευτισμό και οδήγησαν σε πολιτικό αδιέξοδο. Τον Νοέμβριο του 1935, μετά τη διεξαγω­γή «νόθου» δημοψηφίσματος, ο Γεώργιος Β’ επανήλθε στον θρόνο της Ελλάδας. Η παλινόρθωση της βασιλείας, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 1935, εγκαινίασε μια δραματική σειρά γεγονότων που κατέληξαν στη δικτατορία της 4ης Αυγούστου. Μετά την ε­πιστροφή του, ο Γεώργιος αποπέμπει τον Κονδύλη και αναθέτει τον σχημα­τισμό κυβέρνησης στον Κωνσταντίνο Δεμερτζή, ενώ την 26η Ιανουαρίου διε­ξάγονται άψογες εκλογές που αναδει­κνύουν ισοδύναμες τις δύο μεγάλες παρατάξεις, με ρυθμιστή το Παλλαϊκό Κόμ­μα (δεσπόζουσα δύναμη το ΚΚΕ).

Όταν γίνεται γνωστή η μυστική συμφωνία (σύμφωνο Σοφούλη – Σκλάβαινα) μεταξύ των Φιλελευθέρων και του ΚΚΕ, προ­καλούνται αναταράξεις στις ένοπλες δυ­νάμεις που δυσαρεστούν τον Γεώργιο, ο οποίος αποπέμπει τον Παπάγο από το Υπουργείο Στρατιωτικών και στη θέ­ση του διορίζει τον Ιωάννη Μεταξά.

Ιωάννης Μεταξάς – Γεώργιος Β΄

Με­τά τον θάνατο του Δεμερτζή, στις 13 Απριλίου, ο Μεταξάς αναλαμβάνει και τα καθήκοντα του πρωθυπουργού, ε­νώ στις 27 Απριλίου λαμβάνει ψήφο ε­μπιστοσύνης από τη Βουλή. Στις 8 Μαΐου, κατά τη διάρκεια καπνεργατικών διαδηλώσεων, ξέσπασαν τα γεγο­νότα της Θεσσαλονίκης που κατέληξαν στις πλέον βίαιες συγκρούσεις ανάμε­σα στους απεργούς και τη χωροφυλα­κή, στη διάρκεια των οποίων σκοτώθηκαν δώδεκα διαδηλωτές. Η ανακοίνωση για γενική απεργία στις 5 Αυγούστου 1936 προσέφερε στον Μεταξά, «ελέω του Γεωργίου Β’», την απαιτούμενη δικαιολογία για την εγκαθίδρυση της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, που ήταν το επιστέγασμα μιας σειράς εσωτερικών πολιτικών «ανωμαλιών» και αποτελούσε, σύμφωνα με τον Γεώργιο, μια «δυσάρεστη ανα­γκαιότητα».

Τα παραδοσιακά κόμματα, αποδυναμωμένα από τις έριδες και στε­ρημένα από τους ηγέτες τους (οι Κον­δύλης, Τσαλδάρης, Δεμερτζής και Βε­νιζέλος όλοι πέθαναν μέσα σε σύντο­μο χρονικό διάστημα) ήταν ανίκανα να κινητοποιήσουν τον λαό, που, κουρα­σμένος και απογοητευμένος από τους πολιτικούς, παρέμεινε απαθής. Εξάλλου, οι ιθύνουσες τάξεις είδαν στο πρόσω­πο του Μεταξά τον εκφραστή των συμ­φερόντων τους και τον εγγυητή ασφάλειάς τους έναντι του «επερχόμε­νου» κομμουνισμού. Παράλληλα, η θέση του Μεταξά διευκολύνθηκε την εποχή αυτή από τη διεθνή συγκυρία.

Η κομμουνιστική απειλή φάνταζε, το 1936, πολύ μεγαλύ­τερη από την κρίση του κοινοβουλευ­τισμού στην Ευρώπη και την επικράτηση του φασισμού και του ναζισμού. Τα καθεστώτα αυτά και οι εκφραστές τους ασκούσαν μια περίεργη γοητεία στους πληθυσμούς των ευρωπαϊκών κρατών, που παρακολουθούσαν με θαυμασμό τη νέα πειθαρχημένη δύναμη του ναζισμού και την προβολή του «χα­ρισματικού» αδιαφιλονίκητου ηγέτη του, Αδόλφου Χίτλερ, να προβάλλονται μέσα από τα βραβευμένα προπαγανδι­στικά φιλμ της Ρίφενσταλ, στα πολυ­πληθή ακροατήρια των μεγάλων ευ­ρωπαϊκών πόλεων.

Ο κομμουνιστικός κίνδυνος, υπό το φάσμα του ισπανικού εμφυλίου που μόλις είχε ξεσπάσει, α­νησυχούσε πολύ περισσότερο τους Ευρωπαίους, απ’ ό,τι η κατάληψη της αποστρατιωτικοποιημένης Ρηνανίας από τον Χίτλερ το 1936, και η αυξανο­μένη επιθετικότητα του Μουσολίνι, με­τά την εισβολή στην Αιθιοπία. Έτσι λοιπόν το διεθνές κλίμα και η έκρυθμη εσωτερική πολιτική κατά­σταση, που διευκολύνονταν από την έλλειψη εμπιστοσύνης του Γεωργίου προς τα αστικά πολιτικά κόμματα, «ευνοούσαν» την εγκαθίδρυση της Δι­κτατορίας. Γεγονός που επιβεβαιώνε­ται και από τις «χλιαρές» αντιδράσεις – με εξαίρεση το κίνημα των Χανίων – που εκδηλώθηκαν εναντίον της 4ης Αυ­γούστου.

 

Απολυταρχικό καθεστώς με λαϊκίστικες τάσεις και πρακτικές

  

Οι πρώτες ενέργειες του καθεστώτος, μετά την άρση των θεμελιωδών άρ­θρων του Συντάγματος και την κα­τάργηση της ελευθερίας του Τύπου, ο οποίος κατέστη προπαγανδιστικό ερ­γαλείο του καθεστώτος, με αντάλλαγμα πολλά προνόμια, ήταν η καταστολή του κομμουνιστικού κινδύνου, αλλά και του κομματικού κοινοβουλευτι­σμού, που αποτελούσαν τη «διπλή τυ­ραννία» του τόπου. Οι αθρόες συλ­λήψεις και οι εκτοπίσεις των αντι­φρονούντων, αλλά και οι αποτελε­σματικοί μηχανισμοί που αφορού­σαν την καθιέρωση του Πιστοποιη­τικού Κοινωνικών Φρονημάτων και των Δηλώσεων Μετανοίας (που α­νήλθαν σε 47.000, όταν η δύναμη του ΚΚΕ ήταν περίπου 15.000) εξουδετέ­ρωσαν κάθε εσωτερική απειλή και έ­δωσαν τη δυνατότητα στον Μεταξά να υλοποιήσει τα σχέδιά του.

 

Ο Ιωάννης Μεταξάς κατά την διάρκεια εκδήλωσης των Ταγμάτων Εργασίας. Στην κορυφή της σκάλας, ο Κώστας Κοτζιάς – ασκεπής με το καπέλο στο αριστερό χέρι – υπουργός Διοικήσεως Πρωτευούσης. Στο ίδιο σκαλοπάτι με τον κυβερνήτη, δεξιότερα, ο γενικός διευθυντής Γραμμάτων και Τεχνών του καθεστώτος, Κωστής Μπαστιάς. Φωτογραφία: Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο.

 

Πρωταρχικός σκοπός του καθεστώτος ήταν η ίδρυση ενός «Νέου Κράτους» που θα βασιζόταν στις υπέρτατες αξίες και στα ιδεώδη που είχαν πλέον χαθεί και θα οδηγούσε στην «Αναγέννηση της Ελλάδος» και στη δημιουργία του «Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού» που ήταν συνέχεια του Αρχαίου και του Βυζαντινού. Η έλλειψη λαϊκής βάσης ο­δήγησε τον Μεταξά, μιμούμενο ξένα φασιστικά και ναζιστικά πρότυπα, στην ίδρυση και οργάνωση ενός πα­νίσχυρου οργανισμού νεολαίας, της EON, που συμπεριέλαβε το σύνολο σχεδόν του νεανικού πληθυσμού της χώρας και αποτέλεσε το αποτελε­σματικότερο μέσον, αλλά και αποδέ­κτη της μεταξικής ιδεολογίας και προπαγάνδας, βασικότερο στοιχείο της οποίας αποτελούσε η λατρεία προς τον Ηγέτη, Ιωάννη Μεταξά.

 

Κοινωνική πολιτική

  

Φαλαγγίτισσες της «Εθνικής Οργανώσεως Νεολαίας» παρελαύνουν στη λεωφόρο Βασ. Όλγας, κατά τη διάρκεια εορτασμού της 4ης Αυγούστου.

Ωστόσο, παρά τις πρακτικές και τα χαρακτηριστικά των φασιστικών κα­θεστώτων που υιοθέτησε, η 4η Αυ­γούστου δεν ταυτίστηκε ποτέ με τη φασιστική ιδεολογία αλλά παρέμεινε ένα απολυταρχικό καθεστώς με φι­λολαϊκές τάσεις που συχνά οδηγούσαν σε λαϊκίστικες πρακτικές. Ο Μεταξάς, όπως συχνά προκύπτει μέσα από το ημερολόγιό του και τις ομιλίες του, ή­θελε να είναι ο ηγέτης του λαού και προστάτης των οικονομικά ασθενέ­στερων. Στο πλαίσιο αυτής της πα­τερναλιστικής στάσης που χαρακτή­ρισε ολόκληρη τη διακυβέρνηση του «χαρά μου οι φτωχοί και τα παιδιά», εφάρμοσε ένα εκτεταμένο πρόγραμ­μα κοινωνικής πολιτικής για την α­νακούφιση των ασθενέστερων τάξε­ων, όπως οι αγρότες και οι εργάτες. Τα πιο σημαντικά μέτρα στον τομέα της αγροτικής πολιτικής ήταν η ρύθ­μιση των αγροτικών χρεών, η μετα­βίβαση των τίτλων ιδιοκτησίας της γης και η κατάργηση της φορολογίας στο ελαιόλαδο.

Τα μέτρα για τους εργάτες περιε­λάμβαναν την καθιέρωση των συλ­λογικών συμβάσεων εργασίας και την αναγκαστική διαιτησία μεταξύ ερ­γατών και εργοδοτών, ενώ εφαρμό­ζεται ο νόμος για την κοινωνική α­σφάλιση με την ίδρυση του ΙΚΑ. Πα­ράλληλα, καθιερώνεται το οκτάωρο, καθορίζεται κατώτερο ημερομίσθιο και λαμβάνονται μέτρα για βελτίωση των συνθηκών υγιεινής και τον έλεγχο των ενδημικών νόσων με σημαντική αύ­ξηση στις δαπάνες υγείας.

 

Στρατιωτική θωράκιση για τον επερχόμενο πόλεμο

 

Η σημαντικότερη ωστόσο προσπάθεια του καθεστώτος επικεντρώθηκε από την αρχή στην αμυντική θωράκιση της χώρας. Δεμένος στο «παραδοσιακό άρμα» της φιλοβρετανικής εξωτερικής πολιτικής, παρά τη γερμα­νική του παιδεία και την οικονομική εξάρτηση της χώ­ρας από τη Γερμανία, ο Μεταξάς αναζήτησε, μέσα στο πλαίσιο της πολιτικής ουδετερότητας που του επέβαλαν η γεωπολιτική και η στρατιωτική του θεώρηση, στη Βρετανία, τη μεγαλύτερη ναυτική Δύναμη, τον σύμ­μαχο απέναντι στην αυξανόμενη ιταλική επιθετικότητα, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά την Αιθιοπική Κρίση και τη συμμετοχή της Ελλάδας στις οικονομικές κυρώσεις κατά της Ιταλίας.

Παράλληλα άρχισε η μεγά­λη στρατιωτική και ψυχολογική προετοιμασία της χώ­ρας για την αντιμετώπιση πιθανής εισβολής από την Ιταλία, αλλά και τη Βουλγαρία, με την κατασκευή εντυπωσιακών οχυρωματικών έργων, όπως η Γραμμή Μεταξά και η ανασυγκρότηση του ελληνικού στρατού, ενώ είχε αρχίσει και ένα εκτεταμένο πρόγραμμα αυτάρκειας και εξοικονό­μησης αγαθών.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος βρή­κε την «ουδέτερη» Ελλάδα αμυ­ντικά προετοιμασμένη και απο­φασισμένη να αντισταθεί, ενώ εί­χε κηρυχθεί από τον Απρίλη του 1939 μερική επιστράτευση. Οι ιταλικές προκλήσεις ε­ναντίον της Ελλάδας το καλοκαίρι του 1940 είχαν ως αποκορύφωμα τον τορπιλισμό του ευδρόμου «Έλλη» στην Τήνο στις 15 Αυγούστου. Η εμπλοκή της Ελλά­δος στον πόλεμο ήταν πια βεβαία.

  

Πλήρης σύμπνοια

 

Το πρωινό της 28ns Οκτωβρίου 1940, στην οικία του Ιωάννου Μεταξά στην Κηφισιά άρχισε να γράφεται μια από τις πλέον ένδοξες σελίδες της νεώτερης ελληνικής ιστορίας. Η άρνηση του Μεταξά, «Alors c’est la guerre», να υποκύψει στις ιταλικές διεκδικήσεις απορρίπτοντας το ιταλικό τελεσίγραφο που του επέδωσε ο Γκράτσι δεν ήταν προϊόν στιγμιαίας εθνικής έξαρσης, αλλά, όπως προκύπτει από τις προσωπικές του και κρατικές μαρτυρίες, μια ώριμη, μελετημένη, ιστορική απόφαση η οποία οδήγησε την Ελλάδα σε στιγμές με­γαλείου και δόξας.

Ο ελληνικός λαός, ενωμένος, βρι­σκόταν για πρώτη ίσως φορά σε πλήρη σύμπνοια με τον αρχηγό του καθώς ξεχυνόταν στους δρόμους πα­νηγυρίζοντας με αληθινό ενθουσιασμό και εθνική υ­περηφάνεια. Ο Ιωάννης Μεταξάς πέθανε στις 29 Ια­νουαρίου 1941, «εν πλήρει δόξη», και η απώλειά του την κρίσιμη αυτή στιγμή απεδείχθη τραγική, δημι­ουργώντας μεγάλο στρατιωτικό και πολιτικό κενό. Η έλλειψη ικανού διαδόχου σε συνδυασμό με την ήττα και τη γερμανική κατοχή αναζωπύρωσαν τα πολιτικά πάθη του παρελθόντος οδηγώντας τη χώρα στον κα­ταστροφικό εμφύλιο.

 

Μαρίνα Πετράκη

Ιστορικός – Ερευνήτρια

Επιμέλεια: Στέφανος Χελιδόνης

 

Πηγή


  • Καθημερινή, «Η Δικτατορία του Μεταξά», Κυριακή 7 Μαρτίου 2010.

Read Full Post »

Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843


 

Η απολυταρχική διακυβέρνηση του Όθωνα, η πτώχευση του ελληνικού Δημοσίου το 1843 και η εκβιαστική τακτική των ξένων δανειστών, συνέτειναν στην επιδείνωση της κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης  στη χώρα.

Η στρατιωτική εξέγερση υπό τον συνταγματάρχη Καλλέργη με την προτροπή του Μακρυγιάννη, την ενθάρρυνση των ξένων πρεσβειών και τη συμπόρευση των πολιτικών ηγετών, ανάγκασαν τον Όθωνα να δεχτεί τη συγκρότηση συντακτικής εθνοσυνέλευσης η οποία ψήφισε το Σύνταγμα του 1844.

 

Όθωνας

Τα γεγονότα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ήταν αποτέλεσμα της συσσωρευμένης δυσαρέσκειας κατά της απολυταρχίας του Όθωνα. Ενώ αρχικά οι αρχηγοί της συ­νωμοσίας σκόπευαν να εξεγερθούν στις 25 Μαρτίου 1844, αναγκάστηκαν να κινηθούν νωρίτερα, φοβού­μενοι ότι το μυστικό τους είχε προδοθεί. Τα μέτρα των ανακτόρων επέσπευσαν κατά πολύ το κίνημα. Η απόφαση για τη σύσταση έκτακτου στρατοδικεί­ου, το οποίο το πρωί της 3ης Σεπτεμβρίου θα δίκα­ζε 83 επιφανή πολιτικά και στρατιωτικά πρόσωπα με σκοπό την αποτροπή της λαϊκής εξέγερσης, οδήγησε τους επικεφαλής να δράσουν ακριβώς ε­κείνη την ημέρα. Κατά τον Ασπρέα [i], η κυβέρνηση φάνηκε διστακτική στη συγκεκριμένη περίσταση και έχασε πολύτιμο χρόνο, παρακολουθώντας τους αρχηγούς της συνωμοσίας και πιστεύοντας ότι η σύσταση του έκτακτου στρατοδικείου και ο διορισμός των δικαστών έφθανε για να αποθαρρύνει τους συνωμότες και να σταματήσει τις ενέργειές τους.

Αντίθετα, οι τελευταίοι αντέδρασαν πολύ μεθοδικά. Λίγο πριν από την έκρηξη της επανάστασης, μύησαν τον Σκαρβέλη, αρχηγό του πεζικού, και τον Σχινά, αρχηγό του πυροβολικού. «Υπό τας συνθήκας ταύτας η επανάσταση η αποσκοπήσασα και επιτυχούσα την ανατροπήν της απολύτου μοναρχίας, εξερράγη νύκτα της 2ας Σεπτεμβρίου υπό χαρακτήρα απολύτως στρατιωτικόν»[ii]. Ο βασιλιάς, μολονότι γνώριζε για τη συνωμοσία, είχε καθυστερήσει τις συλλήψεις. Είναι πολύ πιθανό ότι φοβόταν τη λαϊκή αντίδραση σε περίπτωση σύλληψης και δίκης επιφανών, που προέρχονταν και από τα τρία κόμ­ματα, θεωρούσε ότι κάθε προσπάθεια καταστολής της συνωμοσίας θα προξενούσε λαϊκή εξέγερση και τα γεγονότα που ακολούθησαν, δικαίωσαν βε­βαίως τους φόβους και τις ανησυχίες του.

Η ανώτατη στρατιωτική διεύθυνση των επαναστα­τικών δυνάμεων είχε ανατεθεί στον Δημήτριο Καλλέργη, ο οποίος λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της 2ας Σεπτεμβρίου, αφού εξαπάτησε τους κατα­σκόπους της κυβέρνησης, συγκάλεσε το ιππικό σύ­νταγμα. Ανάμεσα στους αξιωματικούς, παρευρισκό­ταν και ο διοικητής της Σχολής Ευελπίδων, Σπυρομήλιος. Ο Καλλέργης εξέθεσε την κρισιμότητα της κατάστασης στην οποία βρισκόταν το έθνος, τό­νισε ότι έπρεπε να τον ακολουθήσουν όλοι στο κί­νημα, για το οποίο ήταν ενημερωμένοι οι αξιωματικοί του στρατού, και ότι θα έπρεπε ή να πετύχουν ή να πεθάνουν. Με το σύνθημα «Ζήτω το Σύνταγμα»,[iii]  ενθουσίασε τους αξιωματικούς, υπαξιωματι­κούς και στρατιώτες, οι οποίοι αμέσως το ενστερνί­στηκαν. Ο Σκαρβέλης είχε παρατάξει το τάγμα των ακροβολιστών και περίμενε, ο δε Σχινάς περίμενε, ως επικεφαλής του πυροβολικού.

Το σύνθημα της εκκίνησης ήταν δυο πυροβολισμοί, μετά τους ο­ποίους όλα τα στρατιωτικά σώματα θα ξεκινούσαν α­πό διάφορα σημεία, κατά των ανακτόρων. Στη μια μετά τα μεσάνυχτα, ο Καλλέργης έδωσε το σύνθη­μα και ξεκίνησε συνοδευόμενος από μουσική, τύμπανα και σάλπιγγες. «Δια των οδών της πρωτευ­ούσης δεν διήλαυνε σώμα στασιάσαντος στρατού, αλλά στρατός θριαμβευτικής πορείας. Οι στρατιώται εκραύγαζον «Ζήτω το Σύνταγμα» και οι πολίται έκπληκτοι απήντουν δια της αυτής ζητω­κραυγής. Αλλά και οι μεν και οι δε εγνώριζον μόνον την λέξιν, ολίγιστοι δε ίσως και το πολί­τευμα, το οποίον διηυθύνοντο να επιβάλουν βία εις το Στέμμα. Η μόνη υποληφβείσα συντεταγμέ­νη δύναμις εν τη πρωτευούση, ήτις παρέμεινε πι­στή εις το Στέμμα ήτο η της χωροφυλακής»[iv].

Δημήτριος Καλλέργης

Ο Καλλέργης, στο μεταξύ, είχε διατάξει να ανοί­ξουν τη φυλακή του Μεντρεσέ και να απελευθερώ­σουν τους κρατούμενους, και παράλληλα είχε στείλει αποσπάσματα στρατιωτών για να καταλάβουν τα υπουργεία, την Εθνική Τράπεζα, το Δημόσιο Τα­μείο, το Νομισματοκοπείο και ένα σώμα του ιππι­κού για να ελευθερώσει τον Μακρυγιάννη. Ο Μακρυγιάννης ήταν αποκλεισμένος στο σπίτι του, περικυκλωμένος από τη χωροφυλακή. Παρά τον κλοιό, ορισμένοι φίλοι του είχαν καταφέρει να μπουν στο σπίτι του, προκειμένου να ενισχύσουν την άμυνά του. Οι χωροφύλακες τότε άρχισαν να πυροβολούν και οι έγκλειστοι ανταπέδωσαν. Κατά την ανταλλαγή των πυρών, σκοτώθηκε ένας ενωμοτάρχης, ο μόνος νεκρός κατά τη διάρκεια της ε­πανάστασης. Όταν όμως έφθασε ο στρατός, οι χω­ροφύλακες υποχώρησαν και ο Μακρυγιάννης μπό­ρεσε να βγει έξω με τους δικούς του. Στη πλατεία μπροστά από τα ανάκτορα είχε συγκεντρωθεί πλήθος λαού, φωνάζοντας συνθήματα.

Μολονότι ο Όθων – αδυνατώντας να εκτιμήσει την κατάσταση- είχε δώσει εντολή στη φρουρά των α­νακτόρων να διαλύσει το στρατό που είχε περικυ­κλώσει τα ανάκτορα, δεν εισακούστηκε. Προσπά­θησε να επικοινωνήσει με το στρατό και το πυρο­βολικό μέσω του υπουργού των Στρατιωτικών, Βλα­χόπουλου, και του υπασπιστή του, Γαρδικιώτη Γρίβα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Όταν ο Βλαχόπου­λος πλησίασε τον Καλλέργη και τους στρατιώτες, προσπαθώντας να τους πείσει να διαλυθούν, συνε­λήφθη και φυλακίσθηκε μαζί με τον Γαρδικιώτη Γρίβα, κατόπιν διαταγής του Καλλέργη.

Αργά τη νύχτα, ο βασιλιάς εμφανίστηκε μα­ζί με το συνταγματάρχη Ες (Hess) σε ένα παράθυρο του πρώτου πατώματος που έ­βλεπε προς την πλατεία και ρώτησε τον Ε­πικεφαλής Καλλέργη τι ζητούσε. Ο τελευ­ταίος, πάντοτε έφιππος, του απάντησε: «Μεγαλει­ότατε, ευδοκήσατε να ικανοποιήσετε την αίτησιν του στρατού και του λαού, ομογνωμόνως ζητούντων Σύνταγμα» [v].

Ο Όθων απάντησε οργισμένος «Ας διαλυθώσι και θέλω μεριμνήση περί της αι­τήσεώς των», απάντηση που ήταν φυσικά αδύνατον να γίνει δεκτή και που συγχρόνως δείχνει τον τρό­πο με τον οποίο προσέγγιζε την κατάσταση. Οι συ­γκεντρωμένοι, βεβαίως, ήταν αποφασισμένοι να λάβουν την απάντηση μέσα στην ίδια νύχτα και οι διοικητές των στρατιωτικών δυνάμεων αρνήθηκαν να απομακρυνθούν. Ο Καλλέργης απάντησε: «Με­γαλειότατε, δεν θέλουν διαλυθή, έως ου η Υ.Μ. δεν αποφασίση μετά του Συμβουλίου της Επι­κρατείας». Τότε παρενέβη ο Ες, που προξένησε την οργή του Καλλέργη, ο οποίος τον κατηγόρησε «ως παραίτιον και συμμέτοχον της δεινής θέσεως εις την οποίαν είχον επιβούλως καταντήσει τον βασιλέα οι αυλικοί του και τον διέταξε να απέλθη από της θυρίδος»[vi].

 

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πίνακας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία).

 

Ο Ες και ο βασιλιάς, μέσα στο παλάτι και μπροστά στην ανένδοτη στάση των στρατιωτικών, αποφάσισαν να στείλουν το διαγγελέα του βασιλιά, Στάινστορφ, για να διατάζει τον Σχινά να φέρει τα πυροβόλα. Ο τελευταίος όμως συνέταξε το πυροβολικό στην πλατεία, στο πλευρό των επαναστατών υπό το σύνθημα «Ζήτω το Σύ­νταγμα». Έτσι, όλα τα σώματα της φρουράς συνε­νώθηκαν πλέον στο κίνημα. Το πλήθος του λαού που συνέρρεε προς την πλατεία αυξανόταν όλο και περισσότερο και εκφράζοντας τον ενθουσιασμό του. «Όλοι ήσαν ενησχολημένοι να εκφράσωσι τον ενθουσιασμόν των, ως αν είχαν ήδη το Σύνταγμα ανά χείρας. Αι κραυγαί υπέρ του Συντάγματος εσυγχέοντο μετά της στρατιωτικής μουσικής, ήτις δεν έπαυε παιανίζουσα και ούτως η συνάθροισις ενέφαινε μάλλον χαρακτήρα πανηγύρεως, παρά την τρομεράν των επαναστάσεων εικόνα» [vii].

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Στις 3 η ώρα το πρωί, συγκλήθηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας, για να επικυρώσει και να νομι­μοποιήσει τις επαναστατικές πράξεις. Ο στρατός έθεσε υπό επιτήρηση τα σπίτια των υπουργών και κάλεσε τους συμβούλους της Επικρατείας να εισέλθουν στην αίθουσα συνεδριάσεων, όπου είχαν ήδη προσέλθει οι Μεταξάς, Ζωγράφος, Παλαμή­δης και Ψύλλας. Κατά τη διάρκεια της συνεδρία­σης, η οποία άρχισε στις 3 το πρωί, ο στρατός φρουρούσε το κτίριο, ενώ μέσα στο κτίριο παρευρίσκο­νταν οι Μακρυγιάννης, Σπυρομήλιος και άλλοι α­ξιωματικοί, αποκλείοντας κάθε εισβολή από έξω και εμποδίζοντας πιθανή αποχώρηση συμβούλων. Στο τέλος της συνεδρίασης, συντάχθηκε προκήρυ­ξη η οποία αναγνώριζε το κίνημα, καθιστούσε το Συμβούλιο συνυπεύθυνο, καθησύχαζε τον λαό και το στρατό και τους ενέπνεε θάρρος. «Λαός και στρατός είχον ήδη ό,τι επεθύμουν, την νομιμότη­τα αντιπροσωπευομένην από εν νομοθετικόν σώ­μα, το οποίον εις την κατάστασιν ταύτην, την άνευ κυβερνήσεως, ανελάμβανε την διεύθυνσιν των πραγμάτων και εξησφάλιζε την κοινήν ησυχίαν»[viii].

Εκτός από την προκήρυξη, το Συμβούλιο συνέταξε και μια αναφορά προς το βασιλιά με την οποία ζητούσε την παραχώρηση του Συντάγματος. Επίσης, το Συμβούλιο ψήφισε ορισμένα διατάγμα­τα με τα οποία καθοριζόταν η σύγκληση της Εθνο­συνέλευσης σε διάστημα ενός μηνός, η σύνθεση του προσωρινού υπουργείου, η εξουσιοδότηση του υπουργείου να συγκαλέσει την Εθνοσυνέλευση, η παύση των μελών του προηγούμενου υπουργικού συμβουλίου, ο καθορισμός του όρκου του στρατού και των πολιτικών αρχών, καθώς και η απόλυση α­πό τις δημόσιες υπηρεσίες όλων των ξένων, εκτός από τους παλιούς φιλέλληνες [ix]. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, ύστερα από πρό­ταση του Κ. Ζωγράφου, εξέλεξε επιτροπή αποτε­λούμενη από τους Γ. Κουντουριώτη, Λ. Μαυρομι­χάλη, Γ. Λινιάνα, Γ. Ψύλλα, Αν. Λόντοκαι το γραμματέα του Συμβουλίου, Κ. Προβελέγγιο, η ο­ποία θα παρουσίαζε τις αποφάσεις του στο βασιλιά, ο οποίος με τη σειρά του θα επικύρωνε και θα υπέ­γραφε.

Η επιτροπή αυτή παρουσίασε τις αποφάσεις του Συμβουλίου στο βασιλιά, ο οποίος ζήτησε να συμβουλευθεί, πριν απαντήσει, τους πρεσβευτές, τους ξένους πρεσβευτές. Το αίτημα αυτό, όπως ή­ταν αναμενόμενο, δεν έγινε δεκτό. Αντίθετα, επέ­μειναν στον Όθωνα να απαντήσει το συντομότερο δυνατόν και να υπογράψει το διάταγμα για τη σύ­γκληση της Εθνικής Συνέλευσης, η οποία θα συνέτασσε το Σύνταγμα του ελληνικού κράτους.

Μακρυγιάννης – Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Όταν δε αργότερα οι πρεσβευτές ζήτησαν να μπουν στα ανάκτορα και να επικοινωνήσουν με το βασιλιά (γεγονός που προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στο παρευρισκόμενο πλήθος), ο Καλλέργης τους απαγόρευσε την είσοδο, φοβούμενος ότι θα επηρέαζαν αρνητικά τον Όθωνα. Τους τόνισε ότι δεν μπορού­σε να επιτρέψει την είσοδο σε κανέναν, αν πρώτα δεν αποφάσιζε το Συμβούλιο της Επικρατείας με το βασιλιά, ενώ παράλληλα τους διαβεβαίωσε ότι ο βασιλιάς δεν διατρέχει κανέναν κίνδυνο.

«Σύμφωνα με τον Πισκατόρυ (Piscatory), ο (Ρώ­σος) Κατακάζης (Catacasy) έδειχνε καταπτοημένος, μάλλον επειδή φαινόταν ότι ο Όθων δεν θα παραιτούνταν, ο (Άγγλος) Λάιονς (Lyons) δικαιο­λογούσε τους πάντες και τα πάντα, ο πρεσβευτής της Πρωσίας κατέκρινε τους πάντες και τα πάντα, ο Πρόκες-Οστεν (Prokesch Osten) καταδίκαζε τις πράξεις αλλά δικαιολογούσε τους ανθρώπους»[x].

Οι πρεσβευτές των Προστάτιδων Δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, σύμφωνα με τον Μακρυγιάννη, γνώριζαν για τη συνωμοσία και, όπως ο ίδιος τους εί­χε παρουσιάσει διαφορετικά στον καθέναν την κατά­σταση, περίμεναν και ήλπιζαν ότι η συνωμοσία θα προωθούσε τελικά τις επιδιώξεις της κυβέρνησης του καθενός. Πάντως, οι περισσότεροι υποψιάζονταν ανάμιξη του Κατακάζη, πιστεύοντας ότι επιθυμούσε την αντικατάσταση του Όθωνα με ορθόδοξο πρίγκιπα.

Ορισμένοι υποψιάζονταν ανάμιξη του Λάιονς και, κατά τον αγγλόφιλο Δραγούμη, ο Καλλέργης απαγόρευσε την είσοδο των πρεσβευτών στα ανάκτο­ρα ύστερα από υπόδειξη του γραμματέα της αγγλι­κής πρεσβείας, Γκρίφιθς (Griffiths). Η αυστριακή διπλωματία διατύπωσε κατηγορίες κατά του, υπεράνω υποψίας, Πισκατόρι. Το γεγονός, όμως, ότι οι πρεσβευτές δεν διαμαρτυρήθηκαν, ισοδυναμεί με ηθική υποστήριξη προς την επανάσταση. Ο βασιλιάς είχε πλέον πεισθεί ότι «είχεν απο­γυμνωθεί από πάσης στρατιωτικής και πολιτικής δυνάμεως» και «ή έπρεπεν να υποκύψει ή να αποφασίση την απομάκρυνσιν αυτού από τον θρόνον». Από την άλλη πλευρά, κατά τον Ασπρέα [xi], «το γόητρον του Στέμματος βαρέως πληγέν περιεσώζετο κακώς δια του διατάγματος εκείνου». Ο βασιλιάς, όπως υποστήριζε αργότερα, προτιμούσε την παραίτηση, αλλά φοβήθηκε ότι η αναχώρησή του θα οδηγούσε σε αναρχία.

Πράγματι, ύστερα και από την επέμβαση της βασίλισσας Αμαλίας, ο Όθων δέχθηκε να υπογράψει το διάταγμα για τη σύγκληση της Εθνικής Συνέλευσης, έπαυσε τους υπουργούς της κυβέρνησης, που ήταν η τελευταία κυβέρνηση της απόλυτης μοναρχίας, και ανέθεσε το σχηματισμό νέας κυβέρνησης στον Α. Μεταξά.

Το νέο υπουργικό συμβούλιο, στο οποίο συμμετείχαν κορυφαία στελέχη της επανά­στασης και στο οποίο εκπροσωπούνταν και τα τρία κόμματα, είχε ως εξής: Πρόεδρος και υπουργός των Εξωτερικών ο Α. Μετα­ξάς, υπουργός των Στρατιωτικών ο Αν. Λόντος, των Ναυτικών ο Κωνσταντίνος Κανάρης, της Δικαιο­σύνης ο Λέων Μελάς, των Εκκλησιαστικών και της Παιδείας ο Μιχαήλ Σχινάς, των Οικονομικών ο Δρόσος Μανσόλας και των Εσωτερικών ο Ρήγας Παλαμήδης.

Ανδρέας Λόντος (Ελαιογραφία)

Ο Καλλέργης δεν συμμετείχε στο κυ­βερνητικό σχήμα, αλλά ανέλαβε την ανώτατη διοί­κηση της φρουράς. Μετά την ορκωμοσία των νέων υπουργών, ζητή­θηκε από τον Όθωνα η υπογραφή δυο νέων δια­ταγμάτων, σύμφωνα με τα οποία καθιερωνόταν η 3η Σεπτεμβρίου ως εθνική εορτή και απονέμονταν τιμητικές διακρίσεις στους συνωμότες. Ο βασιλιάς πάλι αρνήθηκε την υπογραφή των τόσο προσβλητικών – κατά τη γνώμη του- διαταγμάτων και ζήτησε τη γνώμη των πρεσβευτών, τονίζοντας ότι προτι­μούσε να παραιτηθεί υπέρ του αδελφού του. Οι πρεσβευτές, αδυνατώντας να πείσουν τους υπουρ­γούς να αποσύρουν τα περιμάχητα διατάγματα, ύ­στερα και από την επιμονή του Καλλέργη κατάφε­ραν να μεταπείσουν το βασιλιά.

Στο σημείο αυτό, είναι χαρακτηριστική για τη νοοτροπία και τον τρόπο σκέψης του Όθωνα η αντίδρασή του, όπως την περιγράφει ο Πισκατόρι προς τον Γκιζό: «Παρετήθην όλων των προνομίων μου. Δεν είμαι πλέον βασιλεύς, […] εφ’ όσον μου επέβαλον τους Υπουργούς, Εθνικήν Συνέλευσιν, Σύνταγμα, εφ’ όσον ο στρατός έπαυσε να με υπάκουη»[xii].

Στο μεταξύ, το πλήθος του λαού που ήταν συγκε­ντρωμένο από το πρωί στην πλατεία ζητούσε επίμο­να να βγει ο βασιλιάς με τους υπουργούς του στον ε­ξώστη, γιατί διαφορετικά απειλούσε ότι θα παρα­βιάσει τις πόρτες των ανακτόρων. Οι υπουργοί τότε καθησύχασαν το λαό, λέγοντας ότι τα αιτήματα είχαν όλα γίνει αποδεκτά και μετά άρχισε να αποχωρεί ή­ρεμος. Στις 3 το μεσημέρι, διαλύθηκε και ο στρατός, που και αυτός βρισκόταν ακόμη εκεί, δεχόμενος τις ζητωκραυγές του συγκεντρωμένου λαού.

 

«3η Σεπτεμβρίου 1843» Αθήνα, «η Aνακήρυξις του Συντάγματος», Karl Haupt, δεκαετία 1900.

 

Η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ήταν μια επανάσταση σχεδόν αναίμακτη [xiii], στην οποία συμμετείχαν ενωμένοι στρατός και λαός. Φυσικά, η ειρηνική και ήπια εξέλιξή της ήταν αποτέλεσμα τύχης, όπως υποστηρίζει ο Μ. Στασινόπουλος [xiv]. Όπως χαρακτηριστικά παρατηρούσε η εφημερίδα «Αθηνά», «[…] οι Έλληνες έδειξαν πόσον προέ­βησαν εις τον πολιτισμόν, πόσον κατενόησαν τα δι­καιώματά των και τον τρόπον, καθ’ ον πρέπει να τ’ αποκτήσωσι, χωρίς ν’ αφήσωσιν ουδεμία κηλίδα εις την ιστορίαν. Δέκα έτη τους εσυκοφάντησαν ως ανθρώπους πλήρεις παθών και μίσους και δόλου, τους εξηυτέλισαν, ως υπομένοντας την δουλείαν και την διαφθοράν, και εις μιαν ημέραν έδειξαν ούτοι πόσον είναι ζηλότυποι της ελευθερίας των, πόσον είναι επιεικείς μετά την νίκην, πόσον είναι γεν­ναίοι προς τους προξένους της δυστυχίας των».[xv]

Η επανάσταση και τα αποτελέσματά της γρήγορα διαδόθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα, προξενώντας ενθουσιασμό. Σύντομα, απολύθηκαν όσοι Βαυαροί παρέμεναν ακόμη στις θέσεις τους, οι οποίοι μάλι­στα απομακρύνθηκαν και από τη χώρα.

 

Αννίτα Ν. Πρασσά

δρ Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, προϊσταμένη

Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας

 

Υποσημειώσεις

[i] Γεώργιος Κ. Ασπρέας, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1821-1928, τ. Α’ 1821-1865. Αθήναι 1930, σ. 160 επ.

[ii] Ο.π., σ. 161.

[iii] John Petropoulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), Αθήνα (ΜΙΕΤ), 1985, σ. 576-577.

[iv] Ο.π., σ. 162.

[v] Ο.π.

[vi] Αθηνά, 8.9.1843. Πρβλ. Γ. Φιλάρετος και Ε. Λυκούδης, Σύνταγμα της Ελλάδος μετά εισαγωγής και σχολίων κατ’ άρθρα υπό Γεωργίου Ν. Φιλαρέτου (στο εξής: Εισαγωγή Γ. Φιλαρέτου), Αθήναι 1889, σ. 65.

[vii] Εισαγωγή Γ. Φιλάρετου, σ. 66.

[viii] Ο.π., σ. 68.

[ix] Για τον «εκβαυαρισμό» της Ελλάδας επί Όθωνος βλ. Γεώργιος Ν. Φιλάρετος, Ξενοκρατία και Βασιλεία εν Ελλάδι (1821-1897), Αθήναι 1897, σ. 82 επ.

[x] Petropoulos, ο.π., σ. 580. Πρβλ. Δημήτριος Α. Πετρακάκος, Κοινοβουλευτική Ιστορία της Ελλάδος, τ. Β’, Οθώνειος Περίοδος (1833-1862), Αθήναι, σ. 292-293.

[xi] Ασπρέας, ο.π., σ. 163.

[xii] Ιωάννης Χρ. Πούλος, «Η Επανάστασις της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 επί τη βάσει των γαλλικών αρχείων». Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τ. ΙΑ’ (1956), σ. 244, Petropoulos. ο.π., σ. 581, Παύλος Πετρίδης, Νεοελληνική Πολιτική Ιστορία 1828-1843, τ. Α’, τ.χ. 1, Θεσσαλονίκη (Παρατηρητής), σ. 232, ο ίδιος, Πολιτικοί και συνταγματικοί θεσμοί στη νεότερη Ελλάδα (1821-1843), Θεσσαλονίκη (University Studio Press) 1990, σ. 237.

[xiii] Όπως έχει προαναφερθεί, σκοτώθηκε μόνο ο χωροφύλακας έξω από την κατοικία του Μακρυγιάννη.

[xiv] Μ. Δ. Στασινόπουλος, Το πρώτον σχέδιον καταστατικής μεταρρυθμίσεως της μοναρχίας του Όθωνος, Αθήναι 1968, σ. 75.

[xv] Δημοσιεύεται στο Εισαγωγή Γ. Φιλάρετου, σ. 70.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου», τεύχος 47, 7 Σεπτεμβρίου 2000.

Read Full Post »

Πύρρος – Βασιλιάς της Ηπείρου (319-272 π.Χ.)


  

Πύρρος της Ηπείρου

Βασιλιάς της Ηπείρου, γιος του Αιακίδου και της Φθίας. Ανήλθε στο θρόνο της Ηπείρου αρχικά σε ηλικία 12 ετών, με τη βοήθεια του Δημητρίου, ο οποίος όμως τον έστειλε ως όμηρο στην Αίγυπτο το 298 π.Χ. Το επόμενο έτος ο Πτολεμαίος τον έστειλε πάλι στην Ήπειρο ως συμβασιλέα του εξαδέλφου του Νεοπτολέμου, τον οποίο και φόνευσε το 296 π.Χ. στη διάρκεια ενός δείπνου. Βοήθησε το Βασιλιά της Μακεδονίας Αλέξανδρο εναντίον του αδελφού του Αντιπάτρου και έλαβε ως αντάλλαγμα μακεδονικές επαρχίες και την Ακαρνανία.

Παντρεύτηκε τη Λάνασσα, κόρη του τυράννου των Συρακουσών Αγαθοκλέους. Ήρθε σε διαμάχη με τον Δημήτριο τον Πολιορκητή και από το 288 μέχρι το 284 π.Χ. ήταν Βασιλιάς και της Μακεδονίας. Τότε ηττήθηκε από τον Λυσίμαχο και περιορίστηκε στην Ήπειρο.

Φιλοδόξησε να μιμηθεί τον Μέγα Αλέξανδρο και να επεκτείνει το κράτος του προς Δυσμάς. Επικεφαλής στρατού 30 χιλιάδων μπήκε στην Ιταλία περί το 280 π.Χ. Έπειτα από πολεμικές περιπέτειες πέντε ετών και μεγάλες νίκες εναντίον των Ρωμαίων, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ήπειρο περί το 275 π.Χ., μετά την ήττα στο Βενεβέντο. Ανέλαβε και πάλι εκστρατεία εναντίον του Αντιγόνου στη Μακεδονία και την Πελοπόννησο. Πολιορκώντας τη Σπάρτη πληροφορήθηκε την έλευση του Αντιγόνου, έσπευσε στο Άργος, έπεσε σε ενέδρα των Σπαρτιατών και τέλος σκοτώθηκε σε οδομαχίες στο Άργος – όπως λένε από πτώση κεραμιδιού.

Ο Πύρρος είχε μεγάλες στρατιωτικές ικανότητες – θεωρείται από τους πιο σημαντικούς στρατηγούς στην παγκόσμια ιστορία – ήταν εξαιρετικά μορφωμένος και σφράγισε τις τελευταίες μεγάλες στιγμές του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Η βασιλεία του Πύρρου, εξαιρετικά πολυκύμαντη λό­γω της εκρηκτικής του προσωπικότητας, υπήρξε η σημαντικότερη περίοδος στην ιστορία της αρχαίας Ηπείρου. Το κράτος του, η συμμαχία των Ηπειρωτών υπό την κυριαρχία των Μολοσσών βασιλέων, τότε όχι μόνον απέκτησε τη μεγαλύτερή του έκταση, αλλά έγινε μια από τις πρωτεύουσες δυνάμεις του κόσμου που αναδύθηκε από τις κατακτήσεις του Αλέξανδρου, του ελληνιστικού.

 

Η ζωή και η δράση του

 

Ο Πύρρος γεννήθηκε το 319, τέσσερα χρόνια μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου που ήταν εξάδελφός του, αφού ο πατέρας του Πύρρου, Αιακίδης, και η μητέρα του Αλεξάνδρου  Ολυμπιάδα ήταν πρώτα εξαδέλφια. Ο Αιακίδης, βασιλέας των Μολοσσών, και η γυναίκα του, Φθία, από επιφανή οικογένεια της Θεσσαλίας, είχαν επίσης δυο κόρες, τη Δηιδάμεια και την Τρωάδα.

Η περιπέτεια ήταν συνυφασμένη με τη ζωή του Πύρρου: μόλις δυο χρόνων φυγαδεύεται από την Ήπειρο λόγω της καθαίρεσης του πατέρα του από τους υπηκόους του (στο βασίλειο των Μολοσ­σών, με τους ιδιότυπους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, οι βασιλείς δεν ήταν ανεξέλεγκτοι)· δώδεκα χρόνων ανακτά το θρόνο· καθαιρείται ύστερα από πέντε χρόνια κατά την απουσία του· καταφεύγει, τέλος, στον άνδρα της αδελφής της Δηιδάμειας, Δημήτριο Πολιορκητή, γιο του Αντιγόνου Μονοφθάλμου, του σημαντικότερου τότε διαδόχου.

Στην αποφασιστική για τους διαδόχους μάχη της Ιψού (301) ο νεαρός Πύρρος πολέμησε γενναιότατα στο πλευρό του γαμπρού του. Παρά την αρνητική για τους Αντιγονίδες έκβαση της μάχης, ο Πύρρος δεν εγκατέλειψε τον ανήσυχο Δημήτριο. Τον ακολούθησε στην Ελλάδα και διαφύλαξε τις πόλεις που του εμπιστεύθηκε. Πιστεύεται ότι ο Πύρρος τότε ήλθε σε επαφή με τη διοίκηση πόλεων-κρατών με θεσμούς διαφορετικούς από εκείνους του βασιλείου των Μολοσσών, του οποίου η δομή στηριζόταν στα φύλα ή έθνη. Μετά το θάνατο της Δηιδάμειας ο Δημήτριος τον στέλνει όμηρο στον Πτολεμαίο της Αιγύπτου (299).

A portrait of Pyrrhus of Epirus, king of Epirus, Macedon, and the Greek tribe the Molossians.

Στην αυλή της Αλεξάνδρειας ο Πύρ­ρος κέρδισε την εκτίμηση του Πτολεμαίου για την ανδρεία του, τα πνευματικά και ηθικά χαρίσματά του, πήρε την Αντιγόνη, κόρη της βασίλισσας Βερενίκης, ως σύζυγο και, τέλος, είχε την πολύπλευρη υποστήριξη του Πτολεμαίου, χάρη στην οποία επανέρχεται στην Ήπειρο, αρχικά ως συμβασιλέας (297) και σύντομα μόνος. Το 297 θεωρείται η πραγματική αρχή της βασιλείας του. Εφαρμόζοντας την πολυγαμία για πολιτικούς λόγους, όπως οι περισσότεροι βασιλείς, αρχίζοντας από τον ίδιο τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο, παντρεύεται, μετά το θάνατο της Αντιγόνης που του έδωσε ένα γιο, τον Πτολεμαίο, πρώτα τη Λάνασσα, κόρη του βασιλέα των Συρακουσών Αγαθοκλή, που του δίνει προίκα την πόλη της Κέρκυρας και ένα γιο, τον Αλέξανδρο, και έπειτα δυο κόρες γειτόνων βαρβάρων βασιλέων. Από τη μια θα γεννηθεί ο Έλενος.

Επωφελούμενος της έριδας για τη διαδοχή στο θρόνο της Μακεδονίας επεμβαίνει και χωρίς πόλεμο κατορθώνει ταχύτατα να αυξήσει σημαντικά την έκταση του κράτους του προς όλες σχεδόν τις κατευθύνσεις (295). Τότε αποκτήθηκε και η φημισμένη κορινθιακή αποικία Αμβρακία, την οποία ο Πύρρος κόσμησε με πολλά ακόμη καλλιτεχνήματα και την έκανε τη λαμπρή πρωτεύουσα των Μολοσσών μέχρι την πτώση της βασιλείας του. Μαζί, λοιπόν, με την Κέρκυρα αυτήν ακριβώς την εποχή το βασίλειο του Πύρρου περιλαμβάνει τις δυο μεγαλύτερες ναυτικές δυνάμεις του Ιονίου. Την ίδια εποχή (294) ο Δημήτριος Πολιορκητής γίνεται κύριος της Μακεδονίας. Η γειτνίαση των δυο φιλόδοξων και αρειμά­νιων ηγεμόνων δεν άργησε να πάρει τη φυσική της τροπή, δεδομένου μάλιστα ότι ο θάνατος της Δηιδά­μειας, αρκετά χρόνια πριν, είχε ακυρώσει τις μεταξύ τους συγγενικές σχέσεις.

Η σύγκρουση μεταξύ του Πύρρου και του Δημητρίου είχε ποικίλες εκβάσεις· θα αναφερθούν οι σημαντικότερες. Η Λάνασσα, η Συρακούσια γυναίκα του Πύρρου, τον εγκαταλείπει και παντρεύεται τον Δημήτριο, στον οποίο δίνει και την προίκα της, την Κέρκυρα, όπου εγκαθίσταται αμέσως μακεδονική φρουρά. Έτσι, ο Πύρρος έχει τώρα τον αντίπαλο εκτός από τα ανατολικά και στα δυτικά του. Λίγο μετά, στον εναντίον του Δημητρίου συνασπισμό, μαζί με τον Πτολεμαίο και τον Λυσίμαχο της Θράκης μετέχει και ο Πύρρος.

Ο Πύρρος εκδιώκει τον Δημήτριο από το μεγαλύτερο σχεδόν μέρος των κτήσεών του και στέφεται βασιλέας της Μακεδονίας (288). Σε λίγο αποσπά και τη Θεσσαλία. Είναι τώρα ο Πύρρος κυρίαρχος του μεγαλύτερου μέρους του ελλαδικού χώρου. Όχι, όμως, για πολύ. θα «φροντίσει» γι’ αυτό ο σύμμαχός του Λυ­σίμαχος, χρησιμοποιώντας το στρατό και την προπαγάνδα. Έτσι ο Πύρρος αναγκάζεται να αποσυρθεί με το στρατό του στην Ήπειρο χάνοντας τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία (285). Το εφήμερο των κατακτήσεων ή των σχέσεων του Πύρρου με τους άλλους ηγεμόνες ξεπερνούσε ίσως και αυτή την πραγματικότητα της εποχής του. Σε λίγα χρόνια (281), με ισχυρό στρατό και ελέφαντες, ο Πύρρος ξεκινά για τη μεγάλη περιπέτεια στη Δύση.

Μετά την επιστροφή του από την εξάχρονη εκστρατεία στην Ιταλία και τη Σικελία (φθινόπωρο 275) ο Πύρρος έφερε μαζί του στράτευμα, που για να το διατηρήσει και να το θρέψει καταφεύγει στη συνήθη πρακτική, τον πόλεμο. Στρέφεται έτσι κατά του βασιλέα της Μακεδονίας Αντιγόνου Γο­νατά (γιου του Δημητρίου Πολιορκητή), ο οποίος και θα είναι ο αντίπαλος του βασιλέα των Μολοσ­σών μέχρι το τέλος της ζωής του. Παρά τις μέτριες στρατιωτικές δυνάμεις και μέσα σε λίγες εβδομάδες κατορθώνει να κατακτήσει το μεγαλύτερο μέρος της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας όχι μόνο με νίκες, αλλά και χάρη στην εκτίμηση που ανέκαθεν είχαν προς αυτόν το γενναίο πολεμιστή και εξάδελφο του Αλέξανδρου αρκετοί εξέχοντες Μακεδόνες.

Αυτή όμως η κατάκτηση αμαυρώθηκε από τη σύληση των λαμπρών βασιλικών τάφων στις Αιγές από τους Γαλάτες μισθοφόρους του Πύρρου, ο οποίος ίσως από επιπολαιότητα, ίσως από ολιγωρία δεν μπόρεσε τότε να τους συγκρατήσει, «όθεν ήκουσε κακώς υπό των Μακεδόνων». Και αυτή, ωστόσο, η κατάκτηση ήταν εφήμερη.

Παράσταση από την Κάτω Ιταλία με πολεμικούς ελέφαντες – ανάμνηση από την εκστρατεία του Πύρρου. Μουσείο Βίλας Τζούλια, Ρώμη.

Λίγα χρόνια μετά (άνοιξη 272) αρχίζει τη θυελλώδη εκστρατεία του στην Πελοπόννησο, όπου έμελλε να χάσει πρώτα το μεγαλύτερο γιο του Πτολεμαίο και έπειτα την ίδια του τη ζωή στο Άργος. Αποδεχόμενος πρόσκληση ενός ευγενούς Σπαρτιάτη εκστρατεύει στη Λακεδαίμονα. Στην αρχή προσπαθεί να αποκρύψει τους πραγματικούς σκοπούς του λέγοντας ότι έρχεται να απελευθερώσει τις πόλεις από τον Αντίγονο και τους Μακεδόνες και ότι σκέπτεται μάλιστα να στείλει στη Σπάρτη τα μικρότερα παιδιά του για να εκπαιδευθούν σύμφωνα με τα λακωνικά έθιμα. Στην επίθεση κατά της ατείχιστης πόλης αποδείχθηκε ακόμη μια φορά ο ηρωισμός των ανδρών και των γυναικών της (ακόμη και παρθένες πήραν μέρος στην απόκρουση του εχθρού και των ελεφάντων του), αλλά και οι πολεμικές ικανότητες του ίδιου του Πύρρου και του νεαρού Πτολεμαίου.

Τότε εμφανίστηκε στον Πύρρο μια νέα πρόσκληση για βοήθεια από την αντιμακεδονική μερίδα του Άργους. Ως συνήθως ο Πύρρος ανταποκρίνεται. Καθ’ οδόν προς το Άργος πέφτει σε ενέδρα του βασιλέα της Σπάρτης, κατά την οποία σκοτώνεται ο Πτολεμαίος πολεμώντας γενναία. Ο Πύρρος, ωθούμενος από τον πόνο του, ξεπέρασε τον εαυτό του: αφού πολέμησε αρχικά έφιππος, συνέχισε να αγωνίζεται πεζός προσφέροντας τη σφαγή, γράφει ο Πλούταρχος, ως προσφορά και επιτάφιο αγώνα στο νεκρό γιο του.

Ούτε, όμως, και το Άργος, κοντά στο οποίο είχε ήδη στρατοπεδεύσει ο Αντίγονος Γονατάς, μπόρεσε να καταλάβει ο Πύρρος. Ένα μέρος του στρατού με τον ίδιο επικεφαλής μπόρεσε να καταλάβει την αγορά της πόλης εισβάλλοντας νύχτα από μια πύλη του τείχους που του άνοιξαν οι Αργείοι αντιφρονούντες. Η σύγχυση επήλθε όταν ύστερα από δυσκολίες οι ελέφαντες πέρασαν τη χαμηλή πύλη και βρέθηκαν στους στενούς δρόμους του Άργους, όπου βέβαια εγκλωβίστηκαν. Μέσα στο πανδαιμόνιο, το οποίο επέτεινε η αντεπίθεση των αντιπάλων, η εντολή του Πύρρου για υποχώρηση εκτελέστηκε αντίθετα.

Σύμφωνα με την περιγραφή του Πλουτάρχου, μια Αργεία, φοβούμενη για τη ζωή του παιδιού της που αντιμετώπιζε τον Πύρρο, εκσφενδονίζει εναντίον του ένα κεραμίδι χωρίς, όμως, να του επιφέρει το θάνατο. Αυτόν το θεόρατο πολεμιστή πεσμένο στο έδαφος αναγνώρισε και αποκεφάλισε τελικά ένας στρατιώτης του Αντιγόνου με δέος και τρεμάμενα χέρια. Δακρυσμένος ο Αντίγονος κόσμησε το πτώμα του αντιπάλου του, το έκαψε και παρέδωσε τη στάχτη στο νεότερο γιο του Πύρρου, Έλενο, που ακολουθούσε τον πατέρα του, για να τη φέρει στην Ήπειρο.

 

Ο Πύρρος ως άτομο

 

Οι σύγχρονοι του Πύρρου τον παρομοίαζαν στην ανδρεία και την πολεμική τέχνη με τον Αλέξανδρο και τον Αχιλλέα. Ο Αννίβας θεωρούσε «των στρατηγών πρώτον μεν εμπειρία και δεινότητι Πύρρον, Σκιπίωνα δε δεύτερον, εαυτόν δε τρίτον». Λέγεται ότι ενώ οι άλλοι βασιλείς του καιρού του έμοιαζαν στον Αλέξανδρο στα πορφυρά ρούχα, στους σωματοφύλακες («δορυφόρους»), στη στάση του κεφαλιού και στη σκληρή γλώσσα, μόνον ο Πύρρος τον θύμιζε στα όπλα, στα κατορθώματα, καθώς επίσης στην «όψιν», στην ταχύτητα και στις κινήσεις. Μιλώντας για τις πολεμικές αρετές του Πύρρου εννοούμε την ανδρεία του στις μάχες αλλά και στις στρατηγικές και τακτικές του ικανότητες, τις οποίες ο ίδιος ο βασιλέας περιγράφει στα «Υπομνήματα» που εκπόνησε. Οι νίκες του συχνά συνεπάγονταν πολλές απώλειες, σύμφωνα με την παροιμιώδη έκφραση «πύρρειος νίκη».

Όπως ο Αλέξανδρος, έτσι και ο Πύρρος είναι ποτισμένος με τον Όμηρο και τα κατορθώματα του Αχιλλέα, στον οποίο είχαν φροντίσει να αναγάγουν την καταγωγή τους οι Μολοσσοί βασιλείς. Όπως ο Αχιλλέας και άλλοι ομηρικοί ήρωες, επιζητεί μονομαχία με τον αντίπαλο αρχηγό για την τελική λύση της διαφοράς, μονομαχία την έκβαση της οποίας γράφει η απαράμιλλη πολεμική του τέχνη. Παρ’ όλο τον πόνο του πριν από την εισβολή στο Άργος προκαλεί σε μονομαχία τον Αντίγονο Γονατά, ο οποίος του απαντά αρνούμενος ότι αυτός εξαρτά τη στρατηγία του από τις περιστάσεις μάλλον παρά από τα όπλα, ενώ στον Πύρρο, αν δεν ευκαιρεί να ζει, έχουν α­νοιχθεί πολλοί δρόμοι προς το θάνατο. Αναγνωρισμένη, λοιπόν, και θαυμαστή από το πανελλήνιο η πολεμική ιδιοφυΐα του Πύρρου, δεν ήταν δυνατό να αφήσει ασυγκίνητους τους συμπατριώτες του.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Πλούταρχο, επιστρέφοντας στην Ήπειρο έπειτα από κάποια λαμπρή νίκη οι Ηπειρώτες τον ονόμασαν «Αετόν» και αυτός τους απαντούσε ότι οι φτερούγες του είναι τα όπλα τους. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο της προσωπικότητας του Πύρρου, σύμφωνα με τις φιλολογικές πηγές, είναι πως ό,τι κέρδιζε με τα κατορθώματά του το έχανε από τη ροπή του σε νέες ελπίδες και στο πάθος να αποκτήσει αυτό που δεν είχε. Τούτο είχε αποτέλεσμα να μη σταθεροποιεί και οργανώνει όσα κατά καιρούς κατακτούσε. Η έννοια της ελπίδας, γράφει ένας σύγχρονος μελετητής του Πύρρου, επανέρχεται σαν λαϊτμοτίβ στη ζωή του. Επίσης φαίνεται ότι ο αρειμάνιος αυτός βασιλέας αντιμετώπιζε με χιούμορ κάποιους που τον κακολογούσαν. Οι ιδέες του για το διάδοχό του φαίνονται σκληρές, αλλά όχι πρωτότυπες: δήλωσε ότι θα αφήσει τη βασιλεία σε όποιον από τους γιους του έχει το κοφτερότερο μαχαίρι. Εξάλλου, η μη προσήλωσή του στις δεισιδαιμονίες και στις ερμηνείες των οιωνών, αν κριθεί από τα αποτελέσματα, είχε επακόλουθο θανάτους προσφιλών του και ήττες.

 

Ο Πύρρος ως βασιλέας

 

Για να αποτιμηθεί η θέση του στην Ιστορία της Ηπείρου και της Ελλάδας θα πρέπει βέβαια να τονιστεί ότι με τις κατακτήσεις του ο Πύρρος είναι ο δημιουργός της μεγάλης Ηπείρου, που περιελάμβανε τη δυτική Ελλάδα και έφθανε πολύ βορειότερα της Επιδάμνου (Δυρραχίου). Έως τότε η Ήπειρος διαδραμάτιζε γενικά παραπληρωματικό (ή συμπληρωματικό, δεν έχει σημασία) ρόλο στην ελληνική Ιστορία. Οι αρχαίοι συγγραφείς, που έχουν διασωθεί και αποτελούν τις κύριες πηγές μας, την ανέφεραν εφόσον εμπλεκόταν στις δραστηριότητες της Αθήνας, της Μακεδονίας ή όποιας άλλης μεγάλης δύναμης. Το ίδιο βέβαια συμβαίνει και με τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις και περιοχές είτε στην Ελλάδα είτε στη Μ. Ασία είτε αλλού: η Ιστορία τους μας είναι γνωστή εφόσον αυτή συνδέεται με οποιοδήποτε τρόπο με την Ιστορία των πρωταγωνιστριών δυνάμεων.

Σήμερα δεν περιοριζόμαστε πλέον στις αποσπασματικές και όχι πάντα ασφαλείς μαρτυρίες των ιστορικών, αφού η κάθε πόλη ή περιοχή έχει να επιδείξει τη δική της ιστορική συγγραφή χάρη στον πλούτο και το πλήθος των δημόσιων και ιδιωτικών επιγραφών της που προσφέρουν αυτούσια άρα βέβαιη ιστορική πληροφόρηση.

Έτσι και όλη η Ήπειρος χάρη στις χιλιάδες των επιγραφών της μας έχει ήδη αποκαλύψει ή πρόκειται να μας αποκαλύψει πολλές πτυχές του δημόσιου και ιδιωτικού της βίου. Ο Πύρρος με τη δράση του στην Ελλάδα και τη Δύση ήταν ο πρώτος βασιλέας που οδήγησε την πατρίδα του να πρωταγωνιστήσει στην ελληνική Ιστορία, όταν η Μακεδονία ήταν αδύναμη και υπέφερε από εσωτερικά προβλήματα, ενώ για την Αθήνα ή τη Σπάρτη δεν μπορούσε τότε να γίνει λόγος. Υπήρχαν δηλαδή τότε οι κατάλληλες συνθήκες: και η ρωμαλέα προσωπικότητα και το ιστορικό κενό. Ήταν ο Πύρρος και ικανός πολιτικός; Το θέμα έχει επανειλημμένα απασχολήσει την έρευνα χωρίς να υπάρχει ομοφωνία. Αρκετοί πάντως δέχονται ότι παρ’ όλη την πολυπραγμοσύνη του οι ενέργειές του τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Δύση δεν φαίνεται να στερούνται σχεδιασμών και οραμάτων. Ο θρύλος που τύλιξε ήδη από την αρχαιότητα πολλές πλευρές της προσωπικότητας του Πύρρου (του αποδόθηκαν ακόμα και θεραπευτικές και μαγικές ιδιότητες) συνετέλεσε να έχουμε αρκετά φιλολογικά κείμενα, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με τα αναμφισβήτητα τεκμήρια, δηλαδή τις επιγραφές και άλλα ευρήματα. Έτσι, το κεφάλαιο «Πύρρος» παραμένει, όπως και τόσα άλλα, ανοιχτό.

 

 Βάσα Κοντορίνη

 Καθηγήτρια Επιγραφικής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Πύρρος: στα χνάρια του Μεγαλέξανδρου », τεύχος 37, 29 Ιουνίου 2009.

Read Full Post »

1449-1463: Πελοπόννησος – Άργος. Το τέλος ενός Ελληνικού ονείρου


 

Η σχετικώς βραχεία χρονική αυτή περίοδος περικλείει συγχρόνως την κατάλυση του Βυζαντινού κράτους, την οριστική διάλυση της ελπίδας για συγκρότηση ενός νέου Ελληνικού κράτους με κέντρο την Πελοπόννησο και την εκθεμελίωση του Άργους, μιας πόλεως η οποία, καθ’ όλη τη διάρκεια του ελληνικού Μεσαίωνα, παρά τα εκτενή δεινά, κατόρθωσε να επιβιώσει και να διατηρήσει την πνευματική και οικονομική ακτινοβολία της.[1]

Ως ιστορικοί έχουμε την ευτυχή συγκυρία να διαθέτουμε, για τη μελέτη αυτής της περιόδου, εκτός από το πλούσιο ενετικό αρχείο, την αλληλογραφία σημαινόντων προσώπων, τις ευκαιριακές ομιλίες και τα βραχέα τοπικά χρονικά, το έργο τεσσάρων βυζαντινών ιστορικών. Οι ιστορικοί αυτοί, συχνά μέτοχοι ή ακόμη και πρωταγωνιστές των γεγονότων, έκαστος με τον ιδιάζοντα τρόπον του και κάτω από την προσωπική οπτική του γωνία, προσφέρουν στο σύγχρονο μελετητή την πολύτιμη μαρτυρία τους.

Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης (±1423±1490) είναι ο μόνος αθηναϊκής καταγωγής βυζαντινός ιστορικός. Το έργο του, Αποδείξεις ιστοριών, διαιρείται σε δέκα βιβλία και πραγματεύεται τα γεγονότα των ετών 1298 – 1463. Είναι ο πρώτος ελληνόγλωσσος ιστορικός που στρέφει το ενδιαφέρον του όχι τόσο στην πορεία του Βυζαντινού κράτους, αλλά στην ανάπτυξη και εδραίωση της ισχύος των Οθωμανών Τούρκων.

Ο [Μιχαήλ] Δούκας (±1400±1470), του οποίου το έργο Βυζαντινοτουρκική ιστορία μας έχει διασωθεί σε ένα μόνο χειρόγραφο, αρχίζει την εξιστόρηση των γεγονότων από κτίσεως κόσμου και τελειώνει απότομα, στο τέλος μιας φάσεως, το έτος 1462. Οι σύγχρονοι μελετητές αναγνωρίζουν ομοφώνως στον Δούκα φιλαλήθεια και σχετική ακρίβεια.

Ο Γεώργιος Σφραντζής (1401 – 1478), του οποίου το έργον του Χρονικόν μας έχει διασωθεί σε δύο μορφές, πρωταγωνιστής των γεγονότων στην Πελοπόννησο κατά της δεσποτείας Θωμά και Δημητρίου των Παλαιολόγων, διηγείται την περίοδο 1261 – 1476. Ιδιαίτερη σημασία έχει για μας, από τα τέσσερα βιβλία στα οποία διαιρείται το έργο, το τέταρτο που αναφέρεται στα συμβάντα στο Μορέα μετά το 1453.

Ο Μιχαήλ Κριτόβουλος ο Ίμβριος (±1406+;) αφιερώνει το έργο του Ιστορία, το οποίο διαιρείται σε πέντε βιβλία, στον Μωάμεθ II, κατά τη γνώμη του συνεχιστή των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Η διήγησή του περιλαμβάνει τα γεγονότα των ετών 1451 – 1467 και η οπτική του γωνία στρέφεται κυρίως στη δράση του Πορθητή.

Στις 6 Ιανουαρίου του 1449, ο Κωνσταντίνος (Δραγάτσης) Παλαιολόγος, μέχρι τότε συνδεσπότης αρχικά με τον αδελφό του Θεόδωρο II, και ακολούθως με τον έτερο αδελφό του Θωμά, στέφεται στο Μιστρά αυτοκράτορας του Βυζαντίου και στις 12 Μαρτίου του ιδίου έτους φθάνει στη Βασιλεύουσα και αναλαμβάνει τα αυτοκρατορικά του καθήκοντα.[2]

Σε ποια κατάσταση άφηνε το Δεσποτάτο του Μορέως ο Κωνσταντίνος, μετά από ακριβώς 21 έτη συγκυριαρχίας; Ασφαλώς, η εγκατάσταση του Κωνσταντίνου στην Πελοπόννησο (1428) αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της ιστορίας της κατά τον 15ο αιώνα.Αφού, μετά την κατάκτηση της πόλεως των Πατρών (1430) και τη διάλυση του πριγκιπάτου της Αχαΐας (1432) είχε κατορθώσει να ενώσει την Πελοπόννησο, εκτός από τις ενετικές κτήσεις της Κορώνης, της Μεθώνης, του Άργους και του Ναυπλίου, σκέφθηκε να εφαρμόσει μια πολιτική, η οποία θα έτεινε στη δημιουργία ενός νέου ελληνικού κράτους.

Κατέλαβε, για ένα χρονικό διάστημα την Αττική και ένα μεγάλο τμήμα της ηπειρωτικής Ελλάδας μέχρι την Πίνδο. Όμως, αυτή η αρχή μιας πολιτικής και στρατιωτικής αναγεννήσεως προκάλεσε την αντίδραση των Τούρκων. Η επιδρομή του Μουράτ II στην Πελοπόννησο κατά τον χειμώνα του 1446 και η λεηλασία ολόκληρης της χερσονήσου, εκτός των ενετικών κτήσεων, υπήρξε καταστροφική και ανέκοψε ολοσχερώς την πορεία προς ανάκαμψη. Η χώρα δηώθηκε απ’ άκρου εις άκρον και κατά τον ιστορικό Δούκα, μόνο οι αιχμάλωτοι έφθαναν τις 60.000. Μετά από αυτή τη λαίλαπα οι δύο δεσπότες Θωμάς και Κωνσταντίνος αναγκάστηκαν να δεχθούν την επικυριαρχία του σουλτάνου και να του πληρώνουν ετήσιο φόρο υποτέλειας.

Η πρώτη μέριμνα του νέου αυτοκράτορα ήταν να διευθετήσει το πρόβλημα της διαδοχής του στο Δεσποτάτο. Ως διάδοχό του όρισε τον αδελφό του Δημήτριο, μέχρι τότε διοικητή των βυζαντινών θέσεων στη Μαύρη θάλασσα, και φρόντισε να ορίσει με ακρίβεια τα όρια της επικράτειας των δύο αδελφών.

Οι κτήσεις του Θωμά περιελάμβαναν ολόκληρη τη βορειοδυτική πλευρά της Πελοποννήσου, ήτοι Αχαΐα, Ηλεία και Μεσσηνία, με πρωτεύουσα την Πάτρα. Οι κτήσεις του Δημητρίου περιέκλειαν το νοτιοανατολικό τμήμα της χερσονήσου, ήτοι Κορινθία, Αρκαδία και Λακωνία με κέντρο το Μιστρά. Η Αργολίδα ανήκε στους Ενετούς. Οι δύο δεσπότες, αφού ορκίσθηκαν στον αυτοκράτορα πίστη, ανέλαβαν τα καθήκοντά τους στην Πελοπόννησο, ο Θωμάς τον Αύγουστο του 1449 και ο Δημήτριος το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.

Στην έδρα τους ο Θωμάς και ο Δημήτριος, παρά τις συμβουλές του Κωνσταντίνου, ήλθαν αμέσως σε προστριβές με τους Ενετούς. Τα στρατεύματα του Θωμά συνεχώς παρενοχλούσαν τις ενετικές φρουρές της Μεθώνης και της Κορώνης ενώ, κυρίως, οι δυνάμεις του Δημητρίου παρεκώλυαν την οικονομική δραστηριότητα στην περιοχή της Αργολίδας.

Οι κάτοικοι του Άργους και του Ναυπλίου, οι οποίοι δεν είχαν υποστεί τα δεινά της επιδρομής του Μουράτ II και συνεπώς, δια της εμπορικής τους δραστηριότητας κυριαρχούσαν οικονομικά σε ολόκληρη την Πελοπόννησο, διεμαρτύρονται συνεχώς προς την ενετική σύγκλητο για το γεγονός ότι τα στρατεύματα του Δημητρίου εμπόδιζαν τις μετακινήσεις τους και προκαλούσαν φθορές στους αγρούς τους.

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

Επίσης, οι Έλληνες διοικητές, δια να επιτρέψουν στα κοπάδια να διαχειμάσουν στις πεδινές περιοχές της Αργολίδας που ανήκαν στους Ενετούς, απαιτούσαν την καταβολή φόρου. Ατέρμονες προσπάθειες της ενετικής συγκλήτου να έλθει σε συνεννόηση με το Δημήτριο απέβησαν άκαρπες. Η εχθρική πολιτική των δύο δεσποτών απέναντι στη Βενετία επιτάχυνε την πλήρη οικονομική εξάρθρωση του δεσποτάτου, όπως ακριβώς την επιτάχυναν και οι συνεχείς έριδες των δύο δεσποτών μεταξύ τους.

Κωνσταντίνος ΙΑ’ ο Παλαιολόγος

Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, από τους πρώτους μήνες της βασιλείας του, προσπάθησε να υλοποιήσει έναν τρόπο συνυπάρξεως με τους Τούρκους. Τον Μάρτιο του 1449, ο Κωνσταντίνος και οι αδελφοί του δεσπότες του Μορέως Θωμάς και Δημήτριος υπέγραψαν συνθήκη φιλίας με το σουλτάνο Μουράτ II. Όμως, δυστυχώς για τους Έλληνες, ο τούρκος σουλτάνος απέθανε στις 8 Φεβρουαρίου 1451. Ο διάδοχος του Μωάμεθ II, αρχικά, έδειξε φιλική διάθεση απέναντι στους Βυζαντινούς και ανανέωσε τη συνθήκη φιλίας με τους δεσπότες του Μορέως. Όμως, η ανάπαυλα δεν διήρκεσε πολύ.

Το 1452 ο νέος και δραστήριος σουλτάνος άρχισε τις προπαρασκευές του πολέμου εναντίον του Βυζαντίου. Για να εμποδίσει τους δεσπότες να σπεύσουν προς βοήθεια της πολιορκούμενης Κωνσταντινουπόλεως, έστειλε τον Οκτώβριο του 1452 το στρατηγό Τουραχάν, επικεφαλής ισχυρής στρατιωτικής δυνάμεως, εναντίον του Μορέως. Ο Τουρα­χάν, χωρίς δυσκολία, συνέτριψε την αντίσταση των Ελλήνων στα στοιχειωδώς οχυρωμένα Εξαμίλια και προήλασε, όχι χωρίς αντίσταση, προς το εσωτερικό της Πελοποννήσου. Ολόκληρη η βορειοδυτική χώρα, από την Κόρινθο μέχρι το Μεσσηνιακό κόλπο, κυρίως τα εδάφη του Θωμά, λεηλατήθηκαν. Και η νέα αυτή εισβολή των Τούρκων δεν ενόχλησε τις πόλεις Άργος και Ναύπλιο.

Στις 29 Μαΐου 1453 η Κωνσταντινούπολις καταλαμβάνεται από τους Τούρκους και ο Κωνσταντίνος πίπτει νεκρός, ηρωικώς μαχόμενος, στα τείχη της Βασιλεύουσας. Όμως οι δύο δεσπότες του Μορέως δεν μιμήθηκαν το παράδειγμα του αδελφού τους. Η πρώτη και κύρια φροντίδα τους ήταν να αναζητήσουν τη σωτηρία στη φυγή. Προς στιγμήν ο Θωμάς και ο Δημήτριος, μαζί με τους Δυνατούς του Μορέως, σκέφθηκαν να καταφύγουν στην Ιταλία. Όμως, επειδή ο Μωάμεθ τους επέτρεψε να διατηρήσουν τη σκιώδη εξουσία τους στην Πελοπόννησο, αποφάσισαν να μείνουν.

Κατά τη διάρκεια της δεσποτείας του Μανουήλ Καντακουζηνού (1348-1380) και του Θόδωρου I Παλαιολόγου (1383-1407) εκτεταμένες εγκαταστάσεις αλβανικών πληθυσμών σημειώθηκαν στην Πελοπόννησο. Είναι αληθές ότι οι επήλυδες έδωσαν αξιόλογη ώθηση στην ανάπτυξη της γεωργίας και οι σκληροτράχηλοι αυτοί άνδρες απετέλεσαν τον κύριο πυρήνα του στρατού του δεσποτάτου.

Όμως «το γένος τούτο νομάδες άπαντες και ουδαμή σφίσι χρονίαν την διατριβήν ποιούμενοι», οι Αλβανοί δεν κατόρθωσαν να αφομοιωθούν με το γηγενές ελληνικό στοιχείο, αποτελούντες ένα δεύτερο, παράλληλο προς τον ελληνικό και αντίπαλο εθνικό πυρήνα. Αμέσως μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, νομίσαντες ότι έφθασε η κατάλληλη ευκαιρία, η αναμενόμενη επί πολύ, για κατάληψη της εξουσίας στην Πελοπόννησο, εξεγείρονται μαζικώς.

Σχεδόν απόλυτοι κύριοι της καταστάσεως, κατέχοντες καίριες θέσεις στο στράτευμα, αρχικά οδηγούμενοι υπό μιας σκοτεινής φυσιογνωμίας «Πέτρου του χωλού, ανδρός τον τρόπον ουκ αγαθού, δεξιού δε άλλως», λεηλατούν ολόκληρη την Πελοπόννησο και μάχονται μετά μανίας για την κατάληψη της εξουσίας. Προσπαθούν να προσεταιρισθούν τους Ενετούς, σεβόμενοι απόλυτα τις θέσεις τους και μάλιστα εμποδίζουν τα στρατεύματα του Δημητρίου να εισχωρήσουν στην Αργο­λίδα.  Συμμαχούν με Έλληνες Δυνατούς και δεν διστάζουν να ονομάσουν ορισμένους από αυτούς, όπως τον Μανουήλ Καντακουζηνό, διοικητή της Μάνης, και τον Ιωάννη Ασάνη.

Τέλος, ζητούν την επέμβαση του ίδιου του Μωάμεθ, τον οποίο παροτρύνουν να αφαιρέσει την εξουσία από τους δύο Παλαιολόγους και να την προσφέρει σ’ αυτούς. Την επέμβαση όμως των Τούρκων ζητούν και οι δύο δεσπότες Θωμάς και Δημήτριος, για να τους βοηθήσει να καταστείλουν την εξέγερση.

Ο Μωάμεθ έκλινε με την πλευρά των Παλαιολόγων. Δύο τουρκικές εκστρατείες, η μια τον Δεκέμβριο του 1453 υπό τον στρατηγό Ομάρ και η άλλη τον Οκτώβριο του 1454 υπό τον στρατηγό Τουραχάν χρειάστηκαν, για να καταστείλουν την αλβανική ανταρσία. Ο Τουραχάν αιχμαλώτισε δέκα χιλιάδες Αλβανούς και τους οδήγησε εκτός Πελοποννήσου. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ενετός διοικητής του Άργους, μετά την καταστολή της εξέγερσης, επέτρεψε σε πολλούς Αλβανούς να εγκατασταθούν ως αγρότες στην Αργολίδα.

Οι δύο δεσπότες, ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που τους προσέφεραν οι Τούρκοι, υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στο σουλτάνο ετήσιο φόρο δώδεκα χιλιάδων χρυσών νομισμάτων: «Ην δε αυτοίς ο επέτειος φόρος μύριοι και δισχίλιοι χρυσίου κρατήρες».

Μετά την καταστολή της εξέγερσης των Αλβανών ο Τουραχάν, εγκαταλείποντας την Πελοπόννησο, συνέστησε στους δύο δεσπότες να κυβερνήσουν με σύνεση, υπό την κυριαρχία του σουλτάνου και να αποφύγουν τις μεταξύ τους προστριβές και τους τόνισε ότι «ως ομονοούσι μεν πρώτα υμίν έσται άφθονα ταγαθά, διενεχθείσι δε και δίχα γενομένοις ταναντία ταύτα».

Δυστυχώς, η άκρως ανώμαλη κατάσταση των ετών 1453 – 1454 είχε οδηγήσει το δεσποτάτο σε πλήρη κοινωνική, πολιτική και οικονομική εξαθλίωση. Οι ίδιοι οι δεσπότες «προς αλλήλους στασιάζοντές τε ήσαν…και πολέμους είχον εμφυλίους και μάχας και χείρον είχε τα της Πελοποννήσου». Τις συνεχείς διαμάχες μεταξύ των δύο δεσποτών τις εκμεταλλεύονταν ισχυροί Δυνατοί των επαρχιών και με τοπικές εξεγέρσεις εξάρθρωναν την κεντρική εξουσία.

Η οικονομική ένδεια καθιστούσε αδύνατη τη συγκέντρωση του απαιτούμενου ποσού για την πληρωμή του συμφωνηθέντος ετήσιου φόρου προς τον Μωάμεθ. Ο τούρκος σουλτάνος επί τρία συναπτά έτη έστελνε πρέσβεις στον Μορέα, για να εισπράξουν τα χρήματα, αλλά μάταια: «Τον δασμόν απαιτούντος του βασιλέως ουκ απεδίδουν ραδίως πλαττόμενοί τε κενάς αιτίας αεί». Το γεγονός αυτό υπήρξε η κύρια αιτία της μεγάλης εκστρατείας του Μωάμεθ εναντίον της Πελοποννήσου του έτους 1458.

Την άνοιξη του έτους 1458 ο Μωάμεθ, επικεφαλής πολυάριθμου στρατού, αναχωρεί από την Αδριανούπολη και φθάνει ανενόχλητος μέχρι τη Βοιωτία. Εκεί τον συναντούν απεσταλμένοι του δεσπότη Θωμά, οι οποίοι έφεραν μέρος των οφειλομένων χρημάτων και ζήτησαν ανανέωση των προηγουμένων συνθηκών. «Ο βασιλεύς τον μεν δασμόν έλαβε παρά των πρέσβεων, τας δε σπονδάς όταν εντός, έφη, γενώμεθα της Πελοποννήσου ποιήσομεν, διαχλευάζων και διαπαίζων αυτούς».

Στις 15 Μαΐου εισήλθον στην Πελοπόννησο. Η αντίσταση της Κορίνθου αναγκάζει τον Μωάμεθ να διαιρέσει το στρατό. Ένα τμήμα, υπό τον στρατηγό Μαχμούτ, άρχισε να πολιορκεί την πόλη, ενώ το πολυανθρωπότερο στράτευμα, υπό την ηγεσία του ίδιου του Μωάμεθ, αφού λεηλάτησε όλη την ύπαιθρο της Κορίνθου, στράφηκε προς τα ενδότερα της Πελοποννήσου «καταστρεφόμενος και ληϊζόμενος πάντα τα εν ποσί».

Είναι χαρακτηριστικό ότι καθόλου δεν ενόχλησε την περιοχή της Αργολίδας και τις πόλεις Άργος και Ναύπλιο, γιατί δεν επιθυμούσε να ψυχράνει τις σχέσεις του με τους Ενετούς. Η Τεγέα, μετά από ολιγοήμερη πολιορκία παραδόθηκε στον Μωάμεθ, ο οποίος δια μέσου των δύσβατων στενωπών της Αρκαδίας φθάνει στην Πάτρα. Η πόλη ήταν έρημη, γιατί οι κάτοικοί της είχαν καταφύγει στην ενετοκρατούμενη Ναύπακτο.

Ο τούρκος σουλτάνος, ακολουθώντας την ακτή του Κορινθιακού, καταλαμβάνει τη Βοστίτζα (Αίγιον) και «πάντα τα προστυχόντα χειμάρρου δίκην παρασύρων τε και ύφ’ εαυτώ ποιούμενος, τα δε και εξανδραποδιζόμενά τε και κατασκάπτων τελείως» επιστρέφει στην Κόρινθο, ενώνεται με το υπόλοιπο στράτευμα και συνεχίζει την πολιορκία. Η πόλη, μετά από ηρωική αντίσταση τεσσάρων μηνών, παραδίδεται στα μέσα Σεπτεμβρίου.

Η αντίσταση της Κορίνθου, η οποία κυρίως οφείλεται στο διοικητή της Ματθαίο Ασίνη, πιστό σύμμαχο του δεσπότη Δημητρίου, ήταν το μόνο εμπόδιο που συνάντησε ο Μωάμεθ κατά τον στρατιωτικό του περίπατο στην Πελοπόννησο. Οι δεσπότες, περίφοβοι είχαν κλειστεί ο μεν Θωμάς στη Μαντινεία, ο δε Δημήτριος στη Μονεμβάσια. Η κατάληψη της Κορίνθου τερματίζει και την εκστρατεία των Τούρκων. Οι δεσπότες αναγκάζονται να δεχθούν όλους τους σκληρότατους όρους του Μωάμεθ.

Με συνθήκη που υπεγράφη στην ίδια την Κόρινθο, το ένα τρίτο της Πελοποννήσου που περιλάμβανε τις πόλεις Κόρινθο, Βοστίτζα, Καλάβρυτα και Πάτρα περιερχόταν στην κυριαρχία των Τούρκων. Οι δύο δεσπότες διατήρησαν το υπόλοιπο των κτήσεών τους και υποχρεώθηκαν να πληρώνουν ετήσιο φόρο υποτέλειας τριών χιλιάδων χρυσών νομισμάτων.

Ο Μωάμεθ τοποθετεί στις πόλεις που κατέλαβε τούρκους διοικητές της απόλυτης εμπιστοσύνης του και ορίζει ως γενικό διοικητή όλης της περιοχής τον στρατηγό Ομάρ. Όλοι οι αιχμάλωτοι, αρκετές χιλιάδες, οδηγούνται στην Κωνσταντινούπολη μέσα στο γενικό σχέδιο του Μωάμεθ να ενισχύσει τον πληθυσμό της πρωτεύουσάς του. Έτσι τελειώνει η επιχείρηση του 1458, που είχε ως αποτέλεσμα την πληθυσμιακή απογύμνωση της Πελοποννήσου και την ουσιαστική εξάλειψη της αρχής των δεσποτών.

Η ειρήνη που συνομολογήθηκε δεν επρόκειτο να διαρκέσει πολύ. Ήδη από τον Ιανουάριο του 1459 ο δεσπότης Θωμάς σκεφτόταν να αποτινάξει τον τουρ­κικό ζυγό. Προς το σκοπό αυτό βρισκόταν σε συνεχή επαφή με τον καρδινά­λιο Βησσαρίωνα, ο οποίος είχε μεγάλη ισχύ στο περιβάλλον του νεοεκλεγέντος πάπα Πίου II (1458 – 1464). Οι προσπάθειες του Βησσαρίωνα κατέληξαν στη συγκρότηση ενός μικρού στρατιωτικού σώματος τριακοσίων ανδρών, το οποίον εστάλη στην Πελοπόννησο, ενώθηκε με το στράτευμα του Θωμά και μαζί άρχισαν να πολιορκούν την Πάτρα. Όμως, οι πολιορκητές τράπηκαν σε φυγή, μόλις εμφανίσθηκαν τα τουρκικά στρατεύματα. Μια άλλη μεγάλη πόλη, τα Καλάβρυτα, κατελήφθη από τους στρατιώτες του Θωμά. Μετά την επιτυχία αυτή ο Θωμάς στρέφεται εναντίον των κτήσεων του Δημητρίου, τον οποίο υποπτευόταν ότι βρισκόταν σε συνεννόηση με το σουλτάνο. Οι Δυνατοί συντάσσονται με το μέρος του ενός ή του άλλου δεσπότη και ολόκληρη η Πελοπόννησος βρίσκεται επί ποδός πολέμου.

Μιστράς (Mistras) - Bernard Randolph, χαλκογραφία, 1681

Ο Μωάμεθ, βλέποντας την ανάμειξη της Δύσεως και φοβούμενος μήπως η Πελοπόννησος διεκδικηθεί από κάποιο δυτικό άρχοντα, αποφάσισε να λύσει τελεσίδικα το πρόβλημα της χερσονήσου. Στις αρχές του 1460 ο σουλτάνος εισβάλει στην Πελοπόννησο, καταλαμβάνει το Μιστρά (30 – 5 – 1460) και υποχρεώνει το δεσπότη Δημήτριο και την οικογένειά του να τον ακολουθήσουν. Ακολούθως στρέφεται προς τις περιοχές του Θωμά και καταλαμβάνει τη μια οχυρή πόλη μετά την άλλη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο σουλτάνος, ευρισκόμενος στη Μεσσηνία, επισκέφτηκε τις βενετικές κτήσεις της Μεθώνης και της Κορώνης, έγινε δεκτός με τιμές από τους Ενετούς διοικητές και ανανεώθηκαν οι συνθήκες φιλίας ανάμεσα στην Ενετία και τους Τούρκους.

Ο δεσπότης Θωμάς με πλοίο καταφεύγει στην Κέρκυρα (28 – 7 – 1460). Ο Σουλτάνος αναχωρεί από την Πελοπόννησο τον Οκτώβριο του 1460, οδηγώντας μαζί του «φαμελίας δισχιλίας δήπου και παίδας ισαρίθμους, τους μεν παίδας εις νεόλεκτον στρατόν κατεγράψατο, τας δε οικίας εν τω της πόλεως μέρει κατέθετο».

Κατά τα μέσα του έτους 1461 ολόκληρη η Πελοπόννησος, εκτός των ενετικών κτήσεων και της Μονεμβασίας, είχε καταληφθεί από τους Τούρκους. Ο Κριτόβουλος σημειώνει ότι «ο βασιλεύς εχειρώσατο έργον μέγα δράσας και θαυμαστόν εν ούτω βραχυτάτω καιρώ ούπω γάρ εξήκει το θέρος όλον και πάσα είχετο, πό­λεις τε οχυραί και φρούρια ερυμνά και πολίχνια εγγύς που διακόσια, χώρα των ονομαστών άνωθεν και ενδόξων».

Έτσι κατελύθη το δεσποτάτο του Μορέως, το οποίο ιδρύθηκε από τον Μι­χαήλ VII τον Παλαιολόγο το 1262. Η σπουδαιότητα του υπερβαίνει τα τοπικά όρια. Ιδιαιτέρως για τη διατήρηση του Ελληνισμού στην Πελοπόννησο, αυτό το κρατίδιο του XIII αιώνα, που κατέστη κατά τους XIV και XV αιώνες μια υπολογίσιμη δύναμη, έπαιξε έναν σημαντικότατο ρόλο.

Ο Μωάμεθ, μετά την κατάκτηση της Πελοποννήσου, δεν έπαυσε να υποβλέπει τις ενετικές κτήσεις της Πελοποννήσου. Η ευκαιρία για την έναρξη της νέας επεκτατικής κινήσεως των Τούρκων παρουσιάσθηκε με τη μορφή ενός ασήμαντου γεγονότος. Ένας Αλβανός δούλος του στρατηγού Ομέρ αποδρά και ζητεί άσυλο στην ενετοκρατούμενη Μεθώνη. Ο Ομέρ ζητεί την άμεση παράδοσή του, αλλά οι Ενετοί αρνούνται. Τότε, το Νοέμβριο του 1462, ο υπαρχηγός του Ομέρ, Ισάς, επιτίθεται κεραυνοβόλα εναντίον του Άργους και το καταλαμβάνει αμαχητί.

Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης κάπως αόριστα αναφέρει ότι οι Τούρκοι κατέλαβαν την πόλη ένεκα της προδοσίας ενός Έλληνα ιερέα: «ως δε το τε εν Πελοποννήσω Άργος, ιερέως των εν τη πόλει παραδόντος προδοσία, έλαβεν ο του βασιλέως ύπαρχος, Αλβάνεω παις, τούνομα Ιησούς».Είναι η πρώτη φορά, μετά την καταστροφή του 1397, που το Άργος αναμιγνύεται στις πολεμικές συγκρούσεις του ταραγμένου XV αιώνα.

Το χωρίο του Χαλκοκονδύλη μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι στην πόλη είχε αναπτυχθεί αντιδυτικό ρεύμα, μετά τη σύνο­δο της Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439), και εχθρότητα στο σύνολο σχεδόν των Ορθοδόξων, στη λεγόμενη «Ένωση των Εκκλησιών». Μετά την κατάληψη του Άργους, η φιλοπόλεμη φατρία στη Βενετία πείθει τη Σύγκλητο να κηρύξει τον πόλεμο στην Τουρκία.

Ενετικός στόλος υπό την ηγεσία του Bertoldo, κόμη Este, αποβιβάζεται στο Ναύπλιο, ενώ με προκήρυξη ο ναύαρχος καλεί τους κατοίκους της Πελοποννήσου να εξεγερθούν:«Τους τε Πελοποννησίους παρώτρυνον αφιστάναι από βασιλέως». Η απήχηση ήταν μέτρια. Παρατηρήθηκαν μεμονωμένες εξεγέρσεις στη Λακωνία, στην Αρκαδία και στη Μάνη. Η πρώτη επιτυχία των Ενετών είναι η ανακατάληψη του Άργους: «Και το Άργος παραλαβόντες Ουενέτοι φρουράν τε εγκατέλιπον και άρχοντα εν αυτώ».

Ακολούθως οι Ενετοί πολιορκούν τον Ακροκόρινθο, όμως κατά την πολιορκία φονεύεται ο Bertoldo. Συγχρόνως, ισχυρό τουρκικό στράτευμα, υπό την ηγεσία του στρατηγού Μαχμούτ, έφθασε στον Ισθμό. Οι Ενετοί, χωρίς ηγέτη, αποδεκατισμένοι από τη δυσεντερία και θορυβημένοι από την υπεροχή των Τούρκων, εγκαταλείπουν τον Ισθμό αμαχητί και υποχωρούν στο Ναύπλιο.Ο Μαχμούτ προχωρεί προς το Άργος (1463).

Το χωρίον του Κριτόβουλου, το οποίο αναφέρεται στην κατάληψη της πόλεως από τους Τούρκους – η τελευταία μνεία του Άργους σε ελληνόφωνο μεσαιωνικό κείμενο- δύναται να χαρακτηριστεί ως επιγραμματικός επιτάφιος ενός λαμπρού παρελθόντος:

 

«Μετά δε τούτο αφικνείται ες Άργος (Μαχμούτ), πόλιν των Ενετών και στρατοπαιδεύεται προ του άστεος και προσφέρει λόγους τοις εν αυτώ περί εκδόσεως εαυτών τε και του άστεος. Οι δε Αργείοι ορώντες το πλήθος της στρατιάς περιστοιχίσαν την πόλιν κύκλω το τε σφών τείχος ασθενές και επίμαχον όλον, επικουρίαν τε μηδεμίαν πόθεν ή έχοντες ή όλως έξειν ελπίζοντες και δείσαντες, μη εκ προσβολής βία ληφθώσι τοις όπλοις και απόλωνται, παραδιδόασιν αμαχί εαυτούς τε και την πόλιν Μαχουμούτει τα πιστά λαβόντες. Ο δε πάντας μεν αυτούς αποικίζει ες το Βυζάντιον συν γυναιξί και τέκνοις και τοις υπάρχουσι πάσι σώς και κακών απαθείς, την δε πόλιν κατέσκαψε… Βασιλεύς δε τους μεν Αργείους πάντας κατοικίζει εν τη μονή τη Περιβλέπτω καλουμένη δούς αυτοίς και οικίας και αμπέλους και αγρούς».

 

Η πτώση του Άργους σήμαινε ουσιαστικά την εξάρθρωση της ενετικής απόπειρας εξεγέρσεως των Ελλήνων. Σε ελάχιστο χρόνο οι εξεγερθέντες Έλληνες κατέθεσαν τα όπλα και ο Μαχμούτ «διαθέμενος τα εν Πελοποννήσω πάντα καλώς τε και ως ην αυτώ κατά νουν και φρουρούς τοις φρουρίοις πάσιν εγκαταστήσας άνδρας τους από της βασιλικής αυλής τους μαχιμοτάτους… επάνεισιν εις την Κων­σταντίνου χειμώνος μεσούντος ήδη».

Φυσικά, οι Βενετοί το 1464 κατείχαν ακόμα το Ναύπλιο, τη Μεθώνη, την Κορώνη και, μετά τη φυγή του Θωμά, τη Μο­νεμβάσια, όμως, ουσιαστικά, ολόκληρος η Πελοπόννησος βρισκόταν στα χέρια των Τούρκων, οι ελληνικοί πληθυσμοί, αποθαρρυμένοι, είχαν υποταχθεί και το όνειρο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου για τη δημιουργία του νέου Ελληνικού κράτους είχε σβήσει.

  

Βασίλης Σκουλάτος

Ιστορικός

«Αργειακή Γη», Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Άργους, Τεύχος 3, Δεκέμβριος 2005.

 

Υποσημειώσεις

[1] Για τη μελέτη του Δεσποτάτου του Μορέως, θεμελιώδες παραμένει το έργο του Δ. ΖΑΚΥΘΗΝΟΥ, Le Despotat grec de Moree. Ομοίως, αλλά σε ευρύτερο πλαίσιο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το θέμα μας παρουσιάζουν τα έργα: DONALD NICOL, The Last Centuries of Byzantium. 1261-1453, Cambridge University Press, 1993, IVAN DJURIC, Le Crépuscule de Byzance, Paris1996. ST. RUNCIMAN, The Last Byzantine Rennaissances,Cambridge 1970 (Ελληνική μετάφραση, Αθήνα 1980). To συλλογικό έργο υπό τη διεύθυνση του ALAIN DUCELLIER, Byzance et le monde Orthodoxe,Paris1986. G. OSTROGORSKY, Geschichte des Byzantinischen Stuates, München 1963 (Ελληνική μετάφρασηI. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ, Αθήνα 2001).

[2] ΣΦΡΑΝΤΖΗΣ, σ. 205-206: «Και συγχύσεως πολλής ούσης και του τίνα εις βασιλέα εκ των αδελφών…. επεστάλθη παρ’ αυτών ο Αλέξιος ο Φιλανθρωπινός μετά Μανουήλ του Παλαιολόγου… ίνα ως βασιλέα στέψωσι τον δεσπότην κυρ Κωνσταντίνον… ο και έπραξαν εν τη Σπάρτη τη έκτη Ιανουαρίου και ιβ’ του Μαρτίου μηνός του αυτού έτους εφθάσαμεν εις την πόλιν». Για τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο: G. SCHLUMBERGER, Le siege, la prise et le sac de Constantinople par les Tures, Paris 1914 (Ελληνική μετάφραση ΣΠ. ΛΑΜΠΡΟΥ, Αθήναι 1914 – Ανατύπωση με προλογικά Α.Γ.Κ. ΣΑΒΒΙΔΗ, Αθήνα 1996. DONALD Μ. NICOL, The Imortal Emperor, the Life and Legend of Constantine Palaiologos. Last Emperor of the Romans, Cambridge University Press, 1933 -To όνομα Δραγάτσης δόθηκε στον Κωνσταντίνο με αιτία τη μητέρα του Ελένη, η οποία ανήκε στη σερβική ηγεμονική οικογένεια των Δραγάτς.

Read Full Post »

Προσωπογραφίες: Χουρσίτ  Πασάς 

Η άλλη πλευρά της επανάστασης. Πώς ήταν οι απέναντί μας.

Ο Χουρσίτ πασάς, Καυκάσιος χριστιανικής καταγωγής που εξισλαμίστηκε. Μετά την επιτυχή καταστολή της επανάστασης των Σέρβων, το Νοέμβριο του 1820 διορίσθηκε διοικητής της Πελοποννήσου (μόρα βαλεσής) με έδρα την Τριπολιτσά και αρχηγός (σερασκέρης) της εκστρατείας κατά του αποστάτη Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Όταν το 1822 περιέπεσε στην δυσμένεια του σουλτάνου αυτοκτόνησε.

  

Προσωπογραφία του Χουρσίτ Πασά. Λιθογραφία, Εκδ. Adam Friedel, Λιθ. Bouvier, Τυπ. P. Simonau, Λονδίνο, Φεβρουάριος 1826.

«Η δε Οθωμανική Πόρτα από μεν τον κατά του Αλή Πασά πόλεμον δεν παρητήθη, υπώπτευε δε και τα των Ελλήνων πράγματα· όθεν διώρισε Μπινά Εμίνην εις την Πελοπόννησον να επισκευάση τα φρούρια, και να τα εφοδιάση· διώρισε δε και τον τότε ηγε­μονεύοντα εκεί Ιμπραχήμ Πασά να περιέλθη εις επίσκεψιν όλων των φρουρίων της Πελοποννήσου, δια να ιδή, εάν καλώς επεσκευάσθησαν και εφωδιάσθησαν και μετά την περιήγησίν του, εκείνον μεν διώρισαν εις άλλην ηγεμονίαν, εις δε την της Πελοποννήσου διωρίσθη ο Χουρσήτ Πασάς …  εν ω κατεγίνοντο να θεραπεύσωσι και την εκείνων δυσαρέσκειαν, και εκ συμφώνου άπαντες να φροντίσωσι περί της ευταξίας του πράγματος, έφθασεν εις την Πελοπόννησον ο Χουρσήτ Πασάς, περί του οποίου οι εν Κωνσταντινουπόλει Αδελφοί ειδοποίησαν, ότι έχει μυστικάς επιταγάς να παρατηρήση προσεκτικώς τα κινήματα των Πελοποννησίων, και, αν η χρεία το καλή, να εμβάση στρατεύματα από την Ρούμελην προς ασφάλειαν. Όθεν έμειναν οι Πρόκριτοι της Πελοποννήσου συνεσταλμένοι, υποπτεύοντες μάλλον από τον Δραγουμάνον, Σταυράκην Ιωβίκην, Κωνσταντινουπολίτην, όστις λάτρης ων του Οθωμανικού γένους, παρατηρεί να ανακάλυψη τι, δια να προδώση τους Ομογενείς.
  

Προσωπογραφία του Χουρσίτ Πασά. Εκδ. Adam Friedel, Λιθ. Bouvier. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο - Παρίσι, 1827.

   Ο Χουρσήτ Πασάς λοιπόν, αφ’ ου παρετήρησε με όμμα Οθωμανικόν το εσωτερικόν της Πελοποννήσου, και δεν είδε τι ψηλαφητόν πράγμα εναντίον της Διοικήσεως, ημέλησε την από της Ρούμελης είσοδον των Στρατευμάτων, και επροσπάθει να αναπαύση και την Πόρταν. Αλλ’ η Οθωμανική Πόρτα, αφ’ ου ανεκάλυψε καλώς τα της Εταιρίας και δια διαφόρων προδοσιών και δια των εγγράφων, όπου ευρέθησαν εις τον Αριστείδην και Ίππατρον οίτινες συνελήφθησαν ο μεν εις την Σερβίαν, ο δε εις την Μακεδονίαν, έλαβε μέτρα δραστηριώτερα κατά του Ελληνικού Έθνους· και τον μεν Χουρσήτ Πασάν διώρισεν Αρχιστράτηγον εναντίον του Αλή Πασά, επειδή και η εκείνου υπόθεσις δεν επρόβαινε κατά την αρέσκειαν του Σουλτάνου….» [ Γερμανού 1837]

(Πηγή: Δήμητρα Κουκίου – Μητροπούλου, «ADAM FRIEDEL / Προσωπογραφίες Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης», Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2007). 

Χουρσίτ Πασάς. Εκδ. Adam Friedel. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο - Παρίσι, 1829.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »