Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολίδα’

Αναγνωστόπουλος Σπ. Ιωάννης (1928-1993)


 

Ιωάννης Αναγνωστόπουλος

Ο Ιωάννης Αναγνωστόπουλος, συγγραφέας, Διδάκτορας της Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου των Αθηνών, Εκπαιδευτικός, γιος του Σπυρίδωνα και της Γιαννούλας, το γένος Διαμαντή Ψυχογιού, γεννήθηκε την 28-7-1928 στον Αχλαδόκαμπο της Αργολίδας. Στον Αχλαδόκαμπο τελείωσε το Δημοτικό σχο­λείο και έζησε τα δεινά της Γερμανοϊταλικής Κα­τοχής.

Κατά την ημέρα της μάχης του Αχλαδοκάμπου, 18-9-1944, έχασε τον πατέρα του. Αν και πρωτότοκος γιος πολυμελούς ορφανής και πτω­χής οικογενείας, επειδή είχε έμφυτη κλίση για γράμματα, με την επίμονη θέληση της μητέρας του και με την προτροπή και ηθική συμπαράσταση του πρωτοπρεσβυτέρου Ευαγγέλου Αναστασίου Μπονώρη, φοίτησε με εξετάσεις και με συνεχή υποτροφία του Κράτους, στην Επτατάξια Εκκλησιαστική Σχολή Κορίνθου, από το 1947 μέχρι το 1954, από την οποία έλαβε πτυχίο.

Το 1955, με επιτυχείς εξετάσεις, φοίτησε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπι­στημίου των Αθηνών, από την οποία έλαβε πτυχίο το 1960. Το 1962, με την προτροπή και ηθική συμπαράσταση του αοιδίμου μεγάλου πατριώτη και ευεργέτη του Αχλαδοκάμπου Γεωργίου Νικολάου Αναγνωστοπού­λου, φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου των Αθηνών, από την οποία έλαβε πτυχίο Φιλολογίας το 1965. Απαλλάχτηκε από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και εξαγόρασε την οκτάμηνη υποχρεωτική θητεία του, λόγω σπου­δών, «ως πρωτότοκος υιός γυναικός εν χηρεία διατελούσης». Κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστη­μίου των Αθηνών, από το 1962 μέχρι το 1965, δίδαξε στα Ιδιωτικά Εκπαιδευτήρια Κ. Γκιζελή στην Αθήνα.

Από τη 13-11-1965, που διορίστηκε από το Κράτος, υπηρέτησε: Στο Γυμνάσιο – Λύκειο Κοπανακίου Τριφυλίας (1965-1971), στο Γυμνάσιο – Λύ­κειο Αρρένων Κορίνθου (1971-1973), στο 1ο Εσπερινό Γυμνάσιο – Λύκειο Πειραιά (1973-1977), στο Λύκειο Αγίου Ιεροθέου Περιστερίου (1977-1981), στο 10ο Γυμνά­σιο Περιστερίου, ως Υποδιευθυντής και Διευθυντής (1981-1986). Το 1986, λόγω διδακτορικού διπλώματος προήχθη σε Γυμνασιάρχη και τον ίδιο χρόνο αποσπά­στηκε ως Διευθυντής – Γυμνασιάρχης του 1ου Γυμνασίου Ελευσίνας, με τετραετή θητεία. Κατά τα Ακαδημαϊκά έτη 1978-1979 και 1979-1980, με απόσπαση από το Λύ­κειο Αγίου Ιεροθέου και με εξετάσεις, φοίτησε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαί­δευσης, στην Αθήνα, από το οποίο έλαβε πτυχίο μετεκπαίδευσης «μείζονος διαρ­κείας».

Την 8-2-1985 αναγορεύτηκε Διδάκτορας της Φιλοσοφίας του Πανεπιστήμιο των Αθηνών, με την πρωτότυπη επιστημονική διατριβή του, με τον τίτλο: «Ο θάνατος και ο κάτω κόσμος στη δημοτική ποίηση» (Εσχατολογία της δημοτικής ποίησης). Από το 1955 ασχολήθηκε με την Επιστήμη και την Έρευνα και χρησιμοποίησε πολλές φορές, τις Βιβλιοθήκες των Αθηνών και προ πάντων το Σπουδαστήριο της Ερμηνείας της Κ. Διαθήκης της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου των Αθηνών, το Σπουδαστήριο της Νεοελληνικής Φιλολογίας και της Λαογραφίας του Πανεπιστημίου των Αθηνών και το Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας των Αθηνών.

Αποτέλεσμα των μακροχρονίων σπουδών και ερευνών είναι τα ακόλουθα έργα του:

Δημοσιευμένα:

  1. Η Ιστορία του Αχλαδοκάμπου από των προϊστορικών χρόνων μέχρι σήμερον (Ιστορική μελέτη βάσει των πηγών), Αθήναι 1961.
  2. Ο Νεομάρτυς Αναστάσιος ο Ναυπλιεύς, Αθήναι 1968.
  3. Τουριστικός οδηγός Νομού Κορινθίας, Αθήναι 1972.
  4. Το σπήλαιο και ο ναός της Αγίας Τριάδας Αχλαδοκάμπου, Αθήνα 1983.
  5. Ο θάνατος και ο κάτω κόσμος στη δημοτική ποίηση, (Εσχατολογία της δη­μοτικής ποίησης), Διδακτορική διατριβή, Αθήνα 1984.
  6. Λαογραφικά του Αχλαδοκάμπου, Αθήνα 1985.
  7. Η συμβολή της Αργολιδοκορινθίας στην Επανάσταση του 1821, Αθήνα 1985.
  8. Η Αγία Παρασκευή της περιοχής «Νερά» του Αχλαδοκάμπου, Αθήνα 1988.
  9. Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821, Αθήνα 1989.
  10.  Τα γενεαλογικά δέντρα των αρρένων των οικογενειών του Αχλαδοκάμπου, Αθήνα 1989.

  Αδημοσίευτα:

  1. Ερμηνείες και υπομνήματα Πατέρων και Εκκλησιαστικών Συγγραφέων στα βιβλία της Κ. Διαθήκης, απ’ αρχής μέχρι σήμερα.
  2. Η εξομοίωση του Ιησού Χριστού προς το λίθο, κατά την Κ. Διαθήκη.
  3. Οι θλίψεις κατά την Κ. Διαθήκη.
  4. Η χαρά κατά την Κ. Διαθήκη.
  5. Η Κ. Διαθήκη κατά χώρα.
  6. Βυζαντινά και μεταβυζαντινά χριστιανικά μνημεία Αργολίδας.
  7. Χριστιανισμός και αθλητισμός.
  8. Οι οφθαλμοί του ανθρώπου στην αγία Γραφή και στη Λαογραφία.
  9. Η θρησκευτικότητα του Ελληνικού λαού στα δημοτικά τραγούδια της λεκά­νης της Μεσογείου.
  10. Σχέση Θρησκείας και Πατρίδας στη δημοτική ποίηση.
  11. Εισαγωγή στη δημοτική ποίηση.
  12. Η μάχη του Αχλαδοκάμπου, 18-9-1944.
  13. Ο Αχλαδόκαμπος στη φωτογραφία, από τους μυθικούς χρόνους μέχρι σήμε­ρα.
  14. Ιστορικά βιογραφικά σημειώματα επιφανών Αχλαδοκαμπιτών από τα χρό­νια της τουρκοκρατίας μέχρι σήμερα.

Ασχολήθηκε συστηματικά με την περισυλλογή λαογραφικού και ιστορικού υλικού της περιοχής του Αχλαδοκάμπου, για την ίδρυση στον Αχλαδό­καμπο ή στο Άργος Λαογραφικού και Ιστορικού Μουσείου. Απεβίωσε στις 25-1-1993.

 

Πηγή


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, «Τα γενεαλογικά δέντρα των Αρρένων των οικογενειών του Αχλαδοκάμπου», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος Η δίκη


  

 

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Karl Krazeisen, 1828.

Η δίωξη και καταδίκη σε θάνατο του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη και του συντρόφου του αγωνιστή Δημητρίου Πλαπούτα, που συγκλόνισε το πανελλήνιο στη διετία 1833-1834, οφείλεται κυρίως σε τρεις παράγοντες. Ο πρώτος και γενικότερος, που ιδιαίτερα έχει προβληθεί από τους ιστορικούς, προερχόταν από την απολυταρχική διακυβέρνηση της βαυαροκρατίας και ειδικότερα την Αντιβασιλεία, που καταδυνάστευε το λαό προκαλώντας ποικίλες αντιδράσεις, λαϊκό ξεσηκωμό, προς αντιμετώπιση του οποίου και προς εκφοβισμό των λαϊκών στρωμάτων εισή­γαγε τελικά σε δίκη – παρωδία και καταδίκασε σε θάνατο το λαοφιλέστερο ηγέτη του Αγώνα, το θρυ­λικό Γέρο του Μοριά. Είναι βέβαια αληθές ότι οι θεσμοί που εισήγαγε η Αντιβασιλεία μακροπρόθεσμα ωφέλησαν τον τόπο, ο απόλυτος και σκληρός όμως τρόπος που θέλησε να τους επιβάλει, σε σχέ­ση με την υφιστάμενη τότε κατάσταση στην Ελλά­δα, ήταν εκτός τόπου και χρόνου και έβλαψε τη χώρα.

Έλεγε για την Αντιβασιλεία ο Γέρος του Μο­ριά με τη γνωστή θυμοσοφία του, προσπαθώντας να διασκεδάσει μάλλον τη λαϊκή αντίδραση παρά να την προκαλέσει: «τα παπούτσια του Χατζη-Πέτρου (που ήταν γίγας) θέλουν να τα βάλουν στα πόδια του Λόντου (που ήταν νάνος)». Ήλπιζαν λοιπόν οι Βαυαροί ότι θα εκφοβίσουν το λαό αποκεφαλίζοντας το λαοφιλέστερο ηγέτη της Επανάστασης.

Ο δεύτερος επίσης σημαντικός παράγων ξεκι­νούσε από τη διαπίστωση του Μάουρερ, μέλους της τριμελούς Αντιβασιλείας, ότι ο πρόεδρος της Αρμανσμπεργκ ευνοούσε ή και μεθόδευε στα κρυ­φά, μέσω του Βαυαρού αξιωματούχου Φραντς (διερ­μηνέα της Αντιβασιλείας), συνωμοτική κίνηση δια της υπογραφής ομαδικής αναφοράς των αγωνιστών προς το βασιλέα της Βαυαρίας για την ανάθεση της Αντιβασιλείας μόνο στον Αρμανσμπεργκ, ανακαλουμένων των υπολοίπων δύο μελών της.

Δημήτριος Πλαπούτας, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Παρ’ ότι οι πρωτεργάτες της μυστικής αυτής κίνησης δεν μπόρεσαν να προσεταιριστούν τους Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα και άλλους γνωστούς οπλαρχηγούς, εντούτοις ο απολυταρχικός Μάουρερ μεθόδευσε με τη σύμπραξη του υπουργού Δικαιοσύνης Σχινά τη σύλληψη και καταδίκη των δύο οπλαρχηγών με χαλκευμένες κατηγορίες και ωμή επέμβαση στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, με τριπλό δε στόχο την αποθάρρυνση του Αρμανσμπεργκ από τα φι­λόδοξα και ιδιοτελή του σχέδια, τον εκφοβισμό του λαού, αλλά και των λοιπών γενναίων οπλαρχηγών του Αγώνα, που με σκληρότητα ο Μάουρερ είχε από τnv πρώτη στιγμή δέσει στο περιθώριο της πο­λιτικής ζωής. Τα γενεσιουργικά αυτά κίνητρα της δίωξης και θανατικής καταδίκης των δύο οπλαρχηγών ενεργο­ποίησε ένας τρίτος και σπουδαιότερος παράγοντας, η διχόνοια των Ελλήνων, ο κακός δαίμονας του έ­θνους, που είχε λάβει τη μορφή έντονης διαμάχης μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών. Έτσι, σημαντι­κοί πολιτικοί του Αγώνα, υπουργοί και πρωθυπουρ­γοί επί Αντιβασιλείας, ανέχονταν ή και ευνοούσαν και επεδίωκαν τον κατατρεγμό των αγωνιστών.

Η σύλληψη όμως και προφυλάκιση του θρυλικού Γέ­ρου του Μοριά και του φιλοβασιλικού Πλαπούτα προκάλεσε την παραίτηση του πρωθυπουργού Σπυρίδωνα Τρικούπη, ενώ το γεγονός ανέχθηκε ο Μαυροκορδάτος και προπαντός ο άσπονδος εχθρός τους Κωλέττης, που απαιτούσε στη συνέχεια, μαζί με τον Μάουρερ, την άμεση εκτέλεση της θανατικής ποινής. Προηγουμένως ο Μαυροκορδάτος είχε δια­δεχθεί στην πρωθυπουργία τον παραιτηθέντα Σπ. Τρικούπη, για να παραιτηθεί κι αυτός με τη σειρά του όταν άρχισαν τα έκτροπα στη δίκη με την ωμή παρέμβαση του υπουργού Δικαιοσύνης Κ. Σχινά ε­πικεφαλής χωροφυλάκων και τις βιαιοπραγίες και το διασυρμό των δικαστών, προκειμένου να εκδοθεί δια της βίας η καταδικαστική απόφαση, στην οποία αντιδρούσαν έντιμοι δικαστές, ο Γεώργιος Τερτσέτης και ο πρόεδρος του δικαστηρίου Αναστάσιος Πολυζωίδης.

Κωνσταντίνος Σχινάς

Το διάτρητο κατηγορητήριο που συνέταξε ο περι­βόητος και σκληροτράχηλος δημόσιος κατήγορος Μάσων, τυφλό όργανο των Μάουρερ, Σχινά και Κωλέττη, προσέδιδε στους δύο οπλαρχηγούς το έ­γκλημα της εσχάτης προδοσίας, με κυριότερα επι­βαρυντικά στοιχεία ότι μετείχαν σε μυστικές συνε­δριάσεις για την υπογραφή αναφοράς προς το βασι­λέα της Βαυαρίας προς ανάκληση δύο μελών της Αντιβασιλείας (των Μάουρερ και Εϊδεκ) και ότι υπέγραψαν ετέρα αναφορά προς ξένη δύναμη (τη Ρωσία) προς κατάργηση και των τριών μελών της Αντιβασιλείας. Τέτοιου είδους αναφορές, ακόμη και αληθινές, υποστήριξε ο Γ. Τερτσέτης, δεν αποτε­λούν απόδειξη εγκλήματος, αλλά στοχασμό του γράφοντος, αφού δεν συνοδεύονταν από εξωτερική εκτελεστική πράξη.

Και όμως, τρία εκ των πέντε μελών του δικαστηρίου, ενδίδοντας στις προτροπές του υπουργού Δικαιοσύνης Κ. Σχινά και του Μάσωνος, εκδίδουν καταδικαστική απόφαση, την οποία αρνούνται να προσυπογράψουν ο Γ. Τερτσέτης και ο πρόεδρος Α. Πολυζωίδης, ακόμη και όταν προπηλακιζόμενοι οδηγούνται από τους χωροφύλακες δια της βίας και σηκωτοί στην έδρα.

Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης, όπως απεικονίζεται σε πίνακα, που βρίσκεται στον Άρειο Πάγο.

Αναγιγνώσκεται η εις θάνατον καταδικαστική απόφαση χωρίς την υπογραφή των δύο γενναίων δικαστών. Την ε­πομένη, δια χάριτος που παρακλητικώς εξασφάλι­σε ο νεαρός Όθων από την Αντιβασιλεία, η θανατι­κή ποινή μετατράπηκε σε εικοσαετή κάθειρξη, πα­ρά τη λυσσώδη αντίδραση του Μάουρερ και του τό­τε νέου πρωθυπουργού Κωλέττη.

Την επόμενη χρονιά ο Όθων με την ενηλικίωσή του υπέγραψε την αποφυλάκιση των δύο οπλαρχηγών και την προα­γωγή του μεν Πλαπούτα σε συνταγματάρχη, του δε Κολοκοτρώνη σε σύμβουλο της Επικρατείας. Ταυτόχρονα αποφάσισε και την αποπομπή των Κωλέττη και Σχινά. Έτσι έκλεισε μια διετία (1833-1834) που ανέδειξε τις ραδιουργίες της Αντιβασιλείας και του Κωλέττη εις βάρος ανύποπτων και γενναίων οπλαρχηγών, αλλά και δύο γενναίους δικαστές, στυλοβάτες της Δικαιοσύνης. 

 

Ελένη Κυρ. Κυριακοπούλου

Νομικός, τ. διευθύντρια υπουργείου Οικονομικών

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», τεύχος 127, 21 Μαρτίου 2002.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828-33)


 

Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828 – 33)

Η ειδική περίπτωση και τα γενικότερα προβλήματα

 

Ο σχεδιασμός πόλεων επί Καποδίστρια       

 

Ερευνώντας το ειδικότερο θέμα του σχεδιασμού ελληνικών πόλεων κατά την καποδιστριακή περίοδο και, ιδιαίτερα, στα χρόνια που ο Κυβερνήτης είχε την ευθύνη της διακυβέρνησης της χώρας (1828-1831), θα πρέπει καταρχήν να επισημάνουμε ένα γεγονός. Πρόκειται για το άμεσο ενδιαφέρον του στην ανοικοδόμηση των ελληνικών πόλεων με βάση τον ορθολογικό σχεδιασμό, όπως τότε η έννοια αυτή ήταν παραδεκτή και αποδεκτή στην πράξη, αλλά και στην οργάνωση των σχετικών προσπαθειών. Είναι χαρακτηριστικό ότι ανάμεσα στα πρόσωπα που τον ακολουθούν στο ταξίδι του προς την Ελλάδα, στο τέλος του 1827, φρόντισε να συμπεριλάβει τον κερκυραίο «οχυρωματοποιό», κα­ταταγμένο στο γαλλικό στρατό, Σταμάτη Βούλγαρη, τον οποίο και επιφορτί­ζει, ευθύς μετά την άφιξή του, με την αποστολή του σχεδιασμού τουλάχιστο πέντε πόλεων.

Ιωάννης Καποδίστριας

Πέρα, όμως, από αυτό, τόσο από την αποδελτίωση των επιστολών του Iωάννη Καποδίστρια που έχουν εκδοθεί όσο και από ανέκδοτο αρχειακό υλικό, γίνεται προφανές ότι μία από τις προτε­ραιότητες της πολιτικής του ήταν ο σχεδιασμός των πόλεων, στον οποίο έχει άμεση ανάμιξη, με επεμβάσεις του για την προώθηση του σχετικού έργου ή για διάφορες διευθετήσεις. Ως προς το καθαυτό έργο του σχεδιασμού μπορούμε ήδη να αναφέρουμε, εδώ, ότι κατά την καποδιστριακή περίοδο και σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοι­χεία ολοκληρώνονται σχέδια για εννέα ελληνικές πόλεις (για το Άργος συντάσ­σονται δύο, ενώ είχε αρχίσει η προεργασία για άλλο ένα), προχωρεί ο σχεδια­σμός για άλλες επτά, ενώ για άλλες έξη πόλεις έγιναν ενέργειες με σκοπό ν’ αρχίσουν εργασίες σχεδιασμού.

Πρόκειται, λοιπόν, για ένα σύνολο 22 πό­λεων και 19 σχεδίων, σε ολοκληρωμένη ή μη μορφή, από τα οποία αρκετά εξακολούθησαν, κατά βάση, να ισχύουν για πολλές δεκαετίες μετέπειτα. Η σημασία του σχεδιασμού αυτού αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα αν ληφθούν υπόψη τα τότε, πολύ περιορισμένα σύνορα του ελληνικού κράτους, αλλά και το ότι ο Ιμπραήμ εγκαταλείπει την Πελοπόννησο μόλις τον Αύγουστο του 1828, ότι οι πόλεις της Στερεάς Ελλάδας ελευθερώνονται, στο σύνολό τους, το 1829, αλλά και το ότι, το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, με το οποίο αναγνω­ρίστηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδας, υπογράφηκε τον Φεβρουάριο του 1830.

Θα πρέπει, επίσης, ν’ αναφέρουμε τον αριθμό των μηχανικών και αρχι­τεκτόνων που εργάστηκαν για τον σχεδιασμό πόλεων και την οικοδόμηση δημοσίων κτιρίων (διοικητηρίων, στρατώνων, σχολείων) ή την κατασκευή δη­μοσίων έργων (λιμανιών, μόλων, δρόμων), οι οποίοι φτάνουν τους 29 και έχουν άμεση ευθύνη είτε για τη σύνταξη και παρακολούθηση των σχεδίων είτε για «πολεοδομικές εφαρμογές», όπως θα λέγαμε σήμερα.

Εξάλλου, επί Καποδίστρια, στο πλαίσιο άλλων πολεοδομικών νομοθετημάτων και ρυθμί­σεων, συντάσσεται και το πρώτο κείμενο νόμου για τις αρμοδιότητες των μηχανικών. Είναι καιρός, λοιπόν, ν’ αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια: κατά την καποδιστριακή περίοδο συναντάμε τις απαρχές του σχεδιασμού ελληνικών πό­λεων, τις οποίες θα πρέπει να υπολογίσουμε όχι μόνο στην ποιοτική και πο­σοτική τους διάσταση, αλλά και μέσα στα πολύ περιορισμένα χρονικά όρια κατά τα οποία έλαβαν την ολοκλήρωσή τους. Ακριβώς τα όρια αυτά δείχνουν το μέγεθος του έργου που επιτελέσθηκε, τη συνέπεια και την επιμονή της κρατικής πολιτικής στον τομέα του σχεδιασμού, ενώ, κατάλληλα ερμηνευόμενα τόσο ως προς τη σύλληψη όσο και ως προς την εφαρμογή τους, μας οδηγούν σε πολύ σημαντικά συμπεράσματα για την γενικότερη πολιτική, τους συσχετισμούς δυνάμεων αλλά και το μέτρο της κοινωνικής αποδοχής και συμμετοχής στο «καποδιστριακό πείραμα».

 

Η περίπτωση του Ναυπλίου

Το Ναύπλιο πρωτεύουσα

 

Ήδη από την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) το Ναύπλιο ορί­ζεται ως η έδρα της Κυβέρνησης, όπου όμως ελάχιστα παραμένει η «Αντικυ­βερνητική Επιτροπή» (Προσωρινή Κυβέρνηση) και η Βουλή, εξαιτίας των εσωτερικών διαμαχών και της εξέλιξης του επαναστατικού πολέμου. Πρωτεύ­ουσα, με την έννοια της πόλης – έδρας της Διοίκησης, γίνεται, στην πράξη, η Αίγινα, και παραμένει μέχρι τον Αύγουστο του 1829 (αν και η Κυβέρνηση μεταφέρεται, ενδιάμεσα, και στον Πόρο). Από τα μέσα, όμως, του 1828 το τότε Υπουργείο των Οικονομικών μεταφέρεται στο Ναύπλιο όπου, προς το τέλος του 1829, έχουν μετακομίσει όλες οι κεντρικές διοικητικές υπηρεσίες, ενώ η σχετική κτιριακή υποδομή είχε ήδη αρχίσει να δημιουργείται, εκεί, από τις αρχές του 1828, με πρωτοβουλία του φρουράρχου της πόλης Χάϊντεκ. Παρόλα αυτά, φαίνεται ότι και επί Καποδίστρια ο ορισμός του Ναυπλίου ως πρωτεύουσας του κράτους είχε χαρακτήρα προσωρινό, στο πλαίσιο των προσδοκιών για εδαφική επέκταση του νεοσύστατου κράτους, τις οποίες είχε κιόλας επιδιώξει να πραγματώσει ο Κυβερνήτης. Με το διάταγμα του Όθωνα, της 18/30 Σεπτεμβρίου 1834, πρωτεύουσα ορίζεται η Αθήνα, από την 1η Δεκεμβρίου 1834.

 

Η κατάσταση στην πόλη

 

Πριν αναφερθούμε στα πρώτα πολεοδομικά μέτρα της καποδιστριακής διοίκησης, θεωρούμε σκόπιμο να δώσουμε ορισμένα χαρακτηριστικά της εικό­νας που παρουσίαζε η πόλη του Ναυπλίου, στις αρχές του 1828. Για τον σκοπό αυτό νομίζουμε ότι ένα απόσπασμα των Ιστορικών αναμνήσεων του Νικολάου Δραγούμη παρουσιάζει πολύ εύγλωττα τα χαρακτηριστικά αυτά, και οι πλη­ροφορίες που μας δίνει διασταυρώνονται με εκείνες που εντοπίσαμε σε αναφορές του Χάϊντεκ προς τον Καποδίστρια, αλλά και με όσα παρατηρεί και διαβιβά­ζει ο Σταμάτης Βούλγαρης, σε επιστολές του προς τον Καποδίστρια.

 

Ναύπλιο, υδατογραφία, πρώτο μισό 19ου αιώνα

 

Γράφει, λοιπόν, ο Δραγούμης: «Το Ναύπλιον, πόλις όλως τουρκική, τας μεν οδούς είχε στενάς, ανωμάλους και βορβορώδεις, τας δε οικίας ξυλοκτίστους, πολυθύρους, σεσαθρωμένας και πάντη αρρύθμους (……). Αλλά και των κατοίκων ο βίος ην, ως και των λοιπών Ελλήνων, ασιατικός. Ασιατικόν δε λέγων δεν εννοώ τρυφηλόν, διότι όπου λείπει η επιούσιος τροφή, εκεί η τρυφή άγνωστος αλλ’ ότι, πλην της ελληνομόρφου φουστανέλλας, πάντα τα λοιπά εγίνοντο ως και επί Τουρκίας. Εν τοις εργαστηρίοις οι πωληταί, καθήμενοι διασταυρωμένοι τους πόδας χαμαί και αναμένοντες εις μάτην αγοραστάς, εμύζων κατηφείς την άκραν του τσιμπουκίου αυτών. Επώλουν δε πέτρας πυροβολούν, πυρεκβόλα, σπάγγον, βελόνας, ράμμα, θειάφιον, πέτρας της κολάσεως και τα τοιαύτα, πάντα άσημα και ευτελή. Παρέκειντο δε και άλλα εργαστήρια, οίον παντοπωλεία, ραφεία και καφενεία, πολυτιμώτερα και ποικιλώτερα περιέχοντα εξ ανάγκης εμπορεύματα και πλείονας φοιτητάς».

Από άλλες πηγές μαθαίνουμε ότι το Ναύπλιο ήταν εξαιρετικά ακάθαρτη πόλη, ότι το μεγάλο πρόβλημα αποτελούσε το φράξιμο των υπονόμων του, ότι έξω από τη θαλάσσια πύλη του τείχους, προς δυτικά, είχε δημιουργηθεί μικρός οικισμός με καλύβες, ενώ υποθέτουμε ότι ο πραγματικός πληθυσμός του με τους πρόσφυγες και τους φυγάδες που είχαν εισρεύσει στην πόλη, θα πρέπει να ξεπερνούσε τον αριθμό των 5500 κατοίκων που αναφέρεται για το 1829. Μόνον η Πρόνοια, προάστιο στις βόρειες παρυφές της πόλης, τον Ιούνιο του 1828 αναφέρεται ότι αποτελούσε οικισμό 2500 κατοίκων (στοι­χείο της εποχής). Παρά τον σχεδιασμό του Βούλγαρη και του Βαλλιάνου, αλλά και την ενέργεια των σχετικών εργασιών για απόφραξη των υπονόμων, της οποίας την επιστασία ανέλαβε ο Ανδρέας Κάλανδρος, η καθαριότητα εξακολουθεί ν’ αποτελεί πρόβλημα, τουλάχιστο για ορισμένες περιόδους της καποδιστριακής εποχής.

 

Πρώτα πολεοδομικά μέτρα

 

Με πρωτοβουλία του Καποδίστρια συγκροτείται επιτροπή, στις αρχές του 1828, με έργο την καταγραφή του υλικού και της κατάστασης των φρου­ρίων του Ναυπλίου, ενώ δίνεται εντολή στη Δημογεροντία να απογράψει τους κατοίκους. Και το μεν πρώτο έργο ολοκληρώθηκε, το δεύτερο, όμως, συνάντησε δυσκολίες και, πάντως, υπάρχουν κατάλογοι με απογραφή ορισμένων κατοί­κων, κατά επαγγελματικές κατηγορίες, χωρίς άθροισμα και των μελών των οικογενειών τους.

Το Μάιο του 1829 συγκροτείται άλλη επιτροπή, με σκοπό την καταγραφή των ετοιμόρροπων «εθνικών οικιών», ενώ από τις αρχές του 1828, επίσης, αρχίζει το έργο της απόφραξης των υπονόμων, της επισκευής του υδραγωγείου και, γενικά, του καθαρισμού της πόλης, ο οποίος ή δεν είχε ολοκληρωθεί στις αρχές του επόμενου έτους ή ολοκληρώθηκε κάποια στιγμή και ξαναδημιουργήθηκε η ίδια κατάσταση: από επιστολές και εντολές του Καποδίστρια συνάγεται ότι σωροί σκουπιδιών και μπάζα υπάρχουν στους δρόμους της πόλης, ενώ προς το τέλος του 1829, σε άλλη επιστολή του, ο Κυβερνήτης δηλώνει ρητά ότι η Δημογεροντία και οι πολίτες πρέπει να ανα­λάβουν τα οικονομικά βάρη του καθαρισμού.

 

Ναύπλιο, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι, E. Peytier

 

Το πρόβλημα της ανάληψης των δαπανών από την κεντρική διοίκηση ή από τους κατοίκους της πόλης εξακολουθεί να παραμένει και για το ειδικότερο θέμα της απόφραξης των υπονόμων που, ενώ καθαρίζονται στις αρχές του 1828, εξακολουθεί η εκκρεμότητα της πληρωμής των σχετικών εξόδων ακόμα και μέχρι τις αρχές του 1829, επειδή ελάχιστοι πολίτες κατέβαλαν την δαπάνη που αναλογούσε σε αυτούς. Τέλος, ανάμεσα στα πρώτα μέτρα για πολεοδομικές διευθετήσεις θα πρέπει να συμπεριληφθεί η καταγραφή και επισκευή, μόλις σε είκοσι περίπου μέρες, κατά τις αρχές, πάλι, του 1828, όλων των «εθνικών» οικημάτων της πόλης, με φροντίδα του μηχανικού Ανδρέα Κάλανδρου και διμελούς επιτροπής. Ο Κάλανδρος επιφορτίζεται και με την εφαρμογή του σχεδίου πόλης του Βούλ­γαρη, μέχρι τον Απρίλιο του 1829, οπότε την ευθύνη για πολεοδομικό σχεδια­σμό και για τις πολεοδομικές εφαρμογές αναλαμβάνει ο Βαλλιάνος.

 

Ο Στ. Βούλγαρης και το σχέδιο του 1828

 

Ευθύς μετά την εγκατάσταση του στο Ναύπλιο, τον Ιανουάριο του 1828, ο Βούλγαρης υποβάλλει υπόμνημα στον Καποδίστρια, με έξη προτάσεις, από τις οποίες οι περισσότερες αφορούν τον καθαρισμό της πόλης και την επισκευή του δικτύου ύδρευσης. Εκτός από αυτά, όμως, ο Βούλγαρης προτείνει τόσο την κατάργηση των σαχνισιών (πράγμα που αποδέχεται ο Καποδίστριας, το ενστερνίζεται και επανέρχεται συχνά σ’ αυτό τόσο για το Ναύπλιο όσο και για το ‘Αργος), όσο και την κατεδάφιση των πολυάριθμων καλυβών, έξω από το Ναύπλιο αλλά και μέσα στην πόλη, ενώ παράλληλα προτείνει τη δημιουργία παραπηγμάτων προς το χωριό της Άριας, βορειοανατολικά της πόλης. Η ιδέα αυτή θα πάρει γρήγορα το δρόμο της πραγμάτωσής της και θα δημιουργηθεί το προάστιο της Πρόνοιας, του οποίου το σχέδιο θα συντάξει επίσης ο Βούλ­γαρης.

Ο Καποδίστριας δέχεται, στο σύνολό τους, τις προτάσεις του Βούλγαρη, αλλά υπογραμμίζει ότι θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα πολεοδομικά προβλή­ματα της πόλης με το πρίσμα και την προοπτική σταδιακών βελτιώσεων. Η έγκριση του Καποδίστρια δίνεται στις αρχές Φεβρουαρίου. Παράλ­ληλα, έχουμε στοιχεία για ανάμιξη του Βούλγαρη τόσο στο έργο της απόφρα­ξης υπονόμων όσο και στην επισκευή του δικτύου ύδρευσης, αλλά και στην απογραφή των φρουριακών εγκαταστάσεων και υλικού της πόλης.

 

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

 

Γεγονός είναι ότι στις 30 Απριλίου 1828 ο Βούλγαρης, όπως ο ίδιος γράφει στον Καποδίστρια, έχει ολοκληρώσει την αποτύπωση της πόλης και επάνω στο σχέδιο σημειώνει με κίτρινο χρώμα – σύμφωνα πάντα με τα γραφόμενά του – τις αλλαγές που προτείνει στην υπάρχουσα κατάσταση, με γνώμονα το ενδιαφέρον για την άμυνα του Ναυπλίου και για την ανάπτυξη του εμπο­ρίου. Τις επεμβάσεις του τις αιτιολογεί διαπιστώνοντας την «κακή δόμηση της πόλης» καθώς και το ότι ήταν μισογκρεμισμένη.

Δημιουργεί ευρύτερους δρόμους και πλατείες, διαιρεί την πόλη σε ενορίες και υποδεικνύει ακόμη και τα μνημεία που θα πρέπει να ανεγερθούν. Στις 22 Μαΐου ο Καποδίστριας γράφει στον Βούλγαρη ότι παρέλαβε το σχέδιο και εγκρίνει την ονοματοθεσία των οδών και πλατειών, που εκείνος είχε προτείνει. Την ίδια εποχή, σε οδηγίες του προς τον Έκτακτο Επίτροπο της Αργολίδας, προτείνει να γίνει και η αποτύπωση του ‘Αργους από τον Βούλγαρη, προσθέτοντας ότι οι πολεοδομικές επεμβάσεις θα πρέπει να απο­βλέπουν μόνο σε διόρθωση της υπάρχουσας κατάστασης, δηλαδή σε ευθυγραμ­μίσεις οδών και διαμορφώσεις πλατειών και ελεύθερων χώρων.

Το σχέδιο του Βούλγαρη άρχισε να ισχύει ως επίσημο σχέδιο του Ναυ­πλίου, χωρίς να είμαστε σε θέση να καθορίσουμε σε ποιο βαθμό και σε ποια σχέση με τις απόψεις και με τυχόν αντιρρήσεις των κατοίκων. Πάντως, στο γειτονικό ‘Αργος, αντιθέσεις προερχόμενες από ιδιοκτήτες αποτελούν την αιτία για την οποία το σχέδιο Ντεβώ παραμερίζεται ένα χρόνο μετά την έγ­κρισή του. Οπωσδήποτε χρήσιμο είναι να παραπεμφθούμε σε οδηγίες προ­σωπικές του Καποδίστρια, όταν πια ο Βαλλιάνος έχει αναλάβει, τον Μάρτιο – Απρίλιο του 1829, την πολεοδομική εποπτεία του Ναυπλίου, που φανερώνουν ξεκάθαρα τις δυσκολίες για εφαρμογή ενός αφηρημένου σχεδίου, αλλά και τη θέληση του Κυβερνήτη να χρησιμοποιήσει ενεργά τη δημόσια γη για ορθο­λογικό σχεδιασμό, εκποιώντας ή ανταλλάσσοντας οικόπεδα.

Δεν υπάρχει κανένα σχέδιο που με βεβαιότητα να μπορεί να ταυτιστεί με εκείνο του Βούλγαρη. Διαφανές σχεδίου, δίχως καμιά προσδιοριστική ή χρονολογική ένδειξη, αλλά που συμπίπτει με το εντός των τειχών Ναύπλιο της εποχής και βρίσκεται στα αρχεία του Γαλλικού Στρατού, έχουμε σοβαρές αμφιβολίες για το αν μπορεί να ταυτιστεί με το σχέδιο Βούλγαρη, όπως επι­χειρήθηκε από κάποιον ερευνητή, όχι μόνο γιατί δεν φέρει τα στοιχεία που μνημονεύσαμε παραπάνω (της επιστολής Βούλγαρη), αλλά και γιατί δεν απο­τελεί αποτύπωση της υπάρχουσας κατάστασης. Έτσι, για το σχέδιο Βούλγαρη δεν μπορούμε παρά να περιοριστούμε, για την ώρα τουλάχιστο, σε όσα στοι­χεία παρέχει ο ίδιος.

 

Το σχέδιο Βούλγαρη για την Πρόνοια

 

Όπως ήδη σημειώσαμε, ιδέα του Βούλγαρη ήταν, από την αρχή του 1828, να καταργηθούν οι καλύβες μέσα στο Ναύπλιο και έξω από αυτό, και να ανεγερθούν παραπήγματα ΒΑ της πόλης, προς το χωριό Άρια. Από τις 10 Απριλίου ο Καποδίστριας του αναθέτει ρητά τη δημιουργία προαστίου του Ναυπλίου, της Πρόνοιας. Ο ίδιος ο Βούλγαρης σημειώνει ότι στις 5 Μαΐου είχε ήδη αρχίσει να δημιουργεί τα πρώτα παραπήγματα, εκεί, σε «κα­νονικό» σχέδιο, τα οποία κατεδαφίστηκαν με την επιδημία πανούκλας που ενέσκηψε στην περιοχή την εποχή εκείνη, μετά την οποία συνέταξε «σχέδιο διεύρυνσης» του προαστίου. Η πανούκλα εκδηλώθηκε πρώτα στα παραπήγμα­τα όπου, σύμφωνα με πληροφορία της εποχής, είχαν ήδη εγκατασταθεί 2500 άτομα – ενώ, σύμφωνα με τότε καταμέτρηση, 2158 άτομα είχαν εγκαταστα­θεί σε 662 «καλύβες».

 

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας - Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

 

Δυο χρόνια αργότερα, η δόμηση έχει προχωρήσει στο προάστιο, οπότε και υποβάλλεται από κρατικό φορέα στον Κυβερνήτη σχέδιο ψηφίσματος, με το οποίο διασφαλίζεται η ιδιοκτησία του κράτους στη γη της Πρόνοιας και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της σε όσους έκτισαν ή θα έκτιζαν εκεί, αντί καταβολής φόρου ίσου προς το 4% της αξίας του οικοπέδου, μία φορά τον χρόνο, φόρο από τον οποίο θα εξαιρούνταν οι «άποροι και ενδεείς», ενώ αποκλειόταν η πώληση των οικοπέδων, αλλά επιτρεπόταν η μεταβίβαση της χρήσης λόγω προικός.

Είναι πολύ ενδιαφέρον να συγκρίνουμε αυτό το σχέδιο ψηφίσματος με άλλο, που υποβάλλεται από τη Γερουσία, δύο μήνες αργότερα, και με το ψήφισμα που, τελικά, υπογράφηκε από τον Καποδίστρια και εκδόθηκε: οι περιορισμοί μειώνονται αισθητά υπέρ των κατοίκων, των οποίων διευκολύνεται, πλέον, η απόκτηση ιδιοκτησίας, έναντι πέντε δόσεων, ενώ οι αποδεδειγμένα ενδεείς και άποροι απαλλάσσονται από κάθε είδους πλη­ρωμή.

Λίγες μέρες πριν από τη δημοσίευση αυτού του ψηφίσματος γίνεται καταγραφή των κατοίκων του προαστίου και σώθηκε ο κατάλογος κατόχων καλυβών ή οικημάτων σε αυτό. Λίγο αργότερα γίνεται και ακριβής καταμέ­τρηση και εκτίμηση της αξίας της γης, ενώ αριθμούνται 565 οικοδομήματα. Εξίσου σημαντικό είναι, όμως, το ότι, μόλις ένα χρόνο, περίπου, μετά τη δημοσίευση του ψηφίσματος, είχαν κτιστεί ήδη στο προάστιο «ικαναί οικοδομαί», δίχως άδεια.

Η κατάσταση μιας δόμησης «αυθαίρετης», πλέον, θα λέγαμε σήμερα, συνεχίζεται και επεκτείνεται μέχρι το τέλος του 1833, γι’ αυτό και οι Βαυαροί διορίζουν, ειδικά για την Πρόνοια, μηχανικό, με σκοπό να τηρηθεί ακριβώς το σχέδιο. Η ανώμαλη περίοδος εμφυλίου πολέμου, φα­τριασμού και διάλυσης που επικράτησε μετά τον θάνατο του Καποδίστρια ασφαλώς είχε και εδώ τα αποτελέσματά της. Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι και του σχεδίου αυτού του Βούλ­γαρη δεν έχουμε εντοπίσει, μέχρι σήμερα, το πρωτότυπο ή έστω αντίγραφό του, γι’ αυτό και περιοριζόμαστε στις πληροφορίες που δίνει ο ίδιος ή που προέρχονται από αρχειακό υλικό.

 

Οι επεμβάσεις του Θ. Βαλλιάνου

 

Τον Μάρτιο – Απρίλιο του 1829 ο μηχανικός Θ. Βαλλιάνος ορίζεται επί­σημα αρχιτέκτονας υπεύθυνος για την εφαρμογή του σχεδίου Βούλγαρη. Λίγους μήνες αργότερα, ο Έκτακτος Επίτροπος Αργολίδας τον επιφορτίζει με τη σύνταξη σχεδίου για τη λιθόστρωση των δρόμων της πόλης. Όπως, όμως, φαίνεται από επίσημα έγγραφα, τόσο οι δημοπρασίες ερειπίων «εθνικών οικιών» όσο και η εφαρμογή «πρακτικού σχεδίου» δημιούργησαν συγκρού­σεις και φιλονικίες μεταξύ των ιδιοκτητών και του «δημοσίου ταμείου». Ασφαλώς το γεγονός αυτό θα οδήγησε στη σύνταξη νέου σχεδίου από τον Βαλλιάνο, για το οποίο ξέρουμε ότι συντάχθηκε και ότι, στις αρχές του 1830, επικυρώθηκε από την κυβέρνηση. Το σχέδιο αυτό είχε αντιγραφεί προπολεμικά, μάλλον από επίσημο αντί­γραφο του καποδιστριακού αρχείου, στην Κέρκυρα, και η αντιγραφή αυτή δημοσιεύθηκε από την Τούρκισσα ερευνήτρια Τάνκουτ.

Από την καποδιστριακή διοίκηση διατυπώθηκε, πάντως, σαφώς η ομο­λογία ότι υπήρχε μεγάλη δυσχέρεια να εφαρμοστεί σχέδιο πόλης στο Ναύπλιο. Ίσως για τον λόγο αυτό, την ίδια εποχή, σε επίσημο έγγραφό του προς τον Διοικητή Ναυπλίου, ο Καποδίστριας δίνει εντολή να σχηματιστεί επιτροπή διαιτησίας, από έναν εκπρόσωπο του κάθε φορά θιγόμενου ιδιοκτήτη και έναν εκπρόσωπο της Διοίκησης. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ τους, αρμοδιό­τητα είχε ο Βαλλιάνος, με αποφασιστική, πλέον, γνώμη.

Σημαντικό είναι ότι μέτρα της σύγχρονης εποχής, όπως η εισφορά γης και η ανταλλαγή ιδιωτικής με δημόσια γη, προβλέπονταν ήδη και τότε, με σκοπό να διευκολυνθεί η εφαρμογή του σχεδίου. Θα πρέπει, επίσης, να σημειώσουμε ότι, διχογνωμίες και αντιδράσεις ιδιοκτητών, που γεννήθηκαν αμέσως μετά την τοιχοκόλληση του σχεδίου Βαλλιάνου, προκάλεσαν τη σύσταση άλλης επιτροπής, αποτελούμενης από τον Γκαρνώ, τον Βούλγαρη και δύο πολίτες, που αποφάσισε να εφαρμοστεί το σχέδιο αυτό και διατύπωσε όρους και κανόνες στα πλαίσια ενός διατάγματος εφαρμογής, θα λέγαμε σή­μερα. Ανάμεσα στους όρους αυτούς υπάρχει η σαφής διάταξη για κατεδάφιση όλων των «εξωστέγων» (σαχνισιών), έναντι αποζημιώσεως από τη Διοίκηση.

 

Καταληκτικά

 

Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου θέτει ορισμένα γενικότερα ερωτηματικά, πριν επιχειρηθεί να δοθούν απαντήσεις ή να εξαχθούν γενικά συμπεράσματα. Τα ερωτηματικά αυτά ενισχύονται από τα στοιχεία που παραθέσαμε στη με­λέτη μας για τον σχεδιασμό του ‘Αργους επί Καποδίστρια, αλλά και από το αρκετά πλούσιο υλικό για τον σχεδιασμό της Πάτρας, την ίδια εποχή. Το μάλλον φτωχό υλικό για τον σχεδιασμό άλλων πόλεων δεν νομίζουμε ότι διαφοροποιεί αισθητά τα ερωτήματα αυτά. Προηγουμένως θα πρέπει να πούμε ότι αποτελεί, πλέον, δεδομένο η θέληση του ίδιου του Καποδίστρια και της Διοίκησής του να εφαρμοστούν σύγχρονες, για την εποχή, πολεοδομικές αντιλήψεις, όπως τις εξέφραζαν οι μηχανικοί που έλαβαν ενεργό μέρος στον σχεδιασμό ελληνικών πόλεων.

Δηλαδή, να εφαρμοστεί ένα σύστημα ευθυγραμμίσεων δρόμων, δημιουργίας πλα­τειών και ελεύθερων χώρων, με θέση δεσπόζουσα για τα δημόσια κτίρια. Δεδομένο, επίσης, είναι ότι το σύστημα αυτό ακολουθήθηκε σε όλη την καθαρό­τητά του για τον σχεδιασμό νέων πόλεων ή νέων τμημάτων πόλεων, ενώ για τις επεμβάσεις στα παλαιά και δομημένα τμήματα πόλεων έγινε σαφώς μετριασμός του, πάντοτε, όμως, στα πλαίσια μιας πρόθεσης να μπει κάποια «τάξη» στην τότε πολεοδομική πραγματικότητα. Με την προοπτική αυτή, η αντίθεση προς τα σαχνισιά εκδηλώθηκε έντονα, για λόγους υγιεινής (αερι­σμός δρόμων κλπ.), αλλά και με σαφή ιδεολογική φόρτιση (κατάργηση «τουρκοπόλεων», εξευρωπαϊσμός). Αναντίρρητο είναι, επίσης, ότι αποτέλεσε επι­θυμία κατοίκων πολλών πόλεων, ιδίως των κατεστραμμένων από τον επανα­στατικό πόλεμο, να αποκτήσουν σχέδιο «τακτικόν».

Από κει και πέρα, η μελέτη των συγκρούσεων γύρω από την εφαρμογή σχεδίων σε παλαιά τμήματα πόλεων θέτει πρώτα απ’ όλα το θεμελιακό ερώτη­μα του κατά πόσο το συγκεντρωτικό σύστημα του Καποδίστρια λειτούργησε και στον τομέα του σχεδιασμού πόλεων όπως σε άλλους τομείς, αλλά και το κατά πόσο πρόθεσή του ήταν να λειτουργήσει ή όχι με τον ίδιο τρόπο. Οι συμβιβαστικές διαδικασίες που καθιερώθηκαν και ακολουθήθηκαν στην εφαρμογή των διαφόρων σχεδίων μας πείθουν για την ύπαρξη διαλόγου, αλλά και για την επιδίωξη του διαλόγου αυτού από την πλευρά της Διοίκησης, ιδιαίτερα μετά την αντίδραση ιδιοκτητών. Άλλο ερώτημα, που νομίζουμε ότι πρέπει να τεθεί, είναι το αν η αντίδραση των πολιτών – ιδιοκτητών ή ιδιοποιητών γης στα παλαιά τμήματα πόλεων προέρχεται από οθωμανικές καταβολές, τόσο στο θέμα της γαιοκτησίας όσο και στο πεδίο των νοοτροπιών – οπότε θα πρέπει να καθορίσουμε και το ποιες.

Εξίσου σημαντικό θεωρούμε το ερώτημα του ποια ήταν η αξία της γης την εποχή αυτή, ποια τυχόν υπεραξία δημιουργείτο με τον σχεδιασμό, αλλά και πως η τυχόν υπεραξία γινόταν αντιληπτή από τους ίδιους τους ιδιοκτή­τες. Τα στοιχεία που εντοπίσαμε και μελετήσαμε (αιτήσεων ή διαμαρτυριών πολιτών για θιγόμενα συμφέροντά τους) μαρτυρούν μάλλον για μιαν εμμονή σε εντελώς στατικήν αντίληψη της ιδιοκτησίας, που μέχρι και σήμερα εξακολουθούμε να συναντάμε σε ανάλογες συγκρούσεις, με αφορμή ανάλογες προ­σπάθειες σχεδιασμού, αλλά και η οποία δεν στερείται κάποιου «δυναμικού» υπόβαθρου, δηλαδή παρωχημένων, έστω, κερδοσκοπικών υπολογισμών. Θα πρέπει, βέβαια, να εντοπίσουμε και κάτι άλλο, δηλαδή την ανυπαρξία μελε­τών για το πρώτο σκέλος του ερωτήματος, δηλαδή την αξία και τις τιμές γης, με τις τυχόν διακυμάνσεις τους.

Αφήσαμε τελευταίο ένα γενικότερο ερώτημα. Ο σχεδιασμός της καποδιστριακής διοίκησης μήπως θα πρέπει να ενταχθεί σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο προσπαθειών της για τη δημιουργία αστικών δομών (και αντιλήψεων) ή για ενίσχυσή τους στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος; Αν εξετάσουμε συνολικά την κατάσταση, τότε θεωρούμε ότι η προσπάθεια αυτή, παρ’ όλες τις συγκρούσεις, είχε μπει σε καλό δρόμο. Για άλλη μια φορά ξανάρχεται, έτσι, στην επιφάνεια η σύγκρουση των καθυστερημένων στρωμάτων του ελληνικού πληθυσμού, κατόχων μέχρι τον Καποδίστρια της πραγματικότητας της εξουσίας στον τότε ελλαδικό χώρο, με μια Διοίκηση που εξέφραζε, στη θέληση και με την πράξη, την τάση του εκσυγχρονισμού. Το περίεργο είναι ότι, στη σύγκρουση αυτή, επώνυμα μέλη του πλέον αστικοποιημένου στρώματος του πληθυσμού βρέθηκαν με το μέρος των πρώτων, για δικούς τους λόγους, βέβαια. Αλλ’ ήδη περνάμε σ’ ένα άλλο πεδίο έρευνας…

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Δικηγόρος – Ιστορικός – Πολιτικός Επιστήμονας

 

Πηγή


  • Βασίλη Κ. Δωροβίνη, «Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828 – 33) / Η ειδική περίπτωση και τα γενικότερα προβλήματα», Ανάτυπο από τα Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΗ της Εταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 1985.

  

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η απεργία του 1933 στο Άργος


 

Συμβολή στην ιστορία του αγροτικού και συνδικαλιστικού κινήματος στην Αργολίδα

Η απεργία του 1933 στο Άργος

 

Γενικά προλογικά

 

Η ιστορία του συνδικαλιστικού και εργατικού κινήματος αποτελεί, σήμε­ρα, σε όλες τις χώρες του κόσμου, ιδιαίτερο κλάδο της ιστορικής έρευνας. Στην Ελλάδα, εξαιτίας των γνωστών περιπετειών που ακολούθησαν το τέ­λος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο ιστορικός αυτός κλάδος ουδέποτε ανα­πτύχθηκε μέχρι σήμερα και οι προσπάθειες, συστηματικές αυτή τη φορά, για έρευνα και συγκέντρωση υλικού, χρονολογούνται εδώ και μόλις μερικά χρόνια, με πρωτοβουλία μεμονωμένων επιστημόνων, και εντελώς πρόσφα­τα της ΓΣΕΕ, καθώς και ομάδας επιστημόνων – ερευνητών. Οπωσδήποτε, η πρώτη προσπάθεια για συγγραφή ιστορίας για το θέμα, με γνωστές, πια, τις αδυναμίες της εποχής, των συνθηκών και του συγγραφέα, οφείλεται στον Γιάννη Κορδάτο («Ιστορία του εργατικού κινήματος»), ενώ από τα πιο πρόσφατα έργα εκείνο του Θ. Κατσανέβα πραγματεύεται τη σύγχρονη εξέλιξη του κινήματος (εκδ. το 1981). Οφείλουμε, επίσης, να μνημονεύσουμε το έργο του Γιώργου Κουκουλέ, που κυκλοφόρησε το 1984 («Για μια ιστορία του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος»), το οποίο θα αποδειχθεί εξαιρετικά χρήσιμο για τις μεθοδολογικές αρχές που προτείνει (βλ. και ομώνυμο άρθρο του στο «Αντί» της 29-10-82, όπου παρέχονται με συντομία κύριοι άξονες του βιβλίου του).

 

Γενικά για την Αργολίδα

 

Εργάτριες σε συσκευαστήριο, 1966.

Θα ήταν περίεργο, με όσα ειπώθηκαν παραπάνω, να έχει γραφεί μια τοπική ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος στην Αργολίδα. Σε σχέση με άλλες περιοχές της χώρας μας, τέτοιο κίνημα δεν φαίνεται να αναπτύ­χθηκε ιδιαίτερα πριν από την τελευταία δεκαετία, αλλ’ αυτό δε σημαίνει, βέβαια, ότι δεν υπήρξε ούτε ότι δεν έχει, σήμερα, σημασία να ερευνηθεί, ως μια σημαντική πλευρά της κοινωνικής ιστορίας του Νομού μας. Κι όμως, στον τοπικό τύπο, του οποίου ολοκληρώσαμε την αποδελτίωση, δεν βρήκα­με ούτε μία ανάλυση ή, έστω, σύντομο ιστορικό σημείωμα για το θέμα αυτό. Επομένως, μένει ν’ αρχίσουν όλα από την αρχή! Βασικά, ν’ αναζητηθούν ζωντανά, ακόμα, πρόσωπα που είχαν μιαν οποιαδήποτε συμμετοχή στο συνδικαλιστικό κίνημα του Νομού, τυχόν σημειώσεις ή αρχεία οργανώ­σεων ή και στελεχών, κάθε είδους σχετικό έντυπο (προκηρύξεις κ.λπ.).

Από την πλευρά – μας, στην αποδελτίωση του τοπικού τύπου φροντίσαμε να συγκροτήσουμε, με το υλικό που βρήκαμε, μια χωριστή ενότητα, με πολύ διασπασμένο και κατεσπαρμένο υλικό, μικρό σε αριθμό και όγκο. Εφό­σον υπάρξει στο Νομό μελλοντικά κάποια σοβαρή εκδοτική προσπάθεια, με ενδιαφέρον για τοπικά θέματα και προβλήματα, ασφαλώς θα προβούμε στην ανατύπωση και σχολιασμό όλου αυτού του υλικού. Στο μεταξύ, απο­τελεί βασικό έργο και καθήκον, νομίζουμε, του Εργατοϋπαλληλικού Κέ­ντρου των πόλεων του Νομού, η μέριμνα για την έρευνα και συλλογή του όλου υλικού που αναφέραμε. Το έργο αυτό πρέπει ν’ αρχίσει το συντομότε­ρο δυνατό αφού πρόσωπα φεύγουν και άλλων η μνήμη αδυνατίζει.

 

Απεργίες και η απεργία του 1933

 

Στις μέρες μας έχει αναφερθεί, από σύγχρονους ιστορικούς, το επεισόδιο της πρώτης απεργίας τεχνικών του ελληνικού τύπου, που έγινε στο Ναύπλιο, το 1826, με κύριο υποκινητή της τον Κωνστ. Τόμπρα, τυπογράφο από τις Κυδωνίες της Μ. Ασίας, πρωτοπόρο της τυ­πογραφίας στη σύγχρονη Ελλάδα, ο οποίος εγκαταστάθηκε και έμεινε στο Ναύπλιο για πολλές δεκαετίες, ιδρύοντας και το ομώνυμο τυπογραφείο. Αλλά, βέβαια, μια τέτοια απεργιακή κίνηση δεν συνιστά, από μόνη της, συνδικαλιστικό κίνημα.

Στον τοπικό τύπο βρίσκουμε πληροφορίες για τις συνθήκες εργα­σίας. Έτσι, στο «Άργος» της 7-8-1915 δημοσιεύεται άρθρο του δικηγό­ρου Γ. I. Μουτζουρίδη, όπου κάτω από τον εύγλωττο τίτλο «περί σωματε­μπορίας εν Ελλάδι» ο συγγραφέας και πρόεδρος, τότε, της σχολής για άπο­ρα παιδιά στο Ναύπλιο, καταγγέλει το γεγονός ότι νοικιάζονταν, με ετήσιο μίσθωμα 100-150 δραχμών και με παροχή μόνο ξερού ψωμιού, παι­διά σε στιλβωτήρια (τη στιγμή που η εργασία του καθενός απέφερε 2-4 δρχ. την ημέρα, δηλ. πάνω από 1.000 δρχ. το χρόνο…), από πράκτορες που γύριζαν τα χωριά και, κάποτε, πετύχαιναν τη «μίσθωση» αυτή από τους γονείς των παιδιών.

Επισημαίνει, επίσης, την αδιαφορία της πολιτείας για το γεγονός, καθώς και για τη μόρφωση των παιδιών αυτών σε νυχτερινές σχολές. Αλλά και για απεργιακές κινήσεις υπάρχουν δημοσιευμένες στον τύπο πληροφορίες από τις αρχές του 20ού αιώνα. Στο «Άργος», πά­λι, βρίσκουμε την είδηση για μεγάλη απεργία σιδηροδρομικών, σε πανελλήνια κλίμακα, την οποία ακολούθησαν συλλογικά οι εργαζόμενοι στους σταθ­μούς του Άργους και των Μύλων. Απεργοσπάστες, όμως, υπάλληλοι των ΣΠΑΠ έκαναν να λειτουργήσει αμαξοστοιχία, που έφθασε από την Καλα­μάτα στο Άργος («Άργος», φ. της 24-9-1906). Εκεί έγινε δεκτή με απο­δοκιμασίες από τους απεργούς, χωρίς να θίξουν κανένα. Τότε, κάποιος ο­πλισμένος επιβάτης πυροβόλησε με το μάλινχέρ του και παραλίγο να υπάρ­ξει νεκρός. Ο δράστης διέφυγε μόλις το λυντσάρισμα από χωροφύλακες που επενέβησαν και τον παρέδωσαν στη Δικαιοσύνη. Η αμαξοστοιχία, όμως, κατέληξε στο Ναύπλιο και οι επιβάτες έφυγαν… με πλοίο για τον Πειραιά.

Πληροφορίες συγκεκριμένες για συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων βρίσκουμε, πάντως, δημοσιευμένες μετά το 1925. Ταυτό­χρονα, από δημοσιεύματα, διαπιστώνουμε και τις αντιδράσεις των εργοδο­τών, όπως των μελών του «Εμποροβιομηχανικού Συλλόγου» που είχε πρωτοσυσταθεί από τα τέλη του 19ου αιώνα. Από την πλευρά της ιστορίας των νοοτροπιών, είναι ενδεικτικές αντιδράσεις όπως ανώνυμου (κι αυτό πολύ ενδεικτικό!…) αναγνώστη της εφημερίδας «Τελέσιλλα» (16-3-1930), που αποδοκιμάζει έντονα τις «κοινωνικές προσμίξεις» στις δημόσιες εκδηλώσεις.

Η περίπτωση της απεργίας του 1933 στο Άργος παρου­σιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πρώτα απ’ όλα επειδή σημειώνεται σε κλάδο βιομηχανικής παραγωγής που αναπτύχθηκε από τους πρώτους (αν όχι πρώτος) στο Νομό, δηλαδή σε υφαντουργείο. Σημειώνουμε ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε υπόψη μας μέχρι σήμερα, οι πρώτες υφαντουρ­γικές μονάδες στο Νομό (των αδελφών Διαμαντόπουλου στο Άργος) φαί­νεται ότι δημιουργήθηκαν προς το τέλος της δεκαετίας του 1880 (αναφέρο­νται, για πρώτη φορά, σε εμπορικό οδηγό του 1892). Κατά δεύτερο λόγο, επειδή οι εργαζόμενοι ήταν γυναίκες – και είναι γνωστό το χαμηλό επίπεδο εργασιακής χειραφέτησής τους σε μικρά αστικά κέντρα, όπως το Άργος.

Τέλος, η περίπτωση παρουσιάζει ενδιαφέρον και για το ότι αποτελεί το μόνο γεγονός του συνδικαλιστικού κινήματος στο Νομό για το οποίο έχουμε όχι μόνο πληροφορίες ακριβείς, αλλά και σαφείς τοποθετήσεις από δύο διαφορετικά όργανα του Άργους, δηλαδή τις εφημερίδες «Ασπίς» και «Αργειακά Νέα» – η πρώτη προσκείμενη στη βενιζελική παρά­ταξη και η δεύτερη σαφώς στο Λαϊκό κόμμα.

Βέβαια, οι πληροφορίες που δίνονται δεν εκφράζονται από τα δρώντα πρόσωπα, τις εργαζόμενες και τους εργοδότες. Δεν έχουμε, έτσι, άμεση γνώση των δικών τους θέσεων. Όμως, η πληροφόρηση των δύο εφημερίδων είναι τέτοια, ώστε να μπορού­με να ανασυστήσουμε τα γεγονότα, τα αιτήματα και τη στά­ση εργαζομένων – εργοδοτών, αλλά και τις παραπέρα συ­νέπειες.

Εκτός, όμως, από αυτά, η αρθρογραφία της «Ασπίδας» και των «Αργειακών Νέων» εί­ναι σημαντικό στοιχείο και για κάτι άλλο: μας επιτρέπει ν’ αναλύσουμε τη νοοτροπία και την πολιτική θέση (που είναι και κοινωνική) των προσκείμενων σε δύο πολιτικές παρατάξεις τις εποχής, οι οποίοι, βέβαια, δεν είναι μόνον οι αρθρογράφοι των δύο εφημερίδων. Πολύ συζήτηση έγινε για την απεργία στην πόλη και δεν είναι άστοχο να υποθέσουμε βάσιμα ότι στα άρθρα που γράφτηκαν «πέρασαν» αντιλήψεις και θέσεις που εκφράζανε πολύ περισσότερους από τους δημοσιογράφους (οι δημοσιογράφοι, τότε, ή­ταν σχεδόν αποκλειστικά, στον τοπικό τύπο, επαγγελματίες σε άλλη εργα­σία – συνήθως ελεύθερο επάγγελμα – δεν «ζούσαν» από την εφημερίδα). Τελικά, φθάνουμε, έτσι, να εντοπίσουμε τις ιδεολογικές διεργα­σίες που προκλήθηκαν στην πόλη από την απεργία, ενώ θα πρέπει να θυμίσουμε ότι στην κυβέρνηση βρισκόταν το Λαϊκό Κόμμα κι ότι, πριν μερικούς μήνες, είχε εκδηλωθεί και παταχθεί το κίνημα των βενιζελικών αξιωματικών, ενώ από μία πενταετία είχε ψηφιστεί ο περίφημος νόμος για το «ιδιώνυμο».

 

Τα γεγονότα

 

Πρώτη η «Ασπίδα» (29-10-33) ανέφερε το γεγονός της απεργίας, με σχόλιο εναντίον της, για να επανέλθει άλλες δύο φορές, με σχόλιο της 5-11-33 και κύριο άρθρο – σχόλιο στο ίδιο φύλλο, όπου πήρε, πλέον, πολύ διαφορετική θέση. Από την πλευρά τους, τα «Αργειακά Νέα » δημοσίευσαν σε δύο φύλλα (1 και 16-11-33) δύο πληροφοριακά άρθρα με σχόλια έντονα κατά της απεργίας. Από την αρθρογραφία αυτή διαγράφονται τα εξής γεγονότα. Στο υφαντουργείο Ρόκα και αδελφών Παζιώτα απολύθηκε μία εργάτρια για λό­γους που δεν αναφέρονται. Η απόλυση αυτή αποτέλεσε και την αιτία της απεργίας, στην οποία προβλήθηκαν και άλλα αιτήματα, με σχετικό υπόμνημα (οκτάωρο, αύξηση ημερομισθίων κ.α.).

Από την «Ασπίδα » δίνεται, μάλιστα, η πληροφορία ότι οι εργάτριες εργάζονταν περισσότερο από το κανονικό χωρίς να αμείβονται καλά (έπαιρναν 15-19 δρχ. την ημέρα, με τις οποίες, υποστήριζε η εφημερίδα, δεν μπορούσαν να ζήσουν). Η απεργία κράτησε πάνω από τέσσερις μέρες, αλλά έγινε άμε­ση επέμβαση των αστυνομικών και δικαστικών αρχών, με αποτέλεσμα να παραπεμφθούν, όπως φαίνεται, για αυτόφωρο αδίκημα (παρεμπόδιση εργα­σίας) τέσσερις εργάτριες, που πρωτοστατούσαν στην απεργία, καθώς και οκτώ εργάτες ως υποκινητές.

Οι πρώτες καταδικάστηκαν σε 15 ήμερη και οι τελευταίοι σε 25ήμερη φυλάκιση. Από την ειδησεογραφία συ­μπεραίνουμε ότι η απεργία έληξε μετά από αυτή την επέμβαση, χωρίς να γίνουν δεκτά τα αιτήματα. Στην «Ασπίδα», μάλιστα, της 5-11-33 γίνεται λόγος για πραγματικό ανθρωποκυνηγητό της χωροφυλα­κής κατά των απεργών μέχρι μέσα στα σπίτια τους και για «μέτρα βίας». Από το άλλο μέρος, δεν φαίνεται να υπήρχε οργανωμένο σωματείο στο εργοστάσιο, αφού γίνεται λόγος για απουσία «επιτροπής» που να «δια­χειρίζεται υπευθύνως τα ζητήματα» των εργατριών (δεν θίγεται, όμως, και το αν, με τις τότε συνθήκες, υπήρχε δυνατότητα για συγκρότηση παρό­μοιας «επιτροπής»), ενώ αναφέρεται ισχυρισμός των εργοστασιαρχών ότι μέχρι την τέταρτη μέρα της απεργίας «δεν είχον ιδέαν αιτημάτων των εργατών και εργατριών».

Τέλος, επισημαίνεται ότι οι απεργές εμπόδισαν απεργοσπάστριες να ερ­γαστούν, πράγμα που έδωσε και την αφορμή για την επέμβαση της χωρο­φυλακής, ενώ, ως προς την απήχηση της απεργίας στην πόλη, θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι υπήρξε έντονη, αν κρίνουμε από την επιθετική, σχεδόν πανικόβλητη αρθρογραφία των «Αργειακών Νέων» και από την αντιφατική καθησυχαστική βεβαίωση της «Ασπίδας» (ότι επρόκειτο για «μικρό επεισόδιο, ασήμαντον καθεαυτό»), που κράτησε, όμως για μέρες σε αγωνία εργάτες και εργοδό­τες, αλλά και κύριο άρθρο και σχόλιο στο ίδιο αυτό φύλλο της εφημερίδας που, «φρονίμως ποιούσα», φρόντισε να μην επανέλθει, πια, στα γεγονότα αυτά.

Πάντως, με πρόχειρες διασταυρώσεις γνωμών ανθρώπων που έζησαν την εποχή και ανεξάρτητα από τις τότε πολιτικές και κοινωνικές τοποθετή­σεις τους, μπορούμε με ασφάλεια να συμπεράνουμε ότι η απεργία αυτή προκάλεσε έντονα συναισθήματα και πέρα από ‘Αργος, στο Ναύπλιο και αλλού. Ο αποκλεισμός του εργοστασίου και των γύρω δρόμων από τους απεργούς και ο τρόπος που επιλέχθηκε, τότε, για την επίλυση μιας εργα­σιακής σύγκρουσης, εξαιρετικά βίαιος όπως φαίνεται, ήταν φυσικό ν’ απο­τελέσει γεγονός πρώτης σημασίας. Μένει να ερευνηθεί, καθώς είναι ευνόη­το, το ποια επιρροή είχε η απεργία αυτή και η συγκεκριμένη αντίδραση των εργοδοτών στη μετέπειτα πορεία του όποιου συνδικαλιστικού κινήμα­τος, στην πόλη και στο Νομό.

 

Η ιδεολογική αντιμετώπιση

 

Τόσο από την «Ασπίδα» (έμμεσα), όσο και από τα «Αργειακά Νέα» (άμεσα και απρο­κάλυπτα) γίνεται λόγος για ανάμιξη στελεχών του ΚΚΕ Άργους (συγκε­κριμένα του Αντ. Γιατρά) στην κήρυξη της απεργίας, ως υποκινητών και εμπνευστών. Είναι χαρακτηριστική για την εποχή η ταύτιση εργατικού – συνδικαλιστικού κινήματος και κομμουνιστικού κόμματος (είναι αλήθεια ότι την ταύτιση αυτή η «Ασπίδα» την αποφεύγει ρητά, θεωρώντας την κομμουνι­στική παρεμβολή περισσότερο σαν ενδεχόμενο, οργανωτικό, βέβαια κίνδυ­νο). Από κει και πέρα, όμως, οι αρθρογράφοι των δύο εφημερίδων διαφορο­ποιούνται σε μεγάλο βαθμό. Η διαφοροποίηση αυτή μαρτυρεί ότι και στο Άργος, οι διαφορές ανάμεσα στο βενιζελισμό και στον παραδοσιακό συντη­ρητικό κόσμο, με αφορμή μια τοπική κοινωνική σύγκρουση, «λειτούργησαν» αμέσως και ότι δύο διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές τοποθετήσεις διαγράφηκαν ξεκάθαρα και σχεδόν άμεσα.

Από το ένα μέρος η συλλογιστική της «Ασπίδας»: μετά μια ενστικτώδη, θα λέγαμε, αρνητική αντίδραση στην αρχή, παίρνεται μια ξεκάθαρη θέση. Ναι, είχαν δίκιο να απεργήσουν οι εργάτριες, οι εργοδότες αντί να προσφεύ­γουν σε μέτρα βίας πρέπει «να εξετάσουν τα πράγματα βαθύτερον» και να πάρουν τα κατάλληλα μέτρα για να βελτιωθεί η θέση «των κοριτσιών που εργάζονται για την ανάπτυξη αυτής της ωραίας για την πόλη μας βιομηχα­νίας».

Χαρακτηρίζει, βέβαια, την απεργία «αψυχολόγητον και ανοργάνωτον», αλλά και κατακρίνει τη στάση της Αστυνομίας, που με τα μέτρα βίας οδηγεί «εις τα άκρα και θα εξαναγκάσει τας συντηρητικάς εργατρίας, χωρίς να το θέλουν, να ριφθούν εις τας αγκάλας του κομμουνισμού». Από το άλλο μέρος, η αντίδραση των «Αργειακών Νέων»: κομμουνιστικός δάκτυλος πίσω απ’ όλα, αδιαφορία των αστυνομικών οργάνων (παρ’ όλο που «και άλλοτε επεστήσαμεν την προσοχήν της αστυνομίας επί της λανθανούσης Κομμουνιστικής κινήσεως εν τη πόλει μας»), αλλά τελικά επέμβασή τους σωστική, αφού «διέλυσε τας αντάρτιδας». Τη «γραμμή» αυτή θα ακολουθή­σει, άλλωστε, η εφημερίδα στα γενικότερα πολιτικά θέματα μέχρι το τέλος της έκδοσης της, πληροφορώντας, ανάμεσα στα άλλα, στο φύλλο της της 15-11-1934, ότι ο Αντ. Γιατράς εκτοπίστηκε στον Αγ. Ευστράτιο.

Κλείνουμε τούτο το άρθρο αντιγράφοντας κατά λέξη και δίχως σχόλια το εξής από την «Ασπίδα», μετά είκοσι περίπου χρόνια (φύλλο της 17-7-1955): «Και άλλοτε εγράψαμεν ότι εργάται και εργάτριαι που συνωστίζονται κάθε βράδυ στην πλατεία της Γούβας προς εξεύρεσιν εργασίας, και την κυκλοφορίαν δυσχεραίνουν με κίνδυνο δυστυχημάτων και εις τα γύρω κατα­στήματα εμποδίζουν την ομαλή κίνηση των πελατών των και συνεστήσαμεν την καθιέρωσιν ειδικού χώρου συγκεντρώσεώς των εις την όπισθεν πλατεία των Στρατώνων με την μερίμνη της Δημοτικής αρχής, ανέγερσιν ειδικών στεγάστρων μετά καθισμάτων. Επαναλαμβάνομεν την υπόδειξίν μας δια να λείψη εν άτοπον και εις κίνδυνος δυστυχημάτων».

Η εικόνα αυτή φέρνει στο νου ίσως πολύ προγενέστερες εποχές, ίσως τον αμερικάνικο Νότο της «Καλύβας του Μπάρμπα – Θωμά». Στην εποχή μας, βέβαια, μεσολαβεί και ο «κίνδυνος δυστυχημάτων»…

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Περιοδικό «ελλέβορος», τεύχος 3-4, Άργος, Φθινόπωρο 1986 – Χειμώνας 1987.  

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Γεωργικός Συνεταιρισμός (1913)


   

Συμβολή στην ιστορία του αγροτικού και συνδικαλιστικού κινήματος στην Αργολίδα

Ο πρώτος Γεωργικός Συνεταιρισμός (1913)

 

Η ανάπτυξη των γεωργικών συνεταιρισμών κατά τα τελευταία χρόνια στο Νομό Αργολίδας και, ιδιαίτερα, των συνεταιρισμών εσπεριδοειδών ε­πιβάλλει να μελετηθούν οι ρίζες του θεσμού στον γεωγραφικό αυτό χώρο, αλλά και γενικότερα η όλη εξέλιξη και η διαμόρφωση του αγροτικού κινή­ματος. Δεν πρόκειται να φιλολογήσουμε, όπως δεν φιλολογήσαμε ποτέ, για την αξία και τον ρόλο της ιστορίας. Απλώς θυμίζουμε ότι όσοι δεν μπο­ρούν ή δεν θέλουν να επισημάνουν, να ερμηνεύσουν και να καταλάβουν την εξέλιξη των διαφόρων κοινωνικών δεδομένων είναι καταδικασμένοι είτε να δρουν με θολές αντιλήψεις στον εγκέφαλό τους (και με ευνόητο το αποτέ­λεσμα), είτε να ακολουθούν, και μόνον, τα γεγονότα.

Προσεκτική μελέτη κειμένων περιηγητών ή ταξιδιωτών που περνούν α­πό την Αργολίδα, αναλυτική ανάγνωση του τοπικού τύπου καθώς και συλ­λογή και ερμηνεία των στατιστικών στοιχείων που περιέχονται σε επίσημες εκδόσεις (όπως του Μανσόλα) μας δίνουν μιαν εικόνα τόσο για το είδος και την εναλλαγή των καλλιεργειών, όσο και για τις συνθήκες εργασίας. Δυσκολότερο είναι να διαπιστωθεί, ακόμη, η αναλογία πληθυσμού και κλήρου γης, η οποία πάντως, σε μη βιομηχανοποιημένο Νομό όπως της Αργολίδας, α­σφαλώς παρουσίαζε δυσαναλογία και εδώ. Τα κύματα μετανάστευσης που άρχισαν, προς την Αμερική κυρίως, από το τέλος του 19ου αιώνα (στο Άργος έφτασαν να λειτουργούν μεταναστευτικά γραφεία) αποτελούν ένα σίγουρο δείκτη για την ύπαρξη και την έκταση της δυσαναλογίας αυτής.

 

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

 

Κέντρο της αγροτικής Αργολίδας παρουσιάζεται το Άργος, τονίζοντας ότι, ακόμα κι όταν γίνεται και κέντρο βιο­μηχανικό, δεν παύει να διατηρεί τον αγροτικό χαρακτήρα του, μέχρι την αρχή της δεκαετίας του 1960. Πολλοί κάτοικοί του, ενώ ασκούν διάφορα επαγγέλματα (κυρίως ελευθέρια), διατηρούν αγροτική ιδιοκτησία και εργάζονται και ως αγρότες ή ως διαχειριστές αγροτικών εκμεταλλεύσεων. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο, το ότι ο πρώτος αγροτικός συνεταιρισμός ιδρύεται στο Άργος, σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα στοιχεία που εντοπίσαμε, κατά τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα, όταν η συνεταιριστική κίνηση έχει ήδη αρχίσει στην Ελλάδα και διατυπώνεται και δημοσιεύεται το πρώτο βασικό νομοθέτημα για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς (ο νόμος 602/31-12-1914).

 

Οι πρωτεργάτες και οι σκοποί

 

Τόσο στην εφημερίδα «Άργος», του Ανάργυρου Τημελή, όσο και στη «Δαναΐδα», του Δ. Δεσμίνη, αντλούμε τις πληροφορίες για την ίδρυση, τη δράση και τις δυσκολίες του πρώτου αυτού συνεταιρισμού, κατά τα έτη 1913-1914. Έτη που αρχίζουν με τη νικηφόρα, και για την Ελλάδα, τροπή των Βαλκανικών πολέμων, η οποία δημιουργεί ένα γενικότερο κλίμα αισιοδοξίας, αλλά καταλήγουν στην αρχή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, που προ­καλεί βαθιάν αναστάτωση και διχασμό στη χώρα, ενώ αποψιλώνει την Αρ­γολίδα από τον βασικό ενεργό πληθυσμό (ο πληθυσμός του Άργους πέφτει σε κάτω από δέκα χιλιάδες, διοικητικά η πόλη μετατρέπεται από Δήμο σε κοινότητα και μόλις το 1925 επανέρχεται στο καθεστώς του Δήμου).

Τον Ιούνιο, λοιπόν, του 1913 αναγγέλλεται στο «Άργος» η ίδρυση του συνεταιρισμού, που φέρει τον τίτλο «Οικονομικός Συνεταιρισμός Αργολί­δος». Ψυχή του είναι ο Ευάγγελος Σ. Σακολέβας, που εκλέγεται και πρόε­δρός του, Γραμματέας του ο Παν. Δεδεβέσης, ταμίας ο Χαρ. Μαυράκης και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου οι Νικ. Παλαιολόγος, Σπ. Μαρκεσίνης, Γεώργ. Ντάνος, Ιω. Μέτζας, Αδ. Μπαρακάρης, Ιω. Παπασπυρόπουλος, Κων. Ρόκιζας, Ιω. Γ. Μακρυπουκάμισος και Αλέξ. Ζερβός. Όπως βλέπουμε από τα ονόματα αυτά, η συμμετοχή μελών έγινε και από τις δύο επαρχίες, Άργους και Ναυπλίου. Την εποχή αυτή, ως πιο σημαντικά προβλήματα στον τομέα της γεωρ­γίας στο Νομό παρουσιάζονται εκείνα των αγροζημιών και της άρ­δευσης του αργολικού, πεδίου.

Για τις πρώτες, όχι μόνο η αρ­θρογραφία στον τοπικό τύπο είναι συχνή και πυκνή, αλλά και δημόσιες συγκεντρώσεις και συσκέψεις με μεγάλη συμμετοχή πραγματοποιούνται, ήδη από τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα. Νομίζουμε ότι το φαινόμενο των αγροζημιών αξίζει να μελετηθεί ιδιαίτερα, όντας βέβαιοι ότι η έρευνά του θα μας διαφωτίσει για σειρά άλλων και πολύ σπουδαίων θεμάτων της κοινωνικής ιστορίας του Νομού. Για το δεύτερο πρόβλημα, το αρδευτικό, η σοβαρότατη αρθρογραφία στη «Δαναΐδα» και οι ενέργειες του ίδιου του Δεσμίνη, ο οποίος φτάνει να συντάξει, με ομάδα, «Νομοσχέδιον πε­ρί αρδεύσεως του Αργολικού πεδίου» (για το οποίο ενδια­φέρθηκε ο τότε αγροτικός ηγέτης, στέλεχος της κυβέρνησης Βενιζέλου και Γεν. Γραμματέας του Υπουργείου Εθν. Οικονομίας Αλέξ. Μυλωνάς) υποδεικνύουν ότι έφτανε σε οξύτατη φάση, για μια ακόμα φορά στην ιστορία.

Δεν θα πρέπει να μας εκπλήξει, λοιπόν, το ότι η καταπολέμηση των αγροζημιών και γενικότερα, η αγροτική ασφάλεια εμφα­νίζεται ως «το σπουδαιότερον ζήτημα» και ως βασικός στόχος του νεοσύ­στατου συνεταιρισμού, στην ειδησεογραφία του τύπου.

Στις 20 Απριλίου 1914 οργανώνεται, στην αίθουσα του «Δαναού», και η πρώτη συγκέντρωση του συνεταιρισμού για το θέμα αυτό. Πέρα, όμως, από αυτά, το διαθέσιμο πληροφοριακό υλικό δείχνει ότι ο συνεταιρισμός, από τον Οκτώβριο, ήδη, του 1913, παίρνει τα πρώτα «τε­χνικά» μέτρα για εξυπηρέτηση των μελών του, δημιουργώντας «δελτίον κτημάτων», για πώληση ή αγορά, καθώς και «δελτίον αγορα­στών», «με πάσαν εχεμύθειαν», όπως δηλώνεται σε σχετική ανακοίνωσή του, που δημοσιεύεται στις 29-10-1913.

Αλλ’ από την ίδρυσή του κιόλας, αναγγέλλονται και οι άλλοι στό­χοι του, οι οποίοι δεν διαφέρουν από εκείνους των εντελώς σύγχρονων αγροτικών συνεταιρισμών. Μνημονεύουμε ειδικότερα τη βελτίωση των καλλιεργειών με «νεότερες μεθόδους», την «ευχερή και εύωνον προμήθειαν των εις τους γεωργούς κτηματίας χρησίμων εργαλείων και ειδών», την «συγκεντρωμένην πώλησιν των προϊόντων προς βελτίωσιν των τιμών έπ’ ωφελεία των παραγωγών», αλλά και, βέβαια, «την μελέτην του ζωτικωτάτου και προέχοντος ζητήματος της αρδεύσεως του Αργολικού πεδίου».

Η παρουσία του Σακολέβα φαίνεται ότι υπήρξε καταλυτική, τόσο για την οργάνωση του συνεταιρισμού όσο και για τη διατύπωση των αιτημάτων. Όπως αναφέρει, άλλωστε, το «Άργος» (της 18-6-1913), σε αυτόν οφείλεται η ιδέα και πρωτοβουλία για την ίδρυσή του, και η εφημερίδα τον χαρακτηρίζει ως «συμπολίτης μας από τριετίας παρακολουθών τα των συ­νεταιρισμών εν γένει, και μετ’ επιμελείας διαδίδων αυτήν» (ενν. την πρω­τοβουλία).

Ο ίδιος, άλλωστε, σε άρθρο του στο «Άργος» (της 24-3-1914), αναγ­γέλλοντας ότι ο Ο.Σ.Α. «ήτοι ο Γεωργικός, αρχίζει από τούδε την δράσιν του» (οπότε συμπεραίνουμε ότι οι δυσκολίες είχαν ήδη αρχίσει, από τα γεγονότα που αναφέραμε: εννέα μήνες από την ίδρυσή του και ακόμα δεν έχει «αρχίσει δράσιν»), διατυπώνει με σαφήνεια τους σκοπούς. Η κατοχύρωση της αγροτικής ασφάλειας προτάσσεται, βέβαια, αλλά θα πρέπει να προσέξουμε ότι εντοπίζει το ενδιαφέρον του και, μάλιστα, ρητά στους «μη έχοντας ή προστατεύοντας πολλά ζώα», τονίζοντας την ανά­γκη να κινητοποιηθούν οι ίδιοι, αλλιώς «δεν πρέπει να παραπονούνται εναντίον ουδενός, ούτε να αδικώσιν άλλον, ειμή εαυτούς».

Διατυπώνει, όμως, και τους άλλους σκοπούς, δηλαδή την προμήθεια θειικού χαλκού, την από κοινού αγορά «των γεωργικών ειδών», ενώ «το σπουδαιότερον έργον» είναι «η κοινή πώλησις των προϊόντων» «κυρίως της σταφίδος και των καπνών, εις τους οίκους της καταναλώσεως απ’ ευθείας, άνευ εμπόρων και μεσιτών». Και προσθέτει με αισιοδοξία ότι «πάντα ταύτα, τα οποία τινές νομίζουσι πολύ δύσκολα, έχουσι γίνει αλλού ευκολώτατα, και χωρίς παράδειγμα αποτυχίας. Υπάρχουν χιλιάδες συνεταιρισμοί τοιούτοι, κατορθώσαντες να πλουτίσωσιν άπαντες». Από όσα εκθέσαμε, και από όσα δημοσιεύθηκαν επιπλέον στον τύπο της εποχής, θεωρούμε ότι ο Σακολέβας προχώρησε με σύνεση, με πρακτικό πνεύμα και με ρεαλισμό. Η πολεμική περίοδος όμως που, όπως είπαμε, έγινε, πια, καθοριστική για κάθε ειρηνική και προοδευτική προσπάθεια, σημάδεψε και την εξέλιξη του συνεταιρισμού.

 

Το τέλος… αλλά και η συνέχεια

 

Μαγκανοπήγαδο στην πεδιάδα του Άργους.

Σε άρθρο του «Άργους» της 20 Δεκεμβρίου 1914, όταν έχει, πλέον, κηρυχθεί ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, δημοσιεύεται ότι, δυο μέρες πριν, είχαν έρθει στο Άργος, για να εξετάσουν την κατάσταση του συνεταιρισμού, ο Επιθεωρητής Γεωργίας του Υπουργείου και ο Νομογεωπόνος Αργολιδοκορινθίας. Το κρατικό ενδιαφέρον, που εκδηλώθηκε ευθύς από τα πρώτα βή­ματά του, ιδιαίτερα και προσωπικά από τον τότε Υπουργό Εθνικής Οικο­νομίας Ανδρ. Μιχαλακόπουλο με πολύ ενθουσιώδες τηλεγράφημά του που είχε δημοσιευθεί στη «Δαναΐδα», συνεχίστηκε, όπως φαίνεται, αμείωτο. Στο «Άργος» γίνεται σαφώς λόγος για «αδράνεια» του συνεταιρισμού, «διό­τι ήρχισε την ίδρυσίν του εν μέσω πολέμου και η εμπόλεμος παρούσα κατάστασις και ο φόβος προκειμένης επιστρατεύσεως βεβαίως εμποδίζει σπου­δαίος την εξακολούθησιν την ιδρύσεως», πράγμα που, όπως τονίζει, συνέβη και με άλλους συνεταιρισμούς.

Για τον λόγο αυτό, οι δύο «εξελεγκταί» όχι μόνο δικαιολόγησαν την «προσωρινήν ανακοπήν της ιδρύσεως», αλλά και έδωσαν συγχαρητήρια στους ιδρυτές για την μέχρι τότε δράση τους και τη διαφώτιση των πολι­τών, υποσχόμενοι ότι το Υπουργείο θα συνέχιζε να τους «συνδρομή πολλαχώς». Η εφημερίδα υπογραμμίζει το ότι επίκειται η ψήφιση του νόμου για τους συνεταιρισμούς, ενώ ανέφερε ότι ο Επιθεωρητής «παρέστησε την ωφέλειαν των ενωθέντων παντού εις Συνεταιρισμούς και πωλούντων και διευθυ­νόντων τα προϊόντα των άνευ εμπόρων και μεσιτών».

Με τις περιπέτειες και τις διακοπές του τοπικού τύπου, με τη μόνη εφημερίδα του Νομού που συνέχισε κανονικά την έκδοσή της (το «Σύ­νταγμα», του Ναυπλίου) να μην υπάρχει σε καμιά βιβλιοθήκη και να περιμένει, σε σώματα δεμένα και σε χέρια ιδιωτών, την αγορά ή τη δωρεά της στον «Παλαμήδη», δεν είναι δυνατό να παρακολουθήσουμε την παραπέ­ρα πορεία του συνεταιρισμού. Σύμφωνα, όμως, με μαρτυρίες γέρων, σήμε­ρα, αγροτών, φαίνεται ότι ο «Ο.Σ.Α.» δεν κατάφερε να επιζήσει στην οκτα­ετία πολέμων και εθνικών περιπετειών που άρχιζε.

Το αγροτικό και συνεταιριστικό κίνημα δεν έσβησε, όμως, στο Νομό. Μετά τον πόλεμο και τη Μικρασιατική καταστροφή, η έκδοση της «Αγροτικής Αργολίδος», εφημερίδας των γεωργοκτηματιών της περιφέ­ρειας του Άργους (1926 έως 1932;), που εξελίσσεται σε κανονική τοπική εφημερίδα, μας επιτρέπει να αντλήσουμε πολλές πληροφορίες για την κίνη­ση των αγροτών. Αλλά και από άλλες εφημερίδες της εποχής μαθαίνουμε σημαντικά γεγονότα, όπως τη σύγκληση Παναργολικού Γεωργικού Συνε­δρίου το 1929, ή ανταλλαγές γνωμών γύρω από τη σκοπιμότητα των συνε­ταιρισμών, το 1932. Το 1933, μάλιστα, διαπιστώνεται η ύπαρξη πολλών συνεταιρισμών στην Αργολίδα, ενώ προχωρούν οι προσπάθειες για την σύ­μπηξη της πρώτης Ένωσής τους, (ιδρύεται το 1938).

Δεν είναι τυχαίο, ασφαλώς, ότι πάλι στον τομέα του τύπου, της έκδοσης της «Αγροτικής Αργολίδος» προηγείται εκείνη της «Κτηματικής», «οργάνου των κτη­ματιών του Άργους» με διευθυντή του Ευθ. Σμυρνιωτάκη και με μάλλον λιγόζωο βίο (στην Εθνική Βιβλιοθήκη σώζονται οκτώ φύλλα της, το 8ο κυκλοφορεί λίγους μήνες πριν από το 1ο της «Αγροτ. Αργολίδος»). Πάντως, όμως, η μεγαλύτερη ανάπτυξη του συνεταιριστικού κινήματος εκδηλώνεται μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και θυμίζουμε ότι το πρώτο συνεταιριστικό εργοστάσιο (η «Ρέα») αρχίζει να λειτουργεί το 1949. Η μεγάλη ώθηση, όμως, δίνεται από το 1974 και μετά, με την εμφάνιση του κινήματος για ίδρυση αγροτικών συλλόγων καθώς και του πρώτου συνεταιρισμού εσπεριδοειδών, που ιδρύεται την εποχή εκείνη στην Πυργέλλα. Τούτο, όμως, αποτελεί, πλέον, ένα άλλο κεφάλαιο της ιστορίας, που ακόμα γράφεται.

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Περιοδικό «ελλέβορος», τεύχος 3-4, Άργος, Φθινόπωρο 1986 – Χειμώνας 1987.  

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ναύπλιο 1836 – Hermann von Pückler – Muskau


  

Επίσκεψη του γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ στο Ναύπλιο το 1836.

 

Fürst Pückler-Muskau. Λιθογραφία, von Wilhelm Devrient, 1838.

Ο πρίγκιπας Χέρμαν φον Πύκλερ – Μούσκαου (Hermann von Pückler – Muskau, 1785-1871), γεννημένος κόμης, ήταν από το 1811, οπότε πέθανε ο πατέρας του, κυρίαρχος δύο μικρών ηγεμονιών, του Μούσκαου και του Μπράνιτς (Branitz), οι οποίες ενσωματώθηκαν το 1815 στην Πρωσία. Απέκτησε τον τίτλο του πρίγκιπα το 1822 με τη μεσολάβηση του πεθερού του, του καγκελάριου της Πρωσίας φον Χάρντενβεργκ (von Hardenberg), αλλά δεν έφθασε ποτέ στον επιθυμητό στόχο του να γίνει διπλωμάτης. Έγινε όμως, «από τη μία μέρα στην άλλη» και «χωρίς να καταλάβει πώς» ένας πετυχημένος και δημοφιλής συγγραφέας. Το πρώτο βιβλίο του, αποτελούμενο από 4 τόμους, εκδόθηκε το 1830/31. Σε αυτό περιγράφει το ταξίδι του στην Αγγλία και τη Σκωτία κατά τα έτη 1826-29.

Το 1835 ο Πύκλερ ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι του προς την Αφρική και την Ανατολή, το οποίο διήρκησε πάνω από εξίμιση χρόνια. Από το Αλγέρι πήγε στην Τυνησία. Από εκεί πέρασε στη Μάλτα και έφτασε στην Ελλάδα όπου έμεινε ένα ολόκληρο χρόνο. Συνέχισε το ταξίδι του στην Αίγυπτο, έφθασε μέχρι τη Συρία και διαμέσου των Ιεροσολύμων, της Μικράς Ασίας και της Κωνσταντινουπόλεως γύρισε τελικά στην Ευρώπη.

Κατά τις περιηγήσεις του στην Ελλάδα το 1836 ο Πύκλερ δεν αφήνει σχεδόν κανένα τόπο απ’ έξω. Πολύπλευρος και ανοικτός χαρακτήρας όπως είναι, όλα προκαλούν το ενδιαφέρον του και πολλά τον ενθουσιάζουν. Εκτός από τους κλασσικούς τόπους επισκέπτεται περίφημα ή και άγνωστα τοπία: το Μαραθώνα π.χ. και το Σούνιο, αλλά και ένα μέρος στην νότια άκρη του Ταΰγετου, πάνω στον κόλπο του Μαραθονησίου (κόλπος της Λακωνίας), όπου, κατά τη γνώμη του, θα έπρεπε να τοποθετηθεί η πρωτεύουσα της Ελλάδας, αν μόνο και μόνο η ομορφιά θα μέτραγε σαν κριτήριο για την εκλογή αυτή. Στην Αθήνα ο Πρίγκιπας Πύκλερ που ανήκει στην πιο υψηλή κοινωνία βρίσκει όλες τις πόρτες ανοικτές. Είναι καλεσμένος του Βασιλιά Όθωνα και συναντάει το Βασιλιά Λουδοβίκο της Βαυαρίας, που επισκέπτεται την εποχή εκείνη το γιο του Όθωνα στην Ελλάδα.

Η Αργολίδα είναι ένας σταθμός του τρίμηνου μεγάλου γύρου του Πύ­κλερ σε όλη την Πελοπόννησο. Για λίγες μέρες, το Μάιο του 1836, μένει και στο Ναύπλιο. Ας μη περιμένουμε όμως μια συστηματική περιγραφή της πόλης. Το στιλ αφήγησης του Γερμανού πρίγκιπα σε όλα τα βιβλία του, με το οποίο είχε κερδίσει ένα ευρύ και πιστό αναγνωστικό κοινό, αποτελεί ένα μίγμα από προσωπικές παρατηρήσεις και σκέψεις, περιγραφές προσωπικοτήτων ή τοπίων, αφηγήσεις μεγάλων ιστορικών ή και μικρών καθημερινών συμβάντων και άλλα πολλά.

Ακολουθεί, στην ελληνική μετάφρασή μου, το κεφάλαιο που αναφέρεται σε αυτή την επίσκεψη στο Ναύπλιο. Είναι παρμένο από το βιβλίο του Πύκλερ που εκδόθηκε στη Γερμανία το 1840/41 και έχει τον τίτλο «Νότιο – Ανατολική Πινακοθήκη» (Suedoestlicher Bilderssal, τόμ. 3ος, σσ. 139-153).

 

Ναύπλιο – Hermann von Pückler – Muskau

 

«Ο δρόμος δύο ωρών από εδώ (Μυκήνες) μέχρι το Ναύπλιο περνάει συνεχώς από ωραία καλλιεργημένα χωράφια. Όταν φθάσαμε στο νέο κατασκευασμένο δρόμο του Άργους, που είναι όμως σε κακή κατάσταση, περάσαμε από μια φάρμα μοντέλο την οποίαν ίδρυσε η Κυβέρνηση και την εμπιστεύθηκε στον λοχαγό Βεχ (Weech), που είναι γνωστός σαν συγγραφέας βιβλίων για τη Βραζιλία. Η λεπτομερή επίσκεψη των Μυκηνών με είχε καθυστερήσει τόσο πολύ που έφθασα ίσια πριν κλείσει η πύλη της πόλεως (του Ναυπλίου) στις 8 μ.μ. Διότι με βάση ενός αγαπητού παιχνιδιού του στρατού της εποχής μας το Ναύπλιο διοικείται και σε καιρό ειρήνης σαν να ήταν όλη η χώρα σε εξέγερση ή σαν να πλησίαζε ένας τούρκικος στρατός. Φυσικά η επικοινωνία υποφέρει πολύ λόγω της υπερβολικής αυστηρότητας της διάταξης αυτής. (Σημειωτέο είναι ότι παλαιότερα οι πύλες έκλειναν κιόλας στις 6 μ.μ.).

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά), Karl von Heideck 1837.

Εγώ προσωπικά αισθάνθηκα έντονα τις συνέπειες αυτού του μέτρου, διότι στο μεγάλο ξενοδοχείο που κατέβηκα, όπου άλλωστε σπάνια πια κατεβαίνουν ξένοι και για αυτό το λόγο ο ξενοδόχος δεν κρα­τάει προμήθειες από τρόφιμα, δεν βρήκα πια τίποτε να φάω. Το Ναύπλιο έχει χάσει σχεδόν εντελώς τον ελληνικό χαρακτήρα του και μοιάζει – με τους πολλούς στρατιώτες στο γερμανικό στιλ και με τα χρώματα της Βαυαρίας – με μία βαυαρική πόλη φρουράς. Εκτός από αυτό το Ναύπλιο είναι ο κύριος στρατιωτικός χώρος του Βασιλείου, με ένα μεγάλο οπλοστάσιο. Έχει καλούς λιθόστρωτους δρόμους, έναν ωραίο κόλπο, ένα στεφάνι από γαλάζια βουνά γύρω από την καρποφόρα πεδιάδα και πολύ κοντά, από πάνω του, το ρομαντικό Παλαμήδι, το πιο υπερήφανο κάστρο των υπέροχων Βενετών, οι οποίοι είχαν διαλέξει το Ναύπλιο σαν πρωτεύουσα του Μοριά. Από την πλευρά της θάλασσας βλέπει κανείς το δεύτερο πιο χαμηλό κάστρο, το Ιτς – Καλέ, και στο λιμάνι, με τριγύρω τη θάλασσα, στο βράχο κτισμένο το Μπούρτζι.

Ως προς την έλλειψη όλων των αγαθών τα οποία βρίσκει κανείς σε κάθε μεσαία ευρωπαϊκή πόλη και ως προς την ακρίβεια όλων των αναγκαίων πραγμάτων – τουλάχιστον για τον ξένο – το Ναύπλιο βρίσκεται περίπου στο ίδιο επίπεδο με την Αθήνα. Στο «Hotel d’ Europe» πλήρωσα για δύο δωμάτια για κυρίους και δύο δωμάτια για υπηρέτες 28 φράγκα την ημέρα και για το πολύ λιτό μεσημεριανό γεύμα πλήρωσα 6 φράγκα κατά άτομο, χωρίς το κρασί.

Επειδή τη δεύτερη μέρα της διαμονής μου στο Ναύπλιο (σήμερα δηλαδή) είχα να γράψω επιστολές και να κάνω μερικές επισκέψεις, το βράδυ μου έμεινε μόνο λίγος καιρός για να επισκεφθώ την εκκλησία στην πόρτα της οποίας δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας. Μερικά σημεία του τοίχου δείχνουν ακόμη τα ίχνη των σφαιρών που έριξαν οι στρατιώτες της συνοδείας του στους δολοφόνους. Ο παπάς, αυτόπτης μάρτυρας όλων αυτών των συμβάντων, μου επιβεβαίωσε όλες τις λεπτομέρειες τις οποίες έχω περιγράψει πιο πάνω στους αναγνώστες μου[i].

Όταν γύρισα στο ξενοδοχείο βρήκα εκεί έναν Έλληνα που μου έδειξε το περιεχόμενο δύο μεγάλων δερμάτινων σακιδίων: Ήταν επεξεργασμένοι λίθοι αξίας πάνω των 100.000 δραχμών, όπως και πολλά νομίσματα και άλλα περίεργα. Ανάμεσά τους υπήρχαν μερικά αρχαία, για τα οποία ζήτησε 2000 δραχμές – μεταξύ άλλων ένα δήθεν δακτυλίδι σφραγίδα του Μεγάλου Κωνσταντίνου! Ένα πολύτιμο εγχειρίδιο του τελευταίου Έλληνα Αυτοκράτορα αποδείχθηκε αληθινό λόγω της ανάγλυφης χρυσής επιγραφής του. Η παινεμένη ποιότητα του λεπιδιού του όμως δεν άντεξε στο περσικό μου εγχειρίδιο και έπαθε, στη δοκιμή που κάναμε, μια βαθιά εγκοπή. Έτσι αγόρασα μόνο μερικούς λίθους για να παρηγορήσω τον Έλληνα. Μεταξύ των γνωριμιών που έκανα κατά τη διάρκεια της πρώτης ημέρας πρέπει να αναφέρω τον διοικητή της πόλεως αντισυνταγματάρχη Στοϊερτς (Steuerz), ο οποίος είναι, λόγω της απουσίας του στρατηγού Γκόρντον (Gordon), προσωρινός Γενικός Διοικητής της Πελοποννήσου.

 

Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι, J.J. Wolfensberger, 1844.

 

Είναι Γερμανός πολεμιστής από καλή πάστα που διακρίθηκε πολλές φορές με τις δράσεις του και που συνδέει με όλα αυτά τους πιο αξιαγάπητους και ευγενικούς τρόπους. Έτσι έγινε, δικαίως, ένα γενικά δημοφιλές πρόσωπο. Μια εξ ίσου πιστή απεικόνιση της πιο μεγάλης γλυκύτητας στο γερμανικό εθνικό χαρακτήρα είναι η κόρη του, Μαντάμ Καρπυνύ (Karpuny) η οποία, με τη γλυκιά και εμψυχωμένη ομορφιά της, δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από τη σύγκριση με οποιαδήποτε Ελληνίδα.

Επίσης ο ταγματάρχης του τόπου, κύ­ριος Τουρέ (Touret), Γάλλος στρατιωτικός από την εποχή του Ναπολέοντα και ένας από τους πιο παλαιούς φιλέλληνες, με περιποιήθηκε με όλη τη χαριτωμένη ζωηρότητα που χαρακτηρίζει το έθνος του. Οι Γάλλοι γίνονται τόσο αξιαγάπητοι κυρίως διότι έχουν σε κάθε στιγμή όλη τη νοημοσύνη τους διαθέσιμη για τη χρήση, ενώ εμείς (οι Γερμανοί) την κουβαλάμε μαζί μας στην βαλίτσα μας, και όταν θέλομε να την χρησιμοποιήσουμε πρέπει να τη βγάλουμε κομμάτι κομμάτι. Αυτή η ιδέα περνάει συχνά από το νου μου και αν τυχόν την έχω εκφράσει κιόλας αλλού, ας μου συγχωρεθεί, παρακαλώ, η επανάληψη – προς χάριν της αλήθειας. Στο Βαυαρό πρόξενο, κύριο Στρογκ (Strong), συνάντησα έναν ευχάριστο κύκλο όμορφων και μορφωμένων κυριών και ο νέος κόμης Μπότμερ (Bothmer), τον οποίον γνώρισα εκεί, ήταν ο γιος μίας πολύτιμης φίλης μου από τα παλαιά χρόνια – τι ευχάριστη ανάμνηση που κάνει πάντοτε καλό στην ευαίσθητη ψυχή.

 

21η  Μαΐου [1836]

Ο τρόπος ζωής μου έχει αλλάξει ριζικά σε αυτό το ταξίδι (στην Ελλάδα). Έτσι π.χ. σηκώνομαι τώρα δέκα ώρες πιο νωρίς απ’ ότι σηκωνόμουν συνήθως στην Αθήνα, δηλαδή αντί στις 3 το απόγευμα στις 5 το πρωί. Τουλάχιστον από αυτή την άποψη η θλιβερή μου ψυχική κατάσταση που κόντευε να μου κλέψει εντελώς τον ύπνο [ii], συνέβαλε ευεργετικά σε αυτή την επανάσταση στις συνήθειές μου, και αυτό, πράγματι, προσφέρει διάφορα πλεονεκτήματα στον ταξιδιώτη. Έτσι σήμερα στις 5.30 π.μ. μπόρεσα να δω το πυροβολικό που είχε φθάσει σε παράταξη μπροστά από το ξενοδοχείο μου, στην Πλατεία των Πλατάνων (στην οποία δεν λείπει τίποτε άλλο παρά πλατάνια). Αποτελείτο από δύο πεδινές πυροβολαρχίες και μια ορεινή πυροβολαρχία και ήταν έτοιμο να ξεκινήσει για άσκηση, αλλά περίμενε μία ώρα τα πολεμοφόδια που – δεν ξέρω για ποίο λόγο – αργούσαν. Κυρίως για να δω σε άσκηση την ορεινή πυροβολαρχία την οποίαν κουβάλαγαν μουλάρια, ακολούθησα, μετά από λίγη ώρα, την πομπή και την πρόφθασα όταν είχε πάρει την πρώτη θέση της, όχι μακριά από το φράκτη των σφαιρών.

 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

 

Ο αντισυνταγ­ματάρχης Χυτς (Huetz) που κατείχε την αρχηγία είναι μόνο ανθυπολοχαγός στη Βαυαρία και όταν θα εγκαταλείψει την προσωρινή υπηρεσία του εδώ, στην πατρίδα του θα επιστρέψει στο παλαιό του αξίωμα. Αυτός είναι ένας παράξενος κανονισμός τον οποίον συναντάμε εδώ γενικά. Δεν κολακεύει ούτε τους Έλληνες ούτε τους φιλέλληνες και για τους Βαυαρούς το τέλος δεν είναι τόσο ευχάριστο. Ο υπουργός πολέμου, υποστράτηγος φον Σμάλτς (von Schmaltz) είναι στην πατρίδα του μόνο αντισυνταγματάρχης. Και όταν ο τέως διοικητής της πρωτεύουσας συνταγματάρχης Λύντερ (Lueder) εγκατέλειψε την Ελλάδα – ήμουν τότε εδώ – κάποιος έλεγε αστειευόμενος πως έσπευσε πίσω στην πατρίδα του για να ξαναπάρει τη θέση του σαν λοχαγός από το φόβο μήπως γίνει στρατηγός στην Ελλάδα. Εκτός από αυτό οι αξιωματικοί αυτοί έχουν μεγάλα χρηματικά πλεονεκτήματα. Παίρνουν ένα πολύ μεγαλύτερο μισθό στην Ελλάδα και όταν, μετά από δύο χρόνια, λήγει η σύμβασή τους θα επιστρέψουν δωρεάν, θα λάβουν για έξι μήνες ακόμη τον ελληνικό μισθό, ανάλογα με το ελληνικό αξίωμά τους, και επί πλέον, με την πρώτη μέρα της επιστροφής τους αρχίζει εκ νέου ο βαυαρικός μισθός, ανάλογα με το βαυαρικό βαθμό. Με αυτό τον τρόπο πολλοί αξιωματικοί μπόρεσαν, σε μικρό χρονικό διάστημα, να πληρώσουν τα χρέη που είχαν κάνει στη Βαυαρία και απελευθερωμένοι – στο κόστος της Ελλάδας – από τις στενοχώριες τους μπόρεσαν να ξαναδούν την αγαπημένη πατρίδα τους.

Ο αντισυνταγματάρχης λοιπόν στην Ελλάδα και ο ίδιος ανθυπολοχαγός στη Βαυαρία, ο οποίος αντιπροσώπευε αυτό το διπλό αξίωμα με ένα ασυνήθιστο μεγαλείο, ήταν φανερά ένας στρατιώτης με πολύ πάθος και ήταν συνεχώς τόσο απασχολημένος που μόνο με δυσκολία μπορούσε κανείς να του πάρει λίγες λέξεις. Γι’ αυτό υπήρχαν και λόγοι διότι πολλά δεν πήγαν όπως τα ήθελε. Η εξυπηρέτηση των πυροβόλων από τους Έλληνες πυροβολητές – στους οποίους τελευταία ο βαυαρικός κανονισμός ασκήσεως έχει αντικαταστήσει τον προηγούμενο γαλλικό κανονισμό – ήταν προφανώς αργή και συχνά πολύ αδέξια. Επί πλέον συνέβηκε το εξής γελοίο πράγμα ότι μερικά φυσίγγια ήταν κατά λάθος γεμισμένα με πυροτεχνήματα αντί με πυρίτιδα και τα πυροβόλα έφτυναν, χωρίς πολύ κρότο, πολύχρωμες φλόγες – προς μεγάλη φρίκη του αρχηγού.

Η άσκηση για τη διάταξη της οποίας ο αντισυνταγματάρχης δεν με τίμησε με ενημέρωση, συνέχισε μέχρι το χωριό Μέλισσα, μιάμιση ώρα από το Ναύπλιο, και πρέπει να ομολογήσω -προς τιμή της αλήθειας— ότι επίσης το ορεινό πυροβολικό δεν διακρίθηκε ιδιαίτερα. Δεν ξέρω για ποίο λόγο, ή μήπως με το σκοπό να ασκούνται τα μουλάρια, το πυροβολικό έψαχνε πάντοτε τους πιο μακρινούς και δύσκολους δρόμους, χωρίς να υπήρχε καμία ανάγκη. Επί πλέον τα ζώα ήταν τόσο άσχημα φορτωμένα ώστε στο πιο αξιολύπητο μεταξύ τους το κανόνι με τη σέλλα κρεμόταν σαν ένας σάκος τροφίμων στο πλευρό του και ήταν σχεδόν αδύνατο το κακόμοιρο το ζώο να σκαρφαλώνει τα βράχια. Στην τελευταία τοποθέτηση των τριών πυροβόλων που παρακολούθησα φαίνεται ότι ο ίδιος ο αξιωματικός δεν μπορούσε να συμφωνήσει με τον εαυτόν του: Μετά από μερικά ανεβοκατεβάσματα τα τοποθέτησε τελικά ένα – ένα στις κορυφές τριών λόφων που ήταν αρκετά μακριά ο ένας από τον άλλο. Από εκεί τα απόμακρα απομονωμένα μικρο-πυροβόλα, τα οποία επί πλέον δεν ρίπτουν πλήρεις σφαιρών οβίδες (διότι ο κάλυκάς τους δεν αντέχει στην πιο δυνατή φόρτωση πλήρων οβίδων), δύσκολα θα είχαν προκαλέσει πολλή ζημιά σε έναν υποθετικό εχθρό.

Επίσης η προσωπική εκφώνηση των κατά λέξη διαταγών από το διοικητή του πυροβολικού προς τα τρία μακρινά σημεία είχε κάτι ευτράπελο και δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε μία αληθινή μάχη, όπως και τώρα δημιούργησε, αναπόφευκτα, αρκετή σύγχυση. Ουσιώδες μέρος της άσκησης ήταν, όπως μου φάνηκε, το πρωινό στη Μέλισσα και εκεί συνέβηκε ένα άλλο κωμικό περιστατικό: την ίδια στιγμή που το ένα πυροβόλο έριξε προς την κατεύθυνση του κάρου των τροφίμων, αυτό μισοκάθησε λόγω μίας βλάβης και έπρεπε να ξεφορτωθεί έτσι ώστε δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι το κανόνι είχε ρίξει κάτω το κάρο. Αυτό το συμβάν που καθυστέρησε κατά πολύ το πρωινό και στο οποίο χάθηκε το πιο μεγάλο μέρος της γαβάθας με σαλάτα, έδωσε αφορμή στην εύθυμη νεολαία που με συνόδευε και στους αξιωματικούς της φρουράς που ήταν όπως εγώ μόνο θεατές, σε ατέλειωτα αστεία και οξείς σαρκασμούς. Και έτσι φθάσαμε καλπάζοντας σαν μία εμπροσθοφυλακή που δεν είχε το νου της ούτε στον φίλο που ακολουθεί ούτε στον αόρατο εχθρό μπροστά της στη Μέλισσα.

Αυτό το μέρος έχει μία πρωτότυπη όψη. Ας φανταστεί κανείς μία κοιλάδα σε μορφή καζανιού, περικυκλωμένη από άσπρα βουνά, στο κέντρο της οποίας βρίσκονται τα υπολείμματα ενός βενετικού υδραγωγείου και που είναι εξ ολοκλήρου σκεπασμένη με ένα δάσος των πιο φρέσκων και πολλαπλών πράσινων τόνων, γεμάτο λουλούδια όλων των χρωμάτων. Συκιές, λεμονιές και μουριές, οι τελευταίες γεμάτες με μαύρα ώριμα φρούτα, το άνθος της ροδιάς με την κόκκινη λάμψη, η φραγκοσυκιά με τα χρυσά λουλούδια, η ροζ πικροδάφνη και το σκούρο χαρούπι και ενδιάμεσα πλεγμένες οι κληματαριές. Όλα αυτά αποτελούσαν το ελκυστικό δασάκι. Και στο γρασίδι το οποίο άρδευε μία δροσερή πηγή, μερικές ομάδες από παλικάρια γύριζαν δέκα με δώδεκα ολόκληρα αρνιά σε ξύλινες σούβλες επάνω στη χόβολη. Άλλοι Έλληνες είχαν τοποθετήσει – αυτή τη φορά όσο το δυνατόν σε καλύτερη θέση – κατά μήκος των δέντρων, τις σειρές μπουκαλιών τους με ρακί (ελληνικό οινόπνευμα), ρετσινάτο κρασί (τοπικός οίνος) και δροσερό νερό.

Σε αυτό το σημείο, πριν φθάσει ακόμη το νικηφόρο σώμα με το λιγομίλητο διοικητή του, για να αρχίσει το γεύμα, εγώ αποχαιρέτησα το εύθυμο πλήθος που με είχε συνοδεύσει και πήγα, καθέτως στα βουνά προς την κατεύθυνση του Πόρτε Λεόνε (Τολό) που απέχει περίπου δύο ώρες. Είναι ένα γραφικά τοποθετημένο λιμάνι στην ανατολική ακτή της Πελοποννήσου, όπου βρίσκονται στη μέση της πεδιάδας τα υπολείμματα ενός βενετικού κά­στρου μέσα σε ένα πλούσιο κάμπο σταφίδας και όπου ένας ψηλός πύργος επάνω σε ένα απομονωμένο βράχο στη θάλασσα – με τη θέα ανοικτή σε όλες τις πλευρές – κυριαρχεί ολόκληρη την περιοχή.

Από εδώ ένα χαριτωμένο μονοπάτι οδηγεί πρώτα από την ακτή με άμμο και μετά από απότομα βράχια σε μία νεόκτιστη κωμόπολη, της οποίας τα περιβόλια γεμάτα από θάμνους επεκτείνονται μέχρι ψηλά στα βουνά. Μέσα στη θάλασσα πολλά απόκρημνα νησιά, των οποίων μερικά φέρουν παλαιά γκρεμισμένα οχυρά, οι πολλαπλές κυματιστές γραμμές της ακτής μέχρι την Επίδαυρο και δίπλα της οι κορυφές των βουνών με τις πρωτότυπες πέτρινες μορφές τους, που μοιάζουν με κορμούς από κοντόχοντρα δέντρα, η ακίνητη σοβαρότητα και το άγριο μεγαλείο αυτής της φύσης μου άφησαν μία βαθιά εντύπωση.

Γύρισα μέσα από τα βουνά της οροσειράς και έμεινα για μία ώρα περίπου πιασμένος σε ένα φαλακρό πέτρινο λαβύρινθο μέχρι να βγω στην άλλη πλευρά του Παλαμηδίου όπου η πεδιάδα της Αργολίδας, λάμποντας στον πιο φωτεινό ήλιο, άνοιξε πάλι μπροστά μου. Ιδιαίτερα παράξενα φάνηκαν από αυτό το σημείο τα στρογγυλεμένα βράχια που σηκώνονται σαν νησιά έξω από τους κινούμενους κάμπους σταριού και μεταξύ των οποίων τα κυκλώπεια τείχη της αρχαίας Τίρυνθας ξεχωρίζουν πριν από όλα. Η ημέρα ήταν πολύ ζεστή, αλλά στην Πελοπόννησο ένας φρέσκος αέρας δροσίζει τις πιο πολλές φορές την ατμόσφαιρα. Αυτό κάνει το κλίμα της χώρας ευχάριστο το καλοκαίρι, το χειμώνα όμως – όπως το αισθάνθηκα αρκετά έντονα – είναι πολύ δυσάρεστο.

Μου έμεινε πολύ λίγος καιρός για ένα γρήγορο γεύμα μέχρι να φθά­σει ο διοικητής της πόλεως για να με συνοδεύσει στην επίσκεψή μου στο Παλαμήδι. Για να αποφύγουμε την κουραστική σκάλα που οδηγεί από την πόλη μέχρι την κορυφή, κάναμε με τα άλογά μας ένα γύρο επάνω στα βουνά και μπήκαμε από την αντίθετη πλευρά στο φρούριο. Το χτίσιμό του είναι παράξενο και μερικά από τα τείχη του είναι κτισμένα επάνω στους αρχαίους τοίχους. Εξ άλλου λόγω του ονόματος Παλαμήδι, που προέρχεται προφανώς από τον Παλαμήδη της αρχαίας εποχής, μπορούμε να υποθέσουμε ότι υπήρχε πάντοτε ένα φρούριο εδώ.

 

karl krazeisen - Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Το εσωτερικό αποτελείται από τρεις ψηλές ντάπιες εντελώς ξεχωριστές η μια από την άλλη. Η κάθε μια περικυκλώνεται από ένα εξωτερικό και ένα εσωτερικό τείχος έτσι ώστε μπορεί να αμυνθεί ξεχωριστά όταν οι άλλες ντάπιες έχουν κιόλας πέσει.  Η εξωτερική οχύρωση προς την πλευρά της θάλασσας είναι αρκετά χαμηλή και αποτελεί το πιο αδύνατο σημείο του φρουρίου, συγχρόνως όμως προσφέρει την πιο όμορφη θέα, από τον κρημνό γεμάτο φραγκοσυκιές στην προεξέχουσα γλώσσα γης του Ιτς – Καλέ με την ανατολική θάλασσα και τα νησιά της, όπως και τους πρόποδες του βουνού που επεκτείνονται μέσα στη θάλασσα.

Και το σύνολο αυτό, με τη γοτθική αρχιτεκτονική των διαφόρων οχυρωμάτων στην πρώτη γραμμή, μοιάζει με ένα θαυμάσιο πίνακα που το έχουν βάλει μέσα σε ένα κάδρο. Και επάνω σε όλα αυτά σηκώνεται σαν ένα έμβλημα του κλίματος του Νότου (όπως έλεγε ποιητικά ο κόμης Πέκιο [Pechio]) ένας ψηλός φοίνικας. Οι Βενετοί είχαν σκοπό να ανατινάξουν τα βράχια στο πόδι του Παλαμηδίου για να χωρίσουν το Παλαμήδι από το Ιτς – Καλέ δια μέσου μίας θαλασσινής διώρυγας και συγχρόνως να ενώσουν τα δύο κάστρα με μια σκεπασμένη γέφυρα, μια κολοσσιαία επιχείρηση που ήταν ήδη μισοτελειωμένη, όταν τα πολιτικά γεγονότα έβαλαν τέλος στην κυριαρχία των Βενετών στο Μοριά.

Στο Παλαμήδι υπάρχουν δεξαμενές κτισμένες από τους Τούρκους,30 ποδιών μάκρους και6 ποδιών φάρδους. Όμως μόνο σαράντα κανόνια είναι τοποθετημένα, ενώ θα χρειαζόταν διπλάσιος αριθμός περίπου για μια στοιχειώδη άμυνα του φρουρίου.

Προμαχώνας Μιλτιάδη, οι φυλακές βαρυποινιτών στο Παλαμήδι.

Με την ευκαιρία της επίσκεψης μου των φυλακισμένων οι οποίοι κρατιούνται εδώ εξαιρετικά καλά και καθαρά, ξαναβρήκα τους καλούς μου φίλους, τους Χονδρογιάννηδες. Οι δύο έγιναν πολύ χοντροί και του Σωτήρη του έθρεψαν εντελώς οι πληγές. Ο μικρότερος αδελφός του τον έχει ξεπεράσει τώρα κατά πολύ και μόνο στη φυλακή, όπως φαίνεται, έχει φθά­σει στο τελικό ύψος του και έχει γίνει ένας από τους πιο ωραίους άντρες που μπορεί κανείς να βρει.

Οι δύο με αναγνώρισαν αμέσως και με καλωσόρισαν με την πιο μεγάλη χαρά και εγώ απάντησα σε αυτή την κολακευτική υποδοχή με ένα μικρό δώρο. Προφανώς δεν φοβόντουσαν πολύ την απόφαση του δικαστηρίου στην δική τους υπόθεση και ήταν σε καλό κέφι [iii]. Μετά με οδήγησαν σε έναν αρχηγό 102 χρονών, τον Μήτρο Πέτροβα, ο οποίος φυλακίζεται εδώ, λόγω εξέγερσης στη Μεσσηνία, για 20 χρόνια!!. Πάντως συντηρείται πολύ καλά και μοιάζει με ένα εξηντάρη. Ο φύλακας μας είπε ότι αυτός ο κρατούμενος, με όλη τη ζωηρότητά του, παραπονιόταν με την πιο μεγάλη ανυπομονησία για το γεγονός ότι δεν του επιτρεπόταν να δεχθεί γυναικεία συντροφιά.

Είναι γνωστό ότι και ο Κολοκοτρώνης και ο Κολιόπουλος κρατήθηκαν σε αυστηρή φυλάκιση εδώ για ένα ολόκληρο χρόνο, ότι μετά καταδικάστηκαν σε θάνατο από δικαστές των οποίων μερικοί δρούσαν κάτω από βίαιο εξαναγκασμό και ότι τώρα, στολισμένοι με το παράσημο του Σωτήρα, χαίρονται της ιδιαίτερης χάρης της Μεγαλειότητος του Όθωνα, ο Κολοκοτρώνης σαν Σύμβουλος Επικρατείας και ο Κολιόπουλος σαν συνταγματάρχης των δέκα τμημάτων της νέας οργανωμένης φάλαγγας.

Όταν στο γυρισμό κατεβήκαμε από την πολύ κουραστική σκάλα με τις πολλές στροφές, συναντήσαμε το διοικητή του Παλαμηδίου ο οποίος, αφού είχαμε ανταλλάξει μερικές κουβέντες, γύρισε πάλι πίσω για να μου προσφέρει, όπως σε μια κυρία, ένα μπουκέτο λουλουδιών, μια ευγένεια που με παραξένεψε εκ μέρους ενός διοικητή φρουρίου, αλλά αυτό είναι μέρος των ελληνικών εθίμων.»

 

Ρεγγίνα Quack – Μανουσάκη

Εισαγωγή – μετάφραση

(Επιμέλεια του ελληνικού κειμένου: Ελένη Στοϊκοβιτς – Κοββατζή)

Ναυπλιακά Ανάλεκτα V, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2004.

 
 
Υποσημειώσεις


[i] Από τη «Νότιο Ανατολική Πινακοθήκη» του Πύκλερ, τόμος 2ος, σσ. 270-272: Στην Αθήνα, το Μάρτιο του 1836, ο Πύκλερ γνώρισε τον κύριο Κατακάζη, έναν πολύ μορφωμένο Έλληνα στην υπηρεσία των Ρώσων. Αυτός ήταν προσωπικός φίλος του Καποδίστρια και σχετικά με τη δολοφονία του, διηγήθηκε στον Πύκλερ τα εξής: «Ένα πράγμα είναι σίγουρο, το, ότι (ο Καποδίστριας) έλαβε μερικές μέρες πριν από τη δολοφονία του πολλές πληροφορίες, οι οποίες δεν άφηναν καμία αμφιβολία ανα­φορικά με τους σκοπούς των Μαυρομιχαλέων, δηλαδή ότι αυτοί είχαν αγοράσει όπλα στο Ναύπλιο κτλ. Παρά ταύτα ο Πρόεδρος δεν επιχείρησε απολύτως τίποτε εναντίον τους. Βαρυσήμαντη και συγχρόνως συγκινητικά ανθρώπινη και γεμάτη αρ­χαίου ηρωισμού ήταν η συμπεριφορά του εκείνη την άτυχη μέρα. Όταν πλησίασε την πόρτα της εκκλησίας είδε τους φανατικούς δολοφόνους που στέκονταν δίπλα της. Έγινε χλωμός και έκανε μισό βήμα πίσω, μετά χαμήλωσε το κεφάλι και πήγε γρήγο­ρα και με σταθερό βήμα προς τη σκοτεινή μοίρα του. Τα τυφλά εργαλεία της μοίρας του έπεσαν αμέσως επάνω του και με μια πιστολιά στο σβέρκο του και ένα κτύπημα εγχειριδίου στο πλευρό του έθεσαν τέρμα στη τόσο γεμάτη δράσεων ζωή του Κυβερ­νήτη.» – Σχετικά με τη δολοφονία του Καποδίστρια ο αφηγητής, κύριος Κατακάζης, διηγήθηκε στον Πύκλερ ακόμα τα εξής: Ο Καποδίστριας είχε προαισθανθεί από πο­λύ νωρίς το βίαιο τέλος του, και κάποτε είχε πει ότι ο πρώτος εκδικητής του θα εί­ναι το πιστό και πολύ αφιερωμένο παλικάρι του, που τον συνόδευε παντού, του οποίου έλλειπε το ένα χέρι. Στην τελική καταστροφή του Καποδίστρια στο Ναύπλιο αυτή η προφητεία έγινε πραγματικότητα: Εκείνο το παλικάρι κράτησε, με το άκρον απομένον του χεριού του τον πεσόντα και πλήγωσε πρώτος, με το εγχειρίδιό του, τον δολοφόνο που τον είχαν ήδη συλλάβει.

[ii] Το Μάιο του 1836 ο Πύκλερ είχε εγκαταλείψει την Αθήνα απότομα, πιθανώς εξ αιτίας μίας άτυχης ερωτικής περιπέτειας.

[iii] Ο Πύκλερ είχε γνωρίσει τους αδελφούς από τη διαβόητη οικογένεια ληστών Χοντρογιάννη το Φεβρουάριο του 1836, όταν επισκέφθηκε μαζί με το νομάρχη των Πα­τρών την κορβέττα του Κανάρη. Είχαν οδηγηθεί εκεί, αφού είχαν πιαστεί σε μια λη­στεία στο σπίτι του κυρίου Μεσηνέζη στη Βοστίτσα (σήμερα Αίγιο). Το περιστατικό αυτό είχε ως εξής: Ο Πύκλερ, μετά από μια διαμονή πέντε εβδομάδων στην Πάτρα, ήθελε να φύγει για να συνεχίσει την περιοδεία του στην Ελλάδα. Ο επόμενος σταθμός του ήταν η Βοστίτσα, όπου τον περίμενε ο πιο πλούσιος γαιοκτήμονας της περιοχής, ο κύριος Μεσηνέζης για να τον φιλοξενήσει. Απρόοπτα ο Πύκλερ καθυστέρησε την αναχώρησή του, διότι τα δύο σκυλιά του είχαν εξαφανιστεί. Να που το βράδυ της προ­γραμματισμένης άφιξής του συνέβηκε η επίθεση των ληστών στο σπίτι του κυρίου Με­σηνέζη, με άγριες ανταλλαγές τουφεκιών και πολλούς τραυματίες. Τελικά τρεις αδελ­φοί Χοντρογιάννη και δύο άλλα μέλη της συμμορίας συνελήφθηκαν. Ο Πύκλερ ακού­γοντας όλη αυτή την ιστορία ήταν πεπεισμένος ότι αυτός ο ίδιος ήταν ο κύριος στό­χος της ληστείας, δηλαδή ότι οι ληστές ήθελαν να πιάσουν ένα ξένο με κύρος σαν όμηρο, για να ζητήσουν εκβιαστικά την απελευθέρωση δύο άλλων αδελφών Χοντρο­γιάννη που κρατιόνταν τότε στο Παλαμήδι.

Read Full Post »

Δημοτική Νεοκλασική Αγορά Άργους


  

Γενικά

Νεοκλασική Αγορά

Αποτελεί ένα από τα ωραιότερα νεοκλασικά κτίσματα της πόλης του Άργους. Κτίστηκε το 1889 επί Δημαρχίας του γιατρού Σπήλιου Καλμούχου, παρά τις έντονες αντιδράσεις της δημοτικής αντιπολίτευσης. Τα σχέδια εκπόνησε ο αρχιτέκτονας (γεωμέτρης) Πάνος Καραθανασόπουλος.  Πρόκειται για ένα μεγάλο και συμμετρικό κτίριο που είναι ένα από τα ομορφότερα κτίσματα στην πόλη.  Είναι επίμηκες και χωρίζεται από δύο διαδρόμους κάθετους μεταξύ τους, ένα στενό κι ένα φαρδύτερο, που οδηγούν στις τέσσερεις εξόδους και χωρίζουν το κτίριο σε τέσσερα όμοια τεταρτημόρια.

Εκείνες που περισσότερο εντυπωσιάζουν είναι οι θαυμάσιες καμάρες στις οποίες απολήγει ο φαρδύς διάδρομος. Τρεις σε κάθε μακρά πλευρά. Από την ανέγερσή του μέχρι σήμερα λειτουργεί ως αγορά και στεγάζει 24 καταστήματα τα οποία διαχειρίζεται ο Δήμος Άργους- Μυκηνών. Έξι σε κάθε τεταρτημόριο. Η μία μακρά πλευρά του « βλέπει» προς την υπαίθρια λαϊκή αγορά και τους στρατώνες του Καποδίστρια ενώ η άλλη στην οδό Δημητρίου Τσώκρη.   

Το 1989 το κτίριο αναστηλώθηκε με την ευθύνη του Αργείου αρχιτέκτονα Κώστα Μακρή και λίγο αργότερα τοποθετήθηκε πάνω από τους διαδρόμους διαφανές στέγαστρο, για πρακτικούς λόγους αλλά και για την προστασία του κτιρίου από τις διαβρώσεις. Το κτιριακό αυτό συγκρότημα που έχει κρατήσει την αρχική του μορφή, εκτός από το πηγάδι που υπήρχε στο κέντρο του και το οποίο έχει πλέον επιχωματωθεί, έχει χαρακτηριστεί δύο φορές διατηρητέο, από το ΥΠ.ΠΟ. και το ΥΧΟΠ ( Διάταγμα Πλυτά – Τρίτση, 1982).

   

Η δημοτική νεοκλασική αγορά του Άργους (1889 -1989)


 

Ακολουθούν αναλυτικότερα και ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα  άρθρα του Δικηγόρου- Ιστορικού Βασίλη Δωροβίνη, που δημοσιεύτηκαν στα τεύχη 29 και 35 του περιοδικού « Αρχαιολογία και Τέχνες», το Δεκέμβριο του 1988 και τον Ιούνιο του 1990 αντίστοιχα.

 

Το κτίριο της νεοκλασικής αγοράς αποτελεί ένα από τα καλύτερα δείγματα έντεχνης αρχιτεκτονικής του νεότερου Άργους και ασφαλώς ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα επιτεύγματα της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα.

Θεωρώ ότι είναι αναγκαίο ν’ αρχίσου­με να ασχολούμαστε με το ιστορικό της αρχιτεκτονικής δραστηριότητας, σε δημοτικό επίπεδο και για δημοτι­κά κτίρια, ιδιαίτερα προς το τέλος του 19ου αιώνα, όχι μόνον επειδή ση­μειώνεται σε πολλές πόλεις, τόσο της ηπειρωτικής όσο και της νησιωτι­κής Ελλάδας, ώστε να μπορούμε να μιλήσουμε για γενικευμένο φαινόμε­νο και επομένως άξιο να μελετηθεί καθ’ εαυτό, από την πλευρά της ιστορίας της αρχιτεκτονικής και, μάλιστα, του νεοκλασικισμού, όπως μεταφυτεύτηκε περιφερειακά, αλλά επειδή ενδιαφέρει και από την πλευ­ρά της γενικότερης κοινωνικής και οικονομικής ιστορίας.

 

Δημοτική Νεοκλασική Αγορά Άργους, Ντιάνα Αντωνακάτου, 1967.

 

Πράγματι, η αρχιτεκτονική αυτή δραστηριότητα συμπίπτει με μια προσπάθεια για δημιουργία αστικής υποδομής στις επαρχιακές πόλεις και, ιδιαίτερα, σε αυτές που μέχρι τότε διατηρούσαν έντονο χαρακτήρα αγροτικών κέν­τρων όπως το Άργος ή ο Πύργος. Ασφαλώς, δεν είναι τυχαίο ότι πρω­τοβουλίες για την προώθηση αυτής της δραστηριότητας παίρνουν δή­μαρχοι και δημοτικά συμβούλια με υπεροχή του στοιχείου των ελευθέ­ρων επαγγελματιών και των εμπόρων και ότι συχνά η προώθηση αυτή, στο ιδεολογικό επίπεδο, γίνεται στο όνο­μα του εκσυγχρονισμού και της ανάγκης εξόδου από την μέχρι τότε κατάσταση, που συχνά ταυτίζεται με την καθυστέρηση. Οι αντιθέσεις που προκαλούν, εδώ ή εκεί, τέτοιες πρω­τοβουλίες φέρνουν, ακριβώς, στην επιφάνεια αντιθέσεις του κοινωνικού υποστρώματος, με άμεση αντιστοιχία προς το ιδεολογικό επίπεδο.

Τα στοιχεία που παραθέτω και ανα­λύω στην πρώτη αυτή ενότητα προέρχονται από τα πρακτικά του δημοτικού συμβουλίου Άργους, που ευτυχώς σώθηκαν από την καταστρο­φή του δημοτικού αρχείου η οποία ενεργήθηκε κατά καιρούς, και από την αποδελτίωση του τύπου της Αρ­γολίδας, που έχω ολοκληρώσει πριν μερικά χρόνια. Επιβοηθητικά, χρησιμοποίησα στοιχεία από τα περιηγητι­κά βιβλία του γιατρού Χ. Π. Κορύλλου και του Σπ. Παγανέλη, που πέρασαν από το Άργος λίγο μετά την οικοδό­μηση της αγοράς. Σε κύριο άρθρο της εφημερίδας «Άργος» εντοπίζουμε για πρώτη φορά την πληροφορία ότι ο δήμαρ­χος Καλμούχος πήρε την πρωτοβου­λία για την ανέγερση της αγοράς, την ανακαίνιση του δημαρχείου και την προσθήκη οικήματος σε αυτό (πρόκειται για το κτίριο προς ΒΑ, επί της οδού Βασ Σοφίας, όπου μέχρι πρόσφατα στεγαζόταν το «Οικονομι­κό» Γυμνάσιο). Γράφει το «Άργος»:

«Ο ημέτερος δήμαρχος κ. Καλμούχος από πολλού ήδη χρόνου μελετά και εργάζεται φιλοτίμως περί δημοτικών έργων προς εξυγίανσιν και ανάπτυξιν της πόλεως και του δήμου εν γένει (….) Όπως όλοι οι προοδευτικοί συμπολίται μας αναμολογούν και ο δήμαρχος εμβριθώς έγνω η πόλις μας έχει ανάγκην και συμφέρον μέγιστον να οικοδομηθώσι καταστήματα επί ασκεπών δημοτικών γηπέδων και δημοτική αγορά πάρα την πλατεία του στρατώνος, χάριν της καθαριότητος και αναπτύ­ξεως της πόλεως. Έργα όμως είνε αδύνατον να γίνουν άνευ χρημάτων και χρήματα δεν περισσεύουν προς τοιούτους σκοπούς εκ του προϋπολογισμού του Δήμου. Εν­τεύθεν παρίσταται ανυπέρβλητος η ανάγκη δα­νείου δρχ. 100 χιλ. ου οι τόκοι και χρεωλύσσια έσονται ελάσσονα των εκ των έργων αυτών δημοτικών προσόδων κατ’ ασφαλείς και θετικούς υπο­λογισμούς. Δια τούτο ο δήμαρχος αφού δια μηχανικού κα­τήρτισε τους αναγκαίους προϋπολογισμούς, ήλθεν εις συνεννοήσεις προς κεφαλαιούχους των Αθηνών και μετ’ αποτελέσματα των ενεργειών του ευάρεστα εισήγαγε το ζήτημα εις το δημοτικόν συμβούλιον κατ’ αυτάς. Δυστυχώς το δημοτικόν συμβούλιον ευρέθη εις πολύ παραδόξους διαθέσεις. Και οι μεν προτάσεις του δημάρχου εψηφίσθησαν, άτε ούσαι κοινωφε­λείς και κάλλισται, προς τιμήν της πλειοψηφίας του συμβουλίου εκ των 18 όμως συμβούλων ευρέθησαν 8 οίτινες ανέταξαν σφοδρά πείσμονα και εμπαθή αντίδρασιν εις ουδένα σπουδαίον λόγον στηριζομένην και ελαυνομένην εκ φατριατικού καθαρώς ανταγωνισμού. Το παράδοξον δε είνε, ότι η μειοψηφία ανεγνώρισε την χρησιμότητα των εν λόγω έργων απέκρουσεν όμως το δάνειον δηλ. ησπάσθη τον σκοπόν αλλ’ ηρνήθη τα μέσα της πραγματοποιήσεώς του».

Και το άρθρο του «Άργους» καταλή­γει τονίζοντας, ότι θα αποτελέσει «έγκλημα» κατά της πόλης και του μέλλοντός της η άρνηση παρομοίων ευεργετικών έργων, εκφράζοντας την ευχή ότι η δημοτική μειοψηφία δεν θα βρει υποστηρικτές στην πόλη. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το τό­τε «Άργος» (λίγα χρόνια αργότερα εκδόθηκε άλλη εφημερίδα, με τον ίδιο τίτλο) ήταν η πρώτη εφημερίδα, που εκδόθηκε σε λίγο – πολύ τακτά διαστήματα στην πόλη, και αρχισυντάκτη είχε τον προοδευτικό δικηγό­ρο και ιστορικό του νεότερου Άρ­γους Δημ. Βαρδουνιώτη.

Σε άλλη τοπική εφημερίδα στον «Αγαμέμνονα», και ενώ από την πλευρά του δημοτικού συμβουλίου είχαν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες για τη σύναψη δανείου, δημοσιεύτηκε ενάμιση μήνα αργότερα, επιστολή με αρχικά ονόματος (Γ.X.Μ.), όπου αποκηρύσσεται μετά βδελυγμίας το άρθρο του «Άργους», ως …υβριστικό, σε τόνο επιθετικό και δημαγωγι­κό δίχως στοιχεία που να τεκμηριώ­νουν πραγματικά τις αντιρρήσεις κατά της ανέγερσης της αγοράς.

Οι αντιρρήσεις αυτές στηρίζονται αόρι­στα στο ότι τα έσοδα από την αγορά θα είναι πολύ λιγότερα από το ποσό του δανείου και εκείνο των τόκων – τοκοχρεολυσίου το οποίο θα βαρύνει συνεχώς τα οικονομικά του Δή­μου. Επίσης θεωρείται ότι θα υπάρ­ξει αδυναμία καθαρισμού της αγο­ράς από έλλειψη «πηγαίου ύδατος». Και καταλήγει το άρθρο με υβριστική επίθεση κατά του Βαρδουνιώτη. Το «ύφος» και το «ήθος» αυτής της επί­θεσης θυμίζει έντονα, και μετά εκατό χρόνια εντελώς παρόμοια στάση της πλέον οπισθοδρομικής μερίδας της πόλης σε πρόσφατους αγώνες για την πολιτιστική της κληρονομιά και για τον εκσυγχρονισμό της. Αλλά θυ­μίζει βέβαια και ανάλογη στάση στις γενικότερες κομματικές διαμάχες της χώρας μας. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι οι αντιρρήσεις αυτές, που ασφαλώς ταυτίζονταν με εκείνες της δημοτι­κής αντιπολίτευσης στο θέμα, αγνο­ούσαν τις νεότερες εξελίξεις ως προς το δάνειο αλλά και προσπαθού­σαν να προκαταλάβουν την κοινή γνώμη ως προς την καθαριότητα.

Δεν βρήκαμε στις πηγές στοιχεία αλλά ξέρουμε καλά ότι στο κέντρο του δα­πέδου της αγοράς δημιουργήθηκε πηγάδι και επομένως, είχε βρεθεί νερό. Το πηγάδι αυτό σφραγίστηκε πρόσφατα και είναι εμφανέστατη η διάμετρός του από το τσιμεντένιο κλείσιμο του στομίου του. Ήδη, όμως το δημοτικό συμβούλιο είχε προχωρήσει σε τελική απόφαση για την οικοδόμηση και για σύναψη δανείου, με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Από τα πρακτικά της συνε­δρίασής του της Κυριακής, 17 Ιου­λίου 1888, μας γίνεται γνωστό ότι εί­χε προηγηθεί το με αρ. 80 «ψήφισμά» του, με το οποίο εντελλόταν ο δή­μαρχος να συνάψει δάνειο για τα εξής έργα: «κατασκευή δημοτικής αγοράς εν τη ενταύθα πλατεία του στρατώνος του ιππικού», «δημοτι­κών καταστημάτων ανατολικώς του δημαρχικού καταστήματος» και « σι­δηράς στοάς κατά την άνω λεγομένην της κύλεως αγοράν».

Στην ίδια συνεδρίαση ο δήμαρχος αναγ­γέλλει ότι ήρθε σε διαπραγματεύσεις με το διευθυντή της Εθνικής Τράπεζας στην Αθήνα οι οποίες και κατάληξαν σε συμφωνία για σύναψη δανείου 100.000 δρχ. με τόκο 7% και τοκοχρεολύσιο 1% ετησίως με εξόφληση του σε δυο δόσεις (1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου). Η πληρωμή των δόσεων αυτών προτεινόταν από το δήμαρχο να γίνεται με γραπτώς συνομολογούμενη υποχρέωση του ενοικιαστή δη­μοτικών φόρων όπως ήταν μέχρι και τότε θεσμικά δυνατό και συγκεκρι­μένα του φόρου « επί των εισκομιζομένων ωνίων» και του «δασμού επί των εμπορευμάτων». Με την ενοικία­ση των δημοτικών φόρων ο ανάδοχος ανελάμβανε, έτσι, την πληρωμή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων στο υπο­κατάστημα της Εθν. Τράπεζας, στο Ναύπλιο.

Το δημοτικό συμβούλιο έκανε δε­κτούς τους όρους αυτούς και έδωσε εντολή στο δήμαρχο κατά την ίδια συνεδρίασή του, να συνάψει το δά­νειο χρησιμοποιώντας ως υπεγγύηση τους παραπάνω δημοτικούς φό­ρους, αλλά για μετά την έκδοση της διακηρύξεως της μειοδοτικής δημο­πρασίας κατασκευής των τριών οικο­δομημάτων ώστε να αποφευχθεί η άμεση επιβάρυνση του Δήμου με πληρωμή τόκων. Η σύναψη του δανείου βρισκόταν υπό την έγκριση της Νομαρχίας.

 

Η αγορά στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, από δελτάριο με στοιχεία εκδότη «Satrap».

 

Από επικριτικό άρθρο του «Αγαμέ­μνονα», στο φύλλο που μνημονεύσαμε, μαθαίνουμε πρόσθετα ότι η από­φαση για την ανέγερση των κτιρίων λήφθηκε με ψήφους 10 προς 8, αλλά και ότι ο Νομάρχης ενέκρινε ταχύτα­τα τη σύναψη του δανείου όπως και κονδύλι 500 δρχ. για να καλυφτούν τα έξοδα του δημάρχου στην υπόθε­ση αυτή πράγμα που προκάλεσε ιδιαίτερα τη μήνυ του αρθρογράφου.

Ο «Αγαμέμνων» επανήλθε λαύρος, με δυο μεγάλα κύρια άρθρα του κατά της σύναψης του δανείου, επι­χειρηματολογώντας αντιφατικά υπέρ της ενέργειας άλλων και χρησιμότε­ρων έργων υποδομής στην πόλη και, ταυτόχρονα, υπογραμμίζοντας ότι ο Δήμος… δεν έχει χρήματα. Από τα άρθρα αυτά προέρχονται και τα πρόσθετα στοιχεία ότι το δάνειο ήταν δεκαετούς διαρκείας και ότι η ανέγερση των κτιρίων προβλεπόταν να ολοκληρωθεί σε τρία χρόνια.

 

Η διαδικασία για την ανέ­γερση και η ολοκλήρωση του κτιρίου

 

Από τα προηγούμενα δημοσιεύματα του «Αγαμέμνονα» μαθαίνουμε ότι υπήρχε «δημοτικός γεωμέτρης» (μη­χανικός) στο Δήμο, ο Πάνος Καραθανασόπουλος, ο οποίος «σχεδιαγραφούσε» για την κατασκευή της αγο­ράς και, μάλιστα, σε θέση όχι ακρι­βώς επί της πλατείας των Στρατώνων του Καποδίστρια. Από τις πηγές δε γίνεται διόλου σαφές ποιος εκπόνη­σε τα σχέδια για τα κτίρια και, μάλι­στα, της αγοράς η οποία, σύμφωνα με πρόχειρες εκτιμήσεις αρχιτεκτό­νων, ανάγεται σε τεχνοτροπία του Τσίλλερ. Έρευνες σε κατάλοιπα σχέ­δια του Τσίλλερ, στην Εθνική Πινακο­θήκη, δεν απέδωσαν αποτέλεσμα. Στα εναπομένοντα δημοτικά αρχεία του Άργους δεν υπάρχει, πλέον, κα­νένα σχετικό σχέδιο. Και είναι πολύ περίεργο το ότι ούτε στον τοπικό τύ­πο, ούτε και στα σωζόμενα πρακτικά συνεδριάσεων του δημοτικού συμ­βουλίου βρήκαμε την παραμικρή, έστω, νύξη για τον αρχιτέκτονα του έργου.

Τέλος Νοεμβρίου του 1888 έχει πε­ρατωθεί «πάσα προπαρασκευαστική εργασία προς κατασκευήν λαμπράς αγοράς εν Άργει», ενώ στο τέ­λος Δεκεμβρίου εξακολουθούσαν οι μειοδοτικές προσφορές, που είχαν φτάσει στα 16% για την αγορά και στα 17% για τα καταστήματα. Σε πρακτικό συνεδρίασης του δημοτι­κού συμβουλίου της 4 Ιανουαρίου 1889 βρίσκουμε ότι αποφασίστηκε η κατακύρωση του διαγωνισμού υπέρ του εργολάβου και τελευταίου μειο­δότη Αγγελή Σακκά, με προσφορά 17%, με εγγυητή τον Αργίτη Παντελή Σαγκανά (από τους ιδιοκτήτες του πρώτου σύγχρονου, για την εποχή ξενοδοχείου της πόλης «Των ξέ­νων», στην πλατεία του Αγ. Πέτρου, που λειτούργησε ανελλιπώς μέχρι πρόσφατα). Στην ίδια απόφαση μνη­μονεύεται και η τελική εγκριτική από­φαση του Νομάρχη για τα έργα με αριθμό 7778/1-10-1888.

Για άγνωστους λόγους και ενώ, κα­θώς φαίνεται είχαν αρχίσει τα έργα οικοδομής, σημειώνεται αλλαγή ερ­γολάβου και στον «Αγαμέμνονα» της 2-5-89 υπάρχει η είδηση ότι, « η κατα­σκευή της Νέας Αγοράς κατεκυρώθη αντί δρχ. 55.000 εις τον εκ Ναυ­πλίου εργολάβον κ. Βουγιούκαν, υποχρεούμενον να αποπερατώση αυ­τήν εντός 6 μηνών». Στο μεταξύ είχε αποπερατωθεί η κατεδάφιση «παρα­πηγμάτων λαχανοπωλείων εν τω χώρω των οποίων ανεγερθήσεται» η δημοτική αγορά και εγκρίνεται η εκ­ποίηση των υλικών τους.

 

Η αγορά πριν την αναστήλωση του 1988.

 

Έτσι, γίνεται γνωστό ότι στη θέση όπου οικοδομήθηκε η αγορά και επί της πλα­τείας των Στρατώνων είχαν προαναγερθεί εμπορικά παραπήγματα, σε δρόμο που από τότε μέχρι σήμερα εί­ναι από τους εμπορικότερους του Άργους (οδός Τσώκρη) και από τους λίγους όπου έχει διασωθεί μεγάλο μέρος της παραδοσιακής αρχιτεκτο­νικής, παρά τις «φιλότιμες» παραλή­ψεις της Επιτροπής Αρχιτεκτονικού Ελέγχου του ΥΠΕΧΩΔΕ και τις άδει­ες που έχει, προφανώς, παράσχει για ανέγερση ντουβαριών. Την 1η Μαΐου 1889 κατατίθεται ο θε­μέλιος λίθος της αγοράς, (ενώ λί­γες μέρες αργότερα δημοσιεύεται στον «Αγαμέμνονα» το εξής σχόλιο:

« Κατά την ανασκαφήν των θεμελίων της Νέας Αγοράς μας ανευρέθη αρχαίον πλατύ τείχος εκτισμένον δι’ ογκολίθων, το οποίον ο εργολάβος εξακολουθεί καταστρέφων διά δυναμίτιδος, προς χρησιμοποίησιν των λίθων».

Αν ο ευφάνταστος και αντιπολιτευόμενος τον Καλμούχο «Αγαμέμνων» υπερέβαλε, ίσως, προς τη χρήση….δυναμίτιδας, δε νομίζω να αποτελεί φανταστικό εφεύρημά του η είδηση για το τείχος: με το ξύσιμο, σε ορισμένα σημεία, των παλαιών σοβάδων ήρθε σε φως η λιθοδομή της αγοράς, όπου χρησιμοποιήθηκαν διαφόρων μεγεθών λίθοι, και μεταξύ τους βρίσκονται κάποιοι των διαστάσεων λίθων ογκώδους κατασκευής. Έρευνες, με ηλεκτρομαγνητική μέθοδο που ενήργησε ειδικός για λογαριασμό της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, με σκοπό τον εντοπισμό του αρχαίου τείχους του Άργους, φαίνεται να το εντοπίζει και στην περιοχή της Αγοράς – Στρατώνων. Η πληροφορία του «Αγαμέμνονα» δεν φαίνεται επομένως, να είναι ανακριβής. Ο Σπ. Παγανέλης, στο οδοιπορικό του εν μέρει, την υιοθετεί περνώντας από το Άργος κατά την εποχή που οικοδομείται η αγορά και γράφει συγκεκριμένα, δημιουργώντας και νέα παραλλαγή:

« Ο εργολάβος της εν τη πόλει ταύτη οικοδομουμένης δημοτικής αγοράς έγνω να χρησιμοποιήση δια την οικοδομήν αρχαιοτάτους ογκολίθους οίτινες εν σχήματι αρχαίου ιερού είχον ανευρεθή πάρα τινα αγρόν μικρόν απωτέρω του Άργους παρά τας όχθας του Χαράδρου ποταμού. Ευτυχώς φιλόμουσοι και φιλότιμοι πολίται κατόρθωσαν να ματαιώσωσι το κακούργημα και να σώσωσι, καθ’ α ήλπισαν, το ιερό η το ηρώον εκείνο όπερ ανασκάπτων τον αγρόν αυτού, εύρεν αγρότης τις και ούτινος τους λίθους εβουλεύθη να βεβηλώση και εξευτελίση ο εργολάβος, αγνοών ίσως τίνος κακού καθίστατο πρόξενος. Η θέσις, ένθα είχε ανακαλυφθή το ιερόν και το ιερόν τούτο, συμπίπτει προς την περιγραφήν, ην εν το ΚΕ’ κεφαλαίω των «Κορινθιακών» αυτού δίδωσιν ο Παυσανίας»(….) «Και τις οίδεν αν δεν το κατέστρεψαν. Εκφράζω δε μετ’ οδύνης τον φόβον τούτον διότι, ούτε έσπευσα εκεί, εις την υποδειχθείσαν θέσιν, μετά του ζηλωτού και υπέρ της αρχαίας παιδεύσεως και καλλιτεχνίας ενθουσιώντος χρηστού και φιλομούσου πολίτου κ. Δ. Βαρδουνιώτου, εφόρου του εν Άργει Μουσείου, ουδέ ίχνος του σεβασμίου οικοδομήματος εύρομεν, όπερ, κατά την από μνήμης περιγραφήν ιδόντων, αποτελείτο υπό του περιβόλου του ιερού, όστις ην ισόπλευρος εκ λευκού λίθου και άθικτος, εκ του διπλού ιερού εκ λίθου πορώδους χρώματος γης, αποτελουμένου, και εκ πολλαπλών σειρών λίθων αλλεπαλλήλως τεθειμένων».

Ο Παγανέλης ελεεινολογεί την αδιαφορία των δημοτικών αρχών και των πολιτών του Άργους για την καταστροφή του μνημείου και καλεί την Κυβέρνηση και την Αρχαιολογική Εταιρεία να παρέμβουν. Φυσικά, δε φαίνεται να δόθηκε συνέχεια στο πράγμα, οπότε πιθανόν και να διευκρινίζονταν πολλές λεπτομέρειες. Οι εργασίες για την αγορά συνεχίστηκαν. Πριν υψωθούν οι τοίχοι του κτιρίου, νέα εμπλοκή. Από σχόλιο του «Αγαμέμνονα» πληροφορούμαστε ότι ο φρούραρχος Άργους και διοικητής της στρατιωτικής μονάδας στους Στρατώνες του Καποδίστρια Μεντζελόπουλος, γνωστοποιεί στην Κυβέρνηση ότι ο δήμαρχος δίχως άδεια κατέλαβε μέρος της πλατείας των Στρατώνων και οικοδομεί την αγορά, παραγγέλλεται έρευνα στο Νομάρχη και αυτός, τελικά, αποφαίνεται ότι «καταπατάται μεν αληθώς η πλατεία του δημοσίου, παρεμποδίζονται τα γυμνάσια του ιππικού, το οποίον θα αναγκασθή να αναχωρήση του Άργους (επισείει την απειλή ο «Αγαμέμνων»), ασχημίζεται η πόλις, βλάπτονται τα μαγαζεία, απειλούνται νόσοι κλπ. (βοά και πάλι η εφημερίδα), αλλά πρέπει να υποκύψωμεν εις την θέλησιν του κ. δημάρχου διότι χάνει… την υποληψίν του και διότι… ό,τι έγινεν έγινε».

Το είπε μάλιστα και Γαλιστί, φέτα κομπλιού (fait accompli) (sic). Και το θέμα σταματά εδώ, και, βέβαια, ο στρατός παραμένει στους Στρατώνες μέχρι το…1968. Νέα εμπλοκή δημιουργείται από νέα αλλαγή του προσώπου του εργολά­βου. Από το με αρ. 150 πρακτικό της συνεδρίασης της 11 Ιουνίου 1889 του δημοτικού συμβουλίου, μαθαίνουμε ότι στις 16 Απριλίου ο Ν. Μπουγιούκας είχε υποβάλει αίτηση στο Δήμο και ζητούσε την υποκατάστασή του από τον εργολάβο Κωνστ. Θεωνά στον οποίο είχε εκχωρήσει συμβο­λαιογραφικά τα δικαιώματά του.

Το συμβούλιο αποφαίνεται ότι δια της αιτήσεως «ουδαμώς παραβλάπτονται τα συμφέροντα του Δήμου, αφού αι προς τον Δήμον υποχρεώσεις του εργολάβου Ν. Μπουγιούκα και του εγγυητού του μένουσιν ακέραιοι και αμετάβλητοι», και εγκρίνει την αντικατάσταση. Φαίνεται ότι ο Καλμούχος, γνωρίζον­τας καλά τα πνεύματα και την κακοβουλία, αποφάσισε να υπερβεί κάθε υπαρκτό και πιθανό εμπόδιο και, έτσι, από νέο σχόλιο του αιώνιου «Αγαμέ­μνονα» που γκρινιάζει και ελεεινολογεί, πληροφορούμαστε ότι «πάντες οι εργαζόμενοι εις την κατασκευήν έτερων καταστημάτων διέκοψαν την εργασίαν και εργάζονται αυτού» (στην αγορά). Και ήδη, το έργο προχωρεί προς το τέλος του, όπως φαίνεται από νέο σχόλιο της εφημε­ρίδας:

«Το κτίριο της νέας αγοράς βαίνει προς το τέλος του χάριν της ιστορίας των συγχρόνων πολιτικών μας πρέπει να αναγραφή εν τη εφημερίδι ταύτη ότι επί της στέγης ετέθησαν τα λεπτότερα και ευ­τελέστερα των ξύλων τα λεγόμενα καδρονάκια, ότι το ύψος του κτιρίου και των θυρών αυτού είναι κατά 25 εκατοστά του μέτρου χαμηλώτερον του εγκεκριμένου σχεδίου και ότι σκέψις εγένετο και απόφασις ελήφθη παρά τοις δημαρχικοίς όπως πληρωθώσιν εις τον εργολάβον 10.000 δραχμαί περιπλέον διότι δήθεν ζημιούται».

Η οικοδόμηση φαίνεται ότι ολοκλη­ρώθηκε προς το τέλος του 1889. Ο Χ. Κορύλλος, που επισκέφτηκε το Άρ­γος την εποχή εκείνη, κάνει λόγο για τη «νεόδμητον και αρκούντως ευρύχωρον δημοτικήν αγορά», ενώ σε νέο σχόλιο του «Αγαμέμνονα», της 2ας Μαΐου 1890. διαβάζουμε: «Προ δυο περίπου μηνών μεγαλόσχημος εξ Αθηνών επιτροπή αποτελουμένη υπό του κ. Σουλή και άλλων παρέλαβε την Νέαν Αγοράν της πόλεώς μας».

H εφημερίδα επαναλαμβάνει, όπως και σε μεταγενέστερο σχόλιό της, τις καταγγελίες για ευτελή υλι­κά και μείωση των προβλεπομένων από το σχέδιο υψών, τονίζοντας ότι « ελλείπει η δια πλακών επίστρωσίς τις» (παρατήρηση ακριβής) και ότι «αι στήλαι εκτίσθησαν εκ κοινού λίθου ενώ έπρεπε να κατασκευασθούν εκ Πεντελησίου μαρμάρου. Δια τούτο οι αρμόδιοι οφείλουν να δημοσιεύσουν τους όρους του σχεδίου και το πρακτικόν της παραδόσεως χάριν της υπολήψεώς των και προς άρσιν των υπονοιών του Κοινού». Πράγμα που δεν έγινε. Τέσσερα χρόνια αργότερα, η ίδια εφημερίδα επισημαίνει την έλλειψη αφοδευτηρίων στην αγορά, τα οποία έχουν υποκαταστήσει οι αίθουσες κάποιων καταστημάτων της.

 

Η σύγχρονη περιπέτεια της αγοράς

 

Νεοκλασική Αγορά Άργους

Η αγορά λειτουργεί μέχρι σήμερα χωρίς να έχουμε εντοπίσει κάποιες σαφείς πληροφορίες για έργα συντή­ρησής της επί ένα, περίπου, αιώνα. Γερνάει, σοβάδες πέφτουν, ακροκέ­ραμα ιδιοποιούνται, ενώ το 1972 ο Δήμος προχωρεί σε «αναμόρφωση» της πλατείας του Στρατώνα, κόβον­τας όλα τα αιωνόβια δέντρα, τσιμεντώνοντας τα πάντα και μετατρέποντας το χώρο μεταξύ Στρατώνων και αγοράς σε έρημο.

Την ίδια εποχή αρχίζει κάποια κίνηση για οικοδόμηση…«Διοικητηρίου» στο Άργος. Ως πρώτος «στόχος» επιλέγεται ο χώρος της αγοράς (ακολούθησαν εκείνος των Στρατώνων και, αργότερα, του Δημαρχείου. Απόηχος αυτός της κίνησης, υπό μορφή «παραπόνου» για­τί δεν επιτράπηκε η κατεδάφισή της, υπάρχει ακόμα και σε επίσημα έγγρα­φα του δημάρχου Δ. Μπόνη ( 1975-1978).  Οι συγκεκριμένες αυτές απειλές και πόθοι για κατεδάφιση του κτιρίου, οδήγησαν την Αρχαιολο­γική υπηρεσία Ναυπλίου να φρο­ντίσει για την προστασία του και, έτσι, την άνοιξη του 1974 κηρύχτηκε μνημείο.

Ό,τι, όμως, δεν κατάφεραν οι «κατεδαφιστές» άρχισε να επιτελείται από την κρατική αδιαφορία και τον πρω­τογονισμό της δημοτικής αρχής Άρ­γους ιδίως των δυο περιόδων της εκλογής του Γ. Πειρούνη αγροτικού εισοδηματία (1978-1986). Επανειλημμένα στον τοπικό τύπο επισημάνθηκε ότι ακόμα και τμήματα τοίχων και οροφών άρχισαν να καταρρέουν από έλλειψη συντή­ρησης, ενώ σε κάθε νέα ενοικίαση καταστήματος, και μέχρι σήμερα, κά­θε «ρέκτης» επιχειρηματίας ακολου­θεί δικό του «ρυθμό» αναστήλωσης, με αποτέλεσμα, το όλο κτίριο να πα­ρουσιάζει την εικόνα μιας μεγάλης κουρελούς.

Ο ίδιος ο Γ. Πειρούνης δεν παύει να «προγραμματίζει» αόριστα τη «συν­τήρηση και εξωραϊσμό της Δημοτικής Αγοράς», πριν ακόμα γίνει δήμαρχος. Αλλά και αρχίζει η «μεγάλη πο­ρεία» για την αναστήλωση, που συνε­χίζεται επί μια δεκαετία. Κλείνουμε αυτό το άρθρο με επισήμανση των κυριοτέρων «σταθμών» της, στηριζόμενοι αποκλειστικά σε επίσημα στοιχεία.

Τον Ιούνιο του 1977 δημοσιεύεται στον τοπικό τύπο ανακοίνωση του δημάρχου Δ. Μπόνη, όπου κατά λέξη αναφέρεται ότι, στο Υπουργείο Πολι­τισμού, « η μελέτη της γενικής ανακαινίσεως περατούται αυτή την εβδομάδα, το δε ύψος ταύτης ανέρ­χεται εις το ποσόν των 4.000.000 δρχ.» Ο τύπος εκφράζει φόβους για κατάρρευση του κτιρίου και ο δήμαρχος, με νέα επίσημη ανακοίνω­σή του και στο γνωστό του στιλ ανα­φέρει ότι « Ο Αρχιτέκτων κ. Τσουβές μας είπε ότι η μελέτη ολοκληρώθηκε και ανήλθε (sic) εις το ύψος των 7.000.000 και ήδη θα προωθηθή η με­λέτη δια να εγκριθή από αρμόδιο Συμβούλιο. Εμείς την ερχόμενη εβδομάδα θα ενεργήσουμε και πάλι δια την ταχείαν περαίωση του θέμα­τος».

Νεοκλασική Αγορά Άργους

Αρχές 1978 και τίποτε δεν έχει προ­χωρήσει, ενώ Αργίτες στέλνουν υπό­μνημα στο υπουργείο και ζητούν να αναστηλωθεί και το πηγάδι, στη μέση της αγοράς. Ο τότε υπουργός Πολιτι­σμού Γ. Πλυτάς, με έγγραφό του προς το Δήμο δηλώνει ότι δέσμευσε για το 1978, 3 εκατομμύρια για το έρ­γο αναστήλωσης αλλά τα οποία οφείλουν να απορροφηθούν μέχρι το τέλος του έτους (ο Δήμος είχε αναλάβει τα σχετικά συνεργεία) πράγμα που δημιουργεί απορημένα ερωτημα­τικά. Κάποιες αναστηλωτικές ερ­γασίες αρχίζουν, περνάει και το 1978, ενάμισι εκατομμύριο δαπανάται και τα έργα καρκινοβατούν, «δι αυτεπι­στασίας του Δήμου». Αποτελεί, στην προκειμένη περίπτωση, το παράδειγμα της Αγοράς του Άργους ένα λαμπρό στοιχείο για το τι σημαίνει «αποκέντρωση» – ξεφόρτωμα αρμο­διοτήτων σε πλάτες αναρμόδιων, ενώ οι κεντρικές υπηρεσίες εξακολου­θούν να είναι ανεπαρκείς. Επανει­λημμένα ο τύπος ρωτά, ο δήμαρχος κωφεύει και, τελικά, στο τέλος Μαΐου του 1979, σε συνέντευξή του δηλώνει κατά λέξη ότι επισκέφ­τηκε το Υπουργείο και ότι « ο λόγος της διακοπής ως είπον ήτο η έλλειψη μελέτης. Υποσχέθηκαν ότι θα αρχί­σουν εργασίες τον Απρίλιον ή Μάιον. Παρουσιάστηκε δυσκολία ειδικευμέ­νων τεχνιτών. Από πλευράς δημοτι­κής Αρχής εζητήθη η αναπαλαίωσις να γίνει από συνεργείο 15 τουλάχι­στον τεχνιτών και όχι με 2 η 3 άτομα, όπως το καλοκαίρι».

Φτάνουμε αισίως στο 1981, τόσο ο τοπικός όσο και ο αθηναϊκός τύπος, απηχώντας διαμαρτυρίες τοπικών συλλόγων, διαμαρτύρονται για τις κα­θυστερήσεις, κάποιες εργασίες ψιλοαρχίζουν για να ξανασταματήσουν γρήγορα, ενώ εξακολουθεί να μην υπάρχει η παραμικρή επίσημη ενημέρωση. Νέες διαμαρτυρίες συλ­λόγων, νέα έκκληση του δημάρχου και το Πάσχα του 1982 η νέα Υπουργός Πολιτισμού (Μελίνα Μερκούρη) κατεβαίνει αυτοπροσώπως στο Άργος και, μεταξύ άλλων υπόσχεται να περατωθούν τα έργα. Νέες δηλώσεις του δημάρχου κάνουν λόγο για πρόγραμμα σε δυο φάσεις ενώ ακόμα και στον αθηναϊκό τύπο δημοσιεύεται ανακοί­νωση του ΥΠ.ΠΟ., κατά την οποία διατίθεται κονδύλι 15 εκατομμυρίων για τα έργα αναστήλωσης. Νέες ελπίδες αλλά και δυσπιστία στο Άρ­γος αφού η «γούνα είναι», πια «καμμένη».

Στο μεταξύ, γίνονται αναμισθώσεις καταστημάτων, οπότε και ενεργούνται «αναστηλώσεις», κατά το δοκούν, δίχως να προκαλούν την παραμικρή δραστική επέμβαση των κρατικών υπηρεσιών, παρά τις καταγ­γελίες. Οι σχετικές κατασκευές χαρακτηρίζονται αυθαίρετες, αλλά παραμένουν ως έχουν μέχρι σήμερα. Μέχρι το τέλος του 1987 απραξία και αυθαίρετες νέες επεμβά­σεις, νέων ενοικιαστών, καταγγέλ­λονται συνεχώς και από κάθε πλευρά του τοπικού τύπου, δίχως κανένας να συγκινείται.

Από το 1986 εκλέγεται νέα δημοτική Αρχή, υπάρχει πλήρης «ομοψυχία» στο δημοτικό συμβούλιο και γι’ αυτό και για άλλα θέματα, ο νέος δήμαρ­χος Δημ. Παπανικολάου ξαναπαίρνει το δρόμο του ΥΠ.ΠΟ.. απ’ ό,τι εκεί­νος αναφέρει δεν υπάρχει ολοκλη­ρωμένη μελέτη στο Υπουργείο για αναστήλωση του κτιρίου, γίνεται πρόταση να σκεπαστεί η αγορά, στα κενά της, και το δημο­τικό συμβούλιο παίρνει απόφαση να ανατεθεί η πλήρης μελέτη αναστή­λωσης, σε συμφωνία και με οδηγίες του ΥΠ.ΠΟ., στον τοπικό αρχιτέκτονα Κώστα Μακρή, που μετείχε στη μελε­τητική ομάδα του ΥΠ.ΠΟ του 1978 για την αναστήλωση των Στρατώνων Καποδίστρια.

Πλήρης μελέτη, τό­σο αποτύπωσης όσο και αναστήλωσης του κτιρίου παραδόθηκε το Σεπτέμβριο και εγκρίθηκε από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεότερων Μνη­μείων του ΥΠ.ΠΟ., τον Οκτώβριο του 1988. Τελειώνουμε ένα μικρό ιστορικό χρο­νικό της οικοδόμησης και της τύχης ενός από τα σημαντικότερα κτίρια της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής στον ελλαδικό χώρο. Αν αυτό το άρθρο πήρε μια ασυνήθιστη έκταση, νομίζω ότι είναι χρήσιμο για να διαπι­στώσει από κοντά και με στοιχεία ο αναγνώστης από ποιους δαιδάλους, αντικειμενικούς και ψυχολογικών αντιδράσεων περνούσε η οικοδόμη­ση παρόμοιων κτιρίων, αλλά και από ποιους (και χειρότερους) λαβυρίν­θους αδιαφορίας, κρατικής αναποτε­λεσματικότητας, πολιτικής αναισθη­σίας και τοπικής ασχετοσύνης εξακο­λουθεί να περνά κάθε προσπάθεια για σύγχρονη συντήρηση παρόμοιων κτιρίων στην επαρχία.

  

Νεότερα στοιχεία για τη νεοκλασική Αγορά του Άργους

 

Ο Μάνος Μπίρης, αρχιτέκτων και Επίκουρος Καθηγητής στο ΕΜΠ, σε δικές του έρευνες, εντόπισε από άλλη πλευρά το ίδιο όνομα, δηλαδή του Πάνου Καραθανασόπουλου, και σε σχετικό σημείωμα που του ζήτησα να μου στείλει σημειώνει τα εξής:

«Απ’ όσο γνωρίζουμε, ο μηχανι­κός Πάνος Καραθανασόπουλος ήταν ένας από τους επιδέξιους χειριστές της «σχολής» του Τσίλλερ – ίσως και συνεργάτης του – και δυστυχώς δύο από τα πιο γνωστά έργα του στην Αθήνα δεν υπάρχουν πια. Το ένα ήταν το μεγάλο ξενοδο­χείο «Ακταίον» του Νέου Φαλή­ρου που κτί­σθηκε λίγο μετά το 1900 για τον τραπεζίτη I. Πεσματζόγλου, με όλα τα μορφολογικά χαρακτηρι­στικά της βιεννέζικης σχολής του αναγεννησιακού κλασικισμού. Το άλλο ήταν το μέγαρο της πολύ γνωστής στους παλαιούς Αθηναί­ους «Στοάς Πεσματζόγλου», ίσως λίγο μεταγενέστερο του πρώτου, που βρισκόταν επί της οδού Πανεπιστημίου, ακριβώς απέναντι από την Εθνική Βιβλιο­θήκη (στη δημοσιευόμενη φωτο­γραφία είναι το πολυώροφο κτί­ριο στο δεξιό άκρο).

Στο ισόγειό του στεγαζόταν το περίφημο φαρμακείο Δαμβέργη, και είχε μεγάλο τοξωτό θύρωμα της στοάς, πλαισιωμένο από κίονες. Βεβαίως η ταύτιση του έργου του Καραθανασόπουλου, και ιδιαίτε­ρα η σχέση του με το κομψό και λειτουργικό συγκρότημα της αγοράς του Άργους, απαιτεί πε­ρισσότερη έρευνα. Πάντως, η μορφολογία του κτιρίου καθώς και στοιχεία που ήδη ανέφερες στο άρθρο σου συγκλίνουν προς την άποψη ότι το κτίριο αυτό εί­ναι δημιούργημα του Αθηναίου μηχανικού» (Αθήνα, 31-3-1990).

Αυτά ως προς την αρχιτεκτονική του κτιρίου. Εκτός από τις φωτο­γραφίες που ευγενικά μου παρα­χώρησε ο κ. Μπίρης για το παρόν άρθρο, δημοσιεύεται σ’ αυτό προπολεμική φωτογραφία της Αγοράς, από ταχυδρομικό δελτά­ριο που είχε τυπώσει ο εγκατε­στημένος στο Άργος φωτογρά­φος Κυριακίδης (γνωστός με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «Απελ­λής»), την οποία μου παραχώρη­σε η αρχιτέκτων και φίλη κ. Μ. Αδάμη – την ευχαριστώ και από εδώ θερμά.

 

Προπολεμική φωτογραφία της Αγοράς, του φωτογράφου Κυριακίδη (Απελή).

 

Όπως είχα σημειώσει στο προη­γούμενο άρθρο μου, τα σχέδια για την αναστήλωση της Αγοράς συνέταξε ο Αργίτης αρχιτέκτο­νας Κώστας Μακρής. Τα σχέδια αυτά εγκρίθηκαν από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων του ΥΠ.ΠΟ. στο τέλος του 1988 και από τότε, με αυτεπιστασία του Δήμου Άργους, άρχισε να επιδιορθώνεται η στέγη του κτιρίου, με χρήση παλαιών κεραμι­διών.

 

Όψη οδού Τσώκρη. Σχέδιο – πρόταση Κώστα Μακρή

Όψη οδού Τσώκρη. Σχέδιο – πρόταση Κώστα Μακρή

 

Μόλις στις 10 Οκτωβρίου 1989, και μετά από δημοπρασία της 22 Αυγούστου 1989, υπογράφηκε μεταξύ του δημάρχου Άρ­γους και του αρχιτέκτονα του Άργους Παναγιώτη Αθ. Θεοφίλη σύμβαση «κατασκευής έργου» για τα έργα αναστήλωσης (αρ. πρωτ. Δήμου Άργους 10472). Τα έργα άρχισαν αμέσως.

Θα πρέπει να προσθέσω ακόμη ότι στο Κ. Σ. Νεωτέρων Μνημείων είχε υποβληθεί μελέτη κατα­σκευής σκέπαστρου στον εσωτε­ρικό, ακάλυπτο χώρο της Αγο­ράς, καθώς και επικάλυψης του δαπέδου της – και για τα θέματα αυτά, που είχαν τεθεί ευθύς με την αρχική κατασκευή του κτι­ρίου, παραπέμπω στο προηγού­μενο άρθρο.

 

Όψη παρόδου οδού Τσώκρη. Σχέδιο – πρόταση Κώστα Μακρή

 

Το Κ.Σ.Ν.Μ., με κατά πλειοψηφία απόφασή του της 8-2-1990, ενέκρινε την κατασκευή στεγάστρου αλλά όχι και τη μελέτη επίστρωσης με πλάκες του δα­πέδου (τα σχέδια και για τα δύο ήταν της αρχιτέκτονος Ερμίνας Λειβαδίτη – Θεοφίλη, για το στέ­γαστρο είχαν ληφθεί υπόψη υπο­δείξεις της Δ/νσης Αναστήλωσης Νεωτ. Μνημείων), για τον λόγο ότι «δεν προσαρμοζόταν στο ύψος και στις αναλογίες» του κτι­ρίου. Το Συμβούλιο δεν διατύπω­σε συγκεκριμένες συστάσεις ή υποδείξεις, όπως απεναντίας έκαμε για το στέγαστρο (σχετικό το έγγραφο της Δ/σης Πολιτιστι­κών Κτιρίων και Αναστηλώσεως Νεωτ. Μνημείων του ΥΠ.ΠΟ., με αριθμό 4703/175/ 5-3-1990).

Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο Πάνος Καραθανασόπουλος, από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες του τέλους του 19ου – αρχών του 20ου αιώνα, είχε αναλάβει την εκπόνηση του σχεδίου του Ιερού Ναού της Παναγίας της Ζωοδόχου Πηγής στο Κεφαλάρι, καθώς και τα σχέδια του κτιρίου της « Εμπορικής Σχολής» Άργους, δίπλα στο Δημαρχείο.

  

Πηγές


  • Βασίλης Δωροβίνης, «Η δημοτική νεοκλασική αγορά του Άργους (1889 -1989)», Περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες» τεύχος 29, Δεκέμβριος 1988.
  • Βασίλης Δωροβίνης, «Νεότερα στοιχεία για τη νεοκλασική Αγορά του Άργους», Περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες» τεύχος 35, Ιούνιος 1990.
  • Βασίλης Δωροβίνης, «Η νεοκλασική αγορά του Άργους / καταχρήσεις και χρήσεις», Εφημερίδα, « ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ», Δεκέμβριος 2008.
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις « Εκ Προοιμίου», Άργος, 2007.

Read Full Post »

Παπαδόπουλος Σπ. Δημήτριος (1889-1983)


 

Ο Αντιστράτηγος Δημήτριος Παπαδόπουλος γεννήθηκε στο Ναύπλιο στις 15 Δεκεμβρίου 1889 και ήταν δευτερότοκος γιος του εκ Καλαμάτας γενικού αρχιάτρου (συνταγματάρχη) Σπυρίδωνα Ι. Παπαδόπουλου (Καλαμάτα 2 Ιουλίου 1853 – Ναύπλιο 15 Δεκεμβρίου 1930) και της συζύγου του Ελένης (Ναύπλιο, 1857-1949), κόρης του Ναυπλιώτη ιερέα Νικ. Καμαριώτου [1]. Ο Σπυρίδων Ι. Παπαδόπουλος κατετάγη στην Στρατιωτική Υγειονομική Υπηρεσία το 1878 ως δόκιμος ανθυπίατρος, μετεκπαιδεύτηκε στο Παρίσι, έλαβε μέρος  στις μεθοριακές συμπλοκές του 1886, συμμετείχε στον Πόλεμο του 1897 [2] και διατέλεσε για πολλά χρόνια Διευθυντής του Στρατιωτικού Νοσοκομείου Ναυπλίου, που ήταν εγκατεστημένο από παλαιότερα στην Ακροναυπλία [3] (σήμερα σώζονται ελάχιστα ερείπια).

 

Το παλαιό Στρατιωτικό Νοσοκομείο, δεκαετία 1930.

 

Ο Σπυρίδων Παπαδόπουλος, αρχίατρος ήδη, αποστρατεύτηκε μετά από αίτησή του στις 6 Ιουλίου 1911, ανακλήθηκε όμως, κατά τους Πολέμους 1912-1913 και ανέλαβε την διεύθυνση της Υγειονομικής Υπηρεσίας της νεοσύστατης IV Μεραρχίας [4] και αργότερα των στρατιωτικών νοσοκομείων διακομιδής στην Φιλιππιάδα και μετά στην Καστοριά, στη συνέχεια δε του Επίτακτου Νοσοκομείου Αθηνών (Μέγαρο Αρσάκειου Εκπαιδευτηρίου), το οποίο διηύθυνε και μετά την λήξη του Δεύτερου Βαλκανικού Πολέμου. Για τις υπηρεσίες του κατά τους δυο Πολέμους προήχθη κατ’ εκλογή σε έφεδρο γενικό αρχίατρο (24 Μαρτίου 1914).

Ο Δημήτριος Παπαδόπουλος είχε μεγαλύτερο αδελφό τον Ιωάννη (Παρίσι 13 Ιουνίου 1887 – Πέτσοβο 15 Ιουλίου 1913), απόφοιτο της Στρατιωτικής Σχολής των Ευελπίδων (τάξη 1908), ο οποίος ως υπολοχαγός πυροβολικού σκοτώθηκε κατά τον Ελληνο-Βουλγαρικό Πόλεμο στη μάχη του Πετσόβου (Ύψωμα 1378) και μικρότερους,  τον Άγγελο (Καλαμάτα 1893 – Αθήνα 1973), λαμπρό νομικό, συγγραφέα, πάρεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας και Νομάρχη Αιτωλίας και Ακαρνανίας [5], και τον Αθανάσιο (Ναύπλιο 1900 – Αθήνα 1971), πλοίαρχο γιατρό Π.Ν., καθώς και δυο αδελφές.

Ο Δημήτριος Παπαδόπουλος μαθήτευσε στα σχολεία της πόλης, κατετάγη στην Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων στις 10 Οκτωβρίου 1907 και μετά πενταετείς σπουδές απεφοίτησε ως ανθυπολοχαγός πυροβολικού στις 26 Ιουνίου 1912. Μετείχε των Βαλκανικών Πολέμων ως ουλαμαγός πεδινού πυροβολικού (3η Πυροβολαρχία της I Μοίρας του 2ου Συντάγματος Πεδινού Πυροβολικού: διοικητής συνταγματάρχης πυροβολικού Λεωνίδας Παρασκευόπουλος).

Μετά την λήξη των Πολέμων προήχθη σε υπολοχαγό (25 Σεπτ. 1913) και τιμήθηκε με τον Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος (1 Ιαν. 1915). Ακολούθως προήχθη σε λοχαγό β’ (25 Μαρτ. 1915), σε λοχαγό α’ (5 Οκτ. 1915) και σε ταγματάρχη (13 Δεκ. 1917). Στη συνέχεια μετείχε του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (Μακεδονικό Μέτωπο) ως διοικητής μοίρας ορειβατικού πυροβολικού (τιμήθηκε τότε με τον ελληνικό, τον γαλλικό και τον βελγικό Πολεμικό Σταυρό), της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ως διοικητής μοίρας πεδινού πυροβολικού και ακολούθως μοίρας ορειβατικού πυροβολικού, και τιμήθηκε με το Χρυσό Αριστείο Ανδρείας.

Αντισυνταγματάρχης από τις 26 Αύγουστου 1923, θεωρήθηκε ότι μετείχε του «αντιπλαστηρικού» κινήματος που εκδηλώθηκε σχεδόν αμέσως το 1923, από τους φιλελεύθερους (βενιζελικούς) υποστράτηγους Γεώργιο Λεοναρδόπουλο (1867-1936) και Παναγιώτη Γαργαλίδη (1870-1948), με αποτέλεσμα να αποταχθεί μετά από Απόφαση της Επανάστασης στις 28 Νοεμβρίου 1923 και να παραμείνει εκτός στρατεύματος μέχρι τις 2 Ιουνίου 1927, όταν βάσει Ψηφίσματος της Βουλής των Ελλήνων (20/22 Δεκεμβρίου 1926) αποφασίστηκε περιορισμένη αποκατάσταση των για πολιτικούς λόγους απομακρυνθέντων αξιωματικών [6].

Αφού ανακλήθηκε, στις 2 Ιουνίου 1927 [7], προήχθη σε συνταγματάρχη στις 31 Δεκεμβρίου 1927 αναδρομικά από 18 Σεπτεμβρίου 1925, από τότε δηλαδή που είχαν προαχθεί νεότεροί του, και φοίτησε στο Κέντρο Ανώτερης Στρατιωτικής Εκπαίδευσης (Αθήνα), κέντρο σπουδών που συστήθηκε ειδικά μετά  από πρόταση της γαλλικής Στρατιωτικής Εκπαιδευτικής Αποστολής με σκοπό την γενική θεωρητική προπαρασκευή των συνταγματαρχών δια τον βαθμό του υποστρατήγου, καθώς και στο Κέντρο Ανώτερων Στρατιωτικών Σπουδών (Γαλλία-Βερσαλλίες).

Ως συνταγματάρχης διετέλεσε διοικητής συντάγματος πυροβολικού, Αρχηγός Πυροβολικού του Β’ Σώματος Στρατού και Διευθυντής Πυροβολικού στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Στο βαθμό του υποστρατήγου προήχθη την 21η Μαρτίου 1934 και υπηρέτησε ως Αρχηγός Πυροβολικού του Α’ Σώματος Στρατού (Αθήνα, 1934-1935), ως διοικητής μεραρχίας (1935-1938), και ως Επιθεωρητής (Αρχηγός) Πυροβολικού (Αθήνα, 1938-1939). Σε αντιστράτηγο προήχθη την 30η Ιανουαρίου 1940 και τοποθετήθηκε Διοικητής του Β’ Σώματος Στρατού, με έδρα την Λάρισα.

Στον Πόλεμο 1940-41, το Β’ Σώμα Στρατού επί διοίκησης  Δημ. Παπαδόπουλου (επιτελάρχης ο συνταγματάρχης πεζικού Δημήτριος Μαχάς, 1893-1975) υπαγόταν αρχικά, δηλ. μεταξύ 30ης Οκτωβρίου και 30ης Νοεμβρίου 1940, στο Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (αντιστράτηγος Ιω. Πιτσίκας, 1881-1975), ακολούθως, δηλ. μεταξύ 30ης Νοεμβρίου 1940 και 11ης Φεβρουαρίου 1941, στο Γενικό Στρατηγείο, και τέλος, μεταξύ 12ης Φεβρουαρίου και 5ης Μαρτίου 1941, στο νεοσύστατο Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου (αντιστράτηγος Μάρκος Δράκος, 1888-1975). Υπό το Β’ Σώμα Στρατού υπήχθησαν διαδοχικά και κατά διαστήματα μέχρι το τέλος των επιχειρήσεων επτά μεραρχίες (I, IV, V, VI, XI, XV, XVII) και δυο ταξιαρχίες (V, Ιππ.) [8].

Υπό την ευθύνη και την ανώτερη διεύθυνση του Β’ Σώματος Στρατού διεξήχθησαν οι επιχειρήσεις Πίνδου και επετεύχθη η απώθηση των ιταλοαλβανικών στρατευμάτων στον κεντρικό τομέα και εν συνεχεία οι επιθετικές επιχειρήσεις που απέληξαν στην κατάληψη της Ερσέκας και της Μπόροβας (21 Νοεμβρ.), της Πρεμετής (5 Δεκ.), της γραμμής Τσερεβόντε – Ντομπρούσια (26 Δεκ.), του κόμβου της Κλεισούρας (Ιαν. 1941) και της κορυφογραμμής της Τρεμπεσίνας (Ιαν. 1941) [9]. Ενώ προπαρασκευαζόταν ή βρισκόταν σε εξέλιξη σχεδιασθείσα από το Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου κοινή επιθετική ενέργεια των Α’ και Β’ Σωμάτων Στράτου και ενώ αναμενόταν από ώρα σε ώρα η «Μεγάλη Εαρινή Επίθεση» των ιταλικών στρατευμάτων με κύριο άξονα τον κεντρικό τομέα στο Μέτωπο της Βορείου Ηπείρου, συνεκλήθη (5 Μαρτίου) σύσκεψη των αντιστράτηγων στην Αθήνα και στο Γενικό Στρατηγείο.

Ο Διοικητής του Α’ Σώματος Στρατού αντιστράτηγος Γεώργιος Κοσμάς (1884-1964), ο οποίος μετείχε στην εν λόγω σύσκεψη, περιέγραψε στο βιβλίο του: Ελληνικοί Πόλεμοι τα διατρέξαντα [10]. « Συγκεκριμένως εζητήθη τότε η γνώμη των αντιστρατήγων περί του δέοντος γενέσθαι εν περιπτώσει παραλλήλου γερμανικής επιθέσεως. Ταύτα εν συνεχεία συσκέψεων και συζητήσεων της ελληνικής ανωτάτης πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας μετά των αφιχθέντων εις Αθήνας Βρετανών πολιτικών και στρατιωτικών. Ας σημειωθή ότι το περιεχόμενον των ελληνοβρετανικών πολιτικών συζητήσεων μόλις προσφάτως εγνωστοποιήθη» (1980) [11].

Πορεία μεταγωγικών του στρατού στον ποταμό Δεβόλη. Φωτογραφία, Δημήτρης Χαρισιάδης. Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

Οι αντιστράτηγοι Μ. Δράκος, Δ. Παπαδόπουλος και Γ. Κοσμάς, όταν και αυτοί ρωτήθηκαν, φέρεται ότι εξέφρασαν την γνώμη ότι εν όψει γερμανικής επίθεσης θα ήταν σκοπιμότερο να μη βρίσκεται επί ελληνικού εδάφους βρετανική ένοπλη δύναμη και μάλιστα τόσον ασθενής ώστε μόνον ευκαιρία και δικαιολογία για την επιτιθέμενη Γερμανία να συνιστά. Αντιθέτως θα έπρεπε να αφεθούν μόνες οι ελληνικές δυνάμεις να αποκρούσουν την γερμανική επίθεση και να πέσουν επί του πεδίου της μάχης και της τιμής προ του κολοσσιαίου σε αριθμό και μέσα επιτιθέμενου, αλλά να έχουν στερήσει αυτόν από «πάσης» δήθεν διπλωματικής ή πολεμικής δικαιολογίας. Έτσι κι αλλιώς η βρετανική συμβολή, στερημένη ικανής αεροπορικής υποστήριξης, δεν επρόκειτο να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια.

Βεβαίως, η βρετανική σκέψη ήταν διαφορετική. Αν πραγματοποιείτο το σχέδιο έγκαιρης υποχώρησης των ελληνικών δυνάμεων από την Βόρειο Ήπειρο, την άνω του Αλιάκμονος Δυτική Μακεδονία και την λοιπή Μακεδονία και Θράκη αμαχητί (εγκαταλείποντας στην τύχη τους ελληνικά εδάφη και πληθυσμούς) και συγκέντρωσής τους στην περιοχή των Τεμπών για να αμυνθούν και να δημιουργήσουν για σύντομο μόνο διάστημα σταθερό μέτωπο, όπως κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (υπό τελείως όμως διαφορετικές συνθήκες), οι Βρετανοί θα ήσαν ικανοποιημένοι επιτυγχάνοντες εν συνεχεία σταδιακή υποχώρησή τους μέχρι του Ταινάρου (όπου θα εγκαταλείποντο τα ελληνικά στρατεύματα), γιατί θα κέρδιζαν και ημέρες ακόμη έναντι της επίθεσης του Άξονα κατά της Αλεξάνδρειας. Λόγω του απερίγραπτου φόβου από την προέλαση των γερμανοϊταλικών στρατευμάτων υπό τον στρατάρχη Erwin Rommel (1891-1944) [12]στην Αίγυπτο και της πιθανής προσβολής της περιοχής των πετρελαίων και των Ινδιών από Βορρά (Καυκάσου) και Δυσμών, επιθυμούσαν οι Βρετανοί την παράταση των ελληνοϊταλικών επιχειρήσεων με κάθε θυσία.

Περί των θεμάτων αυτών βρίθουν συνταρακτικών πληροφοριών οι σελίδες του βιβλίου του στρατηγού Γεωργίου Κοσμά, αλλά και οι δημοσιευθείσες αναμνήσεις του Πρίγκηπα Πέτρου (1908-1980) [13], λοχαγού τότε, συνδέσμου του Γενικού Στρατηγείου μετά των εν Ελλάδι Βρετανικών στρατιωτικών Αρχών. Εν πάση περιπτώσει και εν συνεχεία των διατυπωθεισών γνωμών τους οι αντιστράτηγοι Μ. Δράκος, Δ. Παπαδόπουλος και Γ. Κοσμάς θεωρήθηκαν ως διαφωνούντες προς τις απόψεις του Γενικού Στρατηγείου, αντικαταστάθηκαν αψυχολόγητα και επιβλαβώς την 6η Μαρτίου κατόπιν διαταγής τούτου και ετέθησαν κατά την 7η Μαρτίου 1941 σε αυτεπάγγελτη αποστρατεία [14].

Ουσιαστικά αποκεφαλίσθηκε η ανώτατη ηγεσία του κεντρικού τομέα δυο ημέρες προ της εκδήλωσης της αναμενόμενης ιταλικής Εαρινής Επίθεσης. Ευτυχώς άλλοι, ικανότατοι επίσης, Έλληνες στρατηγοί, οι οποίοι αντικατέστησαν τους αποστρατευθέντες, μετά σκληρό βεβαίως αγώνα, συνέτριψαν τις ιταλικές δυνάμεις και εξευτέλισαν τις διοικήσεις τους. Την διοίκηση του Β’ Σώματος Στρατού ανέλαβε ως διοικητής της III Μεραρχίας ο υποστράτηγος Γ. Μπάκος (1892-1945), με επιτελάρχη τον συνταγματάρχη πεζικού Θρασ. Τσακαλώτο (1897-1989). Οι τρεις αποστρατευθέντες στρατηγοί επανήλθαν στην ενεργό δράση την 20η Μαΐου 1941 μετά από απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας υποστράτηγου Γ. Μπάκου [15]. Λίγο αργότερα ο Δ. Παπαδόπουλος τοποθετήθηκε Πρόεδρος του Ανωτάτου Στρατιωτικού Συμβουλίου, το οποίο ανέλαβε τις κρίσεις των μετασχόντων του Πολέμου αξιωματικών.

Ο Δ. Παπαδόπουλος επί Κατοχής αποτέλεσε ιδρυτικό μέλος της συσταθείσης την 20η Μαΐου 1943, από τον τέως Αρχιστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο και την ανώτατη ηγεσία του Πολέμου, αντιστασιακής Οργάνωσης «Στρατιωτική Ιεραρχία» (πλην του αντιστράτηγου Μάρκου Δράκου, ο οποίος δήλωσε απλώς ιδεολογική συμπαράσταση [16], καθώς και αυτών που ανέλαβαν καθήκοντα υπουργού αντιστράτηγων Γ. Τσολάκογλου (1886-1948) και Π. Δεμέστιχα (1885-1960), μη κληθέντων) [17]. Η Οργάνωση εντός ελάχιστου χρόνου απετέλεσε σπουδαίο έργον. Εν τούτοις η σύσταση αυτής δεν ήταν αρεστή στους παράγοντες που βρίσκονταν στη Μέση Ανατολή.

Το έργο της εν λόγω αντιστασιακής Οργάνωσης ανεστάλη απότομα, γιατί μετά από ένα δίμηνο ακριβώς (20 Ιουλίου 1943), άγνωστο από ποιόν καταδοθέντες, συνελήφθησαν υπό των Γερμανικών Αρχών Κατοχής οι μετέχοντες της διοίκησης της Οργάνωσης πέντε αντιστράτηγοι (πλην του Δ. Παπαδόπουλου) και μεταφέρθηκαν στη Γερμανία, όπως είναι γνωστό [18]. Ο λόγος για τον οποίο ο Δ. Παπαδόπουλος δεν συνελήφθη δεν είναι ευρύτερα γνωστός. Βεβαίως τελούσε υπό συνεχή παρακολούθηση. Προφανώς αφέθηκε ως «δόλωμα», ώστε μέσω των κινήσεων του, αφού αυτός παρέμεινε κατά το Καταστατικό ως Αρχηγός της Οργάνωσης, να διαπιστωθεί ο αμέσως επόμενος κύκλος ηγετικών προσώπων.

Υποψιαζόμαστε ότι η σύλληψη των πέντε αντιστράτηγων πρέπει να συσχετισθεί προς τα επακολουθήσαντα εσωτερικά γεγονότα, αναρωτιόμαστε δε μήπως η σύλληψη αυτή προκλήθηκε χάριν τούτων. Το θέμα δεν είναι του παρόντος. Πρέπει να ερευνηθεί. Βέβαιο είναι ότι η Οργάνωση συνέχισε να δρα με αρχηγό τον Δ. Παπαδόπουλο και επιτελάρχη τον τέως μέραρχο υποστράτηγο Κωνσταντίνο Παπακωνσταντίνου (1885-1973), με βοηθό του Αρχηγού τον τότε αντισυνταγματάρχη πυροβολικού και κατόπιν αντιστράτηγο, λόγιο στρατιωτικό, Ξέρξη Λίβα (1899-1965) [19], καθώς και ότι η δομή της συνέβαλε σπουδαία στην στελέχωση και την δράση της συγχρόνως με την αποχώρηση των Γερμανικών Στρατευμάτων, εκδηλωθείσης επίσημα Στρατιωτικής Διοίκησης Αττικής, υπό τον τότε υποστράτηγο (και κατόπιν αντιστράτηγο) Παναγιώτη Σπηλιωτόπουλο (1891-1962) [20].

Όπως και αν έχουν τα πράγματα, μετά την εγκατάσταση της εν αποδημία Κυβέρνησης στην  Αθήνα και κατά τις αρχές Μαρτίου 1945, όλοι πλην ενός (Μάρκου Δράκου) οι αντιστράτηγοι της Νίκης και πάντες πλην τριών οι μάχιμοι υποστράτηγοι, ετέθησαν από την τότε Κυβέρνηση Νικ. Πλαστήρα εις τον Πίνακα Β’, δηλαδή τον Πίνακα των εκτός ενεργείας και οργανικών θέσεων αξιωματικών, εν αναμονή της αποστρατείας των (5 Μαρτίου 1945).

Μερικοί απ’ αυτούς βρισκόντουσαν ακόμη ως όμηροι στη Γερμανία, όπως οι αντιστράτηγοι Κ. Μπακόπουλος, Π. Δέδες και Γ. Κοσμάς και ο υποστράτηγος Β. Βραχνός, άλλοι δε είχαν ήδη σκοτωθεί κατά τα Δεκεμβριανά [21]. Ασφαλώς η πράξη αυτή (συνδεόμενη πολιτικά προς την συμμετοχή ή την συμπάθεια των παραμερισθέντων το 1945 στο «αντιπλαστηρικό» Κίνημα του 1923) θα ικανοποίησε τους ηττημένους Ιταλούς στρατηγούς του 1940-41, αν πληροφορήθηκαν, βεβαίως, τα διατρέξαντα, και θα εξέπληξε και θα εκπλήσσει κάθε αντικειμενικό ιστορικό κριτικό. Ηένταξη στον Πίνακα Β’ ακυρώθηκε αργότερα, αλλά το γεγονός δεν συνοδεύτηκε και με ανάθεση καθηκόντων στους δικαιωθέντες, τούτο δε για πολιτικούς λόγους αναγόμενους στις αντιλήψεις της εποχής.

Ο αντιστράτηγος Δημήτριος Παπαδόπουλος αποστρατεύθηκε τελικά την 13η Μαΐου 1946 [22]. Τιμήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό α’ τάξης (4 Μαρτίου 1941), το Μετάλλιο Εξαίρετων Πράξεων (30 Οκτωβρίου 1945) και με το Χρυσό Αριστείο Ανδρείας (30 Οκτωβρίου 1945). Ως απόστρατος τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Γεωργίου Α’ μετά ξιφών (4 Ιανουαρίου 1947) για την εν γένει προσφορά του κατά τον Πόλεμο και την Κατοχή. Επίσης κρίθηκε ως επαξίως διοικήσας μεγάλη μονάδα κατά τον Πόλεμο 1940-1941 και έτυχε ισοβίως ειδικής σύνταξης (ίσης προς τον μισθό ενεργείας). Εν συνεχεία έζησε αφανώς ως ιδιώτης. Κάτοχος της γαλλικής, της αγγλικής και της γερμανικής γλώσσας, αφιερώθηκε στην μελέτη [23].

Απεβίωσε στην Αθήνα την 5η Δεκεμβρίου 1983, κηδεύθηκε (όχι δημοσία δαπάνη) στον Ιερό Ναό των Αγίων Θεοδώρων του Α’ Δημοτικού Νεκροταφείου Αθήνας και ενταφιάστηκε στο Δημοτικό Νεκροταφείο Ναυπλίου, στην πόλη όπου γεννήθηκε. Ο Δημήτριος Παπαδόπουλος είχε νυμφευθεί στο Ναύπλιο την Μαρία Βαζιργιατζίκη από την Μακεδονία. Παρέμεινε άτεκνος. Στο Ναύπλιο δόθηκε το όνομα του πρόσφατα σε οδό της πόλης. [24]

 

 

Υποσημειώσεις


[1] Η Ελένη Παπαδοπούλου ήταν εγγονή του επίσης ιερέα Παναγιώτου Καμαριώτου (Τρίπολη 1785 – Ναύπλιο 1853), ενταφιασμένου όπισθεν και αριστερά του Ιερού Ναού του Γενεσίου της Θεοτόκου στο Ναύπλιο. Ο Παν. Καμαριώτης, καθώς και ο γιος του Νικ. Καμαριώτης, υπήρξαν εφημέριοι του Ναού τούτου (ο δεύτερος μεταξύ 1855 και 1887). Αλλά και ο γεν. αρχίατρος Σπυρίδων Παπαδόπουλος ήταν γιος ιερέα, του Παπα-Ιωάννου Σπυρίδωνος Παναγιωτόπουλου από τα Σωτηριάνικα Οιτύλου, που έχει ταφεί  στον Ιερό Ναό της Υπαπαντής της Καλαμάτας. Και οι δυο οικογένειες εγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιο και τα μέλη των πολιτογραφήθηκαν Ναυπλιείς.

[2] Ως γιατρός του 8ου Συντάγματος Πεζικού (Ναυπλίου) στο Μέτωπο της Θεσσαλίας. Βλ. Εκθεσις της A.B.Υ. του Διαδόχου επί των πεπραγμένων του Στρατού Θεσσαλίας κατά την εκστρατείαν του 1897, υποβληθείσα εις το Υπουργείον των Στρατιωτικών (Πιστοτάτη ανατύπωσις της Επισήμου Εκθέσεως του Διαδόχου), Εν Αθήναις 1899, σελ. 584. Στην ανατύπωση αυτή και όχι στην πρωτότυπη (μετά παραρτημάτων) έκδοση παραπέμπουμε λόγω της σπάνιος της τελευταίας και της δυσκολίας του αναγνώστη να συμβουλευθεί αυτήν.

[3] Το Νοσοκομείο τούτο ανασυγκροτήθηκε επί του Φρουρίου της Ακροναυπλίας επί ανωτέρας διοίκησης των τακτικών στρατευμάτων υπό του τότε συνταγματάρχη Karl von Heideck. Tο Νοσοκομείο στεγάστηκε σε παλαιό ερείπιο που βελτιώθηκε για τον σκοπό αυτόν. Βλ. σχετικώς εν Α. Μάμουκα, Τα κατά την Αναγέννησιν της Ελλάδος, τομ. ΙΑ’, Εν Αθήναις 1852, σελ. 610-611. Σώζονται μέχρι σήμερα ερείπια του, σε πλήρη εγκατάλειψη.

 [4] Η IV Μεραρχία συγκροτήθηκε τον Ιανουάριο 1912 σύμφωνα με τον Νόμο Γ’^Ε’ (3995) της 7ης Ιανουαρίου 1912 περί συνθέσεως του ενεργού στρατού ( Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Α’ 15(17 Ιαν. 1912), σελ. 82) και το Βασ. Διάταγμα της 7ης Ιανουαρίου 1912 περί εκτελέσεως του Νόμου Γ ^ h Ε’ /1912 ( Εφημερίς της Κυβερ­νήσεως, φ. Α’ 60 (15 Φεβρ. 1912), σελ. 377-422). Διοικητής της IV Μεραρχίας κατά τους Πολέμους 1912-1913 ήταν ο υποστράτηγος πυρ. Κωνσταντίνος Μοσχόπουλος (1853-1942), αργότερα αντιστράτηγος. Για την δράση της IV Μεραρχίας και των μονάδων της βλ. προχ. Γ.Ε.Σ./Δ.Ι.Σ., Επίτομη Ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913, Εν Αθή­ναις 1987. Η IV Μεραρχία αποκλήθηκε «Πτερωτή» (κατ’ άλλους «Σιδηρά») λόγω της ταχείας προέλασής της. Η δράση της IV Μεραρχίας και κατά τις επιχειρήσεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, της Μικρασιατικής Εκστρατείας και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξε λαμπρά. Σήμερα εδρεύει στην Τρίπολη. Φερώνυμος του Κ. Μοσχοπούλου οδός στο Ναύπλιο δεν υπάρχει.

 [5] Στον Άγγελο Σπ. Παπαδόπουλο οφείλεται και η στην ελληνική γλώσσα μετάφραση του διαπρεπούς νομικού Walter G. Jellinek (1885-1955) έργου του: Εισαγωγή εις το Διοικητικόν Δίκαιον (μετά σχολίων και προσθηκών περί του εν Ελλάδι κρατούντος δημοσίου δικαίου και της περί αυτού ελληνικής νομολογίας), Εν Αθήναις 1939, και Του Αυτού, Διοικητικόν Δίκαιον, τομ. Β’, τεύχ. 1ον, Εν Αθήναις 1944, και τομ. Β’, τεύχ. 2ον, Εν Αθήναις 1955. Ο γράφων χαίρει γιατί έχει στο νομικό τμήμα της βιβλιοθήκης του το βιβλίο τούτο με αφιέρωση του παλαιού συναδέλφου Άγγελου Σπ. Παπαδόπουλου.

[6] Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Α’ 440 (27 Δεκ. 1926), σελ. 3463-3464.

[7] Πρ. Διάταγμα της 2ας Ιουνίου 1927, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Γ’ 102 (2 Ιουν. 1927), σελ. 491. Ο Δημ. Παπαδόπουλος κατετάγη στον Πίνακα Α’ (επαναφερομένων στην ενέργεια).

[8] Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον Δεύτερον Παγκόσμιον Πόλεμον. Το τέλος μιας Εποποιίας. Απρίλιος 1941, Εν Αθήναις 1959, σελ. 313-316.

[9] Βλ. ανωτ. υποσημ. 8.

[10] Βλ. αντιστρατήγου Γ. Κοσμά, Ελληνικοί Πόλεμοι, Εν Αθήναις 1967, σελ. 69-72.

[11] Υπ. Εξωτερικών, 1940 – 41. Ελληνικά Διπλωματικά Έγγραφα, Εν Αθήναις 1980.

[12] Βλ. προχείρως Hans Gert von Esebeck, Ρόμμελ. Το γερμανικόν AfricaKorps, μετάφρ. Γ. Κ. Γαζή, Εν Αθήναις 1958. Η περί του Ρόμμελ και της πολεμικής δραστη­ριότητάς του βιβλιογραφία είναι μεγάλη.

[13] Πρίγκηπος Πέτρου, Ημερολόγια Πολέμου 1940-1941, Α’, ‘Εν Αθήναις 1997, εκδ. Ιδρύματος Γουλανδρή-Χόρν.

[14] Βλ. αντιστράτηγου Θρασ. Ι. Τσακαλώτου, 40 Χρόνια Στρατιώτης της Ελλά­δος, τόμ. Α’, Εν Αθήναις 1960, σελ. 160-164.

[15] Βλ. Νομ. Διάταγμα υπ’ αριθμ. 63 της 15ης Μαΐου 1941, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Α’ 171 (15 Μαΐου 1941), σελ. 826-827.

[16] Ο αντιστράτηγος Μ. Δράκος, γόνος σημαντικού οίκου της Ηπείρου, διακριθέν­τος κατά τους Αγώνες του Έθνους, ήταν κατ’ ουσία σύγχρονος του Αλ. Παπάγου. Προήχθη σε υποστράτηγο μετά τρίμηνο από της αντίστοιχης προαγωγής του Παπάγου και σε αντιστράτηγο μετά απ’ αυτόν. Προφανώς δεν λησμόνησε ότι όσο διαρκούσε ο πόλεμος άδικα αποστρατεύθηκε και δεν επιθυμούσε προσωπική συνεργασία μετά του εν απο­στρατεία πλέον τέως Αρχιστράτηγου.

[17] Βλ. Γ. Κοσμά, Ελληνικοί Πόλεμοι, σελ. 72-74.

[18] Βλ. αντιστρατήγου Κ. Θ. Μπακοπούλου, Η ομηρία των πέντε αντιστρατήγων. Η ζωή των – Στρατόπεδα συγκεντρώσεως, Εν Αθήναις 1948. Βλ. και Γ. Κοσμά, Ελλη­νικοί Πόλεμοι, σελ. 72-75.

[19] Βλ. υποστρατήγου Ξ. Λίβα, Η Αιγηίς, Κοιτίς των Αρείων και του Ελληνισμού, Εν Αθήναις 1956.

[20] Βλ. συνταγματάρχου Κ. Β. Κοζάνη, Θα ζήσωμε ελεύθεροι ως Έλληνες. Ιστορικά έγγραφα του Στρατηγού Παναγιώτη Σπηλιωτόπουλου, Εν Αθήναις 1978.

[21] Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Γ’ 47 (8 Μαρτ. 1945), σελ. 149.

[22] Κατά τα Δεκεμβριανά εκτελέστηκαν ο υποστράτηγος Αγαμέμνων Μεταξάς (Δεκ. 1944), διοικητής μεραρχίας στον Πόλεμο, και ο υποστράτηγος Γ. Μπάκος (6 Ιαν. 1945). Επίσης εκτελέστηκε ο εκ των υποστρατήγων του Πολέμου (αντιστράτηγος εν αποστρατεία από το 1942 λόγω ορίου ηλικίας) Χρήστος Καβράκος (8 Δεκ. 1944).

[23] Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Γ’ 131 (13 Μαΐου 1946), σελ. 797. Μαζί με αυτόν ετέθησαν τότε σε αποστρατεία και οι έτεροι αντιστράτηγοι του Πολέμου Μ. Δράκος, Δ. Παπαδόπουλος, Π. Δέδες. Ο Ι. Πιτσίκας είχε καταληφθεί υπό του ορίου ηλικίας τω 1943. Ο Γ. Τσολάκογλου και ο Π. Δεμέστιχας είχαν καθαιρεθεί τότε λόγω της συμμετοχής τους στην Κυβέρνηση εν καιρώ Κατοχής. Ο Γ. Κοσμάς είχε καταληφθεί υπό του ορίου ηλικίας την 1η Ιανουαρίου 1946. Αργότερα (1953) ο Π. Δεμέστιχας ετέθη και αυτός σε αποστρατεία στις 13 Μαΐου 1946. Μερικά στοιχεία περί της σταδιοδρομίας του Δ. Παπαδοπούλου βλ. και κείμενα του αντιστράτηγου Χρήστου Σ. Φωτοπούλου, Επιτ. Γενικού Επιθεωρητού Στρατού, Αξιωματικοί και Ανθυπασπιστές του Στρατού και Δόκιμοι του Πολεμικού Ναυτικού που αποφοίτησαν από την Σχολή (: Στρ. Σχολή Ευελπίδων) κατά την περίοδο 1828-1912, εκδ. Σ.Σ. Ευελπίδων, Εν Βάρη Αττικής 1996, σελ. 235.

[24] Βλ. Δ. Παπαδοπούλου, Αναμνήσεις ενός Πυροβολητού, Εν Αθήναις 1976. Είμαστε βέβαιοι ότι σώζεται σημαντικό αρχείο του Στρατηγού. Ορισμένα εκ των αντικειμένων του έχουν προσφερθεί στο παράρτημα του Πολεμικού Μουσείου Ναυπλίου. Αξιοσημείωτη αρχιτεκτονικά είναι η σωζόμενη στο Ναύπλιο οικογενειακή οικία Παπαδόπουλου  στην οδό Λαμπρινίδου.

 

Πηγή


  • Γεώργιος Δ. Δημακόπουλος, «Οι Ναυπλιείς Αντιστράτηγοι Δημήτριος Παπαδόπουλος και Βασίλειος Βραχνός», Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΙΙ (1998), Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.

 

Read Full Post »

Σύνταγμα (Τύπος) 1892-1970


  

Εφημερίς Πολιτική Δικαστική και των Ειδήσεων. Ναύ­πλιο, Ιούν. 1892-1970, αρ. φ. 1-3022 (8 Ιουν. 1969). «Ιδρυ­τής: Παναγ. Ιω. Ιατρός, διευθυντής – ιδιοκτήτης: Στυλ. Ν. Κωστόπουλος» (από τις 8 Ιουλ. 1928). «Ιδρυτές: +Σωτ. Ιω. Ιατρός, Παν. Ιω. Ιατρός, +Στυλ. Ν. Κωστόπουλος. Ιδιοκτήτες: Αφοί Στυλ. Κωστόπουλοι. Διευθυντής: Θά­νος Θ. Αναγνωστόπουλος» (από τις 23 Ιαν. 1944).

Από 22 Οκτ. 1950 εναλλάσσονται τα ίδια άτομα στις διευθυντικές θέσεις της εφημερίδας. Οι υπότιτλοι αλλάξουν, χωρίς να διαφέρει το νόημα. Εβδομαδιαία («Εκδίδεται κατά Κυριακήν»), τετρασέλιδη, τετράστηλη (συνήθως η πρώτη σελίδα) και πεντάστηλη, διαστάσεων 45×31 εκ. δισέλιδη και εξάστηλη, διαστάσεων 48,5χ34 εκ. (από τις 23 Ιαν. 1949). Τιμή φύλλου: 2 δρχ. (από τις 4 Ιουν. 1939), 500 δρχ. (από τις 23 Ιαν. 1949), 1000 δρχ. (από τις 22 Οκτ. 1950), 1 δρχ. (από την 1η Ιαν. 1956). Συνδρομές: ετήσια «εν Ναυπλίω δραχ. 50, εν λοιπή Ελλάδι [δραχ.] 60», 75 δρχ. (από τις 4 Ιουν. 1939), 30000 δρχ. (από τις 23 Ιαν. 1939), 50000 δρχ. (από τις 2 Οκτ. 1955 και 50 δρχ. από την 1η Ιαν. 1956)· ετήσια εξωτερικού 3 δολ. (από τις 8 Ιουλ. 1928), 15 δολ. (από τις 23 Ιαν. 1949). Γραφεία: έναντι Νομαρχίας (από τις 8 Ιουλ. 1928). Γραφεία – τυπογραφείο: πλατεία Τριών Ναύαρχων (από τις 4 Ιαν. 1931) και μεταπολεμικά στην οδ. Βασιλέως Κωνστα­ντίνου (όπου σήμερα το κατάστημα «Κουμούτση»).

Η μακροβιότερη εφημερίδα της Αργολίδας. Την εποχή που εκδόθηκε, το Ναύπλιο είχε χάσει την οικονομική σημασία του, λόγω της ανάπτυξης του Πειραιά και του σιδηροδρόμου. Από πληροφορίες σχετικά με την ίδρυσή της από «αφηγήσεις του Αντ. Λεκόπουλου, Παν. Ιατρού και […] του Αλέκου [Μουτζουρίδη]» από το επετειακό άρθρο (5 Ιουν. 1938, αρ. φ. 1945) για τη συμπλήρωση των 47 χρόνων κυκλοφορίας, το Σύνταγμα εκδόθηκε τον Ιούνιο 1892, όταν είχαν εκλείψει άλλες εφημερίδες στο Ναύπλιο ή αντιμετώπιζαν προβλήματα έκδοσης, καλύπτοντας «μία πραγματική έλλειψι και μία πραγματική ανάγκη».

Ως «Ιδρυτής […] πραγματικός, εμπνευστής» του Συντάγματος αναφέρεται ο δικηγόρος Διονύσιος I. Ιατρού ή «Νιόνιος Τζανίνος», γνωστός ως Μιγάς εξαιτίας του καθολικού του δόγματος, έχοντας την τυπογραφική στήριξη του αδελφού του Σωτήρη. Λίγα χρόνια αργότερα αναλαμβάνει την εφημερίδα ο αδελφός τους Παναγιώ­της. Το 1926 περιέρχεται στον Στέλιο Κωστόπουλο, ο οποίος μια δεκαετία περίπου αργότερα ανακαινίζει τις εγκαταστάσεις. Τυπογραφεία και γραφεία παραμένουν στο ισόγειο της «μεγάλης οικίας των Ιατρού ή των Τζανίνων» που βρισκόταν «Λοξά, αντίκρυ στο Παλάτι του Όθωνα». Η «αδιάλειπτη και συνεχής» έκδοσή της με τους «μακροχρόνιους αγώνες» της «συνετέλεσαν στην προαγωγή της πόλεως».

 

Σύνταγμα - Εφημερίς Πολιτική Δικαστική και των Ειδήσεων, 1899.

 

Ως στόχος τίθεται εξαρχής η εξυπηρέτηση των αναγκών και συμφερόντων του Ναυπλίου και της Αργολίδας. Το τρίπτυχο «Πατρίς – Θρησκεία – Οι­κογένεια» αποτελεί το σταθερό της σύμβολο. Γλώσσα της είναι άλλοτε η καθαρεύουσα και άλλοτε η δημοτική. Τάσσεται με το Λαϊκό Κόμμα, υποστηρίζει τον Παναγή Τσαλδάρη και τον ντόπιο εκπρόσωπο του Ιωάννη Μουτζουρίδη. Αντιπολιτεύεται σκληρά τον Ελ. Βενιζέλο σε όλη την τελευταία πρωθυπουργία του: η εκλογική του νίκη θεωρείται «πραξικοπημα­τικός τερματισμός» της δημοκρατίας που θα προκαλέσει θανάσιμους κλυδωνισμούς για τη χώρα. Οι ενδεχόμενες φιλοβασιλικές της απόψεις δεν έγινε δυνατόν να ανιχνευθούν λόγω απώλειας των πε­ρισσότερων φύλλων της. Ωστόσο με το άρθρο «Ο κίνδυνος επί θύραις» καλεί σε λήθη των πολιτικών παθών και προτρέπει τα δύο μεγάλα κόμματα σε συνεργασία (αναφέρεται από τη Ναυπλιακή Ηχώ, 17 Μαΐου 1936, αρ. φ. 519).

Κατά τη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας στηρίζει το καθεστώς, που σώζει τη χώρα από «τριβόλους και ακάνθας κομμουνιστικάς». Αναπαράγει συνεχώς την ειδυλλιακή εικόνα μιας χώρας όπου επικρατεί ομόνοια και ευημερία. Προβάλλει τα στελέχη του καθεστώτος και τις οργανώσεις του και ανατυπώνει άρθρα από τις εβδομαδιαίες εφημερίδες των Λόχων Αρρένων-Θηλέων της EON (Εθνική Οργάνωση Νεολαίας).

Η επιθετική στάση απέναντι στους Φιλελεύθερους φέρνει το Σύνταγμα σε σύγκρουση με το «ρυπαρόφυλλο» της Ναυπλιακής Ηχούς. Αιτία αποτελούν οι προστριβές των δύο κομματικών παρατάξεων σχετικά με τον δήμο, αλλά και η γενικότερη πολιτική κατάσταση.

Από τα φύλλα της Ναυπλιακής Ηχούς φαίνεται ότι η αντιπαλότητα αυτή υποχωρεί παραμονές της 4ης  Αυγούστου. Όμως αναζωπυρώνεται πάλι, μέχρι την ιταλική επίθεση. Τότε οι σχέσεις των δύο εφημερίδων εισέρχονται σε περίοδο σύμπνοιας πια. Κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, το Σύνταγμα καλύπτει τις εξελίξεις του μετώπου. Στις 20 Απριλίου 1941, τέσσερις μέρες πριν από τη συνθηκολόγηση της στρατιωτικής ηγεσίας, η «Δ/σις της Εφημερίδος» δηλώνει την πρόθεσή της να αποφύγει τη διακοπή, της έκδοσης.

 

Σύνταγμα - Εφημερίς Πολιτική Δικαστική και των Ειδήσεων, 1951.

 

Επανακυκλοφορεί στο τέλος του Εμφυλίου. Ενδιαφέρεται σχεδόν αποκλειστικά για τοπικά θέματα. Πολιτικά, καλύπτει κυρίως τις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις των Βασίλη Κόκκινου και Δημήτρη Α. Σαγιά για τον δημαρχικό θώκο του Ναυπλίου, υποστηρίζοντας μία τον ένα και μία τον άλλο˙ η τοποθέτηση αυτή την ωθεί να αντιπολιτεύεται την εφ. Αργοναυπλία.

Παρακολουθεί τις δραστηριότητες της βασιλικής οικογένειας. Υποστηρίζει τον «Στρατάρχην» Παπάγο ως θεμέλιο της ομαλότητας. Επικρίνει έντονα «τους της Αντιπολιτεύσεως εκπροσώπους» και «τους της Σοβιετίας υπηρέτας». Εγκωμιάζει την κυβέρνηση Κ. Καραμανλή. Τον Ιούλιο 1965 με κύριο άρθρο της ονομάζει τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου «Ο Δικτάτωρ», συμπληρώνοντας ότι «Η χώρα εσώθη τον έσχατον κίνδυνον να γίνη Άγιος Δομίνικος χάρις εις την αποφασιστικότη­τα του Βασιλέως». Η δικτατορία της 21ης Απριλίου χαιρετίζεται με διθυραμβικά άρθρα ως «συνισταμέ­νη των προσδοκιών του λαού μας».

Η ύλη αποτελείται κυρίως από ειδήσεις της τοπικής κοινωνίας. Όταν όμως κρίνεται σκόπιμο, η γενικότερη – πολιτική κατά κύριο λόγο – κατάσταση γίνεται αντικείμενο του κύριου άρθρου στην πρώτη σελίδα. Οι τοπικές ειδήσεις κατατάσσονται στις στήλες «Χωρίς Τίτλο», «Επιφανείς Ναυπλιείς», «Ζητήματα και Πράγματα» κάτω από τον υπέρτιτλο «Ναυπλιακή ζωή» της δεύτερης σελίδας, όπου δημοσιεύονται επίσης επιστολές αναγνωστών, τα κοινωνικά και οι μικρές αγγελίες. Η τρίτη σελίδα, «Τα γεγονότα της Εβδομάδος», περιέχει τη στήλη «Ζωή και Κίνησις» και ανταποκρίσεις από τις κωμοπόλεις του νομού. Διαφημίσεις αποτελούν την τελευταία σελίδα. Υπάρχει ακόμη το εβδομαδιαίο χρονογράφημα, στήλες με ύλη αθηναϊκή, άρθρα πατριδογνωστικού ενδιαφέροντος, μόνιμη θρησκευτική στήλη, «Φιλολογικά Σημειώματα», ρήσεις και «Δια­λεχτοί Στίχοι», διηγήματα σε συνέχειες. Σποραδικά δημοσιεύονται ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

Μεταπολεμικά, το Σύνταγμα δημοσιεύει διηγήματα, ποιήματα και ευθυμογραφήματα, επιφυλλίδες, μελέτες, κριτική βιβλίου, αλλά και θρησκευτική στήλη. Η στήλη «Ζητήματα και Πράγματα» περιέχει σχολιασμένες ειδήσεις, κυρίως τοπικές. Η δεύτερη σελίδα περιλαμβάνει ανακοινώσεις, τα «Κοινωνικά» και τη στήλη «Ματιές» για μικρότερες αυτή τη φορά ειδήσεις του Ναυπλίου. Οι λιγότερο ή περισσότερο περιστασιακοί συνεργάτες υπογράφουν με το όνομά τους, τα αρχικά τους ή με ψευδώνυμο.

Για τη μακρά συνεργασία του ξεχωρίζει ο δικηγόρος Πραξιτέλης Γ. Μουτζουρίδης. Δημοτικός σύμβουλος, συγγενής βουλευτή και υπουργού του Λαϊκού Κόμματος και βουλευτής ο ίδιος, αποτελεί έναν από τους βασικούς αρθρογράφους. Ο Θ. Θ. Αναγνωστόπουλος κρατά τη στήλη «Επίκαιρα Σημειώματα» στο κάτω μέρος της πρώτης σελίδας και μετά την αντικατάστασή του στη διεύθυνση της εφημερίδας. Τακτικότατος συνεργάτης είναι ο δικηγόρος Ηλίας Χ. Μπέζας, υπογράφοντας το κύριο άρθρο τις περισσότερες φορές. Ο Α. Π. Τσακόπουλος συνεισφέρει άρθρα ιστορικού – επετειακού και λαογραφικού ενδιαφέροντος. «Ο Αητονύχης» υπογράφει τη μόνιμη στήλη «Σατιρικός Στίχος».

 

Σπύρος Ταλιέρης

Πηγή


  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, «Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου 1784-1974», τόμος Δ΄, Αθήνα, 2008.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »