Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολίδα’

Χαλέτ Εφέντης


Ο Χαλέτ Εφέντης καταγόταν από λαϊκή και άσημη οικογένεια. Γνώρισε ωστόσο μεγάλη δόξα, αφού διακρίθηκε ως πανέξυπνος, ρέκτης*, πανούργος, καιροσκόπος και επιτήδειος. Αρχικά έγινε γραμματέας του αρχικρεοπώλη της Κωνσταντινούπολης. Υπό την προστασία του αρχικουρέα και ευνοούμενου του Σουλτάνου Σελίμ Γ’, διορίσθηκε το 1806 ακόλουθος της τουρκικής πρεσβείας στη Γαλλία, αλλά κατάφερε να αποκτήσει και άλλες επιφανείς θέσεις, υπηρετώντας το Σουλτάνο.

 
Ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β

Ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β

Επί Μαχμούτ Β’, κυρίως από το 1815, σε ηλικία μόλις 40 ετών, ανήλθε δε στα πιο υψηλά αξιώματα της αυτοκρατορίας, απέκτησε  την τυφλή εμπιστοσύνη του Σουλτάνου, έγινε μυστικός σύμβουλός του και σφραγιδοφύλακας του κράτους (Νισσαντζής) με υπέρτατη εξουσία, ή πιο σωστά παντοδυναμία, κυβέρνησε την Τουρκία για επτά συνεχή έτη, ως απόλυτος δεσπότης.

Υπήρξε ευεργέτης του ιερού μας αγώνα, αν και ήταν φανατικός μισέλληνας, και αυτό γιατί κατά το 1820 μόνο αυτός στο Διβάνιο ψήφισε τον πόλεμο κατά του Αλή πασά** των Ιωαννίνων, ο οποίος για μεγάλο χρονικό διάστημα έβλαψε τις πολεμικές δυνάμεις της Τουρκίας και απομάκρυνε από την Πελοπόννησο τον φοβερό και πολύ επικίνδυνο σατράπη Χουρσίτ πασά, τον οποίο αντικατέστησε με τον υποδεέστερό του Δράμαλη και τον κατέστρεψε.

Το 1822 όμως οι παλιοί εχθροί του, οι Γενίτσαροι, εξεγέρθηκαν με λύσσα κατά αυτού κλονίζοντας την εμπιστοσύνη που είχε σε αυτόν ο Σουλτάνος. Ο Χαλέτ εφέντης εξορίστηκε στην Προύσσα και στο Ικόνιο, καταδικάστηκε δε σε θάνατο. Ένας θηριώδης γενίτσαρος εκτέλεσε την εντολή και στις 22 Νοεμβρίου 1822 το κεφάλι του φοβερού μεγιστάνα της αυτοκρατορίας βρισκόταν στην πύλη του Σουλτανικού Σεραγίου της Κωνσταντινούπολης.

  

Υποσημειώσεις


 

* ρέκτης : δραστήριος, ενεργητικός άνθρωπος

 ** […] Η εμπιστοσύνη και η εύνοιά του Μαχμούτ προς τον Χαλέτ εφέντη, τον έχοντα τον τίχλον του Δοβλέτ- Ναζιρή, πρώτου συμβούλου δηλαδή του σουλτάνου, και ο οποίος πράγματι είχε καταστή ισχυρότερος από τον μέγαν βεζύρην, έγινεν απεριόριστος, όταν κατά τό μυστικοσυμβούλιον, τό γενόμενον εις τα ανάκτορα δια την στάσιν της Πύλης απέναντι του Αλή πασσά, μόνο ο Χαλέτ συνέστησε τον πόλεμον εναντίον του αντάρτου, χωρίς καμμίαν προσπάθειαν συνδιαλλαγής.

Με την γνώμην αυτήν είχεν συνταχθή τότε και ο ηγεμών της Μολδαυίας Σούτσος, ο κληθείς να μετάσχη του συμβουλίου και δια τας σχέσεις του με τον Χαλέτ και δια την εκτίμησιν που έτρεφε προς τον ορθολογισμόν του σουλτάνου. Η γνώμη αυτή ήτο θαρραλέα και συνέπιπτε με την θέληση του Μαχμούτ. Αλλά κανείς Τούρκος από τους μετασχόντας του συμβουλίου δεν ετόλμησε να δώση αυτήν την συμβουλήν. Διότι όλοι εφοβούντο τον Αλή. Ο αντάρτης της Ηπείρου ασκούσε την επιρροήν του εντός αυτής της Κωνσταντινουπόλεως.

Οι γενίτσαροι, αλβανικής καταγωγής κατά τήν εποχήν εκείνην οι περισσότεροι, ήσαν όλοι υπέρ του Αλή και δεν ήθελαν την εξόντωσίν του. Και ήσαν μεν τότε οι γενίτσαροι παραγκωνισμένοι και ήτο φανερόν ότι ευρίσκοντο υπό δυσμένειαν, αλλ’ η δύναμίς των ήτο αναμφισβήτητος ακόμη. Ήρκεσεν εν τούτοις η υπό των γενιτσάρων ζωηρότατα επιδειχθείδα φιλική διάθεσης προς τον Αλή δια να δοθεί περισσότερα αξία εις την γνώμην του Χαλέτ. Και η εκστρατεία κατά του Αλή απεφασίσθη.

Οι γενίτσαροι τότε εφρύαξαν. Έβλεπαν εις την καταστροφήν του Αλή τον πρόλογον του ιδίου των αφανισμού. Και απειθάρχητοι όπως ήσαν και συνηθισμένοι να επικρίνουν τας αποφάσεις της Πύλης, χωρίς νά καταδιώκωνται, εξεδήλωσαν την δυσαρέσκειάν των. Έφθασαν μάλιστα μέχρι του σημείου να διαβιβάσουν εις τον σουλτάνον την γνώμην των, η όποια διετυπώθη ως εξής : « Αντί του πολέμου , τον οποίον επιχειρεί ο σουλτάνος εναντίον ενός ικανού και χρησίμου βεζύρη, του Αλή πασσά, ώφειλε να θανατώση τον Χαλέτ και να δαπανήση τα χρήματα του δια να παρασκευαστή δια τον πόλεμον που του ετοιμάζουν οι Ρώσσοι. »

(Διονυσίου Α. Κοκκίνου, «Η Ελληνική Επανάστασις», Αθήνα, 1956, τομ. Α. σελ. 363-365).

  

 Πηγή


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    

Read Full Post »

Χουρσίτ Πασάς


 Ο Χουρσίτ πασάς, Καυκάσιος χριστιανικής καταγωγής που εξισλαμίστηκε, μετά την επιτυχή καταστολή της επανάστασης των Σέρβων διορίστηκε Βαλής (διοικητής) Πελοποννήσου το 1820. Όταν το 1822 περιέπεσε στην δυσμένεια του σουλτάνου αυτοκτόνησε.

 
Χουρσίτ πασάς, λιθογραφία του Bouvier.

Χουρσίτ πασάς, λιθογραφία του Bouvier.

Γεννήθηκε στη Γεωργία , ήταν φτωχό λαϊκό παιδί και πουλήθηκε ως δούλος. Εξισλαμίστηκε σε νεαρή ηλικία και κατατάχθηκε στο σώμα των Γενιτσάρων.  Μετά από κάποια χρόνια και με την προστασία του συμπατριώτη του και ναυάρχου Κουτσούκ Χουσεΐν πασά τοποθετήθηκε σε δημόσια υπηρεσία και διορίσθηκε τοποτηρητής του. Έχοντας ακόμα την εύνοια του Μεχμέτ Χοσρέφ πασά, ο Χουρσίτ προάχθηκε σε πασά το 1803, επί Σουλτάνου Σελίμ Γ’. Διορίσθηκε δε αντιβασιλέας και βεζύρης του Καΐρου και κατάφερε να δαμάσει Τούρκους, Μαμελούκους και Σκυπέταρους που με λυσσασμένους πολέμους προκαλούσαν δεινά στην Αίγυπτο.

Την 21η Οκτωβρίου 1806 διορίσθηκε βαλής (γενικός διοικητής) της Ρούμελης. Τον Ιούλιο του 1808 ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β’ τον μετέθεσε στη σατραπεία του Χαλεπίου της Συρίας. Το 1812 έγινε σπουδαίος βεζύρης και το 1813 ανέλαβε και περάτωσε με εκπληκτική δράση και θηριωδία την καταστολή των εξεγερθέντων υπέρ της ανεξαρτησίας των Σέρβων, τους οποίους και τιμώρησε με πανωλεθρία. Μετά από όλα αυτά διορίσθηκε ξανά βαλής της Ρούμελης, μετατέθηκε δε για πέντε χρόνια στο Χαλέπι.

Τον Νοέμβριο του 1820 διορίσθηκε διοικητής της Πελοποννήσου (μόρα βαλεσής) με έδρα την Τριπολιτσά και αρχηγός (σερασκέρης) της εκστρατείας κατά του αποστάτη Αλή Πασά των Ιωαννίνων.

Ήταν αιμοβόρος και θηριώδης, άκαμπτος και φοβερός σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό· κατέφτασε δε στην Πελοπόννησο με πομπώδη ασιατική μεγαλοπρέπεια, με συνοδεία πλήθος αυλικών, επιτελών, ακολούθων, γυναικών και υπηρετών και με πολυτελέστατες αποσκευές.

Πρώτα μετέβη στην Τριπολιτσά για να εξακριβώσει αν ευσταθούσαν οι φήμες για σχεδιαζόμενη επανάσταση των Ρωμιών. Οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου φρόντισαν να τον καθησυχάσουν. Συγκεντρώθηκαν στο Ναύπλιο για να τον υποδεχθούν και τον συνόδευσαν στις 8 Νοεμβρίου 1820 στην Τριπολιτσά.

Αφού πείστηκε για τις προθέσεις των ραγιάδων αναχώρησε στις 6 Ιανουαρίου 1821 για τα Γιάννινα, προκειμένου να καταστείλει την ανταρσία του Αλή. Στη θέση του άφησε ως τοποτηρητή (καϊμακάμη) τον Μεχμέτ Σαλήχ, με δύναμη 1.000 Αλβανών, για την επιβολή της τάξης.

Λίγες μέρες μετά τον Εθνικό Ξεσηκωμό, πληροφορείται το γεγονός και αμέσως αποστέλλει έφιππους αγγελιοφόρους στην Κωνσταντινούπολη για να αναγγείλουν στον σουλτάνο ότι οι ραγιάδες της Πελοποννήσου εξεγέρθηκαν. Χωρίς να περιμένει την απάντησή του, διατάσσει τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ Μεχμέτ να καταπνίξουν πρώτα την επανάσταση στην Ανατολική Στερεά και στη συνέχεια να διεκπεραιωθούν στην Πελοπόννησο. Παράλληλα, στέλνει τον επιτελάρχη του Κεχαγιάμπεη Μουσταφά με 3.000 άνδρες για την ενίσχυση της Τριπολιτσάς, καθώς στην πόλη βρισκόταν το χαρέμι και οι θησαυροί του.

Ο ίδιος παραμένει στα Γιάννινα και πολιορκεί τον Αλή Πασά. Παρά τα μαντάτα, πιστεύει ότι η εξέγερση στην Πελοπόννησο είναι μικρή σε έκταση και θα κατασταλεί εύκολα από τους στρατηγούς του. Η διπλή αυτή επιχείρηση του Χουρσίτ θα καταλήξει σε αποτυχία. Ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιοσέ Μεχμέτ δεν θα φθάσουν ποτέ στην Πελοπόννησο και ο Κεχαγιάμπεης δεν θα αποτρέψει την Άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) από τον Κολοκοτρώνη και τους άνδρες του. Μόνη παρηγοριά για τον Χουρσίτ, η διάσωση του χαρεμιού* και μεγάλου μέρους των θησαυρών του.

Τον Ιανουάριο του 1822 κατορθώνει να συλλάβει τον Αλή Πασά και να στείλει το κεφάλι του πεσκέσι στον Σουλτάνο. Μετά και την καταστολή της εξέγερσης στην Ήπειρο μένει απερίσπαστος να καταστείλει την επανάσταση στην Πελοπόννησο. Στη διάθεσή του έχει ένα πανίσχυρο στρατό, που αγγίζει τις 80.000 άνδρες.

Όμως, ένα αιφνίδιο γεγονός μετέβαλε εντελώς τα πράγματα. Οι εχθροί και οι αντίζηλοί του τον διέβαλαν στο Σουλτάνο ότι οικειοποιήθηκε μεγάλο μέρος της περιουσίας του Αλή Πασά. Ήταν μια συνηθισμένη τακτική για όσους πασάδες θεωρούνταν επιτυχημένοι. Και ο Χουρσίτ θεωρήθηκε από τους αντιπάλους, αλλά και τον Σουλτάνο, ότι θα αποκτούσε ακαταγώνιστη δύναμη, εάν κατέστειλε και την Επανάσταση στην Πελοπόννησο.

Ο Χουρσίτ είχε αποστείλει στην Κωνσταντινούπολη 40.000.000 γρόσια, με τη δήλωση ότι αυτά βρήκε στα θησαυροφυλάκια του Αλή. Η Πύλη εκτίμησε ότι η περιουσία του Αλή ξεπερνούσε τα 500.000.000 γρόσια και του ζήτησε λεπτομερή λογοδοσία. Ο υπερήφανος στρατάρχης φαίνεται ότι εθίγη από τη σουλτανική παραγγελία και δεν απάντησε. Τότε καταγγέλθηκε ως καταχραστής του δημόσιου θησαυρού και έπεσε σε δυσμένεια.

Αμέσως του αφαιρέθηκε η αρχηγία της εκστρατείας στην Πελοπόννησο, η οποία ανατέθηκε στον Μαχμούτ Πασά, τον επονομαζόμενο Δράμαλη. Ο Χουρσίτ διατασσόταν να παραμείνει στη Λάρισα και να φροντίζει την τροφοδοσία του στρατού του Δράμαλη. Ουσιαστικά, επρόκειτο για υποβιβασμό.

Όταν άρχισαν να φθάνουν στην Κωνσταντινούπολη οι δυσάρεστες ειδήσεις για την αποτυχία της εκστρατείας του Δράμαλη, ο Σουλτάνος έδωσε εντολή στον Χουρσίτ να εκστρατεύσει ο ίδιος για να σώσει την κατάσταση. Όμως, οι εις βάρος του ραδιουργίες συνεχίστηκαν και οι απεσταλμένοι του σουλτάνου πήραν το δρόμο για τη Λάρισα με τη διαταγή θανατώσεώς του.

Πληροφορήθηκε όμως εγκαίρως την καταδίωξη που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εις βάρος του και αυτοκτόνησε με δηλητήριο, γύρω στα τέλη του Νοεμβρίου στη Λάρισα.

Κηδεύτηκε μεγαλοπρεπώς και η ταφή του πραγματοποιήθηκε κοντά στη γέφυρα του Πηνειού, σε τάφο που έφερε πομπώδη επιτύμβια επιγραφή. Ωστόσο μετά από τρεις ημέρες έφθασε ο δήμιος της Πύλης, ο οποίος έφερε το σουλτανικό φιρμάνι της θανατικής του καταδίκης. Έπειτα από ανασκαφή που πραγματοποιήθηκε στο νωπό τάφο, έκοψε το κεφάλι του Χουρσίτ πασά και το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη.

 

Υποσημείωση


 

* Χαρέμια Χουρσίτ Πασά

ΑΡΧΕΙΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ-ΜΑΡΙΝΟΣ Θ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ (1791-1863)

Οι φάκελοι Α’και Β’ περιλαμβάνουν έγγραφα (επιστολές, εκθέσεις, αναφορές κ. ά. ) καθώς επίσης και μεταφράσεις των εγγράφων που αφορούν την υπόθεση της απελευθέρωσης και της ασφαλούς μεταφοράς των χαρεμιών του Χουρσίτ Πασά, μετά την άλωση της Τριπολιτσάς το 1821, με αντάλλαγμα την απελευθέρωση όλων των Ελλήνων αιχμαλώτων που βρίσκονταν στα χέρια των Τούρκων. Μεσολαβητικό ρόλο στην υπόθεση αυτή μεταξύ ελληνικής κυβερνήσεως και Υψηλής Πύλης, είχε διαδραματίσει ο ιατρός Παναγιώτης-Μαρίνος Θ. Στεφάνου μετά από πρόταση του αγγλου Αρμοστή Th. Maithland. Αναλυτική καταγραφή και αρίθμηση των εγγράφων έχει γίνει από μέλη της οικογένειας Στεφάνου και βρίσκεται στους οικείους φακέλους. (Ελληνικό λογοτεχνικό Ιστορικό Αρχείο, Αθήνα 1995).

 

Πηγές


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    
  • AHMET UZUN (Cumhuriyet Üniversitesi, Τμήμα Οικονομίας και Διοίκησης), «Ο Αλή Πασάς ο Τεπελένης και η περιουσία του», μετάφραση από τα τουρκικά: Γιώργος Σύρμας, 2001.

 

 

 

Read Full Post »

Λουδοβίκος Α’ της Βαυαρίας – Ludwig I of Bavaria (1786-1868)


 

Φιλέλληνας, λάτρης της κλασσικής τέχνης, ο ηγεμόνας της Βαυαρίας πίστευε ακράδαντα πως όσα χρωστούσε η Δύση στον Όμηρο, τον Πλάτωνα και τους τραγικούς όφειλε να τα ανταποδώσει στον Υψηλάντη, τον Μαυροκορδάτο και τον Κολοκοτρώνη.

 

Ludwig I of Bavaria πορτρέτο του Ζόζεφ Στίλερ, 1825.

Ludwig I of Bavaria πορτρέτο του Ζόζεφ Στίλερ, 1825.

Ο Κάρολος Αύγουστος Λουδοβίκος Α’, γεννήθηκε στις 25 Αυγούστου του 1786 στο Στρασβούργο, πέρασε τα πρώτα χρόνια της ηλικίας του στο Μάνχαϊμ και Σβίτουγγεν εκπαιδευόμενος από τη μητέρα του Γουλιελμίνη της Εσσης – Ντάρμσταντ (Augusta Wilhelmine of Hesse-Darmstadt). Μετά το θάνατο του εκλέκτορα Καρόλου Θεοδώρου (Karl Theodor) της Βαυαρίας στις 16 Φεβρουαρίου 1799, μένοντας το στέμμα χωρίς κληρονόμο, η Βαυαρία περιήλθε στον πατέρα του Λουδοβίκου, δούκα Μαξιμιλιανό Ιωσήφ του Zweibrücken (Maximilian Joseph of Zweibrücken). Ο πατέρας του πήρε  τον τίτλο του βασιλιά της Βαυαρίας την 1η Ιανουαρίου 1806.

Ο Λουδοβίκος κάτοχος πολλών ευρωπαϊκών γλωσσών, γνώστης των Αρχαίων Ελληνικών, έδειξε ιδιαίτερο ζήλο στη σπουδή της ιστορίας και το 1803 άρχισε τις  πανεπιστημιακές του σπουδές  στο Landshut, και στο Göttingen. Υπήρξε φανατικός συλλέκτης ελληνιστής και φίλος των τεχνών.  Τον Οκτώβριο του 1810, παντρεύτηκε την Θηρεσία της Σαξωνιας- Hildburghausen (1792-1854), κόρη του δούκα Φρειδερίκου της Σαξωνίας- Hildburghausen. Ο Λουδοβίκος απέρριψε έντονα τη συμμαχία του πατέρα του με τον Ναπολέοντα της Γαλλίας. Ανέβηκε στο θρόνο το 1825.

Therese Charlotte Luise of Saxony-Hildburghausen, μητέρα του Όθωνα.

Therese Charlotte Luise of Saxony-Hildburghausen, μητέρα του Όθωνα.

Σπουδαίος φιλέλληνας , υποστήριξε με πάθος την ελληνική επανάσταση του 1821 ενώ ο δευτερότοκος γιος του Όθων έγινε βασιλιάς της Ελλάδος το 1832. Παραιτήθηκε στις 20 Μαρτίου του 1848 υπέρ του γιου του, Μαξιμιλιανού, αλλά   και μετά την  παραίτησή του ο Λουδοβίκος παρέμεινε σημαντικός χορηγός των τεχνών.

 

Η Μαριλίζα Μητσού καθηγήτρια Νεοελληνικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου γράφει:

 

Σύμφωνα με τις κοινωνιολογικές μελέτες, στους φιλέλληνες της Γερμανίας υπερισχύουν αριθμητικά τα μέλη της ανώτερης αστικής τάξης – κυρίως κρατικοί υπάλληλοι – και οι ευαγγελικοί πάστορες, ενώ σημαντική μερίδα από τους εθελοντές ήταν άνεργοι ή ξεπερασμένοι αγρότες, που γύρευαν στον νότο μια καλύτερη μοίρα. Η γερμανική αριστοκρατία εκπροσωπείται από ένα και μοναδικό μέλος της: τον Λουδοβίκο Α’ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα.

Ludwig I of Bavaria, ca 1830

Ludwig I of Bavaria, ca 1830

Οπαδός της κοραϊκής «μετακένωσης», μολονότι αγνοούσε τον Κοραή, ο ηγεμόνας πίστευε ακράδαντα πως όσα χρωστούσε η Δύση στον Όμηρο, τον Πλάτωνα και τους τραγικούς όφειλε να τα ανταποδώσει στον Υψηλάντη, τον Μαυροκορδάτο και τον Κολοκοτρώνη – στην πατρίδα της ιστορίας και της τέχνης. Έγινε μέλος της Φιλομούσου Εταιρείας και χαιρέτισε την Ελληνική Επανάσταση – μόνος ανάμεσα στους Ευρωπαίους ηγέτες – με εθνεγερτήρια άσματα ανάλογα του Τσοπανάκου και του Μπουγιουκλή.

Στον αγώνα συνέβαλε καθοριστικά, στέλνοντας χρήματα, πολεμικούς συμβούλους και ασκώντας πολιτική επιρροή στις Μεγάλες Δυνάμεις υπέρ της Ελλάδας. Ως την εκθρόνισή του, το 1848, ενίσχυσε με υποτροφίες Έλληνες φοιτητές και με δωρεές την ελληνική παροικία του Μονάχου, δίνοντας τόσο ελληνικό χρώμα σε αυτή την πόλη, ώστε να ονομαστεί «Αθήνα του Ιζαρ».

Λάτρης της αρχαιότητας, ο Λουδοβίκος, πριν ακόμη ανέβει στον βαυαρικό θρόνο, δημιούργησε με βασικό σύμβουλο τον Γ. Μ. φον Βάγκνερ μια αξιοπρόσεκτη συλλογή ελληνικών γλυπτών, που στεγάζεται στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου. Το σημαντικότερο απόκτημα ήταν τα αετώματα του ναού της Αφαίας, που τα αγόρασε για λογαριασμό του από τους Τούρκους, το 1812, ο βαρόνος φον Χάλλερσταϊν, έναντι 70.000 φιορινιών (περ. ένα εκατομμύριο σημερινά ευρώ).

Όψιμοι στίχοι του βασιλιά, που είχε συναινέσει στα 1831 να γίνει ο γιος του πρώτος μονάρχης της απελευθερωμένης Ελλάδας, επιβεβαιώνουν μια δεκαπενταετία αργότερα την αμείωτη φιλελληνική του διάθεση. Η καρδιά μου χτυπούσε για τον λυτρωμό της Ελλάδας, σημειώνει, αδιάφορο αν θα γινόταν μοναρχική η δημοκρατική. Σε τελική ανάλυση, οι ηρωικές πράξεις των αγωνιστών του ’21 υπήρξαν καθ’ όλα εφάμιλλες με τους άθλους της αρχαιότητας.

«Απ’ αρχής σχεδόν του αγώνος μας το όνομα του βασιλέως Λουδοβίκου ήτον όχι γνωστόν μόνον, αλλ’ ιερόν εις έκαστον αληθή Έλληνα» γράφει ο πρώην υπότροφος του βασιλιά Α. Ρ. Ραγκαβής, όταν μεταφράζει τα Ποιήματα περί Ελλάδος  του Λουδοβίκου (1833).

Πράγματι με το «ιερό» αυτό όνομα βαφτίστηκε το 1884 η κεντρική πλατεία Κοτζιά, εν συνεχεία Εθνικής Αντιστάσεως. Σήμερα η πλατεία Λουδοβίκου βρίσκεται –λένε- απέναντι από το Α’ Νεκροταφείο.

  

Πηγές


  • Περιοδικό, «Απόλλων», τομ. 5, αρ. 51, 1888.
  • Καθημερινή, «Επτά Ημέρες», Κυριακή 17 Μαρτίου 2002.

Read Full Post »

Αλεσάντρο Κασόνα, «Τα Δέντρα Πεθαίνουν  Όρθια» 


ΑφίσσαΠολιτιστική Αργολική Πρόταση 

Ενημερώνουμε τους φίλους του θεάτρου ότι από το Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009 στις 8 το βράδι, η θεατρική ομάδα του συλλόγου ξεκινά τις θεατρικές παραστάσεις του έργου του  Αλεσάντρο Κασόνα «Τα Δέντρα Πεθαίνουν  Όρθια», στο Θέατρο της οδού Ατρέως στο Άργος. Παραστάσεις θα δίνονται κάθε Σαββατοκύριακο την ίδια ώρα.

Υπόθεση του έργου 


Ένα παράξενο ίδρυμα που έχει ιδρύσει και χρηματοδοτεί ο ιδεαλιστής δόκτορας Άριελ έχει ως έργο του την παρηγοριά των δυστυχισμένων. Στην υπηρεσία του “καλού” χρησιμοποιεί ακόμη και απάτες και αστυνομικά μέσα. Ο διευθυντής του ιδρύματος ανακαλύπτει μια απελπισμένη κοπέλα, τη Μάρθα, και τη σώζει από την αυτοκτονία μ’ ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα κι ένα μπιλιετάκι με την ταχυδρομική διεύθυνση του ιδρύματος και τη λέξη “αύριο”. Κατά την επίσκεψή της στο ίδρυμα, όπου συμβαίνουν διάφορα παράξενα πράγματα με τους πράκτορες του ιδρύματος, η Μάρθα συναντιέται με το γέρο Μπαλμπόα και πληροφορείται από το διευθυντή το δράμα του γέρου.

ΘέατροΟ γέρο Μπαλμπόα μεγάλωσε μαζί με τη σύζυγό του, τη γιαγιά Ευγενία, τον έγγονό του Μαυρίκιο ύστερα από το θάνατο των γονιών του. Παρά τις καλές αρχές που προσπάθησαν να του δώσουν ο εγγονός εξελίσσεται σ’ έναν άσωτο έφηβο που έχει μπλέξει με κακές παρέες κι έχει φτάσει στο σημείο να κλέβει τον παππού και τη γιαγιά του. Κάποια μέρα ο παππούς Μπαλμπόα τον συλλαμβάνει  την ώρα που σπάζει το συρτάρι του γραφείου του, για να βρει χρήματα. Ο εγγονός αρχίζει να βρίζει τον παππού και σηκώνει το χέρι του να τον χτυπήσει. Ο παππούς, παρά τον πόνο που νιώθει, τον χτυπά στο πρόσωπο και τον πετάει στο δρόμο.

Ο άσωτος εγγονός ως ναύτης σε φορτηγό πλοίο φεύγει για τον Καναδά, όπου καταλήγει να γίνει επαγγελματίας κακοποιός. Χαρτοκλέφτης στην αρχή, λαθρέμπορος και απατεώνας στη συνέχεια, έφτασε ακόμη και στην πλαστογραφία και κυκλοφορεί με το πιστόλι στην τσέπη. Ο παππούς Μπαλμπόα, που με πολύ μεγάλη λύπη πληροφορείται την κατάντια του εγγονού του, δε λέει λέξη  στη γυναίκα του, που έχει περιπέσει σε μαρασμό και κατάθλιψη από τότε που έχασε τον πολυαγαπημένο εγγονό της.

Βλέποντας τη γυναίκα του να μαραίνεται, ο παππούς αρχίζει κάποια στιγμή να γράφει γράμματα που δήθεν στέλνει ο εγγονός τους από τον Καναδά. Στα ψεύτικα αυτά γράμματα που φτάνουν στα χέρια της γιαγιάς ανά δίμηνο ή τρίμηνο ο εγγονός Μαυρίκιος παρουσιάζεται να έχει εξελιχθεί σ’ ένα συνετό και υπεύθυνο νέο που εργαζόμενος σπούδασε  Αρχιτεκτονική και παντρεύτηκε μ’ ένα υπέροχο κορίτσι, την Ισαβέλλα. Εννοείται ότι αυτά τα ψεύτικα γράμματα έχουν βγάλει τη γιαγιά από το μαρασμό και την κατάθλιψή της. Ο καιρός περνάει ήρεμα για τους ηλικιωμένους Μπαλμπόα με το “ζωτικό ψεύδος”, μέχρι τη στιγμή που φτάνει ένα τηλεγράφημα από τον εγγονό τους στο οποίο τους ανακοινώνει ότι ύστερα από είκοσι χρόνια απουσίας έρχεται στην Ισπανία να τους δει.

ΘέατροΤο τηλεγράφημα που τόσο χαροποιεί τη γιαγιά, ρίχνει σε απελπισία τον παππού Μπαλμπόα, γιατί αφενός θα αποκαλυφθεί η απάτη του με τα πλαστά γράμματα και αφετέρου θα πληγωθεί ανεπανόρθωτα η γυναίκα του, όταν θα αντικρίσει πάλι τον άσωτο εγγονό και θα μάθει την αλήθεια. Κι ενώ αναμένεται ο εγγονός και ο παππούς δεν ξέρει τι να κάνει, δημοσιεύεται στις εφημερίδες ότι το πλοίο «Σατούρνια» με το οποίο ταξίδευε ο εγγονός βυθίστηκε αύτανδρο.

 Ο παππούς Μπαλμπόα απελπισμένος, γιατί ξέρει ότι η είδηση αυτή θα σκοτώσει τη γριούλα του, καταφεύγει στο ίδρυμα του δόκτορα Άριελ για βοήθεια. Επιθυμία του είναι να παρουσιαστεί στη γιαγιά Ευγενία ένας ψεύτικος εγγονός μαζί με τη γυναίκα του σαν κι αυτόν που αλληλογραφούσε τόσα χρόνια μαζί τους. Ο διευθυντής του ιδρύματος αναλαμβάνει να παίξει το ρόλο του εγγονού Μαυρίκιου και η Μάρθα, που μόλις προσλήφθηκε στο ίδρυμα, το ρόλο της γυναίκας του Μαυρίκιου, Ισαβέλλας.

Συνοδευόμενοι από το γέρο Μπαλμπόα καταφθάνουν  στο σπίτι, όπου τους υποδέχεται η γιαγιά τρελή από τη συγκίνηση. Τα είκοσι χρόνια απουσίας του εγγονού της και τα κουρασμένα από τα γεράματα μάτια της βοηθούν στο να θεωρήσει τον ψεύτικο Μαυρίκιο ως τον εγγονό της.  

Ύστερα από παραμονή μιας εβδομάδας στο σπίτι των Μπαλμπόα, όπου δέχεται τις τρυφερές περιποιήσεις της γιαγιάς, το ψεύτικο ζευγάρι παίρνει ένα ψεύτικο επίσης τηλεγράφημα, σύμφωνα με το οποίο πρέπει αμέσως να επιστρέψει στον Καναδά. Κι ενώ ετοιμάζεται η αναχώρηση του ζευγαριού, κάνει την εμφάνισή του ο πραγματικός Μαυρίκιος, που τελικά δεν πέθανε στο ναυάγιο του «Σατούρνια», αφού ταξίδεψε με άλλο πλοίο.Ο λόγος που τον έκανε να ταξιδέψει από τον Καναδά στην Ισπανία  είναι τα μεγάλα χρέη που έχει δημιουργήσει λόγω της άσωτης ζωής του  και εξαιτίας των οποίων κινδυνεύει η ζωή του από τους ανθρώπους του σιναφιού του. Έχει έρθει,  για να ζητήσει από τον παππού του διακόσιες χιλιάδες πέσος. Παρά τις προσπάθειες όλων να αποκρύψουν από τη γιαγιά αυτή τη δυσάρεστη άφιξη, ο πραγματικός Μαυρίκιος κάποια στιγμή τη συναντά, όταν αυτή έχει μάθει όλη την αλήθεια. Η γιαγιά απογοητευμένη για μια ακόμη φορά από τον πραγματικό της εγγονό τον διώχνει με θυμό από το σπίτι της.

ΘέατροΤώρα είναι η σειρά της γιαγιάς να χρησιμοποιήσει το «ζωτικό ψεύδος». Προσποιείται ότι δεν ξέρει τίποτα για τον αληθινό εγγονό της, για να μη στενοχωρήσει το νεαρό ζευγάρι που τις χάρισε τις πιο ευτυχισμένες μέρες της ζωής της. Μέσα της έχει αρχίσει να την  τυλίγει σιγά-σιγά και ύπουλα ο πόνος. Κάνει κουράγιο την ημέρα της αναχώρησης του ζευγαριού ώστε να σταθεί όρθια, ενώ πεθαίνει από μέσα. Σαν τα δέντρα.

Το «ζωτικό ψεύδος» αποτελεί τη βάση του έργου, του παιχνιδιού, θα μπορούσαμε να πούμε, που ο συγγραφέας επιχειρεί ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα. Ο συγγραφέας αναζητεί την έξαρση σ’ έναν κόσμο αυταπάτης, που θα γιατρέψει την απογοήτευση και τη δυστυχία μιας ανελέητης πραγματικότητας. Ο Μαυρίκιος, ο πρωταγωνιστής, εκφράζει τη σκέψη του δραματουργού με πολύ συγκεκριμένο τρόπο όταν λέει: «Για τις αρρώστιες  του κορμιού πολλοί ασχολούνται. Αλλά ποιος σκέφτηκε αυτούς, που πεθαίνουν χωρίς μιαν ωραία ανάμνηση; Αυτούς που δεν είδαν να πραγματοποιείται ούτε ένα τους όνειρο;»

Στο έργο αυτό του Κασόνα όπου εναρμονίζεται τόσο επιτυχημένα η πραγματικότητα με τη φαντασία ή η αλήθεια με το ψέμα, το βάρος δεν πέφτει όλο στους χαρακτήρες, όσο στη βαθύτερη έννοια, που θέλει να δώσει ο συγγραφέας, σ’ ένα είδος μηνύματος  για την αγάπη και την καλοσύνη.

Ο Ισπανός κριτικός και μελετητής του Κασόνα, Σάινθ ντε Ρόμπλες λέει πως τελικά ο δραματουργός κάνει ένα είδος παιδαγωγίας της ψυχής, πράγμα για το οποίο κατηγορήθηκε από άλλους κριτικούς. Κατηγορήθηκε για την ιδιότητά του του δασκάλου περίπου, που θέλει να διδάξει το καλό. Και οι δύο θέσεις είναι σωστές, ανάλογα από τη σκοπιά που βλέπει ο καθένας την προσφορά της επιρροής του θεάτρου. Κι ο Κασόνα είναι ο μεγάλος τεχνίτης, που ξέρει να αιχμαλωτίσει, να γοητεύσει το κοινό, προσφέροντάς του αυτό που ενδόμυχα επιθυμεί: Μιαν ανάσα χαράς, ικανοποίησης. Γι’ αυτό εξάλλου τα έργα του, κι ανάμεσα σ’ αυτά «Τα δέντρα», χειροκροτήθηκαν τόσο πολύ στα περισσότερα θέατρα του κόσμου.

   

Read Full Post »

Φλεβάρη Παναγιώτα, «Ο Αισθητής Όσκαρ Ουάιλντ και η πρόσληψη των έργων του», Πτυχιακή εργασία, Σχολή ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών, Τμήμα φιλολογίας, 2009.

Αποθήκευση Έγγραφου: Oscar Wilde  

 

Read Full Post »

Κίος 1914 – Η Γυναίκα της Κίου


  

Κατά τη διάρκεια του Ευρωπαϊκού Πολέμου 1914-1918, επειδή όλοι οι άνδρες από 19-50 ετών στρατευθέντες υπηρετούσαν στα περιώνυμα «Εργατικά Τάγματα»* (Αμελέ Ταμπούρ), τα οποία επινόησε ο μέγας διώκτης του Ελληνισμού γερμανός στρατηγός Φον Ντε Γκολτ Πασάς, για την εξόντωση του Ελληνισμού, άλλοι δε από τους άνδρες της Κίου φυγοδικούντες κρύβονταν σε κάθε είδους κρυψώνες μέσα στην πόλη, το εμπόριο και οι γεωργικές εργασίες, στην Κίο τουλάχιστον, πέρασαν στις γυναίκες.

Η Γυναίκα της ΚίουΟ πόλεμος εκείνος ο Ευρωπαϊκός έγινε αιτία να διαπιστωθεί η αντοχή των γυναικών και στις εξωτερικές εργασίες, αντοχή που θα την ζήλευαν και οι εργατικότεροι και οι πιο ακούραστοι άντρες. Η γυναίκα λοιπόν της Κίου κατά τα έτη 1914-1918 άφησε κατά μέρος το καπέλο, το δερμάτινο γάντι, τα πολυτελή φορέματα, τη μεταξωτή κάλτσα, το γοβάκι με ψηλό τακούνι, το κραγιόν, την πούδρα, τις παντόφλες που κατασκεύαζε η ίδια από σπάγκο, ακόμη και το τσαρούχι και αντικατέστησε σε όλα το στρατιωτικό ή φυγόδικο ή λιποτάκτη πατέρα, σύζυγο και αδελφό της. Τα ελαιοτόπια, οι συκομουριές, τα αμπέλια και γενικώς όλα τα κτήματα της Κίου καλλιεργούνταν από τις γυναίκες. Αυτές μάζευαν τις ελιές, αυτές μετέφεραν τα φύλλα της μουριάς για τη διατροφή των μεταξοσκωλήκων, αυτές πήγαιναν στην Προύσα όπου πουλούσαν τα κουκούλια. Αυτές με τα ζώα και με τα κάρα πήγαιναν στα χωριά του εσωτερικού και διενεργούσαν το εμπόριο ανταλλαγής. Δίνοντας βιομηχανικά προϊόντα ή εργόχειρα (κεντήματα κλπ.) έναντι γεωργικών προϊόντων (σιτάρι, πληγούρι κλπ.).

Αυτές καλλιεργούσαν τους λαχανόκηπους, αυτές έσπερναν, θέριζαν και μαζεύανε τα δημητριακά. Ο κάμπος της Κίου βομβούσε από τη γυναικεία εργασία. Η τσάπα, το λισγάρι, το σκαλιστήρι, το κλαδευτήρι και η ποτιστήρα δεν έλειψαν ολόκληρη την τετραετία του πολέμου από τα χέρια της Κιώτισσας γυναίκας, η οποία σαν μέλισσα εργαζότανε νύχτα και ημέρα κάτω από το δριμύ ψύχος το χειμώνα και τον καυτερό ήλιο το καλοκαίρι. Αυτές διενεργούσαν και το εμπόριο με την Κωνσταντινούπολη. Αγόραζαν από την Κίο ελιές, λάδι, όσπρια, πουλερικά, μέλι, πετμέζι, άσπρα (χάσικα) ψωμιά, οπωρικά και διάφορα άλλα τρόφιμα και τα μετέφεραν στην Πόλη για να τα μεταπουλήσουν κερδίζοντας έτσι αρκετά χρήματα. Οι γυναίκες αυτές καθ’ όλο το διάστημα του πολέμου ενεργούσαν και το εμπόριο των δημητριακών, τα οποία η Κίος στερούνταν.

Η Γυναίκα της ΚίουΓι’ αυτό, επειδή το χρήμα στα χωριά του εσωτερικού δεν είχε τόση αξία όσο τα διάφορα βιομηχανικά προϊόντα, οι γυναίκες μας πήγαιναν στην Προύσα, με τα πόδια βέβαια, ελείψει μέσων συγκοινωνίας, και αγόραζαν διάφορα αντικείμενα, όπως είδη μαγειρικής χάλκινα, διάφορα γυάλινα είδη, δοχεία από πορσελάνη, υφάσματα για τούρκικους φερετζέδες, σεντόνια, κουβέρτες, χαλιά, τραπεζομάντιλα, ρολόγια, κομπολόγια και παντός είδους υφάσματα.

Εφοδιασμένες με τα ανωτέρω είδη, σχημάτιζαν ομάδες από τη γειτονιά τους και ξεκινούσαν για τα σιτοπαραγωγά χωριά του Παζάρ-Κιοϊ, του Γενή-Σεχήρ, του Μπιλετζίκ και έφθαναν ως το Εσκή-Σεχήρ. Εκεί πουλούσαν το εμπόρευμά τους με ανταλλαγή σιταριού, κριθαριού, αραβοσίτου, οσπρίων, αλευριού, διαφόρων ζυμαρικών, πουλερικών και παντός είδους τροφίμων, τα οποία φορτώνονταν σε βοδάμαξες με τις οποίες τα έφερναν στην Κίο.

Τα ταξίδια αυτά γίνονταν πάντα με τα πόδια, διαρκούσαν δε περίπου 15 μέρες. Τόση δε ασφάλεια υπήρχε τότε στην ύπαιθρο, ώστε ποτέ δε σημειώθηκε κλοπή ή ληστεία σε βάρος των γυναικών αυτών, επικρατούσε δε την εποχή εκείνη τέτοια τιμιότητα και ηθική, ώστε δεν έγινε κανένα επεισόδιο σε βάρος της τιμής των γυναικών που ταξίδευαν ολομόναχες από την Κίο μέχρι το Εσκή-Σεχήρ, απόσταση μεγαλύτερη από 150 χιλιόμετρα. Ίσως αυτό να οφείλεται και στο ότι όλος ο αρσενικός πληθυσμός της Τουρκίας από 19-50 ετών ήταν στρατευμένος στα διάφορα πολεμικά μέτωπα.

Το εμπόριο αυτό της ανταλλαγής που διεξήγαγαν οι γυναίκες της Κίου είχε τόσο αναπτυχθεί και προοδεύσει, ώστε κατά τα τελευταία έτη του πολέμου 1917-1918, είχε λυθεί το επισιτιστικό πρόβλημα της Κίου, όπου υπήρχε άφθονο ψωμί και ότι άλλο τρόφιμο που σπάνιζε στις άλλες περιοχές της Τουρκίας. Γι’ αυτό και οι τουρκικές αρχές, οι οποίες δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον για τον επισιτισμό της Κίου κατά τα πρώτα έτη του πολέμου, μετά παρείχαν κάθε ευκολία και υποστήριξη στις εμπορευόμενες γυναίκες της πατρίδας μας Κίου.

Η γυναίκα της Κίου κατά τον Ευρωπαϊκό εκείνο πόλεμο επιδόθηκε σε κάθε κοπιαστική, επίμοχθη, επίφοβη και επικίνδυνη εργασία, σπρωγμένη από τη σκληρή ανάγκη της ζωής για τη διατροφή της οικογένειάς της. Η κιώτικη γυναικεία αντοχή θριάμβευσε τότε.

 

Υποσημείωση    


* Την υποχρεωτική κατάταξη των αντρών στα διαβόητα «Εργατικά Τάγματα» (Αμελέ Ταμπουρού), που στην πραγματικότητα ήταν Τάγματα θανάτου. Οι επιστρατευμένοι στέλνονταν στο εσωτερικό της Μ. Ασίας και ήταν υποχρεωμένοι, κάτω από την άγρια επιτήρηση κτηνωδών τσαούσηδων, να δουλεύουν 18 ώρες το 24ωρο. Έσπαζαν πέτρες, μετέφεραν υλικά, άνοιγαν διαβάσεις, κάτω από το αφόρητο ψύχος, τη βροχή ή τον καυτό ήλιο, χωρίς επαρκή τροφή και ιατρική περίθαλψη. Χιλιάδες ήταν αυτοί που πέθαναν από τις κακουχίες, τους ξυλοδαρμούς και τις επιδημίες.

                                                                                            

Πελοπίδας Ε. Πινάτσης

Περιοδικό Αναγέννηση, «1922-2002: Αφιέρωμα στην Κίο», τεύχος 384, Ιούλιος – Αύγουστος 2002.

Read Full Post »

Μαυρογένους Μαντώ – Mavrogenous Manto (1796-1840)

  


Μαντώ Μαυρογένους

Μαντώ Μαυρογένους (Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα)

 

Ηρωίδα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Γυναίκα με εύθραυστη ομορφιά, λεπτή και λυγερή κορμοστασιά, μεγαλωμένη με ευρωπαϊκή ανατροφή και παιδεία.   Ανιψιά του Νικολάου Μαυρογένη, επί πολλά έτη δραγουμάνου του στόλου (1770-1786) και στη συνέχεια ηγεμόνα της Βλαχίας (1786-1790).  

Γεννήθηκε στην Τεργέστη το 1796 ή 97, όπου ήταν εγκαταστημένος ο πατέρας της Νικόλαος Μαυρογένης, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, στην οποία μυήθηκε και η Μαντώ Μαυρογένους το 1820. Στις παραμονές του αγώνα βρισκόταν στην Τήνο με το θείο της Φιλικό παπα-Μαύρο, απ’ τον οποίο μυήθηκε στον αγώνα και μαζί του πήγε στην Μύκονο – πατρίδα της μητέρας της – αμέσως μετά την έκρηξη της Επανάστασης.

Έκτοτε η νεαρή Μαντώ διέθεσε όλη την πατρική περιουσία στον απελευθερωτικό αγώνα, ενώ έλαβε μέρος και η ίδια σε πολλές επιχειρήσεις. Με πλοία που εξόπλισε με δικά της έξοδα, καταδίωξε τους πειρατές που λήστευαν τις Κυκλάδες. Συγκρότησε σώμα πεζών, που ανέλαβε την αρχηγία του και υπεράσπιζε τη Μύκονο. Εξόπλισε στόλο από έξι πλοία και τον ένωσε με τις ναυτικές δυνάμεις του Τομπάζη. Αργότερα συγκρότησε στρατό, που αποτελούνταν από 16 λόχους των 50 ανδρών, και πήρε μέρος στην εκστρατεία της Καρυστίας. Πολέμησε στο πλευρό του Γρηγορίου Σάλα στο Πήλιο, στη Φθιώτιδα και στη Λιβαδειά. Όταν επέστρεψε στη Μύκονο, ασχολήθηκε με την τροφοδοσία του ναυτικού. Η φήμη της γρήγορα ξεπέρασε τα σύνορα του Ελληνικού χώρου και από τη θέση αυτή η νεαρή Ελληνίδα απηύθυνε έκκληση βοήθειας στους Ευρωπαίους φιλέλληνες και κυρίως στις Αγγλίδες και Γαλλίδες.

Ξένοι ιστορικοί και περιηγητές εξαίρουν τη συμμετοχή της στα πεδία των μαχών, κάτι που δεν προκύπτει από ελληνικές πηγές. Οι Έλληνες ιστορικοί του 19ου αιώνα παραδόξως την αγνόησαν. « Είναι απορίας άξιον έγραφε το έτος 1890 ο Jules Blancard, πως τέτοια γυναίκα ελησμονήθη  εντελώς από όλους τους έλληνες ιστορικούς».

Το 1825 στα γαλλικά κυκλοφορεί το βιβλίο του φιλέλληνα Τ. Ginouvier: «Mavrogenie ou L heroine de la Grece» στο οποίο περιγράφεται με γλαφυρό τρόπο η ζωή της ηρωίδας όπως την είδαν οι ρομαντικοί φιλέλληνες συγγραφείς της εποχής της. Το έργο αυτό εξαντλήθηκε αμέσως, εκδόθηκε ξανά στο Παρίσι το 1826 και έκανε διάσημο το όνομα της Μαντώς σε όλη την Ευρώπη. Ακολούθησε και τρίτη έκδοση το 1830.

Ο ζωγράφος  Adam Friedel κάνει την προσωπογραφία της, η οποία το 1827 κυκλοφορεί στο Λονδίνο και στο Παρίσι. Η προσωπογραφία αυτή της Μαντούς δημοσιεύτηκε τότε μεταξύ των 24 προσωπογραφιών των επισημότερων αρχηγών της Ελληνικής Επανάστασης. 

 

Μαντώ Μαυρογένους

Η Μαντώ Μαυρογένους επιζωγραφισμένη λιθογραφία του Adam Friedel, 1827.

 

Το έτος 1896 ο Θεόδωρος Blancard δημοσίευσε τη βιογραφία της ηρωίδας με τίτλο, «Les Mavroyéni», την οποία αφιέρωσε: «εις τους Παρίους, Μυκονίους και Τηνίους, λίαν επιλήσμονας της δόξης των». Το έργο αυτό συμπληρωμένο αναδημοσίευσε πάλι σε δύο τόμους το 1909.    

Με τη λήξη της Επανάστασης, η Μαντώ Μαυρογένους εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, (κατά τον Λαμπρινίδη, η Μαντώ αναφέρεται και ως κάτοικος Ναυπλίου* κατά την απογραφή του πληθυσμού το 1824 ως εξής: Αριθ. 319, Κοκώνα Μαντώ, μετά του αδελφού της, του θείου της και των υπηρετών της. Εν όλω άτομα έξ), και τιμήθηκε με διάταγμα του Καποδίστρια, για της υπηρεσίες της με μια μικρή σύνταξη και το βαθμό του αντιστρατήγου. Στη Μαντώ ανέθεσε και την εποπτεία του Ορφανοτροφείου το οποίο ίδρυσε στην Αίγινα.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια αναγκάστηκε, ύστερα από τον άτυχο έρωτά της με τον Δημήτριο Υψηλάντη,** το θάνατό του ένα χρόνο μετά από του Κυβερνήτη,  και την καταδίωξη του Κωλέττη, να επιστρέψει στη Μύκονο.

Φτωχή, έχοντας δωρίσει την τεράστια περιουσία της στον Αγώνα, κατέφυγε κοντά σε συγγενείς της στην Πάρο. Εκεί πέθανε από τυφοειδή πυρετό. Ενταφιάστηκε, με δημόσια δαπάνη, στο προαύλιο του ναού της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής.

 

* Έκθεση της Μαντώς Μαυρογένους


 Η Μαντώ Μαυρογένους αναζητά στέγη και διεκδικεί την αγορά της πρώτης κατοικίας του Αλή Μπέη στο Ναύπλιο, που είχε βγει σε πλειστηριασμό μετά την παράδοση της πόλης στους Έλληνες. Η συγκεκριμένη αναφορά έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο διενεργούσαν οι δημοπρασίες ακινήτων.

«Η ιδιοκτησία των εθνικών οσπιτίων, ονομαζόμενων Αλή Μπέη, προ ημερών επί δημοπρασίας επωλήτο, και εν ω εξ αρχής δεν εδίδοντο περισσότερον από τας τριάντα χιλιάδας γρόσια, εγώ εστάθηκα και την ανέβασα εις τον αριθμόν πενήντα μίας χιλιάδος, η οποία δημοπρασία εγίνετο πάντοτε έμπροσθεν των οσπιτίων και επαύξανον, και εγώ και οι άλλοι τυχόντες ερασταί των οσπιτίων και πάντοτε με ειδοποιούσαν και οι κήρυκες, και η δημοπρασίας επιτροπή και με παρρήγγελον να ετοιμάσω τα ήμισυ των γροσίων κατά το θέσπισμα της Διοικήσεως […].

Επειδή δε τα οσπίτια έκαμαν πολλάς ημέρας επάνω μου, δεν επαύξησε την ποσότητα κανείς, εν ω οι κήρυκες διαλαλούσαν, τόσον ήμην αμέριμνος και κατεγινόμενην να εύρω τα γρόσια και να πληρώσω το ήμισυ […].

Ταύτην δε την στιγμήν παρ’ ελπίδα μανθάνω, ότι εκ πρωίας άναψαν περί τον Αιγιαλόν την προσδιοριστικήν λαμπάδα και ετελείωσαν την πώλησιν αμέσως, χωρίς να με ιδεάση η επιτροπή κατά το σύνηθες, ήτις έκαμα τόσην ωφέλειαν εις το εθνικόν ταμείον και όχι ζημίαν.

Να γένουν, υπερτάτη, τοιαύται παρασκηναί και ραδιουργίες προς δοροδοκίαν της επιτροπής, προς όφελος του αγοραστού και προς ζημίαν του εθνικού ταμείου, είναι άτοπον μέγα, και έργον μη χαρακτηρίζον διοικούσαν μετ’ ευνομίας.

Όθεν αναγγέλω προς την υπεροχήν της, ότι επειδή η πώλησις αύτη έγινεν ατάκτως, αδίκως και παρανόμως, διά να θεραπευθή η αταξία και η παρανομία, να ακυρωθή η πώλησις και να αναφθή Δευτέρα λαμπάς, καθ’ ην παρευρισκομένη και εγώ να επαυξήσω, και εις όποιον σβύση η λάμπας, εκείνος να είναι κύριος των οσπιτίων, […].

Τη 4 Αυγούστου 1824 εν Ναυπλίω, η Πατριώτις Μαντώ Μαυρογένη».

 

 ** Ο Θεόδωρος Μπλανκάρ γράφει  για τη σχέση της Μαντώς Μαυρογένους με τον Δ. Υψηλάντη


  

« Ενθυμούμαι ότι ο ιστορικός και δημοσιογράφος Ιωάννης Φιλήμων, ένας από τους συντρόφους του Δημητρίου Υψηλάντη, μου είχε περιγράψει ένα περιστατικό σχετικά με τη δεσποινίδα Μαντώ Μαυρογένους.

Όταν ο Δημήτριος Υψηλάντης εξέφρασε την πρόθεση να παντρευτεί τη δεσποινίδα Μαυρογένους, οι σύντροφοί του την πήραν, κατά τη διάρκεια μιας σύντομης απουσίας του Δημητρίου Υψηλάντη στο Ναύπλιο, την επιβίβασαν σε πλοίο και την έστειλαν στο νησί της, απειλώντας τη σε περίπτωση που επέστρεφε. Όταν επέστρεψε, ο Υψηλάντης θύμωσε πάρα πολύ και ήταν άρρωστος για πολλές ημέρες γιατί αγαπούσε τη δεσποινίδα Μαυρογένους, αλλά συγχώρησε τους συντρόφους του και, απ’ όσο γνωρίζω, δεν ξαναείδε τη φίλη του.

Κουβέντιασα για τη δεσποινίδα Μαντώ Μαυρογένους με τον Αλέξανδρο Ραγκαβή, πρώην υπουργό, και με την κυρία Δραγούμη, μητέρα του υπουργού Εξωτερικών. Και οι δύο, μεγάλης ηλικίας πλέον, θυμούνται να έχουν δει και να έχουν ακούσει για τη Μαντώ Μαυρογένους όταν ήταν νέοι στο Ναύπλιο. Ήταν, μου είπαν, μια όμορφη προσωπικότητα, ψηλόσωμη, καλοφτιαγμένη και επιβλητική. Ντυνόταν με ευρωπαϊκά φορέματα, γεγονός σπάνιο για την εποχή.

Η κυρία Δραγούμη θυμάται ακόμη τη βελούδινη μπλούζα της που της είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση τότε. Ο Δημήτριος Υψηλάντης δεν ήταν όμορφος, αλλά ήταν μόλις 28 ετών όταν έφτασε στην Ελλάδα το 1821. Το όνομά του, το θάρρος του, ο πατριωτισμός του, του προσέδιδαν μεγάλο κύρος. Η δεσποινίς Μαυρογένους εντυπωσιάστηκε και συγκινήθηκε. Είχε μεγάλη περιουσία, μισθοδότησε ένα στράτευμα και συνόδευσε τον Υψηλάντη σε μερικές από τις εκστρατείες του. Ο Υψηλάντης ανταπέδωσε αυτό το ειλικρινές και ανιδιοτελές αίσθημα.

Ο πατέρας μου Γεώργιος Κοζάκης Τυπάλδος, επίσης από τους πρώτους συντρόφους του Υψηλάντη, τον οποίο όμως μια σοβαρή ασθένεια τον ανάγκασε να αφήσει την Ελλάδα πριν από το τέλος του πολέμου, μου μίλησε με καλά λόγια για τη δεσποινίδα Μαντώ Μαυρογένους και επέκρινε αυστηρά τη βάναυση συμπεριφορά των υπόλοιπων συντρόφων του Υψηλάντη σχετικά με τη θαρραλέα αυτή γυναίκα. Είχε δίκιο, πιστεύω, όταν απέδιδε αυτή τη συμπεριφορά στις ανατολίτικες προκαταλήψεις της εποχής, καθώς ένα όμορφο και νεαρό πρόσωπο που συνοδεύει τον Υψηλάντη στο στρατόπεδο, ένα αμοιβαίο αίσθημα μεταξύ δύο νέων ανθρώπων, σκανδάλιζε και τρόμαζε τους άνδρες της εποχής στην Ανατολή».

 

Πηγές

 


  • Σωτηρίας Ι. Αλιμπέρτη, «Μαντώ Μαυρογένους», Αθήναι, Τύποις Στεφ. Ν. Ταρουσοπούλου,1931.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Σελίδες από την Ιστορία της Γυναίκας», τεύχος 175, 6 Μαρτίου 2003.
  • Τρύφωνος Ε. Ευαγγελίδου, «Η Μύκονος / Ιστορία της νήσου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι την καθ’ ημάς», Εν Αθήναις, 1914.
  • Θεόδρος Μπλανκάρ, «Ο οίκος των Μαυρογένη», δεύτερη έκδοση, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2006.
  • Ευδοκία Ολυμπίου, «Γυναίκες του Αγώνα», Ιστορική Βιβλιοθήκη, «Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας», Εκδόσεις «Τα Νέα», Αθήνα, 2010.

 

Διαβάστε:

Προσωπογραφίες, Μαυρογένους Μαντώ – Mavrogenous Manto (1796-1840)

Read Full Post »

Μπουασονά Φρέντ – Frederic Boissonnas (1858-1946) 


 

O Φιλέλληνας  Ελβετός Fred Boissonnas είναι ο πρώτος ξένος φωτογράφος που περιηγήθηκε τόσο πολύ στον ελληνικό χώρο, από το 1903 και για περίπου τρεις δεκαετίες αργότερα. Ταξίδεψε από την Πελοπόννησο ως την  Κρήτη και τον Όλυμπο και από την Ιθάκη ως το Άγιο Όρος. Περιηγήθηκε, φωτογράφισε, έγραψε. Το έργο του, πρωτοποριακό αλλά και καθοριστικό για την εξέλιξη της ελληνικής φωτογραφίας κατά τον 20ό αιώνα. Μέσα από τις φωτογραφίες και τα λευκώματά του παρουσιάζει ένα πανόραμα της Ελλάδας του μεσοπολέμου, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για την Ελλάδα την ίδια περίοδο.

Η οικογένεια των Boissonnas κατάγεται από τη νότια Γαλλία, από το  Livron, ένα χωριό κοντά στη Μασσαλία.  Όταν στη Γαλλία το κλίμα για τους προτεστάντες έγινε εχθρικό οι πρόγονοι του Fred – μαζί με πολλές άλλες οικογένειες- αναγκάστηκαν να καταφύγουν στη Γενεύη. Η καταγωγή της οικογένειας έκανε τον Fred να πιστεύει πως ήταν απόγονος γενναίων Ελλήνων θαλασσοπόρων που είχαν εγκατασταθεί εκεί, κοντά στις εκβολές του Ροδανού.[i]

Ο Henri-Antoine Boissonnas,  ο πατέρας του Fred,  ιδρυτής  της φωτογραφικής δυναστείας, άσκησε στην αρχή το επάγγελμα του χαράκτη στο ωρολογοποιείο του πατέρα του, η αδυναμία του , όμως, ήταν η φωτογραφία. Αυτή η αγάπη – που την κληρονόμησαν οι γιοι του- ήταν η αιτία που, αργότερα,  άνοιξε  στούντιο στη Γενεύη.

Frederic Boissonnas (1858-1946)

Frederic Boissonnas (1858-1946)

Ο Fred(eric) Boissonnas γεννήθηκε στις 18-6-1858. Ήταν το πρώτο από τα  τέσσερα παιδιά του Henri-Antoine και της  Sophie, (Fred, Edmond-Victor, Caroline, Eva).[ii]  Πολύπλευρο ταλέντο, ο Fred κατάφερνε να συνδυάζει τα σπορ – ο αλπινισμός ήταν η μεγάλη του αγάπη- με τις σπουδές – παρακολουθούσε μαθήματα σχεδίου στη Σχολή Καλών Τεχνών- και τη μουσική- ήταν θαυμάσιος πιανίστας. Μια καρδιακή κρίση του πατέρα του τον υποχρέωσε, πριν   τελειώσει το γυμνάσιο, να αναλάβει για μερικούς μήνες το εργαστήριο. Παρά την απειρία του κατάφερε να τα βγάλει πέρα. Μετά από αυτό, ο πατέρας του αποφάσισε να τον στείλει να βελτιώσει τις γνώσεις του, πρώτα στη Στουτγάρδη, στο στούντιο του Brandseph, και αργότερα στον Ούγγρο Kohler. Ο τελευταίος  επηρέασε αποφασιστικά τον Fred. Ο Fred επέστρεψε από την Ουγγαρία το 1880. Γρήγορα, μεταμόρφωσε το ατελιέ του πατέρα του σε μαγικό σκηνικό, χρησιμοποιώντας έπιπλα, διακοσμητικές συνθέσεις και σκηνογραφικά υπόβαθρα με απόλυτα νεωτεριστικό πνεύμα και ιδιαίτερα ελκυστικό αποτέλεσμα. Οι  φωτογραφίες  του χαρακτηρίζονταν για τη  ζωντάνια  τους και χάρισαν στον Fred διεθνή αναγνώριση. Το ατελιέ του ήταν διαρκώς γεμάτο. Από το 1896 και μετά κέρδισε, πολλά βραβεία στη Γενεύη, το Παρίσι, τη  Βέρνη, τη Βιέννη, το Σικάγο.

Τα επόμενα χρόνια πολλαπλασίασε τις μελέτες του γύρω από το φως.  Μελέτησε τον καλπασμό ενός αλόγου, χωρίζοντάς τον  σε πολύ μικρά  διαστήματα, της τάξης του  1/100 του δευτερολέπτου (αντίστοιχα με τη σχετική μελέτη του Maybridge)[iii]. Ανέλαβε φωτορεπορτάζ, διαφημίσεις  κλπ.

Στην Παγκόσμια Έκθεση του Παρισιού του 1900 κέρδισε το πρώτο βραβείο. Μετά και από αυτό το θρίαμβό του, ο Fred άρχισε να εγκαινιάζει ατελιέ στο Παρίσι, τη Λυών και τη Μασσαλία. Το 1902 – μαζί με τον Γερμανό Eggler- αγόρασε το ατελιέ του Ιταλού Passeta, στην πλατεία Niefski της  Μόσχας. Ο Eggler κατάφερε γρήγορα να προσελκύσει όλη την καλή κοινωνία της πόλης στο κατάστημα τους. Κυρίες επί των τιμών, δούκες, δούκισσες, βοεβόδες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες άρχισαν συρρέουν για  ένα πορτρέτο.

Πριν φύγει για την Αμερική ο Edmond-Victor Boissonnas[iv] είχε ετοιμάσει για τον αδερφό του μερικές μεγάλες  φωτογραφικές πλάκες. Είχε καταφέρει να απομονώσει ένα φωτοευαίσθητο υλικό, την εωσίνη, και τη χρησιμοποίησε καθαρή, σε μεγάλες ποσότητες, με θεαματικά αποτελέσματα[v].

Τον ίδιο καιρό ο Fred φωτογράφησε από μακριά το Mont-Blanc, με τηλεφακό που κατασκευάστηκε στην Αγγλία. Για πρώτη φορά στην ιστορία της φωτογραφίας ξεχώρισε το μπλέ (ουρανός) από το άσπρο (χιόνι). Η κορυφή από μόνη της κάλυψε μία πλάκα 15×16 εκ. Η φωτογραφία αυτή έκανε  το γύρο του κόσμου.

 

Ο Fred Boissonnas  στην Ελλάδα


 

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές  ασχολίες τους, στο βάθος το φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές ασχολίες τους, στο βάθος το
φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

Πρώτος σταθμός τους στην Ελλάδα η Κέρκυρα.  Η παρέα θαμπώθηκε από τον πολιτισμό των Ιονίων. Εντυπωσιάστηκε πιο πολύ από τα πασχαλιάτικα έθιμα  του νησιού.  Έφτασαν τελικά στην Αθήνα και από εκεί στον Παρνασσό. Σχεδόν δυο  μήνες πήρε η προσπάθεια του Fred να τραβήξει ένα πλάνο αυτού του τιμημένου βουνού, που να  τον ικανοποιεί.

Τελικά, ο Fred κι ο Daniel εγκαταστάθηκαν στο Ζεμενό Κορινθίας  απ’ όπου μπορούσαν να έχουν πανοραμική άποψη του Παρνασσού. Στο  χωριό, που  δεν είχε ξαναφανεί   φωτογράφος,  διοργανώθηκε γιορτή. Ο παπάς του χωριού τούς παραχώρησε το δωμάτιό του. Ο ίδιος αρκέστηκε στο στάβλο που έβαζε το γάιδαρό του.

Όταν ο καιρός δεν επέτρεπε τη φωτογράφηση του Παρνασσού, ο Fred φωτογράφιζε τους χωρικούς στις καθημερινές  ασχολίες τους. Πέρασαν από την Επίδαυρο, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα, το Άργος, την Τρίπολη, τη Σπάρτη.

Από το πρώτο κιόλας ταξίδι του στην Ελλάδα, ο Fred  σκέφτηκε να συνδέσει τη δουλειά του με την τουριστική προβολή της χώρας.[vii] Με  διαδοχικά υπομνήματά του πρότεινε στην  ελληνική κυβέρνηση τη χρηματοδότησή του για τη φωτογράφηση της Ελλάδας, αλλά και των περιοχών που επρόκειτο να ενσωματωθούν σ‘ αυτήν (Κρήτη, Μικρασιατικά παράλια, Ήπειρος, Μακεδονία).

Έθεσε τις υπηρεσίες του στην προβολή των ελληνικών θέσεων στο εξωτερικό με τη δύναμη της φωτογραφικής εικόνας. (Δυστυχώς η πρωτοποριακή αυτή πρόταση δεν έγινε δεκτή παρά αργότερα όπως θα δούμε παρακάτω για την περίπτωση της Ηπείρου και της Μακεδονίας)[viii].

Τον Οκτώβριο του 1907 ο Fred,  γυρίζοντας από την Αίγυπτο, βρέθηκε στην Ακρόπολη. Είχε πολλά να κάνει εκεί: χρειαζόταν πλάνα για το βιβλίο που ετοίμαζε με τον Daniel καθώς και για την καταγραφή των μνημείων της Αθήνας που του είχε ζητήσει ο εκδότης Eggimann από την Ευρώπη. Ο φωτισμός ήταν αξιοθαύμαστος, η θέα καταπληκτική, ο Παρθενώνας αποκλειστικότητά του[ix]: «…πραγματοποιώ ένα όνειρο, είμαι ολομόναχος… Είναι ωραίο να απολαμβάνω τέτοιο θαύμα…», έγραφε ο ίδιος .

Αργότερα, ανεβασμένος στην κορυφή μιας σκάλας 12 μ. που είχε παραγγείλει σε ένα ντόπιο ξυλουργό, φωτογράφισε την ζωφόρο  του Παρθενώνα. Κάποιοι θεώρησαν βλασφημία αυτή τη φωτογράφηση. Τα γλυπτά, έλεγαν, είχαν φτιαχτεί για να τα βλέπει κανείς από το έδαφος. Όλοι όμως επαίνεσαν τις φωτογραφίες που τράβηξε στον  Παρθενώνα μετά από μια δυνατή νεροποντή[x].

Το 1908 ο Fred ταξίδεψε και πάλι στην Ελλάδα. Αποβιβάστηκαν στην Αίγινα από όπου πέρασαν στην Επίδαυρο, στην Αττική και  κατέληξαν  στα Μετέωρα. Τον Αύγουστο του 1910 κυκλοφόρησε το  λεύκωμα «En Grèce par monts et par vaux» (Στην Ελλάδα μέσα από τα βουνά και τα λαγκάδια), με τις υπογραφές των Fred και Daniel. Παρά το γεγονός ότι ήταν πανάκριβο, το λεύκωμα, σύντομα  εξαντλήθηκε. Οι κριτικές ήταν διθυραμβικές.

Ο Daniel έγραψε: «εκεί όπου οι άλλοι δεν ψάχνουν παρά μόνο για ερείπια εμείς ανακαλύψαμε μια φύση και ένα λαό». Από παντού έφθαναν συγχαρητήρια γράμματα.  Όλοι, από τον πιο ασήμαντο νεαρό Έλληνα φοιτητή ως τον  Ελευθέριο Βενιζέλο, έγραφαν για να εκφράσουν το θαυμασμό τους.

Στο «En Grèce par monts et par vaux», διαβάζουμε για το Ναύπλιο, τη φυλακή και τους δήμιους. 

 

  

 

Το λιμάνι του Ναυπλίου - Frederic Boissonnas 1903

« Στο Ναύπλιο συνυπάρχουν η Δύση (Ιταλία) και η Ανατολή. Οι Βενετοί ονόμαζαν την πόλη Νάπολη της Ρωμανίας. Το κάστρο Ιτς Καλέ που δεσπόζει στο λιμάνι είναι χτισμένο στη θέση της αρχαίας ακρόπολης. Ο μόλος πάνω στον οποίο βρίσκεται μοιάζει με προέκταση του βράχου του Παλαμηδίου αγκυροβολημένη στη θάλασσα. Το ύψος του βράχου που φαίνεται απ’ όλη την αργολική πεδιάδα ξεπερνάει τα διακόσια μέτρα, πράγμα που δίνει την εντύπωση πως το Παλαμήδι βγαίνει από τη θάλασσα και φτάνει ίσαμε τον ουρανό. Χίλια σκαλοπάτια πάνω στον βράχο οδηγούν ίσαμε το οχυρό που βρίσκεται στην κορυφή του και είναι διαμορφωμένο σε φυλακή.

Οι κρατούμενοι περνούν την ημέρα τους όλοι μαζί, στις τοιχισμένες χαμηλές αυλές, όμοιες με γούβες, ενώ οι φρουροί με το τουφέκι τους στον ώμο τους επιβλέπουν από ψηλά. Η πύρα του καλοκαιρινού ήλιου εισβάλει στα πέτρινα αυτά πηγάδια και επιδεινώνει την αφόρητη δυσωδία που βασιλεύει. Οι δυστυχισμένοι που ζουν εκεί δένουν σε μακριά κοντάρια τα μικροαντικείμενα που κατασκευάζουν και τα επιδεικνύουν στους επισκέπτες μέσα από τους άθλιους λάκκους που περνούν τις μέρες τους. Πρόκειται για μικροτεχνήματα από ξύλο ή μέταλλο στα οποία βάζουν όλη τους τη δεξιοτεχνία.

Στο οχυρό Μιλτιάδης έχουν συγκεντρώσει τους ισοβίτες και τους καταδικασμένους σε θάνατο. Η αυλή του είναι πολύ πιο βαθιά σκαμμένη, τα πρόσωπα που περιφέρονται πιο θλιμμένα και τα χειροτεχνήματα πιο λεπτοδουλεμένα. Από εκεί αγόρασα ένα δαχτυλίδι πάνω στο οποίο ήταν σκαλισμένη η λέξη Ελπίδα και μια ξυλόγλυπτη εικόνα του Ευαγγελισμού η οποία είχε κάτι το αληθινά συγκινητικό!

Πέντε θανατοποινίτες – μεταξύ των οποίων και ένας Αρκάδας που ξεχώριζε λόγω της κορμοστασιάς του, της ευγενικής φυσιογνωμίας του και του ιδιαίτερα περιποιημένου χτενίσματός του – περίμεναν ήρεμοι και σοβαροί, σαν άλλοι Σπαρτιάτες του Λεωνίδα, την τελευταία ημέρα τους˙ έκαναν υπομονή μέχρι να εμφανισθεί ο δήμιος!

Στην Ελλάδα, ο δήμιος είναι ο επονείδιστος, ο καταραμένος, αυτός που κουβαλάει πάνω του όλο το μίσος. Πρώην θανατοποινίτης – ο εδώ εκτελεστής – τον οποίο επέλεξαν και έθεσαν ενώπιον του διλήμματος: Ή θα δώσεις ή θα λάβεις θάνατο. Μεταξύ θανάτου και άθλιας ζωής που θα τον καθιστούσε, επιπλέον, αποδέκτη του μίσους και της περιφρόνησης ενός ολόκληρου λαού, επέλεξε να ζήσει.

Περνά τις μέρες του μέσα στο σιδερόφρακτο κελί του στο Μπούρτζι, στη θλιβερή νησίδα στην είσοδο του λιμανιού. Όταν πρόκειται να εκτελέσουν κάποιον κατάδικο, βγάζουν έξω τον δήμιο νύκτωρ και πάντα με φρουρά, για να μην αποδράσει, και τον συνοδεύουν ως το Παλαμήδι όπου πέφτουν τα κεφάλια˙ είκοσι πέντε περίπου εκτελέσεις γίνονται κάθε χρόνο.

Κατεβαίνοντας από το κάστρο πήραμε μια βάρκα που μας οδήγησε στη νησίδα χορεύοντας, κυριολεκτικά, πάνω στα κύματα. Ένας λοχίας μας πέρασε μέσα από τα ετοιμόρροπα τειχίσματα του παλαιού οχυρού και μας πήγε μέχρι το κατάλυμα του δημίου. Ήταν ένα κελί χαμηλοτάβανο, καθαρό, με ένα σιδερένιο κρεβάτι και μια λάμπα αναμμένη κάτω από μια εικόνα. Το πρόσωπο του δημίου, με λεπτά χαρακτηριστικά, δεν είχε τίποτα το απάνθρωπο ή το χαμερπές, μόνο μια έκφραση γεμάτη θλίψη και ντροπή που θα μου μείνει αξέχαστη.

Μας πρόσφερε τις καρέκλες που είχε στο κελί του κι εκείνος κάθισε στο πρεβάζι του παραθύρου. Επί οκτώ συνεχή χρόνια εκτελεί (ναι εκτελεί!) το καθήκον του (και τι καθήκον!) και επί οκτώ  χρόνια κάνει είκοσι με τριάντα περίπου φορές τον χρόνο τη μοιραία διαδρομή Μπούρτζι – Παλαμήδι». (Η Ελλάδα μέσα από τα βουνά και τα λαγκάδια, Εκδόσεις Μίλητος, Αθήνα, 2007).

  

Τίρυνθα - Frederic Boissonnas 1903

 

Τον Οκτώβριο του 1911 ο Fred και ο Daniel ξανάρθαν στην Ελλάδα. Αυτή τη φορά  προορισμός τους ήταν τα νησιά του Αιγαίου.  Περιόδευσαν στη Σκύρο, την Τήνο, τη Μύκονο, τη Δήλο, τη Νάξο, την Αμοργό, τη Σαντορίνη, τη Σίκινο, τη Σίφνο, την Πάρο και την  Ίο και κατέληξαν στην Κρήτη. Ο Βενιζέλος τους άνοιξε όλες τις πόρτες.

Το 1912 ο Fred συνόδεψε  στο σκάφος «Καληδονία» τον ελληνιστή Victor Berard[xi] στο ταξίδι αναζήτησης της πορείας του ομηρικού ήρωα Οδυσσέα σ’ όλη τη Μεσόγειο. Η «Καληδονία», πέρασε και από την Πάργα. Οι  τουρκικές αρχές δεν επέτρεψαν  τη φωτογράφηση κι έτσι ο Fred αρκέστηκε να τη φωτογραφίσει από τη θάλασσα. Λίγο καιρό μετά, όταν  ελευθερώθηκε η Πάργα, ο Fred πανηγύριζε που θα  μπορούσε, επιτέλους, να τη φωτογραφίσει από κοντά.[xii] Καρπός αυτής της προσπάθειας υπήρξε το βιβλίο «Dans le sillage dUlysse», που εκδόθηκε στο Παρίσι στα 1932, με κείμενα του Victor Berard και φωτογραφίες του Fred.

Τον Ιούνιο  του 1913 επέστρεψε στην Ελλάδα με τον Daniel. Αυτή τη φορά  ήρθαν  «να περιηγηθούν στο Βορρά», με σκοπό τη δημιουργία ενός άλμπουμ.  Η ελληνική κυβέρνηση ανταποκρίθηκε, τελικά,  στο αίτημα του Fred να χρηματοδοτήσει τη φωτογραφική αποτύπωση των περιοχών της Ηπείρου και της Μακεδονίας, που είχαν περιέλθει στο ελληνικό κράτος με τις νίκες στους βαλκανικούς  πολέμους[xiii].

Από αυτή την περιπλάνηση στην Ήπειρο προέκυψε το λεύκωμα «L’ Épire berceau des Grècs» ( Ήπειρος, το λίκνο της Ελλάδας), ενταγμένη στη σειρά  «L’ image de la Grècs».

Με το λεύκωμα γινόταν φανερό πως , παρά τη μακραίωνη δουλεία της,  η περιοχή είχε ακατάλυτους δεσμούς με την αρχαία Ελλάδα. Έντονη ήταν η παρουσία και του βυζαντινού παρελθόντος, συνυφασμένου με τη θρησκευτική συνείδηση των κατοίκων της περιοχής. Η παρουσία του ελληνικού στρατού στα πλάνα ήταν διακριτική.

Τέλος,  η έξοχη ιδέα να επιλεγεί για το εξώφυλλο η φωτογραφία της Δωδώνης  με τις ιερές βελανιδιές σφράγισε την έκδοση αυτή, που αποτέλεσε τον πιο αυθεντικό εκφραστή των ελληνικών θέσεων  στο εξωτερικό! Μετά την Ήπειρο, ο Fred και ο Daniel ακολούθησαν τα βήματα του νικηφόρου ελληνικού στρατού και έφτασαν ως τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα φωτογραφίζοντας τις «νέες χώρες» που απελευθερώθηκαν.

Στις 2 Αυγούστου 1913, με οδηγό το Χρήστο Κάκκαλο, κατέκτησαν την ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου το Μύτικα (2918μ.), που μέχρι τότε παρέμενε απάτητη. (Στον Όλυμπο  ανέβηκαν άλλες δύο φορές:  το 1919  και το 1927.)

Στις 23 Αυγούστου ο Fred  και ο Daniel απέστειλαν μακροσκελή επιστολή στο Γενικό πρόξενο της Ελλάδας στη Γενεύη Πέτρο Καψαμπέλη, στην οποία πρότειναν την ίδρυση εκδοτικού καλλιτεχνικού οίκου για την εκτύπωση εικονογραφικών λευκωμάτων και «…εν γένει επιχείρησιν πάσης καλλιτεχνικής εργασίας, ήτις θα ηδύνατο να αναπαραστήση φωτογραφικώς και καταστήσει γνωστάς τας καλλονάς των ελληνικών χωρών ανά την υφήλιον…»[xiv]

Στις 14 Δεκεμβρίου 1918 υπογράφτηκε συμφωνία  μεταξύ του Fred  και του υπουργού των Εξωτερικών Νικολάου Πολίτη για τη διοργάνωση μιας έκθεσης στο Παρίσι με θέμα την Ελλάδα. Το οριστικό συμβόλαιο, που υπογράφτηκε στις 27 Μαρτίου 1919, προέβλεπε την έκδοση μιας σειράς λευκωμάτων (Smyrne, La Thrace, Constantinople και L’ Hellénisme d’ Asie Mineure).[xv] Οι εκδόσεις που θα ακολουθήσουν πιστοποιούν την ελληνική παρουσία στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων  και – ταυτόχρονα – προλειαίνουν το έδαφος και για  τα επόμενα βήματα στην πραγματοποίηση της  «Μεγάλης Ιδέας».

Με την αμέριστη αρωγή του Ελευθέριου Βενιζέλου, ο οποίος γνώριζε και θαύμαζε το έργο του Fred Boissonnas, ο «προπαγανδιστικός μηχανισμός της εικόνας» έφθασε στο απόγειο του μέσα από εκδόσεις και εκθέσεις.

Το Μάιο του 1919, λίγες μέρες μετά την απόβαση των ελληνικών στρατευμάτων, ο Fred στέλνει στη Σμύρνη τον πρωτότοκο γιο του Edmond να φωτογραφίσει την πόλη για την έκδοση του ομώνυμου λευκώματος. Ο ίδιος, μαζί με τον τρίτο του γιο τον Henri πήγε στη Θεσσαλονίκη και τις υπόλοιπες περιοχές της Μακεδονίας, να εξασφαλίσει  υλικό για  την έκδοση των άλλων λευκωμάτων[xvi].

Μέσα στο 1919 κυκλοφόρησαν τα λευκώματα «Smyrne» και «Salonique, la ville des belles églises». Το 1920-21 εκδόθηκαν δύο τόμοι για την εκστρατεία στη Μακεδονία,  «La campagne de Macédoine, 1916-17» και «La campagne de Macédoine, 1917-18». Οι εκδόσεις αυτές στάλθηκαν σε όλες τις ελληνικές πρεσβείες και σε κάθε σημαντικό πολιτικό πρόσωπο της εποχής.

Στις 5 Ιουνίου του 1921 κατέφθασε στη Σμύρνη ο HenriPaul με σκοπό να καλύψει ως φωτορεπόρτερ την εκστρατεία του ελληνικού στρατού μαζί με τον έμπειρο συνταγματάρχη Fernand Feyler, που θα έγραφε τις ανταποκρίσεις από το μέτωπο. Ο Fred είχε καταφέρει να πείσει τη νέα ελληνική κυβέρνηση να συνεχίσει την πολιτική του Βενιζέλου ως προς το έργο που είχε αναλάβει, και την ομαλή ροή των συμφωνηθέντων ποσών[xvii].

Η Μικρασιατική Καταστροφή σηματοδότησε την οικονομική κατάρρευση των εκδόσεων Boissonnas.  Λίγο μετά το 1922  εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου αγόρασε το ατελιέ Cherry-Rousseau.    Στην  πελατεία  συγκαταλέγονταν εκλεκτά ονόματα της διανόησης και των τεχνών αλλά οι καλές εποχές είχαν περάσει ανεπιστρεπτί.

Ο ακούραστος Fred όμως, συνέχισε τα ταξίδια με τον ενθουσιασμό ενός εφήβου. Μαζί με τον μηχανικό Paul Trembley επισκέφτηκε την Αίγυπτο (1929) και τον επόμενο χρόνο το Φθινόπωρο φωτογράφισε το Άγιον Όρος[xviii]. Ένα χρόνο αργότερα εξέδωσε το βιβλίο «Le Tourisme en Grèce» με πλούσιο φωτογραφικό υλικό απ’ όλη τη δουλειά του στην Ελλάδα και  δικά του κείμενα.

Τα οικονομικά του προβλήματα τον οδήγησαν στην πώληση, ανάμεσα στα άλλα, του ιστορικού ατελιέ της Γενεύης στο Quai de la Poste καθώς και του σπιτιού του. Από δω και στο εξής ο Fred ζούσε με τις  οικογένειες των παιδιών του. Η Augusta, η γυναίκα του Fred, δεν άντεξε τον ανεξήγητο θάνατο της κόρης τους Lilette. Έπαθε σοβαρό νευρικό κλονισμό και πέθανε,  το 1940. Ο Fred την ακολούθησε έξι χρόνια αργότερα. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του τις πέρασε  σε ένα μικρό δωμάτιο κοντά στη μικρή του κόρη Daniele.

Από τα γραπτά των  δύο τελευταίων χρόνων της ζωής του, που περιγράφουν παράξενα γεγονότα, φαίνεται ότι ο Fred έφτασε  στα όρια μεταξύ διαυγούς διάνοιας και τρέλας: πίστευε ότι βρισκόταν σε ένα πορφυρένιο παλάτι, άκουγε παράξενες μουσικές και τραγουδούσε αποσπάσματα από το Μαγεμένο Αυλό…

Υποσημειώσεις

 


[i] Gad Borel, ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, BOISSONNAS, Ριζάρειο Ίδρυμα Αθήνα 2001  σ. 18.

[ii] Τα στοιχεία για τη ζωή του F. Boissonnas λήφθηκαν κυρίως από το έργο του NICOLAS BOUVIER, BOISSONNAS UNE DYNASTIE DE PHOTOGRAPHES 1864-1983, PAYOT LAUSANNE 1983.

[iii] βλ. Άλκης Ξανθάκης, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ 1839-1975, ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ Αθήνα 1994-99 σ. 59-60.

[iv]  O Edmond Boissonnas πέθανε στην Αμερική από τύφο. Μετά το θάνατο του  αδελφού του, ο Fred εργάστηκε  σκληρά μόνος του αυτή τη φορά, γύρω από τη οπτική και τη χημεία της φωτογραφίας.

[v]  O Edmond Boissonnas  δεν ανακάλυψε την εωσίνη.  Μερικοί φωτογράφοι  τη χρησιμοποιούσαν, ήδη. Η επιτυχία του ήταν  ότι τη χρησιμοποίησε σε καθαρή μορφή.

[vi] Ο Daniel BaudBovy ήταν κατά 12 χρόνια νεότερος από το  Fred. Γιος ζωγράφου, μεγάλωσε σε καλλιτεχνικό περιβάλλον. Είχαν  συνεργαστεί με τον Fred στις εκδόσεις: «Οι ζωγράφοι της Γενεύης»  και «Το ημερολόγιο της Γενεύης» και τους συνέδεε βαθιά φιλία και κοινή καλλιτεχνική αίσθηση.

[vii] Βλ. ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΘΑΣ, ΤΟΠΙΑ και ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΠΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ του FRED.BOISSONNAS, μια έκδοση του περιοδικού «Συλλογές» Αθήνα χ.χ.

[viii] βλ. HENRI-PAUL BOISSONNAS Μικρά Ασία 1921,Ειρήνη Μπουντούρη, Η Μικρά Ασία του H.P. Boissonnas, Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα.

[ix] Την ίδια εποχή  τα μνημεία της Ελλάδας  τα φωτογράφιζε και ο συμπατριώτης του Boissonnas αρχαιολόγος Waldemar Deonna, που αργότερα θα συνεργαστεί μαζί του  (Δύο Ελβετοί αρχαιολόγοι φωτογραφίζουν την Ελλάδα Waldemar Deonna και Paul Collart 1904-1939, Αθήνα 2001).

[x] Ο Σπύρος Μελετζής, ακολουθώντας τα βήματα του Fred, μας έδωσε το «δικό του Παρθενώνα» (όπως και τον Όλυμπο και πολλές από τις «αγροτικές» σκηνές). Συνέντευξη στον Μ. Πασιάκο 2002.

[xi] Διάσημος Γάλλος ελληνιστής, ο οποίος μετέφρασε την «Οδύσσεια» στα γαλλικά.

[xii] βλ. ημερολόγιο F. Boissonnas.

[xiii] Το 1913-14 ο Fred έλαβε από τον τότε έλληνα πρέσβη στο Παρίσι και πρώην υπουργό των Εξωτερικών Άθω Ρωμάνο και το πενιχρό ποσό των 5.000 δρχ. που είχε εγκρίνει το 1907 ο Γεώργιος ο Α΄. βλ. Ειρήνη Μπουντούρη. Η οικογένεια Boissonnas και η «προβολή των ελληνικών θέσεων», Μικρά Ασία ο.π. σ. 35.

[xiv] Αποκαλυπτική για τις προθέσεις της ελληνικής πλευράς, αλλά και των προθέσεων του Fred είναι η επιστολή του Καψαμπέλη προς τον υπουργό των εξωτερικών: «…ότι η επιχείρησις αύτη καλώς οργανουμένη ηδύνατο να αποδώση ημίν ανεκτιμήτους υπηρεσίας από πολιτικής, οικονομικής και πάσης άλλης απόψεως, είνε αναμφισβήτητον. Οι αναλαμβάνοντες ταύτην δεν αποβλέπουσι κυρίως εις αυτήν ως εις κερδοσκοπικήν επιχείρησιν. Αναμφιβόλως δεν ρίπτονται εις αυτήν εξ απλής μόνον αισθηματολογίας αλλά κυρίως επιθυμούσι να συμπληρώσωσιν έργον, εις ό αφιερώθησαν ήδη από 15ετίας…».

Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών, (Αρχείο Κεντρικής Υπηρεσίας 1922, φάκελος 98, υποφάκελος 4 (φάκελος Boissonnas ) Νο 553.

[xv] Το συμβόλαιο αυτό φυλάσσεται στην Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών.  (Αρχείο Κεντρικής Υπηρεσίας 1922, φάκελος 98, υποφάκελος 4 (φάκελος Boissonnas ) Αριθ. Πρωτ. 2907.

[xvi] …Συγκροτούν το ιδεολογικό και το εικονογραφικό έρεισμα της «προβολής των ελληνικών θέσεων» και το τεκμήριο της ελληνικότητας των περιοχών μέσω της φωτογραφίας και των επιλεγμένων κειμένων…γράφει εύστοχα η Ειρήνη Μπουντούρη ο.π. σ. 37.

[xvii] Στο σημείο αυτό ο N. Bouvier γράφει λανθασμένα ότι: «…Τα σχέδια τους  ακυρώθηκαν από τα γεγονότα: ο Βενιζέλος έχασε την εξουσία..» Όπως βλέπoυμε όμως το εμπορικό δαιμόνιο του Fred τα είχε καταφέρει για τελευταία φορά, αν και οι καθυστερήσεις των συμφωνηθέντων ποσών από την ελληνική κυβέρνηση ήταν αφόρητες. Στις επιστολές του πρεσβευτή της Ελλάδας στη Γενεύη προς το υπουργείο του περιγράφεται με μελανά χρώματα η κατάσταση: «…Ευρισκόμεθα δ’ εν δυσχερεστάτη θέσει, διότι ο κ. Boissonnas δεν παύει απευθυνόμενος προς τε το Προξενείον και ημάς, αιτούμενος την  ταχίστην αποστολήν της ληξιπροθέσμου απαιτήσεώς του…» 24-12-1921 και «…ευαρεστούμενοι χορηγήση μοι σχετικάς οδηγίας, δυναμένας ίσως να λυτρώσωσι την Βασιλικήν Πρεσβείαν των απαύστων οχλήσεων του αναφερομένου καλλιτέχνου…» 19-6-1922,  Αρχείο Κεντρικής Υπηρεσίας 1922, φάκελος 98, υποφάκελος 4 (φάκελος Boissonnas) .

[xviii] FRED BOISSONNAS, ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΕΝ ΕΤΕΙ 1930, κείμενα BETRAND BOUVIÉR, ΑΜΜΟΣ, 1994.

Read Full Post »

Ρηγόπουλος Γιάννης


 

Ρηγόπουλος Γιάννης

Ρηγόπουλος Γιάννης

Γεννήθηκε στη Νεστάνη της Αρκαδίας το 1952. Μεγάλωσε στο Άργος, γιατί εδώ εγκαταστάθηκαν οι γονείς του και έτσι τα παιδικά και μαθητικά χρόνια συνδέθηκαν έντονα με τη ζωή και τις παρέες της πόλης. Τελειώνοντας το «Οικονομικό Γυμνάσιο», πηγαίνει στην Αθήνα έχοντας εγγραφεί στην ΑΣΟΕΕ και έρχεται σε επαφή με το κλίμα της πρωτεύουσας και τα στέκια της, ιδιαίτερα εκείνα που συχνάζουν οι μύστες των τεχνών και των γραμμάτων. Γυρνώντας στο Άργος έχει ήδη διαμορφώσει μια άποψη για το δρόμο που θα ακολουθήσει και παρότι η εργασία του ως λογιστής του επιτρέπει να λύσει το βιοποριστικό, οι κρυφοί έρωτες τον σπρώχνουν σε δρόμους περίπλοκων αναζητήσεων και τον βάζουν στον πειρασμό των δύσκολων περασμάτων.

Σε μια εποχή όπου τα κυρίαρχα ιδεολογήματα επέβαλλαν απόλυτη υποταγή στις διαστρεβλώσεις του ελληνοορθόδοξου δόγματος, χρειαζόταν σε κάποιον δύναμη ψυχής για να μπορέσει η σκέψη του να αντέξει τις δυσκολίες ελεύθερων περιηγήσεων στο λόγο και την τέχνη. Η εικόνα του τοίχου στο βιβλιοπωλείο του με τα συνθήματα «21-4-1967, φονιάδες, Ζήτω ο στρατός», θα συμβολίζει για μια περίοδο, τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν όσοι τολμούσαν να σκεφτούν με τρόπο διαφορετικό.

Ο Γιάννης Ρηγόπουλος συνεχίζει και το 1975 εκδίδει την εβδομαδιαία εφημερίδα «Αναγέννηση» με παναργολική κυκλοφορία. Η εφημερίδα θα μετατραπεί, λίγα χρόνια μετά, σε μηνιαίο περιοδικό που κυκλοφορεί ακόμα και σήμερα. Βιβλιοπωλείο και περιοδικά θα αποτελέσουν τα στέκια ενός κόσμου που αναζητά νέες πνευματικές εκφράσεις και που βοηθά στην αναγέννηση του πολιτισμού στην Αργολίδα.

Παράλληλα, οργανώνονται οι εκδόσεις «Ελλέβορος» και εκδίδεται το πρώτο τριμηνιαίο περιοδικό επιστήμης, γραμμάτων και τεχνών στην Αργολίδα. Στις σελίδες του «Ελλέβορου» και της «Αναγέννησης» θα βρουν φιλοξενία δεκάδες άρθρα με θέματα πολιτισμού, πολιτικής, κοινωνίας. Στην αίθουσα της «Αναγέννησης» θα παρουσιαστούν δεκάδες κείμενα, μελέτες διηγήματα, θα ακουστούν άπειρες γνώμες, κριτικές, εξηγήσεις και αναλύσεις και θα αναδειχθούν τα σημεία των συνεχών αναζητήσεων στους κόσμους που οργανώνει η ψυχή και η σκέψη.

Η «Αναγέννηση» θα υπάρξει για περισσότερο από τριάντα χρόνια το ελεύθερο βήμα έκφρασης των ανθρώπων της καθημερινότητας αλλά και εκείνων της αναζήτησης «εκτός των τειχών». Ένα πραγματικό στέκι για τη ζωή, τα γράμματα και τις τέχνες.

Ο ίδιος ο Γιάννης Ρηγόπουλος μετράει μια πλούσια ποιητική παρουσία, γνωστή και εκτός Αργολίδας, με σημαντικές εκδόσεις και ποιητικές συλλογές.

Μερικές από αυτές είναι: «Χιμαιροπλόκος» (1969), «Παράσταση» (1971), «Πειράματα επί φασιόλων» (1981), «Μικρό ανθολόγιο Αργείων ποιητών» (1994), «Είναι κάτι καράβια φαντάσματα» (1996), «Ενδοφλεβίως» (1998), «Λη» (2005).

Το 2005 βραβεύτηκε για την παρουσία και την προσφορά του με το περιοδικό «Αναγέννηση» από τον ΟΠΑΝΑΑΡ και από το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Άργους.

  

Πηγή


  • Εφημερίδα, «Τα Αργολικά», Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009.

Read Full Post »

Το Άξιον Εστί στο Βουλευτικό Ναυπλίου


 

Πρόσκληση

Η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ, ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΩΔΕΙΟ ΑΡΓΟΥΣ,  Η ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΝΑΥΠΛΙΟΥ  ΚΑΙ ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΝΑΥΠΛΙΟΥ,

με ιδιαίτερη χαρά σας καλούν στην Αίθουσα Βουλευτικού Ναυπλίου, το Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009 στις 8.30 το βράδι…

για να απολαύσετε και να χαρείτε το κορυφαίο λαϊκό ορατόριο των

Οδυσσέα Ελύτη και Μίκη Θεοδωράκη ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.

Άξιον Εστί 

Η χορωδία της πολιτιστικής Πρότασης, επιχειρεί με οδηγό της τον  Μαέστρο κ. Νόνη να σας ξεναγήσει στα υψίπεδα της ένθεης μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη και την μυροφόρο ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη.

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009 . Βραδιά μέθεξης και νυχτερινής περιπλάνησης

στον κόσμο του Ελύτη. Αυτόν τον κόσμο τον μικρό, τον Μέγα.

Η είσοδος είναι ελεύθερη.

ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ – ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΩΔΕΙΟ ΔΗΜΟΥ ΑΡΓΟΥΣ

ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΝΑΥΠΛΙΟΥ  – ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΝΑΥΠΛΙΟΥ.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »