Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολίδα’

William Haygarth

 

 

 

Μυκήνες. Λιθογραφία του Α. Joly, σχέδιο Haygarth William. (Γεννάδειος Βιβλιοθήκη)

Μυκήνες. Λιθογραφία του Α. Joly, σχέδιο Haygarth William. (Γεννάδειος Βιβλιοθήκη)

Γιος γιατρού, συμφοιτητής του Βύρωνα στο Trinity College, o λογοτέχνης και ζωγράφος W. Haygarth (1782-1825/30), ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1810 την περιήγησή του προς τις ελληνικές γαίες και έφυγε πλημμυρισμένος εντυπώσεις τον Ιανουάριο του 1811. Φορτισμένος με το αρχαιόφιλο πνεύμα της εποχής του, από το αγγλικό περιβάλλον των γραμμάτων και των Τεχνών, και πιο πλούσιος με το φιλελληνικό συναίσθημα, που αποκόμισε μετά τη δυσκολοτάξιδη εμπειρία του στον ελλαδικό χώρο, συνέθεσε ένα μοναδικό έργο, ποιητικό και εικαστικό,

Greece a poem in three parts; with notes, classical illustrations, and sketches, of   the scenery, by William Haygarth, Esq. A. M. London: printed by W. Bulmer and Co., Cleveland-Row; and sold by G. and W. Nicol, Booksellers to His Majesty. Pall Mall, London, 1814, όπου καταφέρνει να περιγράψει το ελληνικό τοπίο και περίλαμπρες αρχαιότητες σε πολύ πετυχημένες συνθέσεις, μη παραλείποντας και τα ηθογραφικά στοιχεία.

 

 

 

Μυκήνες. Haygarth, William (ζωγράφος) & C. Turner (χαράκτης) 1.5.1814, χαλκογραφία επιχρωματισμένη, 17,5 x 25,5 εκ. (Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών Βούρου-Ευταξία)

Μυκήνες. Haygarth, William (ζωγράφος) & C. Turner (χαράκτης) 1.5.1814, χαλκογραφία επιχρωματισμένη, 17,5 x 25,5 εκ. (Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών Βούρου-Ευταξία)

Τα Ιόνια νησιά, η Ηπειρος, η Πίνδος, η Στερεά Ελλάδα, η Αττική και ο Σαρωνικός, καθώς και η Πελοπόννησος* είναι οι τόποι της περιοδείας του. Οι δύο χιλιάδες τετρακόσιοι περίπου στίχοι του ποιήματός του, που γράφηκαν κυρίως στην Αθήνα, με λεπτομερή σχόλια και παραπομπές, το ημερολόγιό του αλλά και οι εκατόν είκοσι ακουαρέλες καθώς και τα σχέδιά του τον καθιστούν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιηγητικές μορφές. «Διακινδύνεψε στο στιχούργημα την πρόβλεψη για την ηθική αναγέννηση της Ελλάδας», γράφει ο ίδιος, και το ρομαντικό ύφος με αναπολήσεις, προεκτάσεις και λυρικά στοιχεία σε συνδυασμό με ρεαλιστικά και φανταστικά δεν απουσιάζουν ούτε από τη γραφίδα του ούτε απο τον χρωστήρα του. «Περήφανο μνημείο, παλαιάς μεγαλοπρέπειας», αναφωνεί για το Θησείο, «η νιότη σου είδε τη φήμη της χώρας σου», τα γηρατειά σου την αγωνία της».

 

 

 

 

Υποσημείωση

 

 

*Δρομολόγιο: Suli, Pindus, Thessaly, Thermopylae, Parnassus, Delphi, Thebes, Athens, Marathon, Aegina, Nauplia, Argos, Mycenae, Arcadia, Laconia, Sparta, Achaia, Corinth.

 

Πηγές

  • ΞΕΝΟΙ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ( 15ος – 20ος αιώνας). Το Ανθολόγιο των χρονικών των Ξένων Περιηγητών – (Συλλογή Δ. Κοντομηνά) στηρίζεται στον κατάλογο της Εκθεσης (16 Μαΐου – 16 Ιουνίου 2005) με τίτλο «Ανάδυση και η Ανάδειξη Κέντρων του Ελληνισμού στα Ταξίδια των Περιηγητών (15ος – 20ος αιώνας)».
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/ ΕΙΕ.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Περιηγητές VΙΙΙ», τεύχος 146, 8 Αυγούστου 2002.

 

Read Full Post »

Άργος, «Peloponnesus :notes of study and travel», 1858. – William George Clark

 

 

Ο William George Clark ξεκινάει από την Αθήνα και περιηγείται την Πελοπόννησο, ακολουθώντας την πορεία Κόρινθος, Άργος, Καρυά, Μαντινεία, Σπάρτη, Καλαμάτα, Ναυαρίνο, Φιγαλεία, Ολυμπία, Πύργος, Πάτρα, Αίγιο, Φενεός, Στυμφαλία, Σικυών.

 

Ο περιηγητής έφτασε στο Άργος παραμονές του Πάσχα αφού προηγουμένως έχει επισκεφθεί τη Νεμέα και τις Μυκήνες.  Από το Άργος θα κινηθεί προς Μαντινεία μέσω Καρυάς. Στο βιβλίο του «Peloponnesus :notes of study and travel», για το Άργος αφιερώνει 25 σελίδες (90-114), όπου μας προσφέρει μια ενδιαφέρουσα περιγραφή των κατοίκων, της πόλης και των αρχαιοτήτων της. Το έργο συμπληρώνον 5 χάρτες της Πελοποννήσου, του ιερού του Ισθμού, της Νεστάνης και Μαντινείας, της Σπάρτης και του Ναυαρίνου. Ο τελευταίος μάλιστα είναι έργο εξαιρετικής χάραξης.

 

 

Το Άργος και οι γειτονικές περιοχές

 

 

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

Το πρωί του Σαββάτου 19 Απριλίου η πόλη του Άργους ήταν γεμάτη κόσμο. Το Σάββατο είναι ημέρα παζαριού και οι δρόμοι ήταν πλημμυρισμένοι από εμπορεύματα και πωλητές. Αγρότες είχαν φέρει καλάθια με κρεμμύδια, πράσσα, ραδίκια, κάρδαμο και άλλα σαρακοστιανά. Από την άλλη μεριά, οι κάτοικοι της πόλης τους προκαλούν επιδεικνύοντας τις ενδυμασίες τους, από φέσι μέχρι τσαρούχια και παντόφλες, από τσίτινα υφάσματα (πιθανώς) από το Μάντσεστερ, μαχαίρια (ίσως) από το Σέφφιλντ μέχρι άσπρες ομπρέλες δυο δραχμές το κομμάτι, εγγυημένες από αγγλικά εργοστάσια. Απ’ όσο μπορεί να καταλάβει κανείς, η πόλη φαίνεται να ευημερεί περισσότερο από όλες τις άλλες πόλεις της Ελλάδας. Τα σπίτια είναι χτισμένα με τρόπο ακατέργαστο, ασοβάντιστα, χωρίς μαρμαροκονία, από συνήθεια περισσότερο κι όχι για κάποιον άλλο λόγο. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι οι κάτοικοι ασχολήθηκαν πάρα πολύ να χτίσουν σκεπές για τα κεφάλια τους, που δεν τους έμεινε καιρός να ενδιαφερθούν και για την πολυτέλεια του λιθοστρώματος και της αποχέτευσης. Κι αυτό δε βρίσκεται μακριά από την αλήθεια. Φθάσαμε τελικά σε μια μεγάλη άπλα, όπου ο οδηγός μας – ελλείψει αρχαίου μύθου- μας διηγήθηκε ένα νεότερο για τη γάτα και το ποντίκι: «εδώ», είπε, «όταν οι Γάλλοι κατείχαν το Άργος, έσφαξαν δεν ξέρω και γω πόσα παιδιά την ώρα που γύριζαν από το σχολείο τους». Δεν ήταν αυτό το μόνο περιστατικό που με έκανε να συμπεράνω ότι οι νεοέλληνες είχαν τόση «τόλμη στη φαντασία» όση τουλάχιστον και οι αρχαίοι τους πρόγονοι. Σ’ αυτή την άπλα υπάρχουν μερικά Ρωμαϊκά ερείπια αδύνατο να αναγνωριστούν – ίσως απομεινάρια από τη μετά τον Παυσανία εποχή – και κοντά σ’ αυτά το μόνο σημαντικό απομεινάρι του αρχαίου Άργους: οι λαξευμένες κερκίδες που αποτελούσαν το κέντρο του θεάτρου. «Τα δυο του άκρα ήταν φτιαγμένα από τεράστιου μεγέθους τραχιές πέτρες και ασβεστοκτονία, χτισμένες κανονικά. Τώρα αυτά είναι απλώς άμορφοι σωροί απορριμμάτων. Το ακάλυπτο μέρος του θεάτρου διατηρεί τα απομεινάρια 67σειρών εδωλίων, σε τρία τμήματα χωρισμένα με διαζώματα. Στο επάνω τμήμα υπάρχουν 19 σειρές και στο κάτω 32. Μπορεί ασφαλώς να υπάρχουν και άλλα τμήματα κάτω από τη γη».

 

Μέτρησα 35 σειρές στο κατώτερο τμήμα, 16 στο μεσαίο και 18 στο ανώτερο, όλες μαζί 69. Οι «ευθύγραμμες σειρές εδωλίων ανασκαμμένες στο βράχο δίπλα στο θέατρο» είναι τώρα καλυμμένες από καλλιεργήσιμη γη. Παρατήρησα αργότερα, κοντά στο θέατρο της Χαιρώνειας, εδώλια παρόμοια με αυτά που είδε εδώ ο συνταγματάρχης  Leake.  Δεν πιστεύω να ήταν ένα είδος φουαγιέ για τους θεατές στα διαλείμματα των παραστάσεων, αλλά περισσότερο μου φάνηκαν σαν απλά σκαλιά για να διευκολύνουν την πρόσβαση και αποχώρηση των επάνω κερκίδων.

 

 

Κάστρο του Άργους

 

 

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

Ένα απότομο πετρώδες μονοπάτι οδηγεί από εκεί στην κορυφή που στέφεται από το μεγάλο κάστρο του Άργους. Μια οχυρή θέση, η οποία, αφού φυλάχτηκε ζηλότυπα από όλους τους τυράννους της περιοχής, από τον Ακρίσιο και μετά, έχει αφεθεί, μετά την παλινόρθωση της ελευθερίας, στη μοναξιά και τη φθορά. Μπαίνεις σε ένα μικρό περίβολο χτισμένο με ακατέργαστες πέτρες εναλλασσόμενες με τούβλα, Βυζαντινής κατασκευής υποθέτω. Και διαμέσου αυτού περνάς στον κεντρικό περίβολο, ένα ακανόνιστο πολύγωνο, που σε κάθε γωνιά φρουρείται με πύργους. Ο τοίχος έχει τεράστιο πάχος. Υπάρχει ένα φαρδύ μονοπάτι γύρω από τις επάλξεις, που γίνεται προσιτό κατά διαστήματα με σκαλιά. Ανάμεσα στα άλλα ερείπια ο εσωτερικός περίβολος περιλαμβάνει και μια μικρή εκκλησία με κόγχη. Αυτός ο περίβολος είναι φανερά μεταβυζαντινής κατασκευής, αφού παρατήρησα μαρμάρινους σταυρούς ανάγλυφα, καθώς και άλλα κοσμήματα, που ανήκαν σε ελληνική εκκλησία, κτισμένα στους τοίχους. Είναι χωρίς αμφιβολία δουλειά των Γάλλων αρχόντων του Μοριά. Οι δυο περίβολοι καταλαμβάνουν την κορυφή του λόφου και περιστοιχίζονται στις τρεις πλευρές από ένα μεγαλύτερο περίβολο σε ένα σημαντικά χαμηλότερο επίπεδο, που επίσης υποστηρίζεται από ισχυρό τείχος με πύργους κατά διαστήματα. Οι πύργοι κατά το μεγαλύτερο μέρος τους είναι τετράγωνοι. Παρόλ’ αυτά, παρατήρησα τρεις στρογγυλούς και έναν τραπεζοειδή. Στην εξωτερική αυλή υπάρχουν αρκετές στέρνες. Στη βόρεια και στη βορειοδυτική πλευρά των τειχών είδα σημαντικό τμήμα Κυκλώπειας λιθοδομής δεύτερης τάξης, κι ο συνταγματάρχης Leake είδε μερικά πρώτης τάξης. Η ελληνική εργασία εμφανίζεται σποραδικά. Σε ένα μέρος – όπου ένας μεγάλος σωρός συντρίμματα από έκρηξη πιθανότατα – παρατήρησα τα εναλλασσόμενα στρώματα πλατιών τούβλων και τσιμέντου, που δείχνουν την κατασκευή των Ρωμαίων λεγεωνάριων. Η παρούσα κατασκευή, κυρίως Φράγκικη, αλλά και μερικώς Βυζαντινή, επιδιορθώθηκε από Βενετούς και Τούρκους. Λίγα μέρη έχουν τέτοια συνεχή ιστορία, καταγραμμένη τόσο καθαρά, ώστε να μπορεί να διαβαστεί στα τείχη τους. Συμπεριλαμβάνουν στη διαδρομή τους ένα χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο από αυτό που περιέχουν τα τείχη της Τίρυνθας, και ελάχιστα μικρότερο από αυτό των Μυκηνών. Είναι ίσως ανάλογο συνολικά με τα χρονικά όρια της αρχαίας πόλης των ηρωικών χρόνων, έχοντας, όπως η Τίρυνθα, την ακρόπολη σε υψηλότερο επίπεδο, όπου τώρα βρίσκεται ο εσωτερικός περίβολος του παρόντος φρουρίου. Οι τύχες τους, όμως, ήταν διαφορετικές. Ενώ η Τίρυνθα και οι Μυκήνες δεν αναπτύχθηκαν πέρα από τα όρια του αρχαίου κόσμου και εγκαταλείφθηκαν μάλιστα από τότε που κατεδαφίστηκαν, περίπου 2000 χρόνια πριν, η Λάρισα του Άργους κατοικήθηκε συνεχώς. Το πτολίεθρον των Αχαιών έγινε Ακρόπολη της ελληνικής πόλης, φρούριο για τη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή Αυτοκρατορία και, στο Μεσαίωνα, καθώς «η σβούρα του χρόνου πέτυχε την εκδίκηση της» έγινε φεουδαρχικό κάστρο των Φράγκων ηγεμόνων. Μ’ αυτό τον τρόπο επέστρεψε στο σκοπό για τον οποίο είχε κτιστεί από τους Κύκλωπες. ‘Όταν οι Φράγκοι εισέβαλαν στο Μοριά το 1207, βρισκόταν κάτω από την κατοχή του Λέοντα Σγουρού, ενός Έλληνα που κατείχε επίσης την Κόρινθο και τη Ναυπλία στο όνομα του αυτοκράτορα. Κι ενώ απουσίαζε ο δεσπότης, που ήταν οχυρωμένος στον Ακροκόρινθο, η πόλη κατελήφθη με την πρώτη επίθεση από τον Guilliame de Champlitte, «pour ce il estoiet en plain», λέει το Φράγκικο χρονικό.

 

Αλλά το κάστρο δεν πάρθηκε παρά το 1248, όταν δόθηκε από το Βιλεαρδουίνο στο σύμμαχο του Κύριο των Αθηνών Γκιγιώμ de la Roche «μαζί με το ωραίο κάστρο του Ναυπλίου». Τον επόμενο αιώνα πέρασε στην κυριαρχία της οικογένειας των Enghien. Γρήγορα μετά την τελική έξωση των Φράγκων ακολούθησε την κατάρρευση του ελληνικού κράτους. Κι από τότε το κάστρο κρατήθηκε, όπως όλα τα άλλα, εναλλάξ από Τούρκους κι Ενετούς – κύριους όχι το ίδιο καταπιεστικούς, αλλά το ίδιο μισητούς, μια και δεν υπάρχει διαβάθμιση στο μίσος που νιώθει ένας Έλληνας για τους αφέντες του. Τώρα που η ελευθερία και η ασφάλεια έχουν επιτρέψει πάλι την ελεύθερη ανάπτυξη των φυσικών πλεονεκτημάτων, ένα νέο Άργος ανατέλλει στην αρχαία τοποθεσία κατά κύριο λόγο. Τα φυσικά πλεονεκτήματα που διαθέτει το Άργος είναι φανερά.

 

 

Αργείτικη πεδιάδα

 

Ο τόπος είναι περισσότερο ευρύχωρος από αυτόν των απομονωμένων Μυκηνών, πιο υγιεινός από τη χαμηλή Τίρυνθα. Κι ελέγχει πολύ περισσότερες υπόγειες δεξαμενές ύδατος από τους δυο άλλους τόπους, με πηγές και υδραγωγεία. Ο Κιφησσός του, που ο Ποσειδών χτύπησε πάνω στην οργή του, πίστευαν ακόμη ότι έρρεε υπογείως και εμπλούτιζε τα πηγάδια της πόλης. Τα στρατιωτικά πλεονεκτήματα της θέσης του Άργους δεν είναι λιγότερο φανερά. Βρίσκεται στη διασταύρωση, ή, για να πούμε καλύτερα, στο γάγγλιο των διαφόρων δρόμων προς Λακωνία και Αρκαδία, όπου, κατά την ιστορική περίοδο του Άργους, κατοικούσαν οι πιο φοβεροί του εχθροί, αλλά και οι πιο ικανοί του σύμμαχοι. Η εισβολή των Λακώνων ήταν αυτό που φοβούνταν περισσότερο, και καμιά άλλη θέση δεν μπορούσε τόσο καλά να ελέγχει και να προστατεύει την πεδιάδα. Μ’ αυτά αναμφίβολοι συνενώθηκαν και άλλες αιτίες περισσότερο λεπτές και περισσότερο πολύπλοκες. Οι πηγές της εθνικής ευημερίας έχουν ρίζες βαθιές. Βλέπουμε μερικά έθνη να ακμάζουν με όλων των ειδών τα φυσικά εμπόδια, και άλλα να φθίνουν παρόλα τα πολύμορφοι φυσικά πλεονεκτήματα. Κι άλλες φορές το πνεύμα κι η ζωντάνια ενός λαού αποτυγχάνουν και σβήνουν χωρίς να υπάρχουν εξωτερικά αίτια επαρκή να εξηγήσουν το γεγονός. Χρησιμοποιούμε μία  κοινότοπη παρομοίωση, αλλά έχουμε κάποιο δίκαιο, όταν συγκρίνουμε τη ζωή ενός έθνους με τη ζωή ενός ανθρώπου ή όταν μιλάμε για την άμπωτη και την παλίρροια της ευημερίας ενός έθνους.

 

Η θέα από τα τείχη της Λάρισας είναι θαυμάσια. Μπροστά στα πόδια μας, στην κατηφόρα, εκτείνεται η πόλη με τους κροσσοτούς της κήπους και τα καταπράσινα  οπορωφόρα δένδρα, με συστάδες κυπαρισσιών εδώ και κει και  αριστερά τη φιδωτή με απότομες καμπύλες λευκή, φαρδιά κοίτη του Χάραδρου. Καθώς  η εποχή των βροχών δεν είχε μπει για τα καλά, δε φαινόταν ούτε σταγόνα νερού. Είχε όλο απορροφηθεί από την άμμο και το ψιλό χαλίκι, το είχε πιει όλο το διψασμένο χώμα του Άργους. Πέρα μακριά εκτείνεται η επίπεδη πεδιάδα, πράσινη από τα καινούρια σπαρτά, βαμβάκι και καπνό. Προς τα δεξιά ο βάλτος και μετά η καμπύλη της παραλίας που τελειώνει στην πόλη και στο λιμάνι του Ναυπλίου, πάνω από το οποίο υψώνεται ο βράχος του Παλαμηδιού με το κάστρο. Η Αργείτικη πεδιάδα κλείνεται σε όλες τις άλλες εκτός από τη θάλασσα πλευρές από οδοντωτές κρημνώδεις οροσειρές. Μακριά από  ανατολικά είναι η κορυφή του Αραχναίου. Στα βόρεια το φανταστικό σχήμα της Φούκας. Η Κυλλήνη υψώνεται στα βορειοδυτικά κι ανάμεσα τους τα μακρινά χιόνια του Παρνασσού.

 

Το απόγευμα πήγαμε στο Ναύπλιο. Μόλις φτάσαμε δραπετεύσαμε ευτυχώς από  τους βρώμικους δρόμους του κι από το ακόμη πιο βρώμικο πανδοχείο και πήραμε μια βάρκα για να  διασχίσουμε τον κόλπο. ‘Όσο βρισκόμαστε μέσα στον κόλπο, κάθε βύθισμα κουπιού ανακινούσε ρυπαρή λάσπη κι σήκωνε δυσωδία χειρότερη κι από του Τάμεση. Δεν μπορεί παρά να απορήσει κανείς γιατί το Ναύπλιο δεν ήταν ιδιαιτέρως υπεύθυνο για πανώλη, μια και μέχρι τα χρόνια αυτά υπήρξε τέτοια επιδημία. Η αιτία για την εξαφάνιση της νομίζω ήταν η εξής:

 

Πανώλης ήταν μια γενική ονομασία, που δινόταν από τους αμαθείς και τους αμβλύνοες Φράγκους του Μεσαίωνα και τους Ανατολίτες όλων των εποχών σε μια ποικιλία επιδημικών ασθενειών, η κάθε μια από τις οποίες έχει τώρα πάρει το κατάλληλο όνομα. Η μάστιγα δεν απομακρύνθηκε, μόνο που οι πάσχοντες έχουν μάθει πια να διακρίνουν τα διαφορετικοί είδη από τα οποία αποτελείται. Αλλά αυτοί παρεμπιπτόντως.

 

Παρατήρησα καθώς πλέαμε κατά μήκος του κόλπου ότι το κάστρο του Άργους παρουσίαζε την εμφάνιση ενός κανονικού επιμήκους τετραγώνου, έτσι ώστε, εκτός κι αν ήταν πολύ διαφορετικό στα αρχαία χρόνια, το σχήμα του να μη δικαιολογεί το όνομα με το οποίο είναι γνωστό στον Πλούταρχο: «ασπίς». Κομμάτια, όμως, του αρχαίου τείχους, που υπάρχουν ακόμη, και στον εξωτερικό και στον εσωτερικό περίβολο, καταδείχνουν ότι η έκταση του παλιά ήταν ίδια με τη σημερινή, και ότι το σχήμα του ήταν σχεδόν απαράλλακτο. Αν είναι έτσι, η καταγωγή της επωνυμίας «ασπίς» θα πρέπει να αναζητηθεί αλλού. Ίσως σε κάποια πανάρχαιη τοπική λαϊκή έκφραση στο Άργος. Προς αυτή την κατεύθυνση μπορεί να αναζητηθεί, αλλά ποτέ βεβαίως δε θα βρεθεί. Αν δε φαινόταν σχεδόν παράλογο και να προσπαθήσει κανείς να μαντεύσει τη λύση αυτού του γρίφου, θα πρότεινα ότι αποτελεί μια λαϊκή ονομασία για  το «η έσω πόλις».

 

 

Λέρνα  

 

Σε μια ώρα και είκοσι λεπτά, άλλοτε με τα κουπιά κι άλλοτε με τα πανιά, remis velis, με τη βοήθεια μιας ασθενούς και άστατης αύρας , φτάσαμε στους Μύλους, όπου και μέρος για αποβίβαση. Μερικά φτωχά σπίτια ένα γύρω ορίζουν την τοποθεσία της αρχαίας Λέρνας. Κατά μήκος της παραλίας υπάρχει μια μακρόστενη λωρίδα από στέρεο ψιλό χαλίκι. Αλλά ανάμεσα, σ’ αυτό και στους πρόποδες των λόφων, φιδόσυρτα μονοπάτια και λάκκοι ξέχειλοι με λιμνάζοντα νερά, μας θυμίζουν ότι περνάμε το βάλτο της Λέρνας.

 

Στην άκρη της terra firma  μια πηγή με άφθονο νερό ρέει μέσα από το βράχο, ενώ κοντά εκεί είναι και μια ήρεμη βαθιά λιμνούλα. Αυτά τα χαρακτηριστικά της φύσης παραμένουν αναλλοίωτα, ενώ τα άλση, οι ναοί και το αγάλματα, τα οποία αφθονούσαν σ’ αυτή την περιοχή, δεν άφησαν πίσω τους ούτε ένα απομεινάρι. Ο ταξιδιώτης που επισκέφτηκε πριν από 17 αιώνες αυτήν εδώ την περιοχή γράφει: «Είδα και μια πηγή, ονομαζόμενη του Αμφιάραου, καθώς και την Αλκυονία λίμνη, από την οποία οι Αργείοι λένε πως ο Διόνυσος πήγε στον Άδη για να φέρει πάνω τη Σεμέλη. Το βάθος της Αλκυονίας δεν έχει πέρας, και δεν ξέρω κανένα άνθρωπο να μπόρεσε να βρει τον πυθμένα της με κανένα τρόπο, αφού κι ο Νέρων που ετοίμασε σκοινιά πολλών σταδίων και τα έδεσε το ένα με το άλλο και έδεσε σ’ αυτά και μολύβι και μεταχειρίστηκε οτιδήποτε άλλο θα του ήταν χρήσιμο, στη δοκιμή, ούτε αυτός μπόρεσε να βρει κανένα όριο του βάθους».

 

Και καθώς, ελλείψει άλλων εργαλείων για να συγκρίνουμε το βάθος της λίμνης Αλκυονίας με τη ευπιστία του Παυσανία, ρίχναμε πετραδάκια σ’ αυτήν, ένας αγρότης  που έσκαβε σ’ έναν διπλανό κήπο, αφού μας πλησίασε και μας πληροφόρησε ότι ήταν και ιερέας, υποστήριξε την άποψη ότι η λίμνη δεν είχε βυθό, γιατί κάποτε κάποιος προσπάθησε να τη βυθομετρήσει με ένα νήμα 77 οργιών και δεν τα κατάφερε. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ότι μιλάμε για την ίδια λίμνη με αυτή του Παυσανία.

 

Ο Παυσανίας συνεχίζει: «Άκουσα και το εξής: το νερό της λίμνης, όπως συμπεραίνει κανείς από την όψη του, είναι γαλήνιο και ήρεμο. Αν και φαίνεται όμως έτσι, πιάνει οποιονδήποτε τολμήσει να το διασχίσει κολυμπώντας και τον τραβάει στο βάθος. Η περιφέρεια της λίμνης δεν είναι μεγάλη, αλλά περίπου το ένα τρίτο του σταδίου», δηλ. 67 γιάρδες και, υποθέτω, σχεδόν όσο και σήμερα, «στις όχθες της υπάρχουν χλόη και σχίνοι», στα οποία θα πρόσθετα κίτρινα κρίνα και αγριοσέλινα. Σε μια τράφο εδώ κοντά είδα δυο μεγάλα νερόφιδα – Λερναίες Ύδρες – κιτρινόμαυρα. Τα όντα αυτά αφθονούν ακόμη εδώ. Ο Παυσανίας δράττεται της ευκαιρίας να σημειώσει ότι, κατά τη γνώμη του, η Ύδρα, την οποία σκότωσε εδώ ο Ηρακλής, διέφερε από τις άλλες Ύδρες μόνο στο μέγεθος και στο δηλητήριο, όχι στον αριθμό των κεφαλών: «Ο Πείσανδρος όμως από την Κάμειρο, για να φαίνεται το θηρίο πιο φοβερό, και για να γίνει το ποίημα, του πιο σπουδαίο, γι’ αυτούς τους λόγους παρουσίασε την ύδρα με πολλά κεφάλια». Ήταν ο ίδιος Πείσανδρος που, περιφρονώντας τον παλιό μύθο για τον Ηρακλή που σκοτώνει τις Στυμφαλίδες όρνιθες, για να κάνει πιο τρομερό τον ήρωα του, τον παρουσίασε να τις φοβίζει και να τις διώχνει μακριά χτυπώντας κρόταλα. Sic itur ad astra.

 

 

Πυραμίδα του Ελληνικού

 

 

«ένας ποταμός με σωστή ονομασία», όπως λέει ο Αισχύλος, αφού τον περάσαμε κι ανεβήκαμε στην αντίπερα πλαγιά του λόφου, φτάσαμε τελικά μπροστά σ’ ένα κτίσμα, την Πυραμίδα, το οποίο έγινε θέμα πολλών αμφισβητήσεων. Ο Παυσανίας, του οποίου μερικές φορές η συντομία είναι τόσο παράξενη και προκλητική όσο άλλες φορές η μακρηγορία του, εδώ μας αφήνει στο σκοτάδι. Όλα όσα γράφει αναφορικά με την Πυραμίδα είναι τα εξής:

Πυραμίδα του Ελληνικού. Σχέδιο εκ του φυσικού H. Belle, Paris 1881

Πυραμίδα του Ελληνικού. Σχέδιο εκ του φυσικού H. Belle, Paris 1881

Εδώ μας περίμεναν και τ’ άλογα μας. Πηγαίνοντας προς τα δυτικά κατά μήκος της δεξιάς όχθης ενός ξεροπόταμου, του αρχαίου Χείμαρρου,

 

 

«Γυρίζοντας πάλι κανείς στο δρόμο που οδηγεί προς την Τεγέα έχει δεξιά του λεγόμενου Τρόχου τις Κεγχρεές. Και πολυάνδρια υπάρχουν εδώ για Αργείους που νίκησαν σε μάχη τους Λακεδαιμονίους περί τας Υσιάς. Η μάχη αυτή εύρισκα πως είχε γίνει όταν κυβερνούσε στην Αθήνα ο Πεισίστρατος».

 

Αυτά τα πολυάνδρια (ομαδικοί τάφοι) ήταν συνηθισμένα στην Ελλάδα. Το πολυάνδριο των Αθηναίων στο Μαραθώνα ήταν τύμβος και στην κορυφή του στήλη ή κίονες ενεπίγραφοι με τα ονόματα των νεκρών. Αυτό των Λακεδαιμονίων στις Θερμοπύλες το ίδιο. Αυτό των Βοιωτών στη Χαιρώνεια ήταν τύμβος και στην κορυφή του ένα λιοντάρι. Σε όλες τις περιπτώσεις το ουσιώδες μέρος του μνημείου φαίνεται να το σχηματίζει ένας τύμβος.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η «Πυραμίδα» είναι χτισμένη πάνω σ’ ένα ύψωμα, το οποίο με την πρώτη ματιά φαίνεται τεχνητό. Μια πιο επισταμένη έρευνα, όμως, αποδεικνύει ότι είναι φυσικό, καθώς ο φυσικός βράχος εμφανίζεται σε ορισμένα σημεία της επιφάνειας. Αυτό που ίσως συνέβη είναι ότι, αφού η φύση πρόσφερε το ύψωμα, η έλλειψη χώματος και η αφθονία λίθων σ’ αυτή την άχαρη λοφοπλαγιά πρότειναν ένα κτίσμα αντί για επιτύμβια επιχωμάτωση. Το κτίσμα είναι τετραγωνικό και εισέρχεται κανείς από ένα στενό πέρασμα που σχηματίζεται από τον τοίχο που βρίσκεται από πάνω, κατά τα παραδείγματα της Τίρυνθας και των Μυκηνών. Οι εξωτερικοί τοίχοι αρχίζουν να παίρνουν μια κλίση προς το εσωτερικό από ένα ύψος τριών ποδιών από την επιφάνεια του εδάφους, δημιουργώντας έτσι μια γωνία τριάντα περίπου μοιρών σε σχέση με την κάθετο. Οι εσωτερικοί τοίχοι δεν παρουσιάζουν αυτή την κλίση. Το εσωτερικό είναι σχεδόν τετράγωνο περίπου 23 πόδια, και οι εξωτερικοί τοίχοι στα θεμέλια έχουν πάχος 9-10 πόδια. Εφόσον όμως οι εσωτερικοί τοίχοι δεν είναι επικλινείς, είναι φανερό ότι η ονομασία «Πυραμίδα» δεν έχει αποδοθεί σωστά σ’ αυτό το κτήριο. Ο τοίχος πρέπει να καταλήγει στο μεταίχμιο στην κορυφή επικλινούς πέτρινου τοίχου, σ’ ένα ύψος γύρω στα 12-14 πόδια από το έδαφος. Υπάρχει πόρτα εισόδου, της οποίας η κορυφή είναι σχηματισμένη από πέτρες επικρεμάμενες μέχρι να συναντηθούν στον κολοφώνα, σαν τη γνωστή πύλη στην Τίρυνθα. Ένα άλλο παράδειγμα απαντάται στα Κυκλώπεια τείχη του Τούσκουλου.

Το σχήμα όλου του κτηρίου είναι πολυγωνικό, και, πράγμα που είναι ασυνήθιστο σε κτήρια αρχαία Ελληνικά όλων των ρυθμών, οι πέτρες ενώνονται με ασβεστοκονία. Μ’ αυτό τον τρόπο, είμαι πεισμένος, πρέπει να έχει διαμορφωθεί μέρος του αρχικού οικοδομήματος και όχι, όπως προτείνει ο συνταγματάρχης Leake, αυτό να οφείλεται σε κατοπινές επιδιορθώσεις. Τώρα το ερώτημα που προκύπτει είναι ποιο σκοπό εξυπηρέτησε αυτό το κτίριο. Είναι ξεκάθαρο ότι δεν προορίζονταν για φρούριο, μια και ο επικλινής εξωτερικός τοίχος, από τον οποίο μπορεί κανείς να σκαρφαλώσει, θα διευκόλυνε την επίθεση εχθρού, και ο ίσιος εσωτερικός τοίχος, πάνω από τον οποίο δεν μπορεί να δει κανείς, θα εμπόδιζε την άμυνα. Κλίνω λοιπόν προς τη γνώμη ότι πρόκειται για πολυάνδριο. Όπως το κτήριο σε καμιά περίπτωση δεν είναι πυραμίδα και καθώς υπήρχαν πιθανώς πολλά παρόμοια κτίσματα τότε στην Ελλάδα, ο Παυσανίας δε σκέφτηκε να κάνει καμιά παρατήρηση για το σχήμα του. Η αντίρρηση ότι το είδος αυτό είναι πολύ πρώιμο για τη συγκεκριμένη χρονολογία παραμένει απλώς και μόνο υπόθεση. Δεν ξέρουμε πότε σταμάτησαν να εγείρονται πολυγωνικά κτήρια. Πιθανώς συνέχισαν να κατασκευάζονται σε μερικές περιπτώσεις πολύ αργότερα από τότε που η γεωμετρική ελληνική ήταν σε γενική χρήση, π.χ. όπου τα απαραίτητα εργαλεία, η δεξιότητα και ο χρόνος το επέτρεπαν.

Αυτό είναι το είδος της κατασκευής που μπορεί κανείς να πιστέψει ότι οι επιζώντες ενός στρατού ανήγειραν προς τιμή των συντρόφων τους. Το σχέδιο που παραδίδει ο συνταγματάρχης Leake απεικονίζει τις πέτρες πολύ πιο μικρές από όσο πραγματικά είναι. Ούτε τα θεμέλια δεν είναι σε καμιά περίπτωση τόσο κανονικά όσο στην εικόνα. Υπάρχουν και μερικά ερείπια ενός ελληνικού κτηρίου και άλλα ίχνη αρχαίας εγκατάστασης, από τα οποία συμπεραίνουμε ότι οι Κεχρεές του Παυσανία βρίσκονταν εκεί.

 

Ερασίνος  

 

 

Ο δρόμος από τον οποίο επιστρέψαμε στο Άργος περνάει από ένα άλλο μέρος που ονομάζεται «Μύλοι», συνηθισμένο τοπωνύμιο στην Ελλάδα. Οι μύλοι στην περίπτωση αυτή κινούνται από τις πηγές του Ερασίνου, ο οποίος έχει την πηγή του στους πρόποδες ενός κρημνώδους λόφου. Αυτός «ο γιος του βράχου» βρίσκεται ήδη σε πλήρη ανάπτυξη από τη στιγμή της γέννησης του, σαν την Αθηνά, και ξεχύνεται με άφθονα κρυστάλλινα νερά. Επάνω στο πρόσωπο του βράχου βρίσκεται μια μεγάλη σπηλιά, ένα μέρος της οποίας έχει κτιστεί κι έχει γίνει εκκλησία. Τα άλλα ελίσσονται μέσα στην καρδιά του λόφου. Γύρο  στους μύλους φυτρώνουν ιτιές, λεύκες, μουριές και άλλα «ήμερα» δένδρα. Εδώ οι Αργείοι συνήθιζαν να κάνουν ένα πανηγύρι που το έλεγαν «τύρβη», προς τιμή του Διόνυσου και του Πάνα. Είναι τόσο όμορφη και, αυτό που το επιτείνει περισσότερο για το σκοπό αυτό, τόσο ευχάριστη αυτή η τοποθεσία που, αν βρισκόταν κοντά στην Αθήνα, θα μας ήταν ήδη γνωστή από κάποιο αθάνατο τραγούδι. Χωρίς αμφιβολία οι προσευχές τραγουδιούνταν σε αρκετούς αργειακούς διθυράμβους. Υποθέτω ότι κανείς ποταμός με τόσο όγκο νερού δεν έχει τόσο μικρό μήκος, όπως ο Ερασίνος – λίγο περισσότερο από ένα μίλι. Οι αρχαίοι τον ταύτισαν με τον ποταμό που εξαφανίζεται στη Στυμφαλία. Μια θεωρία που, κατά περίεργο τρόπο, βρήκε ανταπόκριση και στα νεότερα χρόνια . Ο συνταγματάρχης Mure πιστεύει ότι το γεγονός έχει εξακριβωθεί με πραγματικό πείραμα, πέταξαν δηλ. κάτι στη Στυμφαλία και το είδαν να εμφανίζεται στους Μύλους. Δεν υπάρχει ούτε η παραμικρή μαρτυρία ότι έγινε ένα τέτοιο πείραμα. Θα απαιτούσε πολύ κόπο, υπομονή και εργασία, και οι αρχαίοι Έλληνες δεν ήταν συνηθισμένοι να τα αφιερώνουν όλα αυτά στη μελέτη των φυσικών φαινομένων. Εκτός από αυτό, και αν ακόμη υπήρχε κάποια σύνδεση ανάμεσα στα ποτάμια, δεν είναι πολύ πιθανό ότι ένα τέτοιο πείραμα θα το εξακρίβωνε. Ότι και να ριχνόταν μέσα είναι σχεδόν βέβαιο ότι δε θα ξαναεμφανίζονταν ποτέ. Επιπλέουσες ουσίες θα εγκλωβίζονταν και χρωματιστή ύλη θα διυλίζονταν κατά τη διαδρομή. Η ιστορία με τον Αλφειό και την Αρέθουσα και χίλιες δυο τέτοιες ανοησίες αποδεικνύουν ότι οι Έλληνες θα πίστευαν οτιδήποτε για τα νερά αυτού του κόσμου. Ούτε το πρόβλημα της απόστασης ούτε η κατεύθυνση ούτε η διαφορά επιπέδου παρεμπόδιζε ένα θρύλο. Γι’ αυτούς ένας ποταμός ήταν ένας θεός και μια πηγή μια νύμφη – πρόσωπα αλλά και πράγματα επίσης- και οι δυο ιδέες ήταν αξεδιάλυτα ανακατεμένες στη λαϊκή σκέψη. Αν το νερό δεν μπορεί να τρέξει προς την πηγή του, μια νύμφη ή ένας θεός μπορούν. Σ’ αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση τα φανερά γεγονότα θα μπορούσαν να οδηγήσουν ένα λιγότερο εύπιστο λαό να συναγάγει αυτό το συμπέρασμα. Ένας ποταμός με άφθονα νερά επίσης εμφανίζεται κοντά στο Άργος. Τι πιο φανερό από το να προσθέσεις ένα κι ένα. Τώρα που γνωρίζουμε μερικά πράγματα για τη σύνθεση του φλοιού της γης φαίνεται παράξενο μια τέτοια θεωρία να υποστηρίζεται ακόμη, λαμβανομένου υπόψη ότι ανάμεσα στα δυο αυτά μέρη παρεμβάλλονται πολλές λοφοσειρές, με χώματα ανασκαμμένα άτακτα -μια αταξία που, πρέπει να επικρατεί και κάτω από το έδαφος όπως και επάνω σ’ αυτό. Υπάρχουν, λοιπόν, άπειρες πιθανότητες, ένα ρεύμα νερού να μην μπορεί να συνεχίζεται στο ίδιο κανάλι μετά από τόση απόσταση. Πιθανότατα τα νερά του ποταμού της Στυμφαλίας, διαχωριζόμενα σε εκατοντάδες ρυάκια, τροφοδοτούν τις πηγές του Ασωπού και της Νεμέας, και καταλήγουν Κορινθιακό, ενώ ο Ερασίνος αποτελεί το κύριο όργανο της φύσης για να μεταφέρει τα νερά του Αρτεμίσιου στον κόλπο του Άργους.

 

Είχε αρχίσει να νυχτώνει όταν ξανανεβήκαμε. Πλάι στο δρόμο ρέει ένα ρυάκι με άφθονο νερό προερχόμενο από τον Ερασίνο και προορισμένο να αρδεύει  τους αργείτικους αγρούς και κήπους. Πλήθος βατράχων μας επιτέθηκαν με πείσμα με φωνές πολύ πιο δυνατές και τραχιές από τις φωνές των βατράχων στην Αγγλία. Άρχισαν μ’ ένα βουβό προπαρασκευαστικό ήχο, σαν ένα παλιό ολλανδικό ρολόι που βογγάει στην προσπάθεια του να χτυπήσει τις ώρες, και κατέληξαν με μια διαδοχή από συγκεχυμένα «κουάκ». Η γλώσσα των βατράχων δεν μπορεί να αποδοθεί καλύτερα σε έναρθρη ομιλία από τα «Βρεκεκέξ κουάξ κονάξ» του Αριστοφάνη.

 

Οι άνδρες μας τους πέταγαν πέτρες για να σταματήσουν τις φωνασκίες τους, αλλά δεν κατάφερναν τίποτα. Όταν ο Διόνυσος λέει στο έργο «Αχ, νόμιζα ότι θα έπρεπε να σταματήσω το κοάξ σας στο τέλος» φαντάζομαι ότι το κάνει χτυπώντας το χορό των βατράχων στο κεφάλι με το κουπί του. Πιθανότατα ο χορός θα ήταν τοποθετημένος στη σειρά στο πίσω μέρος της σκηνής, με τα κεφάλια μονάχα να προεξέχουν από το έδαφος, ενώ ο Διόνυσος κωπηλατεί με τη βάρκα του (το πάτωμα γι’ αυτή τη σκηνή θα έχει μεταβληθεί σε λίμνη) με τη βοήθεια του «μηχανοποιού» που βρίσκεται από κάτω. Είναι κρίμα που δε μας σώθηκαν οι σκηνικές οδηγίες του αρχαίου δράματος.

 

 

 

Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 13-21, τεύχος 11, 1994.

Μετάφρασηεπιμέλεια: Λεφτέρης Μπαρδάκος.

  

Πηγή

  •  Clark, William George, 1821-1878. « Peloponnesus :notes of study and travel». London : John W. Parker and son,1858.

 

Read Full Post »

Κυριακή των Βαΐων στο Άργος – William George Clark  

 

 

Ο περιηγητής William George Clark έφτασε στο Άργος (1856), παραμονές του Πάσχα αφού προηγουμένως έχει επισκεφθεί τη Νεμέα και τις Μυκήνες. Θα παρακολούθηση  μάλιστα στο Μητροπολιτικό ναό της πόλης και τη λειτουργία των Βαΐων, της οποίας μας δίνει μια ωραιότατη περιγραφή.

Από το Άργος θα κινηθεί προς Μαντινεία μέσω Καρυάς. Στο βιβλίο του «Peloponnesus: notes of study and travel», για το Άργος αφιερώνει 25 σελίδες (90-114), όπου μας προσφέρει μια ενδιαφέρουσα περιγραφή των κατοίκων, της πόλης και των αρχαιοτήτων της. 

 

 

[…] Η επόμενη ήταν Κυριακή των Βαΐων, σύμφωνα με το εορτολόγιο των ορθοδόξων. Για να στολίσουν τις εκκλησίες και τις παραστάδες των σπιτιών δε χρησιμοποιούσαν βάγια αλλά δάφνες. Τα παιδιά κρατούσαν στα χέρια τους κλαδιά, οι άνδρες είχαν μικρά κλωναράκια στη μπουτονιέρα τους.

 

 

Κυριακή των Βαΐων στο Άργος - William George Clark

Κυριακή των Βαΐων στο Άργος - William George Clark

Πήγαμε στη μητρόπολη για την πρωινή λειτουργία, μια και εκεί υπάρχει επίσκοπος. Η μητρόπολη είναι ένα απέριττο αλλά ευρύχωρο οικοδόμημα. Οι πίσω θέσεις ήταν κατειλημμένες από τις παντρεμένες. Οι ανύπαντρες κάθονταν σ’ έναν εξώστη με σκαλισμένο ξύλο μπροστά. Η παρουσία αυτών των τελευταίων στην εκκλησία ήταν σαν την παρουσία γυναικών στη Βουλή των Κοινοτήτων: δεν επιτρέπονταν αλλά αυτό παραβλεπόταν. Το καλύτερο μέρος της εκκλησίας ήταν γεμάτο από άντρες. Αμέσως μόλις εμφανιστήκαμε, το πλήθος μας άνοιξε χώρο με ευγένεια για να περάσουμε και μπήκαμε – για να πούμε την αλήθεια, σπρωχτήκαμε – και καθίσαμε σε πολύ εμφανές σημείο. Τότε παρατήρησα, και σε πολλές άλλες ανάλογες περιπτώσεις αργότερα, ότι το ελληνικό εκκλησίασμα, συνεχίζοντας να ψάλλει μονότονα αλλά με ζέση την ακολουθία, δε χάνει ευκαιρία να παρατηρεί με θαυμασμό και έκπληξη οποιονδήποτε ξένο βρίσκεται μέσα στην εκκλησία. Δεν υπάρχει, όμως, σ’ αυτό ίχνος υποκρισίας, όπως στο καθολικό εκκλησίασμα, το οποίο περιορίζεται στην ικανοποίηση της περιέργειας με κρυφοκοιτάγματα με την άκρη του ματιού.

 

Οι ιερείς κατά τη διάρκεια της ακολουθίας ήταν κρυμμένοι πίσω από ένα μεγάλο ξύλινο παραπέτασμα, καθώς μια μονότονη ψαλμωδία ακούγεται έξω.  Μια ατμόσφαιρα  αταξίας και ανησυχίας στο εκκλησίασμα, η οξεία ένρινη φωνή και η πένθιμη μονοτονία της ψαλμωδίας καθώς και η απουσία ενόργανης μουσικής εντυπωσιάζουν έναν ξένο πολύ λιγότερο από όσο θα τον εντυπωσίαζε μια λειτουργία στη Ρωμαϊκή εκκλησία. Εκτός από αυτά, και η σκηνική εντύπωση της τελευταίας είναι ανώτερη. Μπροστά στην Αγία Τράπεζα στολισμένη με λουλούδια και με τα καντήλια αναμμένα στέκεται ο ιερέας, ντυμένος πλούσια, μετρημένος και κομψός σε κάθε του κίνηση ή ακίνητος προσευχόμενος σιωπηλά, με ασπροντυμένους βοηθούς γονατιστούς, και σε όλη τη διάρκεια πάνω από τους γονατιστούς ανθρώπους ηχούν οι όμορφοι ψαλμοί της χορωδίας ενώ το έδαφος σείεται από τις βροντές του εκκλησιαστικού οργάνου. Η όλη σκηνή είναι έτσι σχεδιασμένη, ώστε να προσηλώσει την προσοχή, να γοητεύσει τις αισθήσεις, να ικανοποιήσει το γούστο και να ηρεμήσει το πνεύμα: η κατεξοχήν τελειότητα της ιερουργίας.

 

Στην ελληνική εκκλησία όλα αυτά λείπουν και ο αγιασμός και η μετουσίωση των στοιχείων, η κορύφωση του ιερού δράματος, δεν εκτελείται μπροστά τα μάτια του λαού, αλλά στα παρασκήνια, ενώ, κατά διαστήματα, το απότομο άνοιγμα και κλείσιμο της πύλης, στην οποία ο ιερέας εμφανίζεται για μια στιγμή και εξαφανίζεται με άτακτη βιασύνη την άλλη, δίνει την εντύπωση θεατρικής κωμωδίας. Αλλά δε θα ‘θελα να ασχοληθώ άλλο με αυτό το θέμα. Ίσα-ίσα θα έπρεπε να προσέξω να μην πω κάτι επηρεασμένος από διάθεση για αυθάδεια και χωρατό. Ένας ξένος κρίνει αυτά τα θέματα από μια λανθασμένη οπτική γωνία. Δεν μπορεί να καταλάβει και να εγκρίνει χιλιάδες συσχετισμούς, οι οποίοι, ακολουθώντας τους ανθρώπους από τα γεννοφάσκια τους ακόμα, προσδίδουν αγιότητα και ιεροπρέπεια σε ιεροτελεστίες που με πρώτη ματιά θα φαίνονταν ασήμαντες ή και βέβηλες ακόμη. Ούτε μπορεί να κρίνει με επιείκεια και να παραβλέψει αυτή τη μακρά οικείωση που κάνει τους ανθρώπους αναίσθητους σε ανωμαλίες και ανοησίες αμβλύνοντας τα όρια του γελοίου.

 

Η μόνη στιγμή κατά την οποία η τελετή προσελκύει το θεατή, αν και εξαιτίας του συνηθισμένου στους Έλληνες νευρικού και θορυβώδους τρόπου ακόμη και τότε μόλις και μετά βίας σοβαρή, είναι όταν ανοίγει η πύλη στο μεγάλο παραπέτασμα και εμφανίζεται ο ιερέας με τα αγία των Αγίων και το δισκοπότηρο καλυμμένα με κεντητό ύφασμα. Όλο το εκκλησίασμα σταυροκοπιέται (κατά τον ελληνικό τρόπο, από τα δεξιά προς τα αριστερά) και σκύβει κάνοντας μια κίνηση σα να θέλει ν’ αγγίξει το πάτωμα με τα χέρια. Αυτό το τελευταίο είναι τουρκική συνήθεια.

 

Αυτή η εκκλησία στο Άργος, αν και είναι πρόσφατα χτισμένη, δε διαφέρει εξωτερικά ή εσωτερικά από τις παλαιότερες εκκλησίες της χώρας. Ο αυστηρός και αναλλοίωτος χαρακτήρας που σφραγίζει την ανατολική Εκκλησία σε όλα τα πράγματα είναι ολοφάνερος στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική[…].

 

 

Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 21-22, τεύχος 11, 1994.

Μετάφρασηεπιμέλεια: Λεφτέρης Μπαρδάκος.

 

 

Πηγή

  •  Clark, William George, 1821-1878. « Peloponnesus :notes of study and travel». London : John W. Parker and son,1858.

 

 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Μυκήνες. Συλλογή: Νίκος Κατσαρός – Afisorama

Μυκήνες. Συλλογή: Νίκος Κατσαρός – Afisorama

Read Full Post »

Πολύκλειτος ο νεότερος

 

 

 

Ιππόλυτος - Είσοδος του χορού. Επίδαυρος 1954. Αρχείο Θεατρικού Μουσείου.

Ιππόλυτος - Είσοδος του χορού. Επίδαυρος 1954. Αρχείο Θεατρικού Μουσείου.

Αργείος  αρχιτέκτονας και γλύπτης. Ήταν ο αρχιτέκτονας του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου, χωρητικότητας 14.000 θεατών, μοναδικό για την ακουστική του τελειότητα, το κάλος και την αρμονία που το καθίστα το επισημότατο των θεάτρων του αρχαίου κόσμου. Το μνημείο έφεραν στο φως οι ανασκαφές του Π. Καββαδία τα έτη 1881-83. Στις αρχές του 5ου αιώνα χτίστηκε το πέτρινο θέατρο την Αθήνα. Από τότε λίγα χρόνια πέρασαν μέχρι που η Ελληνική μεγαλοφυΐα κατασκεύασε το τελειότερο ανάμεσα σ΄ αυτά τα οικοδομήματα. Ο Πολύκλειτος δηλαδή κατασκεύασε  στο ιερό του Ασκληπιού στην Επίδαυρο, αξιοθέατο θέατρο, που ήταν βέβαια μικρότερο στο μέγεθος από αυτό της Μεγαλόπολης, στην ομορφιά όμως και στην αρμονία το πιο σημαντικό θέατρο του αρχαίου κόσμου. Ο ίδιος ο Πολύκλειτος κατασκεύασε στο ίδιο ιερό,  κοντά στο ναό του Ασκληπιού τον ονομαζόμενο Θόλο ένα στρογγυλόσχημο οίκημα από λευκή πέτρα, στο οποίο ο Παυσίας ζωγράφισε τον Έρωτα ν΄ αφήνει κάτω το τόξο και τα βέλη και αντί γι΄ αυτά να παίρνει τη  λύρα. Εδώ ήταν ζωγραφισμένη και η Μέθη να πίνει από γυάλινο ποτήρι. Η Θόλος της Επιδαύρου έχει έως σήμερα τη φήμη του τελειότερου κυκλικού οικοδομήματος της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής.

 

Μέσα στον περίβολο υπήρχαν και στήλες, πριν από τον Παυσανία περισσότερες, αλλά στα χρόνια του είχαν μείνει έξι, πάνω στις οποίες ήταν γραμμένα τα ονόματα ανδρών και γυναικών που τους θεράπευσε ο Ασκληπιός, κι ακόμα και η αρρώστια από την οποία έπασχε ο καθένας και ο τρόπος της θεραπείας. Το μνημείο αυτό ανακαλύφθηκε στις ανασκαφές που έγιναν· είναι κυκλικό οικοδόμημα που περιβάλλεται από δύο γραμμές κιόνων, από τις οποίες η εξωτερική είναι Δωρικού ρυθμού, ενώ η εσωτερική Κορινθιακού, που έχει περίεργο και πρωτοφανές κιονόκρανο. Το μεγαλύτερό του μέρος είναι μαρμάρινο και οι αρχιτεκτονικές του μορφές είναι υψηλής αισθητικής αξίας, εφάμιλλες μ΄ αυτές  του Ερεχθείου.

 

Από το ακόλουθο επίγραμμα του Πολιανού που αναφέρεται στην εικόνα της Πολυξένης, φαίνεται καθαρά, ότι ο Πολύκλειτος ήταν και ζωγράφος ( Ελλ. Ανθολ. 3,267). Άλλο μάλιστα επίγραμμα του Τullius Geminus (Anall. 2p. 279.n. e. Ελλ. Ανθολογίαν)  πραγματεύεται την ιστορία του Σαλμονέα ο οποίος ακόμα βρίσκεται στον Άδη και (μαστιγώνεται) ταλαιπωρείται από τον κεραυνό του Δία.  Άλλοι όμως ισχυρίζονται πως τις δυο τούτες εικόνες δεν τις κατασκεύασε ο Πολύκλειτος, αλλά ο Πολύγνωτoς. Άδε Πολυκλείτειο…όλος πόλεμος.

 

 

 

Πηγές

 

  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, εκδ. Εκ Προοιμίου 2008. 
  • Παναγής Καββαδίας, « Το ιερόν του Ασκληπιού εν Επιδαύρω και η θεραπεία των ασθενών», Αθήνησιν, 1900.

 

 

 

Read Full Post »

Αγελάδας

 

 

Ονομαστός Αργείος γλύπτης. Εργάστηκε εξήντα περίπου χρόνια και άκμασε το 520- 480 π.Χ.. Εργαζόταν αποκλειστικά το χαλκό, και στη σχολή του έρχονταν όλοι οι περίφημοι γλύπτες από μακρινές χώρες για να τελειοποιηθούν.  Ο Αγελάδας είναι ο δάσκαλος των φημισμένων γλυπτών της αρχαιότητας Μύρωνα, Πολυκλείτου και Φειδία, για τον οποίο αναφέρεται και το επίγραμμα:

 

«Φειδίας ο περίθρυλος ο Αττικός ο πλάστης

ο γεγονώς και μαθητής Γελάδου του Αργείου».

 

 

Έργα του Αγελάδα

 

 

  • Κατασκεύασε άγαλμα του Ανόχου του Ταραντίνου, γιου του Αδαμάτα, ο οποίος νίκησε στο στάδιο και στο δίαυλο στην 65η Ολυμπιάδα.
  • Άγαλμα του Κλεοσθένη ο οποίος νίκησε στην 66η ολυμπιάδα με το άρμα του και τον ηνίοχο. Πάνω του είχαν γραφεί και τα ονόματα των αλόγων, Φοίνιξ και Κόραξ  και από τις δυο μεριές κοντά στο ζυγό, Κνακίας στα δεξιά και Στάμος στ΄ αριστερά. Πάνω μάλιστα στο άρμα υπήρχε και το ακόλουθο ελεγείο: Κλεοσθένης μ΄ ανέθηκεν…καλόν αγώνα Διός.
  • Το άγαλμα του Τιμασίθεου, που νίκησε στην 68η Ολυμπιάδα δύο νίκες στο παγκράτιο στην Ολυμπία και τρεις στα Πύθια (Παυσ.  6,8,6 Τιμασίθεος ανάκειται…ανηρημένος Πυθοί).
  • Το άγαλμα του Διός Ιθωμάτα που κατασκευάστηκε για χάρη των Μεσσήνιων οι οποίοι μετά την πτώση της Ιθώμης αποίκησαν τη Ναύπακτο στην 81,2 ολυμ.( Παυσ. 4,33,2).
  • Χάλκινα αγάλματα που κατασκευάστηκαν για χάρη των Αιγιέων. Παριστάνουν το βασιλιά των θεών Δία σε παιδική ηλικία και τον Ηρακλή χωρίς γένι.  Επειδή οι Αιγιείς έχουν κάποια παράδοση σύμφωνα με  την οποία ο Δίας ανατράφηκε στο Αίγιο από κάποια κατσίκα, [σελ. 256] τον παριστάνουν σαν παιδί. Και παλαιότερα, βέβαια, διάλεγαν από τα παιδιά το πιο όμορφο να  ΄ναι ιερέας του Δία. Όταν όμως γινόταν έφηβος, η τιμή πήγαινε σε άλλον. Αργότερα όμως τα ίδια  εκλέγονταν ιερείς και τα αγάλματα παρέμεναν στα σπίτια τους. Επειδή όμως και η Ιθώμη είχε όμοια παράδοση σχετικά με το Δία, υπάρχει αυτή  η καταπληκτική ομοιότητα του Ιθωμάτη Δία και του Δία στο Αίγιο.
  • Το άγαλμα του Αλεξίκακου Ηρακλή στη Μελίτη, δήμο της Αττικής. Εδώ ο ήρωας μυήθηκε στα μικρά μυστήρια και είχε ξακουστό ναό και ιερό. Το ιερό ιδρύθηκε στη διάρκεια του μεγάλου λοιμού για να δηλωθεί ότι η αρρώστια έπαψε, αφού κατάστρεψε πολλούς ανθρώπους, στην 87, 2 ολυμπιάδα, δηλαδή το 429 . (σχόλ. αριστ. βάτραχ. 501). Το άγαλμα του Ηρακλή στη Μελίτη μνημονεύει και ο Τζέτζης (chil. 8. 192). Γελάδου του Αργείου…Ηρακλέα. πρβλ.  de Hercule Attico από τον Dettmer.
  • Το άγαλμα της μούσας στο Άργος  κρατώντας βάρβιτο, ανάμεσα σε δυό άλλους, τον Κάναχο και τον Αριστοκλή, όπως μαρτυρεί το ακόλουθο επίγραμμα του Αντίπατρου.  Τρίζυγες αι  Μούσαι…ευρέτις Αρμονίας.
  • Επιπλέον,  κατασκεύασε μαζί με τον Ονατά  κι ένα σύμπλεγμα που παρίστανε πολεμιστή με χάλκινα άλογα και αιχμάλωτες γυναίκες. (Brunn geschichte der Griechischen Kunster 1 p. 90) . Αυτό  οι Ταραντίνοι το  αφιέρωσαν  στην  LXXVIII  και LXX ολυμπιάδα στους Δελφούς, σαν ανάθημα για τη νίκη που πέτυχαν ενάντια στους Μεσσάπιους, όμορούς τους βαρβάρους.

 

 

Για το ύφος του Αγελάδα σύγχρονές του εκτιμήσεις δεν υπάρχουν. Έτσι, είμαστε αναγκασμένοι να συμπληρώσουμε το κενό με τη βοήθεια των έργων του. Από αυτά, λοιπόν, προκύπτει ότι, παρά την εμμονή του στη χρήση του χαλκού, σημαντική είναι η ποικιλία των παραστάσεων. Βρίσκουμε αγάλματα θεών, αθλητών, ανδρών, ιππέων, γυναικών, γερόντων και νέων, μεμονωμένα αγάλματα αλλά και συμπλέγματα και , τέλος, ζώα. Στην Ολυμπία βρέθηκε βάθρο σπασμένο σε πολλά κομμάτια το οποίο είχε πάνω του τις εξής επιγραφές: ( inschrif. gr. bild   από τον Lowey σελ. 65) από τις οποίες μαθαίνουμε τρεις τεχνίτες: τον Ασωπόδωρο, τον Άττωτο και τον Αργειάδα, γιό του Αργείου Αγελάδα ο οποίος εργάστηκε κι αυτός για το βάθρο που κατασκεύασε ο Πραξιτέλης, ο οποίος το 461 έφυγε  από τις Συρακούσες και πήγε στην πόλη Καμάρινα που  μόλις είχε χτιστεί.

 

 

Πολεμιστές του Ριάτσε

Πολεμιστές του Ριάτσε

Στο Μουσείο του Ριάτσε (Calabria)* εκτίθενται οι διάσημοι  «χάλκινοι Πολεμιστές του Ριάτσε» έργα που αποδόθηκαν στο σπουδαίο γλύπτη Αγελάδα**.  Τα δύο αγάλματα, πρωτότυπα ελληνικά έργα του 5ου αι. π.χ. απεικονίζουν δύο δίμετρους πολεμιστές***, βρέθηκαν στην θαλάσσια περιοχή κοντά στο Ριάτσε της Καλαβρίας την 16η Αυγούστου του 1972, από έναν νεαρό δύτη από την Ρώμη, τα οποία συντηρήθηκαν στην Φλωρεντία.

 

Σύγχρονος του Αγελάδα ήταν ο Αργείος Αριστομέδων (496 π.Χ.), επιφανής γλύπτης πολλών έργων. Λίγο μετά τον Αριστομέδοντα άκμασαν στο Άργος ο Γλαύκος και ο Διονύσιος, εργαζόμενοι και οι δύο στο χαλκό, οι οποίοι δημιούργησαν πολλά έργα. Πρώτοι οι Αργείοι γλύπτες έπλασαν αγάλματα στα οποία το αριστερό σκέλος δεν πατούσε στο έδαφος με όλο το πέλμα, αλλά με το γόνατο σε κάμψη έκλινε προς τα πίσω. Η επινόηση αυτή αποδίδεται στον Πολύκλειτο, δικαία δε θεωρείται ότι οι καλλιτέχνες της Αργείας Σχολής έγιναν γι’ αυτό οι δημιουργοί της Ευρωπαϊκής τέχνης.

 

Πολεμιστές του Ριάτσε. Museo Nazionale Di Reggio Calabria.

 

 

Πρώιμη Κλασική Περίοδος (480-450 π.Χ.)

Τα ιστορικά γεγονότα της περιόδου (Περσικοί Πόλεμοι, εγκαθίδρυση δημοκρατίας κτλ.) έχουν αντίκτυπο στις τέχνες και ειδικότερα στη γλυπτική. Τότε είναι που συντελούνται πολλές μεταβολές. Για παράδειγμα, το βάρος του σώματος μετατοπίζεται στα αγάλματα στο ένα σκέλος,  κάτι που έχει ως συνέπεια την αλυσιδωτή μετατόπιση και των λοιπών μελών.

Στα γυναικεία αγάλματα προβάλλει ο δωρικός πέπλος και η ανάδειξη του σώματος γίνεται με τον περιορισμό των πτυχών του. Στις πολυπρόσωπες συνθέσεις, πάλι, οι μορφές δεν είναι πια παρατακτικές αλλά υποταγμένες σε μια κεντρομόλο σύνθεση. Η πιο σημαντική αλλαγή, όμως, είναι η αντικατάσταση του μειδιάματος με μία έκφραση που δείχνει ενδοστρέφεια και  περισυλλογή, ενώ όσα κατάλοιπα ζωομορφισμού επιζούσαν έως τότε σβήνουν.

Πρωτοπόροι γλύπτες της περιόδου θεωρούνται ο Ονάτας, ο Νάξιος Αλξήνωρ, ο Αργείος Αγελάδας, ο Μύρων, ο Πυθαγόρας, που τις μορφές του χαρακτήριζε ρυθμός και συμμετρία, και ο Πολύγνωτος. Αυτοί έθεσαν τα θεμέλια της κλασικής φόρμας που θα ολοκληρώσει η γενιά του Φειδία και του Πολύκλειτου.

 

Υποσημειώσεις

 

* Ρήγιον (σημ. Ρέτζιο ντι Καλάμπρια). Ελληνική αποικία στην Μεγάλη Ελλάδα χτισμένη στο στενό της Μεσσήνης.

 

**  Μεγάλα Μουσεία « Αθήνα – Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο», τόμος 19, σελ. 112. Εκδοτική σειρά από το Έθνος της Κυριακής, 2007.

 

Ορισμένοι αποδίδουν  στο Φειδία τους δύο Πολεμιστές του Ριάτσε και τους συνδέουν με το σύνταγμα, (σύνταγμα (το): δύο ή περισσότερα αγάλματα τοποθετημένα παρατακτικά)  που αφιέρωσαν οι Αργείοι στους Δελφούς. Κατ’ άλλους αυτά τα αγάλματα προέρχονται από ανάλογο σύνταγμα στην αγορά του Άργους και αποδίδονται στον Αλκαμένη και τον Αγελάδα. Ο ιστορικός της Τέχνης Paolo Moreno, καθηγητής του Πανεπιστημίου της Ρώμης, σε εργασίες του υποστήριξε ότι τα αγάλματα αναπαριστούσαν μορφές από τους «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου.

*** […] Οι ανδριάντες του Ριάτσε είναι τα δύο χάλκινα αγάλματα που βρέθηκαν στη θάλασσα πριν από όχι και πολλά χρόνια. Και όχι μόνο η ανεύρεση αλλά και η άμεση ανακοίνωση του ευρήματος στις Αρχές από τον επαινούμενο – πολύ σωστά για την τιμιότητά του- ερασιτέχνη, απασχολούμενο με το υποβρύχιο ψάρεμα, Στέφανο Μαριστίνι επέτρεψε τη διάσωσή τους. Τ’ αγάλματα αυτά, κοντά στ’ άλλα, διακρίνονται για την ομορφιά, την ποιότητα, τον πλούτο και τον χαρακτήρα των διατυπώσεων της χαλκοπλαστικής της γλώσσας, και πολύ σωστά χαρακτηρίζονται ως τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της ελληνικής πλαστικής και πιο γενικά της ελληνικής τέχνης του πέμπτου π.Χ. αιώνα, της πιο σημαντικής της περιόδου. […] Με ύψος λίγο πάνω λίγο κάτω από τα 2 μέτρα, οι ανδριάντες του Ριάτσε αναφέρονται ως ήρωες, πολεμιστές, αθλητές-οπλιτοδρόμοι, ακόμη και θεοί, λιγότερο, γιατί εικονίζονται με όπλα, ασπίδες ξίφη ή δόρατα. Για την τεχνική τους οι περισσότεροι μελετητές και οι ειδικοί στα ζητήματα της χαλκοπλαστικής δέχονται ότι έχουν κατασκευαστεί με την ίδια τεχνική, αυτή του χαμένου κεριού και από το ίδιο υλικό και κατά πάσαν πιθανότητα ακόμη και στο ίδιο εργαστήριο. […]

Κείμενο από το βιβλίο του Χρήστου Χρύσανθου, «Περικλής και Εφιάλτης τυραννοκτόνοι Οι ανδριάντες του Ριάτσε, τέχνη και ιστορία», Έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών.

 

 

Ποιοι είναι τα αγάλματα του Ριάτσε;

 

 

Ο Περικλής και ο φίλος του Εφιάλτης είναι οι «Πολεμιστές του Ριάτσε». Τριάντα χρόνια μετά την ανάδυσή τους από τη θάλασσα του Ριάτσε της Καλαβρίας, οι δύο χάλκινοι άνδρες αποκτούν ταυτότητα. Τη νέα αυτή ερμηνεία θα παρουσιάσει στην Ακαδημία Αθηνών (3/12, 7μμ) ο ακαδημαϊκός Χρύσανθος Χρήστου, στην ομιλία του με θέμα: «Περικλής και Εφιάλτης. Οι ανδριάντες του Ριάτσε ως τυραννοκτόνοι».

Με ύψος λίγο μεγαλύτερο των δύο μέτρων, οι δύο χάλκινοι ανδριάντες, οι οποίοι βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Καλαβρίας, χρονολογούνται στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. και οι μελετητές τούς συνδέουν με το εργαστήρι του Φειδία. Σ’ αυτό συγκλίνουν οι περισσότεροι, οι οποίοι όμως διαφωνούν με τις μορφές που εικονίζονται, αφού επιχείρησαν να τις ταυτίσουν με βάση τις πληροφορίες των Παυσανία και Πλίνιου. Κάποιοι θεώρησαν πως εικονίζονται ο Μιλτιάδης και ο Κόδρος, ενώ άλλοι πως είναι ήρωες των Αχαιών στην Ολυμπία ή επίγονοι του Θηβαϊκού κύκλου.

Η νέα ερμηνεία του Χρ. Χρήστου, βασίζεται στα ίδια τα αγάλματα και στην ανεύρεσή τους. Εξηγεί τη διαφορετική τους ηλικία, γιατί ο ένας φοράει κράνος, γιατί δημιουργήθηκαν στα μέσα του 5ου αιώνα, γιατί είναι μόνο δύο και γιατί βρέθηκαν μαζί. Οι αναφορές του Πλούταρχου στο σχήμα της κεφαλής του Περικλή (είχε πολύ μακρύ κρανίο, γι’ αυτό εικονιζόταν πάντα με περικεφαλαία), κάνουν το Χρ. Χρήστου να δεχτεί ότι η μορφή με την περικεφαλαία είναι ο Περικλής ο Ξανθίππου και ότι η άλλη ανήκει στον φίλο του, τον φτωχό και αδιάφθορο Εφιάλτη του Σοφωνίδη, που πέτυχε τον περιορισμό των εξουσιών του Αρείου Πάγου. Κίνηση που οδήγησε το 461 π.Χ. στη δολοφονία του. Σύμφωνα με τον Χρ. Χρήστου, το έργο ίσως ήταν παραγγελία του Περικλή στο στενό του φίλο Φειδία, για να τιμήσει το δολοφονημένο αρχηγό των Δημοκρατικών και να εξάρει το δικό του ρόλο.

Εφημερίδα Ριζοσπάστης Σάββατο 30 Νοέμβρη 2002.

Πηγές

  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.
  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 
  • Α. Παπαγιαννοπούλου, «Προϊστορική και Κλασσική Τέχνη», σ.167-172.
  • Μεγάλα Μουσεία « Αθήνα – Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο», τόμος 19, σελ. 112. Εκδοτική σειρά από το Έθνος της Κυριακής, 2007.
  • Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού.

 

 

Read Full Post »

Γεώργιος Ρούβαλης, «Οι πέτρες και οι άνθρωποι – Μικροϊστορία του Ναυπλίου».

 

 

Γεώργιος Ρούβαλης, «Οι πέτρες και οι άνθρωποι - Μικροϊστορία του Ναυπλίου».

 

 

Το νέο αυτό βιβλίο αποτελεί συνέχεια και συμπλήρωμα του προηγουμένου «Ναύπλιον, Σπηλιάδου 1» που εκδόθηκε πέρυσι. Περιέχει, πλήθος άρθρων που δημοσιεύθηκαν κυρίως στην τοπική εφημερίδα Τα Νέα της Αργολίδας, στη στήλη «Φωτογραφία – Νοσταλγία – Ιστορία» όπου επιχειρείται μια ιστορική και κοινωνιολογική ανάλυση παλαιών φωτογραφιών – ντοκουμέντων.

Επίσης, περιέχει πολλές μαρτυρίες και συνεντεύξεις κατοίκων από όλες τις γειτονιές του Ναυπλίου (παλιά Πόλη, Πρόνοια, Συνοικισμός), συχνά σε πρώτο πρόσωπο, επιφανών και αφανών, όπου διηγούνται τη ζωή τους και την καθημερινότητα στην πόλη τους. Υπάρχει επίσης μια θεωρητική εισαγωγή για την έννοια της μικροϊστορίας  του Μεξικανού ιστορικού Λουίς Γκονσάλες που την ανέπτυξε.

 

«Οι πέτρες και οι άνθρωποι – Μικροϊστορία του Ναυπλίου». Εκδ. Ναύδετο, 2009, 200 σελ., φωτογραφίες, τιμή 15 ευρώ.

 

 

Read Full Post »

Κρανίδι


 

Το Κρανίδι είναι πρωτεύουσα της επαρχίας Ερμιονίδας. Για πρώτη φορά αναφέρεται το 1530.  Επί Τουρκοκρατίας, ήταν γνωστό ως «Κάτω Ναχαγιέ», που σημαίνει Κάτω Επαρχία. Σύμφωνα με μια εκδοχή το σύγχρονο όνομά του προέρχεται από το κραναός = τραχύς. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή το όνομα οφείλεται σε παραφθορά της λέξης κορωνίδα, το όνομα παραπλήσιας νησίδας απέναντι από το χωριό Κοιλάδα. Ο πληθυσμός του είναι 4.006 κάτοικοι σύμφωνα με την απογραφή του 2011. Απέχει περίπου 65 χλμ. από το Ναύπλιο. Είναι γνωστό για το ελαιόλαδο το οποίο έχει αναγνωριστεί ως ΠΟΠ (προστατευόμενη ονομασία προέλευσης).

 

Κρανίδι

 

Το Κρανίδι είναι κτισμένο αμφιθεατρικά στους λόφους της Αγίας Άννας και της Μπαρδούνιας με προσανατολισμό βορειοδυτικό. Δυτικά και ανατολικά από την πόλη η περιοχή χαρακτηρίζεται πετρώδης με χαμηλή βλάστηση ενώ στη νοτιοανατολική μεριά υπάρχει το πευκόδασος της Κορακιάς. Βόρεια βρίσκεται το βουνό του Προφήτη Ηλία ενώ βορειοδυτικά ο όρμος της Κοιλάδας με το ομώνυμο παραδοσιακό χωριό και το προϊστορικό σπήλαιο Φράγχθι σε απόσταση 6 χλμ. Ανατολικά σε απόσταση 10 χλμ. βρίσκεται η Ερμιόνη και νότια σε απόσταση 7 χλμ. το Πόρτο Χέλι. Το Σπήλαιο Φράγχθι, όπως φάνηκε από ανασκαφές, κατοικήθηκε από την παλαιολιθική ήδη εποχή (30.000 π.χ.)  από ανθρώπους που χρησιμοποιούσαν πέτρινα ή οστέινα εργαλεία, ήταν κυνηγοί, ήξεραν να ψαρεύουν και έθαβαν τους νεκρούς τους. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Δήμας Βασίλης (1960 – 2020)

 

 

Δήμας ΒασίληςΖωγράφος – Αγιογράφος. Γεννήθηκε στο Άργος το 1960. Παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής από τους ζωγράφους  Βασίλη Κορκόβελο και Τάσο Ρήγα. Ασχολήθηκε για αρκετά χρόνια με τη μελέτη της Βυζαντινής ζωγραφικής φιλοτεχνώντας πλήθος φορητών εικόνων, αλλά και ειδικότερα κάνοντας μια σημαντική έρευνα σε πολλά βυζαντινά μνημεία, ζωγραφίζοντας αντίγραφα και σχέδια για την μελέτη των εικονογραφικών προγραμμάτων και των λεπτομερειών των μνημειακών συνόλων.

Επίσης ασχολήθηκε επισταμένως με την έρευνα των νεοκλασικών και λαϊκών τοιχογραφιών οικιών.

Συνεργαζόταν από το 1988 με τον αγιογράφο Γεώργιο Αγγελή και ομάδα συνεργατών για την αγιογράφηση τοιχογραφιών Ιερών Ναών, φορητών εικόνων, καθώς επίσης και για τη ζωγραφική σύγχρονων τοιχογραφιών σε οικίες και επαγγελματικούς χώρους και για αποκαταστάσεις παλαιών τοιχογραφιών. Κατοικούσε στο Άργος και στην Αθήνα.

Την Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2020, υπέστη ξαφνικά έμφραγμα του μυοκαρδίου (καρδιακή προσβολή)  και απεβίωσε σε ηλικία 60 ετών. Ετάφη στον Ιερό Ναό Αγίου Βασιλείου στο Άργος.

 

  

Κοινή  επαγγελματική  δραστηριότητα  των  συνεργαζομένων  αγιογράφων

 

     

Αγιογραφίες ( τοιχογραφίες )  των  κυριοτέρων  Ιερών  Ναών:

 

Ενοριακοί  Ιεροί  Ναοί  – Ιερές  Μονές

 

Ενοριακός  Ι. Ν. Αγίου  Βασιλείου – Άργος

Ενοριακός  Ι. Ν. Αγίου Ανδρέου – Λαύριο

Ενοριακός  Ι. Ν. Αγίου Νικόλαου – Σπάτα

Ενοριακός  Ι. Ν. Αγίου  Φανουρίου – Οικισμός Κάρελλα Κορωπί

Ενοριακός  Ι. Ν. Υπαπαντής – Αρτέμιδα ( λούτσα )

Ενοριακός  Ι. Ν. Αγίου  Ραφαήλ – Φρέγκαινα Αργολίδος

Ιερό Ησυχαστήριο Κοιμήσεως της Θεοτόκου – Κορωπί

Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Μωυσέως – Δαλαμανάρα Αργολίδος

Ιερά Μονή Ευαγγελισμού – Αθίκια Κορινθίας

Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους

Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους

 

Ιδιωτικοί  Ιεροί  Ναοί

 

Ι. Ν. Αγίου Νικόλαου – Πορτοχέλι   ( Ιδιοκτησίας Μήνου Κυριακού )

Ι. Ν. Αγίου Νικόλαου – Εκάλη  ( Ιδιοκτησίας Νικόλαου Τσαβλίρη)

Ι. Ν. Παναγίας  Μυρτιδιωτίσσης – Χαλκίδα ( Ιδιοκτησίας Γιάννη Κυριακόπουλου)

Ι. Ν. Αγίου Κων/νου και Ελένης – Κερατέα ( Ιδιοκτησίας  Ζαχαρία Καπλανίδη)

Ι. Ν. Αγίου Ευσταθίου – Κερατέα ( Ιδιοκτησίας Τοπικού Συλλόγου)

 

Ιερός Ναός Αγίου Ανδρέου – Λαύριο

Ιερός Ναός Αγίου Ανδρέου – Λαύριο

Οροφογραφία εισόδου σε σύγχρονη κατοικία

Οροφογραφία εισόδου σε σύγχρονη κατοικία

Οροφογραφία σε αίθουσα δεξιώσεων αστικού οικήματος

Οροφογραφία σε αίθουσα δεξιώσεων αστικού οικήματος

Read Full Post »

Βώκος Κωνσταντίνος

 

 

Δήμαρχος Άργους (1838-1841 και 1852-1855). Ήταν « προύχων – δηλ. πρόκριτος, προεστός– μέγας γαιοκτήμων και σύγγαμβρος του στρατηγού Τσώκρη*».

 

Ο στρατηγός Δημ. Τσώκρης είχε κατορθώσει να αναδείξει στο αξίωμα του δημάρχου τους σύγγαμβρούς του Κων/νο Βώκο και Κων/νο Ροδόπουλο (1848-1852), καθώς επίσης και τον αδελφό του Γεώργιο Τσώκρη (1841-1848) και για πολλά χρόνια, από το 1838 έως το 1855, ήλεγχε τα δημοτικά πράγματα της πόλης.**

 

Πληροφορίες για τη δημαρχιακή περίοδο του Κ. Βώκου δεν έχουν διασωθεί. Επίσης δε γνωρίζουμε την καταγωγή του, γιατί πιθανότατα δεν ήταν Αργείος.***

 

 

Υποσημειώσεις

 

 

* Αναστ. Τσακόπουλου, Οι κατά χρονολογικήν περίοδον διατελέσαντες Δήμαρχοι του Δήμου Αργείων 1835-1930, εφ. «Αγροτική Αργολίς», 6 Ιουλίου 1930.

 

**  Ο πεθερός του στρατηγού Αναγνώστης Μπόνης, ο οποίος καταγόταν από το Μπογιάτι της Αλέας, αλλά διέμενε από παλιά στο Άργος, και ο οποίος ως επαγγελόμενος τον εμπειρικό γιατρό είχε μετονομαστεί σε «Αναγνώστη Ιατρό» και ως άρχοντας φορούσε τζουμπέ όπως όλοι οι πρόκριτοι, είχε τέσσερεις κόρες:

 

• Τη Μαριγώ είχε παντρευτεί ο στρατηγός Δημ. Τσώκρης (1827).

• Τη Μαργαρίτα είχε παντρευτεί ο προεστός, ειρηνοδίκης και συμβολαιογράφος Νικ. Ζεγκίνης.

• Την Ευφροσύνη είχε παντρευτεί ο μεγαλοκτηματίας και δήμαρχος Άργους Κωνσταντίνος Ροδόπουλος.

• Τη Φωτεινή ο γαιοκτήμονας και δήμαρχος Άργους Κωνσταντίνος Βώκος.

 

(Δημ. Βαρδουνιώτη, Η καταστροφή του Δράμαλη,  σ. 254)

 

***  Το επώνυμο Βώκος απαντά στην Ύδρα. Στο λεξικό της Ελλ. Επανάστασης του Χρ. Στασινόπουλου (εκδ. «Δεδεμάδη») μνημονεύονται Βώκοι μόνο από την Ύδρα: ο Βώκος Ανδρέας ή Μιαούλης, ο γνωστός ναύαρχος, τέσσερεις πλοίαρχοι, ανάμεσα στους οποίους και ο γιος του ναυάρχου Βώκος Δημήτριος του Ανδρέα, και δύο πυρπολητές.

 

 

 

Πηγή

 

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »