Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολίδα’

Σταυροπούλου Νταίζη (1912-1994)


 

Σταυροπούλου Νταίζη

Γεννημένη στις αρχές της δεκαετίας του 1910, στο Άργος, βρίσκεται στα 1933 στην Αθήνα όπου μέσω ενός εξαδέλφου της γνωρίζεται με το Μήτσο Καρυδάκη ή Καρυδάκια, – ερασιτέχνης μπουζουξής, «αφανές» μέλος της παρέας του Πειραιώτικου ρεμπέτικου και πολύ καλός φίλος του Ανέστη Δελιά. Μέσω του Καρυδάκια, γνωρίζεται με τον Ανέστη Δελιά, όταν η ξακουστή «Τετράς του Πειραιά» εμφανιζόταν στη μάντρα του Σαραντόπουλου.

Αφηγείται η ίδια σε συνέντευξή της στον Κώστα Χατζηδουλή:

«…μου είπανε να είμαι πολύ προσεκτική, όταν θα μπαίναμε στο μαγαζί. Να μην κοιτάω ούτε δεξιά ούτε αριστερά, παρά μόνο μπροστά κατευθείαν στο πάλκο, γιατί οι άντρες που πήγαιναν εκεί ήταν ζόρικοι, πολύ σκληροί και ψόφαγαν για παρεξήγηση. … Με κοίταζε ο Ανέστης, τον κοίταζα κι εγώ…Και τότε ερωτευθήκαμε ο ένας τον άλλο…». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Θεο­φίλου Χρήστος ( Τζίμ Λόντος)

 

 

Σε εποχές σαν τη σημερινή που το αθλητικό ιδεώδες δοκιμάζεται ποικιλότροπα και ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά τον αθλητισμού είναι η έντονη εμπορευματοποίηση του, η ιστορία του Χρήστου Θεο­φίλου (Τζίμ Λόντου) από το Κουτσοπόδι Άργους, ηχεί σαν παραμύθι, ένας μύθος που διήρκεσε μισό περίπου αιώνα και συνεχίζει να γοητεύει έως και σήμερα…

 

Ο μικρόσωμος αυτός Κουτσοποδιώτης που το όνομα του έγινε συνώνυμο της σωματικής δύναμης και λεβεντιάς, έχει καταγραφεί πλέον με έντονα γράμματα στη νεώτερη ελληνική-και ιδιαίτερα τη τοπική- αθλητική ιστορία. Τα κατορθώματα του Τζίμ Λόντου επι ισχυρών ξένων αντιπάλων, οι διαδοχικές του νίκες στις παλαίστρες και των πέντε ηπείρων, σε εποχές κατά τις οποίες οι ελληνικές διακρίσεις σε διεθνείς στίβους ήταν ακόμη περιορισμένες, ενσάρκωναν κρυφούς πόθους του απλού λαϊκού ανθρώπου, του πρώτου μισού του προηγούμενου αιώνα, ταυτίστηκαν με το εθνικό μας γόητρο, τη λαϊκή συνείδηση. Ο Τζίμ Λόντος έχει καταγραφεί ως το σύμβολο της ρώμης, του προσέδιδαν υπερφυσικές ικανότητες και αρετές, ήταν ο Ρωμιός με τη λαϊκή καταγωγή που έγινε ξακουστός σ’ όλη την οικουμένη, ενώ ο τύπος της εποχής τον χαρακτήριζε υπεράνθρωπο, νέο Ηρακλή, και Άδωνη, τον θεωρούσε ως άξιο συνεχιστή των φημισμένων αρχαίων Αργείων οι οποίοι διακρίνονταν στο αγώνισμα της πάλης, ή τον συνέκριναν με τον Δαυίδ αφού νικούσε πανίσχυρους αντιπάλους που υπερίσχυαν κατά πολύ της σωματικής του διάπλασης.

 

Τα πρώτα χρόνια

 

 

 

Χρήστος Θεοφίλου (Jim Londos)

Χρήστος Θεοφίλου (Jim Londos)

Ο Χρήστος Θεοφίλου ήταν ένα από τα 13 παιδιά της εύπορης σχετικά οικογένειας του Θεόφιλου και της Παναγιώτας Θεοφίλου από το Κουτσοπόδι Άργους και γεννήθηκε κατά άλλους το 1896 – χρονιά αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων γι’ αυτό και χαρισματικός όπως έγραφε κάποια από τις εφημερίδες – κατά άλλους γεννήθηκε το 1897. Σε ηλικία 13 ετών, μη αντέχοντας την αυστηρή κηδεμονία του πατέρα του εγκατέλειψε – μαζί με τον Χρήστο Τζέκα- το Κουτσοπόδι και αποφάσισε να αναζητήσει τη τύχη του στη Γη της Επαγγελίας, όπως χιλιάδες άλλοι Έλληνες μετανάστες. Τα πρώτα του χρήματα ο έφηβος Χρήστος τα κέρδισε δουλεύοντας ως υπάλληλος – για άλλους ως αρτίστας – στον ιππόδρομο κάνοντας ακροβατικές φιγούρες επάνω σε άλογα. 

Στη συνέχεια, με βάση δημοσιεύματα της εποχής, τον συναντάμε να ποζάρει ως μοντέλο για τους σπουδαστές της Σχολής Καλών Τεχνών του Μπέρκλεϊ. Ήταν η εποχή που αποφασίζει να μάθει κάποια τέχνη για να επιβιώσει. Γράφεται λοιπόν στη Χριστιανική Αδελφότητα Νέων (ΧΑΝ) της οποίας τμήματα λειτουργούσαν οι ομογενείς μας σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες. (Σημειώνουμε ότι την εποχή εκείνη- το 1906- όλη η Ελλάδα αλλά και οι απανταχού ομογενείς μας, μαζί τους και ο μικρός Χρήστος, συγκλονίζονται από την Ολυμπιακή νίκη του επίσης Πελοποννήσιου Δημήτρη Τόφαλου στην άρση βα­ρών. Ο Τόφαλος μετά από λίγα χρόνια μεταπηδά στην ελεύθερη πάλη και έμελλε να γίνει ο προπονητής του Τζίμ Λόντου). Ο μικρός Χρήστος παράλληλα με τις σπουδές του και συνειδητοποιώντας έγκαιρα τη μυϊκή του δύναμη εγγράφεται στο αθλητικό τμήμα της ΧΑΝ και αφού έμαθε τα πρώτα μυστικά της παλαιστικής τέχνης, σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα κατακτά το εσωτερικό πρωτάθλημα της Αδελφότητας στη περιοχή και μετά από 4-5 χρόνια το εσωτερικό πρωτάθλημα σ’ όλη τη χώρα. Η φήμη του τότε άρχισε να εξαπλώνεται αφού ο τύπος άρχισε ν’ ασχολείται μαζί του. Ο Χρήστος τότε στέλνει κάποια αποκόμματα εφημερίδων από αγώνες του σε θέατρα στο πατέρα του στο Κουτσοπόδι του οποίου οι γνώσεις για τη πάλη περιορίζονταν στους μπεχλιβάνηδες (παλαιστές) των πανηγυριών. Θυμωμένος απαντά στο γυιό του: «Αν είναι να καταντήσεις μπαχλιβάνης εκεί που πήγες, τότε φρόντισε πρώτα ν’ αλλάξεις τ’ όνομά σου».

 

Πρώτοι τίτλοι

 

 

 

Jim Londos (right) in a ring with professional boxer Jack Dempsey.

Jim Londos (right) in a ring with professional boxer Jack Dempsey.

Στα 20 του χρόνια ο Χρήστος Θεοφίλου έχει ήδη κατακτήσει τον τίτλο του πρωτοπαλαιστή ελεύθερης πάλης της Καλιφόρνια. Το όνομα του κυριαρχεί πλέον στην αθλητική επικαιρότητα αν και η ραγδαία άνοδος ενός Έλληνα μετανάστη δεν άρεσε στους Αμερικανούς. Ωστόσο ο Χρήστος συνεχίζει τη νικηφόρα του πορεία και το 1922 αναδεικνύεται πρωταθλητής στο λεγόμενο «Ερασιτεχνικό Πρωτάθλημα του Ειρηνικού». Οι Αμερικάνοι έμπειροι σε αγώνες του είδους, διέβλεψαν την εξέλιξη του και επένδυσαν βέβαια στον ταλαντούχο νεαρό. Η επόμενη χρονιά, βρίσκει τον Χρήστο Θεοφίλου ως επαγγελματία παλαιστή ν’ αντιμετωπίζει αναγνωρισμένους αντιπάλους. Μια από τις πρώτες νίκες του ήταν αυτή επί του Ελληνοαμερικανού Μπιλ Ντέμετρας, νίκη που του χαρίζει τον τίτλο του πρωταθλητή Ελλάδας. Οι διαδοχικές νίκες του την επόμενη πενταετία είναι τέτοιες, που απασχολούν πιο συστηματικά τον ελληνικό τύπο, ο οποίος αφιερώνει εγκώμια στον διάσημο πλέον Έλληνα που κυριαρχεί στα διεθνή ρινγκ κατατροπώνοντας τους αντιπάλους του.

 

 

 

Πίσω στην πατρίδα

 

Τον Δεκέμβριο του 1928, και ενώ η δημοτικότητα του τόσο στην Αμερική όσο και στην Ελλάδα βρίσκεται στα ύψη, αποφασίζει να έλθει, για πρώτη φορά στη πατρίδα του, συνοδευόμενος από τον Δημή­τρη Τόφαλο που είναι πλέον προπονητής του. Ενώπιον λοιπόν ελληνικού κοινού ο Τζιμ Λόντος αντιμετωπίζει τον διάσιμο τότε αμερικανοπολωνό γίγαντα Καρλ Σιμπίσκο. Τόσο στη πρωτεύουσα όσο και στην υπόλοιπη  χώρα επικρατούσε  αναβρασμός. Όλοι ήθελαν να δουν από κοντά τον θρυλικό Έλληνα. Φθάνει η ημέρα του αγώνα και ο Τζιμ Λόντος επευφημούμενος απο τα πλήθη το κατάμε­στου Παναθηναϊκού Σταδίου καταφέρνει περιφανή νίκη επί του αντιπάλου του μέσα σε κλίμα πανζουρλισμού.

 

Γράφει ο Νικηφόρος Χάραδρος τότε στο Αργειακό Ημερολόγιο: «…Χωρίς ενδοιασμούς και με την αυτοπεποίθηση για τη νίκη ο Λό­ντος έπειτα από μια γιγαντομαχία στο στίβο του ενδόξου ελληνικού σταδίου, υψώνει υπερήφανο το τρόπαιο τη νίκης και τρόπαιο της φυλής του. Η Αργολίς ας στρέφει πάντοτε με ευλάβεια και σεβασμό σ’ αυτήν και η μνήμη της ας αποθέτει το θερμότερο φιλί της ευγνωμοσύνης…».

 

Μετά τη νίκη του αυτή και ενώ ακόμη η πρωτεύουσα αλλοφρονούσε από ενθουσιασμό, ο Τζίμ Λόντος αποφασίζει να επισκεφτεί τη γεννέτειρά του. Φθάνει στο Κουτσοπόδι όπου βέβαια του επιφυλάχτηκε υποδοχή ήρωα. Εν τω μεταξύ τόσο στο Άργος όσο και τα περίχωρα του κυκλοφορούν φεϊγ-βολάν όπου καλούνταν οι κόσμος στο αρχαίο θέατρο για τη μεγάλη παλαιστική επίδειξη μεταξύ του συμπατριώτη και παγκόσμιου πρωταθλητή Τζίμ Λόντου και του Ολυμπιονίκη Τόφαλου επίδειξη της οποίας τα έσοδα θα διατίθενται υπέρ των αθλητικών συλλόγων της πόλης. Έγραφαν τα φεϊγ-βολάν: «Μοναδική ευκαιρία να γνωρίσωμεν και να θαυμάσωμεν τους δύο κολοσσούς τους εξυμώσαντας το εθνικό μας γόητρον. Η παρουσία παντός Έλληνος εκεί είναι ζήτημα τιμής, εθνικής υπερηφάνειας και ευγνωμοσύνης προς αμφότερους τους αθλητές μας». Οι Αργείοι ανταποκρίνονται μαζικά και θερμά, ζουν ξεχωριστές στιγμές.

 

 

Παγκόσμιος πρωταθλητής

 

 

 

Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος με τον Τζιμ Λόντο και τον Δημήτριο Τόφαλο.

Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος με τον Τζιμ Λόντο και τον Δημήτριο Τόφαλο.

Η επόμενη χρονιά, το 1929, είναι χρονιά δοκιμασίας για τον Τζίμ Λόντο, αφού με το μεγάλο οικονομικό κραχ χάνει, σχεδόν όλη την περιουσία του. (Δημοσιεύματα της εποχής τον θέλουν να διαθέτει τρεις φάρμες στο Εσκοντότο της Καλιφόρνια, μετοχές στους σιδηροδρόμους, ενώ φέρεται ως ο πρώτος καλλιεργητής αβοκάντος στις Ηνωμένες Πολιτείες). Ενώ έξω από τα ρινγκ αντιμετωπίζει αυτά τα προβλήματα, δεν πτοείται, απεναντίας το 1930 κερδίζει για πρώτη φορά τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή ελεύθερης πάλης, νικώντας στη Φιλαδέλφεια τον ως τότε κάτοχο του τίτλου Ντικ Σίκας. Τίτλο που διατήρησε έως το 1935 οπότε ηττήθηκε από τον Ντιν Ο’Μαχόνεΐ, για να το ξανακερδίσει μετά από δυο χρόνια και να τον διατηρήσει ως το 1947. Ουσιαστικά ο Λόντος υπήρξε επί 16 χρόνια παγκόσμιος πρωταθλητής στην ελεύθερη πάλη.

Σημειώνουμε ότι από το 1933 καθιερώνεται η χρυσή ζώνη, κυριολεκτικά χρυσή, αφού ήταν κατασκευασμένη απο πλάκες χρυσού συνδεδεμένες και διακοσμημένες με πολύτιμα πετράδια. Οι Εφημερίδες της εποχής ανέβαζαν το κόστος της σε 100.000 δολάρια. Όρος για την απόκτηση της ζώνης ήταν η διατήρηση επί 5ετία του παγκόσμιου τίτλου , κάτι, που ο Λόντος κατέκτησε.

 

«Ποδολαβές και χειρολαβές»

 

 

Η απήχηση που είχε τότε ο Λόντος σε κάθε του εμφάνιση στα διεθνή ρινγκ αλλά ιδιαίτερα στη χώρα του, τον φέρνει και πάλι στο Παναθηναϊκό στο Στάδιο- το 1933 – όπου αντιμετώπισε τον θηριώδους αναστήματος και υπερβολικού βάρους Κόλα Κβαριάνιν. Εξήντα χιλιάδες θεατές παραληρούν με το τέλος του αγώνα που έληξε νικηφόρα για τον παγκόσμιο πρωταθλητή. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και τρία χρόνια αργότερα – το 1936 – όταν οι αντζέντηδές του οργανώνουν νέο αγώνα, πάλι στο Παναθηναϊκό Στάδιο, αυτή τη φορά με τον Τούρκο Ντεναρλί. Ας δούμε εδώ πώς περιγράφει, με αρκετή δόση σαρκασμού, τον αγώνα αλλά και το κλίμα που επικράτησε, ο Δημήτρης Ψαθάς, την επόμενη ημέρα στα «ΝΕΑ»:

 

«Η Ελληνοτουρκική φιλία επέρασε χθες στιγμάς σκληρός δοκιμασίας εις το Στάδιον. Υπέστη χειρολαβάς και ποδολαβάς, κεφαλοκλειδώματα, ψαλιδοκλειδώματα και αεροπλανικά κόλπα τόσον άγρια, ώστε επί μιαν ώραν να ξεχαστούν τα σύμφωνα και να αναζήσει επί του ρινγκ, ολόκληρον το παλαιόν φυλετικόν μίσος και αι προαιώνιαι διαφοραί μεταξύ των δύο λαών. Η αγωνία του έθνους δια την έκβασιν της φοβέρας «γιγαντομα­χίας» εγέμισεν ασφυκτικώς τις κερκίδες του Στα­δίου, σ’ ενα συναγερμόν ενδιαφέροντος. Ενεφανίσθη ο Τζίμης. Δεν ήταν ενθουσιασμός εκείνος που τον υπεδέχθη. Ήταν εθνικό παραλήρημα. Αλλοφροσύνη. Πανζουρλισμός…».

 

Το 1939 ο Λόντος παντρεύεται την σουηδο-γερμανικής καταγωγής αθλήτρια Αρβα Ρουχονάιτ, πρωταθλήτρια ανεμοπορίας από την οποία αποκτά τρία κορίτσια, ενώ ο πόλεμος τον απομακρύνει από τις παλαίστρες, εξ άλλου κοντεύει τα 50 του. Λίγο πριν το 1950 και ενώ κατέχει τον παγκόσμιο τίτλο σταματά την επαγγελματική του καριέρα στους επίσημους αγώνες ελεύθερης πάλης, συνεχίζει όμως να συμμετέχει σ ανεπίσημες παλαιστικές επιδείξεις.

Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’50, και ενώ αγγίζει πλέον τα 60 του χρόνια αποφασίζει να τερματίσει την ένδοξη πορεία του. Τον τελευταίο του αγώνα, φιλικού χαρακτήρα, αποφασίζει να τον δώσει στην πατρίδα του. Είναι το 1956, με αντίπαλο τον Ιρλανδό Ράιτ. Είναι η εποχή κατά την οποία το Κυπριακό ζήτημα διέρχεται μια ακόμη κρίση εξ’ αιτίας της παρουσίας των Άγγλων στο νησί. Τόσο ο Τζίμ Λόντος όσο και ο Ιρλανδός αντίπαλος του στο ρινγκ – παραιτούνται των οικονομικών τους δικαιωμάτων από τον αγώνα,· χρήματα που τα αφιερώνουν για την ενίσχυση της Επιτροπής Κυπριακού Αγώνα αφού έχουν απέναντι τους τον κοινό εχθρό, τους Άγγλους αποικιοκράτες. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα μεγάφωνα του Σταδίου εκείνη την ημέρα μετέδιδαν συνεχώς το σύνθημα «Κύπρος – Λόντος: δυο θρύλοι σε μια προσπάθεια».

 

 

Ο Λόντος στο Άργος

 

 

 

Δημαρχείον Άργους 1928

Δημαρχείον Άργους 1928

Τη παρουσία του Λόντου στην Ελλάδα οι Αργείοι δεν την άφησαν να πάει χαμένη. Απεναντίας, το δ.σ. του Παναργειακού δια του τότε προέδρου του-  και μετέπειτα δημάρχου – Γιώργου Θωμόπου­λου του απευθύνει πρόσκληση για μια παλαιστική επίδειξη στο αρχαίο θέατρο της πόλης. Ο Λόντος την αποδέχεται ευχαρίστως και ως ημερομηνία ορίζεται η 7η Οκτωβρίου. Προσφέρει μάλιστα το σύνολο των εισπράξεων για κοινωφελείς σκοπούς. 

Το  60% να χρησιμοποιηθεί για την αγορά χώρου προκειμένου ν’ ανεγερθεί νέο γυμναστήριο το οποίο το διαθέτει στην κοινότητα Κουτσοποδίου «δια την ικανοποιήσιν μονίμων, αυτοτελών, γενι­κών και κοινοφελών αναγκών κατά προτεραιότη­τα σχολικών, οδικών, υγιεινής, μορφωτικών, εξω­ραϊστικών και άλλων», όπως αναφέρονται σε σχετική του επιστολή προς το κοινοτικό συμβούλιο. Η επανεμφάνιση του θρυλικού πλέον Λόντου, με­τά από τρεις δεκαετίες, στο Άργος θέτει σε συναγερμό τη πόλη και τα γύρω χωρία, παίρνει το χαρακτήρα λαϊκού πανηγυριού. Ο παγκόσμιος πρωταθλητής φθάνει πριν το μεσημέρι στον σιδηροδρομικό σταθμό όπου τον υποδέχονται ενθουσιωδώς τα πλήθη ενώ παιανίζει η Φιλαρμονική των φυλακών Τίρυνθας. Εν μέσω ζητωκραυγών και επευφημιών φθάνει με αυτοκίνητο στο Δημαρχείο όπου τον περιμένει ο δήμαρχος και το δημοτικό συμβούλιο, εκπρόσωποι των τοπικών αρχών ανάμεσα τους και εκπρόσωποι της Ένωσης Ποδοσφαιρικών Σωματείων Αργολιδοκορινθίας.

 

Στις 3 το απόγευμα στο αρχαίο θέατρο υπάρχουν 12.000 θεατές. Έγραφε η Ασπίδα τότε:

 

«Εις 8 χιλιάδας ανήλθον τα κοπτέντα εισιτήρια, εις πλέον ων 12 χιλιάδων υπολογίζονται κατά τους μετριώτερους υπολογισμούς οι θεαταί, αφού πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν αι προσκλήσεις οι δικαιούμενοι ατέλειας και οι παντός είδους τζαμπατζήδες που λόγω του απερίφρακτου του θεάτρου  εύρισκον τρόπον εκ διαφόρων κατευθύνσεων να φθάνουν εις αυτό χωρίς να πληρώ­σουν. Τοιούτην κοσμοσυρροήν ασφαλώς θα τη ζήλευε το θέατρον της Επιδαύρου…».

 

 

«Αεροπλανικό κόλπο»

 

 

Ο Λόντος βέβαια προσφέρει μοναδικό θέαμα στους πολυπληθείς συμπατριώτες του, και με το περίφημο αεροπλανικό του κόλπο που εφαρμόζει αυτή τη φορά στον αντίπαλο του Πανάγο ξεσηκώνει το κόσμο. ‘Έπι πολλήν ώραν το Αρχαίον Θέα­τρον του Άργους μεγαλειώδεις εμφάνισην εδονείτο απο το ατελεύτητο χειροκρότημα για το τιμημένο τέκνο της Αργολίδος τον Τζίμ Λόντον» σημειώ­νει η εφημερίδα Ασπίς.

 

Το λεγόμενο αεροπλανικό κόλπο, η λαβή αυτή που έκανε διάσημο τον Λόντο ήταν δικό του δημιούργημα. Ευέλικτος, ταχύς αλλά και δυνατός ο Λόντος, με άρτια τεχνική, αφού αρχικά προσπαθούσε να κουράσει τον αντίπαλο του, έσκυβε ξαφνικά έπιανε τον αντίπαλο με το ένα χέρι, τα πόδια, ενώ το άλλο χέρι τοποθετούσε στο λαιμό του αντιπάλου. Τον σήκωνε ψηλά, τον στριφογύριζε κάμποσες φορές και στη συνέχεια τον έριχνε βαρύ στο καναβάτσο. Ήταν μια λαβή δικής του έμπνευσης και συνήθως αποτελούσε και τη κορύφωση κάθε αγώνα του. Το αεροπλανικό κόλπο προσπάθησαν να το εφαρμόσουν και άλλοι παλαιστές στη συνέχεια, όχι πάντα με επιτυχία.

 

Τέλος καριέρας

 

 

Jim Londos showing a move to his young fans

Jim Londos showing a move to his young fans

Τη μοναδική του τεχνική και την εμπειρία από τη επιτυχημένη πορεία του στα ρινγκ ο Τζἰμ Λόντος προσπαθεί εκεί λίγο από το 1970 να τη μεταφέρει στους νέους αθλητές. Είναι πλέον η εποχή που αναλαμβάνει σχετικές τηλεοπτικές εκπομπές στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αν και έχει στη πλάτη του 8 περίπου 10ετίες, ακούραστος, προσπαθεί να συντηρήσει την επαφή του με την πάλη. Ο Λόντος πέθανε το Σεπτέμβριο του 1975 από ανακοπή της καρδιάς σε ηλικία 80 ετών. Εν τω μεταξύ η αίγλη του Λόντου αλλά και του Καρπόζηλου, του Λαμπράκη, του Καμπαφλή και άλλων πρωτοπαλαιστών συνεχίζει να εμπνέει τους νεώτερους, αφού με τη δύση της καριέρας τους, εκεί λίγο πριν το 1970 ξεφυτρώνουν σ’ όλη τη χώρα αυτοσχέδιοι παλαιστικοί αγώνες.

Πολλοί θυμόμαστε τις περιβόητες «συγκρούσεις γιγάντων» τους «θρυλικούς «αγώνες κατς, αγώνες » μέχρι τελικής εξοντώσεως», όπως διαφημίζονταν από τις αφίσες την εποχή εκείνη. Τόσο στα ποδοσφαιρικά γήπεδα του κέντρου, στου Παναθηναϊκού και της ΑΕΚ όσο και σε αυτά της επαρχίας αλλά και σε κινηματογράφους – θυμίζω την Αριζόνα στο Αργός και την Αίγλη στο Ναύπλιο, στήνονταν πρόχειρα ρινγκ με μαινόμενους δήθεν παλαιστές έτοιμους να κατασπαράξουν τον αντίπαλο. Αγώνες κατά κανόνα σικέ με πρωταγωνιστές τον Παπαλαζάρου, τον Μπουράνη, τον Δουρβετάκη, τον υιό Καρπόζηλο και βέβαια τον Μεγαρίτη, οι οποίοι ουδέποτε εξοντώθηκαν από τους αιμοσταγείς , αιμοβόρους Αττίλιο, Κοριένκο κ.α. που εμφανίζονταν πότε με ουρά, πότε με μάσκες, με φόρμες και ό,τι άλλο σκαρφίζονταν τότε οι πονηροί ατζέντηδες προκειμένου να προσελκύσουν θεατές. Βρισκόμαστε στην εποχή όπου η ελεύθερη πάλη, το κατς, έχει πλέον εκφυλιστεί πλήρως γι αυτό η διάκρειά του είναι βραχύβια και σβήνει. Δεν υποστηρίζει βέβαια κανείς και δεν υπεραμύνεται της γνησιότητας των παλαιστικών αγώνων της εποχής του Λόντου, αφού οι Αμερικάνοι οργανωτές αγώνων, οι διάφοροι ατζέντηδες έμποροι του θεάματος γνώριζαν πολύ καλά το κερδοφόρο παιχνίδι τόσο της ελεύθερης πάλης, της πυγμαχίας κ.λ.π. την εποχή εκείνη, αλλά και αργότερα. Παρ’ όλα αυτά, ο Λόντος με τους διαδοχικούς θριάμβους του στις παλαίστρες και των πέντε ηπείρων, με τη παγκόσμια φήμη του,  την κατοχή του παγκόσμιου τίτλου και της χρυσής ζώνης επ χρόνια, τις ευεργεσίες του (αγώνες για τις ελληνικές παροικίες σε Αμερική, Νότια Αφρική, Αυστραλία, σεισμοπαθείς Επτανήσου  κ.α.),  με την  απόκτηση  φήμης  και χρήματος, τις επαφές του με αρχηγούς κρατών (είχε φιλοξενηθεί στη Τουρκία από τον Κεμάλ, τον είχε τιμήσει ο Νίξον για το φιλανθρωπικό του έργο), αλλά πρωτίστως με τα τεράστια μυϊκή του δύναμη, όλα αυτά έδιναν λαβή στη λαϊκή φαντασία να πλάσει μύθους γι’ αυτόν, τού έδωσαν θρυλική, μυθιστορηματική διάσταση.

 

Για τη περιοχή μας ο απόηχος όλων αυτών είναι ακόμη πιο έντονος λόγω της καταγωγής του από το Κουτσοπόδι, το οποίο τίμησε, τον διάσημο χωριανό του με εκδήλωση που οργάνωσε ο δήμος το 1995, ένα αφιέρωμα στο ίδιο αλλά και το αγώνισμα της πάλης, με την συμμετοχή Ελλήνων πρωταθλητών και Ολυμπιονικών.

 

Γιώργος Αντωνίου.

Εφημερίδα Αργολίδα, ένθετο «Αργολίδα σελίδες», Χριστούγεννα 2004.

Read Full Post »

Καρούζου-Παπασπυρίδη Σέμνη, «Το Ναύπλιο».

 

 

Περιγραφή:

Καρούζου-Παπασπυρίδη Σέμνη, «Το Ναύπλιο».Σέμνη Καρούζου (18898 Δεκεμβρίου 1994). Το Ναύπλιο, η γραφική αυτή πόλη του Μοριά, είναι γεμάτη με μνήμες ιστορικές. Η συγγραφέας, από τις πρώτες Ελληνίδες αρχαιολόγους, αφηγείται τους αρχαίους μύθους που σχετίζονται με το Ναύπλιο και προχωρεί στο ξετύλιγμα της ιστορίας, από την αρχαιότητα ως τη Βενετοκρατία και την Τουρκοκρατία και, τέλος, ως τα χρόνια του Κλασικισμού, στον 19ο αιώνα, όταν το Ναύπλιο ανακηρύχθηκε πρώτη πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους.

Εκδόσεις: Εμπορικής Τράπεζας

Χρονολογία Έκδοσης:

 1979
Σελίδες: 216

Read Full Post »

Αντωνίου Γιώργος, «ΕΝΑΣ ΑΙΩΝΑΣ ΕΜΠΟΡΟΒΙΟΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ».

 

 

Αντωνίου Γιώργος, «ΕΝΑΣ ΑΙΩΝΑΣ ΕΜΠΟΡΟΒΙΟΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ».Ένα νέο καλαίσθητο βιβλίο Λεύκωμα με σημαντικές αναφορές στην οικονομική και κοινωνική ζωή του Άργους κατά την τελευταία 100ετία, παρουσιάζουν οι εκδόσεις «Δ. Μαγκλάρας και Σία Ε.Ε.». Το Άργος υπήρξε ανέκαθεν το σημαντικότερο εμπορικό – οικονομικό κέντρο της Αργολίδας και από τα σημαντικότερα της Πελοποννήσου. Από τα τέλη του 19ου αιώνα και ιδιαίτερα με την αυγή του 20ου, εμφανίζονται με δυναμισμό στην πόλη αξιόλογες παραγωγικές δραστηριότητες με τα εκατοντάδες μικρομάγαζα, καταστήματα, εργαστήρια, βιοτεχνίες, εμπορικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις. Όλη αυτήν την άκρως ενδιαφέρουσα οικονομική – κοινωνική διαδρομή, φέρνει στην επιφάνεια ο δημοσιογράφος – ερευνητής Γιώργος Αντωνίου, με το νέο του λεύκωμα με τίτλο «ΕΝΑΣ ΑΙΩΝΑΣ ΕΜΠΟΡΟΒΙΟΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ». Μέσα από τις σελίδες του λευκώματος και τις εκατοντάδες ασπρόμαυρες φωτογραφίες της εποχής που δένουν το παρελθόν με το παρόν, τα παλιά τιμολόγια, έγγραφα, λογότυπα, κατάστιχα, δημοσιεύματα, τις παλιές τοπικές διαφημίσεις από το 1870 κ.ά., ο αναγνώστης θα γνωρίσει και κατανοήσει βαθύτερα την αγωνία, το μόχθο και τον καθημερινό αγώνα του χθεσινού επαγγελματοβιοτέχνη για την επιβίωσή του. Θα κατανοήσει το κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο αλλοτινών εποχών. Θα θυμηθεί  παλιά εμπορικά μαγαζιά του Άργους, ταβέρνες, μπακάλικα, καφενεία, κουρεία, χασάπικα, μανάβικα, ψαράδικα, τσαγκαράδικα, μαραγκούδικα κ.ά., με τους μαγαζάτορες να στέκουν χαμογελαστοί στην πόρτα του καταστήματός τους, δίπλα στους φθαρμένους πάγκους ή τις υποτυπώδεις βιτρίνες, φιγούρες που τείνουν να εκλείψουν σήμερα…

 

Ξεχωριστό ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει και το κινηματογραφικό υλικό, αφού το Λεύκωμα – Βιβλίο συνοδεύει και DVD – ντοκιμαντέρ  60λεπτων στο οποίο απεικονίζονται οι τελευταίοι παλαιοί παραδοσιακοί μαστόροι του Άργους. Έτσι, θα δει κανείς τον Σαμαροποιό να κατασκευάζει σαμάρια, τον Πεταλωτή να πεταλώνει άλογο, τον Κοφινοποιό να κατασκευάζει κοφίνια, το Σαρωθροποιό σκούπες, το Βαρελοποιό βαρέλια, το Σιδηρουργό να πλάθει το σίδερο, το Χαμουρατζή (Χαράτσης) να κατασκευάζει σέλλες και γκέμια αλόγων, όλοι «επί το έργον» εμπρός στην κάμερα να εξιστορούν στιγμές του παρελθόντος, να μας μαρτυρούν μυστικά της τέχνης τους παραδοσιακές τεχνικές που περνούν στη λήθη και χάνονται …

 

Παράλληλα υπάρχει και φωτογραφικό υλικό με τους πλανόδιους πωλητές να σεργιανούν  και διαλαλούν την πραμάτια τους στους δρόμους του Άργους, όπως  ο Παγοπώλης, ο Παγωτατζής, ο Λατερνατζής, ο Έμπορος με τη σούστα, ο Μανάβης με το γάϊδαρο κ.ά.

Ακόμη, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο ο αναγνώστης,  θα γνωρίσει τις προσπάθειες των επαγγελματοβιοτεχνών της πόλης για την κοινωνική – επαγγελματική τους οργάνωση μέσα από τους Συλλόγους τους, τις Ομοσπονδίες, το Επιμελητήριο, τις γιορτές των συντεχνιών τους. Επίσης παρατίθεται και κατάλογος ΟΛΩΝ των καταστημάτων και εργαστηρίων της πόλης κατά τη δεκαετία του 1920, αλλά και των κατοπινών χρόνων.  Γενικότερα, το νέο Βιβλίο – Λεύκωμα απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο που νοσταλγεί το παρελθόν του, στους νέους ανθρώπους, σε μαθητές και σπουδαστές, προκειμένου να γνωρίσουν τη ζωή των προγόνων τους, σε όσους αγαπούν και θέλουν να γνωρίσουν σημαντικές πτυχές της οικονομικής – κοινωνικής ιστορίας του τόπου.

Οι εκδόσεις «Μαγκλάρα» και ο Γιώργος Αντωνίου παρουσιάζουν το νέο βιβλίο πιστεύοντας ότι το περιεχόμενό του συμβάλει σημαντικά στη μικροϊστορία του τόπου μας και  στον οικονομικό – κοινωνικό μας πολιτισμό.  Τιμή βιβλίου 25 €.   Το βιβλίο πωλείται σε όλα τα κεντρικά βιβλιοπωλεία.

 

Read Full Post »

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Σημειοφόρος και Θαυματουργός (852 – 922)


 

Άγιος Πέτρος ο Άργους – Φώτης Κόντογλου

Ο βίος και τα έργα του Αγίου Πέτρου, αποτελούν περίλαμπρο μνημείο που μαρτυρά την Εκκλησιαστική Δόξα της τότε Αγιωτάτης Επισκοπής Άργους. Είναι όντως πολύεδρος, πολύτιμος λίθος που εκπέμπει φως σωτηρίας και λαμπρύνει την όλη ιστορία της πόλης μας.  Ο «από βρέφους Κυρίω ανατεθείς» Πέτρος, εγεννήθη εις το ένδοξο Βυζάντιο. Ιερός και άγιος πόθος να υπηρετήσει τον Κύριο και Θεό του, είχε κατακυριεύσει την ψυχή και την διάνοια του. 

Πρώτος ο Παύλος, ο πρωτότοκος της οικογένειας επιλέγει την οδό της ένθεης διαβίωσης. Την οδό των στερήσεων, των δοκιμασιών, της προσευχής και της προσφοράς. Ακολουθεί ο Διονύσιος και κατόπιν οι Γονείς και η νεαρή αδελφή τους, δεχθέντες το θείο κάλεσμα, επέλεξαν την οδό της θυσίας, της αυταπάρνησης, και  « ήγαγον τον Σταυρόν της μοναχικής πολιτείας ακολουθήσαντες τον Χριστό».  Λίγο αργότερα νεαρώτατος κατά την ηλικία ο Πέτρος μετά του μικρότερου αδελφού του Πλάτωνος « καταλιπόντες τον κόσμον και τον οίκον αυτών απήλθον εις ερημικούς τόπους, τη ασκήσει και τη νηστεία και ταις προσευχαίς δουλεύοντες τω Κυρίω». Εγκαταλείπουν την περιουσία τους και τις ανέσεις που αυτή τους διασφάλιζε, και επιλέγουν τον τραχύ αλλά ωραίο αγώνα της μοναστικής ζωής.

Η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας του, τον καθιστούν πρότυπο στην μοναστική κοινότητα. Οι συνομήλικοι του τον αγαπούν και τον έχουν ως πρότυπο. Επιδιώκουν να τον μιμηθούν. Εκείνος, πάντοτε εύχαρις και μειλίχιος, αναλαμβάνει τις πιο σκληρές και ταπεινές εργασίες, ενισχύοντας την ταπεινοφροσύνη και την υπομονή του.  Στις συγκεντρώσεις και τις συντροφιές  εκφράζει με σοβαρότητα και ευφράδεια μοναδική, τις μεγάλες αλήθειες της πίστης επικαλούμενος ρητά ή αποφθέγματα των Πατέρων της Εκκλησίας αλλά και των Αρχαίων Ελλήνων Φιλοσόφων. Η υπομονή, η καρτερικότητα, η αυστηρή ασκητική ζωή, η συνεχής προσευχή τον οπλίζουν με γαλήνη, δύναμη και εγκράτεια.

« το κάλλος και η λαμπρότης της ψυχής αυτού εγίγνοντο κατάδηλα και επί του σώματος, του οποίου η ωραιότης θαυμασίως απέστιλβε, διότι είχε, κατά τον αυτόπτην μαθητήν, και το σχήμα και το βάδισμα και το βλέμμα, και το μειδίαμα αξιοθαύμαστα.». 

Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαος Α΄ ο Μυστικός, Ιεράρχης σοφός  και λόγιος, πληροφορείται τα χαρίσματα, την αξιοσύνη και την ευσέβεια του Μοναχού Πέτρου και επιθυμεί να τον τιμήσει με τον βαθμό της Αρχιερωσύνης. Ο κενός Αποστολικός  θρόνος του Μητροπολίτη Κορίνθου θεωρείται από τον Πατριάρχη ως η κατάλληλη ευκαιρία. Καλεί τον Πέτρο και του εκφράζει την επιθυμία του αυτή. 

Ο Πέτρος, «το επικίνδυνον του πράγματος ευλαβούμενος», αρνείται κατηγορηματικά. Μετά την άρνηση του, ο Πατριάρχης προσφεύγει στον μεγαλύτερο αδελφό του Παύλο, το οποίον και καθιστά Μητροπολίτη Κορίνθου.

Παρά τις συνεχείς αρνήσεις του Αγίου Πέτρου, ο Πατριάρχης δεν σταματά να προσπαθεί να πείσει τον Πέτρο να αποδεχτεί την Αρχιερωσύνη, την οποία από ταπεινοφροσύνη αυτός μονίμως αρνείται. Για να αποφύγει τις πιέσεις και να μην πικράνει «εν τη αγαθή και αγία προσπαθεία του» τον Πατριάρχη, μεταβαίνει στην Κόρινθο, κοντά στον αδελφό του. Αλλά η θεία χάρις καταδιώκει τον Πέτρο. Χηρεύει η θέση της επισκοπής Άργους και Αργείοι και Ναυπλιείς απευθύνονται  προς τον Μητροπολίτη Κορίνθου Παύλο, ζητούντες επιμόνως ως επίσκοπο της περιοχής τους τον Πέτρο.

Επιμένουν, ικετεύουν και  ισχυρίζονται ότι αρτιμελή νήπια πεθαίνουν αβάπτιστα και πολλοί πεθαμένοι θάβονται χωρίς να ψαλλεί η σχετική ακολουθία. Επιτυγχάνουν τελικά, καμφθέντος του Αγίου, να αποδεχτεί την θέση του επισκόπου.

  

Επίσκοπος Άργους  

 

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Ως επίσκοπος, υπήρξε «λύχνος επί την λυχνίαν φαίνων πάση τη οικία της περιοχής Αυτού ου μην αλλά και εις πάσαν την γήν εξήλθεν ο φθόγγος Αυτού και εις τα πέρατα της Οικουμένης τα ρήματα Αυτού». 

Όταν, όπως αναφέρει ο Μητροπολίτης Νικαίας Θεόδωρος, «Λοιμός επίεζε την του Πέλοπος επί τοσούτω δε ταύτην επεβόσκετο και κατέτρυχεν, ως και τας οικίας, και στενωπούς και άμφοδα και πλατείας, έτι δε και το ύπαιθρον εμπλησθήναι νεκρών » ο Άγιος « περιήρχετο τας οδούς συλλέγων τους θνήσκοντας, ανορθών τους επιδεομένους, κηδεύων ως συγγενής και προστάτης, τους εις οίκους νεκρούς». 

Στήριξε κλονιζομένους, έθρεψε πεινώντας, Λύτρωσε αιχμαλώτους από τους πειρατές, προστάτευσε αδυνάτους ως η διωκόμενη κόρη υπό τινος Στρατηγού, θεράπευσε δαιμονιζομένους, εβάπτισε απίστους, δίδαξε αδιαλείπτως λόγω και έργω.

Το έτος 920 και σε αρκετά προχωρημένη ηλικία, ασθενής κατά το σώμα αλλά ισχυρός κατά το πνεύμα και την πίστη, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και μετέσχε τοπικής Συνόδου, που είχε συγκαλέσει ο Πατριάρχης Νικόλαος ο Μυστικός επί Αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου.

Ο αείμνηστος Ιερεύς Χρήστος Παπαοικονόμος αναφέρει:

«Διήγεν ήδη ο μακάριος Πέτρος το εβδομηκοστόν έτος της ηλικίας αυτού και ενέμενε στερρώς εις την εκ νεότητος τακτικήν της ασκήσεως, μη αποσπώμενος αυτής ούτε ένεκα του γήρατος, ούτε ένεκα της κατατριχούσης αυτόν νόσου. Προσήγγισε τέλος ο υπ΄αυτού προσδοκώμενος χρόνος, επλησίασαν αι δι΄αυτόν ποθηταί ημέραιτου θανάτου τον οποίον είχε προγνωρίσει κατά θαυμαστόν τρόπον, ως προεγνώρισε και την μετ΄ολίγα έτη γενομένην καταστροφήν της Πελοποννήσου υπό των βαρβάρων. Αφού δε εγνώσθη ότι ο μέγας ανήρ ασθενεί, αθρόα συνέρρεον τα πλήθη των πόλεων και κωμών, παρήσαν δε και μοναζόντων αγέλαι, και των μοναζουσών η κοσμιότης και των παρθένων η σεμνότης διαλάμπυσα εις την όψιν και των γυναικών η σωφροσύνη και νέοι και γέροντες, ίνα πάντες ίδωσι δια τελευταίαν φορά την γλυκυτάτην εκείνην μορφήν και ακούσωσι την μέλι στάζουσα φωνήν και λάβωσι την ευλογίαν του αγίου ποιμενάρχου αυτών».

Εκείνος, επί τριήμερον νουθετεί γαλήνια και ήρεμα τα πνευματικά του τέκνα. Τα συμβουλεύει  να επιζητούν την μέλλουσα ζωή, εκπληρώνοντας τα καθήκοντα τους προς τον Θεό και τους συνανθρώπους τους. Η φωνή του εξασθενεί. Ευλογεί όσους βρίσκονται δίπλα του και με νεύματα τους παρακαλεί να αποχωρήσουν.

Γράφει ο μαθητής του:

 «Και ημάς δε τους περί αυτόν τω Θεώ αναθείς και μικρόν καθ΄εαυτόν υποψιθυρήσας και τον σταυρόν τω προσώπω περιγραψάμενος και ιλαρόν επιβλέψας, γεγανωμένω και χαίροντι εοικώς ώσπερ υπομειδιών, τα όμματα μύσας αταράχως διαφήκε το πνεύμα».

Και φεύγει για τις αιώνιες πολιτείες  του ανεσπέρου φωτός.

Τότε:

» Και πάλιν ηθροίζετο τα πλήθη και συστήματα ιερά, και χοροί μοναστών περιστάντες το ιερόν εκείνο σώμα ύμνοις εγέραιρον και ψαλμοίς., και τον ιεροφόρον άραντες σκίμποδα υποβασταζόντων ιερέων δια μέσης της πόλεως υπό λάμπασιν ήεσαν άδοντες. Και περί δείλην οψίαν υποστρέφοντες το θείον της Θεοτόκου κατειλήφεσαν τέμενος και της ιεράς τελετής και μυσταγωγίας τελουμένης- ειωθός τούτο επι τοις ερχιεύσι γίνεσθαι- αθρόον φωτί το πρόσωπον περιλάμπετο του θείου ανδρός και λεπτός αυτώ περιερρείτο ιδρώς και τον χρώτα είχεν ερυθραινόμενον, ωσεί ζών και υπνών». 

Επί 500 χρόνια, ο Άγιος αναπαύεται στην ιερή Αργειακή γη. Από τους Ουρανούς προστατεύει ως ο καλός ποιμήν το ποίμνιον του, « ο την Ψυχήν Αυτού θείς υπέρ των προβάτων».

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Την 21η  Ιανουαρίου του 1421  ξημερώνει αποφράς ημέρα για τους Αργείους. Ο Επίσκοπος των Καθολικών Secundus Nani ( Σιγουντονάνης ) δίδει εντολή να ανοίξουν τον τάφο του Αγίου. Η βάρβαρη ιεροσυλία πραγματοποιείται δυστυχώς από Χριστιανούς ( κατά το θρήσκευμα αλλά σκληρούς κατακτητές, κάτω από τους οποίους στενάζει η Πατρίδα. Οι Λατίνοι επίσκοποι είναι οι κρατούντες, εκδιωχθέντων των Ορθοδόξων.)  

«Όταν ήνοιξαν τον τάφον εκείνον, εγένετο σεισμός εν τω τόπω και εξήλθεν ευωδία πλείστη και ο τάφος πεπληρωμένος φωτός και τα τίμια λείψανα σεμνώς κατακείμενα, α και λαβόμενοι τινές των πιστών εγένοντο πολλαί ιάσεις».

Δαιμονισμένος επί χρόνια πλησιάζοντας, θεραπεύεται και άλλου το παράλυτο και στρεβλωμένο χέρι αποκαθίσταται αμέσως.

Τα Άγια λείψανα παραλαμβάνει ο Λατίνος Επίσκοπος – διαβάζουμε στον Ιωάννη Ζεγκίνη – και τα μεταφέρει στο Ναύπλιο, γιατί όπως αναφέρει ο συγγραφέας του, « βραχέος χρονικού» στις 17 Δεκεμβρίου του 1420, ημέρα Τετάρτη, εγένετο χειμών φοβερός, πλήθος αστραπών και βροντών και εχάλασεν ο νάρθηκας του Αγίου Ανδρέως, και ηνεώχθησαν αι πύλαι της εκκλησίας, και μνημεία ηνεώχθησαν και η καμπάνα έπεσε και σημεία εγένοντο εις τους τοίχους και εις τας πύλας ως από ξίφους».  

Αργότερα τα Άγια λείψανα μεταφέρθηκαν στην Ρώμη.

Βαθύτατη επιθυμία Κλήρου και Λαού, ήταν η επιστροφή του Αγίου στην πόλη στην οποία «….κατώρθου δια της σκαπάνης του λόγου να εκριζώνει πάθη χρόνια και ανίατα, άτινα υπήρχον  ερριζωμένα εν ταις καρδίαις πολλών των του κλήρου και του λαού….».

Μετά από άοκνες προσπάθειες όλων των Αρχιερέων της Μητροπόλεως Αργολίδος, ο Θεός αξίωσε – επί Αρχιερατείας του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου  κ.κ. Ιακώβου Β΄ – τα Άγια Λείψανα του Αγίου να επιστρέψουν στην πόλη του Άργους, στις 21 Ιανουαρίου 2008. Η μνήμη του τελείται στις 3 Μαΐου.

  

Τσάγκος Αναστάσιος.

 

Πηγές


  • Χρήστος Παπαοικονόμος, «Ο Πολιούχος του Άργους Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους ο Θαυματουργός», Τυπογραφείο Σ. Βλαστού, Αθήνα 1908.
  • Πέτρος, επίσκοπος Άργους”, εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τόμ. 49, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 2004-2005.
  • Πέτρος, επίσκοπος Άργους”, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 10, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1967, στ. 369-371.
  • Νικόδημος Αγιορείτης, «Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού», τόμ. Β’, Αθήνησι 1868, σελ. 127-128.
  • Πατήρ Γεώργιος Σελλής, «Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους Σημειοφόρος και Θαυματουργός», Έκδοσις Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου, Άργος 2008.
  • P. Enrico Rickenbach, «Storia e scritti di S. Pietro d΄ Argo», Tipografia del cav. V. Salviucci, Roma 1899.
  • Κωνσταντίνος Κυριακόπουλος, «Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους, Βίος Και Λόγοι», Έκδοσις Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος 1976.

 

Read Full Post »

Μάιος στο Κρανίδι – Λαογραφία

 

ΜάηςΤην Πρωτομαγιά βγαίνανε έξω, μαζεύανε τον «Μάη», μ’ αυγά κόκκινα και κουλούρια, που τα ‘χανε από τη Λαμπρή. Μαζεύανε λουλούδια, τα βάζανε απέξω απ’ την πόρτα και του Άη Γιαννιού της Ψώρας (24 Ιουνίου) τα καίγανε. Και σταυρό κάνανε, και στεφάνια, και σκέτο τον «Μάη» κάνανε, μια ανθοδέσμη δηλαδή. Μέσα στον «Μάη» βάζανε σκόρδο, ένα κομμάτι ελιά, σπαρτό στάρι, κριθάρι και λουλούδια, παπαρούνες, διάφορα…

Εκεί στην εξοχή τρώγανε, διασκεδάζανε, χορεύανε, μαζεύανε λουλούδια και τα βάζανε στο κεφάλι, κάνανε ανθοδέσμες, τραγουδούσανε «Μάη, χρυσομάη, Μάη με δροσιές, Μάη, χρυσομάη, μ’ άσπρες φο­ρεσιές».

Πασαλείβανε τα πρόβατα με μούργα στο πρόσωπο, για να μην τα χτυπάει ο γούδερος. Επειδή ο ήλιος είναι ζεστός, τα κάνει όλο βού­λες κι έχουν φαγούρα.

Η Αγία Μαύρα είν’ η Παναγία. Και λένε να μη ζυμώνεις την ημέρα της γιορτής, στις Τρεις του μηνός, γιατί τα ψωμιά γίνονται μαύρα. Και ποια μέρα θα τύχει της Αγίας Μαύρας; Τετάρτη; Όλο τον χρόνο, την Τετάρτη δεν αρχίζουνε δουλειές! Δεν κόβουνε, σας πούμε, ένα φόρεμα, δεν αρχίζουν ένα κέντημα, δεν παντρεύονται!

Του Αγίου Κωνσταντίνου, ήτανε μεγάλη γιορτή. Έχει εκκλησία δώθε Άγιο Κωνσταντίνο και την ημέρα της γιορτής πηγαίνανε όλος ο κόσμος στη λειτουργία. Κι αυτή την ημέρα βγάζανε, παλιά, τα χειμω­νιάτικα και φορούσανε τα καλοκαιρινά, τα κοντομάνικα. Της Μεσοπεντηκοστής πηγαίνανε στην εκκλησία, γονατίζανε τρεις φορές, τους περνούσε ο παπάς ευχή κι έλεγε για τις ψυχές.

Της Αναλήψεως, οι τσοπαναραίοι μοιράζανε γάλα στους γειτόνους, και το βούτυρο που φτιάνανε κείνη την ημέρα, το φυλάγανε και το ‘χανε σαν φάρμακο. Έβαζαν παντού αν έσπαγε πόδι, χέρι, για όλα, γιατί ήτανε της Αναλήψεως. Και τη νύχτα καθόντουσαν ως το πρωί και περιμένανε να δουν τον Χριστό, που θ’ ανέβαινε στους ουρανούς. Μια φορά, μια γριά, είδε, λέει, μια λάμψη στον ουρανό κι ένα σταυρό. Άνοιγε, βλέπεις, ο ουρανός εκείνος το βράδυ.

Το Σάββατο πριν απ’ την Πεντηκοστή ψέλνανε, διαβάζανε πολλά ονόματα πεθαμένων, πηγαίνανε στο νεκροταφείο, ψέλνανε τρισάγιο, γιατί θα μπαίνανε οι ψυχές στον Άδη.

Του Αγίου Πνεύματος πηγαίνανε ο κόσμος στον εσπερινό στην Αγία Τριάδα και μαζευόντουσαν πολλοί εκεί και πουλούσαν βερίκοκα, αγγούρια, γλυκά, παγωτά, ο Μανολάκης, ο μπάρμπα Γιώργης ο Καπέβης…

 

Μαρτυρίες

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαριγούλα Λάμπρου, ετών 80, αυτοδίδακτη στην ανάγνωση.

 

 

Πηγή

 

  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

Read Full Post »

Armstrong, Isabel J.  Το πέρασμα από το Άργος

 

Η Αγγλίδα Ιζαμπέλ Άρμστρογκ με μια φίλη της περιηγήθηκαν στην Ελλάδα περίπου το 1886. Να, πως περιγράφουν το πέρασμά τους από το Άργος στο βιβλίο τους*, «Two roving Englishwomen in Greece»  (Δύο Αγγλίδες περιηγήτριες στην Ελλάδα), by Isabel J. Armstrong. London, 1892.

 

 

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

Μετά διασχίσαμε τον κάμπο πηγαίνοντας προς το Άργος, μια αρκετά μεγάλη πόλη, με ένα «μουσείο» ενός δωματίου όπου υπάρχουν πολλά ενδιαφέροντα ανάγλυφα, δοχεία, κεραμικά, κορμοί αγαλμάτων και θραύσματα παντός είδους. Οι ακαμάτηδες της γειτονιάς συνέρρευσαν, ολοφάνερα με την εντύπωση ότι οπωσδήποτε κάποια αντικείμενα ενδιαφέροντα βρίσκονταν στο μουσείο εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή. Συνεχίσαμε το δρόμο μας προς ένα σημαντικό Ρωμαϊκό ερείπιο, βρήκαμε τυχαία το μερικώς ανασκαμμένο θέατρο πίσω του, αλλά στην παρούσα κατάσταση του δίνει μία πολύ φτωχή εντύπωση του μεγέθους του, διότι ήταν ικανό να χωρέσει 20.000 θεατές ωστόσο 10.000 λιγότερους απ’ ότι το θέατρο του Διονύσου στην Αθήνα. Κοιτάξαμε ψηλά στη Λάρισα, την Ακρόπολη του Άργους, απ’ την κορυφή της οποίας πρέπει να υπάρχει μία πάρα πολύ ενδιαφέρουσα θέα του Κόλπου της Ναυπλίας και ολόκληρου του Αργολικού κάμπου, αλλά ήταν πολύ αργά για να επιχειρήσουμε την ανάβαση, και καθώς οι βραδινές σκιές έπεφταν γρήγορα, στρέψαμε τα κεφάλια των αλόγων προς τα νότια, αψηφώντας το σκοτεινό βράχο του κάστρου Λάρισα να ξεχωρίζει πάνω απ’ το ωραίο Άργος λουσμένο στην περικαλλή ομίχλη.

 

 

Υποσημειώσεις

 

Δρομολόγιο: Patras, Olympia, Andritsaena, Krestena, Phigaleia, Sikyon, Corinth, Mykenae, Argos, Nauplia, Epidauros, Tiryns, Athens, Volo, Larissa, Meteora, Khalkis.

 

* Eικονογράφηση: (τοπία ,αρχαιότητες ,άλλα θέματα).

 

Πηγές

  • Isabel J. Armstrong, «Two roving Englishwomen in Greece», London, 1892.

  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/ ΕΙΕ.

  • Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος»,  τεύχος 11, 1994.

Read Full Post »

Καζαντζάκης Νίκος ”Ταξιδεύοντας”, Άργος – Μυκήνες 


 

Στο βιβλίο του με τίτλο «Ταξιδεύοντας» είναι συγκεντρωμένα ταξιδιωτικά κείμενα του Νίκου Καζαντζάκη, που αναφέρονται στην Ιταλία, την Αίγυπτο, το Σινά, την Ιερουσαλήμ, την Κύπρο και το Μοριά. Τα κείμενα για το Μοριά είναι γραμμένα σε μορφή δημοσιογραφικών ανταποκρίσεων και χρονολογικά τοποθετούνται στη δεκαετία του 1930.

Το ταξίδι του Καζαντζάκη στο Μοριά κλείνει με την επίσκεψη του στο Άργος και στις Μυκήνες. Ο συγγραφέας επιστρέφει στο Σιδηροδρομικό Σταθμό του Άργους, όπου, περιμένοντας κάτω από τις λεύκες την άφιξη του τρένου για την Αθήνα, γράφει ένα από τα ωραιότερα κομμάτια του σχετικά με την ταυτότητα του Νέου Ελληνισμού. Προσπαθεί να τοποθετήσει το νεοέλληνα ανάμεσα σ’ Ανατολή και Δύση, να του δώσει ένα καθήκον. «Δεν μπορούμε», γράφει, «ν’ αρνηθούμε μήτε την Ανατολή μήτε τη Δύση… Είμαστε υποχρεωμένοι ή να φτάσουμε στο λαμπικάρισμα της Ανατολής σε Δύση, να πετύχουμε δηλαδή μια δυσκολότατη σύνθεση, ή να χαροπαλεύουμε δούλοι…»

 

Άργος


Ο Νίκος Καζαντζάκης στο Άργος, το 1927. Φωτογραφία «Επτά Ημέρες Καθημερινή», Κυριακή 2 Νοεμβρίου 1997. Αρχείο: Ελένη Καζαντζάκη.

 

Άργος. Η πολιτεία, η εκκλησία, οι καρέκλες, οι καφενέδες, τα ποτήρια τα νερά … Οι Νεοέλληνες. Σκυθρωπά μούτρα, βουλιαγμένα μάγουλα, μάτια γαρίδα. Σε κοιτάζουν σα να είσαι κριάρι και θέλουν να σε αγοράσουν. Σε ψάχνουν με το μάτι, ερευνούν τα παπούτσια σου, τα ρούχα, τα καπέλα. Ζυγιάζουν … Τους τρώει το σαράκι – ποιος είσαι; Τι καπνό φουμάρεις; Τι ήρθες στον τόπο τους, να πουλήσεις ή ν’ αγοράσεις … Γουρούνια κυκλοφορούν στους δρόμους, νεαροί επαρχιακοί νταήδες κάθουνται στα καφενεία, μα γυναίκα δεν υπάρχει.

Όλη η πλατεία γεμάτη μουστάκια. Πλήθος καλοαναθρεμμένοι παπάδες. Η εκκλησιά, τριγυρισμένη από καφενέδες, λάμπει γλυκά με το κίτρινό της χρώμα, με το λιγνό σβέλτο καμπαναριό της. Καταφεύγω στην άκρα της πλατείας, στο αρχαίο θέατρο. Ανεβαίνω τα σκαλοπάτια, η θάλασσα γυαλίζει μαυλίστρα, ο βράχος του Ναυπλίου σηκώνεται ψηλά, απειλητικά στον αέρα. Πιο πάνω από το αμφιθέατρο, το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, στη θέση όπου μια φορά ήταν ο ναός της Αφροδίτης. Πιο πέρα, το Κριτήριον, όπου ο Δαναός καταδίκασε τη θυγατέρα του Υπερμνήστρα, γιατί μόνη αυτή από τις πενήντα αδερφάδες αρνήθηκε να σκοτώσει τον άντρα της. Είχαν έρθει πρόσφυγες από τη χώρα του Νείλου, με τον πατέρα τους έμαθαν τους Αργείτες ν’ αρδεύουν τα χωράφια τους, έκαμαν τη χέρσα γης, περβόλι. Έγιναν νεράιδες, τις πήρε η ποίηση, μπήκαν στην αθανασία.

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης και ο εκδότης Κώστας Ελευθερουδάκης στο Άργος τον Ιούλιο του 1927.

 

Μαζί με το σούρουπο κατέβηκαν και τα ελληνικά παραμύθια και γέμισαν τα σκαλοπάτια του αμφιθεάτρου ίσκιους. Πήρε ξαφνικά ευγένεια το χώμα τούτο, κι οι νταήδες, οι παπάδες, οι μουστακαλήδες που κάθουνταν πέρα στην πλατεία έλαμψαν. Αγε δη, λέξωμεν επ’ Αργείοις ευχάς αγαθάς, αγαθών ποινάς … Κι έτσι συμφιλιωμένος πήρα το δρόμο της ζωντανής πολιτείας, κάθισα κι εγώ στο καφενείο, στον ίσκιο της Μητρόπολης, και διέταξα μαζί με τους Νεοέλληνες καφέ και δυο νερά και τέσσερις καρέκλες. Μα έκαιγαν τα χείλια μου οι στίχοι του Αισχύλου.

 

Μυκήνες


Μυκήνες – Η πύλη των Λεόντων (Αχρονολόγητη φωτογραφία).

 

Την άλλη μέρα, μεσημέρι, κινήσαμε για τη Μυκήνα. Είναι η πυρωμένη ώρα, η κάθετη, πού ταιριάζει για τούς φοβερούς τούτους βράχους και θρύλους. Το πρωινό φώς τούς δίνει μιαν αγνότητα πού δεν μπορούν να έχουν, το σούρουπο τούς δίνει μια ρομαντική μελαγχολία πού δεν καταδέχουνται να έχουν. Δε φωλιάζουν εδώ, στους ξακουστούς άνυδρους γκρεμούς, πρωινοί κορυδαλλοί μήτε βραδινά ερωτόπαθα νυχτοπούλια. Μα άγρια σαρκοβόρα όρνεα, αητοί και γεράκια, πού ζυγαριάζουνται μεσημέρι στην κορφή του αέρα και σημαδεύουν στον κάμπο τι να φάνε. Κάψα πνιχτική, το αίμα άναψε, το λαρύγγι στεγνώνει. Καλοί σωματικοί όροι για το προσκύνημα τούτο.

Ανεβαίνουμε από το Χαρβάτι τον ανηφορικό δρόμο: έχω στηλωμένα τα μάτια ανάμεσα στ’ άγριόθωρα βουνά της Ζάρας και του Προφήτη  Ηλία και προσπαθώ να ξεχωρίσω μέσα στο πυρακτωμένο φώς τη φωλιά των Ατρειδών. Είναι βράχος μέσα στους βράχους και δεν μπορείς να τη διακρίνεις. Μα από τα χτυπήματα της καρδίας νιώθεις πώς ολοένα ζυγώνεις. Στρίψαμε δεξιά, κι ορθώθηκε μπροστά μας ή φοβερή καστρόπορτα με τις δυό όρθιες λιόντισσες.

 – Εδώ είναι το χασάπικο ! είπε ό σοφέρ σταματώντας.

Χάρηκα πού ήταν μαζί μου το χοντροκομμένο χιούμορ του λαού, το έφταβόδινο σκουτάρι, πού δεν το διαπερνούν εύκολα ό ρομαντισμός κι ή ευαισθησία. Τα ζυγιάζει όλα με τη ζυγαριά του πρακτικού στέρεου νου, πού ξέρει, κι έχει πια δεχτεί σα νόμιμο, πώς ή ζωή είναι γεμάτη αίματα κι απιστίες, μα δεν πρέπει να πολυτρομάζουμε  όπως δεν τρομάζουμε όταν μας διηγούνται ένα παραμύθι γεμάτο δράκους. «Η ζωή είναι ισόβια», θα πεθάνουμε, και τότε θα δούμε πώς ὀλα ήταν αέρας” έτσι όλη ή ζωή δεν είναι κι αυτή παρά ένα παραμύθι. Κι ό Γιάννης ό σοφέρ ζούσε την προαιώνια τούτη λαϊκή κοσμοθεωρία και δεν ένιωσε καθόλου τα γόνατα του να λυγίζουν όταν δρασκελούσε το φοβερό κατώφλι των Ατρειδών.

Μόλις μπήκαμε, αριστερά από τη σκαλισμένη στον τοίχο κρύπτη, όπου κάθουνταν ο αρχαίος θυρωρός, πετάχτηκε ο μοντέρνος φύλακας. “Ένας καλόκαρδος γεροντάκος με το μπαστουνάκι του, με το τσιγαράκι του, με μια λάμψη στα μάτια πού φανέρωνε πώς ήξερε τί θησαυρούς από παραμύθια κι αίματα και κοτρόνια του είχαν εμπιστευτεί να φυλάει.

– Είναι μέσα ό κ. Αθανασόπουλος, τον ρωτά ο σοφέρ με σοβαρότητα.

– Ο κ. Αθανασόπουλος; έκαμε ό φύλακας γουρλώνοντας τα μάτια  δεν τον γνωρίζω.

– Ο Αγαμέμνονας, ντε ! εξήγησε ό σοφέρ σκώντας στα γέλια.

Τα μούτρα του φύλακα κατσούφιασαν δεν του άρεσε καθόλου να κοροϊδεύουν τ’ αφεντικό. Γιατί τότε πήγαινε κι αυτός χαμένος” όλο του το μεγαλείο να φυλάει τρομερά πράματα αφανίζεται.

– Να ξέρεις που μπαίνεις, είπε θυμωμένος, και να σέβεσαι!

– Τον κακομοίρη! στράφηκε ό σοφέρ και μου λέει, τον κακομοίρη, τον έχουν παλαβώσει οι αρχαιολόγοι!

Χιούμορ, κέφι, προπόσες χαρούμενες και θυέστεια δείπνα σαιξπήρειες ομάδες με τα κρανία των ανθρώπων. Κι έτσι πού προχωρούσα με το Γιάννη και κοίταζα την άγρια δρακοφωλιά, εγώ γεμάτος δέος, αυτός γεμάτος κέφι, φαντάστηκα έναν Αισχύλο μοντέρνο, πού παίρνει ακόμα πιο τραγικά τη ζωή και τούς θρύλους και γδύνει χωρίς μεγάλους μονολόγους, με ανήλεο χέρι, τούς παμπάλαιους μπαμπούλες. Βαρέθηκε ό σοφέρ ν’ ανεβεί στο παλάτι και χώθηκε σ’ έναν ίσκιο. “Έβγαλε τα τσιγάρα του, φίλεψε το γερο-φύλακα.

–   Έλα, είπε, μην τα παίρνεις προσωπικά…

Πήρα μόνος μου τον ανηφορικό βασιλικό δρόμο, πού τον είχε στρώσει η Κλυταιμήστρα με πολύτιμα κόκκινα χαλιά, για να πατήσει ό νεοφερμένος άντρας της. «Πάτα, πάτα» του μιλούσε μαυλιστικά, «μη φοβάσαι τούς θεούς ! Τοις  δ‘ όλβίοις γε και τό νικάσθαι πρέπει.»

Ανέβαινα μαζί με το μεγάλον ίσκιο, πάτησα τις στρουφιγμένες από την πυρκαγιά πλάκες του παλατιού, σβάρνισα με τη ματιά τα βουνά τρογύρα, τον κάμπο, ως πέρα την αργίτικη θάλασσα. Προσπαθούσα να δώ τι έβλεπε ο Αγαμέμνονας ανηφορίζοντας στο παλάτι του και τι η γυναίκα του, όταν αγνάντευε με δαγκαμένα χείλια τη θάλασσα πέρα, αν πρόβαλαν τα μισητά καράβια του γυρισμού. Τα ίδια τούτα βουνά θα κοίταζαν, τον ίδιο ηλιοφρυμένο κάμπο, το ίδιο κύμα. Μα σημασία έχει μονάχα το πώς τα έβλεπαν. Με ποιόν πρωτόγονο χοχλασμό.

 Είχε δίκιο ό Γερμανός ζωγράφος, ο Φράντς Μάρκ, όταν ζωγράφιζε ένα τοπίο πού το κοίταζε ένα θεριό, να προσπαθεί ν’ αποδώσει το τοπίο όπως θά τό έβλεπε το θεριό. Κι όχι όπως το έβλεπε το ανθρώπινο μάτι. Και το φαντάζουνταν ένα καταπληχτικό δράμα, πλημμυρισμένο χρώματα, πηχτό, αξεδιάλυτο, χωρίς σύνορα ανάμεσα θεριού και δάσους. Πρέπει ν’ ανεβείς εδώ απάνω στο παλάτι του Αγαμέμνονα κυριεμένος από άγριο πάθος — μίσος, έρωτα, πόλεμο, τρόμο— για να μπορέσεις κάπως να δεις τον αργίτικο κάμπο και τα βουνά και τη θάλασσα όπως τα έβλεπαν οι Ατρείδες. Έτσι πρέπει να δεις και να παραστήσεις και τις τραγωδίες του Αισχύλου. Με τέτοιο μάτι θεριού όλα τ’ άλλα, κλασικές ισορροπίες, ρυθμικοί χοροί, στυλιζαρισμένες από αρχαία αγγεία  χειρονομίες, είναι φιλολογία και μονολογίτικες θυσίες στην απούσαν Άφροδίτην.

– Είδες τί ληστές; μου είπε ό σοφέρ με θαυμασμό όταν κατέβηκα κάτω. Λεβεντιά! Είδες τί ληστές, Νταβέληδες! Σήμερα εμείς μπροστά τους είμαστε λωποδύτες.

 

Διαλογισμοί για την ταυτότητα του Νέου Ελληνισμού


 

Όταν πια τελείωνα το ταξίδι και περίμενα στο σταθμό του Άργους, κάτω από τις μεγάλες λεύκες, το τρένο, ένας νέος με τουριστική στολή απόθεσε το σακίδιό του στο παγκάκι όπου καθόμουν κι έπιασε κουβέντα. Έγραφε τραγούδια υπερρεαλιστικά, είχε γυρίσει την Ευρώπη, μα τώρα πιάστηκε στη φάκα και πήρε το σακίδιό του, το κοντό παντελονάκι του και το ραβδί του και περιεργάζεται την Ελλάδα. Υψηλή παραστρατημένη διάθεση, ευγένεια και ανικανότητα, αγνότητα ψυχική και νοητική διαφθορά. Από λόγο σε λόγο φτάσαμε στο μεγάλο πρόβλημα που αρχίζει και συνειδητά να μας απασχολεί και να μας τρώει: Πώς να δημιουργήσουμε κι εμείς, που να στηρίξουμε κι εμείς ένα δικό μας Νεοελληνικό πολιτισμό; Είχε διαβάσει το Δραγούμη και το Γιαννόπουλο, είχε μελετήσει το βαθύ βιβλίο του Δανιηλίδη, είχε συζητήσει με τους φίλους του, είχε σκεφτεί μόνος του: μα δε βρήκε γαλήνη ο νους του. Αρχαιολατρία, φραγκολατρία. Ανατολή – όλα τα ένιωθε μέσα του, μα δεν αρμονίζουνταν μεταξύ τους και δε δίναν καμιάν ενότητα στη ζωή του.

– Εσείς τι λέτε;

Συχνά έχω δεχτεί κατάστηθα το ερώτημα τούτο μα τόσο ορμητική, πολύπλοκη, ανυπόμονη τινάζουνταν η απάντηση, που παντούσα. Μα σήμερα το τρένο αργούσε να έρθει, ο ίσκιος κάτω από τις λεύκες ήταν χαϊδευτικός και πράος, και το ρώτημα του νέου τόσο αγνό και ανήσυχο, που για χατίρι του προσπάθησα να βάλω κάποια τάξη στην απάντηση και να διατυπώσω όσο μπορούσα πιο στεγνά τη σκέψη μου.

Πρώτα πρώτα, του αποκρίθηκα, πρέπει να πάρουμε σωστή κι αξιοπρεπή στάση απέναντι στους αρχαίους. Οι αρχαίοι δεν είναι πια δικοί μας μονάχα ¨πρόγονοι¨,  είναι όλης της άσπρης φυλής. Δεν πρέπει να γινόμαστε γελοίοι μπροστά τους σα να είμαστε ραγιάδες. Οι πρόγονοι ξέφυγαν πια από την κατοχή μιας ορισμένης γης και ράτσας, τώρα κι αιώνες πήδηξαν από την Ελλάδα στη Δύση, έσμιξαν με καινούριες ράτσες, δημιούργησαν νέο πολιτισμό, αγάπησαν κι αγαπούν όσους τους νιώθουν. Μονάχα γι’ αυτούς είναι βαθιά, πραγματικά πρόγονοι. Μπορούσα μάλιστα να υποστηρίξω και τούτο: Κανένας δεν εννοεί λιγότερο τους προγόνους από τους επίγονους. Μα αυτό θα μας πάει μακριά και δεν έχουμε καιρό.

Ο Δυτικός πολιτισμός πάλι είναι καταπληχτική κατάχτηση του νεότερου ανθρώπου. Είναι σύγχρονός μας, θέμε δε θέμε μας πήραν οι ρόδες του, ταυτίσαμε την τύχη μας με τη δική του. Τρώμε, ντυνόμαστε, κατοικούμε, ενεργούμε, στοχαζόμαστε κάτω από τη φοβερή του επίδραση. Δε γλιτώνουμε. Κανένα έθνος πια δε γλιτώνει. Κι όποιο αποπειραθεί να γλιτώσει, είναι χαμένο, θα το φαν όλα τ’ άλλα έθνη. Ζούμε το βιομηχανικό πολιτισμό της εποχής μας, που καμιά σχέση δεν έχει μήτε με την κλασική εποχή της ομορφιάς μήτε με την ανατολίτικη μεταφυσική επιδημία.

Για ένα Δυτικό έθνος το πρόβλημα του πολιτισμού δεν είναι τόσο δύσκολο και πολύπλοκο όσο για μας. Προσαρμοσμένοι φυσικά στον ντόπιο τους Δυτικό πολιτισμό, μάχουται μονάχα να τον προχωρήσουν και να του δώσουν, όσο μπορούν, δικές του εθνικές απόχρωσες. Μα εμείς βρισκόμαστε ανάμεσα Ανατολής και Δύσης. Προνομιούχα, λεν, είναι η θέση της Ελλάδας, και συνάμα επικίντυνο πολύ γεωγραφικό και ψυχικό σημείο του κόσμου. Μέσα μας υπάρχουν βαθιές δύναμες εχθρικές στο ρυθμό της Δύσης. Έχουμε, για να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε, να συμφιλιώσουμε μέσα μας τρομερούς δαιμόνους. Ποιο είναι λοιπόν το χρέος μας;

Εγώ έτσι μονάχα μπορώ χοντρικά να το διατυπώσω: Η Ανατολή με τις μεγάλες πολλές λαχτάρες της, με την άμεσή της επαφή με τη μυστηριώδη ουσία του κόσμου, θ’ αποτελεί πάντα για τον Έλληνα, το ζεστό, σκοτεινό, πλούσιο Υποσυνείδητο. Αποστολή του είναι πάντα ο ελληνικός νους να το φωτίσει, να το οργανώσει και να το κάμει συνειδητό. Όταν το κατόρθωσε, δημιούργησε αυτό που λέμε ελληνικό θάμα. Η Ανατολή είναι το άμορφο, ο ελληνικός νους ήταν πάντα η δύναμη που ένα αγαπούσε κι επιδίωκε απάνω απ’ όλα, τη μορφή. Να δώσουμε μορφή στον άμορφο, να κάνουμε λόγο την ανατολίτικη κραυγή, αυτό είναι το χρέος μας. Δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε μήτε την Ανατολή μήτε τη Δύση, είναι μέσα μας βαθιά κι οι δυο αντίδρομες δυνάμεις και δεν ξεκολνούν. Είμαστε υποχρεωμένοι ή να φτάσουμε στο λαμπικάρισμα της Ανατολής σε Δύση, να πετύχουμε δηλαδή μια δυσκολότατη σύνθεση, ή να χαροπαλεύουμε δούλοι.

– Δύσκολο έργο, είπε ο νέος.

– Έγινε κάποτε, αποκρίθηκα, και σηκωθήκαμε.

Το τρένο έφτανε, αποχαιρέτησα το νέο γελώντας.

– Νερό κι αλάτι όσα είπαμε, του κάνω. Ξεχάσετέ τα. Μην κατσουφιάζετε, μην πολυσκαλίζετε, αφήσετε τη θεωρία. Κιντινεύετε έτσι, να μελετάτε το πρόβλημα χωρίς να το ζείτε. Μην πάθετε ό,τι λεν για να κοροϊδέψουν τους φιλόμαθους, λεπτολόγους Γερμανούς: Αν δουν δυο πόρτες και στη μια είναι γραμμένο ¨Παράδεισος¨ και στην άλλη ¨Διάλεξη περί Παραδείσου¨, όλοι θα τρέξουν στη δεύτερη πόρτα.

«Ζείτε μέσα σας όλες τις δυνάμεις που σας έδωκε η Ελλάδα, δουλεύετε μέρα και νύχτα, κατορθώστε να κάμετε ένα στίχο γεμάτο ουσία και με τέλεια φόρμα. Έτσι μονάχα θα λύσετε, στην περιοχή σας, το πρόβλημα και θα δημιουργήσετε, στην περιοχή σας, νεοελληνικό πολιτισμό. Αγαπάτε κι εσείς, όπως κι εγώ, το Δραγούμη. Ας θυμηθούμε λοιπόν μια φράση του κι ας την πούμε τώρα που χωρίζουμε: «Μου αρέσει να νιώθω κι εγώ καμιά φορά πως είμαι ένας από τους πολλούς και περαστικούς άρχοντες του Ελληνισμού και πρέπει να περάσει κι από μένα ο Ελληνισμός για να προχωρήσει».

 

Νίκος Καζαντζάκης, «Ταξιδεύοντας», σελ. 319-329, έκτη έκδοση, Εκδόσεις Ελένης Καζαντζάκη, Αθήνα, 1969.

Read Full Post »

 

 

Quinet Edgar – Αργολίδα του 1829

 

Roger Milliex*

 

Η μαρτυρία του Γάλλου περιηγητή Edgar Quinet για την Αργολίδα του 1829.

 

Στις 3 Μαρτίου του 1829, η γαλλική πολεμική φρεγάτα με το αρχαίο όνομα CYBELE που, 22 μέρες πριν σαλπάρισε από την Τουλώνη,  πιάνει τον όρμο του Ναυαρίνο, όπου αποβιβάζονται τα 18 μέλη της Επιστημονικής Αποστολής του Μορέα (EXPEDITION SCIENTIFIQUE DE MOREE ) που, μετά το εκστρατευτικό σώμα του MAISON, η Γαλλική Κυβέρνηση στέλνει για μια πρώτη – πρώτη συστηματική μελέτη της μόλις απελευθερωμένης Πελοποννήσου.

 

Ανάμεσα λοιπόν σ’ αυτούς τους 18 επιστήμονες – γεωγράφους, τοπογράφους, φυσιοδίφες, αρχαιολόγους, φιλολόγους, ως και σχεδιαστές και ζωγράφους – υπάρχει κι ένας 26 χρόνων φιλόλογος, μαθητής μετεκπαιδευτικά στη Χαϊδελβέργη του Ελληνιστή CREUZER, από το BOURGENBRESSE της Γαλλίας EDGAR QUINET που ανήκει στο αρχαιολογικό τμήμα της Αποστολής.

Ξέρουμε τώρα, χάρη στις σχετικές πληροφορίες που μας χάρισε ο JEAN-TUCCO CHALA στην εισαγωγή της μνημειώδους επανέκδοσης του οδοιπορικού του QUINET που επιμελήθηκε σε συνεργασία με τον VILLY-AESCHIMANN. ( Introduction σελ. XXXVIII, XXXIX, XLEdgar Quinet LA GRECE MODERNE ET SES RAPPORTS AVEC L’ ANTIQUITELes Belles Lettres, Paris, 1984), ότι ο νεαρός διανοούμενος – συγγραφέας κιόλας από τα 19 του χρόνια – και θερμός φιλέλληνας στάθηκε και ο επίμονος εισηγητής το 1828 στη Γαλλική Κυβέρνηση του σχεδίου της Επιστημονικής Αποστολής και με την ίδια επιμονή πάλεψε να συμπεριληφθεί ο ίδιος στον κατάλογο της.

 

Επειδή όμως στη διάρκεια του ταξιδιού δεν εκτίμησε και συμπάθησε και πολύ τα άλλα μέλη, αποφάσισε να ανεξαρτητοποιηθεί αμέσως από τους συναδέλφους του και να πραγματοποιήσει μόνος του την αρχαιολογική του αποστολή. Έτσι, στις 12 Μαρτίου, ξεκινάει από τη Μεθώνη και αρχίζει τον περισσότερο καιρό την μοναχική του περιήγηση και διασχίζει διαδοχικά τη Μεσσηνία, Δυτική Αρκαδία, Λακωνία, Ανατολική Αρκαδία, Αργολίδα, Κορινθία και Επιδαυρία. Όλη η διαδρομή στο μεταπολεμικό ρημαγμένο Μοριά θα κρατήσει 39 μέρες, εκ των οποίων 6 στην Αργολίδα, από τη 1 ίσαμε τις 6 Απριλίου.

 

Για τη διαδρομή αυτή, τις μετακινήσεις, τις παρατηρήσεις και σκέψεις του έχουμε, όπως και για άλλες περιοχές, μια διπλή πηγή:

 

Το καθημερινό ημερολόγιο του που είχε μείνει ανέκδοτο ίσαμε το 1984 και που για την Αργολίδα γεμίζει 7 σελίδες, ( LA GRECE MODERNE...σελ. 359-366), στην επανέκδοση που αναφέραμε πιο πάνω. Σ’ αυτά τα τετράδια ο ταξιδιώτης με το μολύβι του συνήθως με συντομία καταγράφει αυθόρμητα και θα’ λεγε κανείς αχόρταγα, εκτός από τα αρχαιολογικά μνημεία και τοπία, τις πιο μικρές λεπτομέρειες της ορογραφίας, της υδρογραφίας – θ’ άξιζε τον κόπο ένας σημερινός γεωγράφος να ελέγξει βήμα προς βήμα αυτές τις παρατηρήσεις του ξένου ταξιδιώτη – της χλωρίδας και της ορνιθολογίας, της γεωργίας και γενικά της σημερινής ανθρώπινης παρουσίας.

 

Το τυπωμένο λογοτεχνικό οδοιπορικό που δημοσιεύτηκε στο Παρίσι τον Οκτώβριο του 1830, δηλαδή περίπου 16 μήνες μετά την επιστροφή του ταξιδιώτη στη Γαλλία, κάτω από τον τίτλο «DE LA GRECE MODERNE DANS SES RAPPORTS AVEC LANTIQUITE». Μια δεύτερη έκδοση θα βγει το 1857 που το κείμενο της αναπαρίσταται στην επανέκδοση του 1984 των BELLES LETTRES. Σ’ αυτό το βιβλίο ο συγγραφέας και αφαιρεί πολλά στοιχεία από την πρώτη ύλη του ημερολογίου και προσθέτει κυρίως σκέψεις και γενικές θεωρήσεις. Στη GRECE MODERNE ( επανέκδοση του 1984) η Αργολίδα πιάνει 28 σελίδεςLA GRECE MODERNE, σελ. 167-195. Έτσι οι δυο πηγές αλληλοσυμπληρώνονται.

 

 

Διαδρομή και μετακινήσεις

 

 

 

 

 

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

Αφού συνάντησε στις 31 Μαρτίου τον Πρόεδρο με τη συνοδεία του (Νικήτα Κολοκοτρώνη, Δημητράκη Κολιόπουλο) «κάτω από μια μουριά» πάνω από τον Αχλαδόκαμπο (γράφει Aglavo- Campo), κατεβαίνει στον κάμπο και μπαίνει στο Άργος όπου μένει για «ανάπαυση»  ολόκληρη την 1η Απριλίου. Χρειαζόντουσαν ανάπαυση εκείνος και ο υπηρέτης του που είχε φέρει από τη Γαλλία γιατί τους είχαν πειράξει οι πυρετοί και είχαν πάθει εξάντληση από τη λιτοδίαιτη διατροφή που τους είχαν προσφέρει ίσαμε τότε οι φιλόξενοι μεν, αλλά εξαθλιωμένοι κάτοικοι του ρημαγμένου Μοριά. Επίσης είναι η πρώτη φορά από τη μέρα που ξεκινήσανε, που χάρη στη φιλοξενία του «astinome» του Άργους, κοιμούνται όχι πια σε καλύβια ή τρύπιο χάνι, αλλά κάτω από πραγματική στέγη και ανασαίνουν. Στις 2 Απριλίου ξεκινά για  εκδρομή στις Μυκήνες κάτω από βροχή. Σημειώνει ο Quinet ότι χρειάζονται τρείς ώρες  δρόμου, οπωσδήποτε με άλογο, για να φτάσει στα υψώματα του «CARVATHI» και στις 3 Απριλίου επισκέπτεται την Τίρυνθα και το Ναύπλιο (NAPOLI). Τις επόμενες δύο μέρες ο πυρετός τον αναγκάζει να μην κινηθεί και να συμβουλευθεί τον ιατρό του Καποδίστρια Διον. Ταγιαπιέρα (D. Tagliapietra). Στις 6 Απριλίου ξενικά επιστημονική έρευνα στο Άργος και την επομένη  φεύγει για Νεμέα – Κόρινθο από το δρόμο των Μυκηνών, κάτω) από βροχή.

 

 

Το φυσικό αργολικό περιβάλλον

 

Σαν άνθρωπος που πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην εξοχή, ο νεαρός μας ταξιδιώτης είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος στις οπτικές και ακουστικές συναλλαγές της φύσης. Καταγράφει με ακρίβεια τις αποχρώσεις του γκρίζου και του καφέ στην Αργολίδα, του μπλε στα μακρινά, με απομεινάρια από χιόνια, των βουνών που μερικές φορές σχεδιάζει στο χαρτί τις μορφές τους. Αν ο Ίναχος είναι ξερός, μόλο που χειμώνας ήταν βροχερός, αναφέρει σαν ευχάριστη έκπληξη «τα ρυάκια με νερό» που συνάντησε. Σημειώνει τα μπουμπουνητά της βροντής όπως και τα γαυγίσματα τον σκύλων. Αν εδώ είναι πιο λιτός στην χλωρίδα παρά σε προηγούμενες διαδρομές και αναφέρει μόνο το φλόμο, τα πουλιά εξακολουθούν και τραβάνε την προσοχή του – κορυδαλλοί, πελαργοί και γερανοί που «φώναζαν στην κορυφή της Λάρισσας», αγριόχηνες. Σαν γράφει το βιβλίο θα θυμηθεί και θα προσθέσει κι άλλα ζώα που θα κάνουν ακόμα πιο άγριο το τοπίο των Μυκηνών: άκουσε εκεί τσακάλια, είδε κουκουβάγιες, δεντρογαλιές. Την γκρίζα Ελλάδα σαν βρέχει και χάνεται το φως, θα την χαρακτηρίσει ως «αξιοθρήνητη» (miserable). Ωστόσο καταγοητεύθηκε ο φυσιολάτρης αρχαιολόγος μας από το σύνολο του Αργολικού τοπίου που στους περιπάτους του σχεδιάζει κάθε φορά από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Σαν γυρίσει στη Γαλλία θα το ξαναδεί με τα μάτια της μνήμης και θα ξανασυνθέσει με λυρισμό το φυσικό αμφιθέατρο, που αποτελεί ο κάμπος ανοιγμένος στον κόλπο προς το άπειρον, και θα συμπεράνει «απ’ όλα τα τοπία της Ελλάδας είναι αυτό που έχει την περισσότερη μεγαλωσύνη και που αναπαριστά καλύτερα το πλατύ σχέδιο των ομηρικών μορφών». Γιατί την αρχαιότητα τη συνδέει στενότατα με το φυσικό περιβάλλον όπως το τοπίο των Μυκηνών με τις τραγωδίες του Αισχύλου.

 

Αρχαιολογική έρευνα

 

Μια από τις αποστολές του αρχαιολογικού τμήματος της Επιστημονικής Εκστρατείας είναι η συλλογή επιγραφών απ’ όλες τις εποχές της ιστορίας της Πελοποννήσου. Μ’ όλο που δεν ήταν καθόλου ειδικός, o Quinet ασχολήθηκε τακτικά, ευσυνείδητα μ’ αυτή την αναζήτηση, κι ακόμα όταν στο Άργος ο πυρετός και η εξάντληση τον ανάγκασαν να συρθεί πάνω σε στέγες εκκλησιών για να αντιγράψει μερικά απ’ αυτά τα γραπτά τεκμήρια του παρελθόντος. Συνολικά μάζεψε 5 επιγραφές στο Ναύπλιο και 12 στο Άργος, τις περισσότερες ελληνικές, μερικές νεολατινικές βενετσιάνικες, και μια νεοελληνική από το 1702 πάνω σε μια εκκλησία.

Απ’ αυτή τη συλλογή 5-6 μόνο ήταν ανέκδοτες. Αλλά, καθώς μας πληροφορεί o Jean Tueco-Chala, ( La Grece Moderne-Quinet epigraphiste σελ. 394), δεν ευθύνεται o νεαρός επιστήμονας για τις άλλες άχρηστες: είχε ζητήσει από το Γαλλικό Υπουργείο Εσωτερικών, που είχε αναλάβει την οργάνωση της Επιστημονικής Εκστρατείας, να του στείλουν για οδηγό της επιγραφικής έρευνας τούτη μεγάλη γερμανική συλλογή CORPUS INSCRIPTIONUM GRAECO-RUM του BOECKH (1828), αλλά οι γαλλικές υπηρεσίες δεν προλάβανε κι έτσι αφέθηκε ο ερευνητής στην ερασιτεχνική του προσπάθεια. Ωστόσο το ανέκδοτο δίστιχο έξι γραμμών για τον Ερμή που αντέγραψε σ’ ένα τοίχο εκκλησίας στο Άργος (αυτόθι σελ. 396) αποτέλεσε τότε σημαντική φιλολογική ανακάλυψη.

 

Περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι παρατηρήσεις και οι συλλογισμοί του προσκυνητή της Αργολίδας. Ελάχιστα τα αρχαία στο Άργος – «το πραγματικό αρχαίο του Άργους είναι ο Ίναχος», αλλά φτάνουν να μας γυρίσουν στην εποχή των Αχαιών. Το θέατρο, που είναι μισοσκαμμένο και που οι κερκίδες είναι ένα πράγμα με τους βράχους του λόφου, σαν «έργο μάλλον της φύσης και όχι των ανθρώπων», εμπνέει στον περιηγητή μια συνθετική θεώρηση και του αρχαίου θεάτρου και της ιστορίας του Άργους. Και το μάτι του χαίρεται πάνω ψηλά στην κορφή του βουνού «τις λεπτές δαντέλες του κάστρου του Άργους». Στις Μυκήνες και στην Τύρινθα, με την ίδια ευσυνειδησία που αντέγραψε τις επιγραφές, μετράει εξαντλητικά τις αποστάσεις και τις πέτρες. Αλλά στο βιβλίο θα κρατήσει μόνο μερικούς αριθμούς από τους πιο εντυπωσιακούς.

 

Οι Μυκήνες που αποκαλύπτουν στον περιηγητή κάτι ίσαμε τώρα εντελούς πρωτόγνωρο, «μια άγνωστη Ελλάδα», απασχολούν ιδιαίτερα τα μάτια και την σκέψη του (στο βιβλίο θα πιάσουν 11 σελίδες από τις 28 της όλης περιγραφής της Αργολίδας).

Όπως σ’ όλη την περιοχή, του κάνει εντύπωση η σφιχτή ένωση του γεωλογικού βράχου και της κτισμένης πέτρας, ο ανταγωνισμός και τελικά η αρμονία ανάμεσα στη φύση και στην αρχιτεκτονική. Ιστορικά οι κυκλώπειες οικοδομές δεν είναι «βάρβαρες», εκδηλώνουν τη ρώμη της ηρωικής εποχής και το πνεύμα του ομηρικού έπους. Ωστόσο στην εκεί αρχιτεκτονική διαβλέπει μια «μεταφύτευση» της Αιγύπτου, της Ανατολής και πιστεύει γενικά ότι η Ελλάδα είναι ο τόπος όπου συναντιούνται Ασία και Ευρώπη και ότι ιδιαίτερα η Αργολίδα ήταν γεωγραφικά καμωμένη για να δεχθεί το πνεύμα της Ανατολής. Πιο λιτός στην Τύρινθα, υπογραμμίζει κυρίως το γιγαντιαίο χαρακτήρα της – εκεί δίνει και στο βιβλίο χαρακτηριστικούς αριθμούς- και αναρωτιέται για τον προορισμό του μυστηριώδους «μεγάλου πολυγώνου», υποθέτοντας ότι επρόκειτο, όχι μόνο για φρούριο – καταφύγιο, αλλά και για τέμενος.

 

Η σύγχρονη Ελληνική παρουσία

 

 

 

 

 

Μαγκανοπήγαδο στην πεδιάδα του Άργους.

Μαγκανοπήγαδο στην πεδιάδα του Άργους.

Ο ουμανιστής και φιλέλληνας ταξιδιώτης μας δεν ήρθε στο Μοριά για να κοιτάξει αποκλειστικά τις σεπτές πέτρες του αρχαίου παρελθόντος. Οι σημειώσεις του ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ μάς δείχνουν την ανεξάντλητη προσοχή του το ανθρώπινο περιβάλλον. Αρχίζοντας από τις γεωργικές δραστηριότητες των κατοίκων, σημειώνει σχολαστικά σχεδόν τις εναλλαγές των δύο κύριων καλλιεργειών: κριθάρι και σιτάρι. Και μέσα στα αρχαία τοπία παρατηρεί την ανθρώπινη παρουσία: όπως τις δύο γυναίκες που αποκοιμηθήκανε στο βάθος των ερειπίων της Τύρινθας και πιο κάτω τους τσοπαναραίους με τις καρδάρες γεμάτες γάλα. Όπως και σε όλο το οδοιπορικό του, υπογραμμίζει και την ποιμενική ζωή – στο θησαυρό του Ατρέα άκουγε συνέχεια κουδουνάκια από κατσίκια- καθώς και το σκληρό μόχθο των Μοραϊτισσών: αυτές οι ξυπόλυτες κοπέλες ζαλωμένες «πράσινο κριθάρι» που τα κοτρόνια του ξερού Ίναχου τους πληγώνουν τα πόδια ή αυτές οι εξουθενωμένες γυναίκες που κουβαλάνε χώμα μέσα στα φουστάνια τους για να γεμίσουν κάποιο έλος και ο μισθός τους το βράδυνα είναι μερικές ελιές, ενώ κάτι νεαροί ξαπλωμένοι πάνω στο γρασίδι, κάτω από λεμονιές, τραγουδάνε, παίζοντας κιθάρα. Δυο-τρία καινούρια στοιχεία χαρακτηρίζουν την Αργολική γεωργική ζωή: τα μαγγανοπήγαδα (pompes a chapelets) που συμπληρώνουν τους λίγους μύλους της Λέρνας κι ένα εξωτικό γομάριο: η καμήλα. Άλλο εντελώς καινούριο στοιχείο, θαλασσινό αυτό: τέσσερα καράβια στην άμμο του Ναυπλίου.

 

 Εκτός από τα έργα των κατοίκων, η θρησκευτική τους ζωή προκαλεί την περιέργεια του ξένου Δυτικού. Σαν τελειώνει την επιστημονική του δουλειά, συχνά μπαίνει στις εκκλησίες, την ώρα που λειτουργούνται και ακούει «προσευχές που λένε τα παιδιά για τους βασιλιάδες της Γαλλίας, Αγγλίας και Ρωσίας». Τακτική η παρουσία του λαού, και του αρέσει μια σχετική ομοιότητα ανάμεσα στις μορφές των σημερινών ναυτικών με τις βυζαντινές φιγούρες.  Δεν του αρέσουν πολύ όμως οι «έρρινοι και γερασμένοι» ορθόδοξοι ύμνοι και «χάος» βλέπει στις ετερόκλητες τελετουργίες. Μόνο τη στιγμή που ο ίσαμε τότε κρυμμένος μέσα στο ιερό  ιερέας τραβάει τις κουρτίνες και ανοίγει ιεροτελεστικά «τας θύρας» ξαναβρίσκει τη «μεγαλοπρέπεια της Ελλάδας και την καλλιτεχνική της έφεση», όπως πρωτοεμφανίστηκε την εποχή του πολυθεϊσμού.

 

Κυρίως, επειδή βρίσκεται πια ο ταξιδιώτης στην καρδιά του αναγεννώμενου Ελληνικού κράτους, εκμεταλλεύεται τις μέρες της ανάπαυσης για να κάνει μια συστηματική έρευνα για τη σημερινή κατάσταση και οργάνωση του τόπου. Έμαθε λ.χ. ότι το θέατρο του Αργούς αναμένει τη συνέλευση των βουλευτών. Ήρθε σ’ επαφή με την Κυβέρνηση (αναφέρει τον ανάπηρο διοικητή Εμμανουήλ Βασιλειάδη) και την 1η Απριλίου, που κάθεται στο Αργός, συγκεντρώνει στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ  αρκετές και ποικίλες πληροφορίες, από επίσημες φαίνεται πηγές, που θα τις συμπληρώσει μερικά στις 6 Απριλίου, πριν αναχωρήσει για την Κορινθία.

 

Πληροφορίες και στατιστικές είναι ανακατεμένες . Τις παρουσιάζουμε εδώ πιο συστηματικά.

 

Πληθυσμός του Άργους: 10.000, έκτων οποίων 6.000 μόνιμοι, οι άλλοι πρόσφυγες.

 

Διοίκηση: Τέσσερις δημογέροντες και στο Ναύπλιο ένας νομάρχης. Υπάρχει ένας έκτακτος κυβερνήτης που έχει στη δικαιοδοσία του το σύνολο: Ναύπλιο, Αργός, Κόρινθο (που έχει και κυβερνήτη), Κρανίδι.

 

Οικονομική ζωή και φόροι: Σε εθνικοποιημένες ιδιοκτησίες πληρώνουν 30% φόρους, οι ατομικές 10%. Στο Αργός υπάρχουν 12.000 στρέμματα εθνικοποιημένων ιδιοκτησιών που 5.000 καλλιεργούνται το 1829 (προϊόντα: κρασί και κριθάρι). Το 1823 τα χωράφια του Ναυπλίου και του Άργους αξίζανε 40 εκατομμύρια άσπρα. Το 1829η πόλη εισέπραξε 64.000 άσπρα από φόρους. Το λιμενικό τελωνείο παίρνει 4% για εξαγωγές από θάλασσα.

 

Στρατός: Παραπάνω από 3.000 άντρες στον τακτικό κι ένας λόχος ιππικού με 150 άντρες. Ο στρατιώτης παίρνει 25 άσπρα το μήνα.

 

Δικαιοσύνη: Υπάρχουν τρεις βαθμοί δικαιοδοσίας ανάλογα με το ποσό του πρόστιμου «ίσαμε 100 άσπρα, δικάζει η αστυνομία, παραπάνω από 100 οι δημογέροντες, ύστερα η κυβέρνηση». Ο «astinomos», που φιλοξένησε τον Quinet, έκανε χρέη ταυτόχρονα ειρηνοδίκη και αστυνόμου, και απαιτούσε απ’ όλους τους ταξιδιώτες, έστω και αγωγιάτες και για μικρές αποστάσεις, «διαβατήρια».

 

Εκκλησία: Επτά εκκλησίες, ένα μοναστήρι, 20 – 25 ιερείς, ένας επίσκοπος στο Ναύπλιο.

 

Εκπαίδευση: Μια αλληλοδιδακτική σχολή με 250 μαθητές και μια σχολή θηλέων. (Ο Quinet είδε «πάνω στο μονοπάτι του Αγαμέμνονα» 300- 400 παιδιά την ώρα που μπαίνανε στο αλληλοδιδακτικό σχολείο.

 

Αν το Ναύπλιο με «τους μικρούς μαύρους δρόμους» και το «Λοιμώδη μαρασμό» του και παρ’ όλα τα Βενετσιάνικα απομεινάρια, μάλλον απώθησε τον Quinet που χάρηκε σαν γλίτωσε από τα έλη του, απεναντίας το σχεδόν ανέπαφο και ζωντανό Άργος τον γέμισε ελπίδα για το μέλλον. Σαν φτάνει στην πόλη, με το φεγγάρι να κάθεται πάνω στις πολεμίστρες του κάστρου, ο ταλαιπωρημένος από την ερειπωμένη Μεσσηνία περιηγητής γοητεύεται αμέσως από το θέαμα που προκαλείτο θαυμασμό και των οδηγούν του. Από την αντίδραση τους πείθεται ότι η πόλη δε διαφέρει πολύ απ’ ό,τι ήταν πριν από τον πόλεμο. «Σκέφτηκα ότι πολύ γρήγορα το ίδιο θα γινόταν σ’ ολόκληρη τη χώρα».  Από την προηγούμενη συμπόνια περνάει τώρα στην αισιοδοξία και την ελπίδα για το μέλλον του τόπου.

 

Έτσι η ολιγοήμερη διαμονή στην Αργολίδα, ειδικά στο Αργός, του φιλέλληνα περιηγητή συνέβαλε στο να πιστέψει στον ανοικοδομητικό δυναμισμό του νεαρού Ελληνικού κράτους. Μια πίστη που σ’ όλη τη ζωή θα την κρατήσει άσβεστη μέσα στην ψυχή του.

 

 

Υποσημείωση

 

 

* Ο Ροζέ Μιλλιέξ γεννήθηκε στις 4 Ιουλίου 1913 στη Μασσαλία. Ξεκίνησε την καριέρα του στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών το 1936 ως καθηγητής και στη συνέχεια ως αναπληρωτής Διευθυντής στο πλευρό του Οκτάβου Μερλιέ. Οι δύο μεγάλοι αυτοί φιλέλληνες δημιούργησαν ένα μορφωτικό ίδρυμα με σημαντικότατη δράση στην εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας στην Ελλάδα, και φιλοξένησαν και στήριξαν τις ελληνικές τέχνες και τα γράμματα με κάθε τρόπο. Χαρακτηριστική είναι η βοήθεια που προσέφεραν στους Έλληνες καλλιτέχνες την εποχή του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου όταν τους φυγάδευσαν με το πλοίο «Ματαρόα» για τη Γαλλία, προσφέροντάς τους ταυτόχρονα υποτροφίες. Ο Ροζέ Μιλλιέξ ήταν μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από το 1982, μέλος της Ακαδημίας της Μασσαλίας από το 1986 και επίτιμο μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.

 

Η δράση του υπήρξε επίσης το ίδιο σημαντική και στην Κύπρο όπου υπηρέτησε για 12 χρόνια μεταξύ άλλων και ως Πολιτιστικός Ακόλουθος της Γαλλικής Πρεσβείας στη Λευκωσία. Πολλά από τα έργα του έχουν γραφεί απευθείας στα ελληνικά ή μεταφραστεί από τον ίδιο, όπως : «Ο Βίκτωρ Ουγκώ, ένας σταθερός φίλος της Ελλάδος» (1953), «Φόρος τιμής στην Ελλάδα 1940-1944» (1980), «Ημερολόγιο πολέμου και κατοχής στην Ελλάδα και άλλες μαρτυρίες» (1982), κ.α.

 

Μαζί με τη σύζυγο του συγγραφέα Τατιάνα Μιλλιέξ ανέπτυξαν σημαντικότατο έργο τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Κύπρο. Ο Ροζέ Μιλλιέξ ήταν αξιωματούχος του Τάγματος της Λεγεώνος της Τιμής, Ιππότης του Ακαδημαϊκού Φοίνικα, Ταξιάρχης του Τάγματος του Φοίνικα της Ελληνικής Δημοκρατίας, ενώ είχε παρασημοφορηθεί και με το Αργυρό Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών.

 

 

Πηγές

 

 

  • Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 27 – 33, τεύχος 11, 1994.
  • Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών.

 

 

 

 

 

Read Full Post »

Αριστομέδοντας ο Αργείος (496 π.χ.)

 

 

Σύγχρονος του Αγελάδα ήταν  και ο γλύπτης Αριστομέδοντας ο Αργείος (496 π.χ.) δεινός κι αυτός τεχνίτης ο οποίος εργαζόταν το χαλκό.

 

Έργα του είναι τα ακόλουθα:

 

Στη μάχη των Φωκέων κατά των Θεσσαλών που έγινε την 70η  Ολυμπιάδα, οι Φωκείς είχαν αρχηγό του ιππικού τους τον Δαϊφάντη, του πεζικού τον Ροίο  Αμβρωσέα ενώ τη μεγαλύτερη θέση ανάμεσα στους άρχοντες κατείχε ο μάντης Τελλίας στον οποίο είχαν αποθέσει την ελπίδα της σωτηρίας τους. Επικράτησαν με σημαντική νίκη και έτσι οι Φωκείς έστειλαν ανάμεσα στα άλλα αφιερώματα προς τον Απόλλωνα των Δελφών και τα αγάλματα των στρατηγών που προαναφέρθηκαν , του μάντη και των ντόπιων ηρώων. Αυτά ήταν έργα του  Αριστομέδοντα.

 

Ο Αριστομέδοντας, γύρω στην 72η ολυμπιάδα δούλεψε μαζί με τον Αμύκλαιο και τον Χιόνη το θέμα της φιλονικίας του  Απόλλωνα και του Ηρακλή για τον τρίποδα. Πολλές απομιμήσεις του έργου αυτού σώζονται τόσο εγχάρακτες σε αγγεία όσο και ανάγλυφες.  Αυτή η οποία διασώζεται στον πίνακα του Ραγκαβή (Δ, 4)  περιέχει μόνο τα δυο κυριότερα πρόσωπα, τον Απόλλωνα και τον Ηρακλή γύρω από τον Δελφικό ομφαλό. Έχει χαραχτεί, επίσης, πάνω σε μια από τις πλευρές της τριγωνικής βάσης του τρίποδα, η οποία διατηρείται στο μουσείο της Δρέσδης. Έχει ρυθμό πιο άνετο από αυτό των Αιγινίτικων μαρμάρων και προφανώς είναι μεταγενέστερη και πιο εξεζητημένη απομίμηση του αρχαϊκού πρωτοτύπου.

 

 

Γλαύκος και  Διονύσιος

 

 

Λίγο πιο μετά από τον Αριστομέδοντα άκμασαν στο Άργος ο Γλαύκος και ο Διονύσιος, αριστοτέχνες του χαλκού. Είναι γνωστοί για ένα αφιέρωμα περιεκτικότατο, το οποίο ο Μίκυθος  από το Ρήγιο, ο οποίος επιτρόπευε τα παιδιά του τυράννου Αναξίλα κι  έπειτα έφυγε στην Τεγέα, αφιέρωσε στην Ολυμπία το 467 ή ,σύμφωνα με άλλους, το 460 εκπληρώνοντας ιερή υπόσχεση για τη σωτηρία του γιου του ο οποίος ήταν φθισικός.

 

Του Γλαύκου έργα ήταν και τα μεγαλύτερα αγάλματα της Αμφιτρίτης, του Ποσειδώνα και της Εστίας, ενώ ο Διόνυσος είχε κατασκευάσει τα μικρότερα, της Κόρης, δηλ. της Αφροδίτης, του Γανυμήδη και της Άρτεμης, του Όμηρου, του Ησίοδου,  του Ασκληπιού και της Υγείας, έπειτα της προσωποποίησης του αγώνα που κρατούσε αλτήρες  και, τέλος, το άγαλμα του Διόνυσου, του Ορφέα και ενός αγένειου Δία. (Παυσ. 5,26,3 και Ηρδ. 7,170).

 

Σώθηκε μάλιστα κι ένα τμήμα της βάσης του  αναθήματος  με αφιερωματική επιγραφή. (arch. zeit. 1879 σελ.  150). Από τα έργα αυτά του Διονύσιου γνωρίζουμε μόνο τη βάση του αναθήματος. Ο Διονύσιος, εκτός από τα  έργα στα οποία έχουμε αναφερθεί κατασκεύασε και άλλα μικρότερα αναθήματα και, επιπλέον, τον Ηρακλή ο οποίος σκοτώνει το λιοντάρι της Νεμέας και τη Λερναία Ύδρα και το σκυλί- φρουρό του Άδη και τον Ερυμάνθιο κάπρο· επίσης κι ένα άλογο με ηνίοχο, αφιερώματα του Φόρμη στην Ολυμπία.

 

Αυτός, αφού πέρασε στη Σικελία στο Γέλωνα και ύστερα στον αδελφό του τον Ιέρωνα κι αναδείχθηκε μετά από τις εκστρατείες, έκανε τόση προκοπή , ώστε εκτός των άλλων αφιερωμάτων στους Δελφούς, αφιέρωσε και στην Ολυμπία ομοίωμα του αλόγου που αναφέραμε. Αυτός στο μέγεθος και στην ομορφιά ήταν πολύ πιο ευτελής, γιατί και η ουρά του είχε κοπεί. Αλλά, σύμφωνα με την παράδοση των Ηλείων, τρέλαινε τα άλογα·  όλα τα αρσενικά χιμούσαν σ΄  αυτό σπάζοντας τα δεσμά τους ή φεύγοντας απ΄  τα χέρια των  αναβατών τους και το καβαλίκευαν από πίσω με μεγαλύτερη μανία απ΄ όση θα έδειχναν για την πιο όμορφη φοράδα.  Κι αν δεν τα τραβούσε από εκεί μαστίγιο ή ανάγκη ισχυρή,  δε σταματούσαν το χλιμίντρισμα και το πήδημα. Δεν είναι απίθανο να είναι και αυτό έργο του ίδιου του  Διονύσιου όπως και το ομοίωμα του Φόρμη που αντιστέκεται σε εχθρικό άνδρα και πολεμά πάλι εναντίον άλλου και εναντίον τρίτου. (Παυσ. 5,26, 3. 27,2 ). 

 

 

Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών », σελ. 257 – 258.  Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδόσεις  «Εκ Προοιμίου», Άργος, 2008. 

 Απόδοση στην Νεοελληνική: Γιώργος Τασσιάς 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »