Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολίδα’

Η συμβολή του Γρηγορίου Παλαιολόγου Διευθυντού του Αγροκηπίου Τίρυνθος στην οικονομική ανάπτυξη του Άργους*. Χρήστος Π. Μπαλόγλου, Διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών Πανεπιστημίου Φρανκφούρτης. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Δράττομαι της ευκαιρίας να ασχοληθώ με μία επιφανή προσωπικότητα του ελληνικού κράτους από της ιδρύσεώς του, τον Γρηγόριο Παλαιολόγο, ο οποίος άφησε ανεξίτηλη την παρουσία του στην ευρύτερη περιοχή του Άργους. Ο Γρηγόριος Παλαιολόγος αποτελεί μία από τις πλέον εξέχουσες προσωπικότητες της Καποδιστριακής περιόδου και των πρώτων ετών της βασιλείας του Όθωνος. Γεωπόνος, γεωργοοικονομολόγος, οικονομολόγος, αλλά και λογοτέχνης, εκδότης περιοδικού, συνέβαλε από τη θέση του και με τις δυνάμεις του στην προαγωγή της γεωργικής οικονομίας της χώρας.

Η πρώτη ενότητα παρουσιάζει τα βιογραφικά στοιχεία του Παλαιολόγου που σχετίζονται με τις σπουδές του στην Ευρώπη και το έργο του έως την άφιξή του στην Ελλάδα. Η παρουσία και συμβολή του Παλαιολόγου αποτιμώνται μέσα στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής του Καποδίστρια (Ενότητα 2). Δεν είναι μικρότερης σημασίας και η παρουσία του Κωνσταντινουπολίτη λογίου κατά την περίοδο διακυβερνήσεως της χώρας από την Αντιβασιλεία και τον Όθωνα (Ενότητα 3). Η τετάρτη ενότητα παρουσιάζει, για λόγους πληρότητος, τον λογοτέχνη Παλαιολόγο. Τα Συμπεράσματα ανακεφαλαιώνουν τα πορίσματα της ερεύνης.

  1. Βιογραφικά στοιχεία [1]

Γεννημένος στα τέλη του 18ου αιώνα – πιθανόν το 1794 – στην Κωνσταντινούπολη, μεγάλωσε στη Βλαχία, αφού ο πατέρας του διετέλεσε επιτετραμμένος του ηγεμόνα της Βλαχίας στην Οθωμανική Πύλη, σπούδασε στην Πατριαρχική Ακαδημία και στη συνέχεια με δαπάνες της «Φιλελληνικής Εταιρείας των Παρισίων» παρακολούθησε θεωρητικά και πρακτικά μαθήματα Γεωπονικής στην Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία και Ελβετία. Τις χώρες αυτές φαίνεται ότι τις γνώρισε πραγματικά, όπως μαρτυρείται από το έργον του Πολυπαθής. Το γεγονός ότι οι νέοι της εποχής του Παλαιολόγου ακολουθούσαν συνήθως σπουδές Ιατρικής και Νομικής, ενώ αυτός ακολούθησε σπουδές Γεωπονικής, αποδεικνύουν μία διαφορετική, ξεχωριστή προσωπικότητα. Στην Αγγλία μεταβαίνει για να εξασφαλίσει τη μεσολάβηση της αγγλικής κυβερνήσεως για να του αποδοθούν κάποια κτήματά του στη Βλαχία, γεγονός που θα του έδινε την οικονομική δυνατότητα να τελειοποιήσει τις γνώσεις του στην αγγλική γλώσσα και να παρακολουθήσει μαθήματα «πολιτικής» [2]. Οι προσπάθειες του αυτές δεν τελεσφόρησαν, προσπάθησε να διδάξει έναντι αμοιβής την ελληνική στο Cambridge, χωρίς όμως σημαντικά αποτελέσματα, και τελικά μετέφρασε στην αγγλική το θεατρικό έργο του Ν.Σ. Πίκκολου [3], Ο θάνατος του Δημοσθένους, έργο που έχει ως σκοπό να ευαισθητοποιήσει τη συνείδηση των Άγγλων ουμανιστών απέναντι στην ελληνική υπόθεση [4] 

Το 1827 δηλώνει στον πρόλογο του βιβλίου του Esquisses de moeures turques de XIXe siecle, τυπωμένου στο Παρίσι, ότι έχει περατώσει τις σπουδές του και ετοιμάζεται να αναχωρήσει. Όμως, η αναχώρησή του δεν πραγματοποιήθηκε, επειδή τα δύο επόμενα έτη τον συναντούμε ακόμα στη Γαλλία ως υπότροφο της «Societe Philanthropique en faveur des Grecs» στο Παρίσι και είναι ένας από τους σπουδαστές για τον οποίο γίνονται θερμές συστάσεις προς τον Καποδίστρια, ο οποίος είχε ενδιαφερθεί για νέους που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην ανασυγκρότηση της Ελλάδος [5].

Το 1828 εκδίδει με δαπάνες της «Φιλελληνικής Εταιρείας» το έργον του με τίτλο Ερμηνεία της καλλιεργείας του γεωμήλου (Paris: F. Didot). Ο ίδιος ο Παλαιολόγος ομολογεί ότι όσα γράφει για το φυτό, αποτελούν γνώσεις που τις απέκτησε από την μελέτη των καλυτέρων συγγραφέων για το ίδιο θέμα, η διετής διατριβή του σε ένα από τα πλέον γνωστά Γεωργικά Καταστήματα της Ευρώπης, του Ροβελίου, καθώς και το γεγονός ότι γνώρισε την καλλιέργεια του γεωμήλου στην Αγγλία και Γερμανία.

Τον επόμενο χρόνο, το 1829, ολοκληρώνει τις γεωπονικές του σπουδές και επιστρέφει στην Ελλάδα, έτοιμος να προσφέρει στην ανασύνταξη του νεοτεύκτου ελληνικού κράτους [6]. Η οποιαδήποτε συνεισφορά του ως Διευθυντού του Αγροκηπίου της Τίρυνθος πρέπει να αποτιμηθεί μέσα στα πλαίσια της γεωργικής πολιτικής του Καποδίστρια.

  1. Πτυχές της γεωργικής πολιτικής του Καποδίστρια

Το έργο της αναδημιουργίας του Καποδίστρια αρχίζει με ανεπαρκέστατα και πενιχρότατα εφόδια, αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι ο σχετικά ευκατάστατος θεωρούμενος χωρικός διέθετε ένα ησιόδειο άροτρο, ένα ζεύγος βοδιών για την καλλιέργεια της γης και μερικούς όνους για την μεταφορά των προϊόντων από τους αγρούς [7]. Οι περισσότεροι ήσαν αναγκασμένοι να καλλιεργούν τη γη με τη σκαπάνη και την τσάπα. Η καλλιέργεια της σικάλεως και της βρώμης ήταν άγνωστη και μόνη διαδεδομένη καλλιέργεια ήταν της κριθής και του σίτου. Τα γνωστά εισοδήματα της Ελλάδος, η σταφίδα και οι ελιές, είχαν σημαντικά μειωθεί. Σ’ αυτό συνετέλεσαν ανεπιφύλακτα οι δηώσεις και οι καταστροφές που συνετελέσθησαν από την εισβολή και παραμονή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο [8].

Έκδηλο είναι το ενδιαφέρον και η αγάπη του Καποδίστρια για την ανάπτυξη της γεωργίας. Έχοντας ο ίδιος παρακολουθήσει κατά το χρόνο των σπουδών του στην Πάδοβα μαθήματα Πειραματικής Γεωργίας του Καθηγητή Pietro Arduino (728-1805), ο οποίος διηύθυνε το πρότυπο πειραματικό φυτοκομείο [9] και έχοντας επισκεφθεί τα σύγχρονα για την εποχή τους Αγροκήπια και Γεωργικά Καταστήματα στην Ελβετία και Γερμανία [10], θα διατρανώσει ότι οι γεωργοί  είναι η μόνη παραγωγική τάξη, που αξίζει τη συμπάθεια και την υποστήριξη της Κυβερνήσεως. Αντίστοιχη άποψη εκφράζει και ο συγγραφέας της Ελληνικής Νομαρχίας [11], ο οποίος τους χαρακτηρίζει ως «η σεβασμιωτέρα τάξις μιας πολιτείας, ο σταθερώτερος πόρος της πολιτικής ευτυχίας…». «Μόνους τους χωρικούς και τους βιομηχάνους (sc. βιοτέχνες)», γράφει ο Τρικούπης, «εθεώρει αξίους της αγάπης και προστασίας του, και έλεγεν αναφανδόν, ότι προς το συμφέρον μόνων αυτών απέβλεπεν η κυβέρνησίς του» [12]. Τους γεωργούς θεωρούσε ως τους πλέον πιστούς συμμάχους για να πλήξει τη δύναμη των κοτζαμπάσηδων. Τη συστηματική καλλιέργεια της γης θεωρούσε ως την πλέον απαραίτητη προϋπόθεση για την μελλοντική ευδαιμονία του ελληνικού λαού [13].

Ο Καποδίστριας, συνεπικουρούμενος από τις τοπικές αρχές, προσκαλεί τους γεωργούς να επιστρέψουν πίσω στις κατεστραμμένες πατρίδες τους, και με το αίσθημα της ασφαλείας να επιδοθούν στα ειρηνικά τους έργα [14]. Αρωγός στην προσπάθειά του αυτή είναι οι ενισχύσεις είτε σε χρήμα είτε σε είδος των κυβερνήσεων των Μ. Δυνάμεων και των φιλελληνικών εταιρειών [15]. Πράγματι, ο Κυβερνήτης διανέμει στους γεωργούς βόδια, σπόρους και εργαλεία, προπάντων άροτρα [16].

Ο Καποδίστριας διαβλέπει την οικονομική σημασία και αξία της τεχνικής εκπαιδεύσεως, ιδιαίτερα στον πρωτογενή τομέα. Με την εκπαίδευση και τεχνική κατάρτιση των γεωργών θα προαχθεί η γεωργία και κατ’ επέκταση η εθνική οικονομία [17]. Στα πλαίσια αυτά εντάσσεται η εισαγωγή της καλλιέργειας των γεωμήλων με τη βοήθεια του Ιρλανδού γεωπόνου Stevenson, η εισαγωγή νέων τεχνικών μέσων για την άροση των αγρών, η ίδρυση της πρώτης Γεωργικής Σχολής στην Τίρυνθα και προτύπου αγροκηπίου [18]. Η τοποθέτηση του Παλαιολόγου στη διεύθυνση της Σχολής υπήρξε καθοριστική για την προαγωγή της γεωργίας. 

  1. Η επιλογή και τοποθέτηση του Παλαιολόγου ως Διευθυντού του Αγροκηπίου Τίρυνθος

 

Στα τέλη του 1828 υπογράφει ο Καποδίστριας το διορισμό του Παλαιολόγου ως Διευθυντού του Αγροκηπίου. Ο Παλαιολόγος αναπτύσσει μεγάλη δραστηριότητα και μεταβάλλει το σχολείο σε υποδειγματικό αγροκήπιο. Η φιλοδοξία του Παλαιολόγου, καθώς και του Καποδίστρια ήταν να μυήσουν τον ελληνικό λαό στις σύγχρονες εξελίξεις της γεωργίας. Το ιδανικό των δύο ανδρών ήταν να ανυψωθεί όσον το δυνατόν συντομότερα ο ελληνικός λαός στο επίπεδο των λαών της Δύσεως [19]. Ο Καποδίστριας αισθανόταν μεγάλη χαρά και ικανοποίηση, όταν με δαπάνες του φιλέλληνα Eynard και με διευθυντή τον Παλαιολόγο κατόρθωσε να ανοικοδομήσει στην Τίρυνθα την πρώτη Γεωργική Σχολή [20]. Στόχος της Σχολής ήταν να δείξει στους κατοίκους την ωφέλεια της γεωργίας και των τελειοποιουμένων εργαλείων, να φέρει νέα ζώα στο κράτος, να πολλαπλασιάσει τα δένδρα, να βελτιώσει την αμπελουργία, οινοποιία, ελαιοποιΐα, μεταξουργία κτλ. Επίσης αποσκοπούσε στην μόρφωση και διαπαιδαγώγηση των γεωργών με τις συγχρόνους μεθόδους τεχνικής και παράλληλα την ύπαρξη της δυνατότητος να μεταδώσουν στους υπολοίπους Έλληνες τις γνώσεις και δεξιότητες που είχαν αποκτήσει από τη φοίτησή τους στη Σχολή.

 

Άποψη των τειχών της αρχαίας Τίρυνθας. Στο πρώτο επίπεδο απεικονίζεται η Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας (σήμερα Αγροτικές Φυλακές), την οποία ίδρυσε ο Ιωάννης Καποδίστριας. Στο βάθος διακρίνονται το Ναύπλιο και το Μπούρτζι.

 

Παρόλο που το φθινόπωρο του 1829 θεωρείται οριστική η ίδρυση του Αγροκηπίου, εν τούτοις τον Φεβρουάριο του 1830 δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί η πλήρης εγκατάστασή του. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από την επιστολή του Καποδίστρια της 20ης Φεβρουαρίου 1830 προς τον Eynard, στην οποία του επισημαίνει: «Κατασκευάζεται η σύσταση ενός προτύπου γεωργικού αγροκηπίου, για το οποίο χρησιμοποιήθηκε αξιόλογη γη μεταξύ Ναυπλίου και Άργους. Τα άροτρα τα οποία έχουν έλθει από τη Γαλλία, χρησιμοποιήθησαν αρκετά. Μας απομένει να κατασκευάσουμε το οίκημα, τις αποθήκες, τα ζωοστάσια, τα εργαστήρια και να αγοράσουμε βοοειδή. Εάν ολοκληρωθεί το έργο αυτό, θα βοηθήσει σε μέγιστο βαθμό τη βελτίωση της γεωργίας του τόπου. Για τη διαδικασία αυτή μεγάλη ήταν η συμβολή του Κυρίου Παλαιολόγου γι’ αυτό και τον ευχαριστούμε πολύ».

 Ο Παλαιολόγος είναι εκείνος που θα προκρίνει τον τόπο εγκαταστάσεως του Αγροκηπίου. Η τοποθεσία που επιλέχθηκε για την εγκατάσταση του Καταστήματος και του Αγροκηπίου ήταν μεταξύ ΆργουςΝαυπλίου, πάνω στον μεγάλο δρόμο. Ο δρόμος είχε προοπτικές να γίνει βαθμιαία εφάμιλλος των ευρωπαϊκών, έτσι ώστε να διευκολύνει τη διέλευση των αμαξιών, καθώς και την επικοινωνία μεταξύ των δύο πόλεων. Στη θέση αυτή και ειδικότερα προς την πλευρά της θαλάσσης υπήρχαν αρκετοί βάλτοι, οι οποίοι είχαν αποξηρανθεί και θα μπορούσαν να αποκατασταθούν σε πολλά και γόνιμα χωράφια. Ποτάμια και πηγάδια δεν υπήρχαν κοντά στην περιοχή, επειδή όμως ο τόπος ήταν χαμηλός, το νερό θα μπορούσε να βρεθεί και να εξαντληθεί εύκολα. Οι πέτρες των ερειπίων της Τίρυνθος θα χρησίμευαν για την κατασκευή των αναγκαίων οικοδομών. Οι οικοδομές αυτές θα αποτελούνταν από το κτήριο, στο οποίο θα στεγάζεται ο διευθυντής, οι επιστάτες και οι υπηρέτες γεωργοί, από ένα αγελαδοστάσιο, ένα προβοτοστάσιο, τους στάβλους των βοδιών και αλόγων, από μία σιταποθήκη, έναν αχυρώνα, το τμήμα παραγωγής οίνου, μετάξης και τυριού. Επίσης, θα αποτελείται από το σχολείο και το Ορφανοτροφείο, όπου θα κατοικούν και θα διδάσκονται τη γεωργία είκοσι περίπου άποροι νέοι. Κοντά στο κατάστημα θα προσδιορισθεί μέρος της γης, το οποίο θα ετοιμάζεται για να δεχθεί σπόρους και φυτά διαφόρων δένδρων.

Ένας δεύτερος σκοπός του Καταστήματος είναι η διδασκαλία της χρήσεως των διαφόρων τελειοποιημένων εργαλείων και ειδικότερα αρότρων, τα οποία απέστειλαν οι Φιλέλληνες της Γαλλίας. Ο Παλαιολόγος υπήρξε ο πρώτος εισηγητής εισαγωγής προηγμένης τεχνολογίας στην Ελλάδα, η οποία θα βελτιώσει την παραγωγή, αλλά και την ποιότητα των παραγομένων προϊόντων, που θα συντελέσουν στη διατροφή του χειμαζομένου από την πείνα λαού [21].

  1. Οι απόψεις του Παλαιολόγου περί Γεωργίας

Ενωτισμένος ο Παλαιολόγος από την προτροπή και θέση του Ξενοφώντος στον Οικονομικό, ότι η γεωργία είναι η «μήτηρ πασών των τεχνών» [22], υποστηρίζει ότι η γεωργία είναι η πρώτη τέχνη που εφεύρε ο άνθρωπος. Ακολουθώντας το σχήμα των σταδίων εξελίξεως του ανθρωπίνου βίου από τον πρωτόγονο τρόπο διαβιώσεως, όπου αυτόδοτα έδιδε τα αγαθά η φύση έως την εμφάνιση του πολιτισμένου βίου [23], θα διακηρύξει τη συμβολή της γεωργίας, μέσω της οποίας ο άνθρωπος μετέβη από τον άγριο στον πολιτισμένο βίο [24]. Η γεωργία ως πηγή της βιομηχανίας και του εμπορίου είναι η βάση της δυνάμεως και της ανεξαρτησίας των εθνών. Η πολύτιμη αυτή τέχνη, η οποία ήταν πολύ παραμελημένη στην Ελλάδα έχει ανάγκη μεταρρυθμίσεως και βελτιώσεως [25].

 

Γεωργικά εργαλεία. Δημοσιεύεται στο: Γρ. Παλιολόγου, «Γεωργική και οικιακή οικονομία», τομ. Ά, σελ. 76, Ναύπλιο, 1833.

 

Καίρια και χωρίς μικρότερη σημασία είναι η συνεισφορά του Παλαιολόγου στο διαφωτισμό του λαού για αγροτικά θέματα και ειδικότερα στον τρόπο καλλιεργείας και επεξεργασίας διαφόρων προϊόντων. Για το σκοπό αυτό συνέγραψε μία σειρά άρθρων στην Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος (ΓΕΕ) [26] υπό τον γενικό τίτλο «Γεωργία» και με υπότιτλο το ερευνώμενο θέμα. Άξιον προσοχής είναι το άρθρο του με τον τίτλο «Γεωργία», το οποίο δημοσιεύθηκε στη Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος [27] και αυτοτελώς [28] και επέχει θέση πλήρους γεωργικού προγράμματος της Ελλάδος. Παράλληλα, προτίθετο και ο ίδιος να διδάξει τη γεωργία σε δημόσια απλά μαθήματα, πράγμα του όπως φαίνεται δεν πραγματοποιήθηκε [29].

  1. Η απομάκρυνση του Παλαιολόγου από το Αγροκήπιο

 Από τον Μάρτιο του 1831 η διοίκηση του Αγροκηπίου ανατέθηκε σε Επιτροπή υπό τις διαταγές της οποίας βρισκόταν ο Παλαιολόγος. Η απομάκρυνσή του οφείλεται στις κατηγορίες ορισμένων ατόμων για υπερβολικές δαπάνες [30]. Και ο μετά τον Τρικούπη Γραμματέας της Επικρατείας Νικόλαος Σπηλιάδης κατηγορεί τον Παλαιολόγο ότι ο Κυβερνήτης περίμενε πολλά απ’ αυτόν, αλλά δεν είδε τίποτε και τον απέλυσε, όταν έμαθε ότι – ενώ είχε έλθει πάμπτωχος στην Ελλάδα- είχε αρχίσει να πλουτίζει δανείζοντας στους χωρικούς με υψηλό τόκο [31]. Ο Γάλλος περιηγητής Michaud, επιφυλακτικός στις κρίσεις του, μάλλον αποδοκιμάζει την πορεία των εργασιών στο Γεωργικό Σχολείο, οι οποίες αποβλέπουν στη μίμηση ξένων προτύπων ιδρυμάτων, κυρίως γαλλικών, μη λαμβάνοντας υπόψη τη διαφορά κλίματος κατά την καλλιέργεια των διαφόρων προϊόντων ούτε και τις συνήθειες των λαών [32].

 

Τίρυνθα, Αγροτικές φυλακές, από καρτ ποστάλ εποχής.

 

Έως τα τέλη του 1831 ο Παλαιολόγος συνεχίζει να υπηρετεί και να αγωνίζεται για τη γεωργική εκπαίδευση του λαού. Αψευδής μάρτυς η συνεχής αρθρογραφία του στην εφημερίδα Αθηνά [33]. Η δολοφονία του Καποδίστρια (27 Σεπτεμβρίου 1831) δε σημαίνει την οριστική απομάκρυνσή του από το Αγροκήπιο. Το αντίθετο, μάλιστα. Η Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος [34], η οποία είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια διόρισε τον Παλαιολόγο στη θέση του διευθυντού του Αγροκηπίου στις 21 Απριλίου 1832. Τη θέση αυτή διατήρησε έως τα τέλη Αυγούστου 1832, οπότε αποχώρησε οριστικά και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου συντηρούσε ιδιωτικό κήπο. Τούτο φαίνεται από τα ίδια του τα λόγια: «Στα τέλη του Αυγούστου του 1832, φύτεψα τρεις οκάδες πατάτες στο περιβόλι της Αθήνας».

  1. Η συγγραφική δραστηριότητα του Παλαιολόγου

 Η προσπάθεια του Παλαιολόγου για την πνευματική και πολιτιστική προαγωγή των γεωργών συνεχίζεται και μετά την οριστική του απομάκρυνση από το Αγροκήπιο. Το 1833 εκδίδει στο Ναύπλιο την περιοδική εφημερίδα Τριπτόλεμος. Το έντυπο κυκλοφορείται κάθε Τετάρτη και Σάββατο. Ο τίτλος είναι δηλωτικός του περιεχομένου του εντύπου. Ο Παλαιολόγος το αφιερώνει στον Τριπτόλεμο, τον αρχαίο θεό, προστάτη της γεωργίας. Ο κυριότερος σκοπός της εκδόσεώς του είναι η βελτίωση της γεωργίας, των τεχνών και του εμπορίου.

Το περιοδικό κυκλοφορήθηκε σε 39 τεύχη. Τόσο πολλή ήταν τότε η κομματική εμπάθεια, ώστε να κατασχεθεί το υπ’ αριθμ. 25 φύλλο του περιοδικού από την εισαγγελική αρχή και δεν κατέστη δυνατόν να συνεχίσει να εκδίδεται. Η καταπολέμηση κάθε προσπάθειας του Παλαιολόγου υπέρ της γεωργίας και κτηνοτροφίας της χώρας, η απομάκρυνσή του από το Αγροκήπιο σε συνδυασμό με την αχρήστευση της Σχολής της Τίρυνθος από τον εμφύλιο του 1832 χαρακτηρίζουν την εποχή αυτή. Η αυθαιρεσία της πολιτείας και η αδιαφορία της κοινωνίας οδήγησαν τον Παλαιολόγο στη διακοπή λειτουργίας του περιοδικού [35].

Από το α’ έως το ζ’ φύλλο δημοσίευε περίληψη των περιεχομένων των εφημερίδων του Ναυπλίου Αθηνά, Χρόνος και Ήλιος. Στα φύλλα 1 και 3 δημοσιεύεται μελέτη με τον τίτλο «Βιομηχανία» και σε υποσημείωση αναφέρεται, ότι η βιομηχανία είναι όρος γενικός και περιλαμβάνει τις τέχνες, τη γεωργία και το εμπόριο. Στο φύλλο 2 δημοσιεύει μελέτη με τον τίτλο «Γεωργία», η οποία είναι συνέχεια της προηγούμενης μελέτης που δημοσίευσε στο φύλλο 1. Στα υπ’ αριθμ. 4 και 5 φύλλα δημοσιεύεται μελέτη με τον τίτλο «Τι πρέπει να γίνη απο τις Αρχες δια την πρόοδον της γεωργίας». Το φύλλο 6 αναφέρεται στο θέμα της κτηνοτροφίας. Στο φ. 7 δημοσιεύονται «Οδηγίες» για τη σύναξη οψίμων καρπών. Αξία προσοχής είναι η υποδεικνυομένη δοκιμή ξηρού αραβοσίτου για τη λήψη της δεκάτης. Στα υπ’ αριθμ. 5,7 και 10 φύλλα δημοσιεύεται επιστολή που αφορά τις ενοικιάσεις γεωργικών προϊόντων και τους δεκατισμούς τους. Στο φ. 8 δημοσιεύεται άρθρο σχετικό με τον αραβόσιτο. Στο υπ’ αριθμ. 9 φύλλο δημοσιεύεται εγκύκλιος της 12ης Ιουλίου 1833, η οποία απευθύνεται στους Εφόρους και αναφέρεται στις εισπράξεις της αμπέλου και των σταφίδων. Στο φ. 10 δημοσιεύεται άρθρο σχετικό με τη διατήρηση του σίτου και στο φ. 11 άρθρο σχετικό με την οινοποιία. Στα φ. 17,19,20, 26 και 27 γίνεται λόγος για το γάλα και την τυροποιΐα και μεταφέρει τα σχετικά κεφάλαιο του έργου του Γεωργική και Οικιακή Οικονομία. Στο φ. 24 (14-10-1833) δημοσιεύεται άρθρο με θέμα το δασμό της λιανοσταφίδος. Στο φ. 27 γίνεται λόγος για το θεό Τριπτόλεμο, στο φ. 29 αναφέρεται στις δενδροφυτείες και στο φ. 31 για τα φιστίκια. Παράλληλα, δίδει οδηγίες για το πώς διατηρούνται και πως πρέπει να χρησιμοποιούνται τα πούπουλα και τα φτερά των πτηνών. Στα φ. 34 και 37 γίνεται λόγος για την αμπελουργία.

Συναφές με το αντικείμενο του Τριπτολέμου είναι και το δίτομο έργο του Γεωργική και Οικιακή Οικονομία [36]. Το έργο αυτό παρέχει πλούσιο υλικό για την κατάσταση της γεωργίας την εποχή αυτή. Έκδηλη είναι στο έργο αυτό η εγκυκλοπαιδική του μόρφωση και επιστημονική του κατάρτιση, ο πατριωτισμός και ο πόθος του για τη γεωργική πρόοδο του Νέου Ελληνισμού.        

  1. Η συμβολή του στην εμπέδωση βιομηχανικής συνειδήσεως

Κατ’ εντολήν της Αντιβασιλείας που αναλαμβάνει τη διοίκηση του Κράτους με την έλευση του Όθωνος τον Ιανουάριο του 1833 (30 Ιανουαρίου 1833) συντάσσει έκθεση με τον τίτλο «Γεωργία και Βιομηχανία», την οποία δημοσιεύει στην εφημερίδα Αθηνά [37]. Η εμπορική δραστηριότητα της χώρας είναι περιορισμένη, επειδή η βιομηχανία είναι σχεδόν νεκρή και η γεωργία σε νηπιακό στάδιο. Η χώρα δεν αγοράζει μόνον προϊόντα, τα οποία δε παράγει, αλλά και άλλα ομοειδή με τα εγχώρια και, το χειρότερο απ’ όλα, το συνάλλαγμα για την πληρωμή τους προέρχεται από δάνεια του εξωτερικού και όχι από εξαγωγές προϊόντων. Για τη βελτίωση της καταστάσεως προτείνεται σε πρώτη φάση σε πρώτη φάση η ίδρυση τριών ή περισσοτέρων προτύπων κτημάτων διδασκαλίας της επιστημονικής καλλιέργειας της γης και εθνικού χειροτεχνείου για την παρασκευή εργαλείων. Αξιοσημείωτο είναι ότι προτείνεται ως κίνητρο σε όποιον μαθητευόμενο εφαρμόσει διδάγματα που θα αντλήσει από το εκπαιδευτικό αυτό κέντρο, την πληρωμή μόνο του ημίσεος της δεκάτης. Τοιουτοτρόπως, η παιδεία θα βελτιωθεί και οι τέχνες θα προοδεύσουν. Επιτροπή για τη φροντίδα γεωργίας-βιομηχανίας θα συντονίσει τις απαραίτητες ενέργειες για την οικονομική πρόοδο του τόπου. Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι η βιομηχανία μέλλει να υπάρξει μόνον ως κλάδος επεξεργασίας αγροτικών προϊόντων και όταν η αγροτική παραγωγή ακμάσει [38].

Ο Παλαιολόγος είναι ο πρώτος, ο οποίος ασχολείται με τη βιομηχανία, εξ όσων είμεθα σε θέση να γνωρίζουμε. Κάνει λόγο για εγχώρια βιομηχανία και καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες για τη διάδοσή της. «Τρία σημαντικά αντικείμενα, τα οποία κατ’ εξοχήν πρέπει να σύρουν την προσοχή μιάς φωτισμένης και πατριωτικής διοικήσεως», επισημαίνει ο Παλαιολόγος, «είναι η γεωργία, η βιομηχανία και το εμπόριον» [39]. Στις προτάσεις του ο Παλαιολόγος φαίνεται επηρεασμένος από τις απόψεις του Γάλλου οικονομολόγου J. B. Say, ο οποίος διατυπώνει ιδέες περί βιομηχανίας και δίδει έμφαση στον επιχειρηματία ως παραγωγικό συντελεστή.

Σημαντική είναι και μία άλλη πτυχή της συμβολής του Παλαιολόγου, η οποία δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή. Στις 9/21 Μαρτίου 1833 ο «μηχανικός» Παλαιολόγος, υποψήφιος για τη διεύθυνση των έργων, και ο λοχαγός Μηχανικού Σταυρίδης υπέβαλαν ένα σχέδιο για την κατασκευή του δρόμου Άργους – Ναυπλίου και δύο προϋπολογισμούς [40].

 

Ο δρόμος από το Ναύπλιο προς το Άργος, λίγο πριν φθάσουμε στην Τίρυνθα το 1922.

 

Στην έκθεσή του για την προαγωγή της Βιομηχανίας επισημαίνει ότι η δύναμη και η ευδαιμονία κάθε έθνους εξαρτάται από την πρόοδο και ευτυχή κατάσταση των τριών παραγωγικών τομέων, του πρωτογενούς, δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα. Προτείνεται η σύσταση μιας Επιτροπής, η οποία θα έχει ως σκοπό να διδάξει τους γεωργούς, να τους προσφέρει νέες και χρήσιμες γνώσεις, έτσι ώστε να τους βοηθήσει να αναπτύξουν και να βελτιώσουν τη γεωργία με τελικό αποτέλεσμα τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του λαού. Η Κυβέρνηση πρέπει να βοηθήσει στην εισαγωγή νέων και συγχρόνων αρότρων, στην κατασκευή αγροκηπίων, στην ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, στη φύτευση διαφόρων δένδρων και φυτών. Η συμβολή της Κυβερνήσεως με τον τρόπο αυτό θα έχει θετικά αποτελέσματα. Αρκετοί γεωργοί θα δουν τα άμεσα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας και με τη σειρά τους θα εφαρμόσουν τις νέες μεθόδους.

Η σύσταση βιομηχανικών καταστημάτων από την Κυβέρνηση θα βελτιώσει την κατάσταση της οικονομίας. Δεν είναι λίγοι οι ξένοι, οι οποίοι θα ήθελαν να προβούν σε επενδύσεις στη χώρα μας, όμως φοβούμενοι την κακή διοίκηση της χώρας φοβούνται να προβούν σε τέτοιου είδους επενδυτικές πρωτοβουλίες. Αν όμως καταστεί στους ξένους υποψηφίους επενδυτές γνωστό ότι μπορούν  να διασφαλισθούν οι επενδύσεις τους, τότε αυτοί θα αποπειραθούν μία τέτοια πρωτοβουλία. Παράλληλα, η κατασκευή οδικού δικτύου και η ανάπτυξη των συγκοινωνιών με έναν τρόπο, ώστε ο τόπος παραγωγής να συνδέεται με τον τόπο καταναλώσεως προάγει την οικονομία.

Τέλος, προτείνεται η σύσταση μιας Επιτροπής, αποτελουμένης από εμπείρους Έλληνες και ξένους, φιλέλληνες, οι οποίοι αμισθί θα μπορούν να παρέχουν συμβουλές στην Κυβέρνηση. Ο Γραμματέας των Εσωτερικών ή της Οικονομίας θα προΐσταται της Επιτροπής [41].

Η πρόταση του Παλαιολόγου, υποβληθείσα στην Αντιβασιλεία, πραγματοποιήθηκε από την Κυβέρνηση του Όθωνος. Πράγματι με το Β.Δ. της 25ης Ιανουαρίου/6ης Φεβρουαρίου 1837 συστάθηκε η «Επιτροπή επί της Εμψυχώσεως της Εθνικής Βιομηχανίας» (ΦΕΚ 5/9-2-1837) [42]. Ο Παλαιολόγος διετέλεσε το 1837 μέλος της Επιτροπής [43]. Έως το 1838 υπηρετεί στο Γραφείο Δημοσίας Οικονομίας, το οποίο απηχεί την προσπάθεια εφαρμογής των σαινσιμονιστικών ιδεών στην Ελλάδα [44].

Τελευταία προσπάθεια του Παλαιολόγου να επανέλθει στο γεωργικό στίβο γίνεται το 1837, όταν ζητεί από την Κυβέρνηση να του δώσει τα μέσα που χρειάζεται για να ιδρύσει στον κήπο του, στην Αθήνα, ένα πρότυπο τυροκομείο. Αντιμετωπίζει, όμως, την κομματική αντίδραση, η οποία τον σαρκάζει, τον ειρωνεύεται, τον αποκαλεί αμαθή, εκμεταλλευτή και αποκρούει κάθε ενίσχυσή του για οποιαδήποτε πραγματοποίηση των επιθυμιών και σχεδίων του [45].

  1. H δραστηριότητα του Παλαιολόγου ως λογοτέχνου

Κατά το 1839 ο Παλαιολόγος ομολογεί ότι το διάστημα αυτό δεν είχε κάποια σπουδαία εργασία να τον απασχολεί, γι’ αυτό και αποφάσισε να γράψει το μυθιστόρημα Ο Πολυπαθής [46]. Ο μυθιστοριογράφος μας δηλώνει ότι στο βιβλίο αυτό προσπαθεί να ενώσει το «ηδύ» με το «ωφέλιμο». Ο ήρωας του βιβλίου φέρει το όνομα Αλέξανδρος Φαβίνης και περιγράφεται η ιστορία της ζωής του από την κοιλιά της μητέρας του έως την ηλικία των 65 ετών. Ο πρωταγωνιστής του Παλαιολόγου έζησε σε πάρα πολλούς τόπους και άσκησε τα κυριότερα επαγγέλματα. Υπήρξε υπουργός, δικαστής, άρχοντας, υπηρέτης, στρατιώτης, δάσκαλος, έμπορος και διανοούμενος. Κατά τη διάρκεια της ζωής του πλούτισε και δυστύχησε πολλές φορές, βρέθηκε σε πολέμους και κινδύνους, ναυάγησε, έζησε το φόβο της πειρατείας, έπεσε στα χέρια ληστών, βοηθήθηκε και κατατρέχθηκε από δυνατούς, εξορίσθηκε, αιχμαλωτίσθηκε, άλλαξε ακόμα και θρησκεία, ερωτεύθηκε, απατήθηκε από γυναίκες και άνδρες, φυλακίσθηκε, έμεινε έγκλειστος σε φρενοκομείο  και τέλος αποκαταστάθηκε στην Ελλάδα, όπου και έζησε το υπόλοιπο της ζωής του.

Διηγούμενος τη βιογραφία του παριστάνει με τρόπο κωμικό όλες τις ελλείψεις της τότε κοινωνίας, τα πάθη και τα παθήματα του ανθρώπου από τη νηπιακή ηλικία μέχρι τα γεράματα. Εξιστορεί όλα τα ήθη και έθιμα των διαφόρων εθνών, των Κυβερνήσεων και των Αυλών. Στιγματίζει με τρόπο θεατρικό και επιδέξιο την αυθαιρεσία, τη δεισιδαιμονία, τη θεοβλάβεια, την ασελγία, τη φιλαργυρία, την κολακεία, την ασωτία, την αλαζονεία, την υπουλότητα, τη χαμέρπεια, καθώς επίσης τις διάφορες καταχρήσεις, τις παρεκτροπές και κυρίως την αγυρτεία όλων των τάξεων της κοινωνίας από τον ηγεμόνα έως τον υπηρέτη.

Στον Πολυπαθή παρατηρείται η ζωηρή φαντασία του Παλαιολόγου, η αγχίνοια, η εύρεση, η ποικιλία των περιπετειών, η υποστήριξη των διηγήσεων με διάφορες καταστάσεις, οι οποίες έχουν διαδραματισθεί και η κομψότητα στην περιγραφή. Επίσης φαίνεται η βαθειά αίσθηση των καλλονών του χαρακτήρα, της φύσεως και της τέχνης, η ικανή εκτίμηση της αρετής και η δίκαιη εκλογή της κακίας και της διαφθοράς. Όλα αυτά βοηθούν τη ψυχή του αναγνώστη να διακρίνει τα ωφέλημα και αξιέπαινα ιδιώματα στην κοινωνία και την αποστροφή προς τα μικροπρεπή και τα ολέθρια. Όλα αυτά είναι πολλά από τα πλεονεκτήματα του μυθιστορήματος [47].

  1. Το δεύτερο σημαντικό του έργο Ο Ζωγράφος

Το εξώφυλλο του μυθιστορήματος «Ο Ζωγράφος».

Το 1842 μας δίνει ο Γρηγόριος Παλαιολόγος το δεύτερο και τελευταίο του μυθιστόρημα, με τίτλο Ο Ζωγράφος [48]. Θεωρητικά Ο Ζωγράφος πρέπει να αποτελεί μία εξέλιξη και πρόοδο σε σχέση με το προηγούμενο μυθιστόρημα. Στο έργο αυτό, ο ήρωας δεν έχει την ιδιότητα του καλλιτέχνη και το θέμα δε σχετίζεται προς το χώρο των εικαστικών τεχνών. Ο τίτλος εδώ είναι υπαινικτικός. Με τον Ζωγράφο ο παλαιολόγος δηλώνει ότι πρόκειται για έργο με σαφή πρόθεση να εικονογραφήσει μία εποχή.

Ο θεματικός χώρος, τον οποίο επέλεξε ο μυθιστοριογράφος για την εικονογραφία του είναι η πολιτική. Ο ήρωας του ο Φιλάρετος εγκαταλείπει την επαρχία για να σταδιοδρομήσει στην πρωτεύουσα. Η αφήγηση γίνεται σε τρίτο πρόσωπο και δίνεται έτσι η ευκαιρία να πραγματοποιηθεί μέσα από ουδέτερο κλίμα, τόσο η αναγκαία αναδρομή στο παρελθόν για να στηθεί το κατάλληλο σκηνικό, όσο και η παρουσίαση του αθηναϊκού περιβάλλοντος, μέσα από το πρόσωπο του πολιτευτή θείου του ήρωα και της οικογενείας του. Από τα μέσα όμως περίπου του πρώτου τόμου, ο συγγραφέας παραδίδει τη σκυτάλη της αφηγήσεως στον ήρωα. Ο άξονας μέσα στον οποίο θα διαδραματισθεί το μυθιστόρημα είναι «πολιτική και έρωτας».

Με άξονα λοιπόν την πολιτική ζωή θα στήσει ο Παλαιολόγος το μυθιστόρημά του. Φυσικά δε του αρκεί το στοιχείο αυτό, αφού σύμφωνα με τους κλασσικούς κανόνες του παιχνιδιού θα πρέπει να προσφέρει και μία ερωτική ιστορία. Ο κεντρομόλος όμως ρόλος, τον οποίο έχει χαρίσει στην πολιτική, θα τον υποχρεώσει να υποτάξει και την ιστορία αυτή μέσα στο χώρο της πολιτικής. Από την άλλη μεριά όμως η μεταχείριση του ερωτικού στοιχείου στο μυθιστόρημα ποτέ δεν οδηγήθηκε προς την κατεύθυνση αυτή. Ο παλαιολόγος χρησιμοποιεί στο έργο αυτό ένα πολύ ειρωνικό ύφος, με το οποίο εκδικείται και γελοιοποιεί την τότε νεαρή αριστοκρατία της Ελλάδος [49]. 

  1. Η σχέση ανάμεσα στα δύο έργα

Μπορούμε να δούμε τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στα δύο έργα του Παλαιολόγου, αλλά επίσης μπορούμε  να δούμε και τη μετάβαση από το ένα έργο στο άλλο. Με άλλα λόγια είμαστε σε θέση να δούμε τον τρόπο με τον οποίο μεταβαίνει ο ίδιος από τον Πολυπαθή στον Ζωγράφο. Και τα δύο έργα έχουν συγκεκριμένους στόχους. Τα «ελαττώματα της κοινωνίας» και οι «ανθρώπινες παρεκτροπές» κατολισθαίνουν από τον ευρωπαϊκό χώρο μέσα στον οποίο κινείται με σχετική άνεση ο ήρωας του Πολυπαθούς, στη στενάχωρη, γεωγραφικά και ηθικά, νεοελληνική επικράτεια και ακόμη ειδικότερα νεοελληνική πρωτεύουσα, μέσα στην οποία κινείται ο ήρωας του Ζωγράφου. Με άλλα λόγια υπάρχει μία διαφορά επιπέδου ανάμεσα στα δύο έργα του Παλαιολόγου, την οποία και θα πρέπει να διακρίνει ο αναγνώστης, για να είναι σε θέση να δει και την θεματική διαφορά που τα διακρίνει. Άλλωστε ο ίδιος ο Παλαιολόγος αισθάνεται την ανάγκη να απολογηθεί μέσα από το έργο του Ο Ζωγράφος για τον Πολυπαθή [50]

11. Τελικές Παρατηρήσεις

Ο Γρηγόριος Παλαιολόγος υπήρξε μία από τις πλέον αξιόλογες μορφές του νεοελληνικού βίου που προσπάθησε «λόγω τε και έργω» να συμβάλλει στην ανάπτυξη της γεωργίας, κτηνοτροφία και βιομηχανίας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Η προσωπικότητα του έπαιξε σημαντικό ρόλο στη δημιουργία και ανάπτυξη του Προτύπου Αγροκηπίου της Τίρυνθος. Μέσα από τη λειτουργία του Αγροκηπίου, καθώς επίσης και μέσα από τις μελέτες και τα άρθρα που έγραψε για θέματα γεωργίας και βιομηχανίας έδειξε την εργατικότητά του, το πάθος και το ζήλο με τα οποία μπορούσε να επιδοθεί σε αυτά που έκανε. Οι ικανότητές του, αν είχαν περισσότερο αξιοποιηθεί από την Πολιτεία, θα συνέβαλαν στην αναδημιουργία και ανασυγκρότηση της χώρας μετά από τον επταετή πόλεμο της Ανεξαρτησίας και τον αδελφοκτόνο εμφύλιο σπαραγμό. Αγαπούσε την πατρίδα του και έδειξε έμπρακτα το ενδιαφέρον του για την πρόοδό της. Φθονήθηκε και συκοφαντήθηκε από τους συγχρόνους του και αναγκάσθηκε να επιστρέψει στη γενέτειρά του, όπου προσέφερε τις υπηρεσίες του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

 

Υποσημειώσεις


 

* Τις ευχαριστίες μου θέλω να εκφράσω στην Κυρία Μαρίνα Παπανικολάου, πτυχιούχο του Τμήματος Οικονομικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης, για την ουσιαστική της βοήθεια στην αναζήτηση και αποδελτίωση του περιοδικού Τριπτόλεμος. Οποιαδήποτε σφάλματα ή παραλείψεις βαρύνουν τον γράφοντα.

[1] Πληροφορίες σχετικά με τη ζωή και το έργον του Γρηγορίου Παλαιολόγου εις Revue Encyclopédique 36 (Δεκέμβριος 1827) 760. Β. Κριμπά, «Περί Γρηγορίου Παλαιολόγου», εις: Τελετή εις την μνήμην των εκλιπόντων διαπρεπεστέρων γεωπόνων κατά την τελευταίαν εκατονταετίαν. Αθηναι 1936, σσ. 16-18. Δ. Α. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν γεωργικής εκπαιδεύσεως, τόμ. Α’. Αθήναι 1936. Πλούσιο υλικό στο έργο του Δ. Α. Ζωγράφου, Ιστορία της ελληνικής γεωργίας, τόμ. Α’. Αθήναι 1921 [ανατ. ΑΤΕ 1976], τόμ. Α’, σσ. 293-352. Πρβ. την εκτενή, εμβριθή Εισαγωγή του Άλκη Αγγέλου στην ανατύπωση του έργου του Παλαιολόγου, Ο Πολυπαθής, Αθήνα: Ερμής, 1989 [ΝΕΒ 52]. Γ. Δημακοπούλου, Ιστορία της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως στην Ελλάδα. Αθήνα: Εταιρεία Αρχειακών Εκδόσεων και Μελετών , 2001, σσ. 70-74, 132-134.

[2] Πρβ. επιστολή του Γρηγορίου Παλαιολόγου προς J. Bowring (14.11.1824), δημοσιευμένη εις Μαρίας – Χριστίνας Χατζηϊωάννου, «Ο θάνατος του Δημοσθένους» του Ν. Σ. Πίκκολου και ο Γρ. Παλαιολόγος», Μνήμων 9 (1984) 247-254, εδώ σσ. 252-253.

[3] Πληροφορίες σχετικά με τη ζωή και το έργον του Ν.Σ. Πίκκολου εις Εμμ. Πρωτοψάλτη, «Ο Νικόλαος Πίκκολος και το έργον του», Αθηνά 68 (1965).

[4] Μαρίας – Χριστίνας Χατζηϊωάννου, «Ο θάνατος του Δημοσθένους» του…», ό.π. σ.252.

[5] Α. Αγγέλου, «Εισαγωγή: Το Ρομάντσο του Νεοελληνικού Μυθιστορήματος», εις Γρ. Παλαιολόγου, Ο Πολυπαθής. Αθήνα: Ερμής, 1989, σ. 120*.

[6] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της ελληνικής …ό.π., τόμ. Α’, σσ. 297-298.

[7] Fr. Thiersch, De l’ état actuel de la Grèce et des moyens d’ arriver à sa Restauration. Leipzig 1833, μτφ. Α. Σπήλιου. Εισαγωγή – Επιμέλεια – Σχόλια Τ. Βουρνά, τόμ. Α’. Η πολιτική κατάσταση και ειρήνευση της Ελλάδος. Αθήναι: Toλίδη, 1972, σ. 203.   

[8] Για την κατάσταση της γεωργίας και των γεωργικών προϊόντων βλ. Fr. Thiersch, De l’ état actuel de la Grèce et des moyens d’ arriver à sa Restauration.Leipzig 1833, μτφ. Α. Σπήλιου. Εισαγωγή – Επιμέλεια – Σχόλια Τ. Βουρνά, τόμ. Β’. Τα μέσα για την επίτευξη της ανοικοδομήσεως της Ελλάδος. Αθήναι: Toλίδη , 1972, σ. 226. Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. Η’, τελευταίος (1828-27 Σεπτ. 1831):Ιωάννης Καποδίστριας ή η επώδυνη γένεση του Νεοελληνικού Κράτους. Θεσσαλονίκη 1988, σσ. 212 –238.

[9] Φρ. Αλβάνα, «Ιωάννης Καποδίστριας», Αττικόν Ημερολόγιον 1888, σ. 278. Γρ. Δαφνή, Ιωάννης Α. Καποδίστριας. Η γένεση του Ελληνικού Κράτους. Αθήνα: Ικαρος, 1977, σ. 245.

[10] Ελένης Κούκκου και Ερασμίας Παυλώφ-Βαλμά, Ιωάννης Καποδίστριας. Ανέκδοτη αλληλογραφία με τους PhilippeEmmanuel de Fellenberg και Rudolf Abraham de Schiferli 1814-1827. Κέρκυρα 1996. Πρβ. C. Baloglou, «Capodistrias’ interest in agricultural economics and education», Μésogeios 9-10 (2000) 225-228.

[11] Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία(1809). Αθήνα: Bαγιονάκη, 1989, σ.99.    

[12] Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, 2η έκδοση, τόμ. Δ’ Αθήνα: Γιοβάνης, 1978, σ. 220.

[13] G. L. von Maurer, Das griechische Volk in geschichtlicher, kirchlicher und privatrechtlicher Beziehung vor und nach dem Freiheitskampfe bis zum 31. Juli 1834. Heidelberg 1835, ελλ. μτφ. υπό Όλγας Ρομπάκη, με τίτλο, Ο Ελληνικός Λαός. Δημόσιο, Ιδιωτικό και Εκκλησιαστικό Δίκαιο από την έναρξη του Αγώνα για την ανεξαρτησία ως την 31η Ιουλίου 1834. Εισαγωγή-Επιμέλεια-Σχολιασμός Τ. Βουρνά. Αθήνα: Τολίδη, 1976, τόμ. Α’, σσ. 445-446. 

[14] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της Ελληνικής Γεωργίας… ό.π., τόμ. Α’, σσ. 237-238. 

[15] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του… ό.π., σσ. 217-218.

[16] Σπ. Θεοτόκη, Αλληλογραφία Ι. Γ. Εϋνάρδου 1826-1831. Αθήναι 1929, σσ. 63-65. Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της… ό.π.,  τόμ. Α’, σσ. 262-266. 

[17] Χ. Π. Μπαλόγλου, «Η οικονομική φιλοσοφία του Ιωάννη Καποδίστρια όπως αυτή μετουσιώνεται στο πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής», Πρακτικά ΣΤ’ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου (Ζάκυνθος, 23-27 Σεπτεμβρίου 1997), τόμ. Β’. Αθηνα 2001, σσ. 479-493, εδώ σ. 487. 

[18] Πρβ. τις επιστολές του προς Εϋνάρδο 19/31 Δεκεμβρίου 1829 (Correspondance , τ. 3, σσ. 430-431. Α.Ι.Κ., τόμ. Ι’, σσ. 5-6), 25 Δεκεμβρίου 1829/6 Ιανουαρίου 1830 ( Correspondance, τ. 3, σσ. 434-438. Α.Ι.Κ. , τόμ. Ι’, σσ. 7-9). 20 Φεβρουαρίου / 4 Μαρτίου 1830 (Correspondance, τ.3, σσ. 485-494. Α.Ι.Κ. τόμ. Ι’, σσ. 13-18). Βλ. Σπ. Λουκάτου, «Πρότυπο αγροκήπιο και σχολείο Τίρυνθος στα καποδιστριακά χρόνια», Πρακτικά Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών. Αθήνα 1985, σσ. 65-83.

[19] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου…, ό.π, τόμ,. Η’, σσ. 217-222. 

[20] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν γεωργικής εκπαιδεύσεως. Αθήνα: Yπουργείο Γεωργίας, 1936.

[21] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της Ελληνικής Γεωργίας…, ό.π, σσ. 300-308.

[22] Ξενοφώντος, Οικονομικός V 17.

[23] H θεωρία των τεσσάρων σταδίων εξελίξεως του ανθρωπίνου βίου αποτελεί κοινό τόπο στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αλλά και στους Γάλλους και Σκώτους συγγραφείς του 18ου αιώνα. Πρβ. Χ. Μπαλόγλου, «Η περί τεσσάρων σταδίων θεωρία οικονομικής αναπτύξεως στους Νόμους και η Σκωτική Πολιτική Οικονομία», Πλάτωνος Νόμοι. Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου (7-8 Μαϊου2001), επιμ. Εμμ. Μικρογιαννάκη. Αθήνα:Σάκκουλας, 2003, σσ. 193-206. 

[24] Γρ. Παλαιολόγου, Γεωργική και Οικιακή Οικονομία, τόμ. Α’. Ναύπλιον 1833, σ. α’.

[25] Γρ. Παλαιολόγου,Γεωργική και Οικιακή Οικονομία, τόμ. Α’. Ναύπλιον 1833, σ. ιθ’.

[26] Γρ. Παλαιολόγου, «Γεωργία. Αμπελουργία», ΓΕΕ, φ. 28, 5 Απριλίου 1830, σσ. 110-11. Του Ιδίου, «Γεωργία. Περί οινοποιϊας», ΓΕΕ , φ. 67, 20 Αυγούστου 1830, σ. 276. Του Ιδίου, «Περί γεωμήλων», ΓΕΕ , φ. 22, 21 Μαρτίου 1831, σ. 116. Του Ιδίου, «Αιτία ακαρπίας των καρποφόρων δένδρων», ΓΕΕ , φ. 23, 25 Μαρτίου 1831.

[27] ΓΕΕ φ. 10, 1 Φεβρουαρίου 1830, σσ. 38-40.

[28] Γρ. Παλαιολόγου, Γεωργία. Η πατρική Κυβέρνησις της Ελλάδος βλέπυσα την λυπηράν κατάστασιν…Εν Ναυπλίω την 25 Ιανουαρίου 1830. Ο Έφορος των εθνικών κτημάτων και Διευθυντής του Προτύπου Αγροκηπίου της Τίρυνθος Γρηγόριος Παλαιολόγος. 

[29] Ελένης Μπελιά, «Η «Ηώς» και η «Αθηνά» του Ναυπλίου», Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιον, 4-6 Δεκεμβρίου 1976). Εν Αθήναις 1979, σσ. 219-244, εδώ σ. 231

[30] Πρβ. τις επιστολές του ιδίου του Παλαιολόγου προς τον Κυβερνήτη από 27 Φεβρουαρίου και 26 Μαϊου 1831, φακ. 490, έγγρ. 23 και 24 του Αρχείου Καποδίστρια, αναφ. υπό Απ. Βακαλοπούλου, ό.π., σ. 222.

[31] Ν. Σπηλιάδου, Απομνημονεύματα, τόμ. Δ’: Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και τα μετ’ αυτόν (2 Απριλίου 1827-25 Ιανουαρίου 1833). Μέρος Α’: 1827-1831. Εισαγωγή Κ. Διαμάντη. Αθήναι 1970, σ. 152.

[32] Μ. Michaud-Poujoulat, Correspondance d’Orient (1830-1831), τόμ. 1ος. Bruxelles 1841, σ. 62, αναφ. υπό Απ. Βακαλοπούλου, ό.π., σ. 222.

[33] Για έναν πλήρη κατάλογο των δημοσιευμάτων του Παλαιολόγου στην εφημ. Αθηνά , βλ. Ελένης Μπελιά, « Η «Ηώς» …», ό.π., σ. 244. 

[34] Η περίοδος που μεσολαβεί ανάμεσα στη δολοφονία του Καποδίστρια (27 Σεπτεμβρίου 1831) και στην άφιξη του Όθωνος, ως βασιλέα της Ελλάδος (20 Ιανουαρίου/8 Φεβρουαρίου 1833) έχει καθιερωθεί στην ιστορική επιστήμη ως η «περίοδος της Αναρχίας». Κ. Βακαλοπούλου, Η Περίοδος της Αναρχίας (1831-1833). Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής, 1984. Πρβ. Ν. Κασομούλη, Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων. Εισαγωγή-Σημειώσεις Γ. Βλαχογιάννη, τόμ. Γ’. Αθήνα 1942 [ανατ. Δημιουργία 1998], σσ. 457-460. G. Finlay, History of the Greek Revolution and the Reign of King Otho.London 1877, μτφ. Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως. Πρόλογος Γ. Κορδάτου. Επιμέλεια και σχόλια Τ. Βουρνά, τόμ. Β’. Αθήνα: Ο Κόσμος, n.d., σσ. 235-270. Στ. Παπαδοπούλου, Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τόμ. Α’. Η «Ελληνική Πολιτεία» (1828-1832). Ιωάννινα 1979, σσ. 88-103.  

Η πρώτη  τριμελής Διοικητική Επιτροπή που συστήθηκε την επομένη της δολοφονίας του Ι. Καποδίστρια, αποτελουμένη από τους Αυγουστίνο Καποδίστρια, Θ. Κολοκοτρώνη και Ιωάννη Κωλέττη, συνεκάλεσε την Ε’ Εθνική Συνέλευση στο Άργος (5/17 Δεκεμβρίου 1832), χωρίς την παρουσία του Κωλέττη, ο οποίος είχε προσχωρήσει στους «αντικυβερνητικούς», και εψήφισε στο Ναύπλιο την 15/27 Μαρτίου 1832, το «Ηγεμονικόν Σύνταγμα», το οποίο λόγω του εμφυλίου πολέμου ουδέποτε εφαρμόσθηκε.

Η ουσιαστική παρέμβαση των ξένων λόγω του εμφυλίου πολέμου οδήγησε τον Αυγουστίνο Καποδίστρια στην παραίτηση και στη φυγή του από την Ελλάδα (28 Μαρτίου/9 Απριλίου 1832). Η πενταμελής Διοικητική Επιτροπή αποτελούμενη από τους Κολοκοτρώνη, Ζαϊμη, Μεταξά, Βουδούρη και Κωλέττη έδωσε τη θέση της σε επταμελή των Γ. Κουντουριώτη, Δ. Υψηλάντη, Α. Ζαίμη, Α. Μεταξά, Ιω. Κωλέττη, Δ. Πλαπούτα και Σπυρ. Τρικούπη, του προέδρου αυτής εναλλασσομένου κατά μήνα, αρχής γενομένης με τον Κουντουριώτη. Σπ. Μαρκεζίνη, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964, τόμ. Α’. Αθηναι: Πάπυρος, 1966, σσ. 88-90.  

[35] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν γεωργικής εκπαιδεύσεως. Αθήναι 1936, σ. 44.

[36] Γρ. Παλαιολόγου, Γεωργική και Οικιακή Οικονομία, τόμ. Α’. Ναύπλιον 1833, τόμ. Β’. Αθήναι 1835 [ανατ. Αθήναι 1887].

[37] Γρ. Παλαιολόγου, «Περί Γεωργίας και Βιομηχανίας», εφημ. Αθηνά 10, 14 και 17 Ιουνίου 1833, αναδημ. εις Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν Γεωργικής Εκπαιδεύσεως, τόμ. Α’. Αθηναι : Yπουργείον Γεωργίας, 1936, σσ.  34-40, αναδημ. εις Μ. Ψαλιδοπούλου, επιμ., Κείμενα για την ελληνική βιομηχανία τον 19ο αιώνα. Φυσική εξέλιξη ή προστασία; Aθήνα: Τεχνολογικό Ίδρυμα  ΕΤΒΑ, 1994, σσ. 25-45.  

[38] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν Γεωργικής Εκπαιδεύσεως, ό.π., σ. 45.

[39] Γρ. Παλαιολόγου, « Περί Γεωργίας και Βιομηχανίας», ένθ’αν., εις Μ. Ψαλιδόπουλον, επιμ., Κείμενα για την …, ό.π., σ. 29.

[40] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Εσωτερικών, φ. 236.

[41] Γρ. Παλαιολόγου, «Γεωργία και Βιομηχανία. Έκθεση παρουσιασθείσα στην Γραμματεία της Επικρατείας», εφημ. Αθηνά 10, 14 και 17 Ιουνίου 1833.

[42] Αναδημοσιεύθηκε στου Λ. Καλλιβρετάκη, Η δυναμική του αγροτικού εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Αθήνα: Μορφωτικόν Ινστιτούτον ΑΤΕ, 1990, Παράρτημα 4, σσ. 358-362. 

[43] Εφημ. Αθηνά φ. 475 (29.9.1837) , σ. 1959.

[44] Δεν αποκλείουμε να επηρεάσθηκε ο Παλαιολόγος από τη διδασκαλία του Saint-Simon κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Γαλλία, αν και ουδαμού αναφέρεται ότι υπήρξε οπαδός του Γάλλου οικονομολόγου και φιλοσόφου. Χ. Μπαλόγλου, «Προσπάθειες διαδόσεως των ιδεών του Saint-Simon και πρακτικής των εφαρμογής στον ελλαδικό χώρο 1825-1837», Σπουδαί 53 (3) (2003) 77-108.

[45] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν… ό.π., σ. 56.

[46] Γρ. Παλαιολόγου, Ο Πολυπαθής, τόμ. Α’. Αθήναι 1839, τόμ. Β’. Αθήναι 1840 [ανατ. 1989]. Πρβ. Μαλαματάρη – Φαρίνου, «Ελληνικός Ζιλβάζιος; Ο Πολυπαθής του Γρ. Παλαιολόγου», Επιστημονική Επετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Τμήμα Φιλολογίας,  Α(1991) 297-324. Η. Τοnnet, «Επιδράσεις της γαλλικής λογοτεχνίας του 18ου αιώνα στην ελληνική πεζογραφία από τον Ρήγα και τον Στέφανο Δημητριάδη έως τον Γρηγόριο Παλαιολόγο», Παρνασσός ΜΑ’ (1999) 5-14.    

[47] Γρ. Παλαιολόγου, ό.π., σσ. 247-253.

[48] Γρ. Παλαιολόγου, Ο Ζωγράφος, τόμοι Α’-Β’. Αθήναι 1842 [ανατ. Με φιλολογική επιμέλεια Α. Αγγέλου. Αθήνα 1989 [Ίδρυμα Ελένης και Κώστα Ουράνη αρ.7]. Πρβ. Απ. Σαχίνη, Το Νεοελληνικό Μυθιστόρημα. Αθήναι 1958, σσ. 61-65.

[49] Γρ. Παλιολόγου, Ο Ζωγράφος… ό.π., σσ. 18-24.

[50] Γρ. Παλιολόγου, Ο Ζωγράφος… ό.π., σ. 138.

 

Χρήστος Π. Μπαλόγλου

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Το φρούριο Γκύκλος


 

Στο συγκρότημα του όρους Αραχναίου Αργολίδας, που από την αρχαιότητα εθεωρείτο σαν πέρασμα για την επικοινωνία της Αργολίδας με την Κορινθία, από τις αρχές της πρώτης Ενετοκρατίας αναγέρθηκαν πολλά φρούρια, μεταξύ των οποίων στην περιοχή του Χελιού [Αραχναίου]  είναι το φρούριο Γκύκλος (πιθανόν Κύκλος). Εκτός από το φρούριο Γκύκλος στην περιοχή του Αγίου Δημητρίου (Μετόχι) υπάρχουν δύο ακόμα φρούρια το Ξεροκαστέλι και το Πυργούλι στα Ζεγκίλια.

Ερείπια του φρουρίου Γκύκλος.

Τα φρούρια αυτά, καθώς επίσης και οι πύργοι ή και τα οχυρά που βρίσκονται διάσπαρτα στο όρος Αραχναίο είναι αρχαία πολλά δε και μεσαιωνικά και εθεωρούντο σαν θέσεις εποπτεύσεων από τα στρατεύματα των Φράγκων, των Βυζαντινών κ.λπ. που κατά καιρούς κυριαρχούσαν στα μέρη αυτά και αποτελούσαν ακόμη οχυρές θέσεις για την παρεμπόδιση των μετακινήσεων των στρατευμάτων των αντιμαχομένων την εποχή εκείνη.

Το φρούριο Γκύκλος βρίσκεται στο δρόμο που συνδέει απ’ ευθείας το Χέλι [Αραχναίο] με το Λυγουριό. Ξεκινάμε από το χωριό για το Λυγουριό πεζοπορώντας, αφήνουμε αριστερά μας τον παλαιό Βυζαντινό Ναό «Μετόχι» που ήταν το καθολικό της παλαιάς Μονής Ταλαντιου πριν από το 1761 που μεταφέρθηκε αυτή στη νέα θέση και συνεχίζοντας φθάνουμε στην πολύ γνωστή τοποθεσία «Πηλιάρος». Από εκεί ανηφορίζουμε και φθάνουμε στον αυχένα Σκούντι-Αραχναίο για να κατηφορίσουμε από εκεί σε δρόμο όλο στροφές που οδηγεί τελικά στο Λυγουριό.

Αριστερά από τον αυχένα υπάρχει μικρό βραχώδες ύψωμα, όπου επάνω σε αυτό υπάρχουν τα ερείπια ενός φρουρίου που έχει την ονομασία Γκύκλος και περιβάλλεται Νότια και Ανατολικά από βραχώδη έξαρση ενώ το υπόλοιπο τμήμα Βόρεια και Δυτικά περιβάλλεται από τείχος. Το περιμετρικό τείχος του φρουρίου έχει πάχος 1,80 μέτρα και έχει την τεχνοτροπία του Δελαρός δηλαδή είναι ξερολιθοδομή όπου οι δύο όψεις του τείχους είναι κτισμένες με μεγάλες πέτρες και ενδιάμεσα το γέμισμα έχει γίνει με μικρότερες πέτρες. [Σημείωση Βιβλιοθήκης: Περισσότερες πληροφορίες για το τον τρόπο δομήσεως των φρουρίων της Αργολίδας:  Ιωάννης Ε. Πέππας, «Μεσαιωνικές σελίδες της Αργολίδος, Αρκαδίας, Κορινθίας, Αττικής», Αθήνα 1990, σελ. 52-61].

 

Τοπογραφικό σκαρίφημα του φρουρίου Γκύκλος.

 

Το τείχος διατηρείται σε καλή σχετικά κατάσταση σε ύψος τεσσάρων περίπου μέτρων. Εσωτερικά και σε απόσταση επτά περίπου μέτρων από το εξωτερικό τείχος υπήρχε δεύτερο τείχος του ιδίου πάχους και της ιδίας δομής, το οποίον όμως είναι γκρεμισμένο και βρίσκεται σε σωρούς από ερείπια. Μεταξύ των δύο τειχών το επίπεδο είναι γαιώδες, ενώ το τμήμα της επιφανείας του φρουρίου το πέρα και Νότια του εσωτερικού τείχους είναι βραχώδης επιφάνεια. Εδώ θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι σαν άκρο του φρουρίου λογίζεται εκεί που η κλίση της βραχώδους επιφάνειας γίνεται απότομη και δεν επιτρέπει στους επιτιθέμενους στο φρούριο να ανέβουν επάνω.

Το φρούριο σύμφωνα με όλα τα στοιχεία είναι οπωσδήποτε Μεσαιωνικό, κτισμένο μεταξύ του 395 μ.Χ. και 1453 μ.Χ., χρονική περίοδος που καλύπτει τον Μεσαίωνα. Από την τεχνοτροπία του, το φρούριο κατά πάσα πιθανότητα να κτίσθηκε από τον Όθωνα Δελαρός, γνωστόν ευπατρίδη από την Βουργουνδία που ηγεμόνευσε στην Ελλάδα από τα πρώτα χρόνια της Φραγκοκρατίας (1212-1225) και εξουσίαζε τότε το Άργος, το Ναύπλιο, το Κιβέρι, το Δαμαλά, την Πιάδα και την ευρύτερη περιοχή της, δηλαδή ολόκληρο το οροπέδιο του Αραχναίου. Σκοπός του Φρουρίου αυτού ήταν να παρεμποδίσει τον ανεφοδιασμό του Σγουρού, Άρχοντα του Ναυπλίου την εποχή που αυτός βρισκόταν στον Ακροκόρινθο και πολεμούσε εναντίον των Φράγκων. Από το φρούριο Γκύκλος μπορούσε να ελεγχθεί η επικοινωνία του Ναυπλίου – Λυγουριού – Οροπεδίου του Αραχναίου – Αγγελοκάστρου – Κορίνθου.

 

Τοποθεσία του φρουρίου Γκύκλος.

 

Παραθέτουμε περιγραφή του ιστορικού της εποχής εκείνης που φανερώνει τον ρόλο που έπαιζε το φρούριο Γκύκλος.

«Πέραν του Αγγελοκάστρου υπήρχαν δύο κύριοι οδικοί άξονες. 1) προς τα λιμάνια του Αργολικού μέσω του αυχένα πάνω από το σημερινό χωριό Σταματαίικα και 2) προς τα λιμάνια του Σαρωνικού μέσω Δήμαινας. Οι Δελαρός απέκοψαν την πρώτη όδευση προς Αργολικό κτίζοντας το Φρούριο Γκύκλου, το οποίον ήταν έτσι κτισμένο για να ελέγχει την επικοινωνία της Κορινθίας με την Αργολίδα μέσω του Οροπεδίου του Χελιού».

Από το φρούριο Γκύκλος φαίνεται προς τα βορειοδυτικά το σημερινό χωριό Αραχναίο και Ανατολικότερα του χωριού η τοποθεσία Φράκια επάνω δε από την τοποθεσία αυτή αυχένας που αποτελεί φυσική δίοδο προς το Αγγελόκαστρο και από εκεί στην υπόλοιπη Κορινθία. Από το ίδιο φρούριο Γκύκλος φαίνεται ο δρόμος Ναυπλίου-Λυγουριού, δεν φαίνεται όμως το Λυγουριό, αλλά φαίνεται το νησάκι Ψηλή στον Αργολικό Κόλπο.

Η περιοχή κοντά στον Γκύκλο προς το μέρος του χωριού Αραχναίου ονομάζεται «Πηλιαρός», άγνωστο από που προέρχεται η ονομασία αυτή. Ολόκληρη η περιοχή του Πηλιαρού είναι μια εύφορη καλλιεργήσιμη έκταση Από τα πολύ παλιά χρόνια υπάρχει εκεί πηγάδι με αρκετό νερό όπως επίσης και εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο που πανηγυρίζει στις 29 Αυγούστου. Επίσης από τα παλιά χρόνια εκεί γίνεται κάθε χρόνο πανηγύρι που πρωτοστατούσαν όλοι οι τσοπάνηδες της περιοχής που πότιζαν τα γιδοπρόβατά τους στο παραπάνω πηγάδι και συγκέντρωνε πάρα πολύ κόσμο από το Λυγουριό και από το Χέλι [Αραχναίο].

Νότια του Γκύκλου και κάτω από το φρούριο εκτείνεται μια μεγάλη αγροτική περιοχή που φέρει το όνομα «Βίλλια» [1] και είναι ορατή από το Φρούριο Γκύκλος. Εκεί υπάρχει επίσης πηγάδι με αρκετό νερό. Ο Γκύκλος το 1364 ήταν στην εξουσία του Νικολάου Ατζεόλη από δε το 1388 περιήλθε στην κατοχή του Θεοδώρου Α. Παλαιολόγου, ο οποίος κατείχε και την Βίλλια. καθώς επίσης και μια άλλη τοποθεσία τη «Βίλιζα» που βρίσκεται Νοτιότερα από τη Βίλλια.

 

Υποσημειώση


 

[1] [Σημείωση Βιβλιοθήκης: Βίλλια. Η λέξη Βίλλια απαντάται συχνά σε πολλές περιοχές είτε ως Εδαφονύμιο είτε ως όνομα οίκισμού τόσο εντός όσο και εκτός του Ελληνικού χώρου. Στην Ελλάδα απαντάται α) στην Ηπειρο και δη στη Θεσπρωτία ο Αγιος Δονάτος, β) στην Αττική, στη Μεγαρίδα όπου υπάρχουν τα Βίλλια και η Βιλιαρί και στη Λαυρεωτική, όπου υπάρχουν Βίλλια, γ) στην Ηλεία, η Πεύκη και δ) ιδιαίτερα στην Αργολίδα όπου υπάρχουν:

  1. Η Ξεροβίλλια στους ανατολικούς του όρους Φαρμακά (μεταξύ των φρουρίων Φαρμακά και Τζιρίστρας – Ντομακού) εκεί υπάρχουν ενδείξεις (τάφοι) ότι υπήρχε οικισμός.
  1. Στη λεκάνη της Αλέας, βορειότερα της Φρυσούνας, όπου μεγάλη γεωργήσιμη επιφάνεια 1000 στρεμμάτων. Εδώ τα Βίλλια κατέχουν τους νότιους πρόποδες του μικρού όρους Τσούκιζα, όπου τάφοι μαρτυρούν προϋφιστάμενο οικισμό. Επί δε της Τσούκιζας υπάρχουν ενδείξεις (πλήθος από πεσμένες πέτρες) παλαιού οικισμού, πιθανώς της αρχαίας Νεμέας.
  1. Στη περιοχή των αρχαίων Υσιών υπήρχε το παλαιό Σκαφιδάκι, δυτικότερα του οποίου σήμερα υπάρχει ο Ι. ναός της Αγ. Παρασκευής. ΒΑ αυτού του ναού μεγάλη έκταση φέρει την ονομασία «Ξεροβίλλια», ενώ ΝΔ του ίδιου ναού, επί υψώματος, υπάρχει μεσαιωνικό φρούριο. Οι νότιοι πρόποδες αυτού του υψώματος λέγονται Βίλλια.
  1. Χαμηλότερα, κοντά στον αυχένα των κοιλάδων του Ελληνικού (Μπουμπά) και της κοιλάδας Κόκλας υπάρχει ο μικροσυνοικισμός Φακίστρα, βορειότερα της οποίας είναι η Βίλιζα, όπου σώζεται το λίθινο αλώνι, ενώ άφθονα κεραμικά όστρακα μαρτυρούν παλαιό οικισμό.
  1. Οι νότιοι πρόποδες του υψώματος του Γκύκλου, είναι μεγάλη καλλιεργούμενη περιοχή, φέρει την ονομασία Βίλλια. Άλλη δε θέση, νοτιοδυτικά της παραπάνω, ονομαζόμενη Βίλλιζα, συμπληρώνει την κατόπτευση όλου του χώρου έως το Ναύπλιο, και θα μετέδιδε ασφαλώς πληροφορίες στα γειτονικά Βίλλια.

Όλα αυτά μαρτυρούν ότι το οροπέδιο του Αραχναίου κατά τον μεσαίωνα ανήκε σε ξεχωριστό χωροδεσπότη, που ήτο ο δεσπότης του Μυστρά, ενώ η κατοπτευόμενη Ναυπλία άνηκε στους Βενετούς.

Γενικά κατά την περίοδο 1388 – 1394 (τέλος των Ντε Ενγκιέν και απόδοση του Άργους στους Βενετούς) πρέπει να τοποθετηθεί η ίδρυση των πολυπληθών Βιλλίων και Βιλλιζών στην περιοχή της Αργολίδας.

  1. Στην περιοχή Λιμνών αντί της ονομασίας Βίλλια υπάρχει η ονομασία Βιλλιατούρι, που ως τοπωνύμιο αποδίδεται σε κωνοειδές ύψωμα, από την κορυφή του όποιου υπάρχει ανεμπόδιστη θέα των περιοχών. Βιλλιατούρια, υπάρχουν εκτός της Αργολίδας στην Αττική (Κιθαιρώνα, Λαυρεωτική), στην Αιγιαλεία, το νότιο άκρο της νήσου Νάξου (Βιγλατόρι).
  1. Τέλος τοπωνύμιο Βίλλια υπάρχει και στην περιοχή Ερμιονίδας και συγκεκριμένα 3,5χλμ. Α-ΝΑ του συνοικισμού Ηλιόπετρας (Καρακάσι), όπου υπάρχει το φρούριο Ηλιόκαστρου, το όποιο κατά την αρχαιότητα έλεγχε την οδό Τροιζηνίας – Ερμιονίδας (μέσω του αυχένος του όρους των Αδέρων) και όπου τάφοι μαρτυρούν προϋφιστάμενο οικισμό, ενώ 3 χιλιόμετρα ανατολικότερα αυτού υπάρχει η αγροτική περιοχή Βίλλια – Πλεπίου.
  1. Θα πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι ο Hahn αναγράφει Βορειοαλβανική πατριά με το όνομα Willja ή Willjai άνηκε στην τέταρτη ομάδα (σημαία) της Μιρδίτας, όμως η πατριά είναι εντελώς άσχετη με τα πολυάριθμα Βίλλια.

Ως γενικό συμπέρασμα θα μπορούσε να λεχθεί ότι η Βυζαντινή λέξη Βίγλα από τους Αλβανόφωνους μετατράπηκε σε Βίλλια και μ’ αυτή ονόμαζαν κάθε οικισμό των φυλάκων που ήταν προσαρτημένοι σε κάποιο φρούριο, ώστε να είναι η Βίλλια του α’ η β’ φρουρίου].

 

Παναγιώτης Ι. Μπιμπής

Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους, Άργος 2002.

[Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο συγγραφέας αντλεί της πληροφορίες του από το βιβλίο του Ιωάννου Ε. Πέππα, «Μεσαιωνικές σελίδες της Αργολίδος, Αρκαδίας, Κορινθίας, Αττικής», Αθήνα 1990, σελ. 255-262].

Read Full Post »

Αραχναίο (Όρος)


 

Είναι το ψηλότερο βουνό του νομού Αργολίδας, καλύπτει κυρίως το κεντρικό τμήμα του (απλώνεται από την Επίδαυρο ως τον αργολικό κάμπο) και νότια συνορεύει με το όρος Δίδυμο. Η ψηλότερη κορυφή του «Παπακώστας» αγγίζει τα 1.199 μ., ενώ ανάμεσα σε αυτή και της «Τραπεζώνας» (στα 1.139μ.) εντοπίζεται και το ομώνυμο χωριό Αραχναίο (πρώην Χέλι) με σημαντικά αξιοθέατα τη Νέα και Παλιά Μονή Ταλαντίου.

Αρκετά στοιχεία αποδεικνύουν πως η περιοχή ήταν γνωστή από την αρχαιότητα. Στους πρόποδες είναι κτισμένο το αρχαίο θέατρο Επιδαύρου, ενώ ο Παυσανίας αναφέρει πως εκεί ήταν κτισμένη η πόλη Λήσσα, καθώς και ότι στην κορυφή του «Προφήτη Ηλία» υπήρχαν βωμοί του Δία και της Ήρας. Στα εδάφη τής βόρειας πλευράς του φύονται πευκοδάση, η νότια ωστόσο έχει αποψιλωθεί ολοσχερώς. Έχει επίσης δημιουργηθεί αιολικό πάρκο, λόγω του υψηλού αιολικού δυναμικού της περιοχής. Δυστυχώς, το σύνολο των ανθρωπίνων επεμβάσεων έχει επιφέρει σοβαρές αλλοιώσεις στη βιοποικιλότητα της φυσικής χλωρίδας και πανίδας.

 

Στην Ανατολική Αργολίδα και μεταξύ της περιοχής Επιδαύρου και του Αργολικού κάμπου, απλώνεται μία μεγάλη οροσειρά που αποτελεί συγκρότημα του όρους Αραχναίου. Οι σπουδαιότερες κορυφές της οροσειράς αυτής στην περιοχή του Χελιού [Αραχναίου] είναι:

 

  • Η ψηλότερη κορυφή «Ο Παπακώστας» 1.199 μέτρα
  • Η σπουδαιότερη κορυφή «Ο Προφήτης Ηλίας» 1.180 μετρά
  • «Μάλιε λύσεζε» στην περιοχή του Αρνά 1.140 μέτρα
  • «Η Τραπέζωνα» 1.139 μέτρα
  • «Το Σιούρι» 938 μέτρα
  • «Η Ελαφοκορυφή ή Ντρέρι» 931 μέτρα
  • «Η Μάλιε Γκιόναβε» 901 μέτρα
  • «Η Νούσεζα» 871 μέτρα
  • «Η Μάλιζα» 857 μέτρα
  • «Ο Κουτσουρός» 793 μέτρα

Εκτός από τις κορυφές αυτές υπάρχουν και άλλες χαρακτηριστικές κορφές με διάφορες ονομασίες όπως «η Μάλιε Γκλιάτα», «Το Μήτσιουθι», «Η Μάλιε Νιοκάστρεσε», με μικρότερο υψόμετρο. Επάνω στην σπουδαιότερη κορυφή του Προφήτη Ηλία υπήρχε στην Αρχαιότητα Βωμός του Δία και της Ήρας επάνω στον οποίον οι αρχαίοι κάτοικοι της περιοχής θυσίαζαν σε περιόδους λειψυδρίας.

 

Όρος Αραχναίο. Φωτογραφία: dimitrios mavridis

 

Επίσης στην Αρχαιότητα η κορυφή του Αραχναίου χρησιμοποιείτο και σαν σπουδαίος σταθμός «Φρυκτωρίας», δηλαδή ενδιάμεσος σταθμός μετάδοσης φωτεινών σημάτων, με τα οποία μεταβιβάζονταν ειδήσεις από πολύ μακρινές αποστάσεις.

Ο Αισχύλος στον Αγαμέμνονα αναφέρει ότι από το σταθμό αυτό, στην κορυφή του Αραχναίου, μεταδόθηκε στα Ανάκτορα του Ατρέα στις Μυκήνες η είδηση, ότι πραγματοποιήθηκε η άλωση της Τροίας.

Από την κορυφή του όρους Αραχναίου φαίνεται ολόκληρη η λεκάνη, όπου βρίσκεται κτισμένο το Χέλι (σημερινό Αραχναίο). Φαίνεται επίσης το φρούριο Γκύκλος και οι τοποθεσίες Βίλια και Βίλιζα που βρίσκονται κάτω από το φρούριο Γκύκλος προς την περιοχή του Λυγουριού. Φαίνεται ακόμα και η Ακρόπολη των Αθηνών και από το γεγονός αυτό συμπεραίνεται ότι το μήνυμα για την άλωση της Τροίας που στάλθηκε με τον πυρσό από την κορυφή του Αραχναίου στις Μυκήνες, το είχαν πάρει οι παρατηρητές της κορυφής αυτής με τον ίδιο τρόπο από την Ακρόπολη των Αθηνών.

Το όρος Αραχναίο στην αρχαιότητα χαρακτηριζόταν από τον Ησύχιο ως «Ύστελλειον» και «Υσσέλινον» και από τον Σουίδαν ονομαζόταν «Σαπησελάτων». Σαπησελάτων χαρακτηρίζει το ορός Αραχναίο και ο Παυσανίας, στην περιήγηση του στην Αργολίδα, ο οποίος αναφέρει ότι ενώ βάδιζε από τις Μυκήνες προς την Επίδαυρο, αφήνει στα αριστερά του το Σαπησελάτων Αραχναίο.

Παραθέτω την ακριβή περιγραφή του Παυσανία για το Αραχναίον όρος.

 

Κατά δε την ες Επίδαυρο ευθείαν εστί κώμη Λήσσα, ναός δε Αθηνάς εν αυτή και ξόανον ουδέν τι διάφορον ή το εν τη Ακροπόλει τη Λαρίσση. Εστί δε όρος υπέρ της Λήσσης το Αραχναίο πάλαι δε Σαπησελάτων επί Ινάχου το όνομα ελήφθη. Βωμοί δε εισίν εν αυτώ Διός τε και Ηρας, δεήσαν όμβρον, σφίσιν ενταύθα θύουσι.

Και παρακάτω η μετάφραση:

«Στο δρόμο κατ’ ευθείαν προς την Επίδαυρο υπάρχει μια κώμη Λήσσα που έχει Ναό της Αθηνάς με ξόανο (ξύλινο άγαλμα) που δεν διαφέρει από της Ακρόπολης (του Άργους). Πάνω δε από τη Λήσσα είναι το όρος Αραχναίο παλαιότερα Σαπησελάτων, που πήρε το όνομα του από την εποχή του Ινάχου. Πάνω δε σε αυτό υπάρχουν Βωμοί του Δία και της Ήρας όπου θυσίαζαν όταν χρειάζονταν βροχή».

Στο παραπάνω κείμενο μπορούμε να κάνουμε τις εξής παρατηρήσεις:

1) Ο Δίας λατρευόταν και ως «Καιρικός» θεός με ειδικές τελετές σε περίπτωση ανομβρίας, όπως ο «Ακραίος Ζευς» στην περιοχή του Πηλίου. Επίσης σε διάφορα μέρη ο Καιρικός Δίας είχε και τα επίθετα: Νεφεληγερέτης, Όμβριος, Υέτιος, Κεραυνός, Σημαλέος, κ.λπ.

2) Το Σαπησελάτων ή Σάπης Ελατών είναι πιθανότατα έκφραση με παραμορφωμένο το πρώτο συνθετικό Σάπης, αντί του ορθού Νάπης που σημαίνει κοίλωμα εδάφους κατάφυτου. Άρα το Σάπης Ελάτων προέρχεται από το Νάπης Ελάτων, δηλαδή περιοχή με έλατα ή διαφορετικά Ελατόβουνο.

Όλοι οι παραπάνω χαρακτηρισμοί σημαίνουν ότι σε πολύ παλιές εποχές το όρος Αραχναίο ήταν κατάφυτο από έλατα, τα οποία με την πάροδο του χρόνου καταστράφηκαν, το πιθανότερο από πυρκαγιές και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που το ελατοδάσος που υπήρχε εκεί δεν ανανεώθηκε, γιατί πιστεύεται πως όταν καταστραφεί από πυρκαγιά δεν ανανεώνεται ποτέ.

 

Αρνάς, η μία κορυφή του Αραχναίου και από κάτω το Λυγουριό – Αρχαία Λήσσα.

 

Από προσωπική εμπειρία γνωρίζω ότι στη θέση Άρεζε-Γκίλεζα και εκατό μέτρα κάτω από το δημόσιο δρόμο, μέχρι και τα τελευταία πριν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο χρόνια, υπήρχε μικρό έλατο, χαμηλό βεβαία κα πολύ βραδείας ανάπτυξης και εγώ ο ίδιος είχα φροντίσει να το περιφράξω για να το προστατέψω από τα γίδια που έβοσκα στην περιοχή εκείνη. Δεν γνωρίζω μέχρι πότε διατηρήθηκε αυτό γιατί για πολλά χρόνια δεν ζούσα στο χωριό, σήμερα όμως δεν υπάρχει τίποτα, γιατί πρόσφατα ολόκληρη η χλωρίδα της περιοχής εκείνης καταστράφηκε από πυρκαγιά.

Η ύπαρξη λοιπόν στην περιοχή του Αραχναίου έστω και αυτού του μεμονωμένου έλατου, φανερώνει πως η περιοχή εκείνη κάποτε ίσως να ήταν κατάφυτη από έλατα, όπως άλλωστε αναφέρουν και οι αρχαίοι συγγραφείς. Εκτός από το ελατοδάσος στην περιοχή του Αραχναίου υπήρχαν και εκτάσεις κατάφυτες από δρυς ή Λίσιε όπως λέγονται στα Αρβανίτικα, από αυτό δε και η ονομασία κάποιας κορυφής του Αραχναίου Μάλιε-Λίσεζε που σημαίνει κορυφή γεμάτη δρυς [βελανιδιές].

Αλλά και σήμερα ακόμη στην Μάλιε-Λίσεζε και γενικότερα στην γύρω περιοχή του Αρνά, υπάρχουν σποραδικά δρυς μεγάλης ηλικίας που και αυτές όμως σιγά-σιγά πεθαίνουν, είτε από φωτιά που βάζουν στην κουφάλα του κορμού τους οι κάτοικοι της περιοχής αναζητώντας κρυμμένους θησαυρούς από την εποχή που εκεί έμεναν και κυριαρχούσαν οι ληστές, είτε από το τσεκούρι των χωρικών για να τα μετατρέψουν σε καυσόξυλα, είτε ακόμη και από γεράματα όπου σαπίζουν λίγο-λίγο και χάνονται με το πέρασμα του χρόνου. Δεν ξέρω σήμερα πόσα από τα γέρικα αυτά δέντρα σώζονται.

Σήμερα [2002] τα μόνα είδη χλωρίδας που υπάρχουν στο όρος Αραχναίο είναι τα πουρνάρια που κυριαρχούν σε όλη την έκταση του. Τα μεγάλα βέβαια δέντρα είναι σποραδικά και υπάρχουν μόνο στις χαράδρες και κύρια όπου η ιδιοκτησία τα έχει προφυλάξει. Μεγάλες εκτάσεις καλύπτονται από χαμηλά πουρνάρια (πατουλιές όπως συνηθίζονται να λέγονται). Υπάρχουν ακόμα φιλίκια (Γλαντζινιές), Αγριοφυστικές (Κοκορετσιές), Σφάκες, σε λίγες περιοχές υπάρχουν κουμαριές κ.λπ. Σε υψόμετρο κάτω από τα πεντακόσια μέτρα υπάρχουν σε αφθονία και οι αγριελιές.

Οι κάτοικοι του Πόρου και της Τροιζίνας το όρος Αραχναίο στο σύνολο του το ονομάζουν «Κοιμωμένη» γιατί πραγματικά από τις περιοχές εκείνες όταν παρατηρείς την οροσειρά του Αραχναίου μοιάζει σαν μια ύπτια κοιμούμενη γυναίκα με υψωμένο το γόνατο. Μοιάζει δε καταπληκτικά με το στο πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών αριστοτέχνημα του μνημείου Αφεντάκη που κατασκευάστηκε από το γλύπτη Χαλεπά τη γνωστή «Κοιμωμένη του Χαλεπά».

 

Παναγιώτης Ι. Μπιμπής

Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους, Άργος 2002.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

«Συνομιλίες» με 12 σημαντικές προσωπικότητες της τέχνης και της επιστήμης από την Αργολίδα – Κυριακή 17 Ιουνίου 2018, αίθουσα «Λήδα Τασοπούλου», Σχολή Καλών Τεχνών, Πανεπιστήμιο  Πελοποννήσου, Ναύπλιο.


 

Συνομιλίες

Την Κυριακή 17 Ιουνίου και ώρα 11.00- 15.00 και 18.00 – 21.00 στο κτίριο της Σχολής Καλών Τεχνών, στην αίθουσα «Λήδα Τασοπούλου», Βασιλέως Κωνσταντίνου 21 & Τερζάκη στο Ναύπλιο,  θα παρουσιαστούν 12 σημαντικές προσωπικότητες της Αργολίδας και το έργο τους. Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές πραγματοποίησαν έρευνα με συνεντεύξεις, μαρτυρίες και βιβλιογραφικό υλικό σε σχέση με διακεκριμένα πρόσωπα τα οποία έχουν προσφέρει και συνεχίζουν να προσφέρουν σημαντικό επιστημονικό και πολιτιστικό έργο στην Αργολίδα, αλλά και σε διεθνές επίπεδο. Λογοτέχνες, ποιητές, σκηνοθέτες, εικαστικοί, νομικοί, μουσικοί και προσωπικότητες άλλων επιστημών και τεχνών, θα παρουσιαστούν το πρωί και το απόγευμα της Κυριακής, 17/6/18.

 

Πρόγραμμα – «Συνομιλίες»,  Αίθουσα Λήδας Τασοπούλου, Τμήμα Θεατρικών Σπουδών

Κυριακή 17 Ιουνίου 2018,  11.00- 15.00.

 

  1. Δήμητρα Σιατερλή: Η μήτρα που την γέννησε, το αποτύπωμα που αφήνει. Βασιλική Μιχαλοπούλου.
  2. Απόστολος Μπότσος: Η ζωή και το έργο του. Βίκυ Μουστάκα.
  3. Βασίλης Κ. Δωροβίνης: Φιλίστωρ Οίκοθεν. Ξανθή  Φωτοπούλου. 
  4. Στρατής Χαβιαράς: Από την ποίηση στην πεζογραφία… σε δύο γλώσσες. Άννα Πολίτου.
  5. Νίκος Καρούζος, ο ανένταχτος υπαρξιστής της ποίησης. Ελισσάβετ Γιαννοπούλου, Αθηνά Κλαδά.
  6. Η σύγχρονη προσέγγιση του εικαστικού- visual artist Βασίλη Βλασταρά. Άννα-Μαρίνα Καργιωτάκη. 
  7. Κυριάκος Σάμιος: Επιτομή γραμματικής Κοινωνικού Θεάτρου. Δημήτρης Δίπλας.
  8. Νικόλαος Ταρατόρης: Ένας μέτοικος της Τέχνης. Άννα Ταουσάνη. 

Συζήτηση με το Κοινό.

 

Κυριακή 17 Ιουνίου 2018, 18.00-21:00.

  1.  Η Αργολίδα του χθες στο σήμερα, μέσα από τη ματιά του Γιώργου Αντωνίου. Βασιλική Βαρβεράκη, Μαρία Κουκούλη, Ιωάννα Λουλούμαρη, Αναΐς Μισκάλ, Κατερίνα Σαλταούρα.
  2. Ελλέβορος, Γιάννης Ρηγόπουλος: Ελλεβορίζειν «πνεύμα». Σοφία Κατσανοπούλου.
  3. Δημήτρης Τερζάκης: Σκέψεις και μουσικό ιδίωμα. Η τέχνη της απλότητας. Ευσταθία Αριδά.
  4. Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού. Συνέντευξη με τον Αναστάσιο Τσάγκο και με τη ματιά των αναγνωστών. Αικατερίνη Ζωγράφου.

Συζήτηση με το Κοινό.

 

 

Read Full Post »

Κατσαγάνη Γεωργία – Ταφή, Ανάθεση, Τιμή: Έμμετρες Επιγραφές της Αργολίδος από την Αρχαϊκή Εποχή έως την Ύστερη Αρχαιότητα. Έκδοση: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Φιλοσοφική Σχολή. Σαριπόλειος Βιβλιοθήκη.


 

Με το βιβλίο αυτό επιχειρείται η μελέτη των δημοσιευμένων επιτύμβιων, αναθηματικών και τιμητικών έμμετρων επιγραφών που έχουν βρεθεί στην Αργολίδα και καλύπτουν την περίοδο από την αρχαϊκή εποχή μέχρι και την ύστερη αρχαιότητα.

Μετά τη μνημειώδη έκδοση της Ακαδημίας του Βερολίνου (1G IV και 1C IV21) στις αρχές του 20ου αι., έχουν έλθει στο φως πολλές νέες επιγραφές, είτε από συστηματικές ανασκαφές είτε από τυχαίο γεγονός, οι οποίες έχουν μελετηθεί, κυρίως, από αρχαιολόγους, μεμονωμένα και αποσπασματικά. Στην παρούσα εργασία όλες σχεδόν οι δημοσιευμένες επιτύμβιες, αναθηματικές και τιμητικές επιγραφές δίνονται ως αδιάσπαστο σύνολο.

Η επιγραφική μελέτη, η φιλολογική ερμηνεία και η ιστορική επεξεργασία του εν λόγω πρωτογενούς υλικού – αδιερεύνητου ως συνόλου μέχρι σήμερα- προσδιορίζει ακριβέστερα τη θέση ενός σημαντικού τμήματος της Πελοποννήσου στον αρχαίο κόσμο.

 

Ταφή, Ανάθεση, Τιμή: Έμμετρες Επιγραφές της Αργολίδος

 

Το ιστορικό πλαίσιο

Στην αρχαιότητα Ἀργολική ή Ἀργολίς ή Ἀργεία καλούνταν η χερσόνησος που βρίσκεται μεταξύ του Σαρωνικού και του Αργολικού κόλπου, στην οποία ανήκαν οι περιοχές της Τροιζηνίας, της Ερμιονίδος, του Ναυπλίου, του Άργους (εκτός από το δυτικό τμήμα της Αλέας) και ενός τμήματος της Κορινθίας. Στην Αργολίδα ανήκαν επιπλέον τα νησιά: Καλαύρια (Πόρος), Υδρέα (Ύδρα), Πιτυούσα (Σπέτσες) και άλλα μικρότερα. Τέλος, στην εποχή της δυναστείας των Αντωνίνων, η Αργολίδα περιλάμβανε επιπλέον τη Στυμφαλία και την Αλέα.

Το κράτος των Αργείων σε όλες τις περιόδους της ιστορίας του ξεπέρασε όλα τα άλλα (Τίρυνθα, Ναυπλία, Ασίνη, Μυκήνες, Ερμιόνη, Τροιζήνα και Επίδαυρο) σε έκταση και δύναμη και επιχείρησε να ασκήσει ένα είδος επικυριαρχίας στους γείτονες. Τον 7ο αι. π.Χ. σημαντικό ρόλο φαίνεται να έπαιξε ο Φείδων, παρ’ όλο που οι πληροφορίες γι’ αυτόν είναι ελάχιστες, αόριστες και αντιφατικές. Το έτος 669 π.Χ. σημειώθηκε η πρώτη νίκη των Αργείων εναντίον των Σπαρτιατών στις Υσιές. Στο μεταίχμιο του 6ου προς τον 5ο αι. π.Χ. η ιστορία των εξωτερικών σχέσεων του Άργους ταυτίζεται με τις πολεμικές συγκρούσεις του με τη Σπάρτη. Η χρονολογία της καθοριστικής – για την έκβαση της μακροχρόνιας διαμάχης τους – σύγκρουσης στη Σήπεια τοποθετείται στο 494 π.Χ. Οι Αργείοι έχασαν την Τίρυνθα και τις Μυκήνες, οι οποίες ανέκτησαν την αυτονομία τους, προσχώρησαν στην Πελοποννησιακή Συμμαχία και ακολούθησαν πολιτική διαφορετική από του Άργους.

Κατά τους Περσικούς πολέμους οι Αργείοι τήρησαν ουδετερότητα, ενώ η Τίρυνθα και οι Μυκήνες έστειλαν μικρή δύναμη στις μάχες των Θερμοπυλών και των Πλαταιών. Γύρω στο 472 π.Χ. εγκαθιδρύθηκε στο Άργος δημοκρατικό πολίτευμα με σαφή την επίδραση των αθηναϊκών θεσμών (σημαντικό ρόλο πρέπει να διαδραμάτισε και ο εξόριστος στο Άργος Θεμιστοκλής), κυρίως μετά τη συμμαχία Άργους – Αθήνας (462 π.Χ.). Από τη συμμετοχή τους στους Περσικούς πολέμους, οι Μυκήνες απέκτησαν μεγάλη δόξα, ώστε οι Αργείοι να θελήσουν να τις εξαφανίσουν (468 π.Χ.). Οι Μυκηναίοι αντιστάθηκαν σθεναρά στην επίθεση των Αργείων· υποχρεώθηκαν όμως να παραδώσουν την πόλη τους στους Αργείους, οι οποίοι κυριολεκτικά την ισοπέδωσαν (460 π.Χ.). Αλλά και οι κάτοικοι της Τίρυνθος νικήθηκαν, εκδιώχτηκαν από τους Αργείους και εγκαταστάθηκαν στους Αλιείς.

Όταν ξέσπασε ο Πελοποννησιακός πόλεμος το 431 π.Χ., η Αθήνα ανανέωσε το ενδιαφέρον της για την Ακτή και το 430 π.Χ. λεηλάτησε τους Αλιείς, την Τροιζήνα, την Ερμιόνη και την Επίδαυρο. Στα πρώτα δέκα έτη του πολέμου αυτού, το Άργος παρέμεινε ουδέτερο· προσχώρησε δε για πρώτη φορά στην Πελοποννησιακή Συμμαχία το 418 π.Χ. Σε αυτό το διάστημα οι ολιγαρχικοί κατέλυσαν τη δημοκρατία στο Άργος, αλλά ένα χρόνο αργότερα ανατράπηκε το ολιγαρχικό καθεστώς που είχαν επιβάλει. Με το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου και παρά την ήττα της Αθήνας, το Άργος δεν συμμάχησε με τη Σπάρτη.

Το 338 π.Χ. ο Φίλιππος Β΄ ενεπλάκη στα πράγματα της Ν. Ελλάδος και νίκησε στη Χαιρώνεια τους ενωμένους Θηβαίους, Αθηναίους, Κορινθίους και Φωκείς· οι Αργείοι δεν συμμετείχαν, διότι είχαν υπογράψει συνθήκη ειρήνης με τους Μακεδόνες και γενικά έτρεφαν φιλικά αισθήματα γι’ αυτούς· αργότερα συμμετείχαν στην εκστρατεία του Αλεξάνδρου Γ΄ κατά των Περσών. Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου Γ΄ το Άργος, η Σικυών, η Κόρινθος και οι πόλεις της Ακτής, παρακινημένες από τον Δημοσθένη, ανέλαβαν πόλεμο κατά των Μακεδόνων (Λαμιακός πόλεμος), αλλά νικήθηκαν από τον Αντίπατρο και, αφού υποτάχτηκαν, δέχτηκαν μακεδονική φρουρά. Στο Άργος η εξουσία μέχρι το 316 π.Χ. περιήλθε στους ολιγαρχικούς, ενώ πολλοί δημοκρατικοί εξορίστηκαν.

Το 305 π.Χ. ο Κάσσανδρος έγινε κύριος του Άργους και εμπιστεύθηκε τη «φύλαξή» του στον αδελφό του Πλείσταρχο. Δύο χρόνια αργότερα (303 π.Χ.) ο Δημήτριος Πολιορκητής εκδίωξε από εκεί τη φρουρά του Κασσάνδρου, μετά από σκληρή αντίσταση των πολιορκημένων. Το Άργος όμως είχε χάσει την παλαιά του δύναμη και είχε περιέλθει σε δεύτερης τάξης πόλη της Πελοποννήσου, ενώ αντίθετα η θρησκευτική ζωή στην Αργολίδα απέκτησε μεγαλύτερη σημασία. Οι Μακεδόνες ηγεμόνες παρέμειναν για αρκετό διάστημα στην πόλη και διηύθυναν τους αγώνες των Νεμείων και των Ηραίων, των οποίων η φήμη είχε εξέλθει των ορίων της ηπειρωτικής Ελλάδος.

Το α΄ τέταρτο του 3ου αι. π.Χ. στην Πελοπόννησο σχηματίστηκε η Αχαϊκή Συμπολιτεία υπό τον Άρατο. Η ειρήνευση, στην οποία εναπέθεσαν τις ελπίδες τους οι πόλεις της Πελοποννήσου μετά τη νίκη των Μακεδόνων στη Σελλασία (222 π.Χ.), δεν διατηρήθηκε για μεγάλο διάστημα.

Πέντε χρόνια αργότερα, η άφιξη του Φιλίππου Ε΄ στο Άργος έγινε δεκτή με ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Οι Μακεδόνες με τη συνεργασία των Αχαιών και με διαπραγματεύσεις με τη φρουρά της ακρόπολης του Άργους Λάρισας έθεσαν υπό την κατοχή τους το Άργος, γεγονός που αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα για τη Συμπολιτεία. Νέα τροπή πήραν τα πράγματα, όταν ο τύραννος της Σπάρτης Νάβις έγινε κύριος του Άργους, έστω και για σύντομο χρονικό διάστημα, διότι οι ρωμαϊκές λεγεώνες με αρχηγό τον ύπατο Τ. Φλαμινίνο μαζί με τη Συμπολιτεία κατάφεραν να το ελευθερώσουν (195 π.Χ.). Το καίριο χτύπημα για την Πελοπόννησο αλλά και για ολόκληρη την Ελλάδα δόθηκε, όταν ο Λ. Μόμμιος νίκησε τους Αχαιούς στην Κόρινθο, τη μετέβαλε σε ερείπια, κατέσφαξε και εξανδραπόδισε τους κατοίκους της. Το Άργος, στη συνέχεια, αποτέλεσε τμήμα της επαρχίας της Αχαΐας (146 π.Χ.), ενώ το 115/114 π.Χ. η Επίδαυρος και η Τροιζήνα έγιναν σύμμαχοι της Ρώμης.

Από το 44 π.Χ. και μετά η Κόρινθος έγινε έδρα του Ρωμαίου ανθυπάτου της επαρχίας της Αχαΐας. Αν και οι Ρωμαίοι κυρίευσαν αρκετές πόλεις και κατέλυσαν τα δημοκρατικά πολιτεύματα, ασκούσαν στους Έλληνες την επιρροή τους αρχικά και την κυριαρχία τους αργότερα, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ο ελληνικός τρόπος ζωής και ο ελληνικός πολιτισμός να παραμείνουν σε μεγάλο βαθμό ανεπηρέαστοι. Αρκετές φορές, όταν ανέκυπταν διενέξεις μεταξύ των ελληνικών πόλεων, αυτές αίρονταν με τη χρήση διαιτητών, ξένων προς τις ερίζουσες πόλεις, όπως διαπιστώνεται από ψηφίσματα πολιτικών παραγόντων πόλεων, που ευχαριστούν τους κατοίκους άλλης πόλης για την αποστολή διαιτητών.

Η Ελλάδα βέβαια από τον 1ο αι. π.Χ. άρχισε να αντιμετωπίζει δυσκολίες σε αρκετούς τομείς. Σημαντικό ρόλο φαίνεται ότι έπαιξαν οι πόλεμοι του 1ου αι. π.Χ., οι οποίοι μαίνονταν σε όλη την Ελλάδα, καθώς και η πειρατεία. Το 267 μ.Χ. το Άργος καταλήφθηκε από τους Γότθους, επί Ιουλιανού του Αποστάτη ήταν υποτελές στην Κόρινθο, και το 395 μ.Χ. κατακτήθηκε από τον Αλάριχο… (Από την εισαγωγή του τόμου)

 

Γεωργία Κατσαγάνη Βιογραφικο

 

Η Γεωργία Κατσαγανη γεννήθηκε στην Ανω Βασιλική Αιτωλ/νιας και εί­ναι κλασική φιλόλογος. Οι τίτλοι σπουδών της περιλαμβάνουν τα πτυχία Κλασικής Φιλολογίας, Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών, μεταπτυ­χιακό και διδακτορικό δίπλωμα του Πανεπιστημίου Αθηνών στην Αρχαία Ελληνική Φιλολογία.

Σήμερα κατέχει τη θέση Σχολικής Συμβούλου. Έχει συμμετασχει με ανα­κοινώσεις της σε διεθνή συνέδρια και έχει δημοσιεύσει άρθρα σε επιστημο­νικά περιοδικά. Το επιστημονικό ενδιαφέρον της εστιάζεται στον τομέα της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας και, κυρίως, της Επιγραφικής.

 

 Βιβλιοθήκη Σοφίας Ν. Σαριπόλου 

Η «Βιβλιοθήκη Σοφίας Σαριπόλου» εκδίδεται αδιαλείπτως εδώ και πενήντα σχεδόν χρόνια, από το 1968. Μεταξύ των εκδόσεών της, στο διάστημα των πέντε αυτών δεκαετιών, περιλαμβάνονται κορυφαίες μελέτες που έχουν αναγνωριστεί ως βασικά έργα αναφοράς στα επιστημονικά τους πεδία.

 

Η «Βιβλιοθήκη Σοφίας Ν. Σαριπόλου» εκδίδεται από τη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, χάρη στη χορηγία του ομώνυμου κληροδοτήματος. Η Σοφία Ν. Σαριπόλου (1916–1963), κόρη και εγγονή διαπρεπών καθηγητών της Νομικής μας Σχολής, δώρισε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ακίνητη περιουσία μεγάλης αξίας, της οποίας τα έσοδα προορίζονται για δύο σκοπούς: τη χορήγηση υποτροφιών σε πτυχιούχους της Φιλοσοφικής Σχολής για μεταπτυχιακές σπουδές και την έκδοση επιστημονικών μελετών γραμμένων από αποφοίτους της ίδιας σχολής. Η άνθιση της παιδείας και της πνευματικής ζωής στον τόπο μας ήταν ανέκαθεν συνδεδεμένη με τη γενναιοδωρία τέτοιων μεγάλων ευεργετών, που θεωρούσαν τιμή και χρέος τους να δαπανούν την προσωπική τους περιουσία για το καλό της χώρας.

Από το 1968, οπότε δημοσιεύτηκε ο πρώτος τόμος της Βιβλιοθήκης, έως σήμερα, έχουν εκδοθεί πάνω από εκατόν είκοσι βιβλία, κυρίως διατριβές επί διδακτορία και επί υφηγεσία, αλλά και ανεξάρτητες μονογραφίες, καθώς και συλλογικοί τόμοι. Τα δημοσιεύματα αυτά καλύπτουν ολόκληρο το φάσμα των επιστημονικών κλάδων που θεραπεύει η Φιλοσοφική Σχολή (αρχαία, μεσαιωνική και νέα ελληνική φιλολογία, ιστορία και αρχαιολογία όλων των περιόδων, λατινική φιλολογία, γλωσσολογία, φιλοσοφία, παιδαγωγική, ψυχολογία, θεατρολογία, λαογραφία, ιστορία της τέχνης, καθώς και νεότερες ξένες φιλολογίες). Τα περισσότερα είναι γραμμένα στα ελληνικά και έχουν συνεισφέρει σημαντικά στην καλλιέργεια του νεοελληνικού επιστημονικού λόγου. Δεν αποκλείονται, ωστόσο, άλλες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά). Μεταξύ των εκδόσεων της Βιβλιοθήκης περιλαμβάνονται κορυφαίες μελέτες, συνταγμένες από εξέχοντες ερευνητές, οι οποίες έχουν αναγνωριστεί διεθνώς ως έργα αναφοράς στα αντίστοιχα επιστημονικά πεδία. Εν γένει, παραπομπές και βιβλιοκρισίες για τα δημοσιεύματα της σειράς εμφανίζονται τακτικά σε ελληνικά και διεθνή έντυπα αναγνωρισμένου κύρους.

Η εκδοτική δραστηριότητα της Βιβλιοθήκης συνεχίζεται απτόητη, παρά τις δυσχερείς οικονομικές περιστάσεις του παρόντος. Η επιλογή των δημοσιευμάτων γίνεται με βάση τις εισηγήσεις ειδικών επιστημόνων-κριτών, οι οποίοι αποτιμούν τις μονογραφίες που υποβάλλονται προς έκδοση (“peer review”), σύμφωνα με το καθιερωμένο πλέον πρότυπο των αναγνωρισμένων διεθνών επιστημονικών σειρών. Οι ελληνόγλωσσες μελέτες συνοδεύονται από εκτενή περίληψη σε κάποια από τις κύριες ευρωπαϊκές γλώσσες. Στόχος είναι να διατηρηθούν και να ενισχυθούν οι βασικές αρετές που καθόρισαν τη φυσιογνωμία της σειράς ήδη από το ξεκίνημά της, πριν από πέντε σχεδόν δεκαετίες: η υψηλή ερευνητική ποιότητα και πρωτοτυπία των εργασιών, η συστηματική καλλιέργεια του νεοελληνικού επιστημονικού λόγου και η διεθνής προβολή των δημοσιευόμενων πορισμάτων. ( Ιωάννης Μ. Κωνσταντάκος)

Γεωργία Κ. Κατσαγάνη

Ταφή, ανάθεση, τιμή: έμμετρες επιγραφές της Αργολίδος από την Αρχαϊκή Εποχή έως την Ύστερη Αρχαιότητα.

Έκδοση: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2015. Σελίδες: 384.

ΙSBN: 9605260336

Read Full Post »

Η προέλευση του ονόματος ΆργοςΑπόστολος Β. Χατζηστέρης


 

Προσεγγίσεις στις πιθανές προελεύσεις και ερμηνείες της λέξης Άργος. Η διαχρονικότητα και η εμβέλεια διασποράς της ονομασίας.

 

Α. Εισαγωγή

 

«Βραχύ μοι στόμα πάντ’ αναγήσασθ’ όσων Αργείων έχει τέμενος μοίραν εσθλών…»

 «Ωστόσο η πνοή μου είναι αδύναμη όλες τις δόξες του Άργους ν’ αριθμήσω…»

(Πίνδαρος, Νεμ. 10,4)

 

Η γλώσσα που τελικά επικράτησε και μιλήθηκε στην αργειακή πεδιάδα κατά τα αρχαία ιστορικά χρόνια ήταν το ενιαίο και οργανωμένο γλωσσικό προϊόν που προέκυψε μετά τη διαχρονική φθορά της πελασγικής διαλέκτου. Τη γλώσσα αυτή έφεραν μαζί τους και χρησιμοποίησαν οι πρώτοι «γραμματισμένοι» επισκέπτες – και μετά μόνιμοι κάτοικοι- της πεδιάδας: οι Πελασγοί. [1]

Η βαθμιαία αλλοίωση της πλούσιας, σε λεξιλόγιο και εκφράσεις, ντόπιας πελασγικής γλώσσας ξεκίνησε αμέσως μετά την εμφάνιση στον κάμπο των «επικυρίαρχων» ελληνικών φίλων: [2] των Πρωτοαργείων (2300-2250 π.Χ.), των Δαναών (γύρω στο 2100 π.Χ.) και των Δωριέων (μετά το 1300 π.Χ.).

Η συνεχής «απορρόφηση» και παγίωση άφθονων λεκτικών στοιχείων και συντακτικών δομών, που ανήκαν στη γλώσσα των νεοφερμένων πρωτοελληνικών πληθυσμών, [3] «ανάγκασε» την πελασγική να «υποκύψει» και διαχρονικά να καταλήξει στην ομιλούμενη ελληνική ιδιότυπη αργείτικη διάλεκτο του 5ου π.Χ. αι.

Παράλληλα με την είσοδο των ελληνικών γλωσσικών όρων παρεισέφρησαν και «φώλιασαν» μέσα στη μάνα πελασγική και πολλά «γλωσσήματα» της σημιτικής – κυρίως της φοινικικής διαλέκτου. Ήταν το αποτέλεσμα της συχνότατης επαφής [4] – εμπορικής επικοινωνίας – του Άργους, με τους αναπτυγμένους, γλωσσικά και πολιτιστικά, ναυτικούς λαούς της ανατολικής Μεσογείου.

Έτσι, ήταν αρκετά δύσκολη η εργασία της ανακάλυψης των ορθών ριζών και ερμηνειών πολλών λέξεων, κυρίως τοπωνυμίων, της σημερινής ελληνικής γλώσσας και αρκετών της αρχαίας, χωρίς τη συνδρομή της πελασγικής ή ακόμα των σημιτικών. Δυστυχώς, η πρώτη είναι σήμερα νεκρή γλώσσα και οι άλλες δυσνόητες και δύσχρηστες για τους πολλούς. Χρειάζεται, λοιπόν, καλή διάθεση και καρτερία από τους αναγνώστες, όταν κάποιος – ειδικός στα θέματα – προσπαθώντας να εξηγήσει την προέλευση γεωγραφικών ονομάτων που συναντιούνται στην αργείτικη πεδιάδα, χρησιμοποιήσει άγνωστες ρίζες της λησμονημένης πελασγικής, μιας πανέμορφης γλώσσας, καλά κρυμμένης μέσα στον πλούσιο κόσμο του λεξιλογίου της σημερινής ελληνικής.

Τυπικό παράδειγμα αποτελούν οι λέξεις: Άργος, Αργώ, αργός, άργος κ.ά., που έχουν την ίδια φωνητική ή μορφολογική ομοιότητα «σημαίνοντος», αλλά διαφέρουν αισθητά στη σημασία (διαφορά «σημαινομένου»). Το ιδιότυπο αυτό γλωσσικό φαινόμενο, ειδικά για την προηγούμενη ομάδα λέξεων, έχει τις αρχές του στην ευρεία πελασγική γλώσσα [5] και στις δυσδιάκριτες γραμματικές διαφορές ορισμένων λεκτικών ριζών της.

Η δομή του κειμένου της μελέτης αρχίζει με την παράθεση αρχαίων τόπων και κύριων ονομάτων που συγκροτούν μια πλήρη συλλογή λέξεων μονών ή διπλών, στην αναφορά των οποίων απαντιέται το όνομα Άργος.

Ύστερα «ο καπετάνιος ανοίγεται σε βαθύ και ταραγμένο πέλαγος», όπως μπορεί να περιγράφει μια δυσχερής προσπάθεια προσέγγισης, διαλογής και παρουσίασης της γλωσσολογικής ερμηνείας άγνωστων λεκτικών ριζών της πελασγικής, από τις οποίες προέρχεται πλήθος συναφών λέξεων, ομόηχων και ομοιότυπων με το μόρφωμα ΑΡΓΟΣ, αλλά εντελώς διαφορετικής προέλευσης και σημασίας.

Στη συνέχεια της μελέτης «ο καπετάνιος ξαναγυρίζει στο απάνεμο, γαληνεμένο και οικείο λιμάνι», καθώς παρατίθενται όλες οι γραπτές μαρτυρίες, διαλεγμένες με προσοχή μέσα από την πλουσιοπάροχη σε πληροφορίες αρχαία ελληνική γραμματολογία, στις οποίες διαιωνίζεται η λέξη Άργος. Η ενότητα αυτή θα αποτελέσει το πιο ενδιαφέρον και ευχάριστο κομμάτι της εργασίας. Αμέσως θα γίνει αντιληπτή η εμβέλεια διάχυσης της φήμης του μυθικού ονόματος και διάδοσης της δόξας των ηρωικών τέκνων του δικού μας Άργους αυτής της δόξας που έφτασε, μυθοπλασμένη και χιλιοτραγουδισμένη, στα παράλια της Μικρασίας και μετασχηματίστηκε πάνω στη γραφίδα του χαρισματικού Ομήρου σε γραπτό ποιητικό λόγο και ειδικότερα στην Ε ραψωδία (Διομήδεια) της Ιλιάδας.

Στο τελείωμα της έρευνας θα εφαρμόσουμε την αρχή του εκλεκτικισμού. Θα διαλέξουμε δηλαδή ως πιθανότερη ερμηνεία, για το όνομα της περιοχής που κατοικούμε σήμερα, την πιο ταιριαστή ιδεατή συναρμογή με τη φυσική τοπογραφική θέση της πανάρχαιας πόλης: αυτής που χαρακτηρίστηκε σαν το «Ήρας θεοπρεπές δώμα» [6] και στολίστηκε με τόσα άλλα επίθετα, το ξακουστό ΑΡΓΟΣ.

Σκοπός αυτών των ερευνών είναι ένας και μόνος: η ενημέρωση των κατοίκων και φίλων της πόλης του Άργους για καθετί που αφορά την προϊστορία και ιστορία της. Ειδικότερα αυτή η μελέτη στοχεύει στην άντληση πληροφοριών, μυθικών ή ιστορικών, μέσα από ένα λαβύρινθο αναζήτησης της πιθανότερης προέλευσης του ονόματος ΑΡΓΟΣ.

 

Φανταστική απεικόνιση του Άργους. Άποψη του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα και τον ποταμό Ίναχο με το πολύτοξο γεφύρι. Ανιστόρητη χαλκογραφία, Johann Friedrich Gronovius,17ος αιώνας.

 

Β. Η συλλογή

  1. Οι τόποι

 

«Το δε Άργος τούτον τον χρόνον προείχε άπασι των εν τη νύν Ελλάδι καλεσμένη χώρη» [7]

 «Αυτά τα χρόνια το Άργος ήταν η πρώτη πόλη από εκείνες που βρίσκονται σήμερα στον τόπο, ο οποίος ονομάζεται Ελλάδα.»

 (Ηρόδοτος, Κλειώ ΑΙ)

 

Αγγίζοντας το τελείωμα του 17ου αιώνα, η ακμή του προϊστορικού Άργους έφθασε στην κορύφωσή της. Στα χρόνια αυτά, που ο μύθος ήθελε να βασιλεύει ο τελευταίος Ιναχίδης βασιλιάς Γελάνορας, η φήμη του ονόματος της πόλης επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον τότε γνωστό ελλαδικό ηπειρωτικό χώρο, λες και όλη η Ελλάδα ήταν μια επικράτεια με μητρόπολη το Άργος. Για την εποχή αυτή οι σύγχρονοι ιστορικοί – ερευνητές επιμένουν ότι πρέπει να επικράτησε γεωγραφική σύγχυση, από τους αρχαίους ιστορικούς της κλασικής εποχής, ως προς την πιστοποίηση και τον εντοπισμό αρκετών πόλεων και τοποθεσιών που είχαν άμεση σχέση με το μυθικό Άργος. Η αιτία ήταν ότι η ονομασία έχασε την εντοπισμένη γεωγραφική σημασία της και σήμαινε οποιοδήποτε σημείο από το Ταίναρο μέχρι τη Μακεδονία. Η φήμη εντάθηκε τόσο, ώστε κατάφερε να «διασχίσει» ανέγγιχτη ακόμα και αυτή την ένδοξη μυθική εποχή των γειτονικών Μυκηνών.

Ενισχύθηκε πάλι τη γεωμετρική εποχή, από τους Αργείους Δωριείς και «ταξίδεψε» αλώβητη στο περιβάλλον της Μικρασίας. Εκεί ο φωτισμένος νους των Ιώνων ποιητών έπλασε τα ενθυμήματα της αργειακής παράδοσης και από προφορικό λόγο τα διαμόρφωσε σε γραπτά αιώνια αριστουργήματα.

Την ίδια σχεδόν εποχή του 8ου π.Χ. αιώνα, η «χρυσή» εποχή του Φείδωνα και η εκτεταμένη επικράτεια του Άργους με τα ασαφή σύνορά της επέτειναν τη γεωγραφική σύγχυση. Έτσι είναι εντελώς φυσιολογικό το γεγονός ότι τα μισά σχεδόν έργα των κλασικών του 5ου π.Χ. αιώνα περιέχουν στις υποθέσεις τους «έργα και ημέρες» από τα μυθικά αριστουργήματα των μυθοπλαστών Αργείων Δωριέων. Λίγο αργότερα, η «σκαπάνη» του Μ. Αλεξάνδρου αποκάλυψε ομώνυμες με το Άργος πόλεις στις εσχατιές της Περσίας.

Η πληθώρα των τόπων, που σαν γεωγραφικοί όροι περιέχουν τη λέξη Άργος, συγκεντρώνεται σε μια συλλογή, όπου καταγράφονται με συντομία δύο πληροφορίες: ο εντοπισμός της περιοχής και η πιθανή χρονολογία πρώτης αναφοράς της. Είναι αμέσως φανερή η δύναμη ακτινοβολίας του ονόματος στα πέρατα, σχεδόν, του γνωστού τότε αρχαίου κόσμου.

  1. Η μητρόπολη της Αργολίδας. Μυθικά χρόνια.
  2. Αμφιλοχικόν Άργος, η μητρόπολη της ευρύτερης Αιτωλίας. Μυθική αποικία.
  3. Αχαϊκόν Άργος, ολόκληρο το κράτος του Αγαμέμνονα ή το σύνολο της αχαϊκής Πελοποννήσου. Ομηρικά χρόνια.
  4. Πελασγικόν Άργος, το κράτος του Αχιλλέα ή ολόκληρη η πεδινή Θεσσαλία. Ομηρικά χρόνια.
  5. Πόλη στο νησί Νίσυρο. Αποικία του 9ου π.Χ. αιώνα.
  6. Άργος των Πελασγών, πόλη στο νησί Κάλυμνος. Αποικία του 9ου π.Χ. αιώνα.
  7. Ίππιον Άργος, πόλη της Απουλίας του Λατίου (Ιταλία). Αποικία του 9ου π.Χ. αιώνα.
  8. Πόλη στο νησί των Φαιάκων. Αποικία του 9ου π.Χ. αιώνα.
  9. 0ρεστικόν Άργος, μητρόπολη της μακεδονικής Ορεστείας, 7ος αι. π.Χ.
  10. Πόλη της Κιλικίας (Μ. Ασία). Αποικία του 6ου π.Χ. αιώνα.
  11. Πόλη της Καρίας (Μ. Ασία). Αποικία του 6ου π.Χ. αιώνα.
  12. Πόλη της Τροιζηνίας. Αποικία του 6ου π.Χ. αιώνα.
  13. Ορεινό φρούριο της Καππαδοκίας (εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου), 4ος π.Χ. αιώνας.
  14. Αρκετές πόλεις στις εσχατιές της εκστρατείας του Μ. Αλεξάνδρου (γραπτές αναφορές των ιστοριογράφων που τον ακολούθησαν), 4ος π.Χ. αιώνας.
  15. Πόλη της Λοκρίδας. Αποικία, αβέβαιης χρονολόγησης.

  

  1. Τα κύρια ονόματα

 

«…Χάριτες,… Άργος υμνείτε. Φλέγεται δ’ αρεταίς μυρίαις, έργων θρασέων ένεκεν…» [8]

 «…Υμνείστε, ω Χάριτες, το Άργος. Δόξα άσβηστη καταυγάζει, χάρις στα κατορθώματα των μυριάδων πάντολμων τέκνων του…»

(Πίνδαρος, Νεμ. 10,2)

 

Στην εκτενέστατη μυθοπλασία και μυθογραφία, όπου συγκεντρώνεται ο πλούτος των παραδόσεων της Αργείας γης, συναντιούνται αρκετά κύρια ονόματα της ίδιας φωνητικής απόδοσης με τη λέξη Άργος αλλά με διαφορετική σημασία. Τα πρόσωπα αυτά πρωταγωνιστούν στα ανθολογήματα των μύθων που πλάστηκαν και διατηρήθηκαν από τους αγαθούς κατοίκους του αργειακού κάμπου, πριν ο ορθός λόγος τιθασεύσει τις υπέρμετρες φαντασιώσεις τους.

Η ταξινόμηση που ακολουθεί καταγράφει τα πρόσωπα αυτά και τα εκλεκτότερα μυθολογήματα που σχετίζονται με την παραμυθένια παρουσία τους. Η ετυμολόγηση των ονομάτων είναι κύριο θέμα έρευνας της επόμενης ενότητας.

α) Ο μυθικός βασιλιάς Άργος, ο τέταρτος στη σειρά του γένους των Ιναχιδών και ευεργέτης του λαού του Άργους. «Εκόμισε» από την εξωτική Αφρική το σπόρο του σταριού. «Εδίδαξε» το ψήσιμο του ψωμιού, το ημέρωμα των άγριων αλόγων των φερμένων από τη γη της Θεσσαλίας, τη συστηματοποίηση της κτηνοτροφίας και την τέχνη παρασκευής των προϊόντων της.

Η εποχή του «κατοπτρίζει» τη χρυσή εποχή της ακμής του μεσοελλαδικού Άργους και την αρχή της εμπορικο-πολιτιστικής σύνδεσής του με τους προηγμένους ναυτικούς λαούς της σημιτικής Ανατολής.

β) Ο Πανόπτης Άργος, ο μυθικός και ταγμένος φύλακας της Ιώς, της μο­ναχοθυγατέρας του μελαψού βασιλιά – θεού Ινάχου. Ανθρωπόμορφο, μελανό – δερμο τέρας, με χίλια φωτεινά μάτια, ακολουθούσε πιστά και παντού την κόρη, παρατηρώντας τα πάντα.

Η ανεξάντλητη απλοϊκή φαντασία των μυθοπλαστών κατοίκων της πλούσιας αργείτικης πεδιάδας «ζωγράφισε» τον τετράμορφο Πανόπτη Άργο πανομοιότυπο με το σκοτεινιασμένο ουράνιο θόλο τον γεμάτο αστροήλιους. Ο έναστρος ουρανός πάντα «προστατεύει» και «ορίζει» τη μηνιαία τροχιά και τις φάσεις της ποικιλόμορφης Ιώς, της φεγγαροθεάς των προϊστορικών Αργείων. Φαίνεται ότι ο μύθος του Πανόπτη Άργου «αντιφεγγίζει» κάποιες εμπειρικές αστρονομικές παρατηρήσεις των Αργείων αστρομαντών εκείνης της μυθικής εποχής.

γ) Ο Βουκόλος Άργος, ο απλοϊκός και αγαθός, προϊστορικός κάτοικος του κάμπου, που καταγινόταν με τις αγροτικές και κτηνοτροφικές φροντίδες. Ήταν, φαίνεται, το άλλο όνομα του γηγενή, του αυτόχθονα, που ζούσε έξω από το συνοικισμό του προϊστορικού Άργους, στα βοσκοτόπια της πεδιάδας.

Το όνομα αντιπροσωπεύει τον πληθυσμό του προελληνικού φύλου των Πελασγών που διαβιούσε στην ύπαιθρο, απομονωμένο και παραγκωνισμένο από τις οργανωμένες ομάδες των πρωτοελλήνων Αργείων. Αυτών που διεύρυναν τους οικισμούς στην πλούσια πεδιάδα και συστηματοποίησαν, με τους δικούς τους κανόνες, την πρωτοελληνική αργείτικη κοινωνία.

δ) Ο ναυπηγός Άργος, ο ξυλουργός κατασκευαστής της ταχύπλοης Αργώς. Μυθικός Αργείος θαλασσομαραγκός, έτρεξε στο κάλεσμα του Θεσσαλού πρίγκιπα Ιάσονα, σκαρώνοντας το πανάλαφρο πλεούμενο που πήγε και γύρισε τους Αργοναύτες από τη μακρινή μαυροθαλασσίτικη Κολχίδα.

Ο πρωτομάστορας Άργος εκπροσωπεί τους φημισμένους Αργείους τεχνίτες κι εργάτες της θάλασσας και την αξεπέραστη γνώση τους στη ναυπηγική τέχνη. Συγχρόνως αποκαλύπτει τα μυστικά της ευδοκίμησης του θαλάσσιου εμπορίου στο μεσοελλαδικό Άργος, που δεν ήταν άλλα από τον ικανότατο στόλο των ελαφρών πλοιαρίων και τις παράτολμες μετακινήσεις του στους εμπορικούς σταθμούς – λιμάνια των νησιών του Αιγαίου και των ακτών της Ανατολής. Εκεί οι Αργείτες εμποροκαπετάνιοι αντάλλασσαν τα φυσικά προϊόντα της πλούσιας αργειακής πεδιάδας και τα χειροτεχνήματα των στοιχειωδών βιοτεχνιών της πόλης και γύριζαν πίσω με τα αμπάρια γεμάτα με όλων των ειδών τα πολιτιστικά αγαθά της εξωτικής χώρας του Λεβάντε.

ε) Ο τετράποδος Άργος, ο μυθικός λευκόθωρος και ταχύτατος σκύλος του Οδυσσέα. Η καταγωγή του ονόματος και η προκύπτουσα σημασία του παρατίθενται στην επόμενη ενότητα.

 

Φανταστική απεικόνιση της πόλης του Άργους, Nicolas Gerbel, 1545.

 

Γ. Οι πιθανές προελεύσεις και ερμηνείες 

  1. Οι πελασγικές ρίζες

 

«Δαναός ο πεντήκοντα θυγατέρων πατήρ ελθών εις Άργος, ώκισ’ Ινάχου πό­λιν, Πελασγιώτας δ’ ωνομασμένους το πριν Δαναούς καλείσθαι νόμον έθηκαν Ελλάδα… [9]

 «Ο Δαναός, ο πατέρας με τις πενήντα κόρες, φτάνοντας στο Άργος παρέμεινε στην πόλη του Ινάχου, γι’ αυτούς, μάλιστα, που τους ονόμαζαν Πελασγούς λένε ότι εφάρμοσαν κανόνες (νόμους) στην Ελλάδα, προτού φανούν οι Δαναοί (οι Πρωτοαργείοι Έλληνες)…»

 (Στράβων Γεωγραφικά 2,21)

 

Η εργασία αναζήτησης των πιθανών προελεύσεων του ονόματος ΑΡΓΟΣ ήταν ορθό να αρχίσει από ρίζες λέξεων της μητρικής πελασγικής γλώσσας. Η επίπονη και επίμονη έρευνα αποκάλυψε διαχρονικές αλλοιώσεις κάποιων πρότυπων – αρχέγονων – ριζών, που προκάλεσαν λεκτικές διασπορές -μορφήματα- και διάφορες καταληκτικές σημασίες, αλλά και συνυπάρξεις εννοιών.

Το αποτέλεσμα της μακρόχρονης μελέτης ήταν, απρόσμενα, ανώτερο από το αναμενόμενο. Αναδύθηκαν και διαχωρίστηκαν όλα τα παρακλάδια – διασπορές – της λέξης που σχημάτισαν τις συλλογές των γεωγραφικών όρων και κύριων ονομάτων και καταχωρήθηκαν στην προηγούμενη ενότητα.

Οι παραλλαγές των ριζών που αναφέρονται, αριθμημένες, στη συνέχεια του κειμένου είναι απαλλαγμένες από πρόσθετα δυσνόητα γλωσσολογικά – σημασιολογικά στοιχεία. Υπάρχει μόνο μια μικρή επέκταση στα συμπεράσματα που προέκυψαν, που όλα όμως σχετίζονται με το κύριο θέμα της μελέτης. Οι επεξηγήσεις ήταν αναγκαίες, ώστε να καταφανεί η μοναδική ικανότητα της ζωντανής ελληνικής γλώσσας να παραλαμβάνει έτοιμη την πρώτη γλωσσική ύλη, να μεταπλάθει, μετασχηματίζει και ενδύει μία και μοναδική ρίζα με τόσους τρόπους, που να προκύπτουν διάφορες λέξεις με χωριστές και ευδιάκριτες έννοιες, χωρίς αοριστίες και αμφιβολίες στην έκφραση και γραφή τους.

  1. Από τη ρίζα «άργκι-ου» = έδρα βασιλιά, πρωτεύουσα χώρας, μητρόπολη, προέρχεται το όνομα «Άργος», που δόθηκε στις μεγαλύτερες σε πληθυσμό και όνομα πόλεις ξεχωριστών τόπων και επικρατειών στον ελλαδικό χώρο (Αμφιλοχικό, Ορεστικό κ.α.), αλλά και έξω απ’ αυτόν (Άργος στην Καρία, Κιλικία κ.α.). Την ίδια καταγωγή έχει και το όνομα του Άργου, του μυθικού βασιλιά της πανάρχαιας μητρόπολης της Αργολίδας.
  2. Από τη ρίζα «άρκ-ου» = αγρυπνώ, ξενυχτώ, κρατάω ανοιχτά τα μάτια, προέρχεται το όνομα του «Πανόπτη Άργου», του φύλακα της Ιώς, με τα μύρια μάτια, αλλά και το όνομα «Αργειφόντης» που δόθηκε στο θεό Ερμή, όταν σκότωσε τον Άργο τον Πανοραματικό (Πανόπτη) και απάλλαξε την Ιώ.
  3. Από τη ρίζα «Ηάρκ-ου» = αεικίνητος, ταχύς, ευέλικτος, ζωηρός, προέρχεται το όνομα του «Άργου», του πιστού σκύλου του Οδυσσέα, καθώς και η ονομασία της ταχύπλοης και ανάλαφρης «Αργώς» των Αργοναυτών.

Από την ίδια ρίζα προέρχεται και η λέξη «αργός», που στην αρχαία ελληνική σήμαινε το ζωηρόχρωμο, λαμπρό, στιλπνό, λευκόθωρο, άσπρο. Από εδώ προέρχεται η λέξη «άργυρος», μέταλλο ανοιχτόχρωμο, ακτινοβόλο, σχεδόν λευκό, αλλά και το ρήμα «αργαίνω» που στην αρχαία ελληνική σήμαινε λευκαίνω, ασπρίζω. Πρόσφατα, σε έγκυρο λεξικό, καταχωρήθηκε η άποψη ότι η ονομασία του προϊστορικού οικισμού του Άργους οφειλόταν στη «λευκή» απόχρωση που έπαιρνε ο κάμπος από τα απλωμένα στάχια τον καιρό του θερισμού. Το στοιχείο αυτό έρχεται σε αντίθεση με το πανέμορφο επίθετο «πολύπορος» (ξανθοκόκκι­νος), που δόθηκε στην πεδιάδα τα αρχαία χρόνια, δανεισμένο από το χρώμα των μεστωμένων σιταγρών (Ιλιάδα Ρ 756 και Αισχύλος, Ικετ. 555).

Οι προηγούμενες – φαινομενικά ξεχωριστές – έννοιες των λέξεων «ταχύς» και «λαμπρός» είναι πρακτικά συναφείς. Αρκεί να ανατρέξουμε στο γνωστό οπτικό φαινόμενο, όπου ένα σώμα ταχύτατα κινούμενο «φαίνεται» κα ξανοίγει το χρώμα του και στιγμιαία να απαστράπτει με συνεχή και έντονη οπτική εντύπωση.

      4. Από τη ρίζα «Fάργ-ου» = ευρύς χώρος, ομαλός τόπος, πεδιάδα, (οι ρηματικοί τύποι πλαταίνω, εκτείνομαι, ευρύνω, εξομαλύνω) προέρχεται το ρήμα της αρχαίας ελληνικής «ορέγω»* που σήμαινε την ευρεία πεδιάδα, την εκτεταμένη πεδινή χώρα.

Από την ίδια ρίζα προέρχεται και το επίθετο «άργος», που στην αρχαία ελληνική σήμαινε ο πεδινός, ο ομαλός, ώστε μερικοί ερευνητές να το σχετίζουν με τη λέξη «αγρός» ή «αγρότης». Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η θέση της σημασίας που είχε το κύριο όνομα του Βουκόλου Άργου, δηλαδή του αγρότη, του γεωργοκτηνοτρόφου.

  1. Από τη ρίζα «όργκι-ου»= αλιεύς, θαλασσινός, ασχολούμενος με τη ναυτιλία, προέρχεται ο «Άργος» ο ναυπηγός και επιβάτης της «Αργώς» των Αργοναυ­τών και «εκπρόσωπος» των ναυτικών – κατασκευαστών του ευκίνητου αργείτικου εμπορικού στόλου των μεσοελλαδικών χρόνων με τα λιγόβαρα σκαριά.

*=εκτείνω. Επίσης και ο γεωγραφικός όρος Φρυγία

 

  1. Η διχοστασία της ερμηνείας κάποιων γεωγραφικών επιθέτων.

 

«Άργος, άειδε θεά πολυδίψιον ένθεν άνακτες…»[10]

 «Τραγούδα θεά το πολυδιψασμένο Άργος, απ’ όπου βασιλιάδες (ξεκίνησαν)…»

(Αισχύλος, Επτά επί Θήβας 35)

 

Η ερμηνεία των περισσότερων γεωγραφικών επιθέτων που συνοδεύουν τη λέξη ΑΡΓΟΣ φαίνεται να συμφωνεί με την περίπτωση Γ(1), που αναπτύχθηκε στην προηγούμενη ενότητα. Όμως, οι γραπτές μαρτυρίες της αρχαίας ελληνικής γραμματολογίας περιέχουν ορισμένα από αυτά που προκάλεσαν διάσταση απόψεων σχετικά με τον εντοπισμό και το γεωγραφικό προσδιορισμό των συγκεκριμένων τόπων, στους οποίους αναφέρονται. Μετά το πεδίο της αναζήτησης και διασάφησης ακολουθεί η παράθεση των σπουδαιότερων περιπτώσεων και οι διάφορες απόψεις που διατυπώθηκαν για καθεμιά.

α) Η πανελλαδική διασπορά της φήμης του Άργους, όπως έφτασε στην Ιωνία, φαίνεται ότι παρέσυρε ακόμα και τον πολυταξιδεμένο Όμηρο. Ο εμπνευσμένος ποιητής, σε αρκετά σημεία των επών του, εκθειάζει το Άργος και το αναγορεύει σε μητρόπολη ολόκληρης της ελληνικής επικράτειας, τους Αργείους μάλιστα σε αντιπροσώπους της ελληνικής φυλής. Δικαιολογημένα, λοιπόν, η παράδοση τον ήθελε να κατάγεται από το Άργος ή τουλάχιστον να επισκέφθηκε τα χώματά του. Θαμπωμένος από το φως και τη δόξα της πόλης, παραδέχτηκε σε πολλά σημεία του κειμένου των επών ότι οι έννοιες Άργος και Ελλάδα ήταν ταυτόσημες γεωγραφικά και εθνολογικά.

Αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι η λέξη ΑΡΓΌΣ καταμετρήθηκε εκατοντάδες φορές, ενώ η λέξη Ελλάδα μόνο δύο (οι Έλληνες αναφέρονται ως θεσσαλικά φύλα). Έτσι, όταν αναφέρεται η λέξη, παράλληλα αναδύεται το πρόβλημα προσδιορισμού του τόπου που υπονοείται γεωγραφικά. Η δυσκολία είναι εντονότερη, όταν το κείμενο δεν ακολουθείται από συνοδευτικά επικουρικά στοιχεία άμεσου εντοπισμού του τόπου. Το φαινόμενο επαναλαμβάνεται πάμπολλες φορές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, από τα πιο εντυπωσιακά, είναι το παρακάτω. Στην Οδύσσεια (α 282-384) η Πηνελόπη υπενθυμίζει προς τον ποιητή και υμνωδό Φήμιο: «η δόξα του Οδυσσέα είναι απέραντη, απλωμένη στην Ελλάδα και μέσα στο Άργος». Οι ομηριστές φιλόλογοι, μετά από πολλές διαβουλεύσεις, δέχτηκαν ότι ο όρος Άργος δήλωνε ολόκληρη την Πελοπόννησο, οπότε Ελλάδα ήταν ο υπόλοιπος ελλαδικός χώρος.

β) Στην Ιλιάδα αναφέρεται ο γεωγραφικός όρος «Πελασγικόν Άργος»: «… όσσοι το Πελασγικόν Άργος έναιον:.. [11] …των αύ πεντήκοντα νεών ήν αρχός Αχιλλεύς»… [12]

Ο εντοπισμός της τοποθεσίας, που όριζε αυτός ο όρος, προκάλεσε ατέλειωτες συζητήσεις μεταξύ των φιλολόγων ομηριστών. Μερικοί δέχτηκαν την εξήγηση Γ(1)1, οπότε το Πελασγικό Άργος πρέπει να σήμαινε την πρωτεύουσα, την έδρα των Πελασγών που είχαν αρχηγό – ηγεμόνα τον Αχαιό Αχιλλέα, κάποια πόλη δηλαδή της Θεσσαλίας, ίσως κοντά στη σημερινή Λάρισα.

Άλλοι προτίμησαν την ερμηνεία Γ(1)4 ως λογικότερη, οπότε ο όρος παρέπεμπε στη θεσσαλική πεδιάδα ή σε ολόκληρη την αχαϊκή πεδινή επικράτεια του Αχιλλέα κάπως νοτιότερα της Θεσσαλίας.

Οι υπόλοιποι θεώρησαν τον όρο δανεικό, προερχόμενο από το Άργος της Πελοποννήσου. Στήριξαν την άποψή τους στο γεγονός ότι εκτός του Ομήρου και ο τραγικός Ευριπίδης, πολύ αργότερα στην τραγωδία «Φοίνισσαι», [13] ανέφερε το όνομα με σαφή υπόδειξη την πατρίδα των «Εφτά Πολέμαρχων», το Άργος: «Άργος ώ Πελασγικόν, δειμένω τάν σάν αλκάν και το θεόθεν… [14]». (Ευριπ. Φοίνισσαι 256-257).

Μία άλλη αναφορά του όρου «Πελασγικόν Άργος» περιέχεται σε αυθόρμητο(;) χαρακτηρισμό – απάντηση που χρησμοδότησε το μαντείο των Δελφών, ο οποίος τοποθετούσε στην πρώτη θέση την πολεμικότητα των Αργείων:

«Γαίης μέν πάσης τό Πελασγικόν Άργος άμεινον…» [15] (Πυθία)

Στο επίθετο αναγνωρίζεται αναμφίβολα το δωρικό Άργος της Πελοποννήσου.

 Τέλος, ο Στράβων, προσδιορίζοντας τους τόπους κατοικίας των Πελασγών στον ελλαδικό χώρο, πήρε ξεκάθαρη θέση στον εντοπισμό του «Πελασγικού Άργους» και καθόρισε ότι: «…και το Πελασγικόν Άργος ή Θετταλία λέγεται, το μεταξύ των εκβολών τού Πηνειού και των Θερμοπυλών, έως της ορεινής της κατά Πίνδον…» (Στράβων, Γεωγραφικά 2,21).

γ) Στο περιεχόμενο των ομηρικών επών συναντιέται και ο όρος «Αχαϊκόν Άργος». [16] Φαίνεται ότι ο χαρισματικός ποιητής υποχρεώθηκε να «επινοήσει» αυτό το επίθετο για διάκριση από το «Πελασγικόν», μιας και ο εντοπισμός της τοποθεσίας είναι εντελώς διαφορετικός. Με τον όρο «Αχαϊκόν Άργος» ο Όμηρος εννοεί τη μυκηναϊκή επικράτεια του βασιλιά Αγαμέμνονα ή ολόκληρη την αχαϊκή Πελοπόννησο.

 Ο Διονύσιος Αλικαρνασσεύς (1ος π.Χ. -1ος μ.Χ. αι.) μιμήθηκε τον Όμηρο, καθώς αναφέροντας τον όρο Αχαϊκό Άργος εδήλωνε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Όμως, συγχέοντας τα πράγματα, όρισε τη γη του Πέλοπα ως κοιτίδα των αρχέγονων προελλήνων Πελασγών: «…ούτοι αυτόχθονες όντες ώκησαν το πρώτον το Αχαϊκόν Άργος … μετέπειτα δε Θεσσαλίαν … πολλής και αγαθής χώρας κρατήσαντες…» (Διον. Αλικαρν., Ρωμαϊκή Αρχαιολογία α 11-26)

δ) Πολύ σπάνια συναντιέται και το επίθετο «Αργόλας», [17] που σήμαινε τον Αργείο στρατιώτη ή ολόκληρο τον αργειακό στρατό.

ε) Μοναδική πληροφορία για τη γραφή του ονόματος Άργος εκτός της επικράτειάς του μας παρέδωσε ο Στράβων. [18] Περιδιαβαίνοντας τα μέρη της Στερεάς Ελλάδας, συνάντησε στη Λοκρίδα τη Φαρυγεία, αργειακή αποικία. Συγκεκριμένα έγραψε (1ος αι. π.Χ.): «…καλείται δε νυν Φαρύγαι ίδρυται δ’ αυτόθι Ήρας Φαρυγαίας ιερόν από τής έν Φαρύγαις τής Αργείας καί δή καί αποικοί φασιν είναι τών Αργείων». [19]

Γίνεται λοιπόν φανερό ότι παλαιότερα (6ος π.Χ. αι.) η λέξη Άργος γραφόταν ως «Fάργ-ος» και η αργεία Ήρα «Fαργ-εία». Στα κατοπινά χρόνια η μορφή αυτή καταργήθηκε στη μητρόπολη, καθώς η εξέλιξη της γραφής συνεχίστηκε, για να καταλήξει στην ιδιωματική αργείτικη γραφή του 4ος π.Χ. αι. Όμως, στις αποικίες οι μεταλλαγές στο γράψιμο ήταν σχεδόν μηδενικές, ακόμα και μέχρι τα χρόνια του Στράβωνα αι. π.Χ.).

 

Δ. Η ολοκλήρωση

Η εκλογή

 

«…Αργείος ανακαλούμενος…»[20]

  «…Αργείος ονομαζόμενος (καταγόμενος από το Άργος)…»

 (Σοφοκλής, Ηλέκτρα 683)

 

Το τελείωμα της επίμονης αναζήτησης και του μακρόχρονου στοχασμού για το ξεδιάλεγμα των ορθών ριζών και ερμηνειών της λέξης ΑΡΓΟΣ, αποκάλυψε ένα δαιδαλώδες δημιούργημα απόψεων και συμπερασμάτων, ένα πολύπλοκο λεκτικό κατασκεύασμα. Διαφορετικές μορφές γραφών και γλωσσικών προελεύσεων, πάντα διανθισμένων με ελκυστικές ερμηνείες και εξωτικές προσεγγίσεις.

Η ερώτηση είναι αυθόρμητη: «Ποια απ’ όλες τις ερμηνείες ταιριάζει για το δικό μας Άργος;» Η απόκριση είναι μοναδική και απρόβλεπτη:«Όλες!» Αναλύοντας τις συνθήκες ίδρυσης του προϊστορικού συνοικισμού και ακολουθώντας τη διαιώνιση της μυθικής και ιστορικής πορείας της πανάρχαιας πόλης, διαπιστώνουμε ότι σχεδόν όλες οι απόψεις συνδυάζονται και συναρμόζονται με κάποιο ή κάποια από τα μυθιστορικά γεγονότα στη μακραίωνη ύπαρξή της. Οι ελάχιστες που παρεκκλίνουν ανταποκρίνονται ακριβώς στις μορφές της φυσικογεωλογικής τοποθεσίας της.

Περιορίζοντας τη γενικότητα της ερώτησης, η μετατροπή της είναι ριζική: «Ποια περίπτωση αξιολογείται ως πιθανότερη;» Το μοναδικό σίγουρο βοήθημα και μέσο επιλογής είναι το αλάνθαστο κριτήριο που παρέχει η παρατήρηση του επικρατέστερου γεωγραφικού γνωρίσματος του γύρω χώρου. Απ’ όλες τις αισθήσεις η όραση είναι εκείνη που καθοδηγεί και καθορίζει με βεβαιότητα. Είναι αυτή που διεγείρει, στο μεγαλύτερο βαθμό, το μηχανισμό της νόησης και τον αναγκάζει να καταλήξει στην ολοκλήρωση της γνώσης: ΑΡΓΟΣ = ΠΕΔΙΑΔΑ. Τελική επιλογή η περίπτωση Γ(1)4.

Πράγματι το εντυπωσιακότερο γεωλογικό στοιχείο στον περιβάλλοντα χώρο του διαχρονικού Άργους ήταν και είναι η πανέμορφη πεδιάδα του, αυτή που ο χαρισματικός Μικρασιάτης ποιητής στόλισε με τον επινοηματικό χαρακτηρισμό: «ούθαρ αρούρης», [21] δηλαδή «μαστάρι της γης» (ζωοδότρα γη).

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Το ινδοευρωπαϊκό φύλο των Πελασγών πρωτομπήκε στην αργειακή πεδιάδα γύρω στο 2800 π.Χ., με τελευταίο σταθμό και αρχή διασποράς στον ελληνικό χώρο τον κάμπο της σημερινής Θεσσαλίας. Ήταν λαός συγγενής των πρωτο­ελληνικών φύλων.

[2] Χατζηστέρης Α., «Τα προ των Αχαιών Ελληνικά Φύλα στην Αργειακή Πεδιάδα» Μελέτη υ.έ., ΑΡΓΟΣ 2003.

[3] Οι Αχαιοί – ινδοευρωπαϊκό ελληνικό φύλλο – άρχισαν, πολύ αραιά στην αρχή, να εμφανίζονται στον κάμπο μετά το 1900 π.Χ., διαβαίνοντας τα βόρεια στενά και δύσβατα περάσματα του όρους Τρητού και εγκαταστάθηκαν στα ΒΑ της πεδιάδας. Εκεί, θεληματικά απομονωμένοι, τελειοποίησαν την ελληνική «μυκηναϊκή» γλώσσα, την οποία, από το 1550 π.Χ. περίπου, άρχισαν να αποτυπώνουν στις «οικονομικο-απογραφικές» πήλινες πινακίδες της Γραμμικής Β γραφής τους. Το γειτονικά «άσπονδο» Άργος φαίνεται ότι δεν επηρεάστηκε γλωσσικά από τους «νεόκοπους» πολιτιστικά Μυκηναίους, ακόμα και στα χρόνια της «πολύχρυσης Μυκήνης». Την εποχή αυτή στο Άργος μιλιόταν ένα παρεφθαρμένο κατάλοιπο της πελασγικής, ενισχυμένο έντονα με άφθονα στοιχεία της πρωτοελληνικής γλώσσας.

[4] Οι επαφές του Άργους και των λαών του Λεβάντ(ε) άρχισαν με την αρχή της 2ης π.Χ. χιλιετίας. Οι εμπορικές και πολιτιστικές ανταλλαγές κορυφώθηκαν γύρω στο 1700 π.Χ.

[5] Περισσότερες λεπτομέρειες: Ελευθεριάδης Ν.Π. «Η Πελασγική Ελλάς», ΑΘΗΝΑΙ 1931.

[6] Πίνδαρος, Νεμ. 10,2 Ο πολυταξιδεμένος στο Άργος λυρικός ποιητής (522-442 π.Χ.) «χαρίζει» στην πόλη ομορφοπλασμένα κοσμητικά επίθετα, τονίζοντας τη θεόσταλτη αγάπη της προστάτιδάς της Ήρας. Χαρακτηρίζει την πόλη ως κατοικία της θεάς, εννοώντας το ναό του Ηραίου, όπου η Ήρα λατρευόταν με τελετές αντάξιες της θεϊκής καταγωγής της.

[7] Ο Ηρόδοτος (485 – μετά το 425 π.Χ.) εγκωμιάζει το Άργος και τη φήμη του, αναπολώντας τα χρόνια της ύστερης μεσοελλαδικής εποχής (1750-1600 π.Χ.), όταν η πόλη έφτασε σε μεγάλο βαθμό ανάπτυξης. Η περιεκτική σε μυθοπλασίες αργειακή παράδοση μας πληροφορεί ότι η καταγωγή των περισσότερων ηγεμόνων των ελληνικών πόλεων, καθώς και πολλών των εκτός της Ελλάδας λαών, ήταν την εποχή αυτή από το Άργος. Η πρώιμη σχέση της πόλης προς όλες τις κατευθύνσεις, με τους ηγεμόνες ολόκληρου του γνωστού κόσμου της μέσης χαλκοκρατίας, συνηγορεί με την άποψη ότι το Άργος κατείχε την πρώτη θέση μεταξύ των πόλεων της Ελλάδας και ήταν πολύ σημαντική διεθνώς.

[8] Ο μέγας λυρικός ποιητής Πίνδαρος (522-442 π.Χ.) εξυμνεί τα παράτολμα κατορθώματα των τέκνων του Άργους και ειδικότερα του αθλητή της πάλης Θεαίου, που νίκησε στους αγώνες των Νεμεών. Χρονολογία, γύρω στο 500 π.Χ. Τόπος, το Άργος. Την εποχή αυτή πολλά ονόματα επιφανών Ελλήνων ανήκαν σε Αργείους διασκορπισμένους μακριά από τον τόπο καταγωγής τους.

[9] Ο ιστορικός και γεωγράφος Στράβων (65 π.Χ.-23μ.Χ.) «προσεγγίζει» την προϊστορία της αργειακής γης, μνημονεύοντας ως πρώτους κατοίκους της τους Πελασγούς. Προσδιορίζει, μάλιστα, το χρόνο κατοίκησης με ακρίβεια, συγκρίνοντάς τον με τη μεταγενέστερη εποχή άφιξης των Δαναών (Πρωτοαργείων). Η φράση «νόμον έθηκαν Ελλάδα» περιέχει σύντομο όσο και περιεκτικό νόημα, που μπορεί να συνοψιστεί σε κάποιο τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των κοινωνικών δομών μιας πρωτόγονης συνάθροισης ατόμων στην αργειακή πεδιάδα (αρχές Πρωτοελλαδικής εποχής, 2800 π.Χ. περίπου).

[10] Ο άγνωστος ποιητής του χαμένου έπους της «θηβαϊδας» (8ος π.Χ. αι.) «παροτρύνει» τη θεά να τραγουδήσει για το πολυδιψασμένο Άργος και τους εφτά στρατηγούς της, που ξεκίνησαν ενάντια στην εφτάπορτη Θήβα. Ο τραγικός Αισχύλος (525 – 456 π.Χ.) «ενσωμάτωσε» το απόσπασμα αυτό στο έργο του «Επτά επί Θήβας». Το συγκεκριμένο επίθετο «πολυδίψιον» σίγουρα αναφέρεται στο δικό μας Άργος. Υπάρχουν όμως επίθετα, κυρίως γεωγραφικά, που προηγούνται ή ακολουθούν τη λέξη, χωρίς να «εντοπίζουν» την Αργολίδα.

[11] Ιλιάδα, Β 681. «όσοι κατοικούσαν το Πελασγικό Άργος.»

[12] Ιλιάδα, Β 685. Εδώ εντάσσεται η πληροφορία της διάθεσης πενήντα καραβιών από την επικράτεια του Αχιλλέα για τη μεταφορά του στρατού στα μικρασιατικά παράλια της Τροίας: «…τούτων βέβαια των πενήντα καραβιών ήταν επικεφαλής ο Αχιλλεύς…».

[13] O Ευριπίδης (485-406 π.Χ.) έγραψε την τραγωδία το 408 π.Χ.

[14] Η υπέροχη μετάφραση του κειμένου: «Ω Άργος των Πελασγών, φοβάμαι τη δύναμή σου και την εύνοια των θεών (που έχεις)». Οι υπερασπιστές της εφτάπυλης Θήβας ομολογούν έντρομοι το δέος που αισθάνονται μπροστά στη θεά του πάνοπλου αργειακού στρατού των εφτά στρατηγών, που είναι στρατοπεδευμένος στον κάμπο, λίγο πιο έξω από τα θεόρατα τείχη της Καδμείας πόλης.

[15] «Απ’ όλες τις πόλεις της γης (Ελλάδας) το Άργος των Πελασγών (είναι) το καλύτερο (πολεμικότερο)». Μετά την τελική επικράτηση των Δωριέων στην Πελοπόννησο (γύρω στο 1100 π.Χ.) η ονομασία «Πελασγικό Άργος» φαίνεται ότι εξακολουθούσε να διατηρείται ανέπαφη, ακόμα και στα μετέπειτα ιστορικά χρόνια. Οι δωρικές πελοποννησιακές πόλεις Άργος, Κόρινθος, Λακεδαίμων, Μεγαρίς κ.ά. συναγωνίζονταν σε πολεμικότητα, κύριο χαρακτηριστικό τους. Κάποτε οι Μεγαρείς, γύρω στο 530 π.Χ. μετά από μια νικηφόρα μάχη ενάντια στους Αθηναίους, ρώτησαν την Πυθία: «Τίνες κρείττονες είεν των Ελλήνων;» Τότε πήραν την προηγούμενη απάντηση – όχι χρησμό διφορούμενο – που κατέτασσε πρώτο το Άργος και μετά τη Λακεδαίμονα. Όσον αφορά τους Μεγαρείς, η κατάληξη του κειμένου ήταν απρόβλεπτη: «…υμείς δ’ ώ Μεγαρήες, ουδέ τρίτοι, ουδέ τέταρτοι, ουδέ δυωδεκαταίοι ούτ’ έν λόγω ούτ’ εν αριθμώ».

[16] Ιλιάς I 141 και I 283

[17] «Πυραίθει στρατός Αργόλας» (Ευριπίδης, Ρήσος 41 και Αριστοφάνης, Αποσπ. 284) δηλαδή: «Ανάβει φωτιές ο στρατός των Αργείων». Μερικοί ομηριστές εξέφρασαν την άποψη ότι με το επίθετο «Αργόλας» ο Ευριπίδης μιμήθηκε τον Όμηρο και την συνήθειά του να περιλαμβάνει ολόκληρο τον ελληνικό στρατό μέσα στη γενικότερη έννοια της λέξης. Ο Ρήσος ήταν βασιλεύς των Θρακών, σύμμαχος των Τρώων.

[18] Στράβων Γεωγραφικά 4,26

[19] «…τώρα δε (η πόλη) ονομάζεται Φαρυγεία. Εδώ ιδρύθηκε ναός αφιερωμένος στη Φαρυγεία Ήρα, όπως με το ναό της Φαρυγείας στο Άργος Μάλιστα (οι κάτοικοι) λένε ότι είναι άποικοι των Αργείων».

Η γλωσσολογική μετάλλαξη – διερεύνηση της λέξης «αργεία» σε «Φαρυγεία» έχει δυσνόητη εξήγηση και παραλείπεται. Μέχρι τις μέρες μας η θέση της αρχαίας Φαρυγείας δεν έχει εντοπισθεί με σιγουριά, ώστε οι χρονολογήσεις που ενδιαφέρουν να είναι απόλυτα ακριβείς.

[20] Ο Ορέστης συστήνεται στην αδελφή του Ηλέκτρα και αυτή τον αναγνωρίζει. Από μικρή παιδούλα τον περίμενε να γυρίσει στο παλάτι και να εκδικηθεί τους δολοφόνους του πατέρα τους. Στα χρόνια του Σοφοκλή (496-406 π.Χ.) το ένδοξο όνομα της «πολύχρυσης Μυκήνης» μισοξεχάστηκε. Οι ποιητές της εποχής αναγνώριζαν ως Αργείους ακόμα και γνήσια τέκνα των Μυκηνών. Το Άργος του 5ου π.Χ. αι. ήταν μια αναγνωρισμένη από όλους τους Έλληνες ισχυρή δωρική πόλη με μεγάλη επικράτεια, σε αντίθεση με τις Μυκήνες που αποτελούσαν μικρή κώμη.

[21] Ιλιάς I 243.

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία


 

Α’ Ελληνική

  • Δορμπαράκης Π., «Λεξικό Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας», Αθήναι 1971.
  • Ελευθεριάδης Ν. Π., «Η Πελασγική Ελλάς», Αθήναι 1931.
  • Κακριδής I., «Ελληνική Μυθολογία», Τόμοι II, III, IV Αθήνα 1986.
  • Κιουπκκλής Κ., «Οι Δωριείς, οι Πελασγοί Αρκάδες, ο Ηρόδοτος», Περιοδικό Ιστορία. Απρίλιος 1973.
  • Μπαμπινιώτης Γ., «Λεξικό Ν. Ελληνικής Γλώσσας», Αθήνα 1997.
  • Μυλωνάς Γ., «Η Νεολιθική Εποχή εν Ελλάδι», Αθήναι 1928.
  • Συριόπουλος Κ. Θ., «Η Προϊστορία της Πελοποννήσου», Αθήναι 1964.
  • Συριόπουλος Κ. Θ., «Οι Μεταβατικοί Χρόνοι από τη Μυκηναϊκή εις την Αρχαϊκή Περίοδο», Αθήναι 1983.
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία (52 τόμοι), Εκδ. ΠΑΠΥΡΟΣ, Αθήνα 1995.
  • Liddel Η. – Scott R., «Μέγα λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης», Αθήναι 1970.

 

 ΒΞένη

 

  • Allen T.W., «Argos in Homer», G. Q 1909 81-90.
  • Caskey J. L., «The early Helladic Period in the Argolid», Hesperia 26. 1960.
  • Cooldstream J. N., «Geometric Greece», London 1977.
  • Crossland R. A., «Immigrants from the North», Cambridge 1967.
  • Desporough V. R., «The last Mycenaeans and their Successors», Oxford 1964.
  • Georgiev P., «Greek Indoeuropeans Toponyms with Greek Origin», Oxford 1972.
  • Gimbutas M., «The beginning of the Bronze Age in Europe and the Indoeuropeans», (3500-2500 b.C.) Ox­ford 1973,
  • Hall H., «The Civilization of Greece in the Bronze Age», London 1928.
  • Huxley G., «Argos et les Derniers Temenides», Paris 1958.
  • Hoffmann J. B., «Ετυμολογικό Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας», Αθήναι 1970.
  • Kelly Th., «A History of Argos to 500 b.C.», University of Minneapolis 1976.
  • Lichinson O., «The origins of the Mycenaean Civilization», Coteborg 1977.
  • Myres J. L., «Who were the Greeks», Berkeley 1930.
  • Musti D., «Le Origin! dei Greci Dorie Modo Egeo», Roma 1985.
  • Sakellariou M.,
  1. «Dialectes et Ethne Grecs a l’ Age du Bronze», Thessalonica 1973.
  2. «Pelasqes et Autres Peuples Indo – Europeens en Grece a l’ Age du Bronze», Thessalonika 1975.
  3. « Peuples Prehelleniques d’ Origine Inoeuropeanne » Athens 1977
  • Tomlinson F. A., «Argos and the Argolid», London 1972.
  • Van Windekens A. J., «Le pelasqique», Amsterdam 1952.
  • Zerner K., «The Beginning of the Middle Helladic Period at Lerna», N. Carolina 1978.

 

Απόστολος Β. Χατζηστέρης

 Άργος, Ιούνιος 2004

Αργειακή Γη, Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, τεύχος 2, Δεκέμβριος, 2004.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το Ναύπλιο και η αγροτική του ενδοχώρα τον 19ο αιώνα – Εύη Καρούζου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Αν στηριχθεί κάποιος μόνο στα στατιστικά στοιχεία που αφορούν στην πόλη του Ναυπλίου τον 19ο αιώνα – πληθυσμιακά ή οικονομικά –, τότε είναι πολύ πιθανό να σχηματίσει την εικόνα μιας πόλης που βρίσκεται σε στασιμότητα ή ακόμη και σε παρακμή. Όμως, όσο και αν θέλουμε να εστιάσουμε στην πόλη και τους ανθρώπους της, η πόλη δεν υπάρχει χωρίς την ενδοχώρα της, ακόμη και αν η ενδοχώρα αυτή βρίσκεται πολλά χιλιόμετρα μακριά από τις παρυφές της πόλης.

Μια πόλη χαρακτηρίζεται ως κεντρικό σημείο ενός τόπου, εφόσον είναι σε θέση να προσφέρει στον πληθυσμό της ευρύτερης περιοχής μια σειρά από αγαθά και υπηρεσίες που δεν μπορεί να προσφέρει καμία άλλη πληθυσμιακή συγκέντρωση στην ίδια περιοχή, σε κόστος το οποίο δεν πρέπει να ξεπερνάει ένα συγκεκριμένο ύψος και να γίνεται ασύμφορο για τον δέκτη των υπηρεσιών. Το Ναύπλιο πληροί αυτές τις προδιαγραφές σε ό,τι αφορά στις διοικητικές και δικαστικές υπηρεσίες. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι το Ναύπλιο είναι έδρα Εφετείου, στο οποίο υπάγονται τα Πρωτοδικεία Ναυπλίου, Τρι­πόλεως, Σπάρτης, Καλαμών και Κυπαρισσίας, προσδιορίζει την κίνηση του πληθυσμού, ακόμη και των πιο απομακρυσμένων περιοχών, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να επισκεφθεί το Ναύπλιο, ακόμη και αν για όλες τις υπόλοιπες συναλλαγές του καταφεύγει σε πλησιέστερες πληθυσμιακές συγκεντρώσεις. Επομένως, για να μελετήσουμε καλύτερα το Ναύπλιο είναι αναγκαίο να δού­με την ενδοχώρα του ή, πιο σωστά τις ενδοχώρες του. Η διοικητική ενδοχώ­ρα της πόλης είναι λίγο-πολύ αυτονόητη, παρόλο που οι μετατοπίσεις της υποδηλώνουν την προσπάθεια προσαρμογής της διοίκησης στα δεδομένα που δημιουργούν οι άλλες ενδοχώρες της πόλης. Εκείνο με το οποίο είναι αναγκαίο να ξεκινήσουμε, είναι να προσδιορίσουμε δημογραφικά την ενδοχώρα της πόλης και, ακολούθως, να εξετάσουμε ποιο είναι το πληθυσμιακό μέγεθος της Επαρχίας Ναυπλίας, ποιον πληθυσμό, δηλαδή, πρέπει να εξυπηρετήσουν οι υπηρεσίες του Ναυπλίου. Στη συνέχεια, θα πρέπει να προσδιορίσουμε την οικονομική φυσιογνωμία αυτής της ενδοχώρας.

Το 1851 ο Ιάκωβος Ρίζος Ραγκαβής αναφέρει στα Ελληνικά του ότι η Επαρχία Ναυπλίας αποτελείται από 4 Δήμους: Ναυπλίας, Νέας Επιδαύρου, Μινώας και Μηδείας. Το μεγαλύτερο τμήμα του Δήμου Ναυπλίας και μέ­ρος του Δήμου Μηδείας βρίσκονται στην αργολική πεδιάδα, ενώ τα υπόλοιπα χωριά είναι ημιορεινά ή ορεινά.

Πέρασμα στο Κατσίγκρι, Chr. Wordsworth, 1839.

Ο πολυπληθέστερος Δήμος είναι εκείνος των Ναυπλιέων, αφού περιλαμβάνει τη μοναδική πόλη της Επαρχίας αλλά και αρκετά χωριά του κάμπου. Ακολουθεί ο Δήμος Μηδείας, ο οποίος επίσης έχει πολλά χωριά στον κά­μπο, ενώ ο Δήμος Επιδαύρου, με πολύ λιγότερα χωριά, οφείλει τη δυναμική του στην παρουσία της Νέας Επιδαύρου και του Λυγουριού. Τέλος, ο Δήμος Μινώας, με μοναδικό οικισμό αρχικά το Τολό, παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον ως χώρος μελλοντικής εγκατάστασης ορεινών πληθυσμών. Στη στατιστική αυτή εικόνα του 1851 τις εντυπώσεις κερδίζει η πόλη λόγω του πληθυσμού της. Η εικόνα αυτή θα κλονιστεί, αν δούμε τις τάσεις που εμφανίζουν όλες οι πληθυσμιακές συγκεντρώσεις της Επαρχίας μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Έτσι, λοιπόν, βλέπουμε στον Πίνακα 2 ότι η Επαρχία παρουσιάζει σημαντική αύξηση του πληθυσμού της, η οποία όμως δεν σχετίζεται με την πόλη του Ναυπλίου που βλέπει τον πληθυσμό της να παραμένει στάσιμος. Ειδικότερα στον Δήμο Ναυπλιέων, η αύξηση εντοπίζεται στα χωριά του Δήμου.

Ας δούμε τώρα τη σύνθεση του πληθυσμού των Δήμων: όλοι οι Δήμοι παρουσιάζουν ενδιαφέρον με εξαίρεση τον Δήμο Μηδείας. Ο Δήμος Ναυπλιέων έχει ποσοστό ετεροδημοτών 57,5% επί του πληθυσμού του και έρχεται τρίτος, μετά τον Δήμο της Ερμούπολης (79,7%) και τον Δήμο της Αθήνας (64,7%) σε αριθμό ετεροδημοτών. Ο Δήμος Επιδαυρίων έχει ποσοστό ετεροδημοτών που ανέρχεται στο 24,8%, ο Δήμος Μηδείας 0,4%, ενώ ο Δήμος Μινώας έρχεται πρώτος στο Βασίλειο με ποσοστό ετεροδημοτών που ανέρχεται στο 37,7%.3 Το μεγάλο ποσοστό ετεροδημοτών του Δήμου Ναυπλιέων μπορεί να δικαιολογηθεί από την παρουσία στρατιωτικών και δημόσιων υπαλλήλων στην πόλη του Ναυ­πλίου. Ίσως όμως αυτό δεν είναι αρκετό. Αν δούμε τα χωριά του ίδιου Δήμου, παρατηρούμε ότι υπάρχουν οικισμοί που – μέσα σε λιγότερο από 30 χρόνια – σχεδόν διπλασιάζουν τον πληθυσμό τους: Τζαφέραγα, Χαϊδάρι, Κούτσι, Μερζές και έπονται το Σπαϊτζίκο και το Κατσίγκρι. Επομένως, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η ημινομαδική κτηνοτροφία που υπάρχει στην περιοχή, προερχόμενη από την Αρκαδία, ευθύνεται για τη διόγκωση του πληθυσμού στην περιοχή, φαινόμενο που σιγά-σιγά θα πάρει τη μορφή μόνιμων οικισμών με νέα ονόματα.

Αυτή η υπόθεση ενισχύεται, αν δούμε τον Δήμο Μινώας. Αυτός ο Δήμος μέσα σε λίγα χρόνια υπερδιπλασιάζει τον πληθυσμό του, χωρίς όμως να παρουσιάζει σταθερούς μόνιμους οικισμούς, γεγονός που σημαίνει ότι ο δεύτερος οικισμός που εμφανίζεται μετά το Τολό, τα Ίρια, δεν έχει ακόμη παγιωθεί και αποτελεί χώρο περιοδικής εγκατάστασης κτηνοτρόφων. Φαίνεται ότι ο αρχικός πληθυσμός προσφύγων που εγκαταστάθηκε στα Ίρια και στην Κά­ντια, δεν εδραιώθηκε άμεσα ως μόνιμος πληθυσμός με μόνιμη, κυρίως γεωργική, απασχόληση. Το 1841, το επαρχιακό συμβούλιο Ναυπλίας αναφέρει ότι για τη βοσκή των μεγάλων ζώων της επαρχίας, δηλαδή κυρίως των αροτριώ­ντων ζώων, επαρκούν 1.300 στρέμματα γης, τα οποία κατανέμονται ως εξής: 500 στρ. για τον Δήμο Μηδείας, 500 για τον Δήμο Τίρυνθας και Ασίνης, 250 για τον Δήμο Επιδαύρου και μόνο 50 για τον Δήμο Μινώας. Η χαμηλή ζήτηση για τις βοσκές των αροτριώντων ζώων σημαίνει ότι στον Δήμο Μινώας το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού που εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της χρονιάς, δεν είναι μόνιμα εγκατεστημένο και δεν ασκεί συστηματικά τη γεωργία.

Τα δεδομένα αυτά δείχνουν ότι ο πληθυσμός της Επαρχίας είναι μια κινούμενη άμμος· δεν επηρεάζεται μόνο από τη φυσική κίνηση (γεννήσεις – θάνατοι) αλλά και από μετακινήσεις που δημιουργούν μία μεταβλητή ενδοχώρα που προσκολλάται ή απομακρύνεται από το διοικητικό της κέντρο, το Ναύπλιο. Οι οικονομικές δραστηριότητες αυτού του πληθυσμού σε συνάρτηση με τη διοικητική φυσιογνωμία της περιοχής ενισχύουν αυτή την εικόνα του μεταβλητού τοπίου…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το Ναύπλιο και η αγροτική του ενδοχώρα τον 19ο αιώνα

Read Full Post »

Ρόμβη (Νησίδα, Τολό Αργολίδας)


 

Η Ρόμβη είναι το μεγαλύτερο από τα τρία νησιά με έκταση περίπου 1,6 τετραγωνικά χλμ. που βρίσκεται απέναντι από το Τολό και είναι προσβάσιμο μόνο με σκάφος (οι επισκέπτες και οι κάτοικοι μπορούν να πάνε και κολυμπώντας ή με θαλάσσια ποδήλατα). Η μπούκα του λιμανιού ανάμεσα στη στεριά και τη Ρόµβη μοιάζει με στενό πέρασμα σε πειρατικό μυθιστόρημα. Κοιτώντας το χάρτη καταλαβαίνεις πως η Ρόµβη αποτελούσε κάποτε προέκταση της στεριάς, αλλά κάποιο γεωλογικό φαινόμενο την θέλησε νησίδα.

Η  Ρόμβη έχει ένα πανέμορφο πευκοδάσος, που αδειάζει άφθονο σµαραγδί χρώμα στον καθρέφτη της θάλασσας και αποτελεί καταφύγιο άγριων πουλιών, ενώ η φυσική βλάστηση του νησιού είναι αξιοπρόσεκτη, αφού  στη Ρόμβη βρίσκει κανείς βότανα όπως ρίγανη, θυμάρι, μελισσόχορτο κ.α. Στο πίσω μέρος του νησιού, όπου υπάρχει και μια όμορφη παραλία, υπάρχει εκτεταμένο δάσος με αγριελιές (περιοχή Καρυώτη). Σ’ αυτό το νησί χρωστάει το Τολό όλη σχεδόν τη γραφικότητα και τη ζεστασιά του κλειστού όρμου, όπου λιάζονται ξένοιαστα από ανέμους πολύχρωμα μικρά πλεούμενα.

 

Ρόμβη, Φωτογραφία από τον ιστότοπο του Τουριστικού Συνδέσμου Τολού.

 

Η Ρόµβη είναι  κηρυγμένος αρχαιολογικός χώρος από το 1962 [1]. Παλιά ήταν το καρνάγιο για τους ψαράδες, ενώ υπάρχουν κατεστραμμένα τείχη και χαλάσματα από παλιές κατοικίες και εμφανή λείψανα ενετικών οχυρώσεων και λείψανα κλασσικών και παλαιοχριστιανικών χρόνων σε όλο το εύρος του νησιού, που εντοπίστηκαν ύστερα από επιφανειακές έρευνες αρχαιολόγων [2]. Στη Ρόμβη, όπως και στο Δασκαλειό, βρέθηκαν βυζαντινά μολυβδόβουλα (5 στη Ρόμβη και 4 στο Δασκαλειό) που χρονολογούνται από τον 6ο ως τον 8ο μ.Χ αιώνα και ανήκαν σε κατόχους εκκλησιαστικών αξιωμάτων, σε αξιωματούχους της επαρχιακής διοίκησης και τιτλούχους της βυζαντινής αυλής. Πρόκειται για πολύ σημαντικά ευρήματα, γιατί τα ίχνη οχυρώσεων και οικημάτων και η εύρεση νομισματικών θησαυρών και μολυβδόβουλων του 6ου-8ου αιώνα μ.Χ. αποδεικνύουν ότι τα νησιά του Τολού και της ευρύτερης περιοχής, όπου υπήρξαν αντίστοιχα ευρήματα, αποτέλεσαν καταφύγιο και τόπο κατοικίας των ντόπιων πληθυσμών από τις επιδρομές αρχικά των Βησιγότθων και στη συνέχεια Σλάβων, Αβαροσλάβων και Αράβων μεταξύ του τέλους του 4ου και του 2ου μισού του 7ου αι μ.Χ.

 

Ρόμβη, Φωτογραφία από τον ιστότοπο του Τουριστικού Συνδέσμου Τολού.

 

Στο μεσαιωνικό κείμενο «Χρονικό της Μονεμβασίας», που βρέθηκε στη μονή Ιβήρων, αναφέρεται πως μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Σλάβους οι κάτοικοι του Άργους μαζί με τον επίσκοπο Άργους, για να γλιτώσουν από τη σλαβική επιδρομή του 587- 88, κατέφυγαν στο κοντινό νησί Ορόβη [3]. Στη συνέχεια το νησί παραμένει μια ισχυρή θέση της Αργολίδας με διοικητική και εκκλησιαστική σημασία.

Κατά το β’ μισό του 7ου, όταν τα νησιά ερημώνουν εξαιτίας των θαλάσσιων επιδρομών των Αράβων, η Ρόμβη χάρις στην ισχυρή φυσική και τεχνητή οχύρωσή της άργησε να εγκαταλειφθεί. Κατά τον 8ο και 9ο αιώνα στα νησιά του Αργολικού έχουν απομείνει λιγοστές εξαθλιωμένες οικογένειες βοσκών και ψαράδων, για να παρατηρηθεί κατά τον 11ο και12ο αιώνα εντυπωσιακή ανάκαμψη πληθυσμού, που όμως ανακόπηκε εξαιτίας της πειρατείας.

 

Το Τολό και η νησίδα Ρόμβη το 1950.

 

Για την ετυμολογία του ονόματος Ρόµβη υπάρχουν διάφορες απόψεις. Σύμφωνα με την πρώτη το όνομα Ρόμβη είναι σλαβικής προέλευσης από τη λέξη Οροβάς, που σήμαινε νησί.  Άλλοι υποστηρίζουν ότι το όνομα Ρόμβη έχει ετυμολογική συγγένεια με την αρχαία ελληνική λέξη όροβος, ορόβιον, που είναι το όνομα του φυτού ορόβι ή ρόβι ή ροβίτσα, οι σπόροι του οποίου χρησιμοποιούνται ως τροφή βοδιών και προβάτων (σήμερα το φυτό λέγεται Βίκος) [4].  Κατά καιρούς το νησί έδωσε το όνομά του στην ευρύτερη περιοχή αφού οι Ενετοί γεωγράφοι, όταν τον Ιούλιο του 1686 ο στόλος των Ενετών με αρχηγό το Φραντσέσκο Μοροζίνι κατέπλευσε στην περιοχή, έδωσαν στον όρμο του Τολού την ονομασία porto di Rogdi, δηλαδή έναν παρεφθαρμένο τύπο της Ορόβης (λιμάνι της Ορόβης – Ρόβης – Ρόμβης). Ένα άλλο όνομα του νησιού είναι «νησί της Αφροδίτης», ενώ ο Πουκεβίλ σημειώνει ότι η είσοδός του Τολού προφυλάσσεται από ένα νησάκι, το λεγόμενο Μακρονήσι,  όπου βρίσκει κανείς γλυκό νερό [5].

 

Στο χάρτη βλέπουμε τις νησίδες του Τολού, Ρόμβη, Δασκαλειό και Κορωνήσι.

 

Μετά το 1830 και την έλευση των Κρητών αποίκων στην περιοχή τα νησιά ήταν πλέον ακατοίκητα με αραιή θαμνώδη βλάστηση και σποραδικά χαρουπιές. Οι κάτοικοι καλλιεργούσαν τμήματα της Ρόμβης, αλλά κυρίως τη χρησιμοποιούσαν ως χώρο εκτροφής κατσικιών. Κάποιες κατσίκες χωρίς ιδιοκτήτες να τις μαζέψουν, είχαν περιέλθει σε άγρια κατάσταση και στις αρχές της δεκαετίας του 1970 με επιμέλεια της αγροφυλακής το νησί απαλλάσσεται από τις κατσίκες.

Το 1972 έγινε η πρώτη δενδροφύτευση από την  αγροφυλακή στην μπροστινή πλευρά του νησιού προς το Τολό. Οι δενδροφυτεύσεις συνεχίστηκαν από τα παιδιά του δημοτικού σχολείου Τολού και τον πολιτιστικό σύλλογο Τολού, αλλά τη δεκαετία του 1990 διακόπηκαν λόγω της εμφάνισης κουνελιών που κάποιοι έριξαν ως θηράματα στο νησί. Τα κουνέλια κατέστρεψαν 600 περίπου δέντρα και σώθηκαν μόνο όσα είχαν περιφραχτεί με επίπονη προσπάθεια λόγω του δύσβατου της περιοχής από τον  πολιτιστικό σύλλογο, που έκανε πολλές προσπάθειας για να απαλλαγεί το νησί από τα κουνέλια. Τελικά μια ίωση πιθανώς τα αφάνισε και έτσι το 2009 ξεκίνησαν και πάλι δενδροφυτεύσεις και εντατικός καθαρισμός του νησιού με μέριμνα και έξοδα του πολιτιστικού συλλόγου. Το δάσος είναι «τεχνητό» και αποτελεί πολύχρονη και επίπονη προσπάθεια δενδροφύτευσης των κατοίκων του νησιού µε πρωταγωνιστή τον Πολιτιστικό Σύλλογο δημιουργήθηκε χάρη στον ακάματο μόχθο και ζήλο των ανθρώπων που ασχολήθηκαν με αυτό, παρά τις τρομερά δύσκολες συνθήκες μεταφοράς και φύτευσης. Πλέον παρατηρείται και αυτόματη αναδάσωση με σπόρους, κάτι που αποδεικνύει ότι το δάσος έχει βρει πια τους φυσικούς ρυθμούς του. H δασική υπηρεσία έχει χαρακτηρίσει το νησί αναδασωτέα περιοχή και μόνιμο καταφύγιο θηραμάτων (κυρίως της ορεινής πέρδικας)

 

Υποσημειώσεις


[1] Υ.Α 15904/24/11/62

[2] Ο Aργολικός κόλπος, http://www.argolisculture.gr

[3] Μηναίος Ηλίας, «Από την Επισκοπή Ασίνης στην Επισκοπή Ορόβης», Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII(2009), σελ. 215.

[4] Μηναίος Ηλίας, ο.π., σελ.216.

[5] «Το λιμάνι του πορτ Τουλόν εμφανίζει βάθος δώδεκα ως δεκαπέντε οργιών σ’ όλα σχεδόν τα σημεία του, ενώ η είσοδός του προφυλάσσεται από ένα νησάκι, το λεγόμενο Μακρονήσι,  όπου βρίσκει κανείς γλυκό νερό. ..». [Πουκεβίλ, Ταξίδι στην Ελλάδα, Πελοπόννησος, εκδ. Αφοι Τολίδη, Αθήνα, 1997, σελ. 69].

 

Αλέξης Τότσικας

Ασίνη – Μινώα – Τολό

Από την αρχαία Ασίνη στο κοσμοπολίτικο Τολό

Ιούνιος, 2017

Read Full Post »

Δασκαλειό (Νησίδα, Τολό Αργολίδας) 


 

Το ∆ασκαλειό είναι ένα μικρό νησάκι στο Τολό Αργολίδας που κρύβεται πίσω από τη νότια πλευρά της νήσου Ρόµβης και στον ωραιότερο κόλπο της, αόρατο, κρυφό*, σαν παραπούλι στην αγκαλιά της. Για να συναντήσει κανείς το μικρό αυτό θησαυρό πρέπει να πάρει σκάφος από το λιμάνι του Τολού και να πλεύσει πίσω από τη Ρόµβη. Ένας μικρός ξύλινος µόλος πάνω στα κρυστάλλινα νερά και τα βοτσαλωτά παιχνιδίσματα υποδέχεται τον επισκέπτη.

 

Άποψη του Δασκαλειού στην αγκαλιά της Ρόμβης με το εκκλησάκι στην κορυφή του. Φωτογραφία από τον ιστότοπο Kαστρολόγος – Κάστρα της Ελλάδας.

 

Το Δασκαλειό ήταν ένα από τα νησάκια του αργολικού που κατά το β μισό του 7ου αι. διαδραμάτισε ρόλο νησιωτικού φρουρίου κατά μήκος των νοτιοανατολικών ακτών της Αργολίδας, που παρέμεινε «καθαρή» από το σλαβικό εποικισμό του κεντρικού και δυτικού τμήματος της Πελοποννήσου. Κατά την περίοδο της δεύτερης Ενετοκρατίας και μέχρι το 1718 το Τολό χρησιμοποιήθηκε ως ναύσταθμος του ενετικού στόλου και ορμητήριο για τις επιχειρήσεις εναντίον του Ναυπλίου. Μνημείο της εποχής αυτής είναι η μικρή εκκλησία αφιερωμένη στη Ζωοδόχο Πηγή και τα ερείπια φρουρίου στο Δασκαλειό.

Ένα  ήπια διαμορφωμένο μονοπάτι οδηγεί στην κορυφή, όπου περιμένει το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής µε τον λιτό του αυλόγυρο και την ανεπανάληπτη θέα. Το εκκλησάκι είναι καµαροσκεπής βασιλική µε δίρριχτη στέγη και σύμφωνα µε την κτητορική επιγραφή αγιογραφήθηκε το 1688. Λίγα εντοιχισμένα και σκόρπια λείψανα παλαιοχριστιανικής Βασιλικής στον περίβολο της εκκλησίας του Δασκαλειού και τα εντοιχισμένα σε αυτήν μαρτυρούν την πολύ προγενέστερη ίδρυσή της και υποδηλώνουν την προσωρινή έδρα του επισκόπου Άργους στο νησάκι. Μια επιγραφή στο τέμπλο µας ενημερώνει ότι ανακαινίστηκε το 1869 από τους Κρήτες πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στο Τολό. Περιμετρικά του ναού σε κάποια απόσταση σώζονται τμήματα ενετικού τείχους σε καλή κατάσταση. Μέρος αυτών καταστράφηκε και οι λίθοι χρησιμοποιήθηκαν από τους Κρήτες πρόσφυγες για την ανοικοδόμηση των σπιτιών τους στο Τολό.

 

Το Δασκαλειό πίσω από το νησί Ρόμβη. Φωτογραφία από τον ιστότοπο του Τουριστικού Συνδέσμου Τολού.

 

Η παράδοση λέει ότι στο ∆ασκαλειό την περίοδο της Τουρκοκρατίας λειτούργησε ιεροδιδασκαλείο, κρυφό σκολειό κατά µια άλλη παραλλαγή, και από εκεί προέρχεται το όνομα του νησιού. Μια άλλη εκδοχή για το όνομά του ισχυρίζεται ότι πρόκειται για παραφθορά του  Scogio di Tolon, όπως ονόμαζαν το λιμάνι του νησιού οι ναυτικοί και οι Ιταλοί γεωγράφοι.

Στην περίμετρο του ∆ασκαλειού διακρίνονται λείψανα ενετικών οχυρώσεων, που παρά τις καταστροφές και την εγκατάλειψη διατηρούνται σε καλή κατάσταση σε αρκετά σημεία, ενώ κοντά στο εκκλησάκι σώζονται τμήματα πύργου. Τόσο το ∆ασκαλειό όσο και η Ρόµβη υπήρξαν συχνά καταφύγια των γύρω πληθυσμών από τους πολλούς επιδρομείς της βυζαντινής περιόδου καθώς και καταφύγια και προσωρινές έδρες Επισκόπων. Αυτό επιβεβαιώνουν μεταξύ πολλών άλλων ευρημάτων και μαρτυριών, τα βυζαντινά µολοβδόβουλα του 6ου-8ου µ.Χ. αι. που βρέθηκαν στα δύο νησάκια, κάτοχοι των οποίων ήταν αξιωματούχοι της εκκλησίας και της επαρχιακής διοίκησης και τιτλούχοι της βυζαντινής Αυλής.

Το ∆ασκαλειό είναι ένα νησί με χαμηλή θαμνώδη βλάστηση. Ανέγγιχτο  σήμερα από την ανθρώπινη παρέμβαση, παρ’ όλους τους επισκέπτες που το κατακλύζουν για να προσκυνήσουν στο ξωκλήσι ή για θαλάσσια μπάνια, είναι τοπίο µε εκπληκτικές εικόνες, ένας παράδεισος για πεζοπορία, βαθιές θεραπευτικές ανάσες και κολύμπι μακριά από το συνωστισμό και τους θορύβους. Ανηφορίζοντας τραβάει την προσοχή του επισκέπτη η παρθένα βλάστηση µε την κάππαρη να κυριαρχεί σε κάθε σχεδόν βήμα και τα διαδοχικά κάδρα µε το βαθύ κυανό της θάλασσας. Ανάμεσα στα υψώματα της Ρόµβης προβάλλει το Τολό. Οι ακτές και οι ράχες της Ρόµβης και οι γκρεμοί του ∆ασκαλειού διανθίζονται µε πινελιές από θαλασσοπούλια και διερχόμενα πλοιάρια. Κατηφορίζοντας το βλέμμα μεθάει από τα γαλάζια ξαφνιάσματα, τις βραχώδεις εξάρσεις, τις πράσινες οάσεις και τους κολπίσκους, που το καλοκαίρι στραφταλίζουν στο άγγιγμα του ήλιου.

 

Υποσημείωση


* Αντωνακάτου Ντιάνα, Αργολίδος Περιήγησις, Εκδ. Νομαρχία Αργολίδος, 1973, σελ. 114.

Αλέξης Τότσικας

Ασίνη – Μινώα – Τολό

Από την αρχαία Ασίνη στο κοσμοπολίτικο Τολό

Ιούνιος, 2017

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »