Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Εκκλησιαστικά’

Παρουσίαση του βιβλίου «Απ’ το μπαλκόνι τ’ Αναπλιού: Η Ευαγγελίστρια στο πέρασμα των χρόνων»


 

Παρουσίαση βιβλίου του Γιώργου Κόνδη με τίτλο: «Απ’ το μπαλκόνι τ’ Αναπλιού: Ο Ιερός Ναός Ευαγγελίστριας Ναυπλίου στο πέρασμα των χρόνων», την Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2024 στις 7 το βράδυ, στο Πνευματικό Κέντρο του Ιερού Ναού Ευαγγελιστρίας Ναυπλίου.

 

Απ’ το μπαλκόνι τ’ Αναπλιού…

 

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν:

  • π. Αθανάσιος Μελισσάρης, Αν. Καθηγητής, Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου.
  • Πρόεδρος Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας & Θρησκειολογίας.
  • Λαμπρινή Καρακούρτη, Ιστορικός Τέχνης, Επιμελήτρια Εθνικής Πινακοθήκης.
  • Βασίλειος Τσιλιμίγκρας, Φιλόλογος, πρ. Σύμβουλος Φιλολόγων Πελοποννήσου.

Συμμετέχει το νεανικό τμήμα του Χορωδιακού Εργαστηρίου Ναυπλίου και η παιδική χορωδία του Δήμου Ναυπλιέων υπό τη διεύθυνση του Γιάννη Νικολόπουλου. Στο πιάνο η Ράνια Κουτρούλη. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Εκκλησιαστική ιστορία του Άργους κατά τη δεύτερη Βενετοκρατία – Δέσποινα Στεφ. Μιχάλαγα


 

Παρότι είναι άγνωστος ο χρόνος διάδοσης του χριστιανισμού στο Άργος, βέβαιο είναι ότι η πόλη αυτή, ίσως εξαιτίας της εγγύτητάς της με την αποστολική εκκλησία της Κορίνθου, ήδη από τα τέλη του 4ου αιώνα ήταν οργανωμένη επισκοπή, αφού ο επίσκοπος Αργείων Γενέθλιος μνημονεύεται, το 448, στην τοπική σύνοδο της Κωνσταντινούπολης. Αντίθετα το Ναύπλιο, το οποίο τότε βρισκόταν στην περιφέρεια της επισκοπής Άργους, εμφανίζεται μόλις το 539.

Η επισκοπή Άργους υπαγόταν στη μητρόπολη Κορίνθου, η οποία έως τον 8ο αιώνα, ανήκε στη δικαιοδοσία του πάπα της Ρώμης. Ο μεγάλος αριθμός ελλαδικών επισκοπών πριν την εικονομαχία συρρικνώθηκε μετά την υπαγωγή τους στον πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Ανάλογα λοιπόν, μετά διάφορες περιπέτειες και των δύο πόλεων (Άργους και Ναυπλίου), ως συνενωμένων ή χωριστών επισκοπών, τελική ένωσή τους τοποθετείται λίγο μετά το 879 και πρώτος επίσκοπος της ενωμένης επισκοπής (ή καλύτερα των ενωμένων πόλεων) Άργους και Ναυπλίου θεωρείται ο άγιος Πέτρος, ο οποίος μετείχε σε σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη το 920.

 

Άποψη του φρουρίου και της πόλεως του Άργους, V. Coronelli, «Universus Terrarum Orbis», Εκδότης, A. Lazor, Padova, 1713.

 

Το Ναύπλιο έκτοτε αποτελούσε περιφέρεια της επισκοπής Άργους, αν και συχνά δεν μνημονευόταν επίσημα στον τίτλο του επισκόπου, πιθανώς ως δευτερεύουσα πόλη. Από το 1144 εμφανίζεται και αυτό στα έγγραφα και σε μερικά, μάλιστα, προηγείται.

Το Άργος αποσπάσθηκε από τη μητρόπολη Κορίνθου το 1189 και ανυψώθηκε σε μητρόπολη, χωρίς όμως υποκείμενες επισκοπές. Κατά τη διάρκεια της φραγκοκρατίας στο Άργος έδρευε λατίνος επίσκοπος και η ορθόδοξη ιεραρχία είχε απομακρυνθεί, ενώ στην πρώτη βενετοκρατία τους Ορθόδοξους ποίμαιναν πρωτοπαπάδες.

Η έδρα του ορθόδοξου ιεράρχη έως το 1212 ήταν το Άργος, το οποίο συνέχισε να αποτελεί έδρα και του λατίνου επισκόπου. Μετά την οθωμανική επίθεση του 1397 η έδρα του προκαθήμενου της εκκλησίας μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο.

Η τοπική εκκλησία, παρά την έλλειψη ποιμενάρχη και τις καταπιέσεις του λατινικού κλήρου, παρέμεινε σταθερή στην Ορθοδοξία και δεν αφομοιώθηκε από τους ετερόδοξους. Η μητρόπολη Άργους και Ναυπλίου ανασυστήθηκε το 1541 από τον πατριάρχη Ιερεμία Α’ (β’ 1537-1545) και ο ιεράρχης της Δωρόθεος (1541-1547) έδρευε στο Ναύπλιο. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Καραθώνας [Αγία  Παρασκευή Ασίνης] Ναυπλίου – Κωνσταντίνος Α. Μαλεβίτης


 

Η Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στη Καραθώνα Ναυπλίου [Σημείωση Βιβλιοθήκης: Η ιστορική μονή αναφέρεται σήμερα ως: Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Τσέλου (Αγίας  Παρασκευής) Ασίνης], α­ποτελεί ένα από τα πολλά εκκλησιαστικά μνημεία της Βυζαντινής περιόδου στον τόπο μας, για τα οποία οι περισσότεροι αγνοούμε όχι μόνο την ιστο­ρία τους αλλά και την ύπαρξή τους. Η μελέτη που ακολουθεί, αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος επιχειρείται μία παρουσίαση της διαλελυμένης αυτής Μονής, όπως σώζεται σήμερα, με στόχο να κινήσει το ενδια­φέρον των αναγνωστών αλλά και των ειδικών. Αξιοσημείωτο είναι ότι η ε­πιστημονική έρευνα στάθηκε μέχρι σήμερα αδιάφορη για την ιστορία και τα αξιόλογα κτίσματα της Μονής αυτής, γεγονός που δυσχέρανε τη προσπάθεια μας, λόγω ακριβώς της έλλειψης σχετικής βιβλιογραφίας. Στο δεύτερο μέρος της μελέτης μας παρουσιάζονται αξιόλογες ειδήσεις για τη δράση της  Μονής Μεταμορφώσεως κατά την περίοδο της Ελληνικής Επαναστάσεως. Από αυτές αντλούμε ενδιαφέροντα στοιχεία σχετικά με την θρησκευτική, κοινωνική και οικονομική ζωή της πόλης του Ναυπλίου την εποχή εκείνη.

Στο σημείο αυτό αισθάνομαι την υποχρέωση να ευχαριστήσω ειλικρινώς για την πρόθυμη προσφορά της γνώσης και της εμπειρίας του, τον κ. Γεώργιον Αθ. Χώρα, διότι χωρίς την ενθάρρυνσή του δε θα είχα επιδοθή στην παρούσα έρευνα. Επίσης ευχαριστώ πολύ τον καθηγητή της Βυζαντι­νής Ιστορίας στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Louvain (Βέλγιο), κύριο Πα­ναγιώτη Γιαννόπουλο, για τη θερμή συμπαράστασή του κατά τα διαδοχικά στάδια μελέτης και σύνταξης της εργασίας μου αυτής.

 

Μονή Μεταμόρφωσης Σωτήρος, Αγία Παρασκευή Ασίνης. Φωτογραφία: Eφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας – Περιήγηση στα μνημεία της Αργολίδας (www.argolisculture.gr)

 

  1. Η σημερινή κατάσταση της διαλελυμένης Μονής Μεταμορφώσεως Του Σωτήριος Καραθώνας
  1. Η τοπογραφία της Μονής

 

Η Μεταμόρφωση ή ο «Σωτήρ», όπως μονολεκτικά δηλώνεται ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα στα σχετικά έγγραφα των γενικών Αρχείων του Κράτους (Γ.Α.Κ.) είναι προσιτή από το χωριό Τσέλο (τώρα Αγία Πα­ρασκευή Ναυπλίας). Ο επισκέπτης θα πρέπει να ακολουθήσει ανατολικά του Ναυπλίου το δρόμο προς το Τολό και την Ασίνη (παλαιότερα Τζαφέρ-Αγά),[1] ωσότου στρίψει δεξιά, για το χωριό Τσέλο, σύμφωνα με τη σχετική σήμαν­ση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Κατάλογος των ασκησάντων την Εκκλησιαστική Διοίκηση στην κατά Αργολίδα Εκκλησία τον 19ο αιώνα[1]


 

(1800):  Άργους και Ναυπλίου Γεράσιμος Β’: Εξελέγη από το Οι­κουμενικό Πατριαρχείο το 1800. Αρχιεράτευσε για μικρό χρονικό διάστημα, μόνο λίγες ημέρες. Προέκυψαν σκάν­δαλα και ταραχές και λογομαχίες ανάμεσα στους πιστούς και όταν ενημερώθηκε ο Γεράσιμος υπέβαλε παραίτηση.

(1800-1810): Άργους και Ναυπλίου Γρηγόριος (1800-1810): Εχρημάτισε επίσκοπος Ερυθρών και από το 1781 μητροπολί­της Παλαιών Πατρών έως το 1799, οπότε παραιτήθηκε. Μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους διετέλεσε από το 1800 έως τον θάνατό του, το 1810.

Καλαμαράς Γρηγόριος (1769-1821)

(1810-1821): Άργους και Ναυπλίου Γρηγόριος Καλαμαράς: Ανιψιός του προκατόχου του, Γρηγορίου. Το έτος 1819 μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία. Έκανε Φιλικούς προκρίτους της επαρχίας του. Η μέγιστη προεπαναστατική εθνική δρα­στηριότητα του έγινε αντιληπτή από τους Τούρκους. Φυ­λακίστηκε στην Τρίπολη και μετά από πολύμηνα μαρτύ­ρια, πέθανε το 1821.

Με την έναρξη της Ελληνικής επαναστάσεως του 1821 το Άργος, καθώς και οι άλλες εκκλησιαστικές επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου, που βρίσκονταν εις τις εν εξεγέρσει περιοχές της Ελλάδας, αποκόπηκαν διοικητικά από το Πατριαρχείο. Αυτό σήμανε, εκτός των άλλων, απαγόρευση χειροτονιών, εις τις χηρεύουσες εκκλησιαστικές επαρχίες. Την άμεσο διά την συγκυρία λύση του προβλήματος, ανέλαβε η Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδος δια της τοποθετήσεως τοποτηρητών εις τις χηρεύουσες επισκοπές

(1821-1824): Τοποτηρητεία Άργους Πρωτοσύγκελος Αθανάσιος Σολιώτης.

(1824-1829;): Τοποτηρητής πρώην Τριπόλεως Διονύσιος.

(1828-1833): Τοποτηρητής Άργους πρώην Ηλιουπόλεως Άνθιμος. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο θεσμός των σχολείων «πίστης» (Faith Schools) στο εκπαιδευτικό σύστημα του Ηνωμένου Βασιλείου – Οργάνωση, προγράμματα σπουδών και αξιολόγηση  της πρότασης ένταξης του θεσμού στο Ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα – Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών – Θεολογική Σχολή. Θεοδώρα – Κωνσταντίνα Παπαδημητρίου.


 

Δημοσιεύουμε στις «Πανεπιστημιακές Εργασίες», μια ενδιαφέρουσα Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία της Αργείας Θεολόγου κας Θεοδώρας – Κωνσταντίνας Παπαδημητρίου με θέμα: 

«Ο θεσμός των σχολείων «πίστης» (Faith Schools) στο εκπαιδευτικό σύστημα του Ηνωμένου Βασιλείου – Οργάνωση, προγράμματα σπουδών και αξιολόγηση  της πρότασης ένταξης του θεσμού στο Ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα».

Η εργασία ασχολείται με τις προθέσεις και κυρίως τις επιλογές της ηγεσίας, πολιτικής και εκκλησιαστικής, και την εκπαιδευτική πολιτική που εφαρμόσθηκε στα Σχολεία Πίστης του Ηνωμένου Βασιλείου. Ερευνά όχι μόνο το θεωρητικό πλαίσιο λειτουργίας τους, αλλά αποτυπώνει επιπλέον τις απόψεις, τις στάσεις και τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής, των ηγετικών προσωπικοτήτων των θρησκευτικών κοινοτήτων και της Πολιτείας που ενεπλάκησαν στη διαμόρφωση αυτής. Απαραίτητη κρίθηκε η διερεύνηση και άλλων παραγόντων όπως η θρησκευτική ταυτότητα του κάθε σχολείου πίστης, η περιοχή στην οποία δραστηριοποιείται όπως και οι απόψεις που έχουν δημοσιευτεί στον Βρετανικό τύπο για τα ενεργά σχολεία πίστης.

 

Μπροστά στις κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές, θρησκευτικές και εκπαιδευτικές αλλαγές και μετεξελίξεις, ο σημερινός άνθρωπος οφείλει να καλλιεργεί την ευελιξία και την προσαρμοστικότητά του, ώστε να καθίσταται ικανός να αντιμετωπίσει τις ποικίλες προκλήσεις και τα καινούργια δεδομένα. Στον τομέα της πρωτοβάθμιας αλλά και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, έχει γίνει αντιληπτή η απαίτηση επαγρύπνησης και επικαιροποίησης των γνώσεων, ικανοτήτων, δεξιοτήτων και ο ρόλος της σχολικής εκπαίδευσης κρίνεται σήμερα ως καταλυτικός.  Σε ένα τέτοιο πλαίσιο μαθητές που για διαφόρους λόγους αντιμετωπίζουν κοινωνική περιθωριοποίηση, στιγματισμό, δυσκολίες στη φοίτηση, δυσμενείς βιοτικές συνθήκες και οικονομική ένδεια, έχουν βρεθεί στο περιθώριο με αποτέλεσμα την ελλιπή φοίτηση ή την οριστική διακοπή των σπουδών τους.

Η Εκκλησιαστική εκπαίδευση είναι ένα ιστορικό αλλά ταυτόχρονα ζωντανό μέρος της εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Έχοντας ιστορία άνω των δύο αιώνων και δεδομένης της επικράτησης της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας στον ελλαδικό χώρο, η Εκκλησιαστική εκπαίδευση έπαιξε ρόλο στην εκπαίδευση των Ελλήνων, άλλοτε σημαντικό και άλλοτε ελλειμματικό. Η πολιτική ηγεσία αλλά και η εκκλησιαστική ηγεσία, σηματοδότησαν την πολιτική-εκκλησιαστική κατεύθυνση που ακολούθησε όλα αυτά τα χρόνια η εκπαίδευση στην Ελλάδα.

Σκοπός της έρευνας μας είναι να αποδείξει πως υπάρχει η δυνατότητα υπέρβασης των δυσχερειών και της παροχής μιας ουσιαστικής ευκαιρίας στην προσωπική, κοινωνική και εκπαιδευτική αναβάθμιση των μαθητών που δίνεται μέσω της ίδρυσης των Σχολείων Πίστης (Faith Schools) στην Ελλάδα. Τα Σχολεία Πίστης εντάσσονται στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς ένας από τους βασικούς σκοπούς τους είναι η αντιμετώπιση της κοινωνικής συνοχής.  Αντικείμενο αυτής της μεταπτυχιακής εργασίας είναι η διερεύνηση της λειτουργίας των σχολείων πίστης μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα του Ηνωμένου Βασιλείου. Μέσω της μελέτης του τρόπου οργάνωσης, της αποτελεσματικότητάς τους ως προς την απόκτηση γνώσεων, δεξιοτήτων, ικανοτήτων και των προγραμμάτων σπουδών θα οδηγηθώ στην αξιολόγηση της πρότασης ένταξης αυτού του θεσμού στο Ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα.

 

Faith Schools

 

Πιο συγκεκριμένα, η παρούσα εργασία ασχολείται με τις προθέσεις και κυρίως τις επιλογές της ηγεσίας, πολιτικής και εκκλησιαστικής, και την εκπαιδευτική πολιτική που εφαρμόσθηκε στα Σχολεία Πίστης του Ηνωμένου Βασιλείου. Ερευνά όχι μόνο το θεωρητικό πλαίσιο λειτουργίας τους, αλλά αποτυπώνει επιπλέον τις απόψεις, τις στάσεις και τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής, των ηγετικών προσωπικοτήτων των θρησκευτικών κοινοτήτων και της Πολιτείας που ενεπλάκησαν στη διαμόρφωση αυτής. Για την εκπλήρωση του σκοπού μου, απαραίτητη κρίθηκε η διερεύνηση και άλλων παραγόντων όπως η θρησκευτική ταυτότητα του κάθε σχολείου πίστης, η περιοχή στην οποία δραστηριοποιείται όπως και οι απόψεις που έχουν δημοσιευτεί στον Βρετανικό τύπο για τα ενεργά σχολεία πίστης. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η διήγηση της βάπτισης Του Ιησού και η πρόσληψη της από τη λατρεία της Εκκλησίας – Μόσχος Γκουτζιούδης, Επίκ. Καθηγητής Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ.


 

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η διήγηση της βάπτισης του Ιησού άσκησε μεγάλη επίδραση στη λατρεία της Εκκλησίας. Στην παρούσα μελέτη θ’ αναφερθούμε αρχικά στις διαφορές μεταξύ των διαφορετικών εκδοχών της διήγησης στα ευαγγέλια, τις πηγές της προέλευσής της, τη συνάφεια εντός των ευαγγελίων και αμέσως μετά θα περάσουμε στα στοιχεία εκείνα που αφενός αξιοποιήθηκαν από τη λατρεία της Εκκλησίας και αφετέρου θα σημειώσουμε τα νέα δεδομένα που, αν και δεν υπάρχουν στο ευαγγελικό κείμενο, ενσωματώθηκαν στις λατρευτικές πρακτικές στη διάρκεια της εξέλιξής τους. Δεν θα δούμε αναλυτικά τα λειτουργικά κείμενα της Εκκλησίας που μας πληροφορούν για το βάπτισμα των πιστών στην αρχαία Εκκλησία (Διδαχή, Αποστολική Παράδοση, Αποστολικές Διαταγές, κλπ.) αλλά θα ανιχνεύσουμε την πρόσληψη στοιχείων από τη διήγηση της βάπτισης του Ιησού στον Ιορδάνη με έναν διαφορετικό τρόπο.

 

Οι διαφορετικές εκδοχές

 

Το περιστατικό της βάπτισης του Ιησού σε όλες τις εκδοχές του (Μτ. 3:13-17//Μκ. 1:9-11//Λκ. 3:21-22//Ιω. 1:29-34) έχει προσαρμοστεί στις χριστολογικές ιδέες του κάθε ευαγγελιστή. Στο κατά Μάρκον ο Ιησούς εισάγεται για πρώτη φορά στο προσκήνιο στο 1:9 καθώς έρχεται να βαπτιστεί από τον Ιωάννη στον ποταμό Ιορδάνη. Η διήγηση είναι σύντομη και απλή χωρίς λεπτομέρειες. Είναι πράγματι παράξενο πως ένα τόσο σημαντικό γεγονός περιορίζεται μόνο σε τρεις στίχους στο κατά Μάρκον. Ο Ιησούς εδώ παρουσιάζεται χωρίς κάποιον χριστολογικό τίτλο με τον τόπο καταγωγής του μόνο να δηλώνεται στο κείμενο (ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας).

Λίγο παρακάτω όμως, στο 1:11 ο Ιησούς φανερώνεται με θαυματουργικό τρόπο ως Υιός του Θεού. Τώρα λοιπόν οι αναγνώστες του ευαγγελίου πληροφορούνται ποιος πραγματικά είναι αυτός για τον οποίο ο Μάρκος θα αφηγηθεί διάφορα περιστατικά στη συνέχεια. Στο κατά Μάρκον η βάπτιση του Ιησού περιγράφεται ως μια προσωπική εμπειρία του ίδιου, ένα περιστατικό μιας ιδιωτικής στιγμής χωρίς να γίνεται λόγος για παρουσία άλλων προσώπων εκτός από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή.

Ακόμη, στην εκδοχή του Μάρκου ο Ιησούς είναι ο μόνος που υπάρχει για να δει το άνοιγμα του ουρανού και την κάθοδο του πνεύματος σε αυτόν. Συνεπώς είναι επίσης και ο μόνος που ακούει την φωνή από τον ουρανό. Στα υπόλοιπα ευαγγέλια η σκηνή έχει δημόσιο χαρακτήρα.

Ίσως αυτή η αλλαγή να οφείλεται σε απολογητικούς λόγους που ήθελαν να τονίσουν την αλήθεια των τριών υπερφυσικών γεγονότων[1] που έλαβαν χώρα κατά τη βάπτιση του Ιησού.

Νομίζουμε πως η ιδιωτική ατμόσφαιρα της μάρκειας εκδοχής έχει σχέση με το μεσσιανικό μυστικό που ο ευαγγελιστής διατηρεί ως ιδιαίτερο θεολογικό χαρακτηριστικό στο ευαγγέλιό του. Συνεπώς η ιδιωτική ατμόσφαιρα της βάπτισης του Ιησού να αποτελεί δική του επεξεργασία. Οι ερευνητές σημειώνουν συχνά ότι η ιδέα του Ιησού από τη Ναζαρέτ ως Υιού του Θεού δεσπόζει στο ευαγγέλιο του Μάρκου, δικαιολογεί την εξουσία που ο ίδιος έχει σε διάφορα σημεία του ευαγγελίου και κορυφώνεται στην ομολογία του εκατόνταρχου τη στιγμή του θανάτου του Ιησού στο σταυρό (Μκ. 15:39).

Στους άλλους δύο συνοπτικούς οι αναγνώστες έχουν πληροφορηθεί τη γέννηση του Ιησού και δεν ακούν γι’ αυτόν, αλλά ούτε για θεϊκή παρέμβαση που συνδέεται με τη ζωή του πρώτη φορά.

 

Αγιογραφία με την Βάπτιση του Κυρίου, κατασκευασμένη στο Άγιον Όρος πάνω σε ξύλο.

 

Ο Ματθαίος πριν το περιστατικό της βάπτισης διασώζει μόνο αυτός έναν διάλογο μεταξύ του Ιησού και του Ιωάννη του Βαπτιστή σύμφωνα με τον οποίο ο δεύτερος αρνείται να βαπτίσει τον πρώτο λόγω κατωτερότητας τους ίδιου (3:14-15).[2] Προφανώς ο Ματθαίος θέλει να δικαιολογήσει γιατί ο Ιησούς ως ανώτερος δέχτηκε το βάπτισμα του Ιωάννη και έτσι φανερώνει την εύλογη απορία που εκφραζόταν στην κοινότητά του. Ο λόγος είναι για να εκπληρωθεί το σχέδιο του Θεού (Μτ. 3:15). Μετά από αυτή τη διαβεβαίωση ο Ιωάννης δέχεται να βαπτίσει τον Ιησού. Εξάλλου συχνά στο κατά Ματθαίον, όπου ο Ιησούς παρουσιάζεται ως Υιός του Θεού, εκτελεί το θέλημα του Πατέρα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Επισκοπή του Δαμαλά. (Εργασίαι καθαρισμού και νεώτερα στοιχεία περί του αρχιτεκτονικού τύπου αυτής) – Παύλος Λαζαρίδης (1917-1992). Δελτίον Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας 2 (1960-1961), Αθήνα 1962. 


 

Το έτος 1959 ενήργησα, κατ’ εντολήν της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, καθαρισμόν των ερειπίων της μεγαλόπρεπους βυζαντινής εκκλησίας, της γνωστής ως Επισκοπής του Δαμαλά [ανατολικά της αρχαίας Τροιζήνας].

Η εκκλησία αυτή, ευρισκομένη επί υψώματος παρά τους πρόποδας του όρους Αδέρες και δυτικώς του χειμάρρου Κρεμαστού, του κατά την αρχαιότητα καλουμένου Υλλικού και Ταυρίου, ήτο ήδη κατά το δεύτερον ήμισυ του παρελθόντος αιώνος κατερειπωμένη.

 

Αξονομετρική αποκατάσταση του ναού κατά την τελευταία περίοδο.

 

Δια των γενομένων κατά τας τελευταίας δεκαετίας ανασκαφών διεπιπιστώθη, άτι η Επισκοπή είναι εκτισμένη επί της θέσεως του ναού της Αφροδίτης της αρχαίας Τροιζήνος. Κατά τας προσφάτους εργασίας καθαρισμού ήλθον εις φως νέα στοιχεία, τα όποια βοηθούν εις την πληρεστέραν μελέτην του αρχιτεκτονικού τύπου του ενδιαφέροντος τούτου μνημείου και εις την ορθοτέραν τοποθέτησιν αυτού μεταξύ των κτισμάτων της ακμής της βυζαντινής τέχνης εν Ελλάδι.

 

Τα ερείπια της Επισκοπής του Δαμαλά από Ν.Α. μετά τον καθαρισμό.

 

[…] Είναι προφανές, ότι κατά τας ανασκαφικός έρευνας, τας ενεργηθείσας υπό του Welter ( 1932) προς αποκάλυψιν του ναού της Αφροδίτης, επήλθε σοβαρά αναστάτωσις εις τα στοιχεία της ήδη ερειπωμένης και εγκαταλελειμμένης Επισκοπής.

Το πλακόστρωτον δάπεδον του κυρίως ναού, το όποιον, ως φαίνεται, εσώζετο κατά μέγα μέρος, διελύθη και αι μεγάλοι μαρμάρινοι πλάκες του (ύψους 0,15-0,25 μ.), μετακινηθεΐσαι και ανατραπείσαι, προφανώς προς ανεύρεσιν επιγραφών, αφέθησαν κατεσπαρμέναι, εική και ως έτυχεν, εντός και εκτός του χώρου του μνημείου. Αλλά και άλλα μέλη, πολλά των οποίων εσώζοντο εις τας θέσεις των, ως π.χ. αί 4 βάσεις των κιόνων, μετεκινήθησαν κατά τας ανάγκας της ανασκαφής.

Τα εκ της ανασκαφής προελθόντα χώματα επεσωρεύθησαν εις διάφορα σημεία του χώρου του κτίσματος, εις τρόπον ώστε πλείστα μέρη αυτού εκαλύφθησαν πλήρως, ως π.χ. αί αψίδες του Ιερού, οι νάρθηκες, ο δυτικός πυλών, το αρκοσόλιον και ο περίβολος (ύψος επιχώσεως 1,50-1,80 μ. ).

Εις τα εκτός του μνημείου απορριφθέντα χώματα ανευρέθησαν, κατά τας εργασίας του καθαρισμού, σημαντικά αρχιτεκτονικά και άλλα γλυπτά μέλη, ως π.χ. σφόνδυλος δωρικού κίονος μετατραπείς εις επισκοπικόν θρόνον και 2 ιωνικά κιονόκρανα μετ’ επιθήματος, περί των οποίων θα γίνη λόγος κατωτέρω.

Μετά τας ανασκαφικάς εργασίας του Welter η εγκατάλειψις του μνημείου ήτο τελεία. Η προνοητική φύσις, οιονεί θέλουσα να απόκρυψη το κατάντημα του περικαλλούς κτίσματος, εκάλυψε τα πάντα δια πυκνής και υψηλής αγρίας βλαστήσεως και μόνον αί εξέχουσαι κορυφαί των σωζόμενων τοίχων εμαρτύρουν εις τους επισκέπτας την υπαρξίν του…

 

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Επισκοπή Δαμαλών

 

Read Full Post »

Παναγία – Η ζωή της πρώτης Αγίας


 

Στο χώρο του σύμπαντος το φαινόμενο της έκλειψης του ηλίου είναι κάτι που συχνά συμβαίνει. Στο χώρο της χριστιανικής πίστης όμως, υπάρχει ένας ήλιος που δεν γνωρίζει έκλειψη εις τον αιώνα. Είναι ο Ήλιος της Δικαιοσύνης, ο Χριστός! Μαζί Του λάμπει στους αιώνες και ο ήλιος της Παναγίας μητέρας Του. Και δεν μπορεί να μην είναι ήλιος, η Παναγία μητέρα του Θεού, «ή μετά Θεόν Θεός», κατά τον άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο, καθώς είναι εκείνη που δέχθηκε μέσα της, εκύησε, εγέννησε, γαλακτοτρόφησε και ανέθρεψε το νοητό Ήλιο της Δικαιοσύνης.

Η Θεοτόκος είναι ήλιος αγνείας, παρθενίας, υπακοής, υπομονής, σιωπής, αγάπης, πίστης, σεμνότητας, καθαρότητας, διακριτικότητας, σωματικής και ψυχικής ωραιότητας. Ήλιος καλοκαιρινός, δεκαπενταυγουστιάτικος, που λαμπρύνει το στερέωμα του ουρανού και αποτελεί καύχημα και κόσμημα των χριστιανών.

 

Ας δούμε σύντομα τη μοναδική ζωή αυτής της μοναδικής γυναίκας

 

Εικόνα της Παναγίας «Άξιον Εστί». Παραδοσιακή αγιογράφηση με τη τεχνική της αυγοτέμπερας. Εργαστήριο Αγιογραφίας Ευαγγελίας Μίσκου.

Κατά το λεγόμενο, «πρωτευαγγέλιο» του Ιακώβου του αδελφοθέου, ο ιερέας Ματθάν (23ος απόγονος του Δαβίδ, κατά τον γενεαλογικό πίνακα του Ευαγγελιστή Ματθαίου), παντρεύτηκε τη Μαρία και μαζί απέκτησαν τον Ιακώβ, τον πατέρα του Ιωσήφ, του μνήστορος της Παναγίας, και τρεις κόρες: τη Μαρία, η οποία γέννησε τη Σαλώμη τη μαία, τη Σοβή, η οποία γέννησε την Ελισάβετ, τη μητέρα του Ιωάννη του Προδρόμου και την Άννα, η οποία γέννησε τη Μαρία, τη μητέρα του Χριστού.

Η Άννα (η μνήμη της τιμάται στις 25 Ιουλίου), παντρεύτηκε σε ηλικία 20 ετών, τον τριαντάχρονο τότε Ιωακείμ (η μνήμη του τιμάται στις 9 Σεπτεμβρίου μαζί με την σύζυγό του Άννα), ο οποίος καταγόταν απ’ τη γενιά του Δαβίδ, όπως κι εκείνη. Όμως πέρασαν 40 χρόνια έγγαμου βίου και ο Ιωακείμ και η Άννα δεν είχαν αποκτήσει παιδί. Η ατεκνία στην εποχή τους ήταν μεγάλη ντροπή. Αλλά αυτή τη ντροπή την έφερναν πάνω τους και οι δύο τους αγόγγυστα κι αδιαμαρτύρητα απέναντι στο Θεό. Υπέμεναν το θέλημά Του, Τον θερμοπαρακαλούσαν, πίστευαν με απλοϊκή και πηγαία πίστη στην παντοδυναμία Του και περίμεναν…

Απέναντι στη τόση πίστη, υπομονή και προσευχή ο Θεός απάντησε με πολλαπλά μεγάλα θαύματα. Στέλνει τον άγγελό Του και λύει την ατεκνία της Άννας (9 Δεκεμβρίου). Και η γριά και στείρα Άννα, ως άλλη Σάρα, θα μείνει έγκυος και στα 60 της χρόνια θα γεννήσει και θ’ αποκτήσει (8 Σεπτεμβρίου, ημέρα Δευτέρα του έτους 15 π.Χ.) κόρη. Και τι κόρη (!) τη Μαρία, τη μετέπειτα Παναγία Δέσποινα.

Της έδωσαν τ’ όνομα της γιαγιάς της, όμως το καθένα από τα πέντε γράμματα του ονόματός της παραπέμπει και σε ένα γυναικείο πρόσωπο της Παλαιάς Διαθήκης το οποίο διακρίθηκε για μια τουλάχιστον αρετή:

η Μ-αριάμ, για την αγνότητά της,

η Α-βιγαία (= πηγή χαράς), για την ταπείνωση και τη σωφροσύνη της,

η Ρ-αχήλ (= αμνάδα), για την ομορφιά της,

η Ι-ουδήθ, για την ανδρειοφροσύνη και την πίστη της,

η Α-ννα (= Θεία Χάρη), για την υπομονή της.

Έτσι το όνομα Μαρία περιγράφει και τα χαρίσματα της Παναγίας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Ακάθιστος Ύμνος στην Υπεραγία Θεοτόκο – Δρ. Ελένη Ρωσσίδου – Κουτσού


 

Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν

εὐχαριστήρια, ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου Θεοτόκε.

Ἀλλ’ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον ἐκ παντοίων

με κινδύνων ἐλευθέρωσον, ἵνα κράζω σοι Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

 

«Ο Ακάθιστος Ύμνος», ορθόδοξη εικόνα. Στο κέντρο εικονίζεται η Παναγία, ενώ καθεμιά από τις μικρές περιφερειακές εικόνες αφορά τη διήγηση ενός από τους 24 «οίκους» του Ακάθιστου Ύμνου. Holy Transfiguration Monastery (Brookline, Massachusetts).

Ακάθιστος ύμνος επικράτησε να λέγεται ένας ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, από την όρθια στάση, που τηρούσαν οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας του. Οι πιστοί έψαλλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο κατά την ακολουθία της γιορτής του Ευαγγελισμού, με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος.

Ψάλλεται ενταγμένος στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του Μικρού Αποδείπνου, σε όλους τους Ιερούς Ναούς, τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε οίκος ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα), και είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας.

Θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και είναι εμπλουτισμένος από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.

Κατά το έτος 626 μ.Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος μαζί με τον βυζαντινό στρατό είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνίδια από τους Αβάρους. Οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή επέμβαση, δημιούργησε τρικυμία και κατάστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ οι αμυνόμενοι  προξένησαν τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Σχέσεις μοναχών και χριστιανών λαϊκών κατά την Οθωμανική περίοδο (15ος- αρχές 19ου αι.) | Σοφία ΛαΐουΙόνιο Πανεπιστήμιο – Τμήμα Ιστορίας


 

Στη μνήμη της αγαπημένης φίλης Εύης Ολυμπίτου

  

Η ανάλυση των σχέσεων των μοναχών και των ορθοδόξων λαϊκών κατά την οθωμανική περίοδο οφείλει να λάβει υπόψη δύο αυτονόητες για την εποχή αλήθειες: α) την κατίσχυση των θρησκευτικών συναισθημάτων στους ανθρώπους της πρώιμης νεώτερης περιόδου, τουλάχιστον στην συντριπτική πλειονότητά τους και β) τις συνθήκες που διαμόρφωσε η οθωμανική κατάκτηση, θέτοντας μοναχούς και λαϊκούς σε ένα νέο πο­λιτικό και αλλόθρησκο περιβάλλον στο οποίο καλούνταν να προσαρμο­στούν. Πέρα ωστόσο από τις αλήθειες αυτές, η διερεύνηση των εν λόγω σχέσεων περιπλέκεται.

Το εξώφυλλο του τόμου: «Μοναστήρια, οικονομία και πολιτική. Από τους μεσαιωνικούς στους νεώτερους χρόνους».

Ο πλούτος των πληροφοριών που προέρχονται από τα μοναστηριακά αρχεία σε συνδυασμό με ευρύτερα ζητήματα, όπως τα διαφορετικά οικονομικά μεγέθη των μονών, οι αλλαγές στην κοινωνι­κή διαστρωμάτωση των χριστιανών οθωμανών υπηκόων και ο ρόλος του κράτους ως θεματοφύλακα της νομιμότητας, ζητήματα που με τη σειρά τους καθόριζαν την εν λόγω σχέση και την μετάλλασσαν στην πορεία του χρόνου, καταδεικνύουν και την πολυπλοκότητά της. Σπεύδω, ωστόσο, να υπογραμμίσω εξαρχής ότι οι σχέσεις αυτές τη συγκεκριμένη περίοδο είχαν πρόδηλη οικονομική διάσταση, ακόμα και σε πράξεις με κυρίαρχη τη θρησκευτική χροιά, όπως θα φανεί παρακάτω, γεγονός αναπόφευκτο εξαιτίας της ανάγκης επιβίωσης τόσο των χριστιανών οθωμανών υπηκό­ων όσο και των ίδιων των μονών (όχι πάντως στον ίδιο βαθμό).

Κρατώντας ως δεδομένα την πολυπλοκότητα των σχέσεων καθώς και την αναγκαιότητα αποφυγής των όποιων γενικεύσεων, θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τις σχέσεις μοναχών και λαϊκών κατά το μεγαλύτερο μέρος της οθωμανικής περιόδου (έως τις αρχές του 19ου αιώνα).

Στό­χος μου είναι η διερεύνηση της κοινωνικής θέσης των μονών σε σύγκριση με τους χριστιανούς ραγιάδες και αφετέρου η κατάδειξη της ισχύς του «μονοπωλίου» των μοναχών ως διαμεσολαβητών μεταξύ Θεού/Αγίων και λαϊκών, που καθόριζε με τη σειρά του την ποιότητα των σχέσεων αυτών.

Το αρχειακό δείγμα πάνω στο οποίο κυρίως βασίστηκα είναι: το οθω­μανικό αρχείο της μονής Βαρλαάμ Μετεώρων, το οθωμανικό αρχείο της μονής Λειμώνος Μυτιλήνης για τον 17ο αιώνα, τα οθωμανικά και ελληνικά αρχεία των μονών της Σάμου, δημοσιευμένα μοναστηριακά οθωμανικά έγγραφα από την Άνδρο, το δημοσιευμένο τμήμα του ελλη­νικού αρχείου της μονής Αγίου Ιωάννη Θεολόγου Πάτμου και τα επίσης δημοσιευμένα ελληνικά αρχεία των μονών Σταυρονικήτα, Εσφιγμένου, Χιλανδαρίου και Καρακάλλου του Αγίου Όρους, που αναφέρονται στην οθωμανική περίοδο. Το δείγμα επομένως περιλαμβάνει ηπειρωτικά και νησιωτικά μοναστήρια με ποικίλο οικονομικό και πνευματικό εκτόπι­σμα. Ωστόσο, στον μικρόκοσμο των τοπικών κοινωνιών στις οποίες δραστηριοποιούνταν όλα είχαν – κατά τη γνώμη μου – κυρίαρχη θέση, έστω και υπό διαρκή διαπραγμάτευση, ιδιαίτερα τον 18ο αιώνα, όταν ισχυροποιήθηκαν ομάδες λαϊκών και αναδείχθηκαν ισχυροί οικονομικοί παράγοντες μεταξύ αυτών.

Η σημαντικότερη σχέση μονών και λαϊκών είναι αυτή του ιδιοκτήτη και ενοικιαστή, του γαιοκτήμονα και του απλού χωρικού, του εργοδότη και εργαζομένου.

Είναι γνωστή και έχει μελετηθεί διεξοδικά η πολιτική των μοναστηριών για διατήρηση αρχικώς και επαύξηση στη συνέχεια της ακίνητης περιουσίας τους, παράλληλα με τη συνεχή και συχνά επιτυχή διαπραγμά­τευση με την οθωμανική εξουσία για την αναγνώριση των παλαιότερων από τη βυζαντινή περίοδο φοροαπαλλαγών και προνομίων ή την παρα­χώρηση νέων, όπως ήταν η κατ’ αποκοπή πληρωμή των φόρων (maktu) ή η κατ’ αποκοπή πληρωμή της δεκάτης (bedel-i ο§τ).[1]

Η συγκρότηση μιας μεγάλης – στην κυριολεξία ή για τα δεδομένα της τοπικής κοινωνίας – περιουσίας, η οποία έπρεπε κατά το δυνατόν να είναι ενιαία, γινόταν με αγορές του ιδιοκτησιακού δικαιώματος ή του δικαιώματος εξουσίασης (ταπού) γαιών και κτισμάτων από χριστιανούς αλλά και μουσουλμάνους της περιοχής καθώς και με αφιερώσεις και δωρεές ακινήτων στη μονή. Ας σημειωθεί ότι, εάν δεν υφίστατο το ιδιοκτησιακό δικαίωμα επί των γαιών, οι μονές ήλεγχαν τις εκτάσεις τους στο πλαίσιο πολύπλοκων νομικών σχέσεων, δημιουργώντας έτσι μοναστηριακά βακούφια εντός ευρύτερου ισλαμικού βακουφίου, ή τσιφλίκια εδραιωμένα σε δημόσιες ή βακουφικές γαίες. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »