Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Εκκλησιαστική Ιστορία’

Άργος και Ορθοδοξία στο διάβα των αιώνων

  

Υπό Αρχιμ. Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη

Ιεροκήρυκος Ι. Μητροπόλεως Αργολίδος

 

Εκκλησιαστική διοίκηση

 Ο Παυλίνος (354-431μ.Χ.) αναφέρει ότι στο Άργος κήρυξε το λόγο του Θεού ο Απόστολος Ανδρέας, ο οποίος έτσι παρουσιάζεται ως ιδρυτής της Αργειακής Εκκλησίας. Πιθανώς εις το Άργος να ήλθε και ο Απόστολος Παύλος, διότι περί το 50-60 μ.Χ. διέμεινε εις την Κόρινθο για αρκετούς μήνες και επισκέφθηκε και τις γύρω της Κορίνθου περιοχές. Πολύ νωρίς το Άργος ανυψώθηκε σε Επισκοπή, χωρισμένη από την Επισκοπή Ναυπλίου, υπό τη δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Κορίνθου. Πρώτος γνωστός Επίσκοπος του Άργους είναι ο Περιγένης. Στα τέλη του 9ου αιώνος Επίσκοπος Άργους διετέλεσε ο πολιούχος, Άγιος Πέτρος. Οι Επισκοπές Άργους και Ναυπλίου ενώθηκαν σε μία το 1166. Κατ’ άλλη γνώμη, η ένωση των Επισκοπών Άργους και Ναυπλίου πιθανώς είχε συντελεσθεί λίγα χρόνια μετά το 879. Πάντως στα πρακτικά Σύνοδου του 879 που έγινε στην Κωνσταντινούπολη, υπογράφουν ως μέλη, ο Άργους Θεότιμος και χωριστά ο Ναυπλίου Ανδρέας. Το 1189 η ενιαία Επισκοπή Άργους και Ναυπλίου αποσπάται από τη Μητρόπολη Κορίνθου και προάγεται σε Μητρόπολη, με πρώτο Μητροπολίτη τον Ιωάννη.

 Το 1212, οι σταυροφόροι καταλαμβάνουν το Άργος και το Ναύπλιο, καταργείται η ορθόδοξη Ιεραρχία και στο Άργος εγκαθίσταται λατίνος Επίσκοπος. Καθ’ όλη τη διάρκεια της φραγκοκρατίας (1212-1540) η ορθόδοξη Μητρόπολη Άργους είναι σχολάζουσα. Για τα θέματα των Ορθοδόξων υπήρχε υπό την έγκριση του λατίνου Επισκόπου ένας πρωτοπαπάς διορισμένος από τους Ενετούς.

 Το 1540 το Ναύπλιο παραδίδεται από τους Ενετούς στους Τούρκους. Το 1541 ο Πατριάρχης Ιερεμίας Α΄ δέχθηκε στην Κωνσταντινούπολη πρεσβεία από Αργείους και Ναυπλιείς, οι οποίοι ζήτησαν την ανασύσταση της Μητροπόλεως που ήταν σχολάζουσα από το 1212, δηλαδή για 329 χρόνια. Η Μητρόπολη ανασυνεστάθη με έδρα το Ναύπλιον και προήχθη εις αυτήν ως μητροπολίτης, ο Δωρόθεος.

 Από το 1686 η έδρα της Μητροπόλεως μεταφέρεται στο Άργος, διότι το Ναύπλιον καταλαμβάνεται για δεύτερη φορά από τους Ενετούς. Το 1715 αρχίζει η Β΄ τουρκική κυριαρχία στο Άργος και γίνεται έδρα της μητροπόλεως το Μέρμπακα (Αγία Τριάδα) έως το 1770, οπότε έχουμε επιδρομή Αλβανών και καταστροφές που επιβάλλουν τη μεταφορά της στο Άργος. Εδώ θα παραμείνει μέχρι την επανάσταση του 1821, οπότε θα ξαναγίνει το Ναύπλιο έδρα της Μητροπόλεως, μέχρι σήμερα. Στις 19 Σεπτεμβρίου 1821  πέθανε στη φυλακή της Τριπολιτσάς ο εθνομάρτυρας Μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου Γρηγόριος Καλαμαράς. Από το θάνατό του έως το 1833 η Μητρόπολη διοικείται από τοποτηρητές.

 Με το από 16 Δεκεμβρίου 1833 Β.Δ., η Μητρόπολη Άργους και Ναυπλίας  μετονομάζεται «Μητρόπολις Αργολίδος», αποτελούμενη από τις επαρχίες Ναυπλίας, Τροιζήνος και Ερμιονίδος. Με το ίδιο διάταγμα το Άργος καθώς και η επαρχία Άργους υπάγονται υπό την Μητρόπολη Κορίνθου και όχι υπό τη Μητρόπολη Αργολίδος. Με το από 16 Δεκεμβρίου 1841 Β.Δ. η Μητροπόλη Κορίνθου- Άργους και η Μητρόπολη Αργολίδος συγχωνεύθηκαν σε μία, τη Μητρόπολη Κορίνθου και Αργολίδος. Με το από 18 Δεκεμβρίου 1842 Β.Δ., εις τη Μητρόπολη Κορίνθου και Αργολίδος συνεχωνεύθη και η Επισκοπή Ύδρας. Αυτές οι συγχωνεύσεις γίνονταν διότι η Ι. Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, είχε ανακηρύξει το αυτοκέφαλό της. Δεν ήθελε λοιπόν,  να προβεί σε αρχιερατικές εκλογές, έως ότου το Οικουμενικό Πατριαρχείο υιοθετήσει αυτή την ενέργειά της, για να μη θεωρηθεί ότι αυθαιρετεί εντελώς. 

Με τον Πατριαρχικό Τόμο του 1850 αναγνωρίσθηκε το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος.  Μετά την έκδοση του νόμου Σ΄ του 1852, η Ι. Σύνοδος καθόρισε τα όρια των   Μητροπόλεων και πλήρωσε όσες ήταν χηρεύουσες. Για τη Μητρόπολη Αργολίδος όρια καθορίστηκαν αυτά που ισχύουν μέχρι σήμερα και εξελέγη Μητροπολίτης, το Σεπτέμβριο του 1852 ο Πρωτοσύγκελος και τοποτηρητής Μεσσηνίας, Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Παγώνης ή Παγωνόπουλος.

 

Ιστορικοί Ναοί

  

Ο ναός του Τιμίου Προδρόμου άρχισε να χτίζεται το 1822 και αποπερατώθηκε με χρηματική βοήθεια του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Χρησίμευσε ως μητροπολιτικός έως το 1865. Εδώ έγιναν οι τελετές για την έλευση και ενηλικίωση των βασιλέων Όθωνος και Γεωργίου Α΄. Στον περίβολό του ετάφησαν προύχοντες και φιλέλληνες. Εδώ φυλάσσονται άμφια δωρηθέντα από τη Ρωσία και από το 1929 τελείται  κάθε χρόνο η δοξολογία της 25ης Μαρτίου.

 Ο ναός της Παναγίας Κατακεκρυμμένης ιδρύθηκε τον 9ο ή 10ο αιώνα, ως γυναικεία Μονή. Επανιδρύθηκε το 1700 και διατηρήθηκε ως Μοναστήρι μέχρι την 17η Μαρτίου 1856, οπότε γίνεται ενοριακός ναός. Από το 1911 μέχρι σήμερα, υπάγεται ως παρεκκλήσιο στην ενορία Τιμίου Προδρόμου. Συνδέθηκε με γεγονότα της επανάστασης του 1821. Προ του 1821 λειτούργησε ως σχολείο. Το 1822 ιδρύθηκε εδώ το πρώτο Ελληνικό Νομισματοκοπείο. Το 1906-1907 κατασκευάστηκε το ρολόι της πόλης από τους παντοπώλες του Άργους. Στο ναό υπάρχουν εικόνες και εκκλησιαστικά βιβλία του 18ου και 19ου αιώνα.

 Ο ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης επί τουρκοκρατίας υπήρξε τζαμί και νεκροταφείο των Τούρκων. Χτίστηκε περί το 1570-1580. Το 1871 καθαγιάσθηκε με εγκαίνια και μετετράπη σε χριστιανικό Ναό. Λειτουργεί ως παρεκκλήσιο της ενορίας Αγίου Πέτρου. Εδώ φυλάσσονται ιερά Σκεύη του ναού του Αγίου Νικολάου της οικογένειας των Περρουκαίων, ο οποίος βρισκόταν εκεί που είναι χτισμένος ο σημερινός ναός του Αγίου Πέτρου Άργους και κατεδαφίστηκε το 1865.

 Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι κτίσμα του 11ου αιώνος. Ανεκαινίσθη το 1699. Παλαιότερα λεγόταν Παναγία Αμπελούσα διότι υπήρχαν τριγύρω πολλά αμπέλια. Εδώ ορκίστηκαν οι πληρεξούσιοι της Δ΄ Εθνικής Συνέλευσης το1829 καθώς και της Ε΄ Εθνικής Συνέλευσης το 1831. Την 5η Μαΐου 1824 έγινε εδώ τελετή για το θάνατο του Βύρωνα. Εδώ υπάρχουν Ευαγγέλια του 18ου  και 19ου καθώς και εικόνες του 19ου αιώνα.

 Ο ναός του Αγίου Πέτρου θεμελιώθηκε το 1859 από τον Αργολίδος Γεράσιμο, ο οποίος έκανε και τα εγκαίνια το 1865. Χτίστηκε στη θέση, που βρισκόταν άλλοτε ναός του Αγίου Νικολάου της οικογένειας Περρούκα. Έχει τρεις Άγιες Τράπεζες. Η κεντρική είναι αφιερωμένη εις τον Άγιο Πέτρο Άργους, η δεύτερη στον Άγιο Νικόλαο λόγω της εκκλησίας των Περρουκαίων που βρισκόταν εδώ και η τρίτη στον Άγιο Ανδρέα τον ιδρυτή της Αργειακής Εκκλησίας. Εδώ φυλάσσονται Ευαγγέλια του18ου και 19ου και ιερά Σκεύη του 19ου αιώνα.

 Τέλος, αξιόλογα μνημεία είναι οι δύο σταυρεπίστεγοι ναοί του Άργους, που έχουν χτιστεί επί τουρκοκρατίας, ο παλαιός ναός του Αγίου Βασιλείου και ο παλαιός ναός του Αγίου Νικολάου.

 

Αργειακή Αγιολογία

 

 Ο Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους γεννήθηκε στην Κων/πολη το 850 μ.Χ. Οι γονείς και τα τέσσερα αδέλφια του ασπάζονται το μοναχικό βίο. Ενώ ασκητεύει πλησίον του αδελφού του, Παύλου Επισκόπου Κορίνθου, κάμπτεται απ’ τις πιεστικές παρακλήσεις των Αργείων και χειροτονείται Επίσκοπος Άργους. Αφού ανεδείχθη στοργικός πατέρας όλων, εκοιμήθη το 925 μ. Χ. Η μνήμη του εορτάζεται την 3η Μαΐου.

 Ο  Όσιος Λεόντιος γεννήθηκε στο Άργος το 1520. Εμόνασε από το 1545, έως το θάνατό του στη Μονή του Οσίου Διονυσίου του Αγίου Όρους. Κοιμήθηκε το 1605. Από τον τάφο του ανέβλυσε μύρο και έτσι ονομάστηκε μυροβλύτης. Η μνήμη του τιμάται στις 18 Ιουνίου.

 Ο Νεομάρτυρας Αγγελής γεννήθηκε στο Άργος. Ήταν εμπειρικός Ιατρός. Βρισκόταν στη Νέα Έφεσο. Αποκεφαλίστηκε στη Χίο, στις 3 Δεκεμβρίου του 1813.

 

Δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό «Ματίες στην Αργολίδα», τευχ. 10, Μάιος – Ιούνιος 2002.

 

Read Full Post »

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Σημειοφόρος και Θαυματουργός (852 – 922)


 

Άγιος Πέτρος ο Άργους – Φώτης Κόντογλου

Ο βίος και τα έργα του Αγίου Πέτρου, αποτελούν περίλαμπρο μνημείο που μαρτυρά την Εκκλησιαστική Δόξα της τότε Αγιωτάτης Επισκοπής Άργους. Είναι όντως πολύεδρος, πολύτιμος λίθος που εκπέμπει φως σωτηρίας και λαμπρύνει την όλη ιστορία της πόλης μας.  Ο «από βρέφους Κυρίω ανατεθείς» Πέτρος, εγεννήθη εις το ένδοξο Βυζάντιο. Ιερός και άγιος πόθος να υπηρετήσει τον Κύριο και Θεό του, είχε κατακυριεύσει την ψυχή και την διάνοια του. 

Πρώτος ο Παύλος, ο πρωτότοκος της οικογένειας επιλέγει την οδό της ένθεης διαβίωσης. Την οδό των στερήσεων, των δοκιμασιών, της προσευχής και της προσφοράς. Ακολουθεί ο Διονύσιος και κατόπιν οι Γονείς και η νεαρή αδελφή τους, δεχθέντες το θείο κάλεσμα, επέλεξαν την οδό της θυσίας, της αυταπάρνησης, και  « ήγαγον τον Σταυρόν της μοναχικής πολιτείας ακολουθήσαντες τον Χριστό».  Λίγο αργότερα νεαρώτατος κατά την ηλικία ο Πέτρος μετά του μικρότερου αδελφού του Πλάτωνος « καταλιπόντες τον κόσμον και τον οίκον αυτών απήλθον εις ερημικούς τόπους, τη ασκήσει και τη νηστεία και ταις προσευχαίς δουλεύοντες τω Κυρίω». Εγκαταλείπουν την περιουσία τους και τις ανέσεις που αυτή τους διασφάλιζε, και επιλέγουν τον τραχύ αλλά ωραίο αγώνα της μοναστικής ζωής.

Η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας του, τον καθιστούν πρότυπο στην μοναστική κοινότητα. Οι συνομήλικοι του τον αγαπούν και τον έχουν ως πρότυπο. Επιδιώκουν να τον μιμηθούν. Εκείνος, πάντοτε εύχαρις και μειλίχιος, αναλαμβάνει τις πιο σκληρές και ταπεινές εργασίες, ενισχύοντας την ταπεινοφροσύνη και την υπομονή του.  Στις συγκεντρώσεις και τις συντροφιές  εκφράζει με σοβαρότητα και ευφράδεια μοναδική, τις μεγάλες αλήθειες της πίστης επικαλούμενος ρητά ή αποφθέγματα των Πατέρων της Εκκλησίας αλλά και των Αρχαίων Ελλήνων Φιλοσόφων. Η υπομονή, η καρτερικότητα, η αυστηρή ασκητική ζωή, η συνεχής προσευχή τον οπλίζουν με γαλήνη, δύναμη και εγκράτεια.

« το κάλλος και η λαμπρότης της ψυχής αυτού εγίγνοντο κατάδηλα και επί του σώματος, του οποίου η ωραιότης θαυμασίως απέστιλβε, διότι είχε, κατά τον αυτόπτην μαθητήν, και το σχήμα και το βάδισμα και το βλέμμα, και το μειδίαμα αξιοθαύμαστα.». 

Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαος Α΄ ο Μυστικός, Ιεράρχης σοφός  και λόγιος, πληροφορείται τα χαρίσματα, την αξιοσύνη και την ευσέβεια του Μοναχού Πέτρου και επιθυμεί να τον τιμήσει με τον βαθμό της Αρχιερωσύνης. Ο κενός Αποστολικός  θρόνος του Μητροπολίτη Κορίνθου θεωρείται από τον Πατριάρχη ως η κατάλληλη ευκαιρία. Καλεί τον Πέτρο και του εκφράζει την επιθυμία του αυτή. 

Ο Πέτρος, «το επικίνδυνον του πράγματος ευλαβούμενος», αρνείται κατηγορηματικά. Μετά την άρνηση του, ο Πατριάρχης προσφεύγει στον μεγαλύτερο αδελφό του Παύλο, το οποίον και καθιστά Μητροπολίτη Κορίνθου.

Παρά τις συνεχείς αρνήσεις του Αγίου Πέτρου, ο Πατριάρχης δεν σταματά να προσπαθεί να πείσει τον Πέτρο να αποδεχτεί την Αρχιερωσύνη, την οποία από ταπεινοφροσύνη αυτός μονίμως αρνείται. Για να αποφύγει τις πιέσεις και να μην πικράνει «εν τη αγαθή και αγία προσπαθεία του» τον Πατριάρχη, μεταβαίνει στην Κόρινθο, κοντά στον αδελφό του. Αλλά η θεία χάρις καταδιώκει τον Πέτρο. Χηρεύει η θέση της επισκοπής Άργους και Αργείοι και Ναυπλιείς απευθύνονται  προς τον Μητροπολίτη Κορίνθου Παύλο, ζητούντες επιμόνως ως επίσκοπο της περιοχής τους τον Πέτρο.

Επιμένουν, ικετεύουν και  ισχυρίζονται ότι αρτιμελή νήπια πεθαίνουν αβάπτιστα και πολλοί πεθαμένοι θάβονται χωρίς να ψαλλεί η σχετική ακολουθία. Επιτυγχάνουν τελικά, καμφθέντος του Αγίου, να αποδεχτεί την θέση του επισκόπου.

  

Επίσκοπος Άργους  

 

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Ως επίσκοπος, υπήρξε «λύχνος επί την λυχνίαν φαίνων πάση τη οικία της περιοχής Αυτού ου μην αλλά και εις πάσαν την γήν εξήλθεν ο φθόγγος Αυτού και εις τα πέρατα της Οικουμένης τα ρήματα Αυτού». 

Όταν, όπως αναφέρει ο Μητροπολίτης Νικαίας Θεόδωρος, «Λοιμός επίεζε την του Πέλοπος επί τοσούτω δε ταύτην επεβόσκετο και κατέτρυχεν, ως και τας οικίας, και στενωπούς και άμφοδα και πλατείας, έτι δε και το ύπαιθρον εμπλησθήναι νεκρών » ο Άγιος « περιήρχετο τας οδούς συλλέγων τους θνήσκοντας, ανορθών τους επιδεομένους, κηδεύων ως συγγενής και προστάτης, τους εις οίκους νεκρούς». 

Στήριξε κλονιζομένους, έθρεψε πεινώντας, Λύτρωσε αιχμαλώτους από τους πειρατές, προστάτευσε αδυνάτους ως η διωκόμενη κόρη υπό τινος Στρατηγού, θεράπευσε δαιμονιζομένους, εβάπτισε απίστους, δίδαξε αδιαλείπτως λόγω και έργω.

Το έτος 920 και σε αρκετά προχωρημένη ηλικία, ασθενής κατά το σώμα αλλά ισχυρός κατά το πνεύμα και την πίστη, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και μετέσχε τοπικής Συνόδου, που είχε συγκαλέσει ο Πατριάρχης Νικόλαος ο Μυστικός επί Αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου.

Ο αείμνηστος Ιερεύς Χρήστος Παπαοικονόμος αναφέρει:

«Διήγεν ήδη ο μακάριος Πέτρος το εβδομηκοστόν έτος της ηλικίας αυτού και ενέμενε στερρώς εις την εκ νεότητος τακτικήν της ασκήσεως, μη αποσπώμενος αυτής ούτε ένεκα του γήρατος, ούτε ένεκα της κατατριχούσης αυτόν νόσου. Προσήγγισε τέλος ο υπ΄αυτού προσδοκώμενος χρόνος, επλησίασαν αι δι΄αυτόν ποθηταί ημέραιτου θανάτου τον οποίον είχε προγνωρίσει κατά θαυμαστόν τρόπον, ως προεγνώρισε και την μετ΄ολίγα έτη γενομένην καταστροφήν της Πελοποννήσου υπό των βαρβάρων. Αφού δε εγνώσθη ότι ο μέγας ανήρ ασθενεί, αθρόα συνέρρεον τα πλήθη των πόλεων και κωμών, παρήσαν δε και μοναζόντων αγέλαι, και των μοναζουσών η κοσμιότης και των παρθένων η σεμνότης διαλάμπυσα εις την όψιν και των γυναικών η σωφροσύνη και νέοι και γέροντες, ίνα πάντες ίδωσι δια τελευταίαν φορά την γλυκυτάτην εκείνην μορφήν και ακούσωσι την μέλι στάζουσα φωνήν και λάβωσι την ευλογίαν του αγίου ποιμενάρχου αυτών».

Εκείνος, επί τριήμερον νουθετεί γαλήνια και ήρεμα τα πνευματικά του τέκνα. Τα συμβουλεύει  να επιζητούν την μέλλουσα ζωή, εκπληρώνοντας τα καθήκοντα τους προς τον Θεό και τους συνανθρώπους τους. Η φωνή του εξασθενεί. Ευλογεί όσους βρίσκονται δίπλα του και με νεύματα τους παρακαλεί να αποχωρήσουν.

Γράφει ο μαθητής του:

 «Και ημάς δε τους περί αυτόν τω Θεώ αναθείς και μικρόν καθ΄εαυτόν υποψιθυρήσας και τον σταυρόν τω προσώπω περιγραψάμενος και ιλαρόν επιβλέψας, γεγανωμένω και χαίροντι εοικώς ώσπερ υπομειδιών, τα όμματα μύσας αταράχως διαφήκε το πνεύμα».

Και φεύγει για τις αιώνιες πολιτείες  του ανεσπέρου φωτός.

Τότε:

» Και πάλιν ηθροίζετο τα πλήθη και συστήματα ιερά, και χοροί μοναστών περιστάντες το ιερόν εκείνο σώμα ύμνοις εγέραιρον και ψαλμοίς., και τον ιεροφόρον άραντες σκίμποδα υποβασταζόντων ιερέων δια μέσης της πόλεως υπό λάμπασιν ήεσαν άδοντες. Και περί δείλην οψίαν υποστρέφοντες το θείον της Θεοτόκου κατειλήφεσαν τέμενος και της ιεράς τελετής και μυσταγωγίας τελουμένης- ειωθός τούτο επι τοις ερχιεύσι γίνεσθαι- αθρόον φωτί το πρόσωπον περιλάμπετο του θείου ανδρός και λεπτός αυτώ περιερρείτο ιδρώς και τον χρώτα είχεν ερυθραινόμενον, ωσεί ζών και υπνών». 

Επί 500 χρόνια, ο Άγιος αναπαύεται στην ιερή Αργειακή γη. Από τους Ουρανούς προστατεύει ως ο καλός ποιμήν το ποίμνιον του, « ο την Ψυχήν Αυτού θείς υπέρ των προβάτων».

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Την 21η  Ιανουαρίου του 1421  ξημερώνει αποφράς ημέρα για τους Αργείους. Ο Επίσκοπος των Καθολικών Secundus Nani ( Σιγουντονάνης ) δίδει εντολή να ανοίξουν τον τάφο του Αγίου. Η βάρβαρη ιεροσυλία πραγματοποιείται δυστυχώς από Χριστιανούς ( κατά το θρήσκευμα αλλά σκληρούς κατακτητές, κάτω από τους οποίους στενάζει η Πατρίδα. Οι Λατίνοι επίσκοποι είναι οι κρατούντες, εκδιωχθέντων των Ορθοδόξων.)  

«Όταν ήνοιξαν τον τάφον εκείνον, εγένετο σεισμός εν τω τόπω και εξήλθεν ευωδία πλείστη και ο τάφος πεπληρωμένος φωτός και τα τίμια λείψανα σεμνώς κατακείμενα, α και λαβόμενοι τινές των πιστών εγένοντο πολλαί ιάσεις».

Δαιμονισμένος επί χρόνια πλησιάζοντας, θεραπεύεται και άλλου το παράλυτο και στρεβλωμένο χέρι αποκαθίσταται αμέσως.

Τα Άγια λείψανα παραλαμβάνει ο Λατίνος Επίσκοπος – διαβάζουμε στον Ιωάννη Ζεγκίνη – και τα μεταφέρει στο Ναύπλιο, γιατί όπως αναφέρει ο συγγραφέας του, « βραχέος χρονικού» στις 17 Δεκεμβρίου του 1420, ημέρα Τετάρτη, εγένετο χειμών φοβερός, πλήθος αστραπών και βροντών και εχάλασεν ο νάρθηκας του Αγίου Ανδρέως, και ηνεώχθησαν αι πύλαι της εκκλησίας, και μνημεία ηνεώχθησαν και η καμπάνα έπεσε και σημεία εγένοντο εις τους τοίχους και εις τας πύλας ως από ξίφους».  

Αργότερα τα Άγια λείψανα μεταφέρθηκαν στην Ρώμη.

Βαθύτατη επιθυμία Κλήρου και Λαού, ήταν η επιστροφή του Αγίου στην πόλη στην οποία «….κατώρθου δια της σκαπάνης του λόγου να εκριζώνει πάθη χρόνια και ανίατα, άτινα υπήρχον  ερριζωμένα εν ταις καρδίαις πολλών των του κλήρου και του λαού….».

Μετά από άοκνες προσπάθειες όλων των Αρχιερέων της Μητροπόλεως Αργολίδος, ο Θεός αξίωσε – επί Αρχιερατείας του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου  κ.κ. Ιακώβου Β΄ – τα Άγια Λείψανα του Αγίου να επιστρέψουν στην πόλη του Άργους, στις 21 Ιανουαρίου 2008. Η μνήμη του τελείται στις 3 Μαΐου.

  

Τσάγκος Αναστάσιος.

 

Πηγές


  • Χρήστος Παπαοικονόμος, «Ο Πολιούχος του Άργους Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους ο Θαυματουργός», Τυπογραφείο Σ. Βλαστού, Αθήνα 1908.
  • Πέτρος, επίσκοπος Άργους”, εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τόμ. 49, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 2004-2005.
  • Πέτρος, επίσκοπος Άργους”, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 10, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1967, στ. 369-371.
  • Νικόδημος Αγιορείτης, «Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού», τόμ. Β’, Αθήνησι 1868, σελ. 127-128.
  • Πατήρ Γεώργιος Σελλής, «Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους Σημειοφόρος και Θαυματουργός», Έκδοσις Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου, Άργος 2008.
  • P. Enrico Rickenbach, «Storia e scritti di S. Pietro d΄ Argo», Tipografia del cav. V. Salviucci, Roma 1899.
  • Κωνσταντίνος Κυριακόπουλος, «Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους, Βίος Και Λόγοι», Έκδοσις Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος 1976.

 

Read Full Post »

Ιερός Ναός Ζωοδόχου Πηγής Κεφαλαρίου Άργους


 

Τέσσερα χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του Άργους, στην παλιά εθνική οδό προς την Τρίπολη, δεξιά του δρόμου, η διακλάδωση οδηγεί στο ιστορικό Κεφαλάρι. Έναν πραγματικά ειρηνικό οικισμό. Αγροτόσπιτα ανάμεσα στα περιβόλια αλλά και ωραίες καινούργιες κατοικίες αρμονικά συνταιριαγμένες με τους εναπομείναντες παλιούς νερόμυλους, μαρτυρούν πώς η ζωή σε τούτο τον ευλογημένο τόπο συνεχίζει να κυλάει αδιάλειπτα, αγνοώντας τον χρόνο και  με τους κατοίκους του συνεχώς να πληθαίνουν. Το 1951 είχε μόλις 455 κατοίκους. Το 1991 αυξήθηκαν στους 602. Σήμερα ανέρχονται περίπου στους 1.000 κατοίκους.

 

Παναγία Κεφαλαριώτισσα. Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης, λήψη, 2007.

 

Η ιστορία του Κεφαλαρίου χάνεται στην αχλή του χρόνου. Αυτός ο αρχαιότατος τόπος λατρείας, με τον γραφικό ναό της Ζωοδόχου Πηγής, είναι σήμερα ένα ευλαβικό προσκύνημα για τους επισκέπτες, αλλά συγχρόνως και ένας ειδυλλιακός, δροσερός τόπος αναψυχής γύρω από τις πηγές του αργυροδίνη Ερασίνου, πέντε χιλιόμετρα από το Άργος, στον Δήμο του οποίου ανήκει. Από τα σπηλαιώδη έγκατα και τις υπόγειες ροές των μεγάλων οροσειρών της Αρκαδίας ξεκινάει ο Ερασίνος. Ένα ιδιότροπο ποταμό, αλλά και ιερό προστάτη του τόπου και των κατοίκων του, άλλοτε με την πλημμύρα του και άλλοτε με την ξηρασία του. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Άργος, «Peloponnesus :notes of study and travel», 1858. – William George Clark

 

 

Ο William George Clark ξεκινάει από την Αθήνα και περιηγείται την Πελοπόννησο, ακολουθώντας την πορεία Κόρινθος, Άργος, Καρυά, Μαντινεία, Σπάρτη, Καλαμάτα, Ναυαρίνο, Φιγαλεία, Ολυμπία, Πύργος, Πάτρα, Αίγιο, Φενεός, Στυμφαλία, Σικυών.

 

Ο περιηγητής έφτασε στο Άργος παραμονές του Πάσχα αφού προηγουμένως έχει επισκεφθεί τη Νεμέα και τις Μυκήνες.  Από το Άργος θα κινηθεί προς Μαντινεία μέσω Καρυάς. Στο βιβλίο του «Peloponnesus :notes of study and travel», για το Άργος αφιερώνει 25 σελίδες (90-114), όπου μας προσφέρει μια ενδιαφέρουσα περιγραφή των κατοίκων, της πόλης και των αρχαιοτήτων της. Το έργο συμπληρώνον 5 χάρτες της Πελοποννήσου, του ιερού του Ισθμού, της Νεστάνης και Μαντινείας, της Σπάρτης και του Ναυαρίνου. Ο τελευταίος μάλιστα είναι έργο εξαιρετικής χάραξης.

 

 

Το Άργος και οι γειτονικές περιοχές

 

 

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

Το πρωί του Σαββάτου 19 Απριλίου η πόλη του Άργους ήταν γεμάτη κόσμο. Το Σάββατο είναι ημέρα παζαριού και οι δρόμοι ήταν πλημμυρισμένοι από εμπορεύματα και πωλητές. Αγρότες είχαν φέρει καλάθια με κρεμμύδια, πράσσα, ραδίκια, κάρδαμο και άλλα σαρακοστιανά. Από την άλλη μεριά, οι κάτοικοι της πόλης τους προκαλούν επιδεικνύοντας τις ενδυμασίες τους, από φέσι μέχρι τσαρούχια και παντόφλες, από τσίτινα υφάσματα (πιθανώς) από το Μάντσεστερ, μαχαίρια (ίσως) από το Σέφφιλντ μέχρι άσπρες ομπρέλες δυο δραχμές το κομμάτι, εγγυημένες από αγγλικά εργοστάσια. Απ’ όσο μπορεί να καταλάβει κανείς, η πόλη φαίνεται να ευημερεί περισσότερο από όλες τις άλλες πόλεις της Ελλάδας. Τα σπίτια είναι χτισμένα με τρόπο ακατέργαστο, ασοβάντιστα, χωρίς μαρμαροκονία, από συνήθεια περισσότερο κι όχι για κάποιον άλλο λόγο. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι οι κάτοικοι ασχολήθηκαν πάρα πολύ να χτίσουν σκεπές για τα κεφάλια τους, που δεν τους έμεινε καιρός να ενδιαφερθούν και για την πολυτέλεια του λιθοστρώματος και της αποχέτευσης. Κι αυτό δε βρίσκεται μακριά από την αλήθεια. Φθάσαμε τελικά σε μια μεγάλη άπλα, όπου ο οδηγός μας – ελλείψει αρχαίου μύθου- μας διηγήθηκε ένα νεότερο για τη γάτα και το ποντίκι: «εδώ», είπε, «όταν οι Γάλλοι κατείχαν το Άργος, έσφαξαν δεν ξέρω και γω πόσα παιδιά την ώρα που γύριζαν από το σχολείο τους». Δεν ήταν αυτό το μόνο περιστατικό που με έκανε να συμπεράνω ότι οι νεοέλληνες είχαν τόση «τόλμη στη φαντασία» όση τουλάχιστον και οι αρχαίοι τους πρόγονοι. Σ’ αυτή την άπλα υπάρχουν μερικά Ρωμαϊκά ερείπια αδύνατο να αναγνωριστούν – ίσως απομεινάρια από τη μετά τον Παυσανία εποχή – και κοντά σ’ αυτά το μόνο σημαντικό απομεινάρι του αρχαίου Άργους: οι λαξευμένες κερκίδες που αποτελούσαν το κέντρο του θεάτρου. «Τα δυο του άκρα ήταν φτιαγμένα από τεράστιου μεγέθους τραχιές πέτρες και ασβεστοκτονία, χτισμένες κανονικά. Τώρα αυτά είναι απλώς άμορφοι σωροί απορριμμάτων. Το ακάλυπτο μέρος του θεάτρου διατηρεί τα απομεινάρια 67σειρών εδωλίων, σε τρία τμήματα χωρισμένα με διαζώματα. Στο επάνω τμήμα υπάρχουν 19 σειρές και στο κάτω 32. Μπορεί ασφαλώς να υπάρχουν και άλλα τμήματα κάτω από τη γη».

 

Μέτρησα 35 σειρές στο κατώτερο τμήμα, 16 στο μεσαίο και 18 στο ανώτερο, όλες μαζί 69. Οι «ευθύγραμμες σειρές εδωλίων ανασκαμμένες στο βράχο δίπλα στο θέατρο» είναι τώρα καλυμμένες από καλλιεργήσιμη γη. Παρατήρησα αργότερα, κοντά στο θέατρο της Χαιρώνειας, εδώλια παρόμοια με αυτά που είδε εδώ ο συνταγματάρχης  Leake.  Δεν πιστεύω να ήταν ένα είδος φουαγιέ για τους θεατές στα διαλείμματα των παραστάσεων, αλλά περισσότερο μου φάνηκαν σαν απλά σκαλιά για να διευκολύνουν την πρόσβαση και αποχώρηση των επάνω κερκίδων.

 

 

Κάστρο του Άργους

 

 

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

Ένα απότομο πετρώδες μονοπάτι οδηγεί από εκεί στην κορυφή που στέφεται από το μεγάλο κάστρο του Άργους. Μια οχυρή θέση, η οποία, αφού φυλάχτηκε ζηλότυπα από όλους τους τυράννους της περιοχής, από τον Ακρίσιο και μετά, έχει αφεθεί, μετά την παλινόρθωση της ελευθερίας, στη μοναξιά και τη φθορά. Μπαίνεις σε ένα μικρό περίβολο χτισμένο με ακατέργαστες πέτρες εναλλασσόμενες με τούβλα, Βυζαντινής κατασκευής υποθέτω. Και διαμέσου αυτού περνάς στον κεντρικό περίβολο, ένα ακανόνιστο πολύγωνο, που σε κάθε γωνιά φρουρείται με πύργους. Ο τοίχος έχει τεράστιο πάχος. Υπάρχει ένα φαρδύ μονοπάτι γύρω από τις επάλξεις, που γίνεται προσιτό κατά διαστήματα με σκαλιά. Ανάμεσα στα άλλα ερείπια ο εσωτερικός περίβολος περιλαμβάνει και μια μικρή εκκλησία με κόγχη. Αυτός ο περίβολος είναι φανερά μεταβυζαντινής κατασκευής, αφού παρατήρησα μαρμάρινους σταυρούς ανάγλυφα, καθώς και άλλα κοσμήματα, που ανήκαν σε ελληνική εκκλησία, κτισμένα στους τοίχους. Είναι χωρίς αμφιβολία δουλειά των Γάλλων αρχόντων του Μοριά. Οι δυο περίβολοι καταλαμβάνουν την κορυφή του λόφου και περιστοιχίζονται στις τρεις πλευρές από ένα μεγαλύτερο περίβολο σε ένα σημαντικά χαμηλότερο επίπεδο, που επίσης υποστηρίζεται από ισχυρό τείχος με πύργους κατά διαστήματα. Οι πύργοι κατά το μεγαλύτερο μέρος τους είναι τετράγωνοι. Παρόλ’ αυτά, παρατήρησα τρεις στρογγυλούς και έναν τραπεζοειδή. Στην εξωτερική αυλή υπάρχουν αρκετές στέρνες. Στη βόρεια και στη βορειοδυτική πλευρά των τειχών είδα σημαντικό τμήμα Κυκλώπειας λιθοδομής δεύτερης τάξης, κι ο συνταγματάρχης Leake είδε μερικά πρώτης τάξης. Η ελληνική εργασία εμφανίζεται σποραδικά. Σε ένα μέρος – όπου ένας μεγάλος σωρός συντρίμματα από έκρηξη πιθανότατα – παρατήρησα τα εναλλασσόμενα στρώματα πλατιών τούβλων και τσιμέντου, που δείχνουν την κατασκευή των Ρωμαίων λεγεωνάριων. Η παρούσα κατασκευή, κυρίως Φράγκικη, αλλά και μερικώς Βυζαντινή, επιδιορθώθηκε από Βενετούς και Τούρκους. Λίγα μέρη έχουν τέτοια συνεχή ιστορία, καταγραμμένη τόσο καθαρά, ώστε να μπορεί να διαβαστεί στα τείχη τους. Συμπεριλαμβάνουν στη διαδρομή τους ένα χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο από αυτό που περιέχουν τα τείχη της Τίρυνθας, και ελάχιστα μικρότερο από αυτό των Μυκηνών. Είναι ίσως ανάλογο συνολικά με τα χρονικά όρια της αρχαίας πόλης των ηρωικών χρόνων, έχοντας, όπως η Τίρυνθα, την ακρόπολη σε υψηλότερο επίπεδο, όπου τώρα βρίσκεται ο εσωτερικός περίβολος του παρόντος φρουρίου. Οι τύχες τους, όμως, ήταν διαφορετικές. Ενώ η Τίρυνθα και οι Μυκήνες δεν αναπτύχθηκαν πέρα από τα όρια του αρχαίου κόσμου και εγκαταλείφθηκαν μάλιστα από τότε που κατεδαφίστηκαν, περίπου 2000 χρόνια πριν, η Λάρισα του Άργους κατοικήθηκε συνεχώς. Το πτολίεθρον των Αχαιών έγινε Ακρόπολη της ελληνικής πόλης, φρούριο για τη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή Αυτοκρατορία και, στο Μεσαίωνα, καθώς «η σβούρα του χρόνου πέτυχε την εκδίκηση της» έγινε φεουδαρχικό κάστρο των Φράγκων ηγεμόνων. Μ’ αυτό τον τρόπο επέστρεψε στο σκοπό για τον οποίο είχε κτιστεί από τους Κύκλωπες. ‘Όταν οι Φράγκοι εισέβαλαν στο Μοριά το 1207, βρισκόταν κάτω από την κατοχή του Λέοντα Σγουρού, ενός Έλληνα που κατείχε επίσης την Κόρινθο και τη Ναυπλία στο όνομα του αυτοκράτορα. Κι ενώ απουσίαζε ο δεσπότης, που ήταν οχυρωμένος στον Ακροκόρινθο, η πόλη κατελήφθη με την πρώτη επίθεση από τον Guilliame de Champlitte, «pour ce il estoiet en plain», λέει το Φράγκικο χρονικό.

 

Αλλά το κάστρο δεν πάρθηκε παρά το 1248, όταν δόθηκε από το Βιλεαρδουίνο στο σύμμαχο του Κύριο των Αθηνών Γκιγιώμ de la Roche «μαζί με το ωραίο κάστρο του Ναυπλίου». Τον επόμενο αιώνα πέρασε στην κυριαρχία της οικογένειας των Enghien. Γρήγορα μετά την τελική έξωση των Φράγκων ακολούθησε την κατάρρευση του ελληνικού κράτους. Κι από τότε το κάστρο κρατήθηκε, όπως όλα τα άλλα, εναλλάξ από Τούρκους κι Ενετούς – κύριους όχι το ίδιο καταπιεστικούς, αλλά το ίδιο μισητούς, μια και δεν υπάρχει διαβάθμιση στο μίσος που νιώθει ένας Έλληνας για τους αφέντες του. Τώρα που η ελευθερία και η ασφάλεια έχουν επιτρέψει πάλι την ελεύθερη ανάπτυξη των φυσικών πλεονεκτημάτων, ένα νέο Άργος ανατέλλει στην αρχαία τοποθεσία κατά κύριο λόγο. Τα φυσικά πλεονεκτήματα που διαθέτει το Άργος είναι φανερά.

 

 

Αργείτικη πεδιάδα

 

Ο τόπος είναι περισσότερο ευρύχωρος από αυτόν των απομονωμένων Μυκηνών, πιο υγιεινός από τη χαμηλή Τίρυνθα. Κι ελέγχει πολύ περισσότερες υπόγειες δεξαμενές ύδατος από τους δυο άλλους τόπους, με πηγές και υδραγωγεία. Ο Κιφησσός του, που ο Ποσειδών χτύπησε πάνω στην οργή του, πίστευαν ακόμη ότι έρρεε υπογείως και εμπλούτιζε τα πηγάδια της πόλης. Τα στρατιωτικά πλεονεκτήματα της θέσης του Άργους δεν είναι λιγότερο φανερά. Βρίσκεται στη διασταύρωση, ή, για να πούμε καλύτερα, στο γάγγλιο των διαφόρων δρόμων προς Λακωνία και Αρκαδία, όπου, κατά την ιστορική περίοδο του Άργους, κατοικούσαν οι πιο φοβεροί του εχθροί, αλλά και οι πιο ικανοί του σύμμαχοι. Η εισβολή των Λακώνων ήταν αυτό που φοβούνταν περισσότερο, και καμιά άλλη θέση δεν μπορούσε τόσο καλά να ελέγχει και να προστατεύει την πεδιάδα. Μ’ αυτά αναμφίβολοι συνενώθηκαν και άλλες αιτίες περισσότερο λεπτές και περισσότερο πολύπλοκες. Οι πηγές της εθνικής ευημερίας έχουν ρίζες βαθιές. Βλέπουμε μερικά έθνη να ακμάζουν με όλων των ειδών τα φυσικά εμπόδια, και άλλα να φθίνουν παρόλα τα πολύμορφοι φυσικά πλεονεκτήματα. Κι άλλες φορές το πνεύμα κι η ζωντάνια ενός λαού αποτυγχάνουν και σβήνουν χωρίς να υπάρχουν εξωτερικά αίτια επαρκή να εξηγήσουν το γεγονός. Χρησιμοποιούμε μία  κοινότοπη παρομοίωση, αλλά έχουμε κάποιο δίκαιο, όταν συγκρίνουμε τη ζωή ενός έθνους με τη ζωή ενός ανθρώπου ή όταν μιλάμε για την άμπωτη και την παλίρροια της ευημερίας ενός έθνους.

 

Η θέα από τα τείχη της Λάρισας είναι θαυμάσια. Μπροστά στα πόδια μας, στην κατηφόρα, εκτείνεται η πόλη με τους κροσσοτούς της κήπους και τα καταπράσινα  οπορωφόρα δένδρα, με συστάδες κυπαρισσιών εδώ και κει και  αριστερά τη φιδωτή με απότομες καμπύλες λευκή, φαρδιά κοίτη του Χάραδρου. Καθώς  η εποχή των βροχών δεν είχε μπει για τα καλά, δε φαινόταν ούτε σταγόνα νερού. Είχε όλο απορροφηθεί από την άμμο και το ψιλό χαλίκι, το είχε πιει όλο το διψασμένο χώμα του Άργους. Πέρα μακριά εκτείνεται η επίπεδη πεδιάδα, πράσινη από τα καινούρια σπαρτά, βαμβάκι και καπνό. Προς τα δεξιά ο βάλτος και μετά η καμπύλη της παραλίας που τελειώνει στην πόλη και στο λιμάνι του Ναυπλίου, πάνω από το οποίο υψώνεται ο βράχος του Παλαμηδιού με το κάστρο. Η Αργείτικη πεδιάδα κλείνεται σε όλες τις άλλες εκτός από τη θάλασσα πλευρές από οδοντωτές κρημνώδεις οροσειρές. Μακριά από  ανατολικά είναι η κορυφή του Αραχναίου. Στα βόρεια το φανταστικό σχήμα της Φούκας. Η Κυλλήνη υψώνεται στα βορειοδυτικά κι ανάμεσα τους τα μακρινά χιόνια του Παρνασσού.

 

Το απόγευμα πήγαμε στο Ναύπλιο. Μόλις φτάσαμε δραπετεύσαμε ευτυχώς από  τους βρώμικους δρόμους του κι από το ακόμη πιο βρώμικο πανδοχείο και πήραμε μια βάρκα για να  διασχίσουμε τον κόλπο. ‘Όσο βρισκόμαστε μέσα στον κόλπο, κάθε βύθισμα κουπιού ανακινούσε ρυπαρή λάσπη κι σήκωνε δυσωδία χειρότερη κι από του Τάμεση. Δεν μπορεί παρά να απορήσει κανείς γιατί το Ναύπλιο δεν ήταν ιδιαιτέρως υπεύθυνο για πανώλη, μια και μέχρι τα χρόνια αυτά υπήρξε τέτοια επιδημία. Η αιτία για την εξαφάνιση της νομίζω ήταν η εξής:

 

Πανώλης ήταν μια γενική ονομασία, που δινόταν από τους αμαθείς και τους αμβλύνοες Φράγκους του Μεσαίωνα και τους Ανατολίτες όλων των εποχών σε μια ποικιλία επιδημικών ασθενειών, η κάθε μια από τις οποίες έχει τώρα πάρει το κατάλληλο όνομα. Η μάστιγα δεν απομακρύνθηκε, μόνο που οι πάσχοντες έχουν μάθει πια να διακρίνουν τα διαφορετικοί είδη από τα οποία αποτελείται. Αλλά αυτοί παρεμπιπτόντως.

 

Παρατήρησα καθώς πλέαμε κατά μήκος του κόλπου ότι το κάστρο του Άργους παρουσίαζε την εμφάνιση ενός κανονικού επιμήκους τετραγώνου, έτσι ώστε, εκτός κι αν ήταν πολύ διαφορετικό στα αρχαία χρόνια, το σχήμα του να μη δικαιολογεί το όνομα με το οποίο είναι γνωστό στον Πλούταρχο: «ασπίς». Κομμάτια, όμως, του αρχαίου τείχους, που υπάρχουν ακόμη, και στον εξωτερικό και στον εσωτερικό περίβολο, καταδείχνουν ότι η έκταση του παλιά ήταν ίδια με τη σημερινή, και ότι το σχήμα του ήταν σχεδόν απαράλλακτο. Αν είναι έτσι, η καταγωγή της επωνυμίας «ασπίς» θα πρέπει να αναζητηθεί αλλού. Ίσως σε κάποια πανάρχαιη τοπική λαϊκή έκφραση στο Άργος. Προς αυτή την κατεύθυνση μπορεί να αναζητηθεί, αλλά ποτέ βεβαίως δε θα βρεθεί. Αν δε φαινόταν σχεδόν παράλογο και να προσπαθήσει κανείς να μαντεύσει τη λύση αυτού του γρίφου, θα πρότεινα ότι αποτελεί μια λαϊκή ονομασία για  το «η έσω πόλις».

 

 

Λέρνα  

 

Σε μια ώρα και είκοσι λεπτά, άλλοτε με τα κουπιά κι άλλοτε με τα πανιά, remis velis, με τη βοήθεια μιας ασθενούς και άστατης αύρας , φτάσαμε στους Μύλους, όπου και μέρος για αποβίβαση. Μερικά φτωχά σπίτια ένα γύρω ορίζουν την τοποθεσία της αρχαίας Λέρνας. Κατά μήκος της παραλίας υπάρχει μια μακρόστενη λωρίδα από στέρεο ψιλό χαλίκι. Αλλά ανάμεσα, σ’ αυτό και στους πρόποδες των λόφων, φιδόσυρτα μονοπάτια και λάκκοι ξέχειλοι με λιμνάζοντα νερά, μας θυμίζουν ότι περνάμε το βάλτο της Λέρνας.

 

Στην άκρη της terra firma  μια πηγή με άφθονο νερό ρέει μέσα από το βράχο, ενώ κοντά εκεί είναι και μια ήρεμη βαθιά λιμνούλα. Αυτά τα χαρακτηριστικά της φύσης παραμένουν αναλλοίωτα, ενώ τα άλση, οι ναοί και το αγάλματα, τα οποία αφθονούσαν σ’ αυτή την περιοχή, δεν άφησαν πίσω τους ούτε ένα απομεινάρι. Ο ταξιδιώτης που επισκέφτηκε πριν από 17 αιώνες αυτήν εδώ την περιοχή γράφει: «Είδα και μια πηγή, ονομαζόμενη του Αμφιάραου, καθώς και την Αλκυονία λίμνη, από την οποία οι Αργείοι λένε πως ο Διόνυσος πήγε στον Άδη για να φέρει πάνω τη Σεμέλη. Το βάθος της Αλκυονίας δεν έχει πέρας, και δεν ξέρω κανένα άνθρωπο να μπόρεσε να βρει τον πυθμένα της με κανένα τρόπο, αφού κι ο Νέρων που ετοίμασε σκοινιά πολλών σταδίων και τα έδεσε το ένα με το άλλο και έδεσε σ’ αυτά και μολύβι και μεταχειρίστηκε οτιδήποτε άλλο θα του ήταν χρήσιμο, στη δοκιμή, ούτε αυτός μπόρεσε να βρει κανένα όριο του βάθους».

 

Και καθώς, ελλείψει άλλων εργαλείων για να συγκρίνουμε το βάθος της λίμνης Αλκυονίας με τη ευπιστία του Παυσανία, ρίχναμε πετραδάκια σ’ αυτήν, ένας αγρότης  που έσκαβε σ’ έναν διπλανό κήπο, αφού μας πλησίασε και μας πληροφόρησε ότι ήταν και ιερέας, υποστήριξε την άποψη ότι η λίμνη δεν είχε βυθό, γιατί κάποτε κάποιος προσπάθησε να τη βυθομετρήσει με ένα νήμα 77 οργιών και δεν τα κατάφερε. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ότι μιλάμε για την ίδια λίμνη με αυτή του Παυσανία.

 

Ο Παυσανίας συνεχίζει: «Άκουσα και το εξής: το νερό της λίμνης, όπως συμπεραίνει κανείς από την όψη του, είναι γαλήνιο και ήρεμο. Αν και φαίνεται όμως έτσι, πιάνει οποιονδήποτε τολμήσει να το διασχίσει κολυμπώντας και τον τραβάει στο βάθος. Η περιφέρεια της λίμνης δεν είναι μεγάλη, αλλά περίπου το ένα τρίτο του σταδίου», δηλ. 67 γιάρδες και, υποθέτω, σχεδόν όσο και σήμερα, «στις όχθες της υπάρχουν χλόη και σχίνοι», στα οποία θα πρόσθετα κίτρινα κρίνα και αγριοσέλινα. Σε μια τράφο εδώ κοντά είδα δυο μεγάλα νερόφιδα – Λερναίες Ύδρες – κιτρινόμαυρα. Τα όντα αυτά αφθονούν ακόμη εδώ. Ο Παυσανίας δράττεται της ευκαιρίας να σημειώσει ότι, κατά τη γνώμη του, η Ύδρα, την οποία σκότωσε εδώ ο Ηρακλής, διέφερε από τις άλλες Ύδρες μόνο στο μέγεθος και στο δηλητήριο, όχι στον αριθμό των κεφαλών: «Ο Πείσανδρος όμως από την Κάμειρο, για να φαίνεται το θηρίο πιο φοβερό, και για να γίνει το ποίημα, του πιο σπουδαίο, γι’ αυτούς τους λόγους παρουσίασε την ύδρα με πολλά κεφάλια». Ήταν ο ίδιος Πείσανδρος που, περιφρονώντας τον παλιό μύθο για τον Ηρακλή που σκοτώνει τις Στυμφαλίδες όρνιθες, για να κάνει πιο τρομερό τον ήρωα του, τον παρουσίασε να τις φοβίζει και να τις διώχνει μακριά χτυπώντας κρόταλα. Sic itur ad astra.

 

 

Πυραμίδα του Ελληνικού

 

 

«ένας ποταμός με σωστή ονομασία», όπως λέει ο Αισχύλος, αφού τον περάσαμε κι ανεβήκαμε στην αντίπερα πλαγιά του λόφου, φτάσαμε τελικά μπροστά σ’ ένα κτίσμα, την Πυραμίδα, το οποίο έγινε θέμα πολλών αμφισβητήσεων. Ο Παυσανίας, του οποίου μερικές φορές η συντομία είναι τόσο παράξενη και προκλητική όσο άλλες φορές η μακρηγορία του, εδώ μας αφήνει στο σκοτάδι. Όλα όσα γράφει αναφορικά με την Πυραμίδα είναι τα εξής:

Πυραμίδα του Ελληνικού. Σχέδιο εκ του φυσικού H. Belle, Paris 1881

Πυραμίδα του Ελληνικού. Σχέδιο εκ του φυσικού H. Belle, Paris 1881

Εδώ μας περίμεναν και τ’ άλογα μας. Πηγαίνοντας προς τα δυτικά κατά μήκος της δεξιάς όχθης ενός ξεροπόταμου, του αρχαίου Χείμαρρου,

 

 

«Γυρίζοντας πάλι κανείς στο δρόμο που οδηγεί προς την Τεγέα έχει δεξιά του λεγόμενου Τρόχου τις Κεγχρεές. Και πολυάνδρια υπάρχουν εδώ για Αργείους που νίκησαν σε μάχη τους Λακεδαιμονίους περί τας Υσιάς. Η μάχη αυτή εύρισκα πως είχε γίνει όταν κυβερνούσε στην Αθήνα ο Πεισίστρατος».

 

Αυτά τα πολυάνδρια (ομαδικοί τάφοι) ήταν συνηθισμένα στην Ελλάδα. Το πολυάνδριο των Αθηναίων στο Μαραθώνα ήταν τύμβος και στην κορυφή του στήλη ή κίονες ενεπίγραφοι με τα ονόματα των νεκρών. Αυτό των Λακεδαιμονίων στις Θερμοπύλες το ίδιο. Αυτό των Βοιωτών στη Χαιρώνεια ήταν τύμβος και στην κορυφή του ένα λιοντάρι. Σε όλες τις περιπτώσεις το ουσιώδες μέρος του μνημείου φαίνεται να το σχηματίζει ένας τύμβος.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η «Πυραμίδα» είναι χτισμένη πάνω σ’ ένα ύψωμα, το οποίο με την πρώτη ματιά φαίνεται τεχνητό. Μια πιο επισταμένη έρευνα, όμως, αποδεικνύει ότι είναι φυσικό, καθώς ο φυσικός βράχος εμφανίζεται σε ορισμένα σημεία της επιφάνειας. Αυτό που ίσως συνέβη είναι ότι, αφού η φύση πρόσφερε το ύψωμα, η έλλειψη χώματος και η αφθονία λίθων σ’ αυτή την άχαρη λοφοπλαγιά πρότειναν ένα κτίσμα αντί για επιτύμβια επιχωμάτωση. Το κτίσμα είναι τετραγωνικό και εισέρχεται κανείς από ένα στενό πέρασμα που σχηματίζεται από τον τοίχο που βρίσκεται από πάνω, κατά τα παραδείγματα της Τίρυνθας και των Μυκηνών. Οι εξωτερικοί τοίχοι αρχίζουν να παίρνουν μια κλίση προς το εσωτερικό από ένα ύψος τριών ποδιών από την επιφάνεια του εδάφους, δημιουργώντας έτσι μια γωνία τριάντα περίπου μοιρών σε σχέση με την κάθετο. Οι εσωτερικοί τοίχοι δεν παρουσιάζουν αυτή την κλίση. Το εσωτερικό είναι σχεδόν τετράγωνο περίπου 23 πόδια, και οι εξωτερικοί τοίχοι στα θεμέλια έχουν πάχος 9-10 πόδια. Εφόσον όμως οι εσωτερικοί τοίχοι δεν είναι επικλινείς, είναι φανερό ότι η ονομασία «Πυραμίδα» δεν έχει αποδοθεί σωστά σ’ αυτό το κτήριο. Ο τοίχος πρέπει να καταλήγει στο μεταίχμιο στην κορυφή επικλινούς πέτρινου τοίχου, σ’ ένα ύψος γύρω στα 12-14 πόδια από το έδαφος. Υπάρχει πόρτα εισόδου, της οποίας η κορυφή είναι σχηματισμένη από πέτρες επικρεμάμενες μέχρι να συναντηθούν στον κολοφώνα, σαν τη γνωστή πύλη στην Τίρυνθα. Ένα άλλο παράδειγμα απαντάται στα Κυκλώπεια τείχη του Τούσκουλου.

Το σχήμα όλου του κτηρίου είναι πολυγωνικό, και, πράγμα που είναι ασυνήθιστο σε κτήρια αρχαία Ελληνικά όλων των ρυθμών, οι πέτρες ενώνονται με ασβεστοκονία. Μ’ αυτό τον τρόπο, είμαι πεισμένος, πρέπει να έχει διαμορφωθεί μέρος του αρχικού οικοδομήματος και όχι, όπως προτείνει ο συνταγματάρχης Leake, αυτό να οφείλεται σε κατοπινές επιδιορθώσεις. Τώρα το ερώτημα που προκύπτει είναι ποιο σκοπό εξυπηρέτησε αυτό το κτίριο. Είναι ξεκάθαρο ότι δεν προορίζονταν για φρούριο, μια και ο επικλινής εξωτερικός τοίχος, από τον οποίο μπορεί κανείς να σκαρφαλώσει, θα διευκόλυνε την επίθεση εχθρού, και ο ίσιος εσωτερικός τοίχος, πάνω από τον οποίο δεν μπορεί να δει κανείς, θα εμπόδιζε την άμυνα. Κλίνω λοιπόν προς τη γνώμη ότι πρόκειται για πολυάνδριο. Όπως το κτήριο σε καμιά περίπτωση δεν είναι πυραμίδα και καθώς υπήρχαν πιθανώς πολλά παρόμοια κτίσματα τότε στην Ελλάδα, ο Παυσανίας δε σκέφτηκε να κάνει καμιά παρατήρηση για το σχήμα του. Η αντίρρηση ότι το είδος αυτό είναι πολύ πρώιμο για τη συγκεκριμένη χρονολογία παραμένει απλώς και μόνο υπόθεση. Δεν ξέρουμε πότε σταμάτησαν να εγείρονται πολυγωνικά κτήρια. Πιθανώς συνέχισαν να κατασκευάζονται σε μερικές περιπτώσεις πολύ αργότερα από τότε που η γεωμετρική ελληνική ήταν σε γενική χρήση, π.χ. όπου τα απαραίτητα εργαλεία, η δεξιότητα και ο χρόνος το επέτρεπαν.

Αυτό είναι το είδος της κατασκευής που μπορεί κανείς να πιστέψει ότι οι επιζώντες ενός στρατού ανήγειραν προς τιμή των συντρόφων τους. Το σχέδιο που παραδίδει ο συνταγματάρχης Leake απεικονίζει τις πέτρες πολύ πιο μικρές από όσο πραγματικά είναι. Ούτε τα θεμέλια δεν είναι σε καμιά περίπτωση τόσο κανονικά όσο στην εικόνα. Υπάρχουν και μερικά ερείπια ενός ελληνικού κτηρίου και άλλα ίχνη αρχαίας εγκατάστασης, από τα οποία συμπεραίνουμε ότι οι Κεχρεές του Παυσανία βρίσκονταν εκεί.

 

Ερασίνος  

 

 

Ο δρόμος από τον οποίο επιστρέψαμε στο Άργος περνάει από ένα άλλο μέρος που ονομάζεται «Μύλοι», συνηθισμένο τοπωνύμιο στην Ελλάδα. Οι μύλοι στην περίπτωση αυτή κινούνται από τις πηγές του Ερασίνου, ο οποίος έχει την πηγή του στους πρόποδες ενός κρημνώδους λόφου. Αυτός «ο γιος του βράχου» βρίσκεται ήδη σε πλήρη ανάπτυξη από τη στιγμή της γέννησης του, σαν την Αθηνά, και ξεχύνεται με άφθονα κρυστάλλινα νερά. Επάνω στο πρόσωπο του βράχου βρίσκεται μια μεγάλη σπηλιά, ένα μέρος της οποίας έχει κτιστεί κι έχει γίνει εκκλησία. Τα άλλα ελίσσονται μέσα στην καρδιά του λόφου. Γύρο  στους μύλους φυτρώνουν ιτιές, λεύκες, μουριές και άλλα «ήμερα» δένδρα. Εδώ οι Αργείοι συνήθιζαν να κάνουν ένα πανηγύρι που το έλεγαν «τύρβη», προς τιμή του Διόνυσου και του Πάνα. Είναι τόσο όμορφη και, αυτό που το επιτείνει περισσότερο για το σκοπό αυτό, τόσο ευχάριστη αυτή η τοποθεσία που, αν βρισκόταν κοντά στην Αθήνα, θα μας ήταν ήδη γνωστή από κάποιο αθάνατο τραγούδι. Χωρίς αμφιβολία οι προσευχές τραγουδιούνταν σε αρκετούς αργειακούς διθυράμβους. Υποθέτω ότι κανείς ποταμός με τόσο όγκο νερού δεν έχει τόσο μικρό μήκος, όπως ο Ερασίνος – λίγο περισσότερο από ένα μίλι. Οι αρχαίοι τον ταύτισαν με τον ποταμό που εξαφανίζεται στη Στυμφαλία. Μια θεωρία που, κατά περίεργο τρόπο, βρήκε ανταπόκριση και στα νεότερα χρόνια . Ο συνταγματάρχης Mure πιστεύει ότι το γεγονός έχει εξακριβωθεί με πραγματικό πείραμα, πέταξαν δηλ. κάτι στη Στυμφαλία και το είδαν να εμφανίζεται στους Μύλους. Δεν υπάρχει ούτε η παραμικρή μαρτυρία ότι έγινε ένα τέτοιο πείραμα. Θα απαιτούσε πολύ κόπο, υπομονή και εργασία, και οι αρχαίοι Έλληνες δεν ήταν συνηθισμένοι να τα αφιερώνουν όλα αυτά στη μελέτη των φυσικών φαινομένων. Εκτός από αυτό, και αν ακόμη υπήρχε κάποια σύνδεση ανάμεσα στα ποτάμια, δεν είναι πολύ πιθανό ότι ένα τέτοιο πείραμα θα το εξακρίβωνε. Ότι και να ριχνόταν μέσα είναι σχεδόν βέβαιο ότι δε θα ξαναεμφανίζονταν ποτέ. Επιπλέουσες ουσίες θα εγκλωβίζονταν και χρωματιστή ύλη θα διυλίζονταν κατά τη διαδρομή. Η ιστορία με τον Αλφειό και την Αρέθουσα και χίλιες δυο τέτοιες ανοησίες αποδεικνύουν ότι οι Έλληνες θα πίστευαν οτιδήποτε για τα νερά αυτού του κόσμου. Ούτε το πρόβλημα της απόστασης ούτε η κατεύθυνση ούτε η διαφορά επιπέδου παρεμπόδιζε ένα θρύλο. Γι’ αυτούς ένας ποταμός ήταν ένας θεός και μια πηγή μια νύμφη – πρόσωπα αλλά και πράγματα επίσης- και οι δυο ιδέες ήταν αξεδιάλυτα ανακατεμένες στη λαϊκή σκέψη. Αν το νερό δεν μπορεί να τρέξει προς την πηγή του, μια νύμφη ή ένας θεός μπορούν. Σ’ αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση τα φανερά γεγονότα θα μπορούσαν να οδηγήσουν ένα λιγότερο εύπιστο λαό να συναγάγει αυτό το συμπέρασμα. Ένας ποταμός με άφθονα νερά επίσης εμφανίζεται κοντά στο Άργος. Τι πιο φανερό από το να προσθέσεις ένα κι ένα. Τώρα που γνωρίζουμε μερικά πράγματα για τη σύνθεση του φλοιού της γης φαίνεται παράξενο μια τέτοια θεωρία να υποστηρίζεται ακόμη, λαμβανομένου υπόψη ότι ανάμεσα στα δυο αυτά μέρη παρεμβάλλονται πολλές λοφοσειρές, με χώματα ανασκαμμένα άτακτα -μια αταξία που, πρέπει να επικρατεί και κάτω από το έδαφος όπως και επάνω σ’ αυτό. Υπάρχουν, λοιπόν, άπειρες πιθανότητες, ένα ρεύμα νερού να μην μπορεί να συνεχίζεται στο ίδιο κανάλι μετά από τόση απόσταση. Πιθανότατα τα νερά του ποταμού της Στυμφαλίας, διαχωριζόμενα σε εκατοντάδες ρυάκια, τροφοδοτούν τις πηγές του Ασωπού και της Νεμέας, και καταλήγουν Κορινθιακό, ενώ ο Ερασίνος αποτελεί το κύριο όργανο της φύσης για να μεταφέρει τα νερά του Αρτεμίσιου στον κόλπο του Άργους.

 

Είχε αρχίσει να νυχτώνει όταν ξανανεβήκαμε. Πλάι στο δρόμο ρέει ένα ρυάκι με άφθονο νερό προερχόμενο από τον Ερασίνο και προορισμένο να αρδεύει  τους αργείτικους αγρούς και κήπους. Πλήθος βατράχων μας επιτέθηκαν με πείσμα με φωνές πολύ πιο δυνατές και τραχιές από τις φωνές των βατράχων στην Αγγλία. Άρχισαν μ’ ένα βουβό προπαρασκευαστικό ήχο, σαν ένα παλιό ολλανδικό ρολόι που βογγάει στην προσπάθεια του να χτυπήσει τις ώρες, και κατέληξαν με μια διαδοχή από συγκεχυμένα «κουάκ». Η γλώσσα των βατράχων δεν μπορεί να αποδοθεί καλύτερα σε έναρθρη ομιλία από τα «Βρεκεκέξ κουάξ κονάξ» του Αριστοφάνη.

 

Οι άνδρες μας τους πέταγαν πέτρες για να σταματήσουν τις φωνασκίες τους, αλλά δεν κατάφερναν τίποτα. Όταν ο Διόνυσος λέει στο έργο «Αχ, νόμιζα ότι θα έπρεπε να σταματήσω το κοάξ σας στο τέλος» φαντάζομαι ότι το κάνει χτυπώντας το χορό των βατράχων στο κεφάλι με το κουπί του. Πιθανότατα ο χορός θα ήταν τοποθετημένος στη σειρά στο πίσω μέρος της σκηνής, με τα κεφάλια μονάχα να προεξέχουν από το έδαφος, ενώ ο Διόνυσος κωπηλατεί με τη βάρκα του (το πάτωμα γι’ αυτή τη σκηνή θα έχει μεταβληθεί σε λίμνη) με τη βοήθεια του «μηχανοποιού» που βρίσκεται από κάτω. Είναι κρίμα που δε μας σώθηκαν οι σκηνικές οδηγίες του αρχαίου δράματος.

 

 

 

Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 13-21, τεύχος 11, 1994.

Μετάφρασηεπιμέλεια: Λεφτέρης Μπαρδάκος.

  

Πηγή

  •  Clark, William George, 1821-1878. « Peloponnesus :notes of study and travel». London : John W. Parker and son,1858.

 

Read Full Post »

Οπλοστάσιο του Ναυπλίου 1825

 

 

 

Τον Σεπτέμβρη του 1825, ήρθε στην Ελλάδα ο Γάλλος συνταγματάρχης Αρνώ ( Arnault) συνοδευόμενος από ένα επιτελείο συμπατριωτών  του πυροτεχνουργών, απεσταλμένος από το Φιλανθρωπικό Κομιτάτο του Παρισίου. Οργάνωσε άμεσα Οπλοστάσιο, στο Ναύπλιο, στο οποίο ενσωμάτωσε και το παλιό Οπλουργείο που προϋπήρχε,  και το οποίο κατασκεύαζε λόγχες, ελαφρά όπλα και εκρηκτικές ύλες.

 

« Οι παρά του εν Παρισίοις Φιλανθρωπικού Κομιτάτου απεσταλμένοι εις την Ελλάδα μηχανουργοί έφθασαν εις Ναύπλιον προ δύο σχεδόν μηνών˙ και μετ᾽ολίγας ημέρας ήρχισαν χωρίς της παραμικράς δυσκολίας να χύνωσι σφαίρας κανονίων διαφόρου μεγέθους, το οποίον εφαίνετο έως της σήμερον αδύνατον εις την Ελλάδα δια την έλλειψιν μηχανουργών και των αναγκαίων μηχανών˙ ώστε η Ελλάς θέλει έχει εις το εξής εις αυτήν την επικράτειαν της εν των αναγκαίων εις την εαυτής υπεράσπισιν πολεμικών μέσων……… Εντός ολίγου θέλει κατασκευασθή εις την Ελλάδα και νίτρον και πυρίτις κόνις».

 

 (Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος)

 

Ο συνεπής και δραστήριος Αρνώ με την συνδρομή των Γάλλων μηχανουργών άρχισαν τις εργασίες τους με ιδιαίτερο ζήλο και εργατικότητα. Συναρμολόγησαν, επισκεύασαν, βελτίωσαν, φρόντισαν και φύλαξαν κάθε είδους όπλα, κυρίως καριοφίλια. Σχεδίασαν νέους τύπους πιο αποτελεσματικούς και περισσότερο ευθύβολους, προκειμένου να εξοπλιστούν οι άτακτοι πολεμιστές. Κατασκεύασαν πυρομαχικά και βλήματα για τις ανάγκες του πυροβολικού, χυτές σφαίρες διαφόρων διαμετρημάτων και ειδικά ο Αρνώ, συναρμολόγησε ένα όπλο που είχε επινοήσει στην Γαλλία, κατάλληλο για την πολιορκία και την υπεράσπιση των φρουρίων.

 

Μηχανισμός τουφεκίου με την επιγραφή Ναύπλιον 1833 (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Μηχανισμός τουφεκίου με την επιγραφή Ναύπλιον 1833 (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Η κατασκευή του τηλεβόλου τουφεκιού του Αρνώ, ικανοποίησε ιδιαίτερα την Κυβέρνηση, η οποία έδωσε την εντολή: Προσκαλείσαι να παραδώσης εις τον γενναιότατον πλοίαρχον Γεώργιον Σαχίνην, το παρά σοι …τουφέκι της νεωτέρας κατασκευής όπερ εκ Γαλλίας μετακόμισες με όλα του τα αναγκαία δια να το μετεφέρη εις Μεσολόγγιον όπου θέλει χρησιμεύση τους εκεί πολιορκουμένους εναντίον των εχθρών.  Στο Εθνικό ιστορικό Μουσείο, έχουν διασωθεί τουφέκια που στο μηχανισμό τους αναγράφεται ο τόπος και η χρονολογία κατασκευής τους. «ΟΠΛΟΣΤΑΣΙΟΝ ΝΑΥΠΛΙΟΥ» ή « ΝΑΥΠΛΙΟΝ». Την δημιουργική και πολύτιμη για την Ελλάδα αυτή περίοδο, ήρθε να ανακόψει η έντονη διαφωνία του Αρνώ με τον αρχηγό του τακτικού στρατού συνταγματάρχη Φαβιέρο (Fabvier). Τον Ιανουάριο του 1826 ο Αρνώ απεφάσισε να αναχωρήσει από την Ελλάδα. Οι επανειλημμένες  απεγνωσμένες προσπάθειες  που κατέβαλε η ελληνική Κυβέρνηση – μέσω επιτροπής Βουλευτών – να τον μεταπείσει, υπήρξαν ατελέσφορες. Όμως, παρά την αναχώρηση του Αρνώ, οι Γάλλοι εργάτες παρέμειναν στο Ναύπλιο με επικεφαλής τον υπολοχαγό ιππικού Πουρχέρ (Pourcher), ο οποίος πρόσφερε σπουδαίες υπηρεσίες στο Ελληνικό κράτος. Μετά από 2 ½ χρόνια ( Μάϊος 1828) και ο Φαβιέρος υπέβαλε παραίτηση από την Διοίκηση του  τακτικού στρατού. Νέος  Διοικητής  διορίστηκε  ο Βαυαρός συνταγματάρχης Έϊδεκ (Heideck),  ο  οποίος   ανέθεσε   την  ευθύνη   της   Οπλοθήκης  στον   λοχαγό   Σνιτζλάϊν ( Schnizlein).  

Οι δύο αξιωματικοί, εργάστηκαν φιλότιμα και ο μεν Έϊδεκ ασχολήθηκε με την επίπονη εκπαίδευση των στρατιωτών στην πειθαρχία και την ορθή εκτέλεση της υπηρεσίας.

 

«Το τακτικόν σώμα, γράφει ο Έιδεκ στα απομνημονεύματα του,  μετ᾽ ου πολύ ήθελεν ελαττωθή, εκ δε των λιποτακτών άλλοι μεν ήθελον προσκολληθή προθύμως εις τα παλληκάρια, άλλοι δε επιδοθή εις τον ληστρικόν βίον ή προσέλθει παρά τοις χωρικοίς ως εργάται, ή μάλλον εις τα μοναστήρια, και ούτως ήθελον εκμηδενισθή ως προς τους σκοπούς μου. Πραεία αλλά και αυστηρά άμα μεταχείρισις και ακριβής πληρωμή του μισθού και του σιτηρέσιου συνεκράτουν το στρατιωτικόν σώμα μου, όπερ ανήρχετο κατά την αναχώρησιν μου εις 4 τάγματα πεζικού, έχοντα ανά έξ λόχους (το δ᾽ είχε πρότερον 4 τοιούτους) εις 4 ίλας ιππικού, δι᾽ων την οίκησιν διέταξα να κατασκευασθή εκ των ευρυχώρων τοίχων παλαιού χανίου εν Άργει ωραίος στρατών μετά στάβλων….  ενώ ο Σνιτζλάϊν διέταξε την καταγραφή, ταξινόμηση και τακτοποίηση των όπλων, των σφαιρών και των τηλεβόλων. Για την κατάσταση που επικρατούσε γράφει στα απομνημονεύματα του: …Προσέτι έκειντο συνεσωρευμένα όλα ομού και πολλάκις λίαν επικινδύνως χυτή πυρίτις, θείον, μόλυβδος ακατέργαστος, σφαίραι και θήκαι φυσιγγίων, λωρία, πυριτιδοθήκαι, εφίππια και αναβολείς, λόγχαι, συνελόντι δ᾽ειπείν εξ όλων ολίγα, αλλά ουδέν εντελές.

 

Στις 3 Ιουλίου του 1829 ο Έϊδεκ με αναφορά του προς τον Κυβερνήτη της Ελλάδος, υποβάλλει την παραίτηση του και καταθέτει λεπτομερή κατάλογο όσων έπραξε κατά την θητεία του. Μεταξύ άλλων γράφει: Δεν ημπορώ να τελειώσω το άρθρον τούτο, χωρίς να επαινέσω πρεπόντως τον έμφρονα ζήλον και την επιμέλειαν του λοχαγού κυρίου Σνίτσλεϊν, ως και του υπολοχαγού Βουρχέτου ( Pourcher) του αρχηγού των Γάλλων εργατών. Ο καταλυματίας κύριος Όδων έβαλε τάξιν και σαφήνειαν αξιομίμητον εις τα κατάστιχα της οπλοθήκης, εις τας αποθήκας και το οπλοστάσιον, το οποίον μέλλει να μετατεθή εις το Ίτζ- καλέ, διότι οι τόποι της οπλοθήκης είναι υγροί και εκ τούτου η διατήρησις των όπλων επιφέρει πολλήν δαπάνην. 

 

Στην παραίτηση του αυτή τον ακολουθεί και ο Σνιτζλάϊν.

 

Στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων στο Άργος (11 Ιουλίου- 6 Αυγούστου 1829) η Συνέλευση …εμαρτύρησεν ευαρέστησιν και ευγνωμοσύνην προς τον επίσημον τούτον Αξιωματικόν και τους συμπράξαντας μετ᾽ αυτού, τον Λοχαγόν Κύριον Σνιτσλέϊν, τον υπολοχαγόν Βουρχέτον, αρχηγόν των Γάλλων εργατών, και τον Κύριον Όδονα…..

 

Όταν την διοίκηση του στρατού ανέλαβε ο Τρεζέλ ( Trezel), ο υπολοχαγός Pourcher ανέλαβε την διεύθυνση του οπλοστασίου.

 

Με την άφιξη του Όθωνα στην Ελλάδα (25/01/1833) η λειτουργία του οπλοστασίου αναδιοργανώθηκε και θεσμοθετήθηκε η λειτουργία του με Βασιλικό Διάταγμα, στις 9 Ιουλίου 1833. Αμέσως μετά ιδρύεται το πυριτιδοποιείο του Κεφαλαριού, το οποίο λειτούργησε υπό την διοίκηση του οπλοστασίου. Το οπλοστάσιο του Ναυπλίου λειτούργησε με κάποιες διακοπές μέχρι τα πρώτα χρόνια την βασιλείας του Γεωργίου του Α.΄

 

Έτσι εκπληρώθηκε η ευγενής προσδοκία του Αρνώ, να δημιουργηθεί «βιοτεχνία» κατασκευής  πυρίτιδος εις κόνιν. 

 

 

 

Ο οπλισμός των Ελλήνων κατά την επανάσταση του 1821

 

 

Η σύνδεση των Ελλήνων με τα όπλα έχει βαθιές ρίζες, όπως έχει επισημανθεί. Από τους προεπαναστατικούς χρόνους, αρχές του 19ου αιώνα, τα όπλα της ηπειρωτικής Ελλάδας προέρχονταν κυρίως από την Ανατολή. Αντίθετα οι νησιώτες προμηθεύονταν όπλα, τρομπάνια και πιστόλες από την αγορά της Ευρώπης και συγκεκριμένα από τη Μασσαλία, Ιταλία, Αγγλία και Ισπανία.


                       
Εκτός από το καριοφίλι οι κλέφτες και αρματολοί έφεραν επιπρόσθετο οπλισμό 1 ή 2 πιστόλες και επιπλέον μαχαίρα, γιαταγάνι (χαντζάρα) και πάλα (σπάθα). Οι πιστόλες ήταν κοντόκανα, με λεπτή κάνη όπλα με μηχανισμό πυρόλιθου και ανάλογα με την προέλευσή τους, διακρίνονται σε ευρωπαϊκές, ανατολίτικες ή αρβανίτικες. Φοριόντουσαν  στη ζώνη, το γνωστό «σελάχι» του πολεμιστή σε ειδικά διαμορφωμένες θήκες. Το γιαταγάνι ήταν ελαφρά κυρτή σπάθα με λαβή χούφτας απλή. Η πάλα ήταν πολύ κυρτή σπάθα με σταυροειδή λαβή, το κυρίως επιθετικό όπλο στις μάχες σώμα με σώμα (γιουρούσια) και φοριόταν από τους αγωνιστές στη μέση τους ή στην ωμοπλάτη περασμένη με κορδόνια.  Πολλές φορές τα γιαταγάνια και οι πάλες καθώς και οι θήκες τους ήταν περίτεχνα διακοσμημένες με ασήμι ή χρυσό. Τα όπλα συμπλήρωναν οι παλάσκες, θήκες που είχαν τα πυρομαχικά (βόλια) καθώς και διάφορα άλλα εξαρτήματα.

Καριοφίλι

Καριοφίλι

Την προεπαναστατική περίοδο υπάρχει ποικιλία οπλισμού. Το κυρίαρχο όπλο όμως που δεσπόζει στον ελλαδικό χώρο και κράτησε στα χέρια του ο Έλληνας μέχρι την απελευθέρωσή του ήταν το «καριοφίλι». Η ονομασία του προέρχεται κατά μία εκδοχή από το φυτό καρυόφυλλον που σκαλιζόταν στη μια πλευρά της κάνης ενώ μια δεύτερη από το οπλοποιείο της Βενετίας Carlo e figli (Καρόλου και υιών) όπου κατασκευάζονταν πολλά καριοφίλια και ίσως αυτή να είναι η πιο πιθανή. Το καριοφίλι ήταν όπλο εμπροσθογεμές, με λεπτή κάνη και λειτουργούσε με μηχανισμό πυρόλιθου (τσακμακόπετρα). Το μήκος του ήταν μεταξύ 1,20 και 1,70 με ιδιόμορφο κοντάκι. Η μακριά κάνη επέτρεπε αρκετό βεληνεκές, αλλά για ευστοχία το όπλο έπρεπε να στηρίζεται. Το καριοφίλι ήταν βαρύ και δύσχρηστο όπλο, ο δε μηχανισμός του πυρόλιθου πολλές φορές δεν πυροδοτούσε εξαιτίας κυρίως των καιρικών συνθηκών. Τα παλαιότερα καριοφίλια τοποθετούνται χρονικά περίπου το 1750 και οι μηχανισμοί πυροδότησης τους ήταν Ιταλικής προέλευσης.  

 
Τα παραπάνω όπλα, που έμοιαζαν μεταξύ τους αλλά δεν είχαν ενιαίο τύπο, χρησιμοποιήθηκαν από τα τακτικά σώματα, μέχρις όταν άρχισε η σταδιακή αντικατάστασή τους κατά τη διάρκεια του αγώνα από ευρωπαϊκά τουφέκια. Πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο στην προεπαναστατική περίοδο όσο και κατά την επανάσταση, είχαν αναπτυχθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα βιοτεχνίες και εργαστήρια παραγωγής όπλων με εισαγωγές μηχανισμών από την Ιταλία αλλά και άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Προμηθευτής των όπλων της επανάστασης με πυρομαχικά ήταν κυρίως οι μπαρουτόμυλοι των Αφών Σπηλιοτόπουλου στη Δημητσάνα, που ήταν ουσιαστικά η έδρα της πρώτης ελληνικής πολεμικής βιομηχανίας.


Ανακεφαλαιώνοντας, ο οπλισμός των ατάκτων, ημιατάκτων αλλά και των τακτικών στρατευμάτων σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης, αποτελούνταν αρχικά από καριοφίλια και πιστόλες που προέρχονταν από Τούρκους και Βαλκάνιους οπλουργούς και βιοτέχνες, ενώ κάποιοι αγωνιστές έφεραν και ευρωπαϊκά όπλα. Σταδιακά όμως το σκηνικό αυτό άλλαξε όταν άρχισαν να φθάνουν φορτία ευρωπαϊκών όπλων από τα φιλελληνικά κομιτάτα (επιτροπές) που είχαν ιδρυθεί στις χώρες της Ευρώπης και εργάζονταν για την ενίσχυση της επανάστασης, καθώς και από τα λάφυρα που κυρίευαν οι επαναστατημένοι Έλληνες από τον τουρκικό στρατό, ο οποίος είχε τα ίδια όπλα που έχουμε ήδη αναφέρει.

 
Τέλος, ο πρώτος τακτικός στρατός της επανάστασης χρησιμοποίησε το τουφέκι με λόγχη τύπου CHARLEVILLE, γαλλικής προέλευσης, μοντέλο 1777, εμπροσθογεμές, με μηχανισμό πυρόλιθου και διαμέτρημα 17,53 χιλιοστά.

 


Αναλυτική περιγραφή και σημασία όπλων

 

 

 Οι αγωνιστές εκείνων των χρόνων θεωρούσαν αναπόσπαστο μέρος της ενδυμασίας τους «τα άρματά τους», όπως έλεγαν τα όπλα τους. Ήταν η τιμή τους και η αντρειοσύνη τους, τα κοσμήματά τους και η περηφάνια τους. Όταν μάλιστα ήταν λάφυρα που αποκτήθηκαν στη μάχη από το χέρι του νεκρού εχθρού, τότε ο ιδιοκτήτης τους είχε επιφανέστερη θέση.  Τα όπλα τους τα θεωρούσαν ιερά όπως και τις άγιες εικόνες. Τα είχαν σαν παιδιά τους και ήταν τόσο μεγάλη η αγάπη τους που τα βάπτιζαν όπως και τα παιδιά τους. Ο Καραϊσκάκης το καριοφίλι του το έλεγε «Βασιλική», ο Θανάσης Διάκος «Παπαδιά», ο Δημήτρης Μακρής «Λιάρο», ο Γρίβας «Μαυρίκιο», ο Οδυσσέας Ανδρούτσος «Ματζάρι».

 
Τα καριοφίλια της επανάστασης είχαν επίσης διάφορα ονόματα που προέρχονταν από την τεχνοτροπία ή τον τόπο κατασκευής τους. Μερικά από αυτά ήταν: «Λαζαρίνα», «Μιλιώνη», «Τρικών», «Αρμούτι», «Γκιζαήρ», «Νταλιάνι» (από το Ιταλιάνοι), «Σισανές», «Σαρμάς», «Χαρέ Σαρμάς», «Μουτσονίγος», «Βενετσιάνος», «Ψαλιδιάς», «Σαντέ», «Ντάνσικα», «Φιλύντρα» (ήταν το όπλο που είχε επισκευαστεί) κ.λ.π. Στα τραγούδια τους έχουν διασωθεί τα παραπάνω είδη των τουφεκιών τους: «Νταλιάνι μου στον πόλεμο και αρμούτι στο σημάδι και καριοφίλι στη φωνή σαν άξιο παλικάρι».


Στο Σελάχι τους (ζώνη), σε θήκες είχαν τις πιστόλες, συνήθως με κεντήματα και ασήμια, τόσο στο «λαμνί» (κάνη) όσο και στα «παφίλια» (συνδετικοί κρίκοι) αλλά και στη λαβή. Στην έξω θήκη του σελαχιού είχαν το «χαρμπί» που χρησιμοποιούσαν για τον καθαρισμό και το γέμισμα της πιστόλας. Το χαρμπί, όταν έβγαινε από τη θήκη του, γινόταν φοβερό στιλέτο (δίσκελο ή μονόσκελο).

 

Επίσης, σε ξεχωριστή θέση στο σελάχι ήταν περασμένο το γιαταγάνι τους μέσα στη θήκη του, συνήθως και αυτό ασημοκεντημένο. Το λεπίδι του κατασκευάζονταν από γερό ατσάλι και φέρονταν σε περίτεχνη θήκη. Στο αριστερό μέρος της μέσης τους από μεταξωτό ζωστάρι ή με κορδόνια από την αριστερή ωμοπλάτη κρεμόταν η γυριστή πάλα (σπάθα), της οποίας η λαβή έμοιαζε με κεφάλι δράκοντα φτιαγμένη από ξεχωριστό κόκαλο. Η θήκη της επίσης στολισμένη με παραστάσεις και κεντήματα ήταν από ασήμι ή επίχρυση ή από μπρούντζο. Η λεπίδα της από ατσάλι ελαφρύ ήταν ο τρόμος στη μάχη.


Για τα σπαθιά των αγωνιστών αξίζει να γίνει μία μεγαλύτερη περιγραφή εφ’ όσον, αν θεωρούσαν τα άρματά τους ιερά, τα σπαθιά τους ήταν τα άγια των αγίων. Ήταν το όπλο της παλικαριάς που καταξίωνε τον αντρειωμένο στη μάχη σώμα με σώμα. Το καριοφίλι και η πιστόλα κρατούσαν τον εχθρό σε απόσταση. Τη νίκη όμως την έδινε το σπαθί και γι’ αυτό ήταν το τιμημένο όπλο της αρματωσιάς του. Οι πολεμιστές έδιναν τον όρκο τους τον ιερό πάνω στα σπαθιά τους. Ο πιο βαρύς όρκος στους Σουλιώτες ήταν «Να με κόψει το σπαθί του Μπότσαρη ή του Τζαβέλα».

 

Με το καριοφίλι «βαρούσαν» και οι γυναίκες και τα παιδιά, αν τύχαινε, το σπαθί όμως ήθελε χέρι αντρίκειο, δυνατό και ατρόμητο. Να τι λέει το ποίημα των Κολοκοτρωναίων:

 

Καβάλα παν στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε

φλουριά ρίχνουν στην Παναγιά, φλουριά ρίχνουν στους αγίους

και στον αφέντη το Χριστό τις ασημένιες πάλες.

Χριστέ μας, βλόγα τα σπαθιά, βλόγα μας και τα χέρια.

 

 

 

Πάλα

Πάλα

Η πάλα ήταν κυρίαρχο επιθετικό όπλο στις συμπλοκές και γι’ αυτό στις εικόνες των αγωνιστών που έχουμε είναι πάντα σηκωμένη, έτοιμη για κτύπημα φοβερό. Το σχήμα της (πολύ κυρτή), της έδινε τη δυνατότητα να κάνει βαθιές τομές στο ανθρώπινο σώμα, να αποκόπτει χέρια και κεφάλια με ένα μόνο κτύπημα. Στα «γιουρούσια τους» οι αγωνιστές άφηναν στα «ταμπούρια τους» τα άλλα όπλα τους και ορμούσαν στους Τούρκους με γυμνές τις πάλες. Οι περιγραφές για τα «γιουρούσια» είναι συγκλονιστικές και το θέαμα των άγριων επιτιθέμενων ανδρών κλόνιζε και τον πιο αντρειωμένο εχθρό. Ξακουστή τέτοια έφοδος ήταν η έξοδος του Μεσολογγίου, το «Μεγάλο γιουρούσι» όπως το είπαν, που συγκλόνισε όλη την οικουμένη, αφού, παρότι είχαν προδοθεί οι πολιορκημένοι Έλληνες και οι Τούρκοι τους περίμεναν πανέτοιμοι, κατάφεραν να ανοίξουν δρόμο με τα σπαθιά τους και να περάσουν, «θερίζοντάς τους» όπως οι αγρότες τα χωράφια τους, που μπαίνουν με το δρεπάνι από τη μία άκρη και βγαίνουν στην άλλη. Ξακουστοί επίσης έμειναν για την επιδεξιότητά τους στο σπαθί οι οπλαρχηγοί Νικηταράς, ο επονομαζόμενος Τουρκοφάγος ο οποίος στα Δερβενάκια άλλαξε τρεις πάλες που έσπαζαν από τα αδιάκοπα κτυπήματα μέχρι που «ξύλιασε» το χέρι του πάνω στη λαβή και δεν μπορούσε να το ανοίξει και ο Γκούρας που έπαθε το ίδιο στη μάχη στα βασιλικά.

 

 


Το γιαταγάνι ήταν και αυτό ξακουστό σπαθί αλλά κυρίως αμυντικό όπλο στα γιουρούσια, που έβγαινε από το σελάχι, όταν η πάλα έσπαζε ή έπεφτε κάτω. Τέλος από τους πολεμιστές όποιος σκότωνε τον εχθρό δικαιωματικά έπαιρνε λάφυρο το σπαθί του. Οι καπετάνιοι, όταν παρέδιδαν την αρχηγία στο πρωτοπαλίκαρο του «νταϊφά» τους, του έδιναν και το σπαθί τους. Έτσι πολλά σπαθιά έφτασαν από τα χέρια παλιών ξακουστών καπεταναίων στα χέρια των νεότερων που τα τιμούσαν ως κειμήλια ιερά στον αγώνα του «21».
Τη σημασία που πρέπει να έχουν για τους νεότερους Έλληνες οι εξαρτήσεις και τα όπλα των αγωνιστών της επανάστασης του 1821, μας τη δίνει ο παρακάτω στίχος του εθνικού μας ποιητή Κ. Παλαμά:

 

Δεν είναι για χαροκοπιές και για τα πανηγύρια

οι φουστανέλες, τα άρματα, η φέρμελη η χρυσή.

Τα άγιασε το αίμα κι η φωτιά, φέρτε λιβανιστήρια

τάχτε τα στα κονίσματα κι ανάφτε τους κερί.

 

 

 

Το Χαρμπί

 

Χρησιμοποιείται για το γέμισμα του όπλου, αλλά και ως λίμα για το τρόχισμα των σπαθιών.

 

 

Η Πιστόλα ή Μπιστόλα (ρόκα)

 

Πιστόλα

Πιστόλα

Κοντόκανο όπλο που χρησιμοποιήθηκε κατά την Επανάσταση από τους αγωνιστές του 1821. Ήταν μονόκανες και δίκανες. Τις δίκανες τις έλεγαν διμούτσουνες.

Σε αντίθεση με τους στεριανούς οι Έλληνες Ναυτικοί δεν κρατούσαν τα καριοφίλια αλλά τα λεγόμενα Τρομπόνια. Βραχύκαννα δηλαδή όπλα τα οποία έβαλλαν ταυτόχρονα πολλά μικρά σφαιρίδια μαζί.

Τρομπόνι – τρομπόνια 

Τρομπόνι

Τρομπόνι

Όπλο με πλατιά κάνη με μηχανισμό πυριτόλιθου, διακοσμημένο με σταυροειδή ασημένια καρφάκια 1750-1800.

 

 

 

 

Καρυοφύλλι ή καριοφίλι  

 

Παλιό εμπροσθογεμές τουφέκι με μακριά κάνη, που είχε για την πυροδότησή του πυριτόλιθο. Το καριοφίλι διαθέτει μεγάλο κοντάκι με κοίλο περίγραμμα στην πάνω και πλαϊνή πλευρά και ελαφρά κυρτό στην κάτω. Η κάνη είναι επιμήκης, σχεδόν κυλινδρική, σιδερένια με στόχαστρο. Κάτω από την κάνη αναπτύσσεται ο ξύλινος ξυστός, που στο εσωτερικό του δέχεται το σιδερένιο οβελό γεμίσματος του όπλου. Σχεδόν όλο το ξύλινο κοντάκι καθώς και ο ξυστός καλύπτονται με ελάσματα μπρούντζου που φέρουν εγχάρακτη διακόσμηση με σχέδια φυτών και ενώνονται με μικρά καρφιά. Πλατύ έλασμα περιβάλλει τη σκανδάλη, ενώ σώζεται καλά το σύστημα πυροδότησης του μπαρουτιού. Στη χειρολαβή υπάρχει κρίκος, προφανώς για το λουρί του όπλου.Την ονομασία του, την οφείλει στο Βενετικό εργοστάσιο κατασκευής όπλων, «CΑRLΟ E. FIGLI» (Κάρλο και υιοί) το οποίο και κατασκεύασε το πρώτο καριοφίλι. Το καριοφίλι ήταν το κλασσικό όπλο της ελληνικής επανάστασης του 1821. Με αυτό δοξάστηκε η κλεφτουριά. Έγινε ο αχώριστος σύντροφος κάθε κλέφτη, κάθε αρματολού.

Από τον ήχο του, αντηχούσαν οι απόκρημνες ελληνικές βουνοκορφές. Η δημοτική μούσα ύμνησε το καριοφίλι όσο κανένα άλλο όπλο, το οποίο μεταχειρίστηκαν οι Έλληνες στους τίμιους αγώνες τους. Γνωστοί οι στίχοι που φανερώνουν την επιθυμία αλλά και τη δύναμη του λαϊκού αγωνιστή: «Θα πάρω το τουφέκι μου, τ’ άγιο το καριοφίλι».

 

 

Παλάσκες 

Οι αγωνιστές του 1821 φορούσαν γύρω από την μέση τους τις Παλάσκες στις   οποίες τοποθετούσαν τα πολεμοφόδια τους . Μία μικρή μεταλλική ορθογώνια θήκη για τις τσακμακόπετρες των πυροβόλων όπλων τους και το «μεδουλάρι».

 

 

Σελάχι

Σελάχι

Σελάχι

Το σελάχι ήταν ανδρική ζώνη – θήκη που φοριόταν με φουστανέλα. Χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τους οπλαρχηγούς της Επανάστασης και αργότερα από ορισμένους αστούς στην Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα και Ήπειρο.

 

 

Μεδουλάρι  

Το Μεδουλάρι είναι μεταλλική θήκη όπου φυλαγόταν το μεδούλι (λίπος) για την λίπανση των όπλων. Κρεμόταν από τη μέση, στερεωμένο στο σελάχι ή το ζωνάρι, συνήθως στην αριστερή πλευρά.

 

Σπάθη – Σπάθα 

Ένα απαραίτητο συμπλήρωμα του οπλισμού των αγωνιστών του 1821 ήταν η κυρτή ανατολικού τύπου ΣΠΑΘΗ , την οποία αναρτούσαν με μεταξωτά κυλινδρικά κορδόνια από τον ώμο τους ή σπανιότερα την αναρτούσαν με δύο λεπτά λουριά σε μία επίσης λεπτή δερμάτινη ζώνη την οποία φορούσαν στην μέση τους. Επίσης : Οι σπάθες αποτελούσαν μέρος του οπλισμού των στρατιωτών μέχρι και τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Εντυπωσιάζει το σπαθί από την εποχή της Τουρκοκρατίας, με επιμήκη λάμα, κυρτή στη ράχη της ενώ στην κόψη είναι κοίλη και προς την αιχμή γίνεται κυρτή. Η λαβή αποτελείται από δυο τμήματα ξύλου που στο κάτω άκρο τους αποκτούν πλατιά, κυρτή επιφάνεια, εσωτερικά και εξωτερικά επίπεδη. Το κενό ανάμεσά τους καλύπτει ταινιωτό έλασμα από ατσάλι που φέρει εγχάρακτη διακόσμηση από κυματιστές γραμμές. Το έλασμα αυτό συνεχίζεται και πάνω από την ξύλινη λαβή, καλύπτοντας ένα τμήμα πριν αρχίσει η λάμα. Στη βάση της λάμας, και στις δυο όψεις, υπάρχει διακοσμητικό εγχάρακτο έλασμα, σχεδόν τριγωνικό, του οποίου η μια πλευρά σχηματίζει καμπύλες πάνω στην ξύλινη λαβή.

Γιαταγάνι (Yatagan)

 

Γιαταγάνι

Γιαταγάνι

Είναι ένα είδος μεγάλης μαχαίρας, χωρίς φυλακτήρα στη λαβή, τουρκικής προέλευσης.  Η λεπίδα του γιαταγανιού σχηματίζει κοίλη καμπύλη στο μέσο και κυρτή στην αιχμή. Πλατιά και καμπυλωτή προς το μέρος της αιχμής. Η Μάχαιρα ή σπάθη χρησιμοποιήθηκε κυρίως από τους Άραβες και τους Τούρκους. Η χρήση του γενικεύτηκε κατά τη διάρκεια της Επανάστασης και αποτέλεσε απαραίτητο εξάρτημα του οπλισμού των Ελλήνων αγωνιστών. Ήταν διαδεδομένο γενικά στα Βαλκάνια, την Μ. Ασία, την Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.

 

 

 

 

 

Πηγή

  •  Γιάννης Ρούσκας, Αρχ/ρχος Πολεμικού Ναυτικού ε.α. Ιστορικός- Ερευνητής, « ΤΟ ΟΠΛΟΣΤΑΣΙΟ ΤΟΥ ΝΑΥΠΛΙΟΥ». Περιοδικό: Αρχαιολογία & Τέχνες 66.

 

Read Full Post »

Κυριακή των Βαΐων στο Άργος – William George Clark  

 

 

Ο περιηγητής William George Clark έφτασε στο Άργος (1856), παραμονές του Πάσχα αφού προηγουμένως έχει επισκεφθεί τη Νεμέα και τις Μυκήνες. Θα παρακολούθηση  μάλιστα στο Μητροπολιτικό ναό της πόλης και τη λειτουργία των Βαΐων, της οποίας μας δίνει μια ωραιότατη περιγραφή.

Από το Άργος θα κινηθεί προς Μαντινεία μέσω Καρυάς. Στο βιβλίο του «Peloponnesus: notes of study and travel», για το Άργος αφιερώνει 25 σελίδες (90-114), όπου μας προσφέρει μια ενδιαφέρουσα περιγραφή των κατοίκων, της πόλης και των αρχαιοτήτων της. 

 

 

[…] Η επόμενη ήταν Κυριακή των Βαΐων, σύμφωνα με το εορτολόγιο των ορθοδόξων. Για να στολίσουν τις εκκλησίες και τις παραστάδες των σπιτιών δε χρησιμοποιούσαν βάγια αλλά δάφνες. Τα παιδιά κρατούσαν στα χέρια τους κλαδιά, οι άνδρες είχαν μικρά κλωναράκια στη μπουτονιέρα τους.

 

 

Κυριακή των Βαΐων στο Άργος - William George Clark

Κυριακή των Βαΐων στο Άργος - William George Clark

Πήγαμε στη μητρόπολη για την πρωινή λειτουργία, μια και εκεί υπάρχει επίσκοπος. Η μητρόπολη είναι ένα απέριττο αλλά ευρύχωρο οικοδόμημα. Οι πίσω θέσεις ήταν κατειλημμένες από τις παντρεμένες. Οι ανύπαντρες κάθονταν σ’ έναν εξώστη με σκαλισμένο ξύλο μπροστά. Η παρουσία αυτών των τελευταίων στην εκκλησία ήταν σαν την παρουσία γυναικών στη Βουλή των Κοινοτήτων: δεν επιτρέπονταν αλλά αυτό παραβλεπόταν. Το καλύτερο μέρος της εκκλησίας ήταν γεμάτο από άντρες. Αμέσως μόλις εμφανιστήκαμε, το πλήθος μας άνοιξε χώρο με ευγένεια για να περάσουμε και μπήκαμε – για να πούμε την αλήθεια, σπρωχτήκαμε – και καθίσαμε σε πολύ εμφανές σημείο. Τότε παρατήρησα, και σε πολλές άλλες ανάλογες περιπτώσεις αργότερα, ότι το ελληνικό εκκλησίασμα, συνεχίζοντας να ψάλλει μονότονα αλλά με ζέση την ακολουθία, δε χάνει ευκαιρία να παρατηρεί με θαυμασμό και έκπληξη οποιονδήποτε ξένο βρίσκεται μέσα στην εκκλησία. Δεν υπάρχει, όμως, σ’ αυτό ίχνος υποκρισίας, όπως στο καθολικό εκκλησίασμα, το οποίο περιορίζεται στην ικανοποίηση της περιέργειας με κρυφοκοιτάγματα με την άκρη του ματιού.

 

Οι ιερείς κατά τη διάρκεια της ακολουθίας ήταν κρυμμένοι πίσω από ένα μεγάλο ξύλινο παραπέτασμα, καθώς μια μονότονη ψαλμωδία ακούγεται έξω.  Μια ατμόσφαιρα  αταξίας και ανησυχίας στο εκκλησίασμα, η οξεία ένρινη φωνή και η πένθιμη μονοτονία της ψαλμωδίας καθώς και η απουσία ενόργανης μουσικής εντυπωσιάζουν έναν ξένο πολύ λιγότερο από όσο θα τον εντυπωσίαζε μια λειτουργία στη Ρωμαϊκή εκκλησία. Εκτός από αυτά, και η σκηνική εντύπωση της τελευταίας είναι ανώτερη. Μπροστά στην Αγία Τράπεζα στολισμένη με λουλούδια και με τα καντήλια αναμμένα στέκεται ο ιερέας, ντυμένος πλούσια, μετρημένος και κομψός σε κάθε του κίνηση ή ακίνητος προσευχόμενος σιωπηλά, με ασπροντυμένους βοηθούς γονατιστούς, και σε όλη τη διάρκεια πάνω από τους γονατιστούς ανθρώπους ηχούν οι όμορφοι ψαλμοί της χορωδίας ενώ το έδαφος σείεται από τις βροντές του εκκλησιαστικού οργάνου. Η όλη σκηνή είναι έτσι σχεδιασμένη, ώστε να προσηλώσει την προσοχή, να γοητεύσει τις αισθήσεις, να ικανοποιήσει το γούστο και να ηρεμήσει το πνεύμα: η κατεξοχήν τελειότητα της ιερουργίας.

 

Στην ελληνική εκκλησία όλα αυτά λείπουν και ο αγιασμός και η μετουσίωση των στοιχείων, η κορύφωση του ιερού δράματος, δεν εκτελείται μπροστά τα μάτια του λαού, αλλά στα παρασκήνια, ενώ, κατά διαστήματα, το απότομο άνοιγμα και κλείσιμο της πύλης, στην οποία ο ιερέας εμφανίζεται για μια στιγμή και εξαφανίζεται με άτακτη βιασύνη την άλλη, δίνει την εντύπωση θεατρικής κωμωδίας. Αλλά δε θα ‘θελα να ασχοληθώ άλλο με αυτό το θέμα. Ίσα-ίσα θα έπρεπε να προσέξω να μην πω κάτι επηρεασμένος από διάθεση για αυθάδεια και χωρατό. Ένας ξένος κρίνει αυτά τα θέματα από μια λανθασμένη οπτική γωνία. Δεν μπορεί να καταλάβει και να εγκρίνει χιλιάδες συσχετισμούς, οι οποίοι, ακολουθώντας τους ανθρώπους από τα γεννοφάσκια τους ακόμα, προσδίδουν αγιότητα και ιεροπρέπεια σε ιεροτελεστίες που με πρώτη ματιά θα φαίνονταν ασήμαντες ή και βέβηλες ακόμη. Ούτε μπορεί να κρίνει με επιείκεια και να παραβλέψει αυτή τη μακρά οικείωση που κάνει τους ανθρώπους αναίσθητους σε ανωμαλίες και ανοησίες αμβλύνοντας τα όρια του γελοίου.

 

Η μόνη στιγμή κατά την οποία η τελετή προσελκύει το θεατή, αν και εξαιτίας του συνηθισμένου στους Έλληνες νευρικού και θορυβώδους τρόπου ακόμη και τότε μόλις και μετά βίας σοβαρή, είναι όταν ανοίγει η πύλη στο μεγάλο παραπέτασμα και εμφανίζεται ο ιερέας με τα αγία των Αγίων και το δισκοπότηρο καλυμμένα με κεντητό ύφασμα. Όλο το εκκλησίασμα σταυροκοπιέται (κατά τον ελληνικό τρόπο, από τα δεξιά προς τα αριστερά) και σκύβει κάνοντας μια κίνηση σα να θέλει ν’ αγγίξει το πάτωμα με τα χέρια. Αυτό το τελευταίο είναι τουρκική συνήθεια.

 

Αυτή η εκκλησία στο Άργος, αν και είναι πρόσφατα χτισμένη, δε διαφέρει εξωτερικά ή εσωτερικά από τις παλαιότερες εκκλησίες της χώρας. Ο αυστηρός και αναλλοίωτος χαρακτήρας που σφραγίζει την ανατολική Εκκλησία σε όλα τα πράγματα είναι ολοφάνερος στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική[…].

 

 

Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 21-22, τεύχος 11, 1994.

Μετάφρασηεπιμέλεια: Λεφτέρης Μπαρδάκος.

 

 

Πηγή

  •  Clark, William George, 1821-1878. « Peloponnesus :notes of study and travel». London : John W. Parker and son,1858.

 

 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Λάρισσα και Ασπίς Άργους – Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου

 

 

Αι δύο Ακροπόλεις του Άργους – Λάρισσα και Ασπίς.

 

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Ιωάννου Κοφινιώτου, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ ΑΠΟ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΑΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ  ΜΕΧΡΙΣ ΗΜΩΝ» στο Μηνιαίον  Περιοδικόν Σύγγραμμα «ΑΠΟΛΛΩΝ», του Δ. Κ. Σακελλαρόπουλου.

 

Τόμος 5, αριθμός 60, σελίδες 813-815. ΕΝ ΠΕΙΡΑΙΕΙ 1889.

 

ΑΠΟΛΛΩΝ

Ψηφιακές Συλλογές – Αποθήκευση Έγγραφου     

Λάρισσα και Ασπίς Άργους – Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου

Read Full Post »

Μητροπολίτης Ύδρας, Σπετσών, Αιγίνης, Ερμιονίδος & Τροιζηνίας  Εφραίμ

 

 

 

Ο Μητροπολίτης Ύδρας, Σπετσών, Αιγίνης, Ερμιονίδος & Τροιζηνίας  κ. Εφραίμ Ο Μητροπολίτης Ύδρας, Σπετσών, Αιγίνης, Ερμιονίδος & Τροιζηνίας  κ. Εφραίμ (κατά κόσμον Ευάγγελος) Στενάκης, γεννήθηκε τό 1948 στην Κυψέλη Αιγίνης και είναι ο πρωτότοκος υιός υπερπολυτέκνου δεκαεξαμελούς οικογενείας. Παρακολούθησε τις Εγκυκλίους σπουδές στην γενέτειρά του. Εφοίτησε στην Εκκλησιαστική Σχολή Κορίνθου κατά τα έτη 1962-1968. Το 1968 εισήχθη στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία απεφοίτησε το 1972 με το βαθμό «άριστα». Κατά τούς θερινούς μήνες πρόσφερε την διακονία του ως στέλεχος των Εκκλησιαστικών Κατασκηνώσεων της Ιεράς Μητροπόλεως Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης. Το 1972 προσήλθε ως δόκιμος στην Ιερά Μονή Πατερικής Διακονίας «Η  Αγία Τριάς» Ύδρας. Την 30η Δεκεμβρίου το 1973 εκάρη Μοναχός, και έλαβε το μοναχικό όνομα Εφραίμ και την επομένη χειροτονήθηκε Διάκονος, υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ύδρας, κ. Ιεροθέου. Στην εν λόγω Ιερά Μονή παρέμεινε έως το 1976 διακονήσας παραλλήλως και στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Παναγίας Φανερωμένης Ύδρας. Τούς πρώτους μήνες του 1977 ανέλαβε καθήκοντα Διευθυντού του μαθητικού Οικοτροφείου Αιγίνης, ως και Καθηγητής των τεχνικών Σχολείων επί 10ετίαν (σχολεία τα οποία πρωτοποριακά ίδρυσε η τοπική Εκκλησία και λειτούργησε υπό την ευθύνη της), προσφέροντας συνάμα  την διακονία του στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Αιγίνης και στα Κατηχητικά Σχολεία της Νήσου.

 

Τον Ιανουάριον του 1979 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος-Αρχιμανδρίτης και διαδοχικώς προσέφερε μέχρι σήμερα τις υπηρεσίες του ως Εφημέριος – Ιεροκήρυξ των Ιερών Ναών της Αιγίνης και ως προϊστάμενος του Ιερού Καθεδρικού Ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου Ύδρας ως και του Ιερού Ναού Εισοδίων Θεοτόκου Αιγίνης.

 

Καλλιέργησε, με τη Χάρη του Θεού, φυτώριο νέων υποψηφίων Κληρικών και έτσι επανδρώθηκε η Τοπική Εκκλησία της Αιγίνης με νέους μορφωμένους και ευσεβείς Κληρικούς. Από το 1979, ανέλαβε καθήκοντα Αρχιερατικού Επιτρόπου Αιγίνης, διακονία την οποία ήσκησε επί δεκαεπταετίαν, παράλληλα προς το λειτούργημα του Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Μητροπόλεως το οποίον επιτέλεσε ευδοκίμως από το 1983 μέχρι της εκλογής του εις Επίσκοπον, καθώς επίσης και την Διεύθυνσιν των Οικονομικών Υπηρεσιών της Ιεράς Μητροπόλεως.  Από του έτους 1989 διατέλεσε Πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Νοσοκομείου Αιγίνης «Ο Άγιος Διονύσιος», το οποίον επί των ημερών του ανεκαινίσθη εκ βάθρων και προσετέθη νέα πτέρυξ εξοπλισθείσα με υπερσύγχρονα ακτινοδιαγνωστικά μηχανήματα, και ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εκκλησιαστικού Νοσοκομείου Ύδρας « Π Α Ν Α Γ Ι Α  Η  Φ Α Ν Ε Ρ Ω Μ Ε Ν Η ». 

 

Διετέλεσε μέλος της Επιτροπής Παιδείας του Δήμου Αιγίνης, και συνέλαβε τα μέγιστα στην προώθηση και την λύση των προβλημάτων στέγης και λειτουργίας των Σχολείων της Νήσου, και Αντιπρόεδρος της Δημοτικής Καποδιστριακής Βιβλιοθήκης Αιγίνης, μιας από τις αρτιώτερες και πλουσιότερες επαρχιακές Βιβλιοθήκες. Από το 1985 διωρίσθη Ηγούμενος της Ιεράς και Σταυροπηγιακής Μονής Ζωοδόχου Πηγής Πόρου, επί των ημερών του οποίου ανεκαινίσθη εκ βάθρων η Ιερά αυτή ιστορική Μονή. Κατά καιρούς έχει πραγματοποιήσει αξιόλογες εισηγήσεις για θεολογικά και πνευματικά θέματα, σε Ιερατικά Συνέδρια και Συνάξεις της Ιεράς Μητροπόλεως.

 

Μητροπολίτης Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης εξελέγη υπό της Σεπτής Ιεραρχίας την 12.1.2001 εις διαδοχήν του παραιτηθέντος Γέροντός του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου πρώην Ύδρας κ. Ι ε ρ ο θ έ ο υ. 

 

 

Πηγή

 

  •  Ιερά Μητρόπολις Ύδρας, Σπετσών, Αιγίνης, Ερμιονίδος & Τροιζηνίας

Read Full Post »

 

Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Διδύμων

 

 

Ο παλαιός Ναός του Αγίου Νικολάου

 

Αν λάβουμε υπόψη τις εικόνες του παλαιού τέμπλου που σώζονται στον Ι. Ναό και χρονολογούνται τη περίοδο 1700-1750, το πιθανότερο είναι ότι πρώτος Ναός του αγίου Νικολάου είχε κτιστεί στα τέλη του 17ου αρχές του 18ου αιώνα.

 

Γράφει ο Εμμανουήλ Δρίτσας:  

 

img_1119a1«…Εις το νοτίως μέρος των οικιών μεταξύ τούτων, ένθα υπάρχει το υψηλότερο έδαφος, είδος μικράς ραχούλας …υπήρχε ο ειδωλολατρικός ναός του θεού της θαλάσσης Ποσειδώνος π. Χ. Εις τα ερείπια του Ναού τούτου οι πρόγονοί μας Διδυμιώται έκτισαν επί Οθωμανικής εποχής (τουρκικής) πριν του 1800 μ.Χ. Εκ θεμελίων μίαν καινουργή εκκλησίας διαστάσεων 40 Χ 15 μέτρων περίπου όν η σκεπή του ήτον ολόκληρος συνεχόμενη από το Ιερόν μέχρι του καμπαναριού θολωτή με θόλον και από του θόλου είχαν Κεραμοσκεπή και με κεράμους (κεραμίδια) αρχαία μεγάλου μεγέθους 0,50 Χ 0,15 εκατοστών του μέτρου, ήταν χριστιανικός Ιερός Ναός αφιερωμένος και εορτάζοντος εις την μνήμην του Αγίου Νικολάου 6 Δεκεμβρίου που είναι προστάτης θαλασσινών (ναυτικών μας)…»

 

Ο ίδιος μνημονεύει ένα ποίημα «…το οποίο άγνωστος ποιητής πρόγονός μας το είχε συντάξει Αλβανιστί…» που εν ολίγοις μαρτυρεί πως ο πρώτος αυτός Ναός φτιάχτηκε κρυφά από τον πασά της Τρίπολης (άλλωστε απαγορευόταν με νόμο το εκ θεμελίων κτίσιμο χριστιανικών Ναών) μετά από δωροδοκία του Αγά των Διδύμων με τριακόσια γρόσια.

 

«Ο παπαδήμας που τον φάγαν οι λύκοι και το Ιερό Ευαγγέλιο του 1813»

 

 

Η παλαιότερη γραπτή μαρτυρία για την Εκκλησία μας υπάρχει στην πρώτη σελίδα σωζόμενου Ιερού Ευαγγελίου εκδόσεως 1813, το οποίο φυλάσσεται μετά από συντήρηση στον Ιερό Ναό. Εκεί διαβάζουμε την παρακάτω ιδιόχειρη αφιέρωση του ιερέως Ιωάννου:

 

« 1803 Φεβρουαρίου 20 Εχειροτονήθη ο Παπαδήμας υπό Αρχιερέως του τόπου Γρηγορίου και έδωσε γρόσια του Δεσπότη 20 1803 2 Ιουλίου ελάβωσε ο λύκος λυσσασμένος τον Παπαδήμα εις την Πελεγή και έζησε μήνες 2. Πρώτη Σεπτεμβρίου έδωσε τέλος της ζωής του ο Θεός μακαρίση αυτόν και μνημονεύεται, αφιερώνει το Ευαγγέλιον εις τον Άγιον Νικόλαον Δημητρίου ιερέως Λαβρεντίου μοναχού Ιωαν. Αγγελίνας των γονέων, εγράφη δια χειρός εμού του αμαρτωλού, Ιωάννου Ιερέως του ποτέ Δημητρίου Μερκούρη από χωρίου Δίδυμον. Η χειρ γράψαντος θα σήπεται το δε γράψιμον εις τον αιώνα μένει δια ενθύμιον, γράφω δε ότι εις τας χίλιας οκτακοσίας ογδοήκοντα οκτώ εχειροτονήθη και παρά αρχιερέως του τόπου ονόματι Ιακώβου χωρίς κανένα παρά…. ο Θεός εξεύρει.»

 

 

Ο νέος Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου

 

 

Η νέα εκκλησία του Αγίου Νικολάου άρχισε να κτίζεται γύρω από την παλαιά το 1911. Γράφει ο Εμ. Δρίτσας:

 

 «…απέχουν περίπου 4 μέτρα εκ του παλαιού τοίχους της παλαιάς εκκλησίας σκάβονται τα νέα θεμέλια… επί 6 μέτρα βάθους και 1 μέτρο πλάτους…» Αρχιτέκτων Μηχανικός ήταν «..καταγόμενος εξ Ιταλίας και λεγόμενος κύριος Σαβατίνος…». Αυτός πήρε την ευθύνη να προχωρήσει η ανέγερση του Ναού καθώς στη θεμελίωση δεν εύρισκαν στέρεο έδαφος αλλά χώμα, κεραμίδια και ανθρώπινα οστά. Οι κτίστες ήταν από την Κάρπαθο και «…οικοδομήθη… με όλην την οικοδομικήν τέχνην των σχεδιαγραμμάτων των Βυζαντινών Χριστιανικών Ναών με μεγάλους ασβεστόλιθους όλους πελεκητούς σε τετράγωνους (αγκωνάρια) και έφθασε το κτίσιμο τούτο εις ύψος 6 μέτρων περίπου χρησιμοποιηθέντων οικοδομικών υλικών μόνον άμμον και άσβεστον και εκτίσθηκαν όλες οι αι εξωτερικές θύρες και παράθυρα με θολωτά σκεπάσματα (πρέκια)…»

Α΄ Χαιρετισμοί εις την θεοτόκον. Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Διδύμων 2009.

Α΄ Χαιρετισμοί εις την θεοτόκον. Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Διδύμων 2009.

 

 

Το κτίσιμο του Ναού σταμάτησε εκεί στα 6 μέτρα το Σεπτέμβριο του 1912 με την κήρυξη του ελληνοτουρκικού πολέμου.

 

Το 1939 έγινε νέα προσπάθεια της κοινότητος Διδύμων για αποπεράτωση του Ναού καθώς:

 

«…κατόρθωσε να συγκεντρώσει στο ταμείο της περίπου 1.000.000 δραχμάς αλλά επειδή το ποσόν δεν επαρκούσε να τελειοποιηθεί εις το αρχικόν σχέδιον του συνταχθέντος από το 1911…ανέθεσε η κοινότης Διδύμων μετά των εκκλησιαστικών συμβούλων εις του συμπατριώτας μας αρχιτέκτονας …Αλέξανδρον Π. Βερδελήν και Ιωάννην Αν. Αντωνόπουλον και δωρεάν εργασθέντες ετροποποοίησαν το αρχικόν σχέδιον του Ιερού του Αγίου Νικολάου με νέο σχεδιάγραμμα… προκυρήχθη και μειοδοτική δημοπρασία και αναδείχθη τελευταίος μειοδότης εκ Κρανιδίου καταγόμενος και εις Αθήνας εδρεύον διπλωματούχος εργολάβος κ. Αντώνιος Σκρεπετής, αλλά φεύ επήλθεν συν τω χρόνω το έτος 1940 ο Ελληνο-Ιταλικός πόλεμος…»

 

Η αποπεράτωση

 

 Ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου τελικώς αποπερατώθηκε στο διάστημα που ήταν εφημέριος ο κρητικός π. Καλλίνικος Καρπαθιωτάκης (1967-1970), Ιερομόναχος της Μονής Αγίου Γεωργίου Επανωσήφη του Ηρακλείου Κρήτης, με πρωτοβουλία και επίβλεψη του τότε Μητροπολίτου Ύδρας κου Ιεροθέου. Υπό του ιδίου Μητροπολίτου έγιναν τα εγκαίνια του Ιερού Ναού την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών του έτους 1980 εφημερεύοντος του π. Χαράλαμπου Οικονομόπουλου (1975-2006). Επί της 30ετούς εφημερίας του π. Χαράλαμπου έγιναν πλείστα έργα στο εσωτερικό και εξωτερικό του Ναού, κτίστηκε το περίτεχνο Καμπαναριό, διαμορφώθηκε και καλλωπίστηκε ο προαύλιος χώρος, ανακαινίσθηκαν πολλά εξωκλήσια.

 

Αρχιτεκτονική

 

 Ο Ναός είναι εγγεγραμμένος σταυροειδής με τρούλο, έχει ελαφρώς εξέχουσες τις κεραίες του σταυρού, τρία κλίτη που χωρίζονται με 10 πεσσούς (τετράγωνες κολώνες), τρία διαφορετικά επίπεδα (κυρίως Ναός, σολέας και Ιερό Βήμα) ενώ υπάρχουν τρεις κόγχες εξωτερικές (μια μεγάλη κεντρική και δύο μικρές), και δυο μικρές εσωτερικές (πρόθεση και διακονικό). Το συνολικό εμβαδόν του είναι περίπου 260 m2 .

 

Ο Ναός σήμερα

 

Ο Ναός μας σήμερα οδεύει προς την ολοκλήρωσή του. Σε εξέλιξη βρίσκεται η αποπεράτωση της Εικονογράφησης απομένουν όμως ακόμα το δυτικό μέρος με παραστάσεις του δωδεκαόρτου και ο γυναικωνίτης. Ταυτόχρονα πραγματοποιείται ορθομαρμάρωση στο εσωτερικό, ήδη τελείωσε το Ιερό Βήμα και ακολουθούν οι πεσσοί(κολώνες) και ο υπόλοιπος Ναός. Θα ακολουθήσει η αποπεράτωση και διαμόρφωση του γυναικωνίτη.

Ο Ενοριακός Ναός διαθέτει συνολικά 14 εξωκκλήσια που μαζί με τον Κοιμητηριακό Ναό λειτουργούνται πολλάκις στη διάρκεια του έτους, επίσης περιλαμβάνει την εκκλησία του αγίου Αθανασίου του χωριού Ράδου και τη σπουδαία «Μονή Αυγού» του 15ου αιώνα.

 

Υποσημείωση

 

 

Οι Ιστορικές Πηγές: «Μηχανογραφημέναι Ιστορικαί Αληθιναί Περιηγήσεις Περιφερείας Διδύμων – Κρανιδίου υπό του ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Δ. ΔΡΙΤΣΑ εκ ΔΙΔΥΜΩΝ ΚΡΑΝΙΔΙΟΥ ΕΡΜΙΟΝΙΔΟΣ από τα έτη 1907-1973.»

Αυτός είναι ο τίτλος του πρωτότυπου, δακτυλογραφημένου εντύπου του 1974, το οποίο αποκαλείται από τον ίδιο τον συγγραφέα «Ιστορική Μελέτη» «συνταχθείσα ιδιοχείρως… το έτος 1973» και δωρήθηκε πρόσφατα στην Ενορία μας από τον κο Κωνσταντίνο Σκυλή τον οποίον ευχαριστούμε θερμά. Το περιεχόμενο αυτής της κατάθεσης και μαρτυρίας αποδείχτηκε πολύτιμο αφού μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για την ιστορία του τόπου, του Ναού και των Παρεκκλησίων. Στην πρώτη σελίδα έχει αντίγραφο επιστολής του Μητροπολίτου Κορινθίας Παντελεήμων με ημερομηνία 11-4-1970 που παρακινεί τον συγγραφέα να στείλει αντίγραφο της Μελέτης στην Ακαδημία Αθηνών ενώ σε υποσημείωση στην ίδια σελίδα αναφέρεται ότι εστάλη στην Ακαδημία «προς κρήσιν» με αριθ. Πρωτ. 74917/6-5-1974.

Πληροφορίες από την μελέτη αυτή περιέλαβε στο βιβλίο του «Μνήμες Ερμιονίδος», ο Ηπειρώτης Προκόπιος Τσιμάνης, το 1975. Αν και στο βιβλίο κυριαρχεί η υποκειμενική κριτική του συγγραφέα, δεν παύει να είναι άλλη μια σημαντική ιστορική πηγή.

 

 

 

Το παρόν αντλεί τις πληροφορίες του από το αντίστοιχο άρθρο της Ενορίας Διδύμων, στο διαδυκτιακό ενοριακό «συμπόσιο».  Υπεύθυνος: Πατήρ Κοσμάς.

Read Full Post »

Δαγρές Ανανίας                                       

 

 

Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Παναγίας Κατακεκρυμμένης Άργους. Γόνος της γνωστής οικογένειας των Δαγρέων από την Καρυά. Ο πατέρας του Δημήτριος αδελφός των οπλαρχηγών Γιαννάκου και Θανάση Δαγρέ εγκαταστάθηκε στο Κουρτάκι (χωριό ανατολικά του Άργους), και λίγα χρόνια πριν την επανάσταση παντρεύτηκε  μια αρχοντοπούλα της περιοχής. Καρποί του γάμου τους ήταν οι Αδριανός (μετέπειτα ιερομόναχος και ηγούμενος), Κων/νος, Αθανάσιος, Αναστάσιος και μια κόρη. Ο Αδριανός σε νεαρή ηλικία ασπάσθηκε το Αγγελικό σχήμα στο Άγιο Όρος και μετονομάσθηκε σε Ανανία. Επέστρεψε το 1846 στην Αργολίδα και έγινε ηγούμενος της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης.

 

Παναγία Κατακεκρυμμένη ή Πορτοκαλούσα

Παναγία Κατακεκρυμμένη ή Πορτοκαλούσα

Ήταν μεγαλοπρεπής, επιβλητικός, άριστος στην λειτουργία, φιλάνθρωπος και ελεήμων. Με την μεγάλη περιουσία που διέθετε έκανε πολλά και σημαντικά έργα στην μονή. Ίδρυσε πρακτική ιερατική σχολή από την οποία αποφοίτησαν μεταξύ των άλλων οι Δημήτριος Παπαδημητρίου ή Καπαρελιώτης 1892, και Γεώργιος Θεωνάς 1896, ιερείς και εφημέριοι του ναού του Τιμίου Προδρόμου

Ο σημαντικός αυτός άνθρωπος έπεσε στη δυσμένεια του στρατηγού Δημήτρη Τσώκρη. Η παράδοση αναφέρει ως αφορμή τις οικογενειακές καθώς και τις πολιτικές μεταξύ τους διαφορές που οδήγησαν τον στρατηγό να διώξει τον ηγούμενο από την μονή. Ο πατέρας Ανανίας με μεγάλη θλίψη και αγανάκτηση αναγκάζεται να εγκαταλείψει το μοναστήρι. Κατηφορίζοντας και περνώντας έξω από το σπίτι του στρατηγού το οποίο έδειξε με το δάκτυλό του  είπε σε αυτούς που τον συνόδευαν: Παιδιά μου δεν καταρώμαι αλλά προαισθάνομαι ότι εις αυτό το σπίτι θα λαλήσουν κουκουβάγιαις !!!. Και προφέροντας αυτές τις λέξεις σκούπιζε με το μαντήλι τα δάκρυα του. Την  εξαφάνιση της οικογένειας Τσώκρη οι παλαιότεροι Αργείοι την απέδιδαν στην « κατάρα» του ηγούμενου και έλεγαν: « το είπε ο παπά- Ανανίας κουκουβάγιες θα λαλήσουν στο σπίτι του Τσώκρη». Ο Ανανίας στη συνέχεια μετέβη στην ιερά μονή της Κοιλάδας Κρανιδίου την οποία ανέδειξε και αύξησε οικονομικά με κινητή και ακίνητη περιουσία. Κοιμήθηκε το 1865 και ετάφη στο Κουρτάκι Αργολίδας.

 

Ελένη Φλέσσα

 

Πηγές

 

  • Εκλογικοί κατάλογοι Δήμου Άργους (χωριό Κουρτάκι) 1844.
  • Αναστάσιος Τσακόπουλος, « Iστορικά και λαογραφικά σημειώματα» τόμος Ά, σελ. 181-182, Αθήναι, 1960.   
  • Ιωάννης Χαβιαρλής, «Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη του Άργους», Άργος, 2004.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »