Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ελεύθερο Βήμα’

Οι εκλογικές αναμετρήσεις στη νεότερη Ελλάδα


  

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε στο «Ελεύθερο Βήμα», άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα, που δημοσιεύεται στο βιβλίο του «Δεύτερη Ανάγνωση» με θέμα:

«Οι εκλογικές αναμετρήσεις στη νεότερη Ελλάδα»

  

Σε 165 χρόνια, από το 1844 και τις πρώτες βουλευτικές εκλογές έως και τις τελευταίες του 2009, έχουν διεξαχθεί στην Ελλάδα 61 εκλογικές αναμετρήσεις και έχουν αναδειχθεί 188 κυβερνήσεις με πρωθυπουργούς 90 διαφορετικά πρόσωπα.

Η ιστορία των εκλογών στην Ελλάδα ξεκινάει με τη σύσταση της Α΄ Εθνοσυνέλευσης, που άρχισε στο Αι – Γιάννη του Άργους το Δεκέμβρη του 1821 και ολοκληρώθηκε στην Επίδαυρο τον Ιανουάριο του 1822, όπου ψήφισε το «προσωρινό πολίτευμα της Επιδαύρου» και καθιέρωσε τρεις εξουσίες: Τη νομοθετική με μία βουλή εβδομήντα βουλευτών, την εκτελεστική που θα ασκούσε μία 5μελής κυβέρνηση, και τη δικαστική. Η θητεία του Βουλευτικού και του Νομοτελεστικού ήταν για 1 έτος. Ακολούθησαν αντίστοιχες αποφάσεις στη Β΄ εθνοσυνέλευση του Άστρους το 1823 και στην Γ΄ εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας το 1827.

Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους οι εκλογικές αναμετρήσεις ξεκινούν ουσιαστικά και «οργανωμένα» το 1844. Χρειάστηκε να περάσουν 23 χρόνια από την επανάσταση του ’21, ώσπου οι Έλληνες ν’ αποκτήσουν το δικαίωμα να εκλέγουν τους εκπροσώπους τους στη Βουλή. Και, όταν το 1844 το απέκτησαν, το καταυχαριστήθηκαν. Οι πρώτες εκλογές, που διενεργήθηκαν στο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, διήρκεσαν 10 μήνες, αφού προκηρύχθηκαν το Νοέμβριο του 1843 και τελείωσαν τον Αύγουστο του 1844!

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

Η εθνοσυνέλευση, που προέκυψε μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου, δημιούργησε το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδας, που καθιέρωνε τη συνταγματική βασιλεία, και ψήφισε τον πρώτο εκλογικό νόμο της χώρας, ο οποίος, συμβολικά, δημοσιεύτηκε στις 25 Μαρτίου και ήταν ο πιο προοδευτικός στον κόσμο, ως την ώρα εκείνη:

Απαγόρευε το δικαίωμα του «εκλέγεσθαι» στις γυναίκες, στους νέους κάτω των 25 χρόνων, σ’ όσους είχαν δοσοληψίες με την Δικαιοσύνη (υπόδικους ή καταδικασμένους) και στους τεμπέληδες! Για να γινόταν κάποιος υποψήφιος βουλευτής, έπρεπε να έχει επάγγελμα ικανό να τον θρέψει ή κτηματική περιουσία στην εκλογική του περιφέρεια. Όριζε ένα βουλευτή σε κάθε 10.000 κατοίκους, εκτός από την Ύδρα που, τιμητικά, εξέλεγε τρεις, και τις Σπέτσες και τα Ψαρά, που, επίσης τιμητικά, εκλέγανε από δύο.

Οι εκλογές έπρεπε να διεξαχθούν σε 8 ημέρες. Ο νόμος όμως δεν ξεκαθάριζε, αν αυτές οι οχτώ μέρες έπρεπε να είναι κοινές για όλη τη χώρα ή όχι, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει η εκλογική διαδικασία τον Απρίλη του 1844 και να συνεχίζεται μέχρι το Σεπτέμβρη σε ορισμένες περιοχές. Στις περισσότερες περιοχές, οι εκλογές έγιναν Μάιο και Ιούνιο, ενώ στην Αθήνα τέλη Ιουλίου και αρχές Αυγούστου.

Ο νόμος όριζε ότι μετά την ολοκλήρωση της κάθε ψηφοφορίας, οι κάλπες έπρεπε να σφραγιστούν και να μεταφερθούν στις πρωτεύουσες των νομών για καταμέτρηση. Το πώς έφταναν στον προορισμό τους, το περιγράφει ο Μακεδόνας δημοσιογράφος και συγγραφέας Νικόλαος Δραγούμης: «Οι κάλπες έφταναν στον τόπο της καταμέτρησης με σπασμένα σανίδια ή λιμαρισμένες τις σφραγίδες, ενώ, σε πολλές περιπτώσεις, οι ψήφοι μεταφέρονταν σε «σαπουνοσακούλες».

Στη Βουλή, όταν ο «εκλεγμένος» ήταν του κόμματος που κέρδιζε τις εκλογές, σηκωνόταν κάποιος και εξηγούσε ότι το σπάσιμο των σανιδιών οφειλόταν στο νόμο της συστολής των στερεών σωμάτων και η λιμαρισμένη σφραγίδα ήταν τυχαία σπασμένη κατά τη μεταφορά, ενώ η «σαπουνοσακούλα» ήταν κάλπη και την καταμέτρηση έκανε άτομο, που είχε το σεβασμό και την εκτίμηση των κατοίκων της περιοχής του. Για τους ηττημένους βέβαια αρκούσε μια γρατσουνιά στην κάλπη, για να ξεσπάσει θύελλα καταγγελιών ότι είχαν να κάνουν με καραμπινάτη περίπτωση νοθείας!

Η πρώτη, έστω και με τέτοιον τρόπο, εκλεγμένη Βουλή των Ελλήνων συνεδρίασε για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1845 και πρώτος εκλεγμένος πρωθυπουργός ήταν ο Ιωάννης Κωλέττης, που εξάντλησε την πρώτη του τριετία, κέρδισε και τις επόμενες εκλογές (1847) με συντριπτική πλειοψηφία, αλλά αμέσως μετά πέθανε από νεφρίτιδα σε ηλικία 73 χρόνων.

Στην περίοδο της Συνταγματικής Μοναρχίας (1844-1862) έγιναν συνολικά 9 εκλογικές αναμετρήσεις, αλλά το ποιος θα γινόταν πρωθυπουργός εξαρτιόταν από το ποιος ήταν ο ευνοούμενος του Όθωνα και της πρεσβείας, που τύχαινε να έχει το πάνω χέρι στην κρίσιμη στιγμή.

Οι πρώτες μετά το Σύνταγμα του 1864 εκλογές ορίστηκαν να ξεκινήσουν στις 14 Μαΐου 1865 με μια διαδικασία, που απέκλειε κάθε χρήση βίας και νοθείας. Μόνο που ήταν κάπως χρονοβόρα.

Σε κάθε εκλογικό τμήμα στήνονταν τόσες κάλπες, όσοι και οι υποψήφιοι βουλευτές. Κάθε κάλπη ήταν χωρισμένη στα δύο, η μισή άσπρη με μια ταμπέλα, που έλεγε «ναι» και η μισή μαύρη με ταμπέλα «όχι». Δυο σωληνάκια οδηγούσαν το ένα στην άσπρη πλευρά και το άλλο στη μαύρη. Πίσω από κάθε κάλπη στεκόταν εκπρόσωπος του υποψηφίου στον οποίο ανήκε η κάλπη. Ο ψηφοφόρος έπρεπε να πάρει τόσα μολυβένια μπαλάκια, όσα και οι κάλπες. Όταν έφτανε μπροστά σε κάθε κάλπη, ο αντιπρόσωπος φώναζε δυνατά το όνομα του υποψήφιου, στον οποίο αυτή ανήκε. Ο ψηφοφόρος έβαζε το μπαλάκι ή στο σωλήνα που οδηγούσε στην άσπρη μεριά ή σ’ εκείνον που οδηγούσε στη μαύρη. Η διαδικασία επαναλαμβανόταν με όλες τις κάλπες. Απαγορευόταν από το νόμο να προσπεραστεί μια κάλπη χωρίς να ριχτεί σ’ αυτήν μπαλάκι και ο παραβάτης πλήρωνε πρόστιμο επιτόπου!

Στη διαλογή μετρούσαν πρώτα αν τα μπαλάκια στην άσπρη και στη μαύρη πλευρά κάθε κάλπης είχαν άθροισμα ίσο με τον αριθμό των ψηφισάντων. Αν τα μπαλάκια ήταν παραπάνω, η επιτροπή αφαιρούσε τα περισσευούμενα από την άσπρη μεριά! Βουλευτές ανακηρύσσονταν όσοι είχαν τα περισσότερα μπαλάκια στην άσπρη μεριά και εκλέγονταν τόσοι, όσους έβγαζε κάθε περιοχή. Υπήρχε δηλαδή απόλυτη και ανόθευτη απλή αναλογική, χωρίς περιορισμό επιλογής για τους ψηφοφόρους, που επέλεγαν όσους ήθελαν και «μαύριζαν» (από εκεί βγήκε η έκφραση «έριξα μαύρο») με την ψυχή τους, όποιον ήταν ανεπιθύμητος.

Αλέξανδρος Κουμουνδούρος

Αλέξανδρος Κουμουνδούρος

Στις εκλογές αυτές πλειοψήφησε ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, που παραιτήθηκε το φθινόπωρο, για να διοριστούν από το βασιλιά 6 συνολικά Πρωθυπουργοί μέσα στη δύσκολη αυτή χρονιά του 1865! Συνολικά από τις εκλογές του 1844 έως το 1875, οπότε ο Χαρίλαος Τρικούπης υποχρέωσε τον βασιλιά Γεώργιο Α’ να δεχτεί την «αρχή της δεδηλωμένης», έγιναν δεκαπέντε εκλογικές αναμετρήσεις, αλλά η πρωθυπουργία άλλαξε χέρια 39 φορές!

Σιγά – σιγά οι Έλληνες πολιτικοί ωρίμαζαν και η Ελλάδα προχωρούσε προς αυτό που, δέκα χρόνια αργότερα, ο Χαρίλαος Τρικούπης θα ονόμαζε «αρχή της δεδηλωμένης»: Να απολαμβάνει, δηλαδή, ο πρωθυπουργός της χώρας τη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας του κοινοβουλίου κι όχι την εύνοια του ανώτατου άρχοντα.

Στις εκλογικές αναμετρήσεις από το 1875 ως το 1920 κυριαρχεί αρχικά το δίδυμο Χαρίλαου Τρικούπη και Θεόδωρου Δηλιγιάννη και στη συνέχεια η Α΄ περίοδος κυριαρχίας του Ελευθέριου Βενιζέλου, μια περίοδος που διπλασίασε την Ελλάδα, αλλά κατέληξε με τη μικρασιατική περιπέτεια και καταστροφή.

Εκλογές, Αθήνα 11 Φεβρουαρίου 1934. Εκλογικό τμήμα ανδρών. Αρχείο ΕΛΙΑ.

Εκλογές, Αθήνα 11 Φεβρουαρίου 1934. Εκλογικό τμήμα ανδρών. Αρχείο ΕΛΙΑ.

Το 1924 γίνεται μεταβολή του πολιτεύματος σε Αβασίλευτη Δημοκρατία, αλλά δεν μπορεί να διατηρηθεί παρά την δημοκρατική ωριμότητα του Αλέξανδρου Παπαναστασίου και ακολουθούν η δικτατορία του Θ. Πάγκαλου, ο Βενιζέλος γίνεται εκ νέου πρωθυπουργός (εκλογές 1928 και 1933), η πολιτική κατάσταση εκτροχιάζεται και οδηγείται στη δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά. Ακολουθούν ο πόλεμος του 1940-44 και ο εμφύλιος σπαραγμός (1946-49). Οι επόμενες εκλογές θα διεξαχθούν ένα χρόνο αργότερα στις 5 Μαρτίου 1950 και Θα σχηματιστεί Βουλή δεκακομματική.

Νικόλαος Πλαστήρας

Νικόλαος Πλαστήρας

Στις εκλογές του 1951 ο Αλέξανδρος Παπάγος αναδεικνύεται νικητής με το 35,6% των ψήφων, κυβέρνηση όμως σχηματίζεται υπό τον στρατηγό Νικόλαο Πλαστήρα, ενώ για πρώτη φορά συμμετείχε σε εκλογές και η ΕΔΑ αποσπώντας το 10,57% των ψήφων.

Στις εκλογές του 1952 ψηφίζουν για πρώτη φορά και γυναίκες, αφού με το νόμο 2159 του 1952 κατοχυρώνεται το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι για τις Ελληνίδες. Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Στρατηγού Παπάγου νέος πρωθυπουργός αναλαμβάνει ο μέχρι τότε υπουργός Συγκοινωνιών Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο οποίος θα κυβερνήσει τη χώρα για τα επόμενα 8 χρόνια και θα διαμορφώσει σε μεγάλο βαθμό την εικόνα της σύγχρονης Ελλάδας.

 Στη δεκαετία του 1960 η πολιτική ζωή της Ελλάδας καθοριζόταν από τις ΗΠΑ και το Παλάτι, που είχε στον έλεγχό του το στρατό, την αστυνομία, τη δημόσια διοίκηση και χιλιάδες χαφιέδες, που φακέλωναν όσους απλούς πολίτες δεν ήταν οπαδοί τους. Το 1958 ο λαός έδωσε στην ενωμένη αριστερά (ΕΔΑ) τη θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Αυτό θορύβησε το κατεστημένο της εποχής και μπήκε σε ενέργεια ένα σχέδιο αποτροπής του κομουνιστικού κινδύνου.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στο Ναύπλιο, αρχές 1959. Αρχείο: Κυριάκος Καλκάνης.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στο Ναύπλιο, αρχές 1959. Αρχείο: Κυριάκος Καλκάνης.

Η πρώτη φάση ήταν οι εκλογές βίας και νοθείας του 1961. Έβαζαν τότε τους φαντάρους στα στρατιωτικά οχήματα και με τα ψηφοδέλτια στα χέρια τους γυρνούσαν σε όλα τα εκλογικά τμήματα και ψήφιζαν δεκάδες φορές ο καθένας. Σε μια Μαύρη Βίβλο, που εκδόθηκε αργότερα, τεκμηριώθηκαν χιλιάδες περιπτώσεις νοθείας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι πως σε ένα περιφραγμένο χωράφι με δύο δέντρα στη λεωφόρο Καβάλας είχαν δηλώσει πως διέμεναν 500 περίπου ανύπαρκτοι ψηφοφόροι. Τότε βγήκε και το σύνθημα πως στην Ελλάδα ψηφίζουν και τα δέντρα.

Στις εκλογές του 1964 η Ένωση Κέντρου αναδείχθηκε πρώτο κόμμα με 52,72% καταλαμβάνοντας 170 έδρες στη Βουλή. Η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ και η παραίτηση του Γεωργίου Παπανδρέου (1965) οδηγούν στην δικτατορία του 1967 (21-4-1967), ενώ είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 28-5-1967.

Στη Γ’ Ελληνική Δημοκρατία (1974-2012) έγιναν 13 εκλογικές αναμετρήσεις. Οι εκλογές της 6 Μαΐου 2012 είναι οι 14ες που διεξάγονται κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης. Στις 13 προηγούμενες έχει επικρατήσει 7 φορές η Νέα Δημοκρατία και 6 το ΠΑΣΟΚ. Συνολικά έχουν ορκιστεί 9 πρωθυπουργοί. Οι εκλογές της μεταπολίτευσης στην πλειοψηφία τους ήταν πρόωρες. Μόνο τρεις έχουν διεξαχθεί στο τέλος της τετραετίας.

Τα τελευταία χρόνια δεν είχαμε εκλογές, στις οποίες να ψηφίζουν πεθαμένοι ή δέντρα. Δεν είχαμε χωροφύλακα να κοιτάζει τι ρίχνουμε στην κάλπη, βία και νοθεία, ούτε εκλογικά συστήματα που βγάζουν νικητές τους ηττημένους. Αυτές είναι οι εκλογικές αναμετρήσεις της νεότερης Ελλάδας, για να θυμούνται οι παλιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι.

Αλέξης Τότσικας

Δεύτερη Ανάγνωση, σελ. 27-33, Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Απρίλιος 2013.

Διαβάστε ακόμη:

Οικονομικές κρίσεις και  χρεοκοπία (19ος – 20ος αιώνας)

Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (1897 -1978) – 81 χρόνια υποτέλειας και εξάρτησης

Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843

 

Read Full Post »

Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (1897 -1978) – 81 χρόνια υποτέλειας και εξάρτησης


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε στο «Ελεύθερο Βήμα», άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα, που δημοσιεύεται στο βιβλίο του «Δεύτερη Ανάγνωση» με θέμα:

«Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (1897 -1978) – 81 χρόνια υποτέλειας και εξάρτησης»

 

Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (ΔΟΕ) ονομαζόταν ο έλεγχος των δημοσίων οικονομικών της Ελλάδας. Επιβλήθηκε από Ευρωπαϊκές χώρες, που δάνεισαν την Ελλάδα το φθινόπωρο του 1897, με στόχο την αποπληρωμή των χρεών της προς τους πιστωτές της. Τον έλεγχο εκτελούσε μια εξαμελής επιτροπή, η Διεθνής Οικονομική Επιτροπή, με μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα από το 1897 μέχρι το 1978, για 81 χρόνια. Ας πάρουμε όμως τα γεγονότα με τη σειρά.

Στην περίοδο 1890-1893 άλλαξαν πέντε κυβερνήσεις, που προσπάθησαν με διάφορους οικονομικούς αυτοσχεδιασμούς να δανειοδοτήσουν την καταρρέουσα οικονομία. Ταυτόχρονα ελήφθησαν μέτρα για αυστηρές περικοπές στις κρατικές δαπάνες – στρατιωτικές δαπάνες, δημόσια έργα και σε όλες τις κρατικές δραστηριότητες. Παράλληλα, ψηφίστηκαν νέοι φόροι και τέλη, καθώς και εκπαιδευτικά τέλη, που προκάλεσαν μεγάλες αντιδράσεις. Η κατάσταση ήταν απελπιστική.

Το 1892 ήρθε στην Ελλάδα ο Έντουαρντ Λο, έμπειρος Άγγλος διπλωμάτης, ως απεσταλμένος της βρετανικής κυβέρνησης, ικανοποιώντας σχετική επιθυμία του Χαρίλαου Τρικούπη. Ο πρωθυπουργός, προσπαθώντας να αποφύγει τη δημοσιονομική κατάρρευση, απέβλεπε τότε σε μια ευνοϊκή, αλλά αντικειμενική έκθεση για την ελληνική οικονομία και στη σύναψη ενός νέου εξωτερικού δανείου.

Το Μάρτη του 1893 ο Λο απέστειλε στο Φόρεϊν Οφις την έκθεσή του. Το σημαντικό αυτό κείμενο αποκαλύπτει τις αντικειμενικές συνθήκες διαμόρφωσης του δημοσιονομικού χρέους, που οδήγησαν στη χρεοκοπία του 1893:

 

«Το ζήτημα που πρέπει να εξετασθεί είναι αν η κρίση αυτή οφείλεται σε μόνιμες δυσμενείς οικονομικές συνθήκες ή σε αποτυχημένη οικονομική διαχείριση. Είναι πρόβλημα κυβερνητικών επιλογών η δημοσιονομική αστάθεια ή πρόβλημα πόρων; Αν υποστηριχθεί πως η δυσκολία οφείλεται σε ανεπιτυχή οικονομική διαχείριση, γεννιέται ένα άλλο ζήτημα: είναι οι πόροι του τόπου αρκετοί ώστε με ένα λογικό νοικοκύρεμα να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες που υπάρχουν ή η οικονομική κατάσταση είναι τόσο κρίσιμη, ώστε να μην υπάρχει θεραπεία χωρίς να πειραχθεί η τιμή του ελληνικού έθνους και τα νόμιμα δικαιώματα των δανειστών του;».

 

Χωρίς περιστροφές ο Λο δίνει την απάντησή του με στόχο να βοηθήσει τον Τρικούπη να πάρει το δάνειο: «Με μια προσωρινή βοήθεια, η σημερινή κρίση μπορεί να υπερπηδηθεί και με μια κατάλληλη πρόνοια στο μέλλον, μπορεί να εξασφαλιστεί η συνέχεια της αναπτύξεως του τόπου με τρόπο ομαλό, όπως έγινε μέχρι σήμερα». Προσθέτει όμως και την τελική του φράση, που ηχούσε απειλητικά: «Χωρίς όμως αυτήν την πρόνοια, καμιά πρόσκαιρη βοήθεια δεν μπορεί να εμποδίσει την τελική συμφορά».

Ο φωτογράφος Σόλωνας Βάθης, φωτογραφίζει τον Τρικούπη στο ατελιέ του  στο Παρίσι.

Ο φωτογράφος Σόλωνας Βάθης, φωτογραφίζει τον Τρικούπη στο ατελιέ του στο Παρίσι.

Στην έκθεσή του ο Λο αναλύει τις πραγματικές αιτίες της οικονομικής κρίσης: «Για να δικαιολογηθεί ο υπερβολικός δανεισμός στο εξωτερικό, υποστηρίχθηκε η άποψη ότι ο τόπος έχει επείγουσα ανάγκη ξένων κεφαλαίων για την εσωτερική του ανάπτυξη. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αυτό είναι σωστό, αλλά η ανάπτυξη αυτή δεν μπορεί, χωρίς σοβαρούς κινδύνους, να εκτείνεται έξω από τα φυσικά της όρια».

Επισημαίνει, λοιπόν, ότι ο «οικονομικός μεγαλοϊδεατισμός», που αναγορεύει τα μεγάλα έργα σε εθνικό στόχο, παραδίδει την οικονομία στη χρηματοπιστωτική άβυσσο, από την οποία δεν επρόκειτο να βγει ποτέ. Η οδυνηρή πραγματικότητα για την Ελλάδα του 19ου αιώνα ήταν ότι κάθε προσπάθεια μεγάλων δημόσιων επενδύσεων ήταν στην ουσία μια υποθήκευση του οικονομικού και πολιτικού της μέλλοντος, αφού βάθαινε μέσω του δανεισμού το δημοσιονομικό της παθητικό και οδηγούσε σε όλο και μεγαλύτερη πολιτική εξάρτηση.

Πού κρύβεται, λοιπόν, ο αληθινός υπαίτιος για την πτώχευση, που ήρθε λίγους μήνες μετά την έκθεση Λο; «Θα ήμουν διατεθειμένος να αποδώσω το ατύχημα στον υπερβολικό δανεισμό στο εξωτερικό, που προκάλεσε επιβάρυνση των εσόδων και στην επιβάρυνση αυτή ο τόπος, με ατελή διοίκηση των δημοσίων οικονομικών, δεν μπόρεσε να αντέξει. Σε ίσο βαθμό όμως έφταιγε και η χαλαρότητα της διοικήσεως, που παραμέλησε την τακτική είσπραξη των φόρων, ενώ το εμπορικό ισοζύγιο, όπως δείχνουν οι πίνακες των εισαγωγών και εξαγωγών, ήταν σταθερά παθητικό».

Έτσι, ήταν λογικό να προβλεφθεί η επερχόμενη πτώχευση από τον Λο, ο οποίος ζήτησε το τελευταίο δάνειο για τη μικρή και φτωχή Ελλάδα του 1893, η οποία ήταν καταχρεωμένη και ζητούσε έλεος. Το δάνειο όμως δε δόθηκε ποτέ και η πτώχευση ήρθε το 1893 με την περίφημη φράση «Δυστυχώς επτοχεύσαμεν», του Χαρίλαου Τρικούπη κατά την τελευταία πρωθυπουργία του. Η δημοσιονομική κατάρρευση του 1893 ήταν μια προέκταση του αντικειμενικού προβλήματος των περιορισμένων εθνικών πόρων σε συνδυασμό με τον υψηλό ρυθμό δανεισμού και την πλήρη κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού έναντι του παραγωγικού κεφαλαίου, που οδήγησε κάποια στιγμή σε αδυναμία πληρωμών.

Μετά την πτώχευση του 1893 όλες οι Ελληνικές Κυβερνήσεις, που ακολούθησαν, προσπάθησαν να έρθουν σε συμβιβαστική συμφωνία με τους δανειστές χωρίς αποτέλεσμα. Οι ξένοι κεφαλαιούχοι και τραπεζίτες, που είχαν αγοράσει το Ελληνικό χρέος, τηρούσαν σκληρή στάση απαιτώντας την άμεση καταβολή όλου του χρέους και στηρίζονταν από τις κυβερνήσεις τους και περισσότερο από τη Γερμανία, την Αγγλία και τη Γαλλία, που πίεζαν την Ελλάδα να φανεί συνεπής.

Τότε επιβλήθηκε μερικός έλεγχος από τους πιστωτές, που ήταν τυπικός κι όχι ουσιαστικός χωρίς δυνατότητα ουσιαστικής παρέμβασης στα ελληνικά δημόσια οικονομικά. Η εμπλοκή όμως της χρεοκοπημένης Ελλάδας σε σύρραξη με την Τουρκία στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 βρήκε την Ελλάδα σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. Ο ελληνικός στρατός ήταν ανίκανος να αντιπαραταχθεί στα οθωμανικά στρατεύματα, που είχαν καταλάβει τη Θεσσαλία και τμήμα της Στερεάς Ελλάδας.

Οι Μεγάλες δυνάμεις επενέβησαν, για να σταματήσει ο πόλεμος του 1897, επιδικάζοντας στην Ελλάδα να πληρώσει αποζημίωση 95.000.000 χρυσά φράγκα στην οθωμανική Αυτοκρατορία, ποσό μεγάλο για την εποχή εκείνη. Η Ελληνική κυβέρνηση δεν υπήρχε περίπτωση να το εξασφαλίσει χωρίς εξωτερικό δανεισμό και αναγκάστηκε να δεχτεί τους δυσμενείς όρους της συμφωνίας, που υπογράφτηκε ως συνθήκη ειρήνης το Σεπτέμβρη του 1897.

Στο άρθρο 2 της συνθήκης προβλεπόταν πως η καταβολή της αποζημίωσης δε θα καθυστερούσε την ικανοποίηση των παλαιών δανειστών της Ελλάδος και προέβλεπε την ίδρυση επιτροπής Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου από αντιπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων. Η Επιτροπή αυτή θα βρίσκονταν μονίμως στην Αθήνα και θα επέβλεπε την τήρηση των συμφωνιών, την εξόφληση των δανειστών της Ελλάδας και την καταβολή της αποζημίωσης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Με απροκάλυπτη ωμότητα μάλιστα η συνθήκη αυτή περιείχε την πρωτοφανή ρήτρα πως η Ελληνική Κυβέρνηση όφειλε να εξασφαλίσει την υπερψήφιση των όρων της συνθήκης από την Ελληνική βουλή!

Τον Οκτώβριο του 1897 έφτασαν στην Αθήνα οι απεσταλμένοι των Μεγάλων Δυνάμεων για την επιβολή των όρων της συνθήκης Ειρήνης. Στις θέσεις των σημερινών κ.κ. Ντερούζ, Τόμσεν και Μαζούχ ήταν οι αείμνηστοι Τέστα (Γερμανός), Λετάν (Γάλλος) και Λόου (Αγγλος). Οι τότε κυβερνήσεις, για να μην ταλαιπωρούν τους υψηλούς ελεγκτές μας, φρόντισαν να τους κτίσουν και ιδιαίτερο Μέγαρο, που δεν ήταν άλλο από το σημερινό Μέγαρο της Προεδρίας της Δημοκρατίας στη συμβολή των οδών Βασιλέως Γεωργίου και Στησιχόρου, που ανεγέρθηκε για τις ανάγκες της Διεθνούς Οικονομικής Επιτροπής! Μάλιστα, η ανέγερσή του βάφτηκε με αίμα, αφού κατά την ανατίναξη φουρνέλου (1901) τραυματίστηκε ένας σαραντάχρονος εργάτης.

Οι διαπραγματεύσεις με τους εκπροσώπους των πιστωτών (Αγγλίας, Γαλλίας, Αυστρίας, Γερμανίας, Ρωσίας, Ιταλίας) ξεκίνησαν τον Οκτώβριο του 1897 και κατέληξαν στη σύνταξη και ψήφιση του νόμου ΒΦΙΘ/23-2-1898, σύμφωνα με τον οποίο εγκαθιδρύθηκε η επιτροπή οικονομικού ελέγχου (Διεθνής Οικονομική Επιτροπή), που σύντομα μετονομάστηκε σε Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο.

 

Η συμφωνία με τους πιστωτές προέβλεπε:

 

  1. Χορήγηση δανείου 151,3 εκατ. φράγκων από τις Μεγάλες Δυνάμεις στην Ελλάδα προκειμένου να καταβληθούν στην Οθωμανική αυτοκρατορία οι αποζημιώσεις, που υποχρεώθηκε να καταβάλει η Ελλάδα στην Τουρκία συνολικού ύψους 93,9 εκατ. φράγκων, και να καλυφθούν το υφιστάμενο κρατικό χρέος ύψους 31,4 εκατ. φράγκων, το έλλειμμα του ελληνικού δημοσίου για το έτος 1897 ύψους 22,5 εκατ. φράγκων και οι δαπάνες έκδοσης του δανείου (προμήθειες τραπεζών μεσιτικά, χαρτόσημα) ύψους 3,5 εκατ. φράγκων.

 

  1. Υποθήκευση φορολογικών εσόδων, ώστε να εξασφαλισθεί η αποπληρωμή των δανείων. Στο ΔΟΕ θα αποδίδονταν τα έσοδα των μονοπωλίων αλατιού, πετρελαίου, σπίρτων, τραπουλόχαρτων, τσιγαρόχαρτων και σμυρίδας Νάξου, ο φόρος καπνού, τα τέλη χαρτοσήμου και οι δασμοί του τελωνείου Πειραιά. Ο ΔΟΕ θα αξιολογούσε τις κρατικές υπηρεσίες για την αποδοτικότητα και τη φοροεισπρακτική τους ικανότητα.

 

Στην Ελλάδα επιβλήθηκε επίσης μια ισοτιμία της δραχμής προς τα ξένα νομίσματα ευνοϊκή για τους δανειστές και της αφαιρέθηκε το δικαίωμα της τύπωσης χαρτονομίσματος. Το υπερβολικότερο όλων όμως ήταν ότι η Διεθνής Επιτροπή Ελέγχου έθεσε υπό τον έλεγχο της και τις προσλήψεις, τις μεταθέσεις και προαγωγές των υπαλλήλων του στενού Δημοσίου τομέα. Ουσιαστικά η Ελληνική Εθνική κυριαρχία είχε πάψει να υφίσταται, ενώ ο Ελληνικός λαός εργαζόταν στην κυριολεξία υπό ένα ιδιότυπο και πρωτόγνωρο καθεστώς Ευρωπαϊκής αιχμαλωσίας. Φυσικά ο Ελληνικός στρατός υπήρχε μόνο στα χαρτιά, καθώς δεν υπήρχαν πόροι για την συντήρηση του, δεν αγοραζόταν πολεμικό υλικό, δεν γίνονταν ασκήσεις και η στρατιωτική θητεία είχε ελαχιστοποιηθεί.

Όταν λειτούργησε η επιτροπή του Ελέγχου, οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις χορήγησαν δάνειο 170.000.000 χρυσών φράγκων, ώστε η Ελλάδα να πληρώσει την αποζημίωση στην Τουρκία για την πολεμική της ήττα και να αντιμετωπίσει το τρέχον υψηλό της έλλειμμα. Ο Δ.Ο.Ε. διαδραμάτισε σημαντικότατο ρόλο στα δημόσια οικονομικά της Ελλάδας από την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα μέχρι τον οριστικό τερματισμό του το 1978. Η Εθνική ταπείνωση δεν είχε προηγούμενο και τονίστηκε από τον Τύπο της εποχής με μελανά χρώματα. Η ισχυροποίηση της δραχμής που επιβλήθηκε και η δυσχέρεια του κράτους να επενδύσει έπληξε την Ελληνική παραγωγικότητα και ανάπτυξη. Κυρίως δοκιμάστηκαν οικονομικά τα μικροαστικά κρατικοδίαιτα κοινωνικά στρώματα, που ενδυνάμωσαν το ρεύμα μετανάστευσης προς την Αμερική.

Επιτεύχθηκε όμως η πλήρης εξυγίανση του τραπεζικού τομέα και της Εθνικής τράπεζας και η αναγκαστική δημοσιονομική πειθαρχία της Ελλάδας, που έμαθε να λειτουργεί χωρίς ξένη υποστήριξη στηριζόμενη σε δικές της δυνάμεις και έσοδα. Στα σκληρά και αποικιοκρατικά μέτρα του Διεθνούς Ελέγχου στηρίχθηκε η Ελληνική ανάπτυξη και Εθνική Αναγέννηση, που ακολούθησε την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα και οδήγησε στους ένδοξους Βαλκανικούς πολέμους. Άλλη μια επιβεβαίωση πως οι ανείπωτες δοκιμασίες δεν λυγίζουν, αλλά χαλυβδώνουν και φανερώνουν το μέταλλο και το χαρακτήρα ενός λαού.

Δημήτριος Γούναρης, ελαιογραφία του Επαμεινώνδα Θωμόπουλου. Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων.

Δημήτριος Γούναρης, ελαιογραφία του Επαμεινώνδα Θωμόπουλου. Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων.

Δεκάδες, βέβαια, ήταν οι περιπέτειες στις οποίες υποβλήθηκε το ελληνικό κράτος, ακόμη και σε ιδιαίτερα δύσκολες στιγμές. Το 1922 η κυβέρνηση Δ. Γούναρη, για να αντιμετωπίσει τις ανάγκες του στρατού, που μαχόταν στη Μικρά Ασία, εξέδωσε 550 εκατομμύρια σε χαρτονομίσματα, χωρίς τη συγκατάθεση των τροϊκανών. Ο «Έλεγχος» εξανέστη και απαίτησε «ζεστό» χρήμα από τον αρμόδιο υπουργό Οικονομικών Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, ο οποίος δεν πρόλαβε να αντιδράσει, αφού μαζί με τον πρωθυπουργό και τέσσερις ακόμη συναδέλφους του εκτελέστηκαν στο Γουδί.

Λίγα χρόνια αργότερα ο Ελευθέριος Βενιζέλος κήρυξε στάση πληρωμών την 1η Μαΐου 1932, ως απόρροια της οικονομικής κρίσης του προηγούμενου χρόνου. Οι τροϊκανοί της εποχής εξανέστησαν εκ νέου και μαζί τους σχεδόν όλη η Ευρώπη και η Αμερική! Χαρακτηριστική είναι έκθεση που έστειλε ο πρεσβευτής της Ελλάδος στο Λονδίνο (1935), γράφοντας: «Η συζήτησίς μου με τους εμπειρογνώμονας υπήρξεν εξόχως διαφωτιστική. Το Φορέϊν Οφφις πνέει μένεα εναντίον μας»!

Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1946, το Ηνωμένο Βασίλειο σε συμφωνία με τη Γαλλική Κυβέρνηση δήλωσε «έτοιμο να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με την Ελληνική Κυβέρνηση για τη λήξη των δραστηριοτήτων της Διεθνούς Οικονομικής Επιτροπής του 1898». Αλλά, ως εκ θαύματος, ο Έλληνας αντιπρόσωπος, που παραβρέθηκε στη Διάσκεψη της Ειρήνης των Παρισίων (1946), συνηγόρησε υπέρ της παραμονής του «Ελέγχου» με αποκλεισμό μόνον της Ιταλίας. Έτσι έμεινε πάλι Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος στην Αθήνα!

Ελευθέριος Βενιζέλος. Αρχείο: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών & Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος».

Ελευθέριος Βενιζέλος. Αρχείο: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών & Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος».

Αλλά η μακρά σειρά των διατυπώσεων, που ζητούσε ο «Έλεγχος» προβλημάτιζε τις μεταπολεμικές κυβερνήσεις. Υπουργεία και υπηρεσίες διαμαρτύρονταν διαρκώς για τις δυσχέρειες, που παρουσιάζονταν στη διοίκηση με την παρουσία του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου. Μέχρι που ο Σοφοκλής Βενιζέλος – το 1951- από το βήμα της Βουλής δήλωνε πως ο Έλεγχος «θεωρείτο ουσιαστικώς κατηργημένος». Αλλά μόνον κατηργημένος δεν ήταν, αφού ταλάνισε την ελληνική οικονομία και πραγματικότητα για 27 ολόκληρα χρόνια ακόμη.

Το τέλος εκείνης της ογδοηκονταετούς περιπέτειας δόθηκε με νόμο που εξέδωσε ο Θανάσης Κανελλόπουλος το 1978. Επιστρατεύοντας μάλιστα τη «σπιρτάδα» και το χιούμορ, που τον διέκρινε, στο έγγραφο που απέστειλε στη Βουλή έγραφε ότι με το νομοσχέδιο για τη διάλυση της Διεθνούς Οικονομικής Επιτροπής όχι μόνον δεν προκαλείτο δαπάνη σε βάρος του Προϋπολογισμού, αλλά πραγματοποιούνταν οικονομίες περίπου τετρακοσίων χιλιάδων δραχμών, που αντιστοιχούσαν στα έξοδα λειτουργίας της (ενοίκιο, κοινόχρηστα, φωτισμός, τηλέφωνα κ.ά.).

Όπως τότε έτσι και σήμερα η Ελλάδα βαίνει ολοταχώς προς διεθνή οικονομικό έλεγχο. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Το σκηνικό, που προετοιμάζουν τα Μνημόνια, σε ένα τέτοιο σενάριο παραπέμπουν. Η Ελλάδα θα μετατραπεί σε προτεκτοράτο. Άλλοι θα διαχειρίζονται έσοδα και έξοδα με πρώτο και βασικό μέλημα την αποπληρωμή του χρέους. Ό,τι περισσεύει, θα πηγαίνει σε μισθούς, συντάξεις, σχολεία, νοσοκομεία κλπ. Κι αν δεν περισσεύει; Τότε θα πρέπει να βρεθούν άλλες πηγές εσόδων. Νέες μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις; Νέοι φόροι; Πώληση ή υποθήκευση κρατικής περιουσίας, εκχώρηση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας; Μπορεί και όλα μαζί.

Με το δεδομένο αυτό ελάχιστη σημασία έχουν τα μέτρα που λαμβάνονται κάθε φορά. Όποια κι αν είναι αυτά, ό,τι κι αν διαπραγματευτούμε σήμερα, αύριο μπορεί να ανατραπεί και μάλιστα με μηχανισμούς πέρα και έξω από τα θεσμικά όργανα του κράτους. Κάθε ελληνική κυβέρνηση θα κάνει ό,τι μπορεί, αλλά με τη χώρα δεμένη στα Μνημόνια δεν μπορεί να κάνει σχεδόν τίποτα.

Η τρόικα κάθε φορά που έρχεται, έρχεται για να μείνει. Η προτίμηση, που δείχνει για τη χώρα μας το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και οι ελεγκτές του, δείχνει ότι η ελληνική φιλοξενία είναι παροιμιώδης. Οι εκπρόσωποί του φαίνεται πως δεν μπορούν να ζήσουν μακριά από τον αττικό ουρανό. Γι’ αυτό την προηγούμενη φορά που μας επισκέφθηκαν – με την ονομασία Διεθνής Οικονομική Επιτροπή- έμειναν ογδόντα (80) ολόκληρα χρόνια, από το 1898 έως το 1978!

Η επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου το 1898, προϊόν της πτώχευσης του 1893 και της ήττας του 1897, είναι το τέλος μιας μακράς πορείας δημοσιονομικής αποσύνθεσης. Το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν ήταν πρόβλημα διαχείρισης, αλλά πρόβλημα πόρων και μιας άνευ όρων ανάπτυξης μέσω χρηματοπιστωτικών κινήσεων. Μια χώρα χωρίς έδαφος, χωρίς πληθυσμό, χωρίς πόρους, ζήτησε να φτιάξει υποδομές στηριζόμενη στο δανεισμένο χρήμα.

Ωστόσο αυτή ήταν η αφορμή να αναπτυχθούν δυνάμεις αλλαγής τόσο στο εσωτερικό του στρατεύματος όσο κυρίως στο πολιτικό πεδίο, οι οποίες οδήγησαν στην Επανάσταση στο Γουδί το 1909 και στην έλευση του Ελευθέριου Βενιζέλου στην Αθήνα, η οποία θα οδηγούσε την Ελλάδα, λίγα χρόνια μετά την ήττα, στους εθνικούς θριάμβους των Βαλκανικών Πολέμων και στην απελευθέρωση της Μακεδονίας, της Ηπείρου και της Θράκης. Με τους ελληνικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας, της Θράκης, της Ηπείρου, των νησιών και της Μικράς Ασίας να περιμένουν την έξοδό τους από την καταρρέουσα οθωμανική αυτοκρατορία, το ζήτημα της επέκτασης των συνόρων του μικρού ελληνικού βασιλείου ήταν τότε η μόνη λύση.

Σήμερα όμως δεν έχουμε άλλα εδάφη να διεκδικήσουμε. Έχουμε όμως δυνατότητες αύξησης των φορολογικών εσόδων, περιορισμού της αντιπαραγωγικής σπατάλης του Δημοσίου και αύξησης των εθνικών πόρων από μια συνετή διαχείριση των κοινοτικών κονδυλίων σε παραγωγικούς τομείς, όπως ο βιομηχανικός τομέας, ο τουρισμός, η ναυτιλία, η εκσυγχρονισμένη γεωργία, το εμπόριο, η βιομηχανία τροφίμων, η ενέργεια και νέοι δυναμικοί κλάδοι, που αποτελούν διαρκείς και μόνιμες πηγές πλούτου, ανάπτυξης και ευημερίας.

Για να κατακτήσουμε όμως αυτά τα αγαθά, πρέπει να νικήσουμε στη μάχη εναντίον του οικονομικού παρασιτισμού και εναντίον της πολιτικής και διοικητικής γραφειοκρατίας. Και ταυτόχρονα να αναπτύξουμε σε δίκαιη και ορθολογική βάση το δίκτυο προστασίας για τους συμπολίτες μας, που έχουν ανάγκη τη μέριμνα του κράτους.

 

Αλέξης Τότσικας

Δεύτερη Ανάγνωση, σελ. 27-33, Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Απρίλιος 2013.

Διαβάστε ακόμη:

Οικονομικές κρίσεις και  χρεοκοπία (19ος – 20ος αιώνας)

 

Read Full Post »

Το Μετέωρο Βήμα της Τουρκίας: Εκσυγχρονισμός Εξωτερικής Πολιτικής ή Αναθεώρηση Διεθνούς Προσανατολισμού;


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Στέλιου Αλειφαντή,* με θέμα:

«Το Μετέωρο Βήμα της Τουρκίας: Εκσυγχρονισμός Εξωτερικής Πολιτικής ή Αναθεώρηση Διεθνούς Προσανατολισμού;»

 

Η διακυβέρνηση του Ταγίπ Ερντογάν και του κόμματος της «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» (ΑΚP) συνίσταται σε μια σειρά τομές ή και ρήξεις στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική της χώρας. Ο Ταγίπ Ερντογάν εκφράζει και εφαρμόζει μια συνολική πολιτική στρατηγική με ευδιάκριτα ιδεολογικά χαρακτηριστικά που – παρά τις αντιφάσεις της – ευαγγελίζεται έναν βαθύτερο μετασχηματισμό της Τουρκίας ως απάντηση στην μεταψυχροπολεμική κορύφωση της κρίσης του «κεμαλικού» συστήματος διακυβέρνησης.

Στο εσωτερικό της χώρας, ο πολιτικό-ιδεολογικός προσανατολισμός της διακυβέρνησης Ερντογάν είναι όχι μόνο ευδιάκριτος από την «κεμαλική» ιδεολογία αλλά και νικηφόρος σε διαδοχικές πολιτικές και εκλογικές αναμετρήσεις με το «κεμαλικό» κατεστημένο και με το λεγόμενο «βαθύ κράτος».

Στις εξωτερικές σχέσεις, οι επιλογές της νέας διακυβέρνησης είναι επίσης διακριτές από την παραδοσιακή τουρκική διπλωματία, εμφανίζοντας μια ιδιαίτερη ενεργητική παρέμβαση στην Μέση Ανατολή, όπου η «κεμαλική» διπλωματία ακολουθούσε κυρίως μια πολιτική αντιδράσεων στην εκάστοτε συγκυρία. [1] Το σύνολο των επιλογών εξωτερικής πολιτικής φαίνεται να αποτελεί, επίσης, προϊόν μιας συνεκτικής στρατηγικής, της οποίας το ιδεολογικο-πολιτικό πλαίσιο διαθέτει ενδείξεις αναθεώρησης του διεθνούς προσανατολισμού της χώρας. [2] Όπως το έθεσε τον Ιούνιο 1989 ο πρίγκιπας Μωχάμετ αλ-Φεϋζάλ, Σαουδικής Αραβίας και Πρόεδρος της Faisal Finance Institution (F.F.I.), τουρκικής θυγατρικής της Dar al-Mal al Islami: «Η Τουρκία δεν μπορεί να συνεχίζει επί μακρόν να παίζει διπλό ρόλο, πρέπει να αποφασίσει ή να εξελιχθεί σε ηγέτιδα δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου ή να συνδεθεί με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα». [3] Ήταν η περίοδος όπου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε αποφανθεί για το πρόωρο της αίτησης ένταξης που είχε υποβάλει ο Τουρκούτ Οζάλ το 1987. [4] Περίπου είκοσι χρόνια μετά το ίδιο «δίλημμα» φαίνεται να διαπερνά την διακυβέρνηση Ταγίπ Ερντογάν, ωστόσο εξακολουθεί να είναι ζητούμενο η ριζοσπαστική αμφισβήτηση του διεθνούς προσανατολισμού της χώρας, τουλάχιστον με την έννοια που της αποδίδει ο K.J. Holsti ως την «γενική στρατηγική του κράτους για την εκπλήρωση τόσο των εσωτερικών όσο και των εξωτερικών του στόχων». [5] Σε κάθε περίπτωση, στο επίκεντρο των τουρκικών εξελίξεων βρίσκεται πάντα το ζήτημα της «εναρμόνισης των εθνικών επιδιώξεων με τον διεθνή προσανατολισμό της χώρας», μια προσέγγιση που αποσκοπεί να αναδείξει την ιδιαιτερότητα της εξωτερικής πολιτικής χωρίς να την απομονώνει από το κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο της. Αυτή η προσέγγιση μας επιτρέπει ειδικότερα να διακρίνουμε ή και να προσδιορίσουμε τις εθνικές προτεραιότητες και την πολιτική βούληση [6] των εκάστοτε κυβερνήσεων, καθώς και την επιρροή των εξωτερικών παραγόντων (δηλαδή, της πολιτικής άλλων κρατών και της διεθνούς συγκυρίας) στην διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής. [7] Όλες αυτές οι παράμετροι εξακολουθούν να είναι ζητούμενα της τουρκικής πολιτικής, δεν παύουν όμως στην τουρκική πολιτική ιστορία της να συνδέονται με την μοναδικό εναλλακτικό του κεμαλισμού πρόγραμμα διακυβέρνησης του Ταγίπ Ερντογάν.

Η επικράτηση του κόμματος της «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» (ΑΚP) στην τουρκική πολιτική ασφαλώς οφείλει πολλά στον χαρισματικό ηγέτη του, Ταγίπ Ερντογάν, [8] ωστόσο απορρέει από την υπερίσχυση ενός κοινωνικο-πολιτικού ρεύματος που πραγματώθηκε λόγω της κορύφωσης της κρίσης του «κεμαλισμού» στην δεκαετία του ’90.[9] Ο Ιμπραϊμ Καλίν (İbrahim Kalın), Σύμβουλος Διεθνών Σχέσεων του Ταγίπ Ερντογάν και στενός συνεργάτης του σημερινού Υπουργού Εξωτερικών Αχμέτ Νταβoύτογλου, αναγνωρίζει ως δύο βασικές αιτίες της δημοκρατικής οπισθοδρόμησης στην Τουρκία τόσο τον «μικρόψυχο», όπως τον αποκαλεί, τουρκικό εθνικισμό, ο οποίος, στο όνομα της «τεχνητής» εθνικής ομοιογένειας απαρνήθηκε την οθωμανική κληρονομιά στον πλουραλισμό και την ανεκτικότητα, όσο και τις πολιτικές «εθνικής ασφάλειας», οι οποίες δημιούργησαν πολίτες πρώτης και δεύτερης κατηγορίας και αντιμετώπισαν τον εκδημοκρατισμό ως κρυφό ιμπεριαλιστικό σχέδιο. [10]

Η Κεμαλική επανάσταση στις αρχές του περασμένου αιώνα σ’ αντικατάσταση της καταρρέουσας οθωμανικής αυτοκρατορίας πρόβαλε και επέβαλε έναν μοντέλο ανάπτυξης βασισμένο στα δυτικά πρότυπα παρά στην οθωμανική κρατική παράδοση, επέλεξε τον αυταρχικό εκσυγχρονισμό ενός κοσμικού κράτους βασισμένο αποκλειστικά στο τουρκικό έθνος απορρίπτοντας τον «ενοποιητικό» μουσουλμανικό χαρακτήρα ενός πολυεθνικού κράτους επιρρεπή σε φυγόκεντρες τάσεις που διευκόλυναν διεθνείς παρεμβάσεις στην οθωμανική αυτοκρατορία.[11] Η πορεία επικράτησης της Κεμαλικής επανάστασης στο εσωτερικό και στις εξωτερικές σχέσεις συνδέθηκε έντονα με την θεώρηση του Ισλάμ ως αναχρονιστικού παράγοντα αποδυνάμωσης της συνοχής του νέου κράτους και πρόκρινε την περιθωριοποίηση του ως ιδιωτική θρησκευτική υπόθεση και όχι ως θρησκευτικό χαρακτηριστικό της κοινωνίας. [12] Η Κεμαλική στρατιωτική και διοικητική γραφειοκρατία στήριξε το μοντέλο ανάπτυξης του κρατισμού (etatism) οδηγώντας στο πολιτικό περιθώριο τα κοινωνικά στρώματα παραδοσιακών οικονομικών δομών και θρησκευτικών αντιλήψεων βασισμένων στα διάφορα μουσουλμανικά ρεύματα (σουνίτες, αλεβίτες, κ.α). [13] Πρόκειται για την τάξη των θρησκευόμενων αγροτών, εμπόρων και βιοτεχνών, που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται στην Ανατολία, κατά τη δεκαετία του ’50, υπήρξε περιθωριοποιημένη και θύμα των ιδεολογικών διακρίσεων της κρατικής παρέμβασης, εφόσον η στρατο-γραφειοκρατία υποστήριζε το «κοσμικό» κεφάλαιο μονοπωλίων και ολιγοπωλίων του TÜSİAD (του Συνδέσμου των – 400 μεγαλύτερων-Τούρκων Βιομηχάνων και Επιχειρηματιών, ιδρυθέντος το 1923). [14] Τα κοινωνικά αυτά στρώματα έδωσαν την εκλογική νίκη στο «Δημοκρατικό Κόμμα» του Αντάν Μεντερές που ανατράπηκε από το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1960. [15] Μέχρι την δεκαετία του ’90, με διαδοχικές στρατιωτικές παρεμβάσεις που κορυφώθηκαν με το πραξικόπημα του Κενάν Εβρέν (1980), ο στρατός θα αναδειχθεί ως θεματοφύλακας μιας κεμαλικής διακυβέρνησης που έρχεται να διαχειριστεί κοινωνικές αντιθέσεις και πιέσεις εξωτερικής πολιτικής σ’ ένα ψυχροπολεμικό περιβάλλον, όπου η γεω-στρατηγική αξία της Τουρκίας θα της προσδώσει κρίσιμα περιθώρια ευελιξίας και προσαρμογών. [16]

Ο Τουτκούτ Οζάλ, αρχικά ως υπουργός οικονομικών του καθεστώτος Εβρέν και αργότερα ως Πρωθυπουργός μετά την επικράτηση του κόμματος της «Μητέρας Πατρίδας» (ANAP) στις εκλογές 1983, προώθησε τον οικονομικό φιλελευθερισμό και άνοιξε την οικονομία σε διεθνείς επενδύσεις. Η οικονομική πολιτική εξαγωγών του Οζάλ βρήκε την ανταπόκριση στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο των κρατών του Κόλπου και ειδικότερα με εξαγωγές στο Ιράκ, Σαουδική Αραβία και Ιράν, παράλληλα παρατηρήθηκε σημαντική εισροή αραβο-ισλαμικών κεφαλαίων με κύρια προέλευση την Σαουδική Αραβία που εστίασαν το ενδιαφέρον τους στον χρηματο-πιστωτικό τομέα της τουρκικής οικονομίας. [17] Με το πέρασμα της Τουρκίας στην ελεύθερη αγορά και στην ανοιχτή οικονομία πραγματοποιήθηκε μια πραγματική επανάσταση στον επιχειρηματικό κόσμο με τους μικρομεσαίους καπιταλιστές να πολλαπλασιάζονται, να ενσωματώνονται στην εγχώρια αγορά, να ανακαλύπτουν τις ξένες αγορές, να πλουτίζουν και να αναδεικνύονται μέσα στο ολιγαρχικό-κεμαλιστικό σύστημα ως ‘εναλλακτική’ επιχειρηματική ελίτ. [18] Η λειτουργία Ισλαμικών Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων επετράπη, διά νόμου, οι ισλαμικές ομάδες και δίκτυα (tarikat-cemaat), άρχισαν να εδραιώνονται στην κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική ζωή της χώρας, μέσω της εξάπλωσης ισλαμικών εκδόσεων, μη κυβερνητικών οργανώσεων, εταιρειών και τραπεζών, και το ισλαμικό κεφάλαιο της Ανατολίας γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη. [19]

Η ανάδειξη του Ταγίπ Ερντογάν στην πολιτική ηγεσία της Τουρκίας [20] και η επικράτηση του κόμματος της «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» στις εκλογές του 2002 ανάδειξε όχι μόνο μια νέα πολιτική ελίτ αλλά και την πρόσβαση στην εξουσία μιας νέας μεσαίας τάξης και μικρο-μεσαίων επιχειρήσεων της Ανατόλιας με έντονες παραδοσιακές μουσουλμανικές πεποιθήσεις και αξίες και περιόρισε το εκλογικό προβάδισμα των κεμαλικών κομμάτων μόνο στις παράλιες πόλεις του Αιγαίου και της Μεσογείου. [21] Παράλληλα, η εμπέδωση του κόμματος της «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» στην διακυβέρνηση της χώρας και κυρίως ως προεξέχουσα δύναμη σε διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις οδήγησαν στην άρθρωση μιας εναλλακτικής προσέγγισης και της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, βασισμένης στην λεγόμενη πολιτική του «Στρατηγικού Βάθους» του καθ. Αχμέτ Νταβούτογλου. [22] Σύμφωνα μ’ αυτήν την προσέγγιση είναι αναγκαία η χειραφέτηση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής προκειμένου να ενισχυθεί ένας πολυδιάστατος διεθνής ρόλος της Άγκυρας. [23]

Η εξωτερική πολιτική του Ταγίπ Ερντογάν έχει σαφείς αναφορές στην πορεία των εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών και στην αναζήτηση διεθνών ερεισμάτων. Η πολιτική αυτή υπόσχεται να δώσει μια απάντηση στα σημαντικά διλήμματα εθνικής στρατηγικής που αντιμετώπισε η Τουρκία μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου. [24] Η αναίρεση της μεταπολεμικής σύγκρουσης Ανατολής-Δύσης με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και τις καθεστωτικές αλλαγές στην Ανατολική Ευρώπη, μείωσαν δραματικά τον στρατηγικό ρόλο της Τουρκίας, τον οποίο η Άγκυρα επιχείρησε να ανανεώσει επιδιώκοντας την αναβάθμιση της σε «περιφερειακή δύναμη» της Δύσης στο γεω-στρατηγικό τρίγωνο Μέση Ανατολή-Καύκασος/Κεντρική Ασία-Βαλκάνια στην δεκαετία του ‘90. Στο πλαίσιο αυτό, η Άγκυρα ανέπτυξε μια σειρά περιφερειακές πρωτοβουλίες (όπως η Συνεργασία για την Μαύρη Θάλασσα, [25] κ.α.) και διμερή ανοίγματα, βασισμένη κυρίως στις ειδικές σχέσεις με ΗΠΑ [26] και Ισραήλ. [27] Η εναρμόνιση της Τουρκίας με τις ΗΠΑ, την μόνη υπερδύναμη, στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και κυρίως οι προσδοκίες που δημιούργησε η επιτυχής ηγεσία της Ουάσιγκτον στον πόλεμο του Συνασπισμού κατά του Ιράκ (1991) για έναν ενισχυμένο περιφερειακό ρόλο της Άγκυρας σε Μέση Ανατολή [28] αλλά και σε Βαλκάνια και Καύκασο σύντομα έφτασαν στα όρια τους. Η παραμονή του Σαντάμ Χουσεΐν στην εξουσία απέτρεψε προσωρινά έναν διαμελισμό του Ιράκ και την ενδεχόμενη απόσχιση του Ιρακινού Κουρδιστάν στα σύνορα της Τουρκίας. Οι διεθνείς κυρώσεις κατά του Ιράκ οδήγησαν, όμως, στο κλείσιμο του πετρελαιαγωγού Ιράκ-Τουρκίας (Kirkuk–Yumurtalik pipeline) και την αναπτυξιακή προσπάθεια στην Ανατόλια σε στασιμότητα. Στον μετα-σοβιετικό Καύκασο, η εντατική παρέμβαση της Άγκυρας υπέρ του Αζερμπαϊτζάν στην σύγκρουση του με την Αρμενία για το Ναγκόρνο Καραμπάχ έφερε την Τουρκία σε τροχιά σύγκρουσης με την Ρωσία, ενώ πέραν της ρωσικής αντίθεσης, η υιοθέτηση μιας «παν-τουρκικής» ρητορικής στις σχέσεις με τα κράτη της Κεντρικής Ασίας δημιούργησαν δυσφορία και δυσπιστία στις ηγεσίες αυτών των κρατών. [29] Στην νοτιο-ανατολική Ευρώπη, οι εξελίξεις στην Βουλγαρία με την υποχώρηση της εκλογικής επιρροής της μουσουλμανικής μειονότητας (1994) και η Συνθήκη του Ντέϋτον (1995) μείωσαν τα τουρκικά ερείσματα στην περιοχή. [30]

Έτσι, στα μέσα της δεκαετίας του ‘90 η μείωση του στρατηγικού ρόλου της Τουρκίας δεν έχει αναιρεθεί και σε ορισμένες διαστάσεις η Άγκυρα βρίσκεται στο περιθώριο σημαντικών διεθνών εξελίξεων, όπως η κυοφορούμενη, τότε, Διεύρυνση των Δεκαπέντε της Ευρωπαϊκής Ένωσης [31] και εγκλωβισμένη σε γεωγραφική περιοχή αστάθειας και συγκρούσεων. Η επιδείνωση των σχέσεων με Ελλάδα (Ίμια, 1996), με Συρία (1998), η πίεση στις τουρκικές επιδιώξεις από την ενταξιακή πορεία της Κύπρου, [32] όπως και η πίεση από κούρδους του Β. Ιράκ επιχειρείται να αναιρεθεί με πολιτικο-στρατιωτικά μέσα και επεμβάσεις, χωρίς ωστόσο αυτά να επιλύουν το κομβικό πρόβλημα της ενδυνάμωσης διεθνούς θέσης της. Η ισχυρή υποστήριξη της Ουάσιγκτον στην τουρκική υποψηφιότητα για ένταξη στην ΕΕ [33] και άρση των ελληνικών αντιρρήσεων με την διπλή προώθηση της διαδικασίας επίλυσης του κυπριακού (σχέδια Αννάν) [34] και διασύνδεσης της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας με την εξομάλυνση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων οδήγησαν στην προώθηση των ευρω-τουρκικών σχέσεων (1999) και στο καθεστώς υποψήφιου κράτους (2004). Επρόκειτο για μια απόπειρα «διασύνδεσης» παράλληλων διαδικασιών που τελικά δεν μπόρεσε να επιτευχθεί. Η ανυπαρξία αμοιβαίας αποδεκτής λύσης στο Κυπριακό, που εκφράστηκε στην απόρριψη του Σχεδίου Αννάν ως ετεροβαρούς λύσης υπέρ των τουρκικών θέσεων οδηγεί το Κυπριακό σε νέα φάση, χωρίς η «μη – λύση» να εμποδίσει την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε., ένταξη που είχε, ήδη, προγενέστερα συνδεθεί με «συμφωνία – πακέτο» των κοινοτικών εταίρων για την απρόσκοπτη ταυτόχρονη διεύρυνση και των δέκα υποψηφίων κρατών στην Ε.Ε. εφόσον πληρούν τα οικονομικά κριτήρια ένταξης. Από την άλλη πλευρά, οι εντάσεις στο Αιγαίο συνεχίζονται και δεν σημειώνεται ουσιαστική πρόοδος στις διμερείς σχέσεις παρά την προσπάθεια συντήρησης της διαδικασίας ομαλοποίησης και την μη-επιστροφή στην προ του 1999 επιδείνωση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων.[35] Ωστόσο, η πλέον σημαντική εξέλιξη εστιάζεται στην έλλειψη καθοριστικής προόδου στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην Ε.Ε. Η αδυναμία ουσιαστικών πολιτικών μεταρρυθμίσεων (κυρίως σ’ ότι αφορά τον ρόλο των ενόπλων δυνάμεων, τα ανθρώπινα και μειονοτικά δικαιώματα, κ.α.) στην Τουρκία με ορίζοντα το 2004 ως «έτος ορόσημο» για την αξιολόγηση προόδου των μεταρρυθμίσεων [36] αλλά και οι σοβαρές επιφυλάξεις κρατών μελών (Γαλλία, Γερμανία, Αυστρία, Κύπρος, κ.α.) υπονομεύουν την, σύντομη τουλάχιστον, ολοκλήρωση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. [37] Επιπρόσθετη πίεση στην Άγκυρα δημιουργούν τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και η αμερικανική επίθεση στο Αφγανιστάν αλλά κυρίως η επιδείνωση των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων πριν τον 2ο πόλεμο κατά του Ιράκ (2003), που η έκβαση του οδηγεί στην ανατροπή του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν και στην πολιτική χειραφέτηση των κούρδων του Β. Ιράκ ως βασικούς εταίρους των ΗΠΑ στην προσπάθεια πολιτικής σταθεροποίησης του μεταπολεμικού Ιράκ. Στο μεταξύ, το αποτέλεσμα των εκλογών του 2002 έχει αναδείξει το κόμμα «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» ως κυβερνών κόμμα και Πρωθυπουργό τον Ταγίπ Ερντογάν.

Η κυβέρνηση του Ταγίπ Ερντογάν ανάλαβε σε μια περίοδο εντατικής τουρκικής διπλωματίας με άξονα την επίτευξη καθεστώτος υποψήφιου κράτους-μέλους της Ε.Ε., [38] επιδίωξη που ολοκληρώθηκε επιτυχώς το 2004. [39] Ωστόσο, η προοπτική ολοκλήρωσης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων εξελίσσεται με αργούς ρυθμούς και έχει να αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες που εστιάζονται στην ανάγκη καθεστωτικών μεταρρυθμίσεων και αναπροσαρμογών της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας ως προ-απαιτουμένων της ένταξης. [40] Βέβαια, η πορεία εκδημοκρατισμού συνδεόμενη με την προσαρμογή στο κοινοτικό κεκτημένο συνδέεται και με την προσπάθεια του κυβερνώντος κόμματος να υπερισχύσει στους εσωτερικούς πολιτικούς συσχετισμούς.[41] Όμως, μη συνεπή ανταπόκριση της Τουρκίας στις κοινοτικές επιταγές στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική έδωσαν ώθηση στην «εναλλακτική» προσέγγιση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, της λεγόμενης πολιτικής του «Στρατηγικού Βάθους».

Η ουσία αυτής της προσέγγισης βασίζεται στις παραδοσιακές γεωπολιτικές αντιλήψεις αξιοποίησης της γεωγραφικής θέσης της χώρας και, από αυτήν την σκοπιά, η τουρκική εξωτερική πολιτική εμφανίζει στοιχεία συνέχειας βασισμένων σε εσωτερικούς πολιτικούς συσχετισμούς αλλά και αλλαγής που προέρχονται από τα περιθώρια επιλογών που διαθέτει το κυβερνών κόμμα βασισμένα στην μη-άρνηση της μουσουλμανικής θρησκευτικής ταυτότητος της χώρας ως όχημα «ανοίγματος» στον μουσουλμανικό κόσμο. Πρόκειται για την ίδια, κατά βάση, αντίληψη των αρχών της δεκαετίας του ’90, όταν η Τουρκία επιχείρησε να προβάλει την γεωστρατηγική θέση της ανάμεσα στην Νοτιοανατολική Ευρώπη, τον Καύκασο/Κεντρική Ασία και την Μέση Ανατολή ως καταλύτη για την ανανέωση της στρατηγικής αξίας της στο μεταψυχροπολεμικό διεθνές περιβάλλον και την επίτευξη ρόλου περιφερειακής δύναμης.

Η βασική διαφορά μεταξύ των δυο περιόδων είναι ότι τότε η Τουρκία εμφανιζόταν ως ένα «κράτος-πρότυπο» που συνδύαζε τρείς διαστάσεις: πρώτον, την πρόσδεση του στον δυτικό προσανατολισμό του, δεύτερον, τον κοσμικό κρατικό χαρακτήρα μιας μουσουλμανικής χώρας και τρίτον, τις «τουρκογενείς» εθνοτικές συγγένειες.

Αντίθετα, σύμφωνα με την αντίληψη του «Στρατηγικού Βάθους», η Τουρκία οφείλει να προσεγγίσει τον άμεσο γεωγραφικό της χώρο «χειραφετημένη» από «δυτικές εξαρτήσεις» και να λειτουργήσει ως «γέφυρα» σε διαφορετικούς «γεω-πολιτισμικούς» πόλους, ήτοι της Δύσης, της Μέσης Ανατολής, του Μουσουλμανικού κόσμου και της Κεντρικής Ασίας. Μ’ άλλα λόγια, η Άγκυρα θα πρέπει να διαχωρίσει την θέση της από Δυτικές πολιτικές επιλογές και διπλωματικούς χειρισμούς που δεν εξυπηρετούν την περιφερειακή πολιτική, η οποία συνιστά βασικό χαρακτηριστικό στην προσέγγιση του «Στρατηγικού Βάθους». [42] Η αυτοδύναμη ικανότητα της Άγκυρας να δημιουργεί σταθερά περιφερειακά ερείσματα προσδίνει στην Τουρκία το απαιτούμενο «στρατηγικό βάθος» προκειμένου να ενισχύσει την διαπραγματευτική θέση της έναντι, κυρίως, των δυτικών συμμάχων της και να ενισχύσει την διεθνή θέση της σ’ ένα ρευστό και μεταβαλλόμενο διεθνές σύστημα.

Η ενεργοποίηση της τουρκικής διπλωματίας στην Μέση Ανατολή, για παράδειγμα, σημαίνει την διατήρηση αποστάσεων από τις αμερικανικές επιλογές στην περιοχή και αναθεώρηση ή και ακύρωση της λεγόμενης «ειδικής σχέσης» Τουρκίας-Ισραήλ. [43] Το 2006 η πολιτική ηγεσία της Τουρκίας έσπευσε να προσκαλέσει στην Άγκυρα τον ηγέτη της Χαμάς, Χαλέντ Μασάλ, για συνομιλίες δείχνοντας ότι, αντίθετα με δυτικά κράτη, αναγνωρίζει τα αποτελέσματα των παλαιστινιακών εκλογών και εξηγώντας στους δυτικούς επικριτές ότι διατηρώντας σχέσεις με την Χαμάς, η ίδια μπορεί να λειτουργήσει ως «γέφυρα» διαλόγου της Δύσης για την αναγνώριση του Ισραήλ. [44] Στην πρόσφατη κρίση της Γάζας (Δεκέμβριος 2008) ο Τ. Ερντογάν εμφανίστηκε ως ένας από τους πλέον ισχυρούς επικριτές των στρατιωτικών επιχειρήσεων του Ισραήλ, ενώ λίγα χρόνια νωρίτερα αξιοποιώντας το άνοιγμα του προς την Συρία [45] προσφέρει τις καλές υπηρεσίες της Τουρκίας για την έναρξη συνομιλιών Ισραήλ-Συρίας στην Κωνσταντινούπολη. [46] Η Άγκυρα υπήρξε επίσης επικριτική κατά των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Φελούτζα του Ιράκ (2004) που την χαρακτήρισε «γενοκτονία», ενώ επεδίωξε και επέτυχε να διασφαλίσει την προεδρία στον Οργανισμό Ισλαμικής Διάσκεψης.

Η επιδίωξη μιας «αποστασιοποίησης» της Άγκυρας από δυτικές τοποθετήσεις έχει συμβεί αρκετές φορές στο παρελθόν, όπως και η προσπάθεια ανάπτυξης σχέσεων με κράτη της περιοχής. [47] Η προσέγγιση του «Στρατηγικού βάθους» αποσκοπεί, όμως, να δημιουργήσει μονιμότερα ερείσματα της Τουρκίας στις περιφερειακές σχέσεις της, θεωρώντας την γεωγραφική θέση της ένα σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα. Η κριτική κατά της «δυτικής περιχαράκωσης» της χώρας ως πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής συνοδεύεται εξίσου με την απόρριψη και της «περιχαράκωσης» που προέρχεται από «φοβικά σύνδρομα ασφάλειας» με επίκεντρο τις αποσχιστικές τάσεις που εστιάζονται στο κουρδικό πρόβλημα αλλά διαπνέονται από τις ιστορικές μνήμες του συντηρητικού «κεμαλικού» κατεστημένου διαμελισμού της οθωμανικής αυτοκρατορίας και απόπειρα αποικιοποίησης των εδαφών της στις αρχές του 20ου από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής. Το σύνολο της τουρκικής πολιτικής ελίτ συμμερίζεται το κουρδικό πρόβλημα ως κρίσιμο ζήτημα ασφάλειας. Η πολιτική του κυβερνώντος κόμματος συμπλέει με το «κεμαλικό» κατεστημένο σ’ ότι αφορά τόσο την ανάγκη συντονισμού με Δαμασκό, Τεχεράνη και κυρίως Βαγδάτη για την αποτροπή δημιουργίας κουρδικού κράτους στο Β. Ιράκ, όσο και την αναγκαιότητα τουρκικών στρατιωτικών επιχειρήσεων εκεί, ένα ζήτημα που έχει προκαλέσει συνεχείς τριβές με την Ουάσιγκτον, η οποία διατηρεί σημαντικά ερείσματα στους κούρδους του Β. Ιράκ για την εμπέδωση της μεταπολεμικής σταθερότητας στην χώρα αυτή. Ωστόσο, στην εσωτερική πολιτική σκηνή ο Τ. Ερντογάν έχει ακολουθήσει μια προσεκτική πολιτική υπέρ των μειονοτικών και θρησκευτικών δικαιωμάτων, διευρύνοντας την εκλογική επιρροή του κόμματος του στην κουρδική νοτιο-ανατολική Τουρκία. [48]    

Στην αντίληψη της ανάσχεσης απειλών και κινδύνων ασφάλειας και της θεωρούμενης εξ αιτίας τους «περιχαράκωσης», η προσέγγιση του «Στρατηγικού βάθους» αντιτείνει την αυτοπεποίθηση μιας ήδη ισχυρής στρατιωτικά Τουρκίας σε σύγκριση κυρίως με το στρατιωτικό δυναμικό των γειτονικών κρατών και την έμφαση στην zeroproblem policy” με τις γειτονικές χώρες πολιτική. [49] Αλλά και στο πλαίσιο των νέων προτεραιοτήτων της, η διπλωματική ενεργοποίηση για αναθέρμανση και προσέγγιση με τα γειτονικά κράτη, ως βασική παράμετρο της προσέγγισης του «Στρατηγικού βάθους», συνιστά επίσης μια «περιχαράκωση» της Τουρκίας στις περιφερειακές σχέσεις, τις οποίες η Άγκυρα θεωρεί ότι μπορεί να τις διαχειριστεί με τρόπο που να αναβαθμίζει ευρύτερα την διεθνή θέση της. [50] Όμως η Τουρκία δεν παύει να βρίσκεται σε γεωγραφική θέση που περιβάλλεται από αστάθεια και συγκρούσεις, οι οποίες συνιστούν κορυφαίες διεθνείς διενέξεις (αραβο-ισραηλινές σχέσεις, παλαιστινιακό, μεταπολεμικό Ιράκ, σχέσεις ΗΠΑ-Ιράν, κ.α.). Το όριο της zeroproblem policy” με τις γειτονικές χώρες πολιτικής βρίσκεται αφ’ ενός στην ομαλοποίηση των διμερών σχέσεων αλλά αφ’ ετέρου αφορά την εκδήλωση μιας πολιτικής «επιτήδειου ουδέτερου» σ’ ότι έχει να κάνει με τους πόλους των συγκρούσεων και αυτό, κυρίως, επιτυγχάνεται με την «αποστασιοποίηση» από τις επιλογές των ΗΠΑ και του Ισραήλ που δεν συμβαδίζουν με τις διπλωματικές επιδιώξεις της Άγκυρας. Η εκπλήρωση ενός ρόλου «διαμεσολαβητή» συναρτάται από την βούληση των εμπλεκομένων μερών για προσέγγιση και την αδυναμία τους να την επιτύχουν με απευθείας επαφές. Σε κορυφαίες διεθνείς διενέξεις, όπως το μεσανατολικό, η τουρκική διαμεσολάβηση εμφανίζεται να έχει οριακή πρακτική χρησιμότητα. Στο πλαίσιο αυτό, η περιφερειακή «περιχαράκωση» της Τουρκίας έχει περισσότερο σημασία όχι για τον ενδεχόμενο διαμεσολαβητικό ρόλο της αλλά κυρίως για την διαπραγμάτευση της ίδιας της θέσης ως προς την τουρκική συναίνεση σε δυτικές, και ειδικότερα αμερικανικές, επιλογές στην διαχείριση των περιφερειακών διενέξεων. [51] Η ενίσχυση των περιφερειακών δεσμών της Τουρκίας, από την μια πλευρά, την καθιστά ταυτόχρονα έναν «εκπρόσωπο» των ενδιαφερόντων των κρατών της περιοχής, με την προϋπόθεση ότι έχει ενισχυθεί μεταξύ τους μια κοινή πολιτική βάση θεμελιωμένη στην εμπιστοσύνη και, πρωτίστως, σε κοινά συμφέροντα έναντι τρίτων. Παράλληλα, από την άλλη πλευρά, καθιστά την συναίνεση της Άγκυρας αναγκαίο παράγοντα για την δυτική διαχείριση των προβλημάτων της περιοχής. Πρόκειται για ένα μετέωρο βήμα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής με πολλές απρόβλεπτες παραμέτρους και μια μόνο, υψηλού ρίσκου, σταθερά: την μη-δεδομένη για την Δύση τοποθέτηση της Άγκυρας στις περιφερειακές εξελίξεις.

Η προοπτική επιτυχούς ανάδειξης του περιφερειακού ρόλου της Τουρκίας βασίζεται σε δύο κρίσιμες εξωτερικές προϋποθέσεις:

 πρώτον, ότι οι διεθνείς εξελίξεις θα συντείνουν προς μια ρευστότητα των διεθνών ισορροπιών και σ’ ένα πολυκεντρικό διεθνές ζήτημα στο οποίο οι περιφερειακές δυνάμεις θα αποκτήσουν ειδικό βάρος στις εξελίξεις [52], και δεύτερον, ο ρόλος της Τουρκίας θα καταστεί απαραίτητος στην προώθηση των δυτικών επιδιώξεων του διεθνούς παράγοντα στην περιοχή, είτε λόγω της στρατιωτικής ισχύος του και της εντατικής ενεργοποίησης του στις υποθέσεις της περιοχής, είτε επειδή τυχόν τουρκική εσωτερική αστάθεια θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στην περιοχή.

Η αντίληψη του «Στρατηγικού βάθους» αναφέρεται σε έναν τρόπο υλοποίησης της επιδίωξης να καταστεί η Τουρκία «περιφερειακή δύναμη» με ειδική έμφαση στον μουσουλμανικό θρησκευτικό χαρακτήρα της τουρκικής κοινωνίας, σε προσπάθεια διείσδυσης στην μουσουλμανική – αλλά προπάντων αραβική (με εξαίρεση το Ιράν) Μέση Ανατολή. Αν και το «όχημα» του «μουσουλμανισμού» δεν φαίνεται να επαρκεί σε μια πολιτικά κατακερματισμένη σε πλήθος αντιθέσεων και αντιφάσεων Μέση Ανατολή, όπως το ίδιο ισχύει και για την περιοχή του Καυκάσου/ Κεντρικής Ασίας, [53] η προβολή «γεω-πολιτισμικών» συγκλίσεων (ισλαμικού ή τουρκογενούς χαρακτήρα) ήταν και παραμένει ένας τρόπος «ανοίγματος» ή και αλληλεγγύης για την τουρκική εξωτερική πολιτική. Στην πραγματικότητα, το κεντρικό ζητούμενο συνίσταται στο εάν η προσέγγιση του «Στρατηγικού βάθους» δημιουργεί μονιμότερη σύγκλιση συμφερόντων με τα κράτη τα οποία απευθύνεται έχοντας ως υπόβαθρο οικονομικές αλληλοεξαρτήσεις [54] ή επενδύει περισσότερο στην ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης της έναντι δυτικών συμφερόντων.

Από τη άποψη αυτή, κεντρικό στοιχείο στην θεώρηση του «Στρατηγικού βάθους» είναι η διαμόρφωση μιας διεθνούς θέσης της Τουρκίας με χαρακτηριστικά “pivotal state”, ενός κράτους ικανού να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην περιοχή του. [55] Η έννοια του pivotal state κυρίως εστιάζεται στην σημασία που το ίδιο μπορεί να διαδραματίσει ως οικονομικός παράγοντας στην περιοχή και συγκροτείται γύρω από την αντίληψη της «ήπιας δύναμης» (“soft power”). [56] Το περιφερειακό «άνοιγμα» που επιχειρεί η Τουρκία επενδύει στην ασύμμετρη ανάπτυξη της περιοχής και στα συγκριτικά πλεονεκτήματα που προσφέρει ο αναπτυξιακός δυναμισμός και το μέγεθος της τουρκικής οικονομίας. [57] Παράλληλα, όμως η τουρκική στρατιωτική ισχύς την καθιστά υποψήφια για τον ρόλο της «περιφερειακής δύναμης», με την κλασική διεθνολογική έννοια του όρου, [58] είτε αυτή χρησιμοποιείται για στρατιωτικές επεμβάσεις και πολιτικο-στρατιωτικές πιέσεις [59] είτε για ειρηνευτικές επιχειρήσεις.

Ωστόσο, η ανάδειξη σε περιφερειακή δύναμη ενός κράτους απαιτεί την ανοχή ή ενθάρρυνση της μεγάλης δύναμης που έχει ενδιαφέρον για την περιοχή, κάτι το οποίο προϋποθέτει την εξυπηρέτηση των περιφερειακών αναγκών της δύναμης αυτής. Το ζήτημα αυτό δεν έχει απλώς ως υπόβαθρο την θεμελιώδη επιδίωξη κάθε εξωτερικής πολιτικής, δηλαδή την «εναρμόνιση των εθνικών επιδιώξεων με τον διεθνή προσανατολισμό της χώρας» [60] αλλά επιπρόσθετα συνιστά μια ατέρμονη διεκδίκηση του αυτοτελούς ρόλου της περιφερειακής δύναμης που εκφράζεται με μια συνεχή διαπραγμάτευση με τις επιλογές του διεθνούς παράγοντα στις υποθέσεις της περιοχής. Τα όρια αυτής της διαπραγμάτευσης έγιναν αισθητά στις αμερικανο-τουρκικές τριβές λόγω της πρόθεσης της Άγκυρας να επέμβει στρατιωτικά στο Β. Ιράκ τον Οκτώβριο 2007, όπως και σ’ άλλες περιπτώσεις. [61]

Η προσέγγιση του «Στρατηγικού βάθους» έχει αναθερμάνει τις διμερείς σχέσεις της Τουρκίας σ’ ευαίσθητους γεωπολιτικούς χώρους συμπεριλαμβανομένης και της γειτονικής Ρωσίας. [62] Παρά την «αποστασιοποίηση» από διάφορες επιλογές των ΗΠΑ και του Ισραήλ ή τις δυσχέρειες της ενταξιακής πορείας στην Ε..Ε., ο δυτικός προσανατολισμός της χώρας δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί και, στο βαθμό που δεν έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με κομβικές αμερικανικές επιλογές, η Άγκυρα διατηρεί μια ενισχυμένη ευελιξία στις περιφερειακές σχέσεις της. Ειδικότερα, μάλιστα, σ’ ότι αφορά τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Τουρκίας, και παρά την σημαντική έλλειψη προόδου στην ενταξιακή πορεία της, η διαδικασία δεν έχει αναιρεθεί. Ας σημειωθεί ότι ακριβώς χάρη στην ενταξιακή διαδικασία η κυβέρνηση Ερντογάν μπόρεσε να επιτύχει πολιτικά πλεονεκτήματα έναντι του «κεμαλικού» συντηρητισμού προς όφελος των μέτρων εκδημοκρατισμού. Αναφορικά με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, η κυβερνώσα τουρκική πολιτική ελίτ ακολουθεί μια πολιτική αντιδράσεων στην εκάστοτε συγκυρία με βάση τις στρατηγικές στοχεύσεις της στην εσωτερική πολιτική. Ωστόσο, ακριβώς στο πλαίσιο των εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός φαίνεται να αποκτά στρατηγικό χαρακτήρα στις επιλογές της διακυβέρνησης Ερντογάν. Οι πολιτικές πραγματικότητες έδειξαν ότι τα οφέλη του ευρωπαϊκού προσανατολισμού έχουν ήδη εκδηλωθεί: πρώτον, στις ισχυρές οικονομικές επιδόσεις, δεύτερον, στα σημαντικά βήματα εκδημοκρατισμού και τρίτον, σε μια εξωτερική πολιτική που βασίζεται στην λεγόμενη «ήπια δύναμη» (“soft power”). Αυτά τα τρία στοιχεία είναι σαφώς αλληλένδετα και τείνουν να δημιουργήσουν μια συνεκτική στρατηγική, η οποία θα είναι πολύ δύσκολο να διατηρηθεί εκτός αυτού του προσανατολισμού.[63] Παράλληλα, όμως, ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως ένα ζητούμενο που προσδίδει διεθνή υποστήριξη και που τακτικά συμπλέει με την μεταρρυθμιστική στρατηγική Ερντογάν, ενώ μακροπρόθεσμα απομένει να κριθεί εάν θα συνδέεται με «την εκπλήρωση τόσο των εσωτερικών όσο και των εξωτερικών στόχων» του τουρκικού κράτους. Ο Γιασάρ Γιακίς, Πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Τουρκικού Κοινοβουλίου και πρώην υπουργός Εξωτερικών, διευκρίνισε το ρόλο που τώρα παίζει η Ε.Ε. στην στρατηγική σκέψη της Άγκυρας, τονίζοντας ότι η προσχώρηση στην Ε.Ε. θεωρείται σήμερα ένα απλό εργαλείο για την εμπέδωση των μεταρρυθμίσεων στο εσωτερικό, καταλήγοντας ότι, εάν η Τουρκία είναι σε θέση να πραγματοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις, τότε η ένταξη στην Ε.Ε. θα γίνει «δευτερεύων» ζήτημα. Ανάλογες νύξεις έκανε και ο Πρόεδρος Αμπντουλάχ Γκιουλ στην Νορβηγία, η οποία απέρριψε την ένταξη της το 1972 και 1994. Ο Γκιούλ, ο Γιακίς και αρκετοί άλλοι φαίνεται να αντιλαμβάνονται πλέον την προσχώρηση ως λιγότερο σημαντική από τον ίδιο τον μετασχηματισμό της Τουρκίας κατά τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ώριμη για προσχώρηση. Όταν αυτή η ώρα φτάσει, τότε ίσως η Τουρκία θα μπορούσε ακόμη και να απορρίψει την προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση όπως ακριβώς έκανε η Νορβηγία το 1972 και 1994. [64] Σ’ αυτήν την πολιτική συλλογιστική, το ζητούμενο δεν είναι αυτή η ίδια η προσχώρηση της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά ο μετασχηματισμός της Τουρκίας που αντιπροσωπεύει.[65] Για την διακυβέρνηση Ερντογάν, αυτός ο μετασχηματισμός είναι επιθυμητός, υλοποιείται με την μορφή και τον ρυθμό που συνάδει στην τουρκική πραγματικότητα και τελικά είναι δυνατόν να εκφράσει έναν ευρωπαϊκό προσανατολισμό μ’ ένα «εναλλακτικό» πλαίσιο σχέσεων Τουρκίας-Ευρωπαϊκής Ένωσης που να ικανοποιεί ό,τι η ενταξιακή πορεία κάποτε υπηρετούσε. [66]

Στο επίκεντρο των αντιλήψεων της προσέγγισης του «Στρατηγικού Βάθους» αναδεικνύεται η ανάγκη της «αποκατάστασης» των σχέσεων της Τουρκίας με τον ιστορικό περίγυρο της – σχέσεις που διέκοψε η παρακμή της οθωμανικής ηγεμονίας και η άνοδος του τουρκικού εθνικισμού δημιουργώντας, με τα λόγια του Αχμετ Νταβούτογλου, την κεμαλική θεώρηση «μιας Τουρκίας που περιβάλλεται από τρείς θάλασσες και τέσσερεις εχθρούς». [67] Η επιδίωξη της «αποκατάστασης» ενός περιφερειακού ρόλου εξακολουθεί να εντάσσεται σε μια διαδικασία αναζήτησης μιας διεθνούς θέσης που πιέζεται από τις διαδικασίες παγκοσμιοποίησης, της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και των περιφερειακών συγκρούσεων, αλλά βρίσκεται σε πλήρη συνάφεια με τις εξελίξεις στο εσωτερικό πολιτικό πλαίσιο. Όπως το έθεσε ο Αχμέτ Νταβούτογλου:

 

«όταν μιλάμε για την εξωτερική πολιτική, συνήθως μπορεί να υποπέσουμε σε δύο μεθοδολογικά λάθη: Το πρώτο είναι ότι μπορεί – εάν επικεντρωθούμε μόνο στην εξωτερική πολιτική, αγνοώντας άλλα στοιχεία όπως η εσωτερική πολιτική, η οικονομία, οι πολιτιστικές εξελίξεις – να μην κατανοήσουμε τι συμβαίνει στην εξωτερική πολιτική. Επομένως, δεν μπορείτε να απομονώσετε την εξωτερική πολιτική από το γενικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Αυτό αφορά το περιεχόμενο της εξωτερικής πολιτικής. Δεύτερον, αφορά την ουσία και τον χρονικό ορίζοντα – αν απλά επικεντρωθείτε σε ένα μόνο έτος, ένα περιστατικό, ένα μήνα, ή ακόμα και μια δεκαετία και να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τον μετασχηματισμό ενός παραδείγματος (“paradigm”) εξωτερικής πολιτικής, μπορείτε να κάνετε το άλλο λάθος. … Αυτό που βλέπω σήμερα είναι ότι έχουμε μια αποκατάσταση. Αυτή η έννοια είναι σημαντική. Αποκατάσταση, όχι μια αλλαγή παραδείγματος. Όχι μια επανάσταση, αλλά μια αποκατάσταση της τουρκικής κοινωνίας, οικονομίας, πολιτικής και εξωτερικής πολιτικής. … Είναι αναγκαίο να έχουμε μια αποκατάσταση στο εσωτερικό, περιφερειακό και παγκόσμιο περιβάλλον … Χωρίς οικονομική αποκατάσταση, πολιτική αποκατάσταση δεν μπορεί να επιτευχθεί. Αυτές οι δύο αποκαταστάσεις είναι οι δύο πυλώνες μιας στρατηγικής αποκατάστασης. Η στρατηγική αποκατάσταση είναι ο δικός μας προσανατολισμός εξωτερικής πολιτικής».[68]  

 

Η μετατροπή της δύσκολης γεωπολιτικής θέσης σε γεωστρατηγικό και γεω-οικονομικό πλεονέκτημα φαίνεται να είναι η ουσία της επαγγελίας αλλά και της πρακτικής της προσέγγισης του «Στρατηγικού βάθους». Ωστόσο, η προοπτική αυτής της προσέγγισης δεν θα κριθεί από τα αποτελέσματα που τυχόν έχει στην εξωτερική πολιτική, αλλά από την συνεισφορά της στην μεταβολή των εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών της Τουρκίας από τις οποίες απορρέει με σκοπό την σύνθεση μιας νέας κυρίαρχης πολιτικής ελίτ και τον μετασχηματισμό του πολιτικού συστήματος της χώρας.

 

 * Ο Δρ. Στέλιος Αλειφαντής είναι συγγραφέας πέντε βιβλίων και 70 δημοσιεύσεων, ενώ έχει συμμετάσχει σε αρκετές συλλογικές ακαδημαϊκές εκδόσεις. Το συγγραφικό έργο του καλύπτει ζητήματα που αφορούν την Διεθνή Πολιτική, την Περιφερειακή ασφάλεια, την Ελληνική Εξωτερική Πολιτική & Άμυνα, την Μελέτη Περιοχών (Area Studies), καθώς και την Διαχείριση Κρίσεων και την Επίλυση Συγκρούσεων.

Από το 1989 μέχρι σήμερα έχει διδάξει μαθήματα Διεθνών Σχέσεων και Διαχείριση Κρίσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο ως Λέκτορας και Επίκουρος Καθηγητής, ενώ στο Αιγαίο Πανεπιστήμιο ως Επίκουρος Καθηγητής και Πανεπιστήμιο Πειραιά ως Αναπληρωτής Καθηγητής (Π.Δ. 407/80).

 

Υποσημειώσεις


 

 

[1] Ömer Taspinar, «Turkey’s Middle East Policies: Between Neo-Ottomanism and Kemalism», Carnegie Papers, no 10, September 2008

[2] Ziya Öniş-Şuhnaz Yılmaz, “Between Europeanization and Euro-Asianism: Foreign Policy Activism in Turkey during the AKP Era”, Turkish Studies, Spring 2009

[3] Απόσπασμα από το: Ι. Μάζης, Μυστικά Ισλαμικά Τάγματα και Πολιτικο-οικονομικό Ισλάμ στην Σύγχρονη Τουρκία, Αθήνα 2000.

[4] Harun Arikan, Turkey and the EU: Αn awkward candidate for EU membership? , Ashgate Publishing, 2006

[5]   K.J. Holsti, International Politics: A Framework for Analysis, London, 1983

[6] Το περιεχόμενο της πολιτικής βούλησης ούτε συνίσταται, ούτε εξαντλείται στον διακηρυκτικό χαρακτήρα του. Το περιεχόμενο της συνίσταται πρώτα και κύρια στην πρακτική εφαρμογή των επιλογών της, χωρίς τις οποίες δεν υφίσταται παρά τις διακηρύξεις. Η έκφραση πολιτικής βούλησης είναι σημαντική πολιτική πράξη (με διάφορες στοχεύσεις: εσωτερική συνοχή, αποτροπή, τακτική, κλπ) αλλά η αξιοπιστία της ελέγχεται από τα μέτρα υλοποίησης της.

[7] S. Zambouras, Continuity and Change in Postwar Greek Foreign Policy: The Karamanlis’ Strategy of Modernisation, 1956-1963, PhD Dissertation, University of Sheffield, 1993, p.29, 231  

[8] Ο Ταγίπ Ερντογάν έχει ήδη θέσει την ηγετική φυσιογνωμία του στην πολιτική ιστορία της Τουρκίας και ίσως αποδειχθεί ο ηγέτης των καιρών με την έννοια που έχει επισημάνει ο S. P. Huntington: «Έχοντας πειραματισθεί με το καλό και το κακό της Δύσεως, αναφορικά με το κοσμικό καθεστώς και τη δημοκρατία, η Τουρκία μπορεί εξίσου να αναλάβει την ηγεσία του Ισλάμ. Αλλά για να το καταφέρει, πρέπει να απορρίψει την κληρονομιά του Ατατούρκ πιο ριζικά από ότι η Ρωσία απέρριψε την κληρονομιά του Λένιν. Πρέπει επίσης να βρει έναν ηγέτη στο διαμέτρημα του Ατατούρκ, οποίος μάλιστα να συνδυάζει την θρησκευτική και πολιτική νομιμοποίηση, ώστε να μετατρέψει την Τουρκία από σπαρασσόμενη χώρα σε χώρα-άξονα». Απόσπασμα από το Ι. Μάζης, οπ.π.

[9]   Hakan Yavuz, ed., The Emergence of a New Turkey: Islam, Democracy and the AK Party, University of Utah Press Salt Lake City, (2006), Ümit Cizre, ed., Secular and Islamic Politics in Turkey: The Making of the Justice and Development Party, London, Routledge, 2008.

[10] Μαρία Βερβερίδου, “Τουρκία: Παράγοντες Διαμόρφωσης Πολιτικής”, Δελτίο Ανάλυσης, τεύχος 67, ΕΚΑΣ, Δεκέμβριος 2010

[11] S. E. Shaw, History of Ottoman Empire and Modern Turkey, Cambridge, New York, 1977

[12] Bernard Lewis, The Emergence of Modern Turkey, London 1968, D. Rustow, “Politics and Islam in Turkey” στο R. Frye (eds.), Islam and the West, Hague,1957

[13] Ahmad Feroz, The Turkish Experiment in Democracy, 1950-1975, Royal Institute of International Affairs, London 1977.

[14] Μαρία Βερβερίδου, “Διαστάσεις και Δράσεις του Ισλαμικού Κεφαλαίου στην Τουρκία: Οι Επιχειρηματικές Οργανώσεις της MÜSİAD και της TUSKON”, ΕΛΙΑΜΕΠ, Κείμενο Εργασίας, τεύχος 10, 2010

[15] Η άνοδος του Α. Μεντερές στην εξουσία (1950) υπήρξε αποτέλεσμα των μέτρων φιλελευθεροποίησης που ακολούθησαν τον θάνατο του Κεμάλ (1938) και κατάργησαν περιορισμούς που αφορούσαν τις μειονότητες και το Ισλάμ. Η κυβέρνηση Μεντερές σύντομα ήλθε σε σκληρή αντιπαράθεση με το κεμαλικό κατεστημένο και η πολιτική πόλωση στην κοινωνία οδήγησε σε βίαιες συγκρούσεις μεταξύ των οπαδών στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Στρατιωτικό πραξικόπημα ανέτρεψε την κυβέρνηση Μεντερές και η διακυβέρνηση εκφράστηκε με τις συντηρητικές κεμαλικές κυβερνήσεις του Ισμέτ Ινονού μέχρι το 1965. Τις πρώτες ελεύθερες βουλευτικές εκλογές κέρδισε ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, ηγέτης του «Κόμματος Δικαιοσύνης», που παρέμεινε στην εξουσία μέχρι την ανατροπή του από το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1971. Με προτροπή του στρατιωτικού κατεστημένου το 1975 ο Ν. Ερμπακάν δημιούργησε το κόμμα «Εθνικής Σωτηρίας» (MSP) και η συμμετοχή του στις κυβερνήσεις συνασπισμού ενίσχυσε την εκπροσώπηση του τουρκικού ισλαμισμού στην πολιτική ζωή της χώρας με την προσέλκυση ισλαμικών ψήφων λειτουργώντας ως εξισορρόπηση των ριζοσπαστικών και ακροδεξιών τάσεων. Οι «εποπτευόμενες» από τον στρατό κυβερνήσεις στάθηκε αδύνατον να ανακόψουν τις κοινωνικές κινητοποιήσεις και τις βίαιες συγκρούσεις ακραίων δεξιών και αριστερών ομάδων. Το 1980 ο στρατηγός Κενάν Εβρέν θα ηγηθεί ενός ακόμη στρατιωτικού πραξικοπήματος και θα θέσει εκτός νόμου τα υφιστάμενα πολιτικά κόμματα. Το νέο πραξικόπημα θα δώσει την ευκαιρία να ανατείλει το άστρο του Τουρκούτ Οζάλ με την ίδρυση του κόμματος της «Μητέρας Πατρίδας» (ANAP), που θα απορροφήσει το εκλογικό δυναμικό των μη-παραδοσιακών κεμαλικών κομμάτων αλλά και αποτελέσει ένα σημείο καμπής για το τουρκικό Ισλάμ. Η αποδυνάμωση του ANAP, με την επανένταξη στην πολιτική ζωή ιστορικών ηγετών (Ντεμιρέλ, Ετσεβίτ, Ερμπακάν, κ.α.) και την προώθηση του Οζάλ στην Προεδρία, θα συντείνει στην διασπορά των ισλαμικών ψήφων, παρά το γεγονός ο Ν. Ερμπακάν και το «Κόμμα Ευημερίας» (RP) θα επιχειρήσει και πάλι να εκφράσει αυθεντικά τον τουρκικό ισλαμισμό. Περίπου δέκα χρόνια αργότερα, το 1996, ο Ερμπακάν θα αναλάβει τελικά, για σύντομο διάστημα, Πρωθυπουργός παραιτούμενος υπό την πίεση του στρατού, ωστόσο το κεμαλικό κατεστημένο ήταν εκείνο που επιχείρησε, ιδιαίτερα μετά τον 1980, να ενσωματώσει τον μουσουλμανικό παράγοντα ως στοιχείο σταθεροποίησης του τουρκικού πολιτικού συστήματος. Στην πραγματικότητα, αυτό που συνέβη είναι η απόπειρα στήριξης από τους κεμαλιστές ενός «επίσημου Ισλάμ», μιας «τουρκο-ισλαμικής» σύνθεσης, που λειτούργησε ως εφαλτήριο για τον εκσυγχρονισμό του τουρκικού ισλαμισμού και είχε ως αποτέλεσμα το κεμαλικό κατεστημένο να υπερκεραστεί σύντομα από την επιρροή γνήσιων ισλαμικών παραγόντων, όπως ο Φετουλάχ Γκιουλέν (Fethullah Gullen) και άλλοι. Δες: H. A. Reed, “Secularism and Islam in Turkish Politics”, Current History, no 32, 1957, J. Landau, Radical Politics in Modern Turkey, Leiden, 1974, M. Meeker, “The New Muslim Intellectuals in the Republic of Turkey” στο R. Tapper, Islam in Modern Turkey, London 1991, Γεράσιμος Καράμπελιας, «Σχέσεις ΙσλάμΠολιτείας στην Μεταπολεμική Τουρκία», στο Σ. Αλειφαντής-Ε. Χωραφάς (επιμ.), Σύγχρονο Διεθνές Σύστημα και Ελλάδα, Αθήνα 2001, Μαρία Βερβερίδου, οπ.π.

[16] Balkan Neşecan and Savran Sungur,  The Politics of Permanent Crisis:  Class, Ideology and State in Turkey,  New York, Nova Science Publishers, 2002

[17] D. Baldwin, “Islamic Banking in a Secularist Context:Aspects of Religion in Secular Turkey”, Occasional Paper Series, no 40, CMEIS, University of Durham, 1990

[18] Ji Hyang Jang, “On the Road to Moderation:  The Role of Islamic Business in Transforming Political Islamists in Turkey”, Journal of International and Area Studies, no 13, December 2006.

[19] Όπως επισημαίνει η Μ. Βερβερίδου, το μικρομεσαίο κεφάλαιο είναι ζωτικής σημασίας στην τουρκική οικονομία, καθώς συνιστά το 99% των επιχειρήσεων (βιομηχανική παραγωγή, εμπόριο) και το 56% της απασχόλησης, ενώ συνεισφέρει ποσοστό 40% του ΑΕΠ. Δες: Μαρία Βερβερίδου, “Διαστάσεις και Δράσεις του Ισλαμικού Κεφαλαίου στην Τουρκία», οπ. π.

[20] Όπως και ο Τουρκούτ Οζάλ, με το κόμμα της «Μητέρας Πατρίδας», στις πρώτες εκλογές (1983) μετά το πραξικόπημα του 1980 αξιοποίησε την «απαγόρευση» των παλαιών πολιτικών σχηματισμών (Ντεμιρέλ, Ετσεβίτ, Ερμπακάν, κ.α.) και αναδείχθηκε ως πολιτικός ηγέτης καταλαμβάνοντας διαδοχικά την Πρωθυπουργία (1983 και 1987) και την Προεδρία της χώρας, έτσι ο Ταγίπ Ερντογάν, με το κόμμα «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης», αξιοποίησε το υπέρ του πολιτικό ρεύμα αλλά κυρίως τον κατακερματισμό των «κεμαλικών» κομμάτων που δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν το όριο του 10% και κυριάρχησε στην τουρκική Βουλή, αν και μειοψηφία στο εκλογικό σώμα. Παρόλα αυτά, μετά την σύγκρουση με το «κεμαλικό» κατεστημένο για την ανάδειξη του Α. Γκιούλ στην Προεδρία, στις εκλογές του 2007 το κόμμα έρχεται πάλι πρώτο με 46.6% αυξάνοντας κατά 12.2% τα εκλογικά ποσοστά του, αλλά λόγω της εισόδου στην Βουλή και τρίτου κόμματος οι έδρες του μειώνονται χωρίς, ωστόσο, να αποτραπεί η ανάδειξη του Α. Γκιούλ στην Προεδρία έστω και με απλή πλειοψηφία στον τρίτο γύρο. Όμως, όπως και ο Τουρκούτ Οζάλ, έτσι και ο Ταγίπ Ερντογάν (συνδεδεμένοι, άλλωστε και οι δύο με τον ισλαμικό Σουνιτισμό και ο τελευταίος με παλιούς δεσμούς με το κόμμα της «Ευημερίας» του ιστορικού ισλαμιστή ηγέτη Ερμπακάν, του οποίου το 1996 χρίστηκε επίσημα στο συνέδριο του κόμματος διάδοχος του) ανάπτυξαν επιτυχείς τακτικές μεταβάλλοντας εσωτερικούς πολιτικούς συσχετισμούς. Γενικότερα, παρά την παράλληλη ανάδειξη για πρώτη φορά «ισλαμικών» ηγετών στην Προεδρία (A. Γκιούλ) και Πρωθυπουργία (T. Ερντογάν), η εμπέδωση νέων εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών με το συντηρητικό πολιτικό κατεστημένο («κεμαλιστές», ένοπλες δυνάμεις, κ.α.) παραμένει ανοικτό ζήτημα σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Δες: Ι. Μάζης, Μυστικά Ισλαμικά Τάγματα και Πολιτικοοικονομικό Ισλάμ στην Σύγχρονη Τουρκία, Αθήνα 2000, Aylin Güney, «The Military, Politics and Post-Cold War Dilemmas in Turkey», στο Koonings, Kees and Kruijt, Dirk Political Armies:  The Military and Nation Building in the Age of Democracy, London, Zed Books, 2002, Müftüler-Bac, Meltem  «The New Face of Turkey:  The Domestic and Foreign Policy Implications of November 2002 Elections», East European Quarterly, no 37 Winter 2003, Soner Cagaptay and H. Akin Unver, “July 2007 Turkish Elections: Winners and Fault Lines”, Research Notes, Washington Institute for Near East Policy, Number 14, July 2007

[21] Πρόκειται για την ίδια δεξαμενή πολιτικής υποστήριξης, στην οποία βάσισε την εκλογική δύναμη του «Δημοκρατικού Κόμματος» του Αντάν Μεντερές που ανατράπηκε από το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1960, του διάδοχου «Κόμματος Δικαιοσύνης» του Σ. Ντεμιρέλ ή του «Κόμματος Εθνικής Τάξεως» και «Κόμματος Εθνικής Σωτηρίας» του Ν. Ερμπακάν και μετά το πραξικόπημα του ’80 του «Κόμματος Ορθού Δρόμου» του Σ. Ντεμιρέλ, αλλά και του «Κόμματος Μητέρας Πατρίδας» του Τ. Οζάλ και του «Κόμματος Ευημερίας» («Ρεφάχ») Ν. Ερμπακάν. Δες: Neşecan Balkan and Sungur Savran, The Politics of Permanent Crisis:  Class, Ideology and State in Turkey, New York, Nova Science Publishers, 2002, Müftüler-Bac, Meltem.  “The New Face of Turkey:  The Domestic and Foreign Policy Implications of November 2002 Elections”, East European Quarterly, No 37, Winter 2003.

[22] Alexander Murinson, “The Strategic Depth Doctrine of Turkish Foreign Policy”, Middle Eastern Studies, Vol.42, no 6, 2006

[23] Graham Fuller, The New Turkish Republic: Turkey as a Pivotal State in the Muslim World, Washington, DC: U.S. Institute of Peace, 2008.

[24] Philip Robins, “Turkish Foreign Policy since 2002:  Between a ‘Post-Islamist’ Government and a Kemalist State”, International Affairs, No 83, 2007, Στέλιος Αλειφαντής, «Τουρκία και Βαλκάνια: Η Στρατηγική Διάσταση της βαλκανικής πολιτικής της Άγκυρας», στο Τετράδια, τεύχος 36, Άνοιξη/ Καλοκαίρι 1995

[25] Anne Aldis, “Security in the Black Sea Region:  Perspectives & Priorities”, Conflict Studies Research Centre, Royal Military Academy, Sandhurst, 2001.

[26] Ekavi Athanassapoulou, “American – Turkish Relations since the End of the Cold War”, Middle East Policy, Vol. 8, no 3, 2001

[27] Raphael Israeli, “The Turkish – Israeli Odd Couple”, Orbis, Winter 2001, Vol. 45 no 1, 2001, pp. 65-79, Suha Bolukbasi, “Behind the Turkish – Israeli Alliance: A Turkish View”, Journal of Palestine Studies, Vol.29, no 1, 1999, B. Bengio and G. Ozcan, “Old Grievances, New Fears: Arab Perceptions of Turkey and its Alignment with Israel”, Middle Eastern Studies, Vol.37 no 2, 2001

[28] Sabri Sayari, “Turkey and the Middle East in the 1990s”, Journal of Palestine Studies, Vol.26, no 3, 1997

[29] Duygu Bazoglu Sezer, “Turkish – Russian Relations: The Challenges of Reconciling Geopolitical Competition with Economic Partnership”, Turkish Studies, Vol.1 no 1, 2000, Fotios Moustakis and Ella Ackerman, “September 11: a Dynamic for Russo-Turkish co-operation or conflict?”, Central Asian Survey, Vol.21, no 2, 2002, Nasuh Uslu, “The Russian, Caucasian and Central Asian Aspects of Turkish Foreign Policy in the Post Cold War Period”, Alternatives: Turkish Journal of International Relations, Vol.2, no 3-4, 2003

[30] Στέλιος Αλειφαντής, Βουλγαρία: Τα Διλήμματα μιας Νέας Εποχής: Τα Βαλκάνια Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Τόμος 1, Αθήνα, 1993, Saban Calis, “Turkey‘s Balkan Policy in the Early 1990s”, Turkish Studies, Vol. 2 no 1, 2001

[31] Sevilay Elgün Kahraman, “Rethinking Turkey-European Union Relations in the Light of Enlargement, Turkish Studies, Spring 2000

[32] Neill Nugent, “EU Enlargement and «the Cyprus Problem»”, Journal of Common Market Studies, No 38, March 2000

[33] Zeyno Baran, “The Dating Game: Turkey, Europe and the American Matchmaker”, National Interest, No 75, Spring 2004.

[34] Semin Suvarierol, The Cyprus Obstacle on Turkey‘s Road to Membership in the European Union, 2003

[35] Στέλιος Αλειφαντής, «Η Ένταση στο Αιγαίο και η Τουρκική Υποψηφιότητα: Ζητήματα Προσαρμογής της Ελληνικής Εθνικής Στρατηγικής», Διπλωματία, Νοέμβριος, 2004

[36] Onis, Ziya, “Domestic Policies, International Norms, and Challenges to the State: Turkey – EU Relations in the post-Helsinki Era”, στο Ali Carkoglu and Barry Rubin, Turkey and the European Union: Domestic Politics, Economic Integration and International Dynamics (Eds), Frank Cass, 2002

[37] Gamze Avcı, “Turkey’s Slow EU Candidacy: Insurmountable Hurdles to Membership or Simple Euro-skepticism?”, Turkish Studies, no 4, Spring 2003, Lauren M. McLaren, Explaining Opposition to Turkish Membership of the EU, European Union Politics June 2007 pp. 251-278

[38] David Lennon, “Turkey‘s Drive for EU Membership”, Europe, No 420, 18-21 October 2002.

[39] Η αποδοχή από την Αθήνα του «καθεστώτος υποψηφίου μέλους» στην Τουρκία αποτέλεσε κρίσιμο πολιτικό δίλημμα: από την μία πλευρά, η προοπτική της ένταξης εκτιμήθηκε ότι λειτουργούσε ως κίνητρο τουρκικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες στην εξωτερική πολιτική θα οδηγούσαν στην άρση των τουρκικών εδαφικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο και στην δίκαιη λύση του Κυπριακού ενώ από την άλλη πλευρά, η περίοδος 1999-2004 (αποκαλούμενη και ως «οδικός χάρτης» -“road-map”) απέδειξε την ανελαστικότητα των τουρκικών θέσεων στο Κυπριακό και την έξαρση των τουρκικών προκλήσεων στο Αιγαίο, παρά την κυβερνητική αλλαγή που έδωσε την πρωθυπουργία στον Ταγίπ Ερντογάν. Η νέο-εκλεγείσα κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή (2004) συναίνεσε στο «καθεστώς υποψήφιου μέλους» προτάσσοντας την άποψη ότι το κίνητρο της ένταξης παραμένει ως «όχημα» προώθησης των τουρκικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες όμως απαιτούν ευρύτερο χρονικό ορίζοντα καθώς εστιάζονται σε βαθύτερους πολιτικούς μετασχηματισμούς και ανατροπή εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών μεταξύ του τουρκικού στρατιωτικό-πολιτικού κατεστημένου και της κυβέρνησης Ερντογάν. Το «άνοιγμα» των σχετικών κεφαλαίων της ευρω-τουρκικής ενταξιακής διαπραγμάτευσης διασυνδέθηκε σε πολιτικό ανάχωμα όχι μόνο για την ικανοποίηση των πολιτικών επιδιώξεων Ελλάδος και Κύπρου, αλλά και εκείνων των κρατών-μελών που αντιτίθενται στην πλήρη ένταξη της Τουρκίας. Αντίθετα, η τότε μείζονα αντιπολίτευση προέβαλε την άποψη ότι η εγκατάλειψη από την Αθήνα ενός «οδικού χάρτη» (“road-map”) που να αντανακλά την τουρκική πρόοδο στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις και στο Κυπριακό αποδέσμευε τις ευρω-τουρκικές σχέσεις από τις εξελίξεις του πλέγματος των ελληνο-τουρκικών σχέσεων, που σ’ ένα βαθμό είχε επιτευχθεί το 1999 και μετά. Η τουρκική διπλωματία πάγια επιδιώκει να διαχωρίσει τις σχέσεις Ε.Ε.-Τουρκίας από τις ελληνο-τουρκικές σχέσεις και οι κυβερνήσεις Ταγίπ Ερντογκάν δεν έχουν μεταβάλει και αυτό το «θέσφατο» των διπλωματικών επιδιώξεων της γείτονος. Δες: Στέλιος Αλειφαντής, «Η Ένταση στο Αιγαίο και η Τουρκική Υποψηφιότητα…, οπ.π

[40] Frédéric Misrahi, “The EU and the Civil Democratic Control of Armed Forces:  An Analysis of Recent Developments in Turkey”, Perspectives, no 22, Summer 2004, Arjan M. Lejour, and Ruud A. de Mooij, “Turkish Delight:  Does Turkey’s Accession to the EU Bring Economic Benefits?”,  Kyklos, 58, no 1, 2005, Sami Faltas and Sander Jansen,  Governance and the Military: Perspectives for Change in Turkey,  Groningen, The Netherlands, Centre of European Security Studies, 2006, Σέργιος Ζαμπούρας, «Το Γεωπολιτικό Πρόβλημα του Τουρκικού Εκδημοκρατισμού», Η Γεωπολιτική της Ευρασίας στο Νέο Διεθνές Σύστημα, ΕΠΥΕΘΑ, Αθήνα 2001 

[41] Erik Faucompret, Jozef Konings, Turkish accession to the EU: Satisfying the Copenhagen criteria, Routledge, 2008

[42] Soner Cagaptay, “Secularism and Foreign Policy in Turkey: New Elections, Troubling Trends”, Policy Focus, No 67, April 2007

[43] Soner Cagaptay, “A Turkish Rapprochement with Middle East Rogue States?”, Policy Watch, no. 825, 2004

[44]Turkey‘s foreign policy: An eminence grise”, The Economist, Nov 15th, 2007

[45] Μεταπολεμικά οι σχέσεις Τουρκίας-Συρίας χαρακτηρίζονται από εντάσεις λόγω εδαφικών διαφορών όπως η τουρκική προσάρτηση της Αλεξανδρέτας (Hatay) τo 1939, το ζήτημα των υδάτων του Ευφράτη και Τίγρη, η ειδική σχέση Τουρκίας-Ισραήλ και η υποστήριξη του PKK από την Δαμασκό. Όμως, τον Ιανουάριο 2004 ο Μπασάρ Άσσαντ επισκέπτεται την Άγκυρα που αποτελεί την πρώτη επίσκεψη Πρόεδρου της Συρίας από το 1946 και τον ίδιο χρόνο υπογράφεται διμερή συμφωνία ελευθέρου εμπορίου. Σημαντικό ρόλο έπαιξε ο τρόπος που η Άγκυρα χρησιμοποίησε την αεροπορική επιδρομή ισραηλινών μαχητικών μέσω του τουρκικού εναέριου χώρου κατά πιθανών πυρηνικών εγκαταστάσεων στην Συρία. Ron Synovitz, “Syria-Turkey: common Interests in Iraq Help Rebuild Bilateral Ties”, Radio Free Europe/Radio Liberty, January 8, 2004, Nadim Ladki, “Turkey, Syria Sign Free Trade Agreement”, Reuters, December 23, 2004, “Babacan-Mualem Joint News Conference, Babacan: ‘We Except Everyone to Act with Restraint’”, Ankara Anatolia, September 10, 2007, 92. Dan Williams, “Turkey’s Gόl says Israeli raid a ‘closed mater’”, Reuters, November 6, 2007.

[46]Assad says Turkey trying to mediate between Syria, Israel”, Associated Press, October 16, 2007, Richard Boudreaux, “Turkey mediating Israel-Syria Peace Talks”, Los Angeles Times, April 25, 2008

[47] Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 η Άγκυρα, ως αποτέλεσμα της κρίσης της Κούβας αλλά και της αμερικανικής και σοβιετικής αντίθεσης σε ενδεχόμενη στρατιωτική παρέμβαση στην Κύπρο στα γεγονότα του 1964 (επιστολή Προέδρου Λ. Τζόνσον, Δηλώσεις Ν. Χρουτσέφ), επιχείρησε την αναβάθμιση των σχέσεων με την ΕΣΣΔ και αργότερα την διατύπωση μιας «ανεξάρτητης» εξωτερικής πολιτικής υπό τον Μ. Ετσεβίτ, ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του «κεμαλικού» κατεστημένου. Δες: Bulet Ecevit, “Turkeys Security Policies”, Survival, no 20, 1978. Η εξέλιξη αυτή χαρακτηρίζει μια προσαρμογή της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής στις νέες πραγματικότητες των σχέσεων Ανατολής-Δύσης και των περιφερειακών εξελίξεων. Παράλληλες αναπροσαρμογές συμβαίνουν και στην Ελλάδα, όπου η προσέγγιση Ελλάδος-Βουλγαρίας μετά το 1974 ανεξαρτήτως διεθνούς κλίματος των σχέσεων Ανατολής-Δύσης αποτέλεσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα προτεραιότητας περιφερειακών σχέσεων έναντι της πολιτικής της Δύσης στην περίοδο του ψυχρού πολέμου. Ακόμη και στην μετα-ψυχροπολεμική περίοδο, η μόνη διπλωματική σκιά στις ελληνο-βουλγαρικές σχέσεις (και αυτή για μικρό χρονικό διάστημα) υπήρξε η άμεση αναγνώριση των Σκοπίων με το συνταγματικό όνομα τους που προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Αθήνας. Δες: Στέλιος Αλειφαντής, Βουλγαρία: Τα Διλήμματα μιας Νέας Εποχής: Τα Βαλκάνια Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Τόμος 1, Αθήνα, 1993, Στέλιος Αλειφαντής, «Η Ελλάδα στον Βαλκανικό χώρο, 1974-1988», (σελ. 369-450)στο: Xρ. Γιαλλουρίδης-Στ. Αλειφαντής (επιμ.), Τα Βαλκάνια στο Σταυροδρόμι των Εξελίξεων, Αθήνα 1988. Και πέραν των περιφερειακών σχέσεων, στην δεκαετία ’80 οι κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου επεδίωξαν συστηματικά την διάκριση ανάμεσα σε ελληνικές επιδιώξεις και δυτικές επιλογές της εποχής, ακολουθώντας αυτό που αποκλήθηκε «πολυδιάστατη» εξωτερική πολιτική και εκφράστηκε με την ανάπτυξη ελληνο-αραβικών σχέσεων (όπως PLO, Συρία, Ιράκ, Λιβύη), την διαφοροποίηση στις σχέσεις Ανατολής-Δύσης από το ΝΑΤΟ, όπως η εγκατάστασης πυραύλων μέσου βεληνεκούς Περσινγκ-Κρούζ στην Ευρώπη, η προώθηση «αποπυρηνικοποιμένης ζώνης» στα Βαλκάνια, το μη-πάγωμα των σχέσεων με Πολωνία μετά την επιβολή στρατιωτικού νόμου του Γιαρουζέλσκι, η μη-καταγγελία της Μόσχας στην περίπτωση κατάρριψης του νοτιο-κορεάτικου τζάμπο, η διεθνής «Πρωτοβουλία των Έξι», κ.α. Δες: Χ. Ροζάκη, «Ελληνική Εξωτερική Πολιτική», Ελλάδα: Ιστορία και Πολιτισμός, τόμος 7, Θεσσαλονίκη, 1986, Ι. Βαληνάκης, Εισαγωγή στην Ελληνική Εξωτερική Πολιτική, 1949-1988, Θεσσαλονίκη, 1989.

[48] Hakan Yavuz and Nihat Ali Özcan,  “The Kurdish Question and Turkey’s Justice and Development Party”, Middle East Policy, no13, Spring 2006

[49] Το πλαίσιο βελτίωσης και ομαλοποίησης των ελληνο-τουρκικών σχέσεων με άξονα την τουρκική υποψηφιότητα για ένταξη στην Ε.Ε. προσφέρει την δυνατότητα στην Άγκυρα να ασχοληθεί απερίσπαστα με την «προς ανατολάς» περιφερειακή έμφαση της (Μέση Ανατολή, Καύκασος /Κεντρική Ασία). Το γεγονός ότι η Άγκυρα δεν έχει εγκαταλείψει τις εδαφικές διεκδικήσεις και την πολιτική ελεγχόμενης έντασης στο Αιγαίο, δεν τις δημιουργεί επείγοντα προβλήματα, καθώς η Αθήνα επί κυβερνήσεων Κώστα Καραμανλή (2004-2009) ακολουθεί στάση αναμονής, «αναβάλλοντας» για αόριστο χρόνο στο μέλλον (που χαλαρά συνδέει με την πορεία των ευρω-τουρκικών σχέσεων) κάθε άσκηση ελληνικής διπλωματικής ή πολιτικο-στρατιωτικής πίεσης για επίλυση των διμερών προβλημάτων. Από την άποψη αυτή, η Ελλάδα θέτει εαυτόν στον κίνδυνο της στρατηγικής υπερκέρασης από την Άγκυρα και υπό δυσμενέστερους όρους την προσπάθεια άρσης των τουρκικών διεκδικήσεων. Η ρητορική της νέας κυβέρνησης για «επανασύνδεση» των ευρω-τουρκικών σχέσεων μ’ έναν «οδικό χάρτη» θετικών βημάτων της Άγκυρας στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις δεν έχει ακόμη εκφραστεί με πρακτικά βήματα και, επιπλέον, η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην Ε.Ε. έχει de facto «παγώσει» λόγω απροθυμίας σειράς κρατών-μελών στην προοπτική ένταξης της Τουρκίας. Παρά τις συνεχιζόμενες κατά καιρούς προκλήσεις στο Αιγαίο, οι διμερείς διπλωματικές επαφές επί διακυβέρνησης Γιώργου Παπανδρέου (2009-) προσπαθούν να αποφύγουν την πόλωση, εστιάζοντας σε θέματα συνεργασίας χαμηλής πολιτικής, όπως η σειρά συμφωνιών που υπογράφηκαν κατά την επίσκεψη Ταγίπ Ερντογάν στην Αθήνα τον Μάιο 2010. Η διαφορά αντιλήψεων μεταξύ των δύο κρατών συνεχίζει να υφίσταται στα κρίσιμα ζητήματα ελληνικής ασφάλειας, όπως είχε την ευκαιρία να τονίσει σε ομιλία του σε Τούρκους διπλωμάτες κατά την διάρκεια της επίσημης επίσκεψης του έλληνα Πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου στην Τουρκία (Ιανουάριος 2011). Ενδεικτικές είναι οι πρόσφατες εκατέρωθεν δηλώσεις για το Καστελόριζο. Η Ελλάδα διερευνά με την Τουρκία την πλήρη οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας από την Θράκη μέχρι το Καστελόριζο, ξεκαθαρίζει το υπουργείο Εξωτερικών, σε απάντηση δηλώσεων του υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας στην εφημερίδα «Η Καθημερινή». Όμως, ο Αχμέτ Νταβούτογλου εξαιρεί το Καστελόριζο από μια ενδεχόμενη συνολική συμφωνία για το Αιγαίο. Υποστηρίζει, μάλιστα, ότι το Καστελόριζο δεν είναι μέρος του Αιγαίου, αλλά της Μεσογείου. «Για την Ελλάδα, στόχος των διερευνητικών επαφών είναι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας μεταξύ των δύο χωρών σε όλο το εύρος της, από τη Θράκη μέχρι το Καστελόριζο», τόνισε αντίθετα ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών, Γ. Δελαβέκουρας. «Οι διερευνητικές επαφές», δηλώνει ο κ. Νταβούτογλου, «έχουν ρητό στόχο να εξετάσουν όλα τα θέματα που αφορούν τις διαφωνίες μας στο Αιγαίο. Επομένως, είμαστε επικεντρωμένοι κατά προτεραιότητα στο θέμα του Αιγαίου. Ωστόσο, το Καστελόριζο βρίσκεται στη Μεσόγειο». Δες: Καθημερινή, 05-03-2011. Αξιοσημείωτη, αντίθετα, είναι η συστηματική προσπάθεια της Λευκωσίας να συνδέσει με κάθε ευκαιρία τις ευρω-τουρκικές σχέσεις με την συμμόρφωση της Άγκυρας στις συμβατικές δεσμεύσεις της απέναντι στην Ε.Ε. (Πρωτόκολλο Τελωνειακής Ένωσης, κ.α.) και με την επίλυση του Κυπριακού. Ωστόσο, τόσο η πολιτική της Αθήνας όσο και της Λευκωσίας εξαρτώνται σημαντικά από το περιεχόμενο που θα προσλάβουν οι ευρω-τουρκικές σχέσεις στο εγγύς μέλλον. Κομβικό ερώτημα στην διαχείριση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων παραμένει εάν οι ευρω-τουρκικές σχέσεις μπορούν να αποτελέσουν, και κάτω από ποιες προϋποθέσεις, καθοριστικό παράγοντα της άρσης των τουρκικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο και δίκαιης επίλυσης του Κυπριακού. Σχετικά με τον ελληνικό διάλογο που προκύπτει από διαφορετικές προσεγγίσεις του θέματος ενδεικτικά δες: Στέλιος Αλειφαντής, «Ελληνική Εθνική Στρατηγική: Σύγχρονες Προκλήσεις και Προοπτικές», Monthly Review, no 3, 2005, Κώστας Σημίτης, «Η Σχέση της Τουρκίας με την Ευρώπη: Γιατί πρέπει να Αλλάξουμε Πολιτική», Βήμα, 17-02-2008, Θεόδωρος Kουλουμπής, «Eλληνοτουρκικά και Kυπριακό: τι κάνουμε τώρα;», Καθημερινή, 2-10-2005, Sergios Zambouras, “Turkeys Cyprus Policy: A Research Agenda”, in Chr. Yallourides and P.Tsaconas, (eds), Greece and Turkey after the end of the Cold War, New York 2001, Νίκος Τριμικλινιώτης, «Η Κύπρος στα δύσκολα μονοπάτια της αλήθειας και της συμφιλίωσης», Διεθνής & Ευρωπαϊκή Πολιτική, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2008.

[50] Barry Rubin and Kemal Kirişci, Turkey in World Politics:  An Emerging Multiregional Power, Lynne Rienner Publishers, 2001.

[51] Graham Fuller, “Turkey‘s Strategic Model:  Myths and Realities”, Washington Quarterly, no 27, Summer 2004.

[52] Ian Lesser, “Turkey in a Changing Security Environment”, Journal of International Affairs, no 54, Fall 2000

[53] Bülent Aras, The New Geopolitics of Eurasia and Turkey’s Position, London 2002. “What future does Turkey have in Central Asia and the Caucasus?”, Central Asia-Caucasus Institute, November 19, 2007, Mustafa Aydin, “Foucault’s Pendulum:  Turkey in Central Asia and the Caucasus”  Turkish Studies,no 5, Summer 2004

[54] Tarık Oğuzlu, “Soft Power in Turkish Foreign Policy”, Australian Journal of International Affairs, no 61,  March 2007.

[55] Mehmet Ozkan, «Turkey, Pivotal Middle Powers and Global Order«, Paper presented at the annual meeting of the International Studies Association 48th Annual Convention, CHICAGO, IL, USA, Feb 28, 2007.

[56] Kemal Kirisci, “The Transformation of Turkish Foreign Policy: The Rise of the Trading State”, New Perspectives on Turkey, no. 40, 2009, 29–57.

[57] Στο πλαίσιο της θεμελιώδους επιλογής της για «άνοιγμα» σε νέες αγορές η κυβέρνηση Ερντογάν εφάρμοσε διαδοχικά πακέτα ενίσχυσης της εγχώριας ζήτησης και ξεκίνησε ένα μεσοπρόθεσμο σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης. Οι προσπάθειες της κυβέρνησης συνέβαλαν στην αναζωογόνηση της βιομηχανικής παραγωγής, την ελάφρυνση των επιπτώσεων της κρίσης. Παρόλα αυτά μια υγιή ανάκαμψη κατέστησε αναγκαία την επέκταση του όγκου των εξαγωγών της Τουρκίας, δεδομένων των περιορισμών της εγχώριας αγοράς της να διατηρήσει τη βιομηχανική ανάπτυξη από μόνη της. Ωστόσο, τούρκοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι, παρόλο που ο όγκος των εξαγωγών στην παγκόσμια οικονομία επεκτάθηκε κατά το πρώτο τρίμηνο του 2010, οι τουρκικές εξαγωγές παρέμειναν μάλλον στάσιμες. Από τη άλλη πλευρά, επισημαίνεται ότι η Τουρκία όλο και περισσότερο εξαρτάται από τις εισαγωγές να στηρίξει την οικονομική ανάπτυξη της. Παράλληλα με την αύξηση της εγχώριας παραγωγής και των εξαγωγών, οι τουρκικές εισαγωγές, επίσης, αυξήθηκαν τους τελευταίους μήνες. Το έλλειμμα εξωτερικού εμπορίου αποτελεί πλέον εξαιρετική πηγή ανησυχίας για την τουρκική οικονομία, καθώς στοιχεία δείχνουν ότι από τον Ιούνιο του 2010 το εξωτερικό έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου αυξήθηκε κατά 34,9 % από το περασμένο έτος και οι εξαγωγές της Τουρκίας είναι μακράν από την εξισορρόπηση των εισαγωγών της. Saban Kardas, “Turkey’s “Economic Recovery” Raises Questions”, Eurasia Daily Monitor, Volume 7, Issue 150, August 4, 2010, Marcie Patton, “The Economic Policies of Turkey’s AKP Government:  Rabbits from a Hat?”,  Middle East Journal,  no 60,  Summer 2006.

[58] Δες: Martin Wight, Πολιτική Δυνάμεων, Εκδόσεις Ειρήνη, Αθήνα 1994 σελ. 59-66 και 147-158

[59] Όπως στις περιπτώσεις των επιχειρήσεων κατά των κούρδων στο Β. Ιράκ και των πιέσεων που ασκήθηκαν κατά της Συρίας το 1998, δες: “Turkey Launches Major Iraq Incursion”, CNN.com, February 23, 2008.

[60] Για την σχετική διαπραγμάτευση του ζητήματος της «εναρμόνισης» ως καθοριστικό ζήτημα διαμόρφωσης της εξωτερικής πολιτικής δες: Στέλιος Αλειφαντής-Σέργιος Ζαμπούρας, Σύγχρονη Ελληνική Εξωτερική Πολιτική: Προβλήματα Προσέγγισης και Επιλογών, Εκδόσεις Ειρήνη, Αθήνα 1994

[61] John C.K. Daly, U.S. Turkish Relations: A Strategic Relationship Under Stress, Washington, DC: Jamestown Foundation, 2008

[62] Suat Kiniklioglu, “The Anatomy of Turkish-Russian Relations”, Τhe Brookings Institution, 2007, Fiona Hill & Omer Taspinar, “Russia and Turkey in the Caucasus: Moving Together to Preserve the Status Quo?”, IFRI, January 2006.

[63] Δες: Ziya Öniş-Şuhnaz Yılmaz, οπ.π

[64] Δες σχετικά: Sinan Ulgen, “A Place in the Sun or Fifteen Minutes of Fame? Understanding Turkey’s New Foreign Policy”, Carnegie Papers, Number 1 n December 2010

[65] Ziya Öniş and Caner Bakır, “Turkey’s Political Economy in the Age of Financial Globalization: The significance of the EU Anchor”, South European Society and Politics, Vol. 12, No. 2, July 2007, pp. 147-164.

[66] Sinan Ulgen, οπ.π.

[67] Ahmet Davutoglou, “Perspectives on Turkish Foreign Policy”, The Brookings Institution, Washington, D.C. Monday, November 29, 2010

[68] Ahmet Davutoglou, οπ.π.

 

Read Full Post »

Ποιος χρωστάει της Μιχαλούς;


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Για την ανασκευή της παραδοσιακής «ετυμολόγησης» της φράσης, «Ποιος χρωστάει της Μιχαλούς;», δημοσιεύουμε στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο από το ιστολόγιο, «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία», του κυρίου Νίκου Σαραντάκου.

 

Η φράση «αυτός χρωστάει της Μιχαλούς», σύμφωνα με όλα τα λεξικά, σημαίνει ότι κάποιος δεν είναι στα καλά του, ότι είναι τρελός. Η φράση ακούγεται συχνά και στις μέρες μας, αν και, όπως θα δούμε παρακάτω, η σημασία της βρίσκεται «υπό μετατόπιση». Πάντως, η παραδοσιακή, λεξικογραφημένη σημασία δεν έχει χαθεί. Για παράδειγμα, όταν στις αρχές της κρίσης, τον Δεκέμβριο του 2008, ο πρόεδρος του ΕΒΕΑ Κων. Μίχαλος πρότεινε να εργάζονται και να πληρώνονται λιγότερο οι εργαζόμενοι, αρκετοί ήταν εκείνοι που δεν αντιστάθηκαν στον πειρασμό και είπαν η έγραψαν ότι ο Μίχαλος χρωστάει της Μιχαλούς, ότι δεν είναι στα καλά του δηλαδή.

 

Ποια είναι όμως αυτή η Μιχαλού;

 

Η προέλευση της φράσης έχει βασανίσει όχι λίγο τους μελετητές. Σύμφωνα με μια εκδοχή που κυκλοφορεί και στο Διαδίκτυο αλλά πηγάζει από το βιβλίο «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις» του Τάκη Νατσούλη, στα χρόνια του Όθωνα βρισκόταν σε κάποιο σοκάκι του Ναυπλίου η ταβέρνα της Μιχαλούς. Η Μιχαλού ήταν, λέει ο συγγραφέας, παραδόπιστη και εκμεταλλεύτρια· είχε μια περιορισμένη πελατεία στην οποία έκανε πίστωση για ένα ορισμένο διάστημα, όμως αλίμονο σε όποιον δεν ήταν συνεπής. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας, η Μιχαλού ξεφτέλιζε κυριολεκτικά τους άτυχους οφειλέτες της. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και κάποιος ευσυνείδητος, ο οποίος αδυνατώντας να βρει χρήματα να εξοφλήσει τη Μιχαλού, γύριζε μέρα και νύχτα στους δρόμους παραμιλώντας. Και σαν κανείς ρωτούσε τους περαστικούς τι έχει αυτός ο άνθρωπος, οι άλλοι απαντούσαν «Αυτός χρωστάει της Μιχαλούς» (Νατσούλης, σελ. 99-100).

Η εκδοχή αυτή έχει βρει απήχηση, έχει θεωρηθεί έγκυρη και έχει αναδημοσιευτεί και σε σοβαρά ή/και μεγάλης κυκλοφορίας έντυπα. Και φυσικά είναι εντελώς αστήριχτη, μάλιστα είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα «νατσουλισμού», όπως ονομάζουμε εδώ στο ιστολόγιο την τάση κάποιων ερευνητών, πρώτα και κύρια του ίδιου του Νατσούλη, να ανάγουν την προέλευση παγιωμένων εκφράσεων σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο ή επεισόδιο. Όμως, εδώ ο Νατσούλης έχει ελαφρυντικό: την ανύπαρκτη αυτή εξήγηση δεν την εμπνεύστηκε ο ίδιος. Πρόκειται για εξήγηση που κυκλοφορεί ευρύτερα.

Πράγματι, στην πολύ σημαντική για την εποχή του και για τα ελληνικά δεδομένα εργασία του «Φρασεολογικά», ο Άνθιμος Παπαδόπουλος, που γράφει τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αφού αναφέρει ότι ο Γ. Χατζιδάκις είχε κατατάξει τη φράση στις «αγνώστου αρχής» φράσεις, μνημονεύει περίπου την ίδια εκδοχή με τον Νατσούλη, με τη διαφορά ότι τοποθετεί τη Μιχαλού όχι στα χρόνια του Όθωνα αλλά στα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση, άρα γύρω στο 1830· κατά τα άλλα, και εδώ η Μιχαλού παρουσιάζεται να καταδιώκει τόσο επίμονα και ανελέητα τους οφειλέτες της, που θα έπρεπε να είναι κανείς τρελός για να χρωστάει της Μιχαλούς. Είπα πως η εργασία του Παπαδόπουλου ήταν πολύ σημαντική, αλλά αυτό δεν σημαίνει ούτε πλήρης ούτε αλάνθαστη. Άλλωστε έχουν περάσει κάμποσες δεκαετίες από τότε που την έγραψε. Το εντυπωσιακό όμως είναι ότι και το λεξικό Μπαμπινιώτη παραθέτει την εκδοχή της ταβερνιάρισσας Μιχαλούς για να εξηγήσει τη φράση, χωρίς καν να διατηρεί επιφυλάξεις: «η φράση οφείλεται σε φερώνυμη ξενοδόχο του Ναυπλίου το 1830, που ήταν ιδιαίτερα απαιτητική για την εξόφληση λογαριασμών και χρεών», μας λέει. Το λάθος παραμένει στην τρίτη έκδοση. Δεν μ’ ενοχλεί το γεγονός ότι αναφέρει την ιστορία περί ταβερνιάρισσας, αλλά ότι την αναφέρει χωρίς επιφυλάξεις (πιθανόν, ίσως, λέγεται ότι). [Ευτυχώς, η τέταρτη έκδοση απαλείφει κάθε αναφορά στην προέλευση της έκφρασης].

Η αχίλλειος πτέρνα των νατσουλισμών είναι ότι, με το να προσδιορίζουν χρονικά τη γέννηση της έκφρασης, αφού την ανάγουν σε συγκεκριμένο ιστορικό επεισόδιο, ανοίγουν την πόρτα και στην ανασκευή τους, αν είναι κανείς αρκετά επίμονος ή τυχερός να βρει τη δεδομένη έκφραση σε ένα παλιότερο κείμενο. Όχι ότι είναι εύκολη υπόθεση να βρεις μέσα στον τεράστιο αχερώνα των κειμένων τη βελόνα που θα τρυπήσει το νατσουλικό μπαλόνι.

Παλιότερα, είχα βρει στον Τυχοδιώκτη του Χουρμούζη τη φράση «πας και χρουστείτε της Μιχαλούς;», ακριβώς με τη σημασία «μπας κι είσαι τρελός;», αλλά αφού ο Τυχοδιώκτης εκδόθηκε το 1835, οριακά θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς ότι είχε κάνει τόσο ντόρο η υπόθεση της παραδόπιστης Μιχαλούς το 1830, που να διαδόθηκε σαν αστραπή στο Ανάπλι και στο Μωριά και στην Αθήνα και στην υπόλοιπη απελευθερωμένη Ελλάδα, ώστε ο Χουρμούζης (που ήτανε Πολίτης) να τη βρει παροιμιακή και να τη βάλει στο έργο του.

Ωστόσο, ο Θεός αγαπάει και τον Νοικοκύρη. Μερικά χρόνια αργότερα, φυλλομετρούσα την κωμωδία «Κορακιστικά» του Ιακωβάκη Ρίζου Νερουλού, στην οποία ο φαναριώτης συγγραφέας σατιρίζει τους καθαριστές της γλώσσας παρουσιάζοντας δυο ήρωες που το έχουν βάλει αμέτι μουχαμέτι να βγάλουν αρχαιοελληνικές όλες τις ξένες λέξεις (ο διάλογός τους θυμίζει εκπομπή σημερινού ελλαδεμπορικού παρακάναλου). Έχουν κι έναν υπηρέτη, τον Μικέ, που τον έχουν βαφτίσει Μύκη επί το αρχαιοπρεπέστερο. Και σε μια στιγμή που φεύγουν, αγανακτεί με τις παλαβομάρες του αφέντη του και λέει και με το δίκιο του ο δόλιος ο Μικές:

Φρόνιμμα το λέσι στον τόπον μου στη Χχιο,

το πως οι Γραμματισμένοι χρωστούσι της Μιχαλλούς.

(τα διπλά σύμφωνα είναι προφανώς προσπάθεια του συγγραφέα για φωνητική ορθογραφία, διότι τότε τα πρόφερναν οι Χιώτες, όπως τα προφέρουν ακόμα οι Κύπριοι)

Τι μας λέει εδώ ο ευλογημένος Μικές; Ότι η έκφραση «χρωστάω της Μιχαλούς» ήταν παροιμιακή στη Χίο. Πότε; Τότε που γράφτηκαν τα Κορακιστικά, προφανώς. Και πότε γράφτηκαν; Νωρίτερα από το 1812, βρίσκω, αφού από τότε κυκλοφορούσαν χειρόγραφα στους κύκλους των λογίων της Πόλης – και τυπώθηκαν γύρω στο 1814.

Άρα, ακόμα κι αν υπήρχε Μιχαλού ταβερνιάρισσα στο μετεπαναστατικό Ανάπλι, που πολύ αμφιβάλλω, σαφώς δεν είναι αυτή που έγινε αιτία να γεννηθεί η φράση «χρωστάει της Μιχαλούς», αφού, όπως είδαμε, η φράση εμφανίζεται σε κείμενο του 1812 και πολύ μακριά από την Πελοπόννησο.

Πώς όμως γεννήθηκε η φράση; Εδώ δεν υπάρχει απόλυτη σιγουριά, πιστεύω όμως ότι η εξήγηση που θα παρουσιάσω είναι η σωστή.

Η φράση «χρωστάει της Μιχαλούς» υπάρχει στο ανέκδοτο τμήμα των Παροιμιών του Ν. Πολίτη που τα χειρόγραφά του μένουν να σκονίζονται σε κάποιο υπόγειο προς δόξαν του ελληνικού κράτους που δεν βρίσκει να διαθέσει σ’ αυτό το εθνικής σημασίας έργο μισό από τα 230 εκατομμύρια που χάρισε στο Μέγαρο Μουσικής. Εγώ δεν έχω πρόσβαση στα χειρόγραφα του Πολίτη και δεν τα έχω δει, όμως τα είχε δει ο Χουρμουζιάδης, ένας λόγιος των αρχών του αιώνα, που είχε δημοσιεύσει σε ένα παλιό τεύχος του περιοδικού «Λαογραφία» μια συλλογή παροιμιών της Ανατολικής Θράκης, και εκεί μας λέει ότι η θρακιώτικη μορφή της παροιμίας υπάρχει και στο ανέκδοτο τμήμα του Ν. Πολίτη. Όμως, ο Χουρμουζιάδης καταγράφει τη φράση κάπως διαφορετικά: Χρωστάει το Μιχάλη. Η αιτιατική όμως εδώ πρέπει να νοηθεί ως μωραΐτικη γενική: χρωστάει του Μιχάλη.

Και στη δική του συλλογή ο Άνθιμος Παπαδόπουλος καταγράφει κι άλλες ιδιωματικές παραλλαγές: χρωστάει του Μιχάλη (Ήπειρος-Θεσσαλία), χρωστάει τον Μουχάλη (Πόντος), στη δε Συληβρία Μιχάλης λέγεται ο ελαφρόμυαλος. Ο Παπαδόπουλος υποθέτει ότι, όταν ξεχάστηκε η ιστορική αρχή της φράσης δεν είναι περίεργο που τη θέση της Μιχαλούς πήρε ο Μιχάλης, εγώ όμως πιστεύω πως το αντίστροφο έγινε, δηλαδή όταν διαδόθηκε η φράση σε περιοχές που ο Μιχάλης ή η Μιχαλού δεν σήμαινε τίποτα το ξεχωριστό, τότε εφευρέθηκε εκ των υστέρων η ψευτοϊστορική εξήγηση.

Αν προσέξουμε, όλες σχεδόν οι αναφορές που έχουμε εντοπίζονται σε μια γεωγραφική περιοχή αρκετά βόρεια, ανάμεσα Θράκη και Πόλη. Σκέφτηκα λοιπόν να ψάξω σε βουλγάρικα λεξικά και βρήκα κάτι πολύ ενδιαφέρον. Βρήκα ότι στα βουλγάρικα υπάρχει ολόιδια έκφραση! Συγκεκριμένα, η έκφραση имам да давам на Михаля (κατά λέξη «χρωστάω στον Μιχάλη»), σημαίνει ό,τι και η δικιά μας «χρωστάω της Μιχαλούς», δηλαδή δεν είμαι στα καλά μου, κάπου χάνω, μου έχει λασκάρει η βίδα. Το λεξικό όπου βρήκα τη λέξη σημειώνει ότι η βουλγαρική έκφραση προέρχεται από τα ελληνικά, χωρίς να δίνει άλλα στοιχεία. Όμως, κι αυτό είναι ακόμα πιο ενδιαφέρον, στα βουλγάρικα υπάρχει και δεύτερη έκφραση με τον Μιχάλη, που δεν υπάρχει στα ελληνικά: гоня Михаля, (κατά λέξη «κυνηγάω τον Μιχάλη»), επιδιώκω ανέφικτα πράγματα, θηρεύω ανέμους που λέγαν κι οι αρχαίοι. Η αλήθεια είναι πως πρόκειται για παλιωμένες εκφράσεις, ενώ επίσης δεν μπόρεσα να βρω το μνημειώδες βιβλίο του Γκέροφ [1] που ίσως θα μας έδινε κάποιες πληροφορίες.

Παρ’ όλες τις αβεβαιότητες, η πεποίθησή μου είναι ότι αρχική μορφή της έκφρασης, είτε στα ελληνικά είτε στα βουλγάρικα, ήταν η «χρωστάει στον Μιχάλη» και ότι η σημασία «Μιχάλης = ο ελαφρόμυαλος» προϋπήρχε. Και όποιος χρωστάει στον ελαφρόμυαλο,  εύλογα είναι δυο φορές ελαφρόμυαλος. Όπερ έδει δείξαι, θαρρώ, και μπορούμε να ξεχάσουμε την εκδοχή της ταβερνιάρισσας από τ’ Ανάπλι.

Όμως, καθώς πέρασαν τα χρόνια, η έκφραση «χρωστάει της Μιχαλούς» έπαθε κάτι άλλο, έχασε την «ετυμολογική» της θα λέγαμε διαφάνεια, δηλαδή η ιδιωματική σημασία της δεν προκύπτει πια με κανέναν τρόπο από την κατά λέξη ερμηνεία της. Οπότε, πολύ λογικά, εμφανίστηκε μια νέα σημασία, και εδώ και μερικά χρόνια, καμιά δεκαπενταριά ας πούμε, έχει φτάσει να σημαίνει «χρωστάει πάρα πολλά». Η εξέλιξη είναι ευεξήγητη: λέει κάποιος, σαν λογοπαίγνιο: χρωστάμε στις κάρτες, χρωστάμε στο στεγαστικό, χρωστάμε την κουζίνα, χρωστάμε στον Τάδε, χρωστάμε ακόμα και στη Μιχαλού. Ότι κάποτε θα υπήρξε αυτό το λογοπαίγνιο, το βλέπουμε στη γελοιογραφία του Μποστ κάτω, από το 1959, όπου η μαμα-Ελλάς αποχαιρετάει τον πανίσχυρο Δυτικογερμανό υπουργό Οικονομικών Λ. Έρχαρτ και ο πρωτοΠειναλέων κάνει πικρόχολο λογοπαίγνιο με την έκφραση “χρωστάει της Μιχαλούς” λέγοντας “χρωστάει παντού και χρωστάει και της Μιχαλούς”, δηλαδή “χρωστάει σε όλους και δεν είναι και καλά στα μυαλά της”. Το 1959 ήταν λογοπαίγνιο, σήμερα η έκφραση ολοένα και περισσότερο χρησιμοποιείται με αυτή τη σημασία.

 

Γελοιογραφία του Μποστ, από το 1959, όπου η μαμα-Ελλάς αποχαιρετάει τον πανίσχυρο Δυτικογερμανό υπουργό Οικονομικών Λ. Έρχαρτ και ο πρωτοΠειναλέων κάνει πικρόχολο λογοπαίγνιο με την έκφραση «χρωστάει της Μιχαλούς»...

Γελοιογραφία του Μποστ, από το 1959, όπου η μαμα-Ελλάς αποχαιρετάει τον πανίσχυρο Δυτικογερμανό υπουργό Οικονομικών Λ. Έρχαρτ και ο πρωτοΠειναλέων κάνει πικρόχολο λογοπαίγνιο με την έκφραση «χρωστάει της Μιχαλούς»…

 

Πράγματι, αν κοιτάξουμε στο γκουγκλ, βρίσκουμε την έκφραση με τη σημασία αυτή, ιδίως σε τίτλους άρθρων, όπως «Χρωστάνε “της Μιχαλούς” οι Κρητικοί σε απλήρωτους λογαριασμούς», ακόμα και σε ευρηματικούς μεταπλασμούς όπως «Από τη λίστα [των δανειστών της ΑΕΚ] λείπει μόνο το όνομα της Μιχαλούς». Μάλιστα, έβαλα στο γκουγκλ χρονικό περιορισμό να βγάζει κείμενα μόνο του τελευταίου χρόνου και δεν βρήκα ούτε ένα παράδειγμα όπου η έκφρ. χρησιμοποιείται με τη σημασία «είναι τρελός», αν και βρήκα πολλές ιστοσελίδες που εξηγούν (συνήθως λανθασμένα) την προέλευση της φράσης.

Δηλαδή, η έκφραση με την παλιά, τη λεξικογραφημένη σημασία της, τείνει ν’ αποκτήσει μουσειακό χαρακτήρα, ενώ η ζωντανή σημασία της έκφρασης δεν είναι καταγραμμένη σε κανένα λεξικό, αν και έχει αναφερθεί από την Άννα Ιορδανίδου σε παλιό δελτίο της Άσπρης Λέξης, ενώ επίσης έχει καταγραφεί στη Λεξιλογία, όπου ο Σάκης Σεραφείμ είχε διατυπώσει την πρόβλεψη, που πολύ πιθανό είναι να επαληθευτεί, ότι η νέα σημασία (δηλ. χρωστάει πολλά) θα κατισχύσει. Να σημειώσω πάντως ότι σε πολλά νεότερα κείμενα βλέπουμε μια παραλλαγή της φράσης, δηλαδή όχι «χρωστάει της Μιχαλούς», αλλά «χρωστάει ΚΑΙ της Μιχαλούς», πάντα με τη σημασία «χρωστάει πολλά», κι έτσι η έκφραση εκλογικεύεται ακόμα περισσότερο. Δηλαδή, χρωστάει κάποιος σε όλο τον κόσμο (όπως λέμε «χρωστάει σε όποιον φοράει παπούτσια / σε όποιον μιλάει ελληνικά»), ακόμα και στη Μιχαλού, που φαντάζομαι θα τη σκέφτονται σαν καμιά γυναίκα του λαού, ίσως γριούλα με τσεμπέρι.

Πέρσι, που έγραφα το βιβλίο μου «Λόγια του αέρα»[2] στο λήμμα «χρωστάει της Μιχαλούς» αφιέρωσα αρκετόν χώρο στην ανασκευή της διαδεδομένης θεωρίας για την προέλευση της έκφρασης (ταβερνιάρισσα του Αναπλιού), οπότε ήμουν κάπως λακωνικός για τη νεότερη σημασία και περιορίστηκα να αναφέρω τα εξής: Το βέβαιο είναι ότι στη σημερινή χρήση η έκφρ. έχει χάσει τη διαύγειά της, κι έτσι πολλοί τη χρησιμοποιούν σαν να σημαίνει «χρωστάει πάρα πολλά».

 

Νίκος Σαραντάκος

 

Σημειώσεις Βιβλιοθήκης


 

[1] Найден Геров (Νάιντεν Γκέροφ),  Речник на блъгарский язик с тлъкувание речити на блъгарски и руски ( = Λεξικό της βουλγάρικης γλώσσας με ερμηνείες στα Βουλγάρικα και στα Ρώσικα)  (1895–1904), 5 τόμοι + συμπλήρωμα το 1908 από τον Πάντσεφ.

[2] Νίκος Σαραντάκος, «Λόγια του αέρα και άλλες 1000 παγιωμένες εκφράσεις», Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2013.

 

Read Full Post »

Γλωσσολογία και ορθογραφία


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα:

«Γλωσσολογία και ορθογραφία»

 

 

Πολύς κόπος καταβάλλεται σε έγκριτα λεξικά της νεοελληνικής γλώσσας προκειμένου να μας πείσουν ότι η γραφή αβγό και αφτί είναι η σωστή έναντι της σχολικής (όπως τη χαρακτηρίζουν) ορθογραφίας αυγό και αυτί. Εξετάζοντας την επιχειρηματολογία τους, βρίσκω αδύνατα σημεία.

Στο Λεξικό Μπαμπινιώτη (σ. 43) παρουσιάζεται η ακόλουθη πορεία για τη λ. αυγό: τα ωά > ταωά > ταuά > ταγuά > ταuγά. Το u θεωρείται από τους γλωσσολόγους φωνηεντικό ημίφωνο, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση εμφανίζει συμφωνική προφορά /v/ πριν από το ηχηρό γ. Τι εμποδίζει λοιπόν να μη μεταγράψουμε ταuγά ως τ’ αυγά, αφού και οπτικώς το u ταιριάζει με το υ, και ουσιαστικώς ο συνδυασμός αυ– αποδίδει το /v/ που έχει προκύψει από τη φωνητική εξέλιξη; Υπενθυμίζω ότι οι συνδυασμοί αυ– και ευ– στη νεοελληνική έχουν διπλή προφορά: αβ και εβ μπροστά από φωνήεν ή ηχηρό σύμφωνο, ενώ αφ και εφ μπροστά από άηχο σύμφωνο (π.χ. αύρα, Αύγουστος, ευωδιάζω, ναύτης, ευχαριστώ). Το επιχείρημα ότι η λ. αυγό «δεν δικαιολογείται να γραφεί με δίφθογγο αυ-, διότι η δίφθογγος δεν υπήρχε εξ αρχής στη λέξη» δεν ευσταθεί, καθώς ούτε ο συνδυασμός αβ– υπήρχε εξαρχής στη λέξη. Τόσο το αυ– όσο και το αβ– αποδίδουν εξ ίσου καλά τη φωνητική εξέλιξη /av/· ως εκ τούτου η λέξη μπορεί να γραφεί διττώς. Παρομοίως το αυτί (έ.α. σ. 337). Η πορεία της λέξης είναι: τα ωτία > ταουτία > tautia > tavtia > taftia. Η φωνητική εξέλιξη /af/ δηλώνεται στα νέα ελληνικά είτε με το αυ- είτε με το αφ-. Είναι θέμα προτίμησης να γραφεί αυτί ή αφτί καθώς δεν υπάρχει ετυμολογική βάση ούτε για το υ ούτε για το φ.

Επειδή βρίσκω τις γραφές αυγό και αυτί πολύ πιο κοντά στις βαθμίδες ταuγά και ταουτία, επειδή αγαπώ να χρησιμοποιώ φωνήεντα καθώς η ελληνική (γλώσσα πλούσια σε φωνήεντα) είναι η μητρική μου γλώσσα, επιλέγω τη γραφή με –υ-. Το υ δείχνει στα μάτια μου πιο κομψό και χαρούμενο, είναι ανοιχτό και βλέποντάς το ανοίγει η ψυχή μου έναντι των κλειστών β, φ.

Η λ. ορθοπαιδική είναι άστοχη για να αποδώσει τον ιατρικό κλάδο που ασχολείται με τις παθήσεις του μυοσκελετικού συστήματος. Οι ιατροί αυτού του κλάδου δεν ασχολούνται μόνο με παιδιά (ώστε να ευσταθεί η λέξη), αλλά μ’ όλες τις ηλικίες. Με βάση την ανωτέρω γραφή θα έπρεπε οι θεράποντες ιατροί ανάλογα με τον ασθενή τους ν’ αποκαλούνται ορθοβρεφικοί, ορθοεφηβικοί, ορθονεανικοί, ορθογεροντικοί, κ.λπ. Όμως κάτι τέτοιο είναι γελοίο. Tο ίδιο γελοίο είναι να χαρακτηρίζονται οι νάρθηκες για τετράποδα (σκύλους, γάτες, πρόβατα, κατσίκια, κ.λπ.) ως ορθοπαιδικοί!

Όταν το 1741 ο Γάλλος Nicolas Andry έπλασε τον όρο ορθοπαιδική, έπραξε ορθώς διότι αντικείμενο της ενασχόλησής του ήταν αποκλειστικά οι σωματικές δυσπλασίες των παιδιών. Τώρα όμως ο όρος δεν καλύπτει όλη την ειδικότητα. Μυοσκελετική και μυοσκελετικός ιατρός αποτελούν κατά τη γνώμη μου επιτυχέστερους χαρακτηρισμούς. Πάντως, μέχρι να βρεθεί ένας καλύτερος όρος για τον συγκεκριμένο κλάδο (η Εταιρεία τους θα μπορούσε να προκηρύξει μέσω διαδικτύου ένα βραβείο σ’ όποιον καταθέσει την καλύτερη πρόταση), καλύτερα να χρησιμοποιείται η γραφή ορθοπεδική, ορθοπεδικός. Αφήνοντας στην άκρη κατά πόσον η γραφή με –ε– οφείλεται σε παρετυμολογική σύνδεση ή όχι, θα προσπαθήσω ν’ ανιχνεύσω εκ των υστέρων την ετυμολογία της λέξης μήπως αποδειχθεί κατάλληλη για τη χρήση που επιθυμούμε. Το ρ. ορθόω σημαίνει και ‘κτίζω’, η πέδη σημαίνει ‘δεσμός’. Με τη σημασία στον ενικό χρησιμοποιεί τη λέξη ήδη ο Σημωνίδης (μέσα 7ου αι. π.Χ., απ. 7.116 W.) και στον ενικό την ερμηνεύουν ο Ηρωδιανός (Επιμερ. σ. 105.9 Boiss. πέδη, ο δεσμός), ο Ησύχιος (λ. πέδη), διάφορα βυζαντινά λεξικά όπως το Etymologicum genuinum (λ. ανδράποδον), το λεξικό τού Ζωναρά (λ. πέδη), κ.ά. Οι γιατροί αυτού του κλάδου προσπαθούν να θεραπεύσουν το πονεμένο ή τραυματισμένο μέρος του σώματος ‘δένοντάς’ το με νάρθηκες, ζώνες, κολάρα, κ.λπ. Αν δεν είναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν τον σωστό δεσμό, τότε ο ασθενής κινδυνεύει να μετατραπεί σε νευρόσπαστο που τρεκλίζει. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η γραφή ορθοπεδική / ορθοπεδικός μπορεί να χρησιμοποιηθεί άφοβα για να περιγράψει τον συγκεκριμένο ιατρικό κλάδο.

 

Γλωσσολογία και ελληνικά

 

Αρκετούς αλλόκοτους όρους σε –ότητα έχουν πλάσει και χρησιμοποιούν οι γλωσσολόγοι: αποδεκτότητα, γραμματικότητα, καταστασιακότητα, κειμενικότητα, πληροφορητικότητα, προθετικότητα, κ.ο.κ. Πρόκειται για μη ευφυείς νεολογισμούς που έχουν προκύψει από τη μετάφραση αντίστοιχων αγγλικών όρων. Ο απλός χρήστης της νεοελληνικής απογοητεύεται καθώς θα περίμενε από επιστήμονες της γλώσσας να της φερθούν καλύτερα. Αντ’ αυτού αποδεικνύεται ότι ο γλωσσολόγος δεν ισοδυναμεί με τον ικανό γλωσσοπλάστη. Όσο για τον όρο σύμπλοκο που χρησιμοποιούν προκειμένου ν’ αποδώσουν φράσεις όπως φαύλος κύκλος, παιδική χαρά, λευκός θάνατος, κ.λπ., μου φέρνει στο νου ελληνικούρες σοφολογιότατων. Κατά τη γνώμη μου η λ. σύμπλεγμα (ενν. λέξεων) είναι πιο ομαλή και ταιριαστή από το εξεζητημένο σύμπλοκο, ενώ καλύτερη από τις δύο παραμένει η λ. φράση.

 

Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη

Φιλόλογος

 

Read Full Post »

Δημοσθένης Βουτυράς – Το ημερολόγιο μου της κατοχής


 

 

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο του Εκπαιδευτικού – Λογοτέχνη,  Σπύρου Κ. Καραμούντζου με θέμα:

 «Δημοσθένης Βουτυράς – Το ημερολόγιο μου της κατοχής»

 

 … Νομίζω πως λησμόνησα να γράψω ότι οι Γερμανοί μας έχουν τιμωρία. Πρέπει το βράδυ να μαζευόμαστε νωρίς στο σπίτι, αν και καλοκαίρι. Στις 10 να μην είναι κανείς στους δρόμους. Έως στις 10 το βράδυ. Κι έπειτα ούτε για γιατρό να τρέχει κανείς ούτε για μαμμή. Οι άρρωστοι να κρατιούνται ώσπου να ξημερώσει και οι ετοιμόγεννες ώσπου να ροδίσει η μέρα. Και τότε να φωνάξουν γιατρό και μαμμή. Λίγη υπομονή, πρέπει να συμβουλεύουν το μωρό, να βγει έπειτα που θάναι πιο ωραίο, γιατί θα δει και τον ήλιο να φωτίζει ! Τι να κάνουμε μεις ; Περιμένουμε και περιμένουμε και τάλλο φως να μας έρθει…

 Δημοσθένης Βουτυράς

 

 1. Εργοβιογραφικά

 

Δημοσθένης Βουτυράς

Δημοσθένης Βουτυράς

Ο Δημοσθένης Βουτυράς, ένας από τους σημαντικότερους διηγηματογράφους της νεοελληνικής πεζογραφίας του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε το 1872 στην Κωνσταντινούπολη, αλλά η καταγωγή του ήταν από την Κέα, όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Αργότερα εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο Μεσολόγγι και μετά στον Πειραιά. Εκεί τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο και ξεκίνησε και το Γυμνάσιο, το οποίο όμως το διέκοψε γρήγορα λόγω ασθένειας.

Μετά από κρίσεις επιληψίας που παρουσίασε, οι γονείς του ήταν υπερπροστατευτικοί μαζί του. Το 1905, ο πατέρας του, για οικονομικούς λόγους, αναγκάστηκε να αυτοκτονήσει. Το γεγονός αυτό, όπως ήταν και αναμενόμενο, επιδείνωσε και την κατάσταση της υγείας του Δημοσθένη Βουτυρά και του προκάλεσε βαθιά θλίψη και μελαγχολία. Λόγω δε των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε στη συνέχεια η οικογένειά του, πωλούσε όσο κι όσο σε περιοδικά και εφημερίδες τα διηγήματα, που ήδη είχε αρχίσει να γράφει.

Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα ως διηγηματογράφος (το 1901) στο πειραιώτικο περιοδικό «Το περιοδικό μας», με το διήγημα «Ο Λαγκάς και άλλα διηγήματα», που έγινε δεκτό με επαινετικά σχόλια από τον Παλαμά και τον Ξενόπουλο. Στο διάστημα της συγγραφικής του σταδιοδρομίας συνεργάστηκε με κάθε λογής περιοδικά και τύπωσε 35 βιβλία με 500 διηγήματα και μυθιστορήματα, χωρίς να μετακινηθεί μέχρι το θάνατό του ούτε από τα εκφραστικά του μέσα, ούτε από τους αντικειμενικούς του στόχους.

Το 1924 τιμήθηκε με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών, το 1932 με το Αριστείο του Δήμου Πειραιώς, ενώ η Ακαδημία Αθηνών , μετά από δύο εκλογές, αρνήθηκε να τον εκλέξει μέλος της, λόγω της αριστερής του ιδεολογίας. Πολλά έργα του μεταφράστηκαν στα γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά, πορτογαλικά, ολλανδικά και τουρκικά. Επίσης έγραψε και Αναγνωστικά για το Δημοτικό Σχολείο.

Ο Δημοσθένης Βουτυράς ήταν ο συγγραφέας περισσότερο των φτωχών και των απόκληρων, των χαμηλών και εξαθλιωμένων κοινωνικών στρωμάτων. Παρά τις κριτικές αντιφάσεις, σχετικά με την αξιολόγηση της προσφοράς του, που δικαιολογημένα τον πίκραναν και τον επηρέασαν, τα διηγήματά του έχουν ζωντάνια, κοινωνικό προβληματισμό και δεν τους λείπει ούτε η αισιοδοξία , ούτε η τόλμη. Το γεγονός, άλλωστε, ότι για μια περίοδο ήταν ο αγαπημένος συγγραφέας των νέων, με τον ρεαλισμό και την τολμηρή του αφήγηση, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κατάκτηση και ως καταξίωση. Δικαιολογημένα είναι ο σημαντικότερος ασπούδαστος των γραμμάτων μιας αυτοδίδακτης πηγαίας και γόνιμης έμπνευσης. Πέθανε το 1958.

 

2. «Το ημερολόγιο της κατοχής» του Δημοσθένη Βουτυρά με την κριτική ματιά του Στρατή Τσίρκα  

 

Ο διηγηματογράφος και μυθιστοριογράφος Στρατής Τσίρκας, από τους αξιολογότερους τής μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ελληνικής πεζογραφίας, με κύριο έργο του την μυθιστορηματική τριλογία «Ακυβέρνητες πολιτείες», με τη βαθυστόχαστη κριτική του ματιά γράφει μεταξύ των άλλων και τα ακόλουθα για το «Ημερολόγιο της Κατοχής» του Δημοσθένη Βουτυρά :

    [ Το Μάιο του 1949, σ’ ένα γράμμα του, ο Δημοσθένης Βουτυράς μου δίνει τον κατάλογο των βιβλίων του που είχε έτοιμα και περίμεναν εκδότη και για το Ημερολόγιό του της Κατοχής, μου γράφει:

 

«Επειδή είχα καταλάβει απ’ την ένωση Μουσολίνι και Χίτλερ πως πολλά κακά θα συμβούν, άφησα τότε δύο πολυσέλιδα που προσπαθούσα να γράψω, και άρχισα τον «Αιματωμένο Πλανήτη». Είναι μεγάλο βιβλίο και γραμμένο σαν μυθιστόρημα. Έχει μέσα και τον Ιταλικό Πόλεμο. Αυτό το έκλεισα την ημέρα που έπεφταν οι κανονιές για την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα.

 Ύστερα από λίγες ημέρες, επειδή είχα πολύ στενοχωρηθεί, αρχίζω το ημερολόγιο. «Φωνές ανέμων»: Έτσι το λέω. Αυτό είναι πολύ μεγάλο. Πολλοί φίλοι μου που τόμαθαν, με συμβούλεψαν να το σχίσω, γιατί άμα με πιάσουν θα με τουφεκίσουν. Κι εγώ τους απάντησα:

– Είναι χρέος μου να το κάνω. Τι, μόνο εκείνα που δεν είναι επικίνδυνα να γράφω ;…»

 

Και συνεχίζει ο Στρατής Τσίρκας:

 

Θα περίμενε κανείς πως οι εκδότες θα σκοτώνονταν αναμεταξύ τους ποιος να προλάβει την έκδοση ενός τέτοιου εθνικού θησαυρού. Αλλοίμονο! Το Ημερολόγιο κι άλλοι δέκα τόμοι από διηγήματα και μυθιστορήματα του Δημοσθένη Βουτυρά σαπίζουνε μες στα συρτάρια του. Το πνευματικό τέλμα της σημερινής κατάστασης δεν επιτρέπει να εμφανισθούνε ούτε και σαν αναγνώσματα στις εφημερίδες.

Χέρια όμως ευλαβικά αντιγράψανε από τα χειρόγραφα του συγγραφέα – που δεν τους έκανε καμιά διόρθωση από τότε που γράφτηκαν – μερικά αποσπάσματα.

Δε χορταίνω να τα διαβάζω. Και είμαι βέβαιος πως πολλοί θα συμμεριστούνε τον ενθουσιασμό και τη συγκίνησή μου. Όχι μόνο γιατί σε πολλά απ’ αυτά θίγονται θέματα που εξακολουθούνε να καίνε, είναι τόσο επίκαιρα. Αλλά και γιατί όλα τους έχουνε τη σφραγίδα της μεγάλης τέχνης. Γράφοντάς τα, ο μεγάλος μας διηγηματογράφος, μ’ ένα χέρι που έτρεμε από την πείνα και τον πυρετό, αλλά και από εθνική αγανάκτηση, έβαλε μέσα τους όλη του την ψυχή. «Εγώ ήμουν σαν υπνωτισμένος», λέγει. Κι ακόμα: «Είχα αποφασισθεί όμως…».

Πώς να μη σκύψεις λοιπόν για να φιλήσεις αυτό το χέρι; Ο μάρτυρας Βουτυράς. Όποιος ξέρει μέσα σε τι απάνθρωπη εγκατάλειψη ζει τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο μεγάλος αυτός οικοδόμος της πεζογραφίας μας, θα καταλάβει γιατί γράφω το μάρτυρας με τη διπλή έννοια που κράτησε στη γλώσσα μας χίλια εννιακόσια τόσα χρόνια τώρα. Ο Βουτυράς είδε, βεβαίωσε, κατάγγειλε και μαρτύρησε. Γι αυτό πληρώνει. Με φρικτούς σωματικούς πόνους, κι ακόμα φριχτότερους ψυχικούς. Δεν ελύγισε, δε θα λυγίσει ποτέ. Κάμνει «το χρέος του», όπως λέει. Όμως εμείς; ]

 

Παρακάτω ας διαβάσουμε λοιπόν κι εμείς, με την ευκαιρία της Επετείου της Εθνικής μας Εορτής της 28ης Οκτωβρίου 1940, για να μαθαίνουμε και να μην ξεχνάμε, μερικά από τα διασωθέντα αποσπάσματα του Ημερολογίου Κατοχής του Δημοσθένη Βουτυρά :

  

Δημοσθένη Βουτυρά

Το ημερολόγιο μου της κατοχής

(α π ο σ π ά σ μ α τα)

Α΄ Φωνές ανέμων

 

«Τετάρτη 21 Μαϊου του 41.

… Θέαμα διασκεδαστικό παρουσιάζουν οι εφημερίδες. Ενώ στην Κρήτη μάχονται οι Έλληνες εναντίον των Γερμανών επιδρομέων, οι εφημερίδες με γράμματα μεγάλα, όπως έκαναν όταν οι Έλληνες πολεμούσαν με τους Ιταλούς, αναγγέλλουν τώρα τις επιτυχίες των Γερμανών, σαν οι Γερμανοί νάναι οι δικοί τους….

***

Στο σπίτι όλοι άρρωστοι από κοιλιακά. Κι άλλος κόσμος το ίδιο. Πολλοί έχουν δυσεντερία δυνατή, επικίνδυνη. Είναι το ψωμί, λένε. Κι αυτό το ψωμί, αν μπορεί να ονομαστεί έτσι, είναι ένα είδος κοπριάς υγρής, βαρειάς…

Είναι ένας τρόπος κι αυτός να ξεκάνουν τον πληθυσμό της Ελλάδας. Γερμανικός κι αυτός, βγαλμένος απ’ τον πολιτισμό τους !!!

***

    Κυριακή. Ξημερώνει ο Θεός την ημέρα, τραβά δηλαδή την κουρτίνα, όπως κάνουμε εμείς το πρωί, για να δούμε λίγο φως και να η μέρα. Και ξημερώνει ο Θεός την ημέρα για να αισθανθούμε το λυρί της πείνας. Μα γιατί τη φώτισε ; Δεν την άφηνε στο βαθύ σκοτάδι ;

 ***

… Οι έμποροι και οι σφάχτες έβαλαν χέρι και στους γαϊδάρους. ‘Ισως στους γέρικους και στους ψόφιους…

Πού να τόξερε ο γέρο γάϊδαρος πως άμα ψοφήσει θα του κάνουν τιμές μεγάλες. Το κρέας του να ψηθεί σε ηλεκτρικιά κουζίνα, να βράσει σε κατσαρόλα πλουσίων, έπειτα να βαλθεί σε πολυτελέστατο τραπέζι και ύστερα να γεμίσει τα στομάχια χοντρών κυρίων και ωραίων γυναικών !

***

 … Νομίζω πως λησμόνησα να γράψω ότι οι Γερμανοί μας έχουν τιμωρία. Πρέπει το βράδυ να μαζευόμαστε νωρίς στο σπίτι, αν και καλοκαίρι. Στις 10 να μην είναι κανείς στους δρόμους. Έως στις 10 το βράδυ. Κι έπειτα ούτε για γιατρό να τρέχει κανείς ούτε για μαμμή. Οι άρρωστοι να κρατιούνται ώσπου να ξημερώσει και οι ετοιμόγεννες ώσπου να ροδίσει η μέρα. Και τότε να φωνάξουν γιατρό και μαμμή. Λίγη υπομονή, πρέπει να συμβουλεύουν το μωρό, να βγει έπειτα που θάναι πιο ωραίο, γιατί θα δει και τον ήλιο να φωτίζει ! Τι να κάνουμε μεις ; Περιμένουμε και περιμένουμε και τάλλο φως να μας έρθει…

***

Υπάρχει κι ένα άλλο αμάρτημα που δεν το συγχωρούν οι γερμανοί: Στην Ακρόπολη ήταν υψωμένη η σημαία η Γερμανική η νέα, με τον αγκυλωτό σταυρό. Η σημαία αυτή μια μέρα χάθηκε. Κάποιος είχε ανεβεί αψηφώντας τη ζωή του και την κατέβασε. Ποιος;   Μ’ όλα τα ψαξίματα της αστυνομίας δε βρέθηκε η σημαία.

***

Σάββατο 7 Ιουνίου 1941.

… Χόρτα δίχως λάδι, είκοσι δράμια ψωμί, γιατί τόσο μου πέφτει απ’ τη μοιρασιά που κάνω με τα διάφορα του σπιτιού ζώα.

Στο δρόμο βλέπω πολλούς χλωμούς ή κίτρινους. Αλλά βλέπω και μερικούς ανθηρούς. Μα μου φαίνεται και οι μαυραγορίτες και οι μπακάληδες έχουν παχύνει.

   Και συχνά, συχνά, βλέπω τους ήρωες να ζητιανεύουν. Αυτοί είναι οι δυστυχισμένοι. Το θάρρος, η αντρειά τους, τους είχε ανεβάσει ψηλά, όταν ξαφνικά βρέθηκαν κάτω πεσμένοι απ’ εκείνα τα ύψη.

   Τη βάση την είχαν από καιρό υπονομεύσει, οι διοικούντες….

Όλοι σάπιοι, κι όλα σάπια ήταν πίσω τους. Έβραζε η σαπίλα και τους κύκλωνε κι αυτούς. Και ήρθε ο καιρός, φούσκωσε κι έφερε το κακό. Η δόξα χτυπημένη, καμένη, ακρωτηριασμένη, έφυγε αιματόβρεχτη. Οι ήρωές της τώρα περπατούν με σκυμμένα κεφάλια, σαν να φταίνε αυτοί, νάταν έργο τους το χτύπημα που τους ήρθε δολοφονικά από πίσω…

***

… Άκουσα να λένε πως μοίρασαν οι δύο «σύντροφοι» την Ελλάδα. Την παλιά την παίρνουν οι Ιταλοί και τη νέα οι Γερμανοί. Τι λένε εκείνοι πούδιναν επάνω στις μάχες άδειες και απολύσεις στους στρατιώτες ; Τι λένε εκείνοι, πολίτες και στρατιωτικοί, πούχαν χαλάσει τον κόσμο να φυτέψουν το σαράκι της Γερμανοφιλίας και της Πέμπτης Φάλαγγας, στην Ελλάδα ; Λένε ότι πολλοί απ’ αυτούς έχουν μετανοήσει ! Μα τι θα πει μετάνοια ; Το έγκλημα έγινε ! Δεν είναι κακό μπάλωμα να το ξηλώσεις. Αυτοί όμως, οι δύο κύριοι έκαναν το λογαριασμό χωρίς τον ξενοδόχο.

***

… Εμπρός όμως! Εμείς δεν είμαστε με κανέναν! Και δε χτυπήσαμε δολοφονικά την πατρίδα, χάριν ξένου! Από κανενός τα λόγια δε συρθήκαμε. Εμπιστοσύνη σε κανέναν δε είχαμε. Κι εμπρός !

   Μακρυά οι μητραλοίες από μας, όσο και μετανοημένοι νάναι. Μετάνοια δε χωρεί σε τέτοιο έγκλημα. Εργαστήκατε για ξένον δολοφονώντας την Ελλάδα.

Κι όταν η Λευτεριά πούφυγε ντροπιασμένη, ξανάρθει πάλι στον δύστυχο αυτό τόπο κανείς πια, που λέγεται άνθρωπος κι Έλληνας, να μην πατήσει στους τόπους των δήθεν ανθρώπων, που πάτησαν εχθρικά τα ιερά της πατρίδας μας χώματα. Χέρι κανείς έντιμος Έλληνας να μην τους δώσει φιλικό…

***

     Οι δικτάτορες κι όλοι οι παλιάνθρωποι που παίζοντας η μοίρα, τους ανεβάζει ψηλά και διοικούν, επιθυμούν νάχουν δούλους, ανθρώπους φοβισμένους, στο μέρος που κυβερνούν, αλλ’ όταν ξεσπάσει πόλεμος, γίνει επιδρομή, επιθυμούν νάχουν ήρωες! Μπορεί να συμβιβαστούν αυτά τα δύο ; Οι ξυλοδαρμένοι μπορούν να γίνουν ήρωες ;

 ***

   20 Απριλίου του 42:

 … Ένα γερμανικό φορτηγό, ξεφόρτωνε κάρβουνα κι ένα παιδάκι δώδεκα-δεκατριών χρονών, αδύναμο, γυμνόποδο, μάζευε τα καρβουνάκια που πέφτανε. Ο Γερμανός που επέβλεπε το ξεφόρτωμα, στρατιώτης, αντί να το διώξει ή να του πει να φύγει, βγάζει το περίστροφό του και το πυροβολεί. Η σφαίρα το βρήκε στο κεφάλι και τ’ άφησε νεκρό.

Σε λίγο , φτάνει η μάννα του παιδιού, τρελλή από τον πόνο της και ορμά πάνω στο Γερμανό να τον ξεσκίσει…Φώναζε… ξεφώνιζε :

– Από κακιά σφαίρα να πάτε κακούργοι, τον τόπο σας να μην τον ξαναδείτε… Μέσα σε καμένο δάσος και πάνω σε καμένο δέντρο, λαλεί πουλί, λαλεί αηδόνι ;».

 

Για την αντιγραφή

Σπύρος Κ. Καραμούντζος

 

Βιβλιογραφία:

  • Εγκυκλοπαίδεια, Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα.
  • Περιοδικό: ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ / τ. 217/ Οκτώβρης- Νοέμβρης- Δεκέμβρης 2014. Διευθυντής: ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΤΑΦΥΛΑΣ.

 

Read Full Post »

«Πολιτισμική, Επικοινωνιακή και Εκπαιδευτική διάσταση του Μουσείου. Ένας θεσμός Δια Βίου παιδείας για Όλους». Δρ Βασιλική Σ. Ιωαννίδη, Β.Α., Ph.D., Φιλολογία, ειδίκευση: «Μεσαιωνική και Νεοελληνική Φιλολογία». Διδάκτωρ Παιδαγωγικής, ειδίκευση: «Ειδική Αγωγή» / Ι.Κ.Υ., Φιλοσοφική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωση τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

 Δημοσιεύουμε στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Βασιλικής Ιωαννίδη, Διδάκτωρ Φιλοσοφίας στο αντικείμενο της Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με θέμα:

«Πολιτισμική, Επικοινωνιακή και Εκπαιδευτική διάσταση του Μουσείου. Ένας θεσμός Δια Βίου παιδείας για Όλους»

 

Ιστορικά, το μουσείο αποτελεί αντικείμενο ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος από τα τέλη της δεκαετίας του 1940. Σήμερα, το μουσείο θεωρείται φορέας δημοκρατίας και μόρφωσης και έχει ξεφύγει από κάθε ιδεολογική προπαγανδιστική διάσταση του περασμένου αιώνα. Αντίστοιχα, ο υλικός πολιτισμός και το μουσειακό περιεχόμενο των εκάστοτε υλικών εκθεμάτων ενέχει το ιδεολογικό υπόβαθρο που θα λειτουργήσει ως εφαλτήριο για νέες αναζητήσεις. Ως εκ τούτου, σημαντικός αποδέκτης του πολιτιστικού προϊόντος είναι το κοινό, η αξιολόγηση του οποίου είναι σημαντική παράμετρος ανάπτυξης των, επίσης, εκάστοτε μουσειακών προγραμμάτων που συμπληρώνουν τη συμβατική μετάδοση της γνώσης και δημιουργούν ένα πρόσφορο πλαίσιο βιωματικής μάθησης (Δεληγιάννης, 2002).

 

Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα “Βασίλειος Παπαντωνίου”

Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα “Βασίλειος Παπαντωνίου”

 

Δεν είναι τυχαίο ότι στις ημέρες μας τα μουσειοπαιδαγωγικά προγράμματα διευρύνουν τον παιδαγωγικό ορίζοντα πέραν της προσχολικής και σχολικής εκπαίδευσης και σε άλλα πεδία, όπως της ιστορίας, της τέχνης, του πολιτισμού, της καλλιτεχνικής δημιουργίας και της αισθητικής αγωγής ευρύτερα κ.λπ.

Περαιτέρω, το μουσείο συνιστά χώρο άτυπης εκπαίδευσης και θεσμό δια βίου παιδείας. Εκφράζει την επιλογή της ελεύθερης μάθησης. Ως εκ τούτου, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι νέες τεχνολογίες της Πληροφορικής και των Επικοινωνιών και ιδιαίτερα η τεχνολογία του Διαδικτύου[1].

Ιδιαίτερα, όσον αφορά τον εκπαιδευτικό ρόλο των μουσείων, σύμφωνα με τους Bellamy & Oppenheim (2009), μέχρι σχετικά πρόσφατα η μάθηση στον τομέα των μουσείων ήταν ένα πεδίο αναξιοποίητο ως προς το στοιχείο του πολιτισμού στον τομέα της εκπαίδευσης. Αλλά τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται μια συντονισμένη διεθνώς προσπάθεια για τη γόνιμη σύζευξη εκπαίδευσης σε διάφορα και διαφορετικά περιβάλλοντα πολιτισμού. Κυρίως στον τομέα της εκπαίδευσης, πρωτίστως, μία ολιστική προσέγγιση σε επίπεδο ανάπτυξης και αγωγής του παιδιού και, στη συνέχεια, η επικέντρωση σε ευρύτερες εκπαιδευτικές και μαθησιακές εμπειρίες έχουν τη δυνατότητα να διευρύνουν και να εμβαθύνουν την εμπειρία της μάθησης πέρα από το βασικό κορμό μαθημάτων. Στο πλαίσιο αυτό, η συμβολή της μουσειακής αγωγής στην επίσημη εκπαιδευτική διαδικασία μπορεί να προσφέρει ζωτικής σημασίας εναλλακτικούς τρόπους μάθησης, αγωγής και εκπαίδευσης που θα συμπληρώνουν το επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα, θα εμπνέουν το ενδιαφέρον και τη δημιουργικότητα, βοηθώντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, το πιο δυναμικό κομμάτι της κοινωνίας – τους νέους- να συνειδητοποιήσουν τον ευρύτερο κόσμο και τη θέση τους μέσα σε αυτόν, με έναν τρόπο που ούτε οι γονείς ούτε οι εκπαιδευτικοί μπορούν να προσφέρουν και διαφορετικά παραμένει ανεκμετάλλευτος. Ωστόσο, η πρόκληση είναι μεγάλη, διότι ένα μεγάλο ποσοστό παιδιών, ακόμη και εάν είναι εντός του εκπαιδευτικού συστήματος, ζει στα όρια της φτώχειας, γεγονός που επηρεάζει τον κοινωνικό και πολιτισμικό ορίζοντα γενικότερα. Δεν είναι τυχαίο ότι τα θέματα της εκπαίδευσης, της πρόσβασης και της κοινωνικής δικαιοσύνης συνιστούν το πιο σημαντικό γεγονός που τα μουσεία θα αντιμετωπίσουν τα επόμενα χρόνια. Συνολικά, το μουσείο και άλλοι πολιτισμικοί οργανισμοί έχουν ένα σημαντικό και ενεργό ρόλο να διαδραματίσουν στη βίωση νέων εμπειριών και στην εκπλήρωση των πολιτισμικών αναγκών όλων των νέων, στην κοινωνικοποίησή τους, στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων και των ταλέντων τους καθώς και στην προσωπική προοπτική τους.

Επιπροσθέτως, το μουσείο είναι γεγονός και σύμβολο πολιτισμού, που συντηρεί την κοινή κληρονομιά και τη συλλογική μνήμη και δημιουργεί κοινωνικούς δεσμούς μεταξύ όλων των ανθρώπων, ασχέτως εθνικής και θρησκευτικής διαφορετικότητας, κοινωνικής προέλευσης, σωματικής και πνευματικής αναπηρίας ή της όποιας ανεπάρκειας.

Ταυτόχρονα, είναι δεδομένο ότι ένα μουσείο πρέπει να διαθέτει και να προσφέρει αισθητική μέσα από ένα σωστά δομημένο, υγιές και προσβάσιμο σε όλους περιβάλλον, με ασφάλεια, λειτουργικότητα και σεβασμό στην πολυπολιτισμικότητα και τη διαφορετικότητα των επισκεπτών του.

Συγχρόνως, τα μουσεία είναι – μεταξύ άλλων – εκπαιδευτικοί οργανισμοί με κοινωνική δραστηριότητα, την οποία προάγουν μέσω τρόπων κοινωνικής μάθησης. Τα μουσεία μπορούν να υποστηρίξουν την πρόοδο, την ανάπτυξη και τα ανθρώπινα δικαιώματα με ποικίλους τρόπους. Είναι ευθύνη της μουσειακής κοινότητας να αναγνωρίσει το έργο αυτό και να αξιοποιήσει τα μέσα και τις ευκαιρίες που διαθέτει προς ενημέρωση και εκπαίδευση των ατόμων μιας κοινωνίας, και δη σε επίπεδο διαμόρφωσης στάσεων και αξιών πολιτισμού (Hein, 1995).

 

Εθνική Πινακοθήκη Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου – Παράρτημα Ναυπλίου

Εθνική Πινακοθήκη Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου – Παράρτημα Ναυπλίου

 

Είναι κοινός τόπος ότι η εκθετική πρακτική των μουσείων είναι αφενός απόρροια εκπαιδευτικών θεωριών, οι οποίες προκύπτουν από τη σύζευξη θεωριών μάθησης, γνώσης και διδακτικής, αφετέρου είναι άμεσα επηρεασμένη από την κοινωνική και εκπαιδευτική σκοποθεσία της εκάστοτε εκπαιδευτικής πολιτικής που υιοθετείται, γεγονός που έχει επίδραση στο σχεδιασμό και την υλοποίηση των μουσειοπαιδαγωγικών προγραμμάτων (βλ. Hein, 1995/ Hooper-Greenhill, 1999, 2007/ Νάκου, 2001). Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρουμε ενδεικτικές πρακτικές, όπως:

  • Εκθέσεις γραμμικές με καθορισμένους στόχους και κείμενα διδακτικού προσανατολισμού με δασκαλοκεντρικές μεθόδους έχουν ως βάση τους τη θεωρία του διδακτισμού (didactism).
  • Εκθέσεις γραμμικές με συνοδευτικά πληροφοριακά κείμενα, σε συνδυασμό όμως και με άλλες προσφερόμενες ενισχύσεις ως ερέθισμα στη διδασκαλία, έχουν ως θεωρητική αφετηρία τη συμπεριφοριστική κατεύθυνση (behaviourism).
  • Εκθέσεις που παρέχουν το κατάλληλο υλικό μέσα από δραστηριότητες προς εξερεύνηση και σύγκριση, με τελικό σκοπό τη διερεύνηση της αντικειμενικής γνώσης, βασίζονται στη θεωρητική προσέγγιση της ανακάλυψης (discovery).
  • Εκθέσεις, οι οποίες δίδουν τη δυνατότητα πολυπρισματικής θέασης στους επισκέπτες, οργανώνονται και λειτουργούν συσχετιστικά με την καθημερινότητα και την εμπειρία, καθώς και ενθαρρύνουν τη δυνατότητα πολλαπλής ερμηνείας, είναι αυτές που φέρουν ως θεωρητικό υπόβαθρο τον εποικοδομισμό (constructivism). Εδώ, η μάθηση αποτελεί ενεργητική διαδικασία δόμησης της γνώσης από τα ίδια τα υποκείμενα και η διδασκαλία αποβλέπει στην καλλιέργεια δεξιοτήτων κριτικής σκέψης και ερμηνείας.

Αντίστοιχα, μέρος της μουσειακής επικοινωνίας είναι (Κόκκινος – Αλεξάκη, 2002):

  • οι εκθέσεις για άτομα με και χωρίς ειδικές ανάγκες,
  • η τεχνολογία μέσω της χρήσης εποπτικών μέσων για εκπαιδευτικούς σκοπούς,
  • η ακουστική ξενάγηση,
  • η οπτικοακουστική ξενάγηση με CD-ROM,
  • τα μουσεία στο διαδίκτυο,
  • τα παντός είδους προγράμματα, πολιτιστικά, παιδευτικά, μουσειοπαιδαγωγικά κ.ά.

Τις τελευταίες δεκαετίες, σχεδιάζονται και εφαρμόζονται εκπαιδευτικά προγράμματα, που αποσκοπούν στην πολύπλευρη, ενεργητική διερεύνηση και δημιουργική αξιοποίηση του κοινωνικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος από άτομα και κοινωνικές ομάδες πληθυσμού με διαφορετικότητα, μέσα σε πλαίσιο ουσιαστικής ψυχαγωγίας και αισθητικής απόλαυσης. Έτσι, προωθούνται μουσειοπαιδαγωγικά προγράμματα για μικτές ομάδες πληθυσμού, με βάση το σκεπτικό ότι τα διαφορετικά χαρακτηριστικά ατόμων και ομάδων – ανάγκες, ικανότητες, ιδιαιτερότητες – δεν θα πρέπει να θεωρούνται αρνητικοί παράγοντες, αλλά γόνιμη παράμετρος που μπορεί να φέρει θετικές επιδράσεις για Όλους μέσα σε ένα κοινωνικό σύνολο (Νάκου, ό.π.).

Στο πλαίσιο αυτό, επαγγελματίες μουσείου προσπαθούν να παρέχουν ουσιαστικές εμπειρίες για τους επισκέπτες. Ουσιαστικές εμπειρίες είναι εκείνες που παρέχουν την επιλογή και τον έλεγχο στην εξερεύνηση των ιδεών, εννοιών και αντικειμένων. Σε πολλές περιπτώσεις, αυτές οι εμπειρίες συμβαίνουν μέσα από ένα διαδραστικό στοιχείο. Για το λόγο αυτό μια σειρά από μελέτες έχουν επικεντρωθεί σε διαδραστικά μουσεία και στο πώς αντιλαμβάνονται οι επισκέπτες και μαθαίνουν από εμπειρίες μέσα σε αυτό (Αdams et al., 2004).

Επίσης, μια άλλη σημαντική προσέγγιση της μουσειακής εκπαιδευτικής και μαθησιακής εμπειρίας έγκειται στο γεγονός ότι οι επισκέπτες διαβάζουν τις ετικέτες στην προσπάθειά τους να ερμηνεύσουν τα έργα τέχνης μέσα από τη χρήση κατηγοριών και όρων της τέχνης. Η χρήση των κειμένων που συντάσσονται από τους επιμελητές ενισχύει την ικανότητα των επισκεπτών να κατανοήσουν και να περιγράψουν ό,τι αφορούν τα έργα τέχνης. Επιπλέον, προηγούμενη γνώση και εμπειρία βοηθάει τους επισκέπτες να ερμηνεύουν την τέχνη, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αυτό δεν είναι αρκετό για να την κατανοήσουν πλήρως. Οι άνθρωποι συχνά δεν διαθέτουν τη γνώση και το εξειδικευμένο λεξιλόγιο που χρειάζονται για να ερμηνεύσουν την οπτική εμπειρία τους. Ωστόσο, πολλοί επισκέπτες έχουν ήδη αναπτύξει τρόπους σκέψης και μιλάνε για την τέχνη με τη χρήση τόσο των δικών τους προσωπικών εμπειριών και απόψεων, αλλά και με τη χρήση ειδικών ερμηνευτικών προσεγγίσεων. Από την άλλη, μελέτες δείχνουν έντονα μια φαινομενική προθυμία από την πλευρά των επισκεπτών των μουσείων τέχνης προκειμένου να αυξήσουν το επίπεδο των πληροφοριών τους για την τέχνη και τους καλλιτέχνες, καθώς και να αυξήσουν τις στρατηγικές τους για την κατανόηση της τέχνης. Αυτό δείχνει ότι οι επισκέπτες θα καλωσόριζαν εξηγήσεις μέσα από λεξιλόγιο και χρήσιμες πληροφορίες για ειδικά θέματα τέχνης. Επίσης, οι επισκέπτες θα παραμείνουν ικανοποιημένοι μέσω της ευκαιρίας να δοκιμάσουν συγκεκριμένες στρατηγικές εμπλοκής με έργα τέχνης, π.χ.

  • μέσω της ενεργού επίλυσης προβλημάτων που ενθαρρύνεται από κείμενα (τι ήταν ο καλλιτέχνης, τι σκεφτόμαστε, τι είναι νέο ή παλιό),
  • μέσω της χρήσης ερμηνευτικών στρατηγικών όπως είναι η σύγκριση μεταξύ διαφορετικών τρόπων που αντιπροσωπεύουν το ίδιο θέμα, και
  • μέσω της σύναψης σχέσεων με τις καθημερινές γνώσεις, αντικείμενα και κείμενα. Η χρήση του μουσείου τέχνης ως ένα χώρο ξεχωριστό, όπου μια εμπειρία τη βιώνει κανείς ως συνέχεια ερεθισμάτων, χρειάζεται προσοχή και περαιτέρω εξέταση. Τέλος, σε αυτήν την ερευνητική κατεύθυνση, το χρώμα, η μουσική και άλλες στρατηγικές ενίσχυσης της βιωματικής εμπλοκής του επισκέπτη μπορούν να εξετασθούν (Hooper-Greenhill, Moussouri, 2001).

Ολοκληρώνοντας, μέσα από την πολιτισμική, εκπαιδευτική και επικοινωνιακή διάσταση των μουσείων καλλιεργείται η σημασία της Δια Βίου παιδείας και ενισχύεται ο ρόλος του ενεργού πολίτη στην κοινωνία, αξιοποιείται δημιουργικά ο υλικός πολιτισμός και ευρύτεροι κοινωνικοί και πολιτισμικοί θεσμοί εμπλέκονται με την εκπαιδευτική πολιτική προς μια κατεύθυνση ισότιμης, άραγε και ειρηνικής, συνύπαρξης για άτομα και κοινωνικές ομάδες, ανεξαιρέτως χαρακτηριστικών και ιδιαιτεροτήτων.

 

Υποσημείωση


 

[1] Μπακογιάννη, Σ. Καβακλή, Ε. «Μουσεία και Ανοικτή Εκπαίδευση: Εκπαιδευτικά Προγράμματα Μουσείων στο Διαδίκτυο». Ηλεκτρονική διεύθυνση (ημερομηνία πρόσβασης: 19/1/2014) http://www.ct.aegean.gr/people/vkavakli/publications/pdf

 

 

Βιβλιογραφία


 

  •  Adams, M., Luke, J., Moussouri, T. (2004). Interactivity: Moving Beyond Terminology. Curator, The Museum Journal, v. 47, 2, pp. 155-170.
  • Bellamy, Κ., Oppenheim, C. (Editors). (2009). Learning to Live. Museums, young people and education. Institute for Public Policy Research and National Museum Directors’ Conference. London.
  • Δεληγιάννης, Δ. (2002). Πρόγραμμα Σπουδών Επιλογής «Μουσειοπαιδαγωγική Εκπαίδευση» (ΕΠΕΑΕΚ) (σελ. 149-162). Στο: Κόκκινος, Γ., Αλεξάκη, Ε. (επιμέλεια). Διεπιστημονικές προσεγγίσεις στη Μουσειακή Αγωγή. Αθήνα: εκδ. Μεταίχμιο.
  • Hein, G. (1995). The constructivistic museum. Journal of Education in Museum, v. 16, pp. 15-17.
  • Hooper-Greenhill, E. (1999). Τhe educational role of the museum. Leicester Museum Studies Readers. London: Routledge.
  • Hooper-Greenhill, E. (2007). Museums and education. Purpose, Pedagogy, Performance. London: Routledge.
  • Hooper-Greenhill, E., Moussouri, T. (2001). Making Meaning in Art Museums 2: Visitors’ Interpretive Strategies at Nottingham Castle Museum and Art Gallery. Research Centre for Museums and Galleries, Department of Museum Studies, University of Leceister. UK.
  • Κόκκινος, Γ., Αλεξάκη, Ε. (επιμέλεια). (2002). Διεπιστημονικές Προσεγγίσεις στη Μουσειακή Αγωγή. Aθήνα: Μεταίχμιο.
  • Merriman, N. (1999). Making Early Histories in Museums. Leicester University Press.
  • Μπακογιάννη, Σ. Καβακλή, Ε. «Μουσεία και Ανοικτή Εκπαίδευση: Εκπαιδευτικά Προγράμματα Μουσείων στο Διαδίκτυο». Ηλεκτρονική διεύθυνση και ημερομηνία πρόσβασης: 19/1/2014: http://www.ct.aegean.gr/people/vkavakli/publications/pdf
  • Νάκου, Ε. (2001). Μουσεία: Εμείς, τα Πράγματα και ο Πολιτισμός. Αθήνα: Νήσος.
  • Τσίτουρη, Α. (2005). Καθολική πρόσβαση ατόμων με αναπηρία σε χώρους πολιτισμού. Πραγματικότητα ή ουτοπία; Τετράδια Μουσειολογίας, τ. 2, Αθήνα.

 

Βασιλική Ιωαννίδη,

Δρ Παιδαγωγικής 

 

Read Full Post »

«Μουσείο, Σχολείο και Eκπαίδευση για Όλους». Δρ Βασιλική Σ. Ιωαννίδη, Β.Α., Ph.D., Φιλολογία, ειδίκευση: «Μεσαιωνική και Νεοελληνική Φιλολογία». Διδάκτωρ Παιδαγωγικής, ειδίκευση: «Ειδική Αγωγή» / Ι.Κ.Υ., Φιλοσοφική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωση τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

 Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Βασιλικής Ιωαννίδη, Διδάκτωρ Φιλοσοφίας στο αντικείμενο της Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με θέμα:

«Μουσείο, Σχολείο και Eκπαίδευση για Όλους»

 

Η Μουσειοπαιδαγωγική αποβλέπει στην επιστημονική διερεύνηση των παιδαγωγικών και μουσειολογικών αρχών και όρων, οι οποίοι διέπουν την παιδαγωγική και εκπαιδευτική πολιτική των μουσείων, αποσκοπώντας αφενός στη δημιουργική αξιοποίηση του υλικού πολιτισμού γενικά και των μουσείων ειδικότερα αφετέρου στην καλλιέργεια ατόμων και κοινωνικών ομάδων, ανεξάρτητα από προέλευση και ικανότητες. Η Μουσειοπαιδαγωγική διαμορφώνει το πλαίσιο για τον καλύτερο δυνατό σχεδιασμό και την καλύτερη δυνατή εφαρμογή και αξιολόγηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων που διευκολύνουν κοινωνικές ομάδες με διαφορετικότητα, προκειμένου να κατανοούν, να ερμηνεύουν και να αξιοποιούν δημιουργικά μουσειακούς και άλλους πολιτισμικούς χώρους. Απώτερος στόχος της είναι η προώθηση της μουσειακής παιδείας στο σύνολο της κοινωνίας μέσα από την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης και των πολύπλευρων αισθητικών, συναισθηματικών, σωματικών, κοινωνικών παραστάσεων και κωδίκων επικοινωνίας. Υπό αυτό το πρίσμα, η Μουσειοπαιδαγωγική δεν ενδιαφέρει μόνο τα μουσεία και τα εκπαιδευτικά τμήματά τους, αλλά και άλλους εκπαιδευτικούς, πολιτισμικούς και κοινωνικούς θεσμούς (Νάκου, 2001).

Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους. Εσωτερικό πρώτου ορόφου, ελληνορωμαϊκά γλυπτά.  Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους. Εσωτερικό πρώτου ορόφου, ελληνορωμαϊκά γλυπτά. Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Για την εκπλήρωση των στόχων της η Μουσειοπαιδαγωγική στηρίζεται αφενός στις αρχές της σύγχρονης μουσειολογίας και της θεωρίας του υλικού πολιτισμού αφετέρου στα πορίσματα της σύγχρονης παιδαγωγικής και διδακτικής, που αφορούν κυρίως την πολυσημία των μουσειακών χώρων και των αντικειμένων, καθώς επίσης προεκτάσεις της διασταυρώνονται σε κοινωνικές και επιστημολογικές διαστάσεις της γνώσης, της μάθησης και της επικοινωνίας. Ωστόσο, παρά τις ποικίλες διασυνδέσεις της με τη μουσειολογία, τη θεωρία του υλικού πολιτισμού και τις επιστήμες εκπαίδευσης και συμπεριφοράς, η μουσειοπαιδαγωγική αναπτύσσεται ως ιδιαίτερος επιστημονικός κλάδος με ερευνητικές προσεγγίσεις, οι οποίες αποσκοπούν στην καλύτερη αξιοποίηση της παιδευτικής σημασίας του υλικού πολιτισμού μέσω εναλλακτικών μορφών επικοινωνίας και μάθησης σε σχέση με τη σύγχρονη πολυπολιτισμική πραγματικότητα (Νάκου, ό.π.)

Ειδικότερα, η συνισταμένη του παιδαγωγικού έργου που επιτελείται μέσα σε ένα μουσείο, καθώς και η αποστολή τής εκάστοτε εκπαιδευτικής δραστηριότητας μπορεί να αναλυθεί σε τρεις συνιστώσες (Potvin, 2000, σελ. 41 κ.εξ.):

(α) την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, ώστε να χρησιμοποιήσουν και περαιτέρω το σχολικό χρόνο για να μεταδώσουν γνώση,

(β) τη γνωριμία και την εξοικείωση των μαθητών στο μέτρο του δυνατού με εικαστικές προτάσεις συγγενικές του τρόπου εργασίας των επιλεγμένων καλλιτεχνών∙ γεγονός όμως που δεν γίνεται αποδεκτό από όλους καθώς κυριαρχεί η άποψη ότι δεν πρέπει να είναι κανείς καλλιεργημένος για να έρθει σε επαφή και να συγκινηθεί από έργα Τέχνης,

(γ) την καλλιέργεια της αισθητικής ευαισθησίας ως βασικό προορισμό της Τέχνης για ο,τιδήποτε μας περιβάλλει και δεν είναι αντικείμενο Τέχνης.

Οι παιδαγωγικές πρακτικές στα μουσεία είναι διαφορετικές από εκείνες των σχολείων. Η οριακή εφαρμογή αυτής της λογικής φαίνεται στην απόρριψη του γραψίματος κατά την υλοποίηση ενός εκπαιδευτικού προγράμματος στο μουσείο και στην εύνοια της αγωγής του βλέμματος της παρατήρησης. Η παιδαγωγική που υιοθετείται και εφαρμόζεται στα μουσειοπαιδαγωγικά προγράμματα χαρακτηρίζεται ως μια παιδαγωγική που μεταχειρίζεται τα παιδιά ως ώριμα άτομα και όχι ως εκτελεστές εντολών. Έτσι, η κεντρική ιδέα αναφορικά με τις αναπαραστάσεις των στελεχών των μουσείων διαμορφώνεται γύρω από τους εξής άξονες (Ζαφειράκου, 2000, σελ. 103 κ.εξ.):

  • Το μουσείο έχει ανάγκη το σχολείο, διότι του παρέχει το μελλοντικό του κοινό.
  • Το μουσείο εφαρμόζει καινοτόμες παιδαγωγικές πρακτικές που βασίζονται στην «παιδαγωγική του βλέμματος».
  • Η μουσειακή γνώση ενέχει όχι μόνο γνωστική αλλά και συναισθηματική και αισθητική διάσταση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, είναι πιο ολοκληρωμένη και συνδέεται με τις απαιτήσεις της καθημερινής ζωής.
Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου, γενική άποψη της νέας έκθεσης. Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου, γενική άποψη της νέας έκθεσης. Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Είναι γεγονός ότι τα Μουσεία στο μέλλον θα λειτουργούν ως χώροι συγκέντρωσης για κοινωνική αλληλεπίδραση και εμπλοκή. Η πρόκληση θα είναι πώς θεσμικά θα ενισχύσουν τον κοινωνικό τους ρόλο υπό τη διάσταση της κοινωνικής ανάπτυξης και συνοχής. Παράλληλα, η ταχέως εξελισσόμενη πρόοδος στην τεχνολογία έχει βαθιά επίδραση στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι έχουν πρόσβαση στη χρήση και τη λήψη πληροφοριών. Τα Μουσεία, λοιπόν, θα πρέπει να καθορίσουν το ρόλο τους μέσα από την εξέλιξη της πολιτικής τους, αναφορικά με την πνευματική ιδιοκτησία, την ψηφιοποίηση, τη συντήρηση, την πρόσβαση στο περιεχόμενό τους κ.λπ. Επιπλέον, τα Μουσεία μπορούν να συνεχίσουν να εμπλουτίζουν την εκπαίδευση και να οικοδομούν τη γνώση στην κοινωνία με συνειδητή προσαρμογή των υπηρεσιών τους μέσω νέων τρόπων, με τους οποίους οι άνθρωποι θέλουν να αναζητήσουν, να συγκεντρώσουν και να ερμηνεύσουν πληροφορίες δημιουργώντας νοήματα στον 21ον αιώνα. Τέλος, η συνεργασία είναι απαραίτητη για τη βιωσιμότητα και τη μελλοντική ανάπτυξη των μουσείων και μπορεί να αυξήσει την ικανότητα των θεσμικών οργάνων για την αντιμετώπιση των ευκαιριών και των προκλήσεων του 21ου αιώνα, με απώτερο σκοπό την πλήρωση των αναγκών της κοινότητας. Η διαδικασία καθορισμού για το σχεδιασμό ενός βιώσιμου μέλλοντος δεν θα είναι μόνο σε οικονομικό επίπεδο, αλλά και σε συσχέτιση με τον κόσμο που εξυπηρετούν. Η ανάπτυξη κατάλληλων και αποτελεσματικών μετρήσεων μπορεί να είναι ένα βασικό εργαλείο για τη διασφάλιση της αξίας των μουσείων προκειμένου να διασφαλίσουν μελλοντική επιτυχία (Pastore, 2009).

Προς την κατεύθυνση αυτή, ενισχυτικά θα λειτουργήσουν επιλογές και ενέργειες, όπως (πρβλ. Χάιτας, Ιωαννίδη, 2008):

  • Ζητήματα μουσειακής εκπαίδευσης μπορούν να υλοποιηθούν χρησιμοποιώντας τη διαφορετικότητα των ανθρώπων εποικοδομητικά, στηριζόμενοι στη θεωρία των πολλαπλών τύπων ευφυϊας. Ο HowardGardner (1993) αναφέρει ότι οι ευφυΐες σχετίζονται με τη δυνατότητα του ατόμου να αντιληφθεί τον κόσμο γύρω του μέσα από μία διαδικασία αποθήκευσης και ερμηνείας της πληροφορίας. Με τη διάκριση των πολλαπλών τύπων νοημοσύνης που διακρίνει ο Gardner (γλωσσική, μαθηματική/ λογική, μουσική, χωρική, σωματική/ κινησιακή, διαπροσωπική και ενδοπροσωπική) είναι δυνατή η δημιουργία ενός συνδυαστικού πλαισίου διερεύνησης και έκφρασης ατομικών κλίσεων και δυνατοτήτων σε επίπεδο μουσειακής εκπαίδευσης, με σκοπό την ένταξη των ατόμων με μαθησιακές και κοινωνικο-πολιτισμικές διαφορές.
  • Παράλληλα, η έλλειψη θετικών εμπειριών που βοηθούν το άτομο στην κοινωνική του συναναστροφή είναι ένα άλλο στοιχείο που χαρακτηρίζει άτομα που έχουν αναπτύξει αποκλίνουσα ως προς τις κοινωνικές νόρμες, συμπεριφορά. Τέτοιες θετικές εμπειρίες μπορούν να δοθούν μέσα από την πρόσβαση στο μουσειακό χώρο. Επιπλέον, βασιζόμενοι στη θεωρία του δομισμού (Hein,1998), όπου η δυνατότητα του ατόμου για ερμηνεία του κόσμου που το περιβάλει σχετίζεται με την ανάκληση και τη χρήση των προηγούμενων εμπειριών, θεωρούμε ότι το μουσείο μπορεί να λειτουργήσει ως κρίκος σύνδεσης παιδιών και εφήβων με αποκλίνουσα συμπεριφορά με τους κοινωνικούς θεσμούς, χρησιμοποιώντας τις προηγούμενες εμπειρίες τους ως υλικό που «ερεθίζει» την περιέργειά τους και τα ενδιαφέροντά τους και πλουτίζει τις γνώσεις τους. Η επεξεργασία των εμπειριών αυτών θα αποτελέσει το εφαλτήριο για τη βελτίωση των ατομικών τους γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων και ενδεχομένως και επαγγελματικών προοπτικών.
  • Επίσης, μέσα από το μουσείο μπορεί να επιτευχθεί δημιουργική αξιοποίηση του χρόνου, ενεργοποιώντας εθελοντικές συμπεριφορές των ατόμων με δυσχέρειες κοινωνικής προσαρμογής. Τα άτομα αυτά μπορούν, αφού έχουν λάβει μία σφαιρική εκπαίδευση όσον αφορά σε θέματα πολιτισμού και επικοινωνίας, να συμβάλουν στη λειτουργία του φορέα-μουσείου, συμμετέχοντας σε κάποιες από τις δραστηριότητες και παροχές του, όπως είναι τα εκπαιδευτικά προγράμματα, η δημιουργία ιστοσελίδων και έντυπου υλικού, η διευκόλυνση επισκεπτών με ειδικές ανάγκες, η παροχή πληροφοριών κ.ά.
  • Καταλήγοντας, θέλουμε να επισημάνουμε ότι η ένταξη μπορεί να επιτευχθεί μέσα από ποικίλες δράσεις του μουσείου σε συνεργασία με τις κοινωνικές ομάδες. Ιδιαίτερα, το μουσείο οφείλει να δημιουργήσει τις γέφυρες συνύπαρξης, ως πόλος επικοινωνίας της διαφορετικότητας μέσα στην ίδια την κοινωνία, ενεργό μέλος της οποίας είναι. Είναι βέβαιο ότι η γνώση καταπολεμά το φόβο άρα και τον κοινωνικό αποκλεισμό, το ρατσισμό και την περιθωριοποίηση. Το μουσείο πρέπει πρώτο να καταρρίψει τους μύθους του παρελθόντος, δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες ισότιμης συνύπαρξης και συνεκπαίδευσης περιθωριοποιημένων κοινωνικών ομάδων με τον υπόλοιπο κοινωνικό ιστό. Μπορεί να δημιουργήσει δραστηριότητες δια βίου εκπαίδευσης, θέτοντας παράλληλα βάσεις προσωπικής και κοινωνικής εξέλιξης των ατόμων και ιδίως αυτών που αντιμετωπίζουν προβλήματα κοινωνικής αποξένωσης και απομόνωσης.

Βασικές παιδαγωγικές αρχές μιας τέτοιας κοινωνικής και πολιτισμικής συμπερίληψης είναι:

  • η δημοκρατική στάση και η ευαισθητοποίηση απέναντι στη διαφορετικότητα,
  • ο εκπολιτισμός και η άνευ όρων αποδοχή όλων των μελών ανεξαιρέτως χαρακτηριστικών και ιδιαιτεροτήτων,
  • η αυτονομία και η αξιοπρέπεια ως αναφαίρετο δικαίωμα όλων,
  • η καλλιέργεια της ικανότητας του ατόμου για διερεύνηση, αναζήτηση, επικοινωνία και μάθηση.

Καταλήγοντας, η σύνδεση μουσείου και σχολείου, και δη η σχέση της μουσειακής αγωγής με το εν γένει εκπαιδευτικό έργο, προωθεί εκτός των άλλων και μια δυναμική κοινωνική εξωστρέφεια του ίδιου του σχολικού θεσμού αλλά και των μουσειακών χώρων. Η σύζευξη αυτή εγγυάται την ευοίωνη εξέλιξη και τη βιωσιμότητά τους ως χώρους κοινωνικής συναλλαγής και αειφόρου ανάπτυξης ατόμου και κοινωνίας.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Ζαφειράκου, Α. (2000). Πώς το Μουσείο βλέπει το Σχολείο. Στο: Ζαφειράκου, Α. (επιμέλεια). Μουσεία & Σχολεία. Διάλογος & Συνεργασίες. Αναπαραστάσεις & Πρακτικές (σελ. 85-107). Αθήνα: Τυπωθήτω – Γ. Δαρδανός.
  • Hein, G. (1998). Learning in the Museum. London: Routledge.
  • Gardner, H. (1993). Frames of Mind: The Theory of Multiple Intelligences. New York: Basic Books. 
  • Νάκου, Ε. (2001). Μουσεία: Εμείς, τα Πράγματα και ο Πολιτισμός. Αθήνα: Νήσος.
  • Pastore, E. (2009). The Future of Museums and Libraries. ADiscussionGuide. Institute of Museum and LibraryServices. Washington, D.C.USA.
  • Potvin, M. (2000). Πτυχές στην Ελληνική Γλυπτική: Μια Παιδαγωγική Πρόταση στο Λούβρο. Στο: Ζαφειράκου, Α. (επιμέλεια). Μουσεία & Σχολεία. Διάλογος & Συνεργασίες. Αναπαραστάσεις & Πρακτικές (σελ. 37-47). Αθήνα: Τυπωθήτω – Γ. Δαρδανός.
  • Χάϊτας, Χ., Ιωαννίδη, Β. (2008). Προς μια δια βίου εκπαίδευση ειδικών ομάδων πληθυσμού στο πλαίσιο του μουσείου: σύνδεση και κατάργηση ορίων. Το παράδειγμα των ανήλικων παραβατών. Πρακτικά του Πανελληνίου Επιστημονικού Συνεδρίου με Διεθνή Συμμετοχή “Δια βίου μάθηση για την ανάπτυξη, την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή” (σελ. 341-343). Οργάνωση: Γενική Γραμματεία Εκπαίδευσης Ενηλίκων. Ινστιτούτο Διαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων. Συνεργασία: Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

 

Βασιλική Ιωαννίδη,

Δρ Παιδαγωγικής 

 

Read Full Post »

Η θάλασσα στη νεοελληνική τέχνη


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Με αφορμή την έκθεση της Εθνικής Πινακοθήκης και Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου στο Ναύπλιο, με τίτλο «Η θάλασσα στη νεοελληνική τέχνη», δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» αναλυτική παρουσίαση της έκθεσης της κας Λαμπρινής Καρακούρτη – Ορφανοπούλου, Ιστορικού Τέχνης Εθνικής Πινακοθήκης και Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Η θάλασσα στη νεοελληνική τέχνη

  

Το θέμα της θάλασσας διαμορφώνεται ως δια­χρονικό σύμβολο της πορείας των Ελλήνων και η ζωγραφική, άμεσα συνδεόμενη με την ιστορία, την εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο. Τη δεύτερη περίο­δο του 19ου αιώνα (1862-1900), που ορίζεται από την έξωση του Όθωνα και συμπίπτει με την ωρίμανση της αστικής τάξης, τη θέση της ιστορικής ζωγραφικής παίρνει η ηθογραφία και η τοπιογραφία. Η τοπιογρα­φία παύει να βλέπει τον κόσμο με τα μάτια των ρομα­ντικών περιηγητών και γίνεται ρεαλιστική, υπαιθριστική, ενώ αρχίζει να αισθάνεται τις πρώτες επιδράσεις του Ιμπρεσιονισμού.

Η προκείμενη έκθεση «Η θάλασσα στη Νεοελληνική Τέχνη», περιλαμβάνει έργα που προέρχονται αποκλει­στικά από τις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης και Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου. Η έκθεση ακολου­θεί τη θεματογραφική παρουσίαση, δηλαδή θα εξετά­σουμε και θα παρουσιάσουμε δημιουργούς και έργα, με αφετηρία τη θεματογραφία τους που είναι η θάλασ­σα, μεγαλειώδης, όμορφη, ταραγμένη, μελαγχολική, ήρεμη, η οποία υπήρξε το αγαπημένο ζωγραφικό θέμα τους. Οι άνθρωποι της θάλασσας και η ζωή τους γίνο­νται αίσθημα, έργο τέχνης, εικαστική έκφραση.

 

Η έκθεση χωρίζεται σε τρεις ενότητες:

Α. Η θαλασσογραφία στη Νεοελληνική Ζωγραφική-19ος αιώνας

Υπαιθριστικοί προβληματισμοί και Ιμπρεσιονιστικά σκιρτήματα

 

Η θάλασσα, άμεσα συνδεδεμένη με τη ζωή του ελλη­νικού λαού, τις αναμνήσεις και τα βιώματά του, απο­τέλεσε πηγή έμπνευσης και καλλιτεχνικής δημιουργί­ας, στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Η ελληνι­κή θαλασσογραφία περιορίστηκε σε σκηνές από την ανοιχτή θάλασσα, το ταπεινό ακρογιάλι και ανέπτυξε με επιτυχία την ηρωική σκηνή των ναυτικών συγκρού­σεων. Στα έργα των μεγάλων θαλασσογράφων μας, του Κωνσταντίνου Βολανάκη, του Βασίλειου Χατζή και του Ιωάννη Αλταμούρα συναντώνται υπαιθριστικοί προβληματισμοί και ιμπρεσιονιστικά σκιρτήματα.

Ο Κωνσταντίνος Βολανάκης (1839-1907), εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες θαλασσογράφους απεικονίζοντας ναυμαχίες, σκηνές από λι­μάνια, καράβια και καΐκια αλλά και ανθρώπινες δρα­στηριότητες συνυφασμένες με τον κόσμο της θάλασ­σας. Διεκδικεί επάξια τον τίτλο του πατέρα της ελλη­νικής θαλασσογραφίας. Επηρεάστηκε τόσο από τους κορυφαίους Ολλανδούς θαλασσογράφους του 17ου αιώνα, όσο και από το γαλλικό Ιμπρεσιονισμό. Αναλύ­ει και ζωγραφίζει τον κόσμο του καραβιού με εξαίρε­τη ακρίβεια, δεξιοτεχνία και άνεση. Επιδιώξεις του εί­ναι η επιμέλεια του σχεδίου, η ακρίβεια των αναπαρα­στάσεων, η διαγραφή της ατμόσφαιρας.

Θαυμάσιο δείγμα της δουλειάς του το Ψαράδικο, στο οποίο η επιφάνεια της θάλασσας γίνεται πεδίο ανά­πτυξης των τονικών διαβαθμίσεων της ανατολής ή της δύσης. Οι ψαράδες καθρεφτίζονται στους μι­κρούς κυματισμούς της γαλήνιας θάλασσας και η ενασχόλησή τους με το μάζεμα των διχτύων αποκτά εδώ διαστάσεις ζωγραφικού γεγονότος. Οι συμπλη­ρωματικοί τόνοι του γαλάζιου και πορτοκαλί μεταδί­δουν τον παλμό τους στα σύννεφα και στον ανάλαφρο κυματισμό της θάλασσας. Οι χαρακτηριστικές βάρ­κες της λιμνοθάλασσας με τους μοναχικούς ψαράδες είναι τώρα μια ζωντανή εικόνα ονειροπόλησης, με την αργή κίνηση των σχημάτων και το γλυκό φως που ζω­γραφίζεται στην επιφάνεια του νερού. Όλα παραπέ­μπουν στην ανάγκη φυγής της ρομαντικής ψυχής και στο γεγονός ότι η θάλασσα παραμένει μέσον της αν­θρώπινης δραστηριότητας. Το λιμάνι εντάσσεται γρήγορα στη θεματική του Βο­λανάκη, ως κέντρο της καθημερινής ζωής, ως τόπος ευημερίας και εμπορίου.

 

Κωνσταντίνος Βολανάκης (1837-1907), «Στην αποβάθρα», περ. 1869-1875, λάδι σε μουσαμά, 70Χ45 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Κωνσταντίνος Βολανάκης (1837-1907), «Στην αποβάθρα», περ. 1869-1875, λάδι σε μουσαμά, 70Χ45 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Στο έργο του το Λιμάνι του Βόλου, η προκυμαία κατέχει σημαντικό μέρος με το τυπικό σχήμα της καμπύλης και μοιράζεται εξίσου με τη θάλασσα, τη ζωγραφική επιφάνεια. Η επιμελημένη απόδοση των λεπτομερειών και η ακρίβεια στην ανα­παράσταση των οικοδομημάτων δίνουν τη δυνατότη­τα στον θεατή να αναγνωρίσει τον τόπο. Ενώ στο έργο Αποβάθρα ο κόσμος που συζητά ανέμελα, τα παιδιά με τα καλάθια τους, και η υπαίθρια αγορά με την κόκκι­νη τέντα ζωηρεύουν τη γαλήνη και τη σιωπή που απο­πνέει το λιμάνι, η οποία επιτυγχάνεται με την ανάμει­ξη των ερυθρών ιριδισμών με τη γαλάζια διαφάνεια του νερού, και καθιστούν την ζωγραφική επιφάνεια σε ποιητική αποκάλυψη.

 

Κωνσταντίνος Βολανάκης (1837-1907), «Το λιμάνι του Βόλου», περ. 1869-1875, λάδι σε μουσαμά, 32,5 Χ 48 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Κωνσταντίνος Βολανάκης (1837-1907), «Το λιμάνι του Βόλου», περ. 1869-1875, λάδι σε μουσαμά, 32,5 Χ 48 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Ο Βασίλειος Χατζής (1870-1915), μαθητής του Βολα­νάκη προχωρά σε μια προσωπική χρωματική αντίλη­ψη, εφαρμόζοντας τα ιμπρεσιονιστικά μηνύματα στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Στο έργο του Καρά­βι στο Καρνάγιο, οι ελεύθερες τολμηρές πινελιές λευ­κού, κόκκινου, πράσινου χρώματος, γρήγορες και παρατακτικές απηχούν την αρχή των ιμπρεσιονιστών με τη διαίρεση και παράθεση του χρωματικού τόνου και την εφαρμογή των συμπληρωματικών χρωμάτων. Κύ­ρια γνωρίσματα της ζωγραφικής του είναι η τάση για αφαιρετική διατύπωση, η χρωματική ρευστότητα και η μείωση της υλικότητας των αντικειμένων.

 

Βασίλειος Χατζής (1870-1915), «Καράβι στο καρνάγιο», περ. 1910, λάδι σε μουσαμά, 50Χ66 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Βασίλειος Χατζής (1870-1915), «Καράβι στο καρνάγιο», περ. 1910, λάδι σε μουσαμά, 50Χ66 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Βασίλειος Χατζής (1870-1915), «Ο κατάπλους», περ. 1900-1910, λάδι σε μουσαμά, 81Χ69 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Βασίλειος Χατζής (1870-1915), «Ο κατάπλους», περ. 1900-1910, λάδι σε μουσαμά, 81Χ69 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Την επίδραση του Ιμπρεσιονισμού αφομοίωσε με τον καλύτερο τρόπο, ο Ιωάννης Αλταμούρας (1852-1878), που σπούδασε στην Ακαδημία Καλών Τε­χνών της Κοπεγχάγης με δάσκαλο τον CarlFrederickSorensen. Η θάλασσα διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο σε πολλά έργα του Ιωάννη Αλταμούρα, μεταξύ των οποίων και στο έργο του, Το λιμάνι της Κοπεγχάγης, του 1874, χρονιά κατά την οποία οι Ιμπρεσιονιστές εξέθεσαν τα έργα τους στο Παρίσι στο φωτογραφείο του Ναντάρ. Ο καλλιτέχνης δεν ενδιαφέρεται για την διαμόρφωση της ακτής – προκυμαίας αλλά για τη θά­λασσα και τον ουρανό. Υιοθετεί την μεγάλη οριζόντια παράσταση της πρόσοψης του λιμανιού με τα κτίρια, τους πύργους, τις καμινάδες που καπνίζουν, τα περι­γράμματα των καμπαναριών, μοιράζοντας τη ζωγρα­φική επιφάνεια στα δύο. Τα ένα τρίτο καταλαμβάνει η θάλασσα και τα δύο τρίτα ένας ουρανός με σύννεφα. Πρόκειται για τοπίο χαρακτηριστικό του ευρωπαϊκού Βορρά. Τα χρώματα αλλά και οι πινελιές κάνουν τη θά­λασσα να πάλλεται σαν ένα ζωντανό στοιχείο υπαινίσσοντας την ροή του χρόνου που τρέχει και αλλά­ζει από τη μια στιγμή στην άλλη τα φαινόμενα του κό­σμου. Η θάλασσα εδώ, μέσω της υλικότητας της πινε­λιάς, αποκτάει υλική υπόσταση, μάζα και κίνηση.

Στα έργα του Αλταμούρα, το θέμα του είτε είναι καρνάγιο είτε καράβι ή καΐκι στην ακτή, αποτελεί την αφορμή για τον ζωγράφο για να καταγράψει τα φυσικά φαινόμενα και τις μεταβλητές ιδιότητες της ατμό­σφαιρας. Στο έργο του Καράβι στην ακρογιαλιά, ο ου­ρανός, το λιμάνι και η στεριά ντύνονται σε ένα ζεστό, ροζ κεραμιδί χρώμα, στο οποίο βυθίζονται καράβια, κατάρτια και ιστία την ώρα του δειλινού. Ο Αλταμούρας δεν ενδιαφέρεται για τον όγκο του αραγμένου καρα­βιού αλλά για τα στοιχεία του περιβάλλοντα χώρου, την γαλήνια ώρα του δειλινού στη Βόρεια θάλασσα.

Στο έργο του Καΐκι στις Σπέτσες, ο ζωγράφος έχει απο­κρυσταλλώσει πλήρως τις ιμπρεσιονιστικές αναζητή­σεις του μεταδίδοντας τη διαύγεια του πρωινού στις ελληνικές θάλασσες. Το μικρό αγκυροβολημένο κα­ΐκι, με τα διάφανα, λευκά αναπεπταμένα πανιά του δεσμεύει το φως του ήλιου ενώ όλο το έργο αποτε­λεί μια ποιητική εικόνα που λάμπει από το φως και το χρώμα του ελληνικού πρωινού.

 

Ιωάννης Αλταμούρας (1852-1878), «Καΐκι στις Σπέτσες», λάδι σε μουσαμά, 29Χ39 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Ιωάννης Αλταμούρας (1852-1878), «Καΐκι στις Σπέτσες», λάδι σε μουσαμά, 29Χ39 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Ανάλογη περίπτωση πρώιμου ιμπρεσιονιστή καλλι­τέχνη, είναι και ο Περικλής Πανταζής (1849-1884), ο οποίος ακολούθησε την ίδια μοίρα, με τον Αλτα­μούρα καθώς η ανησυχία του τον οδήγησε, έξω από τη στερεότυπη διαδρομή Αθήνα-Μόναχο, πρώτα στο Παρίσι και έπειτα στο Βέλγιο. Στη σύντομη σταδιο­δρομία του, την οποία ανέκοψε ο πρόωρος θάνατός του, πρόφτασε να περάσει από το ρεαλιστικό γεροχτισμένο τοπίο του Κουρμπέ, στην ελεύθερη πινελιά των Ιμπρεσιονιστών, προσπαθώντας να συλλάβει τη ρευ­στότητα των φαινομένων. Με κοφτές, γρήγορες πινε­λιές αποδίδει, στο έργο του Θαλασσογραφία, τη φευγα­λέα εντύπωση του κύματος, ενώ μέσα στο ευαίσθητο λευκό των αφρών, που αποδίδονται με τη φορά προς τα έξω, ανακλώνται τα χρώματα του ουρανού και της γης. Στο έργο αυτό είναι εμφανής η επίδραση του από τη ζωγραφική των Φλαμανδών που μοιράζουν τον πί­νακα σε ζώνες, με έναν ορίζοντα χαμηλό, που αναδει­κνύει τον ουρανό κυρίαρχο πεδίο μελέτης της κίνη­σης, της ρευστότητας, της φευγαλέας εντύπωσης.

Ο Συμεών Σαββίδης (1859-1927), από τους τελευ­ταίους εκπροσώπους της Σχολής του Μονάχου, εί­ναι ο πιο συνειδητός οπαδός της ζωγραφικής του Ιμπρεσιονισμού. Το έργο του Βάρκες στα Νερά του Βο­σπόρου, διακρίνεται για τη μεγαλύτερη ανάλυση του χρωματικού τόνου και τις αναζητήσεις σχετικά με τις αντανακλάσεις στο νερό. Ο Σαββίδης στο έργο αυτό συλλαμβάνει όλες τις μεταβολές των χρωματικών τόνων μιας ορισμένης στιγμής, την ακινητοποιεί και την αναλύει. Ο διαχωρισμός ανάμεσα στα ψυχρά και τα θερμά χρώματα είναι έκδηλος και αυτό που χαρα­κτηρίζει τη σύνθεση είναι η αντανάκλαση στο νερό που συντελείται με σαφείς πινελιές και που σχηματί­ζεται μια δεύτερη ανεστραμμένη εικόνα. Οι μορφές στην στεριά αποδίδονται με χρωματικές στιγμογραφικές πινελιές.

 

Συμεών Σαββίδης (1859-1927), «Βάρκες στα νερά του Βοσπόρου», 1907, λάδι σε μουσαμά επικολλημένο σε χαρτόνι, 35Χ50 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Συμεών Σαββίδης (1859-1927), «Βάρκες στα νερά του Βοσπόρου», 1907, λάδι σε μουσαμά επικολλημένο σε χαρτόνι, 35Χ50 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Β. Η θαλασσογραφία στις αρχές του 20ού αιώνα στο πνεύμα του μοντερνισμού

 

Στις αρχές του 20ου αιώνα οι Έλληνες ζωγράφοι εγκα­ταλείπουν το Μόναχο για τη νέα καλλιτεχνική πρωτεύ­ουσα της Ευρώπης, το Παρίσι. Η στροφή αυτή συμ­βαδίζει, όχι τυχαία, με το αίτημα επιστροφής στις γη­γενείς αξίες που διακηρύσσουν οι θεωρητικοί της εποχής και ιδιαίτερα ο Περικλής Γιαννόπουλος στην Ελληνική Γραμμή (1903), ο οποίος καλεί τους ζωγρά­φους να υμνήσουν το πνευματικό φως της Ελλάδας.

Στις αρχές του 20ού αιώνα η «Ομάδα Τέχνη» (1917) θα αποτελέσει τον προθάλαμο της ελληνικής καλλιτεχνι­κής πρωτοπορίας με καλλιτέχνες, που δεν δίστασαν να έλθουν σε ρήξη με το παρελθόν. Μετά το 1922 οι ποικίλες πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές θα επιτρέ­ψουν την ανάπτυξη ενός πλουραλιστικού πνεύματος στις τέχνες και στον πολιτισμό.

Οι καλλιτέχνες βγαίνουν στη φύση και προσπαθούν να βρουν τα σχήματα και τα χρώματα για να αποδώ­σουν το ιδιαίτερο τοπίο της χώρας μας και την ξεχω­ριστή ποιότητα του ελληνικού φωτός. Το ζωγραφι­κό έργο τείνει να αυτονομηθεί από τον έξω κόσμο, να αποτελέσει όχι καταγραφή του φυσικού ελληνικού τοπίου αλλά το χρωματικό του ισοδύναμο. Οι καλλι­τέχνες θα δουν και θα ερμηνεύσουν τον κόσμο όχι με το βλέμμα και τις αισθήσεις αλλά με την ψυχή τους. Έτσι, ούτε τα σχήματα ούτε τα χρώματα είναι φυσιο­κρατικά όπως πριν.

Ο Γεώργιος Κοσμαδόπουλος (1895-1967), ο Βάσος Γερμένης (1896-1966), ο Αλέξανδρος Κορογιαννάκης (1906-1966) και ο Βασίλειος Μαγιάσης (1880-1926) διεκδικούν μια ξεχωριστή θέση στην ιστορία του Μεταϊμπρεσιονισμού στην Ελλάδα. Οι ζωγράφοι όμως που αντιλαμβάνονται το νεοελληνικό τοπίο, με μια εντελώς νέα οπτική, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του 1920, είναι: ο Κωνσταντίνος Παρθένης (1878-1967),ο Νικόλαος Λύτρας (1883-1927), ο Κωνσταντίνος Μαλέας (1879-1928) και ο Μιχάλης Οικονόμου (1888-1923).

Ο Κωνσταντίνος Μαλέας (1879-1928), ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες ζωγράφους, μετά το 1920 συνθέτει τα τοπία του με έντονη τάση για σχηματο­ποίηση, απλωμένες χρωματικές επιφάνειες, σαφή πε­ριγράμματα, μειωμένο ρόλο της προοπτικής, μεγάλακαμπυλόγραμμα θέματα, μνημειακή απόδοση των όγκων και έντονα διακοσμητική διάθεση. Τα έργα αυ­τής της περιόδου σφραγίζονται από την εμπειρία της ζωγραφικής του Σεζάν, δηλαδή η σχέση των όγκων με το χώρο αποδίδεται πέρα από τη λογική της παραδο­σιακής προοπτικής. Το έργο του Τοπίο παραθαλάσσιο έχει καμπυλοκεντρική σύνθεση, κυρίως στο έδαφος με τα μικρά καμπυλόμορφα θέματα και με τον ορίζο­ντα να ανεβαίνει πολύ ψηλά, καταργώντας την έννοια του βάθους, αφήνοντας μια στενή λωρίδα ουρανού. Στο έργο του Καμένη, Σαντορίνη, η κυκλαδίτικη ατμό­σφαιρα διαγράφεται με ένα φως σκληρό και εντυπω­σιακό. Η εισαγωγή στον πίνακα γίνεται με ανοδική πο­ρεία. Εικονίζονται στο πρώτο επίπεδο ένας μαντρό­τοιχος και πιο πίσω το νησάκι της Καμένης. Οι θερ­μοί γαιώδεις τόνοι της στεριάς μέσα στο ψυχρό μπλε της θάλασσας με τις τυρκουάζ φωτεινές ζώνες που εναλλάσσονται, καθώς ένα μικρό χρωματικό κομμάτι εμπλέκεται με το άλλο ως το βάθος, προσδίδουν μια συνθετική ισορροπίαστο έργο. Η ένταση του χρώμα­τος ακόμη και στα πιο μακρινά επίπεδα, αναιρεί την εντύπωση του βάθους και κρατιέται η εικόνα στην επιφάνεια του καμβά. Επιβεβαιώνεται σε αυτό και σε πολλά παρόμοια το­πία πως δεν έχουμε απόδοση της οπτικής πραγματι­κότητας, αλλά μορφοποίηση μιας ιδέας με ζωγραφι­κά μέσα.

 

Κωνσταντίνος Μαλέας (1879-1928), «Τοπίο παραθαλάσσιο», 1918-1920, λάδι σε χαρτόνι, 33,5Χ52,2 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Κωνσταντίνος Μαλέας (1879-1928), «Τοπίο παραθαλάσσιο», 1918-1920, λάδι σε χαρτόνι, 33,5Χ52,2 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Κωνσταντίνος Μαλέας (1879-1928), «Καμένη, Σαντορίνη», 1924-1925, λάδι σε μουσαμά, 50Χ56 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Κωνσταντίνος Μαλέας (1879-1928), «Καμένη, Σαντορίνη», 1924-1925, λάδι σε μουσαμά, 50Χ56 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Ο Νικόλαος Λύτρας (1883-1927) μαζί με τον Κωνστα­ντίνο Παρθένη και τον Κωνσταντίνο Μαλέα, θεωρού­νται οι ανανεωτές της τέχνης των αρχών του 20ου αι­ώνα στην Ελλάδα. Έχει αφομοιώσει και υιοθετήσει τους βασικούς κώδικες της μοντέρνας τέχνης που εί­χαν καθιερωθεί από τη γενιά των μεταϊμπρεσιονιστών ζωγράφων. Καθιερώνει την αυτονομία της εικαστι­κής δράσης πάνω στη ζωγραφική επιφάνεια, όπου το θέμα του χτίζεται με πλατιές πινελιές παχύρευστου χρώματος και χειρονομιακή γραφή.

Στα έργα Φάρος  και Θαλασσογραφία, η θάλασσα έχει αποδοθεί με πηχτό χρώμα και ρευστές πινελιές, που της προσδίδουν μια υλική υπόσταση. Κυριαρχούν τα μπλε, τα ιώδη και οι ώχρες. Το φυσικό περιβάλλον ει­κονογραφείται απαλλαγμένο από την περιγραφικότη­τα και από τις αφηγήσεις της παραδοσιακής νατουραλιστικής τοπιογραφίας. Τα τοπία αποδίδονται με λιτή σύνθεση, πανοραμική από ψηλά θέαση, με με­γάλες απλοποιημένες επιφάνειες. Ο Λύτρας αναζητά σε αυτά τα έργα με τον κλειστό ορίζοντα και την ανο­δική σύνθεση, την αλήθεια του πραγματικού. Ερμη­νεύει κατά κάποιον τρόπο τον χαρακτήρα της δομής του ελληνικού τοπίου με την εσωτερική του νομοτέ­λεια παραπέμποντας στον Cezanne.

 

Νίκος Λύτρας (1883-1927), «Θαλασσογραφία», π. 1925, λάδι σε μουσαμά, 53Χ73 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Νίκος Λύτρας (1883-1927), «Θαλασσογραφία», π. 1925, λάδι σε μουσαμά, 53Χ73 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Ο Μιχάλης Οικονόμου (1888-1923) εγκαταλείπει εν μέρει τη φύση ως φύση και της προσδίδει μία μετα­φυσική χροιά. Ζωγραφίζει τα τοπία του με έντονο ρο­μαντικό αίσθημα που είναι σαν να αναδύονται από ένα όνειρο. Στο έργο του ο μύλος, ο νερόμυλος αντικατο­πτρίζεται στα νερά της θάλασσας και μοιάζει σαν να αναδύεται μέσα από μιαν ανάμνηση. Η χρωματική ρευ­στότητα, το χαλαρό σχέδιο με όλα τα σχήματα ρευστά, με περιγράμματα σβηστά, ανατρέπουν τις βασικές αρ­χές της αναπαραστατικότητας και κάνουν την εικόνα να φαίνεται συναισθηματικά φορτισμένη και υποκειμενι­κή. Τώρα ούτε τα σχήματα ούτε τα χρώματα είναι φυ­σιοκρατικά. Ο νερόμυλος φαίνεται να έχει ζωγραφιστεί με τα μάτια της ψυχής, θολός και ρευστός, ως ανάμνη­ση, στο χώρο των ακαθόριστων μορφών.

Με ανάλογο τρόπο έχει ζωγραφιστεί και το Σπίτι του ψαρά δίπλα στη θάλασσα. Μία πορτοκαλοκόκκινη τέντα ρί­χνει τη μωβ σκιά της στην πρόσοψη του σπιτιού ενώ μια γυναικεία μορφή ενσωματώνεται μέσα στη σκιά, έτσι που μόλις την διακρίνεις. Ο διάλογος ψυχρών-θερμών χρωμάτων δίνει λάμψη και παλμό στο έργο.

 

Μιχάλης Οικονόμου (1884-1933), «Το σπίτι του ψαρά», λάδι σε χαρτόνι, 40,5Χ69,5 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Μιχάλης Οικονόμου (1884-1933), «Το σπίτι του ψαρά», λάδι σε χαρτόνι, 40,5Χ69,5 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Σε αυτήν την κατηγορία των καλλιτεχνών που ερμη­νεύουν τον κόσμο όχι με το βλέμμα, αλλά μέσα από τη νόηση ανήκουν ο Κωνσταντίνος Παρθένης και ο Γεράσιμος Στέρης. Ο Κωνσταντίνος Παρθένης (1918-1920) στο έργο του ‘Υδρα, με σχέδιο λεπτό, υπαινικτι­κό και συγχρόνως στέρεο και διάφανο χρώμα, αφή­νει αναπνοές-κενά ανάμεσα στα χρωματικά πεδία, θέ­λοντας να άρει την υλικότητα των κτισμάτων και τη χρωματική πυκνότητα της θάλασσας. Η αρμονία των χρωμάτων βασίζεται στον διάλογο ανάμεσα στα μπλε-μωβ και τα κίτρινα-πορτοκαλιά, γαλάζια-πορτοκαλί δηλαδή ανάμεσα σε ψυχρά-θερμά και σε συμπληρω­ματικά χρώματα. Το έργο χαρακτηρίζεται από απλότη­τα και λιτότητα.

 

Κωνσταντίνος Παρθένης (1878|79-1967), «Ύδρα», 1918-1920, λάδι σε καμβά, 23Χ31 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Κωνσταντίνος Παρθένης (1878|79-1967), «Ύδρα», 1918-1920, λάδι σε καμβά, 23Χ31 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Ο Γεράσιμος Στέρης (1898-1987) θεωρείται πρόδρο­μος του ελληνικού μοντερνισμού. Μέσω των ταξι­διών του στην Ευρώπη απέκτησε μια εξαιρετικά επε­ξεργασμένη αίσθηση του νέου τρόπου αισθητικής αντίληψης του μοντερνισμού. Το έργο του, Ακρογιά­λι, είναι πλημμυρισμένο από γαλήνη και ποιητικότη­τα, που παραπέμπει στο πνεύμα της αρχαιότητας και καταδεικνύει ότι ο Στέρης είναι επηρεασμένος από τον GiorgiodeChirico. Οι τρεις μορφές δίπλα στο νη­σιώτικο αρχιτεκτονικό σύμπλεγμα-πλαίσιο επισύρουν ανακλήσεις τόσο από την αρχαιότητα όσο και από το Βυζάντιο. Οι όγκοι των σπιτιών αποδομένοι σύμφω­να με την υστεροκυβιστική τέχνη, κλειστοί στο περί­γραμμα, στιβαροί, ακίνητοι και μνημειακοί, περικλεί­ουν ένα μυστήριο, σαν να μην κατοικήθηκαν ποτέ. Το έργο χαρακτηρίζεται από στατική ηρεμία, συγκρατη­μένη εκφραστικότητα και με τις μορφές να μοιάζουν απόκοσμες προσδίδοντας στο έργο μια αινιγματική ατμόσφαιρα.

 

Γεράσιμος Στέρης (1898-1987), «Ακρογιάλι», πριν 1963, λάδι σε μουσαμά, 57,5Χ72 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Γεράσιμος Στέρης (1898-1987), «Ακρογιάλι», πριν 1963, λάδι σε μουσαμά, 57,5Χ72 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Γ. Η θαλασσογραφία μετά το 1960

 

Οι Έλληνες καλλιτέχνες μετά τον εμφύλιο πόλεμο συμμετέχουν ενεργά στις αναζητήσεις της μοντέρ­νας τέχνης. Από τον πόλεμο και μετά, το κάθε έργο δεν είναι πλέον ενταγμένο σε ένα γενικότερο σύστημα αισθητικών αξιών αλλά ενεργοποιεί τα νοήματα του αποκλειστικά από τις θέσεις και τις βασικές αξίες του καλλιτέχνη. Ύστερα από το διάλειμμα της αφαίρεσης, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 70 και μετά, παρατη­ρήθηκε στην Ελλάδα μια νέα στροφή προς τη φύση και οι Έλληνες καλλιτέχνες πειραματίστηκαν με κάθε δημιουργική διαδικασία για την παραγωγή του έργου τέχνης.

Ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας (1906-1994) μαθη­τής του Παρθένη, θα βρεθεί πολύ νέος στο Παρίσι, όπου ανθεί ο ευρωπαϊκός Μοντερνισμός. Γοητεύτη­κε από τη μετακυβιστική ζωγραφική του Πικάσσο (1881-1973) και του Μπρακ (1882-1963) αλλά οδη­γήθηκε σ’ έναν ιδιότυπο ελληνοτροπικό Κυβισμό, γε­μάτο φως και χρώμα. Το έργο του Το Νερό, αποτελεί μέρος της ενότητας των τεσσάρων στοιχείων της φύ­σης (νερό, γη, αέρας, φωτιά-1965-66), στα οποία η έμφαση δίνεται αποκλειστικά στην καταγραφή των φυσικών στοιχείων και φαινομένων. Το έργο εικο­νογραφεί το θέμα των τεσσάρων στοιχείων που έχει καταβολές από την εποχή της Αναγέννησης και του Μπαρόκ, αλλά ως προς το εννοιολογικό του περιεχό­μενο συνδέεται με βαθύτατες κοσμολογικές αλήθειες που προσδιορίστηκαν στην ελληνική αρχαιότητα από τον Εμπεδοκλή και τον Αριστοτέλη, αλλά και στην ταοϊκή φιλοσοφία. Ο Γκίκας με ελευθερία και ευαισθη­σία χάρη στην αφομοιωμένη πλέον εμπειρία των χρω­μάτων και της πινελιάς επιχειρεί να προσεγγίσει τις αλήθειες αυτές μέσα από τη ζωγραφική τετραλογία του.

Στο έργο του, Το Νερό, ο ζωγράφος μεταφέρει την αίσθη­ση αλλά και την έννοια του νερού με μια σύνθεση χρω­μάτων, όγκων και εντυπώσεων, όπου πρωταγωνιστεί το φως και οι αντανακλάσεις του, το βάθος και η επιφάνεια, ο φευγαλέος χρόνος και η διαρκής μεταβολή.

 

Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας (1906-1994), «Το νερό», λάδι σε μουσαμά, 200Χ229 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας (1906-1994), «Το νερό», λάδι σε μουσαμά, 200Χ229 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Ο Αγήνορας Αστεριάδης (1898-1977) προσπάθησε να συνδυάσει στο έργο του την ελληνική παράδοση, το πνεύμα της βυζαντινής αγιογραφίας και τα διδάγ­ματα του κυβισμού και των άλλων εικαστικών ρευμά­των των αρχών του 20ου αιώνα.

Η μνημειακή του σύνθεση Πειραιάς είναι πολύ χαρα­κτηριστικό έργο επηρεασμένο από τη διακοσμητική λαϊκή ζωγραφική. Η σχηματοποίηση, η μικρογραφική πραγμάτωση αλλά και η αντίστροφη προοπτική, δηλώνουν αναφορές στην ανατολική και βυζαντινή τέχνη με την οποία ο ζωγράφος ανέπτυξε στενότατη σχέση.

Η χαρτογραφική ανάπτυξη του χώρου καταργεί την προοπτική και την τρίτη διάσταση. Το θέμα αναπτύσ­σεται κατακόρυφα με τα τρία λιμάνια του Πειραιά, να ξετυλίγονται ανοδικά από το Μικρολίμανο και τη Ζέα ως το μεγάλο κύριο εμπορικό λιμάνι. Τα σπίτια απει­κονίζονται μετωπικά. Το βαθύ μπλε της θάλασσας συ­νομιλεί ζωηρά με τις ώχρες της γης, ενώ τα λευκά των σπιτιών προσθέτουν τον χαρούμενο τόνο τους στη σύνθεση, που χαρακτηρίζεται από έναν έντονο μελω­δικό ρυθμό.

 

Αγήνωρ Αστεριάδης (1898-1997), «Πειραιάς», 1973, Αυγοτέμπερα σε ξύλο, 202Χ122 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Αγήνωρ Αστεριάδης (1898-1997), «Πειραιάς», 1973, Αυγοτέμπερα σε ξύλο, 202Χ122 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Ο Κώστας Τσόκλης (1930) αυτήν την περίοδο εστιάζει στο οντολογικό πρόβλημα της εικαστικής δημιουργί­ας. Κύριο γνώρισμα του καλλιτέχνη αυτήν την περίο­δο, είναι η σύνδεση πραγματικών αντικειμένων σχετι­κών με τη θάλασσα (ξύλο από βάρκα) και της ζωγρα­φικής επιφάνειας. Το έργο θαλασσινό τοπίο δημιουρ­γείται από τη σύμπτωση του πραγματικού με το εικα­στικό.

 

Κώστας Τσόκλης (1930), «Θαλασσινό τοπίο», 1979, λάδι σε μουσαμά, 69,5Χ80,5 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Κώστας Τσόκλης (1930), «Θαλασσινό τοπίο», 1979, λάδι σε μουσαμά, 69,5Χ80,5 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Ο Παναγιώτης Τέτσης (1925) ζωγράφισε τη θάλασ­σα έτσι όπως τη βίωσε και συνεχίζει να τη βιώνει ως τώρα. Αυτό που ζωγραφίζει δεν είναι μόνον η θάλασ­σα, ο ουρανός, τα σύννεφα και η φωτεινή λάμψη, αλλά και κάτι άλλο, που θα τον μεταφέρει σε έναν κό­σμο διαφορετικό από τον πραγματικό. Τον κόσμο της δικής του ζωγραφικής. Η θέα του κόσμου, της φύσης του προσφέρει «ζωγραφική», σχήματα, φόρμες, χρώ­ματα, τόνο-φως. Το φως, μια ποιότητα που παραμε­λήθηκε στην αντίληψη του χρώματος από τη μοντέρ­να ζωγραφική, για τον Τέτση αποτελεί τη βάση της χρωματικής τοποθέτησης του στον κάθε πίνακα του. Το έργο του Ύδρα, Θάλασσα διαπνέεται από τέρψη των αισθήσεων, καθώς γίνεται φανερό ότι ο Τέτσης ζω­γραφίζει τη θάλασσα της Ύδρας ως βίωμα και μνήμη, ως γνώση προσωπική.

Το Παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης και Μου­σείου Αλεξάνδρου Σούτζου στο Ναύπλιο με αυτήν την θαλάσσια περιδιάβαση στις συλλογές του, στόχο έχει να φωτίσει το ρόλο της τέχνης μέσα από τη διαλε­κτική σχέση τέχνης, ιστορίας, κοινωνίας. Αλλά επειδή το σύγχρονο μουσείο από τον ορισμό του δίδει προτεραι­ότητα στο κοινό και η ύπαρξη του αξιολογείται από την ικανοποίηση των αναγκών του κοινού για μελέτη, εκπαί­δευση και ψυχαγωγία, η έκθεση αυτή δίνει τη δυνατότη­τα στον επισκέπτη να γνωρίσει την ελληνική ζωγραφική αλλά συγχρόνως η επίσκεψη του να αποτελεί προσωπι­κή εμπειρία, ενεργοποιώντας του τις αισθήσεις, τη φα­ντασία, τη γνώση, τον ψυχισμό, την εικαστική αγωγή και τη δεξιότητα κυρίως των παιδιών, μέσω των εκπαιδευτι­κών προγραμμάτων που θα υλοποιηθούν.

Μέσα από την εικαστική αυτή περιήγηση, γίνεται αυ­ταπόδεικτο πως η θέαση ελαχίστων ζωγραφικών πι­νάκων με θέμα είτε τη θάλασσα είτε το καράβι, γνώ­ριμο σύμβολο φυγής από την καθημερινότητα, αρκεί για ένα ταξίδι, που ο καθένας μας μπορεί να πραγμα­τοποιήσει οποιαδήποτε στιγμή το θελήσει. Ένα ταξίδι κατακλυσμένο από το φως και το χρώμα της Ελλάδας […]

  

Γενική Βιβλιογραφία


 

 

  • Βλάχος Μανόλης, Ο Ζωγράφος Κωνσταντίνος Βολανά­κης 1837-1907, διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Αθήνα, 1974.
  • Βλάχος Μανόλης, Η Ελληνική Θαλασσογραφία, Eurobank-Όμιλος Λάτση, Αθήνα 1993.
  • «Εθνική Πινακοθήκη 100 χρόνια. Τέσσερις αιώνες Ελ­ληνικής Ζωγραφικής», Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, επιστημονική επιμέλεια – εισα­γωγικά κείμενα ενοτήτων Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, Αθήνα 1999.
  • «Ελληνική τοπιογραφία, 19ος-20ος αιώνας», Εθνική Πινα­κοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Αθήνα, 1998, επιμέλεια Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, Αγγέλα Ταμβάκη.
  • Κατάλογοι ατομικών και ομαδικών εκθέσεων, (Αρχείο Εθνικής Πινακοθήκης).
  • Κουρία Αφροδίτη, Πόρτολος Δημήτρης, Νίκος Λύ­τρας, Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Ελληνικό λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, 2008.
  • Κωτίδης Αντώνης, Ο Ζωγράφος Κ. Μαλέας (1879-1928), διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Θεσσα­λονίκης, Θεσσαλονίκη 1982.
  • Λυδάκης Στέλιος, Η ιστορία της νεοελληνικής ζωγραφι­κής (16ος-20ος  αιώνας), εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1976.
  • Λυδάκης Στέλιος, Βολανάκης, εκδ. Αδάμ, Αθήνα 1997.
  • Μισιρλή Νέλλη, Ελληνική Ζωγραφική, 18ος-19ος  αιώνας,  εκδ. Αδάμ, Αθήνα 1993.
  • «Στα άδυτα της Εθνικής Πινακοθήκης – Άγνωστοι θησαυροί από τις συλλογές της», επιστημονική επιμέλεια-εισαγωγικά κείμενα ενοτήτων Μαρία Κατσανακη, Ζίνα Καλούδη, Άννυ Μάλαμα, Λίνα Τσίκουτα, Τώνια Γιαννουδάκη, Άρτεμις Ζερβού, Έφη Αγαθονίκου, Μαριλένα Κασιμάτη, Αθήνα 2011.
  • Χρήστου Χρύσανθος, Η ΕλληνικήΖωγραφική 1832-1922,  εκδ. Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήνα 1981.

  

Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου

Έκθεση: «Η θάλασσα στη νεοελληνική τέχνη»

Διάρκεια: 14 Ιουνίου 2014 – 30 Δεκεμβρίου 2014

Ώρες λειτουργίας:

Δευτέρα, Πέμπτη, Σάββατο:10.00-15.00

Τετάρτη, Παρασκευή:10.00-15.00 & 17.00-20.00

Κυριακή: 10.00-14.00: Τρίτη :κλειστά

Σιδηράς Μεραρχίας 23 , Τ.Κ. 21100, Ναύπλιο, ΤΗΛ. 27520 21915-21935

Read Full Post »

Επιστολή στον Κουφοντίνα – Κοινοποίηση στους Κολοκοτρώνη, Βελουχιώτη


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Κώστα Πετρουλά, που αφορά στο βιβλίο του Δ. Κουφοντίνα με τίτλο:

«Επιστολή στον Κουφοντίνα – Κοινοποίηση στους Κολοκοτρώνη, Βελουχιώτη»

 

Δημήτρη Κουφοντίνα, διάβασα το βιβλίο σου και έχω σοβαρούς λόγους που σου γράφω αυτή την επιστολή. Εκπροσωπείς την απόχρωση μιάς ιδέας, το δεδομένο μιας συμπεριφοράς, και είσαι ηρωικό παράδειγμα μίμησης για τους ομοϊδεάτες σου και αποφυγής για όλους τους υπόλοιπους. Προσωπικά, μπορεί ο καθένας να σε αγνοήσει επειδή έχεις κάνει τον κύκλο σου και τώρα είσαι εκτός μάχης. Τις απόψεις σου όμως που τις θέλεις ζωντανές και ενεργές στην κοινωνία, δεν έχουμε την πολυτέλεια να τις αγνοήσουμε.

Τώρα που έδωσες το στίγμα σου με την συγγραφή ενός μέρους της ιστορίας σου, αξίζει να δούμε αν απέχτησες πλεονέκτημα ή μειονέκτημα στο θεωρητικό επίπεδο, των ιδεών και της πολιτικής. Διότι μέσα απ’ αυτά ενθαρρύνεις – με αμφιβολίες είναι αλήθεια – τη συνέχεια του αιματηρού δρόμου, όταν το σύνολο σχεδόν της κοινωνίας, εύχεται το τέλος. Και πριν μπούμε στην ουσία, πρέπει να ξέρεις ότι δεν σε προσπερνάω σαν άνθρωπο και παραμένω στην πλευρά που θέλει να μην μοιάζει αλλά να υπερέχει η συμπεριφορά της πολιτείας προς τους φυλακισμένους, από εκείνη για την οποία οι ίδιοι καταδικάστηκαν. Με την πλευρά που θέλει την πολιτεία να δικαιολογεί και να επιβεβαιώνει το λόγο για τον οποίο φυλακίζει. Και ο λόγος είναι, η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ακόμη και όσων δεν σεβάστηκαν το βασικότερο, το δικαίωμα της ζωής.

Επί της ουσίας:

Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη

Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη

Το δίκαιο που επικαλείσαι ως κίνητρο στοχευμένης βίας κατά των αδίκων, αντιλαμβάνεσαι υποθέτω, ότι ως γενικός κανόνας, είναι μια ιδεοπαγίδα που μπορεί να κάνει τον καθένα εγκληματία. Διότι «σκοτώνω τους κακούς για το δίκιο των καλών», είναι ένα μότο που το έχουν καταχραστεί κατά κόρον όλες οι ιδεολογικές αποχρώσεις. Μαζί μ’ αυτό, κατανοείς φαντάζομαι, ότι αν ο καθένας χρήσει τον εαυτό του και την παρέα του δικαστή και τιμωρό μαζί, τότε η ζούγκλα θα μοιάζει με παράδεισο ενώπιον της ανθρώπινης ζούγκλας.
Όμως, οφείλουμε να εντοπίσουμε και μια διαφορά. Άλλη ποιότητα και άλλη καταχώρηση έχει στην συνείδηση της ανθρωπότητας ο αγώνας κατά των εκμεταλλευτών και των πάσης φύσεως δυναστών και άλλη των δυνατών που εξοντώνουν έθνη, ράτσες και κατηγορίες ανθρώπων, για να στερεώσουν μια εξουσία που μηδενίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Ο Ρομπέν των δασών είναι ήρωας και ο Χίτλερ κάθαρμα. Προφανώς, δεν μπορεί να αναμειχτεί στην κουβέντα μας και να μας ζητήσει ίση μεταχείριση, ο Νορβηγός Μπρέιβικ που σκότωσε 77 ανθρώπους, παιδιά τα περισσότερα, για να εξυπηρετήσει την δυνατή φυλή του. Αλλά αυτές οι καθαρές εικόνες, δεν είναι από μόνες τους ικανές να δικαιολογήσουν τον Ροβεσπιέρο για την τρομοκρατία στη γαλλική επανάσταση, ούτε τον Στάλιν και τον Πολ Ποτ με τους κόκκινους Χμερ. Το επιχείρημα της φιλολαϊκής ιδέας, από μόνο του, δεν δικαιώνει εγκληματικές πράξεις.

Ας πάμε λοιπόν μ’ αυτόν το πρόλογο στους ισχυρισμούς σου:

Επικαλείσαι την επανάσταση του 21, την αντίσταση του ΕΛΑΣ και την δράση του Δημοκρατικού Στρατού στον εμφύλιο, και θεωρείς ότι είσαστε οι συνεχιστές εκείνων των αγώνων. Παραβλέπεις όμως την τεράστια διαφορά, ότι εκείνοι είχαν στρατιώτες απέναντί τους και δεν πυροβολούσαν πισώπλατα πολίτες. Ακόμη κι αν συμφωνήσει κάποιος μαζί σου για την ενοχή των θυμάτων σε πλείστα όσα εγκλήματα, η διαφορά ανάμεσα στην δολοφονία και το φόνο, είναι εναντίον σας.

Θα σας αναγνωρίσουμε ότι χρειάζεται μεγάλο σθένος για να θέσει κανένας σε απόλυτο κίνδυνο και σε καραντίνα τη ζωή του προκειμένου να φέρει στο κόσμο την δικαιοσύνη που πιστεύει, αλλά το ύπουλο χτύπημα έξω από τη μάχη, θα είναι πάντα όνειδος, παρά τις αμέτρητες επαναλήψεις της λέξης «πόλεμος» στα γραφτά σου.

Επικαλείσαι το λαό για τα πάντα όσα κάνατε. Σας εξουσιοδότησε κανένας λαός; Μιλάς για ένα 20% που επικροτούσε, θριαμβολογείς γι’ αυτό και σωπαίνεις για το 80%.
Κι από εκείνο το όποιο μικρό ποσοστό, μήπως μπορείς να υποθέσεις σε ποια πλευρά βρίσκεται σήμερα το μεγαλύτερο μέρος του; Στη δική σας νομίζεις; Πόσοι είναι άραγε εκείνοι που ονειρεύονται «ένα κόσμο χαρούμενο κι ευτυχισμένο», όπως εσύ το διατυπώνεις; Δεν σου περνάει από το νου ότι – κατά κύριο λόγο – απευθυνθήκατε στα πιο μνησίκακα και ταπεινά ένστικτα τα οποία μόνο επαναστατικά δεν είναι; Το «ένας Στάλιν» ή «ένας Χίτλερ» χρειάζεται, είναι το μότο της μούργας ή της αφέλειας του λαού, και όχι των οραματιστών μιάς καλύτερης και δίκαιης κοινωνίας. Η οποία μούργα και αφέλεια, όντως απαγκιάζει στο Στάλιν ή στο Χίτλερ. Αυτός είναι ο λαός που σας ζητάει να τον σώσετε; Επικαλείσαι τις επαναστατικές θεωρίες που θέλουν το λαό να ξεσηκώνεται από μια ένοπλη πρωτοπορία και να γίνεται στο δρόμο μάχιμη πλειοψηφία. Όπως έγινε στη Ρωσία στη Κούβα και στη Κίνα.

Απορίας άξιο είναι ότι παραβλέπεις τρία γεγονότα:

1. Αυτές οι επαναστάσεις έγιναν σε χώρες με ημιφεουδαλικά χαρακτηριστικά και ανολοκλήρωτο καπιταλισμό. Κύρια δύναμη υπήρξαν οι εξαθλιωμένοι αγρότες. Οι συνθήκες συγκριτικά με την Ελλάδα ήταν εξόφθαλμα διαφορετικές.

2. Η μαζικοποίηση ήταν ραγδαία ανοδική και η νίκη τους ήρθε σε σχετικά σύντομο χρόνο.
3. Δεν προήλθαν από αντάρτικο πόλεων. Κανένα αντάρτικο πόλεων δεν έχει καταλήξει σε νικηφόρα επανάσταση.

 

Και τα ερωτήματα που προκύπτουν, παραείναι απλά:

Το δικό σας αντάρτικο πόλεων, συνολικά, κράτησε πάνω από 25 χρόνια. Κάποια ευρύτερη αποδοχή είχατε μόνο στην αρχή, επειδή οι εκτελέσεις των βασανιστών βρήκαν έδαφος στο θυμικό, στην αγανάκτηση του λαού, λόγω της σκανδαλώδους ατιμωρησίας των χουντικών.

Γιατί συνεχίσατε;

Τι ακριβώς προσδοκούσατε όταν μάλιστα παρατηρείς διαρκώς στην αφήγησή σου ότι η πρόσβαση στο μαζικό κίνημα δεν μπορούσε να ευοδωθεί; Κι όταν φτάνεις να καταλήγεις στο συμπέρασμα ότι «οι τελευταίοι αντάρτες χάνονταν με το ρυθμό που χάναμε την υποστήριξη του οργανωμένου λαού»; Τίποτα δεν έδειχνε – ούτε σε σένα – ότι στην Ελλάδα θα γίνει αυτό που δεν έγινε πουθενά στον κόσμο, σε παρόμοιες συνθήκες.

Το ερώτημα είναι επίμονο. Γιατί συνεχίσατε;

Δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε την προσπάθεια που κάνεις να εξηγήσεις την απομόνωση και την ματαίωση του στόχου σας. Αλλά με τη σειρά μας πιστεύουμε ότι έχεις χαθεί σε θέματα ταχτικής και σου είναι δύσκολο να δεις το ολοφάνερο. Κατανοητό από τη μια, για κάποιον που αφιέρωσε όλη του τη ζωή σε ένα σκοπό και σε μια ιδέα, ολέθριο ωστόσο για τα θύματά του, γι’ αυτόν, και για μας, εφ όσον η ιδέα του έχει δομικά λάθη.

Ο λόγος που δεν πείσατε και δεν εξεγείρατε το λαό εναντίον της άρχουσας τάξης, είναι απλός, και δεν αφορά την λογιστική της λαθεμένης τακτικής, αλλά το στρατηγικό όραμα. Για να παρακολουθήσει ο λαός ένα αντισυστημικό όραμα, δεν είναι αρκετό να ξέρει τα δεινά τού παρόντος συστήματος. Ακόμη κι αν συμφωνεί εντελώς στην κριτική σας, είναι απαραίτητο να πειστεί ότι αυτό που θα φέρετε εσείς, θα είναι καλύτερο από τον επάρατο καπιταλισμό.

Τα όσα στραβά της ελεύθερης οικονομίας, τα οποία εξηγείς και αναλύεις, τα έχει υπ’ όψη της η κοινωνία. Έχει υπ’ όψη της όμως ταυτόχρονα, ότι επειδή κάποιος τα παρουσιάζει και τα καταγγέλλει, δεν έχει αυτόματα και την συνταγή η οποία θα οδηγήσει σε «ένα κόσμο χαρούμενο κι ευτυχισμένο, χωρίς πολέμους, βία, εκμετάλλευση, αλλοτρίωση,…», αντιγράφοντας ακριβώς τα λόγια σου.

Είναι πασιφανές, ότι έχει το φόβο ή μάλλον την βεβαιότητα, πως τον σπρώχνετε σε έναν κόσμο χειρότερο απ’ αυτόν που ζει. Αυτός είναι ο λόγος που δεν σας παρακολούθησε. Η πεποίθηση ότι επάνω στα χαλάσματα θα χτίσετε ένα χειρότερο σύστημα απ αυτό που θέλετε να γκρεμίσετε.

Η κοινοποίηση αυτής της επιστολής στον Κολοκοτρώνη και στο Βελουχιώτη, είναι ασφαλώς συμβολική. Η αγωνία σου να ταυτιστείς με δράσεις και επαναστάσεις δικαιωμένες, (1821, ΕΛΛΑΣ, ΔΣΕ, αντίσταση στη χούντα) προσπαθεί να γεμίσει δύο άδειες δικές σας φαρέτρες:

  • Την νομιμοποίηση της βίας σας, ως λαϊκή αντιβία.
  • Τη στρατηγική της αποκατάστασης από τα δεινά του καπιταλισμού.

Όμως οι δανεικές εικόνες, δεν είναι επιχειρήματα. Είναι αποδείξεις αδυναμίας να έχετε σοβαρά δικά σας επιχειρήματα.

Όλοι αυτοί που επίμονα επικαλείσαι:

  • Είχαν να αντιμετωπίσουν ένοπλη βία κατά του λαού, οπότε και τη νομιμοποίηση της λαϊκής αντιβίας, της μόνης επαναστατικής βίας.
  • Είχαν σαφή πειστική και εφικτή στρατηγική πρόταση.

Δεν αμφέβαλλε κανένας για το που θα τους οδηγούσε η επόμενη μέρα της νίκης κατά των Τούρκων, των Γερμανών ή της χούντας.

Ο ΔΣΕ επίσης, έδρασε σε μια εποχή που η αποτυχία τού λενινιστικού μοντέλου για το σοσιαλισμό δεν είχε ακόμη γίνει σαφής και οι δικτατορίες των κομμουνιστικών κομμάτων δεν είχαν ακόμη καταρρεύσει. Είχε να επικαλείται μια στρατηγική, για πολλούς πειστική στην ιστορική στιγμή που συνέβη. Επιπροσθέτως, σε ένα μεγάλο βαθμό, εξαναγκάστηκε από ένοπλη βία να αντιτάξει λαϊκή αντιβία.

Εσείς δεν είχατε ως αντίπαλο δέος την ένοπλη βία για να νομιμοποιείτε την ένοπλη δράση σας ως αντιβία. Τα εγκλήματα που επικαλείστε, η αστική δημοκρατία έχει νόμους, θεσμούς, ή περιθώρια να δημιουργεί θεσμούς, που μπορούν να τα αντιμετωπίσουν. Δικάζει πρώτα απ’ όλα, και τους ένοχους δεν τους εκτελεί, όπως δεν εκτέλεσε κι εσάς. Αυτή την ειδοποιό διαφορά, αποδείχτηκε ότι την ξέρει καλά ο λαός. Δεν ήταν δυνατόν να ξεγελαστεί και σας καταλόγισε ότι βαφτίσατε το κρέας, ψάρι, για να είσαστε αναμάρτητοι. Γι’ αυτό, ούτε σας συγχώρησε, ούτε σας παρακολούθησε.

Έχουν χυθεί τόνοι μελάνι για να αποτυπώσουν το αδιέξοδο του μαρξισμού – λενινισμού και πλέον πρόκειται για πολιτικό αναλφαβητισμό να το σκαλίζουμε, όμως εκεί βρίσκεται το κέντρο του κύκλου που διαγράψατε.

Σε μιάμιση σελίδα, καταγγέλλεις το γραφειοκρατικό «σοσιαλισμό» και λες πέντε σκόρπιες ιδέες, γνωστές και παλιές, με τις οποίες επιχειρείς να περιγράψεις τον δικό σας σοσιαλισμό, της δικαιοσύνης και της ευημερίας. Και τι λες; Απλώς επαναλαμβάνεις τις ίδιες ιδέες που είχε και ο Λένιν, για εργατικά συμβούλια και συνεταιρισμούς, τις οποίες κατέστειλε ο ίδιος, στέλνοντας τον Τρότσκυ (ο οποίος διαφωνούσε και μειοψήφησε) στην Κροστάνδη, να αφανίσει την τελευταία ελπίδα για ανεξάρτητα σοβιέτ.

Πως σας πέρασε από το μυαλό ότι θα μπορούσε κάποιος να εμπιστευτεί ένα ανύπαρκτο σχέδιο και να δώσει λευκή επιταγή για το μέλλον του, στο Δημήτρη και στο Σάββα, επειδή πυροβολούν άμαχους κακούς; Τι μπορεί να τους καθησυχάσει ότι δεν θα είσαστε αύριο πιο κακοί από τα θύματά σας; Τι θα μπορούσε να αντιτάξει ο λαός στα όπλα σας αν γινόσασταν εσείς εξουσία και ιδρύατε την διαφαινόμενη δικτατορία του «προλεταριάτου»; Την υπενθύμιση των καλών σας προθέσεων;

Το φαινόμενο να ξεπέφτουν οι ιδέες υπέρ του ανθρώπου, σε απάνθρωπες εξουσίες, δεν είναι τωρινό. Είναι περίπου αιώνιο. Οι θεσμοί που προϋπέθεταν «καλή προαίρεση» προκειμένου να λειτουργήσουν, στη πορεία τους κατέληξαν βίαια αντιλαϊκοί. Δυστυχώς για την ανθρωπότητα, οι καλές προθέσεις που δεν κατοχυρώνονται με ισχυρούς θεσμούς ελεύθερης λαϊκής συμμετοχής στον έλεγχο της εξουσίας, οδηγούν ευθύγραμμα στην κόλαση κάποιας δικτατορίας.

Μπορούμε να σχεδιάσουμε πολιτικά πολλά και διάφορα, αλλά δεν μπορούμε προφανώς να σχεδιάσουμε και τη φύση του ανθρώπου. Μοναδική μας επιλογή είναι να εμποδίσουμε την κακή του πλευρά ή να την περιορίσουμε. Ο καπιταλισμός κατηγορείται ορθώς για την άδικη εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, αλλά αυτό δεν είναι εφεύρεση των κακών καπιταλιστών, είναι εν δυνάμει ροπή όλων μας.

Το ζητούμενο της σοσιαλιστικής θεωρίας, είναι το πέρασμα των μέσων παραγωγής, από τους ιδιώτες, στους εργαζόμενους. Το οποίο συνεπάγεται μορφές συνεργασίας. Όμως το κολχόζ, η κολεκτίβα και γενικά ο όποιος συνεταιρισμός, δεν επιβάλλονται με νόμους. Ο νόμος είναι εξ’ ορισμού αναγκαστικός και η συνεργασία εξ’ ορισμού προαιρετική. Άρα οι συνεργασίες μπορούν μόνο να διευκολύνονται από θεσμούς προαιρετικής συμμετοχής. Όπερ και ο σοσιαλισμός γίνεται τόσο προαιρετικός, όσο και η επιστροφή στο καπιταλισμό.

Αυτό βρήκαν μπροστά τους οι θεωρητικοί και οι πολιτικοί του σοσιαλισμού.

Η λύση που έδωσαν για την ανεπίστρεπτη ανατροπή του καπιταλισμού είναι πασίγνωστη. Κατέληξαν σε ένα ιστορικό σόφισμα και αντέστρεψαν τη θεωρία περί κράτους που το θέλει όργανο εκείνων που κατέχουν τα μέσα παραγωγής. Δόμησαν με τη βία των όπλων το ισχυρό κράτος το οποίο απαλλοτρίωσε τα μέσα παραγωγής και στη συνέχεια τα νοίκιασε ως αφεντικό στους εργαζόμενους. Αλλά αυτό δεν είναι σοσιαλισμός, είναι η πλέον βίαιη μορφή του καπιταλισμού. Οι εργάτες, απώλεσαν ή δεν απέχτησαν ποτέ, ούτε τα όποια προνόμια και δικαιώματα των συναδέλφων τους, στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας. Πίσω και δίπλα από τη λενινιστική πατέντα, μπορούμε να δούμε και τις άλλες δύο απόπειρες να διατυπωθεί αξιόπιστη απάντηση στο ίδιο επίμονο ερώτημα, της συνεργασίας των εργαζόμενων στην κατοχή των μέσων παραγωγής.

Τα αδιαμόρφωτα ρεύματα, ουτοπικού και επιστημονικού σοσιαλισμού, μαζί με τον αναρχισμό, συναντήθηκαν στην Κομούνα των Παρισίων το 1871. Η κομούνα ηττήθηκε βέβαια μετά από 72 ημέρες αλλά πρόλαβε να δώσει ένα δείγμα απάντησης στο φλέγον ερώτημα.

Ο Μπλανκί, ο εκλεγμένος ηγέτης της, ήταν ο πρώτος που διατύπωσε τον όρο «δικτατορία του προλεταριάτου», δηλαδή της δικής του προκειμένου να βάλει σε τάξη την «απειθαρχία» του προλεταριάτου. Επί της ουσίας, εισήγαγε την αντίφαση που ματαίωσε και συκοφάντησε τα ιδεώδη του σοσιαλισμού. Την δάνεισε ακουσίως και στον Μάρξ, για να την περιλάβει κι αυτός αργότερα στον επιστημονικό σοσιαλισμό με την γνωστή εξέλιξη.

Ο αναρχισμός, τέλος, αντιλήφθηκε ορθά το αδιέξοδο της «υποχρεωτικής» ελευθερίας και δοκίμασε να καταστρώσει ως αντίδοτο το φεντεραλιστικό σχέδιό του. Δεν έχουμε λόγο να κρύψουμε την συμπάθειά μας στο ιδεώδες της ομοσπονδιακής διακυβέρνησης στην οποία οι αποφάσεις θα παίρνονται από τη βάση, αλλά στην πράξη αποδείχτηκε χαοτική και ανεφάρμοστη. Δεν επικράτησε ποτέ και πουθενά. Στην μοναδική σοβαρή απόπειρα που έγινε στο ισπανικό εμφύλιο, ανάγκασε τον Ντουρούτι να παραδεχτεί ότι είναι απαραίτητη η οργανωμένη αρχή.

Η παρατήρηση του Μπακούνιν στον Μαρξ ότι «και ο πιο ένθερμος επαναστάτης, αν πάρει την εξουσία στα χέρια του, θα γίνει χειρότερος από το Τσάρο και θα καταλήξει σε δεσποτισμό, στο όνομα του σοσιαλισμού», επαληθεύτηκε, αλλά και ο φεντεραλισμός απέτυχε. Λίγοι πλέον θυμούνται τις θεωρίες του Μπακούνιν και του Κροπότκιν και στις μέρες μας ο αναρχισμός έχει ταυτιστεί με τους λαρυγγισμούς τού αμφιλεγόμενου Νετσάγιεφ για συμμαχίες με τους λούμπεν και για σφαγές των ταξικών εχθρών.

Εκείνο όμως που παραμένει αληθινά επίκαιρο και ζωντανό, είναι ότι δεν χρειάζεται να ξέρουμε πόσο ένθερμος επαναστάτης είναι ο οποιοσδήποτε, αλλά το που μας οδηγεί και πόσο πληρώνουμε την εμμονή του σε ένα διαπιστωμένο αδιέξοδο.

Δικαιούμαστε νομίζω να σε ρωτήσουμε Δημήτρη Κουφοντίνα, αν όντως πιστεύεις ότι κατέχεις τη λύση για ότι παραμένει άλυτο στην παγκόσμια διανόηση της αριστεράς. Θα συμφωνείς φαντάζομαι, ότι η Κίνα επέστρεψε επίσημα στον καπιταλισμό ενώ η Κούβα και η Κορέα λιμοκτονούν και στερούνται τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.

Χωρίς θεώρημα σοσιαλιστικής πολιτείας, τι μένει από την ιστορία σας και τη δράση σας; Το αίμα για την ουτοπία, στην καλύτερη περίπτωση. Σου μοιάζει άραγε να πρόσφερε κάτι στη μοίρα του λαού;

Ας πάμε όμως και στο ορθόδοξο στερεότυπο που επαναλαμβάνεις, κατά του ρεφορμισμού και της αριστεράς που προσβλέπει σε ένα δημοκρατικό καπιταλισμό.

Πρώτα απ όλα, για τις περισσότερες επιθέσεις σας, οι εξηγήσεις που δίνεις, αφορούν στη δομή και την σύνθεση της άρχουσας τάξης στην Ελλάδα. Την αποκαλείς μεταπρατική, κρατικοδίαιτη με θαλασσοδάνεια, λούμπεν μεγαλοαστική τάξη, (λματ) και επισημαίνεις ότι «ο ελληνικός καπιταλισμός απέτυχε να αναπτύξει αυτοδύναμα, ισόρροπα και σχετικά αυτόνομα τη χώρα». Για την οικονομία του άρθρου δεν θα επεκταθούμε, αλλά συμφωνούμε ότι κατά κύριο λόγο, η ανάλυση είναι σωστή.

Επειδή ολόκληρος ο δικός σας πόλεμος βασίστηκε σ’ αυτή την πραγματικότητα, ακόμη κι ο πιο καλοπροαίρετος αναγνώστης της ιστορίας σας, δεν γίνεται να μην αναρωτηθεί το αυτονόητο:

  • Αν στη θέση του καπιταλισμού μπανανίας, είχαμε ένα καπιταλισμό που θα τον οδηγούσε μια παραγωγική εθνική αστική τάξη, το δικό σας αντάρτικο θα ήταν περιττό;
  • Έμμεσα αλλά με σαφήνεια, δεν προκρίνετε έναν Σκανδιναβικό ή Γερμανικό καπιταλισμό;
  • Το αίτημά σας και η κριτική σας, δεν είναι ρεφορμιστική; (μεταρρυθμιστική)

Πως γίνεται, να επικρίνεις όσους αναθεώρησαν τις λενινιστικές αδιέξοδες θεωρίες (ρεβιζιονιστές) και κατέληξαν να επιδιώκουν εκείνες τις μεταρρυθμίσεις που θα διορθώσουν όσο το δυνατόν υπέρ των εργαζόμενων, τον παρασιτικό καπιταλισμό; Αυτόν επικαλείσαι ως αιτία της ένοπλης δράσης σας. Αυτόν προσπαθούν να αποκαταστήσουν και οι ρεφορμιστές, ασφαλώς ειρηνικά και αναίμακτα.

Να το πάμε και λίγο πιο κοντά σας; Εκείνοι οι σύντροφοί σας, που αποχώρησαν ή που τους αποχωρήσατε και δεν παραλείψατε να τους θεωρήσετε δειλούς, φοβισμένους, ρεβιζιονιστές και ρεφορμιστές, είσαι σίγουρος ότι δεν είδαν την αλήθεια και την πραγματικότητα που δεν μπορέσατε να δείτε εσείς, ο σκληρός και απροσκύνητος πυρήνας; Μήπως πολλοί απ’ αυτούς, πρόσφεραν και προσφέρουν ακόμη και σήμερα πολύ περισσότερα χωρίς νεκρούς και καταστροφές;

Κι αν φτάσουμε στους Τουπαμάρος που επιμένεις να τους έχεις ως πρότυπο, τι συμπεράσματα θα βγάλουμε;

Να σου υπενθυμίσω πρώτα (το ξέρεις άλλωστε καλά) ότι ο Σεντίκ ξεκίνησε με προθέσεις ειρηνικές κινηματικές και εξαναγκάστηκε να στραφεί στο αντάρτικο. Το κίνημα ήταν κυρίως εξαθλιωμένων αγροτών που μέσα στην μεγάλη κρίση τής Ουρουγουάης τη δεκαετία του 1960 απαιτούσαν παραχώρηση γης για την επιβίωσή τους. Οχυρό του ΜLN υπήρξαν οι παραγγουπόλεις.

Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν μοιάζουν με τη δική μας πραγματικότητα. Κι επί πλέον, οι επιχειρήσεις τους, δεν κράτησαν πάνω από πέντε χρόνια αν εξαιρέσουμε την περίοδο της «αθωότητας» (1962 -1968) όπου μόνο «απαλλοτρίωναν» τράπεζες καζίνο κλπ. Μπορούμε επίσης να πούμε ότι η βία και τα βασανιστήρια της κυβέρνησης Αρέκο και πρίν ακόμη τη χούντα του 73, δικαιολογούσε τη δράση των Τουπαμάρος ως αντιβία.

Και ποια ήταν αλήθεια η κατάληξη;

Ποιος είναι πρόεδρος της Ουρουγουάης από το 2010;

Ο Μουχίκα. Πρώην αντάρτης με 14 χρόνια φυλακής. Το κόμμα που ίδρυσε μαζί με άλλα μέλη των Τουπαμάρος μετά την αποφυλάκισή του, εντάχθηκε στο ρεφορμιστικό «Διευρυμένο Μέτωπο». Είδε το μάταιο της βίας και την έλλειψη εναλλακτικής στρατηγικής ή είναι ένας προσκυνημένος ρεφορμιστής κι αυτός; Ωφελεί το λαό του με τις μεταρρυθμίσεις που επιχειρεί και έχει συνδράμει, ή τον βλάπτει;

Η δική μας αγωνία και το δικό μας κίνητρο, Δημήτρη Κουφοντίνα, δεν περιλαμβάνει κανένα μυστήριο. Πιστεύουμε ότι το αντάρτικο πόλεων το οποίο δεν είναι πόλεμος, εκτός που αφαιρεί ζωές πισώπλατα, δυσκολεύει και εμποδίζει τον δρόμο των διεκδικήσεων, των ρήξεων και των συναινέσεων κατά περίπτωση, και τελικά εκείνων των μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν τη θέση των εργαζόμενων.

Οι μιμητές σου, στους οποίους απευθυνόμαστε όσο και σε σένα, μοιάζει να μην έμαθαν τίποτα από την ως τώρα ιστορία τού παγκόσμιου και του ελληνικού αντάρτικου πόλεων. Ήδη έχουν αρχίσει πάλι να σκάνε μπόμπες. Και θα είναι οδυνηρό όσο και μάταιο να συνεχίσουν.

Στο βιβλίο σου είσαι αντιφατικός.

Άλλοτε σκεπτικιστής και άλλοτε αμετανόητος. Όχι για τα ιδανικά που περιγράφεις. Αυτά είναι λόγια και δεν διαφέρουν από τα ιδανικά της αριστεράς, όσο κι αν βαυκαλίζεσαι ότι εσύ υπερέχεις στην ορθόδοξη πίστη για έναν καλύτερο κόσμο. Είσαι αντιφατικός στα περί βίας, επειδή άλλοτε την αβαντάρεις κι άλλοτε ψάχνεσαι να την αποκηρύξεις.

Να αναφέρω μερικές από τις αντιφάσεις σου;

  • «Κοιτάζω όλες τις επαναστάσεις. Δεν μπορώ να αμφισβητήσω την αρχή ότι η επανάσταση περνάει μέσα από τον ένοπλο αγώνα. Δυστυχώς η ιστορία δεν έχει ανακαλύψει άλλους δρόμους για τις μεγάλες κοινωνικές αλλαγές»
  • «Ατενίζω σήμερα τον κύκλο του αντάρτικου πόλεων. Τον βλέπω ως μια ρομαντική προσπάθεια, μία από τις ουτοπίες που θεριεύουν τα όνειρα»
  • «Αγναντεύω όμως και σκέφτομαι τις καινούργιες απαντήσεις στο παμπάλαιο αίτημα της ιστορίας»
    «Όπλο της κριτικής και κριτική των όπλων»

Δεν έχεις διαλέξει, είναι φανερό. Δεν σε έχει οδηγήσει σε κανένα στέρεο συμπέρασμα, ούτε το μπάχαλο που επικράτησε μεταξύ σας, στη διάρκεια των συλλήψεων. Έχεις επίγνωση της ηθικής κατάπτωσης της οργάνωσης και το ομολογείς. «Η μεγάλη πληγή για μας ήταν οι ομολογίες, τα αλληλοκαρφώματα. Και η σιωπή. Καμιά υπεράσπιση της οργάνωσης, του αγώνα.» Κι αυτός ήταν ο πιο σοβαρός λόγος που παραδόθηκες. Αλλά δυσκολεύεσαι να αναγνωρίσεις το προφανές. Οι όσο κι εσύ γενναίοι σύντροφοί σου δεν είχαν ηθικό σθένος και ουσιαστικά επιχειρήματα να υπερασπιστούν τον αγώνα τους. Εκ των πραγμάτων, η συνείδηση τους τον είχε ακυρώσει. Προς τι πια η «κριτική των όπλων;»

Νομίζω όμως ότι ήρθε ή ώρα να διαβάσουμε κι αλλιώς την ιστορία σας. Θα μας βοηθήσει πολύ η κρίση σου για εκείνους που διάλεξαν να καίνε το Μινιόν, το Κατράντζος, και τα διάφορα πολυκαταστήματα και θα αναζητήσω στα δικά σου λόγια την αιτία της αμετανόητης βίας. Εκτός που υποστηρίζεις ότι σας συκοφαντούν με τέτοιες ενέργειες αφού στρέφονται ευθέως και κατά των εργαζόμενων, καταλήγεις να το εξηγήσεις ως «εξεγερτικότητα μιάς νεολαίας δίχως μέλλον που δεν ενδιαφερόταν για την απήχηση των ενεργειών της στην κοινωνία αλλά την περιφρονούσε και στρεφόταν εναντίον της. Απαντούσε με καταστροφή στην καταστροφή της ζωής της».

Αυτή η παραδοχή για τους τότε συντρόφους, νομίζεις ότι απέχει πολύ ως εξήγηση για την δική σας επιμονή και όσων άλλων επιμένουν ακόμη;

Τελικά, τι; Σκοτώνουμε για να παρακινήσουμε την κοινωνία σε επανάσταση ή σκοτώνουμε για να εκδικηθούμε την κοινωνία επειδή την θεωρούμε ένοχη γι’ αυτό που είμαστε;
Πόσο δύσκολο είναι να γλιστρήσει κανένας από την μια κατάσταση στην άλλη; Πόσο εύκολο επίσης να παρηγορεί τη διάθεση για εκδίκηση με μνήμες από επαναστάσεις; Είσαι σίγουρος ότι στο δρόμο, κρυμμένος και απομονωμένος, δεν κατέληξες να μισείς κι εσύ την κοινωνία για την καραντίνα που επέλεξες;

Ο συντάκτης του προλόγου λέει: «Οι κοινωνικοί αγώνες δεν είναι ούτε νόμιμοι ούτε παράνομοι, είναι δίκαιοι». Ακούγεται πολύ ωραίο, αλλά θα πρέπει πρώτα να συμφωνήσουμε για το ποιος αγώνας είναι κοινωνικός και ποιος αντικοινωνικός. Στο όνομα τού λαού και της κοινωνίας έχουν γίνει όλα τα μεγάλα εγκλήματα στο κόσμο. Κανένας και ποτέ δεν είπε ότι σκοτώνει για να απολαύσει το μίσος του.

Για ποια κοινωνία νοιάζονται όσοι χορταίνουν προσωπικά με το παιχνίδι που λέγεται κλέφτες κι αστυνόμοι, το οποίο δεν οδηγεί πουθενά;

Είναι η εκδίκηση κοινωνικός αγώνας;

Επειδή την λες λαϊκή εκδίκηση, σε απαλλάσσει από την κατηγορία να είναι προσωπική σου ανάγκη; Η πείρα συνεργασίας που έχεις εσύ, από τους συναγωνιστές και συντρόφους σου, διδάσκει κάτι; Η δική σας απόπειρα να ενωθείτε στα Κουπόνια, και οι όσες άλλες απόπειρες κάνατε, ήταν άκαρπες και μάταιες. Δεν μπορέσατε να συνεννοηθείτε μερικές δεκάδες ομοϊδεάτες κι απ’ αυτό έβγαλες το συμπέρασμα πως είναι εφικτό να ενώσεις μια κοινωνία κάτω από τα όπλα σου; Δεν έχει ειρμό και λογική όλο αυτό και υποθέτω ότι το καταλαβαίνεις καλά.

Εκείνο που μένει απ’ όλη την ιστορία σας, είναι ότι συνεχίσατε γιατί ήταν δική σας υπόθεση πια και όχι του λαού. Αυτό ξέρατε να κάνετε και μ’ αυτό ταΐσατε την ύπαρξή σας. Είχατε ένα ρεύμα θαυμαστών που ομοίως με σας, ως επί το πλείστον, μισεί την κοινωνία, και στο όνομά της, την τραυματίζατε κατά βούληση.

Ο λαός πλήρωνε την ματαιοδοξία σας έως και με ζωές κι εσείς βιοποριζόσασταν με «απαλλοτριώσεις», δανειζόσασταν ηθική από ασύμμετρους παλιούς ηρωισμούς και απολαμβάνατε την ιδιόρρυθμη δόξα σας.

Έχεις άραγε απαντήσεις, έχεις αντίλογο σε κάτι;

Και το κυριότερο, δεν έχεις τύψεις για τίποτα; Δεν σου περνάει από το μυαλό ότι μπορεί να έκανες ένα ολέθριο λάθος κι ότι επιπλέον, με τον τρόπο σου, στις σελίδες του βιβλίου σου, – αν όχι ευθέως – ενθαρρύνεις κάποιους να το επαναλάβουν;

Αν μπορώ να κλείσω την επιστολή μου με μια ευχή – προσδοκία, αυτή είναι να διαβάσω ένα ακόμη βιβλίο σου. Δεν περιμένω να αρνηθείς ότι γεννήθηκες στις 17 Νοέμβρη, αλλά ότι στο μεταξύ ξανασκέφτηκες την διαφορά του αντιχουντικού αγώνα από το αντάρτικο πόλεων.
Κι επειδή πάντα υπάρχει το περιθώριο να «ξαναγεννηθούμε», θα σε παρακινούσα να ξανασκεφτείς αν η παλικαριά και η γενναιότητα έχει πρόσημο. Αν διέθεσες τον εαυτό σου σε κάτι αληθινά ωφέλιμο. Αν πρόσφερες ή αν έκανες ζημιά. Αν υπηρέτησες στην πράξη το λαό ή αν έβαλες τον εαυτό σου πιο ψηλά από το λαό και τον έβλαψες.
Η ιστορία θα καταγράψει τι πρόσφερε ο καθένας στους συνανθρώπους του και άποψή μας είναι ότι θα έχετε αρνητικό μερίδιο, ακόμη κι αν την ιστορία την γράψει ένας από σας.
Αν ωστόσο εμμένεις και διαφωνείς με ένα τέτοιο αφήγημα, τότε οι ειρηνικοί κοινωνικοί αγώνες στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας, σε προκαλούν να γράψεις μια θεωρία που θα λύνει την άλυτη ως τώρα σοσιαλιστική εξίσωση. Όχι φυσικά των ιδεών, αλλά της πολιτικής πράξης, της πολιτείας.

Φοβάμαι ότι αν δεν κάνεις ούτε το ένα ούτε το άλλο, τότε η φυλακή στην οποία θα περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου, θα είναι το μικρότερο κακό. Το μεγαλύτερο θα είναι ο μετεωρισμός σε αντιφάσεις που καταστρέφουν και την ελάχιστη εσωτερική ισορροπία και οδηγούν την ύπαρξη στο κενό.

Κώστας Πέτρουλας

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »